Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Παρασκευή, Ιουλίου 08, 2011

ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΟ ΘΕΑΝΘΡΩΠΙΝΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΣΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ Ν. Γ. ΠΕΝΤΖΙΚΗ

xristos1Ἄν­να Κω­στά­κου - Μα­ρί­νη
Λο­γο­τέ­χνις Μέ­λος τοῦ Κύ­κλου Παι­δι­κοῦ Βι­βλί­ου καὶ τῆς Γυ­ναι­κεί­ας Λο­γο­τε­χνι­κῆς Συν­τρο­φιᾶς
 Δι­ά­βα­ση καὶ πρῶ­το ψά­ξι­μο. Πο­λὺ ἀ­ραι­ὲς ἀ­να­φο­ρὲς στὸ ὄ­νο­μα τοῦ Χρι­στοῦ. Μ᾿ ἕ­να τυ­πι­κὸ τρό­πο ἢ μὲ φρά­σεις ἐκ­κλη­σι­α­στι­κές. Π.χ. ὁ Κύ­ριος ἡ­μῶν Ἰ­η­σοῦς Χρι­στός, τὸ παι­δί­ον νέ­ον, ὁ πρὸ αἰ­ώ­νων Θε­ός, Ἰ­η­σοῦς Χρι­στὸς νι­κᾶ, ὁ Κύ­ριος. Πα­ρα­τη­ρῶ ὅ­τι πο­λὺ λί­γο μι­λά­ει ἄ­με­σα γιὰ τὸ πρό­σω­πο τοῦ Χρι­στοῦ. Ἄ­με­σα μι­λά­ει μό­νο γιὰ τὰ ἀν­τι­κεί­με­να, γιὰ τὰ φαι­νό­με­να καὶ τὰ γε­γο­νό­τα, ὅ­πως καὶ γιὰ τὰ πρό­σω­πα. Ὅ­σο γιὰ τὴν ζω­ὴ τῶν ἀν­θρώ­πι­νων προ­σώ­πων, πε­ρι­ο­ρί­ζε­ται σὲ πε­ρι­γρα­φὴ λε­πτο­με­ρει­ῶν καὶ σὲ ἀ­σή­μαν­τα συμ­βάν­τα. Μοιά­ζει νὰ μὴν ἔ­χει προ­κα­θο­ρι­σμέ­νο σχέ­διο γι᾿ αὐ­τὸ ποὺ πά­ει νὰ γρά­ψει. Εἶ­ναι ἕρ­μαι­ο... τοῦ θα­νά­του, τῆς ρο­ῆς δη­λα­δὴ τῆς ζω­ῆς. Καὶ προ­σπα­θεῖ μὲ ἐ­πι­μο­νὴ νὰ γί­νει φράγ­μα σ᾿ αὐ­τὴ τὴν ρο­ή, ὄ­χι μὲ ἑλι­ξή­ρια νε­ό­τη­τας ἀλ­λὰ ἀν­τί­θε­τα μὲ ἐρ­γα­λεῖ­ο τὸν ἴ­διο τὸ θά­να­το.ωΠοι­ὰ πράγ­μα­τα εἶ­ναι τοῦ νοῦ καὶ ποι­ὰ τοῦ φω­τός; Αὐ­τὸ ἐ­ξε­τά­ζει ἀ­δι­ά­κο­πα. Λέ­ει γιὰ τὸν ἥ­ρω­ά του στὶς Ση­μει­ώ­σεις τῶν 100 ἡ­με­ρῶν: Τὸν βα­σα­νί­ζει τὸ ἀ­νο­λο­κλή­ρω­το. Τὸν κά­νει νὰ αἰ­σθά­νε­ται μί­σος... Νοι­ώ­θει μό­νο νοῦς καὶ κα­θό­λου φῶς, γι᾿ αὐ­τὸ ἔ­χει συ­νε­χῶς καὶ τὸ ὁ­μο­λο­γεῖ, τὸ αἴ­σθη­μα τῆς δί­ψας.
Δι­α­τρέ­χω τὶς σε­λί­δες τῶν βι­βλί­ων του σὰν νὰ περ­πα­τῶ σ᾿ ἕ­να δύ­σκο­λο μο­νο­πά­τι γιὰ νὰ...
βρῶ στὸ τέρ­μα του τὸ ξωκ­κλή­σι, ὅ­που θὰ γί­νει ἀ­πο­κα­λυ­πτι­κὴ ἀ­γρυ­πνί­α. Δι­α­βά­ζω ὀ­νό­μα­τα ἀν­θρώ­πων στὰ Ὁ­μι­λή­μα­τα ἢ στὸ Ἀρ­χεῖ­ο. Στὸ τέ­λος νοι­ώ­θω ὅ­τι με­λέ­τη­σα δί­πτυ­χα, ὅ­πως κά­νει ὁ ἱ­ε­ρέ­ας μπρὸς στὴν ἁ­γί­α Πρό­θε­ση. Ἐ­νῶ δι­στά­ζω, για­τί δὲν ξέ­ρω τί­πο­τα, κι ἀ­γνο­ῶ καὶ ξε­χνῶ καὶ ἀ­στο­χῶ τὸν πλη­σί­ον, τὸ χέ­ρι ποὺ κα­τ᾿ ἐν­το­λὴν ἄλ­λου γρά­φει, συν­τάσ­σει ἕ­να μα­κρὺ κα­τά­λο­γο ὀ­νο­μά­των, ποὺ ἡ λο­γι­κή μου θἄ­θε­λε νὰ μὴν ὑ­πάρ­χει κα­θό­λου ἢ νὰ πε­ρι­ο­ρι­στεῖ στὸ ἐλά­χι­στο[1]. Για­τί τὸ κά­νει τά­χα; Ἀ­να­ρω­τι­έ­μαι. Τὸ ἔ­χει βά­λει σὰν κα­νό­να του;
Συ­νε­χί­ζω καὶ πα­τῶ πά­νω στὰ ἀ­γω­νι­ώ­δη ἀ­χνά­ρια τῆς πο­ρεί­ας του. «Κι ἐ­νῶ κα­τ᾿ ἀρ­χὴν εἶ­χα δη­λώ­σει... ὅ­τι γρά­φω κα­θ᾿ ὑ­πα­γό­ρευ­ση, ὅ­τι μὲ τὸ χέ­ρι μου γρά­φει ὁ Σύν­τρο­φος καὶ Κύ­ριός μου... Ἰ­δοὺ ὅ­μως ὅ­τι ἡ ἐ­πι­θυ­μί­α μου νὰ ἐ­πι­βά­λλω τὸ θνη­τὸ πρό­σω­πό μου... ἀ­νοί­γει τὶς πόρ­τες στὴν λο­γι­κὴ καὶ τὴν ἀ­κο­λου­θί­α τῶν ἀ­πο­κτη­μέ­νων γνώ­σε­ων, ποὺ ὑ­πο­κα­θι­στοῦν τὸ τί­πο­τα. Παίρ­νουν τὸ πρό­σω­πο τοῦ ἀ­πρό­σω­που Κυ­ρί­ου ποὺ δὲν ἀν­τι­λαμ­βά­νον­ται οἱ αἰ­σθή­σεις, μί­α καὶ δὲν εἶ­ναι κα­νέ­να χει­ρο­πια­στὸ ἄ­γαλ­μα κάλ­λους ὥ­στε νὰ ὑ­πε­ρη­φα­νευ­τοῦν μὲ ἄ­νε­ση καὶ χα­μό­γε­λα».
Καὶ βέ­βαι­α δὲ θέ­λει νὰ πε­θά­νει, ἀλ­λά, ἀν­τί­θε­τα, θέ­λει νὰ ξε­χά­σει τὸν θά­να­το, ποὺ πα­ρα­στέ­κει τὴν ζω­ή, «ἐν ὀ­νό­μα­τι τῆς ὀ­μορ­φιᾶς καὶ τῆς σα­γή­νης τῶν ἐγ­κο­σμί­ων». Κι ὅ­μως, προ­χω­ρεῖ σὲ μί­α συ­στη­μα­τι­κὴ ἀ­πο­δό­μη­ση τῆς προ­σω­πι­κό­τη­τάς του μὲ τὴν ἐ­ξο­μο­λό­γη­ση: «Ὄ­χι, δὲ θέ­λω νὰ φα­νῶ ἀ­δύ­να­μος, νι­κη­μέ­νος στὴν ζω­ή. Πάν­τα σ᾿ ὅ­σα λέ­γω ὑ­πάρ­χει ἡ ἐ­πι­θυ­μί­α νὰ κερ­δί­σω. Ἡ καρ­διά μου εἶ­ναι βα­ρειὰ ἀ­πὸ ὑ­λι­κοὺς πό­θους...». Αὐ­τὴ ἡ ἀ­πο­δό­μη­ση ὅ­μως δὲν εἶ­ναι αὐ­το­πα­ρα­τή­ρη­ση ψυ­χο­λο­γι­κῆς φύ­σε­ως. Δὲν κά­νει ψυ­χα­νά­λυ­ση, δὲν πε­ρι­γρά­φει κἄν τὰ συ­ναι­σθή­μα­τά του, ὥ­στε νὰ κα­λυ­φθεῖ μὲ τὸ εὐ­πρε­πὲς ἔν­δυ­μα τῆς μον­τέρ­νας, ὠ­μῆς μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κῆς αὐ­το­γνω­σί­ας καὶ τὸ ἄλ­λο­θι τῆς ἑρ­μη­νεί­ας. Δὲν προ­βάλ­λει ἔμ­με­σες δι­και­ο­λο­γί­ες. Εἶ­ναι εἰ­λι­κρι­νής, ἀ­πό­λυ­τα εἰ­λι­κρι­νής. Κι ἔ­τσι τὸ τυ­χαῖ­ο εἰ­σβάλ­λει στὸ γρα­πτό του. Ποι­ὸ εἶ­ναι τὸ τυ­χαῖ­ο; Ἀ­να­ρω­τι­έ­μαι κι ἀ­νοί­γω τὸ Ἀρ­χεῖ­ο.
Ἐ­κεῖ κά­θε ἑρ­μά­ριο καὶ κά­θε φά­κε­λλος, γε­μᾶτα ἀ­πὸ ση­μει­ώ­σεις, ἀ­φή­νουν μπρὸς μας τὸ ἀ­σή­μαν­το πε­ρι­ε­χό­με­νο τῆς κα­θη­με­ρι­νό­τη­τας. Ἔ­χεις τὴν τά­ση νὰ κλεί­σεις τὸ βι­βλί­ο. Ὁ ἐ­ρευ­νη­τὴς σχο­λιά­ζει πό­τε-πό­τε τὶς ση­μει­ώ­σεις. Καὶ κά­θε τό­σο πά­νω στὰ μπά­ζα τῶν βέ­βη­λων ὑ­λι­κῶν τῆς ζω­ῆς, πέ­φτει ἕ­να φῶς καὶ τὰ με­τα­μορ­φώ­νει. Κά­τι πο­λύ­τι­μο μπαί­νει στὸ σεν­τού­κι τῆς μνήμης. Τὰ φυ­σι­κὰ πρό­σω­πα τοῦ Ἀν­τώ­νη καὶ τῆς Ἄν­νας, πρό­σω­πα τῆς ἀ­φή­γη­σης, δι­α­λύ­ον­ται ὅ­πως καὶ τὸ φυ­σι­κὸ πρό­σω­πο τοῦ ἀ­φη­γη­τή. Ὁ Ἀν­τώ­νης, χα­μέ­νος στὸν βυ­θὸ τῆς ἁ­μαρ­τί­ας ἢ τοῦ ἑ­αυ­τοῦ του, ἀρ­γεῖ πιὸ πο­λὺ ἀ­πὸ τὴν Ἄν­να ν᾿ ἀ­να­δυ­θεῖ με­τα­μορ­φω­μέ­νος σὲ εἰ­κο­νί­διο. Τὸ τε­τρά­πλευ­ρο τῆς ἄρ­ρε­νος ὕ­παρ­ξής του δέ­χε­ται τὴν Ἄν­να ὡς ἀ­γά­πη καὶ γί­νε­ται πέν­τε, ἄρ­ρην ἀ­ριθ­μὸς τῆς μνή­μης καὶ τοῦ σύμ­παν­τος, ποὺ συ­ναν­τᾶ τὸν πο­λυ­φώ­στη­ρο ἅ­γιο Οὐ­ρα­νὸ τῶν Συ­να­ξα­ρι­ῶν τοῦ Ἰ­ου­λί­ου.
Προ­χω­ρῶ στὸν Πεν­τζι­κι­κὸ κό­σμο τὸν φτι­αγ­μέ­νο μὲ γράμ­μα­τα ἢ χρώ­μα­τα, ἀρ­γά. Δὲν γί­νε­ται ἀλ­λοι­ῶς. Ὅ­ποι­ος τρέ­χει καὶ ζη­τά­ει ἔν­τα­ση ὑ­πό­θε­σης, μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κῆς ἐ­ξέ­λι­ξης, ἀ­γω­νί­α καὶ σπά­νι­ες ἀ­φύ­σι­κες κα­τα­στά­σεις, ἂς ἀ­νοί­ξει τὴν τη­λε­ό­ρα­ση ἢ ἂν θέ­λει νὰ γί­νει συγ­γρα­φέ­ας κα­λὰ καὶ σώ­νει, ἂς ἀν­τι­γρά­ψει ἔν­τε­χνα ἰ­α­τρι­κὰ συγ­γράμ­μα­τα ψυ­χο­πα­θο­λο­γί­ας.
Λό­γος καὶ εἰ­κό­να εἶ­ναι στε­νὰ δε­μέ­να στὸν Πεν­τζί­κη. Οἱ πί­να­κές του βγῆ­καν μὲ «ἀ­ρίθ­μη­ση» Συ­να­ξα­ρι­ῶν ἢ Ὁμη­ρι­κῶν στί­χων. Τὰ κεί­με­νά του πλού­σια ἀ­πο­φό­ρια πλου­σί­ων εἰ­κό­νων ἀ­πὸ πα­ρα­δό­σεις, πα­ρα­μύ­θια, Ἱ­στο­ρί­α. Τοῦ ἀ­ρέ­σει, λέ­ει, νὰ σκε­πά­ζει τὴν γυ­μνό­τη­τά του μὲ τὰ πλού­σια αὐ­τὰ ἀ­πο­φό­ρια καὶ δὲν ντρέ­πε­ται γι᾿ αὐ­τό. Δὲν ντρέ­πε­ται ὅ­μως καὶ νὰ τὴν δεί­χνει. Ντρέ­πε­ται, ἀν­τί­θε­τα, νὰ σκε­πά­ζει τὴν ἀ­σχή­μια του. Μὲ ζω­γρα­φι­κὴ καὶ γρά­ψι­μο ἀν­τι­με­τώ­πι­ζε ὅ­σο ζοῦ­σε τὸν πο­νη­ρὸ ἐ­χθρό, τὸν χρό­νο. Δι­έ­τρε­χε τε­ρά­στι­ες ἐ­κτά­σεις καὶ ἑ­κα­τομ­μύ­ρια ἔ­τη φω­τὸς σι­γά-σι­γὰ σὰν τὸ μυρ­μήγ­κι. Μέ­σα σὲ τέ­τοι­α με­γέ­θη καὶ μὲ τό­σο ἀρ­γή κί­νη­ση ἐ­τε­λει­οῦ­το τὸ ἔρ­γο: Ἡ δι­ά­λυ­ση τῆς ἀ­το­μι­κό­τη­τας. «Ἕ­να εἶ­ναι γε­γο­νός: Ὁ στε­νός μου σύν­δε­σμος μὲ τὸ πρό­σω­πο τοῦ τί­πο­τα».
Τὸ τυ­χαῖ­ο, τὸ τί­πο­τα, τὸ ἀ­πρό­βλε­πτο, λέ­ξεις ποὺ ἀν­τι­προ­σω­πεύ­ουν τὸ ἴ­διο πρᾶγ­μα. Αὐ­τὸ ἀ­πὸ τὸ ὁ­ποῖ­ο ὁ ἴ­διος προ­σπα­θεῖ ν᾿ ἀ­πο­μα­κρυν­θεῖ ἀλ­λὰ ἐ­κεῖ­νο τὸν κυ­νη­γά­ει. Καὶ αὐ­τοῦ ἀ­κρι­βῶς τὴν πα­ρέμ­βα­ση στὴν ζω­ή του δὲν μπο­ρεῖ εὔ­κο­λα νὰ ἀ­πο­δε­χθεῖ. Δὲν ἀν­τέ­χει τὸ ἄ­γνω­στο. Θέ­λει νὰ μά­θει ἂν ταυ­τί­ζε­ται μὲ ὅ,τι ἐ­πι­θυ­μεῖ, μὲ ὅ,τι λα­χτα­ρά­ει νὰ ζή­σει καὶ νὰ δη­μι­ουρ­γή­σει: «Πό­θος μου νὰ ἐ­ξο­μοι­ώ­σω τὸ ἀ­πρό­βλε­πτο καὶ τυ­χαῖ­ο τῆς κά­θε μέ­ρας, μὲ τὴν γυ­ναί­κα, τὴν πε­ρί­φη­μη ἐ­μορ­φιά, ποὺ πε­ρι­μέ­νω νὰ γνω­ρί­σω καὶ τὴν βλέ­πω μό­νο στὸν ὕ­πνο μου».
Πει­νά­ει καὶ κά­θε­ται νὰ φά­ει. Ἀλ­λὰ ἀ­μέ­σως ἀ­πο­στρέ­φε­ται τὸ ὡ­ραί­α σερ­βι­ρι­σμέ­νο κρέ­ας του καὶ σπρώ­χνει τὸ πιά­το του πέ­ρα. Αἰ­σθά­νε­ται ὅ­τι πά­ει νὰ τρα­φεῖ μὲ τὴν φθο­ρὰ τῶν ἄρ­ρω­στων, ἀ­νά­πη­ρων καὶ σά­πι­ων συ­ναν­θρώ­πων του καὶ νε­κρῶν προ­γό­νων του. «Δὲν μπο­ρῶ νὰ χορ­τα­σθῶ μὲ τέ­τοι­α μα­γει­ρεύ­μα­τα ἀ­νού­σια». Τί θὰ γί­νει ὅ­μως μὲ τὴν πεί­να του;
Νὰ ἀρ­νη­θεῖ ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ συγ­κε­κρι­μέ­να, τὶς πα­ρα­δε­κτὲς ἀ­πὸ ὅ­λους ἰ­δέ­ες πού ὡ­στό­σο δὲν τὸν χορ­ταί­νουν; Ἢ νὰ ἐμ­πι­στευ­θεῖ τὸ ἄ­γνω­στο ἀ­πρό­βλε­πτο;  Εἶ­ναι δυ­να­τὸν νὰ συμ­πι­έ­σει αὐ­τὸ μὲ ὅ,τι δι­α­κα­ῶς πο­θεῖ; Μά­ται­α σκέ­πτε­ται καὶ μά­ται­α πο­θεῖ. Τὸ τυ­χαῖ­ο ἢ ἀ­πρό­βλε­πτο δὲν μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι ξέ­νο πρὸς τὶς πρά­ξεις μας. Ἔ­τσι, στὴν συ­νέ­χεια μὲ τὴν εἰ­ρω­νεί­α ὡς μα­στί­γιο δέρ­νει τὸν ἑ­αυ­τό του καὶ τὴν αὐ­τα­ρέ­σκεια ποὺ κρύ­βει μέ­σα του καὶ στὰ λε­γό­με­νά του. Κι αὐ­τὸ τὸν κά­νει, ὅ­πως λέ­ει, μὲ πε­ρισ­σό­τε­ρο πεῖ­σμα νὰ θέ­λει νὰ ξε­χω­ρί­σει τὸ φαι­νο­με­νι­κό του πρό­σω­πο ἀ­πὸ τὸν βα­θύ­τε­ρο ἑ­αυ­τό του, δη­λα­δὴ νὰ ξε­χω­ρί­σει τὴν ἁ­πλὴ πε­ρί­πτω­ση ἀ­πὸ τὸ γε­νι­κό, τὸ με­μο­νω­μέ­νο ἀ­πὸ τὸ κα­θο­λι­κό. Προ­τι­μᾶ νὰ ἀ­πο­φλοι­ώ­σει τὸν ἑ­αυ­τὸ του ἕ­ως νὰ μεί­νει «ὁ­λο­θού­ριον» μὲ ἐ­λά­χι­στη ἀ­το­μι­κὴ πτυ­χή. «Ὅ­σο ἐ­λά­χι­στη κι ἂν εἶ­ναι», σκέ­φτο­μαι, «μπο­ρεῖ νὰ χορ­τά­σει μὲ τὸ γε­νι­κὸ καὶ τὸ κα­θο­λι­κό; Ἐ­κτὸς ἂν σ᾿ αὐ­τὸ τὸ γε­νι­κὸ καὶ κα­θο­λι­κὸ ἐλ­πί­ζει νὰ βρεῖ τὸν βα­θύ­τε­ρο ἑ­αυ­τό του. Ἀλ­λὰ καὶ τοῦ­το τί θὰ πεῖ γιὰ τὸν Πεν­τζί­κη; Ἀ­φοῦ καὶ τὶς κα­λύ­τε­ρες στιγ­μὲς τῆς ἔμ­πνευ­σής του τὶς πα­ρο­μοιά­ζει ἔμ­με­σα μὲ ὑ­στε­ρί­α κο­ρι­τσιοῦ;».
ΠΕΝΤΖΙΚΗΣΜά, ἂς ἐ­πι­στρέ­ψω, γιὰ νὰ μὴ χα­θῶ ὁ­λό­τε­λα, ἂν καὶ τὸ θέ­λω, στὸν ἄ­ξο­να τοῦ γρα­πτοῦ μου, πού εἶ­ναι τὸ θε­αν­θρώ­πι­νο πρό­σω­πο τοῦ Χρι­στοῦ στὸ ἔρ­γο τοῦ Πεν­τζί­κη. Ὅ­ταν προ­βλη­μα­τί­ζο­μαι καὶ προ­χω­ρῶ σ᾿ αὐ­τὸ συ­στη­μα­τι­κά, δρέ­πω ἀμ­φι­βο­λί­ες, δι­σταγ­μούς, δι­α­ψεύ­σεις τῶν εὑ­ρέ­σε­ών μου, μα­ταί­ω­ση ἀ­σφα­λῶν συμ­πε­ρα­σμά­των. Ἂς ἀ­φε­θῶ λοι­πὸν στὴν ξέ­νοια­στη δι­ά­βα­ση σε­λί­δων του. Ἂς ἀ­κο­λου­θή­σω τὸν τρό­πο του γιὰ νὰ βρῶ τὸν κό­σμο του. Ἂς κά­νω ὅ,τι κά­νει. Ἂς ἀρ­χί­σω νὰ μα­ζεύ­ω στὰ ἑρ­μά­ρια καὶ τοὺς φα­κέ­λλους τῆς συ­νεί­δη­σής μου ὀ­νό­μα­τα, γε­γο­νό­τα, ἀν­τι­κεί­με­να, πρό­σω­πα, συ­ναν­τή­σεις ἀ­πὸ τὶς σε­λί­δες του. Ξαφ­νι­κά, ὅ­σο καὶ ἀ­ραι­ά, φθά­νει σὲ ἐκ­στά­σεις, φῶς, ἔ­ρω­τα κι ἀ­γά­πη. Τὸ τυ­χαῖ­ο καὶ ἀ­πρό­βλε­πτο ποὺ τὸν βα­σα­νί­ζει. Γρά­φει καὶ παί­ζει πεν­τό­βο­λα ἐ­νῶ τὸν πα­ρα­στέ­κουν Ἅγιοι, πρό­σω­πα μυ­θι­κὰ ἢ με­τα­μορ­φω­μέ­να σὲ πέ­τρες, φυ­τὰ ἢ μπου­κα­λά­κια. Στὴν ἱ­στο­ρί­α τοῦ Ἀν­τώ­νη καὶ τῆς Ἄν­νας ἡ μὲ λα­χτά­ρα ἀ­να­με­νό­με­νη ἐ­ρω­τι­κή τους συ­νάν­τη­ση με­τα­μορ­φώ­νε­ται σὲ ἐκ­στα­τι­κὸ θαυ­μα­σμὸ τῆς ἀ­νεύ­ρε­σης τοῦ ἑ­αυ­τοῦ των στὸν ἀ­πέ­ναν­τι. Ἔ­νοι­ω­σαν καὶ οἱ δύ­ο σὰν μέ­σα σὲ νε­ρὸ δι­α­λυ­μέ­νοι καὶ πα­ρα­δό­θη­καν ἐν­τε­λῶς στὸν χο­ρὸ τοῦ νε­ροῦ ποὺ τοὺς πε­ρι­εῖ­χε ξε­χνών­τας τὰ πάν­τα. Ὁ ἀ­ρου­ραῖ­ος τῆς πεί­νας κα­τα­νά­λω­σε ἀ­νε­νό­χλη­τος τὰ φα­γη­τὰ πά­νω στὸ τρα­πέ­ζι ἀ­νά­με­σά τους. Ὅ­λη αὐ­τὴ ἡ με­τα­βο­λή, ἡ με­τά­βα­ση ἀ­πὸ τὴν πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νη χρο­νι­κὴ ἐ­ρω­τι­κὴ συ­νάν­τη­ση στὴν χω­ρὶς ὅ­ρια ἕ­νω­σή τους συν­τε­λεῖ­ται διὰ τῆς ἐκ­στά­σε­ως ποὺ προ­κά­λε­σαν δύ­ο τυ­χαῖα γε­γο­νό­τα. Τὸ πέ­ρα­σμα τῆς Ἄν­νας ἀ­πὸ τὴν Ἐκ­κλη­σί­α, ὅ­που δι­ά­βα­σε στὸ ἀ­νοιγ­μέ­νο βι­βλί­ο ἕ­να ψαλ­μὸ ποὺ φα­νέ­ρω­νε τὴν ἀ­γά­πη τοῦ Θε­οῦ γιὰ τὴν κτί­ση καὶ τὴν δο­ξο­λό­γη­σή Του ἀ­πὸ αὐ­τήν, εἶ­ναι τὸ ἕ­να. Ἡ πο­λύ­ω­ρη ἀ­να­μο­νὴ τῆς ἀ­γα­πη­μέ­νης ἀ­πὸ τὸν Ἀν­τώ­νη ποὺ τὸν κά­νει νὰ χά­σει κά­θε συ­ναί­σθη­ση φυ­σι­κοῦ ὁ­ρί­ου τῶν προ­σώ­πων καὶ τῶν πραγ­μά­των, εἶ­ναι τὸ δεύ­τε­ρο. Καὶ τὸ πρό­σω­πό μας ποὺ ἀ­να­γνω­ρί­ζου­με, λέ­ει, στὰ μά­τια τοῦ ἄλ­λου δὲν μᾶς δι­δά­σκει τὴν θνη­τό­τη­τά μας ἀλ­λὰ τὴν ταυ­τό­τη­τα τῶν οὐ­ρα­νί­ων σω­μά­των μὲ τὸ σχῆ­μα τοῦ ἀν­θρώ­πι­νου σώ­μα­τος. Ὡς μά­θη­μα αὐ­το­γνω­σί­ας ἀ­πο­στη­θί­ζει γε­ω­γρα­φι­κοὺς τό­πους καὶ ὅ­ρους. Καὶ ἔ­τσι αἰ­σθη­το­ποι­εῖ τὸ ἀ­λη­θι­νό του σχῆ­μα σὰν συ­νε­χῆ συμ­βί­ω­ση μὲ τὶς χι­λιά­δες ὁ­μοί­ους του ποὺ βλέ­πουν τὸ ἴ­διο φῶς μα­ζί του γιὰ με­ρι­κὰ χρό­νια. Θυ­μᾶ­μαι, θὰ πεῖ βλέ­πω ὅ,τι εἶ­μαι, ταυ­τό­χρο­να μὲ ὅ,τι προ­ϋ­πῆρ­ξε καὶ θὰ ὑ­πάρ­ξει με­τά.
Ὁ­δοι­πο­ρών­τας στὰ κεί­με­να τοῦ Πεν­τζί­κη συ­ναν­τῶ κα­τα­γραμ­μέ­νους τό­πους, γε­γο­νό­τα τῆς κα­θη­με­ρι­νό­τη­τάς του καὶ τῆς μνή­μης του. Κα­τα­γρά­φον­τας ἐ­ξο­μο­λο­γεῖ­ται. Πε­ρί­ερ­γη ἐ­ξο­μο­λό­γη­ση πο­λὺ φτω­χὴ σὲ ψυ­χο­λο­γία­. Συ­νε­χί­ζε­ται μὲ τὸν ἄλ­λο ἐκ­στα­τι­κά. Βγαί­νει δη­λα­δὴ ἀ­πὸ τὴν στά­ση τοῦ ἑ­αυ­τοῦ του καὶ χω­ρεῖ στὸν ἄλ­λον. Με­ταμ­φι­έ­ζε­ται στὸν ἄλ­λοκειμενα διὰ μέ­σου τῆς ἀ­γά­πης κι ἔ­τσι μπο­ρεῖ ἐν ὀ­νό­μα­τι τοῦ δώ­ρου της νὰ γί­νει ἥ­ρω­ας καὶ ν᾿ ἀν­τι­πα­λαί­σει τὴν ἀ­το­μι­κή του μοί­ρα. Τὸ τυ­χαῖ­ο ἢ ἀ­πρό­βλε­πτο, στὰ γε­γο­νό­τα ποὺ δι­η­γεῖ­ται, θέ­λει νὰ τὸ ἀν­τι­πα­ρέλ­θει. Ὅ­μως δὲν κα­τα­φέρ­νει ἄλ­λο πα­ρὰ νὰ ὁ­δη­γεῖ­ται πρὸς αὐ­τὸ ἀ­πὸ ὀ­δυ­νη­ρὴ ἐ­πι­θυ­μί­α καὶ τὴν ἐ­σω­τε­ρι­κὴ ἀ­νάγ­κη του νὰ ὁ­λο­κλη­ρω­θεῖ. Νὰ πά­ει ἀ­πὸ τὰ πράγ­μα­τα τοῦ νοῦ καὶ τῆς φαν­τα­σί­ας στὰ πράγ­μα­τα τοῦ φω­τός. Καὶ κα­θὼς ἡ γρα­φὴ του εἶ­ναι ὅ­μοι­α μὲ τὴν ζω­ή του, βλέ­πω ὅ­τι δὲν ἡ­συ­χά­ζει. Φλέ­γε­ται ἀ­πὸ τὸν πό­θο νὰ ζή­σει. Θέ­λει τὴν αἰ­ω­νι­ό­τη­τα ἀν­τὶ τοῦ χρό­νου, τὸ ἄ­πει­ρο ἀν­τὶ τοῦ πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νου. Ἡ φθο­ρὰ πα­ρα­μο­νεύ­ει τὶς στιγ­μὲς εὐ­τυ­χί­ας κι ἐ­κεῖ­νος τὴν ξορ­κί­ζει ντύ­νον­τάς τις μὲ τὸν ἀ­σή­κω­το θη­σαυ­ρὸ τῆς μνή­μης του.
Ὁ μο­να­χὸς Ἀν­τώ­νιος κα­τα­πι­ά­νε­ται ν᾿ ἀν­τι­γρά­ψει κά­που ἀλ­λοῦ καλ­λι­γρα­φι­κὰ τὸ κε­φά­λαι­ο πε­ρὶ ἀ­γά­πης τοῦ Ἀ­πο­στό­λου Παύ­λου. Κι οἱ λέ­ξεις καὶ τὰ γράμ­μα­τα «γέ­μι­ζαν τὸ νοῦ του πα­νύ­ψη­λα βου­νὰ οὐ­σι­α­στι­κῶν, ρή­μα­τα ποὺ χά­ρα­ζαν δρό­μους, ποὺ θὰ ᾿πρε­πε νὰ δι­α­τρέ­ξει, καρ­πο­φό­ρα, ὠ­φέ­λι­μη καὶ καλ­λω­πι­στι­κὴ βλά­στη­ση ἐ­πι­θέ­των, ποὺ κά­λυ­πταν τὶς ἀ­πέ­ραν­τες ἐ­κτά­σεις τῆς ἀ­γά­πης, ὅ­που χω­ροῦ­σε ὅ­λος ὁ πλη­θυ­σμὸς τῆς γῆς...». Κι ἐ­πει­δὴ τὸ φτω­χὸ μυα­λὸ τοῦ μο­να­χοῦ δὲν μπο­ρεῖ νὰ συγ­κρα­τή­σει τὸ ἀ­ριθ­μη­τι­κὸ πλῆ­θος τῶν θε­ό­πνευ­στων γραμ­μά­των, ἀν­τι­γρά­φει μό­νο τὸ ἐ­δά­φιο 1-8 τοῦ 13ου κε­φα­λαί­ου καὶ κα­τα­φεύ­γει στὸ να­ό, ὅ­που τε­λεῖ­ται ἡ θεί­α μυ­στα­γω­γί­α. Ἐ­κεῖ αἰ­σθά­νε­ται καὶ σκέ­πτε­ται ὅ­τι «ἡ θεί­α ἐν­σάρ­κω­ση εἶ­ναι ἡ κλεί­δα τῆς ἑρ­μη­νεί­ας πάν­των τῶν φαι­νο­μέ­νων». Καὶ μέ­σα στὴν κοι­λιὰ τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας νοι­ώ­θει σὲ πλή­ρη ἐ­πι­κοι­νω­νί­α καὶ κοι­νό­τη­τα, μὲ ὅ­λους τούς ἀν­θρώ­πους: «Μή­τρα τοῦ κό­σμου ὅ­λου ἡ Ἐκ­κλη­σί­α, ὅ­που κα­θη­με­ρι­νὰ πα­ρί­στα­ται, ὁ Κύ­ριος τῶν δυ­νά­με­ων, ὡς τέ­λει­ος ἄν­θρω­πος». Θε­ὸς καὶ ἄν­θρω­πος ποὺ τὸ πρό­σω­πό Του ἀ­να­κε­φα­λαι­ώ­νει τὴν Δη­μι­ουρ­γί­α καὶ τὴν ἱ­στο­ρί­α τοῦ κό­σμου ἀ­πὸ τὸ πα­ρελ­θὸν ὡς τὸ μέλ­λον. Γι᾿ αὐ­τό, ὁ κὺρ Νί­κος Πεν­τζί­κης μπο­ροῦ­σε νὰ ψη­φα­ριθ­μεῖ χι­λιά­δες λέ­ξεις γιὰ νὰ ζω­γρα­φί­ζει τοὺς πί­να­κές του χω­ρὶς ν᾿ ἀ­δη­μο­νεῖ ἢ νὰ φο­βᾶ­ται τὸν χρό­νο ποὺ ἔ­φευ­γε. Καὶ γι᾿ αὐ­τὸ μπο­ροῦ­σε ἀ­κό­μα νὰ κα­τα­γρά­φει ἀ­σή­μαν­τα γε­γο­νό­τα τῆς κα­θη­με­ρι­νό­τη­τας ἐ­ξο­μο­λο­γού­με­νος μὲ σκο­πὸ τὴν «κα­τα­στρο­φὴ τοῦ φυ­σι­κοῦ του προ­σώ­που σὲ μί­α προ­σπά­θεια πρὸς ἀ­πό­κτη­ση προ­σώ­που ἐν ἑ­τέ­ρᾳ μορ­φή».
Κα­θὼς ἔ­γρα­φα καὶ πό­τε-πό­τε δι­ά­βα­ζα, εἶ­χα ἔν­το­νη τὴν ἐν­τύ­πω­ση ὅ­τι τὸ θαμ­μέ­νο σῶ­μα του δὲν τὸν ἐμ­πο­δί­ζει νὰ συ­νε­χί­ζει νὰ κά­νει τὴν πιὸ πά­νω ἐρ­γα­σί­α στὸ πρό­σω­πο τοῦ κα­θε­νός μας. Καὶ βε­βαι­ώ­νο­μαι γι᾿ αὐ­τὸ κα­θὼς τὸν ἀ­κού­ω νὰ λέ­ει μὲ τὸ ἀ­στεῖα κε­φᾶ­το χα­μό­γε­λό του: «Ὅ­ταν δὲ θὰ αἰ­σθά­νο­μαι τί­πο­τα θὰ αἰ­σθά­νε­σαι ἐ­σύ». Τὸ τί­πο­τα ὅ­μως γιὰ κεῖ­νον ἦ­ταν τὸ πρό­σω­πο τοῦ Χρι­στοῦ.

Γέροντος Σωφρονίου: Προσευχή για την ενότητα και τον αγιασμό της οικογένειας!

Κύριε  Ἰησοῦ  Χριστέ,  ὁ  ἀμνὸς  τοῦ  Θεοῦ,  ὁ  αἴρων  τὴν  ἁμαρτίαν  τοῦ  κόσμου,
ο τή σή αναβάσει ἐπὶ τὸν Γολγοθᾶν ἐξαγοράσας ημάς εκ τής κατάρας τού Νόμου
καὶ  αποκαταστήσας  τὴν πεπτωκυῖαν  εἰκόνα  Σου,
ὁ  ἐκτείνας  ἐπὶ   τοῦ  Σταυροῦ  τὰς  ἀχράντους  χεῖράς  Σου,
ἵνα τὰ  ἐσκορπισμένα  τέκνα τοῦ Θεοῦ ἐπισυναγάγῃς εἰς ἕν,
καὶ  καλέσας  τῇ  ἐπιφοιτήσει  τοῦ  Παναγίου  Πνεύματος  εἰς  ἑνότητα  πάντας, Σύ , ὁ  Ὤν  τοῦ  Πατρὸς  τὸ  ἀπαύγασμα,  πρὸ  τῆς ἐξόδου Σου  ἐπὶ  τὴν  μεγάλην  ταύτην  καὶ  κοσμοσωτήριον  ἱερουργίαν ἐδεήθης  τοῦ  Πατρός Σου, ἵνα πάντες ἕν ὦμεν,
καθὼς  Σὺ  εἶ  μετὰ  τοῦ  Πατρὸς  καὶ  τοῦ  Πνεύματος  τοῦ  Ἁγίου.
Παράσχου τοίνυν ἡμῖν χάριν καὶ   σοφίαν  τοῦ  ἐκπληροῦν τὴν ἐντολὴν ταύτην καθ’ἑκάστην,  καὶ ἐνίσχυσον ἡμᾶς εἰς τὸν ἀγῶνα τῆς ἀγάπης ἐκείνης, ἥν Σὺ ἐνετείλω ἡμῖν, εἰπῶν: «Ἀγαπᾶτε  ἀλλήλους  καθὼς  ἐγὼ  ἠγάπησα  ὑμᾶς».
Δώρησαι  ἡμῖν  διὰ  τοῦ  Ἁγίου  Σου  Πνεύματος  τὴν  δύναμιν  τοῦ  ταπεινοῦν ἑαυτοὺς  ὁ  εἷς ἐνώπιον τοῦ ἑτέρου, ἐν τῷ  κατανοεῖν  ὅτι, ἐὰν τις πλείον ἀγαπᾷ, πλείον καὶ ταπεινοῦται.
Δίδαξον  ἡμᾶς  εὔχεσθαι  ὁ   εἷς  ὑπὲρ τοῦ  ἄλλου, ἀλλήλων τὰ βάρη  βαστάζειν ἐν ὑπομονῇ,  καὶ  ἕνωσον ἡμᾶς τῷ συνδέσμῳ  τῆς  ἀκαταλύτου  ἀγάπης ἐν τῷ Ὀνὀματί  Σου τῷ Ἁγίῳ, χαριζόμενος ἡμῖν ὡσαύτως τοῦ ὁρᾶν ἐν ἑκάστῳ ἀδελφῷ καὶ ἑκάστῃ ἀδελφὴ ἡμῶν τὴν  εἰκόνα  τῆς  ἀῤῥήτου  δόξης  Σου  καὶ  μὴ  ἐπιλανθάνεσθαι  ὅτι  Ὁ  ἀδελφός  ἡμῶν  ἡ  ζωὴ  ἡμῶν  ἐστί.
Ναί, Κύριε, ὁ  τῇ  σῇ  εύδοκίᾳ  ἐπισυναγαγὼν  ἡμᾶς  ἐπὶ  τὸ  αὐτό,  ποίησον ἡμᾶς  γενέσθαι ἐν ἀληθείᾳ  μίαν οἰκογένειαν,  ζῶσαν  ἐν  μιᾷ  καρδίᾳ, μιᾷ  θελήσει, μιᾷ ἀγάπῃ, ὡς εἷς ἄνθρωπος,  κατὰ   τὴν  περὶ  τοῦ  προπάτορος  Ἀδάμ  προαιώνιον  βουλήν  Σου.
Ἐπισκίασον  τὸν οἶκον  ἡμῶν  τῷ  τοῦ   φόβου Σου πνεύματι  καὶ  σκέπασον  αὐτὸν  τῇ  σκέπῃ  τῆς  Παναχράντου Σου Μητρὸς καὶ πάντων τῶν Ἁγίων  Σου, εὐλογῶν  καὶ  ὑπερασπιζόμενος  ἕνα  ἕκαστον τῶν ἐνθάδε διαμενόντων,  διαφυλάττων  ἡμᾶς  ἐκ φθοροποιῶν  λογισμῶν, ἀναρμόστων  λόγων  ἤ  κινήσεων καρδίας, ἐπιβλαπτόντων  τὴν εἰρήνην  καὶ  τὴν  ὁμόνοιαν,  οπως οἰκοδομηθῇ  ὁ  οἶκος  οὗτος ἐπὶ  τὴν πέτραν τῶν Εὐαγγελικῶν Σου Ἐντολῶν  εἰς  τόπον  προσευχῆς, ἁγιασμοῦ   καὶ   σωτηρίας  δι ’ ἡμᾶς  αὐτούς, καὶ  διὰ  πάντας τοὺς ἐπισκεπτομένους ἡμᾶς,
τοὺς  κοπιῶντας  καὶ  πεφορτισμένους  ἀδελφοὺς  καὶ  ἀδελφάς ἡμῶν,
ἵνα   πάντες  εὕρωμεν  ἀνάπαυσιν  ἐν  Σοί, τῷ   πράῳ  καὶ  ταπεινῷ  Βασιλεῖ  ἡμῶν,  νῦν  καὶ  ἀεὶ  καὶ  εἰς  τοὺς  αἰῶνας  τῶν  αἰώνων.

ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΤΟΥ ΠΑΠΙΣΜΟΥ ΣΤΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΟ ΧΩΡΟ ΜΕΤΑ ΤΟ ΣΧΙΣΜΑ

Η καταδυνάστευση των Ορθοδόξων από τους Λατίνους, στον Ορθόδοξο χώρο της Ανατολής, μετά το Σχίσμα του 1054 και ειδικότερα μετά την κατάληψη της ΚΠολης από τους Φράγκους το 1204 είναι τραγική. Εισαγωγή της δυτικής θεολογίας του ορθού λόγου, παραπλανητικές μέθοδοι προσηλυτισμού, βίαιοι εκλατινισμοί, εκβιασμοί πάσης φύσεως, αρπαγές περιουσιών, αλλά και μαρτύρια σε περιπτώσεις αρνήσεων υποταγής και τελικά βίαιη υποταγή του Ορθόδοξου κλήρου στον Παπισμό. Η επίδραση παπικών συνηθειών είναι φανερή ακόμη και σήμερα και είναι αξιοθαύμαστο, το πως επέζησε η Ορθόδοξη Πίστη, μέσα σ’ αυτή την καταιγίδα.
1.- ΓΕΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΘΕΩΡΗΣΗ
Ο Ελλαδικός χώρος παρέμεινε, κατά την δισχιλιετή εκκλησιαστική ιστορία, άμεσα ή έμμεσα επί 1300 χρόνια υπό παπική κυριαρχία. Ειδικά κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας, ο ελλαδικός χώρος, καίτοι ανήκε τυπικά στο Πατριαρχείο της ΚΠολης, ουσιαστικά τελούσε υπό παπική κατοχή, οι δε Ορθόδοξοι Επίσκοποι, είτε εκδιώχθηκαν, είτε υπετάγησαν, το δε Ορθόδοξο ποίμνιο ακολούθησε τη μοίρα των Επισκόπων του. Ο χώρος αυτός διαιρέθηκε σε Αρχιεπισκοπές και Επισκοπές, υπόλογες στον Πάπα της Ρώμης. Τη μοίρα αυτή ακολούθησε και ο νησιώτικος χώρος και πιο επιτακτικά ο Κυπριακός χώρος, όπου συνέβησαν και τραγικά γεγονότα βίαιου προσηλυτισμού.
Η κατοχή ακόμη και της ίδιας της ΚΠολης επέτρεψε στους Παπικούς να πλημμυρήσουν την πρωτεύουσα και τις περιοχές που αυτοί ήλεγχαν και εφάρμοσαν ευρείας κλίμακας προσηλυτισμό εξαναγκαστικά ή δελεαστικά. Αυτή η κατάσταση ώθησε πολλούς να υποκύψουν στον πειρασμό και να θελήσουν να εκμεταλλευτούν από τα οφέλη, που πρόσφερε ο Παπισμός (θέσεις, σπουδές, χρήματα, κ.ά.), τα οποία στερούντο οι πληθυσμοί, τόσο στην περίοδο της Φραγκοκρατίας, όσο και στην περίοδο της Τουρκοκρατίας, όπου για να γλιτώσουν από το νέο δυνάστη συχνά κατέφευγαν στην αγκαλιά του Παπισμού και στα προνόμια, που είχε αποκτήσει και την ελευθερία κινήσεων που διέθετε. Ορισμένοι, για να αποφύγουν και τους δυο δυνάστες έριξαν το βλέμμα τους στον Ορθόδοξο ρωσικό χώρο, ο οποίος από την πλευρά του φρόντισε να καλύψει το κενό και πολλές φορές προσπάθησε και αυτός να επιβληθεί στον Πατριαρχικό χώρο, ως μια νέα πραγματικότητα, που δεν υπαγόταν σε ξένους δυνάστες και να παίξει το ρόλο της 3ης Ρώμης (μετά την Παλαιά και την υπόδουλη Νέα).
Ο προσανατολισμός των Ελλήνων προς το ομόδοξο κράτος του βορρά (Ρωσία)  επιταχύνεται ασφαλώς από την ένταση του ανταγωνισμού των Καθολικών και Διαμαρτυρομένων στην Ανατολή, ιδίως ύστερ’ από την σύνοδο του Trento. Με την άνοδο του Γρηγορίου ΙΓ’ (1572-1585) στον παπικό θρόνο, οι αγώνες των Χριστιανών εναντίον των Τούρκων μπαίνουν σε δεύτερη μοίρα. Ο δραστήριος ποντίφηκας ενδιαφέρεται προ πάντων ν’ αναχαιτίσει την εξάπλωση του λουθηρανισμού.
Η κίνηση των Καθολικών κληρικών στην Ανατολή εμπνέεται προ πάντων από τον καρδινάλιο Bellarmino (1542-1621), ευφυή και φανατικό Λατίνο συγγραφέα, γνώστη της ελληνικής, καθώς και των εκκλησιαστικών ζητημάτων της Ορθοδοξίας. Ήταν αυτός που είχε ρίξει τον Giordano Bruno στην πυρά και είχε φέρει τον Γαλιλαίο στην σκληρή ανάγκη ν’ ανακαλέσει την θεωρία του. Ο ζήλος του Bellarmino φλογίζεται από την πίστη του στην ενότητα της Εκκλησίας. Γι’ αυτό, θερμά πάντοτε υποστήριζε τους Καθολικούς μισσιοναρίους με τις συμβουλές και με τις αποφάσεις του στις δύσκολες περιστάσεις, που συναντούσαν στο έργο τους, και συνηγορούσε γι’ αυτούς στον Πάπα. Το έργο του «Doctrine chretienne de l’Eglise catholique» μεταφράζει στην δημοτική ελληνική (Ρώμη 1616) ο μαθητής και κατόπιν καθηγητής στο ελληνικό φροντιστήριο του Αγίου Αθανασίου, Αθηναίος λόγιος Λεονάρδος Φιλαράς.
Το πνεύμα ακριβώς του Bellarmino ακολουθεί ο Φιλαράς, όταν στην δεύτερη έκδοση της «Doctrine chretienne» στο Παρίσι (1633), την αφιερωμένη στον καρδινάλιο Richelieu, γράφει: «Θέλει να γνωρίση όλος ο Ορθόδοξος κλήρος πόσον είναι απλός, πόσον ολάκερος, αδιαίρετος, ένας και μόνον ολούθε ο Χριστός, με του οποίου το αυτό, και ένα ζωηφόρον πνεύμα όλοι μας οδηγούμεθα, τόσον εις την ανατολικήν, όσον και εις την δυτικήν Εκκλησίαν, αν ίσως και ο δεσμός της αγάπης θέλη ευρεθή ανάμεσον εις τους Χριστιανούς, και αν εκείνος δεν διαμερισθή από τες εδικές μας διαφορές και διχόνοιες». Η απώτερή του σκέψη ήταν «να σηκωθή από το ελεεινόν της πτώμα η ανατολική εκκλησία και να ξαναζήση το γενναίον έθνος εκείνο, οπού ήταν άλλες φορές το άλας και ο ήλιος της οικουμένης».
Η προπαγανδιστική εργασία των Ιησουιτών στην Εγγύς Ανατολή και προ πάντων στις ελληνικές χώρες, που αποτελούσαν την κύρια εστία της Ορθοδοξίας, δεν αποτελούσε παρά μέρος ενός γενικότερου σχεδίου, μέσα στο οποίο σημειωνόταν ως στόχος όλη σχεδόν η Ανατολική Ευρώπη, η Πολωνία, η Τσεχία, η Σλοβακία κ.λπ., η Ρωσία, Τρανσυλβανία, Βλαχία και Μολδαβία, καθώς και οι άλλες βαλκανικές χώρες. Σε όλες αυτές εργάζονταν δραστήρια οι Καθολικοί, για την επιτυχία των σκοπών τους, για την επιβολή δηλαδή των αποφάσεων της συνόδου της Φλωρεντίας και του πρωτείου του Πάπα. Πολλοί τότε λαϊκοί και κληρικοί δέχθηκαν την Ουνία και υπέγραψαν την σχετική ομολογία πίστης.
Είναι μία ακάθεκτη εξόρμηση του Καθολικισμού προς Ανατολάς, προς τις σλαβικές χώρες, με πρωτοπόρους τους Μοναχούς του τάγματος του Ιγνατίου Λογιόλα. Μέσα στο γιγάντιο αυτό και αληθινά επικό πλαίσιο της εργασίας των Καθολικών, που καταρτίζεται από εμπνευσμένους Ιησουίτες, όπως ο Antonio Rossevino και ο πολύς ιδρυτής της θεωρίας του πανσλαβισμού Jurij Krizanic, έχουν θέση και τα σχέδια σημαντικών κληρικών, ιδίως του Bellarmino, στην Εγγύς Ανατολή.
Ποια όμως ήταν τότε τα ερείσματα του Καθολικισμού στην Ανατολή; Μετά την Άλωση βρίσκουμε στον Γαλατά και στην Κωνσταντινούπολη Δομηνικανούς Μοναχούς και ορισμένες εκκλησίες Καθολικών, που εξυπηρετούν τις πνευματικές ανάγκες κυρίως των Γενουατών, αλλά και των άλλων Ευρωπαίων των εγκαταστημένων εκεί κατά το δεύτερο μισό του 15 αι. Στα χρόνια λοιπόν του Μεχμέτ Β΄ διαμορφώνεται η Καθολική κοινότητα της Κωνσταντινούπολης. Ο Λατίνος όμως Πατριάρχης εδρεύει στην Ρώμη ή και αλλού. Αυτός διόριζε ένα πατριαρχικό επίτροπο (vicario patriarcale) κοντά στα τάγματα των Φραγκισκανών και Δομηνικανών, ο οποίος είχε εκτεταμένη διοικητική δικαιοδοσία, στη Θράκη, Μ. Ασία (εκτός από το vicariato apostolico της Σμύρνης) και στη σημερινή Ελλάδα, εκεί ιδίως όπου δεν υπήρχαν πια Καθολικοί Επίσκοποι, όπως π.χ. στη Μυτιλήνη και στη Μακεδονία. Λατίνοι αρχιεπίσκοποι και Επίσκοποι υπήρχαν στη Χίο, Σμύρνη, Νάξο, Σύρο, Σαντορίνη, Μήλο, Άνδρο κ.λπ.
Η ίδρυση της Sacra Congregatio de Propaganda Fidei, στα 1622, με την οποίαν ο Λατίνος Πατριάρχης έγινε πια απλός τιτουλάριος, αποτέλεσε σταθμό προς την αναζωογόνηση και εξόρμηση του Καθολικισμού.
Εκεί στην Ανατολή και στον ελληνικό χώρο οι ιεραπόστολοι, βλέποντας κάθε μέρα την διαρροή των αδυνάτων προς τον μουσουλμανισμό, πολλές φορές σκέφθηκαν, για τα αίτια της συνεχούς προόδου του. Ορισμένοι απ’ αυτούς παρατηρούν την σχετική ευταξία που βασιλεύει στην επικράτεια του σουλτάνου και νομίζουν, ότι οι μουσουλμάνοι εφαρμόζουν ίσως σκληρούς νόμους για να πατάξουν τα πταίσματα και εγκλήματα, αλλά —και εδώ ξανασυναντούμε την παλαιά αντίληψη μουσουλμάνων και Χριστιανών— και ότι είναι πιο δίκαιοι από τους Χριστιανούς: έτσι ο Θεός τους επιτρέπει να βασιλεύουν ακμαίοι επί τόσους αιώνες. Οι νίκες των τουρκικών όπλων είναι δείγμα της Θεϊκής εύνοιας.
Ο Ιησουίτης Richard απορεί μάλιστα, πως μπόρεσε να επιζήσει ο χριστιανισμός μέσα στις τρομερά καταθλιπτικές συνθήκες της οθωμανικής αυτοκρατορίας και προ πάντων ύστερ’ από τόσους κατατρεγμούς της Εκκλησίας, που θυμίζουν τους διωγμούς των Ρωμαίων αυτοκρατόρων, Νέρωνος, Δομιτιανού, Διοκλητιανού. Μολαταύτα, έχει την γνώμη ότι οι Χριστιανοί (εννοεί βέβαια τους Ορθοδόξους) δείχθηκαν κατώτεροι, ως προς την αντιμετώπιση των πειρασμών από τους αδελφούς των της εποχής των Ρωμαίων διωκτών. Τότε το αίμα ενός μάρτυρα, «σαν μια καλή σπορά, δημιουργούσε εκατό νέους, ενώ τώρα η πτώση του ενός συμπαρασύρει και άλλους: οι τιμές, τα πλούτη και οι ηδονές που τους παρουσιάζουν, αντί να τους εγκαρδιώνουν, τους εκθηλύνουν και τους κάνουν δειλούς». Οι ειδήσεις αυτές είναι ενδιαφέρουσες, γιατί μας δείχνουν πόσο ισχυρό είναι ακόμη το ρεύμα προς τον μουσουλμανισμό. Υπολογίζει ο Richard ότι οι Έλληνες κατά τα μέσα του 17 αι. είχαν κατεβή στις 1.2ΟΟ.ΟΟΟ.
Οι δυτικοί λοιπόν μοναχοί στην Εγγύς Ανατολή βρίσκονται εμπρός σε μεγάλα προβλήματα της χριστιανοσύνης. Το σπουδαιότερο όμως είναι το πρόβλημα των Ορθοδόξων, των «αιρετικών», όπως τους ονομάζουν. Οι μισσιονάριοι δεν ανέχονται την ύπαρξη διαφορετικού δόγματος από εκείνο, στο οποίο πιστεύουν οι ίδιοι, και γι’ αυτό θέλουν να συνεγείρουν τους πιστούς σε μια νέου είδους σταυροφορία. Πρέπει να καταστείλουν τις αιρέσεις και να σώσουν τις ψυχές των «σχισματικών». Τα αμαρτήματά τους είναι πολλά, ανάμεσα στα οποία και η σιμωνία, η αχίλλεια φτέρνα της ορθόδοξης Εκκλησίας, φαινόμενο που παίρνει μεγάλη έκταση στα χρόνια της τουρκοκρατίας.
Πως όμως αλλιώς θα κατανικήσουν τις σφαλερές δοξασίες, τα ολισθήματα και το πείσμα των Ορθοδόξων, παρά μελετώντας τα ίδια τα έργα των θεολόγων τους και μάλιστα εκείνα που γράφτηκαν μετά την έναρξη του μεγάλου σχίσματος; «Όλες οι μεγάλες αιρέσεις, έγραφε στις 16 Μαρτίου 1728 ο Don Vincent Thuillier στον αββά Bignon, γεννήθηκαν στην Ελλάδα, και όλες σχεδόν εκεί ανασκευάσθηκαν. Δεν υπάρχει όμως κανένα σχεδόν κατάλοιπο από αυτές τις αιρέσεις· πολύ λίγα πράγματα σώθηκαν από όσα λέχθηκαν για να τις κτυπήσουν. Ο Πορφύριος ήταν ο πιο φοβερός απ’ όλους τους εχθρούς του χριστιανισμού. Όλες οι εργασίες του είναι θαμμένες στα σκοτάδια. Ο Μεθόδιος, ο Ευσέβιος και οι δύο Απολλινάριοι από την Λαοδίκεια διέπρεψαν στον αγώνα τους εναντίον αυτής της ασέβειας και τα συγγράμματά τους δεν στάθηκαν πιο τυχερά. Ο Κέλσος, εναντίον του οποίου ο Ωριγένης ξεσηκώθηκε με τόσο ζήλο και δύναμη, δεν συναντάται παρά μόνο αποσπασματικά μέσα στο έργο του ανταγωνιστή του· το ίδιο παρατηρείται με όλους τους παλαιούς αιρετικούς. Έτσι συμβαίνει, ώστε όλα τα έργα που γράφτηκαν εναντίον τους να είναι σχεδόν ακατάληπτα, γιατί οι Πατέρες κάνουν συχνά υπαινιγμούς για μερικές απόψεις των αντιπάλων τους, που δεν βρίσκονται πουθενά αλλού και που, όπως είναι φυσικό, δεν μπορούμε να δούμε την σχέση που έχουν με όσα τους αντιτάσσουν. Η εκκλησιαστική ιστορία χάνει ασφαλώς εξ αιτίας της αμέλειάς μας. Δεν έχουμε πρακτικά παρά μόνο των κυριότερων συνόδων. Δεν γνωρίζουμε καθόλου ή γνωρίζουμε πολύ αόριστα την διαδοχή των επισκόπων στο μεγαλύτερο μέρος της Ανατολής όπου υπήρξαν έδρες. Δεν είναι πιθανό ότι αυτή η διαδοχή είναι άγνωστη μέσα στην ίδια τους την χώρα· σίγουρα θα μπορούσαμε να βρούμε εκεί μνημεία που έχουν διατηρήσει την ανάμνησή τους».
Αλλά μήπως η μόνη ωφέλεια από την μελέτη των χειρογράφων θα ήταν ν’ αντιμετωπίσουν τους «σχισματικούς» Έλληνες; Δεν θα είχαν ν’ αντλήσουν και νέα πλούσια και δυνατά επιχειρήματα εναντίον των ιδεών του Λουθήρου, Καλβίνου κ.λπ; Με τον σκοπό κυρίως αυτόν και με την πρωτοβουλία του ίδιου του βασιλιά της Γαλλίας Λουδοβίκου ΙΕ’ (1715-1774) οργανώθηκε η πιο μεγάλη και συστηματική εξερεύνηση των βιβλιοθηκών στην Ελλάδα μεταξύ 1728-1730 με απεσταλμένους τους ευφυείς λογίους Sevin και Fourmont. Οι οδηγίες του βασιλιά ήταν να μπορέσουν να εισδύσουν στην βιβλιοθήκη του σουλτάνου, για ν’ αντιληφθούν την αξία της και να σημειώσουν ό,τι βρίσκεται εκεί από συγγραφείς, τους οποίους δεν έχουν στην Γαλλία, ό,τι λείπει από τον Πολύβιο, Τίτο Λίβιο κ.λπ. «Θα προσέξουν ιδιαίτερα τους εκκλησιαστικούς συγγραφείς που έχουν γράψει ύστερ’ από το σχίσμα, εξετάζοντας επίσης τα βιβλία τα γραμμένα σε γλώσσες της Ανατολής που είναι και τα λιγότερο γνωστά εδώ». (Βακαλόπουλου Απ. Καθ. ΑΠΘ: «Ιστορία του νέου Ελληνισμού, τόμος Γ΄).
Σε επόμενες καταγραφές, θα παρουσιασθούν οι επιδράσεις του Παπισμού στον ελλαδικό χώρο, χερσαίο και νησιώτικο ήδη από την εποχή της Φραγκοκρατίας (όπως στην περίπτωση της Κύπρου), όσο και στην περίοδο της Τουρκοκρατίας σε όλες τις Ορθόδοξες περιοχές του Ελληνισμού, καθώς και κάποιες προσπάθειες της ΚΠολης να αναγνωρίσει την παπική ηγεμονία ή να προσκοληθεί προς τον νεοσύστατο Προτεσταντισμό.

Τὰ γυαλιά σου, γιὰ λίγο ψωμί...

Βαρνάβας Λαμπρόπουλος (Ἀρχιμανδρίτης)



Ὁ ἀμερικανός συγγραφέας Τζέι Μάκ Ἴνερνι στό βιβλίο του «Φῶτα Ὁλόφωτα – Πόλη Μεγάλη» μέ ἐμπνευσμένο τρόπο ‘κουρελιάζει’ τούς μύθους τῆς δῆθεν ‘ἐλεύ­θε­ρης’ καί δῆθεν ‘γλυκιᾶς’ ζωῆς τῆς σύγχρονης νεολαίας στήν Νέα Ὑόρκη. Τό βιβλίο τελειώνει μέ μιά σκηνή, πού λέει πολλά:

Ὁ πρωταγωνιστής σέρνει τά πόδια του γιά τό σπίτι του, Κυριακή πρωί, μετά ἀπό ἕνα διήμερο πάρτυ, πλούσιο σέ ἀλκοόλ καί ναρκωτικά. Πεινάει σάν λύκος, για­τί ἔχει νά φάει ἀπό τήν Παρασκευή τό βράδυ. Παρ’ ὅλη τήν αἱμορραγία στήν μύ­τη, πλησιάζοντας σέ κάποιο φοῦρνο, μυρίζεται φρέσκο ψωμί. Ζητιανεύει λίγο ψω­μί, ἀφοῦ οἱ τσέπες του εἶναι ἀδειανές. Τελικά τοῦ πετᾶνε λίγο ψωμί, ἀφοῦ τοῦ πά­ρουν τό μόνο πρᾶγμα κάποιας ἀξίας πού ἔχει ἐπάνω του: τά γυαλιά του!... Ἀρχί­ζει νά τρώει μέ βουλιμία. Ἡ πρώτη μπουκιά κολλάει στό στόμα του καί πνίγεται.

Καί ὁ συγγραφέας καταλήγει μέ τήν φράση: «Θά πρέπει νά φάει πιό ἀργά. Θά πρέπει νά τά μάθει ὅλα ἀπό τήν ἀρχή».
 

* * *
 
Στίς 8 Ἰουλίου γιορτάζουμε τήν μνήμη τοῦ ἁγίου Μεγαλομάρτυρος Προ­κο­πίου. Πρίν γίνει Χριστιανός, ὡς νεαρός στήν Ἀντιό­χεια, γλεντοῦσε τήν ζωή του. Εἶχε γίνει ἀξιωματικός, ἀφοῦ ἡ μαμά του «λάδωσε» μέ πολύ χρυ­σά­φι τόν βασιλιά. Καί αὐτός, τηρώντας τίς ἐντολές τοῦ βασιλιά, κυνηγοῦσε τούς Χριστιανούς. Μόνο πού, ἐπειδή – σάν μαμόθρεφτο - δέν ἄντεχε τήν ζέστη τῆς ἡμέρας, ἔβγαινε γιά καταδίωξη τήν νύχτα...

Κάποια νύχτα, ἔξω ἀπό τήν Ἀπάμεια τῆς Συρίας εἶχε μιάν ἀπροσδόκητη συνάν­τηση. «Σκόνταψε» μπροστά σ’ Ἑκεῖνον πού κυνηγοῦσε! Τοῦ φανερώθηκε ἕνας φωτεινός Σταυρός. Καί ἄκουσε τήν φωνή τοῦ Χριστοῦ νά τοῦ συστήνεται: «Ἐγώ εἶμαι ὁ Ἰησοῦς ὁ Ἐσταυρωμένος, ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ»!

Τότε ὁ νεαρός εἰδωλολάτρης ξύπνησε! Καί ὅταν «μυρίστηκε» ὅτι βρῆκε «τόν Ἄρτον τόν Ζῶντα τόν ἐκ τοῦ Οὐρανοῦ καταβάντα», ἔδωσε ὅ,τι εἶχε καί δέν εἶχε ...γιά νά Τόν ἀγοράσει! Πῶς; Ἔδωσε κατ’ ἀρχήν ἕνα μεγάλο ποσό, γιά νά φτιάξει ἕνα ὁλόχρυσο Σταυρό. Ἔτσι ἔβγαλε ἀπό τά μάτια του τά παραμορφωτικά «γυαλιά» τῆς φιλαργυρίας καί τῆς φιλοδοξίας, Πέταξε τά «γυαλιά», πού τόν τύφλωναν καί δέν τόν ἄφηναν νά ἰδῆ καθαρά τό ἀληθινό Φῶς τοῦ Χριστοῦ. Καί κοιτώντας τόν Σταυρό ἄρχισε νά συνειδητοποιεῖ

• τήν ἄπειρη ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ γιά τούς ἀνθρώπους·

• καί τήν ὀλέθρια δύναμη τῆς ἁμαρτίας.

Καί μέ τήν δύναμη τοῦ Σταυροῦ ἀπαρνήθηκε, ὄχι μόνο τίς ἐπίγειες ἡδονές, ἀλλά καί τό ἴδιο τό σῶμα του. Ὑπέφερε φρικτά μαρτύρια γιά τήν δόξα τοῦ Χριστοῦ. Καί μετά τόν ἀποκεφάλισαν ἔξω ἀπό τήν Καισάρεια τῆς Παλαιστίνης.
 

* * *
 
• Μακάριος εἶναι ὁ ἄνθρωπος, πού καταλαβαίνει ὅτι τά πάθη του εἶναι τά χειρότερα παραμορφωτικά «γυαλιά», πού τόν ἐμποδίζουν νά ἰδῆ καθαρά τόν Χριστό καί νά δεχθῆ τόν λόγο Του.

• Ἀκόμη πιό μακάριος εἶναι ἐκεῖνος, πού κατάλαβε ὅτι ὁ Χριστός εἶναι ἡ Ζωή τοῦ κόσμου. Καί ὅτι μόνον Αὐτός εἶναι ὁ Ζωντανός Ἄρτος, πού μπορεῖ νά χορτάσει τόν ἄνθρωπο καί νά γεμίσει τήν καρδιά του.

• Τρισμακάριος – τέλος - εἶναι ἐκεῖνος, πού θυσιάζει τά πάντα, γιά νά μπο­ρεῖ νά τρέφεται συνεχῶς μέ τόν Ἄρτο τῆς Ζωῆς, μέσα στόν Μυστικό Δεῖπνο τῆς Θείας Λειτουργίας.

Μητροπολίτης Θεοδωρουπόλεως Γερμανός

 
Μιχαλᾶς Τάσος

 
undefined


Τόν Μητροπολίτη Θεοδωρουπόλεως Γερμανό (Ἀθανασιάδη), τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, γνώρισα πρίν ἀπό 27 χρόνια στήν Κωνσταντινούπολη. Καί ἐκείνη ἡ πρώτη μας συνάντηση ἀποδείχθηκε παραγωγική, γιατί ἔγινε καί οἰκογενειακή φιλία. Ἄν, ὅμως, ὁ Γερμανός ἀνῆκε στούς κληρικούς πού ἁρπάζουν εὐκαιρίες γιά νά προβληθοῦν ἤ ἄν ἦταν προβεβλημένος ἐκκλησιαστικός ἀξιωματοῦχος μέ πυγμή καί κατεῖχε ἠχηρό ἐκκλησιαστικό πόστο μέ ἀντίστοιχη συμπεριφορά (λονδρέζικο ὕφος, ὑπεροψία Παιδαγωγοῦ-Ἀρωγοῦ-Καθοδηγητῆ τῶν ἀνθρώπων), θά τόν εἶχα ἐνωρίς ἀπορρίψει χωρίς τύψεις ἤ ἐνοχές καί θά θεωροῦσα χάσιμο χρόνου τίς συναντήσεις μαζί του. Ἐπειδή, ὅμως, ὁ Σεβασμιώτατος ζεῖ ταπεινά κι ἔχει διακριθεῖ -ἄδηλον πῶς- σέ ἀρετές μέ ἀξία (σεμνότητα, ἀσκητικότητα, μετριοφροσύνη, ἀκτημοσύνη, ἐξάρτηση ἀπό τήν προσευχή καί τήν Λογική), ἀρχειοθετήθηκε μέσα μου ὡς κληρικός-ὁδηγός, ἀπό αὐτούς ποὺ σπανίζουν κι ἔχουν νά σοῦ προτείνουν πολλά.


Θυμᾶμαι, ὅταν γιά πρώτη φορά τόν ἐπισκέφθηκα στήν Πόλη, στό μικρό καί φτωχικό διαμέρισμα πού τοῦ εἶχαν παραχωρήσει γιά νά μείνει, εἶχα τήν αἴσθηση ὅτι ἀνακάλυπτα ἕναν ἀκέραιο ἄνθρωπο, πού ἀκτινοβολεῖ καί διδάσκει μέ τήν σιωπή καί τή ζωή του. Πίστεψα τότε, χωρίς νά ἔχω διαψευσθεῖ μέχρι σήμερα, ὅτι βρισκόμουν μπροστά σέ ἕναν ἄγαμο κληρικό μέ σεμνή πολιτεία καί ἀσκητική κακουχία, προσγειωμένον καί ἰσορροπημένο, ἀπό αὐτούς πού ἀξίζει ἀκόμη καί νά κάθεσαι στήν «οὐρά» γιά νά πάρεις τήν εὐλογία τους καί τήν συμβουλή τους.


Φυσικό, λοιπόν, ὅτι αἰσθάνομαι ἰδιαίτερη χαρά καί νιώθω προνομιοῦχος, ὅταν μία φορά τόν χρόνο, πού ὁ Σεβασμιώτατος ἔρχεται στήν Ἑλλάδα, ἔχω τήν τιμή καί τήν δυνατότητα νά τόν συναντῶ. Οἱ συναντήσεις αὐτές μέ ἕναν σεβάσμιο Ἱεράρχη, ὁ ὁποῖος -ἐν μέσω τῆς πρωτοφανοῦς κρίσης πού σαρώνει τήν παγκόσμια σφαίρα- πορεύεται ἐν Κυρίῳ καί ἐκπέμπει ὀσμή εὐωδίας πνευματικῆς, ἔχουν γίνει παράδοση καί τίς περιμένουμε πῶς καί πῶς ἡ οἰκογένειά μου κι ἐγώ. Θά μποροῦσα (ὑποθετικά) νά ἰσχυριστῶ -ἔστω καί ἄν κινδυνεύω νά θεωρηθῶ ὑπερβολικός ἤ ντεμοντέ- ὅτι, ἄν χρειαζόταν νά ἐπιλέξω συνάντηση ἀνάμεσα στόν Ἡγέτη μιᾶς Ὑπερδύναμης καί τόν Μητροπολίτη Θεοδωρουπόλεως Γερμανό, θά ἐπέλεγα τόν δεύτερο, ἀφοῦ οἱ κατά κόσμον «Μεγάλοι» δέν ἔχουν λύσεις γιά ἔξοδο ἀπό κρίσεις, ἔχουν κι αὐτοί ἁμαρτίες μέ τό κιλό.


Ἐνῶ ὁ Γερμανός γεμίζει τίς μπαταρίες σου, σέ φωτίζει καί σέ βοηθάει νά βγεῖς ἀπό τήν ἀδράνεια, σέ ξαλαφρώνει ἀπό κακοτεχνίες καί ἁμαρτίες ποὺ κουβαλᾶς καί ἀποτελοῦν καθημερινό φαινόμενο. Ἄλλωστε, αὐτό δέν εἶναι τό χάρισμα τῶν Μεγάλων, ὅσων πορεύονται τήν εὐθεία ὁδό, τήν ὁδό τοῦ Κυρίου; Ξέρουν νά ἐλαττώνουν καί ὄχι νά διογκώνουν τά ἄγχη καί τίς ἀβεβαιότητες τῶν ἀνθρώπων! Λειτουργοῦν ὡς θεράποντες ἰατροί, ἱκανοί νά ἀποκαταστήσουν τήν κλονισμένη ὑγεία σου καί βοηθοῦν νά διατυπώσεις νέο κώδικα λειτουργίας μέ τή ζωή καί τόν ἑαυτό σου, ἄν ἔχεις ναρκωθεῖ ἤ πληγωθεῖ ἀπό τίς πραγματεῖες τοῦ βίου.


Βέβαια, ὅσοι ἔχουν ἐμπλακεῖ στό παιχνίδι τῆς καριέρας καί συναλλάσσονται γιά νά «ἀναδειχθοῦν», θεωροῦν παρακατιανούς ἀνθρώπους σάν τόν Μητροπολίτη Θεοδωρουπόλεως Γερμανό, κατώτερους ἀκόμη καί ἀπό χαμηλόβαθμους ὑπαλλήλους τῶν Βρυξελῶν! Ἄλλα ὅσοι ἐπιθυμοῦν νά συντονίζονται μέ τά Ἄνω καί προσδοκοῦν κάτι περισσότερο ἀπό τόν ἐπίγειο ἄρτο, θεωροῦν τούς καριερίστες ὡς μή ὑπάρχοντες καί δίνουν «σταυρό προτιμήσεως» σέ κληρικούς σάν τόν Γερμανό ποὺ ἀποτελοῦν εὐλογία γιατί μποροῦν νά ἀλλάξουν τόν κόσμο.


Πόσους καί πόσους ἀνθρώπους μέ τραυματισμένη προσωπικότητα καί πολυτάραχη προσωπική ἱστορία δέν βοήθησε ὁ Σεβάσμιος Ἱεράρχης νά ἰσορροπήσουν, νά πάρουν σωστές ἀποφάσεις καί νά προχωρήσουν! Εὐγενής, διακριτικός, συνετός, ἀνεκτικός, γλυκύς, ἄνθρωπος ἤπιων τόνων, ποτέ αὐστηρός, σκληρός ἤ ἀπάνθρωπος γιά τά ἀνθρώπινα λάθη, ὁ Σεβασμιώτατος Γερμανός ξέρει νά ὁδηγεῖ θνητούς, τυφλούς, τά τ' ὦτα, τόν τε νοῦν, τά τ' ὄμματα καί νά τούς στηρίζει. Κι ὅλες αὐτές τίς πολύτιμες παροχές τίς προσφέρει πάντοτε πρόθυμα καί μέ τρόπο πού δέν στερεῖται τοῦ μέτρου καί τῆς λογικῆς, ἀλλά ἁπλά καί ταπεινά, ὅπως ὁ ἴδιος ἐπέλεξε νά ζεῖ. Ὄχι μέ βαρύγδουπες μεταφυσικές ἐκφράσεις ἤ στριφνούς καί δυσνόητους θεολογικούς ὅρους, πού βρίσκονται ἔξω ἀπό τίς ἀντοχές τῶν ἀνθρώπων καί προκαλοῦν κόπωση στούς ἤδη κοπιῶντες καί πεφορτισμένους. Αὐτή ἡ ἁπλότητα καί ἡ ἐπικοινωνιακή ἱκανότητα τοῦ Μητροπολίτη μέ τούς ἀνθρώπους, ἦταν ἴσως καί ὁ λόγος πού ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης ἀνέθεσε σ' αὐτόν τόν «ἄσημο» Ἱεράρχη, τό δύσκολο ἔργο τῆς ἐξομολόγησης τῶν πιστῶν. Καί βέβαια, ἄν γινόταν κάποια στιγμή νά ἀνακοινωθοῦν τά ἀποτελέσματα αὐτῆς τῆς ποιμαντικῆς-διακονικῆς ἐργασίας, ὁ Γερμανός θά ἔπρεπε νά ἀνακηρυχθεῖ «Μάνατζερ» κοινωνικῆς προσφορᾶς.


Εἴκοσι ἑφτά χρόνια γνωριμίας μου μέ τόν Μητροπολίτη Θεοδωρουπόλεως Γερμανό, εἶναι νομίζω, ἀρκετά γιά νά μπορῶ νά τόν «ἀξιολογήσω» καί νά τόν «κρίνω». Κι αὐτό, ὄχι γιά νά ἀνέβει στά μάτια τοῦ ἀναγνώστη ἀλλά μήπως καί ἀντιληφθοῦν ὁρισμένοι πού κατηγοροῦν τήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ ὅτι βρίσκεται σέ λάθος δρόμο, ἐπειδή τήν θεωροῦν «ἀπομεινάρι τοῦ παρελθόντος», ὅτι σέ ὅλες τίς ἐκκλησιαστικές βαθμίδες ὑπάρχουν κληρικοί πού ἐργάζονται μέ συνέπεια, ἔχουν λογική καί εὐθύνη.


Θά ἀναφέρω τρεῖς μόνο ἀπό τίς πολλές ἀρετές τοῦ Θεοδωρουπόλεως Γερμανοῦ, οἱ ὁποῖες μέ ἔχουν διδάξει. Ἡ πρώτη ἔχει νά κάνει μέ τήν ἀπόλυτη ἀκτημοσύνη του. Δέν διαθέτει πορτοφόλι, βιβλιάριο καταθέσεων, αὐτοκίνητο, περιουσία. Δέν ἔχει κἄν σπίτι, ζεῖ μόνος καί δέν εἶναι συλλέκτης ἐκκλησιαστικῶν τίτλων ἤ ἀξιωμάτων. Μόνο ἕνα ἀδελφό ἔχει πού ζεῖ μέ τή σύνταξη τοῦ ΟΓΑ σέ μία γκαρσονιέρα περίπου 30 τετραγωνικῶν καί σέ περιοχή μᾶλλον ὑποβαθμισμένη. Στό σπίτι τοῦ ἀδελφοῦ του καί στό ἴδιο δωμάτιο μέ αὐτόν, φιλοξενεῖται ὁ Γερμανός, ὅταν ἔρχεται στήν Ἀθήνα.


Ἡ δεύτερη μεγάλη ἀρετή εἶναι ὅτι ὁ Μητροπολίτης Θεοδωρουπόλεως Γερμανός θεωρεῖ τήν Ἀρχιερωσύνη εὐλογία καί ὄχι ζυγό ἤ φυλακή. Γι' αὐτό καί ζεῖ μέ σωφροσύνη, ὄχι ἀπερίσκεπτα. Γιά χάρη τῆς Ἀρχιερωσύνης ὁ Γερμανός ὑφίσταται συνεχεῖς καί ἔντονες «στερήσεις» ἀπό αὐτές πού ἑδραιώνουν στόν ἄνθρωπο -ἰδιαίτερα στόν κληρικό- τήν ἰσορροπία καί τοῦ διασφαλίζουν ἀειφορία, δηλαδή προαγωγή στήν ἐν Χριστῷ ζωή. Αὐτός ὁ τρόπος ζωῆς πού σήμερα σπανίζει, μπορεῖ γιά πολλούς νά θεωρεῖται μωρία, ἀλλά γιά ὁρισμένους πού ἐπέλεξαν νά κινοῦνται στά ἴχνη τοῦ Ἰησοῦ, ἰσοδυναμεῖ μέ κυοφορία ἐλευθερίας-ἀγαλλιάσεως, μέ «συνταγή» ἀπαλλαγῆς ἐκ παντοίων δεινῶν.


Ἡ τρίτη ἀρετή πού κοσμεῖ τόν Μητροπολίτη τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, εἶναι ἡ ἱκανότητα νά ἀκούει τόν συνομιλητή του, στόν ὁποῖο ἀναγνωρίζει τό δικαίωμα νά ἔχει διαφορετική ἄποψη μέ τήν δική του ἤ ἀκόμη καί νά ἀσκεῖ κριτική σέ βασικές κατευθύνσεις τῆς ἐκκλησιαστικῆς «πολιτικῆς». Ὁ Γερμανός δέν ἀντιδρᾶ μέ θυμό καί φωνασκίες, οὔτε σέ θεωρεῖ κάθαρμα πού διαπράττει ἔγκλημα ἤ ληστεία, ὅταν ἐκφράσεις τήν ἄποψή σου γιά πεπαλαιωμένες πρακτικές ἐκκλησιαστικῆς ποιμαντικῆς πού σήμερα δέν θά ἔπρεπε ἴσως νά ὑπάρχουν ἤ γιά ἀστοχίες κληρικῶν, πού ἐκθέτουν τήν Ἐκκλησία. Ἀλλά σέ ἀκούει, προβληματίζεται καί σέ πολλά συμφωνεῖ, ἔστω καί ἄν δέν σοῦ τό ἀνακοινώνει. Ἔτσι, ὅταν ἐφέτος τοῦ εἶπα ὅτι ἡ Ἐκκλησία πρέπει νά ἀποφυλακίσει τόν λόγο της, πού ἀπό τή φύση του εἶναι σύγχρονος καί νά προχωρήσει σέ ἐπανευαγγελισμό τῶν ἀνθρώπων, βάζοντας σέ νέους ἀσκούς τό παλιᾶς ἐσοδείας πνευματικό κρασί της, ὥστε νά μή γίνει ξύδι, ὄχι μόνο δέν μέ θεώρησε θρασύ ἤ ἐπικίνδυνο λωποδύτη, ἀλλά μέ ἄκουσε προσεκτικά καί μέ ἄφησε νά μιλάω. Ἐπίσης, ὅταν τοῦ εἶπα ὅτι οἱ χριστιανοί, πού ἐμφανίζονται μεταξύ τους ἀποξενωμένοι ἤ ἐχθρικοί, ἐνῶ πιστεύουν στόν ἴδιο γεννηθέντα, σταυρωθέντα καί ἀναστάντα Θεό, θά μποροῦσαν νά συνεργασθοῦν σέ κοινωνικά θέματα, ὅπως ἡ ἀνεργία, ἡ μόλυνση τοῦ περιβάλλοντος, τά διαζύγια, τά ναρκωτικά κ.λπ., ἀφήνοντας τά δογματικά νά ἐπιλυθοῦν ὅταν ἔλθει τό πλήρωμα τοῦ χρόνου, ὁ Γερμανός δέν μέ χαστούκισε, οὔτε μέ ἀφόρισε ὡς ἀποστάτη, ἀλλά συνέχισε νά μιλάει μαζί μου καί ἔδινε πειστικές ἀπαντήσεις στίς ἀντιρρήσεις μου.


Ἐφέτος (ἀρχές Νοεμβρίου) χτύπησε τό τηλέφωνο καί πάλι. Ἦταν ὁ Μητροπολίτης Θεοδωρουπόλεως Γερμανός. Ἡ φωνή του, ἀσθενική ὅπως πάντα, ἀλλά εὐγενική, ζεστή, εὐχάριστη. Ἀνάμεσα στά ἄλλα μοῦ εἶπε: «Αὐτή τή φορά δέν θά μπορέσω νά ἔλθω γιατί εἶναι ἀδύνατο νά ἀνέβω ἔστω καί τά λίγα σκαλιά. Ἀλλά θέλω πολύ νά συναντηθοῦμε».


Σέ λίγο βρισκόμουν στό μικρό, φτωχό διαμέρισμα, τό ὁποῖο, στά δικά μου μάτια φαντάζει παλάτι, ἀφοῦ φιλοξενεῖ ἕναν ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ, ἕνα ταπεινό ἐργάτη τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, πού θεωρῶ ὅτι διαθέτει ἀγγελικές προθέσεις καί χαρακτηριστικά τά ὁποῖα συχνά παραπέμπουν στή ζωή τῶν Ἁγίων.


Γερμανοῦ τοῦ Σεβασμιωτάτου καί θεοπροβλήτου Μητροπολίτου, πολλά τά ἔτη!

Ελληνισμός και παγκόσμια διακυβέρνηση...δύο έννοιες ασύμβατες!



Γράφει ο ΣΠΥΡΙΔΩΝ ΚΑΡΑΧΑΛΙΟΣ
Έχω την στερεή πεποίθηση ότι πρέπει ως λαός να αποφασίσουμε τι ρόλο θέλουμε να διαδραματίσουμε σε μια οικουμένη που απαρτίζεται από έθνη τα οποία θέλει ο νεοταξικός αδελφός να τα μετατρέψει σε αγέλη πρόθυμων σκλάβων.
Τα προβλήματα που μας ταλανίζουν είναι ξεκάθαρα πολιτικά και δομικά. Δεν είναι σε καμία περίπτωση ούτε τυχαία ούτε εξειδικευμένα. Ο δε ελληνικός λαός πρέπει να αποφασίσει αν θα ζήσει ή αν θα επιβιώσει απλώς. Αν θα μείνει ελεύθερος ή αν θα παραμείνει υπηρέτης ξένων συμφερόντων. Να αποφασίσει αν θα
εξυπηρετήσει τα εθνικά του συμφέροντα ή αν θα τα ξεπουλήσει.
Το μεγάλο ζητούμενο είναι να κατακτήσουμε το αυτεξούσιο ως έθνος από τη στιγμή που έως σήμερα έχουμε εκχωρήσει όλες τις εξουσίες του τόπου σε πολιτικούς εκπροσώπους ξένων συμφερόντων.


Διότι η Ελλάς σήμερα με τις δανειακές συμβάσεις, τις ανοχές στις εχθρικές βουλήσεις και την πολυπολιτισμική πλημμυρίδα στην κοινωνία μας κυβερνιέται και δεν κυβερνάει την ύπαρξή της. Αλλά η συμπεριφορά του ραγιά δεν μας ταιριάζει και οπωσδήποτε αν εξακολουθήσει, ο αφανισμός μας θα είναι αναπόφευκτος. Στην ουσία το έθνος μας έχει μια μοναδική ευκαιρία αφύπνισης σε βαθμό που μάλλον θα χρωστά χάρη στο τέλος στην υποκινούμενη σε βάρος του κρίση.
Ο Ελληνισμός και η Παγκόσμια Διακυβέρνηση που λατρεύουν σύσσωμοι οι καθεστωτικοί πολιτικάντηδες και οι θεσμικές τους ορντινάντσες σε οικονομικό και επικοινωνιακό επίπεδο, εξουσιαστικοί και «αντεξουσιαστικοί», είναι έννοιες ασύμβατες. Η Ελλάς ως κατεξοχήν παραγωγός δύναμη πολιτισμών και πλουτοπαραγωγικών πόρων δεν έχει πολλούς δρόμους να διαλέξει. Η γεωπολιτική μας θέση και το γεωφυσικό μας υπόβαθρο οδηγούν με μαθηματική ακρίβεια στη σύγκρουση με τις λεγόμενες μεγάλες δυνάμεις του καιρού, τα συμφέροντα των οποίων ζητούν να τους δώσουμε πόρους και εθνικά εδάφη. Διότι όταν έχεις διαχειριστές επί ενοικίαση κι όχι εξουσιαστές τότε σκύβεις εκ των πραγμάτων το κεφάλι.
Όμως το Ελληνικό Έθνος δεν ψάχνει κηδεμόνες και τα παιδιά του δεν είναι ανταλλάξιμες αξίες. Σε καμία περίπτωση φυσικά δεν αναζητούμε ύπατους αρμοστές αντί ταγούς ούτε πουλάμε Ελληνικό Αίμα και προγονικές θυσίες. Η Ελλάς υποχρεούται να κυβερνηθεί από εγγενείς δυνάμεις και να κυβερνήσει την οικουμένη εκ νέου. Κακά τα ψέματα. Η πολιτική κάθαρση σήμερα δεν είναι δικαίωμα αλλά ιερή υποχρέωση. Η Ελλάς πρέπει να συμμαχήσει με τον ίδιο της τον εαυτό. Να συμμαχήσει με τους καλούς και γνήσιους Έλληνες. Με τους απαιτητικούς Έλληνες που θέλουν να γίνουν κύριοι του εαυτού τους και να κοινωνήσουν πνεύμα ελληνικό σ’ αυτούς και τα παιδιά τους. Να γίνουν πρώτοι στην μάχη της εθνικής εργασίας, της ελληνικής κοινωνίας και της στρατιωτικής ετοιμότητας.
Πρέπει λοιπόν να δομήσουμε τάχιστα ελληνικό σύστημα πολιτικής διοίκησης. Επομένως πρέπει να βαδίσουμε σε δρόμους ενέργειας ριζοσπαστικούς και επαναστατικούς. Να διαλέξουμε την διαδικασία αναγεννήσεως της Ελληνικής Φυλής. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να ξεριζώσουμε άπαξ δια παντός και την παραμικρή ύπαρξη του απερχόμενου καθεστώτος απαγορεύοντας του κάθε σκέψη επαναφοράς.
Η Πατρίδα είναι απείρως προτιμότερη από τη «δημοκρατία» και η αληθινή Ελευθερία κουρνιάζει στην αγκάλη του δυνατού. Τα μνημόνια, οι περιστολές των εργασιακών δικαιωμάτων, η απόπειρα νόθευσης της ελληνικής κοινωνίας αρκούν για να ξεσχίσουμε ανήθικους νόμους και καθεστώς. Ύψιστος νόμος είναι το δίκαιο του Έλληνα και η κραταίωση μιας καθαρής Ελληνικής Πατρίδας. Αυτά υπαγορεύει η εθνική μας συνείδηση και αυτή την εθνική παιδεία θα μετουσιώσουμε στην ζώσα πολιτική και καθημερινότητα.
Δεν είμαστε τάχα αντιιμπεριαλιστές και δεν χαρίζουμε ευαισθησίες σε βαλτούς προστάτες. Δεν αδικούμε κανέναν αλλά και δεν δεχόμαστε την αδικία από κανένα. Η Ελλάς έχει τη δική της Ελληνική Τάξη Πραγμάτων. Δεν χρειάζεται τίποτα το ξένο και δανεικό. Έχει το ήθος της, την αξιοσύνη της, τη ρωμαλεότητα και την ευφυΐα των παιδιών της, τον πλούτο της Εθνικής Ιδέας και της Γης της. Θέλει να δημιουργήσει έναν Νέο Ελληνικό Πολιτισμό και θα το πράξει. Έχει το απόλυτο δικαίωμα να δομήσει ένα κλειστό φυλετικό πολιτειακό σύστημα και να θωρακίσει κοινωνία και σύνορα. Και θα το πράξει.
Η Ελλάς έχει το απόλυτο δικαίωμα να δει ελεύθερους όλους τους Έλληνες κάτω από μια μεγάλη ελληνική πατρίδα και θα το πετύχει. Η αυτοδιάθεση λαού και οικονομίας ισχύει για τους Έλληνες όταν ο σιωνιστικός νεοταξισμός επιδιώκει και παίρνει πράγματα και εξουσίες που δεν του ανήκουν. Η δε Ευρώπη που τώρα έχει χάσει τον μπούσουλα και την φυσική της θέση στην παγκοσμιότητα θα τη βρει μονάχα υπό την καθοδήγηση μιας ισχυρής Ελλάδος. Η Ευρώπη των λαών έχει μονάχα γαλανόλευκο χρώμα.
Ο Ελληνικός Εθνικοκοινωνισμός αποσκοπεί στην ηγεμονική θέση του Ελληνισμού. Αυτό συνεπάγεται την ενότητα των Ελλήνων και την πλήρη εθνικοποίηση της κρατικής περιουσίας και της αγοράς εργασίας. Σκοπός μας είναι το γκρέμισμα της παγκόσμιας νεοταξικής διακυβέρνησης από μια Μεγάλη Ελλάδα. Και οι όποιες συμμαχίες μας θα πρέπει να σεβαστούν το Ελληνικό Έθνος από θέση ισοτιμίας.


ΠΗΓΗ: http://www.pentapostagma.gr/2011/07/blog-post_3993.html#ixzz1RSjYEGVn

Αναστάσιος Μαρίνος, Με την κατάργησιν του μαθήματος των Θρησκευτικών ολοκληρώνεται ο αφελληνισμός του λαού μας

 


Ἐπισημαίνει ὁ Ἐπίτιμος Ἀντιπρόεδρος τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας κ. Μαρῖνος
ΜΕ ΤΗΝ ΚΑΤΑΡΓΗΣΙΝ ΤΟΥ ΜΑΘΗΜΑΤΟΣ ΤΩΝ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ
ΟΛΟΚΛΗΡΩΝΕΤΑΙ Ο ΑΦΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΛΑΟΥ ΜΑΣ
Ὁ κ. Μαρῖνος προειδοποιεῖ μέ προσφυγήν εἰς τό Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, ἐνῶ διερωτᾶται, διατί ἡ Διοικοῦσα Ἐκκλησία «κάνει ὅτι δέν καταλαβαίνει;».
Μέ τήν κατάργησιν τοῦ μαθήματος τῶν Θρησκευτικῶν ὑπό τῆς Πολιτείας ὁλοκληρώνεται ἡ προσπάθεια ἀφελληνισμοῦ τοῦ λαοῦ μας, ἡ ὁποία ἤρχισε ἐπί «ἐθνάρχου» Κων. Καραμανλῆ, ὑπογραμμίζει εἰς ἄρθρον του εἰς τήν ἐφημερίδα «Ἑστία» (22αν Ἰουνίου) ὁ κ. Ἀναστάσιος Ν. Μαρῖνος, Δρ. Ν., Ἀντιπρόεδρος τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας ἐπί τιμῇ. Ὁ κ. Μαρῖνος προειδοποιεῖ ὅτι θά προσφύγη εἰς τό Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας καί εἰς τό Δικαστήριον Δικαιωμάτων τοῦ Ἀνθρώπου, ἐπιχειρῶν νά ὑπάρξη ἀπόφασις διά τῆς ὁποίας θά κηρύσσεται ἀντισυνταγματική ἡ ἀπόφασις τῆς Πολιτείας. Ἀκολούθως ἐπικρίνει τήν Διοικοῦσαν Ἐκκλησίαν, ἡ ὁποία κάμνει ὅτι δέν καταλαβαίνει.
Ἡ πολεμική συνεχίζεται ποῖος θά ἀντιδράση Τό πλῆρες κείμενον τοῦ ἄρθρου τοῦ κ. Μαρίνου εἰς τήν ἐφημερίδα «Ἑστία» ἔχει ὡς ἀκολούθως:
«Ἀπό τήν Μεταπολίτευση καὶ μετὰ ἄρχισε μία συστηματικὴ ἐπίθεση κατὰ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μὲ τὴν γνωστὴ φράση: «Θά χωρίσουμε τά τσανάκια μας», τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνε ὁ τότε «ἐθνάρχης» στὸν Μακαριστὸ Ἀρχιεπίσκοπο Σεραφείμ. Στὴ συνέχεια μὲ τὸ Σχέδιο Συντάγματος τοῦ 1975 ἐπεχειρήθη, κατὰ τρόπον ὕπουλο καὶ συγκεκαλυμμένο, χωρισμὸς τοῦ Κράτους ἀπό τὴν Ἐκκλησία, ὁ ὁποῖος ἐματαιώθη κατόπιν ἰδικής μου, δημοσίας ἀντιδράσεως (βλ. τὸ βιβλίο μου «Σχέσεις Ἐκκλησίας καὶ Πολιτείας», τὸ ὁποῖον προσφέρεται δωρεὰν ὑπό της Ἱερᾶς Μητροπόλεως Μεγάρων καὶ Σαλαμίνος).
Κατόπιν τῶν γεγονότων αὐτῶν ἡ κατάσταση ἠρέμησε ἐπ᾽ ὀλίγον, γιὰ νὰ ἀρχίση καὶ πάλι ὁ πόλεμος κατὰ τῆς Ἐκκλησίας μὲ ἄλλο τρόπον αὐτὴ τὴ φορά, δηλαδὴ μὲ τὴν ἀπόπειρα καταργήσεως τοῦ μαθήματος τῶν Θρησκευτικῶν στά σχολεῖα.
Ἐδημιουργήθη θόρυβος καί τελικά ἡ ὑπόθεση ἔφθασε στὸ Συμβούλιο τῆς Ἐπικρατείας (ΣτΕ), τὸ ὁποῖον ὑπό τὴν Προεδρίαν τοῦ ὑπογράφοντος τὸ παρὸν ἐξέδωκε τὴν ὑπ᾽ ἀριθμ. 3359/1995 ἀπόφαση (Στ´ Τμήματος) μὲ τὴν ὁποίαν διεκηρύχθησαν ὁμοφώνως τὰ ἑξῆς: α) Σύμφωνα μὲ τὶς διατάξεις τοῦ Ἰσχύοντος Συντάγματος τὸ μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν πρέπει νὰ διδάσκεται ὑποχρεωτικὰ καὶ σύμφωνα μὲ τὶς ἀρχὲς τοῦ ὀρθοδόξου χριστιανικοῦ δόγματος στὰ σχολεῖα καὶ ἐπί «ἱκανόν ἀριθμὸν ὡρῶν διδασκαλίας ἑβδομαδιαίως», β) Ὅσοι μαθηταὶ «δηλώσουν» ὅτι ἔχουν πρόβλημα θρησκευτικῆς συνειδήσεως, διότι εἶναι «ἑτερόδοξοι, ἑτερόθρησκοι ἤ ἄθεοι», δικαιοῦνται νὰ ζητήσουν ἀπαλλαγὴ ἀπό τό μάθημα αὐτὸ χωρὶς αὐτὸ νὰ συνεπάγεται ὁποιαδήποτε δυσμενῆ συνέπεια π.χ. ἀπουσία.
Ἡ ἀπόφαση αὐτὴ ἐνόχλησε τὴν Κυβέρνηση ἡ ὁποία, ἐπειδὴ δὲν ἦταν εὔκολο νὰ τὴν ἀγνοήση, προσεπάθησε νὰ τὴν παρακάμψη ἐμμέσως, προέβη δηλαδὴ διὰ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ Ἐθνικῆς Παιδείας (δὲν εἶχε καταργηθεῖ ἀκόμη τότε τὸ ἐπίθετο «Ἐθνικὴ») εἰς περιορισμὸν τῶν ὡρῶν διδασκαλίας τοῦ μαθήματος εἰς μίαν (1) μόνον ὥραν ἑβδομαδιαίως στὶς τάξεις Β' καὶ Γ Λυκείου.
Ὅπως ἦταν ἑπόμενο, τὸ ζήτημα ἐπανῆλθεν εἰς τὸ ΣτΕ, τὸ ὁποῖον (Στ´ Τμῆμα) ὑπό ηὐξημένη, αὐτὴ τὴν φοράν, σύνθεση καὶ ὑπό τὴν Προεδρίαν καὶ πάλιν τοῦ ὑπογράφοντος τὸ παρὸν ἐξέδωκε τὴν ὑπ᾽ ἀριθμ. 2176/1998 ἀπόφασή του, μὲ τὴν ὁποίαν ἐπανέλαβε τὴν προηγουμένη καὶ προσέθεσεν ὅτι ἡ μία (1) ὥρα διδασκαλίας ἑβδομαδιαίως δὲν ἦταν «ἱκανὸς ἀριθμὸς ὡρῶν διδασκαλίας», ὅπως ρητῶς ἀπαιτοῦσε ἡ προηγουμένη ἀπόφαση αὐτοῦ καὶ ἀκύρωσε τὴν σχετικὴ ὑπουργικὴ ἀπόφαση, ποὺ ὅριζε τὰ ἀντίθετα.
Ἡ κατάσταση ἠρέμησε πρὸς στιγμήν, ἀλλὰ ἡ Κυβέρνηση προσεπάθησε νὰ βρεῖ ἄλλον τρόπο γιὰ νὰ παράκαμψη τὸ ἐμπόδιο, τό ὁποῖον τῆς εἶχε δημιουργήσει τὸ ΣτΕ μὲ τὶς δύο ἀποφάσεις του καὶ ἄρχισε νὰ μετέρχεται ἄλλα μέσα. Εἰδικότερα, μὲ διαφόρους ἐγκυκλίους τοῦ Ὑπουργείου ὑπεχρέωσε τούς Διευθυντάς τῶν σχολείων: α) Νὰ δέχονται αἰτήσεις ἀπαλλαγῆς ἀπό τό μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν καὶ τῶν ὀρθοδόξων μαθητῶν καὶ στὴν προσπάθειά της αὐτὴ εἶχε τὴν πρόθυμη συμπαράσταση τότε τοῦ Συνηγὸρου τοῦ Πολίτη κ. Γ. Καμίνη, ὁ ὁποῖος εἶχε γνωμοδοτήσει ἀναλόγως ἐρχόμενος ἔτσι σὲ ὀξεῖα ἀντίθεση μὲ τὶς ἀποφάσεις τοῦ ΣτΕ. β) Νὰ δέχονται αἰτήσεις ἀπαλλαγῆς χωρὶς «νὰ δηλώνουν» οἱ μαθηταὶ ὅτι δὲν εἶναι ὀρθόδοξοι μὲ τὴν αἰτιολογία ὅτι μία τέτοια δήλωση ἦταν ἀντίθετη πρὸς τὸ Σύνταγμα, αἰτιολογία ἡ ὁποία ἦταν λανθασμένη καὶ ἀντίθετη πρὸς τὶς ὡς ἄνω ἀποφάσεις τοῦ ΣτΕ. Πρὸς τὴν αἰτιολογίαν αὐτὴν συνηγόρησε μὲ ἀπόφασή της καὶ ἡ Ἀρχὴ Προστασίας Προσωπικῶν Δεδομένων ὑπό τὴν Προεδρίαν τοῦ τότε Προέδρου της κ. Γουργουράκη. Διὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ ἀρκετοὶ ὀρθόδοξοι μαθηταὶ ἄρχισαν νὰ ἐκμεταλλεύονται τὴν εὐκαιρίαν γιὰ νὰ ἀπαλλαγοῦν ἀπό τό μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν ἀζημίως. Αἱ ἐγκύκλιοι αὐταί δὲν ἔχουν μέχρι σήμερον ἀνακληθῆ καθ' ὅσον γνωρίζω.
Ἀλλὰ καὶ ἡ λύση αὐτὴ δὲν ἱκανοποιοῦσε τὴν Κυβέρνηση καὶ τοὺς διάφορους μανδαρίνους τοῦ Ὑπουργείου. Καὶ τότε ἄρχισε ἄλλο τροπάριο. Ἐρρίφθη ἡ ἰδέα τῆς «διευρύνσεως» τοῦ μαθήματος γιὰ πληρέστερη μόρφωση τῶν μαθητῶν, ἐρρίφθη δηλαδὴ ἡ ἰδέα τὸ μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν νὰ γίνη «θρησκειολογικὸ» καὶ νὰ διδάσκεται ὄχι μὸνον τὸ ὀρθόδοξο χριστιανικὸ δόγμα, ἀλλὰ ὅλες οἱ θρησκεῖες. Μὲ τὴν πρόταση αὐτή, ποὺ ἦταν ἀντίθετη πρὸς τὶς ὡς ἄνω ἀποφάσεις τοῦ ΣτΕ, ἐπίστεψαν ὅτι θὰ πλήξουν τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία.
Τὸ Ὑπουργεῖο ὅμως δὲν ἐτόλμησενὰ υἱοθετήση τὸ τροπάριο αὐτό, διότι ἀντελήφθη ὅτι οἱ ἀντιδράσεις θὰ ἦσαν μεγάλες καὶ γι᾽ αὐτὸ ἀκολούθησε ἄλλην ὁδό. Ἀπεφάσισε τὴν κατάργηση τοῦ Τμήματος Ποιμαντικῆς, καὶ Κοινωνικῆς Θεολογίας τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, ἀπόφαση ἡ ὁποία εἶναι ἀντισυνταγματικὴ καὶ γι᾽ αὐτὸ ἀντέδρασε ἡ Σύγκλητος τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθη νῶν καὶ ὁ ὑπογράφων τὸ παρόν (βλ. «Ἑστία» τῆς 10-12-2010). Παρὰ τὶς ἀντιδράσεις ὅμως αὐτές, ἡ Κυβέρνηση δὲν ἀνέστειλε τὴν προσπάθειά της αὐτή, ἀντιθέτως δὲ διέγραψε ἀπό το Μηχανογραφικὸ Δελτίο τῶν Πανελληνίων Ἐξετάσεων τοῦ 2011 τὸ ὡς ἄνω πανεπιστημιακὸ Τμῆμα «μὲ τὴν προοπτική τῆς ὁριστικῆς καταργήσεώς του». Καὶ δὲν εἶναι μόνον αὐτό, διότι ἡ Ὑπουργὸς «Δία Βίου Μάθησης» προωθεῖ καὶ πάλι τὸ σχέδιο καταργήσεως τοῦ μαθήματος τῶν Θρησκευτικῶν καὶ ἐπιχειρεῖ τὴν ἀντικατάστασή του ἀπό ἕνα νέο μάθημα ὑπό τὸν τίτλο «Θρησκεία καὶ Κόσμος». Ἐξεδηλώθησαν καὶ πάλι ἀντιδράσεις μὲ ἄρθρον τοῦ ὑπογράφοντος τὸ παρὸν (βλ. «Ἑστία» τῆς 7-4-2011). Μὲ τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο ἐρωτοῦσα τὴν κ. Διαμαντοπούλου: «Γιατί ἐπανέρχεται ἐπὶ τοῦ θέματος; Ποῖος λόγος τὸ ἐπιβάλλει; Ποῖος τὸ ζητεῖ;». Καὶ βεβαίως ἀπάντηση δὲν ἐδόθη, διότι ὅπως προβλέπω, τὸ σχέδιο καταργήσεως τοῦ μαθήματος τῶν Θρησκευτικῶν θὰ προωθηθῆ πρὸς ψήφιση στὴ Βουλή, ἐὰν δὲν ἔχη ἤδη ψηφισθῆ τώρα ποὺ γράφονται αὐτὲς οἱ γραμμές.
Μὲ τὸ σχέδιο καταργήσεως τοῦ μαθήματος τῶν Θρησκευτικῶν, το ὁποῖο προσπαθοῦν νὰ τὸ περάσουν, ὅπως ἐξετέθη, μὲ διαφόρους τρόπους καὶ μεθόδους καὶ τὸ ὁποῖο, πιστεύω, ὅτι ἔχει ἁρμοδίως ἀποφασισθῆ, ὁλοκληρώνεται ἡ προσπάθεια ἀφελληνισμοῦ τοῦ λαοῦ μας, ἡ ὁποία ἔχει ἐκδηλωθῆ παραλλήλως καὶ σὲ ἄλλους τομεῖς (γλῶσσα, ἱστορία, ἀπεριόριστη χορήγηση ὑπηκοότητος σέ ἀλλοδαποὺς μετανάστες κ.λπ.). Τί θὰ κάνουμε; Θὰ μείνουμε ἀπαθεῖς θεαταί; Ἐγώ τουλάχιστον θὰ ἀντιδράσω. Ὄχι βέβαια ὡς «ἀγανακτισμένος» πολίτης τῆς πλατείας Συντάγματος, ἀλλὰ μὲ ἄλλον τρόπον. Ποῖον; Θὰ προσφύγω προσωπικῶς στὴν Δικαιοσύνη, στὸ Συμβούλιο τῆς Ἐπικρατείας καὶ στὸ Δικαστήριο τῶν Δικαιωμάτων τοῦ Ἀνθρώπου, διότι νομιμοποιοῦμαι εἰς τοῦτο ὡς Ἕλληνας πολίτης γενικῶς, ἀλλὰ καὶ ὡς ἔχων εἰδικῶς ἀσχοληθῆ μὲ τὸ ζήτημα. Καὶ πρέπει νὰ ἀντιδράσω καὶ γιὰ ἕναν ἀκόμη λόγο. Διότι ἡ Ἑλλαδικὴ Ἐκκλησία κάνει ὅτι δὲν καταλαβαίνει. Γιατί;
Προτιμῶ νὰ μὴ προχωρήσω.
«Ορθόδοξος Τύπος»8/07/2011

Πρωτοπρ. Βασίλειος Α. Γεωργόπουλος, Ρούνοι. Εισαγομένη νεοειδωλολατρία και αποκρυφισμός


ΡΟΥΝΟΙ
Εἰσαγομένη νεοειδωλολατρία καί ἀποκρυφισμός
Τοῦ Πρωτ. Βασιλείου Ἀ. Γεωργοπούλου, Λέκτορος Θεολογικῆς Σχολῆς Α.Π.Θ
Πρίν ἀρκετά χρόνια ἐκπρόσωπος εὐρωπαϊκῆς παγανιστικῆς ὁμάδας γνωστῆς μέ τό ὄνομα Ὀντινισμός σέ συνέντευξή του σέ ἑλληνικό ἀρχαιολατρικό περιοδικό δήλωνε: «Ὁ Οdin εἶναι ὁ ὕπατος τῶν θεῶν μας. (...) Ὁ θεός τῆς ποίησης, ἀλλά καί τῆς Μαγείας. Σέ αὐτόν ἀποδίδεται ἡ ἐφεύρεση τῶν Ρούνων»1.
Σκοπός τοῦ παρόντος ἄρθρου εἶναι, νά ἐπισημάνει τί εἶναι οἱ Ροῦνοι, καί ποιά εἶναι ἡ σχέση τους μέ τή νεοειδωλολατρία καί τόν ἀποκρυφισμό. Γιά τό λόγο αὐτό εἶναι ἀναγκαῖο νά γίνει μία σύντομη ἱστορική ἀναδρομή, μέ τήν ὁ ποία θά φανεῖ ἡ ἐσωτερική σχέση Ρού νων, νεοειδωλολατρίας καί ἀποκρυφισμοῦ.
Ἡ λέξη «ροῦνοι» ἔχει σχέση καί παράγεται ἀπό τή λεγόμενη ρουνική γραφή, ἡ ὁποία χρησιμοποιήθηκε ἀπό τίς τευτονικές φυλές τῆς βορειοδυτικῆς Εὐρώπης (Γερμανοί, Σουηδοί, Νορβηγοί, Ἄγγλοι κ.ἄ) στά ἀρχαῖα χρόνια. Σύμφωνα μέ ἀρχαῖο γερμανικό εἰδωλολατρικό μῦθο, τούς 16 χαρακτῆρες τοῦ ρουνικοῦ ἀλφάβητου τούς ἀνακάλυψε κατόπιν ἐπώδυνης καί αἱματηρῆς τελετουργίας, ὁ κυριώτερος καί σπουδαιότερος τῶν θεῶν τοῦ ἀρχαίου γερμανικοῦ εἰδωλολατρικοῦ πανθέου ὁ Wodan ἤ Odin ἀναζητώντας τή μυστική σοφία2.
Ὁ λατῖνος ἱστορικός Τάκιτος3 ἀναφέρει, ὅτι στόν ἐν λόγῳ θεό, ὁ ὁποῖος ἦταν θεός καί τῆς μαγείας4, προσφέρονταν καί ἀνθρωποθυσί ες. Δέν εἶναι τυχαῖο λοιπόν τό γεγονός, ὅτι ἡ γνώση τῆς ρουνικῆς γραφῆς περιορίζονταν σέ μία μικρή τάξη εἰδωλολατρῶν ἱερέων ἤ μάγων. Δέν εἶναι τυχαῖο ἐπίσης τό, ὅτι στήν ἀγγλοσαξονική
run σημαίνει μυστικός καί runa μάγος5. Αὐτό ἐπιβεβαιώνεται καί ἀπό τό γεγονός, ὅτι τό μεγαλύτερο μέρος τῶν ρουνικῶν ἐπιγραφῶν, πού ἔχουν διασωθεῖ, ἔχουν μαγικό περιεχόμενο6.
Οἱ ρουνικοί χαρακτῆρες ἔχουν συμβολικό περιεχόμενο καί θεωροῦνται ὅτι ἔχουν μαγικές καί μαντικές ἱκανότητες7. Στό παρελθόν χρησιμοποιήθηκαν σέ πλῆθος ἀποκρυφιστικῶν πρακτικῶν καί χώρων.
Στήν ἀρχαία γερμανική εἰδωλολατρική θρησκεία οἱ γυναῖκες μάντεις, πού μάντευαν μέσω κλήρων, ἀπό τόν χρεμετισμό τῶν ἀλόγων κ.ἄ., ὀνομάζονταν Ἀλροῦνες = Alrunen. Τό ἐνδιαφέρον γιά τούς ρουνικούς χαρακτῆρες θά ἀναβιώσουν στά τέλη τοῦ 19ου καί στίς ἀρχές τοῦ 20οῦ Γερμανοί ἀποκρυφιστές.
Ταυτοχρόνως τό ρουνικό ἀλφάβητο σέ συνδυασμό μέ τήν ἀρχαία εἰδωλολατρική γερμανική θρησκεία θά ἀπαρτίσει τό ἰδεολογικό ὑπόβαθρο πρίν τό 2ο Παγκόσμιο πόλεμο μιᾶς νεοπαγανιστικῆς, ἀντισημιτικῆς καί ἀντιχριστιανικῆς ὁμάδας, γνωστῆς μέ τό ὄνομα Germanenorden= Γερμανικό τάγμα.
Ἱδρυτής τῆς ἐν λόγω ὁμάδας ὑπῆρξε ὁ E. Pohl καί εἶχε ὡς ἕδρα τό Βερολίνο καί ὡς δημοσιογραφικό ὄργανο τό περιοδικό «Die Runen»8.
Ἔχοντας ὑπόψη ἐπίσης, τό ἀντιχριστιανικό μίσος τῶν Ναζί9, τήν προσπάθειά τους νά ἀναβιώσουν τήν ἀρχαία εἰδωλολατρική γερμανική θρησκεία, καί τό γεγονός, ὅτι ὁ κατʼ ἐξοχήν θεωρητικός τῶν ἐθνικοσοσιαλιστῶν, ὁ Αlfred Rosenberg, ἦταν νεοπαγανιστής, ἀντιλαμβανόμαστε, γιατί δύο χαρακτῆρες τοῦ ρουνικοῦ ἀλφάβητου ὑπῆρξαν βασικά σύμβολα τῶν ναζί. Αὐτά ἦταν ἡ σβάστικα καί τό γράμμα (s), πού χρησιμοποιοῦσαν τά Ες–Ες.
Μία ξεχωριστή θέση ἔχουν σήμερα οἱ ρουνικοί χαρακτῆρες στίς σύγχρονες γερμανικές παγανιστικές κινήσεις10. Τή δεκαετία τοῦ 1980 στήν Εὐρώπη καί στίς Η.Π.Α, οἱ χαρακτῆρες – γράμματα τῆς ρουνικῆς γραφῆς ἐπανῆλθαν στό προσκήνιο ὡς μέ σα πρόβλεψης τοῦ μέλλοντος. Μέ ἀρκετό χρόνο καθυστέρησης οἱ Ροῦνοι ἐμφανίστηκαν καί στόν ἑλληνικό χῶρο, ὡς γνήσιο νεοεποχίτικο προϊόν διπλῆς ἐκδοχῆς, νεοπαγανιστικῆς καί ἀποκρυφιστικῆς.
Σημειώσεις
1. Βλ. Δϊιπετές ,τεῦχος 9, Ἰανου άριος 1995, σ. 38.
2. Βλ. Fr. Konig (Hrsg), Christus und die Religionen der Erde. Handbuch der Religiongeschichte, Band 2, 1951, σσ. 287, 289, 302, 338.
3. Στό ἔργο του De moribus Germanorum (98 μ.Χ), ὅπου μᾶς πληροφορεῖ γιά τά ἤθη καί τή θρησκεία τῶν ἀρχαίων γερμανικῶν φυλῶν. Πρβλ. Fr. Konig ( Hrsg), Christus und die Religionen der Erde, ὅπ.π, σσ. 308 – 309.
4. Βλ. Franz Rolf Schoder, Die germanische Religion, στό Die Religionen der Erde. Ihr Wesen und Ihre Geschichte, 19272, σ. 234 .
5. Ὅπ.π., σ. 118.
6. Βλ. Fr. Konig ( Hrsg), Christus und die Religionen der Erde, ὅπ. π., σσ. 302, 310, 338.
7. Βλ. N. Drury, The Dictionary of the Esoteric, 2002, σ. 272 .
8. Βλ. K. Algermissen, Deutschreligiose Bewegung, L.TH.K1, 3, στ. 260.
9. Βλ. Πρωτ .Βασιλείου Α. Γεωργόπουλου, Ἡ θέση τῶν Ναζί ἔναντι τοῦ Χριστοῦ, στήν ΑΛΗΘΕΙΑ, Ἀρ.Φ. 30, Ὀκτώβριος 2002, σ. 10.
10. Βλ. R. Hauth (Hrsg), Kompaktlexikon Religionen, 1998, σ. 299
«Ορθόδοξος Τύπος»1/07/2011

Κυκλοφορεί το φύλλον της 8.7.11 του «Ορθοδόξου Τύπου»


Μερικά ἀπό τά περιεχόμενά του:
Ἡ Ἐκκλησία νά σπάση τήν σιωπήν της ἔναντι τῶν αἱρέσεων καί τῶν σεκτῶν. Ἔκκλησις πρὸς τὴν Ἱ. Σύνοδον, τὰς Ἱ. Μητροπόλεις, τὸν Ἀρχιεπίσκοπον καὶ τὸν Ἱ. Κλῆρον.
Ἰδεολογικόν ἐργαστήριον τῆς «Νέας Ἐποχῆς» ἡ Ἀκαδημία Θεολογικῶν Σπουδῶν τῆς Ἱ. Μ. Δημητριάδος. Ὑπηρετεῖ τόν Συγκρητισμόν καί δι᾽ αὐτό εἴμεθα ἀντίθετοι μέ τά προγράμματά της ὑπογραμμίζει διά ἀνακοινώσεώς της ἡ Ἱ. Μονή Ἁγίας Τριάδος Γατζέας Βόλου.
Αἱ θέσεις τοῦ Σεβ. Ἠλείας κ. Γερμανοῦ διά τήν «Κάρταν τοῦ Πολίτου» καί τόν «666». Νουθεσίαι καί συστάσεις πρός τήν ΔΙΣ, τούς ἀνησυχοῦντας Ἀρχιερεῖς, Ἡγουμένους, Ἱερομονάχους κ.λπ..
Διώρισαν 250 ἱεροδιδασκάλους εἰς τάς μουφτείας τῆς Θράκης διά τήν διδασκαλίαν τοῦ Κορανίου.Κρίσιμα ἐρωτήματα πρός τήν Ὑπουργόν Παιδείας κ. Διαμαντοπούλου ὑπό τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου κ. Πειραιῶς.
Ἐπιστολὴ πρὸς τὸν Ἀρχιεπίσκοπον διὰ τὴν Κάρταν τοῦ Πολίτου ὑπὸ τῆς Μ.Κ.Ο. «Ἑστία Πατερικῶν Μελετῶν».
Καταγγέλλεται ὁ τηλεοπτικός σταθμός ΑΝΤ1 Ἑλλάδος διά ὑπονόμευσιν τοῦ Ἀντικατοχικοῦ Ἀγῶνος τῆς Κύπρου. Καλλιεργεῖται διά τηλεοπτικῆς παραγωγῆς ὁ ἐθισμός εἰς τήν Τουρκικήν Κατοχήν.
Σκοπός τῆς «Κάρτας τοῦ Πολίτου» εἶναι ἡ προετοιμασία μιᾶς παγκόσμιας δικταορίας ἐπισημαίνεται εἰς ψήφισμα πιστῶν τῆς Ἱ. Μητροπόλεως Αἰτωλίας καί Ἀκαρνανίας. Σεβ. Αἰτωλοακαρνανίας: Νά μᾶς ἀφήσουν νά εἴμαστε καί νά μένουμε ἐλεύθεροι, συνειδητοί Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί.
Χωρισμόν Κράτους – Ἐκκλησίας ζητεῖ ὁ ὑπουργός κ. Νικ. Σηφουνάκης.
Οἱ Τοῦρκοι σχεδιάζουν τήν ἵδρυσιν Θεολογικῆς Σχολῆς εἰς τήν Κατεχομένην Κύπρον.
Ὁ Γερμανός ὑπουργός Ἐξωτερικῶν ὑπέρ τῆς ἐπαναλειτουργίας τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τῆς Χάλκης.

Ιερόσυλη κυβέρνηση, μας κάνει «δωρητές» όλους με το έτσι θέλω!


Μιλάμε για την απόλυτη ιεροσυλία, με την ένοχη σιωπή της Εκκλησίας της Ελλάδος και του Αρχιεπισκόπου, ο οποίος είχε «άλλα» ζητήματα να λύσει και γι' αυτό έτρεχε πίσω από τον υπουργό Οικονομικών, Ευάγγελο Βενιζέλο!
Το ΠΑΣΟΚ λοιπόν, υλοποιώντας τις προτεραιότητες που έχει θέσει, βάσει της απαράδεκτης, απάνθρωπης, φωταδιστικής και ορθολογιστικής ατζέντας του, από-ιεροποιεί την ανθρώπινη ζωή. Πέρασε, χωρίς πολλοί να το αντιληφθούν, ο νόμος 3984/2011, ο οποίος καθιερώνει την... «εικαζόμενη συναίνεση» για τη δωρεά ζωτικών οργάνων από τον κάθε πολίτη. Γινόμαστε δηλαδή όλοι δότες, χωρίς να απαιτείται η συναίνεσή μας ή η συναίνεση των συγγενών μας, συναινώντας εμείς δήθεν, στη σκύλευση της σορού μας. Α ναι... Αν δεν το θέλουμε αυτό, πρέπει να καταθέσουμε... δήλωση στον Εθνικό Οργανισμό Μεταμοσχεύσεων!
Να εξηγηθούμε: η δωρεά οργάνων από εμάς ή από τα προσφιλή μας πρόσωπα, είναι δώρο ζωής και θεάρεστη πράξη. Δεν μπορεί να γίνεται κανείς δότης γιατί έτσι θέλει η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ. Η απόφαση αυτή είναι προσωπική. Οι άθεοι κυβερνώντες δεν σέβονται όμως τίποτα. Ας τους πει κάποιος, ένας χριστιανός, ότι το σώμα είναι η κιβωτός της ψυχής...

ΕΠΙ ΤΟΝ ΙΟΡΔΑΝΗΝ ΔΡΑΜΩΜΕΝ!

  « Τήν Βηθλεέμ ἀφέμενοι, τό καινότατον θαῦμα, πρός Ἰορδάνην δράμωμεν, ἐκ ψυχῆς θερμοτάτης, κἀκεῖσε κατοπτεύσωμεν τό φρικτόν Μυστήριον· θεοπ...