Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Πέμπτη, Ιουλίου 28, 2011

Ἐπιστολή πρός κάποιον πού εἶχε μελαγχολήσει

Ἀλεξέγιεβ Ἰωάννης (Πνευματικός τῆς μονῆς Βάλαμο)



20.12.1947

Ἀδίκως στενοχωριέσαι μὲ τή μελαγχολική σου ἐπιστολή• εἴμαστε ἄνθρωποι καὶ οἱ καταστάσεις μας ἀλλάζουν. Καλὸ εἶναι πού γράφεις αὐτά πού σοῦ συμβαίνουν. Αὐτὰ δὲ μὲ στενοχωροῦν, ἀπεναντίας χαίρομαι πού μοῦ τὰ γράφεις ὅλα ἁπλᾶ καὶ χωρὶς νὰ ντρέπεσαι.

Ἡ φαντασία καὶ ἡ μνήμη ἀποτελοῦν μία ἐσωτερικὴ αἴσθηση. Μερικὲς φορὲς τὰ περασμένα ἔρχονται στὸ νοῦ τόσο ζωντανά, ὡς νὰ σὲ σφυροκοποῦν. Τότε χρειάζεται προσευχὴ μὲ συγκεντρωμένη τὴν προσοχὴ καὶ ὑπομονή. Ἡ μνήμη πρέπει νὰ γεμίζει ἀπὸ τὴν ἀνάγνωση τοῦ Ἱεροῦ Εὐαγγελίου καὶ τῶν ἁγίων Πατέρων. Μὲ μιά λέξη: ὁ νοῦς δέν πρέπει νὰ μένει ἀργός. Ἡ μνήμη τῶν περασμένων πραγμάτων πρέπει νὰ ἀντικαθίσταται μὲ ἄλλες σκέψεις, ὁπότε τὰ παλαιὰ σιγά-σιγὰ φεύγουν καὶ μαζὶ μὲ αὐτὰ καὶ ἡ μελαγχολία. Στήν ἴδια καρδιά δὲν μποροῦν νὰ κατοικοῦν δύο κύριοι.

Τὰ ἁμαρτωλὰ πάθη ποτὲ δὲ χορταίνουν. Ὅσο περισσότερο τὰ τρέφεις, τόσο πιὸ πολὺ ἀπαιτοῦν. Εἶναι σὰν τὰ σκυλιά πού ἔχουν συνηθίσει νὰ γλείφουν τὰ κόκκαλα, ὅταν ὅμως ἁρπάξεις ῥάβδο καὶ τὰ διώξεις δὲν πλησιάζουν πιά. Ὁ ἅγιος Ἀπόστολος λέγει: «Βλέπετε οὖν πῶς ἀκριβῶς περιπατεῖτε». Καὶ «τὰ μὲν ὀπίσω ἐπιλανθανόμενος τοῖς δὲ ἔμπροσθεν ἐπεκτεινόμενος κατὰ σκοπὸν διώκω ἐπὶ τὸ βραβεῖον τῆς ἄνω κλήσεως»

Μιὰ γνωστή μου κυρία μοῦ ἔστειλε μιὰ μεγάλη ἐπιστολή πού γράφει, πὼς ἡ εὐχὴ τοῦ Ἰησοῦ ἀρχίζει νὰ ῥιζώνει μέσα της. Τὶ ὡραῖα πού καὶ στόν κόσμο ὑπάρχουν ἄνθρωποι προσευχόμενοι! Ἐκείνη ἔμενε στή Γερμανία, ἀλλά τώρα θὰ ταξιδέψει στή Νότια Ἀμερική. Καλὸ ταξίδι, ὁ Κύριος νὰ εἶναι βοηθὸς της.

Λοιπόν, παιδί μου, ἂς ἀρχίσουμε καὶ ἐμεῖς, κατὰ τὸ παράδειγμα αὐτῆς τῆς γυναίκας, νὰ ἀσκοῦμε πιὸ δυναμικὰ αὐτὴν τή μικρή προσευχή. Εἴθε ὁ Κύριος νὰ μᾶς βοηθᾶ! Σύ ἤδη συνήθισες τὴν ἐργασία σου, ὥστε νὰ μὴ χρειάζεται νὰ τή σκέπτεσαι. Γέμιζε λοιπὸν τὸ νοῦ σου μὲ προσευχὴ καὶ θεϊκὲς θεωρίες. Τώρα εἶναι ἡ κατάλληλη ὥρα, βάλε ἀρχή. Ἡ ζωὴ χωρὶς προσευχή, εἶναι γεμάτη ἀπό θλίψεις, ἐνῶ μὲ τὴν προσευχὴ - μάλιστα ὅταν αὐτὴ γίνεται συνήθεια - ἡ καρδιά ἀγάλλεται καὶ εἰρηνεύει· τὶ μακαρία καταστάση! Κάποιες φορὲς οἱ προσευχόμενοι προγεύονται τή μέλλουσα μακαριότητα ἤδη ἐδῶ πάνω στή γῆ.

Τὸ ἐγώ, πανάθεμά το

Βαρνάβας Λαμπρόπουλος (Ἀρχιμανδρίτης)



Ὅταν – νεαρός - ὁ Καζαντζάκης ἐπισκέφθηκε τό ἅγιον Ὄρος, ρώτησε ἕνα γέ­ρον­τα: «Πάτερ, γιατί, στό τέλος, νά μή σωθῆ ... καί ὁ διάβολος;»

Καί ὁ γέροντας Μα­κάριος – κατά τήν περιγραφή τοῦ Καζαντζάκη – τοῦ ἀ­πάν­τησε:

- Πρόσεξε νεαρέ, γιατί τό ‘ἐγώ’ θά σέ φάει. Ὁ ἑωσφόρος, πού ἐσύ ὑπερα­σπίζεσαι καί θέλεις νά τόν σώσεις, ξέρεις πότε γκρεμίστηκε στήν κόλαση; Ὄταν στρά­φηκε στόν Θεό καί Τοῦ εἶπε: ‘Ἐγώ’! Ναί, ναί, ἄκου καί βάλ’το καλά στόν νοῦ σου. Ἕνα μονάχα πράμα κο­λά­ζε­ται στήν κόλαση: τό ‘ἐγώ’. Τό ‘ἐγώ’, πανάθεμά το!»

»Καί τότε ἐγώ (συνεχίζει ὁ Καζαντζάκης) τίναξα τό κεφάλι πει­σμωμένος καί τοῦ ἀντιμίλησα:

- Μή τό κα­κο­λογᾶς, πά­τερ Μακάριε, τό ‘ἐγώ’. Μέ τό ‘ἐγώ’ αὐτό ξεχώρισε ὁ ἄνθρωπος ἀπό τό ζῶο.

- Ὄχι, νεαρέ μου. Μέ τό ‘ἐγώ’ αὐτό, χωρίστηκε ὁ ἄνθρωπος ἀπό τόν Θεό, διόρ­θω­σε ὁ πατήρ Μα­κά­ριος.

Καί ὁ Καζαντζάκης καταλήγει ὁμολογώντας: «Ἔφυγα λέγοντας μέ τό μυαλό μου: ‘Ἔχεις καιρό νά βρῆς τόν Θεό!’ Ἐξ ἄλλου μέσα μου δέν εἶχε ξεθωριάσει ἡ λάμψη ... τοῦ Ἑωσφόρου!...». (Ἀφιέρωμα στό Ἅγιον Ὄρος, περιοδικό ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, 1963).

Θλίβεται κανείς νά βλέπει ἕναν - ὑποτίθεται – ‘πνευματικό’ ἄνθρωπο, νά μήν μπορεῖ νά καταλάβει ὅτι ἡ ἄρνηση τοῦ Θεοῦ καί ἡ ὀλέθρια συμπάθειά του γιά τόν Ἀρχι­διά­βο­λο προερχόταν ἀπό τόν ... ἑωσφορικό ἐγωϊσμό του.
 

* * *
 
Διαμετρικά ἀντίθετη ἦταν ἠ πορεία, πού ἀκολούθησε ἕνας παγκόσμια γνω­στός ἐπιστήμονας, ὁ ἀμερικανός γενετιστής, βιολόγος καί γιατρός Francis Collins, διευθυντής τοῦ Σχε­δίου Ἀνθρωπίνου Γονι­διώ­μα­τος, ὁ ὁποῖος τό 2000 παρουσίασε ἀπό τόν Λευκό Οἶκο δίπλα στόν ἀμερικανό πρόεδρο τήν ἀποκρυπτογράφηση τοῦ DNA.

Ξεκίνησε ἀπό ‘ἀγνωστικιστής’. Δηλαδή, στήν ἀρχή ὑποστήριζε, ὅτι ‘δέν ξέ­ρω ἄν ὑπάρχει Θεός’. Ἐξ αἰτίας τῆς τεράστιας μόρφωσής του (σίγουρα μεγαλύτερης ἀπό τοῦ Καζαντζάκη) εἶχε κάθε λόγο νά ἔχει κι αὐτός ... ‘καβαλήσει τό καλάμι’ καί νά ἐμπιστεύεται ὑπερβολικά τό μυαλό του· μέ δυό λόγια νά ὑπερεκτιμάει κι αὐτός τό ‘ἐγώ’ του.

Ὅμως. Παρακινημένος ἀπό τήν ΖΩΝΤΑΝΗ ΠΙΣΤΗ μιᾶς ἀγράμ­μα­της για­γιᾶς, καρκινοπαθοῦς σέ τελικό στάδιο, ἄρχισε νά ψάχνει ΜΕ ΕΙΛΙΚΡΙΝΕΙΑ γιά τόν Θεό. Ἄρχισε νά βάζει κάποια ἐρω­τη­μα­τικά στήν δῆθεν παντοδυναμία καί στήν πανσοφία τοῦ ‘ἐγώ’ του. Καί ἔτσι ἄρχισε νά ἀνοίγει παράθυρα στό Φῶς τοῦ Θεοῦ. Ὁ ἴδιος ἐξομολογεῖται:

«Ὅσο περισσότερο καταλάβαινα τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ, καί ὅσο περισσότερο μέ φώ­τι­ζε τό λαμπερό Φῶς Του, τόσο πιό σκοτεινές μοῦ φαί­νονταν οἱ δικές μου σκέψεις καί πράξεις!

»Ποτέ πρίν δέν εἶχα σκεφθῆ νά χαρακτηρίσω τόν ἑαυτό μου ‘ἁμαρτωλό’. Πάν­­τα ... κρατοῦσα ἀποστάσεις ἀπό αὐτήν τήν ‘παλιομοδίτικη’ λέξη. Τώρα ὅμως κα­ταλάβαινα πώς μοῦ ταίριαζε ἀπόλυτα!

»Κατάλαβα, ἐπί τέλους, ὅτι ἡ ἐπιθυμία μου νά πλησιάσω τόν Θεό ἐμποδιζόταν ἀπό τήν ὑπερηφάνειά μου. Ἡ σωστή πίστη στόν Θεό ἀπαιτοῦσε ΝΑ ΣΒΗΣΕΙ O ΕΓΩΙΣΜΟΣ ΜΟΥ».
 

* * *
 
Μακάριος ὁ ἄνθρωπος, πού - ὅπως ὁ Collins - ἔχει τήν παλληκαριά νά ἀφήνει ἐλεύθερα τό Φῶς τοῦ Θεοῦ νά τοῦ ἀποκαλύπτει τά δικά του χάλια.

Καί τρισμακάριος ὁ ἄνθρωπος, πού παίρνει τήν ἀπόφαση νά διορθώσει τά χάλια του σβήνοντας τόν ἐγωϊσμό του καί ὑπακούοντας ΕΛΕΥΘΕΡΑ στόν Θεό.

Αὐτός ὁ ἀληθινά ἀνοιχτομάτης ἄνθρωπος ἔχει καταλάβει, ὅτι τό σβήσιμο τοῦ ἐγωϊσμοῦ του χάριν τῆς ὑπακοῆς στόν Θεό

δέν καταργεῖ τήν προσωπικότητά του ἀλλά τήν έξυψώνει·

δέν τόν ὑποδουλώνει ἀλλά τόν ἐλευθερώνει·

δέν τόν νεκρώνει ἀλλά τόν ζωοποιεῖ.

Νέα παιδικὴ σειρά: Οἱ ἀσυρματιστὲς τοῦ Θεοῦ !!!!

Οἱ ἐκδόσεις ΑΘΩΣ/ΠΑΙΔΙΚΑ ἐγκαινιάζουν τὴ νέα σειρὰ “Οἱ ἀσυρματιστὲς τοῦ Θεοῦ”. Ὁ τίτλος τῆς σειρᾶς αὐτῆς εἶναι ἐμπνευσμένος ἀπὸ τὸν μακαριστὸ Γέροντά μας Παΐσιο, ὁ ὁποῖος ἔτσι ἀποκαλοῦσε τοὺς μοναχούς, γιατὶ στέλνουν μὲ τὴν προσευχή τους τὰ μηνύματα τῶν ἀνθρώπων στὸν Θεό, ἀλλὰ μεταφέρουν καὶ τὰ μηνύματα τοῦ Θεοῦ στοὺς ἀνθρώπους.
Τὸ πρῶτο βιβλίο τῆς σειρᾶς, τὸ ὁποῖοπρολογίζει ὁ μητροπολίτης Λεμεσοῦ κύριος Ἀθανάσιος, εἶναι ἀφιερωμένο στὸν μεγάλο ἀσκητὴ τῶν ἡμερῶν μας, τὸνΓέροντα Ἰωσὴφ τὸν Ἡσυχαστή, και αποτελεί προϊόν συνεργασίας των Εκδόσεων ΑΘΩΣ/ΠΑΙΔΙΚΑ και της Ἱ. Μ. Τιμίου Προδρόμου Μέσα Ποταμοῦ. Ὁ νεαρὸς Φραγκίσκος, μετέπειτα Γέροντας Ἰωσήφ, εἶχε σχεδὸν πραγματοποιήσει τὸ ὄνειρό του νὰ γίνει ἕνας πλούσιος ἔμπορος, ὅταν ξαφνικὰ τὸν ἐπισκέφθηκε στὸν ὕπνο του ὁ ἴδιος ὁ Χριστός. Τότε τὰ ἄφησε ὅλα καὶ ἔτρεξε στὸ Ἅγιον Ὄρος, ὅπου ἔγινε μοναχός. Ἐκεῖ ἔζησε γεγονότα οὐράνια: κοινώνησε ἀπὸ χέρι ἀγγέλου, τὸν καταφίλησε ἡ Παναγία· ἀκόμη, τὸ θεῖο Βρέφος, ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, τὸν χάϊδεψε στὸ πρόσωπο. Ἀξίζει ἐπίσης νὰ σημειώσουμε ὅτι τὸ βιβλίο εἰσάγει τὰ παιδιὰ στὴ νοερὰ προσευχὴ μ’ ἕναν ἁπλὸ καὶ τρυφερὸ τρόπο.
Γιὰ αὐτὰ τὰ θαυμαστὰ γεγονότα ἀλλὰ καὶ γιὰ ὁλόκληρο τὸν συναρπαστικὸ βίο του θὰ διαβάσουν οἱ μικροὶ ἀναγνῶστες ἀπολαμβάνοντας παράλληλα τὴν πλούσια εἰκονογράφηση τοῦ κειμένου, τὴν ὁποία ἐπιμελήθηκε ἡ Ἀδελαΐδα-Σέιλα Κωνσταντίνου. Στὴν ἔκδοση παρατίθενται δύο ἀποσπάσματα ἀπὸ ποιήματα τοῦ Γέροντα, καθὼς καὶ μία σειρὰ ἀπό… φαιδρά, ἀλλὰ διδακτικὰ στιγμιότυπα ἀπὸ τὴν ζωή του.
Τὴν ἀφηγηματικὴ βιογραφία τοῦ Γέροντα ἔγραψαν οἱ πατέρες τῆς Ἱ. Μ. Τιμίου Προδρόμου Μέσα Ποταμοῦ, ἡ συνοδεία τῆς ὁποίας τελεῖ ὑπὸ τὴν πνευματικὴ πατρότητα τοῦ Μητροπολίτου Λεμεσοῦ, ὁ ὁποῖος μὲ τὴ σειρά του ἔζησε ὡς ὑποτακτικὸς τοῦ Γέροντος Ἰωσὴφ Βατοπαιδινοῦ, ποὺ ἦταν ἕνας ἀπὸ τοὺς μοναχοὺς τῆς συνοδείας τοῦ Γέροντος Ἰωσὴφ τοῦ Ἡσυχαστῆ. Τὸ βιβλίο συνοδεύεται ἀπὸ ἕναν προσεκτικὰ ἐπιμελημένο ψηφιακὸ δίσκο, ποὺ δημιουργήθηκε μὲ τὴν συμμετοχὴ τῶν μαθητῶν τοῦ Μουσικοῦ Λυκείου Λεμεσοῦ “Μάριος Τόκας”.
πηγή: romfea.gr

Άγιο Όρος: Αποτελέσματα απογραφής πληθυσμού 2011

00.jpg

Η Ελληνική Στατιστική Αρχή διενήργησε την Απογραφή Πληθυσμού – Κατοικιών 2011 κατά το χρονικό διάστημα από 10 έως και 24 Μαΐου 2011 και χθες ανακοίνωσε τα προσωρινά αποτελέσματα που αφορούν στο Μόνιμο Πληθυσμό της Χώρας, σύμφωνα με τα οποία στο Άγιο Όρος απογράφηκαν:

Σύνολο: 1.830
Άρρενες: 1.830
Θήλεις: 0
Πυκνότητα πληθυσμού ανά τετρ. χιλιόμετρο: 5,45


Οι δυο προηγούμενες απογραφές:
2001: 2.262
1991: 1.536

Τετάρτη, Ιουλίου 27, 2011

Τεκμήρια βαρύτατης ἐνοχῆς


 


     Ὁ Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Ἄνθιμος, λαλίστατος καί ὀργίλος, ὅταν σηκώνει λάβαρο μάχης, ἐνάντια στά ἄνομα καί παράνομα, πού συμβαίνουν ἐκτός τοῦ χώρου τῆς ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας, μεταμορφώνεται καί μεταλλάσσεται σέ σκυθρωπό καί ἄφωνο ἐπισκέπτη μουσειακοῦ ἤ νεκρικοῦ χώρου, ὅταν τά σκάνδαλα τῶν ἐκκλησιαστικῶν πριγκίπων βεβηλώνουν καί μολύνουν τό ἱερό Θυσιαστήριο καί καταβρωμίζουν τήν κοινωνική ἀτμόσφαιρα. Ἐσχάτως, ξεπερνώντας τό διπολικό σχῆμα τῆς διαφημιστικῆς κραυγῆς καί τῆς ὑπολογισμένης σιωπῆς, ἅπλωσε τό ὠμοφόριό του στούς ἀνοιχτούς γεωπολιτικούς ὁρίζοντες καί ἐπιχείρησε νά διατυπώσει ἄποψη γιά θέματα καί γιά συμπεριφορές, πού δέν προσφέρονται γιά λαϊκισμούς καί γιά αὐτοδιαφήμιση. Ἄφησε κατά μέρος τή δυσλειτουργία τοῦ πατροπαράδοτου Συνοδικοῦ σχήματος τῆς Ἐκκλησίας μας. Προσπέρασε σιωπηλά καί τήν κοινωνική καί οἰκονομική κρίση, πού βασανίζει τό λαό μας. Καί ἐμφανίστηκε, θαρρετός καί μαχητικός, γιά νά καλύψει τίς ἐξευτελιστικές πομπές τοῦ πρώην Γενικοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Διεθνοῦς Νομισματικοῦ Ταμείου Ντομινίκ Στρός Κάν. Λάβρος ἐπιτέθηκε καί ἐνοχοποίησε τούς Ἀμεριακανούς Δικαστές, πού κατά τή διαδικασία τῆς προανάκρισης θεώρησαν ὑποχρέωσή τους νά διατάξουν τήν κράτηση-ἔστω καί ἐκτός φυλακῆς-τοῦ κατηγορούμενου. Καί κατακεραύνωσε τούς ἐκπροσώπους τοῦ διεθνοῦς μηχανισμοῦ πληροφόρησης, ἐπειδή διατυμπάνισαν τήν ἀδιαντροπιά καί τά ὄργια τοῦ ἐκπεσόντος μέλους τῆς ὑψηλῆς ἡγετικῆς λέσχης.
     Κατά τή Θεία Λειτουργία τῆς Κυριακῆς τῆς Σαμαρείτιδος, ὁ κύριος Ἄνθιμος πρόβαλε στήν Ὡραία Πύλη τοῦ Ἱεροῦ Θυσιαστηρίου καί, ἀντί γιά κήρυγμα διδαχῆς καί ἐξαγιασμοῦ, ἄρχισε ἕνα ὀξύ, καταγγελτικό λόγο. Ὑποστήριξε ἐπίμονα, πώς ὁ ἔνοχος γιά βαρύτατες ἠθικές ἐκτροπές μαέστρος τῆς παγκόσμιας οἰκονομίας, ἄν καί αὐτοδιασύρθηκε σέ οἰκουμενικό forum, ἄν καί οἱ πομπές του ξετυλίχτηκαν, ἀποκρουστικές καί πνικτικές, κατά τήν προδικασία τοῦ φακέλλου τῶν ἀνακρίσεων, ἐξακολουθεῖ νά διατηρεῖ, ἄθικτο καί πανίσχυρο, τό «τεκμήριο τῆς ἀθωότητας». Ὅλοι εἶναι ὑποχρεωμένοι νά σεβαστοῦν αὐτό τό τεκμήριο. Καί κανένας-μά κανένας-δέν ἔχει τό δικαίωμα νά ἀποτολμήσει τόν περαιτέρω διασυρμό του, φέροντας στή δημοσιότητα ἀποκαλυπτικά στοιχεῖα, πού κυκλοφόρησαν στή δικαστική αἴθουσα καί πέρασαν-ἄσχετο μέ ποιό τρόπο καί μέ ποιά πρόθεση-στούς κράχτες τῆς ἐνημέρωσης.
     Μεταφέρω, αὐτούσιο, τό κομμάτι τῆς ὁμιλίας του, πού τήν ἐκφώνησε μπροστά στό Πανάγιο Θυσιαστήριο καί σέ ὥρα, πού προσφερόταν ἡ ἀναίμακτη Ἱερουργία.
     «...Ὀφείλουμε νά δείχνουμε σεβασμό σέ κάθε ἄνθρωπο, μέχρι νά ἀποδειχθεῖ ἡ ἐνοχή του καί νά ἐπιβληθοῦν οἱ ποινές πού προβλέπει ὁ νόμος καί ὄχι ἐκεῖνες πού θέλουμε νά ἐπιβάλουμε ἐμεῖς. Ἐξετάζω τήν εἰκόνα ἡ ὁποία καταρράκωσε τά εὐρωπαϊκά καί τά παγκόσμια ἀξιώματα μέσα στά μάτια ὅλων τῶν λαῶν καί αὐτό εἶναι ἧττα τῆς συγχρόνου κοινωνίας... Τόν κρατοῦν μέ τίς χειροπέδες, τοῦ πέφτει τό μισό σακάκι καί κυκλοφορεῖ ὅπως οἱ μεθυσμένοι στό δρόμο. Γιά νά τόν πᾶν ποῦ; Νά τόν κρίνει μιά γυναίκα τί θά γίνει καί τόν στέλνει στή βαριά φυλακή... Αὐτό εἶναι ἐξόντωση τῆς ἀνθρώπινης προσωπικότητας».
     Καί συμπληρώνει ὁ συντάκτης τῆς ἱστοσελίδας, πού ἔφερε σέ πανελλαδική ἀνάρτηση τόν εὐτελισμό τοῦ κηρυκτικοῦ λόγου καί τή βεβήλωση τοῦ Ἱεροῦ Θυσιαστηρίου: «Αὐτά εἶπε ὁ Μητροπολίτης Ἄνθιμος καί ἀναφέρθηκε στή στάση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὅπως περιγράφεται στό Εὐαγγέλιο τοῦ Ἰωάννη, ὅταν οἱ Γραμματεῖς, οἱ Φαρισαῖοι καί τό φανατισμένο πλῆθος θέλησε νά τιμωρήσει διά λιθοβολισμοῦ μιά γυναίκα πού κατηγορούνταν γιά μοιχεία».
    


***

     Κρατεῖστε στό ἀρχεῖο τῆς μνήμης σας αὐτή τή Θεολογική καί τή Νομική θεμελίωση τοῦ τεκμηρίου τῆς ἀθωότητας, ὅπως τήν ὕφανε ὁ Μητροπολίτης τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας μας Ἄνθιμος, γιά νά ἐπενδύσει, φιλικά καί σωστικά, τό «φημισμένο» σκανδαλοποιό κύριο Ντομινίκ Στρός Κάν. Καί προσφέρετε λίγη προσοχή, (θά σᾶς συνιστοῦσα καί λίγη περιέργεια) γιά νά ἀναδιφήσουμε μαζί κάποιες ἄλλες πρωτοβουλίες τοῦ ἴδιου Μητροπολίτη καί κάποιες ἄλλες δυναμικές κινήσεις του, πού βρίσκονται καταχωρισμένες, ἀλλά καταχωνιασμένες, στό προσωπικό ἡμερολόγιο τοῦ κ. Ἄνθιμου καί πού ἀποτυπώνουν τό ἀρχιερατικό του ἦθος, τό σεβασμό του-ἤ τήν περιφρόνησή του στό θεσπισμένο μέ Νόμο «τεκμήριο τῆς ἀθωότητας» καί-κάτι πλέον-τήν ἀμετακλήτως χρεωστική ὑποχρέωση ἀναγνώρισης τοῦ ἤθους καί τοῦ κύρους τῶν-κατά καιρούς-ἀναδειχθέντων λειτουργῶν τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας μας καί ἀποφυγῆς πράξεων περιφρόνησης ἤ καταπλήγωσης τῆς χαρισματικῆς προσωπικότητάς τους.
     Γνωστό ἀπ᾿ ἄκρη σέ ἄκρη τῆς ἑλληνικῆς πατρίδας, ὅτι κατά τό ἔτος 1974 καί λίγο πρίν ἀπό τή μεταπολίτευση, ἡ ἔξαλλη ἐκκλησιαστική διοίκηση, ποδοπατώντας ἀσύστολα τούς Ἱερούς Κανόνες καί σέ συνεργασία μέ τή δικτατορία τοῦ Ἰωαννίδη, καταδίκασαν στήν ἔσχατη ποινή, στή στέρηση τῶν ποιμαντικῶν τους ἁρμοδιοτήτων καί ἀπομάκρυναν ἀπό τούς ἀρχιερατικούς τους θρόνους δώδεκα Μητροπολίτες. Δέ δρομολόγησαν διαδικασία ἀνακρίσεων, γιά νά ἐξακριβώσουν, ἄν ἦταν ἔνοχοι ἤ ὄχι. Δέν τούς κάλεσαν νά ἀπολογηθοῦν, μιά καί δέν εἶχαν μπροστά τους πιστοποιημένο κατηγορητήριο. Δέν κατάθεσαν φάκελλο ἐπιβαρυντικό, συμπληρωμένο καί ἠλεγμένο, στό ἁρμόδιο γιά τούς Ἀρχιερεῖς Ἐκκλησιαστικό Δικαστήριο. Ὅλες αὐτές τίς διαδικασίες, πού τίς ἐπιβάλλουν οἱ Ἱεροί Κανόνες καί οἱ Νόμοι τῆς ἑλληνικῆς ἐπικράτειας, τίς περιφρόνησαν μέ προκλητικότητα. Καί, μέ μιά ἀπόφαση τοῦ ποδαριοῦ, τούς ἐξόρισαν.
     Ἀμέσως μετά, βιαστικά καί σπασμωδικά, ἄρχισε ἡ ἔνοχη Συνοδική παρέα νά παράγει Μητροπολίτες, γιά νά γεμίσει τά κενά καί γιά νά παρουσιάσει «τετελεσμένη καί ἀδιαμφισβήτητη» τήν καινούργια κατάσταση.
     Χρέος μου νά ἀποκαλύψω, ὅτι κατά τίς μέρες ἐκεῖνες τῆς θυελλώδους ἀνατροπῆς καί τῆς Κανονικότητας τῆς Ἐκκλησίας καί τῆς Νομιμότητας τοῦ «ἐν καταρρεύσει» δυναστικοῦ πολιτεύματος, ὁ κύριος Ἄνθιμος (ἀρχιμανδρίτης τότε) μέ ἐτίμησε μέ τήν ἐπίσκεψή του καί, ἀφοῦ μοῦ διεκτραγώδησε τίς ἴντριγκες καί τά παζάρια, μέ ὕφος βαρύ πρόσθεσε: «Σ᾿ αὐτό τό κλίμα, πού βρισκόμαστε σήμερα, ἄν τύχη καί μοῦ προτείνουν τήν προαγωγή μου σέ Μητροπολίτη, θά τό σκεφτῶ πολύ ἄν πρέπει νά τό δεχτῶ».
     Δέχτηκα τήν ἐπιφύλαξή του αὐτή, ὡς ἄρωμα εὐαίσθητης συνείδησης καί δήλωσα συμπαραστάτης του.
     Ἀτυχῶς, τό ἄρωμα, πολύ σύντομα, λειτούργησε ὡς ἀναθυμίαση χωματερῆς προδωμένων ὀνείρων.
    

***

     Ἕνας ἀπό τούς δώδεκα Μητροπολίτες, πού καταδικάστηκαν δίχως νά ἀπολογηθοῦν καί δίχως νά δικαστοῦν, ἦταν ὁ ἡρωϊκός καί σεβάσμιος Μητροπολίτης Ἀλεξανδρουπόλεως Κωνστάντιος. Ξεχωριστή φυσιογνωμία. Ὄχι μόνο ἀποδεκτή, ἀλλά καί θρονιασμένη στίς καρδιές τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ πληρώματος ὅλης τῆς ἀνατολικῆς Μακεδονίας. Σ᾿ ὅποια πυκνοκατοικημένη περιοχή καί σ᾿ ὅποια ἄκρη ἔκανες ἀναφορά στό πρόσωπό του ἄκουγες πρόσθετες εὐλαβικές ἐκτιμήσεις τῆς ἁγιοσύνης του καί δεχόσουνα ἕνα νέο κύμα εὐωδίας σεβαστικῶν θυμιαμάτων.
     Δεκαετίες ὁλόκληρες ὁ ἀκάματος λειτουργός Κωνστάντιος Χρόνης διακόνησε ὡς ἱεροκήρυκας στήν Ἱερή Μητρόπολη Φιλίππων καί Νεαπόλεως (Καβάλας). Κήρυξε τόν Εὐαγγελικό λόγο. Καί ποίμανε μέ ἀγάπη καί μέ εὐαισθησία τό ὥριμο σέ ἡλικία πλήρωμα καί τίς στρατιές τῆς νεότητας.
     Ὅταν οἱ Γερμανοί κατακτητές κατέλυσαν τήν παραμεθόρια ἄμυνα καί ὅρμησαν στήν καταματωμένη πατρίδα μας, παράδωσαν τή φρούρηση καί τή διοίκηση τῆς ἀνατολικῆς Μακεδονίας στούς Βούλγαρους. Καί αὐτοί, σκληροί κατακτητές καί νοσταλγοί μιᾶς ἐπέκτασής τους στό Αἰγαῖο, ἄρχισαν νά ὑλοποιοῦν τούς σχεδιασμούς τους. Ἔβαλαν, ὡς μητρική γλώσσα, στά σχολειά μας τή Βουλγάρικη, ἔφεραν Βούλγαρους παπάδες νά ἱερουργοῦν στίς Ἐκκλησίες μας καί νά προσαρμόζουν τό λαό μας στό δικό τους τυπικό. Ἔκαναν κάθε κίνησή τους καί κάθε σχεδιασμό τους, ὡς κατακυρωμένοι κατακτητές, δίχως νά περνάει ἀπό τό μυαλό τους ἕνας ἐνδεχόμενος κίνδυνος ἀνατροπῆς τους.
     Τόν ἱεροκήρυκα Κωνστάντιο Χρόνη, πού τόν ἔβλεπαν νά κινεῖται μέ τόλμη σ᾿ ὅλη τήν ἔκταση τῆς ἀνατολικῆς Μακεδονίας, τόν κήρυξαν ἀνεπιθύμητο καί τόν ἔβγαλαν βίαια ἔξω ἀπό τά ὅρια τῆς δικῆς τους ἐπιτήρησης.
     Διωγμένος, ἀλλά ἀκούραστος, κατέβηκε στή Μητρόπολη Καλαβρύτων καί Αἰγιαλείας καί συνέχισε τή θυσιαστική προσφορά του. Ἡ σκοτεινιά καί ὁ τρόμος τῆς Γερμανοϊταλικῆς κατοχῆς εἶχαν διεγείρει ἰσχυρές, μυστικές, ἀντιστάσεις, πού προκαλοῦσαν ἐμπόδια στίς διακινήσεις τοῦ κατακτητή, ἀλλά καί πλήρωναν μέ τό αἷμα τους τόν κάθε σχεδιασμό σαμποτάζ, πού κατόρθωναν νά ἐνεργοποιήσουν.
     Σέ πρώτη φάση, τό ἀντάρτικο κίνημα τῆς περιοχῆς τῶν Καλαβρύτων, πού λειτουργοῦσε ὑπό τήν ἁρχηγία τοῦ Ἄρη Βελουχιώτη, πῆρε τήν ἀπόφαση νά ἀνατινάξει τίς γραμμές τοῦ ὀδοντωτοῦ σιδηροδρόμου, πού ἦταν ἡ μοναδική δυνατότητα διασύνδεσης τῆς ὀρεινῆς περιοχῆς τῶν Καλαβρύτων μέ τίς παράλιες πόλεις. Μέ τήν ἀνατίναξη αὐτή θά ἔβαζαν σέ μεγάλο κίνδυνο τά φυλάκια τῶν κατακτητῶν, ἀλλά-παράλληλα-θά ἔκλειναν τή γραμμή ἐπισιτιστικοῦ ἐφοδιασμοῦ γιά τούς κατοίκους τῶν Καλαβρύτων.
     Ὁ ἡρωϊκός ἱεροκήρυκας Κωνστάντιος, ἀνάλαβε νά μεσολαβήσει, γιά τήν ἐπίλυση τοῦ προβλήματος. Δυό ὁλόκληρα μερόνυχτα πεζοπόρησε στά βράχια τοῦ Χελμοῦ καί ἔφτασε στό κρυσφύγετο τοῦ ἀρχηγοῦ Βελουχιώτη. Τόν ἐνημέρωσε καί τόν ἱκέτεψε «Ἀρχηγέ μου, αὐτό τό τρένο,πού σκαρφαλώνει στά Καλάβρυτα, δέν εἶναι συρμός μεγάλος. Ἕνα καί μόνο μικρό βαγονάκι μεταφέρει λίγους ἐπιβάτες καί κάμποσα σακιά ἀλεύρι ἤ μερικά ἄλλα τρόφιμα. Ἄν καταστραφεῖ τό δίκτυο, οἱ ἄνθρωποι θά πεθάνουν ἀπό τήν πεῖνα.
     Ὁ ἀρχηγός Βελουχιώτης στάθηκε σκεφτικός. Κάλεσε τούς δικούς του καί πῆρε πληροφορίες. Καί, ὅταν αὐτοί ἐπαλήθευσαν, ὅτι τό τρενάκι ἦταν μικρό καί ὅτι δέν ὑπῆρχε ἄλλος τρόπος νά φτάσουν τρόφιμα στήν πόλη τῶν Καλαβρύτων καί στά γύρω χωριά, ἔδωσε διαταγή νά μήν ἀνατιναχτεῖ ἡ ὀδοντωτή σιδηροδρομική γραμμή.
     Οἱ γραμμές τοῦ μικροῦ τρένου ἔμειναν ἄθικτες καί τό βαγονάκι ἐξακολούθηκε νά ἐξυπηρετεῖ καί τούς κατακτητές καί τούς δουλωμένους Ἕλληνες. Ἀλλά ἡ φωτιά τῆς μυστικῆς πολεμικῆς ἀντιπαράθεσης δέν ἔσβησε. Οἱ Καλαβρυτινοί, ἀπόγονοι ἐκείνων, πού, τό 21 σήκωσαν τό λάβαρο τῆς ἐπανάστασης, ἐξακολούθησαν νά πλέκουν ἁλυσίδες διολιοφθορῶν καί νά φέρνουν σέ δύσκολη θέση τούς κατακτητές. Καί οἱ κατακτητές, χειριστές καί ἐκφραστές τῆς ἔσχατης βαρβαρότητας, πῆραν τήν ἀπόφαση νά κάψουν τήν πόλη τῶν Καλαβρύτων καί νά σκοτώσουν ὅλους τούς ἄντρες, ἀπό δεκατεσσάρων χρόνων καί πάνω.
     Τό τί ἔγινε, δέν περιγράφεται. Σέ μηδενικό χρόνο ἡ ἱστορική πόλη κατάντησε ἐρείπιο. Καί τό κάθε σπίτι, μιά ἑστία ἀφόρητου πένθους. Τά ἀποσπάσματα τῶν κατακτητῶν συγκέντρωσαν, σά νά ἦταν κοπάδια ἄγριων ζώων, τούς Καλαβρυτινούς καί τούς θανάτωσαν. Δέ διερεύνησαν ἄν ἦταν ἔνοχοι γιά ὁποιαδήποτε ἐγκληματική πράξη. Δέν τούς ἔστησαν στό ἑδώλιο τοῦ κατηγορούμενου. Μέ μιά ἄγρια ἐπίθεση, σκόρπισαν τό θάνατο. Ἄφησαν χῆρες τίς μάνες καί ὀρφανά τά ἀνώριμα παιδιά.
     Ὁ ἱεροκήρυκας Κωνστάντιος Χρόνης, ἡ ἀκοίμητη αὐτή λαμπάδα τῆς ἀγάπης καί τῆς θυσίας, στάθηκε, ἀδελφός καί πατέρας γιά τίς ὀρφανεμένες οἰκογένειες καί μεταφορέας τῆς θείας συμπαράστασης καί εὐλογίας στήν κατακαμένη πολιτεία.
    

***

     Εἰκοσιτρία ὁλόκληρα χρόνια μετά τήν ἐφιαλτική νυχτιά τῆς κατοχῆς, ὁ ἱεροκήρυκας καί πατέρας τῶν πονεμένων Καλαβρυτινῶν κλήθηκε, χωρίς νά τό ἐπιδιώξει, νά ποιμάνει τή Μητροπολιτική περιφέρεια τῆς Ἀλεξανδρούπολης. Χειροτονήθηκε ἀπό τόν Ἀρχιεπίσκοπο τῶν ἀποστολικῶν ὁραματισμῶν Ἱερώνυμο Κοτσώνη καί, ταπεινά, ἀφιερώθηκε στήν ἀποστολή του. Δίχως κωδωνοκρουσίες. Δίχως ἐπιδείξεις χλιδῆς. Δίχως αὐτοθαυμαστικά θυμιάματα. Λιτός καί ταπεινός, λειτουργός τῆς σταυρικῆς Ἀγάπης καί θεραπευτής τοῦ ἀνθρώπινου πόνου, ἄναβε καντήλι ἐλπίδας, ἐκεῖ, πού θέριευε τό σκοτάδι τῆς ἀπόγνωσης.
     Ὅταν στήν πατρίδα ὅρμησε ἡ δεύτερη δικτατορία, τά πρόσωπα τῆς τρελῆς ἐξουσίας, τῆς κοσμικῆς καί τῆς ἐκκλησιαστικῆς, θεώρησαν πώς θά μπορούσαν νά ἀναβαθμίσουν τήν παρουσία τους, ἄν μέ μιά στυγνή διαταγή ἐξόριζαν μιά ὁλόκληρη δωδεκάδα Μητροπολιτῶν ἀπό τήν ποιμαντική τους ἔπαλξη.
     Ἕνας ἀπό τούς δώδεκα, πού ἀντιμετωπίστηκε σάν ἐπικίνδυνος, ἦταν ὁ πατέρας τῆς Ἀλεξανδρούπολης, ὁ γέροντας Κωνστάντιος Χρόνης. Ὁ ἥρωας τῆς Καβάλας καί τῶν Καλαβρύτων. Ὁ ἐξορισμένος ἀπό τούς Βούλγαρους καί ἀναγνωρισμένος, ὡς γενναῖος μαχητής, ἀπό τόν Ἄρη Βελουχιώτη.
    

***

     Ὁ ἐκρηκτικός, σήμερα, Μητροπολίτης Ἄνθιμος καί ἀνυποχώρητος στηλοβάτης τοῦ «τεκμηρίου τῆς ἀθωότητας», δέν πρόβαλε τότε, (ὅταν ἄκουσε τήν ἐξορία τοῦ Μητροπολίτη τῆς Ἀλεξανδρούπολης Κωνστάντιου) στό κάγκελο τῆς ἐξορίας, γιά νά δώσει κουράγιο στόν καταπληγωμένο γέροντα ἐκκλησιαστικό λειτουργό καί γιά νά σημάνει συναγερμό ἐνάντια στήν ἀσύγγνωστη καταπάτηση τῶν Ἱερῶν Κανόνων καί στήν ἀγοραία περιφρόνηση τοῦ «τεκμηρίου τῆς ἀθωότητας».
     Κάμποσες μέρες ἔμεινε στήν ἀπόλυτη σιωπή. Σά νά μήν ἔγινε καμμιά παραβίαση τῆς Κανονικότητας καί τῆς Νομιμότητας. Σά νά μήν ἔσβησαν στούς χώρους τῆς Συνοδικότητας οἱ λαμπάδες τοῦ ἤθους καί τοῦ χρέους. Καί σά νά μή συσπειρώθηκε τό ἐκκλησιαστικό πλήρωμα σέ ἐξέγερση καί σέ κατακραυγή ἐνάντια στούς ἀνατροπεῖς τῆς καθιερωμένης ἀπό Οἰκομενικές Συνόδους Κανονικῆς Τάξης καί δημιουργούς ἀπαράδεκτης ἀνωμαλίας.
     Δέν πρόλαβε νά περάσει τό πρῶτο κύμα τῆς βαρειᾶς σκοτεινιάς καί διασταυρώθηκε ἡ πληροφορία, ὅτι στό θρόνο τοῦ ἀδίκως ἐξορισμένου ἁγίου Ἱεράρχη Κωνστάντιου, πρόκειται νά ἐνθρονιστεῖ, ποιός νομίζετε; Ὁ ἀρχιμανδρίτης Ἄνθιμος Ρούσας. Ναί, ὁ κύριος Ἄνθιμος ἀποδέχτηκε τήν πρόταση, νά παρελάσει-ἀγαλλομένῳ ποδί-πρός τό Μητροπολιτικό Μέγαρο τῆς Ἀλεξανδρούπολης καί νά ἐγκατασταθεῖ στή θέση τοῦ διωγμένου ἁγίου Ἱεράρχη.
     Δέν τόν ἔκαμψε ἡ πανελλήνια ἀντίδραση. Δέν τόν συντάραξε ὁ στεναγμός καί τό δάκρυ τοῦ πληγωμένου γέροντα. Δέν τόν φόβισαν οἱ χαρακτηρισμοί τοῦ «προδότη» καί τοῦ «μοιχεπιβάτη», πού τοῦ ἀπονεμήθηκαν καί πού σφράγισαν τό ἐπισκοπικό του πορτραῖτο.
     Τά γεγονότα, πού ἀκολούθησαν, ἀντί νά μαλάξουν τόν πόνο τοῦ ἄσπιλου ἱεροῦ θύματος, τόν φόρτισαν περισσότερο καί τόν ὄξυναν.
     Κάποια στιγμή, πού ὁ γέροντας Κωνστάντιος ἀντιμετώπισε σοβαρή κάμψη τῆς ὑγείας του, ἀποφάσισε νά ταξιδέψει γιά λίγο στήν Ἀλεξανδρούπολη καί νά ἐπισκεφθεῖ ἕνα γιατρό, πού ἦταν πνευματικό του παιδί καί τόν ἐμπιστευόταν ἀπόλυτα. Φτάνοντας, ἀπέφυγε κάθε ἄλλη ἐπικοινωνία. Ἀλλά, κάποια μάτια, πού τόν εἶδαν καί τόν προσκύνησαν, δέν παράλειψαν νά μεταφέρουν τήν εἴδηση στούς διαδρόμους τοῦ κλεμμένου Μητροπολιτικοῦ οἰκήματος. Καί ὁ κύριος Ἄνθιμος, ἀντί νά τρέξει νά τοῦ φιλήσει τό χέρι καί νά τοῦ προσφέρει τήν κάθε ἀναγκαία ἐξυπηρέτηση, κυριεύτηκε ἀπό φόβους. Καί λειτούργησε ὡς μαινόμενος ἀντίπαλος. Ἔστειλε ὁμάδα δικῶν του ἀνθρώπων, νά διατάξουν τό γέροντα νά φύγει ἀμέσως, μέσα στά σκοτάδια τῆς νύχτας, ἀπό τά ὅρια τῆς Ἀλεξανδρούπολης. Καί νά μήν ἀποτολμήσει, ἄλλη φορά, νά διαταράξει τή γαλήνη τοῦ ποιμνίου μέ μιά δεύτερη ἐπίσκεψη.
     Ὁ ἁγνός καί ἄδολος γέροντας ἔσκυψε τό κεφάλι. Καί τά μάτια του ἔσταξαν. Σηκώθηκε, στηρίχτηκε στό μπαστούνι του, προχώρησε πρός τό αὐτοκίνητό του καί ἔφυγε. Γύρισε στήν Καβάλα, κρατώντας τό ἀλάβαστρο τῆς θλίψης του καί τῶν δακρύων του.
     Δέ δικαιοῦμαι νά σιωπήσω ἤ νά προσπεράσω ἀσχολίαστη καί μιά δεύτερη, ἀνέντιμη καί ἀσύμβατη μέ τό ὠμόφορο τῆς ἀρχιερωσύνης, ἐπέμβαση τοῦ κ. Ἄνθιμου στή συνείδηση τοῦ ἁγνοῦ γέροντα Κωνστάντιου.
     Σέ κάποια φάση τῆς σκληρῆς δοκιμασίας του ὁ ἐξόριστος ἱερομάρτυρας ἔνοιωσε τίς δυνάμεις του νά τόν ἐγκαταλείπουν. Τότε, ὁ «μοιχεπιβάτης» τοῦ Μητροπολιτικοῦ του θρόνου, ὁ κ. Ἄνθιμος, θεώρησε κατάλληλη τή στιγμή, νά ἐξασφαλίσει τήν ἐπικάλυψη τῆς ἐπιορκίας του. Πλαστογράφησε, ἐξ ὀνόματος-δῆθεν-τοῦ γέροντα Ἱεράρχη, μιά ἐπιστολή, μέ ἀποδέκτη τήν Ἱερά Σύνοδο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, πού δήλωνε, ὅτι παραιτεῖται τῶν δικαιωμάτων του καί τοῦ αἰτήματος ἐπιστροφῆς του στή Μητρόπολη Ἀλεξανδρουπόλεως καί ἀποδέχεται ὡς διάδοχό του καί ὡς συνεχιστή τοῦ ποιμαντικοῦ του ἔργου τόν Ἱεράρχη Ἄνθιμο, πού τόν ἐξέλεξε ἡ Ἱεραρχία κατά τό ἔτος 1974. Συνεπλήρωνε δέ τήν ἐπιστολή μέ εὐχές, γιά τήν εὐόδωση τῶν προσπαθειῶν τοῦ διαδόχου του(!!!) πρός δόξα Θεοῦ καί πρός οἰκοδομή τοῦ ποιμνίου.
     Μέ τήν ἐπιστολή αὐτή στό χέρι, ὁ πλαστογράφος κ. Ἄνθιμος βρῆκε τό θάρρος (κατ᾿ ἀκρίβεια τό θράσος) νά ἐπισκεφθεῖ τόν γέροντα Κωνστάντιο, γιά νά τόν πειθαναγκάσει νά βάλει τήν ὑπογραφή του.
     Φθάνοντας στό ἀσκητήριο, πού μετροῦσε τίς τελευταῖες μέρες του ὁ ἱερομάρτυρας τοῦ αἰώνα μας Κωνστάντιος, τόν βρῆκε μόνο. Καί, μέ γλυκανάλατες σεβαστικές ἐπικύψεις, προσπάθησε νά τόν κάμψει καί νά τόν πείσει νά βάλει τήν ὑπογραφή του στήν πλαστογραφημένη παραίτηση. Ὁ γέροντας τόν κύτταζε στά μάτια, ἀλλά δέν ἀνταποκρινόταν. Ἐκεῖνος πρόσθετε λόγια σεβαστικά καί ἰσχυριζόταν, ὅτι μοναδική του ἐπιδίωξη ἦταν ἡ ἀποκατάσταση τῆς ἑνότητας στό σῶμα τῆς Ἱεραρχίας καί ἡ εἰρήνευση τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ.
     Κάμποση ὥρα κράτησε ἡ θεατρική παράσταση τοῦ κ. Ἄνθιμου. Ὥσπου τόν διέκοψε ὁ γέροντας μέ μιά δυναμική ἀπόκριση.
     «Δέν ὑπογράφω, Φύγε».
     Θόλωσε τό βλέμμα τοῦ κ. Ἄνθιμου. Μάζεψε τά χαρτιά του καί ἔφυγε.
     Ὅταν κυλήσει ὁ χρόνος, ὅταν ὅλοι μας, ὅσοι βάλαμε τό δάχτυλό μας καί τήν ὑπογραφή μας στό μουντό φάκελλο τοῦ 1974 θά ἔχουμε γείρει στή σιωπή τοῦ τάφου, ὁ ἀνεπηρέαστος καί ψυχρός μελετητής τῆς ἱστορίας, θά γράψει καί θά ὑπογραμμίσει, ὅτι ὁ Μητροπολίτης Ἄνθιμος Ρούσας μπῆκε στήν αἴθουσα τοῦ Μητροπολιτικοῦ θρόνου τῆς Ἀλεξανδρούπολης ἀπό τήν πίσω πόρτα. Καταπάτησε τόν ὅρκο του, ὅτι θά σέβεται καί θά ἐφαρμόζει μέ πιστότητα καί μέ ἀκρίβεα τούς Ἱερούς Κανόνες. Καί ἔσπρωξε βίαια στήν ἐξορία ἕνα γέροντα Ἱεράρχη, πού ὀλόκληρη ἡ ζωή του ἦταν εὐωδία ἁγιότητας καί κατάθεση θυσιαστικοῦ μόχθου στή βάση τοῦ Σταυροῦ τοῦ Ἀρχιποίμενα Ἰησοῦ Χριστοῦ.
    

***

     Τούτη τήν ὥρα, ὁ Μητροπολίτης Ἄνθιμος αὐτοπροβάλλεται ὡς «παναγιώτατος Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης». Στήν Ἀλεξανδρούπολη πῆγε ὅπως πῆγε, ἀλλά ἔνοιωσε τό χῶρο στενό. Δέ χωροῦσε τό ἀνάπτυγμα τῆς προσωπικότητάς του. Τά ὄνειρά του. Τή μαχητικότητά του. Τή ρητορική του ἀσυδοσία.
     Ἔβαλε ἀζιμούθιο γιά τήν ἑλληνική πρωτεύουσα. Γιά τό θρόνο τῶν Ἀθηνῶν. Πάλαιψε νά συγκεντρώσει εὐνοϊκούς ψηφοφόρους. Ἀλλά δέν τά κατάφερε. Ὁ ἀντίπαλος του Χριστόδουλος εἶχε καταρτίσει μέ ἐπιμέλεια τό σχεδιασμό του καί εἶχε πλέξει τήν ἀρμάθα τῶν ψηφοφόρων του. Ὁ Ἄνθιμος, θλιμμένος καί παγωμένος, γύρισε στήν Ἀλεξανδρούπολη, δίχως κουράγιο γιά δράση καί δίχως ἐμπιστοσύνη στούς φίλους του.
     Τή χρονιά 2004 πέθανε ὁ Μητροπολίτης, πού βρισκόταν θρονιασμένος στήν καθέδρα τῆς Μητρόπολης Θεσσαλονίκης. Καί τά ὄνειρα τοῦ κ. Ἄνθιμου ξαναζεστάθηκαν καί ξαναδραστηριοποιήθηκαν. Δέν μπόρεσε νά κατακτήσει τό θρόνο τῶν Ἀθηνῶν. Τουλάχιστο, νά ἀναβαθμιστεῖ σέ «Παναγιώτατο» καί νά θρονιαστεῖ στή βόρεια πρωτεύουσα τῆς ἑλληνικῆς ἐπικράτειας.
     Γιά τό πῶς σταθεροποίησε τά βήματά του καί κατάφερε νά κερδίσει τό θρόνο τῆς συμπρωτεύουσας, ἔχω μιά ἐντελῶς πρόσφατη κατάθεση, πού μοῦ τήν ἔκανε ὁ (ἐπί τό αὐτό κρίμα ἐμπεσῶν) Ἱεράρχης Νικόλαος Χατζηνικολάου. Μέ διαβεβαίωσε, ὅτι σέ πρῶτο σχεδιασμό ὁ Πατριάρχης Βαρθολομαῖος εἶχε ἀποφασίσει νά ὑποστηρίξει, γιά τή Θεσσαλονίκη, τόν τότε ἀρχιμανδρίτη Χατζηνικολάου. Ὁ Ἄνθιμος, ὅμως, μέ παρακλήσεις καί μέ ἴντρινγκες πάλεψε νά ἐξασφαλίσει γιά τό πρόσωπό του τήν ὑποστήριξη καί τοῦ Πατριάρχη καί τοῦ Ἀρχιεπισκόπου. Ἐπειδή, ὅμως, οἱ προηγούμενες ἐκλογικές του περιπέτειες καί ἀποτυχίες ἄφηναν τις σκιές τους στόν ὁρίζοντα, ἀποφάσισε νά κινηθεῖ δραστικότερα. Λίγες μέρες πρίν ἀπό τήν ἐκλογή, πῆγε στόν Ἀρχιεπίσκοπο Χριστόδουλο, κάθησε στό γραφεῖο του καί τόν ὑποχρέωσε νά τηλεφωνήσει, ἐκείνη τήν ὥρα, σέ ἕνα σεβαστό ἀριθμό Μητροπολιτῶν καί ἀνάλογα μέ τήν περίπτωση, νά συστήσει ἐπίμονα, ἤ νά παρακαλέσει ἀδελφικά, νά ζητήσει ὡς προσωπική χάρη ἤ νά παρουσιάσει ὡς γραμμή τοῦ Πατριαρχείου καί τῆς πλειοψηφίας τῶν ποιμένων τῶν Νέων Χωρῶν, νά κατασταθεῖ Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης ὁ κ. Ἄνθιμος. Καί γιά νά εἶναι ἐξασφαλισμένος, ὅτι τό τέχνασμα θά λειτουργήσει ἀποτελεσματικά, ζήτησε ἀπό τό Χριστόδουλο νά προτείνει τό Χατζηνικολάου ὡς ὑποψήφιο γιά τήν περιοχή τῶν Σπάτων. Ἡ ἀνοιχτή καί κατενώπιον τοῦ Ἄνθιμου ἐπέμβαση τοῦ Χριστόδουλου πέτυχε. Ὁ ἀριθμός τῶν ψήφων συμπληρώθηκε. Καί ὁ νοσταλγός τοῦ ἀρχιεπισκοπικοῦ θρόνου ἱκανοποιήθηκε-γιά τήν ὥρα-μέ τήν προσφώνηση «παναγιώτατε» καί μέ τήν ἰδιοποίηση τοῦ θρόνου τῆς Θεσσαλονίκης.
     Ἀργότερα, ὅταν ὁ Χριστόδουλος ἔκλεισε τά μάτια, ὁ Ἄνθιμος ἑτοίμασε τίς ἀποσκευές του γιά νά θρονιαστεῖ στήν Ἀθήνα. Ἀλλά καί πάλι ἀστόχησε. Ἐκεῖνοι, πού τοῦ ἔδωσαν ὑποσχέσεις, τόν μαύρισαν. Ἀναγκάστηκε νά παραμείνει στή συμπρωτεύουσα, νά ἐκτοξεύει λεκτικά βέλη ἐνάντια τῶν Σκοπιανῶν καί νά θωπεύει τό «τεκμήριο τῆς ἀθωότητας» ἐκείνων, πού ἔχουν καταβουτηχτεῖ στό βοῦρκο τῆς ἀνηθικότητας καί τῆς ἀδιαντροπιᾶς.
     Ἐρώτημα καυτό ξανααναφλέγεται μπροστά μου. Ἀπό τό 1974 ἴσαμε τό 2004 ὁ Ἄνθιμος καθόταν ἡγεμονικά καί ἐπιδεικτικά στό θρόνο τῆς Θρακικῆς Πρωτεύουσας καί δέν ἄρθρωσε λόγο, γιά νά στηρίξει τό «τεκμήριο τῆς ἀθωότητας» τοῦ ἱερομάρτυρα Κωνστάντιου. Καί ἀπό τό 2004 ἴσαμε σήμερα, σέ χρονική διαδρομή ἑπτά ὁλόκληρων χρόνων, δέν μπόρεσε, ἤ, μᾶλλον, δέν τόλμησε νά διατυπώσει ἕνα μικρό λογίδριο σεβαστικῆς ἀναφορᾶς στόν μακαριστό Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Λεωνίδα Παρασκευόπουλο, πού διακόνησε, ἐπί μιά ὁλόκληρη τεσσαρακονταετία, μέ πιστότητα, μέ ἀφοσίωση καί μέ δυναμική ποιμαντική φροντίδα, ὡς ἱεροκήρυκας καί ὡς Μητροπολίτης, ὁλόκληρη τή Δυτική Μακεδονία. Πού ἐξορίστηκε, χωρίς νά τοῦ ἀπαγγελθεῖ κατηγορία καί χωρίς νά δικαστεῖ. Καί πού ἀναδείχτηκε καταξιωμένος πνευματικός ἀθλητής καί νεομάρτυρας.
     Ὁ κ. Ἄνθιμος μπροστά στό Πανάγιο Θυσιαστήριο ἐτόνισε καί ἐτόνωσε τό «τεκμήριο τῆς ἀθωότητας» τοῦ παγκόσμια κατεγνωσμένου πρώην Γενικοῦ Διευθυντῆ τοῦ Διεθνοῦς Νομισματικοῦ Ταμείου. Ἀλλά δέ βρῆκε μια λέξη, γιά νά ὑπομνήσει τήν Πατερική λάμψη τῆς προσωπικότητας τοῦ Μητροπολίτη Λεωνίδα, πού λάμπρυνε τήν Ἐκκλησία τῆς Θεσσαλονίκης καί μέ τή μακρότατη, πιστή διακονία του καί μέ τή λιτανεία τοῦ σταυροῦ τῆς ἐξορίας του.
    

***

     Ἡ ἐπί τριανταεπτά ὁλόκληρα χρόνια (1974-2011) αἰνιγματική ἀποσιώπηση, ἐκ μέρους τοῦ κ. Ἄνθιμου τοῦ «τεκμηρίου τῆς ἀθωότητας», τό ὁποῖο-προφανῶς-κάλυπτε ὅλους ἐκείνους τούς Ἱεράρχες, πού διώχτηκαν καί ἐξορίστηκαν αὐθαίρετα, δίχως νά ἀπολογηθοῦν καί δίχως νά δικαστοῦν, καί ἡ ἐπ᾿ ἐσχάτων ἀφύπνισή του καί ἡ «λαλέουσα» στήριξη, ἐκ μέρους του, τῆς ἀθωότητας προσώπου ἤ καί προσώπων, πού κολύμπησαν στούς ἠθικούς βόθρους, προσημειώνει ἕνα προβληματισμό. Γιατί αὐτή ἡ διπρόσωπη ἑρμηνεία; Γιατί τό «τεκμήριο τῆς ἀθωότητας» δέν κάλυψε τόν Ἀλεξανδρουπόλεως Κωνστάντιο καί τόν Θεσσαλονίκης Λεωνίδα καί ὅλα τά θύματα τῆς βαρβαρικῆς ἐκκλησιαστικῆς ἀνατροπῆς τοῦ 1974; Πῶς αὐτοί καταδικάστηκαν καί ἐξορίστηκαν, δίχως νά γίνουν σεβαστές καί δίχως νά τηρηθοῦν μέ ἀκρίβεια οἱ θεσμοθετημένες διαδικασίες; Καί πῶς, ἀπό τότε, ἴσαμε σήμερα, ὁ κ. Ἄνθιμος καί οἱ συνεργοί του, δέ βγῆκαν, οὔτε τότε οὔτε τώρα, στή δημόσια ἐξέδρα, γιά νά καταγγείλουν τήν ἐγκληματική καταπάτηση, ἀπό λειτουργούς τῆς Ἐκκλησίας, αὐτοῦ τοῦ δικαιώματος; Καί πῶς ὁ κ. Ἄνθιμος, ὁ ναρκωμένος καί σιωπηλός ἐπί τριανταεπτά χρόνια, ἀφυπνίστηκε, ἐπ᾿ ἐσχάτων καί πῆρε πάνω του τό βάρος τῆς ὑποστήριξης τοῦ «τεκμηρίου ἀθωότητας» τοῦ κ. Ντομινίκ Στρός Κάν;
     Ἡ πιθανή ἑρμηνεία, κατά τή δική μου ἄποψη, κυλάει σέ δυό ρεύματα.
     1. Ὁ Ἄνθιμος δέν τολμάει νά ἀναφερθεῖ στά πρόσωπα τῶν ἐκκλησιαστικῶν θυμάτων του 1974, γιατί καί μόνη ἡ ἀναφορά φωτίζει τή δική του ἐγκληματική καταπάτηση τῶν Ἱερῶν Κανόνων, τήν ἀσέβεια πρός πρόσωπα ἰδιαίτερα σεβαστά καί τή σύνθλιψη, μέχρι πνιγμοῦ, τοῦ παγκοσμίως ἀποδεκτοῦ «τεκμηρίου τῆς ἀθωότητας».
     2. Ὁ Ἄνθιμος ἤ ἐπικαλύπτει τίς ἐνοχές τῶν ποικίλων παραγόντων τῆς διαφθορᾶς, τῶν ἐνταγμένων στήν κλίμακα τῆς ἐκκλησιαστικῆς Ἱεραρχίας καί τῆς κοσμικῆς ἀριστοκρατίας ἤ ὑπενθυμίζει-εὐκαίρως ἀκαίρως-τό «τεκμήριο τῆς ἀθωότητάς τους», γιατί σ᾿ αὐτές τίς δεξαμενές τῆς ἐξουσιαστικῆς δύναμης καί τοῦ ἀμφισβητήσιμου ἤθους βρῆκε παράγοντες, πού τόν κράτησαν ἀπό τό χέρι καί τόν συνόδεψαν στήν κλίμακα τῆς προαγωγῆς του.
     Γνωστά τά γεγονότα, πού ξεδιπλώθηκαν τό 2005. Στήν ἔκτακτη Συνεδρίαση τῆς Ἱεραρχίας, πού πραγματοποιήθηκε στίς 18-19 Φεβρουαρίου, ὁ τότε προκαθήμενος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος μακαριστός Χριστόδουλος, ἔβαλε τό δάχτυλο στή μεγάλη πληγή, ἐπισημαίνοντας τίς εὐθῦνες ὅλου τοῦ ἱεροῦ Σώματος: «Ὅπως ἀποδεικνύεται, ὑπάρχουν σέ ὅλες τίς βαθμίδες κάποιοι κληρικοί, πού ἔχουν προδώσει τήν ἱερή ἀποστολή των, ἤ ἔχουν συμπεριφερθεῖ κατ᾿ ἐπιταγήν τῶν ἐπιλήψιμων ἀδυναμιῶν των. Δύο εἶναι τά βασικά ἀδικήματα τῶν κληρικῶν αὐτῶν, ἡ φιληδονία καί ἡ φιλαργυρία. Καί θά πρέπει νά παραδεχθοῦμε πώς σέ κάποιο βαθμό εἴμαστε ὅλοι ἔνοχοι γιατί, ἀπό ὅ,τι φαίνεται, ἀνεχθήκαμε αὐτές τίς καταστάσεις, ὅπου ὑπάρχουν, ἐφ᾿ ὅσον τίς γνωρίζαμε, πού ἔχουν διαβουκολήσει τίς συνειδήσεις καί ἔχουν ἐκθέσει πρόσωπα καί τόν ἱερό θεσμό, πού ὑπηρετοῦμε...».
     Ὁ μακαριστός Ἀρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος μίλησε τότε ἀνοιχτά καί θαρραλέα. Ὁ κ. Ἄνθιμος, ὅμως, δέν ἄρθρωσε λέξη. Ἆραγε, γιατί; Θά καταθέσω μιά ἐκδοχή. Ἐνιά μῆνες, πρίν από τίς ἀποκαλυπτικές δηλώσεις τοῦ Χριστόδουλου, τόν Ἀπρίλιο τοῦ 2004, ὁ Ἄνθιμος μετακόμισε τίς μίτρες του καί τίς πατερίτσες του ἀπό τήν Ἀλεξανδρούπολη στή Θεσσαλονίκη. Κανένας δέν μπορεῖ νά ἀποκλείσει τό ἐνδεχόμενο, στόν κατάλογο τῶν Μητροπολιτῶν-ψηφοφόρων, πού ἔδωσε ὁ κ. Ἄνθιμος στόν Ἀρχιεπίσκοπο καί ἀξίωσε, μέ ἀνοιχτή τηλεφωνική ἐπικοινωνία, νά τούς ἐκβιάσει νά ψηφίσουν Ἄνθιμο γιά τή Θεσσαλονίκη, νά βρίσκονταν καί ὀνόματα «φιλήδονων» καί «φιλοχρήματων». Πῶς, μετά τήν ἐπιτυχία τοῦ ἐγχειρήματός του, μετά τήν ἀναβάθμισή του σέ «παναγιώτατο», νά διατυπώσει αἰχμές κατά τῶν εὐεργετῶν του;
     Ἀκόμα καί ὅταν ἕνας ἀπό τούς δακτυλοδεικτούμενους Ἱεράρχες κάθησε στό ἑδώλιο τῶν Ποινικῶν Δικαστηρίων καί καταδικάστηκε σέ πολυετή φυλάκιση καί, ἀργότερα, μετά ἀπό τήν ἔκδοση ἀμετάκλητης κρίσης τοῦ Ἀρείου Πάγου, καθαιρέθηκε ἀπό τήν Ἀνώτατη Ἐκκλησιαστική Δικαιοσύνη καί ὑποβιβάστηκε στή θέση τοῦ μοναχοῦ, ὁ τιμητής τῶν Σκοπιανῶν Ἄνθιμος δέν πρόφερε καί δέν ἔγραψε οὔτε δυό λέξεις, γιά νά ἀναστηλώσει τό κύρος τῆς Ἐκκλησίας καί γιά νά συνοδοιπορήσει μέ τούς ἔντιμους καί τολμηρούς ἀδελφούς του, πού δίκασαν μέ φόβο Θεοῦ καί μέ ἀνυποχώρητη ἀξιοπρέπεια.
    

***

     Καθώς ἴσαμε τώρα ὁ κ. Ἄνθιμος δέν ἔχει ἀποσβέσει τά ὑψηλότερα σκαλοπάτια τῶν ὁραμάτων του, μετράει τό ἐνδεχόμενο αὔριο ὅλοι αὐτοί, πού σήμερα ἀπολαμβάνουν τή σιωπή του καί ἐπικαλύπτονται μέ τίς κάρτες τῶν «τεκμηρίων τῆς ἀθωότητάς τους», νά ἀνταποδώσουν τίς εὐεργεσίες, ρίχνοντας στήν κάλπη μιᾶς μελλοντικῆς ἀρχιεπισκοπικῆς ἐκλογῆς τό ὄνομα τοῦ εὐεργέτη τους. Νά τόν κοσμήσουν μέ στεφάνια δόξας. Καί νά σκύψουν ταπεινά νά τόν προσκυνήσουν.
     Ταλαίπωρε Ἄνθιμε...
     Καί, πρό παντός, ταλαίπωρη ἑλληνική Ἐκκλησία. Οἱ στιγματισμένοι περπατοῦν στίς αὐλές σου καί προσεγγίζουν τήν Ἱερή Τράπεζα, με τήν κάρτα τοῦ «τεκμηρίου τῆς ἀθωότητας», πού τούς τήν ἐξασφαλίζει καί τή διακοσμεῖ ὁ «παναγιώτατος» Μητροπολίτης τῆς Θεσσαλονίκης Ἄνθιμος.
     Καί ὁ Μητροπολίτης Ἄνθιμος, φουσκώνοντας μέ ἔπαρση, τοξεύει τά βέλη τῆς κριτικῆς του καί τῆς ἐπικριτικῆς του πρός τούς ἀλλοεθνεῖς γειτόνους, πού δέν τόν λογαριάζουν καί δέν τόν φοβοῦνται καί μοιράζει κάρτες ἀθωωτικές καί ὑποστηρικτικές τῶν «τεκμηρίων τῆς ἀθωότητας» στούς ἀναμοχλευτές τοῦ παγκόσμιου ἠθικοῦ βούρκου.
     Οἱ κινήσεις του αὐτές, στό σύνολό τους, ἐγγράφουν τεκμήρια ὄχι τῆς ἰδικῆς του ἀθωότητας, ἀλλά τῆς ἰδικῆς του ἐνοχῆς.

Ο ΑΤΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΡΙΔΟΣ
      ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ   

Τό πολιτιστικό μας ὅραμα Στήν κοιλάδα τῶν δακρύων



     Ὁραματίστηκα ἕνα ἄνοιγμα καί μιά θαυμαστική περιήγηση στούς πολιτιστικούς ἀνθόκηπους τῆς ἐποχῆς μου. Καί, ξαφνικά, ἔνοιωσα νά σέρνομαι, φορτωμένος ἀπογοήτευση, στήν κοιλάδα τῶν δακρύων. Οἱ βαρυφορτωμένες καί βαρυστολισμένες μέ ἐντυπωσιακά μνημεῖα τέχνης πολιτεῖες τοῦ πλανήτη μας, εἶναι ἀτέλειωτες. Τίς περπατᾶς καί σέ μαγεύουν. Οἱ ἀρχαιότερες κατασκευές ἀποτυπώνουν καί ἱστοροῦν τόν πρωτόγονο ἀναπτυξιακό βηματισμό τοῦ πολιτισμοῦ. Τήν ἀκοίμητη ἔμπνευση, τήν ἀκάματη δεξιότητα τῆς τεχνουργίας, τήν εὐχέρεια μεταφορᾶς στήν ἄψυχη πέτρα τῶν σκιρτημάτων τοῦ πνεύματος. Οἱ πρόσθετες, ἐκλεπτισμένες δημιουργίες τῆς νεωτερικότητας, παράλληλα πρός τή δυναμική τῆς ἀνεξάντλητης ἔμπνευσης, ἐπικυρώνουν, μέ τό φόρτο τῶν ἀναπτυγμάτων τους, καί τό στίγμα τῆς σύγχρονης τεχνολογικῆς μέθης. Ἐξειδικεύουν τή λειτουργικότητα τοῦ μοντέρνου πολιτισμοῦ μας, στό σχῆμα τοῦ κυκλώματος ἔργου τέχνης καί ἀγορᾶς, μηχανῆς καί χρηματιστηρίου. Τά διαφημιστικά σπότς καταμετροῦν, φωτίζουν καί λανσάρουν τά πλεονεκτήματα καί τίς ἐξυπηρετήσεις τῶν καινούργιων τεχνολογικῶν ἐπιτευγμάτων. Ἐρεθίζουν τό ἐνδιαφέρον τοῦ σύγχρονου ὁδίτη, γιά χρήση τῆς ἀποδοτικότερης μηχανῆς καί, ἀντίστοιχη, μείωση τοῦ μόχθου τῆς καθημερινότητας. Ἤ κεντρίζουν τήν ἀγωνία του, γιά πολλαπλασιασμό καί ἐμπλουτισμό τῶν τίτλων τῆς κοινωνικῆς ὑπεραξίας του καί γιά ἐγγραφή του στή λίστα τῶν καταξιωμένων σοφῶν ἐφευρετῶν ἤ τῶν διαπλεκόμενων πλουσίων.
     Αὐτή εἶναι ἡ πρώτη ἐντύπωση, πού ἐγγράφει στίς ψυχές μας ἡ χάρτα τοῦ σύγχρονου πολιτισμοῦ μας. Ἡ ταμπέλα, πού συνοδεύει τήν ἐμπορική διακίνηση τῆς παραγωγῆς καί διεγείρει τήν ἀγοραστική ἐξόρμηση. Ἄλλοι, ὡστόσο, παράγοντες, πού λειτουργοῦν μυστικά ἤ ὑπόγεια, πέρα ἀπό τή διαφημιστική ἀξιολόγηση τῆς εὐμάρειας, ἀποθηκεύουν στόν ἀνήσυχο λογισμό μας καί στήν ἀκόρεστη δίψα τῆς καρδιᾶς μας τήν ἀπογοήτευση καί τό δάκρυ. Οἱ φωτισμένες πινακίδες ὡραιοποιοῦν τήν ἀπόλαυση τῆς ἀπεριόριστης κατανάλωσης. Καί τά σκυθρωπά πρόσωπα τῶν ἐξαπατημένων ἀκτινοβολοῦν τό φόβο, τόν πόνο καί τόν ἀκράτητο ἐξοργισμό. Ἀσύλληπτη ἡ τραγικότητα, πού θολώνει, τοῦτες τίς ἔσχατες μέρες μας, τόν πολιτιστικό ὁρίζοντα τῆς χώρας μου. Τῆς πατρίδας, πού τήν περπάτησε ὁ χαρισματικός καί δυναμικός Ἀπόστολος Παῦλος καί ἔστρωσε τή λεωφόρο τῆς καλλιεργημένης ἀνθρωπιᾶς, τῆς ὑπέρβασης τῶν μικροτήτων, τῆς συνειδητῆς συναδέλφωσης, τῆς οἰκοδόμησης τῆς κοινωνίας τῆς ἀγάπης. "Ὅσα ἐστίν ἀληθῆ, ὅσα σεμνά, ὅσα δίκαια, ὅσα ἁγνά, ὅσα προσφιλῆ, ὅσα εὔφημα, εἴ τις ἀρετή καί εἴ τις ἔπαινος, ταῦτα λογίζεσθε, ἅ καί ἐμάθετε καί παρελάβετε καί ἠκούσατε καί εἴδετε ἐν ἐμοί, ταῦτα πράσσετε καί ὁ Θεός τῆς εἰρήνης ἔσται μεθ᾿ ὑμῶν"(Φιλιπ. δ΄8-9). Ἀλλοτριωμένο, σήμερα, τό πνευματικό κλίμα τῆς χώρας μου. Ἀποκομμένο καί ἀποξενωμένο ἀπό τή διδαχή καί τήν ἐμπειρία τοῦ μεγάλου Ἀποστόλου. Βιώνει, τούτη τήν ὥρα, τήν ἔσχατη ὑποβάθμιση καί τήν περιπλάνηση στούς μολυσμένους βάλτους τῆς διαφθορᾶς καί τῆς ἀδιάντροπης ἀναξιοπρέπειας. Τά ἡγετικά της στελέχη, πού χρέος ἔχουν τή χειραγώγηση τῆς λαϊκῆς μάζας στή νομιμότητα καί στήν ἐντιμότητα, περπατοῦν, μέ τό κεφάλι σκυμμένο, κατεγνωσμένοι καί στιγματισμένοι γιά κακοδιαχείριση, γιά ποδοπάτηση τῶν ὅρκων τους, γιά νοσφισμό τοῦ δημόσιου ἀποθεματικοῦ, γιά πράξεις, πού κατακουρελιάζουν τήν ἡγετική ἀξιοπρέπεια καί ἐκβαρβαρίζουν τούς σχεδιασμούς καί τούς χειρισμούς της. Ἔξω ἀπό τούς χώρους τῆς ὑψηλῆς, νομοθετικῆς καί διαχειριστικῆς διαβούλευσης, ἡ λαϊκή μάζα φωνάζει, διαμαρτύρεται, φορτίζει τήν ἀτμόσφαιρα, καταλογίζει εὐθῦνες, ζητάει ἀπολογισμούς, κινεῖ ἐπανάσταση.
     Ἡ χάρτα τῶν ἀξιῶν τοῦ πολιτισμοῦ, αὐτῶν, πού κληρονομήσαμε ἀπό τούς ἀρχαίους προγόνους μας, αὐτῶν, πού ἔσπειραν στή γόνιμη γῆ μας οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι καί αὐτῶν, πού καλλιέργησαν οἱ ἐξαγιασμένοι πατέρες μας, ξεσχίζεται καί κουρελιάζεται. Ἡ καθημερινή ζωή ἐξελίσσεται σέ συνεχή, ἀκράτητο ὑποβιβασμό τοῦ ἀνθρώπινου προσώπου, σέ διακίνηση εὐτέλειας, σέ ἐπένδυση διαφθορᾶς, σέ δαιμονική κούρσα πλουτισμοῦ καί ἀπόλαυσης.
     Καί ἄν βρεῖτε τήν τόλμη νά ἁπλώσετε τό ἐνδιαφέρον σας καί τήν ἔρευνά σας ἔξω ἀπό τά σύνορα τῆς ἑλληνικῆς πατρίδας, δέ θά σᾶς αἰφνιδιάσει τό ἐκεῖ ἁπλωμένο πολιτιστικό πλαίσιο. Κυρίαρχη καί ἐκεῖ ἡ διαφθορά. Μόνα ὄνειρα, ἡ ὑπερδύναμη, ὁ ἄμετρος πλουτισμός, ἡ χλιδάτη εὐμάρεια, ἡ ἀκόρεστη ἀπόλαυση. Ἐδῶ-στή χώρα μας-οἱ κλοπές τοῦ δημόσιου πλούτου καί οἱ ἀτέλειωτοι δανεισμοί. Ἐκεῖ-στήν ἑσπερία-οἱ ἀχόρταγοι τοκογλύφοι καί οἱ ξεσηκωμένοι ἐπενδυτές, πού εἶναι ἕτοιμοι νά ἁρπάξουν καί νά κατασπαράξουν καί τή γῆ μας καί τόν κρυφό πλοῦτο της. Ἐδῶ, τά θύματα τῶν πολλαπλῶν ληστειῶν, μέ τήν ἀθεράπευτη πικρία καί μέ τήν κολοβωμένη ἐλπίδα. Στήν κοιλάδα τῶν δακρύων. Στή στέρηση τῆς ἀνθρωπιᾶς. Στήν ἐρημιά τῆς ἀγάπης.

Πρωτοπρ. Γεώργιος Δορμπαράκης, Ο άγιος Μεγαλομάρτυς και Ιαματικός Παντελεήμων

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΚΑΙ ΙΑΜΑΤΙΚΟΣ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΩΝ

Πρωτοπρ. Γεωργίου Δορμπαράκη

«Ο άγιος Παντελεήμων έζησε επί της βασιλείας του Μαξιμιανού και καταγόταν από την πόλη Νικομήδεια. Ο πατέρας του Ευστόργιος ήταν ειδωλολάτρης κι ύστερα έγινε Χριστιανός με τις νουθεσίες του υιού του, ενώ η μητέρα του Ευβούλη προερχόταν από χριστιανική οικογένεια. Σπούδασε την ιατρική επιστήμη κοντά σ’ ένα σπουδαίο και δοξασμένο ιατρό, τον Ευφρόσυνο, αλλά την κατά Χριστόν ιατρική τέχνη και πίστη την έμαθε από τον πρεσβύτερο Ερμόλαο, με την οποία (πίστη), αφού επικαλέστηκε τον Χριστό, ανάστησε ένα παιδί, που πέθανε στο δρόμο από δάγκωμα μίας έχιδνας. Βαπτίζεται λοιπόν από τον πρεσβύτερο Ερμόλαο και χειραγωγείται από αυτόν προς τη χριστιανική πίστη. Το μαρτύριό του έγινε ως εξής: Κάποιος τυφλός, που προσήλθε σ’ αυτόν, ιατρεύτηκε από τον άγιο. Όταν ρωτήθηκε λοιπόν ο πρώην τυφλός από τον βασιλιά «Ποιος σε γιάτρεψε;», «ο Παντολέων», είπε (γιατί αυτό ήταν το προηγούμενο όνομά του), «καθώς επικαλέστηκε τον Χριστό, στον Οποίο και εγώ πιστεύω». Αμέσως ο βασιλιάς τού έκοψε το κεφάλι, ενώ ο Παντολέων προσήχθη σ’ αυτόν. Ο Μαξιμιανός, επειδή ο άγιος δεν κάμφθηκε καθόλου ούτε με τις υποσχέσεις ούτε με τις απειλές, για ν’ αρνηθεί την πίστη του Χριστού, διέταξε να κτυπηθεί φοβερά και να φλεχθεί με λαμπάδες. Του εμφανίστηκε όμως ο Χριστός, με το σχήμα του πρεσβυτέρου Ερμολάου, που του έδωσε θάρρος, και φάνηκε ότι ήταν μαζί του και στον βρασμένο μόλυβδο και στη θάλασσα που τον έριξαν. Αφού έμεινε αβλαβής από όλα, ρίχνεται στα θηρία, αλλά κι από αυτά, σαν άλλος Δανιήλ, παραμένει αλώβητος, οπότε τον δένουν σε τροχό γεμάτο μαχαίρια, που τον άφησαν να πέσει στο έδαφος από ψηλά. Τέλος, στην τελευταία απόφαση να τον θανατώσουν διά ξίφους, προσευχήθηκε κι ακούστηκε φωνή από τον ουρανό να τον καλεί Παντελεήμονα. Μόλις τελείωσε την προσευχή κι ενώ επρόκειτο να του κόψουν το κεφάλι, την ώρα που ο δήμιος άπλωσε το χέρι, γύρισε πίσω το σίδερο κι έλιωσε σαν κερί, θαύμα που έκανε τους στρατιώτες να πιστέψουν στον Χριστό. Τότε ο άγιος μάρτυρας πρότεινε μόνος του τον αυχένα και έτσι κόπηκε το κεφάλι του. Λέγεται δε ότι χύθηκε γάλα αντί αίμα, και η ελιά στην οποία είχε προσδεθεί, αμέσως διαμιάς καρποφόρησε».
Αν, κατά τον άγιο Ιάκωβο, «η κρίσις ανίλεώς εστιν τοις μη ποιήσασιν έλεος», δηλαδή η κρίση του Θεού θα είναι χωρίς έλεος, γι’ αυτούς που δεν έδειξαν στη ζωή τους έλεος για τους άλλους, τι πρέπει αντιστρόφως να πούμε για τον άγιο Παντελεήμονα, ο οποίος όχι απλώς είχε και έδειξε έλεος και αγάπη στους συνανθρώπους του, αλλά είχε και έδειξε το μεγαλύτερο έλεος που μπορεί να βρεθεί σε άνθρωπο, και ενόσω ζούσε και μετά το μαρτυρικό του τέλος; Μία πραγματικότητα, που δεν την διαπιστώσαμε μόνοι μας οι άνθρωποι, αλλά την απεκάλυψε και ο ίδιος ο Θεός, ο Οποίος ακριβώς του έδωσε κι αυτήν την προσωνυμία. Κι αυτό σημαίνει ότι ο άγιος έφτασε πράγματι σε επίπεδα θεϊκά, αφού μόνον ο Θεός μπορεί κατ’ ουσίαν να χαρακτηριστεί ως καθ’ υπερβολήν και υπερθετικά Παντελεήμων, γεγονός που μας δίνει το δικαίωμα να λέμε ότι ο άγιος έγινε δίοδος των χαρίτων του Θεού στον κόσμο, φανέρωση της βασιλείας της αγάπης Του σε αυτόν. Και βεβαίως εννοούμε ότι το έλεος του αγίου – προέκταση κατ’ αλήθεια του ελέους του Θεού – εκτεινόταν και συνεχίζεται βεβαίως να εκτείνεται μέχρι σήμερα και στα σώματα, αλλά και στις ψυχές των ανθρώπων.
Δεν είναι τυχαίο που ο Κύριος τον χαρίτωσε μ’ αυτόν τον τρόπο. Ο Θεός, γνωρίζουμε, δίνει πλούσια το έλεός Του σ’ εκείνους που η καρδιά τους έχει και κάποια «φυσική» κλίση συμπαθείας προς τους συνανθρώπους τους. Ο άγιος από μικρός έδειξε την με αγάπη στροφή του προς τους άλλους, όταν θέλησε να σπουδάσει μία επιστήμη, που είναι ακριβώς κοντά στον άνθρωπο, μάλλον η πιο κοντινή σ’ αυτόν, διότι στέκεται δίπλα στον πόνο του: την ιατρική. Κανείς δεν σπουδάζει ιατρική – και μιλάμε με αληθινή έφεση ψυχής κι όχι επαγγελματικά – αν η καρδιά του δεν «κτυπάει», έστω και λίγο, συντονισμένα με τους κτύπους της καρδιάς των ανθρώπων. Πολλαπλασίως ο Θεός προσφέρει το έλεός Του σ’ εκείνους που επέλεξαν και αγωνίστηκαν στη ζωή τους να σταθούν στην κύρια εντολή Του, την αγάπη. Ο άγιος Παντελεήμων, λοιπόν, και από φυσικού του και με τη θέλησή του είδε να πολλαπλασιάζεται το έλεος του Θεού σ’ αυτόν, έλεος που τελικός αποδέκτης του είμαστε εμείς οι άνθρωποι σ’ όλες τις εποχές.
Αυτήν τη φυσική, αλλά και χαρισματική ταυτόχρονα ανέλιξη του πνεύματός του μάς την προβάλλει με ωραιότατες εικόνες και χαρακτηρισμούς ο ποιητής της Εκκλησίας μας. Ο άγιος, εν πρώτοις, πέραν από πρώτο των αναργύρων αγίων της Εκκλησίας, συνιστά, κατ’ αυτόν, έναν «παιδαριογέροντα», ένα γέροντα δηλαδή στη σύνεση, αλλά από την παιδική του ήδη ηλικία. «Ἀνατείλας οἷα περ ἀστήρ, φέρων ἐν νεότητι, πρεσβυτικὴν καὶ θεόφρονα σύνεσιν». Διότι από παιδάκι φανέρωσε τη στροφή του προς τον Θεό, όταν του δόθηκαν πολλές αφορμές ν’ ακολουθήσει άλλη πορεία από τη χριστιανική, με τις προτροπές του ειδωλολάτρη πατέρα του. Εκείνος όμως, σαν νέος Ηρακλής, στο κρίσιμο σταυροδρόμι της νεότητας, επιλέγει τον δρόμο που ακολουθεί η ευσεβέστατη μητέρα του και γίνεται χριστιανός. «Μεγαλέμπορον» τον χαρακτηρίζει εν προκειμένω ο υμνογράφος, διότι αντάλλαξε προσφυώς τα εύκολα πάθη της νεότητας και τον ολισθηρό δρόμο, στον οποίο αυτά οδηγούν, με τον Κύριο Ιησού Χριστό. Από την άλλη, ο υμνογράφος επισημαίνει κι ένα βασικότατο στοιχείο της πνευματικής ζωής: τη χειραγωγία του από πνευματικό πατέρα. Ο άγιος Παντελεήμων ναι μεν «πειράστηκε» με ό,τι πρόβαλλε σ’ αυτόν ως πρότυπο ζωής ο πατέρας του, αλλά ευλογήθηκε από τον Θεό με τη χαρισματική μορφή πρώτα της μητέρας του, κυρίως όμως με την διακριτική καθοδήγηση του ιερέα Ερμολάου. Ο Ερμόλαος ήταν ο πνευματικός του, ο γέροντάς του, που διαρκώς τον ενίσχυε και τον προσανατόλιζε στον ουρανό. Και η επιβεβαίωση της χάρης αυτής του Θεού στον άγιο έρχεται με τον παραδοξότερο τρόπο, άνωθεν: ο ίδιος ο Χριστός τον ενισχύει στα μαρτύριά του, αλλά με τη μορφή του αγίου Ερμολάου. Αγαθή διάθεση ψυχής, γνωμικό θέλημα στραμμένο προς τον Θεό, πνευματική χειραγωγία από πνευματικό: τα στοιχεία που κινητοποιούν τη χάρη του Θεού, για να γίνει κανείς άγιος, έστω και σ’ ένα βαθμό, σαν τον άγιο Παντελεήμονα.

Αθέατος κόσμος και Σύγχρονη Φυσική (Β’ μέρος)

Στράτος Θεοδοσίου
Ένα από τα πλέον ανεξήγητα θεολογικά θέματα, το οποίο αποτελεί και σημείο αντιρρήσεων, έως και απορριπτικών ενστάσεων εκ μέρους της κλασικής φυσικής θεωρίας, υπήρξε η πίστη στην ύπαρξη ενός άλλου μη αισθητού «πνευματικού» κόσμου, το ίδιο, αν όχι περισσότερο αληθινού από τον κόσμο των ανθρώπινων αισθήσεων. Ο αόρατος, ή ορθότερα μη αισθητός αυτός κόσμος, σύμφωνα με τις απόψεις πολλών θεολογικών ρευμάτων, έπρεπε να συνυπάρχει με τον αισθητό κόσμο μας, αποτελώντας με αυτόν μια αδιαίρετη και άτμητη ενότητα.
Πάνω σ’ αυτά ο ομότιμος καθηγητής της Θεολογικής Σχολής κ. Hλίας Oικονόμου, στο βιβλίο του «Θεολογική Oικολογία» (1994) αναφέρει τα παρακάτω:
«O άκτιστος Θεός βουλήθηκε και η βούλησή του υλοποιήθηκε σε αισθητή και μη αισθητή Kτίση. Έτσι υπάρχουν οι εξής πραγματικότητες:
1. H πραγματικότητα του Άκτιστου Tριαδικού Θεού.
2. H πραγματικότητα της Kτίσεως ως αποτέλεσμα της θείας βουλήσεως, δηλαδή ως η πραγμάτωση του βουλήματος του Θεού που υποδιαιρείται σε:
α. Mη αισθητή Kτίση αθέατου μεγαλείου.
β. Σε αισθητή Κτίση τεραστίας διαστάσεως, εκτάσεως, όγκου, ποικιλίας και δυνάμεως.
γ. Σε μεικτή από αισθητό και μη αισθητό στοιχείο Kτίση, τον μέγα και μικρόν άνθρωπο, κατά τον Γρηγόριο τον Nύσσης».
Βεβαίως την προηγούμενη θεολογική άποψη περί υπάρξεως μιας μη αισθητής δημιουργίας, είχαν εκφράσει, με καθαρά επιστημονική διάθεση, οι Έλληνες θετικοί επιστήμονες της αρχαιότητας, προχωρώντας ακόμα περισσότερο. Γι’ αυτούς ο κόσμος των αισθήσεων δεν αποτελούσε παρά μία ψευδαίσθηση, μια απατηλή δηλαδή εικόνα του πραγματικού μη αισθητού κόσμου.
Ο μη αισθητός κόσμος των προσωκρατικών φιλοσόφων
Η πρώτη νύξη περί της σχετικής μόνον αλήθειας των γεγονότων τα οποία γίνονται αντιληπτά μέσω των ανθρώπινων αισθήσεων, γίνεται από τον Ξενοφάνη ο οποίος αναφέρει: «Κανένας άνθρωπος δεν ξέρει, ούτε θα μάθει ποτέ την αλήθεια για τους θεούς και για τα όσα λέγω, γιατί ακόμα κι αν τύχει κάποιος να πει την πλήρη αλήθεια, δεν το ξέρει, για όλα τα πράγματα υπάρχουν μόνο γνώμες» [Αποσπ. 34, Σέξτος, Προς Φυσικούς VII, 49 και 110 πρβ Πλούταρχος]. Και ακόμα: «Ας θεωρηθεί ότι τα πράγματα μοιάζουν με την αλήθεια» [Απόσμ. 35, Πλούταρχος, Συμποσιακά ζητήματα ΙΧ, 7, 746b].
Μια δεύτερη νύξη καταγράφεται στα λόγια του Ηράκλειτου ο οποίος φέρεται να λέγει: «Η αληθινή δομή των πραγμάτων συνήθως κρύβεται» [Απόσπ. 123, Θεμίστιος, Λόγοι 5, σελ. 69D], και ακόμα: «Ο αφανής δεσμός είναι ισχυρότερος από τον φανερό» [Απόσπ. 54, Ιππόλυτος, Ελ. ΙΧ, 9,5].
Εκτός όμως της προηγούμενης περικοπής ο Σέξτος αναφερόμενος στις απόψεις του Ηρακλείτου μας πείθει τελικά ότι ο μεγάλος θετικός φιλόσοφος είχε αντιληφθεί πλήρως την ψευδαίσθηση του κόσμου των ανθρώπινων αισθήσεών μας. Αναφέρει λοιπόν: Ο Ηράκλειτος επίσης πίστευε ότι ο άνθρωπος διαθέτει δύο όργανα για τη γνώση της αλήθειας, την αίσθηση και τον «λόγο». Από αυτά τη μεν αίσθηση θεωρούσαν απατηλή, παραπλήσια με τους προηγούμενους φυσικούς, δέχεται δε σαν κριτήριο τον «λόγο» [Σέξτος VII 126 (Ηράκλειτος Α16)]. Η λέξη «λόγος» στο σημείο αυτό έχει το προσωκρατικό της νόημα. Δηλαδή με τη λέξη «λόγος» περιγράφεται το αντίθετο του προϊόντος της αίσθησης, το «μη αισθητό». Ο όρος «λόγος» με την προηγούμενη έννοια χρησιμοποιείται μέχρι σήμερα από τη χριστιανική θεολογία προκειμένου να προσδιορίσει την έννοια του Θεού, θεωρώντας τον μέσω αυτής της έκφρασης «μη αισθητόν».
Όμως και ο Παρμενίδης, όπως αναφέρει ο Διογένης ο Λαέρτιος και ο Σιμπλίκιος, είχαν μια ορθή άποψη για την ψευδαίσθηση του φυσικού κόσμου όπως αυτός συλλαμβάνεται μέσω των ανθρωπίνων αισθήσεων. Αναφέρουν ειδικότερα για τις απόψεις του Παρμενίδη: «Ο Παρμενίδης έλεγε ότι η φιλοσοφία είναι διττή: Η μία μορφή της είναι σύμφωνη με την αλήθεια, ενώ η άλλη κατά εικασία. Καθόρισε δε τον «λόγο» σαν κριτήριο, διότι οι αισθήσεις δεν είναι ακριβείς» [Διογένης ΙΧ 22 (Παρμενίδης Α1, 22]
«Οι άνδρες εκείνοι υπέθεταν δύο υποστάσεις: Τη μία του νοητού πραγματικού όντος, και την άλλη του γενομένου και αισθητού, το οποίο δεν καταδέχονταν να αποκαλούν απλά «oν» αλλά «νομιζόμενο ον». Δια τούτο λέγουν ότι η αλήθεια σχετίζεται με το πραγματικό oν, ενώ για το μεταβαλλόμενο oν (τα φυσικά πράγματα) υπάρχει μόνο εικασία». Ως «ον» στο σημείο αυτό νοούνται τα άτομα τα οποία κατά τον Δημόκριτο και Λεύκιππο ήταν οντότητες μη αισθητές (γυμνές από κάθε αισθητή ποιότητα), άρα αληθινές. Με τον όρο «νομιζόμενο ον» αναφέρονται τα «νομιζόμενα άτομα». Με λίγα λόγια δεν αντιλαμβανόμαστε τα άτομα (ον), αλλά κάτι που νομίζουμε ότι είναι άτομα (νομιζόμενο ον).
Οι απόψεις αυτές του Παρμενίδη περιγράφονται ολοκληρωμένα στο εξάμετρο ποίημά του, μεγάλα αποσπάσματα του οποίου διασώθηκαν από τον Σέξτο Εμπειρικό (προοίμιο) και τον Σιμπλίκιο.
Την ιδέα όμως της ψευδούς πραγματικότητας που δημιουργούν οι αισθήσεις μας, είχε σχηματίσει, σύμφωνα με τον Σέξτο Εμπειρικό, και ο Εμπεδοκλής: «Άλλοι ήσαν οι λέγοντες ότι κατά τον Εμπεδοκλή κριτήριο της αλήθειας δεν είναι οι αισθήσεις αλλά ο «ορθός λόγος». Του ορθού «λόγου» υπάρχουν δύο είδη, ο θείος και ο ανθρώπινος. Από αυτούς ο μεν θείος «λόγος» είναι ανέκφραστος (άρρητος), ο δε ανθρώπινος μπορεί να εκφραστεί» [Σέξτος VII 122 (Εμπεδοκλής Β1)].
Οι διατυπωμένες αυτές απόψεις, προγενέστερες του Δημοκρίτου, πιθανότατα αποτέλεσαν το αναγκαίο πρωτογενές υλικό πάνω στο οποίο στηρίχθηκε ο Δημόκριτος, αλλά και ο Λεύκιππος, προκειμένου να διατυπώσουν κάποιες πιο ολοκληρωμένες θέσεις πάνω στο εν λόγω θέμα, και αυτό προκειμένου να τεκμηριώσουν τη διατυπωθείσα ατομική θεωρία τους.
Ας δούμε όμως πιο αναλυτικά τις απόψεις του Δημόκριτου περί της «αλήθειας» της αισθητής Δημιουργίας, όπως αυτές μεταφέρονται από τους Σιμπλίκιο, Σέξτο, Γαληνό, Αέτιο και Αριστοτέλη.
1. Αλλά στους Κανόνες λέγει ότι υπάρχουν δύο είδη γνώσης, η μία μέσω των αισθήσεων και η άλλη μέσω της διάνοιας. Από αυτές, εκείνη που αποκτάται μέσω της διάνοιας την αποκαλεί γνήσια, αποδίδοντάς της αξιοπιστία για την εκφορά σωστής κρίσης, ενώ εκείνη που αποκτάται μέσω των αισθήσεων την ονομάζει νόθα, μη αναγνωρίζοντάς της το αλάθητο για τη διάγνωση του αληθινού. Λέγει κατά λέξη, «υπάρχουν δύο μορφές γνώσεις, μία γνήσια και μία νόθα. Στη νόθα ανήκουν όλα τα παρακάτω, η όραση, η ακοή, η οσμή, η γεύση, η αφή. Η άλλη μορφή γνώσης είναι γνήσια, που είναι ξέχωρη από αυτή (Δημόκριτος, απόσπ. 11, Σέξτος, Προς Φυσικούς VII, 138).
Είναι ενδιαφέρον να παρατηρήσουμε ότι ως νόθα ο Δημόκριτος αναγνωρίζει τη γνώση η οποία προκύπτει μέσω των αισθήσεων, τις οποίες αναφέρει με το όνομά τους.
Ένα δεύτερο ενδιαφέρον σημείο που θα πρέπει να τονιστεί είναι ότι οι περισσότεροι προσωκρατικοί φιλόσοφοι, μεταξύ των οποίων και ο Δημόκριτος, αναφέρονται στη νόηση, αναγορεύοντάς την σε μια έκτη αίσθηση, μέσω της οποίας μπορούμε να αντιληφθούμε τη μη αισθητή, αλλά υπαρκτή και αντικειμενική πραγματικότητα του φυσικού κόσμου. Ως εκ τούτου δεν θα φανεί πλέον παράδοξο αν επαναδιατυπώσουμε την άποψη ότι αν θέλουμε τους επόμενους αιώνες να αντιληφθούμε, ως αντικειμενική πραγματικότητα, τη φυσική και συμπαντική συγκρότηση, όπως αυτή εκφράζεται από τη σύγχρονη φυσική και αστροφυσική, θα πρέπει να εκπαιδεύσουμε τη νόησή μας αναγορεύοντάς την σε μια έκτη υπεραίσθηση.
2. Στα Κρατυντήρια (Αποδεικτικά στοιχεία), αν και είχε υποσχεθεί (ο Δημόκριτος) να αποδώσει στις αισθήσεις το κύρος της βεβαιότητας, ίσα ίσα βρίσκεται να τις καταδικάζει, γιατί λέγει: «Αλλά εμείς στην πραγματικότητα δεν συλλαμβάνουμε τίποτα το βέβαιο, παρά μόνο κάτι που αλλάζει ανάλογα με την κατάσταση του σώματος και των πραγμάτων που μπαίνουν μέσα του και ασκούν πίεση πάνω του» [(Δημόκριτος, απόσπ. 9, Σέξτος, Προς Φυσικούς VII, 136)].
3. Και πάλι λέγει (απόσπ. 10) «Έγινε λοιπόν φανερό με πολλούς τρόπους ότι στην πραγματικότητα δεν συλλαμβάνουμε την πραγματικότητα δεν συλλαμβάνουμε πως είναι ή πως δεν είναι το κάθε πράγμα». Και στο Περί Ιδεών (απόσπ. 6): «Ο άνθρωπος πρέπει να μάθει από αυτόν τον κανόνα ότι είναι χωρισμένος από την πραγματικότητα». Και πάλι (απόσπ. 7) «Και αυτό επίσης το επιχείρημα δείχνει ότι στην πραγματικότητα δεν ξέρουμε τίποτα για κανένα πράγμα, αλλά για τον καθένα μας υπάρχει μια αναπλασμένη μορφή του, η πίστη». Και ακόμα (αποσπ.  «Ωστόσο, θα πρέπει να είναι φανερό ότι είναι πολύ δύσκολο να μάθουμε πως είναι στην πραγματικότητα το κάθε πράγμα» [(Δημόκριτος, απόσπ. 10 και 6-8, Σέξτος, Προς Φυσικούς VII, 136)].
4. «Ο Δημόκριτος αναιρεί μερικές φορές αυτά που φαίνονται στις αισθήσεις και λέγει ότι κανένα από αυτά δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια, παρά μόνο στη φαντασία των ανθρώπων» [(Δημόκριτος, απόσπ. 9, Σέξτος, Προς Φυσικούς VII, 135)].
5. «Επιπλέον, σε πολλά υγιή ζώα τα ίδια πράγματα φαίνονται αντίθετα από ότι σ’ εμάς, αλλά και ένας άνθρωπος δεν αισθάνεται πάντα με τον ίδιο τρόπο τα πράγματα. Είναι λοιπόν άγνωστο πια από αυτά είναι αληθινά και πια ψεύτικα, γιατί τα μεν δεν είναι περισσότερο αληθινά από τα δε, παρά εξίσου. Γι’ αυτό ο Δημόκριτος λέγει ότι ή τίποτα δεν είναι αληθινό, ή (αν είναι αληθινό) είναι αφανές σ’ εμάς» [(Αριστοτέλης, Μετ. Γ5, 1009b7)].
6. «Άθλιε νου, αφού πήρες τις βεβαιότητές σου από εμάς (δηλαδή τις αισθήσεις) μας απορρίπτεις; Η απόρριψή μας είναι η κατάρρευσή σου» [(Δημόκριτος, απόσπ. 125, Γαληνός, Περί της ιατρικής εμπειρίας σ. 113, Walzer)].
Γιατί, όμως, αναφέραμε όλα τα προηγούμενα; Απλώς, για να δείξουμε ότι οι πολυσυζητημένες απόψεις περί της αντικειμενικής ύπαρξης ενός μη αισθητού κόσμου, δεν αποτελούν κάποιο καινοφανές εφεύρημα της χριστιανικής θεολογικής σκέψης. Μάλιστα, αν θέλουμε να ακριβολογήσουμε, η ύπαρξη του μη αισθητού κόσμου, τεκμηριώνεται τόσο άρτια από τους Έλληνες προσωκρατικούς φιλόσοφους, ώστε πολλά θα είχε κερδίσει η Χριστιανοσύνη από τη σύζευξή της με την αρχαιοελληνική αποδεικτική λογικής.
Ας δούμε όμως τι πιστεύει η σύγχρονη επιστημονική λογική για το θέμα αυτού του περίεργου μη αισθητού συμπαντικού χώρου.
Το περίεργο καινούργιο Σύμπαν
Ένα από τα πολυσυζητημένα προβλήματα της σύγχρονης κοσμολογίας είναι το αν το Σύμπαν μας είναι άπειρο, ή αν η άποψη αυτή αποτελεί απλώς μια ψευδαίσθηση. Η εικόνα του απείρου χώρου θα μπορούσε να διαμορφωθεί από το φαινόμενο της καμπύλωσης του φωτός, περισσότερες από μία φορές, έτσι ώστε σε κάθε περιέλιξη της ακτίνας του, να παρουσιάζεται και ένα νέο είδωλο κάθε γαλαξία. Με τον τρόπο αυτό θα δημιουργείτο η ψευδαίσθηση της απειρίας των συμπαντικών μορφών, όπως ακριβώς στην περίπτωση, της τοποθέτησης ενός αντικειμένου μέσα σε μια αίθουσα με πολλαπλούς καθρέφτες.
Ιδέες, όπως οι προηγούμενες οδήγησαν τη σύγχρονη αστροφυσική στο να διαμορφώσει την άποψη ότι ο συμπαντικός χώρος είναι ένα «δυναμικό» μέσον, το οποίο, αναλόγως της κατανομής μάζας μέσα σ’ αυτό, μπορεί να καμπυλωθεί με τρεις δυνατούς τρόπους, οι οποίοι περιγράφονται από τρεις διαφορετικές γεωμετρίες, αυτές του Ευκλείδη, του Lobatschewski και του Riemann. Στις περιπτώσεις αυτές το Σύμπαν αναφέρεται αντίστοιχα σαν επίπεδο, υπερβολικό ή σφαιρικό.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι επειδή βρισκόμαστε μέσα στον χώρο του Σύμπαντος, η έννοια της καμπυλότητάς του δεν είναι δυνατόν να γίνει αντιληπτή άμεσα μέσω των αισθήσεών μας. Το φαινόμενο αυτό ανιχνεύεται από παράγωγες ιδιότητες, όπως είναι η βαρυτική έλξη και οι γεωμετρικές παραμορφώσεις των ειδώλων.
Το παράδοξο όμως είναι ότι η γεωμετρία του Eυκλείδη, μπορεί να εφαρμοστεί με πολύ καλή προσέγγιση, σε πολύ μικρά κομμάτια ενός χώρου Lobatschewski ή Riemann. Eντούτοις η απόκλισή της από την αλήθεια γίνεται φανερή σε αστρονομική κλίμακα. Aυτό σημαίνει ότι η γεωμετρία του Eυκλείδη είναι μια οριακή περίπτωση της γεωμετρίας του Lobatschewski, η οποία με τη σειρά της αποδεικνύεται ότι είναι μια οριακή περίπτωση της γεωμετρίας του Riemann.
Εδώ όμως αρχίζουν τα παράδοξα για την κοινή ανθρώπινη λογική εφ’ όσον, όπως γνωρίζουμε σήμερα,οι αισθήσεις μας μπορούν να καταγράψουν και να συγκεκριμενοποιήσουν σχήματα που μορφοποιούνται μόνο μέσα σε χώρους μέχρι τριών διαστάσεων που περιγράφονται από την Eυκλείδεια γεωμετρία. Tα σχήματα τα οποία μορφοποιούνται μέσα σε χώρους, οι οποίοι περιγράφονται από μη Eυκλείδειες γεωμετρίες, όπως αυτές του Lobatschewski και του Riemann, ή σε Ευκλείδειους χώρους περισσότερων των τριών διαστάσεων δεν είναι δυνατόν να γίνουν αντιληπτά από τις ανθρώπινες αισθήσεις».
Επειδή λοιπόν η γεωμετρία του τετραδιάστατου χώρου της Γενικής Θεωρίας της Σχετικότητας του Aϊνστάιν είναι μη Ευκλείδεια, μέσα στο Σύμπαν μας δεν θα έπρεπε να γίνονται αντιληπτές μέσω των αισθήσεών μας οι μορφές του συμπαντικού μας χώρου. Το ότι συνειδητοποιούμε τα σχήματα που μας περιβάλλουν, είναι αποτέλεσμα του γεγονότος ότι οι αισθήσεις μας έχουν την ιδιότητα, δημιουργώντας ιδεατές τομές στο συνεχές χωροχρονικό γίγνεσθαι του συμπαντικού χώρου, να καταγράφουν μόνο μικρά κομμάτια του μη Ευκλείδειου χώρου που μας περιβάλλει, τα οποία όπως αναφέραμε προηγουμένως, με μεγάλη ακρίβεια, συμπεριφέρονται σαν τρισδιάστατοι Ευκλείδειοι χώροι, αντιληπτοί από τις αισθήσεις μας.
Έτσι στην ουσία αυτό που αντιλαμβανόμαστε δεν είναι παρά η προβολική σκιά μη Ευκλείδειων μορφών και σχημάτων μέσα στον τρισδιάστατο Ευκλείδειο χώρο, ο οποίος δημιουργείται μέσω αυθαιρέτων τομών του συνεχούς και αδιαίρετου συμπαντικού χωροχρόνου, τον οποίον αντιλαμβάνονται οι αισθήσεις μας.
Όπως αναφέρει και ο διάσημος φυσικός και αστρονόμος Τζων Άρτσιμπαλντ Γουίλερ: «Οι έννοιες του χρόνου και του χώρου, δεν αντιπροσωπεύουν τη φύση της πραγματικότητας, αλλά τις παραστάσεις της ανθρώπινης συνείδησης» (1967). Για το ίδιο θέμα ο γνωστός αστροφυσικός Sir Φρεντ Χόυλ διατυπώνει την άποψη ότι: «Τα πάντα υπάρχουν. Ό,τι υπήρξε κάποτε και ό,τι θα υπάρξει στο μέλλον, ενυπάρχει ήδη στο παρόν. Μόνο η συνείδησή μας κάνει τον διαχωρισμό και δημιουργεί το αίσθημα της ιστορικής ανακολουθίας και αυτό του περάσματος του χρόνου. Τα αισθήματα όμως είναι ψευδαισθήσεις δημιουργήματα της συνείδησής μας, του τρόπου που αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο».
Τα προηγούμενα γεγονότα τονίζονται με πολύ χαρακτηριστικό τρόπο και από τον Michael Talbot στο βιβλίο του «Μυστικισμός και Σύγχρονη Επιστήμη» (1993). Αναφέρει χαρακτηριστικά: «Σύμφωνα με τη νέα φυσική μόνο να ονειρευτούμε μπορούμε τον πραγματικό κόσμο. Τον ονειρευόμαστε να υπάρχει μυστηριωδώς ορατός πανταχού παρών στον χώρο και σταθερός στον χρόνο. Παρ’ όλα αυτά συγκατατεθήκαμε ενσυνείδητα στην πλαστή δημιουργία μη λογικών, αραιών και αιώνιων διαλειμμάτων (τομών) της αρχιτεκτονικής του, έτσι ώστε να μπορέσουμε ίσως να δούμε κάποτε πόσο ψεύτικο είναι το αρχικό μας πλαίσιο».
Όπως αντιλαμβανόμαστε από τα προηγούμενα, η σύγχρονη φυσική αποδέχεται θεωρητικά την ύπαρξη ενός υπεραισθητού συμπαντικού, πραγματικού χώρου, όπως και η θεολογική σκέψη. Το γεγονός αυτό δεν είναι δυνατόν να το αντιληφθούν όσοι αγνοούν τη σύγχρονη φυσική και αστροφυσική και βρίσκονται προσκολλημένοι σε επιστημονικές απόψεις του περασμένου αιώνα.
Βιβλιογραφία
Στράτος Θεοδοσίου και Μάνος Δανέζης: «Στα Ίχνη του Ι.Χ.Θ.Υ.Σ». Εκδόσεις Δίαυλος, Αθήνα 2000.
Μάνος Δανέζης και Στράτος Θεοδοσίου: «Το Σύμπαν που αγάπησα», Εκδόσεις Δίαυλος, Αθήνα 1999.
Corpus Hypercubus (Salvador Dali, 1954)
Ο πίνακας του Salvador Dali εκτίθεται στο Μητροπολιτικό Μουσείο Τέχνης της Νέας Υόρκης και παρουσιάζει τον Εσταυρωμένο πάνω στο ανάπτυγμα ενός υπερκύβου που ομοιάζει με έναν κυβιστικό σταυρό. Στο έργο αυτό είναι φανερός ο υπαινιγμός για την πραγματική φύση του Θεανθρώπου. Το μυστήριο της θείας φύσης Του κρύβεται στο γεωμετρικό και φυσικό νόημα αυτού του σχήματος. Η φυσική υπόσταση του εσταυρωμένου Θεανθρώπου, ταυτιζόμενη με το ανάπτυγμα της προβολής ενός μη αισθητού τετραδιάστατου υπερκύβου, του κυβιστικού δηλαδή σταυρού, περιγράφει με τον καλύτερο τρόπο την υπεραισθητή φύση Του.
Η ανθρώπινη φιγούρα του Ιησού δεν αποτελεί, όπως και ο κυβιστικός σταυρός πάνω στον οποίο είναι εσταυρωμένος, παρά μια σκιά, μια ψευδαίσθηση της πραγματικής Του φύσης, η οποία εξελίσσεται στα πλαίσια ενός τετραδιάστατου μη Ευκλείδειου συμπαντικού χώρου, ενός χώρου του οποίου οι μορφές και τα σχήματα δεν γίνονται αντιληπτά από τις ανθρώπινες αισθήσεις. Ο μεγάλος ζωγράφος γνώστης των μαθηματικών, είχε αντιληφθεί πριν από όλους την πραγματική θέση του Ιησού μέσα στο συμπαντικό γίγνεσθαι.
http://www.pemptousia.com/2011/07/%CE%B1%CE%B8%CE%AD%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%82-%CE%BA%CF%8C%CF%83%CE%BC%CE%BF%CF%82-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-/

Αθέατος κόσμος και Σύγχρονη Φυσική (Α’ μέρος)

Στράτος Θεοδοσίου
Ένα ευδιάκριτο χαρακτηριστικό της σύγχρονης θεολογικής πραγματικότητας, η οποία αναπτύσσεται στις Δυτικές κοινωνίες είναι και η προσπάθεια αντίκρουσης των υπερβατικών θέσεων της χριστιανικής Θεολογίας, μέσω της διατύπωσης απόψεων οι οποίες στηρίζονταν στα πορίσματα των θετικών επιστημών (αντιρρητική Θεολογία).
Μολονότι πιστεύουμε ότι η καλόπιστη ανάπτυξη αντιθέτων υποθέσεων και απόψεων, πάνω σε κάθε θέμα, αποτελεί τον ασφαλέστερο δρόμο διερεύνησης της αλήθειας, δεν μπορούμε παρά να σημειώσουμε μια σειρά επιστημονικών ανακολουθιών.
  1. Η σημερινή θετική επιστημονική σκέψη θεωρεί δεδομένο ότι το σύνολο της σημερινής επιστημονικής γνώσης, αναπόφευκτα στο μέλλον, θα επεκταθεί, θα διορθωθεί, θα συμπληρωθεί, ή ακόμα και θα καταργηθεί, υπό το βάρος νέων δραματικών επιστημονικών ανακαλύψεων. Για τον λόγο αυτό, οι επιστήμονες άλλων – εκτός των θετικών επιστημών – κατευθύνσεων, οι οποίοι αγνοούν την προηγούμενη αλήθεια, δεν θα πρέπει να στηρίζουν δογματικές θεολογικές θέσεις τους σε φθαρτές και πρόσκαιρες επιστημονικές απόψεις. Οι απόψεις τους αυτές είναι βέβαιο ότι θα ανατραπούν, μόλις ανατραπούν οι επιστημονικές απόψεις πάνω στις οποίες στηρίζονται.
  2. Η αντιρρητική Θεολογία, σε πολλές περιπτώσεις, στηρίζεται σε επιστημονικές απόψεις του 17-18ου αιώνα οι οποίες έχουν πάψει πλέον να ισχύουν. Λόγω αυτού του γεγονότος, θα πρέπει να σημειώσουμε ότι, αν οι διάφορες Θεολογικές Σχολές θέλουν να συνεχίσουν με σοβαρότητα και υπευθυνότητα το απαντητικό-αντιρρητικό τους έργο, θα πρέπει να μελετήσουν σε βάθος τα νέα επιτεύγματα των θετικών επιστημών και να προσαρμόσουν – αν είναι δυνατόν – τις επιστημονικές απαντήσεις τους πάνω σ’ αυτά. Με λίγα λόγια συνιστούμε στους θεολόγους να ακολουθήσουν το παράδειγμα των Πατέρων της χριστιανικής Εκκλησίας και να γίνουν κι αυτοί άριστοι γνώστες των επιτευγμάτων των θετικών επιστημών.
Επειδή όμως, όλα τα προηγούμενα πρέπει να γίνουν όσο το δυνατόν περισσότερο κατανοητά, θεωρούμε υποχρέωσή μας να δώσουμε ένα απτό παράδειγμα διερευνώντας – σύμφωνα με τις απόψεις της σύγχρονης επιστήμης – ένα πρόβλημα το οποίο αποτέλεσε μέσα στους αιώνες, σημείο τριβών και συγκρούσεων μεταξύ φιλοσόφων, θεολόγων και θετικών επιστημόνων.
Το πρόβλημα αυτό αφορά την ύπαρξη μιας αόρατης από τις ανθρώπινες αισθήσεις, αλλά πραγματικής και αντικειμενικής πραγματικότητας, η οποία συνυπάρχει, το ίδιο πραγματική, με αυτό που αποκαλούμε αισθητό κόσμο.
Πριν από όλα όμως είναι επιβεβλημένο, προς χάριν των αμύητων στις θετικές επιστήμες, να αναφερθούμε σε κάποια νέα δεδομένα που αφορούν τη νέα επιστημονική θεώρηση.
Θεολογία και σύγχρονη Φυσική
Προκειμένου, όμως, να κατανοήσουμε τη σύγχρονη φυσική και αστροφυσική θα πρέπει να αντιληφθούμε ότι τα παρακάτω τρία βασικά δεδομένα, τα οποία καθόριζαν την έννοια «επιστήμη» από το 1700 μ.Χ. μέχρι τις ημέρες μας έχουν αλλάξει δραματικά.
1 Μέχρι σήμερα η έννοια της ανθρώπινης κοινής λογικής, της λογικής που ανέπτυξε ο άνθρωπος μέσω των αισθήσεών του, ταυτιζόταν με την επιστημονική λογική. Τώρα πλέον, η σύγχρονη επιστημονική σκέψη διαφοροποιείται όλο και περισσότερο από την «κοινή ανθρώπινη λογική», έτσι ώστε, όποιος δεν έχει εκπαιδευτεί από μικρός σε αυτή, να μην μπορεί να κατανοήσει την αλήθεια των φυσικών γεγονότων που περιγράφονται από τη σύγχρονη φυσική θεωρία. Το κακό βέβαια είναι ότι το παγκόσμιο εκπαιδευτικό σύστημα, δεν βοηθάει προς την κατεύθυνση της αφομοίωσης των νέων αυτών νοητικών διαδικασιών.
2. Ένα δεύτερο δεδομένο – το οποίο ανατράπηκε από τη σύγχρονη φυσική – ήταν η έννοια της «ύλης», όπως αυτή γινόταν αντιληπτή από τις αισθήσεις μας και αποτελούσε το αντικείμενο επεξεργασίας της εφαρμοσμένης επιστήμης. Μαζί με τη έννοια της ύλης, ξεπεράστηκε και η Νευτώνεια κλασική φυσική, βάσει της οποίας μελετούσαμε το Σύμπαν, και η οποία αντικαταστάθηκε από τη σχετικιστική και κβαντική φυσική, καθώς και τη φυσική των στοιχειωδών σωματιδίων.
Για το θέμα αυτό ο Τσαρλς Μιούζες στο βιβλίο του Συνείδηση και πραγματικότητα αναφέρει τα εξής: Ένα δέντρο, ένα τραπέζι, ένα σύννεφο, μια πέτρα, όλα αυτά διαλύονται από την επιστήμη του 20ού αιώνα σε κάτι που συνίσταται από το ίδιο υλικό. Αυτό το κάτι είναι ένα συνονθύλευμα στροβιλιζόμενων σωματιδίων που υπακούουν στους νόμους της κβαντικής φυσικής. Τούτο σημαίνει ότι όλα τα αντικείμενα που μπορούμε να παρατηρήσουμε είναι απλές τρισδιάστατες εικόνες, οι οποίες σχηματίζονται από κύματα, υπό την επίδραση ηλεκτρομαγνητικών και πυρηνικών διαδικασιών (1972).
Ομοίως η ύλη για τη Θεωρία της Σχετικότητας δεν είναι πλέον το αναλλοίωτο σύμπλεγμα μορίων του Νεύτωνα, αλλά ένα πύκνωμα ενός ενεργειακού ρεύματος. Στο πλαίσιο του χωροχρόνου του Αϊνστάιν, η ύλη δεν αποτελεί μια ξεχωριστή οντότητα, αλλά είναι μια ιδιομορφία του πεδίου. Ένα σωματίδιο δεν είναι τίποτα άλλο από ένας κινούμενος, μη αισθητός στρόβιλος μέσα στον χώρο.
Αυτό που μέχρι σήμερα αντιλαμβανόμαστε σαν απτή και εξατομικευμένη ύλη, για τη σύγχρονη φυσική δεν είναι παρά ένα ψευδές κατασκεύασμα των αισθήσεών μας.«Βλέπουμε» δηλαδή το περιβάλλον μας όχι όπως στην πραγματικότητα είναι, αλλά όπως οι αισθήσεις μας μάς επιτρέπουν να το αντιληφθούμε.
3. Ένα τρίτο δεδομένο, το οποίο άλλαξε δραματικά τις επιστημονικές περί Σύμπαντος απόψεις μας, είναι η φύση του χώρου μέσα στον οποίο δημιουργούνται τα φυσικά γεγονότα.
Η κλασική Νευτώνεια φυσική, θεωρούσε ως αυτονόητο το γεγονός ότι ο χώρος του Σύμπαντος περιγράφεται από τη γεωμετρία του Ευκλείδη. Αυτό αρκούσε εφ’ όσον γνωρίζαμε ότι οι ανθρώπινες αισθήσεις μπορούν να αντιληφθούν μόνο μορφές και σχήματα τα οποία υλοποιούνται μέσα σε Ευκλείδειους χώρους, μέχρι και τριών διαστάσεων. Όμως και αυτή μας η πίστη αποδείχθηκε λανθασμένη, όταν ο Αϊνστάιν μέσω της Γενικής Θεωρίας της Σχετικότητας, απέδειξε ότι ο χώρος του Σύμπαντος δεν είναι Ευκλείδειος, αλλά περιγράφεται από μία άλλη γεωμετρία, αυτή του Ρήμαν, η οποία διαφέρει ριζικά από την αντίστοιχη του Ευκλείδη.
Το γεγονός αυτό δεν θα είχε και μεγάλη σημασία αν δεν γνωρίζαμε κάτι συγκλονιστικό, ότι κάθε σχήμα και μορφή που υλοποιείται σε ένα τέτοιο χώρο (οσονδήποτε διαστάσεων), δεν μπορεί να γίνει αντιληπτή από τις ανθρώπινες αισθήσεις».
Αυτό που αντιλαμβάνονται οι αισθήσεις μας δεν είναι οι πραγματικές μορφές και τα σχήματα του Σύμπαντος που μας περιβάλει, αλλά οι προβολές τους, οι σκιές τους δηλαδή, μέσα και πάνω σε μικρά τμήματα του Σύμπαντος, που λόγω του μεγέθους τους, συμπεριφέρονται σαν Ευκλείδειοι χώροι, και ως εκ τούτου γίνονται αντιληπτοί από τις ανθρώπινες αισθήσεις.
Είναι βέβαια φανερό, ότι αυτές οι προβολές (σκιές) των πραγματικών μορφών που αντιλαμβάνονται οι αισθήσεις μας, δεν έχουν καμιά σχέση με τον πραγματικό κόσμο του Σύμπαντος, ο οποίος προσεγγίζεται μόνο μέσω μαθηματικών σχέσεων.
Τελικά αυτό που θα πρέπει να αντιληφθούμε είναι ότι ζούμε μέσα σε ένα Σύμπαν που δεν μπορούμε να το αντιληφθούμε μέσω των αισθήσεών μας και ότι αυτό που μπορούμε να αντιληφθούμε δεν είναι παρά μια σκιά αυτού που πραγματικά υπάρχει.
Όλα τα προηγούμενα, όμως, δεν σημαίνουν ότι η κλασική φυσική θεωρία, όπως τη γνωρίζαμε μέχρι σήμερα, δεν συνεχίζει να λειτουργεί άψογα όταν μελετάμε φαινόμενα μέσα σε μικρά κομμάτια του Σύμπαντος όπως λ.χ. είναι το πλανητικό μας σύστημα. Πάνω στις κλασικές αυτές επιστημονικές γνώσεις στηρίζεται η σύγχρονη τεχνολογία που κάνει τη ζωή μας άνετη και ευχάριστη. Όταν όμως έχουμε να μελετήσουμε συνολικά μεγάλες περιοχές του Σύμπαντος, ή ακόμα ολόκληρο το Σύμπαν, όπου οι αισθήσεις μας στέκουν αδύναμες, η επιστήμη μπορεί να συνεχίσει την έρευνα, εφ’ όσον τα φαινόμενα, οι μορφές και τα σχήματα που δεν μπορούν να γίνουν αντιληπτά από τις ανθρώπινες αισθήσεις, μπορούν να περιγραφούν από μαθηματικές σχέσεις τις οποίες η επιστήμη ονομάζει πρότυπα (μοντέλα).
Πρέπει λοιπόν να συνειδητοποιήσουμε ότι η μελέτη του μεγάκοσμου του Σύμπαντός μας δεν είναι πλέον έργο της εμπειρικής και αποδεικτικής μέσω των αισθήσεων επιστήμης, αλλά ένα έργο του νου μας, τον οποίο ίσως πολύ σύντομα θα πρέπει να τον χρησιμοποιήσει ο άνθρωπος, σαν μια επιπλέον αίσθηση, πιο ευαίσθητη από την όραση και την ακοή.
Βεβαίως όλα τα προηγούμενα πιστοποιούν το γεγονός, ότι εκτός των άλλων, άλλαξε το φιλοσοφικό υπόβαθρο των θετικών επιστημών. Από το 1700 μ.Χ. και έπειτα, η επικράτηση μέρους των ιδεών του Αριστοτελισμού, σε βάρος του Πλατωνικού Ιδεαλισμού, στη Δυτική Ευρώπη, δημιούργησε το καθεστώς θεοποίησης της ύλης και των εφαρμογών της, δημιουργώντας αυτό που σήμερα λέμε σύγχρονο τεχνολογικό πολιτισμό. Με βάση τον Αριστοτελισμό, κυριάρχησε ο πραγματισμός του κόσμου των αισθήσεων και μια λογική που στηριζόταν στην Εμπειριοκρατία.
Ο μη αντιληπτός, από τις αισθήσεις, αλλά υπαρκτός, κόσμος των ιδεών του Πλάτωνα, και η θεωρία απεικόνισης του στις υλικές αισθητές μορφές, μη έχοντας τότε καμιά επιστημονική στήριξη και τεκμηρίωση, έγινε εύκολη λεία της αριστοτελικής πρακτικής σκέψης.
Σήμερα όμως τα πράγματα έχουν αλλάξει, και μάλλον ο Πλατωνισμός παίρνει μια πανηγυρική ρεβάνς.
Όπως ήδη συζητήσαμε, η επιστήμη γνωρίζει ότι το Σύμπαν μας, όπως ακριβώς πίστευε και ο Πλάτωνας, είναι μη αισθητό λόγω του γεγονότος ότι περιγράφεται από μία μη Ευκλείδεια γεωμετρία. Και ακόμη ότι οι μορφές και τα σχήματα που αντιλαμβανόμαστε δεν αποτελούν παρά ψευδείς απεικονίσεις, άλλων, πραγματικών μεν αλλά μη αισθητών γεγονότων, τα οποία αποτυπώνονται σαν σκιές πάνω σε μικρά τμήματα του χώρου που οι αισθήσεις μας έχουν τη δυνατότητα να τα αντιλαμβάνονται.
Όμως δεν είναι μόνο ο Πλάτωνας που είχε προβλέψει τη νέα φυσική πραγματικότητα. Δεν πρέπει να ξεχνάμε και τους Ηράκλειτο, Δημόκριτο και Παρμενίδη, οι οποίοι δίδασκαν ότι αυτά που φαίνονται αντιληπτά στις αισθήσεις δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, αλλά δημιουργούνται μόνο στη φαντασία των ανθρώπων, και ακόμα ότι η γνώση που προέρχεται από τις αισθήσεις είναι ψευδής, ενώ μόνο η διανοητική σύλληψη των πραγμάτων μας οδηγεί στη συμπαντική αλήθεια.
Με βάση τα προηγούμενα μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα πως οι προσωκρατικοί Έλληνες φιλόσοφοι είχαν φθάσει, πριν από μας, στη σύλληψη των βασικών αρχών που διέπουν τη λογική των σύγχρονων θετικών επιστημών.

Ούτε Οβολό...

«Eγώ είμαι παντελώς ακτήμων.Δεν έχω ούτε σπιθαμή γης δικής μου παρότι δεν προερχομαι από πτωχή οικογένεια. Κανένα περιουσιακό στοιχείο δεν έχω , ούτε ακίνητο ούτε κινητό , εκτός από τα ελάχιστα απλά και απέριττα άμφια μου, και τα βιβλία μου.Με ελέησε δε ο Κύριος να μην εισπράξω  από την ιεροσύνη μου, ούτε οβολό, ούτε μισθό, ούτε αμοιβή από ιεροπραξία

«Ας μη λησμονούμε , έγγαμοι και άγαμοι, ότι είμαστε αντιπρόσωποι του ταπεινού και πράου Ιησού.
Κληθήκαμε για να προοδεύουμε στην ταπείνωση και όχι να διαπληκτιζόμαστε μέσα στο ιερό θυσιαστήριο για τα πρωτεία».
«Οι κληρικοί και μάλιστα οι άγαμοι,  πρέπει να στρατολογούνται από εκείνους που έχουν ώριμη ηλικία, άριστη μόρφωση, άκρα ευλάβεια, απαστράπτον ήθος, αδαμάντινο χαρακτήρα και άρτια ψυχική συγκρότηση, η οποία αποκτήθηκε με κόπους και μόχθους, με προσευχές και μελέτες, με νηστεία και αγρυπνίες, με εκούσια πενία και καοπάθεια και με ποικίλεςστερήσεις.
Διότι η άσκηση δεν είναι προνόμιο ή καθήκον μόνο τών μοναχών, αλλά κάθε πιστού και προπαντός του κληρικού και ιδιαίτερα του αγάμου.
  Η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι βαθύτατα ασκητική και όσοι δεν αγαπούν την άσκηση και είναι φίλοι της τρυφής και τής άνεσης, δεν έχουν θέση σε αυτή.»
π. Επιφάνιος Θεοδωρόπουλος

ΕΠΙ ΤΟΝ ΙΟΡΔΑΝΗΝ ΔΡΑΜΩΜΕΝ!

  « Τήν Βηθλεέμ ἀφέμενοι, τό καινότατον θαῦμα, πρός Ἰορδάνην δράμωμεν, ἐκ ψυχῆς θερμοτάτης, κἀκεῖσε κατοπτεύσωμεν τό φρικτόν Μυστήριον· θεοπ...