Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Κυριακή, 28 Αυγούστου 2016

Ἀνακαλύπτοντας τοὺς θησαυροὺς ποὺ κρύβει ἡ καρδιὰ τοῦ πατέρα

10. Ανακαλύπτοντας τους θησαυρούς που κρύβει η καρδιά του πατέρα

τοῦ  π. Stephen Muse

Ὅταν οἱ γονεῖς μου χώρισαν, ὁ πατέρας μου μὲ ἐγκατέλειψε. Ἡ ἀρρώστια του, σχιζοφρένεια, πρῶτα τὸν ἔστειλε στὸ κελὶ τῆς φυλακῆς καὶ μετὰ σὲ ψυχιατρεῖο.  Ἡ συμπεριφορὰ του τὴν ἐποχὴ ποὺ ἦταν ψυχωτικός τοῦ προκαλοῦσε ντροπὴ κι ἔτσι, μετὰ τὸ διαζύγιο τῶν γονιῶν μου, δὲν τὸν ξαναεῖδα παρὰ μόνον ὅταν εἶχα πιὰ ἐνηλικιωθεῖ. Ἐξαίρεση ἀποτέλεσαν δύο σύντομες ἐπισκέψεις του μία στὰ γενέθλιά μου καὶ μία κάποια Χριστούγεννα. Ὅταν, μεγάλος πιά, τὸν συνάντησα πάλι, μοῦ εἶπε: «Τότε ποὺ ἦρθα νὰ σὲ δῶ, στὸ σπίτι τοῦ παπποῦ, ἀγκάλιασες τὰ πόδια μου, ἔκλαιγες καὶ παρακαλοῦσες:  ‘Μπαμπὰ μὴ φεύγεις’.  Ἐγώ, πάλι, σ’ ἀγαποῦσα καὶ ὁ κάθε ἀποχαιρετισμὸς μὲ πονοῦσε πολύ.  Ἔτσι δὲν ξαναῆρθα». Εἶχε ζήσει μ’ αὐτὴ τὴν ἀνάμνηση καὶ μ’ αὐτὴ τὴν ἀπόφαση ἐπὶ εἴκοσι χρόνια, ἐνῶ ὅμως πλήρωνε τακτικὰ τὴ μηνιαία διατροφή μου καὶ μάθαινε τὰ νέα μου ἀπὸ δεύτερο χέρι.

Ὁ φόβος τοῦ πατέρα μου γιὰ τὴν συναισθηματικὴ εὐαλωτότητα, καὶ ἡ ντροπὴ ποὺ τὸν περιέσφιγγε σὰν τὴ φασκιὰ τοῦ Λάζαρου δὲν τὸν ἄφηναν νὰ ἀντέξει τὸν πόνο ποὺ κλείνουν οἱ λέξεις: «Θὰ ξανάρθω σύντομα. Σ’ ἀγαπῶ». Ἀντίθετα, στὴν πραγματικότητα, ἦταν σὰν νὰ ἔλεγε: «Προτιμῶ νὰ ἀποφύγω τὴ συναισθηματικὴ εὐαλωτότητα παρὰ νὰ σὲ βλέπω».

Στὴ γλῶσσα τῶν γηγενῶν, «πολεμιστὴς» εἶναι «αὐτὸς ποὺ προστατεύει καὶ ὑπηρετεῖ τὶς Ἱερὲς Ρίζες» κατὰ τὴ μετάφραση ἑνὸς φίλου Ἰνδιάνου. Οἱ ἄντρες εἶναι οἱ πνευματικοὶ πολεμιστὲς καὶ ἡ μάχη ποὺ δίνουν εἶναι ἡ μάχη τῆς ἀγάπης. Δὲν μιλῶ γιὰ τὴ συναισθηματικότητα ἢ τὴ σεξουαλικὴ ἐπιθυμία ἢ τὰ ρομαντικὰ αἰσθήματα – ποὺ ὅλα πιὰ τὰ ἀποδίδουμε μὲ τὴν τετριμμένη λέξη «ἀγάπη». Ἡ μάχη αὐτὴ εἶναι κάτι πολὺ πιὸ σημαντικὸ καὶ ζωτικό, κι ἀπ’  αὐτὴν ἐξαρτᾶται ἡ οἰκογένεια, ἡ κοινότητα, ὁ πολιτισμός. Ἀπαιτεῖ ἐπιμονή, θάρρος, διάκριση, ταπείνωση καὶ τὴν ἐπιθυμία νὰ εἶναι αὐτὴ ποὺ «πάντα ὑπομένει» γιὰ χάρη ἐκείνων ποὺ ἀγαπᾶ.

Μετὰ ἀπὸ πολλὲς ὁμαδικὲς θεραπεῖες μὲ στελέχη τοῦ στρατιωτικοῦ, ἐπιχειρηματικοῦ καὶ θρησκευτικοῦ κόσμου, καθὼς καὶ χιλιάδες ὧρες συμβουλευτικῆς μὲ οἰκογένειες καὶ πατεράδες, τὰ τελευταῖα εἴκοσι πέντε χρόνια, ἔχω παρατηρήσει ὅτι μπορεῖ οἱ καιροὶ νὰ ἀλλάζουν, ἀλλὰ κάποια σχήματα ἐπιμένουν. Πληγωμένοι καὶ ἐγκαταλειμμένοι ἀπὸ τὸν πατέρα τους, οἱ ἄντρες ζοῦν συχνὰ «χωρὶς τὴν εὐλογία» τῆς ἀγάπης ποὺ περνᾶ ἀπὸ ἄντρα σὲ ἄντρα, ἀπὸ γενιὰ σὲ γενιά. Γιὰ νὰ ἀντισταθμίσουν τὴ συναισθηματικὴ ἀπουσία τοῦ πατέρα, ἀκόμη κι ἂν αὐτὸς εἶναι σωματικὰ παρὼν στὸ σπίτι, οἱ ἄντρες εὔκολα στρέφονται πρὸς καρικατοῦρες τοῦ ἀνδρισμοῦ καὶ φθάνουν στὰ ἄκρα: αὐταρχικοί, ἄκαμπτοι, ἐμφορούμενοι ἀπὸ νομικιστικὸ καταναγκασμό, φοβοῦνται λὲς τὴ ντροπὴ «μὴ τυχὸν καὶ δὲν εἶναι σωστοί»∙ τὸ παίζουν «φίλοι τῶν παιδιῶν» ὑποθάλποντας τὶς ἀδυναμίες τους καὶ ἀποφεύγοντας τὶς θυσίες πού ἀπαιτεῖ ἡ ἀληθινὴ ἐνηλικίωση, γίνονται περισσότερο παιδιὰ οἱ ἴδιοι, φοβοῦνται νὰ γευτοῦν τὸν πόνο πού συνεπάγεται ἡ σταθερὴ στάση∙ ἄλλοτε πάλι, ἀποδεσμευμένοι ἐργασιομανεῖς, ἀπορροφημένοι ἀπὸ τὴν ὑποχρέωση νὰ ‘παρέχουν’ στὴν οἰκογένεια, ἀναρωτιοῦνται «ποῦ νὰ βρεθεῖ χρόνος γιὰ ἐπικοινωνία, πότε νὰ δουλευτοῦν οἱ σχέσεις;» Μέχρι ποὺ καταφθάνει ἡ παροιμιώδης «κρίση τῆς μέσης ἡλικίας», γιὰ νὰ  ἀνοίξει τὴ σκουριασμένη θύρα τῶν πολυκαιρισμένης καταπιεσμένης συναισθηματικῆς πείνας καὶ τότε,  στὴν προσπάθεια νὰ γεμίσουμε τὴ συσσωρευμένη κενότητα χρόνων παραμέλησης, λιποτακτοῦμε μὲ τρόπους ποὺ συντρίβουν τὶς οἰκογένειές μας.

Ὅταν ὁ πατέρας μου πέθαινε ἀπὸ καρκίνο στὸ νοσοκομεῖο –μανιώδης καπνιστὴς– τηλεφώνησα καὶ τὸν ρώτησα ἂν φοβόταν.

-  Ναὶ.

-  Προσεύχεσαι;

-  Ναί.

Θυμᾶμαι πολὺ καθαρὰ πόσο πάλεψα μέσα μου ἐκείνη τὴ στιγμή, ἂν ἔπρεπε, πρὶν κλείσω, νὰ προσθέσω ἕνα «σ’ ἀγαπῶ»∙ ἤξερα ὅτι πιθανὸν δὲ θὰ τοῦ ξαναμιλοῦσα ποτὲ πιὰ σ’ αὐτὴ τὴ ζωή. Δὲν τὸ εἶπα. Συναισθηματικά, δὲν μοῦ φαινόταν τίμιο. Δὲν ἦταν παρὼν ὅταν μεγάλωνα. Τὸ ρόλο αὐτὸ τὸν εἶχε ἀναλάβει ὁ παππούς μου. Συνέχιζα νὰ αὐτοπροστατεύομαι∙ ὑποσυνείδητα εἶχα μάθει ὡς παιδὶ νὰ ἀποφεύγω κάθε τι ποὺ θὰ μὲ ἔκανε νὰ πονέσω ξανά:  «Μούδιασε. Μὴν νιώθεις. Μὴ ἐπιτρέψεις στὸν ἑαυτό σου νὰ εἶναι εὐάλωτος».

Ὁ πατέρας μου δὲν ἄντεχε τὸν συναισθηματικὸ πόνο νὰ πρέπει νὰ λέει «ἀντίο» στὸ γιὸ του κάθε φορά ποὺ τὸν ἐπισκεπτόταν… Κι ἀποφάσισε νὰ φύγει καὶ νὰ μὴν ξαναφανεῖ. Γιατί;  Ἐπειδή μὲ ἀγαποῦσε! Παράξενη λογικὴ στ’ ἀλήθεια. Καὶ τώρα, τριάντα χρόνια μετά, εἶναι ὁ γιὸς του αὐτὸς ποὺ … κρατιέται, γιατί πονάει πολὺ νὰ πεῖ «ἀντίο» γιὰ ἄλλη μιὰ φορά.

Τοῦτος ὁ δισταγμὸς νὰ εἶσαι ἀπόλυτα διαθέσιμος καὶ διάφανος στὴν ἀγάπη εἶναι πάντα ἡ αἰτία ποὺ ἕνας ἄντρας καταπνίγει τὴν ἱκανότητά του νὰ μοιράζεται τὸ χρυσάφι τῆς ἀνθρωπιᾶς του μὲ τὰ παιδιὰ καὶ τὴ γυναίκα του.  Ὅπως ἀκριβῶς οἱ στρατιῶτες μας ἔχουν διπλὴ ἀποστολή, νὰ εἶναι κατάλληλα προετοιμασμένοι καὶ γιὰ τὴ ζωὴ καὶ γιὰ τὸν πόλεμο, ἔτσι καὶ ὁ πατέρας καλεῖται νὰ ἰσορροπεῖ τὸν ἔλεγχο καὶ τὴ σταθερότητα μὲ τὴν παρουσία καὶ τὴν συναισθηματικὴ διαθεσιμότητα, διακονώντας, διδάσκοντας, προστατεύοντας καὶ ψυχαγωγώντας τὰ παιδιά του.

Τὴν ὥρα ποὺ ἀρνήθηκα νὰ πῶ στὸν πατέρα μου «σ’ ἀγαπῶ», ἐνῶ πέθαινε, ἀναδυόταν γιὰ ἄλλη μιὰ φορὰ ἡ συντριπτικὴ ἀπώλεια ποὺ εἶχα βιώσει στὰ τρία μου χρόνια. Τὸ μικρὸ παιδὶ δὲν καταλαβαίνει καὶ πάντα κατηγορεῖ τὸν ἑαυτό του γιὰ μιὰ τέτοια ἀπώλεια. Ἡ ντροπὴ ὀρθώνεται σὰν λίθος ποὺ φράσσει τὴν εἴσοδο τῆς καρδιᾶς καὶ μετατρέπει τὴ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου σὲ τάφο, τὴν ἀδειάζει ἀπὸ τὴν τρυφερότητα καὶ τὴ χαρὰ ποὺ βρίσκεται στὸν πυρήνα τῶν Ἱερῶν μας Ριζῶν. Τὰ χρόνια περνοῦν κι ἐμεῖς μυστικὰ λαχταροῦμε νὰ βρεθεῖ ἕνας τρόπος νὰ ἀποκυλισθεῖ ὁ λίθος, ἡ καρδιὰ νὰ ἀναστηθεῖ καὶ νὰ προσφέρει τὴν ἀγάπη ποὺ εἶναι πλασμένη νὰ δίνει καὶ νὰ παίρνει.

Τί χρειάζεται, λοιπόν, ἕνας πατέρας γιὰ νὰ βάλει τὴ σάρκινη στὴ θέση τῆς λίθινης καρδιᾶς, γιὰ νὰ βοηθήσει τὰ παιδιά του νὰ γίνουν ἄντρες καὶ γυναῖκες ἱκανοὶ καὶ ἱκανὲς νὰ ἀγαπήσουν καὶ νὰ ἀγαπηθοῦν;

 Έχει ἀνάγκη ἀπὸ Χάρη, θάρρος καὶ ἀπαντοχὴ νὰ ἀντικρίζει τὴ ντροπή, τὴν ἀπώλεια καὶ τὴ συντριβὴ ποὺ ἀναπόφευκτα συνοδεύουν τὴν ἀγάπη καὶ τὴ συχώρεση.

 Ὁ πατέρας πρέπει νὰ βάλει τὴ διακονία τῆς γυναίκας του καὶ τῶν παιδιῶν του, καὶ τὸ καλό τῆς κοινότητας πάνω ἀπὸ τὴν προστασία τοῦ ἐγώ του.

 Χρειάζεται νὰ μπορεῖ νὰ δεῖ τὴ μοναδικότητα τῶν παιδιῶν του καὶ νὰ εἶναι πρόθυμος νὰ δείξει μὲ ἰδιαίτερο τρόπο στὸ καθένα πόση χαρὰ καὶ εὐτυχία ἀντλεῖ ἀπὸ αὐτό.

 Ὁ πατέρας πρέπει νὰ ἔχει τὴν ταπείνωση νὰ δέχεται τὰ μηνύματα ποὺ ἐκπέμπει ἡ καρδιὰ τῆς μάνας, γνωρίζοντας ὅτι αὐτὴ θυσιάζει καὶ τὴ ζωή της γιὰ τὰ παιδιά της. Οἱ μητέρες σέβονται τοὺς ἀληθινοὺς πολεμιστὲς καὶ τοὺς στηρίζουν, δὲν συμπολεμοῦν ὅμως μὲ ἄντρες ποὺ φθάνουν στὰ ἄκρα: στήν  ἀκαμψία, στὴν ἀνευθυνότητα ἢ στὴν ἀποσύνδεση, γιατί σ΄ αὐτὰ ἐντοπίζουν ἀπειλὲς κατὰ τῆς οἰκογένειας καὶ τοῦ γάμου.

Πάνω ἀπ’ ὅλα, ὁ πατέρας πρέπει νὰ γνωρίζει ὅτι ἀγαπᾶς ὅταν ἀγαπιέσαι. Κι ἔτσι τὸ δυσκολότερο πράγμα γιὰ τοὺς ἄντρες (καὶ γιὰ τὶς γυναῖκες ποὺ τοὺς ἀγαποῦν) δὲν εἶναι νὰ δίνουν, ἀλλὰ νὰ μποροῦν νὰ δέχονται, δὲν εἶναι νὰ διατηροῦν τὸν ἔλεγχο, ἀλλὰ νὰ ἐπιτρέπουν τὴν κλήση καὶ ἀνταπόκριση τῆς πρόθυμης εὐαλωτότητας ποὺ ὑπερβαίνει τὴ ντροπή. Μ’ αὐτὸ τὸν τρόπο, ὁ ἄντρας εἶναι πολὺ πιθανότερο νὰ ἀναγνωρίσει καὶ νὰ καταλάβει ὅτι ἡ ἀγάπη τῆς γυναίκας του, τοῦ γιοῦ καὶ τῆς κόρης του, ἡ ἀνάγκη ποὺ ἔχουν ἀπ’ τὸν ἴδιον κι ἀπ’ τὸ ἐνδιαφέρον του γι’ αὐτοὺς εἶναι τὴν ἴδια στιγμὴ τὸ κάλεσμα τοῦ Οὐράνιου Πατέρα νὰ ρισκάρει καὶ νὰ ἀποκαλύψει τοὺς θησαυροὺς ποὺ εἶναι θαμμένοι στὴν καρδιὰ του κάτω ἀπὸ τὰ προστατευτικὰ στρώματα τῆς ντροπῆς. Ἀπὸ αὐτὸ τὸ φρέαρ ὕδατος ζῶντος, θὰ ἀντλήσει καὶ θὰ προσφέρει δῶρα ἀνθρωπιᾶς πού, μὲ τρόπο μυστηριώδη, θὰ ἀρχίσουν νὰ γεμίζουν τὸ κενὸ καὶ νὰ γιατρεύουν τὶς πληγὲς ποὺ ἴσως δέχθηκε ἀπὸ τὸν ἐπίγειο πατέρα του. Ὅταν παρὰ τὶς πληγὲς μας ἀγαποῦμε, τότε ἀκριβῶς γιατρευόμαστε, μόνο ποὺ πρέπει πρῶτα ἡ ἀγάπη νὰ ἀποκυλίσει τὸν λίθο ποὺ σκοπὸ εἶχε νὰ σφραγίσει τὸν μέσα μας κόσμο ἀπὸ ἐνδεχόμενο κίνδυνο κι ἄλλης ἀπώλειας.

Καὶ πῶς μπορεῖ ἡ μητέρα νὰ βοηθήσει;

 Στάσου δίπλα στόν ἄντρα σου, κι ὂχι ἀνάμεσα σ’ αὐτὸν καὶ στὰ παιδιά.

 Γίνε σύντροφος, ὄχι ἀφεντικό, κριτὴς ἢ ὑπάλληλος.

 Μήν παίρνεις προσωπικὰ τὴ σιωπή του ἢ τὶς ἀνησυχίες του. Κι ἐσὺ κι αὐτὸς εἶστε ἀρκετὰ καλοί.

 Μήν περιμένεις τὰ σημάδια τῆς ἀγάπης του, δῶσε πρώτη ἐσὺ τὰ σημάδια τῆς δικῆς σου ἀγάπης.

 Νά λὲς πάντα πὼς ὅ,τι κάνει εἶναι ἀπὸ ἀγάπη, ἀκόμη κι ἂν κάτι τέτοιο δὲν εἶναι φανερό. Ἂν διαφωνεῖς, ὅταν εἶσαι μόνη μαζί του, ρώτα τον τί προσπαθεῖ νὰ πετύχει.

 Ἡ εὐγνωμοσύνη, ἡ ἐκτίμηση, ἡ ζεστασιά, ἡ ἀγάπη κι ὁ σεβασμὸς μετακινοῦν τὸν λίθο ἀπὸ τὶς μοναχικὲς καὶ πονεμένες καρδιές.  Ἡ ἀπόρριψη, ἡ ἐγκατάλειψη, ἡ κριτική, οἱ ἀπαιτήσεις καὶ ἡ κάθε μορφῆς ἰσχὺς ἁπλῶς κάνουν τὸν λίθο ἀσήκωτο.

π. Stephen Muse

Μετάφραση: Πολυξένη Τσαλίκη

 Ο ζωγραφικός πίνακας που πλαισιώνει τη σελίδα είναι έργο του Γιώργου Σικελιώτη.

πηγή κειμένου: Aντίφωνο

το είδαμε εδώ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου