Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Τετάρτη, Νοεμβρίου 30, 2011

Ἡ Θεία Λειτουργία

Θεόκλητος Ἀθανασόπουλος (Ἀρχιμανδρίτης, Ἱεροκήρυξ τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Μαντινείας καὶ Κυνουρίας)



Ἡ Θεία Λειτουργία ὡς τὸ μυστήριο φανερώσεως τῆς συναγμένης Ἐκκλησίας καὶ ἡ εὐθύνη –στάση τῶν λειτουργῶν –ποιμένων πρὶν και μετὰ ἀπὸ αὐτήν.



(Εἰσήγηση τοῦ Ἀρχιμανδρίτου π. Θεοκλήτου Ἀθανασοπούλου, Πρωτοσυγκελλεύοντος Ἱεροκήρυκος τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Μαντινείας καὶ Κυνουρίας, ἡ ὁποία ἔγινε κατά τὴ 2η Ἱερατική Σύναξη τῆς Μητροπόλεως Δημητριάδος καὶ Ἁλμυροῦ.)


Σεβασμιώτατε πάτερ καὶ Δεσπότα, Σεβαστοί μου πατέρες καὶ ἐν Χριστῷ ἀγαπητοὶ ἀδελφοὶ καὶ συλλειτουργοί, εὐλογεῖτε.

Κλήθηκε σήμερα ἡ ἀσημότητά μου ἀπὸ Σᾶς ἅγιε Δημητριάδος καὶ Ἁλμυροῦ, ἄκρως τιμητικά, νά ἀπευθύνη «λόγον ἀγαθόν» στόν ὑφ’ Ὑμᾶς συναγμένο Ἱερό Κλῆρο, στήν τιμία τούτη σημερινὴ ὁμήγυρη, τὴν ὁποία καὶ παρακαλῶ «ἐν σπλάγχνοις Ἰησοῦ Χριστοῦ» (Φιλ. α’ 8) νά μὲ δῆ καὶ νά μὲ κρίνη ὡς ἀδελφό ἐλάχιστο καὶ ἀνάξιο γιά τέτοια δοχή, ἄρα ἀδελφικῶς καὶ νά μοῦ συγχωρήση τὴν ἀπειρία καί τίς ἀτέλειες. Πρὸς Σᾶς ἀπευθυνόμενος ἅγιε Γέροντα, ἐπιτρέψατέ μου νά Σᾶς ἀπαντήσω στήν εὐγενικὴ καὶ πατρικὴ Σας πρόσκλησι, ὅπως ὁ Τίμιος Πρόδρομος ἀπήντησε στόν Κύριο ὅταν τοῦ ζήτησε να τὸν βαπτίση, νά βαπτίση δηλαδὴ ὁ δοῦλος τὸν Δεσπότη: «Ἐγὼ χρείαν ἔχω ὑπὸ σοῦ διδαχθῆναι, καὶ σὺ ἔρχη πρὸς με;», παραφράζοντας ἀλλὰ καὶ προσαρμόζοντας τὰ λόγια τοῦ Βαπτιστοῦ στή σημερινὴ περίσταση. Ὅμως «πρέπον ἐστὶν» (Ματθ. γ’ 15) νά ὑπακούσω στήν ἀγάπη Σας, ἀνέβην στό βῆμα καὶ ζητῶ τὴν εὐχὴ Σας πρὸς τοῦτο.

Τὸ θέμα πού μὲ τή χάρη τοῦ Θεοῦ θὰ προσεγγίσωμε εἶναι: «Ἡ Θεία Λειτουργία ὡς τὸ μυστήριο φανερώσεως τῆς συναγμένης Ἐκκλησίας καὶ ἡ εὐθύνη –στάση τῶν λειτουργῶν – ποιμένων πρὶν καὶ μετὰ ἀπὸ αὐτήν».



Ἐκκλησία: Ὁ ὅλος Χριστὸς


Οἱ πρῶτοι Χριστιανοί, ἅγιοι πατέρες, εἶχαν τὴν συνείδηση ὅτι τὸ νά εἶναι κανεὶς Ἐκκλησία σημαίνει νά ἀνήκη στήν κοινότητα τοῦ Λαοῦ τοῦ Θεοῦ, στήν Ἱερή Ἀποστολικὴ Κοινότητα, νά εἶναι «ἐρριζωμένος» καὶ «οἰκοδομημένος» (Κολ. β’ 7) σ’ ἕνα σῶμα (Ἀ’ Κορ. ια’ 13). Ἐκκλησία γι’ αὐτοὺς εἶναι ὁ ἀληθινὸς Ἰσραήλ, ὁ νέος ἐπιούσιος Λαὸς τοῦ Θεοῦ, γιά τὸν ὁποῖο ὁ Πέτρος εἶπε: «Εἶστε γένος ἐκλεκτό, σῶμα ἱερέων πού ἔχουν βασιλικὴ καταγωγή• εἶστε συγχρόνως βασιλεῖς καὶ ἱερεῖς, ἔθνος ἅγιο, χωρισμένο ἀπὸ τὸν κόσμο κι ἀφιερωμένο στόν Θεό, λαός πού ἀνήκει κατὰ κυριότητα σ’ αὐτὸν τὸν Θεό» (Α’ Πετρ. β’ 9).

Κι ἀλήθεια ἡ Ἐκκλησία πού ἱδρύθηκε καὶ συγκροτήθηκε ἀπὸ τὸν Θεό διὰ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, εἶναι «θεία κοινωνία» κι ὄχι κοσμικὴ κοινωνία• εἶναι ἱερή Κοινότητα ὄχι «ἐκ τοῦ κόσμου τούτου», οὔτε κἄν «τοῦ αἰῶνος τούτου», ἀλλὰ τοῦ μέλλοντος καὶ μένοντος αἰῶνος. Εἶναι ἡ Κοινότητα ἐκείνων πού μένουν «ἐν Αὐτῷ» καὶ στην ὁποία Αὐτὸς ὁ Ἴδιος μένει καὶ οἰκεῖ διὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Εἶναι ἕνας Λαὸς ἐκλεγμένος σὲ πορεία, ὁ «νέος Ἰσραήλ», ποὺ τοῦ δόθηκε μιά καινούργια σωτήρια ἱστορική ἐντολή: νά φανερώση στόν κόσμο τὴ νέα σχέση, τή Διαθήκη δηλαδὴ τοῦ Θεοῦ μὲ τοὺς ἀνθρώπους πού συντελέστηκε «ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ», στό πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἡ ποιότητα τοῦ καινούργιου «Λαοῦ τοῦ Θεοῦ» θεμελιώνεται καὶ σφραγίζεται, ὑποστασιάζεται καὶ σφραγίζεται μὲ τὸ αἷμα τῆς σταυρικῆς θυσίας τοῦ Χριστοῦ. Τὸ νά μετέχη κανεὶς σ’ αὐτὸν τὸν λαό, σημαίνει ὅτι μετέχει στόν Χριστό, ὅτι εἶναι μέλος τοῦ Σώματος τῆς Ἐκκλησίας, σημαίνει μιά πράξη ἀποδοχῆς τῆς «Καινῆς Διαθήκης», σημαίνει ἐλεύθερη ἀποδοχὴ καὶ μετοχὴ στό μυστήριο τοῦ ὅλου Χριστοῦ.

Ἐκκλησία εἶναι σύναξη στό δεῖπνο τῆς Εὐχαριστίας, εἶναι ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ συναγμένος καὶ προσκαλεσμένος στήν «κλάση τοῦ ἄρτου» καὶ τὴν «εὐλογία τοῦ ποτηρίου» (Πραξ. β’ 42)• εἶναι τὸ Εὐχαριστιακό Πασχάλιο Δεῖπνο, μιά πράξη βρώσεως καὶ πόσεως, εἶναι εἰκόνα καὶ συνάμα φανέρωση τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ στήν Εὐχαριστία, εἶναι δῶρο εἶναι ἀνάπλαση τῆς ζωῆς κι ἀνακαίνιση τῶν δυνατοτήτων τῆς ζωῆς. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι μία στήν Εὐχαριστία, γιατὶ Εὐχαριστία εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Χριστός πού μυστηριακὰ ἐνοικεῖ στό Σῶμα Του.

Ὅταν οἱ πιστοὶ τελοῦμε τή Θεία Λειτουργία, ὅταν συναζόμαστε σ’ ἕναν ὡρισμένο τόπο καὶ μιά ὡρισμένη ὥρα γιά νά τελέσουμε τή Θεία Εὐχαριστία, ἡ Σύναξή μας αὐτὴ ὑποστασιάζει καὶ φανερώνει τὸ μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας. Προσφέροντας στόν Θεό ἄρτο καὶ οἶνο, προσφέρουμε τὸν κόσμο σ’ Αὐτόν. Κι ὁ κόσμος γίνεται Εὐχαριστία, γίνεται Ἐκκλησία, γίνεται Χριστός, κατὰ τὸν π. Ἀλέξανδρο Σμέμαν. «Ὅταν τὸ ποτήριο τοῦ οἴνου, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀνάμικτος μὲ ὕδωρ, καὶ ὁ παρασκευασμένος ἄρτος δεχθοῦν τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ, δηλαδὴ τὴν ἐπίκληση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, γίνονται Εὐχαριστία, δηλαδὴ αἷμα καὶ σῶμα Χριστοῦ», θὰ πῆ ὁ ἅγιος Εἰρηναῖος. Τότε ὁ κόσμος δέχεται ἐκ νέου τὴν εὐλογία τοῦ Θεοῦ κι ὁ ἄνθρωπος χριστοποιεῖται, ἀνακαινίζεται, ἀνασταίνεται. Ζοῦμε ἔτσι τὴν ἀρχὴ καὶ τὸν ἐγκαινισμό, τὸ ξεκίνημα τοῦ «καινοῦ αἰῶνος», τὸ βίωμα τῆς ὀγδόης Ἡμέρας. Τὴν ἀρχὴ τῆς ἐσχάτης ἡμέρας ὅπου ὁ Κύριος θὰ ἐπανέλθη καὶ «θὰ Τὸν περιβάλλη ὁ χορὸς τῶν ἀγαθῶν δούλων καὶ θὰ λάμπουν κι αὐτοὶ καθὼς λάμπει Ἐκεῖνος». Ὁ Θεάνθρωπος, ὁ Δεσπότης θὰ εἶναι τότε «Θεὸς ἀνάμεσα σὲ θεούς. Θὰ εἶναι ὁ ὡραῖος καὶ λαμπρὸς κορυφαῖος τοῦ ὡραίου αὐτοῦ καὶ λαμπροῦ χοροῦ» (ἅγιος Νικόλαος Καβάσιλας).

Ἡ Ἐκκλησία ὄντως εἶναι τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ καὶ τὸ πλήρωμά Του, καθὼς ὁ Παῦλος διδάσκει (Ἐφεσ. α’ 23), γιατὶ εἶναι τὸ συμπλήρωμά Του, ἡ ἐπέκταση καὶ τὸ πλήρωμα τῆς ἁγίας Ἐνσαρκώσεως, ἤ μᾶλλον τῆς ἔνσαρκης ζωῆς τοῦ Χριστοῦ, μαζὶ μὲ ὅλα πού γιά χάρη μας ἔγιναν, δηλαδὴ τὸν Σταυρό, τὸν Τάφο, τὴν τριήμερη Ἀνάσταση, τὴν Ἀνάβαση στους οὐρανοὺς καὶ «τὴν ἐκ δεξιῶν καθέδραν» (εὐχή Ἀναφορᾶς στή Λειτουργία Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου). Μὲ τή σάρκωσή Του ὁ Χριστὸς «τῆς Ἐκκλησίας ἀνέλαβε καὶ ἐνδύθηκε τή σάρκα» καὶ «ἦρθε στό δικό της σπίτι. Τή βρῆκε ἀκάθαρτη, ρυπαρή, γυμνή, γεμάτη ἀπὸ αἵματα καὶ τὴν ἔλουσε (μὲ τὸ ἅγιο Βάπτισμα), τὴν ἄλειψε μὲ ἔλαιο καὶ ἀρώματα (μὲ τὸ ἅγιο Χρῖσμα), τὴν ἔθρεψε (μὲ τή Θεία Κοινωνία), τὴν ἐνέδυσε ἱμάτιο ποὺ ὅμοιό του δέν ἦταν δυνατὸν νά βρεθῆ: Αὐτὸς ὁ Ἴδιος ἔγινε στολὴ τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὴν πῆρε ἀπὸ τὸ χέρι καὶ τὴν ἀνεβάζει στά ὕψη». Τὴν ἀνυψώνει στήν οὐράνια Βασιλεία ὅπου ἱερουργεῖται ἡ Θεία Λειτουργία.

Μὰ καὶ ἐδῶ στή γῆ πού Ἐκεῖνος ἔπλασε, κάθε Θεία Λειτουργία εἶναι μιά καινούργια σάρκωση, ἕνας καινούργιος Εὐαγγελισμός. Στή θέση τῆς Θεοτόκου, θὰ μᾶς πῆ ὁ π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ, εἶναι ἡ ἁγία Ἐκκλησία. Παρακαλώντας ὁ Λειτουργὸς «Κατάπεμψον τὸ Πνεῦμα Σου τὸ Ἅγιον ἐφ’ ἡμᾶς» κατὰ τή φοβερή Ἀναφορά, κατὰ κάποιον τρόπο ἐπαναλαμβάνει τὰ λόγια τῆς Ἀειπαρθένου: «Ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατὰ τὸ ρῆμα σου» (Λουκ. α’ 38). Καὶ ἱερουργεῖται ὁ Εὐαγγελισμός τῆς Θεοτόκου πλέον Ἐκκλησίας.

Μὲ τὸ Εὐχαριστιακό Πασχάλιο Δεῖπνο ἡ Ἐκκλησία γίνεται Θεότοκος Μητέρα, ζῆ τὴ Σάρκωση. Ὁ Παράκλητος κατέρχεται σ’ Αὐτὴν καὶ τὰ τίμια Δῶρα Της. Μυστηριακὰ συλλαμβάνεται ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ, γεννᾶται ὁ Ἄναρχος, σαρκώνεται ὁ Θεὸς καὶ προσφέρεται «ὑπὲρ τῆς τοῦ κόσμου ζωῆς καὶ σωτηρίας». Ἐδῶ ὁ Χριστὸς «ξανασταυρώνεται», γιά νά καθαρίση «μὲ τὸ δικό Του τὸ αἷμα» (Ἑβρ. ιγ’ 12) τή φύση μας, μεταβάλλοντάς την καὶ ξαναπλάθοντὰς την σὲ «καινούργιο καλούπι», κατὰ τὸν ἱερό Χρυσόστομο. Ἡ Ἐκκλησία βιώνει τὸ βάπτισμα ὁλάκερης τῆς ἀνθρώπινης φύσεως στό αἷμα τοῦ Χριστοῦ πάνω στόν Σταυρό, εἶναι τὸ «ἐν αἵματι βάπτισμα ὅλης τῆς Ἐκκλησίας», κατὰ τὸν π. Γεώργιο Φλωρόφσκυ καὶ συνάμα ἀπολαμβάνει λειτουργικὰ Εὐχαριστιακά τὴν πλήρωσή της, δέχεται τὴν τελείωση «τοῖς λελαλημένοις αὐτῇ παρὰ Κυρίου» (Λουκ. α’ 45): «Τοῦτο ἐστι τὸ σῶμά μου… Τοῦτό ἐστι τὸ αἷμά μου» (Μαρκ. ιδ’ 22-24). Ὁ Λαὸς τοῦ Θεοῦ, ἡ Ἐκκλησία ζῆ μυστηριακὰ τὸν διάλογο, ποὺ ἔγινε ἀνάμεσα στήν Κεχαριτωμένη καὶ τὸν ἀρχάγγελο Γαβριήλ τὴν ἡμέρα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ. Καὶ συνάμα ἀπολαμβάνει τὸν Καρπό αὐτοῦ τοῦ διαλόγου.

Ὁ ἱερὸς Αὐγουστῖνος, ὅταν ἐρωτᾶται τί εἶναι ἡ Ἐκκλησία, ἀπαντάει: «ὁ ὅλος Χριστός». Ζητάει μάλιστα νά γίνουμε ὄχι μόνο Χριστιανοὶ ἀλλὰ καὶ Χριστός, γιατὶ ὁ Χριστὸς «δέν εἶναι μόνο στήν κεφαλή, οὔτε μόνο στό σῶμα, ἀλλὰ ὁ Χριστὸς εἶναι ὁλόκληρος στήν κεφαλὴ καὶ στό σῶμα». Βλέπει τὴν Ἐκκλησία σὰν τὸν τόπο καὶ τρόπο τῆς λυτρωτικῆς παρουσίας τοῦ ἀναστάντος Κυρίου στόν λυτρωμένο κόσμο, καὶ συνεχίζει: «Τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Χριστός. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ὁ Χριστὸς γιατὶ μὲ τήν Ἀνάστασή Του εἶναι παρών μαζὶ μας καὶ μᾶς συναντάει ἐδῶ στή γῆ». Κατ’ αὐτὴ τὴν ἔννοια μπορεῖ νά λεχθῆ, ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι ἡ Ἐκκλησία.

Ὁ π. Ἀθανάσιος Γιέβτιτς στέκεται ἐπίμονα καὶ ἑρμηνεύει πῶς ἀπὸ τὴν πλευρὰ τοῦ Χριστοῦ πού τρυπήθηκε πάνω στόν Σταυρό, αὐτὴ ἡ φύση μας μεταβλήθηκε σὲ Ἐκκλησία Χριστοῦ κι ἔγινε πραγματικὰ «σῶμα Του, ἀπὸ τή σάρκα Του καὶ τὰ ὀστά Του» (Ἐφεσ. ε’ 30), παραθέτοντας ἕνα καταπληκτικό κείμενο τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου. «Ὅπως ἀκριβῶς ἡ Εὔα πλάστηκε ἀπὸ τὴν πλευρὰ τοῦ Ἀδάμ, ἔτσι καὶ μεῖς ἀπὸ τὴν πλευρὰ τοῦ Χριστοῦ. Αὐτὸ σημαίνει «ἀπὸ τή σάρκα Του καὶ τὰ ὀστά Του»… Ὅτι ἡ Ἐκκλησία (πράγματι) ἀπὸ τὴν πλευρὰ τοῦ Χριστοῦ συστήθηκε … αὐτὸ τὸ φανερώνει ἡ Γραφή. Γιατὶ ὅταν ὁ Χριστὸς ἀνυψώθηκε στόν Σταυρό καὶ καρφώθηκε καὶ πέθανε, ἕνας ἀπὸ τοὺς στρατιῶτες προσερχόμενος, τρύπησε τὴν πλευρὰ Του καὶ ἐξῆλθε αἷμα καὶ ὕδωρ (Ἰωάν. ιθ’ 34). Ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ αἷμα καὶ τὸ ὕδωρ συστήθηκε ἡ Ἐκκλησία… Καὶ γεννιόμαστε μὲν μὲ τὸ ὕδωρ τοῦ Βαπτίσματος, τρεφόμαστε δὲ μὲ τὸ αἷμα (στή Θεία Κοινωνία). Βλέπεις λοιπόν, πῶς «ἀπὸ τή σάρκα Του εἴμαστε καὶ ἀπὸ τὰ ὀστά Του», καί πῶς ἀπὸ τὸ αἷμα Ἐκείνου καὶ τὸ ὕδωρ γεννιόμαστε καὶ τρεφόμαστε;». Καὶ καταλήγει ὁ ἱερὸς Πατέρας: «Ἐμεῖς καὶ ὁ Χριστὸς εἴμαστε ἕνας», γιατὶ στήν Ἐκκλησία «ὅλοι εἴμαστε ἕνα ἀπὸ τὴν πλευρὰ τοῦ Χριστοῦ»

Τὰ μεγαλεῖα αὐτὰ τοῦ Θεοῦ (magnalia Dei), τὰ θαυμάσια αὐτὰ τοῦ Θεοῦ τὰ ζοῦμε, μὰ κυρίως τὰ ἐπαληθεύομε στήν Εὐχαριστιακή Σύναξη. Πολλαπλάσια βεβαίως τὰ ζῆ καὶ τὰ ἐπαληθεύει ὁ Λειτουργός, σὰν στέκει στό μέσο τοῦ Ἱεροῦ Βήματος, ὅπου εὑρίσκεται τὸ ἅγιο Θυσιαστήριο, τὸ «μεθόριον», «τὸ σύνορο δηλαδὴ οὐρανοῦ καὶ γῆς…, τὸ ἐργαστήριο τῶν δωρημάτων τοῦ Ἁγίου Πνεύματος» (ἅγιος Γερμανός Κωνσταντινουπόλεως). Ἐδῶ βρίσκεται ἡ πηγὴ τοῦ Παραδείσου πού ἀναβλύζει τή δωρεά τῆς δεσποτικῆς Ἀγάπης: «Προκαλοῦν δέος, θὰ γράψη ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, τὰ Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὸ ἅγιο Θυσιαστήριο. Ἀπὸ τὸν Παράδεισο ἀνέβλυσε πηγή πού χυνόταν σὲ ποτάμια αἰσθητά. Ἀπὸ τὴν Ἁγία Τράπεζα ἀναβλύζει πηγή πού χύνει πνευματικοὺς ποταμούς. Κοντὰ στήν πηγὴ αὐτὴ ἔχουν φυτευτεῖ δένδρα πού φθάνουν στόν οὐρανό. Δένδρα πού ἔχουν πάντοτε καρπό ὥριμο κι ἀμάραντο».

Ὀρθῶς, λοιπόν, χαρακτηρίζεται ἡ Ἐκκλησία ὡς ἡ σύνοδος, δηλαδὴ ὡς τὸ μυστήριο τῆς ἑνώσεως οὐρανοῦ καὶ γῆς, τῆς συναντήσεως ἱστορίας καὶ ἐσχάτου, τῆς ἀνακράσεως ἀκτίστου καὶ κτιστοῦ, τοῦ γάμου τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς ἀνθρωπότητας, ὡς τὸ ἀχώριστο σκήνωμα Θεοῦ κι ἀνθρώπων (Ἀποκ. κα’ 3). Ἐκκλησία εἶναι ἡ ὀργανικὴ ἐνσωμάτωση καὶ συμμετοχὴ τοῦ κόσμου στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἡ ἐπανένωση τῆς ἀνθρωπότητας μὲ τὸν Τριαδικό Θεό, μᾶλλον δὲ ἡ ἀνθρωπότητα ἀναγεννημένη καὶ μεταμορφωμένη.

Ὁ ἄνθρωπος, μή λησμονοῦμε, πλάστηκε ἀπό τόν Θεό, γιά τόν Θεό• πλάστηκε γιά νά ἔχει συνεχῆ κοινωνία μέ τόν Δημιουργό του. Οἱ πρωτόπλαστοι, ὅπως καί οἱ ἅγιοι ἄγγελοι, ζοῦσαν τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ, ἄκουγαν τή φωνή Του, συνομιλοῦσαν μαζί Του. Ὁ ἱερός Χρυσόστομος ἀναφερόμενος στούς πρωτόπλαστους σημειώνει: «Ἡ χαρά τους ἦταν νά συνομιλοῦν καί νά συζητοῦν μέ τόν Θεό, ὡς φίλος πρός φίλο». Κάνει ὄντως ἐντύπωση τεράστια σέ ὅλους μας, ὅτι κατά τήν παλαιά Οἰκονομία - τόν καιρό τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης - ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ συνομιλεῖ μέ τόν Δημιουργό του σέ πρῶτο πρόσωπο, κυρίως δέ τοῦτο πολλαπλασιάζεται ὡς φαινόμενο στή σχέση Προφητῶν καί Ἰαχβέ, φανερώνοντας τή μεγαλοσύνη τοῦ Θεοῦ καί τό μεγαλεῖο τοῦ ἀνθρώπου, τοῦ πλάσματός Του, μεγαλεῖο πού τοῦ δόθηκε ἀπό τόν Θεό. Ἀκοῦς ἐκεῖ τόν ἄνθρωπο νά παραπονῆται, νά δοξολογῆ τόν Θεό, νά Τόν παρακαλῆ, νά Τόν ὑπακούη ἤ μή, νά ἐκφράζη τά ἐσώψυχά του. Ὅμως πάντοτε μιλᾶ σάν σέ φίλο του, σάν σέ γνωστό του, σάν παιδί στόν Πατέρα του ἴσως, σάν ταπεινός δοῦλος τέλος πρός φιλάνθρωπο Δεσπότη.

Ἡ κοινωνία αὐτή συνεχιζόταν ὅσο καιρό ὁ ἄνθρωπος ἀγαποῦσε τόν Θεό καί εἶχε ὑπακοή στό θέλημά Του. Μόλις ὅμως τό ἀδαμιαῖο γένος παρέβη τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, μόλις ἐπαναστάτησαν ἐναντίον τοῦ Δημιουργοῦ τους καί αὐτοαπεκόπησαν ἀπό τήν πατρική Του ἀγάπη, ἔχασαν ἀμέσως τή θεία κοινωνία, ἀδυνατοῦντες πλέον νά συνομιλοῦν μέ τόν Θεό.

Ἡ ἀγάπη ὅμως τοῦ Θεοῦ γιά τόν ἄνθρωπο ἦταν τόσο μεγάλη, ὥστε ὁ Θεός -Λόγος, τό δεύτερο πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος, ἔγινε ἄνθρωπος, γιά νά συνάξη καί πάλι τον ἄνθρωπο στό σπίτι του, στόν χαμένο Παράδεισο. Αὐτή ἡ διαρκής ἔξοδος –κένωσις τοῦ Θεοῦ ἀπό τά μεγαλεῖα Του -ἔστω καί πρός καιρόν- καί ἡ πορεία Του πρός τόν ἄνθρωπο καί ἡ ἐν συνεχείᾳ κίνηση τοῦ ἀνθρώπου, ἀνταπόκριση τοῦ ἀνθρώπου πρός τόν Θεό, ἡ ἀνταπόκριση τοῦ πλάσματος στήν κλίση τοῦ οὐρανοῦ, «τελειοῦται μέσα στήν Ἐκκλησία μέ τή Θεία Λειτουργία καί τή Θεία Κοινωνία», πού κατά τόν ἅγιο Μάξιμο τόν Ὁμολογητή εἶναι «ἡ συνεργία Θεοῦ καί ἀνθρώπου». Ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου ἐπιτυγχάνεται ἔκτοτε μόνο μέσα ἀπό τήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, πού κατά τόν ἅγιο Νικόδημο τόν Ἁγιορείτη εἶναι «ἡ Κιβωτός».

Γράφει λοιπόν, ὁ ἅγιος Νικόδημος: «… καί ὅπως τόν καιρό τοῦ Κατακλυσμοῦ οἱ ἄνθρωποι πού πίστεψαν καί εἰσῆλθαν εἰς τήν Κιβωτό σώθηκαν ἀπό τόν κατακλυσμό, κατά τόν ἴδιο τρόπο ὅσοι χριστιανοί πιστεύουν καί εἰσέρχονται στήν ἁγία μας Ἐκκλησία λυτρώνονται ἀπό τόν νοητό κατακλυσμό τῆς ἁμαρτίας τῶν πολλῶν».

Ἡ Ἐκκλησία πλέον Κιβωτός εἶναι ἡ πνευματική μάνδρα πού προστατεύει τά λογικά πρόβατα, ἐμᾶς τούς χριστιανούς ἀπό τόν νοητό λέοντα, τόν διάβολο πού παραμονεύει ἔξω ἀπό τήν Ἐκκλησία γιά νά διαλύση τό λογικό τοῦ Κυρίου ποίμνιο.

Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἀκόμη τό πνευματικό νοσοκομεῖο πού θεραπεύει τόν πληγωμένο ἄνθρωπο πού προστρέχει σ’ Αὐτήν. Δέχεται τούς ψυχικά ἀσθενεῖς καί τούς θεραπεύει ἀπό τά πνευματικά τραύματα. Δέχεται τούς ἀνθρώπους μέ πάθη καί ἀδυναμίες καί τούς μεταμορφώνει πνευματικά. Μεταβάλλει τούς λύκους σέ πρόβατα, πού ἀρχίζουν ἔκτοτε νά προσφέρουν μέ ἀφθονία ἔργο ἀγάπης. Δέχεται ληστές, πόρνους, μοιχούς, φονεῖς, ἁμαρτωλούς καί τούς κάνει ἁγίους.

Γράφει ὁ ἱερός Χρυσόστομος: «Διά τοῦτο οὐκ ἄν ἁμάρτοι τις τῆς Κιβωτοῦ τὴν Ἐκκλησίαν μείζονα προσειπών. Ἡ μέν γάρ Κιβωτός παρελάμβανε τά ζῷα καί ἐφύλαττε ζῷα, ἡ δέ Ἐκκλησία παραλαμβάνει τά ζῷα καί τά μεταβάλλει. Οἷόν τε λέγω: Εἰσῆλθεν ἐκεῖ ἱέραξ καί ἐξῆλθεν ἱέραξ. Εἰσῆλθεν λύκος καί ἐξῆλθεν λύκος. Εἰσῆλθεν τις ἱέραξ ἐνταῦθα καί ἐξέρχεται περιστερά. Εἰσέρχεται λύκος καί ἐξέρχεται πρόβατον». Δηλαδή: «Γιά τοῦτο δέν θά ἔσφαλε κανείς ἄν ἔλεγε ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι ὑψηλότερη καί πολυτιμότερη και ἀσυγκρίτως εὐρύτερη ἀπό τήν Κιβωτό. Γιατί ἡ μέν Κιβωτός παρελάμβανε τά ζῶα γιά νά τά διασώση καί τά διεφύλασσε ζῶα, ἡ δέ Ἐκκλησία παραλαμβάνει τούς ἀποθηριωμένους ἀπό τήν ἁμαρτία ἀνθρώπους καί τούς μεταβάλλει. Τί θέλω νά εἰπῶ; Μπῆκε στήν Κιβωτό τοῦ Νῶε τό γεράκι καί βγῆκε γεράκι. Μπῆκε λύκος καί βγῆκε λύκος. Εἰσῆλθε στήν Ἐκκλησία κάποιος ἄνθρωπος- γεράκι καί βγῆκε ἄνθρωπος- περιστέρι. Εἰσῆλθε ἄνθρωπος -λύκος και ἐξῆλθε ἄνθρωπος -πρόβατο».

Βέβαια ζώντας ὁ κόσμος τὰ μεγαλεῖα αὐτὰ τοῦ Θεοῦ, ζῆ συνάμα καὶ ἀπολαμβάνει μια ὕψιστη χάρι καὶ δωρεά, τὸ μεγαλεῖο καλύτερα τοῦ Μυστηρίου τῆς Ἱερωσύνης, ποὺ ἀνυψώνει τὴν ὅλη Ἱερὰ Σύναξη στήν πυρωμένη ἀτμόσφαιρα τοῦ ἀνωγαίου τῆς Πεντηκοστῆς καὶ τή μεταβάλλει σὲ πιστό ἀντίτυπό της, καὶ δικαίως ἀνακράζει μυστικά: «Τώρα ἀναγεννήθηκα• αὐτὴ εἶναι ἡ μεταμόρφωση – ἀλλοίωσις – πού χαρίζει ἡ δεξιὰ τοῦ Ὑψίστου!» (Μέγα Προκείμενο τοῦ Ἑσπερινοῦ τῆς Κυριακῆς τοῦ Πάσχα, μετὰ τῶν δύο στίχων του).

Τοῦτο τὸ γέγονος τὸ ζῆ κυρίως ὡς πλήρωμα ὁ χειροτονούμενος. Βλέπει γύρω του τὰ πάντα ν’ ἀλλοιώνωνται, νά παίρνουν παράξενη θωριά κι ἀνερμήνευτη ὄψη. Κυριολεκτικά ζῆ μιά μεταμόρφωση τὴν ὥρα πού ἡ Ἱερωσύνη σκηνώνει μέσα του καὶ τὸν καθιστᾶ μια ὕπαρξη ἄλλης ποιότητας, «σκεῦος ἐκλογῆς» (Πραξ. θ’ 15), ἁγιοπότηρο ἕτοιμο νά δεχτῆ τὸν Θεῖο Μαργαρίτη. Μὰ κι ἱερή Λειτουργικὴ Σύναξη πού τὸν κυκλώνει τὴν ὥρα αὐτὴ καὶ δέεται γι’ αὐτὸν ἀκατάπαυστα μέσα στήν εὐλογημένη ἁγιοπνευματική ἀτμόσφαιρα, ζῆ τὴν ἀλλοίωση τῆς ὑπάρξεὼς του• τή μεταβολή τοῦ ἀνθρώπινου σκήνους του σὲ ὑπηρέτη τῆς Θείας Οἰκονομίας, σὲ ὑπηρέτη τοῦ Μυστηρίου τοῦ ὅλου Χριστοῦ, σὲ ὄργανο λειτουργικό.

Ἑρμηνεύοντας ἐμπειρικὰ τή Θεία Λειτουργία ὁ ἅγιος Νικόλαος ὁ Καβάσιλας σημειώνει• «… ἡ Χάρη εἶναι αὐτή πού ἁγιάζει … αὐτὸς δέ πού κάθε φορὰ ἱερουργεῖ εἶναι ὑπηρέτης της. Γιατὶ τίποτε δέν προσφέρει δικό του, οὔτε τολμάει νά πράξη ἤ νά πῆ κάτι προερχόμενο ἀπὸ τὴν κρίση καὶ τοὺς λογισμοὺς του• ἀλλὰ μόνον ἐκεῖνα πού παρέλαβε ἄνωθεν, εἴτε εἶναι πρᾶγμα, εἴτε λόγος, εἴτε ἔργο, κατὰ τὸν τρόπο ποὺ τοῦ παραγγέλθηκε καὶ τὸ παρέλαβε, ἔτσι καὶ τὸ προσφέρει στό Θεό».

Κι ὁ εὐλογημένος λαὸς τοῦ Θεοῦ, βλέποντας τὸ ἐπιτραχήλιο ποὺ φέρει ὁ κληρικός πάνω του, ἀναγνωρίζει ὅτι αὐτὸ συνιστᾶ τὸ σύμβολο τῆς χάριτος τῆς Ἱερωσύνης καὶ κυρίως ὅτι ἐξεικονίζει τή Χάρη τὴν «τελεστική» τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τὴν «ἄνωθεν κατερχομένην» (ἅγιος Συμεὼν Θεσσαλονίκης).

Ὁ λόγος πλέον, ἅγιοι πατέρες καὶ ἀδελφοί, γιά τὰ ἄχραντα Μυστήρια τοῦ Θεοῦ, μὲ τὰ ὁποῖα μᾶς τρέφει καθημερινὰ καὶ μᾶς ζωογονεῖ ἡ Ἐκκλησία μας.

Στην ἀρχαία Ἐκκλησία ὅλα τὰ Ἱερὰ Μυστήρια ὁδηγοῦσαν στή Θεία Εὐχαριστία τήν Ἐκκλησία μας ἡ Θεία Λειτουργία πάντοτε ἀρχίζει μὲ τὴν ἀπὸ μέρους τοῦ ἱερέως ἐκφώνηση τῆς δοξολογικῆς φράσεως: «Εὐλογημένη ἡ Βασιλεία τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος». Αὐτὸς ὁ μακαρισμὸς δηλώνει κατηγορηματικά τὴν πίστη τῆς «Ἱερᾶς Κοινότητος» ὅτι ἡ Θεία Λειτουργία εἶναι τὸ μυστήριο τῆς παρουσίας τοῦ ὅλου Χριστοῦ, καὶ ἡ φανέρωση τῆς εὐλογημένης Ἁγιοτριαδικῆς Βασιλείας, φανέρωση ποὺ μεταμορφώνει τή γῆ σὲ οὐρανό, σὲ τόπο Ἀγγέλων, σὲ κοινωνία Θεανθρώπινη.

Ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ εἶναι οὐράνια καὶ πνευματικὴ ὡς πρὸς τὴν καταγωγή -κατὰ φύσιν-, καθότι σχετίζεται μὲ τὴν Τριαδική Θεότητα. Μάλιστα στήν ἁγιοπατερική ἐμπειρία καὶ σκέψη ταυτίζεται μέ τίς τρεῖς θεῖες ὑποστάσεις ὡς Βασιλεία τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ὁ Θεὸς δέν εἶναι μόνο ὁ ὕψιστος δημιουργὸς τοῦ σύμπαντος καὶ ὁ Κύριος τῆς Ἱστορίας, αὐτός πού πραγματώνει τὴν σωτηρία τῶν ἀνθρώπων μέσῳ ἱστορικῶν γεγονότων, ἀλλὰ συνάμα «αὐτὴ αὕτη» ἡ Βασιλεία, ὁ τελικὸς «οἶκος» τῶν πιστῶν, κατὰ τὸν ἅγιο Γρηγόριο Νύσσης.

Κυρίως ἡ Ἐκκλησία ὅταν μιλάη γιά τὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ στρέφεται στό δεύτερο πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος. Ὁ Κύριος βιώνεται ἀπ’ αὐτήν ὡς ἡ «αὐτοβασιλεία» (Ὠριγένης), ὡς ἡ «αὐτοζωή» (ἅγιος Ἰγνάτιος ὁ Θεοφόρος). Δέν εἶναι ἁπλὰ μιά κατάσταση, τὸ «ἀληθῶς ζῆν» γιά τὸν ἄνθρωπο, ἀλλὰ πραγματικὴ ἐνοίκηση τοῦ Χριστοῦ μέσα στόν ἄνθρωπο• ἡ Βασιλεία τῶν οὐρανῶν εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς πού ἕλκει ὅλους πρός τόν ἑαυτό Του μέ τή δύναμη τῆς Χάριτος. «Τί εἶναι ἡ Βασιλεία;», ρωτάει ὁ Χριστός μὲ τὸ στόμα τοῦ Χρυσοστόμου. Κι ἀπαντᾶ ὁ Κύριος• «Ἡ ἐμὴ παρουσία», ἡ δική μου ἡ παρουσία! Τοῦτο, θὰ πῆ ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, μπορεῖ νά τό πῆ ἡ Ἐκκλησία, γιατὶ ζῆ τή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν προγεύεται ἐξ αἰτίας ἑνὸς γεγονότος: Τῆς Σαρκώσεως τοῦ Χριστοῦ μας.

Ὅμως ἔχει καὶ ἕνα ἄλλο γνώρισμα στή θεολογική γλώσσα ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Εἶναι τὸ πνευματολογικό της γνώρισμα. Οἱ Ἕλληνες Πατέρες ταυτίζουν τή Βασιλεία μὲ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, τονίζοντας ὅτι «ἐφ’ὅσον ὁ Πατὴρ εἶναι Βασιλιάς, καὶ ὁ Μονογενὴς εἶναι Βασιλιάς, τότε Βασιλεία εἶναι τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο» (ἅγιος Γερμανός Κωνσταντινουπόλεως). Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Νύσσης παρατηρεῖ πώς, κάθε φορά πού ἡ Ἐκκλησία τελεῖ τή Θεία Λειτουργία καὶ παρακαλεῖ, διὰ τῆς Κυριακῆς Προσευχῆς, «ἐλθέτω ἡ Βασιλεία Σου», ἐπικαλεῖται οὐσιαστικὰ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα: «Ἐλθέτω ἡ Βασιλεία, δηλαδὴ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα». Γιατὶ αὐτό εἶναι τὸ δυναμικό ἔργο τοῦ Παρακλήτου: νά μεταμορφώνη καὶ νά θεώνη τοὺς πάντες καὶ τὰ πάντα• ἡ δὲ ἐπίκλησή Του φανερώνει τὴν τελευταία πράξη τοῦ μυστηρίου τῆς σωτηρίας, τὴν πραγμάτωση τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, τὴν ἐπιστροφὴ πρὸς τὸν Πατέρα καὶ τὴν ὑπερκυριότητά Του.

Τὸ ἀπολυτρωτικό ἔργο τοῦ Χριστοῦ μας, ποὺ τὸ γευόμαστε «ἀρρήτῳ τῷ τρόπῳ», κατὰ τή Θεία Λειτουργία, γνωρίζεται καὶ πραγματώνεται, αὐξάνεται και τελειώνεται μὲ τή διαρκή παρουσία (=οἰκονομία) τοῦ Παρακλήτου. Τὸ μυστήριο τοῦ Χριστιανισμοῦ δέν εἶναι μόνο ἐνέργεια τοῦ Πατρὸς ἤ μόνο αὐτουργία τοῦ Χριστοῦ καὶ ἐμπειρία ἐν Χριστῷ, ἀλλὰ καὶ συνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ ἰδίως ζωή ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι. Χωρὶς τὴν κοινωνία τοῦ Παρακλήτου ἡ μαρτυρία τῆς Ἐκκλησίας καταντᾱ κενὸς τύπος, ἡ διακονία ἐπιτήδευση, ἡ προσευχὴ μονόλογος, ἡ Θ. Λειτουργία μυστικομαγική τελετή, τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ ἁπλὸς ὀργανισμός καὶ ὁ ποιμαντικός μόχθος ὀργανωτική κίνηση στό κενό.

Μὴν ξεχνᾶμε ὅτι, ὅταν προκλήθηκε ἡ Ἐκκλησία ἀπὸ τὸν Ἄρειο καί τίς κακοδοξίες τῶν ὀπαδῶν του, ὁ ἁγ. Ἀθανάσιος ἀπάντησε ὡς Ἐκκλησία λειτουργοῦσα ὅτι τὸ Ἅγιο Πνεῦμα μεταδίδεται μὲ τὸν Χριστό καὶ ὁ Χριστὸς φανερώνεται μὲ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα: «Ἐμεῖς ὅλοι ἕνα Πνεῦμα ποτιστήκαμε, τὸ δὲ Πνεῦμα ποτιζόμενοι, τὸν Χριστό γευόμαστε (πίνομεν)». Ἐδῶ ὁ Ἅγιος ἐκφράζει «τὸν κοινὸν τῆς Ἐκκλησίας νοῦν», τὴν ἐμπειρία τῶν τέκνων της, ὅτι «ἡ Θεία Χάρη ἀδιάσπαστα ἀπὸ τὸν Πατέρα διὰ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ρέει καὶ προσφέρεται πρὸς τοὺς ἀξίους… Ὥστε εὔλογα μποροῦμε νά ἰσχυριστοῦμε ὅτι ἡ διάδοση αὐτῆς τῆς δυνάμεως ἐκπηγάζει ἀπὸ τὸν Πατέρα καὶ διὰ τοῦ Υἱοῦ προσφέρεται καὶ τελειοῦται ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι» (ἅγιος Γρηγόριος ὁ Νύσσης).

Τώρα πιστεύομε πὼς μποροῦμε να κατανοήσωμε γιατὶ στόν ὀρθόδοξο χῶρο κηρύσσεται πάντοτε, παντοῦ καὶ ὑπὸ πάντων ὅτι στήν Ἐκκλησία συνεχίζεται μιά διαρκής Πεντηκοστή, γιατὶ τὸ Πνεῦμα πότε δέν τὴν ἐγκαταλείπει, γιατὶ ἡ Ἐκκλησία εἶναι μιά διαρκής Πεντηκοστή. «Ὅπως ὁ Μονογενὴς Υἱὸς τοῦ Θεοῦ εἶναι μαζὶ μὲ τοὺς πιστοὺς ἀνθρώπους, ἔτσι καὶ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ… Ὅπως ὁ Χριστὸς εἶπε γιά τὸν ἑαυτὸ Του ὅτι «ἰδοὺ ἐγὼ θὰ εἶμαι μαζὶ σας ὅλες τὶς ἡμέρες μέχρι τὴν συντέλεια τοῦ αἰῶνος» (Ματθ. κη’20)… ἔτσι εἶπε καὶ για τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ὅτι θὰ εἶναι μαζὶ μας στόν αἰώνα• γιά τοῦτο μποροῦμε νά τελοῦμε πάντοτε τὴν Πεντηκοστὴ (… οὕτω καὶ περὶ τοῦ Πνεύματος εἶπεν, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα μεθ’ ἡμῶν ἐστι, καὶ δυνάμεθα ἀεὶ Πεντηκοστὴν ἐπιτελεῖν) (ἱερὸς Χρυσόστομος). Ὁ ἅγιος Νικόλαος ὁ Καβάσιλας ἑρμηνεύοντας αὐτὴ τὴν πίστη τῆς Ἐκκλησίας θὰ διδάξη ὅτι ἡ στιγμὴ τῆς καθόδου τοῦ Παρακλήτου κατὰ τή Θεία Λειτουργία εἶναι ἡ Εὐχαριστιακή Πεντηκοστή• «Ὁ καιρὸς οὗτος (τῆς Θείας Εὐχαριστίας) τὸν καιρόν Ἐκεῖνον (τῆς Πεντηκοστῆς) σημαίνει».

Εἶναι ὡς ἐκ τούτου, ἅγιοι πατέρες, κοινοτοπία νομίζομε, τὸ νά τονισθῆ γιά μία εἰσέτι φορά, πὼς τὰ πάντα στήν ὀρθόδοξη θεολογία καὶ Παράδοση μᾶς ὁδηγοῦν, μᾶς δείχνουν τὰ Ἱερὰ τῆς Ἐκκλησίας Μυστήρια, μὲ τὰ ὁποῖα Ἐκείνη μᾶς τρέφει καθημερινὰ καὶ μᾶς ζωογονεῖ.

Τὰ Ἱερὰ τῆς Ἐκκλησίας Μυστήρια, δηλαδὴ τὴν τροφή πού ἔλαβε ἐντολὴ μόνον Ἐκείνη νά «μοιράση» στόν κόσμο, ποὺ καρτερικὰ προσμένει τὴν ζωοποίησή του ἀπὸ τὸ Πανάγιο Πνεῦμα μέσῳ αὐτῆς, δέν εἶναι τίποτε ἄλλο ἀπὸ τὸ ἕνα καὶ μεγάλο μυστήριο τοῦ Χριστοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, μυστήριο ποὺ φανερωμένο πιὰ ἀποτελεῖ τὸ κέντρο καὶ τὸ νόημα τῆς ζωῆς τοῦ κόσμου, γιά νά ζήση ὁ κόσμος, κατὰ τὸν πολὺ Παῦλο Εὐδοκίμωφ. Πρόκειται γιά τὸ ἕνα, ἀρχικό καὶ μοναδικό μυστήριο τοῦ θανάτου καὶ τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ, ποὺ μαρτυρεῖται, ἀναπτύσσεται καὶ παρατείνεται στούς αἰῶνες μὲ τὰ ἱερὰ Μυστήρια. Δηλαδὴ γιά τὸ «χριστιανικό μυστήριο», γιά τὸ ὁποῖο ἡ Ἐκκλησία εἶχε καὶ ἔχει σταθερή καί καθαρή συνείδηση καὶ μὲ τὸ ὁποῖο ταυτίζει τὴν ὕπαρξή της. Οἱ διάφορες μυστηριακές ἐνέργειες τοῦ ἑνὸς αὐτοῦ «μυστηρίου» ἐκφράζουν καὶ ἀπαρτίζουν τὶς διάφορες ὄψεις ἤ πλευρές του, ποὺ ἐμεῖς σήμερα καλοῦμε Μυστήρια ἤ μυστηριακὲς τελετὲς τῆς Ἐκκλησίας, τὰ ὁποῖα σκελετώνουν τή λειτουργική της ζωὴ κι ἀπαρτίζουν συνάμα ἕνα ζωντανό χαρισματικό ὀργανισμό, στήν καρδιά τοῦ ὁποίου λειτουργεῖται τὸ ΜΥΣΤΗΡΙΟ τῆς Θείας Εὐχαριστίας, για τὸν μετασχηματισμό – μεταμόρφωση τοῦ ἀνθρώπου καὶ μαζὶ μ’ αὐτὸν τοῦ σύμπαντος κόσμου. Γι’ αὐτὸ ὑπάρχει ἡ Ἐκκλησία στόν κόσμο: γιά νά παρέχη τὴν ἁγιοτριαδική εὐλογία σ’ ὅλα τὰ ὄντα καὶ τὰ πράγματα, γιά νά τ’ ἀνεβάση μέσῳ τῆς κλίμακας τοῦ ἁγιασμοῦ στη συμμετοχὴ τοῦ ἀγαθοῦ, στό πραγματικό τους εἶναι, στόν προορισμό τους. Τὰ πάντα «ἔχουν ἐλάχιστη ἀξία πρὸ τῆς εὐλογίας τῆς Ἐκκλησίας• ὅμως μὲ τὸν ἁγιασμό τοῦ Πνεύματος, καθένα ἀπ’ αὐτὰ διαφορετικά πιὰ ἐνεργεῖ», θὰ πῆ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Νύσσης. Ἡ ὕλη μ’ ἄλλα λόγια τοῦ πεσμένου κόσμου, τοῦ πεσμένου κάτω ἀπὸ τὸ εἶναι του ἀνθρώπου μεταμορφώνεται μὲ τή μυστηριακή εὐλογία, μετασχηματίζεται, ὄχι βέβαια ἀκόμα φανερά, ἀλλὰ «ἐν μυστηρίοις» καὶ μὲ τρόπο ἀντιληπτό μονάχα ἀπ’ τὴν πίστη, σὲ ἔνδοξη ὕλη.

Μὴ λησμονοῦμε ὅτι γινόμαστε Χριστιανοὶ ὄχι μὲ τὴν ἀποδοχὴ κάποιων ἰδεῶν, πορισμάτων, ἠθικῶν ἄρχων ἤ νόμων, ἀλλὰ πρωτίστως μὲ μιά πράξη: τὴν τριπλή κατάδυση κι ἀνάδυσή μας στό νερό τῆς Κολυμβήθρας, τῆς μήτρας τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ συνιστᾶ οὐσιαστικὰ τή συμμετοχή μας στόν θάνατο καὶ τήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ.

Ἡ Θεία Εὐχαριστία, τὸ Βάπτισμα, τὸ Χρίσμα, ἡ Ἐξομολόγηση, τὸ Εὐχέλαιο, ἡ Ἱερωσύνη καὶ ὁ Γάμος, εἶναι ἑπτὰ θεοδίδακτοι καὶ θεοσύστατοι τρόποι, μὲ τοὺς ὁποίους πραγματώνεται καὶ φανερώνεται τὸ συνεχιζόμενο γεγονὸς τῆς Πεντηκοστῆς, ἡ ἐπιφοίτηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἡ συστατικὴ τῆς Ἐκκλησίας. Εἶναι ἑπτὰ συγκεκριμένες δυνατότητες ὀργανικῆς ἐντάξεως ἤ καλύτερα δυναμικῆς ἐπανεντάξεως τοῦ ἀτομικοῦ μας βίου στή ζωὴ τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Σώματος ὡς συνεχιζομένης Πεντηκοστῆς, γεγονότα χαρισματικῆς συστάσεως τῆς καινῆς κτίσεως πού ζωοποιεῖται ἀπὸ τὸ Πνεῦμα. «Αὐτὸν τὸν δρόμο χάραξε ὁ Κύριος κατεβαίνοντας σέ μᾶς κι αὐτή τη θύρα ἄνοιξε εἰσερχόμενος στόν κόσμο• ἀνεβαίνοντας δὲ καὶ πάλι στόν Πατέρα Του τὴν ἄφησε ἀνοιχτή, ὥστε ἀπὸ ‘κεῖ μέσῳ αὐτῆς νά ’ρχεται σὲ κοινωνία μὲ τοὺς ἀνθρώπους… Διότι ἀποτυπώνοντας κι ἀπεικονίζοντας μὲ τὰ Ἱερὰ Μυστήρια τὴν ταφὴ Του κι ὁμολογώντας τὸν θάνατὸ Του, διὰ μέσου αὐτῶν ἀναγεννιόμαστε κι ἀναπλασσόμαστε καὶ ὑπέρλογα ἑνωνόμαστε μὲ τὸν Σωτῆρα … Γιατὶ αὐτὰ εἶναι ἐκεῖνα μὲ τὰ ὁποῖα ζοῦμε καὶ κινούμαστε καὶ ὑπάρχουμε μὲ Αὐτόν…» (ἅγιος Νικόλαος Καβάσιλας)

Στήν ἀρχαία Ἐκκλησία εἶναι ἀλήθεια ὅτι ὅλα τὰ Μυστήρια ὁδηγοῦσαν στήν Θεία Εὐχαριστία, ἦταν ὀργανικὰ μέρη τῆς Εὐχαριστιακῆς Λειτουργίας, εἶχαν τὴν τελείωσὴ τους στό Δεῖπνο τοῦ Κυρίου καὶ ἦσαν Μυστήρια ἀκριβῶς γιατὶ διέθεταν τὴν μαρτυρία καὶ τὴν Εὐχαριστιακή συναίνεση τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος θὰ πῆ χαρακτηριστικά• «Ἡμῶν δὲ σύμφωνος ἡ γνώμη τῇ Εὐχαριστίᾳ», «ἡ πίστη μας εἶναι Εὐχαριστιακή, δηλαδὴ εἶναι σύμφυτη μὲ τὴν Εὐχαριστία», γιά νά ἐκφράση τὴν ὀρθόδοξη πεποίθηση ὅτι κάθε Μυστήριο ἀνάγεται στή σύσταση τῆς Θείας Εὐχαριστίας, τοῦ ἑνὸς δηλαδὴ Πάσχα πού πλουτίζει λίγο - λίγο μὲ τή χάρη τῆς παρουσίας Ἐκείνου τὸν χῶρο, τὸν χρόνο, τὰ ὄντα καὶ διαποτίζει ἀργὰ μὲ αἰωνιότητα τὴν καρδιά τῶν πραγμάτων, προετοιμάζοντας τὴ μεταμόρφωση τοῦ κόσμου σὲ Ἐκκλησία, μᾶλλον σὲ Εὐχαριστία. Καὶ σήμερα ἡ Ὀρθοδοξία μὲ τή Θεία Λειτουργία, μὲ τή Θεία Εὐχαριστία – αὐτὸ τὸ κομμάτι τῆς μεταμορφωμένης ὕλης – καὶ τὰ
λοιπὰ Μυστήρια ἁγιάζει τὸν ἄνθρωπο, τὴν κτίση, τὰ ἄνθη, τὰ ἀστέρια, τὸ φῶς, τὰ ξύλα τοῦ δρυμοῦ, τὸ λάδι, τοὺς καρποὺς τῆς γῆς• καὶ τὸ κάνει αὐτὸ γιά νά θρέψη μὲ τή ζωή τοῦ Θεοῦ τὰ πράγματα στό βάθος τους, γιά νά φανερώση πὼς οἱ ρίζες καὶ οἱ τελικοὶ σκοποί τοῦ σύμπαντος φέρουν τή σφραγῖδα τοῦ Χριστοῦ, καὶ συνάμα γιά νά πῆ στόν ἄνθρωπο πὼς χάρη στήν συναγμένη Ἐκκλησία καὶ στή λειτουργικὴ τῆς προσευχή, ἤ καλύτερα εὐχή, ὁ κόσμος ἐξακολουθεῖ νά ἔχη ἕνα ὀντολογικό ἀγκυροβόλιο, ἕνα τελικό καταφύγιο: τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ! Τὸν ὅλο Χριστό!

Τὰ Ἱερά, βέβαια, Μυστήρια δέν εἶναι μόνο σημεῖα – σημάδια- κατὰ τὴν Ἰωάννειο ρήση, ποὺ φανερώνουν τὶς θεῖες ὑποσχέσεις, οὔτε ἁπλὰ μέσα γιά νά ζωογονοῦν τὴν πίστη καὶ τὴν ἐμπιστοσύνη στό Θεῖο• δέν παρέχουν μόνο, ἀλλὰ περιέχουν τή Θεία Χάρη• εἶναι ὀχήματα καὶ ἐφόδια ἀθανασίας• εἶναι μαζὶ τὰ ὄργανα τῆς σωτηρίας καὶ ἡ ἴδια ἡ σωτηρία. Ἀνήκουν στό μυστικό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ εἶναι τὸ μυστήριο τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ κι ἐκφράζουν τὸ πλήρωμα τῆς χάριτος καὶ τῆς ζωῆς της ὡς συνεχιζομένης Πεντηκοστῆς. Ὁ ἅγιος Νικόλαος ὁ Καβάσιλας θὰ πῆ ὅτι ἡ Ἐκκλησία «σημαίνεται ἐν τοῖς Μυστηρίοις», φανερώνεται μὲ τὰ Μυστήρια, ἑρμηνεύεται διὰ μέσου τῶν Ἱερῶν Μυστηρίων. Εἶναι γεγόνοτα τῆς ζωῆς, ἐσχατολογικά μαρτύρια τῆς ἀποστολῆς της. Γιατὶ μὲ τὴν Ἐκκλησία ἄρχισε ὁ ἐσχατολογικός αἰώνας τοῦ Πνεύματος, ἐγκαινιάστηκε «ὁ καινούργιος αἰώνας τῆς Βασιλείας τοῦ Χριστοῦ» (Εὐσέβιος Καισαρείας). Κάθε Μυστήριο εἶναι πάντα ἕνα γεγονὸς μέσα στὴν Ἐκκλησία, διὰ τῆς Ἐκκλησίας καὶ γιά τὴν Ἐκκλησία• ἐπιτελεῖται μὲ τὴν καθοδο τοῦ Παρακλήτου καὶ προέρχεται ἀπ’τὴν οἰκονομία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Ἔχει χρέος ὁ Λειτουργός, ὁ Κληρικός νά μάθη τὸν κόσμο πὼς τὰ Ἱερά Μυστήρια εἶναι ὁ τρόπος ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας, μὲ τὸν ὁποῖο ἐκείνη γιορτάζει τὴν «ἀνάμνηση» τοῦ θανάτου καὶ τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου καὶ καλεῖ τὸν κόσμο νά μετάσχη στόν Σταυρό καὶ στήν Ἀνάσταση, στό μυστήριο τοῦ ὅλου Χριστοῦ. Χωρὶς αὐτὸ τὸν τρόπο ζωῆς, χωρὶς τὸν Χριστό καὶ τίς μυστηριακές πράξεις τοῦ Χριστοῦ σωτηρία δέν ὑπάρχει. Αὐτοσωτηρία γιά τὸν ἄνθρωπο δέν ὑπάρχει, οὔτε φιλοσοφικὴ ἤ ἰδεαλιστική προσέγγιση τοῦ μυστηρίου τοῦ ὅλου Χριστοῦ νοεῖται ἤ ἀξιολογεῖται ἐντός τῶν κόλπων τῆς Ἐκκλησίας. Μὴ γένοιτο, ἀδελφοί!

Νά γιατὶ κάθε φορά πού τελεῖται Θεία Λειτουργία, ἡ ἁγία μας Ὀρθοδοξία κηρύττει πώς ὁ Μέγας Οἰκοδεσπότης τοῦ σύμπαντος κόσμου ἀνοίγει τίς καρδιακές Του πύλες καὶ στρώνει στά θεῖα δώματά Του «δεῖπνον μέγα», συμπόσιο μυστικό καὶ αἰώνιο, κι ἐξαποστέλει τὸν Ἀγαπημένο Δοῦλο Του στούς δρόμους καὶ τίς πλατεῖες, στίς πόλεις καὶ στούς φράκτες τῶν κτημάτων τῆς γῆς, νά καλέση τὸν σύμπαντα κόσμο «νά γεμίση τὸ σπίτι Του», «νά γευτῇ τὸ Δεῖπνο Του» (Λουκ. ιδ’ 23-24).

Καὶ δέν ἔληξε ἤ καλύτερα δέν λήγει τοῦτο τὸ Δεῖπνο ποτέ, παρὰ μυστικῶς συνεχίζεται ἀθάνατο στούς αἰῶνες, κρατώντας ἀνοιχτές τὶς θύρες του στίς ἑκάστοτε γενεές τῶν πιστῶν, μέσα στήν ἀσταμάτητη ἑνότητα τοῦ μυστικοῦ σώματος τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ποὺ εἶναι ἡ Ἐκκλησία. Τὸ δηλώσαμε ἤδη, τὸ λέμε καὶ πάλι• τὶ ἄλλο εἶναι ἡ Ἐκκλησία παρὰ ἡ συμμετοχὴ στό δεῖπνο τῆς Εὐχαριστίας, δεῖπνο ποὺ συνιστᾶ καὶ φανερώνει τὴν Ἐκκλησία• καί τὶ ἄλλο εἶναι ἡ Εὐχαριστία, παρὰ τὸ Μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας, τὸ Μυστήριο τοῦ «ὅλου Χριστοῦ», κατὰ τὴν φράση τοῦ π. Γ. Φλωρόφσκυ.

Κάθε φορά πού οἱ πιστοὶ συναθροιζόμαστε «προσκαρτερώντας τή διδασκαλία τῶν Ἀποστόλων καὶ τὸν τεμαχισμό τοῦ Ἄρτου τῆς Εὐχαριστίας γιά τή Μετάληψη» (Πραξ. β’ 42), ξαναγυρίζουμε πίσω στό Ὑπερῷο τοῦ Μεγάλου Οἰκοδεσπότη, τή στιγμή ἀκριβῶς πού ὁ Ἰησοῦς καὶ οἱ Μαθητές Του τελοῦν τὸ Δεῖπνο, βέβαιοι πώς κάθε τέλεση τοῦ Μυστηρίου εἶναι τὸ τελευταῖο τοῦτο Δεῖπνο τὸ Μυστικό. Μυστήριο ἄρρητο ποὺ εἶναι πάντα τὸ ἴδιο, ὅπως ἐπίσης μία εἶναι καὶ ἡ θυσία καὶ ἡ Τράπεζα πάντοτε ἡ ἴδια κι ὁ Οἰκοδεσπότης Κύριος πάντα παρών, θύτης καὶ θῦμα, λειτουργός, προσφέρων καὶ προσφερόμενος.

Μὴ λησμονοῦμε ποτέ πώς στό πασχάλιο τοῦτο Εὐχαριστιακό Τραπέζι, ὡς συνδαιτυμόνες Χριστοῦ καὶ Ἀποστόλων μᾶς καλεῖ ἡ Ἐκκλησία ψάλλοντας ἕνα μοναδικό προσκλητήριο-θούριο, ποὺ οὐσιαστικὰ ἑρμηνεύει τὴν ποιότητά Της: «Ξενίας δεσποτικῆς καὶ ἀθανάτου τραπέζης, ἐν ὑπερῴῳ τόπῳ, ταῖς ὑψηλαῖς φρεσί, πιστοὶ δεῦτε ἀπολαύσωμεν, ἐπαναβεβηκότα λόγον, ἐκ τοῦ Λόγου μαθόντες, ὃν μεγαλύνομεν» (Ἐλᾶτε ν’ ἀπολαύσουμε πιστοὶ μὲ ἀνυψωμένο τὸν ψυχικό μας κόσμο, τή φιλοξενία καὶ τὴν ἀθάνατη Τράπεζα πού μᾶς παραθέτει ὁ Δεσπότης Χριστὸς σὲ τόπο ὑψηλό• διότι ἐμάθαμε ἀπὸ τὸν Λόγο Θεοῦ διδασκαλίες ὑψηλές ποὺ μεταρσιώνουν τὸν νοῦ σὲ θεῖες ἀναβάσεις, τὸν Ὁποῖο Λόγο τοῦ Θεοῦ καὶ ἀνυμνοῦμε δοξαστικά) (Κανὼν Μ. Πέμπτης). Ἐκκλησία Λειτουργοῦσα – Ἐκκλησία αὐτοερμηνευομένη!

Ὅλη ἡ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὸ ἔργο της ἀπορρέουν ἀπὸ τὴν Εὐχαριστία καὶ στὴν Εὐχαριστία καταλήγοντας, βρίσκουν τὸ πλήρωμά τους. Εἶναι τὸ ΒΑΣΙΛΙΚΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ, κέντρο καί τέλος ὅλων τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Μυστηρίων, Μυστήριο Μυστηρίων. Σὰν τὸ γευόμαστε ζοῦμε τὴν πραγματικότητα τῆς θείας κοινωνίας, τὸ παράφορο κορύφωμα τῆς Τριαδικῆς Ἀγάπης, τῆς συναντήσεως τῆς κοινότητας τῶν πιστῶν μὲ τὸν ἀναστημενο Κύριο, ποὺ μεταβάλλει τή σύναξη τῶν πιστῶν σὲ σύναξη ἀθανάτων.

Ἡ Εὐχαριστία εἶναι μυστικὴ σύνοψη, παράσταση, παράταση καὶ συνέχιση τοῦ ἔργου τῆς ἐν Χριστῷ σωτηρίας, τῆς λυτρωτικῆς παρουσίας καὶ πράξεως τοῦ Χριστοῦ στόν χῶρο καὶ τὸν χρόνο• συνιστᾶ τὴν εἰσαγωγὴ τῆς ἀνθρώπινης φύσεως πού καθαρίστηκε μὲ τὸ αἷμα τοῦ Ἀμνοῦ τοῦ Θεοῦ, στή σφαίρα τῆς Ἁγίας Τριάδος. Σὰν τρεφόμαστε μ’ αὐτήν, « οἱ θεῖες δωρεές βρίσκονται ἐνώπιόν μας. Ἡ μυστικὴ Τράπεζα στολίζεται. Τὸ ζωοποιό ποτήριο εἶναι γεμάτο. Ὁ Βασιλεὺς τῆς δόξης καλεῖ σὲ δεῖπνο, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ ὑποδέχεται τοὺς καλεσμένους… Ἡ ἐνυπόστατη Σοφία τοῦ Θεοῦ διαμοιράζει τὸ Σῶμα της ὑπὸ τή μορφή τοῦ Ἄρτου καὶ προσφέρει τὸ ζωοποιό Αἷμα ὑπὸ τή μορφή τοῦ Οἴνου. Τὶ φοβερό μυστήριο! Τὶ ἄρρητη οἰκονομία! Τὶ ἀκατάληπτη συγκατάβαση τοῦ Θεοῦ! Τὶ ἀνεξιχνίαστη εὐσπλαχνία!» (ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας).

Δῶρο καὶ καρπὸς της εἶναι ἡ πληρότητα τῆς κοινωνίας, συναντήσεως κι ἑνώσεως τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν σταυρωμένο κι ἀναστημένο ζωντανό Κύριο κι ἡ μετοχὴ στή Βασιλεία Του. Εἶναι τὸ μυστήριο τῆς ἀνακράσεως καὶ συνενώσεως τοῦ κτιστοῦ μὲ τὸ Ἄκτιστο, ἡ ἀπαρχὴ καὶ τὸ μέσο τοῦ ἁγιασμοῦ καὶ τῆς θεώσεως ἀνθρώπου καὶ κόσμου. Εἶναι πρωτίστως ἡ ἀγαπητική κοινωνία τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας καὶ κάθε μέλους της μὲ τὴν Κεφαλὴ της, τὸν Χριστό. «Αὐτοί πού ἐσθίουν τοῦ Νυμφίου τὰ μέλη, θὰ πῆ ὁ ἅγιος Νικόλαος Καβάσιλας, καὶ πίνουν τὸ αἷμα Του, ἀπολαμβάνουν τή γαμήλια κι ἀγαπητική κοινωνία Του».

Καθένας πού γεύεται τὸν Κύριο εὐχαριστιακά, πνίγεται μέσα στίς φανερές κι ἀφανεῖς εὐεργεσίες Του. Προσφέρεται Ἐκεῖνος «κλώμενος καὶ ἐκχυνόμενος» σὲ μᾶς, κι αὐτὴ Του ἡ προσφορά μᾶς ἀπογυμνώνει ἀπό ὅλα. Παύουμε νά ὑπάρχουμε. «Πεθαίνουμε». Συγχρόνως εἶναι ἡ στιγμή πού «γεννιόμαστε» στή ζωή• κοινωνοῦμε τῆς θείας ζωῆς, μὲ τὸ νά προσφέρουμε τὰ πάντα, μὲ τὸ νά γίνουμε μιά εὐχαριστιακή προσφορά. Μὰ ἡ «ἀπώλεια» τῆς ζωῆς εἶναι ταυτόχρονα ἀνάδυση τῆς ὑπάρξεώς μας σὲ κόσμο «καινό κι ἀσύνθετο», ὅπου παρεγενόμενοι εἴμαστε ἀληθινοὶ ἄνθρωποι. Στά δῶρα τοῦτα χωράει ἡ αἰωνιότητα. Σ’ ἕναν Ἅγιο Μαργαρίτη ὅλος ὁ Παράδεισος, ὁ Χριστός. Κι ἐσύ, θὰ πῆ στό Εἰσοδικό του ὁ π. Βασίλειος Γοντικάκης, «ζῆς τὴν ἐμπειρία τοῦ ψυχορραγοῦντος, καὶ τὸ σπαρτάρισμα τοῦ ἀρτιγέννητου…Εἶσαι νεκρὸς καὶ ζωντανός. Ἀνύπαρκτος καὶ παντοδύναμος. Πέφτεις στό κενό, καταποντίζεσαι καὶ πλημμυρίζεις ζωή, φτάνεις στήν αἴσθηση τῆς αἰωνίου παρουσίας Του».

Μέσα στήν Εὐχαριστία ὁ ἄνθρωπος βρίσκεται στό κλίμα του, ποὺ μπορεῖ νά εὐδοκιμήση. Στήν πατρίδα του, ποὺ τοῦ εἶναι ὅλα γνώριμα καὶ οἰκεῖα. Μιλάει τή μητρική του γλώσσα, σὰν ὁ κτιστός κόσμος μεταβάλλεται σὲ σκήνωμα τῆς θείας δόξης, σ’ ἕνα μέρος ταπεινό, ἀλλὰ ἀστραπηβόλο τῆς θεοφάνειας. Μέσα σ’ αὐτὴ τὴν ἱερουργία τὰ σύμπαντα γίνονται μιά δέηση, παράκληση, ἱκεσία, ἀπολαμβάνουν τὸ πυράκτωμα τῆς παρατεταμένης Πεντηκοστῆς καὶ δροσίζονται ἀψευδῶς. Ἔτσι «ἡ σύμπασα κτίση νεουργεῖται καὶ θεουργεῖται». Ἀπ’ ἐδῶ βγαίνουν οἱ Ἅγιοι, ὁ Παράδεισος, ἡ αἰωνιότητα κι οἱ ἄνθρωποι ἀδελφοί, ὁμόψυχοι, ὁμοκάρδιοι, ἄνθρωποι πού ξέρουν νά ζοῦν σὲ «παροξυσμόν ἀγάπης» (Ἑβρ. ι’ 24).

Συγκεντρωμένοι «ἐν Ὑπερῴῳ τόπῳ», βρισκόμαστε οἱ πάντες μέσα στούς πάντες, σὲ ἀδιάκοπη κοινωνία μὲ τὸν Χριστό καὶ τὸ σῶμα Του –τοὺς ἀνθρώπους. Ἄλλωστε ἡ Εὐχαριστία «κοινωνία λέγεται καὶ εἶναι ἀληθινά, γιατὶ μέσα ἀπ’ αὐτὴν κοινωνοῦμε τὸν Χριστό καὶ μετέχουμε στή σάρκα καὶ θεότητά Του, καὶ συνάμα κοινωνοῦμε κι ἑνωνόμαστε καὶ μεταξὺ μας μὲ αὐτή. Ἀκριβῶς γιατὶ μεταλαμβάνουμε ἀπὸ «ἕναν ἄρτο, ὅλοι γινόμαστε ἕνα σῶμα κι ἕνα αἷμα Χριστοῦ καὶ μέλη ὁ ἕνας τοῦ ἄλλου, μεταβαλλόμενοι σὲ σύσσωμους Χριστοῦ» (ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός).

Ναί, ἅγιοι πατέρες, μόνο ἡ συναγμένη Ἐκκλησία πού γεύεται κι ἀνασαίνει τὸ μυστήριο τοῦ ὅλου Χριστοῦ, ἐξομολογητικά μπορεῖ, μὲ τοὺς μαργαρίτες τοῦ Ἀχράντου Του σώματος κι αἵματος ἀκόμα στό στόμα, νά πῆ:

«Μέλη Χριστοῦ γινόμεθα, μέλη Χριστὸς ἡμῶν δέ,
καὶ χεὶρ Χριστὸς καὶ ποῦς Χριστὸς ἐμοῦ τοῦ παναθλίου,
καὶ χεὶρ Χριστοῦ καὶ ποῦς Χριστοῦ ὁ ἄθλιος ἐγὼ δέ•
κινῶ τὴν χεῖρα καὶ Χριστὸς ὅλος ἡ χείρ μου ἔστιν•
Ἀ µέ γὰρ νόει μοι θεότητα τὴν θείαν!
Κινῶ τὸν πόδα καὶ ἰδού, ἀστράπτει ὡς Ἐκεῖνος•
μὴ εἴπῃς ὅτι βλασφημῶ, ἀλλ’ἀπόδεξαι ταῦτα
καὶ τῷ Χριστῷ προσκύνησον τοιοῦτόν σὲ ποιοῦντι»

(Μέλη Χριστοῦ γινόμαστε καὶ μέλη δικὰ μας ὁ Χριστός•
καὶ τὸ χέρι καὶ τὸ πόδι τὸ δικό μου, ἐμοῦ τοῦ παναθλίου,
εἶναι χέρι καὶ πόδι τοῦ Χριστοῦ.
Κι ὁ ἄθλιος ἐγὼ χέρι Χριστοῦ καὶ Χριστοῦ πόδι πάλι.
Τὸ χέρι ποὺ κουνῶ ὁ Χριστὸς ἀκέραιος.
Καὶ τή θεότητα βάλε στόν νοῦ σου ἀκομμάτιαστη!
Κινῶ τὸ πόδι μου καὶ νά ποὺ ἀστράφτει, ὅπως Ἐκεῖνος•
ὅμως μὴν πῆς πὼς βλασφημῶ, μὰ δέξου ὅ,τι εἶπα
καὶ τὸν Χριστό προσκύνησε, ποὺ ἔτσι σὲ χαριτώνει!)
(ἅγιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος)


Ὁ ἱερεύς κυκλώθηκε ἀπό ἕνα οὐράνιο φῶς…


Σεβασμιώτατε, ἅγιε Δημητριάδος καὶ Ἁλμυροῦ, ἅγιοι πατέρες, θὰ μποροῦσα, ἤ μᾶλλον θὰ ἔπρεπε νά κλείσω τὴν φτωχή μου εἰσήγηση ἐδῶ. Ὅμως, τόσο τὸ θέμα πού μοῦ ἐδόθη, τὸ ὁποῖο ἀναφέρεται καὶ στήν εὐθύνη–στάση τῶν λειτουργῶν –ποιμένων μπροστὰ ἀπ’τὸ γεγονός τῆς συναγμένης Ἐκκλησίας, τῆς Θείας Λειτουργίας δηλαδή, ὅσο καὶ τὸ γεγονός ὅτι ἀπευθύνομαι σὲ τίμιους ἀδελφοὺς καὶ ἐκλεκτούς συλλειτουργούς, μὲ ὁδηγοῦν, μὲ παρωθοῦν νά δώσωμε μιά ἀπάντηση καὶ σ’αὐτὴν τὴν πρόκληση- πρόσκληση, ποὺ εἶναι καὶ ἀπαίτηση τῶν καιρῶν μας. Ὅμως, συγχωρήσατέ με ἅγιε Γέροντα, θεωρῶ τὸν ἑαυτό μου λίγο καὶ φτωχό γι’ αὐτὴ τὴν ἀπάντηση. Γιά τοῦτο, μὲ τὴν εὐχὴ σας, ὡς ἀπάντηση ἂς λάβωμε ἕνα κομμάτι ἀπὸ τὸ Μέγα Γεροντικό ποὺ ἴσως εἶναι ἡ πολύτιμη «κραυγαλέα σιωπή» τοῦ οὐρανοῦ καὶ τοῦ Λαοῦ τοῦ Θεοῦ ἡ ἐνδόψυχη ἀπαίτηση ἀπὸ ἐμᾶς τοὺς Κληρικούς, τοῦ Λαοῦ μας τοῦ εὐλογημένου ποὺ ζητεῖ «ἡ ψυχὴ τοῦ ἱερέα … νά εἶναι λαμπρότερη κι ἀπ’ αὐτές τίς ἀκτίνες τοῦ ἥλιου, ὥστε ποτέ νά μὴν τὸν ἀφήνη ἔρημο τὸ Ἅγιο Πνεῦμα…»
(ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος).

«Ἕνας Ἐπίσκοπος, γράφει τὸ Γεροντικό, ὄντως ἄξιος καὶ πνευματικὸς ἄνθρωπος, περιοδεύοντας τὴν ἐπαρχία του ἔφτασε σ’ ἕνα μικρό πολὺ μακρινό χωριουδάκι. Ζήτησε νά ἰδῆ τὸν ἱερέα. Ὕστερα ἀπὸ ἀρκετὴ ὥρα παρουσιάστηκε μπροστὰ του ἕνας ἁπλοϊκὸς χωρικός, ποὺ μόλις εἶχε γυρίσει ἀπὸ τὸ χωραφι του φορώντας τὰ ροῦχα τῆς δουλειᾶς. Ἦταν ὁ ἱερεὺς τοῦ χωριοῦ. Ὁ Ἐπίσκοπος τὸν ἀσπάστηκε, μὰ μέσα του ἕνας λογισμὸς τὸν τυραννοῦσε• ἤθελε - καὶ δικαίως- τὸν Λειτουργό τοῦ Ὑψίστου νά ἔχη πιὸ ἐκκλησιαστικό χρῶμα, πιὸ ἐκκλησιαστικὴ θωριά…

Ἡ ἄλλη μέρα ἦταν Κυριακή! Ὁ ἱερεὺς ἑτοιμάστηκε νά λειτουργήση κι ὁ Ἐπίσκοπος δέν τὸν ἄφηνε καθόλου ἀπὸ τὰ μάτια του. Ἀναζητοῦσε κάτι ἀπ’τὴν ποιότητά του… Καὶ νά! Ἀπ’ τή στιγμή πού ἄρχισε ἡ Θεία Λειτουργία, ὁ ἱερεὺς κυκλώθηκε ἀπὸ ἕνα οὐράνιο φῶς πού τὸν λάμπρυνε χωρὶς να τὸν καίη, κι αὐτὸ κράτησε ὥς τὸ τέλος τῆς Λειτουργίας.

Τότε φώναξε τὸν ἱερέα στό Ἅγιο Βῆμα ὁ Ἐπίσκοπος καὶ πέφτοντας στά γόνατα, τοῦ ζήτησε νά τὸν εὐλογήση! Ὁ ἁπλοϊκὸς κληρικός σάστισε.

-Πῶς εἶναι δυνατὸν ὁ ἀνώτερος νά εὐλογηθῆ ἀπὸ τὸν κατώτερὸ του; Ἐσύ εὐλόγησέ με, ἅγιε Δεσπότα, εἶπε, κι ἔβαλε στρωτὴ μετάνοια.

-Ἀδύνατον νά εὐλογήσω ἐκεῖνον πού στέκεται μέσα σὲ θεϊκή φλόγα καὶ προσφέρει τὴν ἀναίμακτη θυσία! «Τὸ ἔλαττον ὑπὸ τοῦ κρείτονος εὐλογεῖται», ψέλλισε ὁ ἅγιος ἐκεῖνος Ἐπίσκοπος.

-Ὑπάρχει τάχα, ἅγιε Δέσποτα, ἐπίσκοπος ἤ πρεσβύτερος ἤ διάκονος ἀκόμη, ποὺ νά πλησιάζη τὸ Θυσιαστήριο καὶ νά μὴν περικυκλώνεται ἀπὸ οὐράνιο φῶς; εἶπε μὲ ἀπορία ὁ ἁπλοϊκὸς ἱερεύς.

Τὶ ν’ ἀπαντήση ὁ Ἐπίσκοπος σ’ ἐκεῖνον πού ἔβλεπε τὸ ὑπερφυσικό σὰν τὸ φυσικώτερο πρᾶγμα τοῦ κόσμου;».

Δεσπότη μου, σᾶς εὐχαριστῶ ἀπὸ καρδιᾶς,

Τὰ ἔτη Σας πολλά, καλλίκαρπα καὶ θεοτίμητα!




ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ


Α’


1) Ἡ Ἁγία Γραφή (Α.Γ.)• Παλαιά (Π.Δ.) καί Καινή Διαθήκη (Κ.Δ.)


2) Βιβλιοθήκη Ἑλλήνων Πατέρων καί Ἐκκλησιαστικῶν Συγγραφέων, ἔκδοσις Ἀποστολικῆς Διακονίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, Ἀθῆναι 1955 ἑξῆς (Β.Ε.Π.Ε.Σ.)


3) Ἕλληνες Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, Πατερικαί ἐκδόσεις «Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς», Θεσσαλονίκη 1972 ἑξῆς (Ε.Π.Ε.)


4) J. P. Migne, Patrologiae cursus completus, series graeca, Paris 1857-1866 (P.G.)


5) J. P. Migne, Patrologiae cursus completus, series latina, Paris 1844-1864 (P.L.)


6) Φιλοκαλία τῶν Ἱερῶν Νηπτικῶν…, ἐκδοτικός οἶκος «ΑΣΤΗΡ», Ἀλ. καί Ε. Παπαδημητρίου, ἐν Ἀθήναις, τ. Α’ (41974), Β’ (41975), Γ’ (41976), Δ’ (41976), Ε’ (31963)


7) Τό Μέγα Γεροντικόν…, Ἔκδοση Ἱ. Ἡσυχαστηρίου «Τό Γενέσιον τῆς Θεοτόκου», Πανόραμα Θεσσαλονίκης, τ. Α’ (11994), Β’ (11995), Γ’ (11997), Δ’ (11999).


8) Νικολάου Καβάσιλα, Ἡ Θεομήτωρ (τρεῖς θεομητορικές ὁμιλίες, κείμενο-μετάφραση- εἰσαγωγή-σχόλια, Παναγιώτης Νέλλας), ἐκδόσεις Ἀποστολικῆς Διακονίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, Ἀθῆναι 21974.


9) Τοῦ ἰδίου, Ἑρμηνεία τῆς Θείας Λειτουργίας καί τά κεφάλαια περί ἱερωσύνης τoῦ ὁσίου Θεογνώστου (ἀπόδοση στή νεοελληνική Ἀντωνίου Γ. Γαλίτη), ἐκδόσεις «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ», Θεσσαλονίκη 1978


Β’


1) Ἀρχιμ. Θεοκλήτου Ἀθανασοπούλου, Ἐκκλησία: Ὁ αὐθεντικός φύλακας καὶ ἑρμηνευτής τῆς Ἁγίας Γραφῆς, Ἀποστολική Διακονία, Ἀθήνα 11998


2) Τοῦ ἰδίου, Ἀπό Πτερύγων Ἄμβωνος, Ἔκδοση τοῦ Πνευματικοῦ Κέντρου Δήμου Τριπόλεως, Τρίπολη 12001 (Ἐκδόσεις Ἀκρίτας)


3) Ἀρχιμανδρίτου Βασιλείου, Εἰσοδικόν, Στοιχεῖα λειτουργικῆς βιώσεως τοῦ μυστηρίου τῆς ἑνότητος μέσα στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, Ἱερά Μονή Σταυρονικήτα, Ἅγιον Ὄρος, 21978


4) Ἱερομονάχου Γρηγορίου, Ἡ Θεία Λειτουργία, Σχόλια, Ἱερόν Κουτλουμουσιανόν Κελλίον Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Θεολόγος, Ἅγιον Ὄρος, 31993


5) Χρήστου Γιανναρᾶ, Ἀλφαβητάρι τῆς πίστης, ἐκδόσεις Δόμος, (ἔνατη ἐπανέκδοση), Ἀθήνα 91994


6) Τοῦ ἰδίου, Τό προνόμιο τῆς ἀπελπισίας, σειρά «σύνορο», Ἐκδόσεις Γρηγόρη, Ἀθήνα 1973


7) Τοῦ ἰδίου, Πείνα καί δίψα, Ἐκδόσεις Γρηγόρη, Ἀθήνα, τρίτη ἔκδοση


8) Ἱερομονάχου Ἀθανασίου Γιέβτιτς, Ἡ Ἐκκλησιολογία τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, ἐκδόσεις Γρηγόρη, Ἀθήνα 1984


9) Τοῦ ἰδίου, Χριστός Ἀρχή καί Τέλος, ἐκδόσεις Ἱδρύματος Γουλανδρῆ -Χόρν, Ἀθῆναι 1983


10) Παύλου Εὐδοκίμωφ, Ἡ Ὀρθοδοξία, [μετάφραση Ἀγαμέμνονος Τ. Μουρτζόπουλου], ἐκδόσεις Β. Ρηγοπούλου, Θεσσαλονίκη 1972


11) Πρωτοπρεσβυτέρου Μιχαήλ Καρδαμάκη, Ὀρθόδοξη Πνευματικότητα, Ἡ αὐθεντικότητα τοῦ ἀνθρώπινου Ἤθους, ἐκδόσεις «ΑΚΡΙΤΑΣ», Ἀθήνα 11980


12) Olivier Clement, Ἡ θεολογία μετά τόν «θάνατο τοῦ Θεοῦ», σειρά «σύνορο», ἐκδόσεις «ΑΘΗΝΑ», Ἀθήνα 1973


13) Βλαδιμήρου Λόσκι, Ἡ Μυστική Θεολογία τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας [μετάφρασις πρεσβυτέρας Στέλλας Κ. Πλευράκη], Θεσσαλονίκη 51991


14) Τοῦ ἰδίου, Κατ’ εἰκόνα καί καθ’ ὁμοίωσιν Θεοῦ [μετάφρασις Μ.Γ.Μιχαηλίδη], ἐκδόσεις Ρηγοπούλου, Θεσσαλονίκη 1974


15) Τοῦ ἰδίου, Ἡ θέα τοῦ Θεοῦ [μετάφρασις Ἀρχιμ. Μελετίου Καλαμαρᾶ], ἐκδόσεις Β. Ρηγοπούλου, Θεσσαλονίκη 1973


16) Γεωργίου Ἰ. Μαντζαρίδου, Μέθεξις Θεοῦ, ἐκδόσεις «Ὀρθόδοξος Κυψέλη», Θεσσαλονίκη 1979


17) Ἀρχιμανδρίτου Ἰουστίνου Πόποβιτς, Ἄνθρωπος καί Θεάνθρωπος, Μελετήματα Ὀρθοδόξου Θεολογίας [μετάφραση ἱερομονάχου Ἀθανασίου Γιέβτιτς] ἐκδ. οἶκος «ΑΣΤΗΡ» Ἀλ. καί Ε. Παπαδημητρίου, Ἀθῆναι 31974


18) π. Ἀλεξάνδρου Σμέμαν, Εὐχαριστία [μετάφραση ἀπό τά Ρωσικά Ἀνδρέα καί Μαρίκας Χελιώτη], ἐκδόσεις Ἀκρίτας, Ἀθήνα 21987


19) Τοῦ ἰδίου, Ἐξ ὕδατος καί Πνεύματος [μετάφραση Ἰωσήφ Ροηλίδης], ἐκδόσεις Δόμος, Ἀθήνα 1984


20) Τοῦ ἰδίου, Ἡ Ἐκκλησία Προσευχομένη, Εἰσαγωγή στή Λειτουργική Θεολογία [ἀπόδοση ἀπό τά Ἀγγλικά: π. Δημήτριος Β. Τζέρπος], ἐκδόσεις «ΑΚΡΙΤΑ», Ἀθήνα 1991


21) Τοῦ ἰδίου, Ἡ ἀποστολή τῆς Ἐκκλησίας στό σύγχρονο κόσμο [μετάφραση ἀπό το Ἀγγλικό: Ἰωσήφ Ροηλίδης], ἐκδόσεις «ΑΚΡΙΤΑΣ», Ἀθήνα 1983


22) Πρωτοπρεσβυτέρου, Γεωργίου Φλωρόφσκυ, Ἁγία Γραφή -Ἐκκλησία- Παράδοση [μετάφρασις Δημητρίου Γ. Τσάμη, Καθηγητοῦ Πανεπιστημίου], ἐκδόσεις Π. Πουρναρᾶ, Θεσσαλονίκη 1976


23) Τοῦ ἰδίου, Θέματα ὀρθοδόξου θεολογίας, ἐκδόσεις «Ἄρτος ζωῆς», Ἀθήνα 1973


24) Τοῦ ἰδίου, Ἀνατομία προβλημάτων τῆς πίστεως [μετάφρασις Ἀρχιμ. Μελετίου Καλαμαρᾶ], ἐκδ. Βασ. Ρηγοπούλου, Θεσσαλονίκη 1977


25) Τοῦ ἰδίου, Δημιουργία καί ἀπολύτρωση [μετάφραση Παναγιώτου Κ. Πάλλη, Γενικοῦ Ἐπιθεωρητοῦ Μ.Ε.], ἐκδόσεις Π. Πουρναρᾶ, Θεσσαλονίκη 1983

Το σπήλαιο του Αγίου Ανδρέα στην Κωνστάντσα της Ρουμανίας


O Άγιος απόστολος Ανδρέας,ο οποίος εκχριστιάνισε τη Ρουμανία είναι ο πολιούχος και προστάτης άγιος ολόκληρης της Ρουμανίας.Κατά την παραμονή του στη ρουμανική γη ένα μεγάλο μέρος το πέρασε σε μια σπηλιά που βρίσκεται κοντά στην πόλη Κωνστάντσα της Ν.Α.Ρουμανίας η οποία τώρα είναι τόπος προσκυνήματος.Κοντά στη «Σπηλιά του Αγ.Ανδρέα» βρίσκονται 9 πηγές όπου σύμφωνα με την παράδοση έκανε τις πρώτες βαπτίσεις.Σκαμμένη μέσα σ''έναν βράχο σήμερα έχει τη μορφή ενός ναού.Στα 200 μέτρα απόσταση έχουν βρεθεί τα ίχνη αρχαίων κελλιών σκαμμένων μέσα σε βράχους.
Μετά από μακρά περίοδο ερημώσεως,στις αρχές του 20ου αιώνα,ένας δικηγόρος ο οποίος ταξίδευε στα μέρη εκείνα είδε επαναλαμβανόμενα όνειρα που του έδειχναν το μέρος όπου βρίσκεται η σπηλιά.Έτσι ανακαλύφθηκε ο πρώτος χριστιανικός ναός της ρουμανικής γης.
Μετά το 1990 χτίστηκε κοντά στη σπηλιά ένας μεγάλος ναός και εγκαταστάθηκε μια μοναστική αδελφότητα,ενω πρόσφατα χτίστηκε άλλος ένας ναός προς τιμήν της Αγίας Σκέπης
www.proskynitis.blogspot.com

Eικόνες από το μοναστήρι του Αγίου Ανδρέα στην κατεχόμενη Καρπασία

 

Παράδοση και μαρτυρίες
Η παράδοση θέλει τον Απόστολο Ανδρέα να έχει αποβιβαστεί στο μέρος όπου είναι κτισμένο το μοναστήρι, όταν το καράβι, με το οποίο ταξίδευε, αναγκάστηκε να σταθμεύσει σε παρακείμενο λιμανάκι. Εκεί ο Απόστολος δημιούργησε πηγή στο βράχο, το σημερινό αγίασμα, και προσέφερε νερό στους διψασμένους ταξιδιώτες. Στην ίδια τοποθεσία κτίστηκε αργότερα από τον καπετάνιο του καραβιού, του οποίου το τυφλό παιδί θεράπευσε ο Απόστολος, ναός αφιερωμένος στον πρωτόκλητο μαθητή του Χριστού.
Η πρώτη μαρτυρία, που υπάρχει για την ονομασία του
λιμενίσκου, που βρίσκεται κοντά στο μοναστήρι, είναι από τον Αγγλοσάξονα προσκυνητή Seawolf, του 1103 μ.Χ., που το αποκαλεί “λιμανάκι του Αποστόλου Ανδρέα”. Ο Seawoff δεν δίνει άλλες πληροφορίες και ούτε αναφέρει οτιδήποτε για την ύπαρξη μοναστηρίου στην περιοχή. Όμως, η αναφορά του αυτή είναι πολύ σημαντική, συνδέει το όνομα του Αποστόλου με το άκρο της Καρπασίας από τα βυζαντινά χρόνια, ένδειξη ότι η σχετική παράδοση για τον Απόστολο Ανδρέα ήταν διαδεδομένη από τότε. Μια άλλη σημαντική μαρτυρία με σαφή αναφορά, αυτή τη φορά, σε ύπαρξη μοναστηρίου στην περιοχή, γίνεται το 1191 από τον Άγγλο ιερωμένο Benedict of Peterborough (+1193), ο οποίος αναφέρει ότι ο τότε διοικητής της Κύπρου Ισαάκιος Κομνηνός (1185-1191) συνελήφθη από το Ριχάρδο το Λεοντόκαρδο σε πολύ καλά οχυρωμένο μοναστήρι, “πού ονομαζόταν Ακρωτήριον του Αποστόλου Ανδρέα”. Φαίνεται ότι το όνομα του
Αποστόλου επεκράτησε από τότε για το ακρωτήρι, αφού σημειώνεται σε παλαιούς χάρτες της Κύπρου με το όνομα “Capo de Sando Andrea”. Από τα κτίσματα του πρώτου αυτού μοναστηρίου δεν διασώθηκαν καθόλου ίχνη. Στη θέση τους ανηγέρθη αρκετά χρόνια αργότερα – κατά τη διάρκεια του 15ου αιώνα – ναός που υπάρχει μέχρι τις μέρες μας, όχι όμως και τα κτίρια που τον περιέβαλλαν. Παρόμοια αναφορά στο όνομα του ακρωτηρίου γίνεται και από πολλούς περιηγητές, που επισκέφθηκαν την Κύπρο, τόσο κατά την περίοδο της λατινοκρατίας (1191-1571), όσο και κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας (1571-1878). Ο Άγγλος περιηγητής Richard Pococke, που επισκέφθηκε Το μοναστήρι το 1738, αναφέρει πως ήταν τότε ακατοίκητο και πως ζούσαν σ’ αυτό παλαιότερα δύο ή τρεις μοναχοί.
(Κ. Κοκκινόφτα, “Το Μοναστήρι του Απ. Ανδρέα…”, Κυκκώτικα Μελετήματα Α’, Λευκωσία 1997, σσ. 205.)



Έρημο το μοναστήρι του Αποστόλου Ανδρέα χωρίς τον σταυρό του. Τον απέκοψαν οι τούρκοι κατακτητές

Η πλατεία του Απ. Ανδρέα (1998) πριν την καταστροφή της από τους τούρκους με την ανοχή και συνδρομή δυστυχώς και δικών μας ανθρώπων.

Ιδού πως κατάντησαν οι ”ειδικοί” την πλατεία του Αγίου μας. Τη όργωσαν κυριολεκτικά

Η φωτογραφία αυτή λήφθηκε προτού γίνουν οι καταστροφικές εργασίες από την UNOPS που χάριν του ονόματος “τοπιοτέχνηση” κατάστρεψαν την όμορφη πλατεία σε χώρο άχρηστο και γεμάτο αγριόχορτα.
Η πλατεία προς τη νοτιοδυτική πλευρά. Στο βάθος ο δρόμος (το δεύτερο καντζιέλλι. Αριστερά το κέντρο του Απ. Ανδρέα. Δεξιά η χαβούζα όπου οι επισκέπτες έπιναν νερό για να ξαποστάσουν. Αριστερά από τη χαβούζα στο βάθος φαίνονται μέρος των κοιτώνων όπου κατέλυαν οι προσκυνητές. Στο βάθος κέντρο τα κρεοπωλεία (κάθε Σαββατοκύριακο ερχόταν κρεοπώλες από το Ριζοκάρπασο και πουλούσανε κρέας στους επισκέπτες.(Μέσσιος, Όττομος, Κάμηλος, Ττούλος, Στελιούρι, Όμπασιης και άλλοι.
Η μοναδική μοναχή του αποστόλου Ανδρέα

Η Χαρακτηριστική σε όλους του Ριζοκαρπασίτες φιγούρα  Τάκης του Ττοφουρκού, που από το 1974 υπηρετεί την χάρη του ενώ κάποιο άλλοι, εμείς δηλαδή τον εγκαταλείψαμε έρμαιο στα βρώμικα χέρια των κατακτητών

Ο οικονόμος του Απ. Ανδρέα πάτερ Παπαζαχαρίας που από το 1974 στάθηκε άγρυπνος φύλακας του μοναστηριού κάτω από πολύ αντίξοες συνθήκες.

Η παλιά εκκλησία
Τα τάματα του Αποστόλου Ανδρέα. Σημάδια της πίστης των Ελλήνων της Κύπρου
Πλήθος τα τάματα μετά το άνοιγμα των οδοφραγμάτων

Η βορειοδυτική (πίσω) πλευρά του μοναστηριού

Αρχιεπισκοπικό εξοχικό μέγαρο. Το έκτισε ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος γύρω στο 1970

Όταν κάποτε δεν το’σκιαζε η φοβέρα και δεν το πλάκωνε η σκλαβιά.
ΠΗΓΗ.Ριζοκάρπασον.

Ο ΑΓΙΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΑΝΔΡΕΑΣ Ο ΠΡΩΤΟΚΛΗΤΟΣ


«Ο άγιος Ανδρέας ήταν από την πόλη της Βηθσαϊδά, υιός κάποιου Εβραίου Ιωνά και αδελφός του Πέτρου του αποστόλου και κορυφαίου των μαθητών του Χριστού. Αυτός προηγουμένως μαθήτευσε στον Πρόδρομο και Βαπτιστή Ιωάννη, κι έπειτα, όταν άκουσε από τον διδάσκαλό του, που δακτυλοδεικτούσε τον Ιησού,  το, Ίδε ο αμνός του Θεού, τον άφησε και ακολούθησε τον Χριστό. Είπε και στον Πέτρο το, Ευρήκαμεν Ιησούν τον από Ναζαρέτ, και αποσπάστηκε στην αγάπη του Χριστού. Και πολλά άλλα είναι γραμμένα γι’  αυτόν στη θεόπνευστη Γραφή. Αυτός λοιπόν με τον τρόπο αυτό  ακολούθησε τον Χριστό. Μετά την Ανάληψη Εκείνου, για τον κάθε απόστολο κληρώθηκε και διαφορετική χώρα. Στον πρωτόκλητο έτυχε η χώρα των Βιθυνών και ο Εύξεινος Πόντος, τα μέρη της Προποντίδας, μαζί με τη Χαλκηδόνα και το Βυζάντιο και τη Θράκη και τη Μακεδονία, που έφθαναν μέχρι τον Ίστρο ποταμό, η Θεσσαλία και η Ελλάδα και τα μέρη της Αχαΐας. Αλλά και η Αμινσός, η Τραπεζούντα, η Ηράκλεια και η Άμαστρις. Αυτές τις χώρες δεν τις πέρασε, σαν λόγια που χάνονται, αλλά σε κάθε πόλη υπέστη πολλές δυσκολίες, συνάντησε πολλές δυσχέρειες, μολονότι με τη βοήθεια του Χριστού τις ξεπερνούσε όλες. Θα θυμηθούμε το τι πέρασε σε μία πόλη, αφήνοντας τις άλλες στους γνώστες του έργου του.
Όταν ο Ανδρέας έφτασε στη Σινώπη και κήρυξε εκεί τον λόγο του ευαγγελίου, υπέστη πολλές θλίψεις. Δηλαδή τον έριξαν στη γη και τον τραβούσαν από τα χέρια και τα πόδια, τον κατασπάρασσαν με τα δόντια και τον κτυπούσαν με ξύλα, τον λιθοβολούσαν και τον τράβηξαν μακριά από την πόλη, αφού του έκοψαν το δάκτυλο με τα δόντια. Αλλά αυτός φάνηκε και πάλι άρτιος και υγιής από τις πληγές του, με επέμβαση του Σωτήρα και Διδασκάλου του. Από εκεί σηκώθηκε και επισκέφτηκε πολλές πόλεις και χώρες, όπως τη Νεοκαισάρεια, τα Σαμόσατα, τους Αλανούς, τους Αβασγούς, τους Ζήκχους, του Βοσποριανούς και τους Χερσωνίτας. Έπειτα διέπλευσε στο Βυζάντιο, χειροτόνησε τον Στάχυ επίσκοπο, πέρασε από τις υπόλοιπες χώρες, και έφτασε προς την ένδοξη Πελοπόννησο. Εκεί φιλοξενήθηκε από τον Σωσίο, τον οποίο, επειδή ήταν βαριά άρρωστος, τον θεράπευσε. Και αμέσως όλη η πόλη εκείνη των Πατρών προσήλθε στον Χριστό. Τότε ήταν που και η γυναίκα του ανθυπάτου Μαξιμίλλα λύθηκε από τα χαλεπά δεσμά της αρρώστιας της και έγινε γρήγορα καλά, οπότε πίστεψε και αυτή.  Και ο σοφότατος Στρατοκλής, ο αδελφός του ανθυπάτου Αιγέατου, και άλλοι πολλοί που ταλαιπωρούνταν από ποικίλα νοσήματα,  βρήκαν την υγεία τους με το ακούμπισμα των χεριών του αποστόλου.  Για όλα αυτά, περιέπεσε σε μανία ο Αιγεάτης και προσήλωσε σε σταυρό τον απόστολο, οπότε και ο απόστολος έφυγε από τη ζωή αυτή. Ο ίδιος δε, έπεσε στη γη από ψηλό γκρεμό και συνετρίβη. Το λείψανο του αποστόλου, μετά από πολύ χρόνο, μετατέθηκε στη Κωνσταντινούπολη, επί της βασιλείς του Κωνσταντίνου του Μεγάλου, με δική του διαταγή, από τον άγιο Αρτέμιο τον μάρτυρα. Και κατατέθηκε μαζί με τον άγιο Λουκά και τον άγιο Τιμόθεο στο περίβλεπτο τέμενος των Αγίων Αποστόλων».
Ο άγιος Ανδρέας ο πρωτόκλητος, ο πρώτος δηλαδή που κλήθηκε από τον Χριστό να γίνει μαθητής Του, δεν κλήθηκε απροϋπόθετα και ως έτυχε. Υπήρξε από εκείνους που είχαν αναζητήσεις σχετικά με τον Μεσσία, που ο πόθος τους για τον Θεό ήταν έντονος. Κι αυτό φάνηκε και από το γεγονός ότι ανήκε στην ομάδα των μαθητών του Ιωάννου του Προδρόμου, ο οποίος προετοίμαζε τους ανθρώπους ακριβώς προς υποδοχή του Μεσσία, και από το γεγονός ότι μετά την κλήση του ένιωσε την ανάγκη να καλέσει τον αδελφό του Πέτρο, με τη διαπίστωση ότι «ευρήκαμεν τον Μεσσίαν». Ο υμνογράφος του, ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, επισημαίνει και τα δύο αυτά γεγονότα. «Ο τω Προδρόμου φωτί μεμορφωμένος, ότε το απαύγασμα το ενυπόστατον της πατρικής δόξης έφανεν…τότε πρώτος ένδοξε, τούτω προσέδραμες». (Συ που μορφώθηκες από το φως του Προδρόμου, όταν ο Χριστός, το ενυπόστατο απαύγασμα της δόξας του Θεού Πατέρα φάνηκε…τότε πρώτος, ένδοξε, έτρεξες σ’  αυτόν). Και: «Τον ποθούμενον Θεόν εν σαρκί κατιδών επί γης βαδίζοντα, θεόπτα Πρωτόκλητε, τω μεν ομαίμονι εβόας αγαλλόμενος∙ Ευρήκαμεν ω Σίμων τον ποθούμενον». (Όταν είδες τον Θεό που ποθούσες να βαδίζει ως άνθρωπος στη γη, θεόπτη πρωτόκλητε, φώναζες με χαρά στον αδελφό σου: Βρήκαμε, Σίμων, τον ποθούμενο».
Ο συναξαριστής του αυτήν την αναζήτηση, η οποία αποτέλεσε προφανώς και την προϋπόθεση για να γίνει άμεσος συνεργάτης του απολυτρωτικού στον κόσμο έργου του Κυρίου, την καταγράφει ως εξής: «Ένας από τους μαθητές  του Ιωάννη Προδρόμου ήταν και ο Ανδρέας, άνδρας κατά τα άλλα σεμνός και αξιοσέβαστος, που έψαχνε την αλήθεια πίσω από το γράμμα του νόμου με βαθύ φρόνημα, και που αναζητούσε στον λόγο, σαν πίσω από παραπέτασμα, τις κρυμμένες προφητείες για τον Χριστό, ακολουθώντας μέσω αυτών αυτό που δηλωνόταν». Τα παραπάνω σημαίνουν ότι η αφελής πεποίθηση πολλών ότι οι μαθητές του Κυρίου ήταν απλοϊκοί άνθρωποι, διότι ήταν ψαράδες, δεν ισχύει. Ψαράδες ήταν, απλοί άνθρωποι μπορεί, όχι όμως απλοϊκοί, με την έννοια του απροβλημάτιστου και επιφανειακού ανθρώπου. Καθώς τα πράγματα φανερώνουν, η ύπαρξή τους φλεγόταν από το ερώτημα περί της αληθείας, περί του Θεού και των ενεργειών Του, περί των δηλουμένων από τους προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης. Κι είναι φυσικό: ο Κύριος δεν θα μπορούσε να έχει ως αμέσους συνεργάτες Του ανθρώπους χωρίς πάθος για την αλήθεια. Ο ίδιος άλλωστε το είχε επισημάνει: Θα με ακολουθήσουν και θα με ακούσουν όσοι αγαπούν την αλήθεια. «Πας ο ων εκ της αληθείας ακούει μου της φωνής». Ένας τέτοιος λοιπόν άνθρωπος, σοβαρός και σεβαστός, με βαθειά αναζήτηση ήταν και ο απόστολος Ανδρέας. Οι ύμνοι της Εκκλησίας μας διαπιστώνουν και αυτοί την παραπάνω πραγματικότητα: «Εζήτησας Χριστόν την όντως ζωήν,  και ζητήσας πρώτος εύρες». (Ζήτησες τον Χριστό, που είναι η πραγματική ζωή, και επειδή την ζήτησες, πρώτος και την βρήκες).
Η βαθύτητα της αναζήτησης του Ανδρέα περί τα τίμια και αληθή της ζωής κάνει τον άγιο υμνογράφο να επικεντρώσει την προσοχή του και στο ιεραποστολικό πια έργο του αποστόλου. Όπως δηλαδή ο ίδιος στρεφόταν πάντα στο βάθος των πραγμάτων, εκεί που «η αλήθεια κρύπτεσθαι φιλεί», εκεί που αγαπά να κρύβεται η αλήθεια, κατά τον Έλληνα φιλόσοφο, έτσι και η δράση του ως αποστόλου λειτουργούσε στο βάθος της καρδιάς των ανθρώπων. Αυτό ήταν το ζητούμενο από τον άγιο Ανδρέα: πώς ο λόγος του θα κρούσει τις βαθειές χορδές της καρδιάς του ανθρώπου, πώς ο λόγος του σαν αγκίστρι θεϊκό θα σαγηνεύσει τον αληθινό άνθρωπο. «Ο τη τέχνη αλιεύς και τη πίστει μαθητής, ως βυθόν διερευνών τας καρδίας των πιστών, το άγκιστρον χαλά του λόγου, και σαγηνεύει ημάς». (Ο αλιέας κατά την τέχνη και μαθητής κατά την πίστη, διερευνώντας τις καρδιές των πιστών σαν να είναι βυθός, ρίχνει το αγκίστρι του λόγου και μας σαγηνεύει).
Κι αυτό βεβαίως επιτυγχανόταν με τη δύναμη του αγίου Πνεύματος που είχε λάβει κατά την Πεντηκοστή ο άγιος Ανδρέας, με τη φλόγα που προσέλαβε και έγινε θεόληπτος. «Του Πνεύματος την φλόγα τη γλώσση προσλαβών, γέγονας, Απόστολε, θεόληπτος ανήρ, των ουρανίων τα κάλλη περιπολεύων». Ο σεμνός και αξιοσέβαστος από τη φύση του χαρακτήρας του αγίου, ενισχυόμενος από τη φλόγα της Πεντηκοστής τον έκανε, κατά τον υμνογράφο, σαν τεντωμένο βέλος, που τραυμάτιζε τους δαίμονες και θεράπευε τους τραυματισμένους από την απιστία ανθρώπους. «Εντείνας σε δυνατόν, ώσπερ βέλος, μακάριε, επαφήκεν εις τον σύμπαντα κόσμον ο Κύριος, τραυματίζων δαίμονας και δυσσεβεία τους ανθρώπους τραυματισθέντας ιώμενος».
Ο «αδίστακτος πόθος του να ακολουθεί θερμά τον Χριστό» έκανε τον άγιο Ανδρέα, σημειώνει ο άγιος Ιωάννης ο υμνογράφος του, να προσθέτει πόθο πάνω στον πόθο αυτό, τόσο ώστε να  μιμηθεί τον Κύριό Του και στον τρόπο του διά Σταυρού θανάτου Του. Με σταυρικό θάνατο τελειώθηκε και ο απόστολος, διαβαίνοντας πια κοντά σ’  Εκείνον τον οποίο πράγματι επόθησε σαν αληθινός μαθητής και σοφός μιμητής Του. «Πόθω πόθον προσθείς, διά σταυρού διαβαίνεις προς ον επόθησας, ως αληθής μαθητής και σοφός μιμητής γενόμενος του διά Σταυρού αυτού πάθους». Μακάρι «η φωτιά της αγάπης του Χριστού που περιέφερε στην καρδιά του» ο άγιος Ανδρέας, να ανάψει λίγο και στη δική μας καρδιά. Θα είναι η απόδειξη ότι πράγματι ο ερχομός του Χριστού που ευαγγελίστηκαν οι απόστολοι, σαν τον άγιο Ανδρέα, βρήκε την εκπλήρωσή του και σε εμάς

ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ο Μέγας Ἐγκώμιον εἰς τὸν Ἅγιον Ανδρέαν τὸν Ἀπόστολον


Α' . Ὁρῶν τὴν λαμπρὰν ταύτην ἀγέλην τοῦ Πνεύματος καὶ εἰς τὸ γαληνὸν ἀληθῶς καὶ ἀκύμαντον πέλαγος, ἀποστολικὴν ὑπερβεβλημένην σαγήνην, τῆς δεσποτικῆς φωνῆς ὑπομιμνήσκομαι βοώσης• «Δεῦτε ὀπίσω μου, καὶ ποιήσω ὑμᾶς ἁλιεῖς ἀνθρώπων»(2). Ὢ φωνῆς ἐνεργοῦς! Ὢ ρημάτων διὰ πραγμάτων γνωριζομένων! Ὢ τῆς ἀληθοῦς ὑποσχέσεως καθ' ἡμέραν αὐξανομένης! Τίνος γὰρ ἡ πολυάνθρωπος αὕτη θήρα; Τὶς ὁ τὴν περιφανῆ ταύτην ἀθροίσας πανήγυριν, ἢ δῆλον, ὡς ὁ περιφανὴς τῶν ἀποστόλων Ἀνδρέας; ὁ ἁπλώσας τῆς γλώττης καὶ τῆς μνήμης τὰ θήρατρα• ἵνα, τὴν ἱεράν ταύτην ἐμπλήσας ὁλκάδα(3) τοῖς οἴαξι(4) τῆς ἀποστολῆς, πρὸς οὐρανὸν ἰθύνη(5) τὸ σκάφος. Καὶ ποῖα τὰ τῆς ἄγρας πρωτεῖα; Ποῖα δὲ τῶν καμάτων τὰ ἀκροθίνια(6); Οἱ τὸν τῆς ἱερωσύνης περίβολον ταῖς ἀρεταῖς περιφαιδρύνοντες. Οἱ πρῶτοι τὰς ἀποστολικὰς ταύτας ὑπερθέντες(7) ἀγκάλας, καὶ τοὺς ἔξω πλανωμένους πρὸς σωτηρίαν ἀγρεύσαντες. Ἀλλ' ἢ καὶ τῆς παρούσης ἡμῖν πανηγύρεως ὁ μέγας οὗτος Ἀνδρέας τὰς προφάσεις δέδωκεν• ἀλλ' ὅ γε πᾶς τῶν ἀποστόλων συνεκτιμᾶται χορός. Οὕς γὰρ ἡ χάρις συνῆψεν, οὐ διίστησι τόπος. Καὶ καθάπερ εἴ τις τῶν ἐκ πολυτελείας διηνθισμένων λίθων ἐπαινεῖν ἐθελήσειε στέφανον, ὅτου ἂν τοῖς ἐπαίνοις περιδράξηται μέρους, τὸν ὅλον συνθαυμάζει τοῖς μέρεσι• ἢ καθάπερ, χρυσῆν τινα σειρὰν ὁρῶν τις, ὅπη(8) ἂν ἅψαιτο(9), τὸ πᾶν συνεκίνησεν• οὕτω καὶ ὁ πρὸς ἕνα τῶν ἀποστόλων λόγος βαδίζων δι' αὐτοῦ συνέχει τοὺς ἅπαντας κατὰ τὴν τοῦ θεσπεσίου Παύλου φωνὴν• «Εἰ χαίρει ἕν μέλος, συγχαίρει πάντα τὰ μέλη»(10). Ποίαν γὰρ ἂν μελῶν ἁρμονίαν οὕτως ἡ φύσις ἐξύφηνεν, ὡς τὴν τῶν ἀποστόλων χορείαν ἡ τοῦ Πνεύματος χάρις συνήρμοσε; Μία γὰρ ὄντως χάρις, ἡ τοὺς ἀποστόλους τῷ Δεσπότῃ στρατολογήσασα.

Β' . Δεῦρο οὖν ἐπὶ τοὺς πάντας, καὶ διὰ πάντων τὸν καθ' ἕνα θαυμάσωμεν. Ἀνδρέας ὁ τῆς ἀποστολικῆς ἀνδρείας ἐπώνυμος, ὁ πρῶτος διδάσκαλον τὸν Δεσπότην ἐπιγραψάμενος• ἡ τῆς ἀποστολικῆς χορείας ἀρχή• ὁ πρὸς τὴν δεσποτικὴν παρουσίαν ὀξυδερκής, ὁ τῆς Ἰωάννου μαθητείας τὴν Χριστοῦ διδασκαλίαν ἀνταλλαξάμενος• ἡ τῶν τοῦ Βαπτιστοῦ ρημάτων σφραγίς. Ἦν μὲν γὰρ τῶν Ἰωάννου μαθητῶν ὁ δοκιμώτατος• ἐν λυχνιαίῳ φέγγει ζητῶν τοῦ φωτὸς τὴν ἀλήθειαν, ὥσπερ τις ἐν ἀμυδροτέραις αὐγαῖς πρὸς τὰς Χριστοῦ μαρμαρυγὰς ἐθιζόμενος. Ἀλλ' ὁ μὲν Ἰωάννης τέως τοῖς Ἰορδάνου νάμασιν(11) ἐφεστὼς(12) τὰς Ἰουδαίων ἀγέλας ἐβάπτιζε, τοῖς Μωσέως προστάγμασιν ἀντιφάρμακον ἐν ὕδασι κατασκευάζων μετάνοιαν, καὶ Μωσαϊκοῦ ξίφους τὴν ἀκμὴν ἀνακόπτων τοῖς ρεύμασιν. Οἷς γὰρ ἡ τοῦ νόμου παράβασις θάνατον ἔτεκε, τούτους προεξαρπάζων ὁ Βαπτιστὴς τῇ μετανοίᾳ προέπεμπεν. Ἐπειδὴ γὰρ μήπω παρῆν(13) ὁ καταλύων τὸν θάνατον, ταῖς διὰ τοῦ βαπτίσματος ὑπερθέσεσιν(14) ὁ θάνατος ἐπραΰνετο, ἀκούσιον φιλανθρωπίαν διὰ μετανοίας ἐκπαιδευόμενος. Ὅτε δὲ παρῆν ὁ Δεσπότης κρυπτόμενος τῇ τῆς οἰκονομίας σοφίᾳ, καὶ κρύπτων τῆς ἀξίας τὴν ἀστραπὴν ἐν περιβολαίῳ θνητῷ, γνοὺς ὁ Ἰωάννης, εὐθὺς τὸν παιδευτὴν εἰς δορυφόρον μετέβαλε, καὶ τὴν χεῖρα συστείλας κῆρυξ τοῦ παρόντος ἐγένετο• «Ἴδε, ὁ Ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου»(15). Οὗτος, φησίν, ὁ τοῦ θανάτου λυτήρ. Οὗτος ὁ τῆς ἁμαρτίας ἀναιρέτης. Ἐγὼ δὲ νυμφαγωγός, οὐ νυμφίος ἀπέσταλμαι. Δορυφόρος, οὐ Δεσπότης ἐλήλυθα.

Γ'. Τούτοις τοῖς ρήμασιν ὁ τῶν ἀποστόλων περιφανέστατος Ἀνδρέας νυττόμενος(16), τὸν παιδευτὴν καταλείψας πρὸς τὸν κηρυττόμενον ἔδραμε• καὶ δεξάμενος τοῦ λόγου τὸ σύνθημα, γίνεται τῆς Ἰωάννου γλώσσης ὀξύτερος• καὶ τῷ Δεσπότῃ προσελθών, ἐδείκνυ τὸν πόθον τῷ σχήματι, κοινωνὸν τοῦ δρόμου τὸν εὐαγγελιστὴν Ἰωάννην συναπαγόμενος• καὶ ἄμφω(17), τὸν λύχνον ἀφέντες, ἐπὶ τὸν ἥλιον φέρονται. Ἀνδρέας ἡ πρώτη τῶν ἀποστόλων φυτεία• οὗτος ἀνεωξε τῆς Χριστοῦ μαθητείας τὰς πύλας• πρῶτος τῆς προφητικῆς γεωργίας τοὺς καρποὺς ἐτρύγησε, καὶ τὰς ἁπάντων ἐλπίδας ὑπερδραμών(18), πρῶτος τὸν παρὰ πάντων προσδοκώμενον περιπτύσσεται. Πρῶτος ἔδειξε τὰ τοῦ νόμου προστάγματα προθεσμίᾳ μετρούμενα. Πρῶτος τὴν Μωσέως ἔστησε(19) γλῶτταν, μετὰ Χριστὸν λαλούσης οὐκ ἀνασχὀμενος(20), οὐχ ὑβριζόμενος, οὐχ ὑβρίζων τῶν Ἰουδαίων τὸν παιδευτὴν• ἀλλὰ προτιμῶν τοῦ πεμφθέντος τὸν πέμψαντα• μᾶλλον δὲ πρῶτος ὤφθη τὸν Μωσέα τιμῶν• Ὁ πρῶτος ἐπέγνω τὸν ὑπ' ἐκείνου προφητευόμενον• «Προφήτην ὑμῖν ἀναστήσει Κύριος ὁ Θεὸς ἡμῶν ἐκ τῶν ἀδελφῶν ὑμῶν ὡς ἐμέ• αὐτοῦ ἀκούετε»(21). Παραιτεῖται τὸν νόμον τῷ νόμῳ πειθόμενος. Ἤκουσε Μωσέως λαλοΰντος• «Αὐτοῦ ἀκούετε.» Ἤκουσεν Ἰωάννου βοῶντος. «Ἴδε ὁ Ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ»• καὶ γέγονε πρὸς τὴν δεῖξιν αὐτόμολος. Ἐπιγνοὺς δὲ τὸν προφητευθέντα προφήτην, χειραγωγεῖ τὸν ἀδελφὸν πρὸς τὴν εὕρεσιν. Ἅγνοοῦντι τῷ Πέτρῳ τὸν θησαυρὸν δείκνυσιν «Εὐρήκαμεν τὸν Μεσσίαν»(22) ὅν ἐποθοῦμεν. Οὗ τὴν παρουσίαν ἠλπίσαμεν, τούτου τὴν θεωρίαν ἁρπάσωμεν. Εὑρήκαμεν ὅν προφητικαὶ βοῶσαι σάλπιγγες ἀναμένειν ἐκέλευον. Ἤνεγκεν(23) ὁ χρόνος ὅν ἡ χάρις ἐκήρυττεν, ὅν ἤλπισεν ὁ πόθος ἰδεῖν ὄμμασιν. Εὗρε γάρ, φησίν, οὗτος τὸν ἀδελφον τὸν ἴδιον Σίμωνα, καὶ μερίζεται πρὸς αὐτὸν τῆς θεωρίας τὸν θησαυρόν. Χειραγωγεῖ πρὸς τὸν Δεσπότην τὸν Πέτρον. Ὢ παραδόξου θαύματος! Οὕτω μαθητὴς Ἀνδρέας καὶ καθηγητὴς ἀνθρώπων καθίσταται. Ἀπὸ τοῦ διδάσκειν τοῦ μανθάνειν ἀπήρξατο• ἁρπάζει τῆς ἀποστολῆς τὴν ἀξίαν. Εὑρήκαμεν τὸν Μεσσίαν. Ὢ πόσας νύκτας ἀύπνους ἀνύσαντες(24) παρὰ τοῖς Ἰορδάνου ρείθροις, νῦν ὅν ἐποθοῦμεν εὑρήκαμεν! Οὐκ ἦν βραδὺς μετὰ τὴν φωνὴν ὁ Πέτρος• Ἀνδρέου γὰρ ἦν ἀδελφός• καὶ θερμῇ τῇ γνώμῃ τὰς ἀκοὰς ἐκπετάσας ἠπείγετο.

Δ'. Λαβὼν τὸν Πέτρον ὁ Ἀνδρέας τῷ Δεσπότῃ προσάγει τὸν μεριστήν(25)τῆς φύσεως, κοινωνὸν τῆς μαθητείας ἀπεργασάμενος. Τοῦτο πρῶτον Ἀνδρέου κατόρθωμα. Ηὔξησε τῶν ἀποστόλων τὸν ἀριθμὸν προσήνεγκε Πέτρον, ἵν' εὕρη Χριστὸς τὸν τῶν μαθητῶν κορυφαῖον. Ὥστε καὶ ἐν οἷς ὕστερον εὐδοκιμῶν ὁ Πέτρος εὑρίσκεται, παρὰ Ἀνδρέου τῆς εὐδοκιμήσεως ἔχει τὰ σπέρματα. Ἀλλ' ἡ τῶν ἐπαίνων ἰσόρροπος ἐξ ἑκατέρων πρὸς ἀλλήλους ἀντίδοσις γίνεται. Οἰκειοῦνται γὰρ τὰ ἀλλήλων ἀγαθά, καὶ τοῖς ἀλλήλων ἀγαθοῖς ἐναβρύνονται(26). Πόσην γοῦν ἤνεγκε τοῖς πᾶσι χαρὰν ὁ Πέτρος πρὸς τὰς δεσποτικὰς ἐρωτήσεις ὀξέως(27) ἀποκρινόμενος, καὶ λύσας σιωπὴν μαθητῶν ἐρυθριῶσαν; «Τίνα με λέγουσιν οἱ ἄνθρωποι εἶναι;»(28). Καὶ ὡς αὐτὸς ὢν τῶν ἐρωτηθέντων ἡ γλώττα, ἢ ὡς ἁπάντων ἐν ἐκείνῳ λαλούντων, μόνος ὑπὲρ πάντων ἐφθέγγετο• «Σὺ εἶ ὁ Χριστὸς ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος»(29), μιᾷ φωνῇ καὶ τὸν οἰκονομοῦντα, καὶ τὴν οἰκονομίαν ἀποφθεγξάμενος. Ὢ συμφωνίας ρημάτων! οἷς γὰρ Ἀνδρέας τὸν Πέτρον ἐχειραγώγησε ρήμασι, τούτοις ἄνωθεν ὁ Πατὴρ τὸν Πέτρον ἐνηχῶν καθυπέγραφεν. Ἐκεῖνος ἔλεγεν «Εὑρήκαμεν τὸν Μεσσίαν». Ὁ Πατὴρ ὑπέβαλλε λέγων• «Σὺ εἶ ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος»• μόνον οὐχὶ ταῦτα πρὸς τὸν Πέτρον έγκελευσάμενος(30). Φθέγξαι, ὦ Πέτρε, τὰς Ἀνδρέου φωνὰς ἐρωτώμενος• φάνηθι τοῦ Διδασκάλου πρὸς ἀπόκρισιν ἑτοιμότερος. Οὐκ ἐψεύσατο πρὸς σὲ λέγων• «Τὸν Μεσσίαν εὑρήκαμεν». Σύ, τὴν Ἑβραΐδα φωνὴν εἰς Ἑλλάδα μεταστήσας, ἀναβόησον• «Σὺ εἶ ὁ Χριστὸς ὁ Υἱός τοῦ Θεοΰ τοῦ ζῶντος». Ὁρᾷς ὅσοις εὐθὺς ἐν προοιμίοις τῆς μαθητείας ὁ Ἀνδρέας ἐγκαλλωπίζεται.

Ε'. Ἀλλ' ἐπειδὴ τὰς πόλεις καταλιμπάνων(31) ὁ Σωτὴρ περιενόστει(32)τὴν ἔρημον, συμπεριήει(33) αὐτῷ τῶν ἀνθρώπων τὰ γένη, μηδὲ πρὸς βραχὺ τὸν χωρισμὸν ὑπομένοντα. Ἦν ἐν ἐρημίᾳ καὶ τροφῆς ἀπορία, καὶ ἡ γαστὴρ οὐκ ἐσπένδετο(34). Ὁ δὲ Σωτήρ, τῆς ἐρήμου λαβόμενος, θαῦμα παλαιὸν ἀνεζωπύρει" καὶ τῶν ἐν ἐρήμῳ ποτὲ θαυμάτων μάρτυρα πάλιν ἐποιεῖτο τὴν ἔρημον• καὶ τοὺς μαθητὰς ἐστιάτορας(35)προύβαλλετο(36), καὶ πρὸς αὐτοσχέδιον εὐωχίαν(37) τὰ πλήθη προτρέπεται. Τὸ τοίνυν(38) τῶν μαθητῶν πλῆθος πρὸς τὴν ἔνδειαν ἐταράττετο, καὶ πρὸς ἀλλήλους ὁρῶντες, τὸ δὲ μέλλον οὐκ ἐννοοῦντες τοῖς ἀνθρωπίνοις λογισμοῖς ἐλυμαίνοντο(39). Ἄλλος μὲν οὗν ἄλλο τι τῶν μαθητῶν ἐφθέγγετο, τὴν παροῦσαν ἀπορίαν ἐπαγγέλλοντες. Ἀνδρέας δέ, τῶν προσόντων, τὴν εὐτέλειαν ἐλέγχων, ἔλαθε(40) διδοὺς τῷ Σωτήρι τὰς προφάσεις τοῦ θαύματος. Τί γάρ φησιν; Οὐκ εἰσίν εἰ μὴ πέντε ἄρτοι, καὶ ὀλίγα ἰχθύδια. Τί οὖν ὁ Σωτήρ; Φέρετέ μοι αὐτὰ ὧδε. Καὶ γέγονεν ἡ τῆς σπάνεως ὁμολογία τῶν ἀγαθῶν περιουσία.

ΣΤ' . Ἀλλὰ γὰρ ὁ Σωτὴρ ἤδη λοιπόν, τὰς ἐν γῇ διατριβὰς ἀνύσας, καὶ τὸν αὐτάρκη τοῖς μαθηταῖς συνδιατρίψας χρόνον, πρὸς οὐρανοὺς ἐκομίζετο• ἀπόστολοι δέ, τὴν οἰκουμένην διαλαβόντες, καὶ τοῖς σώμασι μερισθέντες, ἄλλος ἀλλαχόσε(41) τὰ τῆς χάριτος μετοχετεύων νάματα. Ἐνταῦθα τοίνυν ὁ μακάριος οὗτος Ἀνδρέας, Ἑλλάδα τε ὁμοῦ καὶ βάρβαρον ἐμπλήσας τῆς χάριτος καὶ δυσωπήσας πρὸς πίστιν τὰ ἔθνη τοῖς θαύμασιν, ἐπὶ τὸ τῆς ἀπιστίας μαχιμώτατον, τὴν Ἀχαΐαν λέγω, ἐπεστέλλετο. Ἔνθα δὴ πολλοὺς οὐρανῷ προσγράψας, εἷς διὰ τῆς πίστεως, σταυρῷ παραδίδοται• καὶ τρόπω τῆς τελευτῆς τὸν Δεσπότην μιμούμενος, ἵνα τῇ κοινωνίᾳ τοῦ πάθους δείξῃ τοῦ πόθου τὸ μέγεθος. Σταυρὸς οὗν ἐπὶ μέσῃ Ἑλλάδος ἐπήγνυτο, καὶ Ἀνδρέας ἐκρεμᾶτο, σταυρῷ τὸν σταυρωθέντα κηρύσσων, καὶ τοῖς ἥλοις(42) τοὺς ἥλους πιστούμενος, καὶ τῷ πάθει τὸ πάθος μαρτυρούμενος. Πέρας δὲ τοῦτο τῆς θνητῆς ζωῆς εὐράμενος, ἐνεργεστέραν(43) τῆς διδασκαλίας διὰ τοῦ πάθους τὴν δύναμιν ἐνδεικνύμενος. Οὕς γὰρ οὐκ ἔπεισε δημηγορῶν, τούτους ἀναιρεθεὶς ἐδυσώπησεν(44)• καὶ οὓς λαλῶν οὐχ εἵλκυσε, παθὼν ἐσαγήνευσε. Μερισθεὶς γὰρ οὐρανῷ καὶ γῇ, σώματι μὲν ἔχων τὴν γῆν, ψυχῇ δὲ τὸν οὐρανόν κληρωθείς, ἐποπτεύει τὰς τῶν ἀνθρώπων ἀγέλας, ἰάμασι καὶ θαύμασι τοὺς ἐπὶ γῆς δεξιούμενος. Ἐκείνης τῆς γεωργίας οἱ παρόντες ἀνεβλάστησαν στάχυες• ἐκ τῆς ἐκείνου διδασκαλίας οἱ τῆς πίστεως ἤνθησαν βότρυες(45). Καὶ ὑμεῖς οἱ τῆς εὐσεβείας διδάσκαλοι ἀπηντήκατε, οἱ τῆς τῶν οὐρανῶν βασιλείας ἔμποροι πρὸς τὸν οὐρανῷ θαυμαζόμενον συνεληλύθατε. Χριστοῦ γὰρ ἔστι διὰ τοῦ μακαρίου Παύλου φωνή• «Εἰ ὑπομένομεν, καὶ συμβασιλεύσομεν»(46). Αὐτῷ ἡ δόξα εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Σημειώσεις

1. Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος, πατριάρχης Ἀλεξανδρείας (328-335, 337-340, 346-356, 362, 363-365, 366-373 μ.Χ.), κατέστη «ζῶσα ἔκφρασις καὶ ἑρμηνεία τῆς ὀρθῆς πίστεως», καὶ οἱ ἀγῶνες του τὸν ἀνέδειξαν «τῆς τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησίας ἀληθῆ στύλον καὶ θεμέλιον, Πατέρα τῆς Ὀρθοδοξίας, ἄχρι τερμάτων πάσης τῆς γῆς ἔνδοξον». Ἡ μνήμη του ἑορτάζεται τὴν 18η Ἰανουαρίου.
2. Μάτθ. δ' 19.
3. Μεγάλο ἱστιοφόρο πλοῖο.
4. Μοχλὸς μετακινῶν τὸ πηδάλιο, κν. τὸ πηδάλιο.
5. Ἐνεστ. τοῦ ρ. ἰθύνω: διευθύνω, κυβερνῶ.
6. Τὸ ἀνώτερο καὶ κάλλιστο μέρος τῶν θινῶν (σωρῶν σίτου ἢ κριθῆς).
7. Μτχ. ἀορ. β' τοῦ ρ. ὑπερτίθημι: θέτω ὑπεράνω.
8. Ἀναφορικὸ ἐπίρρημα: ὅπου, ὅπως.
9. Εὐκτ. μέσ. ἀορ. τοῦ ρ. ἅπτω: ἀγγίζω, συνάπτω.
10. Α' Κόρ. ιβ' 26.
11. Ρέον, ὑγρό, ὕδωρ. Ἐκ τοῦ ρ. νάω: ρέω.
12. Μτχ. παρακ. τοῦ ρ. ἐφίσταμαι: στέκομαι ἐπὶ τινος.
13. Παρατ. τοῦ ρ. πάρειμι: εἶμαι παρών.
14. Διάβασις ὑπεράνω τινός, ὑπερύψωσις, ὑπεράνω τοποθέτησις.
15. Ἰωαν. α' 29.
16. Μτχ. μέσ. ἐνεστ. τοῦ ρ. νύττω - νύσσω: κεντῶ, τρυπῶ, πλήττω.
17. Καὶ οἱ δύο, ἀμφότεροι.
18. Μτχ. ἀορ. β' τοῦ ρ. ὑπερτρέχω: ξεπερνῶ τρέχων, ὑπερβαίνω.
19. Ἀορ. τοῦ ρ. ἵστημι: στήνω, ἐμποδίζω κάποιον, σταματῶ.
20. Μτχ. ἀορ. β' τοῦ ρ. ἀνέχομαι.
21. Δεύτ. ιη’ 15.
22. Ἰωάν. α’ 42.
23. Ἀορ. β' τοῦ ρ. φέρω.
24. Μτχ. ἀορ. β' τοῦ ρ. ἀνύω: διανύω, καταναλίσκω.
25. Ὁ μερίζων, ὁ διανέμων.
26. Ἐνεστ. τοῦ ρ. ἐναβρύνομαι: σεμνύνομαι διὰ τι.
27. Ταχέως.
28. Μτθ. ιστ' 13.
29. Μτθ. ιστ' 16.
30. Μτχ. μέσ. ἄορ. τοῦ ρ. ἔγκελευω: προτρέπω, παρακινῶ, διατάσσω.
31. Μτχ. ἐνεστ. τοῦ ρ. καταλιμπάνω: ἐγκαταλείπω, ἀφήνω.
32. Παρατ. τοῦ ρ. περινοστέω -ῶ: περιέρχομαι, περιφέρομαι.
33. Παρατ. τοῦ ρ. συμπερίειμι: ὁμοῦ μετὰ τινος περιέρχομαι.
34. Παρατ. τοῦ ρ. σπένδομαι: συνθηκολογῶ, εἰρηνεύω.
35. Οἱ προσφέροντες γεῦμα.
36. Παρατ. τοῦ ρ. προβάλλομαι: παρουσιάζω.
37. Πλούσιο, γεΰμα, μτφ. ἐντρύφησις.
38. Ὅθεν, λοιπόν, δι' ὅ.
39. Παρατ. τοῦ ρ. λυμαίνομαι: ἐπιφέρω βλάβη σὲ κάποιον.
40. Ἀορ. β' τοῦ ρ. λανθάνω: διαφεύγω τὴν προσοχὴ κάποιου, μένω ἄγνωστος. Μὲ μτχ. μεταφράζεται ὡς ἐπίρρημα («ἔλαθε διδούς»: ἔδωσε κρυφά).
41. Εἰς ἄλλο μέρος, ἄλλον τόπο.
42. Τὰ καρφιά.
43. Ἀποτελεσματικώτερα πρὸς τι.
44. Ἀορ. τοῦ ρ. δυσωπέω -ῶ: ἐξευμενίζω κάποιον.
45. Οἱ καρποὶ τῆς ἀμπέλου.
46. Β' Τίμ. β' 12.

Ἑλληνικὴ Πατρολογία Μιγνίου (Migne), τ. 28ος, σ. 1101 κ' ἑξῆς, ἢ ΒΕΠΕΣ, τ. 36ος, σ. 303-306.

Πηγή: www.myriobiblos.gr

Απόστολος Ανδρέας – Πορεία αγιασμού (30 Νοεμβρίου) Στέργιος Ν. Σάκκος

 


Απόστολος Ανδρέας – Πορεία αγιασμού
Τοῦ κ. Στεργίου Ν. Σάκκου, Ὁμοτ. Καθηγητοῦ Α.Π.Θ.
Τήν τελευταία μέρα τοῦ Νοεμβρίου ἡ μορφή τοῦ Πρωτοκλήτου ἀποστόλου ᾿Ανδρέα μᾶς δίνει ἕνα σπουδαῖο μήνυμα, ὅπως δίνει καί τό ὄνομα στό μήνα· εἶναι γνωστό ὅτι σέ πολλά μέρη τῆς πατρίδας μας ὁ Νοέμβριος ὀνομάζεται ᾿Αντριάς (= ᾿Ανδρέας).
Σεμνή καί ταπεινή μορφή τοῦ ἁγίου ᾿Ανδρέα καλύπτεται συνήθως στίς εὐαγγελικές διηγήσεις πίσω ἀπό τή δυναμική προσωπικότητα τοῦ μεγάλου ἀδελφοῦ του, τοῦ κορυφαίου τῶν μαθητῶν Πέτρου. ᾿Ελάχιστα περιστατικά τῆς ζωῆς του, ὅπως ἄλλωστε καί τῶν ἄλλων ἀποστόλων, ἀναφέρονται στήν Καινή Διαθήκη. Μερικά ἀπό αὐτά εἶναι· πρώτη γνωριμία του μέ τόν Κύριο, στόν ὁποῖο ἀμέσως μετά ὁδήγησε τόν ἀδελφό του Πέτρο· ἐνεργός παρουσία του στό χορτασμό τῶν πέντε χιλιάδων λαοῦ καί στή συνάντηση τοῦ ᾿Ιησοῦ μέ κάποιους ῞Ελληνες, πού ζητοῦσαν νά τόν δοῦν. Εἶναι ὅμως ἀρκετά τά περιστατικά αὐτά, γιά νά μᾶς δώσουν τά δικά τους μοναδικά μαθήματα σήμερα.

῎Ηδη ἡ πρώτη συνάντηση τοῦ ᾿Ανδρέα μέ τόν Κύριο δίνει τό χαρακτηριστικό γνώρισμα τῆς σεμνῆς ἀλλά ὄχι ἀσήμαντης προσωπικότητάς του. Εἶναι ὁ εἰλικρινής καί βαθύς πόθος του νά συναντήσει τόν Μεσσία. Αὐτός ὁ πόθος εἶχε ὁδηγήσει τόν ἄσημο ψαρά τῆς Γαλιλαίας στήν ἔρημο τοῦ ᾿Ιορδάνη, ὅπου κήρυττε ὁ Πρόδρομος καί Βαπτιστής τοῦ Κυρίου ᾿Ιωάννης. Κι ὅταν ἀπό τά ἀσκητικά χείλη τοῦ Προδρόμου ἄκουσε τή σύσταση γιά τόν ᾿Ιησοῦ Χριστό «ἴδε ὁ ἀμνός τοῦ Θεοῦ», τόν πλησίασε μαζί μέ τόν συμμαθητή του, τόν εὐαγγελιστή ᾿Ιωάννη. Ζήτησαν νά μάθουν ποῦ μένει. ῾Ο ᾿Ιησοῦς τούς κάλεσε· «ἔρχεσθε καί ἴδετε». Κι ὁ ᾿Ανδρέας ἀνταποκρίθηκε στήν κλήση. ῎Ετσι εἶναι ὁ Πρωτόκλητος.
«Εὑρήκαμεν τόν Μεσσίαν!», ἔσπευσε νά ἐκμυστηρευθεῖ στόν ἀδελφό του Πέτρο, ὁδηγώντας κι ἐκεῖνον στόν ᾿Ιησοῦ. Πόση χαρά, πόση ἀνακούφιση κι εὐγνωμοσύνη, πόσο ἐνθουσιασμό καί αἰσιοδοξία κλείνει ἐκεῖνο τό «εὑρήκαμεν»! Στό πρόσωπο τοῦ Μεσσία ὁ ᾿Ανδρέας εἶχε ἐπενδύσει τά πιό μεγαλόπνοα ὄνειρα, τίς πιό ζωηρές του ἐλπίδες. Γι᾿ αὐτό μόλις τόν συνάντησε, τοῦ παρέδωσε ἀνεπιφύλακτα τόν ἑαυτό του χωρίς ἄλλες ἀξιώσεις, χωρίς ἄλλα ζητούμενα. Στόχος του ἀπό κεῖ κι ὕστερα μέχρι τή στερνή του ὥρα, ὅταν -σάν τόν Κύριό του- σταυρώθηκε στήν Πάτρα, ἦταν πῶς νά ὁδηγήσει κι ἄλλες ψυχές στή σωτηρία, πού κοντά στόν Χριστό γεύθηκε.
Κι ἔγινε ὁ ἀπόστολος ᾿Ανδρέας τό ὑπόδειγμα καί τό ὁρόσημο στήν πορεία κάθε ψυχῆς πρός τή λύτρωση. Στήν ἀποστολική ἐποχή ἀλλά καί σέ κάθε ἄλλη -καί στή δική μαςδέν μπορεῖ κανείς νά συναντήσει τόν Χριστό, νά βρεῖ τή λύτρωση, ἄν δέν νιώθει μέσα του βαθειά τήν ἐπιθυμία καί τήν ἀνάγκη γι᾿ αὐτό. Πάνω ἀπό κάθε πόθο καί κάθε ἐπιδίωξη, πέρα ἀπό κάθε ἐπιτυχία καί καταξίωση, στέκει ὁ πόθος γιά τή σωτηρία. Χαρά σ᾿ ὅποιον δέν φίμωσε μέσα του αὐτόν τόν πόθο. Δέν θά ἀργήσει νά τοῦ τόν ἐκπληρώσει ὁ Κύριος.
Καί κάτι ἀκόμη· ὅποιος ζήσει τή λύτρωση κοντά στόν Χριστό δέν ἀπολαμβάνει φίλαυτα καί ἐγωιστικά τή χαρά του. Σπεύδει νά γίνει ὁ καλός ἄγγελος γιά τή σωτηρία καί ἄλλων ψυχῶν. Θέλει συνοδοιπόρους στήν πορεία τοῦ ἁγιασμοῦ του. Αὐτό μᾶς μηνύει ὁ ἅγιος ἀπόστολος ᾿Ανδρέας

Μισθωτοὶ ποιμένες, μισθωμένοι ἄρχοντες.

  Μισθωτοὶ ποιμένες, μισθωμένοι ἄρχοντες. Γεώργιος Κ. Τζανάκης . Ἀκρωτήρι Χανίων Σχετικῶς μὲ τὸ θέμα τῶν αὐξήσεων τῶν μισθῶν τῶν ἀρχιερέων, ...