Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Σάββατο, Δεκεμβρίου 17, 2011

Τρείς αληθινές ιστορίες Ορθοδόξων Χριστιανών πού συνεχώς προσηύχοντο κι αγρυπνούσαν




photo
Σήμερα χριστιανοί μου θα κάνουμε ένα διαφορετικό κήρυγμα από όσα μέχρι τώρα συνηθίζουμε να λέμε. Θα πούμε τρείς μικρές ιστορίες, από τις οποίες θα βγάλουμε χρήσιμα συμπεράσματα για τις μεγάλες γιορτές που έρχονται μεθαύριο. Βέβαια τις δύο τις είπα και σε μία βραδινή Λειτουργία, θα τις επαναλάβουμε με τις σωστές της λεπτομέρειες.

Μια κυρία μου διηγείτο, όταν ήτο επτά χρονών περίπου, συνέβη κάτι το συνταρακτικό την παραμονή των Χριστουγέννων.
Σε μια επαρχιακή πόλη της Μακεδονίας, στη μαύρη και φοβερή Κατοχή του ’41 με ’42, όπου οι εκτελέσεις και οι σφαγές των αθώων ανθρώπων ήσαν ανελέητες και αθρόες, οι φυλακίσεις και οι εξορίες φοβερές, το ξύλο και τα βασανιστήρια τρομακτικά, και η πείνα ως γνωστόν θέριζε τους πάντες. Σε όλα αυτά δυστυχώς έχω και γω προσωπική πείρα διότι πολλά είδαν τότε τα παιδικά μου μάτια.
Η οικογένεια της κυρίας αυτής όταν ήτο παιδούλα, ήτο πολύ ευσεβής και ακόμα ευσεβέστεροι ο παππούς και η γιαγιά. Άνθρωποι της πολλής προσευχής και της πολλής ελεημοσύνης.
Το βράδυ που ξημέρωνε Χριστούγεννα, η πεντάχρονη αδελφή της ξύπνησε και της ζήτησε να βγουν έξω στην αυλή, για να πάει στην τουαλέτα. Δυστυχώς εκείνη την εποχή οι τουαλέτες ήσαν έξω στις αυλές. Έξι παιδιά κοιμόντουσαν όλα κάτω στο πάτωμα, στρωματσάδα, - δεν υπήρχαν κρεβάτια και πούπουλα και παπλώματα σαν τα σημερινά.
Σιγά σιγά βγήκαν έξω στο μικρό διάδρομο. Απέναντί τους ήταν το δωμάτιο του παππού και της γιαγιάς.
Ξαφνιάστηκαν όμως γιατί είδαν, έντονο φως να βγαίνει από τις χαραμάδες και από τα πολλά ανοίγματα της σαραβαλιασμένης πόρτας. Πλησίασαν πιο κοντά και είδαν έντρομοι τη γιαγιά τους τυλιγμένη στις φλόγες. Άρχισαν να τσιρίζουν δυνατά, και η μεγάλη να φωνάζει:
- Φωτιά, φωτιά, η γιαγιά καίγεται!
Ξύπνησαν βέβαια όπως ήταν επόμενο όλοι, και πρώτοι έτρεξαν οι γονείς, οι οποίοι άνοιξαν την πόρτα, κοίταξαν μέσα, και ύστερα την έκλεισαν απαλά και σιγά σιγά. Γύρισαν στα παιδιά και τους είπαν:
- Μη φοβάστε, δεν είναι φωτιά.
Και με σιγανή φωνή είπε ο πατέρας στα παιδιά του:
- Αυτό που είδατε παιδιά μου, δεν είναι φωτιές. Είναι οι φλόγες του Αγίου Πνεύματος που μοιάζουν με φωτιές. Για κοιτάξτε τώρα… Σιγά σιγά σβήνουν. Έτσι γίνεται πάντοτε. Όταν η γιαγιά και ο παππούς προσεύχονται και μάλιστα τις πιο πολλές φορές όλη τη νύχτα. Διότι αν δεν ηπροσηύχονταν τόσο πολύ, ο παππούς και η γιαγιά, όπως και ποιος ξέρει, πόσοι άλλοι άγνωστοι χριστιανοί, δεν θα μας είχαν πετσοκόψει όλους τα Βουλγαρικά τότε στρατεύματα κατοχής. Από τέτοιες προσευχές και αγρυπνίες δεν θα αφήσει να χαθεί ποτέ η Ελλάδα η πατρίδα μας, ούτε και η Ορθοδοξία.
«Αυτά ήσαν τα λόγια του πατέρα μας, την αξέχαστη εκείνη νύχτα των Χριστουγέννων», μου είπε η κυρία και συνέχισε λέγοντας:
«Πολλές φορές από τότε, είδα τον παππού και τη γιαγιά να προσεύχονται όλη την νύχτα. Και όσες φορές επέτρεψε ο Θεός, στην παιδική μου τότε αθωότητα, έβλεπα να καίγονται σαν λαμπάδες από τις φλόγες της Πεντηκοστής. Έτσι μας έμαθαν να γιορτάζουμε τα Χριστούγεννα οι γονείς μας. Με προσευχή και με Δοξολογία. Με εκκλησιασμό και Θεία Κοινωνία».
Και η κυρία αναλύθηκε σε λυγμούς.

Και τώρα να σας ρωτήσω χριστιανοί μου.
Ποιος άραγε από μας τους σημερινούς χριστιανούς, περιμένει τα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά το βράδυ με προσευχή;
Πόσοι και πόσοι από τους σημερινούς παππούδες και γιαγιάδες, σηκώνονται για να προσευχηθούν κατά την διάρκειαν της νύχτας; Να ανάψουν το καντήλι και να θυμιατίσουν;
Πόσοι γονείς και πόσοι πατέρες και μητέρες αγρυπνούν την νύχτα για να κάνουν μετάνοιες, σταυρωτά κομποσχοίνια, να κλάψουν, να συντριβούν και να προσευχηθούν πολύ;
Αλήθεια, πόσοι από τους σημερινούς Νεοέλληνες Ορθοδόξους Χριστιανούς που έχουν άλλοι παιδιά, και άλλοι παιδιά και εγγόνια, πονάνε, κλαίνε και αγρυπνούν, έστω για μια ώρα, για το ηθικό κατρακύλισμα των παιδιών μας, για την διαφθορά και τις εκτρώσεις, για την αναρχία και τα ναρκωτικά, για τα εύκολα διαζύγια, και τα νόθα παιδιά, για τις αιρέσεις και τα σκάνδαλα, που κλονίζουν κάθε τόσο χιλιάδες αδύνατες ψυχούλες;
Πόσοι αλήθεια χριστιανοί αγρυπνούν σήμερα;
Όχι αδελφοί μου. Δυστυχώς σήμερα οι Νεοέλληνες Ορθόδοξοι Χριστιανοί δεν προσεύχονται. Και όμως περνούν ατέλειωτες ώρες μπροστά στην τηλεόραση. Άντρες, γυναίκες και παιδιά, παππούδες και γιαγιάδες, όλοι χαζεύουν και αποβλακώνονται και διαστρέφονται μπροστά σ’ αυτό το διαβολοκούτι. Έτσι όχι μόνον δεν προσεύχονται και δεν αγρυπνούν οι Νεοέλληνες σήμερα Ορθόδοξοι χριστιανοί, αλλά ούτε και εγκρατεύονται. Δεν νηστεύουν! Και αν δεν μπορούν λόγω υγείας, δεν νηστεύουν τουλάχιστον στις αισθήσεις τους. Δε νηστεύουν με τη γλώσσα τους. Δε θυμιατίζουν το σπίτι πρωί και βράδυ, δεν μελετάνε Αγία Γραφή, δεν κάνουν προσευχή στο τραπέζι, δεν εκκλησιάζονται κάθε Κυριακή τουλάχιστον ένας από κάθε οικογένεια. Δεν εξομολογούνται. Δε συμμετέχουν στην Θεία Κοινωνία. Δεν σέβονται τις παραδόσεις. Δεν τηρούν τις Ευαγγελικές εντολές και δεν πολεμούν τα πάθη και τόσα άλλα.
Και επειδή ακριβώς δεν σηκώνουμε τα χέρια μας κάθε βράδυ στο Χριστό με καθαρή καρδιά, γι’ αυτό και βλέπουμε τόσα ερείπια και τόσα ηθικά ναυάγια να συσσωρεύονται γύρω μας.
Πάμε δυστυχώς κάθε μέρα απ’ το κακό στο χειρότερο…
Ο Θεός να μας λυπηθεί.

Η δεύτερη ιστορία από την ίδια κυρία.
Η γιαγιά και ο παππούς όπως και οι γονείς των ήσαν πολύ ελεήμονες. Ελεούσαν τους πάντες, όσους ζητούσαν βοήθεια, στα μαύρα εκείνα χρόνια της Κατοχής. Ήσαν φτωχοί. Αλλά ελεούσαν όμως, όπως και όσο μπορούσαν.
Κάποτε πέρασαν από την γειτονιά τους δυο τρείς ρακένδυτοι ζητιάνοι. Φαινόντουσαν όμως πολύ καθαρά ότι ήσαν και άρρωστοι. Τα χέρια, τα πόδια και το πρόσωπό τους, ήταν γεμάτο πληγές και πύον. Ήσαν μάλλον λεπροί. Γι’ αυτό και όλοι τους έκλειναν τις πόρτες. Όπως και στη γειτονιά τους.
Εκείνη την ώρα έφτανε ο παππούς που ήταν κάπου έξω, και είδε και είχε ακούσει τι είχε γίνει. Τους φώναξε, τους έβαλε στην αυλή γιατί ήταν καλοκαίρι, και με τη βοήθεια της γυναίκας του, της γιαγιάς, έπλεναν τις πληγές και το πύον, κατόπιν τους τάισαν, με ψωμί και ελιές και τους έδωσαν και το λίγο τυράκι που είχε απομείνει. Φεύγοντας τους έδωσαν και ένα μπουκάλι λάδι, το τελευταίο που υπήρχε απομείνει στο φτωχό ράφι της κουζίνας.
Τα παιδιά του βέβαια μουρμούριζαν όλα. Τα παντρεμένα παιδιά εννοώ.
- Και τώρα τι θα γίνει; Πώς θα ταΐσουμε τα μωρά μας; Τι θα δώσουμε στα παιδιά μας;
Και η απάντησις του παππού.
- Έχει ο Θεός!... Έχει ο Θεός.
«Έχει ο Θεός». Το πίστευε αυτό. Εμείς το λέμε αλλά δεν το πιστεύουμε.
Και ξεπροβόδησε τους τρείς αυτούς λεπρούς.
Οι γείτονες βγήκαν στις πόρτες, και άρχισαν να τον κακίζουν και να τον κατηγορούν. Όχι μόνον για την αδιακρισία του, όπως έλεγαν, αλλά γιατί μπορούσε και αυτός να κολλήσει αρρώστιες …
- Και μας θα μας κολλήσεις, του έλεγαν συνεχώς. Φτάνει που θα αφήσεις και τα παιδιά σου νηστικά.
Μπροστά σ’ αυτή τη διαγωγή, και του παππού βέβαια, και της γιαγιάς, όλοι είχαν μείνει, όλοι, με ανοιχτό το στόμα. Ο παππούς δεν είπε τίποτα. Έκανε το σταυρό του και μπήκε μέσα στο σπίτι.
Και σε λίγο βγήκε τρέχοντας! Τρέχοντας και φωνάζοντας:
- Τρέξτε παιδιά μου, τρέξτε γείτονες! Όλα τα ράφια είναι γεμάτα και από ψωμιά!, και από τυρί!, και λάδια! … Ο Θεός έκανε το θαύμα Του. Ο Θεός ελεεί τους πιστούς του δούλους Του. Ελάτε να πάρετε όλοι σας.

Ναι χριστιανοί μου. Ο Θεός, έκαμε το θαύμα του, όπως το κάνει και κάθε μέρα σε όλους εκείνους που ελεούν με όλη τους την καρδιά. «Ιλαρόν γαρ δότην αγαπά ο Θεός». Και άλλωστε βεβαιώνει και ο ίδιος ο Κύριος ότι μακάριοι οι ελεήμονες ότι αυτοί ελεηθήσονται.
Και τώρα σας ρωτώ χριστιανοί μου:
Είμαστε εμείς ελεήμονες; Δυστυχώς οι περισσότεροι από τους Νεοέλληνες Ορθόδοξους Χριστιανούς δεν είναι. Ελεήμονες σαν τον παππού και σαν τη γιαγιά, με αυτόν τον τρόπο εννοώ ελεήμονες. Δυστυχώς εμείς είμαστε οι κασιάρηδες. Άκαρδοι, άσπλαχνοι και τσιγκούνηδες. Και δεν ήσαν μόνο τα γερόντια αυτά, άνθρωποι της προσευχής, της αγρυπνίας και της ελεημοσύνης, αλλά ήσαν και σωστοί Ορθόδοξοι Χριστιανοί, διότι τηρούσαν τις αργίες και τις νηστείες, έστω και στα γερατιά τους. Εκκλησιάζονταν κάθε Κυριακή και τις μεγάλες γιορτές. Εξομολογούντο και κοινωνούσαν των θείων μυστηρίων τακτικά. Έκαμαν πνευματικό αγώνα τη νύχτα και είχαν φόβον Θεού και πολλή αγάπη.

Τρίτη ιστορία από την ίδια κυρία.
Ο χειμώνας βαρύς. Το χιόνι πολύ, και το κρύο τσουχτερό. Τα περισσότερα σπίτια ήσαν παγωμένα από την έλλειψη φωτιάς – και αυτό το έζησα παιδί.
Στο σπίτι για το οποίο μιλάμε είχε πέσει μεγάλη αρρώστια. Αφενός μεν από δυσεντερία, αφετέρου δε από ελονοσία. Μικροί και μεγάλοι στρωματσάδα, οι μόνοι όρθιοι που είχαν μείνει ήταν ο παππούς και η γιαγιά.
Ένα πρωί λέγει ο παππούς:
- Θα πάω να φέρω ξύλα από το απέναντι δάσος.
- Που θα πας ευλογημένε, του λέει η γιαγιά, γέρος άνθρωπος; Το δάσος απέχει δύο ώρες, εσύ θα κάνεις τρείς. Και πόσα ξύλα μπορείς να φέρεις εσύ, γέρος άνθρωπος; Ύστερα θα σε πιάσουν και οι Βούλγαροι.. Πού πάς;
- Όχι, θα πάω.
Έκανε την προσευχή του, αφού την είχε κάνει και όλη τη νύχτα. Έκανε το σταυρό του, και ξεκίνησε.
Πέρασε το μεσημέρι, κόντευε έτσι απόγευμα, τρείς – τέσσερεις, και δεν είχε φανεί. Έβγαινε η γιαγιά κάθε τόσο και κοίταζε στο βάθος του χωραφόδρομου.
Σε λίγο περνάει ένας γείτονας φορτωμένος στην πλάτη με λίγα ξύλα.
- Έρχεται, της λέγει, ο μπάρμπα Μήτσος. Τον βοήθησε πολύ και ένας ξένος.
Τελικά βλέπει η γιαγιά τον παππού μαζί με τον ξένο, να σέρνουν με σχοινιά δυο μεγάλα δένδρα.
Πώς τα είχαν κόψει; Μάλλον ο ξένος θα τάκοψε.
Πλησίασαν, τα έβαλαν εκεί έξω από την αυλή, τους καλωσόρισε η γιαγιά και τους κάλεσε μέσα. Εκείνη θα έκοβε μερικά κλαδιά και θα άναβε την σόμπα, για να ζεσταθούν, και οι άρρωστοι, και ο ξένος, και ο κατάκοπος παππούς.
Μπήκε μέσα ο παππούς, έκατσε σε ένα σκαμνί και λέγει:
- Άντε βρε γυναίκα κάνε λίγο τσάι ζεστό και φέρε λίγο ψωμί.
-Περίμενε, του λέει, ώσπου νάρθει ο ξένος.
- Ποιος ξένος;
- Να, αυτός που έσερνε μαζί σου τα δένδρα.
- Κανένας ξένος δεν ήταν μαζί μου. Μόνος μου έσερνα τα δένδρα.
- Πώς δεν ήταν, του λέει. Αφού σε είδε ο γείτονας. Και μάλιστα να κόβει τα δένδρα. Να τα φορτώνεται μαζί σου, να τα σέρνετε μαζί. Μα σε είδα και γω. Και τον καλωσόρισα και έξω απ’ την αυλή.
- Τι λές βρέ γυναίκα. Μόνος μου ήμουνα.
Και στάθηκε για λίγο.
Ξαφνικά φωτίστηκε το πρόσωπό του και φωνάζει:
- Άγγελος θα ήταν γυναίκα! Άγγελος θα ήταν! Γι’ αυτό λοιπόν τόσο γρήγορα τα τελείωσα και τάσερνα λές και ήταν πούπουλα. Άγγελος θα ήταν! Δόξα Σοι ο Θεός! Δόξα Σοι ο Θεός! Δόξα Σοι ο Θεός! Έλα τώρα γυναίκα να κάνουμε και εκατό μετάνοιες για να ευχαριστήσουμε τον Θεόν.
Και εκατό μετάνοιες, για να πουν ευχαριστώ στο Θεό. Μάλιστα.
Αυτές είναι οι ζωντανές ιστορίες των αληθινών Ορθοδόξων Χριστιανών.
Αυτή ήταν η Τρίτη ιστορία.
Ιστορίες γεμάτο πίστη! Και αγάπη, και προσφορά και θυσία αλλά και σκέπη αγία του Αγίου μας Θεού.

Χριστιανοί μου, ο Θεός τα πιστά Του παιδιά δεν τα εγκαταλείπει. Τα βοηθάει ποικιλοτρόπως. Τα βοηθάει κάθε μέρα με θαύματα ανεξήγητα. Άλλη φορά φανερά και άλλη φορά κρυφά. Διότι Αυτός είναι η σκέπη μας, η βοήθειά μας, το καταφύγιό μας. Αυτός είναι το φώς, είναι η χαρά, είναι η ζωή, είναι η Ανάστασις. Αυτός είναι ο Άρτος της Ζωής ο εκ του Ουρανού καταβάς. Αυτός είναι το Ύδωρ το ζον, που ξεδιψάει τη διψασμένη ψυχή μας. Αυτός είναι ο Πλάστης και Δημιουργός μας. Αυτός είναι ο Λυτρωτής και Σωτήρας του κόσμου, ο Χριστός, ο Σωτήρας του καθενός από μας χωριστά, ο οποίος εγεννήθη εν Βηθλεέμ τη πόλη για την ημών σωτηρία. Τέλειος άνθρωπος και τέλειος Θεός, ο Θεάνθρωπος Ιησούς Χριστός. Αυτός είναι λοιπόν που μας τρέφει με το Σώμα Του και το Αίμα Του. Αυτός που συγχωρεί τις αμαρτίες μας. Κάθε φορά που αμαρτάνουμε αλλά και μετανοούμε, που μας ελεεί, που μας αγαπά μέχρι Σταυρού.
Και που θα Τον βρούμε αυτόν τον Χριστόν; Που θα Τον βρούμε; Μα στην Εκκλησία! Στην Ορθόδοξη πίστη, στον εκκλησιασμό και στην Θεία Κοινωνία, στην Αγία Γραφή και στην Ιερά Παράδοση. Στην Ιερά Εξομολόγηση και στα υπόλοιπα των Αγίων Μυστηρίων. Στην προσευχή, στις Ευαγγελικές εντολές, στην ελεημοσύνη, στην αγάπη προς τους εχθρούς, στην ήσυχη συνείδηση, στην ήρεμη καρδιά… Ναι, τον Χριστό θα Τον βρούμε μέσα στις καρδιές μας, διότι η Βασιλεία του Θεού εντός ημών εστί.

Χριστιανοί μου, πλησιάζουν Χριστούγεννα. Να ψάξουμε όλοι μας να βρούμε τον Χριστόν, γιατί χωρίς Χριστόν, Χριστούγεννα και Πάσχα και κάθε άλλη γιορτή ΔΕΝ μπορούμε να γιορτάσουμε. Όχι λοιπόν στα μοντέρνα Χριστούγεννα χωρίς Χριστόν!
Αλλά ναι, στα Ορθόδοξα Χριστούγεννα, με καθαρές καρδιές, με δάκρυα χαράς και μετανοίας, με εκκλησιασμό και Θεία Κοινωνία, με προσευχή στα χείλη, με Δοξολογία στην καρδιά,
-
Αμήν!

Ἀπόστολος Κυριακῆς πρὸ τῶν Χριστουγέννων, (Ἑβρ. 11, 9–10 καὶ 32, 40)


«Ἐπιλείψει γάρ με διηγούμενον ὁ χρόνος περὶ Γεδεών,
Βαράκ τε καὶ Σαμψὼν καὶ Ἰεφθάε, Δαυίτ τε καὶ Σαμονὴλ καὶ τῶν προφητῶν».

«Ὁ χρόνος δὲν εἶναι ἀρκετός, γιὰ νὰ διηγηθῶ τὰ κατορθώματα τῶν κριτῶν, τῶν βασιλιάδων καὶ τῶν προφητῶν τοῦ Ἰσραήλ, ποὺ μὲ τὴν ἀκατάβλητη πίστη τους, ἔκαναν ἀληθινὰ θαύματα», γράφει ὁ κορυφαῖος Ἀπόστολος στὴν πρὸς Ἑβραίους ἐπιστολή του. Καὶ εἶναι ἀληθινὰ ἕνας ὕμνος πρὸς τοὺς πρὸ Χριστοῦ δικαίους καὶ τοὺς μετὰ Χριστὸν μάρτυρες τῆς πίστεως τὸ σημερινὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα. Αὐτοὶ οἱ δίκαιοι καὶ οἱ ἅγιοι «διὰ πίστεως» στὸ Θεὸ καταπολέμησαν καὶ ἀνέτρεψαν βασιλεῖς, ἔπραξαν δικαιοσύνη, πέτυχαν ὑποσχέσεις, ἔκλεισαν στόματα λιονταριῶν, ἔσβησαν τὴ δύναμη τῆς φωτιᾶς, ξέφυγαν ἀπὸ τὴν κόψη τοῦ μαχαιριοῦ, δηλ. τὴν σφαγή· ἔγιναν καλὰ ἀπὸ ἀρρώστιες, ἔγιναν δυνατοὶ σὲ καιρὸ πολέμου, κυνήγησαν καὶ ἔτρεψαν σὲ φυγὴ παρατάξεις ἀντιπάλων.

Ἀδελφοί μου, ἡ ζωὴ τῶν ἁγίων εἶναι μιὰ ἀπεράντη ἱστορία, ποὺ δὲν ἀναλύεται στὰ στενὰ ὅρια τοῦ χρόνου καὶ τοῦ χώρου. Οὔτε τὸ πινέλο τοῦ ἱκανώτερου ζωγράφου οὔτε ἡ πέννα τοῦ ταλαντούχου συγγραφέα οὔτε ἡ σμίλη τοῦ ἐμπνευσμένου γλύπτη μπορεῖ ν’ ἀπεικονίση τὸ μεγαλεῖο τῶν ἁγίων μας· γιατὶ ἡ ἁγιότητα δὲν ζυγίζεται μὲ ἀνθρώπινα μέτρα καὶ σταθμά, ἀφοῦ εἶναι βίωμα ἐσωτερικό· οἱ ἅγιοι, ἀδελφοί μου, ἀποτελοῦν «νέφος» ἀπέραντο.

Ἄλλοι εἶναι γνωστοί, ἄλλοι ἄγνωστοι. Ἄλλοι πλούσιοι, ἄλλοι πτωχοί. Ἄλλοι ἔνδοξοι, ἄλλοι ἄσημοι. Ἄλλοι τότε, ἄλλοι σήμερα· ψυχές ποὺ πέρασαν ἀπὸ τὸ καμίνι τοῦ πόνου· ψυχές ποὺ φώτισαν τὴν οἰκουμένη. Ψυχὲς ἁγνὲς καὶ καθαρές, φλογερὲς καὶ ἡρωικές, ψυχὲς ἰδανικές. Ἡ μάχη τῆς γῆς τοὺς χάρισε τὸ στεφάνι τ’ οὐρανοῦ. Ἡ φωτιὰ τοῦ πόνου τοὺς καθάρισε· τὰ δάκρυα τοὺς ξέπλυναν. Ἡ θλίψη τοὺς ἑξάγνισε. Ὁ πειρασμὸς τοὺς γιγάντωσε. Ποῖος δὲν ὑποκλίνεται μπροστὰ στὸ μεγαλεῖο τους; «Ἀγαπῶσι πάντας καὶ ὑπὸ πάντων διώκονται· ἀγνοοῦνται καὶ κατακρίνονται, θανατοῦνται καὶ ζωοποιοῦνται. Λοιδοροῦνται καὶ εὐλογοῦσιν, ὑβρίζονται καὶ τιμῶσιν. Ἀγαθοποιοῦντες ὡς κακοὶ κολάζονται». Ὁ καθένας ἀπ’ αὐτοὺς ἦταν μία ζωντανὴ εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ.

Ἀδελφοί· ὅταν οἱ ἄνθρωποι σὲ καιροὺς δύσκολους τὰ χάνουν καὶ λυγίζουν ἢ ἀποστατοῦν, ὅπως συμβαίνει σήμερα, τότε ὁ Θεὸς ἀναδεικνύει τοὺς «δοξάσαντας Αὐτόν», τοὺς ἀντιδοξάζει καὶ τοὺς στέλνει νὰ ξυπνήσουν τοὺς μὲν ἀπὸ τὸν λήθαργο καὶ νὰ ἐλέγξη μὲ τὴ ζωὴ καὶ τὸ παράδειγμά τους τοὺς ἀποστάτες καὶ νὰ ποῦνε: «Τάδε λέγει Κύριος· φυλάσσεσθε» (Ἠσ. 56, 1) ἢ «Τάδε λέγει Κύριος ὁ Θεός· διορθώσατε τὰς ὁδοὺς ὑμῶν» (Ἱερ. 4 7-3). Οἱ ἅγιοι ἀνορθώνουν «τὰς παρειμένας χεῖρας καὶ τὰ παραλελυμένα γόνατα» (Ἑβρ. 12, 12) καὶ εἶναι παρήγοροι ἄγγελοι καὶ σάλπιγγες τῆς ἀληθείας. Καὶ εἶναι τόσοι πολλοί· παλαιοὶ καὶ νέοι πατριάρχες, προφῆτες, κριτές, βασιλεῖς, ἀπόστολοι, μάρτυρες, ὅσιοι, δίκαιοι, ἀναχωρητές, ἐγκρατευτές, ὁμολογητές, πατέρες καὶ διδάσκαλοι τῆς οἰκουμένης.

Ὅταν ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἔγραφε γιὰ τὰ μεγάλα τῆς πίστεως κατορθώματα, εἶχε στὸ νοῦ του τοὺς δικαίους τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Ἂν ζοῦσε 2–3 αἰῶνες ἀργότερα καὶ ἔβλεπε τὶς ἀμέτρητες στρατιὲς τῶν μαρτύρων τοῦ Χριστοῦ, σίγουρα θὰ πολλαπλασίαζε τοὺς ὕμνους καὶ τὰ ἐγκώμια τῆς πίστης.

Ποιᾶς ὅμως πίστης, ἀδελφοί μου· Πιστεύω, δὲν σημαίνει ἁπλῶς ὅτι παραδέχομαι μερικὲς ἀλήθειες τῆς θρησκείας, ὅπως ὅτι ὑπάρχει Θεὸς καὶ ὅτι ὑπάρχει ψυχή. Αὐτὰ τὰ πιστεύει καὶ ὁ διάβολος. Πιστεύω θὰ πῆ: ἐμπιστεύομαι ἀπολύτως τὰ πάντα στὸ Θεό, δὲν ἀμφιβάλλω γιὰ τὴν ἀγάπη καὶ τὴν προστασία Του καὶ πιστεύω ὅτι, ὅταν ὅλοι οἱ δρόμοι κλείνουν, Αὐτὸς δίνει τὴν θαυμαστὴ λύση, ὁδηγεῖ σὲ θυσίες, ἀσφαλίζει τὴν ἀρετή· ἀδελφοὶ ἀκροατὲς τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ, εἶστε μακάριοι· «Μακάριοι οἱ ἀκούοντες τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ». Τῆς πίστεως οἱ ἥρωες μᾶς δείχνουν τὸν δρόμο τῆς ἁγιότητος.

Προσοχὴ ὅμως! Μπορεῖ κάποιος νὰ προχωρήση πολύ, μὰ ὡστόσο νὰ μὴ φτάση τὴν ἀληθινὴ ἁγιότητα· δὲν εἶναι ἡ γνώση ποὺ κάνει τὸν ἅγιο, γιατὶ καὶ ὁ Βαρλαὰμ γνώση εἶχε· οὔτε τὸ ὑπούργημα, γιατὶ τέτοιο εἶχε καὶ ὁ Ἰούδας· οὔτε μερικὲς καλὲς πράξεις, γιατὶ καὶ ὁ Ἡρώδης τὶς ἔκανε· οὔτε ὁ ζῆλος γιὰ κάποια περίοδο, γιατὶ τέτοιο ζῆλο εἶχε καὶ ὁ Δημᾶς καὶ ἀπερρίφθη· οὔτε συνεργασία μὲ ἅγια πρόσωπα, γιατὶ ὁ Ἰωὰβ καὶ ὁ Γιεζῆ τὴν εἶχαν· οὔτε ὁ θρησκευτικὸς ἐνθουσιασμὸς τῆς στιγμῆς, γιατὶ καὶ οἱ Ἰουδαῖοι τὸν εἶχαν στὴν ὑποδοχὴ τοῦ Κυρίου στὰ Ἱεροσόλυμα. Οὔτε ἡ ὑπηρεσία στὸ ναὸ τοῦ Θεοῦ, γιατὶ αὐτὴ τὴν εἶχαν καὶ τὰ παιδιὰ τοῦ Ἠλί. Ἡ ἁγιότης εἶναι μιὰ προοδευτικὴ πνευματικὴ διαδικασία καὶ ἐργασία ποὺ χρειάζεται πόνο, μόχθο καὶ κόπο.

Ἀγαπητοί μου· πρέπει καὶ ἐμεῖς νὰ στοχεύσουμε στὴν ἁγιότητα. Τὸ ζητεῖ ὁ Θεός· «Τοῦτο ἐστὶ θέλημα τοῦ Θεοῦ ὁ ἁγιασμὸς ὑμῶν» (Α΄ Θεσσ. 3,3), γιατὶ δίχως ἁγιασμὸ «οὐδεὶς ὄψεται τὸν Κύριον». Ὁ ἀπόστολος Πέτρος προσθέτει: «Κατὰ τὸν καλέσαντα ὑμᾶς ἅγιον καὶ αὐτοὶ ἅγιοι ἐν πάσῃ ἀναστροφῇ γενήθητε» (Α΄ Πέτρ. 1–15). Καὶ τότε μόνον ἐλπίζουμε στὴν ἁγιότητα, ὅταν μισήσουμε τὴν ἁμαρτία καὶ υἱοθετήσουμε τὴν ἀρετή.

Χωρὶς ὅμως πίστη στὸν Ἰησοῦ «Οὐ δυνάμεθα ποιεῖν οὐδέν». Καὶ βασιλεία οὐρανῶν κανένας δὲν θὰ γευθῆ παρὰ μόνον «Ὅσοι ἔλαβον Αὐτὸν» (τὸν Ἰησοῦν), γιατὶ «ἔδωκεν αὐτοῖς ἐξουσίαν τέκνα Θεοῦ γενέσθαι» (Ἰωάν. 1–12).


ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟ ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΕΩΣ Ἀρχιμανδρίτου Νικηφόρου Πασσᾶ

(Ματθ. α΄ 1-25)
Βρισκόμαστε στὴν παραμονὴ τῆς μεγάλης καὶ οἰκουμενικῆς ἑορτῆς τῶν Χριστουγέννων. Αὔριο ἑορτάζουμε τὴν ἐγκόσμια παρουσία, τὴ γέννηση στὴ Βηθλεὲμ τοῦ Χριστοῦ, καὶ εἴμαστε μάρτυρες τῆς ἐπιφανείας τοῦ Θεοῦ. Ὁλόκληρη ἡ ἀνθρωπότητα μὲ διάφορους τρόπους, εἴτε ἄμεσα εἴτε ἔμμεσα, ἑορτάζει τὰ Χριστούγεννα.

Ἀνατρέχοντας στὸ ἱερὸ κείμενο τοῦ εὐαγγελιστοῦ Ματθαίου στὸ σημερινὸ Εὐ­αγγέλιο, στεκόμαστε ἀκριβῶς στὸ σημεῖο ποὺ ὁ ἱερὸς συγγραφέας μᾶς περιγράφει τὸ γεγονὸς τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ. Νὰ τί ἀναφέρει: «Ἡ γέννηση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἔγινε κατὰ τὸν ἀκόλουθο τρόπο».

Ὁ εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος ξεκινάει νὰ καταγράφει τὸ γεγονὸς μὲ ἕνα λιτὸ καὶ ἁπλὸ τρόπο. Τόσο λιτὸ καὶ τόσο ἁπλό, λὲς καὶ περιγράφει κάτι συνηθισμένο καὶ καθημερινό, ἀνθρώπινο. Λὲς καὶ τέτοια γεγονότα συμβαίνουν πολλὲς φορές.

Ἐτοῦτος ὅμως ὁ λιτὸς καὶ ἁπλὸς τρόπος ἐκφράζει τὸ γνήσιο καὶ τὸ αὐθεντικό. Δίχως τὴν ἀνθρώπινη ἐπέμβαση καὶ δίχως προσπάθεια ἀλλοιώσεως τῆς ἀλήθειας. Δὲν ἔχει τὰ φτιασιδώματα τὰ ἀνθρώπινα μήτε τὰ παραγεμίσματα καὶ τὰ παχιὰ καὶ ἀνούσια λόγια. Γιατὶ ὅλ᾿ αὐτὰ εἶναι ψεύτικα καὶ ἀπατηλά.

Ἀνεπιτήδευτος ἡ περιγραφή· γνήσια καὶ αὐθεντικὴ ἡ παρουσίαση· ἐλάχιστη ὡς καὶ μηδαμινὴ ἡ ἀνθρώπινη ἐπέμβαση, δίχως ὄχληση καὶ ἀλλοίωση τοῦ περιεχομένου τῶν γεγονότων.

Μά, ἂς παρακολουθήσουμε τὴν περιγραφὴ τοῦ εὐαγγελιστοῦ Ματθαίου παρὰ κάτω: «ὅταν ἡ μητέρα τοῦ Χριστοῦ, ἡ Μαρία, ἀρραβωνιάστηκε μὲ τὸν Ἰωσήφ, προτοῦ συγκατοικήσουν ὡς σύζυγοι, βρέθηκε ἡ Μαρία ἔγκυος μὲ τὴ δημιουργικὴ ἐπενέργεια τοῦ ἁγίου Πνεύματος». Δὲν θὰ μποροῦσε ἴσως πιὸ λιτὰ καὶ πιὸ ἁπλὰ νὰ περιγραφεῖ ἕνα τόσο σημαντικὸ γεγονός, δηλαδὴ ἡ ἐγκόσμια παρουσία τοῦ Χριστοῦ.

Ὁ ἱερὸς εὐαγγελιστὴς τονίζει μὲ σαφήνεια ὅτι ἡ κύηση τῆς Θεοτόκου Μαρίας ἦταν ἀπὸ τὴ δημιουργικὴ ἐπενέργεια τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Δὲν χωρεῖ λοιπὸν καμμία ἀμφιβολία πὼς ὁ Χριστὸς γεννιέται ἀπὸ τὴ Θεοτόκο ὡς ἄνθρωπος καὶ μὲ τὴν ἐπέμβαση τοῦ ἁγίου Πνεύματος ἀποκαλύπτεται ἡ Θεότητά Του.

Στὸν προβληματισμὸ δὲ τοῦ δικαίου Ἰωσὴφ μπροστὰ στὸ γεγονὸς τῆς κυήσεως τῆς Θεοτόκου, παρεμβαίνει ὁ Ἄγγελος, ποὺ τὸν πληροφορεῖ γιὰ τὴν ἐπέμβαση τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Καὶ τοῦ ἐπισημαίνει τὸν λόγο τοῦ προφήτου Ἠσαΐου ποὺ ἀναφέρει· «ἰδοὺ ἡ παρθένος ποὺ δὲν γνώρισε ἄνδρα, θὰ συλλάβει καὶ θὰ γεννήσει υἱό· καὶ ὅσοι θὰ πιστεύσουν σ᾿ αὐτὸν θὰ τὸν ὀνομάσουν Ἐμμανουήλ, ποὺ σημαίνει ὁ Θεὸς εἶναι μαζί μας».

Ἔτσι ἠρέμησε ὁ δίκαιος Ἰωσήφ. Παρέλαβε στὸ σπίτι του τὴ Θεοτόκο Μαρία καὶ δὲν εἶχε ποτὲ συζυγικὲς σχέσεις μαζί της. Αὐτὴ δὲ ἐγέννησε τὸν μονάκριβο υἱό της καὶ τοῦ δόθηκε τὸ ὄνομα Ἰησοῦς.

Ἀναλογιζόμενοι τὸ μέγιστο καὶ ἀνεπανάληπτο γεγονὸς τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ, αἰσθανόμαστε πὼς ἐτοῦτο τὸ φαινόμενο ἀνθρωπίνως εἶναι ἀδύνατο νὰ καταγραφεῖ. Πόσο λίγα καὶ πόσο ἀδύναμα εἶναι τὰ ἀνθρώπινα λόγια, ὅταν καταπιάνονται μέ τέτοια θεϊκὰ γεγονότα! Καὶ πόσο λειψὰ καὶ λυμφατικὰ νὰ περιλάβουν τὰ μεγάλα οὐράνια πράγματα!

Καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριά, πόσο μεγάλη συγκατάβαση θεϊκὴ νὰ χωρέσει τὸ μέγεθός Της στὰ ἀνθρώπινα μέτρα! Ἀδειάζει ὁ Χριστὸς τὸ μεγαλεῖο Του καὶ κατεβάζει τὴν οὐράνια δόξα Του, γιὰ νὰ συγκατοικήσει μὲ τὴν ἀνθρώπινη μικρότητα. Προετοιμάζει μὲ τὴ δική Του κάθοδο τὴ δική μας ἄνοδο καὶ τὴ συμμετοχή μας στὴν οὐράνια πολιτεία Του!

Ὁ ἱερὸς ὑμνωδὸς τῆς ἑορτῆς τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ ἐκφράζεται ποιητικὰ γιὰ τὸ γεγονὸς καὶ διατυπώνει τὰ ἐρωτήματά του, ποὺ πάντως δὲν μποροῦν ἀνθρωπίνως νὰ ἀπαντηθοῦν. Λέγει λοιπὸν ὁ ὑμνωδός: «Ἐκεῖνος ποὺ δὲν χωράει παντοῦ, πῶς χώρεσε στὴν γαστέρα; Ἐκεῖνος ποὺ βρίσκεται στοὺς κόλπους τοῦ Πατέρα, τώρα πῶς θὰ χωρέσει στοὺς κόλπους τῆς Μητρός; Αὐτὸς ὁ δίχως σάρκα, πῆρε τὴν ἀνθρώπινη σάρκα καὶ ἔγινε γιὰ ἐμᾶς ὁ Ὑπάρχων, ἔχοντας ἐπάνω Του καὶ τὴ θεϊκὴ καὶ τὴν ἀνθρώπινη φύση...».

Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, ἀκούσαμε ὅλοι τὸν εὐαγγελιστὴ Ματθαῖο νὰ μᾶς ἀναφέρει πώς «ἡ γέννηση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἔγινε κατὰ τὸν ἀκόλουθο τρόπο». Καὶ στὴ συνέχεια μᾶς περιγράφει μὲ τὸν ἀνθρώπινο λόγο τὸ κοσμοσωτήριο γεγονὸς τῆς Γεννήσεως. Καὶ ὅλ᾿ αὐτὰ καλὰ καὶ σωστὰ. Μὰ ἆραγε φτάνουν μονάχα ἔτσι, ὡσὰν μιὰ ἱστορία, νὰ μᾶς διασώσουν; Φυσικὰ ὄχι! Τότε, τί χρειάζεται λοιπόν;

Εἶναι ἀναγκαῖο νὰ καταλάβουμε μιὰ γιὰ πάντα πὼς ὁ Χριστὸς δὲν εἶναι ἕνας φιλόσοφος μήτε σπουδαῖος διδάσκαλος. Δὲν εἶναι ἕνας πολιτικὸς ἡγέτης μήτε ἕνας κοινωνικὸς ἐπαναστάτης. Τίποτε ἀπ᾿ ὅλ᾿ αὐτά. Εἶναι ἀσυγκρίτως κάτι πολὺ περισσότερο, γι᾿ αὐτὸ καὶ δὲν ὑπάρχει μέτρο σύγκρισης. Γιατὶ εἶναι ἐπάνω ἀπ᾿ ὅλ᾿ ἐτοῦτα τὰ ἀνθρώπινα καὶ τὰ ἐγκόσμια. Εἶναι ὁ Ἐμμανουήλ, ὁ Θεὸς μαζί μας. Καὶ ὅταν εἶναι ὁ Θεὸς μαζί μας, τότε ὅλοι ἐμεῖς, ποὺ εἴμαστε τὰ ἀδέλφια Του, μετέχουμε τῆς δικῆς Του δόξας καὶ τιμῆς!

Κυριακὴ πρὸ τῆς Χριστοῦ Γεννήσεως (Ματθ. 1-1, 25) Ὑπὸ Ἀρχιμανδρίτου Νικηφόρου Ἀ. Κυπριανοῦ

Καὶ καλέσεις τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦ ».
Ἄγγελος ἀπὸ τὸν θρόνο τοῦ Θεοῦ, ἀγαπητοί μου, φέρνει τὴν εἴδηση, τὸ μήνυμα τοῦ οὐρανοῦ στὸν ἄκακο καὶ δίκαιο Ἰωσὴφ καὶ ἀμέσως οἱ ἀμφιβολίες του σὰν καπνὸς διαλύθηκαν. Εἶχε γὰρ «λάθρα βουληθῆ ἀπολῦσαι αὐτήν». Τοῦ ἀποκαλύπτει «τὸ μυστήριον τὸ ἀποκεκρυμμένον ἀπὸ τὸν αἰώνων καὶ ἀπὸ τῶν γενεῶν» (Κολοσ. 1, 26). Τοῦτο τὸ παιδὶ θὰ «σώσει τὸν λαὸν αὐτοῦ ἀπὸ τῶν ἁμαρτιῶν αὐτῶν». Γι᾿ αὐτὸ καὶ τὸ ὄνομα ποὺ τοῦ δόθηκε πρὶν ἀκόμα γεννηθῆ ἦταν «Ἰησοῦς», ὄνομα ἀντιπροσωπευτικὸ τῆς μεγάλης ἀποστολῆς Του. Ὄνομα ποὺ κλείνει μέσα του τὴν πιὸ ἀπέραντη ἀγάπη· «Διὸ καὶ ὁ Θεὸς αὐτὸν ὑπερύψωσε καὶ ἐχαρίσατο αὐτῷ ὄνομα, τὸ ὑπὲρ πᾶν ὄνομα» (Φιλιπ. 2-9). «Καὶ ἐν τούτῳ τῷ ὀνόματι τοῦ Ἰησοῦ πᾶν γόνυ κάμψει ἐπουρανίων καὶ ἐπιγείων καὶ καταχθονίων καὶ πᾶσα γλῶσσα ἐξομολογήσεται ὅτι Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς εἰς δόξαν Θεοῦ πατρός» (Φιλιππ. 2-11).

Ἔρχεται στὴ γῆ ὁ «Ἰησοῦς» γιὰ νὰ ὑψώση ἐμᾶς στὸν οὐρανό. Ταπεινώθηκε, γιὰ νὰ μᾶς δοξάση. Ἔγινε πτωχός, γιὰ νὰ μᾶς πλουτίσει. Πῆρε τὴν ἀνθρώπινη μορφὴ «ἵνα ἡμᾶς συμμόρφους ποιήσῃ τῆς εἰκόνος τῆς δόξης αὐτοῦ», ὅπως χαρακτηριστικὰ ἀναφέρεται στὴ Θεία Λειτουργία τοῦ Μεγάλου Βασιλείου. Γεννᾶται στὸ σκοτάδι τοῦ σπηλαίου, γιὰ νὰ μᾶς ὁδηγήση στὸ φῶς τοῦ Παραδείσου. Πρὶν νὰ ἐνανθρωπήσει «Θεὸν ἰδεῖν ἀδύνατον». Τώρα ὅμως ποὺ ἀγγελικὰ στόματα μεταδίδουν τὸ χαρμόσυνο μήνυμα: «ἐτέχθη ὑμῖν σήμερον Σωτὴρ» ἡ εὐωδία τῆς θείας ἀγάπης κάνει τὴν γῆ νὰ μεθάει ἀπὸ χαρά. Τὸ ὄνομα Ἰησοῦς εἶναι «μύρον ἐκκενωθέν» (Ἆσμα 1, 3).

Ἀδελφοί, ἡ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων ξεκινᾶ ἀπὸ τὴ Φάτνη καὶ καταλήγει στὸ Σταυρό. Ὁ Ἰησοῦς δὲν εἶναι μόνο μὲ τὸ Αἷμα Του Σωτήρας ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν Γέννησή Του. Σωτήρας ἀναδείχθηκε ὄχι μόνο στὸ Γολγοθᾶ μὲ τὸν Σταυρό Του ἀλλὰ καὶ στὴ Βηθλεὲμ μὲ τὴ Γέννησή Του. Ὁ Χριστὸς γεννιέται μέσα στοὺς πιστοὺς μὲ τὴν πίστη καὶ σαρκώνεται μὲ τὶς ἀρετές. Ὅλη ἡ ἐν Χριστῷ ζωή, ἡ πνευματικὴ ζωὴ εἶναι ζωὴ ἀναγεννήσεως, δηλαδὴ γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ μέσα μας καὶ ἀναγεννήσεώς μας ἐν Αὐτῷ. Καὶ πόση ἀξία ἔχει αὐτὸ γιὰ τὸν σημερινὸ ἄνθρωπο ποὺ κινεῖται ἔξω ἀπὸ τὸν χυμὸ τῆς Ὀρθοδόξου παραδόσεως, ἀφοῦ ὅλες του οἱ κινήσεις καὶ συντεταγμένες φανερώνουν κίνηση ἀπὸ τὸν Θεάνθρωπο στὸν ὑπεράνθρωπο, τὸν ἄνθρωπο-Θεό, μόλις ποὺ εἶναι ἀνάγκη νὰ τονισθῆ.

Πανανθρώπινη πρέπει λοιπὸν νὰ εἶναι ἡ δοξολογία μας πρὸς τὸν Τριαδικὸ Θεὸ γιὰ τὴν μεγάλη καὶ ἀκατάληπτη σάρκωση τοῦ Λόγου, μὲ σκοπὸ τὴν ἐπανασύνδεση τῶν σχέσεων Θεοῦ καὶ ἀνθρώπου. Μάρτυρες τῶν ἐξαιρετικῶν αὐτῶν γιὰ τὴν ἱστορία τοῦ κόσμου γεγονότων εἶναι οἱ ἁπλοῖ ποιμένες ἀπὸ τὰ περίχωρα τῆς Βηθλεὲμ ποὺ ἐκπροσωποῦν ὅλο τὸ ἀνθρώπινο γένος· «καὶ ποιμένες ἦσαν εἰς τὴν χώραν… καὶ ἰδοὺ ἄγγελος Κυρίου ἐπέστη αὐτοῖς καὶ δόξα Κυρίου περιέλαμψεν αὐτοὺς» (Λουκ. 2-8). Ἀλλὰ καὶ οἱ μάγοι ἐχάρησαν χαρὰν μεγάλην. «Καὶ ἰδοὺ ὁ ἀστήρ, ὃν εἶδον ἐν τῇ ἀνατολῇ προῆγεν αὐτούς, ἕως ἐλθὼν ἔστη οὗ ἦν τὸ παιδίον». Ἔλαμψε στὸν οὐρανὸ ὁ φωτεινὸς ἀστέρας καὶ στὴ φάτνη ἐφιλοξενεῖτο ὁ Βασιλεὺς τῶν Βασιλέων. Ἡ πίστη τους δικαιώθηκε. Ὁ ἱερὸς πόθος τους πραγματοποιήθηκε. Μετὰ ἀπὸ τόσους κόπους καὶ πολυήμερο ταξίδι ἀξιώνονται τῆς τιμῆς νὰ προσκυνήσουν τὸν «τεχθέντα Βασιλέα» παρ᾿ὅτι στὴ Βηθλεὲμ ὅλα ἦταν ἁπλᾶ, ταπεινά, πτωχά. «Οὔτε ἡ Παρθένος ἐπίσημος ἦν, οὔτε ἡ οἰκία περιφανής, οὔτε ἄλλο τι τῶν ὡρισμένων ἱκανὸν ἐκπλῆξαι» μᾶς πληροφορεῖ ὁ Ἱερὸς Χρυσόστομος. Παρὰ ταῦτα οἱ σοφοὶ μάγοι δὲν ἐπηρεάσθηκαν. Ἔτσι, κάτω ἀπὸ τὴν φτώχεια διέκριναν τὴν ἀξία, κάτω ἀπὸ τὴν ταπείνωση τὴν δόξα, κάτω ἀπὸ τὴν ἀσημότητα τὴν βασιλικὴ μεγαλοπρέπεια καὶ δύναμη. Πίσω ἀπὸ τὸ θέαμα τῆς φτώχειας διέκριναν τὴν δύναμη, τὴν δικαιοσύνη καὶ τὴν ἀλήθεια. Διότι ὁ Ἰησοῦς «ἐγεννήθη ἡμῖν σοφία ἀπὸ Θεοῦ, δικαιοσύνη τε καὶ ἁγιασμὸς καὶ ἀπολύτρωσις» (Α´ Κορινθ. 1-30). Ἂν ἐμεῖς τὸ θελήσουμε, ὁ «Ἰησοῦς» θὰ συμπορεύεται καὶ θὰ προπορεύεται, γιὰ νὰ μᾶς δείχνει τὸ δρόμο τῆς ἀλήθειας, τῆς χαρᾶς, τῆς δικαιοσύνης καὶ τὸ ἔχει διακηρύξει αὐτὸ «ἐγὼ εἰμὶ ἡ ὁδὸς καὶ ἡ ἀλήθεια καὶ ζωὴ» (Ἰωάν. 14-16).

Ἀδελφοί μου, πρέπει νὰ ἀνέβουμε στὴ Βηθλεὲμ καὶ νὰ γίνουμε πολῖτες της, γιὰ νὰ κατακτήσουμε τὸ πνεῦμα τῆς Βηθλεέμ. Στὴν φτωχικὴ φάτνη ἡ ψυχὴ βρίσκει ἀνάπαυση. Ὁ πρῶτος Ἀδὰμ ἦλθε στὸν κόσμο τέλειος ἄνθρωπος, ὁ δεύτερος Ἀδάμ, ὁ Χριστός, προτίμησε νὰ ἔρθη σὰν νήπιο θέλοντας νὰ μᾶς μάθη ὅτι πρέπει νὰ «νηπιάζουμε στὴν κακία». Προτίμησε νὰ γεννηθῆ μικρὸ παιδί, γιὰ νὰ μᾶς διδάξει πὼς μποροῦμε νὰ γίνουμε «τέλειοι ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ». Φιλοξενήθηκε στὰ ἄχυρα τοῦ σταύλου, γιὰ νὰ μάθουμε κάτι γιὰ τὴν ἁπλότητα καὶ τὴν ταπείνωση. Ἔγινε φτωχὸς «ἵνα ἡμεῖς τῇ Ἐκείνου πτωχείᾳ πλουτήσωμεν». Οἱ προφητεῖες ἐπαληθεύθηκαν· «Παιδίον ἐγεννήθη ἡμῖν, υἱὸς καὶ ἐδόθη ἡμῖν» (Ἠσαΐα 9-6). Ἦλθε ἀπὸ τὸν οὐρανό, γιὰ νὰ καθαρίση τὴν μολυσμένη γῆ μας. «Τὰ σύμπαντα ὅθεν χαρᾶς πληροῦται». Οἱ καρδιὲς γεμίζουν μὲ θεία παρουσία. Μιὰ ἀτελείωτη στρατιὰ ἀνθρώπων Τὸν δέχονται, Τὸν πιστεύουν καὶ γίνονται δικοί Του αἰχμάλωτοι. Αἰχμάλωτοι σὲ μία ἐλεύθερη αἰχμαλωσία, σὲ μιὰ αἰχμαλωσία ποὺ ὄχι μόνο ἐλευθερώνει ἀλλὰ καὶ σώζει. Ὅσοι ἔχουμε πρόθεση νὰ γιορτάσουμε Χριστούγεννα μὲ Χριστὸ καὶ Τὸν δεχθοῦμε στὴν φάτνη τῆς ψυχῆς μας, ἂς γνωρίσουμε ὅτι ἀπὸ τὴν ἀσφυκτικὴ κατάσταση τῆς χαμοζωῆς, θὰ ἀνεβοῦμε στοῦ πάμφωτου οὐρανοῦ τὴ σφαῖρα.

Ἀγαπητοὶ ἀκροατὲς τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ, οἱ ἡμέρες ποὺ διερχόμαστε λέγονται καὶ εἶναι «ἅγιες ἡμέρες». Καὶ θὰ εἶναι πράγματι ἅγιες, ἐφόσον θὰ ἀνανεώσουμε τὴν ἐπιθυμία μας νὰ αἰσθανθοῦμε τὴν λυτρωτικὴ παρουσία τοῦ Ἰησοῦ στὴν καρδιά μας. Θὰ εἶναι ἅγιες πράγματι οἱ ἡμέρες ποὺ διερχόμαστε, ἂν δὲν ξεχάσουμε πὼς ἡ ἀγάπη μας γιὰ τὸ θεῖο βρέφος πρέπει νὰ περάση, γιὰ νὰ ὁλοκληρωθῆ ἀπὸ τοὺς «ἐνδεεῖς» ἀδελφούς μας.

Ὅλων τῶν ἀρετῶν κορωνὶς εἶναι ἡ ἐλεημοσύνη. Μαζὶ μὲ αὐτὴν καὶ μὲ ταπείνωση καὶ ἁγνότητα ψυχῆς, μὲ πίστη καὶ ἀγάπη γιὰ τὸν Ἰησοῦ, τὸν Σωτῆρα, «διέλθωμεν δὴ ἕως Βηθλεὲμ καὶ ἴδωμεν τὸ ρῆμα τοῦτο τὸ γεγονός, ὃ ὁ Κύριος ἐγνώρισεν ἡμῖν» (Λουκ. 2-15). Ἂς ἠχοῦν διαρκῶς στὰ αὐτιά μας καὶ σὲ κάθε βῆμα τῆς ζωῆς μας τὰ λόγια τοῦ Ἀγγέλου: «Ἰδοὺ εὐαγγελίζομαι ὑμῖν χαρὰν μεγάλην, ἥτις ἔσται παντὶ τῷ λαῷ ὅτι ἐτέχθη ὑμῖν σήμερον Σωτὴρ» (Λουκ. 2-10)

« Χριστὸς ἐτέχθη ».

« Ἀληθῶς ἐτέχθη».

Το πνευματικό νόημα των Χριστουγέννων και με ποιούς τρόπους βιώνεται από μας τους Χριστιανούς


Την περασμένη Κυριακή αδελφοί μου είπα τι λέγει η εντολή του Θεού μέσα στην Αγία Γραφή, σχετικά με την ενδυμασία ανδρών και γυναικών, και παρατηρήθηκε και προηγουμένως αυτό.
Η ενδυμασία των ανθρώπων από αρχαιοτάτους χρόνους μέχρι και σήμερα, έχει υποστεί πολλές αλλαγές. Μάλιστα δε κατά τόπους, φυλές και έθνη υπάρχουν πολλές διαφοροποιήσεις.
Πάντοτε όμως και παντού υπήρχε διαφορά στον τρόπον ενδυμασίας των γυναικών από τους άνδρες. Αυτό το βλέπουμε ακόμα και μέσα στην Αγία Γραφή. σαν νόμος και εντολή Θεού, και όπως καταλαβαίνετε για μας τους Ορθοδόξους Χριστιανούς, ο Λόγος του Θεού ισχύει πάντοτε, είναι ο ίδιος, αναλλοίωτος και αιώνιος, χωρίς να τροποποιείται ανάλογα με τις εποχές και τα πάθη μας. «Ο Χριστός χθες και σήμερον, ο αυτός και εις τους αιώνας», βεβαιώνει ο Απόστολος Παύλος. Έτσι αν στις ημέρες μας οι χριστιανοί, με την ενδυμασία τους αλλάζουν φύλο, από γυναικείο σε ανδρικό και αντιστρόφως, αυτό απαγορεύεται ρητά από τον νόμον του Θεού.
Εμένα προσωπικά σαν ιερέα της Ορθοδόξου ημών Εκκλησίας με ενδιαφέρει η ενδυμασία όλων, μόνον μέσα στον Ιερό Ναό, στη Θεία Λατρεία, εδώ στη Θεία Κοινωνία όταν έρχεσθε, όταν προσέρχεσθε στο γάμο, στη βάπτιση ή στην εξομολόγηση.
Εξ αφορμής λοιπόν μιας κακής και πεισματάρικης συμπεριφοράς μιας ψυχής, ο Θεός για να την συνετίσει, της έδειξε με όνειρο πολύ αποκαλυπτικό ποια θα πρέπει να είναι η ενδυμασία της όταν εκκλησιάζεται, όχι όταν είναι έξω.
Το πώς όμως θα ντύνεσθε εσείς, στην ιδιωτική σας ζωή, άνδρες και γυναίκες, στο σπίτι, στη δουλειά, στο δρόμο, στις κοινωνικές σας υποχρεώσεις και λοιπά, αυτό είναι και δική σας ευθύνη. Αυτό που αφορά εμένα σαν ιερέα, το επαναλαμβάνω, είναι αποκλειστικά και μόνον ο χώρος εδώ της εκκλησίας που είναι και ιερός.
Παρά ταύτα, εγώ προσωπικά, πολύ σπάνια όπως θα το γνωρίζετε κιόλας, κάνω παρατηρήσεις και υποδείξεις πάνω σ’ αυτό το θέμα. Αφήνω να έλθει ο φωτισμός, για να καταλάβετε έτσι σεις, πιο είναι το καθήκον σας απέναντι στο Θεό και να το εφαρμόζετε. Αυτά είπα και αυτά εννοούσα την περασμένη Κυριακή και νομίζω ότι έγινα σαφής.

Και ας έλθουμε στη σημερινή μας Κυριακάτικη ομιλία.

Χριστός γεννάται, δοξάσατε.
Χριστός εξ ουρανών, απαντήσατε.
Χριστός επί γης, υψώθητε.

Σαράντα δύο χρόνια χριστιανοί μου που είμαι κληρικός, ιερεύς, και λειτουργός του Υψίστου και εξομολόγος, αυτές τις ημέρες των Χριστουγέννων, αλλά και όλων των άλλων εορτών του Δωδεκαημέρου, με απασχολεί πάντοτε το πνευματικό νόημα αυτών των αγίων ημερών, που ασφαλώς είναι κάτι το πολύ βαθύ, το υπέροχο και συγχρόνως ακατάληπτο.
Αν τις ημέρες αυτές τις αντιμετωπίζουμε και τις χαιρόμαστε μόνον με τους στολισμούς και τα Χριστουγεννιάτικα δένδρα, και μάλιστα με τους φαντασμαγορικούς στολισμούς, με τους χιλιάδες πολύχρωμους φωτισμούς στους δρόμους και στις βιτρίνες των καταστημάτων, τις φωτοβολίδες, τα γλέντια και τις διασκεδάσεις, και τότε δεν πετύχαμε, δεν πετύχαμε απολύτως τίποτε για την ωφέλεια της ψυχής μας απ’ αυτές τις άγιες ημέρες. Είναι όντως πολύ ωραία και εντυπωσιακά, και εγώ εντυπωσιάστηκα και ευχαριστήθηκα, όταν την νύχτα βλέπουμε τους πολύχρωμους φωτισμούς, στα μπαλκόνια και στα δένδρα των σπιτιών, στους κεντρικούς δρόμους και στις βιτρίνες των μεγάλων καταστημάτων. Όλα αυτά και θα τα απολαύσουμε και θα τα θαυμάσουμε.
Αλλά, υπάρχει ένα αλλά. Θα κρατήσουμε εκείνα που δένουν ολόκληρη την οικογένεια, σε μια πνευματική ενότητα μέσα στο αληθινό πνεύμα των εορτών. Να ζήσουμε δηλαδή σε μια ατμόσφαιρα καθαρώς μυστηριακή, με εκκλησιασμό από τις πέντε το πρωί. Με Ιερά Εξομολόγηση που θα προηγηθεί πριν από μέρες αρκετές. Με Θεία Κοινωνία και με πνευματικές συζητήσεις και ιερά μελέτη γύρω από το βαθύ και πνευματικότητα νόημα της εορτής των Χριστουγέννων, που μπορούμε να το κάνουμε και στο Χριστουγεννιάτικο τραπέζι.
Αλήθεια, πώς θα δοξάσουμε τη Γέννηση του Σωτήρος Χριστού;
Πού θα Τον προϋπαντήσουμε και με ποιόν τρόπον θα υψωθούμε μέχρι τον ουράνιο θρόνο Του;
Αυτά ψάλαμε και αυτά ζητάει η Εκκλησία μας αυτές τις ημέρες.
Αν μέσα μας αδελφοί μου, αν μέσα μας λέω, δεν ζήσουμε μια ζωογόνο αλλαγή, μεταβολή της ψυχής μας σε φάτνη πνευματική, τότε σε τίποτα δεν θα μας ωφελήσουν οι φαντασμαγορικές και πολύχρωμες διακοσμήσεις και διασκεδάσεις και τα δώρα. Αν εσείς και γω δεν βιώσουμε την προσωπική μας αναγέννηση, και αν μέσα στις καρδιές των παιδιών μας δε γεννήσουμε την ελπίδα της σωτηρίας, ότι Χριστός αληθινός Θεός εγεννήθη εν Βηθλεέμ τη πόλη μέσα σε ένα στάβλο, από μια παρθένα γυναίκα, τη Μαριάμ, την Υπεραγία Θεοτόκο.
Αν λέω δεν γίνουν όλα αυτά, τότε οι γιορτές απέτυχαν το σκοπό τους. Και τον απέτυχαν επειδή βρήκαν τις καρδιές μας παγωμένες, αδιάφορες, κλειστές… Οι γιορτές που έρχονται αδελφοί μου, κάθε χρόνο δεν είναι μόνο για ευχές και «χρόνια πολλά», και «χρόνια πολλά», αλλά για Ευαγγελικούς και πνευματικούς προβληματισμούς.
Στο πώς δηλαδή θα γίνουμε σωστότεροι χριστιανοί, και
με περισσότερο ταπεινό πνεύμα,
με περισσότερη υπομονή, μακροθυμία και ανοχή.
Με περισσότερη αγάπη στις πράξεις μας, που δεν την έχουμε αυτήν την αγάπη, ούτε εγώ.
Με περισσότερη πίστη προς τον Θεόν και
με περισσότερη αληθινή και συντετριμμένη μετάνοια.
Όλα τα άλλα μπορεί να χρειάζονται, και τα παιχνίδια και τα δώρα και τα στολίσματα, όπως τα τονίσαμε προηγουμένως, αλλά χωρίς Χριστόν τα πάντα είναι ανώφελα, άχρηστα, ουτοπία, ένα τίποτα. Και αυτό διότι η Ευρωπαϊκή νοοτροπία και ο Αμερικανισμός εμποροποίησαν την πνευματικότητα και την ουσία των μεγάλων αυτών εορτών, και έτσι μείναμε και μένουμε μόνο στη φιγούρα, στη βιτρίνα, δηλαδή στην επιφάνεια. Μια ματιά γύρω μας και η διαπίστωση είναι όντως τραγική και απογοητευτική. Και παιχνίδια και δώρα και στολισμοί, και δένδρα και φώτα και ρεβεγιόν, όλα για την κατανάλωση, όλα για την κατανάλωση, τίποτα για την ψυχή.
Τα πάντα για την ψυχή προσφέρονται μέσα στον ναό. Μέσα στην εκκλησία, τις ιερές ακολουθίες, τις ιερότατες αυτές ακολουθίες αυτών των ημερών με τα υπέροχα γράμματα που ψάλλει η Εκκλησία μας.

Δύο πράγματα θα σας πω από την παιδική μου ηλικία για να τα συγκρίνουμε με την σημερινή άνοστη πραγματικότητα.
Το πρώτο πράγμα που βλέπαμε εμείς τα παιδιά εκείνη την εποχή του ’35 του ’38 και του 1940 και ’45, ήταν το γενικό άσπρισμα. Άσπριζαν τις μάντρες, τις αυλές, τα πέτρινα πεζοδρόμια, τα σπίτια μέσα και έξω, τους κορμούς των δένδρων μέχρι τη μέση. Γενικό καθάρισμα. Ο στολισμός ήταν πολύ φτωχικός. Εκείνο στο οποίο επέμεναν ήταν η καθαριότητα και η εξωτερική και η εσωτερική.
Έτσι το πρωινό των Χριστουγέννων, ξυπνούσαν μια ώρα νωρίτερα οι νοικοκυρές, για να συγυρίσουν και στρώσουν το σπίτι, έτσι ώστε όταν θα γυρίσουν από την εκκλησία, να τους περιμένει ολοκάθαρο το σπιτικό. Γιατί; Εμείς όλα τα πιτσιρίκια εκείνης της εποχής ρωτούσαμε γιατί αυτή η τόση σχολαστικότητα στο άσπρισμα και γενική ετοιμασία του σπιτιού και η απάντησις των μεγάλων ήταν συνήθως διπλή.
Πρώτον γιατί ήταν Χριστούγεννα και
Δεύτερον γιατί ο Χριστούλης που γεννήθηκε στη Βηθλεέμ θα ήταν ο ΠΡΩΤΟΣ επισκέπτης στο σπίτι μας, μαζί με τους αγγέλους και τους μάγους εκ Περσίας.
Πω πώω, λέγαμε εμείς, θα ήρχετο ο Χριστούλης; Στο σπίτι μας; Μα πώς; Πότε; Πώς μπορεί να γίνει αυτό το πράγμα; Με ποιο τρόπο; Και οι μεγάλοι μας απαντούσαν με πολλή φυσικότητα, απάντηση που πρέπει να δίδετε και σεις οι γονείς. Δεν θα πάμε όλοι μαζί οικογενειακώς να κοινωνήσουμε; Ναι, ε λοιπόν όλοι εμείς, ο μπαμπάς, η μαμά, ο παππούς, η γιαγιά, τα παιδιά, μαζί με τη Θεία Κοινωνία θα φέρουμε και τον Χριστό στο σπίτι μας. Μαζί Του θα γιορτάσουμε, μαζί Του θα περάσουμε καλά και αγιασμένα Χριστούγεννα.
Καταπληκτικό και θαυμάσιο και εξαίσιο αλλά δεν υπάρχει σήμερα στην εποχή μας πάρα πολύ σπάνια. Ο Χριστός στο φτωχικό μας ή στην καλύβα μας, ή και στο αρχοντικό μας.
Επαναλαμβάνω Χριστούγεννα με τον Χριστόν στο σπίτι. Με τον Χριστόν στο σπίτι και στην οικογένειά μας.
Δυστυχώς σήμερα οι περισσότεροι Νεοέλληνες Ορθόδοξοι Χριστιανοί, γιορτάζουν Χριστούγεννα χωρίς Χριστόν.

Το δεύτερο πράμα που ήθελα να σας πω, αναφέρεται στα δώρα. Τα δώρα χαρίζονταν σε δυο κατηγορίες. Τα πρώτα είχαν σχέση με τα Χριστούγεννα, και ήταν συνήθως ένα ζευγάρι κάλτσες, ένα ζευγάρι παπούτσια, το παντελόνι, μια γραβάτα, ένα πουκάμισο και τα λοιπά και τα λοιπά, ένα παλτό, ένα φόρεμα,… Αυτά τα φορούσαν οι χριστιανοί τα Χριστούγεννα για πρώτη φορά, για να αγιαστούν και αυτά μέσα στην εκκλησία. Όπως η Εκκλησία αγιάζει τα σπίτια, αγιάζει τα χωράφια, τα αμπέλια και τις στάνες με τα ζώα τους κήπους και τα πηγάδια, τα γεννήματα με τους καρπούς και τόσα άλλα, έτσι και στο Χριστουγεννιάτικο εκκλησιασμό κάθε τι καινούργιο που φορούσαμε πάνω μας, έπρεπε να αγιαστεί εκείνη την ημέρα για να στεριώσει, για να φορεθεί με υγεία, με χαρά πνευματική.
Χάθηκε και αυτό το ευλογημένο έθιμο, έθιμο που έφερνε πιο κοντά τον άνθρωπο με την Εκκλησία και τις γιορτές, που τον έντυνε πνευματικά γιατί τα πάντα αγιάζει ο Χριστός με την Εκκλησία Του.
Τα δεύτερα δώρα ήταν για την Πρωτοχρονιά και ήσαν βέβαια διάφορα παιχνιδάκια για τα μικρά παιδιά που έφερνε συνήθως ο Άγιος Βασίλειος ή αργά το βράδυ ή το πρωί πρωί.
Θα μπορούσα βέβαια να αναφερθώ και σ’ άλλα, αλλά ήδη πέρασε η ώρα.

Σήμερα οι γιορτές βγήκαν από την Εκκλησία και από την δεμένη οικογένεια και δόθηκαν στις φιέστες, στις ξενόφερτες μουσικές στη διασκέδαση και στο φαγοπότι.
Χάθηκαν δυστυχώς οι πνευματικές αξίες, και παραμερίστηκε η ουσία και το πνεύμα των θρησκευτικών εορτών και μάλιστα των Χριστουγέννων. Και όχι μόνον.
Η Ορθόδοξη Εκκλησία μας, η Ορθοδοξία μας αδελφοί μου, δεν αρνιέται επαναλαμβάνω τις πανηγυρικές εκδηλώσεις και δεν αποστρέφεται τις πληθωρικές διακοσμήσεις, εορταστικές διακοσμήσεις που γίνονται κάθε φορά, αλλά δε μένει σ’ αυτές. Η Εκκλησία κάνει κάτι πολύ μεγάλο. Προχωρεί βαθύτερα. Γι’ αυτό κάνουμε το κήρυγμα, για να μπορέσουμε όλοι μαζί να μπούμε βαθύτερα στο πνευματικό νόημα των εορτών και αυτό να μεταβιβάσουμε, στους συντρόφους μας, στα παιδιά μας, στους γείτονές μας, στους συγγενείς μας και στους φίλους μας.
Προτείνει και εφαρμόζει δηλαδή, την αδιάσπαστη αρμονία μεταξύ τους πνευματικού και υλικού στοιχείου των εορτών με σκοπό την πνευματοποίηση των τύπων και όλων των ποικίλων εκδηλώσεων, των εξωτερικών εκδηλώσεων που έχουν αυτές οι εορτές. Και από κεί να μας οδηγήσει σε προσωπική συνάντηση με τον Θεόν, με τον Σωτήρα μας Ιησούν Χριστόν, με αυτόν που πρέπει να προϋπαντήσουμε.
Ο Χριστός για μας τους Ορθοδόξους Χριστιανούς, δεν γεννήθηκε απλώς και μόνον πριν 2000 χρόνια – τώρα τελειώνουν τα 2000 χρόνια, από μεθαύριο αρχίζει ο καινούργιος αιώνας – αλλά εξακολουθεί να είναι παρών, ο ζωντανός Θεός και μας προσφέρεται κάθε μέρα μέσα από τα πανάγια μυστήρια, μέσα από την Αγία Του Εκκλησία, μέσα από το Άγιόν Του Ποτήριον.
Η Θεία Κοινωνία, το πνεύμα της μετανοίας, η Ιερά Εξομολόγησις, η δακρύβρεκτος προσευχή, ο Ευαγγελικός λόγος και πολλά άλλα, είναι αυτά που φέρνουν τον Χριστόν στις καρδιές μας και έτσι μόνον μπορούμε να γιορτάσουμε Χριστούγεννα.
Και τότε και τα πάντα πνευματοποιούνται, και οι τύποι, και οι διακοσμήσεις των εορτών και πλημμυρίζει η καρδιά μας από αγάπη και συγγνώμη.
Βέβαια η πραγματικότητα είναι τραγική, γιατί γύρω μας βλέπουμε οι άνθρωποι να σωριάζονται σε ερείπια. Είναι η τρομακτική διάλυση της οικογένειας, είναι η αύξησις των εκτρώσεων, είναι η πείνα, είναι η ανεργία, είναι η φτώχεια, είναι η αύξησις των ασθενειών και ειδικά των ποικίλων μορφών του καρκίνου, τα τρομερά ατυχήματα που έχει η πατρίδα μας, οι αναπηρίες και τόσα άλλα.
Εντούτοις όμως ο αληθινός Ορθόδοξος Χριστιανός, ανησυχεί, αγωνιά, προσεύχεται. Και παρακαλεί αυτόν τον Θεόν που συνεχώς γεννάται εκ Παρθένου, ΓΕΝΝΑΤΑΙ εκ Παρθένου, γεννιέται κάθε φορά, κάθε μέρα μέσα στην Αγία μας Εκκλησία, πάνω στην Αγία Τράπεζα και στις καρδιές μας. Και προσεύχεται σ’ αυτόν. Και νηστεύει και αγρυπνεί τις νύχτες και κλαίει και για τις δικές του αμαρτίες τις πολλές, αλλά και για τις αμαρτίες όλων των ανθρώπων που βρίσκονται μακριά και δεν ξέρουν πώς να γιορτάσουν Χριστούγεννα. Άλλωστε είναι και ο μόνος που μπορεί να βιώσει αυτό το μεγάλο νόημα της εορτής αυτής.

Αδελφοί μου, τη χαρά των Χριστουγέννων την εύχομαι σε σας, προσωπικά και στις οικογένειές μας, και στις οικογένειές σας, αλλά και σείς όμως να την εύχεσθε σε μένα, και πριν πω το «αμήν», επειδή το βράδυ δεν θα βρεθούμε στις εκκλησίες για να παρακολουθήσουμε τον εσπερινό, τον οποίον εμείς κάναμε χθες το βράδυ μαζί με τις Μεγάλες Ώρες, γι’ αυτό αργά και καθαρά από τους ιεροψάλτες μας, να ψάλουμε όλοι μαζί το απολυτίκιο των Χριστουγέννων.
 
 


KΟΝΤΑ στὸ Μοναστήρι τῆς ῎Οπτινα ἔμενε κάποιος εὐγενὴς ποὺ κόμπαζε πὼς μόλις ἔριχνε μιὰ ματιὰ στὸ Στάρετς θά ᾿βλεπε ἀμέσως τί εἶχε μέσα του. Κάποτε ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ἦρθε νὰ δεῖ τὸ Στάρετς καὶ κείνη τὴν ὥρα ὑπῆρχαν πολλοὶ ἐπισκέπτες.

Μπῆκε κι αὐτὸς μέσα. ῏Ηταν ψηλός, σωματώδης. ῞Οταν ὁ Στάρετς ἤθελε νὰ ἐντυπωσιάσει κάποιον εἶχε τὴ συνήθεια νὰ βάζει τὸ ἀριστερὸ χέρι του στὸ μέτωπο γιὰ νὰ κάνει ἴσκιο, σὰν νὰ ἐξέταζε κάτι ποὺ βρισκόταν μπροστὰ στὸν ἥλιο. Μόλις λοιπὸν μπῆκε μέσα ὁ εὐγενὴς σήκωσε τὸ ἀριστερό του χέρι καὶ εἶπε:

– Χά, ἔρχεται ὁ χοντροκέφαλος. ῏Ηρθε νὰ διεισδύσει στὸν ἁμαρτωλὸ Λεωνίδα. Κι
ἄς ἔχει ὁ παλιάνθρωπος δέκα ἑπτὰ χρόνια νὰ ἐξομολογηθεῖ καὶ νὰ κοινωνήσει.

῾Ο εὐγενὴς ταρακουνήθηκε, ἔτρεμε σὰν τὸ φύλλο κι ἄρχισε νὰ κλαίει καὶ νὰ μετανοεῖ ἐπειδὴ αὐτός, ὁ ἁμαρτωλὸς καὶ ἄπιστος, εἶχε πραγματικὰ δέκα ἑπτὰ χρόνια νὰ ἐξομολογηθεῖ καὶ νὰ κοινωνήσει.

Σ᾿ ὅποιον καὶ νὰ μιλοῦσε ὁ Στάρετς ἐξέφραζε τὶς ἀπόψεις του ἐλεύθερα, εἰλικρινά. Δὲ φρόντιζε ν᾿ ἁπαλύνει τὶς ἐκφράσεις του. ῾Ο λόγος του ἦταν εἰλικρινής, ἀληθινός. Δὲ χρησιμοποιοῦσε αὐτὸ ποὺ κάποτε ὀ ἴδιος εἶχε χαρακτηρίσει σ᾿ ἕνα γράμμα του, μέσα σὲ πλαίσιο, «ἐπιτηδευμένο τρόπο τοῦ διπλωμάτη καὶ πανοῦργο λόγο τοῦ σαρκικοῦ ἀνθρώπου».

– Παιδιά! Νὰ πουλᾶτε στὴν ἴδια τιμὴ ποὺ ἀγοράζετε, ἔλεγε στοὺς μαθητές του.

Τοὺς δίδασκε μ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπο νά ᾿χουν ἁπλή, ἴσια, ἀπροσχημάτιστη συμπεριφορά.

– ῎Αχ καὶ νὰ ἤσασταν ἁπλοὶ ὅπως οἱ ᾿Απόστολοι, εἶπε κάποτε σ῾ ἕνα στενὸ μαθητή του, νὰ μὴν κρύβατε τὶς ἀνθρώπινες ἀδυναμίες σας, νὰ μὴν εἴχατε μεγάλη ἰδέα γιὰ τὸν ἑαυτό σας, νὰ ἐνεργούσατε χωρὶς ὑποκρισία... αὐτὸς εἶναι ὁ συντομότερος δρόμος γιὰ τὴ σωτηρία καὶ ἐπισύρει τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ. ῾Η ἔλλειψη προσποίησης, ἡ ἀπουσία τῆς πονηριᾶς κι ἡ εἰλικρίνεια τῆς ψυχῆς... νὰ τί εἶναι εὐάρεστο στὸν Κύριο ποὺ εἶναι «ταπεινὸς τῇ καρδίᾳ». «᾿Εὰν μὴ στραφῆτε καὶ γένησθε ὡς τὰ παιδία, οὐ μὴ εἰσέλθητε εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν» (Ματθ. ιη´ 3)...

Περιοδ. «῞Αγιος Κυπριανός», ἀριθ. 299/Νοέμβριος-Δεκέμβριος 2000, σελ. 376. Στάρετς Λεωνίδας (1768-11.10.1841), Μετάφρασις - ᾿Επιμέλεια: Πέτρου Μπότση, σελ. 102-103,
᾿Αθήνα 2000

Του Δείπνου σου του μυστικού..

 




Σε έναν κόσμο γεμάτο από αντι-παραδείγματα που πρέπει να έχουμε τη δύναμη να ομολογούμε τον Χριστό. Πρώτα μέσω της συμπεριφοράς μας και στη συνέχεια μέσα από τα λόγια μας. Πρέπει να γίνουμε ένα “αντι-αντι-παράδειγμα ” . Σε ένα ανταγωνιστικό κόσμο, πρέπει να γίνουμε προσωπικότητες που νοιάζονται για αυτούς που είναι λιγότερο τυχεροί, πιο θλιμμένοι από εμάς. Σε ένα εγωιστική κόσμο, είναι σημαντικό να νοι αζόμαστε για τους άλλους, να γίνουμε δείκτες ενότητας, όχι διαίρεσης…

Για να είναι κάποιος γέφυρα, που συνδέει τους ανθρώπους, είναι ουσιαστικό σε μια αποσυντεθεμένη κοινωνία του σήμερα. Παραδόξως , πολλές φορές , αυτό μπορεί να επιτευχθεί χωρίς πολύ θόρυβο. Κάνε τε το με τέτοιο τρόπο που μόνο ο Θεός θα σας δει και στη συνέχεια οι ανθρώπους. Κοιτάζοντας πιο κοντά τη συμπεριφορά μας, εμείς θα γίνουμε καλύτεροι, πιο κοντά στο Θεό, περισσότερο άνθρωποι . Μην προσπαθήσετε να κάνετε καλά πράγματα για να σας δουν άνθρωποι , γιατί δεν θα λειτουργήσει. Θα γίνετε ένα αντι-παράδειγμα, όπως και οι άλλοι σε αυτόν τον κόσμο. Δεν θα λύσει τίποτα.

Πρέπει να κατανοήσουμε τους άλλους, για να κατανοήσουμε τον εαυτό μας. Και αν δεν κατανοήσουμε τον εαυτό μας, τότε πώς θα λύσουμε τα προβλήματά μας;

Η λύση των προβλημάτων μας εξαρτάται από το πώς συμπεριφερόμαστε στους άλλους.

Παραπάνω μια φωτογραφία από το κελλί -θεραπευτήριο, όπου ο πατέρας Ερμόλαος βρίσκεται στο κρεβάτι (είναι ηλικιωμένος και άρρωστος) λαμβάνοντας φροντίδα και του παρέχεται η Θεία Κοινωνία.


 

Μνήμη του αγίου Πατρός ημών Διονυσίου του νέου επισκόπου Αιγίνης του θαυματουργού του εκ Ζακύνθου. (17 Δεκεμβρίου)

 


Ένας νέος από αρχοντική οικογένεια αφήνει τα εγκόσμια και πηγαίνει στο μοναστήρι. Αυτό βέβαια δεν είναι συνηθισμένο και φυσικό, όχι μόνο σήμερα, αλλά και σε κάθε καιρό. Το φυσικό και συνηθισμένο είναι μια καλή κοινωνική αποκατάσταση, να ακολουθήσει το παιδί το έργο του πατέρα και να συνεχίσει την οικογενειακή παράδοση. Αλλ’ όμως βρίσκονται νέοι, κι ας διαμαρτύρονται κι ας αντιδρούν οι γονείς τους, που βγαίνουν από τη συνήθεια και ξεπερνάνε τα ανθρώπινα μέτρα. Είναι, καθώς λέγει ο Ιησούς Χριστός, «οι δυνάμενοι χωρείν». Ποτέ βέβαια με τη δική τους μόνο θέληση και δύναμη, αλλά πάντα οπλισμένοι και δυνατοί με τη θεία χάρη.
Θαυμαστός λοιπόν και μακαριστός είναι κι ο άγιος Διονύσιος, που αναφάνηκε στα νεώτερα χρόνια αστέρας φαεινότατος, μαζί με πολλούς άλλους μάρτυρες και οσίους, μετά την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως. Ήταν οικονομία της θείας Πρόνοιας να στηριχθεί στη δοκιμασία του το αιχμάλωτο γένος των ορθοδόξων χριστιανών. Ο άγιος Διονύσιος γεννήθηκε στη Ζάκυνθο στα 1547 από γονείς που ξεχώριζαν στο νησί για τη λαμπρή τους κοινωνική θέση και την οικονομική τους κατάσταση. Ο άγιος του Θεού σε νεαρή ηλικία τα άφησε όλα, και κοινωνική θέση και πλούτο, κι έφυγε στο μοναστήρι της Παναγίας της Παντοχαράς, που είναι στα Στροφάδια, δύο μικρά αμπελοφυτεμένα νησιά, που βρίσκονται στο Ιόνιο πέλαγος στα νότια της Ζακύνθου.
Όταν τελειώθηκε στη μοναχική άσκηση, χειροτονημένος εν τω μεταξύ ιερέας, ο άγιος Διονύσιος ξεκίνησε να πάει προσκυνητής στους Αγίους Τόπους. Ο δρόμος του τον έφερε να περάσει από την Αθήνα, και ο τότε Μητροπολίτης Αθηνών Νικάνορας, που είδε και εκτίμησε την πνευματικότητα και τις αρετές του ιερομόναχου Διονυσίου, τον κράτησε κοντά του και σε λίγο καιρό τον εξέλεξε και τον χειροτόνησε επίσκοπο Αιγίνης. Στην παλιά πόλη της Αίγινας σώζεται και σήμερα έξω από την Εκκλησία ο πέτρινος θρόνος, όπου ο άγιος Διονύσιος ανέβαινε και κήρυττε στους χριστιανούς. Ο άγιος του Θεού ποίμανε το πνευματικό του στην Αίγινα ποίμνιο, καθώς λέγει η θεία Γραφή, «μετ’ επιστήμης», σαν αληθινός δηλαδή και καλός ποιμένας της Εκκλησίας. Το νησί της Αίγινας είναι ευλογημένος τόπος, όπου τον πάτησαν και τον άγιασαν δύο όσιοι Πατέρες της Εκκλησίας· τότε μεν ο άγιος Διονύσιος και στις ημέρες μας ο άγιος Νεκτάριος ο επίσκοπος Πενταπόλεως. Κι οι δύο αξιωμένοι με τη χάρη των θαυμάτων, γι’ αυτό κι οι δύο στην Εκκλησία με τον τίτλο του θαυματουργού.
Ο άγιος Διονύσιος, αφού ποίμανε για καιρό την επαρχία του, ύστερα παραιτήθηκε, γύρισε στην πατρίδα του τη Ζάκυνθο και πέρασε το υπόλοιπο του βίου του ως ηγούμενος στο μοναστήρι της Αναφωνήτριας. Αυτό θα πει πως ο αληθινός μοναχός, κι όταν λάβει ιερατικούς βαθμούς κι όταν φτάσει να γίνει επίσκοπος, δεν ξεχνάει και θυμάται πάντα πως πρώτ’ απ’ όλα είναι μοναχός. Στο μοναστήρι της Αναφωνήτριας έλαμψε ακόμα για μια φορά η αγιοσύνη του ανθρώπου του Θεού. Κάποια μέρα μπήκε στο κελλί του ένας κυνηγημένος άνθρωπος, τρέμοντας και ζητώντας προστασία. Είχε βάψει τα χέρια του σε ανθρώπινο αίμα, είχε σκοτώσει τον αδελφό του αγίου Διονυσίου. Όταν το άκουσε, ο Άγιος ήταν φυσικό να κλάψει μέσα του και φανερά να δακρύσει, ύστερα όμως σηκώθηκε, άνοιξε την πίσω πόρτα του κελλιού του και οδήγησε το φονιά να φύγει, να κρυφτεί και να σωθεί. Αυτή είναι μια ξεχωριστή και μοναδική πράξη στους βίους των Αγίων της Εκκλησίας, για την οποία δεν υπάρχει ανθρώπινο μέτρο για να την κρίνουμε. Πολύ περισσότερο, που όταν οι συγγενείς του σκοτωμένου, αλλά και του Αγίου, και τα όργανα της εξουσίας ήλθαν στο κελλί και ρωτούσαν για το φονιά, ο άγιος Διονύσιος προσποιήθηκε κι απάντησε πως δεν τον είχε δει και πως δεν ήξερε τίποτε. Γι’ αυτό ένας Ζακυνθινός ποιητής, θέλοντας να εγκωμιάσει την αρετή του αγίου Διονυσίου και θαυμάζοντας το παράδειγμά του, σ’ ένα του ποίημα έγραψε αυτό τον παράδοξο στίχο-«αγιάζει ο δούλος του Θεού την ώρα που αμαρτάνει»!
Η αμαρτία του Αγίου ήταν ότι έκρυψε το φονιά του αδελφού και είπε πως δεν τον είδε. Γι’ αυτό λέμε ότι έδώ δεν υπάρχει ανθρώπινο μέτρο για να κρίνουμε την πράξη του αγίου Διονυσίου. Ένα μόνο μέτρο υπάρχει, ο λόγος του Χριστού, που λέγει· «αγαπάτε τους εχθρούς υμών». Τα παραπέρα δεν είναι δικά μας, αλλ’ ανήκουν στη κρίση του Θεού.
Ο άγιος Διονύσιος εκπλήρωσε το κοινό χρέος του βίου και «ετελειώθη εν ειρήνη» στα 1624, σε ηλικία δηλαδή 77 ετών. Κατά την επιθυμία του, τον έθαψαν στο μοναστήρι της μετάνοιας του στα Στροφάδια. Όταν ύστερα από χρόνια θελήσανε να κάμουν ανακομιδή των αγίων λειψάνων του, το ιερό σκήνος βρέθηκε ολόκληρο και ακέραιο, ντυμένο τα αρχιερατικά άμφια, όπως το είχαν θάψει, ξεχύνοντας μια πνευματική και αγιασμένη ευωδία. Το μετέφεραν αργότερα στη Ζάκυνθο και είναι τώρα και το προσκυνούν οι πιστοί στο ναό, που τιμάται στο όνομα του αγίου Διονυσίου. Στα 1703 η Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου, ύστερα από αναφορές και αιτήσεις του κλήρου και του λαού της Ζακύνθου, που βεβαίωναν για τα πολλά θαύματα και για την πίστη και συνείδηση της τοπικής Εκκλησίας στην αγιοσύνη του, ανακήρυξε επίσημα και συγκαταρίθμησε τον άγιο Διονύσιο επίσκοπο Αιγίνης στο εκκλησιαστικό αγιολόγιο για να τιμάται και εορτάζεται από τους πιστούς και να δοξάζεται στο όνομά του ο Θεός, που είναι «θαυμαστός εν τοις αγίοις αυτού», τώρα και πάντα και στους ατελεύτητους αιώνες. Αμήν.

(Μητροπ. Σερβίων και Κοζάνης +Διονυσίου, «Εικόνες έμψυχοι», εκδ. Αποστ. Διακονίας)

Συναξαριστής 17 Δεκεμβρίου

Συναξαριστής
Ὁ Ἅγιος Διονύσιος ὁ Νέος, ὁ Ζακυνθινός, Ἀρχιεπίσκοπος Αἰγίνης




Γόνος εὐσεβέστατης καὶ ἀρχοντικῆς οἰκογένειας τῆς Ζακύνθου (πατρὸς Μωκίου Σηκούρου καὶ Παυλίνας), ἀνατράφηκε ἀπ᾿ αὐτὴν μὲ τὰ διδάγματα τοῦ Εὐαγγελίου. Ἔτσι γρήγορα διακρίθηκε στὰ γράμματα καὶ τὴν ἀρετή.

Νωρίς, μόλις ἐνηλικιώθηκε, ἀσχολήθηκε μὲ τὴ διδασκαλία τοῦ θείου λόγου, φροντίζοντας συγχρόνως νὰ συντρέχει στὴν ἀνακούφιση τῶν φτωχῶν.

Κατόπιν ἔγινε μοναχὸς στὴ βασιλικὴ Μονὴ τῶν Στροφάδων, ὅπου ἀσκήθηκε στὴν ἀγρυπνία, τὴν ἐγκράτεια καὶ τὴν μελέτη τῶν Γραφῶν.

Ἔπειτα πῆγε στὴν Ἀθήνα, γιὰ νὰ βρεῖ καράβι προκειμένου νὰ ταξιδέψει στὰ Ἱεροσόλυμα. Ἀλλὰ ὁ τότε ἀρχιερέας τῶν Ἀθηνῶν, ἄκουσε κάποια Κυριακὴ τὸ λαμπρό του κήρυγμα καὶ μετὰ ἀπὸ πολλὲς παρακλήσεις τὸν ἔκανε ἐπίσκοπο Αἰγίνης, μὲ τὴν ἐπίσημη κατόπιν ἔγκριση τῆς Ἐκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως.

Τὰ ποιμαντικά του καθήκοντα, ἐπετέλεσε ἄγρυπνα καὶ ἄοκνα. Ἀναδείχτηκε διδάσκαλος, πατέρας καὶ παιδαγωγὸς τοῦ ποιμνίου του. Ἡ φήμη του εἶχε διαδοθεῖ παντοῦ, ἀλλ᾿ αὐτὸς παρέμενε ἁπλὸς καὶ ταπεινός. Ἀσθένησε ὅμως ἀπὸ τοὺς πολλοὺς κόπους καὶ παραιτήθηκε.

Γύρισε στὴ Ζάκυνθο, ὅπου μέχρι τὸ 1579 ἦταν προσωρινὸς ἐπίσκοπος. Μετὰ ἀποσύρθηκε στὴ Μονὴ τῆς Θεοτόκου τῆς Ἀναφωνητρίας, ὅπου ἀσκήτευε καὶ μὲ ἀγάπη κήρυττε καὶ βοηθοῦσε τοὺς κατοίκους τοῦ νησιοῦ. Ἦταν τόση ἡ ἀγάπη ποὺ εἶχε, ὥστε προστάτεψε ἀκόμα καὶ τὸν φονιὰ τοῦ ἀδελφοῦ του.

Ὁ Διονύσιος πέθανε σὲ βαθιὰ γεράματα, 17 Δεκεμβρίου 1624. Τάφηκε στὴ Μονὴ Στροφάδων καὶ κατὰ τὴν ἐκταφὴ τὸ λείψανό του βγῆκε εὐωδιαστὸ καὶ ἀδιάφθορο. Ἔτσι παραμένει μέχρι σήμερα καὶ ἡ Ζάκυνθος τιμᾷ καὶ πανηγυρίζει τὸν Ἅγιο, σὰν προστάτη καὶ πολιοῦχο της.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος α’. Τοῦ λίθου σφραγισθέντος.
Τῆς Ζακύνθου τὸv γόνον καὶ Αἰγίvης τὸν πρόεδρον, τὸv φρουρὸν μονῆς τὼv Στροφάδωv, Διοvύσιοv ἅπαντες, τιμήσωμεv συμφώνως οἱ πιστοί, βοῶντες πρὸς αὐτὸν εἰλικριvῶς· Tαῖς λιταῖς τοὺς τὴv σὴν μνήμην ἐπιτελοῦντας σῶσον καὶ βοῶντάς σοι· Δόξα τῷ σὲ δοξάσαντι Χριστῷ· δόξα τῷ σὲ θαυμαστώσαντι· δόξα τῷ δωρησαμένῳ σε ἡμῖv, πρέσβυν ἀκοίμητον.

Κοντάκιον
Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Ἑορτάζει σήμερον, τῶν Ζακυνθίων ἡ πόλις, ἑορτὴν χαρμόσυνον, σὺν τῇ μονῇ τῶν Στροφάδων, Αἴγιναν, τὴν ἐν Κυκλάσι προσκαλουμένη, ᾄσμασιν, ἀξιοχρέως συνευφημῆσαι, καὶ φαιδρῶς πανηγυρίσαι, τὸ κοινὸν κλέος, νῦν Διονύσιον.

Ὁ Οἶκος Σιγησάτωσαν, ἤδη σιγησάτωσαν οἱ μέχρι δεῦρο σφαλερῶς λέγοντες, μὴ εἶναι τῇ θεοσώστῳ Ζακύνθῳ τὸν οἰκεῖον προστάτην, καὶ πρὸς Θεὸν πρέσβυν θερμότατον, καθὰ καὶ ἐν πολλαῖς τῶν ἐπισήμων πόλεων καὶ χωρῶν ὀρθοδόξων. Ἔνεστι γὰρ καὶ μάλα καλῶς ὁ σεπτὸς ἐν Ἱεράρχαις Διονύσιος, ὁ θαυμαστὸς Αἰγίνης πρόεδρος, ταύτης δὲ γόνος εὐκλεὴς καὶ θρέμμα ἀξιέπαινον. Οὐκέτι λοιπὸν ζηλοῖ Ζάκυνθος ἡ εὐδαίμων Κεφαλληνίαν καὶ Κέρκυραν, τὰς φίλας γείτονας, διὰ τὸ αὐτὰς μέγα σεμνύνεσθαι ἐπὶ τοῖς θείοις καὶ ἱεροῖς λειψάνοις Γερασίμου τε καὶ Σπυρίδωνος, ἀλλοδαποῖς τυγχάνουσιν, ἀλλ' ἐκείνας μὲν προσφιλῶς συγκαλεῖται πρὸς φαιδρὰν πανήγυριν τοῦ ἰδίου αὐτόχθονος, ὥσπερ δὴ καὶ προσφόρως τὴν ἐν Κυκλάσι προσφωνεῖ Αἴγιναν, σὺν τῇ πανσέπτῳ τῶν Στροφάδων Μονῇ, τῇ τὸ θεῖον καὶ ἱερὸν αὐτοῦ σκῆνος εὐτυχῶς θησαυρισάσῃ, τοῦ ἀξίως εὐφημῆσαι καὶ φαιδρῶς πανηγυρίσαι, τὸ κοινὸν κλέος, νῦν Διονύσιον.

Κάθισμα Ἦχος α’. Τὸν τάφον σου Σωτὴρ.
Ἀγάπης τῷ δεσμῷ, συντεθεὶς θεοφόρε, διέλυσας τρανῶς, τὴν κακίαν τῆς ἔχθρας· φονέα γὰρ συγγόνου σου, πεφευγότα τῇ σκέπῃ σου, μὴ εἰδότα σε, τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ εἶναι, δίκης ἔσωσας, ἐπικειμένου θανάτου, καὶ σῶον ἀπέστειλας.

Μεγαλυνάριον
Ήκεν εκ Στροφάδων ως θησαυρός, τη πόλει Ζακύνθου, το Σον Λείψανον το σεπτόν, και καταπλουτίζει, θαυμάτων ενεργείας, των ευσεβών τα στίφη, ω Διονύσιε.



Ὁ Προφήτης Δανιὴλ καὶ τὰ τρία παιδιὰ Ἀνανίας, Ἀζαρίας καὶ Μισαήλ



Ὁ προφήτης Δανιὴλ εἶναι ἕνας ἀπὸ τοὺς τέσσερις μεγάλους προφῆτες καὶ ἔζησε στὰ τέλη τοῦ 7ου μὲ τὶς ἀρχὲς 6ου π.Χ. αἰῶνα.

Ἀνῆκε στὴ φυλὴ τοῦ Ἰούδα, ἦταν ἀπὸ βασιλικὸ γένος καὶ γεννήθηκε στὴν Ἄνω Βηθαρά. Νήπιο ἀκόμα, ὁδηγήθηκε μαζὶ μὲ τοὺς γονεῖς του αἰχμάλωτος στὴ Βαβυλῶνα.

Μὲ τὴν πρόνοια τοῦ Ναβουχοδονόσορα, ὁ Δανιὴλ (ποὺ ὁ αὐτοκράτορας μετονόμασε Βαλτάσαρ) μὲ τοὺς τρεῖς Ἑβραίους νεαρούς, Ἀνανία, Ἀζαρία καὶ Μισαήλ, σπούδασαν στὴν αὐτοκρατορικὴ αὐλή.

Ἐπειδὴ ἡ ἀπόδοσή τους στὶς σπουδὲς ἦταν ἄριστη, ὅταν ἐνηλικιώθηκαν ὁ βασιλιὰς τοὺς ἔδωσε μεγάλη θέση στὸ κράτος.



Μάλιστα ὁ Δανιὴλ εἶχε τὸ χάρισμα νὰ ἑρμηνεύει ὄνειρα καὶ ἀργότερα προφήτευσε καὶ τὸν ἐρχομὸ τοῦ Υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου. Κάποτε ὅμως ὁ Ναβουχοδονόσωρ ἔκανε δική του χρυσὴ εἰκόνα καὶ ἀπαίτησε ἀπ᾿ ὅλους τοὺς ἀξιωματούχους καὶ τὸ λαὸ νὰ τὴν προσκυνήσουν. Ὁ Δανιὴλ ἔλειπε σὲ ἀποστολή.

Ἦταν ὅμως οἱ τρεῖς παῖδες, ποὺ δὲν προσκύνησαν τὴν εἰκόνα. Ἀμέσως καταγγέλθηκαν στὸ βασιλιά. Αὐτὸς τοὺς εἶπε ὅτι, ἂν πράγματι δὲν προσκύνησαν, τοὺς περιμένει τὸ καμίνι τῆς φωτιᾶς. Τότε οἱ τρεῖς παῖδες ἀπάντησαν: «Ἄκου βασιλιά, ὁ οὐράνιος Θεός, τὸν ὁποῖο ἐμεῖς λατρεύουμε, εἶναι τόσο δυνατός, ποὺ μπορεῖ νὰ μᾶς βγάλει σώους καὶ ἀβλαβεῖς ἀπὸ τὸ καμίνι τῆς φωτιᾶς καὶ νὰ μᾶς σώσει ἀπὸ τὰ χέρια σου. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἀκόμα δὲν τὸ κάνει, νὰ ξέρεις ὅτι τοὺς θεούς σου δὲ λατρεύουμε καὶ τὴν εἰκόνα σου δὲν προσκυνᾶμε».

Πράγματι, ὅταν τοὺς ἔριξαν στὴ φωτιά, οἱ τρεῖς παῖδες βγῆκαν σῶοι καὶ ἀβλαβεῖς. Τὸ ἴδιο συνέβη ἀργότερα καὶ μὲ τὸ Δανιήλ, ὅταν ὁ Δαρεῖος τὸν ἔριξε στὸ λάκκο τῶν λεόντων, ἐπειδὴ ἔκανε τὴν προσευχή του, ἐνῷ ὁ βασιλιὰς εἶχε διατάξει γιὰ 30 μέρες νὰ μὴ κάνει κανεὶς ἰδιαίτερη προσευχή.

Βλέποντας τὸ θαῦμα ὁ Δαρεῖος, κράτησε τὸ Δανιὴλ στὴν αὐλή του, ὅπου παρέμεινε καὶ πέθανε σὲ βαθιὰ γεράματα, πιθανότατα, στὰ Σοῦσα.



Ἀπολυτίκιον Ἦχος β’.
Μεγάλα τὰ τῆς πίστεως κατορθώματα! ἐν τῇ πηγῇ τῆς φλογός, ὡς ἐπὶ ὕδατος ἀναπαύσεως, οἱ ἅγιοι τρεῖς παῖδες ἠγάλλοντο· καὶ ὁ Προφήτης Δανιήλ, λεόντωv ποιμήv, ὡς προβάτων ἐδείκνυτο. Ταῖς αὐτῶν ἰκεσίαις, Χριστὲ ὁ Θεός, ἐλέησον ἡμᾶς.

Κοντάκιον Ἦχος γ’ Ἡ Παρθένος σήμερον.
Καθαρθεῖσα Πνεύματι, ἡ καθαρά σου καρδία, προφητείας γέγονε, φαεινοτάτης δοχεῖον· βλέπεις γὰρ ὡς ἐνεστῶτα τὰ μακρὰν ὄντα, λέοντας, ἀποφιμοῖς δὲ βληθείς ἐν λάκκῳ· διὰ τοῦτό σε τιμῶμεν, Προφῆτα Μάκαρ, Δανιὴλ Ἔνδοξε.

Ἕτερον Κοντάκιον Ἦχος πλ. β’ . Αὐτόμελον.
Χειρόγραφον εἰκόνα μὴ σεβασθέντες, ἀλλ᾽ ἀγράφῳ οὐσίᾳ θωρακισθέvτες, τρισμακάριοι ἐν τῷ σκάμματι, τοῦ πυρὸς ἐδοξάσθητε· ἐν μέσῳ δὲ φλογός, ἀvυποστάτου ἱστάμεvοι, Θεὸν ἐπεκαλεῖσθε· Τάχυνοv ὦ οἰκτίρμωv, καὶ σπεῦσον ὡς ἐλεήμωv, εἰς τὴv βοήθειαν ἡμῶv, ὅτι δύνασαι βουλόμενος.

Ὁ Οἶκος Ἐκτεινόν σου τὴν χεῖρα, ἧς πάλαι ἔλαβον πεῖραν Αἰγύπτιοι πολεμοῦντες, καὶ Ἑβραῖοι πολεμούμενοι, μὴ καταλίπῃς ἡμᾶς, καὶ καταπίῃ ἡμᾶς θάνατος, ὁ διψῶν ἡμᾶς, καὶ Σατᾶν ὁ μισῶν ἡμᾶς, ἀλλ' ἔγγισον ἡμῖν, καὶ φεῖσαι τῶν ψυχῶν ἡμῶν, ὡς ἐφείσω ποτὲ τῶν Παίδων σου, τῶν ἐν Βαβυλῶνι ἀπαύστως ἀνυμνούντων σε, καὶ βληθέντων ὑπὲρ σοῦ εἰς τὴν κάμινον, καὶ ἐκ ταύτης κραυγαζόντων σοι. Τάχυνον ὁ οἰκτίρμων, καὶ σπεῦσον ὡς ἐλεήμων, εἰς τὴν βοήθειαν ἡμῶν, ὅτι δύνασαι βουλόμενος.

Κάθισμα
Ἦχος πλ. δ’. Τὴν Σοφίαν καὶ Λόγον.
Προφητείας τὴν χάριν πεπλουτηκώς, τῆς Παρθένου τὸν Τόκον σκιαγραφεῖς, καὶ λύεις ὀνείρατα, τῶν κρατούντων σαφέστατα, ἐμβληθεὶς δὲ λάκκῳ, ὡς Μάρτυς ἐδίδαξας, παραδόξως Μάκαρ, νηστεύειν τοὺς λέοντας· ὅθεν καταστρέψας, τῶν ἀθέων τὸ σέβας, τὸν δράκοντα ἔκτεινας, ἀριστεύσας λαμπρότατα, Δανιὴλ Ἀξιάγαστε. Πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, τῶν πταισμάτων ἄφεσιν δωρήσασθαι, τοῖς ἑορτάζουσι πόθῳ, τὴν ἁγίαν μνήμην σου.

Οἱ Ἅγιοι Πατερμούθιος, Κόπρις καὶ Ἀλέξανδρος οἱ Ὁσιομάρτυρες

Χριστιανοί, γεμάτοι εὐσέβεια καὶ ζῆλο, βασανίστηκαν καὶ τέλος ἀποκεφαλίστηκαν μὲ διαταγὴ τοῦ Ἰουλιανοῦ τοῦ παραβάτη (361-363), ὅταν αὐτὸς ἐκστράτευε κατὰ τῶν Περσῶν.

Ὁ Κόπρις, νεαρὸς δείλιασε στὴν ἀρχὴ λίγο. Ἀλλ᾿ ὁ Πατερμούθιος τὸν ἐνίσχυσε μὲ τὰ θερμὰ λόγια του. Καὶ οἱ τρεῖς δέ, ὑπέστησαν τὸ μαρτυρικὸ θάνατο, ψάλλοντες ὕμνους πρὸς τὸν Χριστό.

Ὁ Ὅσιος Στέφανος ὁ Ὁμολογητὴς πρώην ὀνομαζόμενος Δουναλέ

Ἡ πατρίδα του ἦταν κοντὰ στὰ Γάδειρα τῆς Ἱσπανίας. Ἀνέθρεψε μὲ εὐσέβεια τὰ παιδιά του καὶ τὰ κατέστησε χρήσιμα καὶ ἀγαθοεργὰ μέλη τῆς κοινωνίας.

Ἀργότερα ὁ ἴδιος ἀφιερώθηκε ὁλοκληρωτικὰ στὸ Θεό, ἀφοῦ ἄφησε κάθε βιοτικὴ μέριμνα. Προσκυνητὴς στὴ Ῥώμη, δώρισε πολλὰ χρήματα στὰ ἐκεῖ χριστιανικὰ ἱδρύματα, τὸ ἴδιο ἔκανε καὶ ὅταν στὴ συνέχεια πῆγε στὴν Κωνσταντινούπολη τὸ 919 μ.Χ. Ἀπὸ ἐκεῖ πῆγε στοὺς Ἁγίους Τόπους, ὅπου διαμοίρασε καὶ τὰ τελευταῖα χρήματά του καὶ ἔγινε μοναχὸς μὲ τὸ ὄνομα Στέφανος, ἀπὸ Δουναλέ.

Συνελήφθη ἀπὸ τοὺς Σαρακηνοὺς καὶ βασανίστηκε σκληρά. Κατάφερε ὅμως νὰ διαφύγει μὲ δυὸ ἱερεῖς στὴν Αἴγυπτο. Ἀλλὰ καὶ ἐκεῖ μὲ ζῆλο κήρυττε τὸ Εὐαγγέλιο. Καταγγέλθηκε στὸν Ἀμηρᾶ, φυλακίστηκε καὶ ὑπέστη φοβερὰ βασανιστήρια. Βαριὰ τραυματισμένος, πέθανε δοξάζοντας τὸ Θεό.

Ὁ Ἅγιος Ἴακχος

Ἦταν ἀπὸ τὴν Τρίγλια καὶ μαρτύρησε διὰ ξίφους.

Ὁ Ἅγιος Νικήτας ὁ Νέος

Δὲν σῴζονται βιογραφικά του στοιχεῖα, μόνο κάποιος λόγος τοῦ μέγα λογοθέτη Θεοδώρου Μουζάλων, ποὺ ἀναφέρεται σ᾿ αὐτὸν καὶ βρίσκεται στὴ Μεγίστη Λαύρα τοῦ Ἁγίου Ὄρους.

Παρέμβαση στη συζήτηση περί της καταγγελίας εναντίον του κ. Ιωάννου Ζηζιούλα προς την Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος





Γράφει ο Λαυρέντιος Ντετζιόρτζιο




Η ανάρτηση του Ψηφίσματος-Καταγγελίας επί αιρέσει εναντίον του Περγάμου κ. Ιωάννη Ζηζιούλα προς την Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος, που ενέκριναν ομοφώνως οι περίπου 300 συμμετέχοντες Ορθόδοξοι Χριστιανοί στην αντί-οικουμενιστική εκδήλωση την οποία συνδιοργάνωσαν στον Βόλο —στις 11 Δεκεμβρίου και με ομιλητή τον κ. Νικόλαο Σωτηρόπουλο— ο Ορθόδοξος Χριστιανικός Αγωνιστικός Σύλλογος «Όσιος Θεόδωρος ο Στουδίτης» και η Φιλορθόδοξος Ένωσις «Κοσμάς Φλαμιάτος», προκάλεσε ευρεία συζήτηση.

Δυστυχώς δεν συζητούνται οι κακοδοξίες και οι αιρέσεις του κ. Ζηζιούλα και του Οικουμενισμού, αλλά εκφράζονται διάφορες κρίσεις, επικρίσεις και απόψεις, συχνά μάλιστα με τρόπο ανοίκειο και απάδοντα της ιδιότητος και του ήθους του Ορθοδόξου Χριστιανού.

Η απάντηση σε αυτές έχει κάποιαν έκταση που υπερβαίνει τον χώρο των σχολίων, γι’ αυτό προέκυψε η ανάρτηση του παρόντος κειμένου.





Αγαπητοί εν Χριστώ αδελφοί, ψυχραιμία.

Ας μην κατεβάζουμε τη συζήτηση ή την αντιπαράθεση περί την παναίρεση του Οικουμενισμού σε επίπεδο πεζοδρομίου.

Τα θέματα που μας απασχολούν ούτε κουτσομπολιά της γειτονιάς, ούτε γηπεδικοί καυγάδες φιλάθλων, ούτε πολιτικο-ιδεολογικές ξιφουλκήσεις καφενειακού συρμού είναι.

Πρόκειται για θεολογικά-δογματικά θέματα της Ορθοδόξου Πίστεως στον Τριαδικό Θεό μας, πρόκειται για εκκλησιολογικά ζητήματα αφορώντα στην Εκκλησία του Χριστού, πρόκειται γι’ αυτή τούτη τη σωτηρία των ψυχών μας.

Ας ασχοληθούμε λοιπόν με αυτά και ας κρατήσουμε τη δέουσα σοβαρότητα· ο λόγος μας ας είναι παρρησιασμένος μεν, αλλά ταυτοχρόνως ας είναι ταπεινός και ευπρεπής.





Η αναφορά σε ηθικές παρεκτροπές και άλλες αμαρτίες —όσο κι αν μας στενοχωρούν και μας σκανδαλίζουν— νομίζω ότι περιττεύουν.

Είναι στη δικαιοδοσία του Κυρίου και Θεού μας Ιησού Χριστού να τις κρίνει.

Άλλωστε είναι γνωστό, ότι η αμαρτία που δεν αίρεται από την ειλικρινή και έμπρακτη μετάνοια —και ιδιαιτέρως των ποιμένων του πιστού λαού του Θεού— οδηγούν νομοτελειακά στην κακοδοξία και στην αίρεση.

Αλλά και ο ευρισκόμενος στην κακοδοξία και στην αίρεση αναπόδραστα περιπίπτει σε εφάμαρτο και αμετανόητο βίο.

Αμαρτία και αίρεση βρίσκονται σε αμφίδρομη σχέση, αποτελώντας η μία την αιτία αλλά και το αποτέλεσμα της άλλης.

Αλίμονο σε εκείνους που δεν έχουν μονίμως κατά νου την απολογία τους προ του φοβερού βήματος του Χριστού.

Ας προσευχηθούμε λοιπόν και γι’ αυτούς, έστω κι αν ανειρήνευτα πολεμούμε τις κακοδοξίες τους και τις αιρέσεις τους.



Επιτρέψτε μου αδελφοί να παρέμβω στη συζήτηση, απαντώντας σε διάφορα σχόλια που μέχρι στιγμής αναρτήθηκαν, σχετικά με την δις κατατεθείσα εναντίον του Περγάμου κ. Ιωάννη Ζηζιούλα καταγγελία προς την ΙΣΙΕΕ.





Προς τον κ. Ι.Κ.:



(α) Πώς να καταγγείλουμε τον θεωρητικό του Οικουμενισμού στον αρχηγό του Οικουμενισμού και στην οικουμενιστική συμμορία που τους πλαισιώνει;

Ανήκουμε στην Εκκλησία της Ελλάδος, της οποίας η Διοίκηση αποδέχεται ως εκπρόσωπο-αντιπρόσωπο του Οικουμενικού Πατριαρχείου τον Περγάμου κ. Ιωάννη Ζηζιούλα, ο οποίος κηρύττει γυμνή τη κεφαλή και παντοιοτρόπως προωθεί την παναίρεση του Οικουμενισμού —και όχι μόνον.

Βεβαίως καμμίαν αυταπάτη δεν έχουμε ότι δεν θα αχθεί και η καταγγελία μας αυτή εις τον κάλαθο των αχρήστων, αλλά με τον τρόπο αυτό καταθέτουμε τη διαμαρτυρία μας προς την Ιεραρχία και τη μαρτυρία μας προς τον Κύριο, δίδοντας και με αυτόν τον τρόπο την ευκαιρία να πληροφορηθούν και προβληματισθούν επί των οικουμενιστικών λόγων και έργων —αντί-Γραφικών, αντί-Παραδοσιακών, αντί-Κανονικών και αντί-Πατερικών— περισσότεροι Ορθόδοξοι Χριστιανοί.

Και, βεβαίως, για να μην ξεχνιόμαστε οι ήδη υποψιασμένοι.

Γνωρίζουμε ότι κάθε κίνησή μας κατά του Παπισμού, του Οικουμενισμού και του Συγκρητισμού προκαλεί στο Οικουμενικό Πατριαρχείο μεγάλη ταραχή και ισχυρό εκνευρισμό.

Όμως εμείς δεν θέλουμε να τους κακοκαρδίζουμε, αλλά προσευχόμαστε να μετανοήσουν κι επιστρέψουν στην Ορθόδοξη Πίστη.

Έτσι δεν κοινοποιούμε τίποτα σε αυτό, γιατί το εκλαμβάνουν ως ιδιαίτερο θράσος μας να τους απευθύνουμε και τον λόγο, αλλά είμαστε σίγουροι ότι πληροφορούνται τα πάντα περί των δράσεών μας, γιατί έχουμε και συναίσθηση και πληροφόρηση ότι μας «παρακολουθούν στενά» —και όχι μόνον από τα δημοσιεύματά μας, ούτε μόνον από «αγάπη»!...



(β) Πράγματι.

Εύλογο είναι το ερώτημα: Γιατί οι αντί-οικουμενιστές θεολόγοι δεν αναίρεσαν συστηματικά τις κακοδοξίες και τις αιρέσεις του κ. Ιωάννη Ζηζιούλα;

Εκτός ελαχίστων (Μέγας Φαράντος, Ιωάννης Κορναράκης, π. Νικόλαος Λουδοβίκος, π. Δημήτριος Μπαθρέλος, Χρυσόστομος Σταμούλης, Σταύρος Νικολαΐδης), που περιστασιακά και περιορισμένα άσκησαν την όποια κριτική στο έργο του κ. Ζηζιούλα, οι σημαντικότεροι ορθόδοξοι-παραδοσιακοί θεολόγοι —και επικεφαλής του αντί-οικουμενιστικού μετώπου(;)— δεν ασχολήθηκαν συστηματικά με αυτό.

Ένας λόγος μπορεί να είναι το γεγονός ότι ο κύριος όγκος του έργου του έχει δημοσιευθεί στην αγγλική και τη γαλλική γλώσσα, ελάχιστο μέρος αυτού έχει δημοσιευθεί στην ελληνική.

Οι περισσότεροι ορθόδοξοι-παραδοσιακοί θεολόγοι δεν έχουν κάνει μεταπτυχιακά στα πανεπιστήμια του εξωτερικού ούτε σταδιοδρόμησαν σε αυτά —γι’ αυτό, άλλωστε, παρέμειναν ορθόδοξοι-παραδοσιακοί!— κι έτσι στερούνται την άνεση των ξένων γλωσσών και της θεολογικο-φιλοσοφικής τριβής, ώστε να νοιώσουν ασφαλείς και αυτάρκεις και με αυτοπεποίθηση να προχωρήσουν στη διαπραγμάτευση αυτού του έργου.

Ίσως όμως και να οφείλεται αυτή η παράλειψη στο γεγονός ότι, τουλάχιστον στα εκκλησιολογικά θέματα, δεν απορρίπτουν τις απόψεις του κ. Ζηζιούλα, εφ’ όσον και οι αντί-οικουμενιστές δέχονται ότι η Εκκλησία του Χριστού είναι επισκοποκεντρική και όχι χριστοκεντρική.

Και είναι από αυτό το εφαλτήριο που ο κ. Ζηζιούλας καταλήγει στην πρωτοκαθεδρία του Βατικανού, στο πρωτείο του Πάπα και ενδεχομένως στο αλάθητο του Πάπα.

Εις την καθ’ ημάς Ανατολή αυτή η αντίληψη και πρακτική δεν είναι ξένη.

Αντιθέτως είναι ευρέως αποδεκτή μεταξύ γεροντάδων και δεσποτάδων, με μία σημαντική διαφορά: στο Βατικανό έχουν έναν Πάπα, αλλά σε μας καθένας επιφυλάσσει δι’ εαυτόν την ιδιότητα και τα προνόμια του Πάπα.

Κι αυτό ισχύει τόσο στον οικουμενιστικό όσο και στον αντί-οικουμενιστικό χώρο της Ορθοδόξου Εκκλησίας· χαρακτηρίζει δέ τόσο τη δεσποτοκρατία όσο και τη γεροντοκρατία!

Σε κάθε περίπτωση η απορία παραμένει ανοιχτή και η σύγχυση ενεστώσα…



(γ) Στην ιστορία της Εκκλησίας του Χριστού η καταπολέμηση της αιρέσεως και η απομάκρυνση από τους αιρετικούς επισκόπους δεν εξικνείτο από της αποφάσεως τοπικής ή οικουμενικής Συνόδου, αλλά από τη διαπίστωση-συνειδητοποίηση ότι κάτι κηρυσσόμενο είναι αιρετικό και εκείνος που το κηρύττει είναι αιρετικός.

Η συνεχής, συνεπής και αδιάλλακτη καταπολέμηση της αιρέσεως και του αιρετικού ήταν που οδηγούσε αργά ή γρήγορα σε Σύνοδο, όπου καταδικαζόταν η αίρεση και ο αιρετικός.

Από τη συνειδητοποίηση της αιρέσεως και τον εντοπισμό του αιρετικού έως τη συνοδική καταδίκη τους διεξήγοντο επί μακρόν αντιπαραθέσεις, συγκρούσεις, ακόμη και ακραία γεγονότα, παύση μνημονεύσεως και αποτειχίσεις, που απέληγαν σε συνοδική καταδίκη της αιρέσεως και του αιρετικού.

Είναι χαρακτηριστική η στάση του Αγίου Κυρίλλου, πατριάρχου Αλεξανδρείας, προς εκείνους που απετειχίζοντο από τον αιρετικό Νεστόριο, τους οποίους υποστήριζε και προέτρεπε στην αποτείχισή τους και επαινούσε την προ της συνοδικής καταδίκης του αιρετικού και της αιρέσεώς του στάση τους.

Αυτή είναι η εκκλησιαστική πρακτική καθ’ όλη την ιστορία της Εκκλησίας.

Ακόμη κι όταν η συνοδική απόφαση δεν κατεδίκαζε την αίρεση και τον αιρετικό, η Σύνοδος χαρακτηριζόταν ληστρική και ο πόλεμος εναντίον τους συνεχιζόταν αδιαλείπτως και ολοκληρωτικώς έως ότου προκύψει η σωστή-καταδικαστική αντί-αιρετική συνοδική απόφαση.

Τα εκκλησιαστικά προβλήματα ούτε προέκυπταν ούτε λύνονταν «ως δια μαγείας», αβρόχοις ποσί και εκ του πουθενά από κάποια Σύνοδο, αλλά μέσα από την ταραγμένη και δεινοπαθούσα εκκλησιαστική ζωή.

Το «έτοιμον» σήμερα της ιστορίας δεν ακυρώνει την ιστορική διαδικασία και δεν μπορεί να λειτουργεί ως άλοθι της πνευματικής αδρανείας και ως ρομφαία κατά της υγειούς πνευματικής και αγιοπατερικής στάσεως εναντίον της παναιρέσεως του Οικουμενισμού και των οικουμενιστών.

Η καθεστωτική αντίληψη και η εξουσιαστική νοοτροπία μέσα στην Εκκλησία μπορεί να βολεύουν εκείνους που επιλέγουν την αποδοχή ή την υποταγή στην αίρεση και στους αιρετικούς ή τη μισή μαρτυρία και αποφεύγουν το μαρτύριο υπέρ του Χριστού, αλλά ουδεμία σχέση έχουν με την εκκλησιαστική ιστορική πείρα και τη διαχρονική στάση των αγίων και θεοφόρων Πατέρων.

Μπορεί να εξαπατάμε εαυτούς και αλλήλους, αλλά προ του φοβερού βήματος του Χριστού η προαίρεσή μας θα κριθεί και όχι οι σοφιστείες μας.



(δ) Πολύ «φορέθηκε» ο βολικός τεμαχισμός του λόγου του γέροντος π. Επιφανείου Θεοδωροπούλου —όπως και άλλων, παλαιοτέρων και συγχρόνων, Πατέρων— εκ του οποίου εκάστοτε χρησιμοποιείται το κατά περίστασιν «χρήσιμον», περί του προαιρετικού της αποτειχίσεως από τον αιρετικό επίσκοπο.

Ας λάβουμε ολόκληρον τον λόγο του και μάλιστα κατά το πνεύμα του.

Ας δούμε τη στάση και τη διδαχή των μεγίστων αγίων και θεοφόρων Πατέρων μας κι ας μην διαστρέφουμε την υπακοή —που βολεύει— στους ελάσσονες, γέροντες και πνευματικούς.

Ας μην εξαπατούμε εαυτούς και αλλήλους.

Δεν προτείνω αποσπάσματα, αλλά να ξαναδιαβάσουμε ολόκληρο το έργο του κι ο καθένας, με τη φώτιση του Θεού, ας συναγάγει τα συμπεράσματά του.



(ε) Η Εκκλησία δεν είναι απρόσωπη και αφηρημένη έννοια.

Πρόκειται για την Εκκλησία του Χριστού, που με αρχηγό τον Ίδιο αποτελείται από τον λαό, τον κλήρο και τους επισκόπους· και διέπεται από το ι. Ευαγγέλιο, την ι. Παράδοση, την αγιοπατερική Διδασκαλία, τους ι. Κανόνες.

Όλα αυτά συναποτελούν τη συνείδηση της Εκκλησίας, που εκφράζεται και διαφυλάττεται από τον πιστό λαό του Θεού, όσο μικρό κι αν είναι κάθε φορά το λήμμα που υπερασπίζεται την αυθεντικότητα της Πίστεως και την ακεραιότητα της Εκκλησίας, με τη χάρη του Χριστού και τη φώτιση του Αγίου Πνεύματος.

Εκκλησία δεν είναι οι ιεράρχες και οι ιεραρχίες που βρίσκονται στην αίρεση.

Εκκλησία είναι τα μέλη της Εκκλησίας που εκφράζουν, διαφυλάττουν και υπερασπίζονται την αυθεντικότητα της Πίστεως και την ακεραιότητα της Εκκλησίας.

Κι αυτό συμβαίνει στην καθημερινή εκκλησιαστική ζωή, στην Πίστη και στην Λατρεία.

Αυτή η πραγματική Εκκλησία δεν περιμένει τις οψέποτε συνέλθουν Συνόδους για να απαντήσει και αντιμετωπίσει την αίρεση και τους αιρετικούς, αλλά κάθε στιγμή διαφεντεύει την Ορθόδοξη Πίστη και είναι αυτή που, υπερασπιζόμενη την Ορθοδοξία, προετοιμάζει και οδηγεί στη Σύνοδο και επιβάλλει τις καταδικαστικές για την αίρεση και τους αιρετικούς αποφάσεις της.

Είναι λάθος να περιμένει κανείς τις αποφάσεις της Εκκλησίας.

Ως συνειδητό μέλος της Εκκλησίας καθένας μας υποχρεούται να πάρει θέση, να συναριθμηθεί στο ορθοτομόν λήμμα, όσο μικρό κι αν είναι αυτό, και ν’ αγωνιστεί δι’ έργων και λόγων κατά της αιρέσεως και των αιρετικών.

Καθένας μας, ως μέλος της Εκκλησίας, φέρει εις ολόκληρον —και όχι μόνον κατ’ ένα αναλογούν μέρος ή ποσοστό— την ευθύνη της Ορθόδόξου Πίστεώς μας.

Η αδράνεια είναι υπέρ της αιρέσεως, η οποία τον αδρανούντα αργά ή γρήγορα τον καταπίνει στο έρεβος της απωλείας.





Προς π. Δημήτριο, του Βανκούβερ ή της διασποράς, τον μονοπρόσωπο ή πολυπρόσωπο:



(α) Το ύφος του λόγου σας Πάτερ καταδεικνύει το επίπεδο της ποιμαντικής σας και αυτό με τη σειρά του μαρτυρεί περί του επιπέδου του επισκόπου σας.

Το επίπεδο και των δύο βεβαιώνει τα αποτελέσματα της παναιρέσεως του Οικουμενισμού, όταν αυτός διαβρώνει την Αγία Ορθοδοξία μας, γεγονός που οσημέραι —ελέω του οικουμενιστή Οικουμενικού Πατριάρχη κ. Βαρθολομαίου και των ομοφρόνων του ιεραρχών και ιεραρχιών— απλώνεται με γεωμετρική πρόοδο και διαπιστώνεται σε κάθε πτυχή και έκφανση της εκκλησιαστικής ζωής, στην Πίστη και στην Λατρεία.



(β) Δεν υπάρχει αγάπη χωρίς την Αλήθεια του Χριστού, Πάτερ.

Αγάπη στερημένη της Αληθείας Του, δεν είναι η δική Του αγάπη.

Είναι αγάπη χωρίς Χριστό και ως τέτοια δεν είναι «αγάπη».

Και όταν αυτή η «αγάπη» καπηλεύεται τον Χριστό, τότε είναι το μεταμφιεσμένο μίσος του Αντιχρίστου, δηλαδή η «αγάπη» του Οικουμενισμού!...

Αυτό το αντίχριστο μίσος, Πάτερ, εκφράζετε με το ύφος του λόγου σας, γεγονός απότοκο της αποδοχής της παναιρέσεως του Οικουμενισμού, όπως αυτή εκφράζεται από τον κ. Ιωάννη Ζηζιούλα, τον «διαπρεπή θεολόγο» μεν (ίσως «θεολόγο φιλοσοφούντα» ή «φιλόσοφο θεολογούντα»;) αλλά όχι ορθόδοξο θεολόγο, ιερέα κι επίσκοπο «εις τόπον και τύπον Χριστού» ευρισκόμενο.



(γ) Αυτό το αντίχριστο μίσος εκφράζετε, Πάτερ, κατά του όντως θεολόγου κ. Νικολάου Σωτηροπούλου που διακονεί το ιερό Ευαγγέλιο, την ιερά Παράδοση, την αγιοπατερική Διδασκαλία σε ολόκληρη τη ζωή του, ακόμη και στην προχωρημένη σήμερα ηλικία του με σοβαρή ασθένεια που τον καταταλαιπωρεί.

Αυτόν τον εργάτη του λόγου του Θεού αφόρισε αναπολόγητον —αντί να τον επαινέσει και να τον τιμήσει— ο αιρεσιάρχης Οικουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαίος, διότι ήλεγξε και στηλίτευσε τον επίσης οικουμενιστή Αυστραλίας κ. Στυλιανό που ασέβησε και εξύβρισε τον Τριαδικό Θεό.

Η εξουσία τού δεσμείν και λύειν, Πάτερ, δεν είναι αυθαίρετη· ορίζεται και περιορίζεται στα πλαίσια της Αληθείας του Χριστού, στον λόγο Του και στις εντολές Του.

Και ο άδικος αφορισμός επιστρέφει επί της κεφαλής εκείνου που ανιέρως τον εξέπεμψε!...

Ο άδικος αφορισμός περιποιεί τιμή κι εξασφαλίζει πολύ τον μισθό σ’ εκείνον που τον εδέχθηκε!...



Προς Παναγιώτη Τσαλλό:



Θα μπορούσες, αδελφέ μου, να μου τηλεφωνήσεις για να δούμε τις ενστάσεις σου διεξοδικότερα και σε άλλο κλίμα.

Ισχύουν, ωστόσο, τα όσα σχετικά προς Ι.Κ. αναφέρθηκαν ανωτέρω.

Επιπροσθέτως:



(α) Λίγοι από τους ψηφίσαντες και υπογράφοντες το Ψήφισμα-Καταγγελία κατά του αιρετικού κ. Ζηζιούλα είναι αποτειχισμένοι, αλλά σε κάθε περίπτωση η αποτείχισή τους δεν σημαίνει εμπάθεια.

Από τους Πατέρες απαρεγκλήτως πρέπει να κρατήσουμε τις υποδείξεις και τις οδηγίες τους για να αναγνωρίζουμε και να πολεμούμε τις αιρέσεις, ωστόσο ας εμπλουτίσουμε τους τρόπους της καταπολεμήσεως των αιρέσεων και με τα δεδομένα της εκάστοτε εποχής.

Είναι ωστόσο τουλάχιστον άκομψο οι «άκαπνοι», χρησιμοποιώντας αποσπασματικά και τεχνηέντως ή επιπολαίως τους αγίους και θεοφόρους Πατέρες, να πετροβολούμε εκ των νώτων και εκ του ασφαλούς της αδρανείας μας εκείνους που σηκώνουν τη σημαία του αντί-οικουμενιστικού αγώνα και μάχονται στην πρώτη γραμμή κατά της αιρέσεως και των αιρετικών.

Βεβαίως η κριτική μας είναι πάντοτε άψογη και «πατερική»!...



(β) Ανήκουμε στην Εκκλησία της Ελλάδος και στην Ιεραρχία της απευθυνόμαστε, γιατί αυτή υφίσταται θεσμικά έστω και αν με έωλη ανάδειξη μέλη της σφετερίζονται τη θέση τους ως επίσκοποι.

Το πρόβλημα δεν βρίσκεται σ’ εμάς, αν θα τους προσφωνήσουμε «Σεβασμιωτάτους», αλλά σ’ εκείνους, αν με τους λόγους και τα έργα τους ανταποκρίνονται ή όχι στην προσφώνηση του αρχιερατικού αξιώματός τους.

Οι άγιοι Πατέρες, όταν απευθύνονταν στους αιρετικούς επισκόπους της εποχής τους, τους προσφωνούσαν κατά το επιβαλλόμενο τυπικό και τους απέδιδαν τις προσήκουσες στην αρχιερωσύνη τους τιμές, οι οποίες βεβαίως έπαυαν μετά την καταδίκη και καθαίρεσή τους.

Αυτό δεν σημαίνει ότι αποδέχονταν ή ανέχονταν ή δεν πολεμούσαν τις αιρέσεις και τους αιρετικούς!...



(γ) Είτε μας αρέσει είτε δεν μας αρέσει, πρέπει να παραδεχθούμε ότι πολλοί επίσκοποι δεν είναι οικουμενιστές.

Τουλάχιστον μιλούν εναντίον του Οικουμενισμού και επικρίνουν τις εκδηλώσεις του, έστω κι αν αποσιωπούν τα πρόσωπα που τις διαπράττουν ή οι ίδιοι δεν πράττουν τι εναντίον τους.

Είναι όμως για διαφόρους λόγους ο καθένας (ηθικούς, οικονομικούς ή άλλους) εξαρτημένοι ή φοβισμένοι και καθ’ οιονδήποτε τρόπο ελεγχόμενοι από την μασονική και αιρετική κλίκα που κυριαρχεί στην Ιεραρχία, εκμεταλλευόμενη τις αδυναμίες τους.

Η προσπάθεια να τους διαχωρίσουμε από τους επιβουλείς της Εκκλησίας του Χριστού ίσως να μην τελεσφορήσει, είναι όμως εύλογη και δίκαιη.

Απευθυνόμενοι είτε στο φιλότιμό τους, είτε στον φόβο του Θεού που ενδεχομένως εμφιλοχωρεί ακόμη στις καρδιές τους, είτε και στους όρκους και στις υποσχέσεις που έχουν δώσει ως ιερείς κι επίσκοποι, ίσως να τους θέσουμε προ των ιερατικών και αρχιερατικών ευθυνών τους, ίσως συγκινηθούν και αντιδράσουν κατά πως πρέπει ως αρχιερείς κι επίσκοποι.



(δ) Εάν οι αντί-οικουμενιστές, κλήρος και λαός, ήσαν περισσότεροι και —κυρίως— ενωμένοι, ομόφρονες και ομόψυχοι, και οι δράσεις τους ήσαν μαζικότερες και μαχητικότερες, πολλοί από τους επισκόπους, βρίσκοντας λαϊκό έρεισμα και στήριγμα, ίσως να έπαιρναν θάρρος και να αντιδρούσαν κατά της οικουμενιστικής πλημμυρίδας που κατακλύζει σήμερα την Εκκλησία του Χριστού.

Εάν ο επίσκοπος δεν θέλει ή δεν μπορεί να είναι ταγός του λαού, ας γίνει τουλάχιστον ουραγός του.

Αλλά χρειάζεται η παρουσία και η δυναμική του λαού.

Δεν έχουν μόνον οι επίσκοποι ευθύνες.

Έχει ευθύνες και ο πιστός λαός του Θεού.

Άλλωστε ποιός μπορεί να γνωρίζει τί και με ποιόν τρόπο ο Κύριος θα οικονομήσει την Εκκλησία Του;

Ας επικρίνουμε, λοιπόν, τους επισκόπους, αλλά και ας προσευχόμαστε γι’ αυτούς κι ας προσπαθούμε να τους αποσπάσουμε από τα νύχια του Οικουμενισμού, εφ’ όσον καταφέρουμε να μην αρπαγούμε οι ίδιοι από αυτά!...



Καλά Χριστούγεννα, εν Χριστώ αδελφοί, με την Αγάπη Του.

Καλή μετάνοια και καλόν παράδεισο.

"Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη

  Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...