Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Σάββατο, Νοεμβρίου 19, 2011

Ξυπνήστε ὑπνοβάται! Κυριακή Θ΄ Λουκά. (Λουκ. ιβ΄ 16-21). (†) ἐπίσκοπος Γεώργιος Παυλίδης Μητροπολίτης Νικαίας

 


Ξυπνήστε ὑπνοβάται!
Κυριακή Θ΄ Λουκά. (Λουκ. ιβ΄ 16-21

(†) ἐπισκόπου Γεωργίου Παυλίδου Μητροπολίτου Νικαίας

«Ἄφρον,..... ἄ ἡτοιμάσας τίνι ἔσται;»

Μία μόνον λέξις. Λέξις ὅμως τρομερά. Δὲν τὴν εἶπεν ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ κάμῃ λάθος εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῶν γεγονότων, ἤ νὰ πλανηθῇ ἀπὸ ἄλλους παράγοντας. Τὴν εἶπεν ὁ Θεὸς. Εἶναι, συνεπῶς, ἀλήθεια. Καὶ ἀναφέρεται εἰς τὸ τέλος τῆς ζωῆς τοῦ ἄφρονος πλουσίου. Νὰ κοπιάσῃς μίαν ὁλόκληρον ζωῆν, νὰ ξενυχτᾷς ἀπὸ τὶς φροντίδες, νὰ ὑποβληθῇς εἰς ποικίλας θυσίας, νὰ ὑποχρεωθῇς εἰς τόσους συμβιβασμούς· νὰ περνοῦν τὰ χρόνια μὲ τὸ ὅραμα ἑνὸς εὐτυχισμένου τέλους. Καὶ ὅταν ἐπὶ τέλους ἐγγίζῃ ἡ τελευταία ὥρα τῆς ζωῆς σου καὶ περιμένῃς τὴν εὐτυχῆ ἐπισφράγισιν τῶν τόσων κόπων, νὰ ἀκούῃς μὲ αἴσθημα ἀπεράντου ὀδύνης τὴν λέξιν: «Ἄφρον» ! Αἴ, αὐτὸ εἶναι κτύπημα φοβερόν.... Ἀνόητε! Δὲν ἔκαμες τίποτε εἰς τὸν βίον σου. Ὅλα εἶναι χαμένα, ὅσα ἐπόθησες, ὅσα ἐπέτυχες, ὅσα ἐκέρδισες. Τὸ ἀποτέλεσμα ὅλων τῶν κόπων σου εἶναι ἄχυρα. Μόνον ἄχυρα...
Ἄφρον ! Δὲν ὑπῆρξε ὅμως μόνον ὁ πλούσιος τοῦ Εὑαγγελίου ἄφρων καὶ ἀνόητος. Διὰ πολλούς, δυστυχῶς, θὰ εἴπῃ ὁ Κύριος τὴν ἰδίαν λέξιν. Διότι πολλοὶ ἀντιγράφουν τὸν ἄφρονα πλούσιον εἰς τὴν ζωήν των. Θὰ εἶναι διὰ τοῦτο χρήσιμον, ἀγαπητὲ ἀναγνῶστα, νὰ μελετήσωμεν μὲ προσοχὴν τὸ θέμα αὐτό.

Ἀπευθύνεται, λοιπόν ὁ Κύριος πρὸς κάθε ἄφρονα ἄνθρωπον καὶ τοῦ λέγει:

1.Ε ἶ σα ι ἄ φ ρ ω ν:
Διότι ἐλησμόνησες, ὅτι σὲ ἐπροίκισα μὲ ψυχήν, τὴν ὁποίαν εἶχες ὑποχρέωσιν νὰ καλλιεργήσῃς. Κοίταξε. Ἐγέμισα τὴν γῆν μὲ φυτὰ, μὲ ζῶα, μὲ πτηνά, μὲ ἑρπετά. Ψυχὴν ὅμως δὲν ἔδωσα πουθενά. Ἐσκόρπισα στὸν οὐρανὸν ἄστρα, μεγάλα καὶ μικρά, ὄγκους, ποὺ τοὺς θαυμάζει ὁ ἄνθρωπος. Ψυχὴν ὅμως δὲν ἔδωσα.

Οἱ θάλασσες εἶναι γεμᾶτες ἀπὸ ψάρια, ἀπὸ κήτη μεγάλα, ἀπὸ ζωήν. Ψυχὴν ὅμως δὲν ἔχουν. Μόνον εἰς σέ, τὸν ἄνθρωπον, ἔδωσα αὐτὴν τὴν ἀτίμητον πνοήν. Καὶ σοῦ εἶπα νὰ τὴν προσέξῃς, διότι «τί δώσει ἄνθρωπος ἀντάλλαγμα τῆς ψυχῆς αὐτοῦ;» (Ματθ. 16,26).
Καὶ σὺ τὴν διέφθειρες· τὴν ἐξεφύλισες· τῆς ἀφῄρεσες τὸ κάλλος· τὴν ἔκαμες ὕλην, χῶμα. Τὴν ἐβύθισες μέσα εἰς τὸ χρυσάφι, στὶς ἀποθῆκες.... Ὅλο κτίζεις καὶ δὲν ἱκανοποιεῖσαι, σὰν τὴ θάλσσα, ποὺ δὲν χορταίνει ποτὲ ἀπὸ νερό. Δὲν σοῦ ἀπηγόρευσα τὴν χρῆσιν τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν. Δι’ αὐτό, ἄλλως τε, σοῦ τὰ ἔδωσα. Ἀλλὰ σὺ ἔθαψες μέσα στὴν ὕλη τὸ πνεῦμα, τὴν ψυχὴν. Καὶ ἔπαθεν ἀσφυξίαν.
Ὤφειλες νὰ τὴν ἐξαγιάσῃς, νὰ τὴν ἔχῃς πάλλευκον. Καὶ σὺ τὴν παρέδωσες εἰς τὴν ἁμαρτίαν. Καὶ τὴν ἐμόλυνες. Τὴν προσέδεσες εἰς τὸ ἅρμα τῆς διαφθορᾶς καὶ τὴν κατέστησες αἰχμάλωτον τοῦ διαβόλου. Ποῦ εἶναι τὸ καθαρὸν τὴς ψυχῆς σου ἔνδυμα; Πῶς τὸ ἐρρύπανες; Πῶς τὸ ἐμόλυνες; Καί, ἐνῶ σοῦ εἶπα ὅτι τὴν προορίζω διὰ τὴν αἰωνιότητα, σὺ τῆς ἔκλεισες τὰ μάτια, διὰ νὰ μὴ βλέπῃ ὑψηλά, σὺ τῆς ἐνέκρωσες τοὺς πόθους, διὰ νὰ μὴ ποθῇ τὰ ἀθάνατα.
Τώρα, ἦλθεν ἡ ὥρα. Καλεῖσαι νὰ λογοδοτήσῃς. Τί θὰ ἀπαντήσῃς εἰς τὸ ἀμείλικτον κατηγορῶ μου; Ἄφρον! Τί θὰ ἀπαντήσῃς;

2. Ε ἶ σ α ι ἄ φ ρ ων:
Διότι τὸν πλοῦτον σοῦ τὸν ἔδωσα διὰ νὰ ἀναδειχθῇς κοινωνικὸς παράγων, διὰ νὰ μιμηθῇς ἐμέ, ποὺ σκορπίζω παντοῦ τὴν ἀγάπην. Ποῦ εἶναι, λοιπόν, τὰ ἔργα σου; Ἔκλεισες τὰ χρήματά σου εἰς τὰ χρηματοκιβώτια, ἤ τὰ ἐσκόρπισες σὲ ἄσκοπες δαπάνες. Μποροῦσες νὰ κάμῃς πηγὴν εὐλογίας τὸ χρῆμα, κτίζοντας Ἐκκλησίες, Σχολεῖα, Νοσοκομεῖα, ἰδρύματα ἀγάπης στὴν κοινωνία.

Διότι, ἄν ἀξίζῃ ἡ ζωή, ἀξίζει, μόνον ὅταν ὁ ἄνθρωπος τὴν χρησιμοποιεῖ, διὰ νὰ σκορπίζῃ γύρω του τὸ ἄρωμα τῆς καλωσύνης καὶ τὸ φῶς τῆς δημιουργίας. Ἐσὺ ἀποδείχθης στεῖρος καὶ ἅγονος. Ἐθησαύρισες διὰ τοὺς κληρονόμους σου, οἱ ὁποῖοι, διότι δὲν ἐκουράσθηκαν νὰ τὰ ἀποκτήσουν, θὰ τὰ σκορπίσουν αὔριον ἀσκόπως καὶ ματαίως.
Ἀπεδείχθης ἀνίκανος νὰ ἰδῇς πὲραν ἀπὸ τὸν ἑαυτόν σου. Ἦσαν φτωχὸς μέσα στὰ πλούτη σου. Δὲν ἠγάπησες, δὲν ἐπόνεσες στὸν πόνο τοῦ ἄλλου. Ἔμεινες κολώνα παγερή, χωρὶς καρδιὰ καὶ αἷμα. Τώρα θὰ ἀποθάνῃς. Ὁ Ἀριστείδῃς πεθαίνοντας ἄφησε τὴν μνήμην τοῦ δικαίου ἀνθρώπου. Οἱ μεγάλοι εὐεργέται ἐκέρδισαν τὴν εὐγνωμοσύνην τῶν πονεμένων.
Οἱ ἅγιοι ἐτιμήθησαν μὲ τὸ στεφάνι τῆς ἀρετῆς. Ἐσὺ θὰ ταφῇς καὶ οὔτε ἀγριόχορτα δὲν θὰ φυτρώσουν στὸ μνῆμά σου. Τί λόγον θὰ δώσῃς ἐνώπιον τοῦ φρικτοῦ Δικαστηρίου μου; Ἄφρον! Τί λόγον θά δώσῃς;

3.Ε ἶ σ α ι ἄ φ ρ ω ν:
Διότι δὲν ἀξιοποίησες τὴν κοινωνικὴν θέσιν, ποὺ σοῦ ἔδωσα. Σὲ ἐτίμησα. Σὲ ἀνεβίβασα εἰς ἀξιώματα καὶ τιμητικὰς θέσεις. Διὰ νὰ τὰ χρησιμοποίησῃς ὡς μέσα πρὸς εὐρυτέραν ἐξυπηρέτησιν τοῦ συνόλου. Καὶ σὺ ἠρνήθης νὰ γίνῃς δεξαμενή, ποὺ θὰ ἐδρόσιζε τοὺς ἄλλους.
Ἐκοίταξες μόνον τὸν ἑαυτόν σου, τὸ συμφέρον σου, τὴν ἄνεσίν σου, τὴν φιλοδοξιαν σου. Ἐλησμόνησες, ὅτι αἱ θέσεις εἶναι λειτουργήματα, δὲν εἶναι θρόνοι τιμῆς μόνον. Ὅποιος ἀνεβαίνει ἐκεῖ, πρέπει νὰ ἐκδαπανηθῇ. Ἀλλοιῶς εἶναι ἱερόσυλος. Καταχρηστής. Καιροσκόπος. Γιατὶ ἠδίκησες τοὺς ἀδυνάτους; Γιατὶ συνέτριψες τοὺς μικροὺς; Διότι δὲν εἶχαν τὴν δύναμιν νὰ διαμαρτυρηθοῦν;
Καὶ πιστεύεις, ὅτι μὲ τὸ νὰ ἐξυπηρετῇς τοὺς ἰδκούς σου, τοὺς «ἡμετέρους», τοὺς κομίζοντας «συστατικὰς ἐπιστολὰς» ἰσχυρῶν, ὅτι ἐξεπλήρωσες εὐόρκως τὸ καθῆκόν σου;
Καὶ τὸ κλάμα τοῦ ἀδικηθέντος; Καὶ ἡ κραυγὴ τῆς χήρας; Καὶ τὸ παράπονο τοῦ ὀρφανοῦ; Καὶ ἡ φθορά, ποὺ ἔγινε στὶς ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων ἀπὸ τὰ λάθη σου καὶ τὴν κακὴν συμπεριφοράν σου;
Πῶς θὰ ἀπαλλαγοῦν οἱ ψυχὲς ἀπὸ τὸν σκανδαλισμόν, ποὺ ἐδημιούργησεν ἡ κακὴ διαχείρισις τοῦ ἀξιώματός σου; Φωτιὰ καὶ θειάφι, ταλαίπωρε, θὰ γίνουν.
Θὰ πέσῃς κάποτε. Καὶ θὰ εἶναι ἡ πτῶσις μεγάλη. Καὶ τώρα, ποὺ θὰ πεθάνῃς, -αὔριον ἔστω, δὲν ἔχει σημασίαν- τὶ θὰ παρουσιάσῃς μπροστὰ μου, στὸ βῆμα μου; Ἀφροὺς καὶ φρύγανα; Ἄφρον! Τί θὰ παρουσίασῃς;

4.Ε ἶ σ α ι ἄ φ ρ ω ν:
Διότι δὲν ἐσκέφθης, ὅτι δὲν εἶναι ἀτελεύτητος ἡ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου στὴ γῆ. Γιὰ ὅλα ἐφρόντισες, γιὰ ὅλα ἔλαβες τὰ μέτρα σου. Νὰ, μεγαλώνεις τώρα τίς ἀποθῆκες σου, διὰ νὰ χωροῦν τὰ ἀμέτρητα γεννήματά σου. Καλλιεργεῖς καὶ ἄλλες ἐκτάσεις, διὰ νὰ ἔχῃς μεγαλύτεραν παραγωγήν. Ἀπασχολεῖσαι διαρκῶς μὲ αὐτὰ τὰ θέματα. Καὶ ὁ θάνατος;
Πῶς ἐλησμόνησες, ὅτι κάποτε ὅλα αὐτὰ τὰ σκορπίζει ὁ θάνατος; Δὲν ἔβλεπες γύρω σου τὸ ἀδυσώπητο κράτος του; Δὲν ἀντελήφθης, ὅτι ἡ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου εἶναι μιὰ ἀτμίδα; Ἐτυφλώθηκες τόσον; Ταλαίπωρε! Τὸ πιὸ βέβαιο πρᾶγμα τὸ παρεθεώρησες. Καὶ ἔτρεχες καὶ ἐκοπίαζες καὶ κατέστρωσες σχέδια, ὡσὰν νὰ ἐπρόκειτο νὰ μείνῃς στὴ γῆ αἰωνίως. Τί μωρία καὶ τύφλωσις !
Καὶ τώρα ὁ θάνατος σὲ εὑρίσκει, ἀποτόμως, ἀνέτοιμον, πλούσιον μὲν εἰς ὑλικὰ ἀγαθά, πτωχὸν ὅμως εἰς ἀρετήν. Ἄλλοι θὰ τὰ χαροῦν. Καὶ σὺ τρέμων θὰ παρουσιασθῇς ἀπόψε, «ταύτῃ τῇ νυκτί», ἑνώπιον τοῦ Κριτοῦ. Ἄφρον!
Δὲν ἔχεις καιρὸν πρὸς διόρθωσιν. «.....Ταύτῃ τῇ νυκτί»!

5. Ε ἶ σ αι ἄ φ ρ ω ν:
Διότι μὲ περιφρόνησες, διότι δὲν μὲ ὑπελόγισες. Εἶχες σπίτια, ἀποθῆκες, ὑγείαν, ὄνομα, σφραγῖδες, κόλακας, τέρψεις.... Καὶ εἶπες: «Ποιός εἶναι δυνατώτερος καὶ εὐτυχέστερος ἀπὸ ἐμέ; Θεὸς δὲν ὑπάρχει. Εἶναι ἕνα ψέμα, ποὺ τὸ ἐφεῦρεν ὁ ἄνθρωπος. Θεὸς εἶμαι ἐγώ ! Ἐδῶ εἶναι ἡ κόλασις, ἐδῶ εἶναι καὶ ὁ παράδεισος. Ἐγὼ, μορφωμένος, ἄνθρωπος, νὰ φθάσω στὸ σημεῖον, νὰ πιστεύω σὲ σκουριασμένες ἰδέες;» Ἄφρον ! Δύστυχε !
Γιὰ στάσου ἀδελφέ! Ὥστε ἔτσι; Θεὸς, δὲν ὑπάρχει; Μὲ τὸ ὅτι σὺ τὸν λησμονεῖς, νομίζεις ὅτι παύει καὶ νὰ ὑπάρχῃ; Δὲν κάμνει, βέβαια, ὁ Θεὸς τὴν ἐμφάνισίν Του συνήθως μὲ συγκλονιστικὸν· τρόπον. Ἀφήνει τὸν ἄνθρωπον νὰ ἐκδηλωθῇ μὲ ἐλευθερίαν, χωρὶς πιέσεις.
Κάποτε ὅμως ἔρχεται ἡ ὥρα. Τότε τελειώνουν ὅλα. Καὶ ἡ ἀσέβεια. Καὶ ἡ ἁμαρτία. Καὶ ἡ κακία τοῦ ἀνθρώπου. Καὶ αἱ ἀδικίαι. Καὶ αἰ συκοφαντίαι. Καὶ αἱ δολοπλοκίαι. Καὶ τὸ κακό, ποὺ ἔκαμεν ὁ καθεὶς μὲ τὸν Α ἤ Β τρόπον.
Μπροστά μας ὀρθώνεται τότε ὁ Θεὸς ὡς βράχος. «Πᾶς ὁ πεσῶν ἐπὶ τὸν λίθον τοῦτον συνθλασθήσεται· ἐφ’ ὅν δ’ ἄν πέσῃ, λικμήσει αὐτὸν» (Ματθ. κα΄44), εἶπεν ὁ ἴδιος ὁ Κύριος. Θὰ συντριβῇ. Θὰ ἐξαφανισθῇ ὅποιος πέσῃ ἐπάνω Του.... Ὁ ἄνθρωπος χωρὶς Θεὸν ὁμοιάζει μὲ τὸ παιδάκι ἐκεῖνο, ποὺ κάμνει ὡραῖες φοῦσκες ἀπὸ σαπουνάδα. Καὶ τὶς ὑψώνει στὸν οὐρανό. Καὶ τὶς καμαρώνει. Ἕνας ἀέρας λεπτὸς φθάνει νὰ τὶς διαλύσῃ καὶ νὰ τὶς ἐξαφανίσῃ.
Ἔτσι γίνεται καὶ μὲ τοὺς ἀνθρώπους, ποὺ χτίζουν τὴν ζωὴν των ἀφρόνως, χωρὶς Θεὸν. Διαλύονται γιὰ πάντα... Τρομερόν!
Μή, Κύριε, μὴ μὰς ἀφήσῃς νὰ γίνωμεν ἄφρονες, νὰ λησμονήσωμεν τὰ καθήκοντά μας, νὰ τυλφωθῶμεν ἀπὸ τὴν ἁμαρτίαν, νὰ ἀποδειχθῶμεν ἀνάξιοι τῶν δωρεῶν σου, νὰ ταφῶμεν μέσα εἰς τὰ κύματα τῆς φρικοτέρα μωρίας. Μή, Κύριε!

Ἀγαπητοί,
Ἦταν ὑπνοβάτης. Συχνὰς ἐσηκώνετο τὴ νύχτα. Δὲν τὸν εἶχαν πάρει εἴδησιν οἱ ἰδικοί του. Ἔτσι μιὰ βραδυὰ σηκώθηκε πάλιν. Μὲ τὰ μάτια ἀνοιχτά, μὲ τὸ χαμόγελο στὰ χείλη, κοιμισμένος ὅμως στὴν πραγματικότητα, φορεῖ τὰ ὑποδήματά του, ἀνοίγει τὴν πόρτα τοῦ δωματίου του, ἀνεβαίνει στὸ ἐπάνω πάτωμα καὶ ἀπ’ ἐκεῖ, διὰ τῆς καταπακτῆς, φθάνει στὴν στέγη του σπιτιοῦ.
Προχωρεῖ ἔπειτα ἕως τὸ ἄκρον. Σκύβει, κοιτάζει κάτω τὸν δρόμον, ἄφοβος, ὡσὰν νὰ εὑρίσκεται εἰς τὸ δωμάτιόν του. Αἴφνης ! Θεέ μου ! Ἀπὸ τὸ ἀντικρυνὸ παράθυρον λάμπει αἰφνιδίως ἕνα φῶς. Ὁ ὑπνοβάτης θαμβώνεται ἀπὸ τὸ φῶς καὶ ξυπνᾷ. Βγάζει μιὰ κραυγὴ τρόμου καὶ πέφτει ἀπὸ τὴν στέγη.
Εἰς τὸν δρόμον ἀκούεται ὁ βαρὺς κρότος τῆς πτώσεώς του· ἔπειτα πλέον τίποτε. Τὸ πρωῒ τὸν εὑρῆκαν νεκρόν, μέσα εἰς λίμνην αἵματος.

Ἀδελφέ,
Ὑπνοβάται εἶναι ὅσοι ζοῦν μακρὰν τοῦ Θεοῦ, ἀφρόνως καὶ ἀφόβως. Ἔχουν τὰ μάτια ἀνοιχτὰ. Κινοῦνται, ὁμιλοῦν, σκέπτονται, καταστρώνουν σχέιδια. Πράγματι ὅμως κοιμοῦνται. Ὄνειρα βλέπουν. Ἡ πραγματικότης εἶναι ἄλλη. Κάποτε θὰ ἀνάψῃ τὸ φῶς. Ὁ Θεός ! Καὶ θὰ ξυπνήσουν. Ἀλλὰ, ἀλλοίμονον ! Θὰ εἶναι πλὲον ἀργά.
Ἄς ἀκούσωμεν, λοιπόν, τὴν φωνὴν ποὺ ἔρχεται δυνατότερη ἀπὸ τὴ σάλπιγγα, ἰσχυρότερη ἀπὸ τὸν κεραυνόν.
Ἀδελφοί, δὲν τὴν ἀκοῦτε; Εἶναι ἡ φωνή τοῦ Θεοῦ, ποὺ μᾶς λέγει: Ξυνπνῆστε, ὑπνοβάται !

ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ
ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΠΑΥΛΙΔΟΥ
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΝΙΚΑΙΑΣ
ΛΥΧΝΟΣ ΤΟΙΣ ΠΟΣΙ ΜΟΥ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ Β΄
ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗ ΔΙΑΚΟΝΙΑ
ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

Επιστολή του Μητροπολίτη Πατρών στον Βενιζέλο για το χαράτσι

(εκ τη Ιεράς Μητροπόλεως)
Ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Πατρῶν κ.κ. Χρυσόστομος, συμμεριζόμενος τόν πόνο τῶν ἀδυνάτων οἰκονομικά συνανθρώπων μας, οἱ ὁποῖοι δέν δύνανται νά πληρώσουν τό τέλος γιά τά ἀκίνητα μέσῳ Δ.Ε.Η. καί δεχόμενος κάθε ἡμέρα στό Γραφεῖο του, τούς δοκιμαζομένους συνανθρώπους μας, μέ ἐπιστολή του παρακαλεῖ τόν κ. Εὐάγγελο Βενιζέλο, νά βοηθήσῃ ὥστε νά γίνῃ δικαιότερη ἀντιμετώπιση τῶν ανθρώπων, ὡς πρός τό θέμα αὐτό, καθ’ ὅσον ἕνα μέρος τοῦ πληθυσμοῦ ἔχει πλεόν γονατίσει κάτω ἀπό τήν φτώχεια καί τήν ἀνέχεια. Στην επιστολή το ο μητροπολίτης Πατρών αναφέρει μεταξύ άλλων: «Παρακαλῶ θερμῶς, νά παρέμβετε μέ τήν ἐγνωσμένη εὐαισθησία Σας, ὥστε νά ἀρθῇ τό ἄχθος αὐτό ἀπό τούς ὤμους τῶν ἀδυνάτων ἀδελφῶν μας. Πιστεύομε ὅτι ἡ πίεση τήν ὁποία ὑφίστανται οἱ ἀδύναμες καί εὐπαθεῖς ὁμάδες πληθυσμοῦ, θά λειτουργήση ἀντίθετα στήν ὅλη προπάθεια ἡ ὁποία καταβάλλεται γιά τήν ἔξοδο τῆς χώρας ἀπό τήν δεινή κατάσταση στήν ὁποία ἔχει περιέλθει».
Ἐν Πάτραις τῇ 18Νοεμβρίου 2011

Πρός
τόν Ἐξοχώτατον
κ. Εὐαγγελον Βενιζέλον
Ἀντιπρόεδρον τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως
καί Ὑπουργόν Οἰκονομικῶν

Ἐξοχώτατε,

Ζῶντες μέσα στό βαρύ κλῖμα τῶν δυσκόλων ἡμερῶν καί καταστάσεων τίς ὁποῖες βιώνει ὁ τόπος μας, ἀλλά καί γνωρίζοντες τόν ἀγῶνα τόν ὁποῖον καταβάλλετε καί ἐσεῖς προσωπικά καί ἡ Κυβέρνηση γιά νά ἐξέλθῃ ἡ χώρα μας ἀπό τήν δύσκολη θέση, ἐκφράζομε κατά πρῶτον τήν εὐχή νά εὐοδωθοῦν οἱ προσπάθειες αὐτές, ὥστε νά ἔχωμε τά ἀναμενόμενα ἀποτελέσματα.
Κατά δεύτερον, ὡς Ἐπίσκοπος τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, Σᾶς μεταφέρω τήν βαθειά ἀνησυχία καί τόν βαθύτατο προβληματισμό εἰδικά τῶν ἀσθενεστέρων ὁμάδων τοῦ πληθυσμοῦ, ἐξ’ αἰτίας τοῦ εἰδικοῦ τέλους ἀκινήτων, τό ὁποῖο πρέπει νά καταβληθῇ μέσῳ τῆς ΔΕΗ.
Ὅλοι μας ἀντιλαμβανόμεθα τήν προσπάθεια νά σωθῇ ἡ χώρα μας καί καλῶς γνωρίζετε ὅτι ὅλοι ἐνεργοῦμε πρός αὐτήν τήν κατεύθυνση. Ὅμως τό μέτρο αὐτό εἶναι ἐπαχθές, γιά πολύ μεγάλο μέρος τοῦ Ἑλληνικοῦ πληθυσμοῦ, ἀφοῦ ἀδυνατοῦν πολλοί συνάνθρωποί μας ἕνεκα ἀντικειμενικῶν καταστάσεων (ἀνεργία, χαμηλό εἰσόδημα κ.λ.π.) νά πληρώσουν τό ἐν λόγῳ τέλος, μή ἔχοντες πλέον καί αὐτά τά ἀπαραίτητα πρός ἀντιμετώπιση τῶν βασικῶν ἀναγκῶν, ὁδηγούμενοι συνεχῶς στήν φτώχεια καί τήν δυστυχία. Κάθε ἡμέρα, ὅλο καί περισσότεροι ἄνθρωποι κατακλύζουν τά Γραφεῖα τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεώς μου καί τούς Ἱερούς Ναούς μας, καί ζητοῦν ἀπεγνωσμένα βοήθεια, ἀλλά καί τήν παρέμβαση τῆς Ἐκκλησίας γιά τήν ἀπαλλαγή τους ἀπό ἕνα δυσβάστακτο μέτρο, τό ὁποῖο θά γίνῃ αἰτία νά στερηθοῦν καί αὐτό τό ἀγαθό τοῦ φωτισμοῦ καί τῆς θέρμανσης.
Παρακαλῶ θερμῶς, νά παρέμβετε μέ τήν ἐγνωσμένη εὐαισθησία Σας, ὥστε νά ἀρθῇ τό ἄχθος αὐτό ἀπό τούς ὤμους τῶν ἀδυνάτων ἀδελφῶν μας. Πιστεύομε ὅτι ἡ πίεση τήν ὁποία ὑφίστανται οἱ ἀδύναμες καί εὐπαθεῖς ὁμάδες πληθυσμοῦ, θά λειτουργήση ἀντίθετα στήν ὅλη προπάθεια ἡ ὁποία καταβάλλεται γιά τήν ἔξοδο τῆς χώρας ἀπό τήν δεινή κατάσταση στήν ὁποία ἔχει περιέλθει.
Εἶμαι βέβαιος, ὅτι θά πράξετε τά δέοντα καί θά ἐξετάσετε μέ δικαιότερα κριτήρια τό ὡς εἴρηται θέμα, γιά νά ἁπαλύνετε τόν πόνο τῶν ἀνθρώπων οἱ ὁποῖοι μέ δάκρυα στά μάτια ἐκφράζουν τήν ἀβεβαιότητα γιά τό σήμερα καί τήν ἀνασφάλεια γιά τό αὔριο.
Ἡ παράκλησή μου, ὅπως ἐναγώνια ἐκφράζεται μέσα ἀπό αὐτό τό γράμμα, εἶναι ἡ φωνή τοῦ δοκιμαζομένου ποιμνίου μου καί πιστεύω χιλιάδων ἄλλων Ἑλλήνων, οἱ ὁποῖοι γονατίζουν κάτω ἀπό βάρη δυσβάστακτα. Σημειωτέον ὅτι ἡ Πάτρα, ἡ τρίτη σέ πληθυσμό πόλη τῆς Ἑλλάδος, μαστίζεται ἀπό ἀνεργία καί φτώχεια, σέ πολύ μεγαλύτερο βαθμό, ἴσως, ἀπό ἄλλες περιοχές τῆς Ἑλλάδος.
Μέ τήν ἐκ βάθους ψυχῆς εὐχή, νά Σᾶς ἐνισχύῃ ὁ Θεός στό ὄντως δύσκολο ἔργο Σας καί τήν προσευχή νά βοηθήσῃ τήν πατρίδα μας νά ἐξέλθῃ ἀπό τήν κρίση πού ἀντιμετωπίζει,
Σᾶς ἀσπάζομαι μετά τῆς ἐν Κυρίῳ ἀγάπης καί τιμῆς.

Γιατί ανάβουμε το καντήλι (Αγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς)

undefinedΠρώτον. Γιατί η πίστη μας είναι φως. Ο Χριστός είπε: «Εγώ ειμί το φως του κόσμου». Το φως της κανδήλας μας θυμίζει το φως, με το οποίο ο Χριστός καταυγάζει τις ψυχές μας Δεύτερον. Για να μας θυμίζει, ότι και η ζωή μας πρέπει να είναι φωτεινή σαν των αγίων, δηλαδή των ανθρώπων, που ο Απόστολος Παύλος τους ονομάζει «τέκνα φωτός». Τρίτον. Για να είναι έλεγχος στα σκοτεινά μας έργα και στις κακές μας ενθυμήσεις και επιθυμίες. Και έτσι να τα επαναφέρει όλα στο δρόμο του φωτός του αγίου Ευαγγελίου. Για να λάμψει «τοφως ημών έμπροσθεν των ανθρώπων, όπως είδωσιν ημών τα καλά έργα και δοξάσωσι τον Πατέρα ημών τον εν τοις ουρανοίς». Τέταρτον. Είναι μια μικρή δική μας θυσία, σημείο και δείγμα της ευγνωμοσύνης και της αγάπης, που οφείλουμε στο Θεό για τη μεγάλη θυσία που έκανε για μας. Με αυτήν και με την προσευχή μας, τον ευχαριστούμε για τη ζωή, για τη σωτηρία και για όλα όσα μας χαρίζει η θεϊκή και άπειρη αγάπη του. Πέμπτον. Για να είναι φόβητρο στις δυνάμεις του σκότους, που μας επιτίθενται με ιδιαίτερη πονηρία πριν και κατά την ώρα της προσευχής και θέλουν να απομακρύνουν τη σκέψη μας από το Θεό. Οι δαίμονες αγαπούν το σκοτάδι και τρέμουν το φως: Και του Χριστού κι εκείνων που αγαπούν τον Χριστό. Έκτον. Για να μας παρακινεί σε αυτοθυσία. Όπως δηλαδή με το λάδι καίγεται στο καντήλι το φυτίλι, έτσι και το δικό μας θέλημα να καίγεται με τη φλόγα της αγάπης για τον Χριστό και να υποτάσσεται πάντοτε στο θέλημα του Θεού. Έβδομον. Για να μάθουμε ότι: Όπως δεν ανάβει το καντήλι χωρίς τα δικά μας χέρια, έτσι και το εσωτερικό καντήλι της καρδιάς μας δεν ανάβει χωρίς τα χέρια του Θεού. Οι κόποι των αρετών μας είναι η καύσιμη ύλη (το φυτίλι και το λάδι}, που για να ανάψουν και να φωτίσουν χρειάζονται το «πυρ» του Αγίου Πνεύματος. (Πηγή: «Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς. Επιστολές», -απαντήσεις σε ζητήματα προσωπικά-, εκδ. Ι. Μητροπόλεως Νικοπόλεως, σ. 75-76) Θησαυρός Γνώσεων και Ευσεβείας

«Έφυγε» ένας μεγάλος πατριώτης

Στα 71 του χρόνια έφυγε από τη ζωή ένας μεγάλος δάσκαλος και Έλληνας, ο Νεοκλής Σαρρής. Ο καθηγητής Κοινωνιολογίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, έχασε τη μάχη με τον καρκίνο τα ξημερώματα του Σαββάτου. Η κηδεία του θα γίνει στο Πρώτο Νεκροταφείο, την Τρίτη στις 15:00. Ο Νεοκλής Σαρρής, γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη και ήταν απόφοιτος της Μεγάλης του Γένους Σχολής. Σπούδασε στα Πανεπιστήμια Κωνσταντινούπολης, Αθηνών και Γενεύης. Διετέλεσε σύμβουλος επί των πολιτικών υποθέσεων του Αοίδιμου Οικουμενικού Πατριάρχου Κύρου Αθηναγόρα. Διαδέχθηκε τον Ιωάννη Ζίγδη στην προεδρία της Ένωσης Δημοκρατικού Κέντρου (ΕΔΗΚ).

Διατέλεσε καθηγητής παραγωγικών και ανωτέρων Σχολών του υπουργείου Εθνικής Άμυνας. Ως πολιτικός αναλυτής και αρθρογράφος ήταν επί δεκαετίες ο αρτιότερος ίσως γνώστης των ελληνοτουρκικών θεμάτων στην ελληνική επικράτεια.

Οι χιλιάδες φοιτητές του θα τον θυμούνται για το αστείρευτο χιούμορ του, τις πολύπλευρες γνώσεις και τις ανυποχώρητες πατριωτικές του θέσεις.

Το πλούσιο συγγραφικό και διδακτικό του έργο αποτελεί την παρακαταθήκη του. Η ελληνική διανόηση δεν γίνεται μόνο φτωχότερη. Χωρίς τον Νεοκλή Σαρρή γίνεται πιο «συμβατική» και πιο «μαλθακή». Το απαράμιλλο πάθος και η ασίγαστη αγάπη για το πανανθρώπινο ελληνικό πνεύμα αποτέλεσαν πάντα την πυξίδα στη ζωή και το έργο του.

Δείτε παρακάτω μία από τις τελευταίες δημόσιες τοποθετήσεις του εκλιπόντος (10.5.2011), που με αφορμή την ΑΟΖ σχολιάζει επίκαιρα πρόσωπα και καταστάσεις…

Περι νηστείας του π. Βασιλειου Βολουδάκη

 
nisteiodromio
του π. Βασιλειου Βολουδάκη

από το βιβλίο «ΝΗΣΤΕΙΟΔΡΟΜΙΟΝ» του π. Βασιλείου Βολουδάκη, εκδόσεις ΥΠΑΚΟΗ
Η νηστεία είναι για όλους τους ανθρώπους.
Για όλες τις ηλικίες.
Για τα παιδιά, τους νέους, τους άνδρες, τις γυναίκες, τους γέροντες.
Η νηστεία ανακουφίζει τους εργαζόμενους και τους οδοιπόρους
Αυτό σαλπίζει το Άγιο Πνεύμα με το στόμα του Μ. Βασιλείου.
«Γυναιξί δε ώσπερ το αναπνέιν, ούτω και το νηστεύειν οικείον εστί και κατά φύσιν.
Οι παίδες, ώσπερ ιών φυτών τα ευθαλή τω της νηστείας ύδατι καταρδευέσθωσαν.
Τοις πρεσβύτεροις κούφον ποιεί τον πόνον ή εκ παλαιού προς αυτήν οικειώσεις, πόνοι γαρ εκ μακράς συνήθειας μελετηθέντες, αλυπότερον προσπίπτουσι τοις γεγυμνασμένοις.
Τοις οδοιπόροις ευσταλής εστί συνέμπορος η νηστεία. Ώσπερ γαρ η τρυφή αχθοφορείν αυτούς αναγκάζει, τας απολαύσεις περικομίζοντας, ούτω κούφους (=ανάλαφρους) και ευζώνους (=ευκίνητους) η νηστεία παρασκευάζει. (Περί Νηστείας, Λόγος Β.’)
Είναι αναγκαία η τήρηση των νηστειών;
Είναι αναγκαιοτάτη, έκτος αν ο πιστός εμποδίζεται από βαρεία σωματική ασθένεια και έχη άδεια του Πνευματικού του.
Χωρίς τη νηστεία είναι αδύνατον στον άνθρωπο να μένη ενωμένος με τον Χριστό και την Εκκλησία Του. Η νηστεία είναι πρωτίστως υπακοή στον Χριστό, εκκοπή του ιδίου θελήματος, δηλαδή αληθής ταπείνωσι, και, δευτερευόντως, κακοπάθεια και άσκησι σώματος και ψυχής.
Ο ΞΘ’ Κανών των Αγίων Αποστόλων ορίζει για τη νηστεία σαφώς: «Ει τις Επίσκοπος, ή Πρεσβύτερος, ή Διάκονος, ή Υποδιάκονος, ή Αναγνώστης, ή Ψάλτης, την Αγίαν Τεσσαρακοστήν ου νηστεύει, ή Τετράδα, ή Παρασκευήν καθαιρείσθω. Εκτός ει μη δι` ασθένειαν σωματικήν εμποδίζοιτο. Εάν δε Λαϊκός ή, αφοριζέσθω». Δηλαδή, όσοι κληρικοί δεν νηστεύουν, χωρίς να έχουν σοβαρούς λόγους υγείας, πρέπει να καθαιρούνται από την Ιεροσύνη, οι δε μη νηστεύοντες λαϊκοί πρέπει να αφορίζωνται.
Οι συνέπειες του ανωτέρω Ιερού Κανόνος είναι άμεσες και αν ακόμη δεν επιβληθούν επισήμως στους παραβάτες οι προβλεπόμενες ποινές, λόγω αγνοίας ή ολιγωρίας της Εκκλησιαστικής Αρχής. Μάλιστα στην περίπτωσι αυτή οι επιπτώσεις είναι οδυνηρότερες, διότι τότε αναλαμβάνει απ’ ευθείας ο Θεός την ποιμαντική αντιμετώπισι των εμπαιζόντων τα θεία κληρικών και των αδιαφόρων λαϊκών, όπως μας προειδοποιεί ο Άγιος Απόστολος Παύλος «Δει περισσοτέρως ημάς προσέχειν τοις ακουσθείσι, μη ποτέ παραρρυώμεν. Ει γαρ ο δι’ αγγέλων λαληθείς λόγος έγένειο βέβαιος, και πάσα παράδοσις και παρακοή έλαβεν ένδικον μισθαποδοσίαν, πώς ημείς εκφευξόμεθα τηλικαύτης αμελήσαντες σωτηρίας;»(Εβρ.2,2).
Πρέπει όλοι μας να κατανοήσουμε ότι δεν αποτελούμε μέλη της Εκκλησίας μόνο με το να αυτοπροσδιοριζόμαστε ως πιστοί, δίνοντας διαπιστευτήρια στους εαυτούς μας ή με το να εξασφαλίζουμε την συγκατάθεση παραβατών κληρικών, αλλά με το να υπακούωμε «εν παντί» στις οδηγίες του Αγίου Πνεύματος, τις όποιες έχει καταγράψει επακριβώς η Αγία μας Εκκλησία δια των Θεοφόρων Αγίων Πατέρων μας.
Είναι απαραίτητο να νηστεύουμε όλες τις νηστείες καθ` όλη τη διάρκειά τους;
Στο ερώτημα αυτό δίνει απάντησι ένα άλλο ερώτημα: Είναι άραγε απαραίτητο να λαμβάνη ο ασθενής φάρμακα καθ’ όλο το διάστημα που του ώρισε ο γιατρός ή μήπως μπορεί να τα λαμβάνη μόνο για όσο διάστημα κρίνει ο ίδιος;
Νομίζω πώς δεν μπορεί κανείς λογικός άνθρωπος να ισχυρισθή ότι είναι δυνατόν να βρει ο άρρωστος την υγεία του χωρίς να εφαρμόσει επακριβώς τις οδηγίες του γιατρού του και χωρίς να παίρνη τα φάρμακα του στη δοσολογία και στα τακτά διαστήματα που αυτός του ώρισε.
Ενώ, όμως, υπάρχουν άνθρωποι, οι όποιοι δέχονται, πως η πρόωρη διακοπή της φαρμακευτικής αγωγής δεν εξασφαλίζει την υγεία του ασθενούς, από την άλλη μεριά οι ίδιοι άνθρωποι υποστηρίζουν ότι δεν είναι αναγκαία η τήρησι από τους πιστούς ολοκλήρου του διαστήματος της νηστείας, που έχει ορίσει ο Θεός, ο Ιατρός των ψυχών και των σωμάτων, άλλ’ ότι επαφίεται στην κρίσι του καθενός να νηστέψη όσο αυτός νομίζει και κρίνει! Προφανώς αυτό συμβαίνει, διότι οι περισσότεροι άνθρωποι αγνοούν ότι η νηστεία είναι σωματικό και ψυχικό φάρμακο και τη θεωρούν ως ένα τυπικό θρησκευτικό καθήκον, που προξενεί σ’ αυτούς που την τηρούν μια εν πολλοίς άσκοπη ταλαιπωρία.
Όμως η νηστεία είναι το φάρμακο για την ψυχική θεραπεία κάθε ανθρώπου, που γεννήθηκε στη γη μετά την πτώσι των Πρωτοπλάστων. Είναι φάρμακο, το όποιο, όταν λαμβάνεται με την ευλογία του Χριστού και της Εκκλησίας Του, δυναμώνει την ψυχική θέλησι του ανθρώπου, διότι καταπολεμά την ακράτεια, την ανασφάλεια, την ανυπομονησία, την δειλία, δηλαδή καταπολεμά όλα τα ψυχικά πάθη που γεννούν τις σαρκικές καταχρήσεις, την ασυδοσία, την αταξία, την ζήλια, το φθόνο, το θυμό, το μίσος και κάθε κακία, που κατεργάζεται ύπουλα την πλήρη αποδιοργάνωσι του ανθρώπου και τη διάλυσι της προσωπικότητός του.
Πολλοί λένε:
«Η νηστεία έχει τυπικό, εφ’ όσον ορίζει ποια φαγητά και πότε επιτρέπονται κατά το διάστημα που διαρκεί. Άρα είναι απλώς ένα τυπικό καθήκον».
Έχουν δίκιο;
Το τυπικό δεν ταυτίζεται πάντοτε με το περιττό και το άχρηστο, όπως συνηθίζουμε να το εννοούμε στις μέρες μας. Τυπικό έχουν και τα φάρμακα. Έχουν τυποποιηθεί σε κάψουλες, σε αινέσιμα, σε ταμπλέττες, σε σκόνη κλπ. Επίσης έχουν τυπικό ως προς την περιεκτικότητα, το είδος των φαρμακευτικών ουσιών, την επιλογή ουσιών και οι διαφοροποιήσεις αυτές δεν αφορούν μόνο διαφορετικές παθήσεις άλλα και την ίδια πάθησι, την οποία παρακολουθούν και αντιμετωπίζουν στα διάφορα εξελικτικά στάδια της.
Έτσι και ή νηστεία, ως θεραπευτική αγωγή ψυχής και σώματος που είναι, έχει τυπικό. Έχει διάρκεια, περιοδικότητα, επιλογή απλών τροφών και αποχή από όλα τα λιπαρά και τοξινούχα εδέσματα. Ή νηστεία με την επιλογή των απλών τροφών “υποπιάζει” (=κατευνάζει) και “δουλαγωγεϊ” το σώμα με σκοπό να αναδειχθή ο νους ηγεμόνας του ανθρώπου και όχι οι άτακτες ορμές του. Συγχρόνως αυτή η δουλαγωγία του σώματος, που γίνεται δια της υπακοής στο διαιτολόγιο που μας παρέδωσε ο Θεός, ευεργετεί και το σώμα και του χαρίζει υγεία, ευρωστία και μακροβιότητα.
Καθαρή καρδία ή νηστεία τροφών;
Αυτός ο λογισμός παρουσιάζεται με τρόπο έντεχνο και ύπουλο και γι` αυτό χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή και άμεση αντιμετώπισι.
Τι ζητάει, λοιπόν, από μας ο Θεός; Καθαρή καρδιά ή νηστεία τροφών; Η απάντησι της Εκκλησίας μας είναι απλή και ξεκάθαρη: Ο Θεός μας ζητάει και τα δύο. Και καρδιά καθαρή και νηστεία τροφών. Γιατί μια από τις βασικές προϋποθέσεις για την απόκτησι καθαρής καρδίας άλλα και για τη διατήρησι της καθαρότητας της είναι και η νηστεία των τροφών. Και να, γιατί:
Ο άνθρωπος αποτελείται από σώμα και ψυχή. Ούτε μόνο άυλος είναι, ούτε μόνο σωματικός. Είναι μία ψυχοσωματική ενότητα και κατά συνέπεια, το σώμα επηρεάζει την ψυχή και η ψυχή το σώ­μα. Όσο το σώμα τρέφεται αυθαίρετα και απολαμβάνει αυθαίρετα, αδιαφορώντας για τις οδηγίες, που έδωσε ο Θεός για την καλή λειτουργία του, τόσο η ψυχή αποδυναμώνεται, γίνεται εγωιστική, απάνθρωπη, καχεκτική, κομπλεξική, απρόθυμη για το καλό, βρωμίζεται, αναστατώνεται και υποφέρει. Αυτό επιβεβαιώνεται καθημερινά στην πράξι. Μας το έχει άλλωστε εξηγήσει πολύ καθαρά και ο Απόστολος Παύλος, λέγοντας: «Ει ο έξω άνθρωπος (= το σώμα) φθείρεται (=αδυνατίζει με την νηστεία και την άσκησι) ο έσωθεν (=η ψυχή) ανακαινούται ημέρα και ήμερα»(Β΄κορ. 4.16). Συμπέρασμα: Για να καθαρισθή η καρδιά μας και να κυβερνάη η ψυχή μας με τις οδηγίες του Θεού όλον τον εαυτό μας, απαραίτητη προϋπόθεσι είναι και η σωματική νηστεία των τροφών. Άλλα και για να διατηρήται η καρδιά μας καθαρή δεν πρέπει ποτέ να διακόψουμε τη νηστεία των τροφών.
Εξίσου απαραίτητη είναι βεβαίως και η νηστεία της ψυχής, «η ιών κακών αλλοτρίωσις, εγκράτεια γλώσσης, θυμού αποχή, επιθυμιών χωρισμός, καταλαλιάς, ψεύδους και επιορκίας», αλλά γι` αυτήν τη νηστεία δεν είναι ανάγκη να ειπούμε πολλά, διότι, τουλάχιστον οι πιστοί, δεν τολμούν να την αρνηθούν και να την πολεμήσουν.
Πώς πρέπει να νηστεύονται οι Τετάρτες και οι Παρασκευές του έτους;
Οι Τετάρτες και οι Παρασκευές του έτους έχουν ίση νηστεία με την Μ. Τεσσαρακοστή και γι` αυτό πρέπει να νηστεύουμε κατ` αυτές και το λάδι και το κρασί, εκτός αν υπάρχει «κατάλυσις οίνου και ελαίου» ή «κατάλυσις ιχθύος» ή «κατάλυσις εις πάντα».
Ο μέγας Πατήρ της Εκκλησίας μας άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, ανακεφαλαιώνοντάς μας την εν προκειμένω διδασκαλία των Αγίων Συνόδων και των Αγίων Πατέρων γράφει: «Επειδή ο Ν’ (50ος1) Κανών της εν Λαοδικεία προστάζει να ξηροφαγούμεν όλην την Τεσσαρακοστήν, καθώς ο θείος Επιφάνιος αιρέσει σε λέγει, εν τη Τεσσαρακοστή νηστεία, ξηροφαγία και αγνεία. Ο δε ΞΘ’ Αποστολικός Κανών, εις τον λόγον της νηστείας συνηρίθμησε την Τετράδα και την Παρασκευήν με την Τεσσαρακοστήν, λοιπόν και η νηστεία εκάστης Τετράδος και Παρασκευής δια ξηροφαγίας πρέπει να γίνηται παρόμοια με την νηστείαν της Τεσσαρακοστής. Ξηροφαγία δε είναι να τρώγη τινας άπαξ της ημέρας εις την εννάτην ώραν (δηλ. 3 τό μεσημέρι), χωρίς να εσθίη ελαίον ή να πίνη οίνον. Συμμαρτυρεί δε τη αληθεία ταύτη και ο Θείος Επιφάνιος λέγων” “Νηστεία Τετράδη και Προσαββάτω, ήτοι Παρασκευή έως ώρας εννάτης”. Λέγει δε και ο Θεοφόρος Ιγνάτιος εν τη προς Φιλιππησίους αυτού επιστολή “Τεσσαρακοστήν μη εξουθενείτε, μίμησιν γαρ περιέχει της του Κυρίου πολιτείας. Μετά την του πάθους εβδομάδα, μη παροράτε Τετράδα και Παρασκευήν νηστεύοντες, πένησιν επιχορηγούντες την περίσσειαν”». Και καταλήγει ο άγιος Νικόδημος: «Ας μη παραλογίζωνται λοιπόν τίνες λέγοντες, ότι η νηστεία Τετράδος και Παρασκευής δεν είναι νομοθεσία Αποστολική. Ιδού γαρ οι Απόστολοι οπού εις μεν τους Κανόνας αυτών συναριθμούσι ταύτην με την νηστείαν της Μεγάλης Εβδομάδος. Διότι είναι γεγραμμένον εις αυτούς “χρη νηστεύειν μεγάλην εβδομάδα, και Τετράδα και Παρασκευήν”. Αλλά τι είπον ότι νομοθετούσιν αυτήν οι Απόστολοι; Αυτός ο Ίδιος ο Χριστός την νηστείαν των δύω ημερών τούτων ενομοθέτησε. Και ότι τούτο είναι αληθές, άκουσον αυτών των αγίων Αποστόλων, τι λέγουσιν εις τας διαταγάς βιβλ. ε’ κεφ. ιδ’: “Παρήγγειλεν ημίν αυτός νηστεύειν Τετράδα και Παρασκευήν”» (Πηδάλιον, Ερμηνεία ΞΘ’ Κανόνος των Άγ. Αποστό­λων).
Ο μακαριστός Γέροντας μας, ο π. Σίμων Αρβανίτης, είχε κάποτε συζήτησι με ένα κληρικό Θεολόγο, ο οποίος επέμενε ότι καθ’ όλες τις Τετάρτες και τις Παρασκευές του έτους καταλύεται λάδι και κρασί. Ενώ δε ο Γέροντας του ανέπτυξε όλα όσα αναφέρονται στο «Πηδάλιον», αυτός εξακολουθούσε να αντιλέγει άνευ ουσιαστικών επιχειρημάτων. Τότε ο απόφοιτος της Γ’ Δημοτικού αλλά θεόσοφος π. Σίμων τον ερώτησε:
—«Ευλογημένε άνθρωπε, δεν έχεις διαβάσει στο Ωρολόγιον σε μνήμες αγίων που γράφει: “Κατάλυσις οίνου και ελαίου”; “Αν έτρωγαν λάδι όλες τις Τετάρτες και τις Παρασκευές θα γινόταν αυτή η διευκρίνησι;» Ο κληρικός όμως δεν υποχωρούσε και θριαμβευτικά του απάντησε: — «π. Σίμων, το γράφει για τις περιπτώσεις που συμπίπτουν οι ημέρες αυτές σε κάποια νηστεία, οπότε είναι προφανές ό τι σε περιόδους νηστειών και μόνο δεν καταλύουμε λάδι και κρασί τις Τετάρτες και τις Παρασκευές».
Ο άγιος Γέροντας τότε, είπε τον τελευταίο και αποφασιστικό του λόγο:
— «Είναι δυνατόν να συμπέσει ποτέ νηστεία κατά τον μήνα Ιούλιο; Όχι βέβαια. Και όμως! Ό Ιούλιος έχει πλήθος καταλύσεων, που μας επιβεβαιώνουν ότι άνευ εορτής μεγάλου άγιου οι Τετάρτες και οι Παρασκευές είναι ημέρες αυστηράς, δηλαδή ανελαίου, νηστείας»!
Πηγή: http://orthodoxovima.blogspot.com/2011/08/blog-post_7240.html#more

«Ο δρόμος για το σπίτι» του Μόσχου Εμμ. Λαγκουβάρδου

«Ο δρόμος για το σπίτι»
του Μόσχου Εμμ. Λαγκουβάρδου

Στην Ορθόδοξη Παράδοση "γέροντας" σημαίνει άγιος. Τόσο μεγάλος είναι ο σεβασμός που αποδίδει στους γέρους η Ορθοδοξία. Ο εξευτελισμός και η περιφρόνηση του γέρου, στη νέα εποχή, είναι άγνωστος στην Ορθόδοξη Παράδοση.
Πίσω από την υποτίμηση του γέρου κρύβεται η επιδίωξη των πλουσίων να μειώσουν τον πληθυσμό της γης. Οι πλούσιοι που με το χρήμα ελέγχουν την εξουσία διακατέχονται από τον ενδόμυχο φόβο του υπερπληθυσμού. Αυτή είναι η βαθύτερη αιτία για την υποτίμηση των γέρων και για άλλες κατηγορίες ανθρώπων.
Ο φόβος του υπερπληθυσμού εξηγεί γιατί συμβαίνουν όλα αυτά που συμβαίνουν στον τόπο μας και σε όλο τον κόσμο, με την κατάληψη της εξουσίας από τους τεχνοκράτες. Δεν είναι το χρήμα η αιτία. Έχουν ήδη συγκεντρώσει όλο τον πλούτο της γης στα χέρια τους. Η βαθύτερη αιτία είναι ο φόβος του υπερπληθυσμού.
Η γη μπορεί να θρέψει τους κατοίκους της και δίχως την επιθετική τεχνολογία. Το πρόβλημα δεν είναι τεχνικό, αλλά ηθικό. Για να δεις ότι το πρόβλημα είναι ηθικό, να σκεφθείς ότι ένας άνθρωπος έχει τον μισό πλούτο της γης. Ότι τo 20% των πλουσίων αρπάζουν τα 80% του ακαθαρίστου παγκοσμίου προϊόντος!
Θα καταλάβεις γιατί η εξουσία διαλύει τις οικογένειες και τις κοινωνίες που είναι θεμελιωμένες στο σεβασμό της οικογένειας, γιατί παραγκωνίζεται ο πατέρας, γιατί αγνοείται ο ενήλικος, γιατί υποτιμάται η εργασία, γιατί εξευτελίζονται οι γέροι, γιατί εκδιώκονται από την οικογένεια και την οικογενειακή εστία, γιατί στοιβάχτηκαν οι άνθρωποι σε ακατάλληλες και ανθυγιεινές κατοικίες στις νεκρές μεγαλουπόλεις.
Με το φόβο του υπερπληθυσμού η ολιγαρχία σχεδιάζει τη μείωση του πληθυσμού της γης. Γι΄ αυτό διαλύεται η Παιδεία, για να μην υπάρξει ηθική αντίσταση στην επιδίωξη των πλουσίων να μειώσουν τον πληθυσμό της γης , αρχίζοντας από τις ευπαθείς κατηγορίες ανθρώπων, τους αρρώστους, τους γέρους, τα παιδιά, τους φτωχούς... «Ο δρόμος για το σπίτι» εκφράζει τη νοσταλγία της επιστροφής σε μια ανθρώπινη ζωή, μια ζωή στα μέτρα του ανθρώπου.
Ο δρόμος για το σπίτι, η ομώνυμη κινεζική κινηματογραφική ταινία στην οποία αναφέρονται οι γραμμές που ακολουθούν, είναι ένας ύμνος στον πατέρα:
«Στη ζωή ο καθένας πρέπει να έχει ένα στόχο. Άνοιξη, καλοκαίρι, φθινόπωρο και χειμώνας. Σε όλα υπάρχει κάποιος σκοπός. Ανατολή, Δύση, Βορράς, Νότος. Σε όλα υπάρχει κάποιος σκοπός». Με αυτά τα λόγια, που είναι προφανώς του Κομφούκιου αρχίζει στην κινέζικη κινηματογραφική ταινία «Ο Δρόμος για το Σπίτι», το πρώτο του μάθημα στους μαθητές του χωριού ο νέος τους δάσκαλος. Η ιστορία του έρωτα του δασκάλου αυτού με την πιο όμορφη κοπέλα του χωριού είναι το θέμα της αριστουργηματικής αυτής ταινίας του Τζανγκ Γιμού, η οποία είναι βασισμένη στο ομώνυμο μυθιστόρημα της Μπάο Σι Ριμέμπρανς.
Το έργο αρχίζει με το γιο που επιστρέφει στο χωριό, όταν μαθαίνει ότι ο γερο-δάσκαλος πατέρας του πέθανε. Στο χωριό η μητέρα του θέλει να φέρουν τον νεκρό από την πόλη με τα πόδια. Πάντα έφερναν τους νεκρούς τους με τα πόδια. - Έπρεπε να φωνάζουν όταν σκαρφάλωναν βουνά, διέσχιζαν ποτάμια και περνούσαν σταυροδρόμια. Έλεγαν του νεκρού ότι είναι ο δρόμος για το σπίτι. Όλοι του φώναζαν, για να θυμάται το δρόμο για το σπίτι.
Ο γιος προσπαθεί να μεταπείσει τη μητέρα του, γιατί ήταν πολύ δύσκολο έργο η μεταφορά του νεκρού, επειδή δεν υπήρχαν άτομα. Οι νέοι έφυγαν απ' το χωριό στις πόλεις για να βρουν δουλειά. Στο χωριό έμειναν μόνο γέροι και παιδιά. Ο γιος προτείνει στη μητέρα του να μεταφέρουν το νεκρό με τρακτέρ.«Είναι το ίδιο» της λέει «είτε τον μεταφέρουμε με τρακτέρ είτε μετά πόδια». «Δεν είναι το ίδιο» απαντάει η μητέρα του. «Ό,τι κι αν γίνει, πρέπει να τον φέρουμε με τα πόδια».
Ότι δεν είναι πράγματι το ίδιο, θα συμφωνήσει καθένας που θα δει την ταινία. Όχι γιατί θα λάβει υπόψη του κάποια αδιάσειστα λογικά επιχειρήματα, τα οποία εκτίθενται στην ταινία, αλλά γιατί θα αγαπήσει τα πρόσωπα του έργου, τον τόπο όπου έζησαν και τον τρόπο με τον οποίο έζησαν. Θα συμφωνήσει με την καρδιά του και όχι με τη λογική.
Τελικά μετά την επιμονή της μητέρας του ο νεκρός θα μεταφερθεί με τα πόδια από τους μαθητές του που συγκεντρώθηκαν από διάφορες πόλεις, για να μεταφέρουν με τα πόδια το δάσκαλο τους από την πόλη στο χωριό, αψηφώντας τον παγωμένο καιρό.
Τα πρόσωπα που αγαπήσαμε πιο πολύ είναι ένα μέρος της ζωής μας, ένας δρόμος που μας πηγαίνει στο σπίτι μας. Αυτή είναι η κεντρική ιδέα της θαυμάσιας αυτής κινεζικής ταινίας. Η αγάπη είναι δρόμος. Το ίδιο όπως είναι η ειρήνη και η δικαιοσύνη και η χαρά, τα θεϊκά αυτά δώρα του Αγίου Πνεύματος προς τον άνθρωπο.
Είναι τόσο όμορφη η ταινία αυτή, τόσο όμορφοι οι άνθρωποι, η φύση, η ζωή στη φύση, ο αληθινός έρωτας, που θα ήταν ευχής έργον να τη δουν οι σημερινοί νέοι για να λάβουν ένα παράδειγμα του αληθινού έρωτα σε μια εποχή που επικρατεί το αμερικανικό πρότυπο του ανθρώπου χωρίς αισθήματα.
Στη ζωή ο καθένας πρέπει να έχει ένα στόχο. Σε όλα υπάρχει κάποιος σκοπός. Ποιος είναι ο στόχος και ποιος είναι ο σκοπός των ανθρώπων της νέας εποχής; Ποιος είναι ο στόχος του σημερινού μοντέλου του έρωτα χωρίς αισθήματα; Μήπως προτιμούμε τις «σχέσεις» δίχως αισθήματα, για να μην διακινδυνεύσουμε να πονέσουμε σε περίπτωση διάψευσης;
Όταν η αποφυγή του πόνου μετατρέπεται σε καθημερινή τακτική, τότε καταλήγουμε μοιραία στη νοσταλγία του μηδενός. Θα προτιμούσαμε να μην είχαμε γεννηθεί.
Λαρισινά Δοκίμια

Για τη Νηστεία των Χριστουγέννων Πότε, γιατί και πώς; του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Νέας Σμύρνης κ. Συμεών

Για τη Νηστεία των Χριστουγέννων
Πότε, γιατί και πώς;
του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Νέας Σμύρνης
κ. Συμεών

από το βιβλίο του «Ἡ νηστεία τῆς Ἐκκλησίας», 11η ἔκδοση,
Ἀποστολική Διακονία, Ἀθήνα 2007, σσ. 88-92
1. Δεύτερη μακρά περίοδος νηστείας μετά τή Μεγάλη Τεσσαρακοστή εἶναι ἡ νηστεία τῶν Χριστουγέννων, γνωστή στή γλώσσα τοῦ ὀρθοδόξου λαοῦ μας καί ὡς σαραντά(η)μερο. Περιλαμβάνει καί αὐτή σαράντα ἡμέρες, ὅμως δέν ἔχει τήν αὐστηρότητα τῆς νηστείας τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς. Ἀρχίζει τήν 15η Νοεμβρίου καί λήγει τήν 24η Δεκεμβρίου.
2. Ἡ ἑορτή τῆς κατά σάρκα Γεννήσεως τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ ἀποτελεῖ τή δεύτερη μεγάλη Δεσποτική ἑορτή τοῦ χριστιανικοῦ ἑορτολογίου. Μέχρι τά μέσα τοῦ Δ΄ αἰώνα ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἀνατολῆς συνεόρταζε τή γέννηση καί τή βάπτιση τοῦ Χριστοῦ ὑπό τό ὄνομα τά Ἐπιφάνεια τήν ἴδια ἡμέρα, στίς 6 Ἰανουαρίου. Τά Χριστούγεννα ὡς ξεχωριστή ἑορτή, ἑορταζομένη στίς 25 Δεκεμβρίου εἰσήχθη στήν Ἀνατολή ἀπό τή Δύση περί τά τέλη τοῦ Δ΄ αἰώνα.
Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, πού πρῶτος ὁμιλεῖ γιά τήν ἑορτή τῶν Χριστουγέννων, τήν ὀνομάζει «μητρόπολιν πασῶν τῶν ἑορτῶν» (PG 48, 752) καί μᾶς πληροφορεῖ περί τό 386 ὅτι «οὔπω δέκατόν ἐστιν ἔτος, ἐξ οὗ δήλη καί γνώριμος ἡμῖν αὕτη ἡ ἡμέρα (τῆς ἑορτῆς) γεγένηται» (PG 49, 351).
Μέ τή διαίρεση τῆς ἄλλοτε ἑνιαίας ἑορτῆς καί τήν καθιέρωση τῶν τριῶν ξεχωριστῶν ἑορτῶν, τῆς Γεννήσεως τήν 25η Δεκεμβρίου, τῆς Περιτομῆς τήν 1η καί τῆς Βαπτίσεως τήν 6η Ἰανουαρίου, διαμορφώθηκε καί τό λεγόμενο Δωδεκαήμερον, δηλαδή τό ἑόρτιο χρονικό διάστημα ἀπό τίς 25 Δεκεμβρίου ὥς τίς 6 Ἰανουαρίου. Ἔτσι διασώθηκε κατά κάποιο τρόπο ἡ ἀρχαία ἑνότητα τῶν δύο μεγάλων ἑορτῶν τῆς Γεννήσεως καί τῆς Βαπτίσεως τοῦ Κυρίου.
3. Ἡ μεγάλη σημασία πού ἀπέκτησε μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου στή συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας ἡ νέα ἑορτή τῶν Χριστουγέννων καί ἡ εὐλάβεια τῶν πιστῶν καί ἰδιαίτερα τῶν μοναχῶν, ἀποτέλεσαν τίς προϋποθέσεις γιά τήν καθιέρωση καί τῆς πρό τῶν Χριστουγέννων νηστείας. Σ' αὐτό ἀσφαλῶς ἐπέδρασε καί ἡ διαμορφωμένη ἤδη τεσσαρακονθήμερη νηστεία τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς πού προηγεῖτο τοῦ Πάσχα.
Ὅπως ἡ ἑορτή ἔτσι καί ἡ νηστεία, ὡς προετοιμασία γιά τήν ὑποδοχή τῶν γενεθλίων τοῦ Σωτῆρος, ἐμφανίστηκε ἀρχικά στή Δύση, ὅπου ἡ νηστεία αὐτή ὀνομαζόταν Τεσσαρακοστή τοῦ ἁγίου Μαρτίνου ἐπειδή ἄρχιζε ἀπό τήν ἑορτή τοῦ ἁγίου τούτου τῆς Δυτικῆς Ἐκκλησίας. Τό ἴδιο ἐπανελήφθη καί σ΄ ἐμᾶς, ὅπου πολλοί τή νηστεία τῶν Χριστουγέννων ὀνομάζουν τοῦ ἁγίου Φιλίππου ἐπειδή προφανῶς ἀρχίζει τήν ἑπομένη τῆς μνήμης τοῦ Ἀποστόλου.
Οἱ πρῶτες ἱστορικές μαρτυρίες, πού ἔχουμε γιά τή νηστεία πρό τῶν Χριστουγέννων, ἀνάγονται γιά τή Δύση στόν Ε' καί γιά τήν Ἀνατολή στόν ΣΤ΄ αἰώνα. Ἀπό τούς ἀνατολικούς συγγραφεῖς σ΄αὐτήν ἀναφέρονται ὁ Ἀναστάσιος Σιναΐτης, ὁ πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Νικηφόρος ὁ Ὁμολογητής, ὁ ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης, καθώς ἐπίσης καί ὁ πατριάρχης Ἀντιοχείας Θεόδωρος Βαλσαμών.
4. Ἡ νηστεία στήν ἀρχή, καθώς φαίνεται, ἦταν μικρῆς διάρκειας. Ὁ Θεόδωρος Βαλσαμών, πού γράφει περί τόν ΙΒ΄ αἰώνα –καί κατά συνέπεια μᾶς πληροφορεῖ γιά τά ὅσα ἴσχυαν στήν ἐποχή του–, σαφῶς τήν ὀνομάζει «ἑπταήμερον». Ὅμως ὑπό τήν ἐπίδραση τῆς νηστείας τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς ἐπεξετάθη καί αὐτή σέ σαράντα ἡμέρες, χωρίς ἐν τούτοις νά προσλάβει τήν αὐστηρότητα τῆς πρώτης.
Πῶς θά πρέπει νά τή νηστεύουμε; Καθ' ὅλη τή διάρκεια τοῦ σαρανταημέρου δέν καταλύουμε κρέας, γαλακτερά καί αὐγά. Ἀντίθετα, ἐπιτρέπεται νά καταλύουμε ψάρι ὅλες τίς ἥμερες –πλήν, φυσικά, τῆς Τετάρτης καί τῆς Παρασκευῆς– ἀπό τήν ἀρχή μέχρι καί τήν 17η Δεκεμβρίου. Ψάρι καταλύουμε ἐπίσης καί κατά τήν ἑορτή τῶν Εἰσοδίων τῆς Θεοτόκου, ὁποιαδήποτε ἡμέρα κι ἄν πέσει.
Ἀπό τήν 18η μέχρι καί τήν 24η Δεκεμβρίου, παραμονή τῆς ἑορτῆς, ἐπιτρέπεται ἡ κατάλυση οἴνου καί ἐλαίου μόνο –ἐκτός, βέβαια, τῶν ἡμερῶν Τετάρτης καί Παρασκευῆς πού θά παρεμβληθοῦν καί κατά τίς ὁποῖες τηροῦμε ἀνέλαιη νηστεία. Ἐπίσης μέ ξηροφαγία θά πρέπει νά νηστεύουμε τήν πρώτη ἡμέρα τῆς νηστείας, 15η Νοεμβρίου, καθώς καί τήν παραμονή τῆς ἑορτῆς, ἐκτός βέβαια κι ἄν πέσουν Σάββατο ἤ Κυριακή.
ΝΗΣΤΕΙΑ: ΑΠΟΧΗ ΑΠΟ ΠΑΣΗΣ ΑΜΑΡΤΙΑΣ
«Ἐπίσης ὀφείλουμε νά μήν τηροῦμε μόνο τήν τάξη τῆς νηστείας πού ἀφορᾶ τίς τροφές, ἀλλά νά ἀπέχουμε καί ἀπό κάθε ἁμαρτία, ἔτσι ὥστε, ὅπως νηστεύουμε ὡς πρός τήν κοιλιά, νά νηστεύουμε καί ὡς πρός τή γλώσσα, ἀποφεύγοντας τήν καταλαλιά, τό ψέμα, τήν ἀργολογία, τή λοιδορία, τήν ὀργή καί γενικά κάθε ἁμαρτία πού διαπράττουμε μέσῳ τῆς γλώσσας.
Ἐπίσης χρειάζεται νά νηστεύουμε ὡς πρός τά μάτια. Νά μή βλέπουμε μάταια πράγματα. Νά μήν ἀποκτοῦμε παρρησία διά μέσου τῶν ματιῶν. Νά μήν περιεργαζόμαστε κάποιον μέ ἀναίδεια. Ἀκόμη θά πρέπει νά ἐμποδίζουμε τά χέρια καί τά πόδια ἀπό κάθε πονηρό πράγμα.
Μέ αὐτό τόν τρόπο νηστεύοντας μιά νηστεία εὐπρόσδεκτη στόν Θεό καί ἀποφεύγοντας κάθε εἴδους κακία πού ἐνεργεῖται διά μέσου τῆς καθεμιᾶς ἀπό τίς αἰσθήσεις μας, θά πλησιάζουμε, ὅπως εἴπαμε, τήν ἁγία ἡμέρα τῆς Χριστουγέννων ἀναγεννημένοι, καθαροί καί ἄξιοι τῆς μεταλήψεως τῶν ἁγίων μυστηρίων».
ΔΩΡΟΘΕΟΣ ΓΑΖΗΣ
Πηγή: http://www.imns.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=259:221110&catid=67:2010-02-26-17-33-45&Itemid=120

Η αφροσυνη του πλεονεκτου

Η αφροσυνη του πλεονεκτου

«Τοῦ Κυρίου ἡ γῆ καὶ τὸ πλήρωμα αὐτῆς» (Ψαλμ. 23,1)
ΠλεονεκΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ, ἀγαπητοί μου, εἶνε ἕνας κα­θρέφτης, στὸν ὁποῖον, ἐὰν κοιτάξουμε μὲ προσοχή, θὰ δοῦμε τὸν ἄθλιο ἑαυτό μας, τὶς κακίες καὶ τὰ πάθη ποὺ ἔχουμε. Στὸ σημερινὸ δὲ εὐαγγέλιο βλέπουμε ἕνα ἀπὸ τὰ φοβερώτε­ρα ἐλαττώματα. Ὀνομάζεται πλεονεξία. Πλεονεξία εἶνε τὸ νὰ μὴ εὐχαριστῆται κανεὶς σ’ αὐτὰ ποὺ ἔχει, ἀλλὰ νὰ ζητῇ ὅλο καὶ περισσό­τερα καὶ ποτέ νὰ μὴ λέῃ «Δόξα σοι, ὁ Θεός». Εἶνε μιὰ ἐκδήλωσις τοῦ ἀτομιστικοῦ καὶ ἐγωϊστικοῦ πνεύματος. Στὴ σημερινὴ παραβολὴ βλέπουμε τὴν εἰκόνα τοῦ πλεονέκτου.

* * *

Τί μᾶς λέει; Ἦταν ἕνας ἄνθρωπος πλούσι­ος γεωκτήμων. Εἶχε πολλὰ ὑ­ποστατικά, χωράφια, ἀμπέλια, ἐλαιοστάσια, κήπους μὲ ὀ­πωροφόρα δέν­τρα. Κατεῖχε μεγάλη ἔκτασι γῆς. Ἦ­ταν ἆραγε εὐ­τυχι­σμένος; Ὅπως δείχνει ἡ συνέχεια, ὄχι. Μιὰ χρονιὰ ἦρθε μεγάλη εὐφορία. Τὰ χωράφια ἔδωσαν πολὺ καρπό. Τὰ δέν­τρα λύγιζαν ἀπ’ τὸ βάρος. Τί ἔπρεπε κι αὐτὸς νὰ πῇ; Νὰ πῇ «Δόξα σοι, ὁ Θεός», νὰ πῇ ἕνα «εὐ­χαριστῶ». Τὸ εἶπε; Δὲν τὸ εἶπε. Ὅταν εἶδε αὐ­τὴ τὴν ἔκτακτο ἐσοδεία μπῆκε σὲ μεγάλη συλλογή. Πήγαινε νὰ κοιμηθῇ τὴ νύχτα καὶ δὲν τὸν ἔπιανε ὕπνος. Τὸν ἀπασχολοῦσε ἕνα πρόβλημα, ποὺ εὔκολα μποροῦσε νὰ λυθῇ, ἀλλὰ ἡ πλεονεξία τὸ ἔκανε δυσεπίλυτο.
Ποιό ἦταν τὸ πρόβλημα. «Τί νὰ κάνω», λέει, «ποὺ δὲν ἔχω ποῦ νὰ συνάξω τὰ ἀγαθά μου;» (Λουκ. 12,17). «Τί νὰ κάνω;»! Νὰ τὸ λέῃ ὁ φτωχὸς ἄνθρωπος ποὺ δὲν ἔχει ψωμὶ νὰ φάῃ, νὰ τὸ λέῃ ὁ πολύτε­κνος πατέρας ποὺ σκέπτεται πῶς θ’ ἀποκαταστήσῃ τὰ παιδιά του, νὰ τὸ λέῃ ἡ χήρα ποὺ παλεύει μὲ τόσα προβλήματα, νὰ τὸ λέῃ τὸ ὀρφανὸ ποὺ ἔμεινε ἔρημο; Τὸ λέει αὐτός! Ἐπὶ τέλους, ἀφοῦ βασάνισε τὸ μυαλό του, βρῆκε λύσι. Ποιά λύσι; Νὰ γκρεμί­σῃ τὶς ἀ­ποθῆκες του καὶ νὰ χτίσῃ μεγαλύτερες. Ἀφοῦ συλλέξω ἐκεῖ τοὺς καρπούς, σκεπτόταν, θὰ πῶ· «Ψυχή μου, ἔχεις πολλὰ ἀγαθὰ κείμενα εἰς ἔτη πολλά· ἀναπαύου φάγε, πίε, εὐφραίνου» (ἔ.ἀ. 12,19). Αὐτὰ σκεπτόταν, αὐτὸς ἦταν.
Ὁ κόσμος θὰ τὸν θεωροῦσε ἔξυπνο. Ἀλλὰ ἄλλη ἡ γλῶσσα τοῦ κόσμου, ἄλλη τοῦ Εὐ­αγγε­λίου. Ἂς φαινόταν προνοητικὸς καὶ δημιουργικός· ὁ Κύριος λέει, ὅτι δὲν εἶχε μυαλὸ κουκούτσι, τὸν ὀ­νομάζει «ἄφρονα» (ἔ.ἀ. 12,20). Γιατί τὸν ὀνομάζει ἄφρονα; Προσέξτε.
⃝ Ἀκούσατε τί λέει· «Τὰ γενήμα­τά μου», «τὰ ἀ­γαθά μου» (ἔ.ἀ. 12,18). Πόσο ἁμαρτωλὸ ἐκεῖνο τὸ «μου»! Αὐτὸ θὰ μᾶς φάῃ. Ἦταν δικά του; Πρῶτα-πρῶτα ὁ σπόρος. Μέσα του κλείνει τε­ραστία δύναμι ἀναπαραγωγῆς. Ποιός τοῦ ἔ­δω­σε τὴ δύναμι αὐτή; Χίλιοι γεωπόνοι καὶ ἄλλοι ἐπιστήμονες νὰ μαζευτοῦν, ἕνα σπόρο δὲ μπο­ροῦν νὰ κάνουν. Ὁ σπόρος λοιπὸν ποὺ ἔσπειρε ὁ πλούσιος δὲν ἦταν δικός του. Ἔπει­τα τὸ χῶμα. Γιὰ νὰ φυτρώσῃ ὁ σπόρος, θέλει χῶμα. Τί εἶνε τὸ χῶμα; Ἄλλο πάλι μυστήριο. Τὸ χῶμα ποὺ πατοῦμε ἔχει τεραστία δύναμι. Χιλιάδες τώρα χρόνια βλαστάνει, φυτρώνει συνεχῶς. Εἶνε γόνιμο, νά ἡ ἀξία του. Πάρτε δυὸ γλάστρες, μία γεμάτη χρυσάφι καὶ μία γε­μάτη χῶμα, καὶ σπείρετε σπόρο· τὸ χρυσάφι δὲ φυτρώνει, εἶ­νε στεῖρο, ἐνῷ τὸ χῶμα εἶνε εὐ­λογημένο· βγάζει δέν­τρα, καρπούς, ἄνθη. Ποιός τὸ ἔκανε; Ὁ σπόρος λοιπὸν τοῦ Θεοῦ, τὸ χῶμα τοῦ Θε­οῦ. Ἀλλὰ γιὰ νὰ φυτρώσῃ ὁ σπόρος στὸ χῶ­μα θέλει καὶ νερό. Ἂν ὁ οὐρανὸς δὲ βρέ­­ξῃ, ξεράθη­καν τὰ πάντα. Ἀπαραίτητος εἶ­νε καὶ ὁ ἥλιος· χω­ρὶς τὶς ἀκτῖνες του τίποτα δὲν εὐ­δοκιμεῖ. Μὲ λίγα λόγια, ὅλα τοῦ Θεοῦ εἶνε. Ἐν τούτοις ὁ πλούσιος λέει «τὰ ἀγαθά μου». Δὲν εἶνε δικά σου, κύριε. Δὲν ἄκουσες ποτὲ τὸ λόγο «Τοῦ Κυρίου ἡ γῆ καὶ τὸ πλήρωμα αὐ­τῆς» (Ψαλμ. 23,1); Τοῦ Κυρίου εἶνε καὶ ἡ γῆ καὶ ὅ­λα τὰ ἀγαθά της. Δὲν εἶσαι ἰδιοκτήτης, μόνο διαχειριστής.
⃝ Εἶνε ὅμως ἀνόητος κι ἀπὸ ἄλλης πλευ­ρᾶς. «Θὰ γκρεμίσω», λέει, «τὶς ἀποθῆ­κες μου, θὰ κάνω καινούργιες καὶ θὰ μαζέψω ἐκεῖ τὰ ἀγαθά μου». Ζητοῦσε ἀποθῆκες. Μὰ ὑπῆρχαν. Δὲν τὸ λέω ἐγώ, τὸ λέει ὁ Μέγας Βασίλειος. Ποιές εἶνε οἱ ἀποθῆκες; Τὰ στομάχια τῶν πεινασμέ­νων! Δὲν σκέφθηκε ὅτι δίνοντας στοὺς φτωχοὺς ἀποθηκεύει στοὺς οὐρανούς. Γι’ αὐτὸ εἶνε «ἄφρων».
⃝ Εἶνε ἀνόητος ἀκόμα, διότι ὑπολόγιζε πὼς θὰ ζήσῃ «ἔτη πολλά» (ἔ.ἀ. 12,19). Ἔζησε; Οὔτε μιὰ νύχτα. Ἔκανε «λογαριασμὸ χωρὶς τὸν ξενοδό­­χο». Ποιός εἶνε ὁ «ξενο­δόχος»; Ὁ χάρος! Ἐ­κεῖ ποὺ ἔκανε σχέδια, ἀκούει· Ἔλα ἐδῶ, κι οὔ­­­τε δευτερόλεπτο ἀναβολή!… Τί εἶνε ὁ ἄν­θρω­πος; Μιὰ σταγόνα αἷμα στὸν ἐγκέφαλο καὶ γίνεται φυτό. Ἀνόητε, «ἄφρον»!…
Ὥστε λοιπὸν ἡ πλεονεξία ἐν τῇ ἐσχάτῃ ἀ­να­λύσει της εἶνε ἀφροσύνη. Ἐν τούτοις ὁ ἄν­θρωπος δὲν συνετίζεται, δὲν λέει ποτέ «φτάνει». Ἡ θάλασσα μπορεῖ νὰ πῇ στὰ ποτάμια «Φτάνει πιὰ τὸ νερό σας», ὁ χάρος μπορεῖ νὰ πῇ στοὺς νεκροὺς «Φτάνει πιά, χόρτασα ἀπὸ πτώματα»· ὁ πλεονέκτης ὅμως δὲν τὸ λέει. Ἔκανε ἕνα ἑκατομμύριο; ζητάει δύο· ἔκανε δύο; ζητάει τέσσερα, πέντε, δέκα, εἴκοσι ἑκατομμύρια… Φοβερὸ τὸ πάθος· «ῥίζα πάντων τῶν κακῶν εἶνε ἡ φιλαργυρία» (Α΄ Τιμ. 6,10). Κάνει δυστυχῆ τὸν ἑαυτό του. Ὑπενθυμίζει κάποιον ἀπὸ τοὺς ἀρχαίους, ποὺ παρακάλεσε, λένε, τοὺς θεούς, ὅ,τι ἀγγίζει νὰ γίνεται χρυ­σάφι, καὶ τὸν ἄκουσαν· ἄγγιξε πέτρες, δέντρα, λουλούδια…, ὅλα ἔγιναν χρυσᾶ. Ὅταν ὅμως στὸ σπίτι κάθησε στὸ τραπέζι, ἔγιναν χρυσᾶ καὶ τὸ πιάτο καὶ τὸ φαγητὸ καὶ τὸ ψωμί· ἔτσι δὲν εἶχε τί νὰ φάῃ, καὶ πέθανε ἀπὸ τὴν πεῖνα. Φάε, λοιπόν, χρυσάφι! Μῦθος εἶνε αὐτός, ἀλλὰ διδάσκει σὲ τί παγίδα πέφτει ὁ πλεονέκτης.
Ἡ πλεονεξία, ἐκτὸς ἀπὸ τὰ ἄτομα, ἀπειλεῖ τὰ ἔθνη καὶ τὴν κοινωνία σήμερα. Καὶ ἡ μικρή μας πατρίδα κινδυνεύει. Τὸ ἔθνος μας ἦταν πτωχό, δὲν εἶχε ἐπάρκεια. Σιτάρι φέρναμε ἀπ’ ἔξω, ἀπὸ τὴ ῾Ρωσία καὶ τὴν Ἀμερική. ῾Ρύζι ―θυ­μοῦμαι στὰ χρόνια τὰ δικά μας― δὲν ὑ­πῆρχε οὔτε μιὰ φούχτα, οὔτε γιὰ φάρμακο. Τώρα, δό­ξα τῷ Θεῷ, ὄχι μόνο γίναμε αὐτάρ­κεις ἀλ­λὰ ἔχουμε καὶ πλεόνασμα. Ἂς εἶνε καλὰ οἱ γε­ωρ­γοὶ τῆς ὑπαίθρου μας ἀλλὰ καὶ οἱ ἀδελφοί μας οἱ ἐργατικώτατοι πρόσφυγες, ποὺ ἔ­διωξε ὁ Κεμὰλ ἀπὸ τὴ Μικρὰ Ἀσία. Ὅλοι αὐ­τοὶ δούλεψαν σὰν μιὰ οἰκογένεια, καὶ οἱ πέτρες ἀκόμα καλλιεργήθηκαν καὶ καρποφόρησαν. Τώρα ὅμως τί κάνουμε οἱ ἄφρονες· πετοῦ­με ῥοδάκινα, μῆλα καὶ ἄλλους καρποὺς στὶς χωματερές. Θεέ μου, τί ἔγκλημα! Ἔχουμε τόσο ἐμπορικὸ στόλο· μπορούσαμε νὰ φορτώσου­­με δέκα καράβια καὶ νὰ τὰ πᾶμε στὶς χῶ­ρες ποὺ πεινᾶνε καὶ πεθαίνουν οἱ ἄνθρωποι. Δὲν τὸ κάνουμε οἱ πλεονέκται καὶ ἄφρονες. Καὶ ἄφρων πλεονέκτης εἶνε ὁλόκληρος ἡ Εὐ­ρώπη, αὐτὴ ἡ ΕΟΚ, ποὺ ἐπιβάλλει νὰ ξερριζωθοῦν ἀμπέλια καὶ ἐλαιοστάσια στὴν Ἑλλάδα, γιὰ νὰ μποροῦν αὐτοὶ νὰ πωλοῦν σὲ μεγά­λες τιμὲς τὰ προϊόντα τους. Δὲν θὰ ἐπεκτα­θῶ ἐπ’ αὐτοῦ. Περιμένουν πολλὰ ὡρισμένοι ἀπὸ τὴν ΕΟΚ, ἐγὼ δὲν περιμένω. Εἶνε συνασπισμὸς συμφεροντολόγων, «ἑταιρεία λεόντων» ὅπως τὴν ὠνόμασε κάποιος πολιτικός. Καὶ ἂν μπῇ καὶ ἡ Τουρκία μέσα, ὤχ ὤχ, γράψε ἀλλοίμονο!…

* * *

Τὸ Εὐαγγέλιο εἶνε αἰώνιο, ἀγαπητοί μου. Ἰδού ἡ εἰκόνα τῆς πλεονεξίας ποὺ μᾶς δίδει. Καὶ τὸ φάρμακο ποὺ συνιστᾷ ποιό εἶνε;
Τὸ πνεῦμα τοῦ Εὐαγγελίου εἶνε· Νὰ εἶσαι ὀ­λιγαρκής, ἐργατικός, δίκαιος, σπλαχνικός. Ἀρκέσου στὰ λίγα, τὰ ἀπαραίτητα, στὸν «ἄρ­τον ἡμῶν τὸν ἐπιούσιον» (Ματθ. 6,11). Οἱ ἀνάγ­κες τοῦ ἀνθρώπου δὲν εἶνε πολλές· πέντε – δέ­κα τὸ πολύ. Τώρα ὁ ἄφρων ἄνθρωπος τῆς κα­ταναλωτικῆς κοινωνίας ἐπλήθυνε τὶς ἀ­νάγκες του σὲ χιλιάδες. Οἱ περισσότερες εἶ­νε περιττὰ ἢ καὶ ἐπιβλαβῆ πράγματα, ὅπως λ.χ. τὸ τσιγάρο. Ἂν λείψουν τὰ περιττά, ὁ μικρὸς πλανήτης μας εἶνε ἐφωδιασμένος ἀ­πὸ τὸν Δη­μιουργὸ μὲ τόσα πλούτη, ποὺ ἂν καλ­λιεργηθῇ σωστὰ μπορεῖ νὰ θρέψῃ πέντε φορὲς περισσότερο πληθυσμό. Πότε; ὅταν μαζὶ μὲ τὴν ὀλι­γάρκεια ὑπάρχῃ ἀνιδιοτέλεια καὶ δικαιοσύνη, ὅταν πάψῃ τὸ «σὸν» καὶ τὸ «ἐμόν», ὅταν ἡ γῆ δὲν ἀνήκῃ πλέον στὸν ἄλφα καὶ στὸν βῆτα ἀλ­λὰ στὸ Θεὸ κατὰ τὸ «Τοῦ Κυρίου ἡ γῆ καὶ τὸ πλήρωμα αὐτῆς», ὅταν ὑπάρχῃ δικαία κατανο­μή, ὅταν τὸ περίσσευμα τοῦ ἑνὸς πηγαίνῃ στὸ ὑ­στέρημα τοῦ ἄλλου, ὅπως λέει ὁ ποιητής· «αὐ­τὸ ποὺ περισσεύει, εἶνε τῆς χήρας, τοῦ ὀρφανοῦ, καὶ μὴν τὸ σπαταλᾶτε».
Κ’ ἐμεῖς νὰ πολεμήσουμε μέσα στὴν καρδιά μας τὴν πλεονεξία. Ὁ σατανᾶς λέει· Ὅλα γιὰ τὸν ἑαυτό σου, τίποτα γιὰ τὸν ἄλλον. Ὁ Χριστὸς λέει· Ὅλα γιὰ τὸν ἄλλον!
Ἡ λύσις τῶν προβλημάτων ποὺ τυραννοῦν τὴν ἀνθρωπότητα εἶνε μέσα στὴ Γραφή. Τὰ εἶπε ὁ Χριστός. Τὰ ἐφαρμόζουμε; παράδεισος θὰ γίνῃ ἡ γῆ! Δὲν τὰ ἐφαρμόζουμε; κόλασις θὰ γίνῃ ἡ γῆ. Καὶ γίνεται κόλασις, ἀφοῦ ὅλοι, μικροὶ καὶ μεγάλοι, πλούσιοι καὶ φτωχοί, ἄρ­χοντες καὶ ἀρχόμενοι, φύγαμε μακριὰ ἀπὸ τὸ Θεό. Τὸ Εὐαγγέλιο εἶνε τὸ χρυσὸ κλειδί, μὲ τὸ ὁποῖο λύνονται τὰ ἀτομικά, τὰ οἰκογενειακά, τὰ ἐθνικά, τὰ παγκόσμια προβλήματα· ἀμήν.
† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
(Ομιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου στον ιερό ναό του Ἁγίου Κωνσταντίνου & Ἑλένης Ἀμυνταίου 19-11-1989)

Πρωτοπρ. Διονύσιος Τάτσης, Η Χάρις του Θεού (Κυριακή Θ΄Λουκά)

πηγή: Ορθόδοξος Τύπος, 11/11/2011
Η ΧΑΡΙΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ
Γράφει ο Πρωτοπρεσβύτερος Διονύσιος Τάτσης
Μερικοὶ ἄνθρωποι ἔχουν σύγχυση καὶ δὲν μποροῦν νὰ διακρίνουν τὴ χριστιανικὴ πίστη ἀπὸ τὴν καλοσύνη. Ἡ χριστιανικὴ πίστη δὲν πρέπει νὰ συγχέεται μὲ τὴν τήρηση ὁρισμένων τύπων καὶ τὴν ἐκτέλεση διαφόρων ἔργων. Ἕνας ἐπίσκοπος διευκρινίζει: «Νομίζουν μερικοὶ πὼς ὁ καλὸς ἄνθρωπος εἶναι καὶ καλὸς χριστιανός. Πιστεύουν στὴν καλοσύνη, ἀλλὰ δὲν πιστεύουν στὴ χάρη τοῦ Θεοῦ. Ἄλλο πρᾶγμα εἶναι οἱ ἠθικοὶ ἄνθρωποι κι ἄλλο οἱ πιστοί. Προηγεῖται ἡ πίστη καὶ ἕπονται τὰ ἔργα ποὺ εἶναι καρπὸς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος τονίζει・ “τῇ γὰρ χάριτί ἐστε σεσωσμένοι διὰ πίστεως”, δηλ. εἴμαστε σωσμένοι μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἐκδηλώνεται διὰ τῆς πίστεώς μας. Ἡ πίστη στὸ πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἁγιάζει τὸν ἄνθρωπο κι ὄχι τὰ καλὰ ἔργα. Μᾶς ἁγιάζει ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ κι ὄχι ἡ δύναμη τῶν καλῶν μας ἔργων. Κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ καυχηθεῖ πὼς σώθηκε μόνο μὲ τὰ καλά του ἔργα»...

Πολλοὶ χριστιανοὶ ὑπερτονίζουν τὴν ἀξία τῶν καλῶν ἔργων ποὺ ἐπιτελοῦν, γιατὶ ἔτσι προβάλλονται στὸ λαό, ἐνῶ δὲν κάνουν ἰδιαίτερο λόγο γιὰ τὴ θεία χάρη ποὺ ὁδηγεῖ στὴ σωτηρία. Εἶναι ἐξωστρεφεῖς καὶ δὲν ἔχουν γευθεῖ ποτὲ τοὺς καρποὺς τῆς πνευματικῆς ζωῆς. Δὲν ἀκολουθοῦν τὴν ὁδὸ τῶν Ἁγίων, οἱ ὁποῖοι τόνιζαν ὅτι μόνο τὰ καλὰ ἔργα δὲν σώζουν. «Οἱ Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας μας ὑπῆρξαν διδάσκαλοι τῆς χάριτος, γιατὶ τὴν εἶχαν βιώσει, γι᾽αὐτὸ καὶ ὀνομάζονται πνευματικοί, δηλ. καινούργιοι ἄνθρωποι. Ἄνθρωποι ποὺ μέσα στὴν καρδιά τους γεννήθηκε ὁ Χριστὸς καὶ ἐνεργεῖ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ τοὺς δίδαξε νὰ συμμετέχουν σωστὰ στὰ παθήματα τοῦ Χριστοῦ, νὰ ζοῦν μυστηριακὴ ζωή, νὰ συμμετέχουν στὸ μυστήριο τῆς ζωῆς, δηλ. στὴ Θεία Εὐχαριστία, νὰ εἶναι ταπεινοὶ καὶ νὰ ζητᾶνε τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ ξεχύνεται παντοῦ, ἀρκεῖ νὰ βρεθεῖ κάποιος νὰ τὴν ἀναζητήσει καὶ νὰ τὴν βιώσει ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ. Τὸ πιὸ φοβερὸ πρᾶγμα εἶναι νὰ μὴ ἐνεργεῖ μέσα σου ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ», συμπληρώνει ὁ ἴδιος ἐπίσκοπος

Κυριακή Θ΄ Λουκά - Ο άφρων (+Μητροπολίτου Φλωρίνης Αυγουστίνου Καντιώτου)


Image and video hosting by TinyPic
Ὁ ἄφρων

(Ομιλία του †Μητροπολίτου Φλωρίνης Αυγουστίνου Καντιώτου)

«Εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ Θεός· Ἄφρον…»(Λουκ. 12,20)
Καμμία λέξι τοῦ Εὐαγγελίου, ἀγαπητοί μου, δὲν εἶνε περιττὴ καὶ ἄσκοπη. Κάθε λέξι τοῦ Θεανθρώπου ἔχει σημασία. Ἀπὸ τὴ σημερινὴπερικοπὴ θὰ πάρουμε ὡς θέμα μία μόνο λέξι, ἐκείνη ποὺ χαρακτηρίζει ὅλη τὴ ζωὴ ἑνὸςἀνθρώπου, τοῦ κυρίου προσώπου τῆς παραβολῆς· εἶνε ἡ λέξι «ἄφρων»(Λουκ. 12,20). Ποιόν χαρακτηρίζει «ἄφρονα» ὁ Κύριος; Ἕνα πλούσιο.
Ὁ κόσμος, ὅταν δῇ κάποιον ν᾿ ἀναπτύσσῃ δραστηριότητα, νὰ ἐξελίσσεται οἰκονομικά,νὰ χτίζῃ μέγαρα, ν᾽ ἀγοράζῃ νέα οἰκόπεδα καὶ κτήματα, νὰ ζῇ μὲ ἀνέσεις καὶ νὰ διασκεδάζῃ σὰν νέος Κροῖσος καὶ Σαρδανάπαλος, τὸν θαυμάζει καὶ λέει· Τί ἔξυπνος, τί τετραπέρατοςἄνθρωπος! ξέρει νὰ ζήσῃ… Ἄλλη ὅμως ἡ κρίσι τοῦ κόσμου καὶ ἄλλη ἡ κρίσι τοῦ Θεοῦ. Ὁ Θεὸς κρίνει τελείως διαφορετικά.
Δὲν εἶνε οἱ πλούσιοι οἱ εὐτυχεῖς, ἀλλὰ οἱ δυστυχεῖς· δὲν εἶνε αὐτοὶ οἱ σοφοί, ἀλλὰ οἱ ἄφρονες. Εἶνε ἄξιοι ὄχι θαυμασμοῦ ἀλλὰ οἴκτου· εἶνε νὰ τοὺς κλαῖς, γιατὶ βαδίζουν τὸ δρόμο τοῦ ὀλέθρου. Ἄσπλαχνοι πλούσιοι! ἡ Ἐπιστολὴ τοῦ Ἰακώβου σᾶς προειδοποιεῖ· «Κλαύσατε ὀλολύζοντες ἐπὶ ταῖς ταλαιπωρίαις ὑμῶν ταῖς ἐπερχομέναις»( 5,1).

Ἡ φωνὴ τοῦ Θεοῦ, ἀγαπητοί μου, ἀποκαλεῖ τὸν πλεονέκτη πλούσιο «ἄφρονα». Δὲν εἶνε δύσκολο νὰ βροῦμε γιατί τὸν εἶπε ἔτσι. Παρατηρῆστε τον. Ἐμπρὸς στὴν ἐξαιρετικὴ σοδειὰ ποὺ εἶχε, σκέπτεται μὲ ἀγωνία, ποῦ νὰ συνάξῃ τοὺς καρπούς. Τέλος λύνει τὸ πρόβλημα μὲ τὴν ἀπόφασι νὰ χτίσῃ νέες μεγαλύτερες ἀποθῆκες. Καὶ κατόπιν, σὰ νὰ κρατάῃ κιόλας τὰ κλειδιὰ τῶν νέων ἀποθηκῶν, παραδίδεται σὲ ῥεμβασμούς. Βλέπει τὰ ἀγαθὰ νὰ συσσωρεύωνται. Ὤ τί πλούτη ! ἐδῶ τὸ ἐκλεκτὸ σιτάρι ,ἐκεῖ τὸ λάδι ποὺ λάμπει σὰ χρυσάφι, ἐδῶ τὸκρασὶ ξανθὸ καὶ μυρωδᾶτο, ἐκεῖ τὰ κτηνοτροφικά, τὰ τυριὰ καὶ τὰ βούτυρα, πιὸ ᾽κεῖ οἱ ξηροὶ καρποί.
«Ψυχή,… φάγε, πίε, εὐφραίνου» (ἔ.ἀ. 12,19). Ὤ τὸν ἀνόητο! Ὑποτιμᾷ τὴν ψυχή.
Τὸν ἀκούσατε τί τῆς λέει· «Φάγε» ! Μὰ ἡ ψυχὴ δὲν τρώει, δὲν εἶνε ὕλη, δὲν ἔχει πεπτικὸ σωλῆνα.Δὲν εἶνε σὰν τὸ σαρκοφάγο ἐκεῖνο ὄρνεο, ποὺ πέταξε ἀπὸ τὴν κιβωτὸ τοῦ Νῶε καὶ δὲν γύρισε γιατὶ βρῆκε ἄφθονη τροφὴ τὰ πτώματα ποὺ ἐπέπλεαν μετὰ τὸν κατακλυσμό. Ὄχι, οὔτε ὄρνεο οὔτε χοῖρος εἶνε ἡ ψυχή, νὰ χορταίνῃ μὲσάρκες καὶ βόρβορο. Εἶνε ἄυλη, πνευματική,καὶ ἑπομένως δὲν τρέφεται μὲ ὑλικὴ τροφή.Πεινάει βέβαια καὶ διψάει κι αὐτή, ἀλλὰ ἡ πεῖ να καὶ δίψα της εἶνε ἐντελῶς διαφορετική. Εἶ νε πεῖνα καὶ δίψα ὑπερφυσική, τὴν ὁποία ἐκφράζει ὁ Δαυῒδ ὅταν λέει «Ὃν τρόπον ἐπιποθεῖ ἡ ἔλαφος ἐπὶ τὰς πηγὰς τῶν ὑδάτων, οὕτως ἐπιποθεῖ ἡ ψυχή μου πρός σε, ὁ Θεός. Ἐδίψησεν ἡ ψυχή μου πρὸς τὸν Θεὸν τὸν ζῶντα» (Ψαλμ. 41,2-3). Τὸ ποτὸ κι ὁ ἄρτος της εἶνε ἄλλης φύσεως. Πῶς λοιπὸν θὰ τῆς πῆτε «Φάγε, πίε, εὐφραίνου»;Ἂν ἐπιμένετε, τότε φανταστῆτε ἕνα πλούσιο σὲ ἀβραμιαῖο συμπόσιο. Ξαφνικὰ ἔρχεται κάποιος καὶ τοῦ ψιθυρίζει στ᾽ αὐτὶ λίγες λέξεις.
Ἀμέσως ἡ μορφή του ἀλλοιώνεται. Συγκινεῖται, δακρύζει, τὸ χέρι του τρέμει, ἀφήνει τὸ ποτήρι, δὲ θέλει πιὰ ν᾽ ἀγγίξῃ οὔτε τὸ καλύτερο φαγητό. Φάγε, τὸν παρακινοῦν οἱ συνδαιτυμόνες. Ὅλα ὅμως τοῦ φαίνονται τώρα πικρά.Τί ἔπαθε, ἄλλαξε ἡ γεῦσι του; Ὄχι. Μία εἴδησι, ἕνα τηλεγράφημα, ἕνα θλιβερὸ ἄγγελμα,ποὺ ἦρθε ἀπὸ μακριά, χωρὶς νὰ προξενήσῃ, ἐκ πρώτης ὄψεως, καμμία ζημιὰ στὸ σῶμά του,συγκλόνισε τὸ ἐσωτερικό του, πίκρανε τὴν ψυχή του , καὶ τώρα σκεπτικὸς καὶ περίλυπος κλαίει κι ἀναστενάζει μέσα στὸν ὑλικό του παράδεισο.Ἂν ἦταν μόνο ὕλη, δὲν θὰ συγκλονιζόταν ἀπὸ μιὰ ἰδέα καὶ δὲ θὰ διέκοπτε τὸ συμπόσιο· θὰ συνέχιζε ἀνενόχλητος τὴν εὐθυμία καὶ τὸ φαγοπότι.
Ἄφρων, γιατὶ δὲν κατάλαβε τὴν εὐγένεια τῆς ψυχῆς, ἀλλὰ ἄφρων καὶ διότι οἰκειοποιεῖται τὰ ξένα. Θὰ τὸ δῆτε στὴ φράσι ἐκείνη ποὺ εἶπε «Τὰ ἀγαθά μου» (ἔ.ἀ. 12,18) . Ὤ ὁ φίλος! Ὅλα ὅσα πρόκειται νὰ συνάξῃ τὰ ὀνομάζει «ἀγαθά μου ».
Ἀλλὰ τ᾿ ἀγαθὰ τῶν κτημάτων καὶ τῶν κοπαδιῶν εἶνε δικά του; Τί ἔφερε μαζί του ὅταν γεννιόταν; Γυμνὸς δὲν ἦρθε στὸν κόσμο; Ἔπειτα· τὰ χωράφια, τ᾽ ἀμπέλια, οἱ ἐλαιῶνες τίποτα δὲ μποροῦν ν᾿ ἀποδώσουν ἂν δὲν εὐλογήσῃ ὁ Θεός.
Κοπίασε, ἄνθρωπε· σπεῖρε, ῥῖξε λιπάσματα, ἐφάρμοσε τὶς καλύτερες γεωπονικὲς μεθόδους· ἂν δὲν ἔρθῃ ἡ βοήθεια Ἐκείνου, ὅλα θὰ καταλήξουν στὸ μηδέν. Ἕνα σύννεφο μὲ χαλάζι, ἕνας ἄνεμος ἀπὸ τὴ φλογισμένη ἔρημο τῆς Ἀφρικῆς, μιὰ πλημμύρα ποὺ κατακλύζει πεδιά-δες, —τί λέω;— ἕνα μικρὸ - ἀδιόρατο μικρόβιο ποὺ κάθεται πάνω στὰ φύλλα καὶ τοὺς καρποὺς φτάνουν νὰ ματαιώσουν ὅλη τὴ σοδειά. Γίνε λοιπὸν συνετός, ἀναγνώρισε τὸν Κυρίαρχο τῆς φύσεως καὶ πές· «Τοῦ Κυρίου ἡ γῆ καὶ τὸ πλήρωμα αὐτῆς» (Ψαλμ. 23, 1) . Ὅταν βλέπῃς τὰ δέντρα νὰ λυγίζουν ἀπ᾽ τοὺς καρπούς, τὰ κοπάδια νὰ πληθύνωνται, ὅλα τ᾽ ἀγαθὰ νὰ πολλαπλασιάζωνται, γονάτισε, εὐχαρίστησε τὸ Θεὸ καὶ πές·
Κύριε, ὅλ᾽ αὐτὰ εἶνε δικά σου, ἐγὼ εἶμαι απλῶς ἕνας διαχειριστὴς τῶν ἀγαθῶν σου, ποὺ πρόκειται νὰ δώσω λόγο πῶς διέθεσα καὶ τὸντελευταῖο κόκκο σιταριοῦ καὶ τὴν τελευταία σταγόνα λάδι. Ἐσύ, Κύριε, τίποτε δὲ θέλεις νὰ σπαταλᾶται ἀσώτως. Φώτισέ με νὰ κάνω καλὴ χρῆσι τῶν ἀγαθῶν σου πρὸς ὠφέλειαν τοῦπλησίον καὶ δόξαν τοῦ ἁγίου σου ὀνόματος!
Ἀλλὰ τέτοια γλῶσσα δὲν θέλει νὰ λαλήσῃ ὁ πλούσιος. Διπλάσια, τριπλάσια καὶ μυριοπλάσια ἐὰν ἀποκτήσῃ, καὶ τὰ κλειδιὰ ἀκόμη ὅλωντῶν ἀποθηκῶν τῶν πέντε ἠπείρων ἂν τοῦ παραδώσετε, αὐτὸς θὰ ἐξακολουθήσῃ νὰ λέῃ τὸ τραγούδι τοῦ μαμωνᾶ, ποὺ σὲ ὅλες τὶς στροφὲς μία ἐπῳδὸ ἔχει· «τὰ ἀγαθά μου » , «τὰ ἀγαθά μου ». Ὤ τὸν ἀνόητο! Θὰ βρίσκεται σὲ διαρκῆ ἀγωνία. Καὶ ἐνῷ ὁ πλανήτης μας εἶνεπροωρισμένος νὰ συντηρῇ δισεκατομμύρια,αὐτὸς θὰ ἤθελε ὅλη ἡ γῆ νὰ γίνῃ ἀτομικὴ ἰδι-οκτησία του καὶ νὰ τὴν περιμαντρώσῃ μὲ ἠλε-κτροφόρο σύρμα, γιὰ νὰ μὴν ἁπλώσῃ χέρι καὶκόψῃ πράσινο φύλλο ὁ διαβάτης…
Ἄφρων, γιατὶ ὑποτίμησε τὴν ἀξία τῆς ψυχῆς· ἄφρων, γιατὶ οἰκειοποιήθηκε τὰ ἀγαθὰ τοῦ Θεοῦ. Ἀλλὰ καὶ τρίτο στοιχεῖο τῆς ἀφροσύνης του παρουσιάζει ἡ παραβολή· λησμονεῖ τὸ θάνατο.
Ὑπολογίζει, ὅτι τ᾽ ἀγαθὰ ποὺ θὰ συνάξῃ θὰ ᾽νε ἀρκετὰ γιὰ δεκαετία, γιὰ αἰῶνα, γιατί ὄχι γιὰ μιὰ χιλιετία. Καὶ μὲ τέτοια προοπτι-κὴ συντάσσει πρόγραμμα ζωῆς. Φαντάζεται,πὼς οἱ μέρες τῆς ζωῆς θά ᾽νε ἀτέλειωτες.
Ὁ ἀνόητος! Εἶνε ὁ πρῶτος ποὺ κατοικεῖ στὴ γῆ; Δὲν εἶδε τὸ τραγικὸ τέλος τοῦ ἀνθρώπου, ὅτι
ὑπάρχει θάνατος ; Δὲν εἶδε τοὺς γονεῖς του νὰ πεθαίνουν; Δὲν ἄκουσε ποτέ στὴ συνοικίατου θρήνους, δὲν πῆγε ποτέ σὲ νεκροταφεῖο; Μία ἐπίσκεψι ἐκεῖ θὰ τοῦ ἦταν ὠφέλιμη. Θὰ ἔβλεπε τὴ ματαιότητα, τὴν ὁποία ζωγράφισεὁ ποιητὴς τῆς Ἐκκλησίας σ᾽ ἐκεῖνο τὸ τροπάριο·
«Πάντα ματαιότης τὰ ἀνθρώπινα, ὅσα οὐχ ὑπάρχει μετὰ θάνατον· οὐ παραμένει ὁ πλοῦτος, οὐ συνοδεύει ἡ δόξα· ἐπελθὼν γὰρ ὁ θά- να τος ταῦτα πάντα ἐξηφάνισται…» (Νεκρώσ. ἀκολ.).
Διηγοῦνται, ὅτι ὁ κατακτητὴς Σαλαδῖνος (1137-1193) προαισθάνθηκε τὸ θάνατο καὶ διέταξε ἕνα σημαιοφόρο νὰ κρεμάσῃ στὴν ἄκρη μιᾶς λόγχης ἕνα κομμάτι ἀπὸ τὸ μαῦρο ὕφασμα, μέσα στὸ ὁποῖο θὰ τύλιγαν τὸ σῶμα του, καὶ τὴν ὥρα τῆς κηδείας του νὰ προπορεύεται τῆς πομπῆς καὶ νὰ φωνάζῃ· «Νά τί κατώρθωσε νὰ πάρῃ μαζί του ἀπ᾿ ὅλους τοὺς θησαυρούς του ὁ μέγας Σαλαδῖνος, ὁ κατακτητὴς καὶ δεσπότης ὅλης τῆς ἀνατολικῆς αὐτοκρατορίας».Δυστυχῶς στὸ σχέδιο ποὺ κατέστρωσε ὁ πλούσιος δὲν ὑπῆρχε καμμία πρόβλεψι ὅτι ἔρχεται ὁ θάνατος. Ἕνα λεπτὸ τὸν χωρίζει ἀπὸ τὴν αἰωνιότητα, κι αὐτὸς ὀνειροπολεῖ γιὰ «ἔτη πολλά» . Σὰν τοὺς ἐπιβάτες ἑνὸς ὑπερωκεανίου ποὺ διασκεδάζουν κ᾽ ἔξαφνα μιὰ τορπίλλη τοὺς θάβει στὸ βυθό. Γι᾽ αὐτὸ ὁ πλούσιος ἄκουσε· «Ἄφρον, ταύτῃ τῇ νυκτὶ τὴν ψυχήν σου ἀπαιτοῦσιν ἀπὸ σοῦ· ἃ δὲ ἡτοίμασας τίνι ἔσται;». Ὁ πλούσιος, ἀγαπητοί μου, ἔχτισε τὸ μέγα-ρο τῆς εὐτυχίας του στὴν ἄμμο, κι αὐτὸ γκρεμίστηκε. Γι᾿ αὐτὸ χαρακτηρίστηκε «ἄφρων».
Ἂς φοβηθοῦμε μήπως ἡ ἴδια ὀνομασία δοθῇ καὶ σ᾽ ἐμᾶς. Ἂν κάποιος ἔχτιζε σπίτι πάνω σ᾽ ἕνα παγόβουνο, δὲν θὰ τὸν λέγαμε ἀνόητο; Κι ὅμως ἐμεῖς εἴμαστε ποὺ χτίζουμε πάνω σὲ παγό-βουνο, στὸ παγόβουνο τοῦ ἐγωισμοῦ καὶ τοῦ ὑλισμοῦ . Ὁ Κύριος εἶπε ὅτι «διὰ τὸ πληθυνθῆ - ναι τὴν ἀνομίαν ψυγήσεται ἡ ἀγάπη τῶν πολ- λῶν» (Ματθ. 24,12). Ὑλικὸ παράδεισο ἀγωνίζονται νὰδημι ουργήσουν οἱ ἄνθρωποι. Γι᾽ αὐτὸ ἡ ἀφροσύνη εἶνε τὸ στέμμα τοῦ πολιτισμοῦ μας .
Ποῦ θεμελιώνουμε;
Ἡ ὕλη δὲν εἶνε σταθερὸ θεμέλιο. Δικό μας θεμέλιο, ποὺ θὰ μείνῃ ἄσειστο, νὰ γίνῃ μόνο ὁ ΚΥΡΙΟΣ. «Μακάριος ὃς ἐλπίζει ἐπ᾽ αὐτόν» (Ψαλμ. 33,8) . Μακάριος ὅποιοςἐκτελεῖ τὶς θεῖες του ἐντολές. Θὰ εἶνε αὐτάρκης, θὰ εἶνε ὁ ἐν Χριστῷ πλούσιος, ὁ ὁποῖος,χρησιμοποιώντας τὴν ὕλη ὡς μέσο γιὰ ἀνωτέρους σκοποὺς τοῦ πνεύματος, θὰ θησαυρίζῃ θησαυροὺς ἀφθάρτους καὶ αἰωνίους.
Γραπτὴ ὁμιλία, ἡ ὁποία μεταδόθηκε ἀπὸ τὸν ῾Ραδιοφωνικὸ Σταθμὸ Λαρίσσης τὸ 1949 στὴν καθαρεύουσα
πηγή ΑΚΤΙΝΕΣ

Μισθωτοὶ ποιμένες, μισθωμένοι ἄρχοντες.

  Μισθωτοὶ ποιμένες, μισθωμένοι ἄρχοντες. Γεώργιος Κ. Τζανάκης . Ἀκρωτήρι Χανίων Σχετικῶς μὲ τὸ θέμα τῶν αὐξήσεων τῶν μισθῶν τῶν ἀρχιερέων, ...