Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Παρασκευή, 17 Μαρτίου 2017

Έναρξη της Επανάστασης στη Μάνη (17 Μαρτίου 1821) και Απελευθέρωση της Καλαμάτας (23 Μαρτίου 1821)

Έναρξη της Επανάστασης στη Μάνη (17 Μαρτίου 1821) και Απελευθέρωση της Καλαμάτας (23 Μαρτίου 1821)


Του Στράτη Δούνια, εκπαιδευτικού Σπάρτη
Στην τετραήμερη (26-29 Ιαν. 1821) σύσκεψη της Βοστίτσας (Αίγιο), στην οποία έλαβαν μέρος, εκτός από τα μέλη της Εφορίας Πελοποννήσου εξέχοντες προεστοί και ανώτεροι κληρικοί, είχαν αποφασιστεί ως κατάλληλες ημερομηνίες για την έναρξη της Επανάστασης, εκτός από την 25η Μαρτίου, η 23η Απριλίου, εορτή του Αγίου Γεωργίου, με ανώτατο χρονικό όριο την 21 Μαΐου, εορτή των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης.
Ακολούθησε η σύσκεψη στην αγγλοκρατούμενη Λευκάδα (Αγία Μαύρα), πιθανόν στις 30 Ιανουαρίου, όπου παραβρέθηκε, απεσταλμένος των Πελοποννησίων, ο Ηλίας Μαυρομιχάλης (γιος του Πετρόμπεη) ο οποίος για να μην κινήσει τις υποψίες των Άγγλων της Λευκάδας, παρουσιαζόταν ως καρβουνέμπορος. Ο Ηλίας Μαυρομιχάλης ανήγγειλε στα μέλη της σύσκεψης, ότι είχε προκαθοριστεί από την Αρχή η 25η Μαρτίου ως ημέρα έναρξης του Αγώνα. Μετέφερε επίσης το μήνυμα των Πελοποννησίων για τον γενικό ξεσηκωμό των Ελλήνων και την ανάγκη να φυλαχτούν από τους οπλαρχηγούς της Ρούμελης(Στερεάς Ελλάδας) όλες οι διαβάσεις, ώστε να καταστεί αδύνατη η κάθοδος τουρκικού στρατού στην Πελοπόννησο.
Στην Μάνη οι οικογένειες των Μούρτζινων (ή Τρουπάκηδων) και των Τζαννετάκηδων είχαν ταχθεί υπέρ της γρήγορης έναρξης της Επανάστασης.
Αντίθετα, ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης και οι συντηρητικοί πρόκριτοι της Καλαμάτας θεωρούσαν ότι μια αναβολή θα εξασφάλιζε τις απαραίτητες διαβεβαιώσεις και εγγυήσεις από την Ανώτατη Αρχή του Αγώνα. Ήδη, ο Χριστόφορος Περραιβός, Φιλικός, απεσταλμένος του Υψηλάντη, μετά τη σύσκεψη στο Ισμαήλιο, κατέβηκε δεύτερη φορά στη Μάνη με σκοπό να τους πείσει για την γρήγορη έναρξη της Επανάστασης και να τους προτρέψει να μεριμνήσουν για τις απαραίτητες προετοιμασίες. Εξάλλου, λίγο αργότερα, ο Παπαφλέσσας και ο Κολοκοτρώνης επιδίωξαν στη Μάνη, τους ίδιους με τον Περραιβό σκοπούς. Παρά ταύτα, ο Πέτρος Μαυρομιχάλης εξακολουθούσε να προβάλει τους ενδοιασμούς του, αφού δεν είχε ακόμα πληροφορηθεί τις διαθέσεις των Ρώσων έναντι της επικείμενης Ελληνικής Επανάστασης, σε μια περίοδο, μάλιστα, κατά την οποία η Ρωσία βρισκόταν σε ειρήνευση με την Τουρκία, οπότε ήταν εύλογες οι επιφυλάξεις του. Οπωσδήποτε, όμως, επειδή το κύρος του Πετρόμπεη και η επιρροή του στους κατοίκους της Μάνης ήταν καθοριστικά των εξελίξεων, έπρεπε να καμφθούν οι δισταγμοί του. 
Εν τω μεταξύ οι Φιλικοί της Κωνσταντινούπολης βοήθησαν το γιο του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη Γεώργιο να δραπετεύσει από τη φύλαξη των Τούρκων. Τον Γεώργιο Μαυρομιχάλη κρατούσαν οι Τούρκοι από καιρό όμηρο «ως εγγυητή της πατρικής πίστεως προς τον σουλτάνο».
Φτάνοντας στη Μάνη ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης, άρχισε ενθουσιωδώςς να διαδίδει τις επαναστατικές ιδέες, οι οποίες όμως έγιναν γνωστές στις τουρκικές αρχές. Η συμπεριφορά του αυτή επέτεινε την ενοχοποίηση του Πετρόμπεη, γιατί αυτός είχε ήδη διαπράξει απείθεια, καθώς δεν είχε συλλάβει τον Κολοκοτρώνη και τον Παπαφλέσσα, σύμφωνα με την διαταγή της τουρκικής διοίκησης. Επειδή, λοιπόν, είχε καταστεί ύποπτος, οι τουρκικές αρχές της Τριπολιτσάς παρήγγειλαν στον Πετρόμπεη να στείλει εκεί τον μικρό του γιο Αναστάσιο, ως εγγύηση της έμπιστης σχέσης του με τους Τούρκους, όπως και έκανε. Ύστερα από αυτό, οι υποψίες των Τούρκων μετριάστηκαν και φαίνεται πως παραιτήθηκαν προσωρινά από την αντικατάστασή του ως «μπάσμπογλου» που σχεδίαζαν. 
Με την έντονη παρουσία του Παπαφλέσσα, του Αναγνωσταρά και του Κολοκοτρώνη ο επαναστατικός αναβρασμός στη Μάνη ήταν ήδη έκδηλος από τις αρχές Μαρτίου. Οι Τούρκοι αντιλαμβάνονταν τον επικείμενο κίνδυνο και έστελναν τις οικογένειές τους στα κάστρα της περιοχής. 
Στην Καλαμάτα ο Τούρκος διοικητής Σουλεϊμάν Αρναούτογλου (έπαρχος, βοεβόδας) κάλεσε τους προκρίτους της πόλης και τους έκανε γνωστές τις ανησυχίες του. Για να τον εξαπατήσουν, κάποιοι από τους προκρίτους δεν δίστασαν να παραδώσουν τα παιδιά τους ως ομήρους στις τοπικές τουρκικές αρχές. Τους έπεισαν μάλιστα ότι στην περιοχή δρούσαν δήθεν επικίνδυνοι ληστές, φήμες που διέδιδε επίτηδες ο Παπαφλέσσας, και επειδή δεν επαρκούσε η τουρκική φρουρά των 150 στρατιωτών για την προστασία της Καλαμάτας τους έλεγαν πως ήταν δήθεν ανάγκη να ζητηθεί ενίσχυση από τη Μάνη. Με βάση οικογενειακές παραδόσεις και κάποια αρχειακά στοιχεία που δεν μπορούν να τεκμηριωθούν με ασφάλεια  «εις επιτηδείους ενεργείας του Ιωάννη Κυριακού [προύχοντα της Καλαμάτας] ωφείλετο η πρόσκλησις του Πετρόμπεη και των Μανιατών, δήθεν προς τήρησιν της τάξεως…»
Ήταν μέσα του Μάρτη, όταν έφτασε στο λιμάνι του Αλμυρού ένα πλοίο φορτωμένο με πολεμοφόδια, με ευθύνη των Φιλικών της Σμύρνης. Ο Παπαφλέσσας ανέθεσε στον Νικήτα Σταματελόπουλο(Νικηταρά) και στον Αναγνωσταρά την επικίνδυνη αποστολή της μεταφοράς του φορτίου από το πλοίο σε επιλεγμένους προορισμούς (Καλαμάτα και Μάνη). Πρώτα, βέβαια, έπρεπε το φορτίο να εκτελωνιστεί κατόπιν σχετικής άδειας του Πετρόμπεη. Μόνο, όμως, με τέχνασμα, ο Παπαφλέσσας κατάφερε να πείσει τον Πετρόμπεη για την παροχή της άδειας εκτελωνισμού, διατρέχοντας τον κίνδυνο ο Πετρόμπεης να εκτεθεί στους Τούρκους, αν αποκαλυπτόταν το είδος του φορτίου, δηλαδή το πολεμικό υλικό. 
Ο Τούρκος διοικητής της Καλαμάτας Αρναούτογλου πληροφορήθηκε ότι ένοπλοι χωρικοί μεταφέρουν το φορτίο του πλοίου, αλλά οι πρόκριτοι της Καλαμάτας τον καθησύχαζαν, με την δικαιολογία ότι οι χωρικοί αυτοί μεταφέρουν λάδι, και οπλοφορούν για το φόβο των ληστών.
Ήρθε ο καιρός που ο Αρναούτογλου αποφάσισε να ζητήσει στρατιωτική βοήθεια από τον Πετρόμπεη. Εν τω μεταξύ οι καπεταναίοι της Μάνης που είχαν συγκεντρωθεί στις Κιτριές, είχαν ήδη πείσει τον Πετρόμπεη να ηγηθεί του Αγώνα. Το σύνθημα πλέον είχε δοθεί, και στις 17 Μαρτίου 1821 «σύμφωνα με ορισμένη πληροφορία, στον ναό των Ταξιαρχών, στην Αρεόπολη, έγινε δοξολογία για την Επανάσταση». (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. ΙΒ, σ. 89).
Πριν από αρκετά χρόνια καθιερώθηκε ο εορτασμός στην Αρεόπολη της 17ης Μαρτίου ως ημέρας έναρξης της Επανάστασης, απ’ αυτή την κωμόπολη και πρωτεύουσα της Μάνης «σύμφωνα με τον συγκεκριμένο προσδιορισμό 17 Μαρτίου, που εγράφη από τον Ι.Θ. Κολοκοτρώνη και εσυνδυάστη με τις τοπικές παραδόσεις.» (Κατσουλιέρης Α., Ιστορία της Μάνης, σ. 449). Η ιστοριογραφία, βεβαία δέχεται ως αφετηρία της Επανάστασης την έναρξη των πολεμικών συγκρούσεων κι όχι το χρόνο που πάρθηκαν αποφάσεις από κάποιες συνελεύσεις για την εμπλοκή σε επαναστατικές πράξεις. Ωστόσο ουσιώδες και ανεπίδεκτο αμφιβολίας είναι ότι «άνευ της Μάνης δεν θα εκηρύσσετο επανάστασις ούτε εις την Μεσσηνίαν, ούτε εις ολόκληρη την Πελοπόννησον, και οι Μανιάται αρχηγοί μετά των δυνάμεών των δεν επρωτοστάτησαν απλώς, αλλ’ υπήρξαν οι κύριοι παράγοντες των επαναστατικών γεγονότων της Καλαμάτας.» (Δασκαλάκης, Η έναρξις της Επανάστασης εις την Λακωνίας, Λακωνική Σπουδαί, Β’, σ. 17)
Μετά λοιπόν, απ’ τη συνεννόηση των προκρίτων της Μάνης να λάβουν τα όπλα, ο Κολοκοτρώνης, που βρισκόταν στη Μάνη, «εφανέρωσε την απόφασιν ταύτη εις στους Αναγνωσταράν, Φλέσσαν και λοιπούς, όντας παρασκευασμένους δια τον σκοπόν αυτόν», σύμφωνα με την αφήγηση του Ι.Θ. Κολοκοτρώνη.
Στις 20 Μαρτίου, φτάνει στην Καλαμάτα σώμα από 150 Μανιάτες υπό τον Ηλία Μαυρομιχάλη, για την προστασία δήθεν της Καλαμάτας από ληστρικές επιδρομές, όπως προαναφέρθηκε. Ο Ηλίας Μαυρομιχάλης συνέστησε στον Αρναούτογλου να ζητήσει από τον Πετρόμπεη πρόσθετες ενισχύσεις ενόπλων Μανιατών για την προστασία της πόλης. Ο Τούρκος διοικητής χωρίς να υποψιαστεί ακόμη την απάτη, ζήτησε απ’ τη Μάνη τις νέες «αναγκαίες» ενισχύσεις. Ο Πετρόμπεης ήταν έτοιμος να ηγηθεί «των σπαρτιατικών δυνάμεων». 
Έτσι, στις 22 Μαρτίου 1821, ξεκινούν από τη Μάνη 2000 ένοπλοι της «Δυτικής Σπάρτης» υπό τον Ι.Θ. Κολοκοτρώνη, τους Μούρτζινους, τους Κυβέλους, τους Χρηστέηδες και τον Παναγιώτη Βενετζανάκο, φτάνουν στην Καλαμάτα τα χαράματα της 23ης Μαρτίου και στρατοπεδεύουν στους λόφους πλησίον της πόλης. Ταυτόχρονα καταφτάνουν ο Παπαφλέσσας, ο Νικηταράς και ο Αναγνωσταράς και καταλαμβάνουν την άλλη πλευρά της Καλαμάτας. Την ίδια μέρα, 23 Μαρτίου, ήλθαν στην Καλαμάτα και πολλοί άλλοι οπλαρχηγοί της Μάνης και άλλων γειτονικών περιοχών, με τις δυνάμεις τους, κι ανάμεσά τους ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης.
Είχαν πλέον συγκεντρωθεί περί την Καλαμάτα, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις απομνηματογράφων, περισσότεροι από 5000 οπλοφόροι Μανιάτες, Μεσσήνιοι, Ανδρουτσιανοί, Γαραντζαίοι, Πισινοχωρίτες και Σαμπατζιώτεςαπό τις επαρχίες Λεονταρίου.
Ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης σκόπευε η εισβολή και η κατάληψη της Καλαμάτας να γίνει αναίμακτα, κι οπωσδήποτε να κρατηθεί ο βοεβόδας Αρναούτογλου, επίσημος Τούρκος με ισχυρούς συγγενείς στην Τριπολιτσά, καθώς και άλλοι εξέχοντες Τούρκοι, ώστε να τους ανταλλάξει με το γιο του Αναστάση, όπως και με πρόκριτους που κρατούνταν όμηροι της τουρκικής διοίκησης στην Τριπολιτσά.
Με την παρουσία των ελληνικών στρατευμάτων στην Καλαμάτα, ο Αρναούτογλου κατάλαβε πλέον τι είχε συμβεί. Γι’ αυτό δοκίμασε να φύγει για την Τριπολιτσά, αλλά ο Νικηταράς και ο Κεφαλάς είχαν ήδη αποκλείσει όλα τα περάσματα προς το κέντρο της Πελοποννήσου.
Συγκεντρώθηκαν τότε όλοι οι Τούρκοι φρουροί της Καλαμάτας, όχι περισσότεροι από 150, στα οχυρά οικήματα της πόλης για να αντιτάξουν άμυνα. Ο Θ. Κολοκοτρώνης, στα απομνημονεύματά του, λέει ότι «100 ήταν οι Τούρκοι μεινεμένοι, ως 10.000 η φήμη τους.», θέλοντας έτσι να παραστήσει τη μαχητικότητά τους. Ο Ηλίας Μαυρομιχάλης τότε, συνέστησε στον Αρναούτογλου να παραδοθεί, γιατί κάθε αντίσταση θα ήταν μάταιη.
Φαίνεται πιθανό, χωρίς αυτό να προκύπτει από γνωστές πηγές, ότι ο Αρναούτογλου σε κάποια φάση των εξελίξεων, να ζήτησε άσυλο στο σπίτι του πρόκριτου της Καλαμάτας Ιωάννη Κυριακού, όπου τον επισκέφτηκαν ο Πετρόμπεης, ο Παπαφλέσσας και ο Νικηταράς για να του αναγγείλουν την έναρξη της επανάστασης και να απαιτήσουν την παράδοση της πόλης. Κατ’ άλλη εκδοχή «Την δε 23 Μαρτίου ιδών ο βοεβόδας την πληθύν των συναθροισθέντων εν Καλαμάτα οπλοφόρων και απελπισθείς διέταξε τον Μπελούκμπασήν του(=πολιτάρχη της διοικήσεώς του) Κοκκίνην, όστις επελθών εις το κατάστημα όπου ήσαν συνηγμένοι οι αρχηγοί των οπλοφόρων Ελλήνων, ο Π. Μαυρομιχάλης και λοιποί, έδωκεν εις αυτούς τον χαιρετισμόν κατά τον συνήθη οθωμανικόν αγέρωχον τρόπον, καθήσας δε εις απλούν σκαμνίον πλησίον του Νικηταρά, και αποτανθείς προς τον Π. Μαυρομιχάλην και λοιπούςείπεν ως παρά του βοεβόδα αποσταλείς: “ο αγάς σας χαιρετά και ερωτά, να τον ειπήτε, τι πράγματα είναι αυτούνα όπου κάνετε, και τι κλεφτοδουλειές, όπου μ’αυτές θα χάσετε τον ραγιά του βασιλιά, και στην αφεντιά σας ετούτα τα πράγματα δε θα εύγουν σε καλό.”»(Φραντζής Αμβρόσιος, Α, σ.331, κληρικός, αγωνιστής της επανάστασης).
Ανεξάρτητα από κάποιες ιστορικές λεπτομέρειες και εκδοχές μερικών συμβάντων, ο Τούρκος διοικητής, στις 23 Μαρτίου 1821 παρέδωσε την Καλαμάτα και τον τουρκικό οπλισμό με επίσημο πρωτόκολλο. Η Καλαμάτα είχε απελευθερωθεί αμαχητί. Πολύ επιγραμματικά ο Θ. Κολοκοτρώνης μιλάει για το γεγονός: «Εις τας 23 Μρτίου επιάσαμε τους Τούρκους εις την Καλαμάταν, τον Αρναούτογλην, σημαντικόν Τούρκον της Τριπολιτσάς. Είμεθα 2.000 Μανιάτες, ο Πετρόμπεης, ο Μούρτζινος, Κυβέλος, Δυτική Σπάρτη.»(Απομνημονεύματα, εκδ. Τολίδη, x.x., σ. 146).
Κατόπιν, κοντά στις όχθες του ποταμού Νέδωνος, στον περίβολο της εκκλησίας των Αγίων Αποστόλων(ναός Βυζαντινός του 12ου αι. κατά το ανατολικό τμήμα του και κατά το υπόλοιπο δυτικό της Β’ Ενετοκρατίας) «μέσα σε μια πανηγυρική ατμόσφαιρα ενώ αντηχούσαν οι χαρούμενες κωδωνοκρουσίες των εκκλησιών και οι θριαμβευτικές αρχές των Ελλήνων, 24 ιερείς και ιερομόναχοι ευλόγησαν, ύστερα από μια συγκινητική δοξολογία, τις ελληνικές σημαίες και όρκισαν τους αγωνιστές»(Ιστορία το Ελληνικού Έθνους, ο.π.π., σ. 90.). Ο Θ. Κολοκοτρώνης πάλι, αφηγείται συγκινητικά: «είχαν μιαν προθυμίαν οι Έλληνες, όπου όλοι με τας εικόνες έκαναν δέησι και ευχαριστήσεις. Μου ήρχετο τότε να κλαύσω…από την προθυμίαν όπου έβλεπα. Ιερείς έκαναν δέησι. Εις τον ποταμόν της Καλαμάτας ανασπαστήκαμε και εκινήσαμε.»(Απομνημονεύματα, α.π.π.,σ.146).
Την ίδια ημέρα, 23 Μαρτίου 1821, ακολούθησε συγκέντρωση των οπλαρχηγών και αποφασίστηκε η συγκρότηση της «Μεσσηνιακής Γερουσίας», επαναστατικής επιτροπής που ανέλαβε την καθοδήγηση και το συντονισμό του Αγώνα. Στον Πέτρο Μαυρομιχάλη αποδόθηκε τιμητικά ο τίτλος του αρχιστράτηγου των Σπαρτιατικών δυνάμεων.
Είναι αξιοσημείωτη η πρώτη πράξη της Μεσσηνιακής Γερουσίας, στις 23 Μάρτη πάλι, δηλαδή η σύνταξη μιας προκήρυξης με προειδοποιητικό χαρακτήρα προς τις Ευρωπαϊκές Αυλές αλλά και γνωστοποίηση προς τους Χριστιανικούς λαούς ότι το Ελληνικό Έθνος απεφάσισε, ύστερα από αιώνων ανυπόφορης δουλείας, να αποτινάξει τον τουρκικό ζυγό και σ’ αυτόν τον Αγώνα ζητείται η βοήθειά τους. (Το πρωτότυπο της προκήρυξης αυτής βρίσκεται στα αρχεία του Υπουργείου των Εξωτερικών της Μεγάλης Βρετανίας-δημοσιευμένη).
Στην ίδια σύσκεψη συζητήθηκαν οι επόμενες επαναστατικές δράσεις. Ο Θ. Κολοκοτρώνης πρότεινε όλο το ελληνικό στράτευμα της Καλαμάτας(περίπου 5.000 άνδρες) να κατευθυνθεί προς το εσωτερικό της Πελοποννήσου για να γενικεύσουν την επανάσταση αλλά και να ανακόψουν τις τουρκικές μετακινήσεις από τις επαρχίες προς την Τριπολιτσά. Ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης και οι Μεσσήνιοι υποστήριξαν ότι πρέπει πρώτα να απαλλαγούν από τους Τούρκους που είχαν κλειστεί στα κάστρα της Μεθώνης και της Κορώνης, για να εκλείψει ο κίνδυνος για τους κατοίκους των περιοχών, «δια να μην βάλουν σπαθί οι Τούρκοι εις τους Χριστιανούς», κατά την έκφραση του Γέρου του Μοριά. Παρά ταύτα, ο Κολοκοτρώνης επέμενε στην άποψή του: «Εάν μου δώσετε βοήθεια από τούτο το στράτευμα(εν. τους 5.000 εισβολείς στην Καλαμάτα), καλώς, ειμή αναχωρώ να υπάγω εις το κέντρον(εν. την Τρίπολη).» Και συνεχίζει: «Είχα λάβει γράμμα από τον Κανέλλο, μ’ επροσκαλούσε, ότι είχε 10.000 άρματα, και να έμβω επικεφαλής. Του Μούρτζινου αρρώστησε το παιδί του, ο Διονύσιος, και έτσι δεν εκίνησαν όλοι οι Μανιάται. Έλαβα 200 από αυτόν και 70 από τον Μπέη με τον καπετάν Βοϊδή και με 30 εδικούς μου εγενήκαμε 300, και έκοψα ευθύς δύο σημαίες με σταυρό και εκίνησα.»(Απομνημονεύματα, ο.π.π., σ. 146). Ο Βοϊδής που μνημονεύει ο Κολοκοτρώνης (Μαυρομιχάλης Πιέρρος Βοϊδής), υπήρξε  σημαντικός αγωνιστής της Επανάστασης, στρατηγός, και «έπεσε μαχόμενος εις το Μανιάκι μετά τον αρχιμανδρίτην Φλέσσαν»(Φωτάκος, Βίοι Πελοποννησίων ανδρών, σ. 130). 
Αποφασίστηκε, λοιπόν, τελικά, ο Πετρόμπεης με τους πιο ηλικιωμένους προεστούς(ο ίδιος ήταν τότε 56 ετών), Καπετανάκηδες, Πατριάρχες κ.ά., να παραμείνουν στην Καλαμάτα για τον συντονισμό των επιχειρήσεων, τον ανεφοδιασμό των στρατοπέδων και την «τήρησιν της τάξεως» στην πόλη, καθώς έλεγαν. Άλλοι οπλαρχηγοί θα αναλάμβαναν την πολιορκία των μεσσηνιακών κάστρων. Ο δε Κολοκοτρώνης πράγματι, την επόμενη της απελευθέρωσης της Καλαμάτας, στις 24 Μαρτίου 1821, σύμφωνα με την ίδια απόφαση, ξεκίνησε για την Αρκαδία και έφτασε την ίδια ημέρα στον πρώτο τους σταθμό, στη Σκάλα. Εκεί ήρθαν και ο Αναγνωσταράς, ο Π. Κεφάλας και ο Παπαφλέσσας. Με τις υπογραφές του Κολοκοτρώνη και του Παπαφλέσσα στάλθηκε στους κατοίκους της Αρκαδίας μία επιστολή που είχαν ήδη συντάξει την προηγούμενη ημέρα στην Καλαμάτα, αφού φέρει ημερομηνία 23 Μαρτίου, στην οποία έλεγαν: «Η ώρα έφθασε, το στάδιον της δόξης και της ελευθερίας ηνοίχθη. Τα πάντα είναι δικά μας, και ο Θεός του παντός μεθ’ ημών έσεται . μη πτοηθήτε εις το παραμικρόν…»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου