Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Δευτέρα, 2 Μαΐου 2016

Ὁ πατἠρ Πορφύριος, ὁ Γέροντας τῆς Πεντέλης





Στό Ὄρος τῶν Ἀμώμων, τήν Πεντέλη, τό πιό ἤρεμο καί φιλικό βουνό τῆς Ἀττικῆς, γνωρίσαμε τό Γέροντα Πορφύριο. Μᾶς πρωτομίλησε γιά τό Γέροντα Ἁγιορείτης ἡγούμενος ἔμπειρος στήν πνευματική ζωή, ἀλλά καί γνώστης τῶν πολύπτυχων προβλημάτων τῆς σύγχρονης ζωῆς στόν κόσμο. Παρ’ ὅλα ὅμως αὐτά ξεκινήσαμε μέ κάποιες ἐπιφυλάξεις νά συναντήσουμε τό μοναχό αὐτόν στήν Πεντέλη.
Ὁ π. Πορφύριος ζοῦσε σέ προχειροεπισκευασμένα κελλάκια στό Μετόχι τῆς Μονῆς Ἁγίας Τριάδος (Πεντέλης) τόν Ἅγιο Νικόλαο στά Καλλίσια.
Γιά νά φτάσεις ἐκεῖ, πρέπει νά ἀφήσεις τό αὐτοκίνητο σ’ἕνα ξέφωτο κι ἀπό ἐκεῖ νά περπατήσεις κάτι λιγότερο ἀπό μισή ὥρα. Τό μονοπάτι ξεκινάει στό ἴσιωμα. Ἔπειτα στενεύει καί περπατᾶς στό φρύδι σχεδόν τοῦ βράχου. Κυκλάμινα συμπαραστέκονται στόν ὁδοιπόρο. Παραπέρα, ἀφοῦ κατέβεις μιά κατηφόρα καί διαβεῖς μικρό ρυάκι, μπαίνεις σέ σκιερό πευκοδάσος. Ἔπειτα ἀνηφορίζεις πάλι καί ἀφοῦ περάσεις δίπλα ἀπό χαλάσματα, βρίσκεσαι σέ βραχόσπαρτο ξέφωτο, ὅπου ἔχει κτιστεῖ πρίν τριακόσια ἴσως χρόνια τό μοναστηράκι ἀπό τό ὁποῖο σήμερα σώζονται κυρίως ὁ χαριτωμένος μικρός τρουλλωτός ναός τοῦ Ἁγίου Νικολάου.
Βαδίζοντας στό στενό μονοπάτι ξέκοβες σιγά – σιγά ἀπό τήν πολύβουη πόλη τῆς Ἀθήνας τῶν μηχανῶν καί τῶν ρύπων καί χωρίς νά τό καταλαβαίνεις ἔμπαινες σ’ἕναν ἄλλο κόσμο. Τή μέρα ἡ πόλη κάτω ξαπλωνότανε στή θολή της νωχέλεια. Τή νύχτα συχνά λαμπυρίζουν μακρινά τά φῶτα. Στά Καλλίσια ὅμως δέν εἶχε ἠλεκτρικό. Κεριά καί λίγα καντήλια στό ἐκκλησάκι τήν ὥρα τοῦ Ἑσπερινοῦ ἀχνοφωτίζουν τίς ἐξίτηλες μορφές τῶν Ἁγίων καί τίς γυμνές πέτρες. Πετρόλαμπα φώτιζε τά λίγα κελλιά καί τό μικρό «ἀρχονταρίκι» πού τό ζέσταινε τόν χειμώνα αὐτοσχέδια σόμπα γιά καυσόξυλα. Μόνη τεχνολογική παρουσία ἔξω ἀπ’τά κελλιά: τεντωμένο σύρμα γιά κεραία ραδιοφώνου.
Τόν χειμώνα ὁ παπα- Πορφύριος φώλιαζε δίπλα στήν σόμπα. Τό καλοκαίρι περπατοῦσε ἔξω στό μικρό ὑψίπεδο μέ τά βράχια ἤ στά κηπάκια πού καλλιεργοῦσε στά χαμηλότερα ἀπάγγια τῆς Μονῆς. Ὅταν ὁ καιρός ἦταν καλός, ἐξομολογοῦσε στήν ἐκκλησία. Τότες, ὅπως ὅταν πρωτοπήγαμε, περιμέναμε ἔξω στήν αὐλή κάνοντας γνωριμίες μέ ἀνθρώπους πού βλέπαμε γιά πρώτη φορά, ἀλλά γρήγορα νιώθαμε μιά ἀπροσδόκητη φιλία καί τρυφερότητα στήν καρδιά μας. Ἰσως καί σάν συνδετικό στοιχεῖο νά λειτουργοῦσε ἡ ἐσωτερική ἀνάγκη καί κάποιος πόνος, πού μᾶς ὁδηγοῦσε ὅλους στά ὄρη, ὅπου περιμέναμε τή βοήθεια.
Ἡ πρώτη συνάντηση μέ τόν π. Πορφύριο ἦταν πολύ ἤρεμη καί φιλική. Χωρίς καμμία βλοσυρότητα ἤ κατήφεια, πού μποροῦσε νά φανταστεῖ κανείς ἀκούγοντας γιά Γέροντα ἀσκητή. Γαλήνιος καί συγκαταβατικός ἄκουγε αἰχμηρές ἀποκαλύψεις τῶν ἄστατων ψυχῶν, σάν νά ἦταν κοινές καθημερινές κουβέντες. Σάν νά ἦταν πράγματα πού ἤξερε. Μέ τήν πρώτη γνωριμία ὅλες οἱ ἐπιφυλάξεις διαλύθηκαν. Καμμιά ἀπάνθρωπη αὐστηρότητα. Μόνο φιλάδελφη ἀγάπη καί συγχωρητικότητα. Ἀκούει, προσεύχεται συνάμα μέ τό κομποσχοίνι, εὐλογεῖ καί συγχωρεῖ.
«Μεγάλο πρᾶγμα ὁ πνευματικός», θά μᾶς πεῖ ἀργότερα. «Γι’ αὐτό στήν Ὀρθοδοξία δέν ὑπάρχει ἀπελπισία. Δέν ὑπάρχει ἀδιέξοδο. Γιατί ὑπάρχει ὀ πνευματικός, πού ἔχει τή χάρη νά συγχωρεῖ. Νά λευτερώνει τούς προστρέχοντες, ἐναποθέτοντας στό πετραχήλι του τά βάρη τῆς ψυχῆς τους»
Τό ἱλαρό φῶς τῆς δύσης μακρυά στήν Πειραϊκή μαζί μέ τό λόγο τοῦ Γέροντα γαληνεύουν τίς τρικυμισμένες ψυχές.
 Στίς πολλές ἀναβάσεις πού ἀκολουθοῦν, δειλινά ἤ πρωϊνά, νύχτες καί μεσημέρια, κάθε φορά πού σφίγγεται ἡ καρδιά καί μοιάζει ὁ ὁρίζοντας κλειστός κι ὁ δρόμος ἀδιέξοδος, κάθε φορά πού παίρνουμε τό μονοπάτι μέ τίς αἰχμηρές πέτρες καί τά ἀνοιχτόχρωμα κυκλάμινα, κάθε φορά πού ὁ Παππούλης μᾶς περιμένει καί μᾶς ὑποδέχεται, γιά νά ξεφορτώσει τά βάρη ἀπό τίς καρδιές.
Ἕνα ἀπογευματινό ἀνοιξιάτικο τόν βρίσκουμε νά φροντίζει τίς φράουλες ξαπλωμένος σχεδόν στή γῆ. Διαλέγει φράουλες καί μᾶς προσφέρει νά γευτοῦμε τούς καρπούς τῆς γῆς. Καί κεῖ κουβεντιάζουμε. Χωρίς πολλές συμβουλές καί ἠθικολογίες τέμνει βαθειά τήν ψυχή καί ρίχνει τό βάλσαμο τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ. Ἀκτινοβολεῖ τέτοιες ὧρες καί λάμπει καί χαίρεται σάν παιδί. Μᾶς μιλάει ἀσταμάτητα γιά τήν εὐχή. Γιά τή νοερά προσευχή. Ἄλλοτε μᾶς λέει καί μᾶς ἐξηγεῖ τή σημασία τῆς εὐλογίας ἀπό τόν ἱερέα γιά τό χειροφίλημα. «Τό χέρι τοῦ ἱερέα!»λέει μέ θαυμασμό καί ἔκσταση. «Τί σπουδαῖο πρᾶγμα, ε! Τί μυστήριο!». Μιλάει ἁπλά καί ταπεινά τονίζοντας κι ἐπαναλαμβάνοντας πώς ξέρει πολύ λίγα γράμματα: «Δ΄ Δημοτικοῦ!». Κάποια βραδυά εἴχαμε συγκεντρωθεῖ μιά ὁμάδα μαζί μ’ ἕναν Ἁγιορείτη. Νύχτωσε. Ὁ καιρός ἦταν ἀνταριασμένος κι ἀπειλητικός. Ὅμως κοντά στόν Γέροντα καί γιά ὅσους ἀκόμη δέν ἦσαν μαθημένοι στήν σκοτεινή νύχτα τῆς φύσης, δέν ταραζότανε ἡ γαλήνη. Ὁ Γέροντας μιλοῦσε γιά την διαφορά τῆς ταπεινοφροσύνης ἀπό τό πλέγμα τῆς κατωτερότητας.
«Ὁ ταπεινός, ἔλεγε, δέν εἶναι μιά προσωπικότητα διαλυμένη. Ἔχει συνείδηση τῆς κατάστασής του ἀλλά δέν ἔχει χάσει τό κέντρο τῆς προσωπικότητάς του. Ξέρει τήν ἁμαρτωλότητά του, τή μικρότητά του καί δέχεται τίς παρατηρήσεις τοῦ πνευματικοῦ του, τῶν ἀδελφῶν του. Λυπᾶται ἀλλά δέν ἀπελπίζεται. Θάβεται, ἀλλά δέν ἐξουθενώνεται καί δέν ὀργίζεται. Ὁ κυριευμένος ἀπό τό πλέγμα κατωτερότητας ἐξωτερικά καί στήν ἀρχή μοιάζει μέ τόν ταπεινό. Ἄν ὅμως λίγο τόν θίξεις ἤ τόν συμβουλεύσεις, τότε τό ἀρρωστημένο ἐγώ ἐξανίσταται, ταράζεται, χάνει κι αὐτή τήν λίγη εἰρήνη πού ἔχει. Τό ἴδιο, ἔλεγε, συμβαίνει καί μέ τόν παθολογικά μελαγχολικό σέ σχέση μέ τόν μετανοοῦντα ἁμαρτωλό. «Ὁ μελαγχολικός περιστρέφεται κι ἀσχολεῖται μέ τόν ἑαυτό του καί μόνο. Ὁ ἁμαρτωλός πού μετανοεῖ κι ἐξομολογεῖται βγαίνει ἀπ’τόν ἑαυτό του. Αὐτό τό μεγάλο ἔχει ἡ πίστη μας, τόν ἐξομολόγο. Τόν πνευματικό. Ἔτσι καί τό ‘πες στό Γέροντα κι ἔλαβες συγχώρεση μή γυρνᾶς πίσω». Αὐτό τό τόνιζε πολύ. Νά μήν ξαναγυρνᾶ κανείς στά προηγούμενα ἀλλά νά προχωρᾶ. Μεγάλη σημασία ἔδινε ἐπίσης στή νηστεία χωρίς ἀκρότητες καί ὑπερβολές, ἀλλά ὑπογραμμίζοντας τήν καθαρτική της σημασία.
Οἱ συζητήσεις ὅμως μέ τόν π. Πορφύριο ἄγγιζαν ποικίλα θέματα. Μερικές φορές μάλιστα μᾶς προκαλοῦσε ἔκπληξη τό πλᾶτος τῶν ἐνδιαφερόντων του. Ἕνα καλοκαιριάτικο ἀπόγευμα βιαζόμαστε νά φύγουμε. Τοῦ εἶπα τόν λόγο: θά πηγαίναμε νά παρακολουθήσουμε μιά συναυλία στό Ἡρώδειο. Τό ἀνέφερα ἔτσι σχεδόν ἐπίτηδες, γιά νά δῶ τίς ἀντιδράσεις του. Ἔμεινα κατάπληκτος ὅταν καί τό μουσουργό ἤξερε καί τόν ἑρμηνευτή καί μοῦ μίλησε μέ πολύ εὔστοχες παρατηρήσεις. Ὁ Παππούλης τῆς Δ΄ Δημοτικοῦ! Ρώτησα ἐπίσης αὐτούς πού πήγαιναν παλαιότερα ἀπό ἐμένα καί ἤξεραν περισσότερες λεπτομέρειες γιά τόν Γέροντα, τί χρειαζόταν ἐκεῖ ἡ κεραία. Κι ἔμαθα ὅτι ὁ Γέροντας κάποτε καταγινότανε μέ τήν κατασκευή κάποιου εἴδους δέκτου μέ γαληνίτη. Τοῦ ἄρεσε ἐκτός ἀπό τήν καλλιέργεια τῆς γῆς –πού ἄλλωστε ἡ μεγάλη ἤδη ἡλικία του καί ἡ εὐαίσθητη ὑγεία του δέν τοῦ ἐπέτρεπαν νά ἀσχολεῖται –νά καταπιάνεται μέ τά τεχνικά.
 Ἀνάφερα κιόλας τήν δικῆς του ἔμπνευσης ξυλόσομπα, πού μᾶς μάζευε τίς χειμωνιάτικες μέρες μετά τήν ἐκκλησία κι ἀρχίζαμε ἀτέρμονες συζητήσεις περιμένοντας τήν ὥρα νά δεῖ ἕναν-ἕναν ὁ Γέροντας, ἐνῶ ἡ κυρά –Χαρίκλεια (ἡ σημερινή Γερόντισσα Πορφυρία), ἀδελφή τοῦ Γέροντα, μᾶς φρόντιζε μέ καφέ καί κάθε ἄλλο κέρασμα. Μαζευόντουσαν ἐκεῖ ἀδελφωμένοι θεολόγοι, κληρικοί, Ἕλληνες και Σέρβοι, δικαστές, φιλόσοφοι, γιατροί, παιδαγωγοί, καθηγητές, φοιτητές καί εἶχε μιά ζεστασιά ἡ συντροφιά, πού καί νά ἔσβηνε ἡ σόμπα δέν θα τό νιώθαμε.
Συχνά ρωτούσαμε τόν Γέροντα γιά ἀποφάσεις κι ἐπιλογές στή ζωή μας. Εἶχε πάντα μιά ἀπάντηση. Ἄλλοτε ἀναμενόμενη κι ἄλλοτε ἀναπάντεχη. Δέν συνιστοῦσε παραίτηση κι ἀπομάκρυνση ἀπό τίς δραστηριότητες. Κάθε ἄλλο. Ἐπέμενε ὅμως στόν ἁπλό τρόπο ζωῆς στήν ἐξοχή. Ἕνα περίπατο στό βουνό τό θεωροῦσε σπουδαία ψυχαγωγία.
 
Ὁ ἀείμνηστος Παναγιώτης Νέλλας τόν ρωτοῦσε συχνά γιά τήν ῾Σύναξη᾿ κι ἔπαιρνε τή σωστή ἀπάντηση.
Εἶναι γνωστό ὅτι ὁ π. Πορφύριος εἶχε διορατικό καί προορατικό χάρισμα. Πολλοί πήγαιναν νά ἐξομολογηθοῦν καί τούς ἀποκάλυπτε τίς πράξεις τους. Ὅμως τό χάρισμα αὐτό τό χρησιμοποιοῦσε μέ μεγάλη διάκριση καί γιά λόγους ποιμαντικούς.Ὅταν ἦταν ἀναγκαῖο. Σπάνια, ὅταν ἦταν σέ πολύ καλή διάθεση καί ἔκανε τούς μακρούς περιπάτους του γιά νά ξεκουραστεῖ λίγο, ρωτοῦσε μέ ἐκεῖνο τό καλοκάγαθο χαμόγελό του γιά τήν πατρίδα κάποιου τῆς συντροφιᾶς. Κι ἐνῶ δέν εἶχε πάει ὁ ἴδιος διέκοπτε καί συνέχιζε τήν περιγραφή.

Αὐτό τό χάρισμα ὅμως τοῦ προκαλοῦσε καί πολλές στεναχώριες. Πολλοί τό παραξήλωναν καί πήγαιναν σ’αύτόν χωρίς μετάνοια καί πίστη στόν Θεό, ἁπλᾶ καί μόνο ἀπό περιέργεια ἤ γιά νά πληροφορηθοῦν τά μέλλοντα. Ὁ Γέροντας φυσικά τηροῦσε τήν ἀνάλογη στάση. Κάποτε ὅμως κι ἄνθρωποι, πού ξεκινοῦσαν ἀπό τέτοιες «πονηρές» προθέσεις, ἔβρισκαν στό Γέροντα τήν πίστη καί τή σωτηρία τους. Ἄλλος πάλι πειρασμός ἦταν κάποιοι αἱρετικοί ἤ καί πλανεμένοι (γλωσσολαλίες κλπ.) Ὁ Γέροντας ἦταν κατηγορηματικός κι ἀνένδοτος σ’αὐτές τίς περιπτώσεις καί διεχώριζε ἀπερίφραστα τή θέση του, στηλιτεύοντας τήν πλάνη τους καί καταδικάζοντας τήν αἵρεση. Γιατί ὁ ἴδιος τόνιζε πάντα μόνη σωτήρια ὁδό τήν Ἐκκλησία καί ὄχι κάποιες «προσωπικές» ἤ ἄλλου ἀνάλογου εἴδους «κινήσεις» .
Ὁ π. Πορφύριος πρόσφερε τό λόγο τῆς σωτηρίας καί ἔδινε τήν ἀνάπαυση στίς ψυχές ὅλων ἁπλά χωρίς προκαθορισμένο πρόγραμμα, ὁμιλίες, «ἐκδηλώσεις» κτλ. Καθισμένος στά βράχια ἤ κατάχαμα μᾶς ἀποκάλυπτε μυστήρια κι ἀλήθειες. Μιλώντας γιά τή μεγάλη σημασία πού ἔχουν οἱ μετάνοιες καί δείχνοντάς μας τό σωστό τρόπο μέ τόν ὁποῖο πρέπει νά γίνεται ἡ «μετάνοια», μᾶς ἑρμήνευε τή σημασία τῆς μετοχῆς τοῦ σώματος στήν προσευχή καί τήν ἑνότητα τῆς ψυχοσωματικῆς ὑπόστασης τοῦ ἀνθρώπου.

Μά ἐκεῖνο πού φυσικά τόν ἔκανε νά λάμπει μέ παιδιάστικη χαρά ἦταν νά μιλάει γιά τήν νοερά προσευχή. Μέ τήν καθαρή, λίγο ἀδύναμη, φωνή του καί μέ μιά χαριτωμένη χειρονομία ὑπογραμμίζοντας ἔλεγε ἀργά μιά-μιά τίς λέξεις: «Κύριε, ἡμῶν, Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησον με». Καί πρόσθεσε κάποτε σέ μιά τέτοια συζήτηση: «Ἐμένα μοῦ ἔδωσε τή χάρη ὁ Θεός ν’ ἀσχοληθῶ πολύ μέ αὐτή τήν ἐργασία». «Ἐργασία» ὀνόμαζε τήν ἄσκησή του στήν καρδιακή προσευχή. «Αὐτή ἡ ἐργασία εἶναι πολύ χρήσιμη γιά ὅλους τούς πιστούς. Καθαρίζει τήν ψυχή καί κρατάει τό νοῦ». Στίς περισσότερες συζητήσεις κάτι θά ἔλεγε γιά τήν εὐχή. Ἀργότερα, ὅταν εἶχε πρόχειρα ἐγκαταβιώσει στό Μήλεσι τοῦ Ὠρωποῦ (πρίν ἀκόμη ἀνεγερθοῦν τό κτίρια τοῦ Ἡσυχαστηρίου) ὀνειρευότανε τή δημιουργία ἑνός χώρου κατάλληλου πού θά ἀφιερωνότανε στήν «ἐργασία αὐτή».
Τό σπουδαιότερο ὅμως ἔργο ἐτελεσιουργεῖτο μέσα στόν ἄδυτο χῶρο τῆς ψυχῆς τοῦ καθενός. Κι αὐτό μένει ἑρμητικά κλεισμένο, γνωστό μόνο στό Θεό καί σ’αὐτούς πού δέχονται τήν εὐεργετική αὔρα τῆς Θείας ἐνεργείας. Ἔτσι αὐτά δέν λέγονται καί δέν γράφονται. Ὅμως καί οἱ ἄλλοι βλέπουν κάποτε συγκλονιστικές ἀλλαγές σέ ἀνθρώπους, πού μοιάζουν νά ἔχουν φτάσει στό βάθος τῆς ἀβύσσου, νά μεταβάλλονται τώρα σέ τέκνα φωτός.
Τά τελευταῖα χρόνια ἦταν τίς περισσότερες ὧρες στό κρεββάτι. Ἄλλωστε ὅλη τή ζωή του ἦταν φιλάσθενος καί ἀδύναμος. Αὐτό ὅμως δέν τόν ἐμπόδιζε νά πηγαίνει συχνά, συχνότατα στό Ἅγιον Ὄρος καί μάλιστα στό δυσπρόσιτο τόπο τοῦ κελλιοῦ του. Οὔτε τόν ἐμπόδιζε ἀπό τό νά παλεύει συχνά μέ τούς δαίμονες σῶμα μέ σῶμα γιά νά ἐλευθερώσει τίς ψυχές βασανισμένων ἀνθρώπων, πού πρόστρεχαν ζητώντας τή βοήθειά του. Γαλήνιος πάντα, ὅταν δέν μποροῦσε σχεδόν νά μιλήσει, εὐλογοῦσε ἀπό τό κρεββάτι του καί ψιθύριζε πώς μᾶς σκέφτεται καί προσεύχεται γιά μᾶς.
Ὁ π. Πόρφύριος τώρα ἔφυγε γιά τόν Οὐρανό περνώντας ἀπ’τήν Πύλη τοῦ Οὐρανοῦ, τό Ἅγιον Ὄρος. Κι ἀπό κεῖ μᾶς εὐλογεῖ. Κι ἐμεῖς κρατᾶμε στήν καρδιά μας τήν ἱερή ἀνάμνησή του πολύτιμη παρακαταθήκη. Γαληνεύει ἡ ψυχή μας μέ τήν εἰκόνα ἐκείνη τῆς πραότητας καί τῆς εἰρήνης τοῦ κοντόσωμου μέ τό μαῦρο μάλλινο σκοῦφο Γερούλη, πού ὁ Θεός ἐχαρίτωσε στούς ἔσχατους τούτους καιρούς γιά νά στηρίξει τίς ψυχές τῶν συγχρόνων Ὀρθοδόξων.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου