Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Δευτέρα, 5 Μαρτίου 2012

Συναξαριστής 5 Μαρτίου


Ὁ Ἅγιος Κόνων ὁ Ἴσαυρος

 


Ὁ Ἅγιος Κόνων ἔζησε στὰ ἀποστολικὰ χρόνια καὶ καταγόταν ἀπὸ ἕνα χωριὸ (τὴ Βιδανή) τῆς Ἰσαυρίας. Οἱ γονεῖς του Νέστωρ καὶ Νάδα στὴν ἀρχὴ ἦταν εἰδωλολάτρες. Ἀλλ᾿ ἔπειτα δέχθηκαν τὴν χριστιανικὴ πίστη, μαζὶ μὲ τὸν ὡραῖο, ἔφηβο τότε, γιό τους.

Ὁ Κόνων νυμφεύθηκε μία χριστιανὴ κόρη (τὴν Ἄννα), μέσα ἀπὸ τὸ χριστιανικὸ ὅμιλο τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Ἀπὸ τὴν ἀρχὴ συμφώνησαν καὶ οἱ δυὸ νὰ ζοῦν σὰν ἀδέλφια καὶ νὰ ἀφιερωθοῦν στὴ διάδοση τῆς χριστιανικῆς ἀλήθειας. Οἱ εἰδωλολάτρες συμπολῖτες τοῦ Κόνωνα ἔβλεπαν μὲ πολὺ δυσαρέσκεια τὶς χριστιανικές του δραστηριότητες.

Ἔφεραν τοὺς πιὸ δυνατοὺς στὸ λόγο ἐθνικοὺς γιὰ νὰ τὸν ἀποστομώσουν, ἀλλὰ αὐτὸς μὲ τὸ φωτισμὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τοὺς φίμωνε. Ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ ἀπὸ ἐγωισμὸ γίνονταν χειρότεροι. Μία μέρα, πῆγε σ᾿ ἕναν εἰδωλολατρικὸ ναὸ καὶ ἔκανε γιὰ τὴν ἰδιαίτερη αὐτὴ περίσταση αὐτὸ ποὺ λέει ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ: «Διὰ πάσης προσευχῆς καὶ δεήσεως, προσευχόμενοι ἐν παντὶ καιρῷ ἐν Πνεύματι». Νὰ παρακαλεῖτε, δηλαδή, τὸ Θεό, μὲ κάθε εἶδος προσευχῆς καὶ αἴτησης. Νὰ προσεύχεσθε σὲ κάθε καιρό, μὲ τὸ φωτισμὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Προσευχήθηκε, λοιπόν, καὶ ὁ Κόνων στὸ Χριστό, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ γίνει κομμάτια τὸ εἴδωλο τοῦ ναοῦ. Φωνὴ θρηνώδης ἀκούστηκε ἀπ᾿ ὅλους καὶ ὁμολόγησαν τὸ Χριστὸ ὡς Υἱὸ τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι ὁ Κόνων μὲ τὰ ἔργα του, καὶ κυρίως μὲ τὴν προσευχή, πέτυχε νὰ σωθοῦν πολλὲς ψυχὲς ἀπὸ τὴν εἰδωλολατρία.

Ἄλλη δὲ μαρτυρία ἀναφέρει, ὅτι ἐπὶ ἡγεμόνος τῆς Ἰσαυρίας Μάγνου, συνελήφθη καὶ κακοποιήθηκε. Ἀλλ᾿ οἱ χριστιανοὶ ποὺ φωτίστηκαν ἀπὸ τὸν Ἅγιο, ἔτρεξαν ἐπὶ τόπου καὶ ἀπείλησαν νὰ σκοτώσουν τὸν ἡγεμόνα, ὁ ὁποῖος φοβήθηκε, ἔφυγε καὶ ἄφησε ἐλεύθερο τὸν Κόνωνα.
Μετὰ τὸ περιστατικὸ αὐτό, ἔζησε ἀλλὰ δυὸ χρόνια καὶ ἀπεβίωσε εἰρηνικά.

Ἀπολυτίκιον. 
Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Τὴν χάριν τοῦ Πνεύματος, ἐνδεδυμένος σοφέ, τὸ κράτος διέλυσας, τῆς ἀσεβείας στερρῶς, ἐκλάμπων τοῖς θαύμασιν· ὅθεν πεφοινιγμένος, ταῖς ῥοαῖς τῶν αἱμάτων, Κόνων Ὁσιομάρτυς, τὸν Δεσπότην δοξάζεις, τὸν παρέχοντα ἡμῖν διὰ σοῦ, χάριν καὶ ἔλεος.

Κοντάκιον.
Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Ἀγγελικῆς ἀξιωθεὶς ὀπτασίας, τὴν ἐν Χριστῷ μεμυσταγώγησαι πίστιν, καὶ τῶν θαυμάτων εἴληφας τὴν δύναμιν σοφέ·ὅθεν καθυπέταξας, τὴν ὀφρὺν τῶν δαιμόνων, καὶ τῆς πλάνης ἔσβεσας, ἐναθλήσας τὴν φλόγα. Ὁσιομάρτυς Κόνων Ἀθλητά, ἐξευμενίζου, ἡμῖν τὸν Φιλάνθρωπον.

Κάθισμα. 
Ἦχος α’. Τὸν τάφον σου Σωτὴρ.
Ἐκ βρέφους τῷ Θεῷ, κολληθεὶς Θεοφόρε, τοῦ Πνεύματος σεπτόν, ἀνεδείχθης δοχεῖον, καὶ τὰ πονηρότατα, καθυπέταξας πνεύματα, ἐναθλήσας δέ, ἐμεγαλύνθης ἀξίως· ὅθεν ἅπαντες, τὴν παναγίαν σου μνήμην, πιστῶς ἑορτάζομεν.

Μεγαλυνάριον.
Βίον καθαρώτατον γεωργῶν, χαίρων προσελάβου, ὡς βασίλειον στολισμόν, ἄθλησιν τὴν θείαν, Ὁσιομάρτυς Κόνων, ἀνθ’ ὧν διπλοῦν ἐδέξω, θεόθεν στέφανον.

 
Ὁ Ἅγιος Κόνων ὁ Κηπουρός

 


Ἔζησε τὸν 3ο αἰῶνα μ.Χ. καὶ καταγόταν ἀπὸ τὴν Ναζαρέτ. Ἀναχώρησε ἀπὸ τὴν πατρίδα του καὶ πῆγε στὴν πόλη Μάνδρα τῆς Παμφυλίας, καὶ ἔμενε σὲ κάποια τοποθεσία ποὺ ὀνομαζόταν Κάρμηλα ἢ Κάρμενα. Ἐκεῖ καλλιεργοῦσε κῆπο, φυτεύοντας διάφορα λάχανα γιὰ νὰ ἐξοικονομήσει τὰ ἀναγκαῖα της ζωῆς.

Ἦταν τόσο ἀκέραιος στὸ φρόνημά του καὶ ἁπλός, ὥστε ὅταν συνάντησε ἐκείνους ποὺ εἶχαν διαταγὴ νὰ τὸν συλλάβουν καὶ εἶδε ὅτι τὸν χαιρετοῦσαν, ἀνταποκρίθηκε καὶ αὐτὸς μὲ ὅλη του τὴν καρδιά. Ὅταν τοῦ εἶπαν ὅτι τὸν καλεῖ ὁ ἡγεμόνας Πούπλιος, ἐκεῖνος ἀπάντησε: «Τί χρειάζομαι ἐγὼ στὸν ἡγεμόνα, τὴν στιγμὴ μάλιστα ποῦ εἶμαι χριστιανός; Ἂς καλέσει καλύτερα τοὺς ὁμοϊδεάτες του».

Τότε δεμένο τὸν ἔφεραν στὸν ἡγεμόνα, ποὺ τὸν παρακινοῦσε μὲ τὴν βία νὰ θυσιάσει στὰ εἴδωλα. Μὲ βαριὰ καρδιὰ ὁ Ἅγιος, ἔβρισε τὸν τύραννο καὶ τοῦ εἶπε ὅτι εἶναι ἀληθινὸς χριστιανὸς καὶ ὅσα βασανιστήρια νὰ τοῦ κάνουν δὲν θὰ ἀλλαξοπιστήσει. Ἀμέσως τότε κάρφωσαν τὰ πόδια του καὶ τὸν ἀνάγκασαν νὰ τρέχει μπροστὰ ἀπὸ τὴν ἅμαξα τοῦ ἡγεμόνα μέχρι ποὺ ξεψύχησε. Ἔτσι ἔλαβε τὸ αἰώνιο στεφάνι τοῦ μαρτυρίου.


-

 
Ὁ Ἅγιος Νικόλαος Ἐπίσκοπος Ἀχρίδος καὶ Ζίτσης

 


Ὁ Ἅγιος Νικόλαος γεννήθηκε στὶς 23 Δεκεμβρίου 1880 στὸ χωριὸ Λέλιτς τῆς κεντροδυτικῆς Σερβίας. Ἦταν τὸ πρῶτο ἀπὸ τὰ ἐννέα τέκνα τῶν εὐσεβῶν ἀγροτῶν Δραγομίρου καὶ Αἰκατερίνης. Ἀσθενικὸς στὴν σωματική του διάπλαση καὶ κράση, ἐπέδειξε ἀπὸ μικρὸς τὴν εὐφυΐα του, τὴ μεγάλη του ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸ καὶ τὴν Ἐκκλησία καὶ τὴν κλίση πρὸς τὸν μοναχικὸ βίο. Σπούδασε, παρὰ τὸ γεγονὸς τῆς μεγάλης πτωχείας τῆς οἰκογένειάς του, στὴ θεολογικὴ σχολὴ Βελιγραδίου, ἀνακηρύχθηκε διδάκτωρ τῆς Θεολογίας στὴ Βέρνη τῆς Ἐλβετίας (1908), διδάκτωρ στὴν Ὀξφόρδη τῆς Ἀγγλίας (1909) καὶ τὸ Χάλλε τῆς Γερμανίας (1911). Γνώριζε ἑπτὰ γλῶσσες, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ τὴν ἑλληνική.

Ὁ Νικόλαος λάτρευε τὸν Θεὸ ἐξ ὅλης τῆς καρδίας, ἰσχῦος καὶ διανοίας αὐτοῦ, καὶ ὁ Θεὸς τοῦ ἔδωσε στόμα καὶ σοφία ἀσυναγώνιστο καὶ ἀκαταγώνιστο. Ἐκάρη μοναχὸς καὶ χειροτονήθηκε πρεσβύτερος στὴ μονὴ Ρακόβιτσα, κοντὰ στὸ Βελιγράδι, τὸν Δεκέμβριο τοῦ ἔτους 1909. Εἶχε ἀρρωστήσει βαριὰ ἀπὸ δυσεντερία καὶ ἔταξε, ἐὰν ὁ Κύριος τὸν θεραπεύσει, νὰ Τοῦ ἀφιερωθεῖ διὰ βίου μὲ ὅλη του τὴν ὕπαρξη, ὅπως καὶ ἔγινε.

Κατὰ τὴν περίοδο 1915-1919 ἀπεστάλη στὴν Ἀμερικὴ καὶ στὴν Ἀγγλία, γιὰ νὰ συντρέξει καὶ νὰ ἐνισχύσει τὸν πολύπαθο Σερβικὸ λαό. Τὸ ἔτος 1919 ἐξελέγη Ἐπίσκοπος Ζίτσης στὴν κεντρικὴ Σερβία καὶ τὸ ἔτος 1920 μεταφέρθηκε στὴν Ἀχρίδα, ὅπου ἀνέπτυξε ἕνα τεράστιο ἱεραποστολικό, ποιμαντικό, κοινωνικὸ καὶ φιλανθρωπικὸ ἔργο.

Ὁ Ἐπίσκοπος Νικόλαος, παρὰ τὴν τεράστια μόρφωσή του καὶ τὰ πολλά του χαρίσματα, διακρινόταν γιὰ τὴν ἁπλότητα τοῦ ἤθους του, τὴν καλοσύνη καὶ τὴν ἀγάπη του. Ἡ ἀρετή, ἡ ὁποία κατ’ ἐξοχὴν τὸν στόλιζε, ἦταν ἡ ταπείνωση. Ἡ μελέτη τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἡ συναναστροφή του μὲ Ἁγιορεῖτες Πατέρες πλούτιζαν τὴν πνευματικότητά του. Μὲ τὰ συγγράμματά του καὶ τὴν πνευματική του καθοδήγηση ὁ λαὸς ἀναγεννιέται πνευματικὰ καὶ ὁ μοναχισμὸς ἀνθίζει.

Τὸ 1941 οἱ ἀρχὲς κατοχῆς τῆς χώρας του, οἱ Γερμανοί, τὸν συλλαμβάνουν, τὸν περιορίζουν καὶ τὸ 1944 τὸν στέλνουν στὸ στρατόπεδο συγκεντρώσεως τοῦ Νταχάου στὴ Γερμανία, ὅπου ὑπέστη πάνδεινα βασανιστήρια. Ὁ δοῦλος τοῦ Κυρίου βάσταζε τὰ στίγματα τοῦ μαρτυρίου στὸ σῶμα του, ποὺ ὅλο εἶχε γίνει μία πληγή. Μάλιστα δέρμα στὴν πλάτη καὶ στὰ πέλματα δὲν ὑπῆρχε.

Μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσή του, τὸ Μάιο τοῦ 1945, δὲν θέλησε πλέον νὰ ἐπιστρέψει στὴν πατρίδα του. Τὸ τότε καθεστὼς τὸν θεωροῦσε ἀνεπιθύμητο πρόσωπο. Πῆγε, λοιπόν, στὴν Ἀμερικὴ καὶ παρὰ τὴν κλονισμένη ὑγεία του συνέχισε τὸ φιλανθρωπικὸ καὶ ἱεραποστολικὸ ἔργο τοῦ Χριστοῦ. Δίδαξε στὴν ἱερατικὴ σχολὴ τῆς μονῆς τοῦ Ἁγίου Σάββα στὸ Λίμπερτβιλ τοῦ Ἰλλινόις καὶ ἀπὸ τὸ 1951 ἐγκαταστάθηκε στὴ Ρωσικὴ μονὴ τοῦ Ἁγίου Τύχωνος στὴν Πενσυλβάνια, ὅπου καθοδηγοῦσε τοὺς μοναχοὺς καὶ διηύθυνε τὸ θεολογικὸ σεμινάριο τῆς μονῆς. Οἱ δυσκολίες καὶ τὰ προβλήματα δὲν τὸν ἀποθάρρυναν ποτέ. Αἰσθανόταν ἔντονα τὴν παρουσία τῆς Θείας Πρόνοιας στὸ βίο του καὶ αὐτὸ τοῦ ἔδινε δύναμη, ἀνδρεία καὶ χαρά.

Ἡ προσευχή του ἦταν ἀδιάλειπτη καὶ ἔρεε ὡς ποταμὸς τοῦ παραδείσου. Πενθοῦσε ἀβίαστα καὶ ἔχυνε δάκρυα μετάνοιας, παρακλήσεως, μεσιτείας καὶ δοξολογίας. Προσευχόμενος τὸ πρωὶ τῆς Κυριακῆς τοῦ ἔτους 1956 στὸ ταπεινὸ κελί του καὶ προετοιμαζόμενος νά λειτουργήσει, κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.

 
Ὁ Ὅσιος Μᾶρκος ὁ Ἀσκητὴς καὶ Θαυματουργός

 


Ἦταν Ἀθηναῖος καὶ ἔζησε τὸν 4ο αἰῶνα μ.Χ. Στὴν Ἀθήνα ἔλαβε ἀξιόλογη μόρφωση, καὶ μαζὶ μὲ τὴν ἐπίδοσή του στὴν ἑλληνικὴ φιλοσοφία διακρίθηκε καὶ στὴ μελέτη τῶν ἁγίων Γραφῶν. Κατόπιν ἀναχώρησε ἀπὸ τὴν Ἀθήνα καὶ πῆγε στὴν Ἀντιόχεια. Ἐκεῖ τὸν ἔφερε ἡ μεγάλη φήμη τοῦ ἁγίου Ἰωάννη τοῦ Χρυσοστόμου, κοντὰ στὸν ὁποῖο καὶ μαθήτευσε.

Παρέμεινε μέσα στὴν κοσμικὴ κοινωνία, καταρτίζοντας τὸν ἑαυτό του τελειότερα στὴ σπουδὴ καὶ τὴν γνώση τῶν ἀνθρωπίνων πραγμάτων μέχρι τοῦ τεσσαρακοστοῦ ἔτους τῆς ἡλικίας του. Ἔπειτα ἀποσύρθηκε σὲ μία μικρὴ κοινοβιακὴ συντροφιά, ὅπου διακρίθηκε γιὰ τὴν φιλάδελφη καὶ προσεκτικὴ συμπεριφορά του.

Ἔγραψε ἀρκετὰ συγγράμματα, ἀπὸ τὰ ὁποῖα σῴζονται μόνο μερικοὶ λόγοι καὶ ἐπιστολές, καθὼς καὶ συμβουλευτικὲς πραγματεῖες. Εἶναι δὲ τόση ἡ πρακτικότητα καὶ ἡ ὠφέλειά τους, ὥστε ἐλέχθη γιὰ τὸν συγγραφέα τους, ὅτι: «Πάντα πώλησαν καὶ Μᾶρκον ἀγόρασαν».

Νὰ ὅμως, καὶ μερικὰ ἀπὸ τὰ πολύτιμα παραγγέλματά του: «Προτιμότερον, λέγει, νὰ σὲ βλάπτουν οἱ ἄνθρωποι παρὰ νὰ σὲ ἐξουσιάζουν οἱ δαίμονες. Ὁ ἁπλοῦς, ἀλλὰ ταπεινόφρων ἄνθρωπος εἶναι σοφώτερος ἀπὸ τοὺς σοφούς. Ὅποιος ἐνθυμεῖται τὰ προηγούμενα σφάλματά του, προφυλάσσεται ἀπὸ τὰ μέλλοντα. Ἐὰν δὲν ὑπέστῃς θλίψεις νὰ μὴ νομίζῃς ὅτι ἔχεις ἄρετην. Διότι δὲν εἶναι τίποτε ὅ,τι φύεται μέσα εἰς τὴν ἄνεσιν».

 
Ὁ Ὅσιος Μᾶρκος ὁ Ἀθηναῖος

 


Συγκεχυμένες καὶ ἀσαφεῖς οἱ πληροφορίες γιὰ τὴν ζωή του. Ἀπὸ διήγηση τοῦ Ὁσίου Σεραπίωνος μαθαίνουμε ὅτι ἀσκήτευσε τὸν 4ο αἰῶνα μ.Χ. στὴν ἔρημο πέραν τῆς χώρας τῶν Χετταίων, μᾶλλον πέραν τῆς Αἰγύπτου, στὸ ὄρος τῆς Θρᾴκης (ὄχι βέβαια τῆς ἑλληνικῆς) γιὰ 95 ὁλόκληρα χρόνια. Πατρίδα του ἦταν ἡ Ἀθήνα. Ἀπεβίωσε εἰρηνικά. Ἴσως νὰ εἶναι τὸ ἴδιο πρόσωπο μὲ τὸν προηγούμενο ὅσιο Μᾶρκο τὸν Ἀσκητή.

 
Ὁ Ἅγιος Εὐλόγιος

Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Εὐλόγιος καταγόταν ἀπὸ τὴν Παλαιστίνη καὶ ἦταν υἱὸς πλούσιων εἰδωλολατρῶν γονέων. Ὁ ἴδιος, ἀφοῦ ἐπέστρεψε στὸν Χριστὸ καὶ βαπτίσθηκε, μετὰ τὸν θάνατο τῶν γονέων του, διαμοίρασε τὰ πλούτη του στοὺς πτωχοὺς καὶ περιερχόταν σὲ ὅλη τὴν πόλη καὶ τὴ χώρα, διδάσκοντας στοὺς εἰδωλολάτρες τὸν λόγο τοῦ Χριστοῦ καὶ βαπτίζοντας πολλοὺς ἀπὸ αὐτοὺς στὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος.

Ὅμως κατηγορήθηκε ἀπὸ τοὺς εἰδωλολάτρες στὸν ἄρχοντα τῆς χώρας, ὁ ὁποῖος ἔδωσε ἐντολὴ ἂν τὸν συλλάβουν καὶ νὰ τὸν ὁδηγήσουν ἐνώπιόν του. Ὁ Ἅγιος μὲ θάρρος καὶ παρρησία ὁμολόγησε τὴν πίστη του στὸν Χριστὸ καὶ ἀρνήθηκε νὰ θυσιάσει στὰ εἴδωλα. Ἀμέσως ἄρχισαν τὰ βασανιστήρια. Ἀφοῦ τὸν ἔγδυσαν, τὸν κτύπησαν βίαια μὲ σκληρὲς χορδὲς ἀπὸ νεῦρα βοδιῶν καὶ στὴν συνέχεια ἀπέκοψαν τὴν τίμια κεφαλὴ αὐτοῦ.

Ἔτσι ὁ Ἅγιος Εὐλόγιος ἔλαβε τὸ ἁμαράντινο στέφανο τῆς δόξας καὶ εἰσῆλθε στὴν οὐράνια ζωὴ τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ.

 
Ὁ Ἅγιος Εὐλάμπιος

Μαρτύρησε στὴν Παλαιστίνη διὰ ξίφους.

 
Ὁ Ἅγιος Ἀρχέλαος καὶ οἱ μαζὶ μ᾿ αὐτὸν 152 Μάρτυρες

Μαρτύρησαν διὰ ξίφους. (Στὸ Κουτλουμουσιανὸ Μηναῖο οἱ μάρτυρες ἀριθμοῦνται 142).

 
Οἱ Ἅγιοι Φώτιος καὶ Κύριλλος

Μᾶλλον ἀνῆκαν στοὺς 152 Μάρτυρες, ποὺ μαρτύρησαν μαζὶ μὲ τὸν Ἅγιο Ἀρχέλαο.

 
Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης νεομάρτυρας ἀπὸ τὴν Βουλγαρία

Ἦταν ὡραῖος στὸ σῶμα καὶ ἐγγράμματος. Κάποτε μπλέχτηκε σὲ μία περιπέτεια καὶ ἀρνήθηκε τὸν Χριστό. Οἱ τύψεις συνειδήσεως ὅμως, γιὰ τὴν ἀποστασία του, τὸν ἔφεραν ἀπὸ τὴν Βουλγαρία στὸ Ἅγιον Ὄρος. Ἐκεῖ ὑποτάχθηκε σ᾿ ἕναν μονόχειρα μοναχό, τῆς Λαύρας τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου.

Ἦταν 18 χρονῶν ὅταν ἔφυγε ἀπὸ τὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ πῆγε στὴν Κωνσταντινούπολη. Ἐκεῖ ντύθηκε τούρκικα ροῦχα, μπῆκε στὸ τέμενος τῆς Ἁγίας Σοφίας καὶ ἔκανε μπροστὰ στοὺς Τούρκους τὸ σημεῖο τοῦ Σταυροῦ, καὶ προσκύνησε μὲ χριστιανοπρέπεια.

Οἱ Τοῦρκοι ἀμέσως τὸν συνέλαβαν καὶ ἐπειδὴ δὲν μπόρεσαν νὰ τὸν μεταστρέψουν στὴ θρησκεία τους, τὸν ἀποκεφάλισαν στὴν αὐλὴ τῆς Ἁγίας Σοφίας στὶς 5 Μαρτίου 1784.

 
Ὁ Ἅγιος Γεώργιος νεομάρτυρας ἀπὸ τὴν Ραψάνη

Ὁ νεομάρτυς ἅγιος Γεώργιος ὁ ἐκ Ραψάνης, ἦταν γόνος τῆς σπουδαίας οἰκογενείας τῶν Χατζηλασκαρέων καὶ ἀπόφοιτος τῆς φημισμένης σχολῆς τῆς πατρίδος του. Ἄσκησε τὸ ἐπάγγελμα τοῦ γραμματοδιδασκάλου στὴ γενέτειρά του.

Ἡ ἀλλαγὴ ἑνὸς νεαροῦ ἀλλοθρήσκου ἀπετέλεσε τὴν αἰτία τοῦ μαρτυρίου τοῦ Γεωργίου. Τὸ συνέλαβαν, τὸν δίκασαν σύντομα καὶ τὸν κατεδίκασαν τελεσίδικα σὲ θάνατο μὲ βασανιστήρια. Παρέδωσε μὲ ἀποκεφαλισμὸ τὸ πνεῦμα του στὶς 5 Μαρτίου τοῦ 1818 σὲ ἡλικία 20 ἐτῶν.

Ὁ θάνατος ἀπετέλεσε «τὴν γενέθλιον ἡμέραν» τῆς ζωῆς του καὶ οἱ θαυμαστὲς ἀποκαλύψεις του πιστοποίησαν ἀκόμα μία φορὰ ὅτι «τοῖς ἁγίοις τοῖς ἐν τῇ γῇ αὐτοῦ ἐθαυμάστωσεν ὁ Κύριος».

Τὰ δὲ λείψανα τοῦ ἁγίου μετεφέρθησαν ἀπὸ τοὺς συγγενεῖς του μάρτυρος εἰς Ραψάνην καὶ εὑρίσκονται σήμερον εἰς τὴν οἰκίαν «Καραβασίλη» ὅπου καίει μπροστά τους ἀκοίμητη κανδήλα, καὶ εἶναι προσιτὰ εἰς κάθε εὐλαβὴ προσκυνητή.

 
Ὁ Ὅσιος Κόνων ἐκ Κύπρου
 



Ὁ Ὅσιος Κόνων ἔζησε περὶ τὸν 4ο αἰῶνα μ.Χ. Γεννήθηκε στὴν περιοχὴ τοῦ Ἀκάμα τῆς Κύπρου, λίγα χρόνια μετὰ τὴν κοίμηση τοῦ Ὁσίου Ἰλαρίωνος τοῦ Μεγάλου (τιμᾶται 21 Ὀκτωβρίου), ἀπὸ εὐσεβεῖς καὶ φιλόθεους γονεῖς. Ἀπὸ τὴν παιδική του ἡλικία ἀγάπησε τὴν ἐγκράτεια, τὴν ἄσκηση καὶ τὴν ἀρετή. Ἔτσι ἀποφάσισε νὰ ἐγκαταλείψει τὸν κόσμο καὶ νὰ ἐγκατασταθεῖ σὲ ἕνα σπήλαιο μακριὰ ἀπὸ τὸ χωριό του.

Ἐκεῖ ὁ Ὅσιος ἀγωνιζόταν τὸν καλὸ ἀγῶνα καὶ προέκοπτε στὴν κατὰ Χριστὸν ζωή. Σιγὰ – σιγὰ γύρω του συγκεντρώθηκε μία ὁμάδα νέων ἀνθρώπων καὶ ἔτσι δημιουργήθηκε μία μοναστικὴ ἀδελφότητα.

Τὰ χρόνια ἦταν δύσκολα. Ἡ φτώχεια καὶ οἱ ἀσθένειες ταλαιπωροῦσαν τοὺς ἀνθρώπους. Ἔτσι ὁ Ὅσιος, τὸν ὁποῖο χαρακτήριζε ἡ φιλοθεΐα καὶ ἡ φιλανθρωπία, φρόντισε νὰ ἱδρύσει γύρω ἀπὸ τὴ μονὴ ἕνα νοσοκομεῖο, τὸ γνωστὸ Πτωχεῖο, γιὰ νὰ βρίσκουν ἐκεῖ ἐλπίδα καὶ καταφύγιο οἱ ἀσθενεῖς καὶ οἱ πτωχοί.

Ὁ Ὅσιος Κόνων, ἀφοῦ ἀγωνίσθηκε θεοφιλῶς μὲ τέλεια ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸ καὶ τὸν ἄνθρωπο, κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη σὲ βαθὺ γῆρας. Ἱερὰ λείψανά του φυλάσσονται στὶς μονὲς Κύκκου καὶ Μαχαιρὰ τῆς Κύπρου.

 
Οἱ Ὅσιοι Ἀδριανὸς καὶ Λεωνίδας οἱ Μάρτυρες ἐκ Ρωσίας

Ὁ Ὅσιος Ἀδριανὸς τοῦ Ποσεσόνε ἔζησε στὴ Ρωσία κατὰ τὸν 16ο αἰῶνα μ.Χ. Ἀρχικὰ μόνασε στὴν μονὴ τοῦ Ἁγίου Κορνηλίου τῆς περιοχῆς Κομέλ, ὅταν τὸ 1540 εἶδε σὲ ὅραμα ἕνα γηραιὸ μοναχὸ μὲ τὸ ὄνομα Βεστούζ, ποὺ τὸν καλοῦσε νὰ ἱδρύσει ἕνα καινούργιο μοναστῆρι.

Μὲ τὴν εὐλογία τοῦ ἡγουμένου, ποὺ τοῦ παρέδωσε μία εἰκόνα τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, ὁ Ὅσιος Ἀδριανὸς καὶ ὁ μαθητής του Ὅσιος Λεωνίδας, ἄφησαν τὴ μοναστικὴ κοινότητά τους.

Φθάνοντας στὰ βάθη ἐνὸς δάσους, οἱ δυὸ μοναχοὶ τοποθέτησαν τὴν εἰκόνα πάνω σὲ μία ψηλὴ βελανιδιὰ καὶ ἀπομακρύνθηκαν, γιὰ νὰ διαλέξουν τὸ νέο τόπο τῆς ἀσκήσεώς τους. Πέρασαν ὅμως ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ σημεῖο κάποιοι ψαράδες καὶ βλέποντας τὴν εἰκόνα προσπάθησαν νὰ τὴν πάρουν. Μία μυστικὴ δύναμη ὅμως τοὺς ἀπωθοῦσε. Τρομαγμένοι ἀπὸ τὸ θαυμαστὸ γεγονὸς ἄφησαν ψωμὶ καὶ ψάρια κάτω στὸ δένδρο. Οἱ μοναχοὶ εὐχαρίστησαν τὸν Θεὸ γιὰ τὸ θεόσταλτο αὐτὸ δῶρο καὶ κατάλαβαν ὅτι ἐκεῖνο ἦταν τὸ μέρος ποὺ τοὺς παραχωρήθηκε γιὰ νὰ οἰκοδομήσουν τὸ νέο μοναστῆρι, πρὸς τιμὴν τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου.

Ὁ Ὅσιος Λεωνίδας, ἀφοῦ ἀσκήτεψε θεοφιλῶς, κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1549.

Δέκα χρόνια μετὰ τὴν ἵδρυση τῆς μονῆς, στὶς 5 Μαρτίου 1550, μία συμμορία λῃστῶν λεηλάτησε τὸ μοναστῆρι, βασάνισε καὶ φόνευσε τὸν ἡγούμενο Ὅσιο Ἀδριανό.

Τὰ ἱερὰ λείψανα τοῦ Ὁσίου Ἀδριανοῦ εὑρέθησαν τὸ ἔτος 1626 καὶ μὲ εὐλάβεια, κατόπιν ἐντολῆς τοῦ Πατριάρχου Φιλάρετου, μετεκομίσθησαν στὸ μοναστῆρι ποὺ ὁ ἴδιος ἵδρυσε στὴν πόλη τοῦ Ποσεσόνε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου