Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Κυριακή, 22 Μαΐου 2016

Πως πιστοποιείται η αυθεντικότητα των κειμένων τής Καινής Διαθήκης, αφού τα πρωτότυπα έχουν χαθεί;


Πολλοί σκεπτικιστές ή επικριτές της αυθεντικότητας της Καινής Διαθήκης και κατ’ επέκταση του Χριστιανισμού, χρησιμοποιούν τα εξής δύο επιχειρήματα για να προσβάλλουν της αξιοπιστία της:
1. Κανένα από τα πρωτότυπα/αυτόγραφα βιβλία της Καινής Διαθήκης δεν έχει διασωθεί
2. Κανένα αντίγραφο που υπάρχει δεν είναι απόλυτα όμοιο με κάποιο άλλο, αν και τα δύο αναφέρονται στο ίδιο κείμενο
Αλλά, αυτόγραφα/πρωτότυπα έργα χριστιανικά ή μη, υπάρχουν στον κόσμο μόνο μετά τον 12ο αιώνα μ.Χ. Όλα τα υπόλοιπα κείμενα της αρχαίας φιλολογίας σώζονται μόνο σε αντίγραφα. Σημειωτέον πως, όσο πιο πολλά αντίγραφα έχουμε ενός έργου και μάλιστα από διαφορετικούς χώρους και όσο πιο πολύ χρονικά, τα αντίγραφα αυτά είναι πλησίον στο χρονικό σημείο της συγγραφής του πρωτοτύπου, τόσο περισσότερο βεβαιωνόμαστε για την πιστότητα του κειμένου που έχει φτάσει στα χέρια μας σήμερα.
Η Αγία Γραφή κατέχει από μόνη της το 12% των ευρεθέντων αρχαίων χειρογράφων, ενώ το υπόλοιπο των χειρογράφων αυτών, το μοιράζονται 2.100 συγγραφείς, 600 ειδωλολάτρες και 1500 χριστιανοί. Από τα 60.000 υπάρχοντα ελληνικά χειρόγραφα τα 7.300 είναι της Βίβλου, τα 5.644 αφορούν την Καινή Διαθήκη και τα 2.000 την Παλαιά Διαθήκη. Όλα αυτά δεν βρίσκονται σε ένα μόνο μέρος, αλλά είναι διασκορπισμένα σε 380 βιβλιοθήκες ανά τον κόσμο (οι κυριότερες από τις οποίες είναι του Αγίου Όρους, της μονής της Αγίας Αικατερίνης στη χερσόνησο του Σινά, των Παρισίων, των Αθηνών, του Λονδίνου, του Βατικανού), και όπως είναι φυσικό είναι αδύνατο να τα ερευνήσει κάποιος όλα αυτά με αυτοψία.   
Τα χειρόγραφα της Αγίας Γραφής είναι τα αρχαιότερα όλων. Η Βίβλος έχει περίπου 300 χειρόγραφα πριν τον 9ο αιώνα μ.Χ., την περίοδο δηλαδή κατά την οποία εμφανίζονται πλήρη χειρόγραφα των αρχαίων Ελλήνων και Λατίνων συγγραφέων. Ας δώσουμε και ένα παράδειγμα από ένα εξωβιβλικό κείμενο για να υπάρξει σύγκριση αλλά και για να γίνουμε περισσότερο κατανοητοί. Το πιο διαδεδομένο ανάγνωσμα των ελληνιστικών χρόνων (323 π.Χ. – 30 π.Χ.), η Ιλιάδα του Ομήρου, παραδίδεται σε 650 χειρόγραφα και η Οδύσσεια σε 80. Από το 2οκαι 3ο αιώνα μ.Χ. σώζονται μόνο σπαράγματα (κομμάτια) των έργων του Ομήρου και πλήρη χειρόγραφα μόλις από 9ο αιώνα μ.Χ., δηλαδή 1800 χρόνια μετά τη συγγραφή του.
Στον παρακάτω πίνακα που δημοσιεύουμε γίνεται φανερό και μπορεί να το διαπιστώσει και κανείς από μόνος του, τη χρονική απόσταση που χωρίζει τα σημαντικότερα κλασικά έργα από το πρώτο ολοκληρωμένο χειρόγραφο αυτών:

Συγγραφέας
Έργα
Συγγραφή
Αρχαιότατο ολοκληρωμένο
χειρόγραφο
Απόσταση
χρονολογική
Όμηρος
Ιλιάδα και Οδύσσεια
8ος αι. π.Χ.
9ος αι. μ.Χ.
1800 έτη
Σοφοκλής
Δράματα
5ος αι. π.Χ.
10ος αι. μ.Χ.
1500
Πλάτων
Διάλογοι
4ος αι. π.Χ.
9/10ος αι. μ.Χ.
1300
Βιργίλιος
Αινειάς
1ος αι. π.Χ.
5ος αι. μ.Χ.
500
Τάκιτος
Germania
1ος αι. μ.Χ.
15ος αι. μ.Χ.
1400
Διάφοροι
Καινή Διαθήκη
1ος αι. μ.Χ.
350 μ.Χ.
250


Από όλα τα ανευρεθέντα χειρόγραφα της Αγίας Γραφής αρχαιότερος όλων, είναι ο πάπυρος με το σύμβολο Ρ 52, ο οποίος περιέχει αποσπάσματα από το Κατά Ιωάννη Ευαγγέλιο 18:31 – 33 & 37 «Εγώ εις τούτο γεγέννημαι και εις τούτο ελήλυθα εις τον κόσμον, ίνα μαρτυρήσω τη αληθεία˙ πας ο ων εκ της αληθείας ακούει μου της φωνής», και βρίσκεται και φυλάσσεται στη βιβλιοθήκη τουRylands, στο μουσείο του Μάντσεστερ (Manchester) της Αγγλίας. Αποκτήθηκε το 1920 στην Αίγυπτο, και ανακαλύφτηκε από τον CHRoberts μόλις το 1934 όταν ταξινομούσε τους παπύρους της βιβλιοθήκης του Rylands. Εξαιτίας του τρόπου της γραφής του, η συγγραφή του τοποθετείται χρονολογικά από την επιστημονική κοινότητα μεταξύ του 98 και 117 μ.Χ.
Η ανακάλυψή του συνετέλεσε σε μια μεγάλη ανατροπή που επικρατούσε έως τότε. Μέχρι εκείνο το σημείο οι «φιλελεύθεροι» θεολόγοι (προτεστάντες θεολόγοι του 18ου και 19ου αιώνα μ.Χ. που εισηγήθηκαν την απομυθοποίηση του Χριστιανισμού), υποτιμούσαν την αξιοπιστία του Κατά Ιωάννη Ευαγγελίου, ισχυριζόμενοι πως το θεολογικότατο αυτό «ποιητικό» κείμενο, όπου μαρτυρείται η θεότητα του Λόγου (Χριστού), δεν μπορεί να συγγράφηκε πριν το 160 μ.Χ.
Από τη στιγμή κατά την οποία όμως ανακαλύφθηκε χειρόγραφο του Ιωάννη χρονολογούμενο το 120 μ.Χ. στις όχθες του Νείλου, τόσο απόμακρο από τον πιθανό τόπο προέλευσής του (την Έφεσο της Μ. Ασίας ή τη Συρία), έπρεπε η συγγραφή του Ευαγγελίου να τοποθετηθεί σίγουρα πριν το τέλος του 1ου αιώνα μ.Χ. Έτσι με την ανακάλυψη αυτού του παπύρου, έξι τόνοι επιστημονικών εργασιών σχετικά με τον Ιωάννη οδηγήθηκε στον «κάλαθο των αχρήστων». Αξίζει εδώ να σημειώσουμε επί πλέον, πως το αρχαιότερο ακέραιο χειρόγραφο αφορά πάλι το Κατά Ιωάννη Ευαγγέλιο και είναι το Ρ 66, που χρονολογείται από το 200 μ.Χ.
Το «σπορ» της αναζήτησης αρχαίων παπύρων εντάθηκε τον 20ο αιώνα μ.Χ., όταν έτυχε στις αρχές του ο F.Kenyon, κριτικός κειμένων του Βρετανικού μουσείου να ανακαλύψει ένα αιγυπτιακό ειλητάριο (χειρόγραφη επιμήκης λωρίδα τυλιγμένη γύρω από ξύλο), με ένα έργο του Αριστοτέλη. Τα μάτια των ερευνητών στράφηκαν ξαφνικά με βουλιμία στους τάφους και τους χώρους απορριμμάτων της Αιγύπτου. Στους τάφους, γιατί οι Αιγύπτιοι είχαν το έθιμο να εναποθέτουν δίπλα στο νεκρό πολύτιμα αντικείμενα γι’ αυτόν αφού πίστευαν πως θα τα χρησιμοποιούσε στην μετά θάνατον ζωή, και στους χώρους απορριμμάτων που ήταν η έρημος, γιατί εκεί χωμένα βαθιά στην ξερή άμμο διαφυλάσσονταν σε καλή κατάσταση λόγω έλλειψης υγρασίας και προφύλαξης από τον καυτό ήλιο. Δυο νεαροί, οι Grenfall και Hunt, έσκαψαν το 1897 στην Οξύρυγχο (τη σημερινήBahnasa) στη λιβυκή έρημο 15 χλμ. δυτικά του ποταμού Νείλου. Εκεί και στη βορειότερα κείμενη περιοχή της Φαγιούμ ανακάλυψαν 20 χιλιάδες παπύρους εκ των οποίων μερικοί ήταν Καινοδιαθηκικοί προερχόμενοι από τον 3ο αιώνα μ.Χ.
Η σπουδαία ανακάλυψη της Φαγιούμ, ήταν αυτή που έστελνε για μία ακόμη φορά στον «κάλαθο των αχρήστων», την επικρατούσα άποψη πως το κείμενο της Καινής Διαθήκης παραποιήθηκε, όταν επικράτησε ο Χριστιανισμός και θεσπίστηκαν/οριοθετήθηκαν τα δόγματα από τις Οικουμενικές Συνόδους. Γιατί το κείμενο των ανευρεθέντων παπύρων ήταν το ίδιο με εκείνο των μεγάλων κωδίκων (δηλ. βιβλίων) του 4ου αιώνα μ.Χ. Αποδείχθηκε επίσης ότι η γλώσσα της Καινής Διαθήκης, δεν αποτελεί κάποια θεία γλώσσα, αλλά την κοινή «δημοτική» γλώσσα της Εποχής.   
Οι σημαντικότεροι κώδικες οι οποίοι περιέχουν ολόκληρο το κείμενο της Καινής Διαθήκης προέρχονται πιθανότατα από την Αίγυπτο και είναι οι εξής:
1. Σιναϊτικός (א ή S). Προέρχεται από το 340 μ.Χ. και ανακαλύφθηκε με περιπετειώδη τρόπο από τον Γερμανό Tischendorf το 1844. Περιλαμβάνει επί πλέον την επιστολή Βαρνάβα και τον Ποιμένα του Ερμά, που δεν συμπεριλαμβάνονται στον Κανόνα της Καινής Διαθήκης.                       
2. Βατικανός (Β) από τον 5ο αιώνα μ.Χ., είναι βιβλιοδετημένος σε πέντε τόμους και βρίσκεται στη βιβλιοθήκη του Βατικανού. Είναι ίσως το αρχαιότερο βιβλίο του κόσμου, δηλαδή τόμος με την σημερινή έννοια. Έχει χαθεί ο τόμος με το Εβραίους 9:14 κε, Ποιμένας του Ερμά, Αποκάλυψη.
3. Αλεξανδρινός Κώδικας (Α), από τον 5ο αιώνα μ.Χ., ο οποίος περιλαμβάνει επί πλέον και τις δύο επιστολές Κλήμεντος. Έχουν χαθεί οι περικοπές Ματθαίος 1 – 24, Ιωάννης 7 – 8 και 2 Κορινθίους 4 – 12.
4. Εφραιμιτικός (C) από τον 5ο αιώνα μ.Χ., και ανακαλύφθηκε από τονTischendorf. Είναι παλίμψηστος, δηλαδή έχει «ξυστεί» το παλιό κείμενο και έχει γραφτεί πάνω του κάποιο άλλο καινούργιο. Στον συγκεκριμένο γράφτηκε τον 12ο αιώνα μ.Χ., η ελληνική μετάφραση των 38 πραγματειών του Εφραίμ του Σύρου.
5. Κώδικας Βέζα (Dτου 5ου αιώνα μ.Χ., ο οποίος περιέχει πολλές ιδιότυπες γραφές της λεγόμενης «δυτικής» παράδοσης του κειμένου.
Παρά το πλήθος των χειρογράφων, και τα ακούσια ή εκούσια σφάλματα που γίνονταν κατά την αντιγραφή των κειμένων, μόνον 1% του κειμένου της Καινής Διαθήκης παρουσιάζει παρεκκλίσεις. Και δεν ήταν δύσκολο να γίνουν ακούσια σφάλματα κατά την αντιγραφή γιατί τότε η γραφή ήταν μεγαλογράμματη και συνεχής. Έτσι γίνονταν σύγχυση σε λέξεις που ήταν διφορούμενες και πολύ όμοιες. Λόγου χάρη ΑΓΑΠΑΙΣ / ΑΠΑΤΑΙΣ. Ή δεν γίνονταν σωστός διαχωρισμός π.χ. η λέξη ΟΙΔΑΜΕΝ που μπορεί να διαβαστεί και ΟΙΔΑ ΜΕΝ. Ή το πιο συχνό σφάλμα το λεγόμενο «ομοιοτελεύτητο». Όταν δηλαδή δύο σειρές, η μία κοντά στην άλλη τελειώνουν με την ίδια λέξη. Συχνά το μάτι του αντιγραφέα πηδούσε στη δεύτερη λέξη, δημιουργώντας έτσι ένα χάσμα στο νόημα του κειμένου.
Πάντως οι παρεκκλίσεις αυτές ηθελημένες ή αθέλητες εύκολα παραθεωρούνται από τους ερευνητές. Γιατί από τις 200.000 παραλλαγές το 95% μαρτυρείται από ένα ασήμαντο αριθμό χειρογράφων. Από τις 10.000 το 95% έγκειται όχι στη σημασία του κειμένου, αλλά στο συλλαβισμό, τη γραμματική ή τη λανθασμένη σειρά των λέξεων. Εάν μια λέξη σε 1.000 χειρόγραφα συλλαβίζεται λανθασμένα, τότε υπολογίζεται ότι υπάρχουν 1.000 παραλλαγές. Από το 5%, τις 500 δηλαδή παραλλαγές, μόνο 50 έχουν ειδικό βάρος.
Όμως εκείνο που πράγματι εντυπωσιάζει, είναι το γεγονός, πως καμιά βασική χριστιανική διδασκαλία δεν βασίζεται πάνω σε λανθασμένη ανάγνωση και καμιά αναθεώρηση κάποιας λέξης δεν οδήγησε σε διόρθωση της διδασκαλίας της. Μια μόνο φράση της Καινής Διαθήκης δεν ανευρίσκεται στα ελληνικά χειρόγραφα. Είναι το χωρίο από την 1 καθολική επιστολή του Ιωάννη 5:7, γνωστό και ως «Κόμμα Ιωάννου»: «ότι τρεις εισίν οι μαρτυρούντες, το πνεύμα και το ύδωρ και το αίμα, και οι τρεις εις το εν εισιν».
Ακόμα και αν η ίδια η Βίβλος χανόταν, θα μπορούσαμε να ανασυντάξουμε το κείμενό της από τις πρώιμες μεταφράσεις σε 18 γλώσσες. Άμεσα από το ελληνικό πρωτότυπο στα Λατινικά (Vetus LatinaItala – Vulgata Ιερώνυμου = το διαδεδομένο στο λαό κείμενο), Συριακά (Vetus Sira / Ευαγγέλιο των χωριστών – Πεσσιτώ) και Κοπτικά (σαχιδική, βοχαραϊκή, φαγιουμική, μεμφιτική) και έμμεσα στα Αρμενικά (βασίλισσα των μεταφράσεων), Γοτθικά (από τον απόστολο των Γότθων Ουλφίλα), Γεωργιανά, Αιθιοπικά, Ιβηρικά δηλ. Γεωργιανά και όχι Ισπανικά, Αραβικά, Περσικά και Σλαβονικά. Εάν προστεθούν στα 5.700 ελληνικά χειρόγραφα, τα 8.000 – 10.000 χειρόγραφα της Καινής Διαθήκης σε λατινική μετάφραση και 8.000 σε αιθιοπική, σλαβική και αρμενική, τότε έχουμε συνολικά 24.000 χειρόγραφα, τα οποία μας παραδίδουν το κείμενό της με απόκλιση μόλις στο 0,5 – 1%.
Αλλά και αν οι μεταφράσεις χάνονταν, θα μπορούσαμε να ανασυνθέσουμε τα βιβλία της από τα παραθέματα των Εκκλησιαστικών Πατέρων, κάτι που πράγματι έχει συμβεί με απωλεσθέντα έργα Χριστιανών ή μη συγγραφέων. Λόγου χάρη, ο «Αληθής Λόγος» γραμμένος το 178 μ.Χ. από τον εκλεκτικό φιλόσοφο της ύστερης αρχαιότητας Κέλσο, αν και έχει απωλεσθεί σώζεται σχεδόν αυτούσιος χάρη στον Χριστιανό κατηχητή Ωριγένη ο οποίος, προκειμένου να τον αντικρούσει, τον παρέθεσε μέσα στο απολογητικό του έργο«Κατά Κέλσου», ακριβώς ως είχε, παράγραφο προς παράγραφο, φράση προς φράση.
Μας παραδίδονται λοιπόν 205.000 παραθέματα της Γραφής σε ελληνόγλωσσους μόνον Χριστιανούς συγγραφείς, 85.000 της Παλαιάς Διαθήκης και 120.000 της Καινής Διαθήκης. Σε Εκκλησιαστικούς συγγραφείς του 1ουαιώνα μ.Χ., μαρτυρούνται 14 από τα 27 βιβλία της Καινής Διαθήκης. Στους αποστολικούς Πατέρες μέχρι το 150 μ.Χ. βρίσκουμε ήδη παραθέσεις από 24 βιβλία. Οι Εκκλησιαστικοί συγγραφείς των τριών πρώτων αιώνων καταγράφουν σχεδόν όλους τους στίχους της Καινής Διαθήκης. Μόνον στους Ειρηναίο, Ιουστίνο, Κλήμη Αλεξανδρείας, Κυπριανό, Ωριγένη, Ιππόλυτο, Τερτυλλιανό, συναντάμε 30.000 μέχρι 400.000 παραθέσεις από την Καινή Διαθήκη. Προσοχή όμως! Η πατερική παράθεση ενός χωρίου δεν σημαίνει ταυτόχρονα και αναγνώριση αυτού του βιβλίου ως κανονικού. Ο Ωριγένης παραθέτει έξι φορές χωρία από την 2 καθολική επιστολή του Πέτρου και όμως αμφιβάλλει για την κανονικότητά της: «Ο δε Πέτρος, επάνω εις τον οποίον οικοδομείται η Εκκλησία του Χριστού, της οποίας δεν θα υπερισχύσουν οι πύλες του Άδου, άφησε μία επιστολή αναμφισβήτητη, ίσως δε και δευτέρα, η οποία πάντως αμφισβητείται»Ευσέβιος, Εκκλησιαστική Ιστορία 6.25.8. Αλλά και η απουσία ενός βιβλίου από έναν Πατέρα δεν σημαίνει και αμφισβήτηση της κανονικότητάς του. Σε Πατέρες σώζονται και τα ονομαζόμενα «άγραφα λόγια» του Ιησού, λόγια δηλαδή τα οποία δεν παρατίθενται στην Καινή Διαθήκη.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
1. Σωτήριος Σ. Δεσπότης: Ο κώδικας τών Ευαγγελίων, Εκδόσεις Άθως, 2007
2. Κέλσος: «Αληθής Λόγος», Εκδόσεις Θύραθεν Επιλογή, 1996
3. Ευσέβιος: Εκκλησιαστική Ιστορία, Εκδόσεις Γρηγόριος Παλαμάς 1978
4. Περιοδικό «Επιστήμη και Πίστη», Τόμος ΙΙ, αριθμός 6, Δεκέμβρης 1985
το  είδαμε εδώ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου