Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Παρασκευή, 20 Μαΐου 2016

Κυριακή τού Παραλύτου (Ιω. 5,1-15) Του Μιχαήλ Χούλη Θεολόγου


Κοντά στην προβατική πύλη του φρουρίου των Ιεροσολύμων, απ’ όπου οδηγούσαν τα πρόβατα για τις θυσίες, υπήρχε (και σώζεται μέχρι σήμερα) μια δεξαμενή που στα Εβραϊκά λέγεται Βηθεσδά, δηλαδή «σπίτι αγάπης» ή «οίκος ευσπλαχνίας» και είχε πέντε στοές (υπόστεγα με καμάρες). Σ’ αυτές κείτονταν πολλοί άρρωστοι, τυφλοί, κουτσοί, παράλυτοι, που περίμεναν να αναταραχθεί το νερό. Γιατί κάπου-κάπου ένας άγγελος κατέβαινε στη δεξαμενή κι ανατάραζε το νερό. Ο πρώτος λοιπόν που έμπαινε μετά την ταραχή του νερού γινόταν καλά, απ’ οποιαδήποτε αρρώστια και αν υπέφερε. Δεν επρόκειτο δηλαδή για ιαματικά λουτρά, αλλά για ευεργεσία και έλεος από το Θεό, αφού μόνο ο πρώτος κάθε φορά εισερχόμενος θεραπευόταν και μάλιστα από κάθε ασθένεια.


Εκεί υπήρχε ένας άνθρωπος που υπέφερε 38 χρόνια απ’ την ασθένειά του. Δηλαδή όλοι τον γνώριζαν, ήξεραν την πάθησή του και πόσο ταλαιπωρημένος ήταν. Επομένως και η θεραπεία του από τον Χριστό, που θα φανεί στη συνέχεια, δεν ήταν παρά ένα ακόμη θαύμα από την πηγή της Χάριτος, τον Θεάνθρωπο Κύριο.  Όταν τον είδε ο Ιησούς κατάκοιτο, και ξέροντας ότι πολύ καιρό ήδη βρισκόταν εκεί, του λέει: «Θέλεις να γίνεις καλά;». Του απάντησε ο άρρωστος: «Κύριε, δεν έχω κανέναν άνθρωπο για να με βάλει στη δεξαμενή, όταν ταραχθεί το νερό. ενώ δε εγώ πλησιάζω, άλλος κατεβαίνει πριν από μένα». Ο Χριστός, αν και γνωρίζει τα βάθη των ανθρώπων, ρώτησε τον παραλυτικό για να προκαλέσει σ’ αυτόν υπαρξιακή κίνηση επιστροφής και αγάπης προς τον Θεό. Ήθελε να ξυπνήσει την κοιμισμένη πνευματικότητα του αρρώστου και να την προσανατολίσει και πάλι προς μετάνοια και ζήτηση του απείρου ελέους του Κυρίου. Ιδιαίτερα ο σύγχρονος άνθρωπος ξεχνά τον Θεό και το νόημα της ζωής του, βουτηγμένος σε επίπλαστες πολλές φορές έγνοιες της καταναλωτικής κοινωνίας μας, ενώ «ενός έστι χρεία» (Λουκ. 10,42), όπως τονίζει ο Ιησούς. Δηλαδή, ένα πράγμα είναι κυρίως αναγκαίο: Η στροφή προς Αυτόν τον ίδιο, η σύναψη σχέσεων μαζί Του, η συνάντηση μετά του προσώπου Του, αφού είναι ο δοτήρ απάντων των αγαθών. 

Του λέει ο Ιησούς: «Σήκω, πάρε το κρεβάτι σου και περπάτα». Κι αμέσως έγινε υγιής ο άνθρωπος και πήρε το κρεβάτι του και περπατούσε. Εμφανής είναι λοιπόν η παντοδυναμία του Θεού, με πλήθος θεραπειών που προσέφερε, όχι μόνο όσο ζούσε σωματικά εν μέσω των ανθρώπων, αλλά και δια των αμέτρητων θαυμάτων Του, που δια των αγίων επενεργούνται στο διάβα της ιστορίας.

Μα ήταν Σάββατο εκείνη την ημέρα. Έλεγαν λοιπόν οι Ιουδαίοι στον θεραπευμένο: «Είναι Σάββατο. δεν σου επιτρέπεται να σηκώνεις το κρεβάτι». Εδώ φαίνεται η σκληροκαρδία ορισμένων ανθρώπων, οι οποίοι δεν ενδιαφέρονται πραγματικά για τα προβλήματα και τις ανάγκες των άλλων, αλλά κυρίως για το γράμμα του νόμου και τους τύπους. Η γνήσια αγάπη όμως δεν μένει στα φαινόμενα, αλλά συναντά τα πρόσωπα και εφευρίσκει λύσεις, ελκύοντας έτσι και την χάρη του Θεού. Για μας τους χριστιανούς η Κυριακή -το Σάββατο  για τους Ιουδαίους- ανήκει πράγματι στο Θεό και τη λατρεία Του, εν παραλλήλω όμως με την υπηρεσία και προσφορά προς τους άλλους και όχι μονόπλευρα. Ο Χριστός είναι ο Κύριος του Σαββάτου. καί ως δημιουργός του κόσμου καί ως αρχηγός της Εκκλησίας. Γι’ αυτό και θαυματουργούσε τα Σάββατα ώστε να καταλάβουν οι Ισραηλίτες πως έχουν μπροστά τους τον ίδιο τον Κύριο της δόξης και όχι έναν απλό άνθρωπο.

Τους απάντησε ο πρώην άρρωστος: «Αυτός που μ’ έκανε καλά, εκείνος μου είπε: Πάρε το κρεβάτι σου και περπάτα». Τον ρώτησαν λοιπόν: «Ποιος είναι ο άνθρωπος που σου είπε ‘πάρε το κρεβάτι σου και περπάτα;’». Όμως ο θεραπευμένος δεν γνώριζε ποιος είναι. γιατί ο Ιησούς ξέφυγε, επειδή υπήρχε πολύς κόσμος σ’ αυτό μέρος. Απομακρυνόταν δηλαδή γρήγορα ο Ιησούς μετά την τέλεση του πλήθους των θαυμάτων Του: (α) για να αποφύγει την επιδερμική περιέργεια εκεί που δεν υπήρχε καρδιακή αναζήτησή Του, (β) για να μην τον αναγορεύσουν πολιτικό-στρατιωτικό μεσσία, όπως οι Ιουδαίοι εσφαλμένα περίμεναν ότι θα είναι ο Εκλεκτός του Θεού, και (γ) γιατί ήταν η ενσάρκωση της ταπείνωσης, την οποία έδειξε όχι μόνο όταν γεννήθηκε εν πτωχεία και ως άνθρωπος, όχι μόνο όταν κυνηγήθηκε βρέφος από τον Ηρώδη και βρέθηκε πρόσφυγας στην Αίγυπτο, αλλά και με την περιφρόνηση που του έδειχναν πολλοί, τα μεγάλα βασανιστήρια που υπέφερε και το Σταυρό που υπέστη για τη λύτρωση όλων.

Μετά απ’ αυτά, βρήκε ο Ιησούς στο ναό τον άλλοτε παραλυτικό και του είπε: «Δες, έγινες καλά. μην αμαρτάνεις πια, για να μην σου συμβεί τίποτα χειρότερο». Ο πρώην κατάκοιτος πήγε δηλαδή στο ναό για να ευχαριστήσει το Θεό για την υγεία που απέκτησε, πράγμα που διδάσκει και εμάς να μην ξεχνάμε το Θεό, αλλά να αποδίδουμε ευγνωμοσύνη και όχι αχαριστία. Ο Χριστός τον πληροφορεί ότι ο Θεός δεν αρέσκεται στην αμαρτία (αστοχία, αποτυχία ως προς την τελειοποίηση του προσώπου και το καθ’ ομοίωση) και ότι αποσύρει την χάρη και το έλεος Του σε όσους δεν μετανοούν. Όχι γιατί δεν τους αγαπάει ο Θεός (είναι αλήθεια ότι δεν κάνει διακρίσεις ο Θεός), αλλά διότι εκ φύσεως είναι άγιος και δεν αναπαύεται στο κακό, την διαφθορά, την δουλεία στα πάθη. Και προσφέρει την προστασία του, την αγάπη και το φως του προσώπου Του σε εκείνους που οικειοθελώς τα δέχονται, τα αναζητούν και βαδίζουν εν ελευθερία στο θέλημά Του και όχι σε εκείνους που τα αρνούνται, διότι δεν παραβιάζει ποτέ την θέληση των ανθρώπων. Έφυγε αμέσως μετά ο πρώην παράλυτος και ανάγγειλε στους Ιουδαίους (όχι από φθόνο, αλλά από ευγνωμοσύνη) την ευεργεσία του Θεού, αναγνωρίζοντας έτσι τον Ιησού ως σωτήρα και Θεό του. Η πράξη του επισημαίνει και σε μας να μην ξεχνάμε, αλλά και στους άλλους να μιλάμε για την αγάπη του Θεού, εκεί που υπάρχουν ευνοϊκές συνθήκες και μας ζητείται λόγος.

Μια σημαντική παρατήρηση είναι ακόμη εδώ το γεγονός ότι ο θεραπευθείς διαπίστωσε ότι υπάρχει Θεός, διαπίστωσε την ευεργεσία που του έκανε ο Θεός, αλλά δεν ήξερε ποιος είναι ο Χριστός (που είναι η ενσάρκωση του Θεού). Πήγε όμως στο ναό και τον συνάντησε εκεί. Στη γνήσια συνάντηση δηλαδή με τον Χριστό, που είναι το ζητούμενο και η σωτηρία των ανθρώπων, μας οδηγεί όχι η ορθολογιστική έρευνα, αλλά η προσφυγή στην αλήθεια της Εκκλησίας, η μυστηριακή ζωή, η Πατερική ερμηνευτική των Ευαγγελίων και η εν ταπεινώσει προσευχή.

Ο παραλυτικός ήταν ολομόναχος. «Νεκρός» από οικογένεια, φίλους, συγγενείς, γνωστούς. Το φαινόμενο παρατηρείται ιδιαίτερα στις μεγαλουπόλεις όπου, αν και σφύζουν από ζωή, πολλοί άνθρωποι υποφέρουν από μοναξιά, δεν έχουν καμία παρηγοριά ή χωλαίνει η υγιής κοινωνικότητα.  Όταν έχεις όμως τον Χριστό, έχεις τα πάντα. Ο ίδιος είναι δηλαδή το πλήρωμα της ζωής, η αφθονία του Πνεύματος. Όταν προσεύχεσαι σ’ Αυτόν δεν σου αρνείται την απάντησή Του. Και δεν εγκαταλείπει το ποίμνιό Του, όπως η Εκκλησία –που είναι η συνέχειά Του επί της γης- συνδράμει ψυχοσωματικά τους ανθρώπους, χωρίς διακρίσεις. Αυτόν τον «νεκρό» οργανικά και κοινωνικά άνθρωπο, ο Χριστός «ανέστησε». Είναι ο χορηγός της Ζωής και της ψυχοσωματικής υγείας. Τον επανέφερε στο κοινωνικοθρησκευτικό πρότερο περιβάλλον του. Του προσέφερε τη δυνατότητα εργασίας, σύναψης συναισθηματικών σχέσεων, χαράς και ψυχαγωγίας. Δεν φτάνει όμως αυτό για να ζήσει κανείς εν τελειότητι ζωής. Απαιτείται η δωρεά του Παρακλήτου, της οποίας μόνο ο Ιησούς Χριστός είναι χορηγός.

Ο παραλυτικός ήταν όπως φαίνεται άνθρωπος της υπομονής και της κατανόησης. Τον είχε οδηγήσει εκεί η βαριά ασθένειά του. Αποδεχόταν τους συνανθρώπους του όπως είναι. Με τα χαρίσματα και τις ατέλειές τους. Με τα μικρά και τα μεγάλα ελαττώματά τους. Η αρρώστια, του προσέφερε ύψιστο μάθημα ζωής και ανθρωπιάς. Το μήνυμα προς όλους εμάς σήμερα είναι να μην αποθαρρυνόμαστε από την άδικη ενδεχομένως στάση ορισμένων εναντίον μας, αλλά να αφήνουμε την λύση στο Θεό και στο θέλημά Του, με την προσευχή και την ταπείνωσή μας. Εκεί που εμείς δεν μπορούμε να αλλάξουμε τον κόσμο, ας αφήνουμε με υπομονή την κτίση στα χέρια του Δημιουργού της. Εκείνος γνωρίζει και μεριμνά για όλα. Κυρίως να αντιληφθούμε ακόμη ότι, σε πολλές περιπτώσεις αρνητικών σχέσεων και σύγκρουσης με τους γύρω μας, στην ουσία, και αν ψάξουμε στο βάθος, ίσως να φταίμε εμείς και όχι οι άλλοι. Ο εγωισμός όμως δεν μας αφήνει να το διαπιστώσουμε.

Θα πρέπει οπωσδήποτε να επισημάνουμε ότι το ανθρώπινο σώμα δεν θεωρείται στον Χριστιανισμό υποδεέστερο της ψυχής, όπως πίστευαν ο Πλάτωνας, ο Μάρκος Αυρήλιος και ο Πλωτίνος. Δεν είναι τάφος ή φυλακή της ψυχής, όπως στον ελληνορωμαϊκό κόσμο πρέσβευαν, ή η έδρα της αμαρτίας. Ούτε αποτελεί ένα απλό περιτύλιγμα της ψυχής ή ένα φθαρμένο ‘ρούχο’ χωρίς μέλλον, καθώς ισχύει στην ινδουιστική φιλοσοφία. Για την Εκκλησία ο άνθρωπος είναι ψυχοσωματικό ον, είναι πρόσωπο που εκφράζεται ψυχοσωματικά και το σώμα είναι προορισμένο για την αιωνιότητα. Η χριστιανική άσκηση ελευθερώνει το σώμα από τα πάθη που φθείρουν, όχι τον άνθρωπο από το σώμα του. Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος εύστοχα το επεσήμανε λέγοντας: «Δεν θέλουμε να απομακρύνουμε τη σάρκα, αλλά τη φθορά. Όχι το σώμα αλλά το θάνατο…. Το σώμα έγινε έργο του Θεού, η φθορά όμως και ο θάνατος εισήχθησαν από την αμαρτία»  (Ε.Π.Ε., τ. 36, σελ. 127).

Σπουδαία παράμετρος είναι στο σημείο αυτό η επεξήγηση πως η δύναμη του Θεού και το έλεός Του δεν ανευρίσκονται μόνο στην υγεία, αλλά -όσο κι αν φαίνεται παράλογο στην κοσμική σκέψη- ιδιαίτερα στον πόνο και την ασθένεια. Ο άνθρωπος που πάσχει και δοκιμάζεται νοιώθει πολύ περισσότερο τι ζημιά είναι για την ανθρωπότητα το κακό, τι σημαίνει στεναχώρια και πόνος, νοιώθει πόσο κοντά είναι με τους συμπαθούντες συνανθρώπους του, βιώνει μοναδικά την αξία της υγείας και την αγάπης και μαθαίνει να εμπιστεύεται το Θεό. Άλλωστε, μόνο υπερβαίνοντας τον εγωισμό του συναντάται αληθινά ο άνθρωπος με το Θεό. Σε τι ωφελεί πράγματι η τέλεια υγεία, αν ο άνθρωπος δεν νοιώθει την ανάγκη του Θεού ή αλλιώς αυτοθεώνεται; Ο απόστολος Παύλος αναφέρει ότι για να μην υπερηφανεύεται, ο Θεός του έδωσε ένα αγκάθι στο σώμα του (ίσως κάποιο δερματικό νόσημα) για να τον κρατάει ταπεινό. «Γι’ αυτό το αγκάθι στο σώμα, γράφει ο ίδιος, τρεις φορές παρακάλεσα τον Κύριο να το διώξει από πάνω μου. Η απάντησή του ήταν: ‘Σου αρκεί η χάρη μου, γιατί η δύναμή μου φανερώνεται στην πληρότητά της μέσα σ’ αυτήν την αδυναμία σου’. Με περισσότερη καύχηση, συνεχίζει, θα καυχηθώ λοιπόν για τις ταλαιπωρίες μου, για να κατοικήσει μέσα μου η δύναμη του Χριστού» (Β΄ Κορ. 12,7-9). Έτσι, η θεραπεία εξαρτάται βέβαια από τον Θεό και την πίστη των ασθενών (και έχουν συμβεί θαυματουργικά αμέτρητες ιάσεις στην ιστορία), αλλά και η μη σωματική θεραπεία, η παραμονή δηλαδή στην ασθένεια ακόμη κι αν ο ασθενής προσεύχεται, ανήκει και αυτή στο σχέδιο του Θεού, για εκείνους που κρίνει ότι μέσω της ασθένειας και του πόνου γίνονται καλύτεροι, μετανοούν και ταπεινώνονται πραγματικά. Για πολλούς εξάλλου, η διάσταση της πίστης, τα υπαρξιακά νοήματα και η αναζήτηση της αλήθειας αναδύονται σε καταστάσεις φθοράς και πόνου -και όχι υγείας, ευτυχίας ή ακόμη σε ψευδαισθήσεις παντοδυναμίας.

Είναι αλήθεια πως αυτούς που έχουν εγκαταλείψει οι άνθρωποι επισκέπτεται ο Θεός. Ο Θεός δεν αφήνει μόνο και αβοήθητο τον άνθρωπο που υποφέρει. Κανένας δεν πρέπει να απελπίζεται. Όταν παρακαλάμε τον Θεό, εκείνος εκχέει την αγάπη του, ΌΧΙ ΟΜΩΣ ΌΠΟΤΕ ΘΕΛΟΥΜΕ ΕΜΕΙΣ, ΑΛΛΑ ΌΠΟΤΕ ΕΚΕΙΝΟΣ ΚΡΙΝΕΙ ΣΩΣΤΟ. Δεν πρέπει ποτέ ως χριστιανοί να ξεχνάμε ότι ανώτερη κατάσταση και από αυτήν την ψυχοσωματική υγεία είναι Η ΣΧΕΣΗ ΚΑΙ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΠΙΣΤΗΣ, ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ ΚΑΙ ΘΕΙΑΣ ΜΕΤΑΛΗΨΗΣ ΜΕ ΤΟ ΘΕΟ. Αυτή σώζει και όχι η οργανική μόνο υγεία μας. Ο Χριστός με τις θεραπείες που πραγματοποίησε, και η Εκκλησία με το μυστήριο του Ευχελαίου και την αγιαστική Χάρη που εκείνος της χορήγησε, μάς δείχνουν ότι ο καινούργιος κόσμος του Θεού είναι απελευθέρωση από τη φθορά και το θάνατο και ζωή εν αγάπη και αδελφοσύνη. Απαραίτητη προϋπόθεση είναι η μετάνοια και η ταπείνωση. Αυτός είναι ο υγιής δρόμος επανένωσης του ανθρώπου με τον Θεό και τους συνανθρώπους μας. 

    ΒΟΗΘΗΜΑΤΑ:

2.             Κυριακοδρόμιο, εκδ. ‘Άρτος Ζωής’, Αθ. 2011.

3.             Κων/νου Γρηγοριάδη, ‘Λόγος και ύπαρξη’, τ. α΄, έκδ. β΄, εκδ. ‘Η Μεταμόρφωσις του Σωτήρος’, Μήλεσι Αττικής, Αθ. 2001.

4.             Μ. Μπέγζου-Αθ. Παπαθανασίου, ‘Θέματα χριστιανικής ηθικής’, γ΄ Λυκείου, ΟΕΔΒ, Αθ. 2007.

5.             Τιμοθέου Κιλίφη, αρχιμ. ‘Τα τέσσερα Ευαγγέλια και Πράξεις αποστόλων’, α΄ τόμος, 4η έκδ., Αθήνα.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου