Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.
Σάββατο, Απριλίου 16, 2011
16 Απριλίου Συναξαριστής
Ἀνάστασις τοῦ Λαζάρου,Τῶν Ἁγίων Μαρτύρων Ἀγάπης, Εἰρήνης καὶ Χιονῖας, τῶν Ἁγίων Μαρτύρων Φήλικος Ἐπισκόπου, Ἰανουαρίου πρεσβυτέρου, Σεπτεμίνου καὶ Φουρτουνάτου, τῶν Ἁγίων Μαρτύρων ἐν Κορίνθῳ Λεωνίδου, Βασιλίσσης, Γαλήνης, Θεοδώρας, Καλλίδος, Νίκης, Νουνεχίας καὶ Χαριέσης, Εἰρήνης Παρθενομάρτυρος, τῶν Ἁγίων Ὁμολογητῶν Ἀγάθωνος, Εὐτυχίας, Κασίας καὶ Φιλίππας, Ἰωάννου τοῦ διὰ Χριστὸν σαλοῦ, Μιχαὴλ Βουρλιώτου Νεομάρτυρος, Χριστοφόρου Ὁσιομάρτυρος, Χριστοδούλου καὶ Ἀναστασίας Νεομαρτύρων, Θεοδώρας-Βάσσης Ὁσίας, Σύνακη Ὑπεραγίας Θεοτόκου τῆς Γεσθημανῆ, Σύναξη Ὑπεραγίας Θεοτόκου τοῦ Ταμπώφ, Ἀμβροσίου Ὁμολογητοῦ.
Ἀνάστασις τοῦ Λαζάρου
Αυτό το Σάββατο τιμάμε την υπό του Χριστού Ανάσταση του φίλου Του Λαζάρου.
Αναγράφει το «Ωρολόγιο»: «Ο Λάζαρος ήταν φίλος του Χριστού και οι αδελφές του Μάρθα και Μαρία που τον φιλοξένησαν πολλές φορές (Λουκ. ι΄, 38-40, Ιωαν. ιβ΄, 1-3) στη Βηθανία κοντά στα Ιεροσόλυμα περίπου δύο μίλια. Λίγες μέρες προ του πάθους του Κυρίου ασθένησε ο Λάζαρος και οι αδελφές του ενημέρωσαν σχετικά τον Ιησού που τότε ήταν στη Γαλιλαία να τον επισκεφθεί. Ο Κύριος όμως επίτηδες καθυστέρησε μέχρι που πέθανε ο Λάζαρος, οπότε είπε στους μαθητές του πάμε τώρα να τον ξυπνήσω. Όταν έφθασε στη Βηθανία παρηγόρησε τις αδελφές του Λάζαρου που ήταν πεθαμένος τέσσερις μέρες και ζήτησε να δει το τάφο του.
Όταν έφθασε στο μνημείο, δάκρυσε και διέταξε να βγάλουν την ταφόπλακα. Τότε ύψωσε τα μάτια του στον ουρανό, ευχαρίστησε τον Θεό και Πατέρα και με μεγάλη φωνή είπε: Λάζαρε, βγες έξω. Αμέσως βγήκε έξω τυλιγμένος με τα σάβανα ο τετραήμερος νεκρός μπροστά στο πλήθος που παρακολουθούσε και ο Ιησούς ζήτησε να του λύσουν τα σάβανα και να πάει σπίτι του. (Ιωαν. ια΄,44)
Αρχαία παράδοση λέγει ότι τότε ο Λάζαρος ήταν 30 χρονών και έζησε άλλα 30 χρόνια. Τελείωσε το επίγειο βίο του στην Κύπρο το έτος 63 και ό τάφος του στην πόλη των Κιτιέων έγραφε: «Λάζαρος ο τετραήμερος και φίλος του Χριστού».
Το έτος 890 μετακομίσθηκε το ιερό λείψανό του στην Κωνσταντινούπολη από τον αυτοκράτορα Λέοντα το σοφό, ο οποίος συνέθεσε τα ιδιόμελα στον εσπερινό του Λαζάρου: Κύριε, Λαζάρου θέλων τάφον ιδείν, κλπ».
Χαρακτηριστικό της μετέπειτας ζωής του Λαζάρου λέγει η παράδοση, ήταν ότι δεν γέλασε ποτέ παρά μια φορά μόνο όταν είδε κάποιο να κλέβει μια γλάστρα και είπε την εξής φράση: Το ένα χώμα κλέβει το άλλο.
Η Ανάσταση του Λαζάρου επέτεινε το μίσος των Εβραίων που μόλις την έμαθαν ζήτησαν να σκοτώσουν τον Λάζαρο και το Χριστό.
Το απολυτίκιο της ημέρας είναι: «Θέλοντας Χριστέ και Θεέ μας να δείξεις, προ της σταυρικής Σου Θυσίας, ότι είναι βέβαιο πράγμα η ανάσταση όλων των νεκρών, ανέστησες εκ νεκρών τον Λάζαρον. Για τούτο και εμείς, μιμούμενοι τα παιδιά που σε υποδέχθηκαν κατά την είσοδό Σου στην Ιερουσαλήμ, κρατούμε στα χέρια μας τα σύμβολα της νίκης, τα βάγια και βοώμε προς Εσένα, τον νικητή του θανάτου: Βοήθησέ μας και σώσε μας, Συ που ως Θεός κατοικείς στα ύψιστα μέρη του ουρανού, ας είσαι ευλογημένος Συ, που έρχεσαι απεσταλμένος από τον Κύριο!»
Αυτή τη μέρα δεν γίνονται μνημόσυνα με κόλλυβα, σε ανάγκη μόνο απλό Τρισάγιο.
(Αρχιμ. Επιφ. Θεοδωρόπουλος - Περίοδος Τριωδίου)
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’.
Τὴν κοινὴν Ἀνάστασιν πρὸ τοῦ σοῦ πάθους πιστούμενος, ἐκ νεκρῶν ἤγειρας τὸν Λάζαρον Χριστὲ ὁ Θεός· ὅθεν καὶ ἡμεῖς ὡς οἱ παῖδες, τὰ τῆς νίκης σύμβολα φέροντες, σοὶ τῷ νικητῇ τοῦ θανάτου βοῶμεν· Ὠσαννὰ ἐν τοῖς ὑψίστοις, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος, ἐν ὀνόματι Κυρίου.
Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τὰ ἄνω ζητῶν.
Ἡ πάντων χαρά, Χριστὸς ἡ ἀλήθεια, τὸ φῶς ἡ ζωή, τοῦ κόσμου ἡ ἀνάστασις, τοῖς ἐν γῇ πεφανέρωται, τῇ αὐτοῦ ἀγαθότητι, καὶ γέγονε τύπος τῆς Ἀναστάσεως, τοῖς πᾶσι παρέχων θείαν ἄφεσιν.
Μεγαλυνάριον.
Ἤγειρας Σωτήρ μου ἐκ τῶν νεκρῶν, Λάζαρον σὸν φίλον, τετραήμερον ὡς Θεός· ὅθεν Ἰουδαίων, ἐξέστησαν οἱ δῆμοι, τῆς δόξης σου Σωτήρ μου, τὸ μεγαλούργημα.
Οἱ Ἁγίες Ἀγάπη, Εἰρήνη καὶ Χιονὶα οἱ Μάρτυρες
Οἱ Ἁγίες Ἀγάπη, Εἰρήνη καὶ Χιονὶα μαρτύρησαν ἐπὶ αὐτοκράτορα Διοκλητιανοὺ (284-305 μ.Χ.) στὴ Θεσσαλονίκη, τὸ ἔτος 304 μ.Χ. Στὸ Συναξάρι μαρτυρεῖται ὅτι οἱ τρεῖς ἀδελφές, πιθανῶς ἐνεργὰ μέλῃ μιᾶς ἀδελφότητας νέων Χριστιανῶν μὲ πλούσια βιβλιοθήκη, κατέφυγαν ἀμέσως μετὰ τὴν ἔναρξη τοῦ διωγμοῦ σὲ ὑψηλὸ ὄρος πλησίον τῆς Θεσσαλονίκης, πιθανῶς τὸ Χορτιάτη, ἀφοῦ ἔκρυψαν στὸ σπίτι τους τὰ βιβλία. Ἡ Ἀγάπη καὶ ἡ Χιονία, μετὰ ἀπὸ ἐντολὴ τοῦ διοικητοῦ Δουλκιτίου, ρίχθηκαν στὴν πυρά. Ἡ Ἁγία Εἰρήνη κλείσθηκε σὲ πορνεῖο, ἀλλὰ κανένας δὲν τόλμησε νὰ τὴν ἐνοχλήσει. Ὁδηγήθηκε καὶ αὐτὴ στὸν διὰ πυρᾶς θάνατο.
Τὰ ἱερὰ λείψανα ποὺ ἀπέμειναν ἀπὸ τὴν πυρὰ συνελέγησαν ἀπὸ εὐλαβεῖς Χριστιανοὺς καὶ ἐνταφιάσθηκαν δυτικὰ τῆς πόλεως, σὲ μικρὴ ἀπόσταση ἀπὸ τὰ τείχη. Ἐκεῖ ἀνεγέρθηκε ἕνας ναΐσκος στὴν ἀρχή, ποὺ ἀργότερα ἔγινε μεγαλύτερος. Στὶς Διηγήσεις τῶν Θαυμάτων τοῦ Ἁγίου Δημητρίου ἀναφέρεται ὡς τὸ «σεβάσμιον τέμενος» τῶν τριῶν Ἁγίων Μαρτύρων Χιονῖας, Εἰρήνης καὶ Ἀγάπης.
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Ὡς αὐτάδελφοι Κόραι καὶ οὐρανόφρονες, πρὸς εὐσέβειας ἀγῶνας ὁμονοούσαι καλῶς, τὸν ἀρχέκακον ἐχθρὸν κατεπαλαίσατε, Χιονὶα ἡ σεμνή, σὺν Ἀγάπη τὴ κλυτή, Εἰρήνη ἡ πανολβία. Καὶ νῦν Χριστὸν δυσωπεῖτε, ἐλεηθήναι τᾶς ψυχᾶς ἠμῶν.
Οἱ Ἅγιοι Φήλικας Ἐπίσκοπος, Ἰανουάριος ὁ πρεσβύτερος, Σεπτεμίνος καὶ Φουρτουνάτος οἱ Μάρτυρες
Οἱ Ἅγιοι Ἱερομάρτυρες Φήλικας, Ἐπίσκοπος τῆς πόλεως Σπολέτο τῆς Ἰταλίας, Ἰανουάριος ὁ πρεσβύτερος καὶ οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες Σεπτεμίνος καὶ Φουρτουνάτος ἄθλησαν κατὰ τοὺς χρόνους τῶν αὐτοκρατόρων Διοκλητιανοῦ (284-305 μ.Χ.) καὶ Μαξιμιανοὺ (285-305 μ.Χ.).
Κατὰ τὸ ὄγδοο ἔτος τῆς βασιλείας αὐτῶν, τὸ ἔτος 294 μ.Χ., ἐκδόθηκε διάταγμα νὰ καοῦν ὅλα τὰ βιβλία τῶν Χριστιανῶν σὲ ὅλη τὴν ἐπικράτεια τῆς Ρωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας.
Τότε λοιπὸν ἀπεστάλη στὴν πόλη τοῦ Τουβουκιᾶν τῆς Λυκαονίας τῆς Μικρᾶς Ἀσίας ὁ ἡγεμόνας Μαριανὸς ἢ Μαγνιανός, γιὰ νὰ καταστήσει γνωστὴ τὴν ἀπόφαση καὶ διαταγὴ τῶν βασιλέων. Ὁ εἰδωλολάτρης ἡγεμόνας ζήτησε ἀπὸ τὸν Ἐπίσκοπο Φήλικα καὶ τὸν πρεσβύτερο Ἰανουάριο νὰ τοῦ παραδώσουν τὰ ἱερὰ βιβλία τῶν Χριστιανῶν καὶ ἀνέγνωσε σὲ αὐτοὺς τὸ διάταγμα. Ὅμως ὁ Ἐπίσκοπος Φήλικας ἀποκρίθηκε σὲ αὐτήν: «Εἶναι γραμμένο, ἄρχοντα, στὴν Ἁγία Γραφή. Μὴ δίνεται τὰ ἅγια στὰ σκυλιά, οὔτε νὰ ρίχνεται μπροστὰ στοὺς χοίρους τὰ μαργαριτάρια». Καὶ ἀρνήθηκε νὰ παραδώσει τὰ ἱερὰ βιβλία.
Μετὰ τὴν ἀπάντηση αὐτὴ ὁ ἄρχοντας ἔκλεισε στὴ φυλακὴ τὸν Ἅγιο Φήλικα καὶ τὸν ἄφησε χωρὶς τροφὴ καὶ νερὸ ἐπὶ τρεῖς ἡμέρες. Ἔπειτα τὸν ἔβγαλε ἀπὸ τὴν φυλακὴ καὶ προσπάθησε νὰ τὸν πείσει νὰ ὑπακούσει στὸ βασιλικὸ πρόσταγμα. Ὁ Ἅγιος ὅμως δὲν πείσθηκε. Τότε ὁ ἄρχοντας ἀφοῦ ἔδεσε καὶ αὐτὸν καὶ ἄλλους τρεῖς Ἁγίους, δηλαδὴ τὸν πρεσβύτερο Ἰανουάριο, τὸν Φουρτουνάτο καὶ τὸν Σεπτεμίνο, τοὺς ἔστειλε στὸν ἀνθύπατο, ὁ ὁποῖος τοὺς φυλάκισε καὶ μετὰ ἀπὸ ἕνδεκα ἡμέρες τοὺς ἔστειλε στὸν ἔπαρχο τοῦ πραιτωρίου. Ἐκεῖνος τοὺς ἔριξε σὲ μία ζοφερὴ φυλακὴ καὶ στὴν συνέχεια ἁλυσοδεμένους τοὺς ἔβαλε σὲ πλοῖο μὲ προορισμὸ τὴν πόλη Ταυρομένιον. Μετὰ ἀπὸ περιπετειῶδες καὶ βασανιστικὸ ταξίδι ἔφθασαν στὴν πόλη τῶν Αἰλούρων. Ὁ ἔπαρχος τοὺς ἔλυσε ἀπὸ τὰ δεσμὰ καὶ τοὺς προέτρεψε νὰ παραδώσουν τὰ βιβλία τους καὶ νὰ θυσιάσουν στὰ εἴδωλα. Οἱ Ἅγιοι μὲ πνευματικὴ ἀνδρεία παρέμειναν ἀκλόνητοι στὴν πίστη τους. Γιὰ τὴν ἄρνησή τους αὐτὴ καταδικάσθηκαν στὸν διὰ ἀποκεφαλισμοῦ θάνατο καὶ ἔλαβαν τὸν ἁμαράντινο στέφανο τῆς δόξας.
Οἱ Ἅγιοι Λεωνίδης, Βασίλισσα, Γαληνή, Θεοδώρα, Καλλίδα, Νίκη, Νουνεχία καὶ Χάρισσα οἱ Μάρτυρες (Ἑορτὴ Γαλήνη)
Οἱ Ἅγιοι αὐτοὶ Μάρτυρες ἄθλησαν στὴν Κόρινθο κατὰ τὶς ἡμέρες τοῦ Πάσχα ἐπὶ αὐτοκράτορα Δεκίου (249-251 μ.Χ.).
Ὁ Ἅγιος Λεωνίδης ἦταν «ἔξαρχος» πνευματικοῦ χοροῦ, δηλαδὴ ἡγούμενος κύκλου μαθητῶν τοῦ Κυρίου. Συνελήφθη στὴν Τροιζηνία τῆς Πελοποννήσου κατὰ τὶς ἡμέρες τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος καὶ ὁδηγήθηκε στὴν Κόρινθο. Ἡ Νουνεχία καὶ ἡ Βασίλισσα, ἡ μητέρα τῆς Νουνεχίας, ἡ Γαληνή, ἡ Θεοδώρα, ἡ Καλλίδα, ἡ Νίκη καὶ ἡ Χάρισσα ὁδηγήθηκαν καὶ αὐτὲς στὴν Κόρινθο, στὸν ἡγεμόνα Βενοῦστο.
Ἐκεῖ ὁ ἡγεμόνας ἐπιχείρησε μὲ δελεάσματα στὴν ἀρχή, ἀλλὰ καὶ μὲ ἀπειλὲς στὴν συνέχεια, νὰ πείσει τὸν Ἅγιο Λεωνίδη καὶ τὶς ἑπτὰ γυναῖκες νὰ ἀρνηθοῦν τὴν πίστη τους στὸν Χριστό. Οἱ Μάρτυρες ὅμως ἔμειναν ἀκλόνητοι. Ὁ Βενοῦστος, διαπιστώνοντας ὅτι ὁ Ἅγιος Λεωνίδης ἔμενε σταθερὸς στὴν πίστη του στὸν Χριστό, διέταξε νὰ τὸν κρεμάσουν ψηλὰ καὶ νὰ τοῦ καταξεσκίσουν τὸ σῶμα μὲ αἰχμηρὰ ὄργανα. Στὴ συνέχεια ἔδωσε ἐντολὴ νὰ βυθίσουν τὸ νεκρὸ σῶμα τοῦ Μάρτυρος στὴν παραλία τοῦ Κορινθιακοῦ μαζὶ μὲ τὶς Ἁγίες. Καὶ ἐνῷ οἱ Ἁγίες Μάρτυρες ὁδηγοῦνταν ἀπὸ τοὺς δημίους γιὰ νὰ ριχθοῦν στὸ βυθὸ τῆς θάλασσας, λέγεται ὅτι ἡ Ἁγία Χάρισσα ἔψαλλε, ὅπως ἄλλοτε ἡ Προφήτιδα Μαριὰμ μὲ ἀφορμὴ τὸν καταποντισμὸ τῶν Αἰγυπτίων, λέγοντας: «Ἕνα μίλι ἔτρεξα, Κύριε, καὶ στράτευμα μὲ καταδίωξε, καὶ δὲν Σὲ ἀρνήθηκα, Κύριε, σῶσε μου τὸ πνεῦμα». Ἀλλὰ καὶ ὅταν τὶς ἐπιβίβασαν στὸ πλοῖο, συνέχισαν νὰ ψάλλουν τὴν ᾠδή, μέχρι ποὺ ἀνοίχθηκαν μέσα στὴ θάλασσα. Ἐκεῖ τοὺς ἔδεσαν ὅλους μὲ πέτρες καὶ τοὺς ἔριξαν στὸ βυθὸ τῆς θάλασσας. Οἱ Ἅγιοι εἰσῆλθαν στὴ ζωὴ τοῦ Παραδείσου τὴν ἡμέρα τοῦ Μεγάλου Σαββάτου.
Τὰ ἱερὰ λείψανα αὐτῶν ἀνευρέθηκαν τὸ ἔτος 1917, ὅταν σὲ εὐσεβεῖς Ἐπιδαύριους ὑποδείχθηκε σὲ ὅραμα ποὺ νὰ σκάψουν, γιὰ νὰ βροῦν τὸν ἱερὸ θησαυρό. Στὸ σημεῖο ἐκεῖνο ἀνευρέθηκε σαρκοφάγος, ἐντὸς τῆς ὁποίας βρισκόταν τὰ ἑπτὰ ἱερὰ λείψανα τῶν Ἁγίων γυναικῶν καὶ ἄλλη σαρκοφάγος ἐντὸς τῆς ὁποίας ὑπῆρχε τὸ ἱερὸ λείψανο τοῦ Ἁγίου Μάρτυρος Λεωνίδου. Ἀμέσως οἱ εὐσεβεῖς κάτοικοι ἀνήγειραν ἐπὶ τόπου ναὸ ἀφιερωμένο στὸν Ἅγιο, ἐντὸς τοῦ ὁποίου ἔθεσαν τὴ σαρκοφάγο μὲ τὰ ἱερὰ λείψανα.
Ἡ Ἁγία Εἰρήνη ἡ Παρθενομάρτυρας
Ἡ Ἁγία Μάρτυς Εἰρήνη, μαρτύρησε στὴν Κόρινθο ἐπὶ αὐτοκράτορα Δεκίου (249-251 μ.Χ.) κατὰ τὶς ἡμέρες τοῦ Πάσχα. Βρισκόταν στὴν Ἑλλάδα κατὰ τὸν καιρὸ τοῦ Πάσχα, ὅταν μαρτύρησε ὁ Ἅγιος Λεωνίδης μαζὶ μὲ τὶς Ἁγίες ἑπτὰ γυναῖκες, καὶ δοξολογοῦσε τὸν Θεὸ μαζὶ μὲ ἄλλους Χριστιανοὺς σὲ κάποιο εὐκτήριο οἶκο. Τὴν συνέλαβαν, τὴν φυλάκισαν καὶ στὴν συνέχεια τὴν ὑπέβαλαν σὲ βασανιστήρια. Πρῶτα τῆς ἔκοψαν τὴ γλῶσσα, ἔπειτα τῆς ἔβγαλαν τὰ δόντια καί, τελικά, τὴν ἀποκεφάλισαν. Ἔτσι ἡ Ἁγία Εἰρήνη ἔλαβε ἀπὸ τὸν μισθαποδότη Κύριο τὸ στέφανο τοῦ μαρτυρίου.
Οἱ Ἅγιοι Ἀγάθων, Εὐτυχία, Κασία καὶ Φιλίππα οἱ Ὁμολογητὲς
Οἱ Ἅγιοι Ὁμολογητὲς Ἀγάθων, Εὐτυχία, Κασία καὶ Φιλίππα ἔζησαν ἐπὶ αὐτοκράτορα Διοκλητιανοὺ (284-305 μ.Χ.). Συνελήφθησαν, τὸ 304 μ.Χ., στὴ Θεσσαλονίκη καὶ ὁμολόγησαν τὸν Χριστὸ ἐνώπιον τοῦ διοικητοῦ Δουλκιτίου καὶ τοῦ ἐπάρχου Κασσάνδρου. Οἱ Ἅγιοι λόγω τοῦ νεαροῦ τῆς ἡλικίας τους δὲν καταδικάσθηκαν σὲ θάνατο ἀλλὰ σὲ ἐγκλεισμὸ στὸ δεσμωτήριο.
Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ διὰ Χριστὸν σαλὸς
Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης τοῦ Βερχοτοῦρε ἔζησε στὴ Ρωσία μεταξὺ τοῦ 17ου καὶ 18ου αἰῶνα μ.Χ. Ἀσκήτεψε θεοφιλῶς στὴ μονὴ τοῦ Ἁγίου Νικολάου στὴν περιοχὴ τοῦ Βερχοτοῦρε καὶ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.
Ὁ Ἅγιος Μιχαὴλ ὁ Βουρλιώτης ὁ Νεομάρτυρας
Ὁ Ἅγιος Νεομάρτυς Μιχαὴλ γεννήθηκε στὴν κωμόπολη Βουρλᾶ τῆς Μικρᾶς Ἀσίας καὶ ἐργαζόταν στὴ Σμύρνη ὡς χαλκουργός. Σὲ ἡλικία δέκα ὀκτὼ ἐτῶν ἀπατήθηκε ἀπὸ κάποιον Τοῦρκο καφεπώλη καὶ ἐξισλαμίσθηκε. Ἦταν τὸ Α’ Σάββατο τῶν νηστειῶν, κατὰ τὴν διάρκεια τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς. Κατὰ τὴ λαμπροφόρο ἡμέρα τῆς Ἀναστάσεως, ὅταν ἄκουσε τοὺς Χριστιανοὺς νὰ ψάλλουν τὸ «Χριστὸς Ἀνέστη» μὲ χαρὰ καὶ ἀγαλλίαση, ᾖλθε στὸν ἑαυτό του καὶ συναισθάνθηκε τὸ ἁμάρτημά του. Ἔτσι ἐγκατέλειψε τὸ καφενεῖο, ὅπου ἐργαζόταν καὶ ἀκολούθησε τοὺς πιστοὺς συμψάλλοντας μαζί τους, τοὺς ὕμνους τῆς Ἀναστάσεως.
Τὴν ἑπόμενη ἡμέρα ᾖλθε ἐνώπιον τοῦ κριτοῦ καὶ εἶπε πρὸς αὐτόν: «Ἐὰν κάποιος γελασθεῖ καὶ δώσει χρυσάφι καὶ πάρει μολύβι, δὲν εἶναι νόμιμο νὰ δώσει πίσω τὸ μολύβι καὶ νὰ πάρει τὸ χρυσάφι ποὺ ἔδωσε, ἀφοῦ ἡ ἀλλαγὴ δὲν ἦταν δίκαιη καὶ δὲν ἔγινε μὲ γνώση, ἀλλὰ μὲ ἀπάτη καὶ ἀγνωσία;». Ὁ κριτὴς ἀπάντησε καταφατικά. Τότε ὁ Ἅγιος συνέχισε λέγοντας: «Τότε, λοιπόν, πᾶρε ἐσὺ πίσω τὸ μολύβι ποὺ μοῦ ἔδωσες, ἀντὶ χρυσάφι, δηλαδὴ τὴν δική σου θρησκεία καὶ ἐγὼ παίρνω πίσω τὸ χρυσάφι ποὺ σοῦ ἔδωσα, δηλαδὴ τὴν πίστη τῶν πατέρων μου».
Οἱ Τοῦρκοι θαύμασαν τὴν παρρησία τοῦ Μάρτυρα καὶ προσπάθησαν μὲ κολακεῖες καὶ μεγάλες ὑποσχέσεις νὰ μεταστρέψουν τὴν πίστη του. Προσέκρουσαν ὅμως στὴν πνευματικὴ ἀνδρεία καὶ εὐσέβεια τοῦ Μάρτυρος. Γι’ αὐτὸ τὸν ἔκλεισαν στὴ φυλακή. Ἀργότερα τὸν ὁδήγησαν καὶ πάλι ἐνώπιον τοῦ κριτοῦ γιὰ δεύτερη ἀνάκριση. Ὁ Ἅγιος ὅμως καὶ αὐτὴ τὴ φορὰ ὁμολόγησε μὲ θάρρος τὸ Ὄνομα τοῦ Κυρίου. Ἔτσι καταδικάσθηκε, τὸ ἔτος 1772, στὸν διὰ ἀποκεφαλισμοῦ θάνατο καὶ δέχθηκε μὲ χαρὰ τὸ στέφανο τοῦ μαρτυρίου.
Τὸ ἱερὸ λείψανο τοῦ Ἁγίου Νεομάρτυρα Μιχαὴλ ρίχθηκε στὴ θάλασσα, ἀλλὰ κάποιοι Χριστιανοὶ βαφεῖς τὸ περισυνέλεξαν καὶ τὸ ἐνταφίασαν μὲ τιμὲς στὸ ναὸ τῆς Ἁγίας Φωτεινῆς.
Ὁ Ἅγιος Χριστόφορος ὁ Ὁσιομάρτυρας
Ὁ Ἅγιος Ὁσιομάρτυρας Χριστόφορος, κατὰ κόσμον Χριστόδουλος, καταγόταν ἀπὸ τὴν Ἀδριανούπολη. Σὲ νεαρὴ ἡλικία παρασύρθηκε ἀπὸ κάποιον ἐξωμότη Ἀρμένιο καὶ ἀφοῦ δελεάστηκε ἀπὸ τὰ χρήματα, ἀσπάσθηκε τὸν Ἰσλαμισμό. Ἦλθε ὅμως σὲ μετάνοια καὶ προσέτρεξε σὲ κάποιο πνευματικό. Ἐξομολογήθηκε καὶ στὴ συνέχεια ἀναχώρησε γιὰ τὸ Ἅγιον Ὄρος, ἀφοῦ ἀφίχθηκε σὲ ἡλικία δέκα ἐννέα ἐτῶν στὴ μονὴ τοῦ Ἁγίου Διονυσίου. Ἐκεῖ ἐκάρη μοναχὸς καὶ ἔζησε γιὰ τέσσερα χρόνια μὲ ὑπακοή, μετάνοια, ἄσκηση καὶ προσευχή. Μὲ τὴν εὐχὴ τοῦ ἡγουμένου Στεφάνου τῆς μονῆς, ἀναχώρησε καὶ ἐπέστρεψε στὴν Ἀδριανούπολη, γιὰ νὰ μαρτυρήσει στὸν τόπο ποὺ ἀλλαξοπίστησε. Παρουσιάσθηκε στὸν κριτὴ καί, ἀφοῦ ὁμολόγησε μὲ πίστη καὶ παρρησία τὸν Χριστό, ἀποκήρυξε τὸ Μωαμεθανισμό. Καταδικάσθηκε ἀπὸ τοὺς Τούρκους στὸν διὰ ξίφους θάνατο καὶ στὴν πορεία του πρὸς τὸ μαρτύριο ἔψαλλε μὲ πνευματικὴ χαρὰ τὸ «Χριστὸς Ἀνέστη». Ἦταν ἡμέρα Τρίτη τῆς Διακαινησίμου τοῦ ἔτους 1818. Ἔτσι ὁ Ἅγιος Νεομάρτυς Χριστόφορος ἄθλησε καὶ ἔλαβε ἀπὸ τὸν Κύριο τὸν ἁμαράντινο στέφανο τῆς δόξας.
Οἱ Ἅγιοι Χριστόδουλος καὶ Ἀναστασία οἱ Νεομάρτυρες
Οἱ Ἅγιοι Νεομάρτυρες Χριστόδουλος καὶ Ἀναστασία ἄθλησαν στὴν Ἀχαΐα τὸ ἔτος 1821.
Δὲν ἔχουμε περισσότερες λεπτομέρειες γιὰ τὸν βίο τῶν Ἁγίων Μαρτύρων.
Ἡ Ὁσία Θεοδώρα-Βάσσα ἡ πριγκίπισσα
Ἡ Ὁσία Θεοδώρα, κατὰ κόσμο Βάσσα ἢ Βασίλισσα, ἦταν πριγκίπισσα τοῦ Νίζνιυ – Νόβγκοροντ, ποὺ ἀνῆκε στὴν περιοχὴ τοῦ πριγκιπάτου τῆς Σουζδαλίας. Ἀπὸ ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸ ἔγινε μοναχὴ καὶ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1347.
Σύναξη τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου τῆς Γεθσημανῆ ἐν Ρωσίᾳ
Ἡ ἱερὰ εἰκόνα τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου τῆς Ὁδηγήτριας, ἀποτελεῖ ἀντίγραφο τῆς ἐκόνας τῆς Παναγίας τοῦ Τσέρνιγκωφ, ἡ ὁποία ἁγιογραφήθηκε τὸ ἔτος 1685 ἀπὸ τὸν Γρηγόριο Ντουμπένσυ, ποὺ ἀργότερα ἔγινε μοναχὸς μὲ τὸ ὄνομα Γεννάδιος. Ἔγινε ὀνομαστὴ τὸ ἔτος 1869, ὅταν βρισκόταν στὴ σκήτη Γεθσημανὴ τῆς Λαύρας τῆς Ἁγίας Τριάδος καὶ τοῦ Ἁγίου Σεργίου στὴ Μόσχα.
Ἕνα ἀπὸ τὰ θαύματα τῆς ἱερῆς εἰκόνας εἶναι ἡ θεραπεία ἐνὸς παραλυτικοῦ ἀπὸ τὴν περιοχὴ Τόλγκα, μετὰ ἀπὸ τὴν ὁλόθερμη ἱκεσία του πρὸς τὴν Θεοτόκο.
Ἡ εἰκόνα ἑορτάζει καὶ τὴν 1η Σεπτεμβρίου.
Σύναξη τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου τοῦ Ταμπὼφ ἐν Ρωσίᾳ
Ἡ θαυματουργὴ εἰκόνα τῆς Θεοτόκου φυλάσσεται στὸν κοιμητηριακὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Πρωτομάρτυρα Στεφάνου τοῦ Ταμπώφ. Ἡ Παναγία ἐμφανίσθηκε τὸ ἔτος 1692 καὶ θεράπευσε ἕναν ἀσθενῆ ποὺ ἐπικαλέσθηκε τὴν χάρη της.
Ὁ Ἅγιος Ἀμβρόσιος ὁ Ὁμολογητὴς Πατριάρχης Γεωργίας
Ὁ Ἅγιος Ἀμβρόσιος γεννήθηκε στὴ Γεωργία καὶ ἀγωνίσθηκε, ὡς Καθολικὸς Πατριάρχης τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἰβηρίας, γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη πίστη. Γι’ αὐτὸ καὶ δικαίως ὀνομάσθηκε Ὁμολογητής. Κοιμήθηκε τὸ ἔτος 1927
Αναγράφει το «Ωρολόγιο»: «Ο Λάζαρος ήταν φίλος του Χριστού και οι αδελφές του Μάρθα και Μαρία που τον φιλοξένησαν πολλές φορές (Λουκ. ι΄, 38-40, Ιωαν. ιβ΄, 1-3) στη Βηθανία κοντά στα Ιεροσόλυμα περίπου δύο μίλια. Λίγες μέρες προ του πάθους του Κυρίου ασθένησε ο Λάζαρος και οι αδελφές του ενημέρωσαν σχετικά τον Ιησού που τότε ήταν στη Γαλιλαία να τον επισκεφθεί. Ο Κύριος όμως επίτηδες καθυστέρησε μέχρι που πέθανε ο Λάζαρος, οπότε είπε στους μαθητές του πάμε τώρα να τον ξυπνήσω. Όταν έφθασε στη Βηθανία παρηγόρησε τις αδελφές του Λάζαρου που ήταν πεθαμένος τέσσερις μέρες και ζήτησε να δει το τάφο του.
Όταν έφθασε στο μνημείο, δάκρυσε και διέταξε να βγάλουν την ταφόπλακα. Τότε ύψωσε τα μάτια του στον ουρανό, ευχαρίστησε τον Θεό και Πατέρα και με μεγάλη φωνή είπε: Λάζαρε, βγες έξω. Αμέσως βγήκε έξω τυλιγμένος με τα σάβανα ο τετραήμερος νεκρός μπροστά στο πλήθος που παρακολουθούσε και ο Ιησούς ζήτησε να του λύσουν τα σάβανα και να πάει σπίτι του. (Ιωαν. ια΄,44)
Αρχαία παράδοση λέγει ότι τότε ο Λάζαρος ήταν 30 χρονών και έζησε άλλα 30 χρόνια. Τελείωσε το επίγειο βίο του στην Κύπρο το έτος 63 και ό τάφος του στην πόλη των Κιτιέων έγραφε: «Λάζαρος ο τετραήμερος και φίλος του Χριστού».
Το έτος 890 μετακομίσθηκε το ιερό λείψανό του στην Κωνσταντινούπολη από τον αυτοκράτορα Λέοντα το σοφό, ο οποίος συνέθεσε τα ιδιόμελα στον εσπερινό του Λαζάρου: Κύριε, Λαζάρου θέλων τάφον ιδείν, κλπ».
Χαρακτηριστικό της μετέπειτας ζωής του Λαζάρου λέγει η παράδοση, ήταν ότι δεν γέλασε ποτέ παρά μια φορά μόνο όταν είδε κάποιο να κλέβει μια γλάστρα και είπε την εξής φράση: Το ένα χώμα κλέβει το άλλο.
Η Ανάσταση του Λαζάρου επέτεινε το μίσος των Εβραίων που μόλις την έμαθαν ζήτησαν να σκοτώσουν τον Λάζαρο και το Χριστό.
Το απολυτίκιο της ημέρας είναι: «Θέλοντας Χριστέ και Θεέ μας να δείξεις, προ της σταυρικής Σου Θυσίας, ότι είναι βέβαιο πράγμα η ανάσταση όλων των νεκρών, ανέστησες εκ νεκρών τον Λάζαρον. Για τούτο και εμείς, μιμούμενοι τα παιδιά που σε υποδέχθηκαν κατά την είσοδό Σου στην Ιερουσαλήμ, κρατούμε στα χέρια μας τα σύμβολα της νίκης, τα βάγια και βοώμε προς Εσένα, τον νικητή του θανάτου: Βοήθησέ μας και σώσε μας, Συ που ως Θεός κατοικείς στα ύψιστα μέρη του ουρανού, ας είσαι ευλογημένος Συ, που έρχεσαι απεσταλμένος από τον Κύριο!»
Αυτή τη μέρα δεν γίνονται μνημόσυνα με κόλλυβα, σε ανάγκη μόνο απλό Τρισάγιο.
(Αρχιμ. Επιφ. Θεοδωρόπουλος - Περίοδος Τριωδίου)
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’.
Τὴν κοινὴν Ἀνάστασιν πρὸ τοῦ σοῦ πάθους πιστούμενος, ἐκ νεκρῶν ἤγειρας τὸν Λάζαρον Χριστὲ ὁ Θεός· ὅθεν καὶ ἡμεῖς ὡς οἱ παῖδες, τὰ τῆς νίκης σύμβολα φέροντες, σοὶ τῷ νικητῇ τοῦ θανάτου βοῶμεν· Ὠσαννὰ ἐν τοῖς ὑψίστοις, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος, ἐν ὀνόματι Κυρίου.
Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τὰ ἄνω ζητῶν.
Ἡ πάντων χαρά, Χριστὸς ἡ ἀλήθεια, τὸ φῶς ἡ ζωή, τοῦ κόσμου ἡ ἀνάστασις, τοῖς ἐν γῇ πεφανέρωται, τῇ αὐτοῦ ἀγαθότητι, καὶ γέγονε τύπος τῆς Ἀναστάσεως, τοῖς πᾶσι παρέχων θείαν ἄφεσιν.
Μεγαλυνάριον.
Ἤγειρας Σωτήρ μου ἐκ τῶν νεκρῶν, Λάζαρον σὸν φίλον, τετραήμερον ὡς Θεός· ὅθεν Ἰουδαίων, ἐξέστησαν οἱ δῆμοι, τῆς δόξης σου Σωτήρ μου, τὸ μεγαλούργημα.
Οἱ Ἁγίες Ἀγάπη, Εἰρήνη καὶ Χιονὶα οἱ Μάρτυρες
Τὰ ἱερὰ λείψανα ποὺ ἀπέμειναν ἀπὸ τὴν πυρὰ συνελέγησαν ἀπὸ εὐλαβεῖς Χριστιανοὺς καὶ ἐνταφιάσθηκαν δυτικὰ τῆς πόλεως, σὲ μικρὴ ἀπόσταση ἀπὸ τὰ τείχη. Ἐκεῖ ἀνεγέρθηκε ἕνας ναΐσκος στὴν ἀρχή, ποὺ ἀργότερα ἔγινε μεγαλύτερος. Στὶς Διηγήσεις τῶν Θαυμάτων τοῦ Ἁγίου Δημητρίου ἀναφέρεται ὡς τὸ «σεβάσμιον τέμενος» τῶν τριῶν Ἁγίων Μαρτύρων Χιονῖας, Εἰρήνης καὶ Ἀγάπης.
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Ὡς αὐτάδελφοι Κόραι καὶ οὐρανόφρονες, πρὸς εὐσέβειας ἀγῶνας ὁμονοούσαι καλῶς, τὸν ἀρχέκακον ἐχθρὸν κατεπαλαίσατε, Χιονὶα ἡ σεμνή, σὺν Ἀγάπη τὴ κλυτή, Εἰρήνη ἡ πανολβία. Καὶ νῦν Χριστὸν δυσωπεῖτε, ἐλεηθήναι τᾶς ψυχᾶς ἠμῶν.
Οἱ Ἅγιοι Φήλικας Ἐπίσκοπος, Ἰανουάριος ὁ πρεσβύτερος, Σεπτεμίνος καὶ Φουρτουνάτος οἱ Μάρτυρες
Οἱ Ἅγιοι Ἱερομάρτυρες Φήλικας, Ἐπίσκοπος τῆς πόλεως Σπολέτο τῆς Ἰταλίας, Ἰανουάριος ὁ πρεσβύτερος καὶ οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες Σεπτεμίνος καὶ Φουρτουνάτος ἄθλησαν κατὰ τοὺς χρόνους τῶν αὐτοκρατόρων Διοκλητιανοῦ (284-305 μ.Χ.) καὶ Μαξιμιανοὺ (285-305 μ.Χ.).
Κατὰ τὸ ὄγδοο ἔτος τῆς βασιλείας αὐτῶν, τὸ ἔτος 294 μ.Χ., ἐκδόθηκε διάταγμα νὰ καοῦν ὅλα τὰ βιβλία τῶν Χριστιανῶν σὲ ὅλη τὴν ἐπικράτεια τῆς Ρωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας.
Τότε λοιπὸν ἀπεστάλη στὴν πόλη τοῦ Τουβουκιᾶν τῆς Λυκαονίας τῆς Μικρᾶς Ἀσίας ὁ ἡγεμόνας Μαριανὸς ἢ Μαγνιανός, γιὰ νὰ καταστήσει γνωστὴ τὴν ἀπόφαση καὶ διαταγὴ τῶν βασιλέων. Ὁ εἰδωλολάτρης ἡγεμόνας ζήτησε ἀπὸ τὸν Ἐπίσκοπο Φήλικα καὶ τὸν πρεσβύτερο Ἰανουάριο νὰ τοῦ παραδώσουν τὰ ἱερὰ βιβλία τῶν Χριστιανῶν καὶ ἀνέγνωσε σὲ αὐτοὺς τὸ διάταγμα. Ὅμως ὁ Ἐπίσκοπος Φήλικας ἀποκρίθηκε σὲ αὐτήν: «Εἶναι γραμμένο, ἄρχοντα, στὴν Ἁγία Γραφή. Μὴ δίνεται τὰ ἅγια στὰ σκυλιά, οὔτε νὰ ρίχνεται μπροστὰ στοὺς χοίρους τὰ μαργαριτάρια». Καὶ ἀρνήθηκε νὰ παραδώσει τὰ ἱερὰ βιβλία.
Μετὰ τὴν ἀπάντηση αὐτὴ ὁ ἄρχοντας ἔκλεισε στὴ φυλακὴ τὸν Ἅγιο Φήλικα καὶ τὸν ἄφησε χωρὶς τροφὴ καὶ νερὸ ἐπὶ τρεῖς ἡμέρες. Ἔπειτα τὸν ἔβγαλε ἀπὸ τὴν φυλακὴ καὶ προσπάθησε νὰ τὸν πείσει νὰ ὑπακούσει στὸ βασιλικὸ πρόσταγμα. Ὁ Ἅγιος ὅμως δὲν πείσθηκε. Τότε ὁ ἄρχοντας ἀφοῦ ἔδεσε καὶ αὐτὸν καὶ ἄλλους τρεῖς Ἁγίους, δηλαδὴ τὸν πρεσβύτερο Ἰανουάριο, τὸν Φουρτουνάτο καὶ τὸν Σεπτεμίνο, τοὺς ἔστειλε στὸν ἀνθύπατο, ὁ ὁποῖος τοὺς φυλάκισε καὶ μετὰ ἀπὸ ἕνδεκα ἡμέρες τοὺς ἔστειλε στὸν ἔπαρχο τοῦ πραιτωρίου. Ἐκεῖνος τοὺς ἔριξε σὲ μία ζοφερὴ φυλακὴ καὶ στὴν συνέχεια ἁλυσοδεμένους τοὺς ἔβαλε σὲ πλοῖο μὲ προορισμὸ τὴν πόλη Ταυρομένιον. Μετὰ ἀπὸ περιπετειῶδες καὶ βασανιστικὸ ταξίδι ἔφθασαν στὴν πόλη τῶν Αἰλούρων. Ὁ ἔπαρχος τοὺς ἔλυσε ἀπὸ τὰ δεσμὰ καὶ τοὺς προέτρεψε νὰ παραδώσουν τὰ βιβλία τους καὶ νὰ θυσιάσουν στὰ εἴδωλα. Οἱ Ἅγιοι μὲ πνευματικὴ ἀνδρεία παρέμειναν ἀκλόνητοι στὴν πίστη τους. Γιὰ τὴν ἄρνησή τους αὐτὴ καταδικάσθηκαν στὸν διὰ ἀποκεφαλισμοῦ θάνατο καὶ ἔλαβαν τὸν ἁμαράντινο στέφανο τῆς δόξας.
Οἱ Ἅγιοι Λεωνίδης, Βασίλισσα, Γαληνή, Θεοδώρα, Καλλίδα, Νίκη, Νουνεχία καὶ Χάρισσα οἱ Μάρτυρες (Ἑορτὴ Γαλήνη)
Ὁ Ἅγιος Λεωνίδης ἦταν «ἔξαρχος» πνευματικοῦ χοροῦ, δηλαδὴ ἡγούμενος κύκλου μαθητῶν τοῦ Κυρίου. Συνελήφθη στὴν Τροιζηνία τῆς Πελοποννήσου κατὰ τὶς ἡμέρες τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος καὶ ὁδηγήθηκε στὴν Κόρινθο. Ἡ Νουνεχία καὶ ἡ Βασίλισσα, ἡ μητέρα τῆς Νουνεχίας, ἡ Γαληνή, ἡ Θεοδώρα, ἡ Καλλίδα, ἡ Νίκη καὶ ἡ Χάρισσα ὁδηγήθηκαν καὶ αὐτὲς στὴν Κόρινθο, στὸν ἡγεμόνα Βενοῦστο.
Ἐκεῖ ὁ ἡγεμόνας ἐπιχείρησε μὲ δελεάσματα στὴν ἀρχή, ἀλλὰ καὶ μὲ ἀπειλὲς στὴν συνέχεια, νὰ πείσει τὸν Ἅγιο Λεωνίδη καὶ τὶς ἑπτὰ γυναῖκες νὰ ἀρνηθοῦν τὴν πίστη τους στὸν Χριστό. Οἱ Μάρτυρες ὅμως ἔμειναν ἀκλόνητοι. Ὁ Βενοῦστος, διαπιστώνοντας ὅτι ὁ Ἅγιος Λεωνίδης ἔμενε σταθερὸς στὴν πίστη του στὸν Χριστό, διέταξε νὰ τὸν κρεμάσουν ψηλὰ καὶ νὰ τοῦ καταξεσκίσουν τὸ σῶμα μὲ αἰχμηρὰ ὄργανα. Στὴ συνέχεια ἔδωσε ἐντολὴ νὰ βυθίσουν τὸ νεκρὸ σῶμα τοῦ Μάρτυρος στὴν παραλία τοῦ Κορινθιακοῦ μαζὶ μὲ τὶς Ἁγίες. Καὶ ἐνῷ οἱ Ἁγίες Μάρτυρες ὁδηγοῦνταν ἀπὸ τοὺς δημίους γιὰ νὰ ριχθοῦν στὸ βυθὸ τῆς θάλασσας, λέγεται ὅτι ἡ Ἁγία Χάρισσα ἔψαλλε, ὅπως ἄλλοτε ἡ Προφήτιδα Μαριὰμ μὲ ἀφορμὴ τὸν καταποντισμὸ τῶν Αἰγυπτίων, λέγοντας: «Ἕνα μίλι ἔτρεξα, Κύριε, καὶ στράτευμα μὲ καταδίωξε, καὶ δὲν Σὲ ἀρνήθηκα, Κύριε, σῶσε μου τὸ πνεῦμα». Ἀλλὰ καὶ ὅταν τὶς ἐπιβίβασαν στὸ πλοῖο, συνέχισαν νὰ ψάλλουν τὴν ᾠδή, μέχρι ποὺ ἀνοίχθηκαν μέσα στὴ θάλασσα. Ἐκεῖ τοὺς ἔδεσαν ὅλους μὲ πέτρες καὶ τοὺς ἔριξαν στὸ βυθὸ τῆς θάλασσας. Οἱ Ἅγιοι εἰσῆλθαν στὴ ζωὴ τοῦ Παραδείσου τὴν ἡμέρα τοῦ Μεγάλου Σαββάτου.
Τὰ ἱερὰ λείψανα αὐτῶν ἀνευρέθηκαν τὸ ἔτος 1917, ὅταν σὲ εὐσεβεῖς Ἐπιδαύριους ὑποδείχθηκε σὲ ὅραμα ποὺ νὰ σκάψουν, γιὰ νὰ βροῦν τὸν ἱερὸ θησαυρό. Στὸ σημεῖο ἐκεῖνο ἀνευρέθηκε σαρκοφάγος, ἐντὸς τῆς ὁποίας βρισκόταν τὰ ἑπτὰ ἱερὰ λείψανα τῶν Ἁγίων γυναικῶν καὶ ἄλλη σαρκοφάγος ἐντὸς τῆς ὁποίας ὑπῆρχε τὸ ἱερὸ λείψανο τοῦ Ἁγίου Μάρτυρος Λεωνίδου. Ἀμέσως οἱ εὐσεβεῖς κάτοικοι ἀνήγειραν ἐπὶ τόπου ναὸ ἀφιερωμένο στὸν Ἅγιο, ἐντὸς τοῦ ὁποίου ἔθεσαν τὴ σαρκοφάγο μὲ τὰ ἱερὰ λείψανα.
Ἡ Ἁγία Εἰρήνη ἡ Παρθενομάρτυρας
Οἱ Ἅγιοι Ἀγάθων, Εὐτυχία, Κασία καὶ Φιλίππα οἱ Ὁμολογητὲς
Οἱ Ἅγιοι Ὁμολογητὲς Ἀγάθων, Εὐτυχία, Κασία καὶ Φιλίππα ἔζησαν ἐπὶ αὐτοκράτορα Διοκλητιανοὺ (284-305 μ.Χ.). Συνελήφθησαν, τὸ 304 μ.Χ., στὴ Θεσσαλονίκη καὶ ὁμολόγησαν τὸν Χριστὸ ἐνώπιον τοῦ διοικητοῦ Δουλκιτίου καὶ τοῦ ἐπάρχου Κασσάνδρου. Οἱ Ἅγιοι λόγω τοῦ νεαροῦ τῆς ἡλικίας τους δὲν καταδικάσθηκαν σὲ θάνατο ἀλλὰ σὲ ἐγκλεισμὸ στὸ δεσμωτήριο.
Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ διὰ Χριστὸν σαλὸς
Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης τοῦ Βερχοτοῦρε ἔζησε στὴ Ρωσία μεταξὺ τοῦ 17ου καὶ 18ου αἰῶνα μ.Χ. Ἀσκήτεψε θεοφιλῶς στὴ μονὴ τοῦ Ἁγίου Νικολάου στὴν περιοχὴ τοῦ Βερχοτοῦρε καὶ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.
Ὁ Ἅγιος Μιχαὴλ ὁ Βουρλιώτης ὁ Νεομάρτυρας
Ὁ Ἅγιος Νεομάρτυς Μιχαὴλ γεννήθηκε στὴν κωμόπολη Βουρλᾶ τῆς Μικρᾶς Ἀσίας καὶ ἐργαζόταν στὴ Σμύρνη ὡς χαλκουργός. Σὲ ἡλικία δέκα ὀκτὼ ἐτῶν ἀπατήθηκε ἀπὸ κάποιον Τοῦρκο καφεπώλη καὶ ἐξισλαμίσθηκε. Ἦταν τὸ Α’ Σάββατο τῶν νηστειῶν, κατὰ τὴν διάρκεια τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς. Κατὰ τὴ λαμπροφόρο ἡμέρα τῆς Ἀναστάσεως, ὅταν ἄκουσε τοὺς Χριστιανοὺς νὰ ψάλλουν τὸ «Χριστὸς Ἀνέστη» μὲ χαρὰ καὶ ἀγαλλίαση, ᾖλθε στὸν ἑαυτό του καὶ συναισθάνθηκε τὸ ἁμάρτημά του. Ἔτσι ἐγκατέλειψε τὸ καφενεῖο, ὅπου ἐργαζόταν καὶ ἀκολούθησε τοὺς πιστοὺς συμψάλλοντας μαζί τους, τοὺς ὕμνους τῆς Ἀναστάσεως.
Τὴν ἑπόμενη ἡμέρα ᾖλθε ἐνώπιον τοῦ κριτοῦ καὶ εἶπε πρὸς αὐτόν: «Ἐὰν κάποιος γελασθεῖ καὶ δώσει χρυσάφι καὶ πάρει μολύβι, δὲν εἶναι νόμιμο νὰ δώσει πίσω τὸ μολύβι καὶ νὰ πάρει τὸ χρυσάφι ποὺ ἔδωσε, ἀφοῦ ἡ ἀλλαγὴ δὲν ἦταν δίκαιη καὶ δὲν ἔγινε μὲ γνώση, ἀλλὰ μὲ ἀπάτη καὶ ἀγνωσία;». Ὁ κριτὴς ἀπάντησε καταφατικά. Τότε ὁ Ἅγιος συνέχισε λέγοντας: «Τότε, λοιπόν, πᾶρε ἐσὺ πίσω τὸ μολύβι ποὺ μοῦ ἔδωσες, ἀντὶ χρυσάφι, δηλαδὴ τὴν δική σου θρησκεία καὶ ἐγὼ παίρνω πίσω τὸ χρυσάφι ποὺ σοῦ ἔδωσα, δηλαδὴ τὴν πίστη τῶν πατέρων μου».
Οἱ Τοῦρκοι θαύμασαν τὴν παρρησία τοῦ Μάρτυρα καὶ προσπάθησαν μὲ κολακεῖες καὶ μεγάλες ὑποσχέσεις νὰ μεταστρέψουν τὴν πίστη του. Προσέκρουσαν ὅμως στὴν πνευματικὴ ἀνδρεία καὶ εὐσέβεια τοῦ Μάρτυρος. Γι’ αὐτὸ τὸν ἔκλεισαν στὴ φυλακή. Ἀργότερα τὸν ὁδήγησαν καὶ πάλι ἐνώπιον τοῦ κριτοῦ γιὰ δεύτερη ἀνάκριση. Ὁ Ἅγιος ὅμως καὶ αὐτὴ τὴ φορὰ ὁμολόγησε μὲ θάρρος τὸ Ὄνομα τοῦ Κυρίου. Ἔτσι καταδικάσθηκε, τὸ ἔτος 1772, στὸν διὰ ἀποκεφαλισμοῦ θάνατο καὶ δέχθηκε μὲ χαρὰ τὸ στέφανο τοῦ μαρτυρίου.
Τὸ ἱερὸ λείψανο τοῦ Ἁγίου Νεομάρτυρα Μιχαὴλ ρίχθηκε στὴ θάλασσα, ἀλλὰ κάποιοι Χριστιανοὶ βαφεῖς τὸ περισυνέλεξαν καὶ τὸ ἐνταφίασαν μὲ τιμὲς στὸ ναὸ τῆς Ἁγίας Φωτεινῆς.
Ὁ Ἅγιος Χριστόφορος ὁ Ὁσιομάρτυρας
Ὁ Ἅγιος Ὁσιομάρτυρας Χριστόφορος, κατὰ κόσμον Χριστόδουλος, καταγόταν ἀπὸ τὴν Ἀδριανούπολη. Σὲ νεαρὴ ἡλικία παρασύρθηκε ἀπὸ κάποιον ἐξωμότη Ἀρμένιο καὶ ἀφοῦ δελεάστηκε ἀπὸ τὰ χρήματα, ἀσπάσθηκε τὸν Ἰσλαμισμό. Ἦλθε ὅμως σὲ μετάνοια καὶ προσέτρεξε σὲ κάποιο πνευματικό. Ἐξομολογήθηκε καὶ στὴ συνέχεια ἀναχώρησε γιὰ τὸ Ἅγιον Ὄρος, ἀφοῦ ἀφίχθηκε σὲ ἡλικία δέκα ἐννέα ἐτῶν στὴ μονὴ τοῦ Ἁγίου Διονυσίου. Ἐκεῖ ἐκάρη μοναχὸς καὶ ἔζησε γιὰ τέσσερα χρόνια μὲ ὑπακοή, μετάνοια, ἄσκηση καὶ προσευχή. Μὲ τὴν εὐχὴ τοῦ ἡγουμένου Στεφάνου τῆς μονῆς, ἀναχώρησε καὶ ἐπέστρεψε στὴν Ἀδριανούπολη, γιὰ νὰ μαρτυρήσει στὸν τόπο ποὺ ἀλλαξοπίστησε. Παρουσιάσθηκε στὸν κριτὴ καί, ἀφοῦ ὁμολόγησε μὲ πίστη καὶ παρρησία τὸν Χριστό, ἀποκήρυξε τὸ Μωαμεθανισμό. Καταδικάσθηκε ἀπὸ τοὺς Τούρκους στὸν διὰ ξίφους θάνατο καὶ στὴν πορεία του πρὸς τὸ μαρτύριο ἔψαλλε μὲ πνευματικὴ χαρὰ τὸ «Χριστὸς Ἀνέστη». Ἦταν ἡμέρα Τρίτη τῆς Διακαινησίμου τοῦ ἔτους 1818. Ἔτσι ὁ Ἅγιος Νεομάρτυς Χριστόφορος ἄθλησε καὶ ἔλαβε ἀπὸ τὸν Κύριο τὸν ἁμαράντινο στέφανο τῆς δόξας.
Οἱ Ἅγιοι Χριστόδουλος καὶ Ἀναστασία οἱ Νεομάρτυρες
Οἱ Ἅγιοι Νεομάρτυρες Χριστόδουλος καὶ Ἀναστασία ἄθλησαν στὴν Ἀχαΐα τὸ ἔτος 1821.
Δὲν ἔχουμε περισσότερες λεπτομέρειες γιὰ τὸν βίο τῶν Ἁγίων Μαρτύρων.
Ἡ Ὁσία Θεοδώρα-Βάσσα ἡ πριγκίπισσα
Ἡ Ὁσία Θεοδώρα, κατὰ κόσμο Βάσσα ἢ Βασίλισσα, ἦταν πριγκίπισσα τοῦ Νίζνιυ – Νόβγκοροντ, ποὺ ἀνῆκε στὴν περιοχὴ τοῦ πριγκιπάτου τῆς Σουζδαλίας. Ἀπὸ ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸ ἔγινε μοναχὴ καὶ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1347.
Σύναξη τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου τῆς Γεθσημανῆ ἐν Ρωσίᾳ
Ἡ ἱερὰ εἰκόνα τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου τῆς Ὁδηγήτριας, ἀποτελεῖ ἀντίγραφο τῆς ἐκόνας τῆς Παναγίας τοῦ Τσέρνιγκωφ, ἡ ὁποία ἁγιογραφήθηκε τὸ ἔτος 1685 ἀπὸ τὸν Γρηγόριο Ντουμπένσυ, ποὺ ἀργότερα ἔγινε μοναχὸς μὲ τὸ ὄνομα Γεννάδιος. Ἔγινε ὀνομαστὴ τὸ ἔτος 1869, ὅταν βρισκόταν στὴ σκήτη Γεθσημανὴ τῆς Λαύρας τῆς Ἁγίας Τριάδος καὶ τοῦ Ἁγίου Σεργίου στὴ Μόσχα.
Ἕνα ἀπὸ τὰ θαύματα τῆς ἱερῆς εἰκόνας εἶναι ἡ θεραπεία ἐνὸς παραλυτικοῦ ἀπὸ τὴν περιοχὴ Τόλγκα, μετὰ ἀπὸ τὴν ὁλόθερμη ἱκεσία του πρὸς τὴν Θεοτόκο.
Ἡ εἰκόνα ἑορτάζει καὶ τὴν 1η Σεπτεμβρίου.
Σύναξη τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου τοῦ Ταμπὼφ ἐν Ρωσίᾳ
Ὁ Ἅγιος Ἀμβρόσιος ὁ Ὁμολογητὴς Πατριάρχης Γεωργίας
Ὁ Ἅγιος Ἀμβρόσιος γεννήθηκε στὴ Γεωργία καὶ ἀγωνίσθηκε, ὡς Καθολικὸς Πατριάρχης τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἰβηρίας, γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη πίστη. Γι’ αὐτὸ καὶ δικαίως ὀνομάσθηκε Ὁμολογητής. Κοιμήθηκε τὸ ἔτος 1927
Για μία ακόμη φορά η μετάνοια είχε θαυματουργήσει!
Ρώτησαν κάποτε έναν παλαιό Αγιορείτη Γέροντα: Τί είναι το Άγιον Όρος; Και απάντησε: Το όρος των μετανοούντων! Άλλος πάλι είπε: Ο μοναχός ενδύεται τη μετάνοια. Καίεται ολόκληρος από την αγάπη του Θεού και ζει εν μετάνοια!
Στη σκήτη της Αγίας Άννης πριν πολλά χρόνια ζούσαν πέντε κατά σάρκα αδελφοί σε μία καλύβη μαζί. Από φθόνο του διαβόλου περιέπεσαν σε φιλονικίες, ώστε κάποιοι μοναχοί τους αποκαλούσαν ταραχοποιούς. Κάθε βράδυ αυτοί όμως έβαζαν μετάνοια και συνεχωρούντο. Η κατάσταση αυτή κράτησε για χρόνια. Κάποτε δεν ακουγόταν καμιά ταραχή από αυτή την καλύβη. Ο Δίκαιος της σκήτης πληροφορήθηκε στον ύπνο του την ομαδική εκδημία των πέντε αδελφών. Πήγε μαζί με άλλους αδελφούς στην καλύβη και βρήκαν τους πέντε αδελφούς κεκοιμημένους, την ώρα πού έβαζαν μετάνοια μετά το απόδειπνο και ζητούσαν συγχώρεση ό ένας από τον άλλο. Τους παρέλαβε ο Θεός της συγγνώμης και των οικτιρμών την πιό κατάλληλη ώρα. Η μετάνοια τους σημείο δικαιώσεως και σωτηρίας. Σημείο διορθώσεως και ανεξικακίας των άλλων. Σημείο προσοχής να μη καταλαλούμε τον πλησίον.
Στις αρχές του 20ού αιώνος ένας αρχιληστής από την Κρήτη, που ήταν ο φόβος και ο τρόμος των Τούρκων, έφθασε μετανοημένος στο Άγιον Όρος και κατευθύνθηκε στη σκήτη της Αγίας Άννης. Εκάρη μοναχός και ονομάστηκε Ιωακείμ. Ασκήτευε πλησίον του κοιμητηρίου της σκήτης, καθοδηγούμενος από τους πατέρες, προς τους οποίους έδειχνε μεγάλη υπακοή και πολλή ταπείνωση. Μετά μία πενταετία μετώκησε σε μία απόμερη σπηλιά, για μεγαλύτερη άσκηση, τρεφόμενος με λίγο παξιμάδι. Υπέμενε πολλούς πειρασμούς και δοκιμασίες με μεγάλη γενναιότητα. Κάποτε τον βρήκαν μέσα στο χιόνι να προσεύχεται. Παρεπονείτο πως του χάλασαν την ωραία ησυχία. Με πολλές στερήσεις και κακουχίες ειλικρινή μετάνοια έζησε επί 25 έτη στη σκήτη. Όταν διήλθαν από το σπήλαιό του τρεις Ρώσοι προσκυνητές, έδωσε στον πρώτο τρία κουκιά, στον δεύτερο λίγο λιβάνι και στον τρίτο ένα λουλούδι. Όταν τον ρώτησαν οι πατέρες τί σήμαιναν αυτά τους είπε με απλότητα: Στον πρώτο έδωσα τρία κουκιά, γιατί θα γίνει μοναχός, στον δεύτερο λιβάνι, γιατί όταν γυρίσει σπίτι του θα βρει τον πατέρα του νεκρό και στον τρίτο ένα λουλούδι, γιατί θα νυμφευθεί και θα δώσει στη σύζυγο του το λουλούδι. Έτσι κι έγινε. Μετά από μικρή ασθένεια, προείδε το τέλος του και ανεπαύθη εν Κυρίω. Για μία ακόμη φορά η μετάνοια είχε θαυματουργήσει.
(Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, «Χριστός χριστιανούς χαρά χαρίζει»)
Άγιος Λάζαρος ο τετραήμερος,Επίσκοπος Κιτίου Κύπρου.
Αγ.Λάζαρος.Τοιχογραφία Ι.Ν.Παναγίας του Αρακά-Λαγουδερά Κύπρου(1192)
Ο τάφος του στην Κύπρο(http://www.ayioslazaros.org/)
Η Βηθανία μας είναι γνωστή από το φίλο του Χρίστου Λάζαρο, πού ζοΰσε σ’ αυτήν, και οπού μετά το θάνατο του τον άνέστησε ό Χριστός καί μάλιστα τέσσαρες ήμερες μετά, παρά την προτροπή της αδελφής του Μάρθας να μην πλησιάσει στο μνημείο λέγοντας «Κύριε, ήδη όζει, τεταρταΐος γαρ εστί» (Ίω. ια’ 39). Τον απέτρεπε δηλαδή να πλησιάσει, γιατί εξέπεμπε τη δυσοσμία της άποσυνθέσεως της σάρκας, ή όποια φυσιολογικά ακολουθεί το θάνατο κάθε ανθρώπου.Ό Χριστός μας, όμως, ό όποϊος ήλθε για να καταργήσει με το σταυρικό θάνατο Του τον «το κράτος έχοντα του θανάτου» (Εβρ. β’ 14), πλησίασε καί τον άνέστησε τονίζοντας με αυτό τον τρόπο το μυστήριο της κοινής των ανθρώπων αναστάσεως.Ιερός Ναός Αγ.Λαζάρου-Λάρνακα
Το υπερφυσικό αυτό θαΰμα της έγέρσεως του Λαζάρου έξήγειρε τους Ιουδαίους καί οί αρχιερείς τους «έβουλεύσαντο ίνα καί τον Λάζαρον άποκτείνωσι» (Ίω. ιβ’ 10), γιατί πλήθος Ιουδαίων πήγαινε στη Βηθανία, για να βεβαιωθεί για το θαΰμα, το όποιο διαδιδόταν από στόμα σε στόμα, καί, όταν διαπίστωναν ότι ό Λάζαρος ζοϋσε, πίστευαν στο Χριστό. ”Ετσι ό Λάζαρος μετά την έγερση του και τα εκούσια πάθη καί την ανάσταση του Χρίστου μας διωκόμενος κατέφυγε στη νήσο Κύπρο, οπού αργότερα τον συνάντησαν οι απόστολοι Παύλος καί Βαρνάβας καί τον χειροτόνησαν επίσκοπο Κιτίου.Το άρχαΐο Κίτιο εΐναι ή γενέτειρα πόλη του φιλοσόφου Ζήνωνος καί βρίσκεταικοντά στη σημερινή Λάρνακα, την οποία κοσμεί περίλαμπρος ναός του αγίου Λαζάρου, μέσα στον όποιο βρίσκεται καί ό πάνσεπτος τάφος του.Η πόλη αυτή είχε τη μεγάλη τιμή να δεχθεί τό Ευαγγέλιο της αγάπης από το στόμα ενός προσωπικού φίλου του Κυρίου, ό όποιος, μαζί με τις αδελφές του Μάρθα καί Μαρία, παρακαθόταν «παρά τους πόδας του Ίησοΰ καί ήκουε των λόγων Αύτοΰ» (Λουκ. Γ 42). Ό άγιος Λάζαρος ποίμανε το λαό του Κιτίου με ταπείνωση καί αγάπη καί του πέρασε όχι μόνο το μήνυμα της ευσέβειας, για να ζήσει αυτός την παρούσα ζωή «σωφρόνως καί δικαίως καί εύσεβώς» (Τιτ. β’ 12), αλλά καί το μήνυμα της αιώνιας μακαριότητας, την όποια καί αυτός απολαμβάνει μετά το θάνατο του, από τα σκαλιά του όποιου πέρασε δύο φορές. Τον πρώτο, για να ζήσει τριάντα ακόμη χρόνια καί να ακολουθήσει τα βήματα των αποστόλων εύαγγελιζόμενος τη σωτηρία• καί το δεύτερο, για να απολαύσει μόνιμα τη Βασιλεία των ουρανών κοντά στον αγαπημένο του φίλο, τον αναστημένο Ίησοΰ.
Ή παράδοση του λαού αναφέρει ότι ό άγιος Λάζαρος τα τριάντα χρόνια πού έζησε μετά την πρώτη του ανάσταση ήταν σκυθρωπός καί αγέλαστος, όχι γιατί δεν είχε χάρη Θεοϋ, άφοΰ ανάμεσα στα αγαθά πού αυτή παρέχει στους πιστούς με το Πανάγιο Πνεύμα είναι ή «χαρά, ειρήνη, μακροθυμία, πραότης» (Γαλ. ε’ 22), αλλά γιατί τα μάτια του είδαν τη ατέλειωτη καταδίκη των αμαρτωλών κατά την τετραήμερη παραμονή του στον “Αδη. Λέγεται μάλιστα δτι δεν γέλασε ποτέ στη ζωή του, παρά μόνο μία φορά, όταν είδε κάποιον να κλέβει ένα πήλινο αγγείο καί το σχολίασε χαμογελώντας καί λέγοντας: «Το ένα χώμα κλεβει το άλλο», δηλαδή ό χωμάτινος άνθρωπος κλέβει κάτι το χωμάτινο, το ευτελές, αγνοώντας ότι «ή ήμερα Κυρίου ως κλέπτης εν νυκτι έρχεται» {Α’ Θεσ. ε’ 2).
Τάφος Αγ.Λαζάρου-Βιθυνία
Τα τριάντα χρόνια της ζωής του αγίου Λαζάρου μετά την έγερση του από τον Κύριο στη Βηθανία αναφέρει ό άγιος Έπιφάνιος Κύπρου λέγοντας: «Εν παραδόσεσιν εΰρομεν ότι τριάκοντα ετών ην τότε ό Λάζαρος, ότε έγήγερται μετά δε το αναστήναι αυτόν άλλα τριάκοντα έζησε καί ούτω προς Κύριον έξεδήμησε κοιμηθείς». Για τριάντα χρόνια παραμονής του άγιου Λαζάρου στον επισκοπικό θρόνοτου Κιτίου αναφέρει καί ό άγιος Θεόδωρος ό Στουδίτης στις Κατηχήσεις του.
Μετά τη δεύτερη κοίμηση του, πού συνέβη οτίς 16 “Οκτωβρίου σύμφωνα με κώδικα των Καυσοκα-λυβίων, ό άγιος Λάζαρος ετάφη σε μαρμάρινη λάρνακα, ή όποια σύμφωνα με το Συναξαριστή της Κωνσταντινουπόλεως έφερε την επιγραφή: «Λάζαρος ό τετραήμερος καί φίλος του Χρίστου». Στόν κώδικα των Καυσοκαλυβίων στις 16 Όκτωβρίου αναφέρεται χαρακτηριστικά ότι είναι άτοπο να μην εορτάζεται ιδιαίτερα ένα τόσος μεγάλος άγιος, άφοΰ ή ανάσταση του από τον Κύριο (όπως καί ή ψηλάφηση του Χρίστου μας από τον απόστολο Θωμά) δεν είναι εορτές των άγιων, αλλά είναι δεσποτικές εορτές. Ή 16η Όκτωβρίου συνδέθηκε με την ημερομηνία της άνακομιδής του τιμίου του λειψάνου καί προηγείται αυτής κατά μία ημέρα, ώστε ή άνακομιδή να εορτάζεται τη μεθέορτο.
Ή άνακομιδή των ϊερών λειψάνων του άγιου Λαζάρου έγινε στα χρόνια της βασιλείας του Λέοντος ΣΤ’ του Σοφοΰ, το έτος 890 μ.Χ. Αυτή εορτάζεται στις 17 Όκτωβρίου. Ή ανάσταση δέ του Λαζάρου εορτάζεται το γνωστό «Σάββατο του Λαζάρου».
Δρος Χαραλάμπους Μπούσια
Φωτιές παντού....
Σ' όλη την Ελλάδα ανάβουν «σπίθες». «Σπίθες» διαμαρτυρίας. Για την αθλιότητα, που μας κατακλύζει και μας πνίγει. Και κάπου-κάπου , η «Σπίθα» γίνεται έκρηξη και πυρκαγιά. Και κάποιοι άλλοι μιλούν για σεισάχθεια. Το μέτρο, με το οποίο ο σοφός Σόλων απάλλαξε, στην αρχαία Αθήνα, απ' το άχθος(=βάρος) της χρεοκοπίας ένα μεγάλο τμήμα του αθηναϊκού λαού.
Παντού, λοιπόν, «σπίθες» και «σεισάχθειες». Κι εδώ στην Αιτωλοακαρνανία «άκρα σιγή, σιωπή του τάφου», που λέει κι ο εθνικός μας ποιητής στους «Ελεύθερους Πολιορκημένους» του.
Και να που, στο Αγρίνιο, βγήκε, πριν λίγες μέρες, στο δρόμο ένα δίδυμο ηλικιωμένων: Ένας παπάς κι ένας δάσκαλος. Και καλούσαν τον κόσμο σε αφύπνιση και συστράτευση για τη σωτηρία της πατρίδας.
Κι, όπως συμβαίνει σ' αυτές τις περιπτώσεις, άλλοι τους δέχονταν με ενθουσιασμό, άλλοι με συγκατάβαση και κάποιοι άλλοι με ειρωνεία ή και σκαιότητα:
-Καλά, τους είπαν κάποιοι, χάθηκαν οι νεότεροι να κάμουν αυτή τη δουλειά;
-Κι εμείς για τους νέους ψάχνουμε, τους αποκρίθηκαν. Να ξεσηκωθούνε και να μπούνε μπροστά. Κι εμείς να τους ακολουθήσουμε ή και να σταθούμε παράμερα. Για να χειροκροτούμε και να επευφημούμε τα λόγια τους και τις πράξεις τους. Αλλά, να που καθυστερούν πολύ! Και, μέχρι να ξεσηκωθούν, εμείς οι μεγαλύτεροι αισθανόμαστε ντροπή και φόβο!
-Και σαν τι ντρέπεστε και φοβάστε! τους είπαν.
-Φοβόμαστε, μήπως και συναρμολογηθούν τα οστά των ηρώων, που είναι θαμμένα στο Ηρώο του Μεσολογγίου. Και έρθουν και μας φωνάξουν:
«Εμείς, οι ελεύθεροι πολιορκημένοι, χύσαμε το αίμα μας και δώσαμε τη ζωή μας για την πατρίδα και την ελευθερία της! Κι εσείς οι απολιόρκητοι εθελόδουλοι, τη σκλαβώσατε στους ντόπιους απατεώνες και τους διεθνείς τοκογλύφους!
Πώς είναι δυνατόν, όταν, όπως θα 'λεγε κι ο Βάρναλης, «σαν τα σκουλήκια κάθε φτέρνα, όπου σας έβρει, σας πατεί», εσείς να μένετε «άβουλοι και μοιραίοι αντάμα, προσμένοντας ίσως κάποιο θαύμα»!
Ποιοι περιμένετε να κάνουν το θαύμα! Πάντα οι ...;κάποιοι άλλοι";
Τέτοια ακούνε και τέτοια αποκρίνονται ο παπάς με το δάσκαλο. Και συνεχίζουν την προσπάθειά τους. Και τον αγώνα τους ...;
Με την ελπίδα πάντα ότι οπωσδήποτε κάποιοι άλλοι, νεότεροι θα πάρουν τη σκυτάλη και θα μπούνε μπροστά!
Όπως ταιριάζει σε Έλληνες και σε πατριώτες. Αντάξιους απογόνους των ηρώων της Εξόδου! ...;.
παπα-Ηλίας
Παντού, λοιπόν, «σπίθες» και «σεισάχθειες». Κι εδώ στην Αιτωλοακαρνανία «άκρα σιγή, σιωπή του τάφου», που λέει κι ο εθνικός μας ποιητής στους «Ελεύθερους Πολιορκημένους» του.
Και να που, στο Αγρίνιο, βγήκε, πριν λίγες μέρες, στο δρόμο ένα δίδυμο ηλικιωμένων: Ένας παπάς κι ένας δάσκαλος. Και καλούσαν τον κόσμο σε αφύπνιση και συστράτευση για τη σωτηρία της πατρίδας.
Κι, όπως συμβαίνει σ' αυτές τις περιπτώσεις, άλλοι τους δέχονταν με ενθουσιασμό, άλλοι με συγκατάβαση και κάποιοι άλλοι με ειρωνεία ή και σκαιότητα:
-Καλά, τους είπαν κάποιοι, χάθηκαν οι νεότεροι να κάμουν αυτή τη δουλειά;
-Κι εμείς για τους νέους ψάχνουμε, τους αποκρίθηκαν. Να ξεσηκωθούνε και να μπούνε μπροστά. Κι εμείς να τους ακολουθήσουμε ή και να σταθούμε παράμερα. Για να χειροκροτούμε και να επευφημούμε τα λόγια τους και τις πράξεις τους. Αλλά, να που καθυστερούν πολύ! Και, μέχρι να ξεσηκωθούν, εμείς οι μεγαλύτεροι αισθανόμαστε ντροπή και φόβο!
-Και σαν τι ντρέπεστε και φοβάστε! τους είπαν.
-Φοβόμαστε, μήπως και συναρμολογηθούν τα οστά των ηρώων, που είναι θαμμένα στο Ηρώο του Μεσολογγίου. Και έρθουν και μας φωνάξουν:
«Εμείς, οι ελεύθεροι πολιορκημένοι, χύσαμε το αίμα μας και δώσαμε τη ζωή μας για την πατρίδα και την ελευθερία της! Κι εσείς οι απολιόρκητοι εθελόδουλοι, τη σκλαβώσατε στους ντόπιους απατεώνες και τους διεθνείς τοκογλύφους!
Πώς είναι δυνατόν, όταν, όπως θα 'λεγε κι ο Βάρναλης, «σαν τα σκουλήκια κάθε φτέρνα, όπου σας έβρει, σας πατεί», εσείς να μένετε «άβουλοι και μοιραίοι αντάμα, προσμένοντας ίσως κάποιο θαύμα»!
Ποιοι περιμένετε να κάνουν το θαύμα! Πάντα οι ...;κάποιοι άλλοι";
Τέτοια ακούνε και τέτοια αποκρίνονται ο παπάς με το δάσκαλο. Και συνεχίζουν την προσπάθειά τους. Και τον αγώνα τους ...;
Με την ελπίδα πάντα ότι οπωσδήποτε κάποιοι άλλοι, νεότεροι θα πάρουν τη σκυτάλη και θα μπούνε μπροστά!
Όπως ταιριάζει σε Έλληνες και σε πατριώτες. Αντάξιους απογόνους των ηρώων της Εξόδου! ...;.
παπα-Ηλίας
Φουντούλης Ιωάννης: Εἰσοδεύοντας στὴν Μεγάλη Ἑβδομάδα
Ὁ νέος λαὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ Ἰσραὴλ τῆς χάριτος, ἁγνίσθηκε σαράντα ἡμέρες καὶ ἤδη ἀνεβαίνει στὴν Ἱερουσαλήμ, στὸ ὄρος τῆς χάριτος. Ὄχι σὲ ὄρος φοβερό, καιόμενο καὶ φλεγόμενο, μὲ ἀστραπὲς καὶ βροντές, ἀλλὰ στὴν ἁγία πόλι τῆς εἰρήνης, στὴν πόλι τοῦ ζῶντος Θεοῦ, ὅπου μαζί μας συναναβαίνει καὶ ὁ μεσίτης τῆς Νέας Διαθήκης.
Ἐκεῖ ὅπου τὸ αἷμα τοῦ ραντισμοῦ θὰ λαλήση «κρεῖττον» παρὰ τὸ αἷμα τοῦ δικαίου Ἄβελ, γιὰ νὰ ἐγκαινίση τὴν Διαθήκη καὶ νὰ καταρτίση λαὸ ἅγιο, λαὸ περιούσιο τοῦ Θεοῦ. Ἐκεῖ θὰ στηθῆ τὸ σημεῖο τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν ἄνθρω- πο, ὁ σταυρός, καὶ θὰ συντρίβουν κατὰ κράτος οἱ ἀρχὲς καὶ οἱ ἐξουσίες τοῦ σκότους. Ὁ Χριστὸς ἔρχεται καὶ πάλι νὰ πάθη καὶ νὰ νικήση. Τὰ χρονικὰ σχήματα τοῦ κόσμου τούτου πίπτουν. Αἰωνιότης καὶ χρόνος συγκιρνῶνται. Ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ ἐλθὼν καὶ θὰ εἶναι πάντα ὁ ἐρχόμενος. Ὁ παθὼν καὶ ὁ πάσχων.
Ὁ νικήσας καὶ ὁ νικῶν. Μαζὶ μὲ τὸν Χριστὸ συναναβαίνει στὰ νοητὰ Ἱεροσόλυμα καὶ ὁ πιστός. Θὰ δώση καὶ αὐτὸς τὴν νικηφόρο μάχη. Θὰ συσταυρωθῆ καὶ θὰ συναναστηθῆ γιὰ νὰ συζήση μαζί Του στοὺς ἀτελεύτητους αἰῶνας. Καὶ ἡ Μεγάλη Ἑβδομὰς ἀρχίζει. Σύνδεσμος μεταξὺ τῆς Τεσσαρακοστῆς καὶ τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος εἶναι οἱ δύο ἐνδιάμεσες ἑορτές: Ἡ ἀνάστασις τοῦ Λαζάρου καὶ ἡ Κυριακὴ τῶν Βαΐων. [...] Τὰ θέματα εἶναι πυκνά, τὰ ἀναγνώ- σματα ἐκτενῆ, ἡ ὑμνογραφία συγκεντρώνει ὅ,τι ἐκλεκτὸ καὶ ἀνυπέρβλητο συνέθεσε ὁ θεοκίνητος νοῦς τῶν ἱερῶν ποιητῶν της Ἐκκλησίας.
Μπροστὰ στὸ θεολογικὸ καὶ πνευματικὸ βάθος τῶν ἱερῶν τελετῶν, ποὺ θὰ κληθοῦμε νὰ παρακολουθήσωμε, μόνο ἡ ἱερὰ σιγὴ τοῦ θάμβους θὰ ἥρμοζε. [...] Κοντὰ στὰ πόδια τῶν ἱερῶν ὑμνογράφων θὰ καθίσωμε στὸ κείμενο αὐτὸ καὶ θὰ ἀκούσωμε ἀπὸ αὐτοὺς τὸ νόημα ποὺ ἔδωσε ἡ Ἐκκλησία στὶς ἱερὲς αὐτὲς ἡμέρες. Τὸ στόμα τῶν ὑμνωδῶν εἶναι καὶ στόμα τῆς Ἐκκλησίας μας. Καὶ ἀρχίζομε μὲ τὸ πρῶτο ἀπόστι- χο τοῦ ἑσπερινοῦ τῆς Κυριακῆς τῶν Βαΐων τοῦ πλ. δ’ ἤχου: «Χαῖρε καὶ εὐφραίνου, πόλις Σιών⋅ τέρπου καὶ ἀγάλλου, ἡ Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ⋅ ἰδοὺ γὰρ ὁ βασιλεύς σου παρα- γέγονεν ἐν δικαιοσύνῃ, ἐπὶ πώλου κα- θεζόμενος, ὑπὸ παίδων ἀνυμνούμενος. Ὡσαννὰ ἐν τοῖς ὑψίστοις. Εὐλογημένος εἶ, ὁ ἔχων πλῆθος οἰκτιρμῶν, ἐλέησον ἡμᾶς».
Τὸ τροπάριο εἶναι ἕνας παιὰν νίκης· ἕνα προσκλητήριο γιὰ τὸν πανηγυρισμὸ ἑνὸς θριάμβου. Ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ νικητὴς τοῦ θανάτου. Ἀνέστησε τὸν τετραήμερο νεκρὸ Λάζαρο, προϋπογράφοντας τὴν θαυμαστὴ νίκη κατὰ τοῦ θανάτου καὶ προδηλώνοντας τὴν ἰδική Του καὶ τὴν ἰδική μας ἀνάστασι. Καὶ τώρα ἔρχεται καθήμενος ἐπάνω στὸν πῶλο τοῦ ὄνου, ὁ βασιλεὺς τῆς εἰρήνης, ὁ πραΰς καὶ ταπεινὸς θριαμβευτής. Οἱ παῖδες τῶν Ἑβραίων τὸν ὑποδέχονται μὲ νικητήριες κραυγές: «Ὡσαννὰ ἐν τοῖς ὑψίστοις. Εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου». Καὶ ἡ ἱερὰ πόλις Σιὼν «ἐσείσθη», χαίρει καὶ εὐφραίνεται. Μαζὶ ὅμως μὲ τὴν Σιὼν χαίρει καὶ πανηγυρίζει καὶ ἡ Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ, ὁ νέος Ἰσραήλ, ἡ πόλις τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος. Γιατὶ ἔρχεται καὶ πάλι ὁ Κύριος, ὁ βασιλεύς της, ὁ νικητής· «Ἐξῆλθε νικῶν, ἵνα νικήσῃ» κατὰ τὴν Ἀποκάλυψι. Ἡ ἱστορικὴ ἐκείνη εἴσοδος τοῦ Χριστοῦ ἐκσυγχρονίζεται.
Ὁ Κύριος ἔρχεται καὶ σήμερα, ὅπως καὶ τότε. Τὸν ρόλο τῶν παίδων ἐκτελεῖ τώρα ὁ νέος λαός, ποὺ ἠξιώθη τῆς ἀθανάτου ζωῆς μὲ τὴν ἀνάστασί Του. Οἱ λίθοι ἔγιναν τέκνα τοῦ Ἀβραὰμ καὶ κράζουν τώρα τὸ «Ὡσαννά». Κρατοῦν καὶ αὐτά, ὅπως οἱ παῖδες, τὰ βαΐα τῶν φοινίκων, τοὺς κλάδους τῶν ἀρετῶν. [...] Ἔρχεται λοιπὸν ὁ Κύριος ἐπὶ τὸ ἑκούσιον πάθος. Ἀναβαίνει στὰ Ἱεροσόλυμα γιὰ νὰ παραδοθῆ καὶ νὰ σταυρωθῆ, ὁ «Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου».
Καὶ πάλι οἱ πιστοὶ ἀναδέχονται τὸν ρόλο τῶν μαθητῶν⋅ συναναβαίνουν, συμπορεύονται, συσταυροῦνται γιὰ νὰ συζήσουν μὲ αὐτόν. Καὶ ἡ ἄνοδος αὐτὴ παίρνει ἕνα ἐσχατολογικὸ χρώμα⋅ εἶναι προεικόνισις καὶ ἐγγύησις τῆς συναναβάσεως τῶν πιστῶν μὲ τὸν δοξασμένο Κύριο, ὄχι πιὰ στὴν ἐπίγειο Ἱερουσαλήμ, ἀλλὰ στὴν οὐράνιο, στὴν βασιλεία τῶν οὐρανῶν, στὸν Πατέρα τοῦ Χριστοῦ καὶ Πατέρα μας καὶ Θεό Του καὶ Θεό μας. Αὐτὸ ἀκριβῶς εἶναι τὸ περιεχόμενο τοῦ θαυμασίου στιχηροῦ ἰδιομέλου τῶν αἴνων τοῦ ὄρθρου τῆς Μεγάλης Δευτέρας τοῦ α΄ ἤχου: «Ἐρχόμενος ὁ Κύριος πρὸς τὸ ἑκούσιον πάθος τοῖς ἀποστόλοις ἔλεγεν ἐν τῇ ὁδῷ⋅ Ἰδοὺ ἀναβαίνομεν εἰς Ἱεροσόλυμα καὶ παραδοθήσεται ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου, καθὼς γέγραπται περὶ αὐτοῦ. Δεῦτε οὖν καὶ ἡμεῖς κεκαθαρμέναις διανοίαις συμπορευθῶμεν αὐτῷ καὶ συσταυρωθῶμεν καὶ νεκρωθῶμεν δι’ αὐτὸν ταῖς τοῦ βίου ἡδοναῖς, ἵνα καὶ συζήσωμεν αὐτῷ καὶ ἀκούσωμεν βοῶντος αὐτοῦ⋅ Οὐκέτι εἰς τὴν ἐπίγειον Ἱερουσαλὴμ διὰ τὸ παθεῖν, ἀλλὰ ἀναβαίνω πρὸς τὸν Πατέρα μου καὶ Πατέρα ὑμῶν καὶ Θεόν μου καὶ Θεὸν ὑμῶν⋅ καὶ συνανυψῶ ὑμᾶς εἰς τὴν ἄνω Ἱερουσαλήμ, ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν».
Ἡ ἀνάμνησις τῶν ἱστορικῶν γεγονότων ποὺ συνέβησαν, καὶ τῶν λόγων τοῦ Κυρίου ποὺ ἐλέχθησαν ἀπὸ τὴν εἴσοδό Του στὰ Ἱεροσόλυμα μέχρι τὴν προδοσία, στοιβάζονται στὶς δύο πρῶτες ἡμέρες τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος. Ὁ Χριστὸς ξηραίνει τὴν ἄκαρπο συκή, σημαίνοντας τὸν κλῆρο τῆς ἀκάρπου συναγωγῆς, ἀλλὰ καὶ τὴν μοίρα ὅλων ὅσοι θὰ δειχθοῦν ἀνάξιοι τῆς δωρεᾶς τοῦ Θεοῦ, «δένδρα φθινοπωρινὰ ἄκαρπα, δὶς ἀποθανόντα ἐκριζωθέντα». Ἀκολουθοῦν οἱ τραγικοὶ διάλογοι μὲ τοὺς ἄρχοντας τοῦ λαοῦ καὶ τοὺς φαρισαίους, ποὺ προσπαθοῦν νὰ παγιδεύσουν «λόγῳ» τὸν Χριστό, οἱ τελευταῖες παραβολὲς τῆς κατακρίσεως τοῦ δούλου ποὺ ἔκρυψε τὸ τάλαντον καὶ τῆς ἀποδοκιμασίας τῶν κακῶν ἐργατῶν τοῦ ἀμπελῶνος, ἡ πρόρρησις τῆς καταστροφῆς τῶν Ἱεροσολύμων καὶ τῆς ἐλεύσεως τοῦ δικαίου κριτοῦ καὶ τὰ φοβερὰ «Οὐαὶ» κατὰ τῶν γραμματέων καὶ φαρισαίων. Μ’ ὅλα αὐτὰ συμπλέκεται καὶ ὁ τύπος τοῦ πάσχοντος δικαίου, ἡ μνήμη τοῦ Ἰωσὴφ τοῦ Παγκάλου. Ἀλλ’ οἱ λόγοι ἐκεῖνοι τοῦ Κυρίου, ποὺ ἀπετέλεσαν τὸν πόλο καὶ τὸ κυριαρχοῦν θέμα τῶν ἡμερῶν αὐτῶν εἶναι ἡ παραβολὴ τῶν δέκα παρθένων.
Τὰς «φέρει» κυρίως ἡ Μεγάλη Τρίτη, ἀλλὰ τὸ συγκλονιστικὸ αὐτὸ ἀφήγημα διαποτίζει τὶς ἀκολουθίες καὶ τῶν ἄλλων δύο ἡμερῶν. Εἶναι τὸ ἀφυπνιστικὸ σάλπισμα τῆς παρουσίας τοῦ Κυρίου. «Χριστὸς ὁ ἐρχόμενος ἐμφανῶς ἤξει καὶ οὐ χρονιεῖ». Εἶναι ὁ «Νυμφίος» τῆς παραβολῆς, ὁ «Νυμφίος τῆς Ἐκκλησίας», ὁ Νυμφίος τῆς κάθε ψυχῆς. Καὶ ἔρχεται γιὰ νὰ τελέση τοὺς μυστικούς Του γάμους ξαφνικά, σὲ ὥρα ποὺ δὲν γνωρίζει καὶ δὲν προσδοκᾶ κανείς: «Ἐν τῷ μέσῳ τῆς νυκτός». Μακάριοι αὐτοὶ ποὺ τὸν περιμένουν, ποὺ δὲν τοὺς κατέλαβε ἡ ραθυμία τοῦ ὕπνου, ποὺ δὲν τοὺς ἔλειψε τὸ ἔλαιον ἀπὸ τὶς λαμπάδες των. Ἀνάξιοι οἱ δοῦλοι, ποὺ θὰ βρῆ ὁ δεσπότης νὰ ραθυμοῦν καὶ νὰ κοιμοῦνται.
Ὁ νυμφὼν εἶναι στολισμένος⋅ τὸ ἔνδυμα τῆς εἰσόδου μας σ’ αὐτὸν πρέπει νὰ εἶναι ἀντάξιο τοῦ γάμου, λαμπρό, καθαρό, φωτοβόλο. Τὸ ζωντανὸ παράδειγμα τοῦ ραθύμου δούλου καὶ τῆς φρονίμου καὶ γρηγορούσης ψυχῆς τὸ δίδει τὸ ἱστορικὸ θέμα τῆς Μεγάλης Τετάρτης, ποὺ ἀποτελεῖ τὸν σύνδεσμο τοῦ πρώτου καὶ τοῦ δευτέρου μέρους τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος. Ἡ ἁμαρτωλὸς γυναίκα, ποὺ ἄλειψε μὲ μύρα τὸν Κύριο, μὲ τὴν ἐξαίρετο πράξι τῆς συντριβῆς καὶ τῆς εὐγνωμοσύνης λυτρώνεται ἀπὸ τὰ κακά, καθαρίζει τὴν στολὴ τῆς ψυχῆς της ἀπὸ τὸν βόρβορο τῆς ἁμαρτίας.
Ἡ φαινομενικὰ μωρὰ δείχνεται φρόνιμη, ἡ δούλη τῶν παθῶν γίνεται διὰ τῆς μετανοίας ἐλευθέρα - ἕτοιμη γιὰ τὴν ἀπάντησι τοῦ Νυμφίου. Ἀντίθετα ὁ «υιὸς τοῦ νυμφῶνος», ὁ μαθητής, ὁ φίλος, κλείνει μόνος του στὸν ἑαυτό του τὴν θύρα τοῦ νυμφῶνος. Ὁ ἐλεύθερος γίνεται δοῦλος. Ὁ μακάριος γίνεται ἀνάξιος. Γι’ αὐτὸ ἡ Ἐκκλησία ἰδιαιτέρως τονίζει τὶς δύο αὐτὲς μορφὲς κατὰ τὶς ἡμέρες τοῦ πάθους.
Γιατὶ τὸ παράδειγμα τῆς ἁμαρτωλῆς γυναικὸς εἶναι τόσο ἐνθαρρυντικὸ γιὰ ὅλους μας, γιατὶ δείχνει πὼς ἀπὸ μωροὶ μποροῦμε νὰ γίνωμε φρόνιμοι. Καὶ τὸ παράδειγμα τοῦ Ἰούδα εἶναι τόσο ἐκφοβιστικό, γιατὶ δείχνει πὼς ἀπὸ φρόνιμοι μποροῦμε ἀπὸ στιγμὴ σὲ στιγμὴ νὰ μεταβληθοῦμε σὲ μωρούς. Ἀπὸ τὰ θαυμάσια τροπάρια ποὺ ἀναφέρονται στὸ θέμα αὐτὸ διαλέγομε ἕνα, τὸ τρίτο ἰδιόμελο τῶν αἴνων τοῦ ὄρθρου τῆς Μεγάλης Τετάρτης τοῦ α΄ ἤχου, μὲ τὸ ὁποῖο κλείνομε καὶ τὸ κείμενό μας: «Ὅτε ἡ ἁμαρτωλὸς προσέφερε τὸ μύρον, τότε ὁ μαθητὴς συνεφώνει τοῖς παρανόμοις· ἡ μὲν ἔχαιρε κενοῦσα τὸ πολύτιμον, ὁ δὲ ἔσπευδε πωλῆσαι τὸν ἀτίμητον⋅ αὐτὴ τὸν δεσπότην ἐπεγίνωσκεν, οὗτος τοῦ δεσπότου ἐχωρί- ζετο· αὐτὴ ἠλευθεροῦτο καὶ ὁ Ἰούδας δοῦλος ἐγεγόνει τοῦ ἐχθροῦ. Δεινὸν ἡ ραθυμία, μεγάλη ἡ μετάνοια! ἣν μοὶ δώρησαι, Σωτήρ, ὁ παθὼν ὑπὲρ ἡμῶν καὶ σῶσον ἡμᾶς».
Πασχάλιο Μήνυμα Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Αθηνών και Πάσης Ελλάδος κ. Ιερωνύμου Β΄
«Σήμερον σωτηρία τῷ κόσμῳ, ὅτι ἀνέστη Χριστός ὡς παντοδύναμος»! Ἑορτῶν ἑορτή καί πανήγυρη πανηγύρεων ἑορτάζουμε. Ἡ Ζωή νίκησε τόν θάνατο. Ἡ Ἀλήθεια κατατρόπωσε τό ψεῦδος. Τό φῶς ἐξαφάνισε τό σκοτάδι. Ἡ ἐλπίδα ἀποδείχθηκε δυνατότερη ἀπό τούς φόβους καί τίς ἀγωνίες πού δηλητηριάζουν τόν βίο μας. Ἡ ἑβδομάδα τῶν Παθῶν προηγεῖται τῆς Ἀναστάσεως. Πρίν ἐπικρατήσει ἡ Ἀλήθεια προηγοῦνται οἱ τραγικές προσπάθειες τῶν κατεστημένων κάθε ἐποχῆς νά τήν στραγγαλίσουν, ὅταν αὐτή ἀπειλεῖ συμφέροντα καί ἐξουσίες τοῦ κόσμου τούτου.Ἡ Σταύρωση καί ὁ θάνατος τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐπί τοῦ Σταυροῦ συνοψίζουν τήν τραγωδία τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης. Ὅλοι οἱ πόνοι, οἱ θλίψεις, οἱ κατατρεγμοί καί οἱ ἀδικίες, τά ἀδιέξοδα καί ἡ ἀπελπισία πού κυριαρχοῦν στή ζωή μας συνοψίζονται στόν Σταυρό. Ὅμως τό μυστήριο τοῦ Σταυροῦ φανερώνει ὅτι οἱ προσωπικές, ἀλλά καί οἱ κοινές ἀγωνίες, ὅπως αὐτές πού χρωματίζουν τόν παρόντα ἐθνικό μας βίο, δέν εἶναι ἰσχυρότερες ἀπό τήν ἐλπίδα πού ἀνέτειλε ἐκ τοῦ κενοῦ Τάφου τοῦ Ἀναστημένου Δοτῆρος τῆς Ζωῆς. Διά τοῦ Σταυροῦ ὅλες οἱ μορφές τῶν θλίψεων καί τῶν δοκιμασιῶν τοῦ ἀνθρώπου μεταμορφώθηκαν σέ Ἀνάσταση καί οἱ θλίψεις μας ἀπέκτησαν νόημα. Κάτω ἀπό τό ἀνέσπερο φῶς τῆς Ἀναστάσεως, τά ψεύδη, ἡ ὑποκρισία καί οἱ ἀπόπειρες παραπλάνησής μας ἀπό τά ὀργανωμένα συμφέροντα, πού γεννοῦν κρίσεις καί δοκιμασίες, χλωμιάζουν καί ἀποδυναμώνονται. Ὁ Χριστός ἀναστήθηκε! Ὁ θάνατος νικήθηκε! «Δεῦτε πάντες οἱ πιστοί, προσκυνήσωμεν τήν τοῦ Χριστοῦ ἁγίαν ἀνάστασιν• ἰδού γάρ ἦλθε διά τοῦ Σταυροῦ, χαρά ἐν ὅλῳ τῷ κόσμῳ». Κανείς δέν μπορεῖ πιά νά μᾶς στερήσει τήν ἐλπίδα. Οἱ Ἕλληνες τό γνωρίζουμε αὐτό καλύτερα ἀπό ὅλους. Ὅσες φορές τό Γένος μας ἔφθασε στά ὅρια τῆς ἐξουθένωσης, ἡ ἐλπίδα τῆς Ἀναστάσεως τό ἀνέδειξε πάλι ρωμαλέο καί ἀναστημένο. Μέ αὐτή τήν ἐλπίδα ἔμεινε ζωντανό στήν τουρκοκρατία. Χάρη σ’ αὐτή τήν ἐλπίδα καρποφόρησε ἡ Ἐπανάσταση τοῦ 1821. Ἔτσι ἀναστήθηκε ἡ πατρίδα μας μετά τή Γερμανική κατοχή. Ἔτσι θά ἀντέξει κάθε μορφῆς κρίση καί δοκιμασία τοῦ παρόντος καί τοῦ μέλλοντος. Ἄς ἐπαναλάβω, λοιπόν, καί ἐγώ αὐτό πού εἶπε ὁ Ἀναστημένος Χριστός στίς Μυροφόρες: «Μή φοβεῖσθε»! (Ματθ. 28,10) Καμμία ἀδικία, καμμία ἀσθένεια, καμμία δυσκολία τῆς καθημερινότητας, καμμία οἰκονομική κρίση, καμμία ἀβεβαιότητα γιά τό μέλλον δέν πρέπει νά μᾶς φοβίζει. Οἱ χριστιανοί εἶναι οἱ ἄνθρωποι τῆς Ἀναστάσεως, οἱ «μή μετακινούμενοι ἀπό τῆς ἐλπίδος τοῦ Εὐαγγελίου» (Κολ. 1, 23). Ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ ἐπέβαλε ὁριστικά τή δύναμη τῆς ἀγάπης πού ἐλευθερώνει τόν ἄνθρωπο ἀπό ὅλους τούς φόβους του, διότι «ἡ τελεία ἀγάπη ἔξω βάλλει τόν φόβον» (Α΄ Ἰωαν. 4, 18). Μή φοβᾶστε, λοιπόν, ἀλλά γίνετε ἄνθρωποι τῆς Ἀναστάσεως. Ἐλᾶτε νά πορευθοῦμε μέ θᾶρρος καί ἐλπίδα στήν καινούργια ζωή πού μᾶς χάρισε ὁ ἀναστημένος Κύριος. Χρόνια πολλά καί εὐλογημένα. Χριστός Ἀνέστη! Ἀληθῶς Ἀνέστη! Μέ ἀναστάσιμες εὐχές Ο ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ |
Πατριαρχικήν Ἀπόδειξιν ἐπί τῷ Ἁγίῳ Πάσχα
+ Β Α Ρ Θ Ο Λ Ο Μ Α Ι Ο Σ
ΕΛΕῼ ΘΕΟΥ
ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ - ΝΕΑΣ ΡΩΜΗΣ
ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ
ΠΑΝΤΙ Τῼ ΠΛΗΡΩΜΑΤΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
ΧΑΡΙΝ, ΕΙΡΗΝΗΝ ΚΑΙ ΕΛΕΟΣ
ΠΑΡΑ ΤΟΥ ΕΝΔΟΞΩΣ ΑΝΑΣΤΑΝΤΟΣ ΣΩΤΗΡΟΣ ΧΡΙΣΤΟΥ
ΕΛΕῼ ΘΕΟΥ
ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ - ΝΕΑΣ ΡΩΜΗΣ
ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ
ΠΑΝΤΙ Τῼ ΠΛΗΡΩΜΑΤΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
ΧΑΡΙΝ, ΕΙΡΗΝΗΝ ΚΑΙ ΕΛΕΟΣ
ΠΑΡΑ ΤΟΥ ΕΝΔΟΞΩΣ ΑΝΑΣΤΑΝΤΟΣ ΣΩΤΗΡΟΣ ΧΡΙΣΤΟΥ
* * *
Τέκνα ἐν Κυρίῳ ἀγαπητά,Καὶ πάλιν μετὰ χαρᾶς καὶ εἰρήνης ἀπευθύνομεν πρὸς ὑμᾶς τὸν χαρμόσυνον καὶ πλήρη ἐλπίδων χαιρετισμὸν "Χριστός Ἀνέστη"
Αἱ συγκυρίαι καὶ τὰ γεγονότα τῆς συγχρόνου ἐποχῆς φαίνονται μὴ δικαιολογοῦντα τὸ χαρμόσυνον τοῦ χαιρετισμοῦ μας. Αἱ συντελεσθεῖσαι ἤδη φυσικαὶ καταστροφαὶ ἐκ τῶν σεισμικῶν δονήσεων καὶ τῶν θαλασσίων ὑπερκυμάτων καὶ αἱ ἐπαπειλούμεναι τοιαῦται ἐκ τῆς πιθανολογουμένης ἐκρήξεως τῶν πυρηνικῶν ἐργοστασίων, ἀλλὰ καὶ αἱ ἀνθρωποθυσίαι ἐκ τῶν πολεμικῶν συρράξεων καὶ τῶν τρομοκρατικῶν ἐνεργειῶν, ἐμφανίζουν τὸν κόσμον μας δεινῶς πληγωμένον καὶ σφαδάζοντα ὑπὸ τὴν πίεσιν φυσικῶν καὶ πνευματικῶν κακῶν δυνάμεων.
Ἐν τούτοις, ἡ Ἀνάστασις τοῦ Χριστοῦ εἶναι γεγονὸς ἀληθινὸν καὶ παρέχει εἰς τοὺς πιστοὺς χριστιανοὺς τὴν βεβαιότητα καὶ εἰς ὅλους τοὺς ἀνθρώπους τὴν δυνατότητα τῆς ὑπερβάσεως τῶν δυσμενῶν ἐπακολούθων τῶν φυσικῶν καταστροφῶν καὶ τῶν ψυχικῶν ἐκτροπῶν.
Ἡ φύσις ἐπαναστατεῖ ὅταν ἡ ὑπερφίαλος ἀνθρωπίνη διάνοια ἀποπειρᾶται νὰ τιθασεύσῃ τὰς ἀπειρομεγέθεις δυνάμεις τὰς ὁποίας ἔχει ἐμπερικλείσει ὁ Δημιουργὸς εἰς τὰ φαινομενικῶς ἀσήμαντα εἰς ὄγκον καὶ ἀδρανῆ στοιχεῖα της. Θεωροῦντες πνευματικῶς τὰ δυσμενῆ φυσικὰ φαινόμενα, τὰ ὁποῖα πλήττουν τὸν πλανήτην μας ἐπανειλημμένως καὶ διαδοχικῶς κατὰ τοὺς ἐσχάτους τούτους καιρούς, πλησιάζομεν εἰς τὴν ἀποδοχὴν τῆς ἀπόψεως ὅτι ταῦτα δὲν εἶναι ἀνεξάρτητα τῆς πνευματικῆς ἐκτροπῆς τοῦ ἀνθρωπίνου γένους. Τὰ σημεῖα τῆς ἐκτροπῆς, ὅπως ἡ πλεονεξία, ἡ ἀπληστία, ἡ ἀκόρεστος ἐπιθυμία τοῦ πλούτου ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὴν ἀδιαφορίαν διὰ τὴν πτωχείαν τῶν πολλῶν τὴν ὁποίαν συνεπιφέρει ὁ ὑπέρμετρος πλουτισμὸς τῶν ὀλίγων, δὲν φαίνονται διὰ τοὺς φυσικοὺς ἐπιστήμονας νὰ ἔχουν σχέσιν πρὸς τὰ φυσικὰ γεγονότα. Ἐν τούτοις, διὰ τὸν πνευματικῶς ἐρευνῶντα τὸ θέμα, ἡ ἁμαρτία διαταράσσει ὄχι μόνον τὴν ἁρμονίαν τῶν πνευματικῶν σχέσεων ἀλλὰ καὶ τῶν φυσικῶν. Ὑπάρχει μυστικὴ σχέσις μεταξὺ τοῦ ἠθικοῦ κακοῦ καὶ τοῦ φυσικοῦ κακοῦ καὶ ἐάν θέλωμεν νὰ ἀπαλλαγῶμεν ἀπὸ τὸ δεύτερον, πρέπει ὁπωσδήποτε νὰ ἀρνηθῶμεν τὸ πρῶτον.
Ὁ Ἀναστὰς Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, ὁ νέος ἄνθρωπος καὶ Θεός, ἀποτελεῖ τὸ πρότυπον τῆς εὐεργετικῆς ἐπιρροῆς τοῦ ἁγίου εἰς τὸν φυσικὸν κόσμον. Ἐθεράπευε τὰς φυσικὰς καὶ πνευματικὰς νόσους καὶ διῆλθεν εὐεργετῶν καὶ ἰώμενος τοὺς ἀνθρώπους, ἀλλὰ ταυτοχρόνως ἐγαλήνευσε καὶ τὴν τεταραγμένην θάλασσαν καὶ ἐπολλαπλασίασε τοὺς πέντε ἄρτους εἰς χορτασμὸν πεντάκις χιλίων ἀνδρῶν, συνδυάζων οὕτω τὴν ἀποκατάστασιν τῆς πνευματικῆς καὶ τῆς φυσικῆς ἁρμονίας. Ἐὰν θέλωμεν εἰς τὰς παρούσας δυσμενεῖς φυσικῶς καὶ πολιτικῶς καταστάσεις νὰ ἐπιδράσωμεν εὐμενῶς, δὲν ἔχομεν ἄλλην ὁδὸν ἀπὸ τὴν πίστιν εἰς τὸν Ἀναστάντα Χριστὸν καὶ ἀπὸ τὴν τήρησιν τῶν σωτηριωδῶν διὰ τὸν ἄνθρωπον ἐντολῶν Του.
Ὁ Χριστὸς ἀνέστη καὶ συνανέστησε τὸ τέλειον ἦθος τοῦ ἀμαυρώσαντος αὐτὸ ἀνθρώπου, γενόμενος πρωτότοκος καὶ πρωτοπόρος εἰς τὴν ἀναγέννησιν τοῦ κόσμου, τῶν ἀνθρώπων καὶ τῆς φύσεως. Τὸ μήνυμα τῆς Ἀναστάσεως δὲν εἶναι κενὸν οὐσιαστικῆς ἐπιρροῆς εἰς τὴν ποιότητα τῆς ἀνθρωπίνης ζωῆς καὶ τῆς εὐρύθμου λειτουργίας τῆς φύσεως. Ὅσον πληρέστερον καὶ βαθύτερον θὰ βιώσωμεν τὴν Ἀνάστασιν τοῦ Χριστοῦ εἰς τὰ βάθη τῶν καρδιῶν μας, τόσον εὐεργετικωτέρα θὰ εἶναι ἡ ἐπιρροὴ τῆς ὑπάρξεώς μας εἰς τὴν ὅλην ἀνθρωπότητα καὶ εἰς τὸν φυσικὸν κόσμον. Αἱ φυσικαὶ ἐπιστῆμαι ἴσως δὲν ἔχουν ἀκόμη ἐπισημάνει τὴν σχέσιν αὐτὴν μεταξὺ ἀναγεννήσεως τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἀνακαινίσεως τῆς φύσεως, ἀλλὰ ἡ πεῖρα τῶν ἁγίων, ἡ ὁποία εἴθε νὰ εἶναι καὶ ἰδική μας πεῖρα, διαβεβαιοῖ ὅτι εἶναι ἐμπειρικῶς διαπιστωμένον ὅτι ὄντως ὁ ἀναγεννημένος ἐν Χριστῷ ἄνθρωπος ἀποκαθιστᾷ τὴν διατεταραγμένην ἐκ τῆς ἁμαρτίας ἁρμονίαν τῶν φυσικῶν φαινομένων. Ὁ ἅγιος ἐν Χριστῷ μετακινεῖ ὄρη ἐπ’ ἀγαθῷ καὶ ὁ κακὸς καὶ ἀντίθεος ἄνθρωπος μετακινεῖ ἐδάφη καὶ ὑψώνει κύματα ὑπερμεγέθη ἐπὶ κακῷ.
Εἴθε νὰ προσεγγίσωμεν πρὸς τὴν ἁγιότητα τοῦ Ἀναστάντος Χριστοῦ ἵνα διὰ τῆς χάριτος Αὐτοῦ γαληνεύσωμεν τὰ φυσικὰ καὶ ἠθικὰ κύματα τὰ ὁποῖα πλήττουν τὸν σύγχρονον κόσμον μας.
Ἡ χάρις τοῦ Ἀναστάντος Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ εἴη μετὰ πάντων ὑμῶν, τέκνα ἐν Κυρίῳ ἀγαπητά. Γένοιτο.
Ἅγιον Πάσχα 2011
+ Ὁ Κωνσταντινουπόλεως
διάπυρος πρὸς Χριστὸν Ἀναστάντα
εὐχέτης πάντων ὑμῶν
+ Ὁ Κωνσταντινουπόλεως
διάπυρος πρὸς Χριστὸν Ἀναστάντα
εὐχέτης πάντων ὑμῶν
Παρασκευή, Απριλίου 15, 2011
Π Α Σ Χ Α Λ Ι Ο Σ Π Ο Ι Μ Α Ν Τ Ο Ρ Ι Κ Η Ε Γ Κ Υ Κ Λ Ι Ο Σ
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΜΑΝΗΣ Π Α Σ Χ Α Λ Ι Ο Σ Π Ο Ι Μ Α Ν Τ Ο Ρ Ι Κ Η Ε Γ Κ Υ Κ Λ Ι Ο Σ ΤΟΥ ΣΕΒΑΣΜΙΩΤΑΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΜΑΝΗΣ κ.κ. Χ Ρ Υ Σ Ο Σ Τ Ο Μ Ο Υ Β΄ Προς Το ευσεβές πλήρωμα της Ιεράς Μητροπόλεως. Αδελφοί και Πατέρες «Μη φοβείσθε» (Ματθ. 28,10) «Μη φοβείσθε υμείς» είπε ο άγγελος Κυρίου στις μυροφόρες, τις οποίες είχε κυριεύσει « τρόμος και έκστασις» προ του κενού τάφου. «Οίδα γαρ ότι Ιησούν τον εσταυρωμένον ζητείτε. Ουκ έστιν ώδε. Ηγέρθη γαρ καθώς είπεν» (Ματθ. 26,6). Σε λίγο ο ίδιος ο Αναστάς Χριστός λέγει αυταίς΄ «Μη φοβείσθε». Και συνέχεια στον κύκλο των πτοουμένων και φοβισμένων μαθητών Του τόνισε: «Τι τεταραγμένοι εστέ και διατί διαλογισμοί αναβαίνουσι εν ταις καρδίαις υμών;» (Λουκ. 24,38) και δείχνοντάς τους τα σημάδια της σταύρωσης στα χέρια και στα πόδια Του τους βεβαίωσε με την παρουσία Του για το θαυμαστό γεγονός της Αναστάσεώς Του. «Μη φοβείσθε».Το μήνυμα της Αναστάσεως κηρύσσει διαχρονικά την ελευθερία από κάθε φόβο. Η νίκη του Χριστού συνέτριψε την κυριαρχία των δαιμονικών δυνάμεων, γεφύρωσε το χάσμα μεταξύ Θεού και ανθρώπων και αποκατέστησε τις σχέσεις τους. Την οντολογική σημασία του Σταυρού και της Ανάστασης αποκάλυψε με μοναδικό τρόπο ο Απόστολος Παύλος. Ο Ιησούς έγινε άνθρωπος και αποδέχθηκε το Πάθος «για να καταργήση με τον θάνατό Του αυτόν που εξουσίαζε τον θάνατο, δηλαδή τον διάβολο και με αυτόν τον τρόπο να απελευθερώσει όσους ο φόβος του θανάτου, τους είχε καταδικάσει να είναι δούλοι σ’ όλη τους τη ζωή» (Εβρ. 2,14-15). Ο Χριστός είναι η αρχή πλέον της νέας ανθρωπότητος «από τους νεκρούς πρωτοαναστημένος, ώστε να γίνει σε όλα Εκείνος πρώτος». « Ος εστίν αρχή, πρωτότοκος εκ των νεκρών ίνα γένηται εν πάσιν αυτός πρωτεύων» (Κολ. 1,18-22). Μια νέα μορφή υπάρξεως έχει αρχίσει λοιπόν για τους ανθρώπους με την Ανάσταση του Χριστού. Η πεποίθηση ότι δόθηκε σ’ Αυτόν «πάσα εξουσία εν ουρανώ και επί γης» (Ματθ. 28,19) ελευθέρωσε τους μαθητές από κάθε είδους φόβο και αγωνία. Και τους μεταμόρφωσε σε γενναίους κήρυκες της νέας Ζωής εν Χριστώ. «Μη φοβείσθε». Στην εποχή μας έχουν πληθύνει οι φόβοι και μας απειλούν. Τον τελευταίο μάλιστα καιρό έχουν ενταθεί πολύ από την γενικότερη ταλαιπωρία που προκαλεί η παγκόσμια οικονομική κρίση. Νέοι και παλαιοί φόβοι μας κυκλώνουν και σφίγγουν την καρδιά μας. Σ’ αυτή τη βαριά ατμόσφαιρα του φόβου , το γεγονός της Αναστάσεως διαλύει το σκότος και μας καλεί σε πορεία λευτεριάς από τον φόβο. Κάθε είδους φόβος από εκείνους που μας εχθρεύονται, που μας αδικούν ή από τον φόβο της πολύμορφης αμαρτίας, τον φόβο του πόνου, της ανέχειας, της μοναξιάς, των ποικίλλων θλίψεων , τον φόβο δια το μέλλον. Και το κορύφωμα είναι πια, η ελευθερία από το φόβο του θανάτου του δικού μας και των αγαπημένων μας προσώπων που μας συνθλίβει. «Τη ελευθερία η Χριστός υμάς ηλευθέρωσε στήκετε» βροντοφωνεί ο θείος Παύλος. Βέβαια η ελευθερία αυτή από τον παντοειδή φόβο στηρίζεται στην πίστη. Η Εκκλησία μας , δηλαδή, εμείς όλοι βροντοφωνώντας το «Χριστός Ανέστη» δοξολογικά, δεν καταφεύγουμε σε επιχειρηματολογίες για να επιβάλουμε την αλήθεια που διατρανώνουμε. Όσοι πιστοί! Ευτυχείς και τρισμακάριοι που πιστεύουν «στο ρήμα τούτο το γεγονός» και είναι θεμελιωμένοι ακλόνητα στην πίστη «και μη μετακινούμενοι από της ελπίδος του Ευαγγελίου» (Κολ. 1,23) Η Ανάσταση του Χριστού διαλύει τον φόβο και μάλιστα αυτήν την ολόλαμπρη εορτή του Πάσχα καλούμεθα να νοιώσουμε « Τι το υπερβάλλον μέγεθος της δυνάμεως Αυτού» (Εφ. 1,19) Αυτή τη δύναμη την έδειξε ο Θεός με την Ανάσταση του Υιού Του και την εις τα δεξιά Αυτού καθέδραν του Υιού υπεράνω πάσης ορατής και αοράτου δυνάμεως. Αυτό μας θυμίζει και ο Απόστολος Παύλος όταν μας λέει: « Υμείς επ’ ελευθερίαν εκλήθητε αδελφοί». Ο Χριστός, λοιπόν, η ενυπόστατη και έν σαρκί αγάπη του Θεού με την θυσία Του στο Σταυρό και τη νίκη της Αναστάσεως διατρανώνει την μοναδική δύναμη της αγάπης Του, που ελευθερώνει τον άνθρωπο από κάθε μορφή φόβου. « Φόβος ουκ έστιν εν τη αγάπη αλλ’ η τελεία αγάπη έξω βάλλει τον φόβον» Ας χαρούμε αδελφοί μου, ιδιαίτερα αυτές τις μέρες την ελευθερία από κάθε φόβο βαθαίνοντας την πίστη μας στον νικητή του θανάτου και Κύριο της ζωής μας. Θυμίστε σ’ όλους τους φοβισμένους αδελφούς μας ότι ο «Χριστός Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ + Ο ΜΑΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ Β΄ |
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
"Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη
Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...
-
Ἂς προνοήσει ὁ καθένας γιὰ τὴν ἐπιβίωση τὴν δική του καὶ τῶν δικῶν τοῦ χωρὶς νὰ ξεχνᾶμε ὅμως καὶ τὴν κουβέντα τοῦ Πατροκοσμᾶ :...
-
Αναγέννηση του ανθρώπου – Αναγέννηση του Γένους! Η 25η Μαρτίου, αγαπητοί μου, από την δημιουργία του πρώτου ανεξάρτητου Ελληνικού Κράτους...
-
« Τήν Βηθλεέμ ἀφέμενοι, τό καινότατον θαῦμα, πρός Ἰορδάνην δράμωμεν, ἐκ ψυχῆς θερμοτάτης, κἀκεῖσε κατοπτεύσωμεν τό φρικτόν Μυστήριον· θεοπ...
-
Μια νέα υβριστική σελίδα για την Ορθοδοξία και τον Μοναχισμό εμφανίστηκε στο FACEBOOK ------ http://www.facebook.com/ GerontasMaipr...
-
αντιγραφή απο Ένας λαμπρός Κληρικός,ένας φίλος και αδελφός "έφυγε" αργά εχθές το βράδυ για το αιώνιο ταξίδι που οδηγ...
-
Ναι καρδούλα μου! Υπάρχει ο Άη - Βασίλης! Ευλογία φέρνει, όχι παιχνίδια - δεν είναι άγιος του εμπορίου, αλλά του παραδείσου!... O O...
-
Ἡ καθημερινή μελέτη τῆς Ἁγίας Γραφῆς εἶναι ἀπαραίτητη γιά τόν Χριστιαν. Ὅπως ὁ ἄρτος γιά τό σῶμα ἔτσι καί ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ γιά τήν ψυχή ἀ...
-
Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...
-
Νομίζω πως το διεθνές οικονομικό κατεστημένο άρχισε τον ωμό εκβιασμό και αυτό ίσως σημαίνει ότι είμαστε σε καλό δρόμο. Εύκολο όχι, αλλά κα...
-
Ποιά τά σπουδαιότερα πνευματικά προβλήματα τοῦ συγχρόνου ἀνθρώπου; - Κατὰ τὴν ἄποψή μου, τὸ σοβαρότερο πνευματικὸ πρόβλημα τοῦ σύγχρονου Ε...