Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Δευτέρα, 2 Μαΐου 2016

Κύριε, βόηθα τους ανθρώπους που δεν έχουν τενεκεδάκια


Η φίλη μου (η απέναντι για την οποία σας έχω μιλήσει, πάλιν και πολλάκις) ήταν στην αυλή της και χάζευε τον κόσμο, στον δρόμο. 
Από ανάμεσα, μασουλούσε και κανένα γλυκάκι της γιορτής του γυιού της και γλύκαινε λίγο το μέσα της από τους πόνους που της λέγανε οι άνθρωποι, καθώς άφηναν"καλησπέρες" στα κάγκελα του αυλόγυρου.
Κάποια στιγμή, είδε κάποιον να σκύβει στο πεζοδρόμιο και φοβήθηκε μήπως έπαθε κάτι ο άνθρωπος. Σηκώθηκε αλλά εκείνος είχε ήδη σηκωθεί και της μιλούσε. Γνωστός της ήταν, από αυτούς που έκανε γνωστούς η φιλαλληλία της και το "χόμπυ" της να μαζεύει εξομολογήσεις βασάνων και να τις κάνει προσευχές.

"Καλέ τον ήξερα τον άνθρωπο" είπε μετά. "Είχε μιαν επιχείρηση, δεν θυμάμαι τί ακριβώς. Και τώρα είχε σκύψει γιατί βρήκε ένα τενεκάκι από αναψυκτικό και το μάζεψε στη σακούλα που κρατούσε."
"Τα μαζεύω και τα πουλάω" της είπε και κείνη έτρεξε να φέρει όλα τα τενεκάκια που φύλαγε για τους κάδους ανακύκλωσης. 
"Έχω και έναν γάντζο και βγάζω και από τους κάδους" είπε ο άντρας "ευχαριστώ πολύ κοπέλα μου. Μ'αυτά θα αγοράσω το ψωμί μας αύριο. Ένα κιλό τενεκάκια, ένα κιλό ψωμί....τόσο πάει".
Του είπε κι αυτή ευχές και όταν ο "επιχειρηματίας" έφυγε, βάρυναν πολύ στο στομάχι της, τα γλυκά που είχε φάει.
"Ο κόσμος δεν έχει ψωμί κι εγώ καταβρόχθιζα γλυκά" μου είπε σήμερα, με έντονη αυτομεμψία. "Καλέ κράτα και συ τα τενεκάκια σου να τα δίνουμε στoν άνθρωπο. Και να τον έχουμε στην προσευχή μας. Κώστα τον λένε."
Όταν κλείσαμε το τηλέφωνο κάτι, σαν άδειο τενεκεδάκι που το πατάς στο δρόμο, πόνεσε εντός μου. Ίσως και να ήταν η ιδέα μου...Και μετά έκανα "λάθος" προσευχή καθώς είπα "Κύριε βόηθα τον Κώστα αλλά -κυρίως- τους ανθρώπους που δεν έχουν τενεκεδάκια να πουλήσουν".

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου