Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Σάββατο, Φεβρουαρίου 18, 2012

Τυπικόν της 19ης Φεβρουαρίου 2012



Κυριακή: ΤΗΣ ΑΠΟΚΡΕΩ. Ἐν ᾗ μνείαν ποιούμεθα
 τῆς δευτέρας καί ἀδεκάστου παρουσίας τοῦ Κυρίου 
ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. 
Τῶν Ἁ­γίων Ἀποστόλων Ἀρχίππου, Φιλήμονος καί Ἀπφίας.
 Τῆς Ὁσίας Φιλοθέης τῆς Ἀθηναίας.
 
Ἦχος  γ΄  – Ἑωθινόν Γ ΄.
Τῷ Σαββάτῳ ἑσπέρας: Θ΄ ΩΡΑ
Ἀπολυτίκιον: 
«Ὁ βάθει σοφίας...».
Κοντάκιον: 
«Μετά τῶν ἁγίων...».
Ἀπόλυσις:
 Μικρά.
ΕΣΠΕΡΙΝΟΣ
Προοιμιακός – Ψαλτήριον.
Εἰς τό·«Κύριε, ἐκέκραξα...».
Ἑσπέρια: 
1.– Τά 3 Στιχηρά Ἀναστάσιμα· «Τῷ σῷ Σταυρῷ, Χριστέ... 
– Πεφώτισται τά σύμπαντα... – 
Δοξάζω τοῦ Πατρός...».
 2.– Τά 3 Στιχηρά Ἀνατολικά· «Τόν Σταυρόν σου τόν τίμιον... 
– Ὑμνοῦ­μεν τόν Σωτῆρα... 
– Τοῖς ἐν ᾅδῃ καταβάς...»καί
 3.– Τά 4 Στιχηρά Προσόμοια τοῦ Τριῳδίου· «Ὅταν μέλλῃς ἔρ­χεσθαι... 
– Βίβλοι ἀνοιγήσονται...

 – Ἠχήσουσι σάλπιγγες... – Κλαίω καί ὀδύρομαι...».
Δόξα:
 Τό Ἰδιόμελον τοῦ Τριῳδίου· «Ὅταν τίθωνται θρόνοι...».
Καί νῦν: 
Τό α΄ Θεοτοκίον τοῦ ἤχου· «Πῶς μή θαυμάσωμεν...».
Εἴσοδος:
 «Φῶς ἱλαρόν...». Τό Προκείμενον τῆς ἡμέρας.
Ἀπόστιχα: 
Τό Ἀναστάσιμον Στιχηρόν· «Ὁ τῷ πάθει σου, Χριστέ...» καί
 τά κατ’ Ἀλφάβητον τοῦ ἤχου· «Ἡ ζωοδόχος σου ἔγερσις...
 – Θεός ὑπάρχων ἀναλλοίωτος... – Ἵνα τό γένος ἡμῶν...».
Δόξα:
 Τό ἕτερον Ἰδιόμελον τοῦ Τριῳδίου· «Οἴμοι μέλαινα ψυχή...».
Καί νῦν:
 Τό ὁμόηχον Θεοτοκίον αὐτοῦ· «Ἀνύμφευτε Παρθένε...».
Τρισάγιον.
Ἀπολυτίκια: 
1.– Τό Ἀναστάσιμον· «Εὐφραινέσθω τά οὐράνια...» καί
 2.– Δόξα, Καί νῦν, τό ὁμόηχον Θεοτοκίον αὐτοῦ·«Σέ τήν μεσιτεύσασαν...».
Ἀπόλυσις:
 «Ὁ ἀναστάς ἐκ νεκρῶν...».
Τῇ Κυριακῇ πρωΐ: ΜΕΣΟΝΥΚΤΙΚΟΝ
Μετά τόν Ν΄ Ψαλμόν, ὁ Τριαδικός Κανών τοῦ ἤχου· 
«Ἀκατάληπτε μόνη κυριαρχία...»,  τό διά τήν Λιτήν Ἰδιόμελον
 τοῦ Τριῳδίου Δόξα· «Τάς τοῦ Κυρίου γνῶντες ἐντολάς...»,
 Καί νῦν, τό Θεοτοκίον αὐτοῦ·«Ὑπό τήν σήν Δέσποινα...»,
 τά Τριαδικά·«Ἄξιόν ἐστιν...». Τρισάγιον καί ἀντί τῆς 
Ὑπακοῆς τοῦ ἤχου, τά 3 Κατανυκτικά τροπάρια·
«Ἐλέησον ἡμᾶς, Κύριε, ἐλέησον ἡμᾶς...», κτλ.
ΟΡΘΡΟΣ
Ἑξάψαλμος.
Εἰς τό· «Θεός Κύριος...».
Ἀπολυτίκια: 
1.– Τό Ἀναστάσιμον·«Εὐφραινέσθω τά οὐράνια...»­.
2.– Δόξα, τό αὐτό καί
 3.– Καί νῦν, τό ὁμόηχον Θεοτοκίον αὐτοῦ·«Σέ τήν μεσιτεύσασαν...».
 Καθίσματα: 
Τά Ἀναστάσιμα τῆς α΄ καί β΄ Στιχολογίας, 
μετά τῶν Θεοτοκίων αὐτῶν.
Τά Εὐλογητάρια
 – ἡ Ὑπακοή
 – οἱ Ἀναβαθμοί καί τό Προκείμενον τοῦ ἤχου.
Κανόνες:
 1.– Ὁ Ἀναστάσιμος· «Ὁ τά ὕδατα πάλαι νεύματι θείῳ...», 
μετά τῶν Εἱρμῶν αὐτοῦ καί
 2.– Τοῦ Τριῳδίου· «Τήν ἡμέραν τήν φρικτήν...» μετά στίχου·
«Δόξα σοι, ὁ Θεός ἡμῶν, δόξα σοι», ἀμφότεροι εἰς 4.
Ἀπό γ΄ ᾨδῆς·
Τό Ἀναστάσιμον Κοντάκιον καί ὁ Οἶκος (χῦμα) καί τά·
Μεσῴδια Καθίσματα:
 1.– Τοῦ Τριῳδίου· «Ἐννοῶ τήν ἡμέραν...»
. 2.– Δόξα· «Εἰς τήν κοιλάδα τοῦ κλαυθμῶνος...» καί
 3.– Καί νῦν, τό Θεοτοκίον αὐτῶν· «Ἐλπίς τοῦ κόσμου ἀγαθή...».
Ἀφ’ ς΄ ᾨδῆς·
Κοντάκιον – Οἶκος: 
Τοῦ Τριῳδίου.
Συναξάριον: 
Τῆς ἡμέρας καί τό Ὑπόμνημα τοῦ Τριῳδίου.
Καταβασίαι:
 «Βοηθός καί σκεπαστής...».
Εὐαγγέλιον Ὄρθρου: 
Τό Γ΄ Ἑωθινόν· «Ἀναστάς ὁ Ἰησοῦς πρωΐ πρώ­τῃ Σαββάτου...»,
 κτλ. ὡς καί τῇ Κυριακῇ τοῦ Τελώνου καί Φαρισαίου (5ῃ Φεβρουαρίου).
Ἡ Τιμιωτέρα.
Εἱρμός θ΄ ᾿ῼδῆς: 
«Ἀσπόρου συλλήψεως...».
«Ἅγιος Κύριος...».
Ἐξαποστειλάρια: 
1.– Τό Γ΄ Ἀναστάσιμον· «Ὅτι Χριστός ἐγήγερται...».
 2.– Τοῦ Τριῳδίου· «Τήν φοβεράν τῆς κρίσεως...».
 3.– «Ἰδού ἡμέρα ἔρχεται...» καί 
4.– Τό Θεοτοκίον αὐτοῦ· «Τήν ὥραν τῆς ἐτάσεως...».
Αἶνοι:
 1.– Τά 4 Στιχηρά Ἀναστάσιμα· «Δεῦτε πάντα τά ἔθνη...
 – Διηγήσαντο πάντα τά θαυμάσια...
 – Χαρᾶς τά πάντα πεπλήρωται... 
– Ἐν τῷ φωτί σου Δέσποτα...».
2.– Τό 1 Στιχηρόν Ἀνατολικόν· «Ὕμνον ἑωθινόν...» καί
 3.– Τά 3 Στιχηρά Ἰδιόμελα τοῦ Τριῳδίου· 
«Ἐννοῶ τήν ἡμέραν ἐκείνην..
. – Ὤ ποία ὥρα τότε... 
– Δανιήλ ὁ Προφήτης...», μετά τῶν πρό αὐτῶν στίχων
 εἰς τά δύο τελευταῖα, ἀντιστρόφως τῆς ἐν τῷ Τριῳδίῳ σειρᾶς.
 Δόξα: 
Τό Ἰδιόμελον τοῦ Τριῳδίου· «Προκαθάρωμεν ἑαυτούς...».
Καί νῦν:
 «Ὑπερευλογημένη...».
Δοξολογία:
 Μεγάλη.
«Σήμερον σωτηρία...».
ΕΙΣ ΤΗΝ Θ. ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΝ
«Εὐφραινέσθω τά οὐράνια...».
Εἴσοδος.
Εἰσοδικόν:
 «Δεῦτε προσκυνήσωμεν.... ὁ ἀναστάς ἐκ νεκρῶν...».
Μετά τήν Εἴσοδον.
Ἀπολυτίκια:
 1.– Τό Ἀναστάσιμον· «Εὐφραινέσθω τά οὐράνια...» καί
 2.– Τοῦ Ναοῦ.
Κοντάκιον: 
Τοῦ Τριῳδίου· «Ὅταν ἔλθῃς, ὁ Θεός ἐπί γῆς μετά δόξης...».
Τρισάγιον.
Ἀπόστολος: 
Κυριακῆς ἑβδομάδος Ἀπόκρεω, μετά τοῦ ἐν τῷ Τριῳδίῳ
 ἀναγραφομένου Προκειμένου: «Μέγας ὁ Κύριος ἡμῶν καί
 μεγάλη ἡ ἰσχύς αὐτοῦ». Στίχ. «Αἰνεῖτε τόν Κύριον ὅτι ἀγαθός».
 «Βρῶμα ἡμᾶς οὐ παρίστησι...»(Α΄ Κορ. η΄ 8 -13, θ΄ 1-2).
Εὐαγγέλιον: 
Ὁμοίως· «Ὅταν δέ ἔλθῃ ὁ Υἱός τοῦ ἀνθρώπου...» (Ματθ. κε΄ 31-46).
Εἰς τό Ἐξαιρέτως:
 «Ἄξιόν ἐστιν...».
Κοινωνικόν: 
«Αἰνεῖτε...».
«Εἴδομεν τό φῶς...», κτλ.
Ἀπόλυσις: 
Ἡ τοῦ Ἑσπερινοῦ.
Τήν ἑβδομάδα ταύτην γίνεται κατάλυσις τυροῦ, 
ᾠῶν καί ἰχθύων
(Λευκή νηστεία).
 

Κυριακή των Απόκρεω


kyriakh_apokreo
 Κυριακή της Απόκρεω
Ὀνομάζεται Κυριακὴ τῆς Ἀπόκρεω γιατί στὴ διάρκεια τῆς ἑβδομάδας ποὺ ἀκολουθεῖ ἀρχίζει μιὰ περιορισμένη νηστεία - «ἀποχὴ κρέατος» - ὅπως παραγγέλουν τὰ λειτουργικὰ βιβλία. Ἡ Ἐκκλησία ἀρχίζει νὰ μᾶς «προσαρμόζει» στὴ μεγάλη προσπάθεια ποὺ θὰ ἀπαιτήσει ἀπὸ ἐμᾶς ἑπτὰ μέρες ἀργότερα. Σταδιακὰ μᾶς βάζει στὸ μεγάλο ἀγώνα, γιατί γνωρίζει τὴν εὐπάθειά μας καὶ προβλέπει τὴ πνευματική μας ἀδυναμία.
Εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα τῆς μέρας εἶναι ἡ παραβολὴ τοῦ Χριστοῦ γιὰ τὴν Τελευταῖα Κρίση (Ματθ. 25, 31-46).
Ὅταν ὁ Χριστὸς θὰ ἔρθει νὰ μᾶς κρίνει ποιὸ θὰ εἶναι τὸ κριτήριό Του; Ἡ παραβολὴ μᾶς δίνει τὴν ἀπάντηση: ἡ ἀγάπη. Ὄχι ἕνα ἁπλὸ ἀνθρωπιστικὸ ἐνδιαφέρον, ἀλλὰ ἡ συγκεκριμένη καὶ προσωπικὴ ἀγάπη γιὰ τὸν ἄνθρωπο, γιὰ κάθε ἀνθρώπινο πρόσωπο μὲ τὸ ὁποῖο ὁ Θεὸς μὲ φέρνει σὲ ἐπαφὴ στὴ ζωή μου.
Ἡ χριστιανικὴ ἀγάπη εἶναι ἡ «δυνατὴ ἀδυνατότητα» νὰ βλέπω τὸ Χριστὸ στὸ πρόσωπο κάθε ἀνθρώπου, ὁποιοσδήποτε κι ἂν εἶναι αὐτός, καὶ τὸν ὁποῖο ὁ Θεός, μέσα στὸ αἰώνιο καὶ μυστηριῶδες σχέδιό Του, ἔχει ἀποφασίσει νὰ φέρει στὴ ζωή μου ἔστω καὶ γιὰ λίγες στιγμές. Νὰ τὸν φέρει κοντά μου ὄχι σὰν μιὰ εὐκαιρία γιὰ «καλή πράξη» ἢ γιὰ ἐξάσκηση τῆς φιλανθρωπίας μου, ἀλλὰ σὰν ἀρχὴ μιᾶς ἀδιάκοπης συντροφιᾶς μέσα στὸν ἴδιο τὸ Θεό.
Ἡ ἀγάπη ξεπερνάει στὸν «ἄλλο» τὴν ἐξωτερική του ἐμφάνιση, τὴν κοινωνική του θέση, τὴν ἐθνική του καταγωγή, τὴν διανοητική του ἱκανότητα καὶ φθάνει στὴν ψυχή του, τὸ ἀληθινὸ κομμάτι τοῦ Θεοῦ μέσα του. Εἶναι ἡ ὑπέροχη ἀνακάλυψη τοῦ «προσώπου» στὸν «ἄνθρωπο», ἡ ἀνακάλυψη τοῦ συγκεκριμένου καὶ μοναδικοῦ προσώπου μέσα στὸ σύνολο γενικά.
Ἡ πραγματικὴ ἀποστολὴ τῆς Ἐκκλησίας εἶναι νὰ ὑπενθυμίζει στὸν ἄνθρωπο τὴν προσωπική του ἀγάπη. Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ἔχουν ἀνάγκη ἀπ' αὐτὴ τὴ προσωπικὴ ἀγάπη, νὰ τοὺς ἀναγνωρίζεται ἡ μοναδικότητα τῆς ψυχῆς τους στὴν ὁποία ἀντανακλᾶται ὅλη ἡ ὀμορφιὰ τῆς δημιουργίας μ' ἕνα ξεχωριστὸ τρόπο. Ξέρουμε ὅτι οἱ ἄνθρωποι βρίσκονται στὴ «φυλακή», εἶναι «πεινῶντες καὶ διψῶντες» ἀκριβῶς γιατί τοὺς λείπει αὐτὴ ἡ προσωπικὴ ἀγάπη. Τέλος ξέρουμε ὅτι εἴτε ἀγαπήσαμε εἴτε ἀρνηθήκαμε τὴν ἀγάπη, πρόκειται νὰ κριθοῦμε, γιατί «ἐφ' ὅσον ἐποιήσατε ἐνὶ τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἐμοὶ ἐποιήσατε» (Ματθ. 25)

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. δ’.
Ὁ βάθει σοφίας φιλανθρώπως πάντα οἰκονομῶν, καὶ τὸ συμφέρον πᾶσιν ἀπονέμων, μόνε Δημιουργέ, ἀνάπαυσον Κύριε τὰς ψυχὰς τῶν δούλων σου· ἐν σοὶ γὰρ τὴν ἐλπίδα ἀνέθεντο, τῷ Ποιητῇ καὶ πλάστῃ καὶ Θεῷ ἡμῶν.

Θεοτόκιον. Ἦχος πλ. δ’.
Σὲ καὶ τεῖχος καὶ λιμένα ἔχομεν, καὶ πρέσβυν εὐπρόσδεκτον, πρὸς ὃν ἔτεκες Θεόν, Θεοτόκε Ἀνύμφευτε, τῶν πιστῶν ἡ σωτηρία.

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’.
Μετὰ τῶν Ἁγίων ἀνάπαυσον Χριστέ, τὰς ψυχὰς τῶν δούλων σου, ἔνθα οὐκ ἔστι πόνος, οὐ λύπη, οὐ στεναγμός, ἀλλὰ ζωὴ ἀτελεύτητος.

Ἕτερον Κοντάκιον. Ἦχος α’.
Ὅταν ἔλθῃς ὁ Θεός, ἐπὶ γῆς μετὰ δόξης, καὶ τρέμωσι τὰ σύμπαντα, ποταμὸς δὲ τοῦ πυρός, πρὸ τοῦ βήματος ἕλκῃ, καὶ βίβλοι ἀνοίγωνται, καὶ τὰ κρυπτὰ δημοσιεύωνται, τότε ῥῆσαί με, ἐκ τοῦ πυρὸς τοῦ ἀσβέστου, καὶ ἀξίωσον, ἐκ δεξιῶν σου με στῆναι, Κριτὰ δικαιότατε

Κυριακή των Απόκρεω


Και συναχθήσεται έμπροσθεν αυτού πάντα τα έθνη» (Ματθ. 25,32) Σήμερα Κυριακή, Κυριακή της Απόκρεω. Τι είναι απόκρεω; απόκρεω iσον αποχαιρετισμός της κρεοφαγίας, προοίμιο της αγίας και μεγάλης τεσσαρακοστής, προανάκρουσμα για αγώνες πνευματικούς. Σήμερα ,ή αγία μας Εκκλησία όρισε να διαβάζεται στους ναούς της Ορθοδοξίας το φοβερότερο ευαγγέλιο όλου του χρόνου, το ευαγγέλιο της μελλούσης κρίσεως. Το ευαγγέλιο μας προειδοποιεί όλους. Θα γίνη κρίσης, δικαστήριο παγκόσμιο, κι ό δικαστής πού θα μας κρίνει είναι ό Κύριος ημών Ιησούς Χριστός. Θα χωριστή ή ανθρωπότητα σε δυο μεγάλες παρατάξεις• από τη μια οι δίκαιοι, από την άλλη οι αμετανόητοι αμαρτωλοί. Και θ' ακουστούν δύο τελεσίδικες - αμετάκλητες αποφάσεις• ή μία «Δεύτε οι ευλογημένοι του πατρός μου, κληρονομήσατε την ητοιμασμένην ημίν βασιλείαν...», ή άλλη «Πορεύεσθε άπ' εμού οί κατηραμένοι εις το πυρ το αίώνιον...», στην αιώνια κόλαση (Ματθ. 25,34,41). Ό Ιερός Χρυσόστομος λεει• Θα ήθελα κ' εγώ να μην υπάρχει κόλαση, γιατί είμαι αμαρτωλός και τη φοβούμαι! και όμως υπάρχει Κόλασης. Όσο βέβαιο είναι ότι υπάρχει νύχτα, τόσο βέβαιο είναι ότι υπάρχει Κόλασης, κρίσης και ανταπόδοσης. Αλλ' ότι υπάρχει κρίσης και ανταπόδοσης το διαβεβαιώνουν οι άνθρωποι όλης της γης. Σ' όλο τον πλανήτη μας παλαιότεροι και νεώτεροι, όλοι με ορισμένες παραλλαγές έχουν το ίδιο ένστικτο, την ίδια ιδέα, την ίδια παράδοση. Υπενθυμίζουμε όταν το δικαστήριο των Αθηνών αδίκως καταδίκασε εις θάνατον τον Σωκράτη, πού αναγκάστηκε να πιει το κώνειο, τότε εκείνος είπε• Φεύγω και πηγαίνω σ' έναν άλλο κόσμο• εκεί υπάρχουν δικασταί αμερόληπτοι, • αυτοί εκεί θα μου αποδώσουν δικαιοσύνη. Πιστεύω στη θεία δικαιοσύνη, όχι στην ανθρώπινη. Ναι, υπάρχει κρίσης και ανταπόδοσης. Το απαιτεί το αίσθημα του δικαίου, το φωνάζουν οι παραδόσεις όλων των λαών. 'Αλλά το μεγαλύτερο επιχείρημα είναι ή μαρτυρία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Πώς θα γίνει ή κρίσης; Ή Γραφή με φοβερές εικόνες λεει Τι θα προηγηθεί. Ό ήλιος θα σκοτιστεί, θα σβήσει σαν κερί. Τα άστρα θα πέσουν σαν τα φύλλα του δέντρου στο σφοδρό άνεμο, τα βουνά θα λειώσουν σαν μολύβι, τα ποτάμια θα ξεραθούν. Και τότε θα φανεί σημείον μέγα, ό τίμιος σταυρός. «Οψονται εις ων έξεκέντησαν», ακούμε τη Μεγάλη Παρασκευή (Ίωάν. 19,37)• ότι θα δουν, λεει, το σημείο του Εσταυρωμένου. Άγγελοι και αρχάγγελοι θα συνοδεύουν, και τότε θα παρουσιαστή ο Κριτής του κόσμου• όχι πλέον ως αδύναμο νήπιο, άλλα ως κυρίαρχος του σύμπαντος. «Ω ποια ώρα τότε», αδελφοί μου! «Και συναχθήσεται έμπροσθεν αυτού πάντα τα έθνη» (Ματθ. 25,32). Άνθρωποι φτωχοί και άσημοι, αλλά και επίσημοι• βασιλείς, αυτοκράτορες και τύραννοι πού σκόρπισαν τον τρόμο και το φόβο, αλλά και φτωχοί και απένταροι πού δεν έχουν ψωμί να φάνε• ρακένδυτοι και ζητιάνοι, αλλά και πλούσιοι πού διασκεδάζουν με πολυτέλεια και χλιδή• αγράμματοι πού δέ' μπορούν να βάλουν την υπογραφή τους, αλλά και επιστήμονες, Πλάτωνες καί Αριστοτέληδες , γυναίκες αλλά καί άντρες• μικρά παιδιά, αλλά καί ασπρομάλληδες γέροντες• Ανατολή και Δύση, Βορράς και Νότος, όλες οι γλώσσες και οι φυλές, από τον Αδάμ μέχρι τον τελευταίο θνητό, όλοι σαν θάλασσα με άπειρα κύματα, θα είμαστε ενώπιον του Κυρίου. Και ο Χριστός θα δικάσει• καί θα πει στους μεν «Δεύτε οί ευλογημένοι του πατρός μου...», στους δε «Πορεύεσθε άπ' εμού οι κατηραμένοι εις το πυρ το αίώνιον...» (έ.ά.). Απίστευτα αυτά; 'Αλλά είναι πραγματικότητα . Όσο βέβαιο είναι ότι αύριο ξημερώνει Δευτέρα, έτσι είναι βέβαιο κι ότι θα έρθει ή ήμερα εκείνη. «Εστί δίκης οφθαλμός ός τα πάνθ' ορά», έλεγαν οί αρχαίοι. Υπάρχει ένα μάτι πού τα βλέπει όλα, ένα αυτί πού τ' ακούει όλα, κ' ένα χέρι πού τα γράφει όλα. Ναι, θα έρθει εκείνη ή στιγμή. Αγαπητοί μου! Κ' εμείς πού τα λέμε κ' εσείς πού τ' ακούτε να προετοιμαστούμε για την ήμερα αυτή. Να έχουμε έτοιμη την απολογία μας ενώπιον του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, και ο Θεός δια πρεσβειών της Υπεραγίας Θεοτόκου να μας ελεήσει. Κανείς μας να μην ακούσει τον κεραυνό «Πορεύεσθε άπ' εμού εις το πυρ το αίώνιον...», αλλά όλοι ν' ακούσουμε τη χαρμόσυνη φωνή «Δεύτε οί ευλογημένοι του πατρός μου, κληρονομήσατε την ήτοιμασμένην ύμίν βασιλείαν από καταβολής κόσμου» αμήν.

Κυριακή των Απόκρεω τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Φθιώτιδος κ. κ. Νικολάου


Ὁ σημερινός κόσμος τῆς ἀφθονίας, ἀγαπητοί μου χριστιανοί, ἀκούει μέ μεγάλη ἐπιφύλαξη τά ὅσα ἡ Ἐκκλησία διδάσκει περί νηστείας. Δέν ἔχει διά­θεση καμιᾶς στερήσεως, γιατί ἐπιθυμεῖ νά ἀπολαύσει ὅ,τι ἱκανοποιεῖ τή γεύση καί τήν ἐγωκεντρική βουλιμία του. Ὁ λόγος ὅμως τοῦ Θεοῦ εἰσηγεῖται τά ἀκριβῶς ἀντίθετα. Ὅτι δηλαδή δέ θά πρέπει νά κυριευό­μα­στε ἀπό τό πάθος τῆς γαστριμαργίας, οὔτε βέβαια νά νομί­ζου­με ὅτι μέ τή νηστεία γινόμαστε θεοί, ἀλλά μέ ταπεινό φρόνημα τηροῦμε τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ. Τό κείμενο τῆς σημερινῆς ἀποστολικῆς περικοπῆς ἀναφέρεται σέ συγκεκριμένα γεγονότα πού συνέβαιναν στήν Κόρινθο ἀπό μερικούς ἀπρόσεκτους χριστιανούς, οἱ ὁποῖοι ἀγόραζαν κρέας ἀπό τά περισσεύματα εἰδωλολατρικῶν θυσιῶν. Ἡ πράξη τους αὐτή ἐσκανδάλιζε μερικούς ἄλ­λους, οἱ ὁποῖοι ἐπίστευαν ὅτι μολύνεται ὁ χριστιανός μέ τό νά τρώει εἰδωλόθυτα. Ἀφοῦ τούς συμβουλεύει τί στάση νά κρατήσουν καί οἱ πρῶτοι καί οἱ δεύτεροι, καταλήγει σέ μιά θέση πού ἀφορᾶ κι ἐμᾶς. «Δέν εἶναι οἱ τροφές πού θά καθορίσουν τή θέση μας ἀπέναντι στό Θεό. Οὔτε ἄν δέ φᾶμε κάποια ἀπ΄ αὐτές χάνουμε κάτι, οὔτε ἄν φᾶμε ἀποκτᾶμε κάτι παρα­πά­νω». Ἔτσι πρέπει νά βλέπουμε καί νά χρησιμοποιοῦμε τά ἀγαθά. Νά μήν τά θεο­ποιοῦ­με, γιατί οὔτε μᾶς προσθέτουν, οὔτε μᾶς ἀφαιροῦν. Ἡ κατάλ­λη­λη χρησι­μο­ποίη­σή τους μπορεῖ νά μᾶς βοηθήσει στήν ἀπόκτηση τῶν πνευ­ματικῶν ἀγα­θῶν. Ἡ ὑπερτί­μη­ση τῆς τροφῆς φέρνει ὁλέθρια ἀποτελέ­σμα­τα καί στήν ὑγεία καί στήν πνευματικότητα. Ἡ περιφρόνηση πάλι καί ἡ ἀποστροφή ἀφαιρεῖ ἀπό τό σῶμα τήν ὄρεξη ἐξασκήσεως τῶν ἀρετῶν καί δημιουργεῖ πολλές ψυχοσωματικές συγκρούσεις. Πόσο ἀληθινός εἶναι ὁ πατερικός λόγος: «Τά ὑπέρμετρα πάντα τῶν δαιμόνων ἐστίν». Ἡ ζωή τῆς Ἐκκλησίας καί στό θέμα τῶν τροφῶν διδάσκει τό μέτρο καί τή λογική. Ἔχει περιόδους νηστείας καί ἐγκρατείας, καί περιόδους τρυφῆς καί ἀπολαύσεως. Μέ τίς ἐναλλαγές ἐπιτυγχάνει τήν ἰσορροπία τῶν ψυχοσωματικῶν δυνάμεων τοῦ ἀνθρώ­που. Οἱ ἀκρότητες εἶναι πάντοτε ἐπικίνδυνες γιά τήν πνευματική προαγωγή τοῦ πι­στοῦ. Φέρνουν κορεσμό καί ὁδηγοῦν στήν ἀπόγνωση. Ἐπειδή οἱ Πετέρες τῆς Ἐκκλησίας ἐγνώρι­ζαν, ὅτι ἡ ὑπερτίμηση τῆς νηστείας ὁδηγεῖ στήν κενοδοξία, καί ἡ θεοποίηση τῆς τροφῆς συσσωρεύει στήν ψυχή πάθη, καθόρισαν στόν ἑοτρολογικό κύκλο τίς ἡμέρες τῆς νηστείας καί τῆς καταλύσεως, μέ σκοπό τόν ἁγιασμό τοῦ ἀνθρώπου. Τιμᾶ ἡ Ἐκκλη­σία μας τά ἀγαθά τῆς γῆς. Τά εὐλογεῖ καί τά ἁγιάζει. Ἔχει στό μεγάλο Εὐχολόγιο ἱερές ἀκολουθίες καί εὐχές γιά τά χωράφια καί τούς καρπούς, γιά τίς θεομηνίες καί τίς κλιματολογικές συν­θῆκες, γιά τή θάλασσα, τούς ἀνέμους, τά νερά, τήν κτίση ὁλόκλη­ρη. Στήν ὑπερκατανάλωση καί στήν πλεονεξία εἶναι ἀντίθετη. Θεωρεῖ ἀφροσύνη καί μωρία νά ζεῖ κανείς γιά νά τρώει. Ἡ νηστεία εἶναι νομοθετημένη ἀπό τόν ἴδιον τό δημιουργό Θεό.  Στόν παράδεισο θεσπίσθηκε ὡς κριτήριο τῆς ἀφοσιώσεως τοῦ ἀνθρώπου στό Θεό καί ὑποταγῆς στό θέλημά Του. Ὁ Θεάνθρωπος ἐνήστευσε «ἡμέ­ρας τεσαράκοντα καί νύκτας τεσσαράκο­ντα». Ἡ Ἐκ­κλησία ὅρισε τίς νη­στεῖες ὡς ἡμέρες καθάρσεως καί ἀνακαινίσεως. Μ΄ αὐτές καλεῖ τούς βουλόμενους ὄχι μόνο νά θεραπευθοῦν ἀπό τά πάθη τους, ἀλλά καί νά συνδεθοῦν μέ τόν Ἰησοῦ Χριστό μέ τό συγγενικό δεσμό τῆς ἀγάπης καί νά γίνουν ὑγιεῖς μέ τή σωφροσύνη, ἀγαπητοί μέ τήν ἐγκράτεια, σεμνοί μέ τήν προσευχή. Εἶναι μεγάλα τά ὀφέλη τῆς νηστείας. Ἀγαπητοί μου χριστιανοί. Δέν εἶναι οἱ τροφές πού ἁγιάζουν τόν ἄνθρωπο, ἀλλά ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖο δέχεται τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ὑ­πάρ­χουν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι γιά διάφορους λόγους δέν μποροῦν νά νηστεύ­σουν. Αὐτοί θά κολασθοῦν καί θά ἀποστερη­θοῦν τή σωτηρία; Δέν εἶναι μέτρο γιά τό Θεό ἡ τροφή, ἀλλά ἡ ὑπακοή στό θέλημά Του. Ἄν ἡ συ­νεί­δηση φρονεῖ καί ἐπιθυμεῖ τά τοῦ Θεοῦ, ἡ δικαιολογημένη μή τήρηση τῆς νηστείας, δέ μᾶς κολάζει. Ἄν ἡ συνείδηση ἐπιθυμεῖ τά τοῦ κόσμου, ὅσο ἐξαντλητική κι ἄν εἶναι ἡ νηστεία τῶν τροφῶν, δέ μᾶς σώζει. Οἱ δυνά­με­νοι πρέπει νά νηστεύουν. Οἱ ἀνήμποροι δέν πρέπει νά ἀπογοητεύονται.  «Βρῶμα δέ ἡμᾶς οὐ παρίστησι τῷ Θεῷ». Ἄς τηρήσουμε πρῶτα τήν πνευ­μα­τι­κή νηστεία, ἡ ὁποία ἐξαγιάζει τή συνείδηση, καί μετά κατά δύναμη ἄς τη­ρή­σουμε τή νηστεία τῶν τροφῶν. Ἰατρικό φάρμακο, γιά τά σωματικά καί ψυχικά πάθη εἶναι ἡ νη­στεία. Παράλληλα ὅμως εἶναι καί δοκιμαστήριο τῆς τοποθετήσεώς μας ἀπέ­ναντι στό Θεό καί τόν ἄνθρωπο. Μέ ὑπακοή στήν Ἐκκλησία καί ἀγάπη στό συνάνθρωπο ἄς ξεκινήσουμε τό μεγάλο ἀγώνα γιά τήν ἀπονέκρωση τῶν βιοτικῶν μεριμνῶν καί ἐπιθυμιῶν.

Ομιλία εις την Κυριακή της Απόκρεω (Αγ. Γρηγόριος ο Παλαμάς)


1.
 Την περασμένη Κυριακή η Εκκλησία εμνημόνευε την απερίγραπτη φιλανθρωπία του Θεού προς εμάς που παρουσιάζεται με την παραβολή του σεσωσμένου ασώτου. Την σημερινή Κυριακή διδάσκει περί της μελλούσης φρικωδεστάτης κρίσεως του Θεού, χρησιμοποιώντας μια καλή τάξι και ακολουθώντας τις προφητικές φωνές· διότι, λέγει, «θα σου ψάλω, Κύριε, έλεος και κρίσι», και «μια φορά ελάλησε ο Θεός και άκουσα τα δυο αυτά, ότι το κράτος είναι του Θεού και ιδικό σου, Κύριε, το έλεος, διότι εσύ θ' αποδώσης στον καθένα κατά τα έργα του».

2. Το έλεος λοιπόν και η μακροθυμία προηγείται της θείας κρίσεως. Πραγματικά ο Θεός, έχοντας και περιέχοντας κατ' εξοχήν όλες τις αρετές, και όντας συγχρόνως δίκαιος και ελεήμων, επειδή το έλεος δεν συμβαδίζει με την κρίσι, σύμφωνα με το γραμμένο, «να μη ευσπλαγχνισθής πτωχό κατά την κρίσι», ευλόγως ο Θεός κατένειμε το καθένα στον καιρό του· τον παρόντα καιρό τον ώρισε για την μακροθυμία, τον μέλλοντα για την ανταπόδοσι. Γι' αυτό τα τελούμενα στην Εκκλησία η θεία χάρις διέθεσε κατά τέτοιον τρόπο, ώστε εμείς αντιλαμβανόμενοι τούτο, ότι την συγγνώμη για τα αμαρτήματα λαμβάνομε από τα εδώ συμβαίνοντα, να σπεύσωμε, όσο ζούμε ακόμη στον παρόντα βίο, να επιτύχουμε το αιώνιο έλεος και να καταστήσωμε τους εαυτούς μας αξίους της θείας φιλανθρωπίας. Διότι εκείνη η κρίσις, η τελευταία, είναι ανηλέητος γι' αυτόν που δεν έδειξε έλεος.


3. Περί της απερίγραπτης λοιπόν για μας ευσπλαγχνίας του Θεού ομιλήσαμε μόλις προ ολίγου. Σήμερα δε θα ομιλήσωμε περί της δευτέρας παρουσίας του Χριστού, καθώς και περί της φρικωδεστάτης κρίσεως και περί όσων θα συμβούν κατ' αυτήν απορρήτως- πράγματα που οφθαλμός δεν είδε και ους δεν ήκουσε και που δεν ανέβηκαν στη σκέψι ανθρώπου, αν είναι αμέτοχη θείου Πνεύματος, που υπερβαίνουν όχι μόνο την ανθρώπινη αίσθησι, αλλά και τον ανθρώπινο νου και λόγο. Διότι, αν και αυτός που μας διδάσκει για όλα τούτα είναι αυτός που γνωρίζει τα πάντα και πρόκειται να κρίνη όλη τη γη, αλλά συγκαταβαίνει προς την δυναμικότητα των διδασκομένων, προσφέροντας τους λόγους συμμέτρους προς αυτήν. Γι' αυτό εισάγονται αστραπή και νεφέλες, σάλπιγξ και θρόνος και τα όμοια με αυτά, αν και σύμφωνα με την επαγγελία του περιμένομε καινούς ουρανούς και καινή γη, αφού τα παρόντα αλλοιωθούν.

4. Αν δε αυτά και μόνο λεγόμενα, μάλιστα δε λεγόμενα συγκαταβατικώς, γεμίζουν την ψυχή των συνετών ακροατών με φρίκη και δέος, ποιός θα βαστάση τότε που θα τελούνται τα ίδια τα πράγματα; Πόσο άξιοι πρέπει να είμαστε στα άγια σπουδάσματα και στην ευσέβεια, όταν προσδοκούμε την παρουσία της ημέρας του Θεού, για την οποία, όπως λέγει ο θείος Πέτρος, «οι μεν ουρανοί πυρακτωμένοι θα διαλυθούν, τα δε στοιχεία καιόμενα θα λειώσουν, ενώ η γη και τα κτίσματα που υπάρχουν σ' αυτήν θα κατακαούν;». Πριν δε από αυτά θα πραγματοποιηθή η σκληρή παρουσία και επήρεια του Αντιχρίστου κατά της πίστεως, η οποία, αν δεν εκολοβωνόταν επιτραπείσα για λίγον χρόνο, δεν θα εσωζόταν κανένας άνθρωπος, όπως λέγει ο Κύριος στα ευαγγέλια. Γι' αυτό παραγέλλει στους μαθητάς του «αγρυπνείτε λοιπόν παρακαλώντας όλον τον καιρό, για να καταξιωθήτε ν' αποφύγετε όλα όσα πρόκειται να συμβούν και να σταθήτε εμπρός στον Υιό του ανθρώπου».

5. Βέβαια όλα εκείνα είναι γεμάτα υπερβολική φρίκη, αλλά γι' αυτούς που δαπανούν τον βίο τους σε απιστία και αδικία και ραθυμία απειλούνται ακόμη δεινότερα από αυτά, καθώς λέγει ο ίδιος ο Κύριος· «τότε θα κλαύσουν όλες οι φυλές της γης». Φυλές δε της γης είναι αυτοί που δεν επειθάρχησαν στον ελθόντα από τον ουρανό, που δεν αναγνωρίζουν και δεν επικαλούνται τον ουράνιο Πατέρα ούτε ανεβάζουν προς αυτόν το γένος δια της ομοιότητος των έργων. Λέγει πάλι ότι «η ημέρα εκείνη θα επέλθει σαν παγίδα σε όλους όσοι κάθονταν επάνω στο πρόσωπο της γης, δηλαδή σ' εκείνους που με την κραιπάλη και μέθη, με τις τρυφές και τις βιωτικές μέριμνες είναι προσηλωμένοι στη γη και στα γήινα και έχουν προσκολληθή ολοσχερώς στα φαινόμενα κατά την αίσθησι λαμπρά, στον πλούτο, στη δόξα και στην ηδονή. Πραγματικά με την λέξι «πρόσωπο» της γης αινίχθηκε τον φαινομενικώς χαρωπό χαρακτήρα της, ενώ με την λέξι «κάθονται» υπονοεί την επίμονη και ενδόμυχη προσήλωση. Με τους λόγους δε αυτούς συνάπτει προς τους ασεβείς αυτούς που αμάρτησαν αμετανοήτως έως το τέλος, όπως προείπε και ο Ησαΐας, ότι «θα πάρουν φωτιά οι άνομοι και οι αμαρτωλοί συγχρόνως, και δεν θα υπάρξει κανείς να την σβήση». «Η ιδική μας όμως πολιτεία ευρίσκεται στους ουρανούς, από τους οποίους και αναμένομε τον Σωτήρα», λέγει ο απόστολος· και «εσείς δεν είσθε από αυτόν τον κόσμο», έλεγε προς τους μαθητάς του ο Κύριος, προς τους οποίους πάλι λέγει ότι, «όταν θα τελούνται όλα αυτά, ν' ανασηκωθήτε και να υψώσετε τα κεφάλια σας, διότι προσεγγίζει η απολύτρωσίς σας».

6. Βλέπετε ότι οι ζώντες κατά τον Χριστό γεμίζουν ανέκφραστη χαρά και παρρησία για τα συμβαίνοντα ευθύς έπειτα από εκείνα, ενώ οι ζώντες κατά την σάρκα είναι γεμάτοι αισχύνη και οδύνη και κατήφεια; Καθώς φωνάζει και ο Παύλος λέγοντας, «ο Θεός θ' αποδώσει στον καθένα κατά τα έργα του, σ' εκείνους δηλαδή που επιζητούν με έργο αγαθό κατά υπομονή δόξα και τιμή και αφθαρσία θα αποδώσει ζωή αιώνια, ενώ για τους απειθούντας στην αλήθεια, πειθομένους δε στην αδικία θα υπάρξει θυμός και οργή, θα υπάρξει θλίψις και στενοχώρια σε κάθε άνθρωπο που κατεργάζεται το κακό». Πραγματικά παλαιά επί του Νώε, όταν αυξήθηκε η αμαρτία και επικράτησε σε όλο σχεδόν το ανθρώπινο γένος, ήλθε από τον Θεό κατακλυσμός, που κατέστρεψε κάθε πνοή, ενώ μόνο ο δίκαιος αυτός με την οικογένειά του διαφυλάχθηκε για χάρη της γενέσεως ενός δευτέρου κόσμου. Πάλι δε έπειτα από αυτόν ο Θεός την αυξηθείσα κακία περιέκοπτε μερικώς, όπως επί παραδείγματι όταν αποτέφρωσε με πυρ τους Σοδομίτες, κατεπόντισε στη θάλασσα τους Φαραωνίτες, το δε πάντολμο γένος των Ιουδαίων απεδεκάτισε με πείνα και στάση, με νόσους και πικρές ποινές.

7. Ο κοινός όμως ιατρός, που εχρησιμοποίησε χάριν του γένους μας τα αυστηρά φάρμακα και ιατρεύματα, δεν παρέλειψε εκείνα που είναι ευάρεστα και ωφελούν μ' ευχαρίστηση, αλλά ανύψωσε πατέρες, ανέδειξε προφήτες, ετέλεσε σημεία, έδωσε τον μωσαϊκό νόμο, έστειλε αγγέλους. Επειδή δε και αυτά ήσαν ανίσχυρα για την ασυγκράτητη ορμή της κακίας μας, κατήλθε στη γη κλίνοντας προς τα κάτω τους ουρανούς ο ίδιος ο Λόγος του Θεού, το μεγάλο ιατρικό που καταπαύει τις βαρείες αμαρτίες· και αφού έγινε για μας τα πάντα, πλην της αμαρτίας, κατήργησε την αμαρτία στον εαυτό του· έπειτα ενίσχυσε κι' εμάς, ώστε να αμβλύνη το κεντρί εκείνης, και επαραδειγμάτισε στον σταυρό τους αρχηγούς και συνεργούς αυτής καταργώντας δια του θανάτου τον έχοντα την εξουσία του θανάτου.

8.  Και, αφού όπως στην εποχή του Νώε κατέκλυσε με ύδωρ τους αμαρτωλούς, έτσι ύστερα κατέκλυσε την αμαρτία δια της δικαιοσύνης και χάριτός του, ανέστησε τον εαυτό του αθάνατο, σαν σπέρμα και απαρχή του αιωνίου κόσμου, σαν παράδειγμα και παράσταση τής με βεβαιότητα ελπιζομένης από εμάς αναστάσεως. Αφού δε ανέστη και αναλήφθηκε στους ουρανούς, εξαπέστειλε σε όλη την οικουμένη αποστόλους, προέβαλε μέγα στίφος μαρτύρων, προέστησε πλήθος διδασκάλων, ανέδειξε συνάξεις οσίων. Επειδή δε, ενώ έκαμε τα πάντα, χωρίς να παραλείψει τίποτε από τα απαραίτητα, είδε πάλι την κακία λόγω του αυτεξουσίου της προαιρέσεώς μας να κορυφώνεται τόσο πολύ, ή μάλλον τότε θα την ιδεί να ανυψώνεται, ώστε τότε πλέον οι άνθρωποι να προσκυνήσουν και να υπακούσουν στον Αντίχριστο, εγκαταλείποντας τον αληθινό Θεό και τον αληθινό Χριστό του· γι' αυτό θα κατέλθη πάλι από τους ουρανούς με πολλή δύναμι και δόξα, όχι για να μακροθυμήσει, αλλά για να τιμωρήσει εκείνους που δια των πονηρών έργων εθησαύρισαν στους εαυτούς των την οργή κατά τον καιρό της μακροθυμίας του· και τους μεν αθεράπευτους θ' αποκόψει από τους υγιείς ως σάπια μέλη και θα τους παραδώση στο πυρ, τους δε ιδικούς του θ' απαλλάξη από την επήρεια και την συναναστροφή των πονηρών ανθρώπων και θα τους καταστήσει κληρονόμους της βασιλείας των ουρανών.

9. Ευθύς λοιπόν μετά την βδελυρά παρρησία του Αντιχρίστου θα κλονήσει τα πάντα αυτός που συγκρότησε τα πάντα, κατά το λεχθέν από τον προφήτη, ότι ακόμη μια φορά «εγώ θα σείσω όχι μόνο την γη, αλλά και τον ουρανό». Ευθύς λοιπόν κλονίζει τον κόσμο και λύει το ανώτατο όριο του σύμπαντος, συμπτύσσει το ουράνιο κύτος και αναμιγνύει την γη με πυρ και συγχέει το παν, από κάτω μεν αναμοχλεύοντας τα παγκόσμια θα ελέγαμε θεμέλια, από άνω δε στέλλοντας το πλήθος των άστρων σαν απερίγραπτους κεραυνούς επάνω στα κεφάλια των θεοποιησάντων τον πονηρό, έτσι ώστε δι' αυτών πρώτα να τιμωρηθούν όσοι επίστευσαν στον Αντίχριστο, διότι προσηλώθηκαν με τον νου και επείσθηκαν στον αντίθεο ως θεό. Έπειτα δε, αφού επιφανεί ο ίδιος με άφατη δόξα, δια δυνατής σάλπιγγος, όπως παλαιά δι' εμφυσήματος τον προπάτορα, θα ζωώσει όλους και θα παρουσιάσει ενώπιόν του ζωντανούς όλους τους από τους αιώνας νεκρούς. Και τους μεν ασεβείς δεν θα φέρει σε κρίση ούτε θα τους αξιώσει κανένα λόγο· διότι οι ασεβείς, κατά το γεγραμμένο, δεν θ' αναστηθούν για κρίσι, αλλά για κατάκρισι.

10. Θα προβάλει δε για την κρίσι όλα τα δικά μας, κατά την αναγινωσκομένη σήμερα φωνή του ευαγγελίου· διότι, λέγει, «όταν έλθη ο Υιός του ανθρώπου στη δόξα του και όλοι οι άγιοι άγγελοι μαζί του». Κατά την πρώτη του παρουσία η δόξα της θεότητός του εκρυπτόταν κάτω από την σάρκα την οποία ανέλαβε από εμάς υπέρ ημών, τώρα κρύπτεται προς τον Πατέρα στον ουρανό μαζί με την ομόθεη σάρκα, τότε δε θα αποκαλύψει όλη τη δόξα· διότι θα φανεί ολόλαμπρος από ανατολή έως τη δύση, περιαυγάζοντας τα πέρατα με ακτίνες θεότητος, ενώ παγκόσμιος και ζωοποιός σάλπιγγα θα ηχεί παντού και συγχρόνως θα συγκαλεί προς αυτόν τα πάντα. Προηγουμένως έφερε μεν και τους αγγέλους μαζί του, αλλά αφανώς, συγκρατώντας τον ζήλο τους κατά των θεομάχων ύστερα όμως θα φθάσει φανερά και δεν θα αποσιωπήσει, αλλά θα ελέγξει και θα παραδώσει τους απειθείς στις ποινές.

11. «Όταν λοιπόν έλθει ο Υιός του ανθρώπου στη δόξα του και έλθουν όλοι οι άγιοι άγγελοι μαζί του, τότε», λέγει, «θα καθίσει επάνω στον θρόνο δόξας του». Διότι έτσι προείδε και προείπε ο Δανιήλ· «ιδού», λέγει, «ετοποθετήθηκαν θρόνοι και εκάθισε ο Παλαιός των Ημερών και είδα ωσάν τον Υιό του ανθρώπου να έρχεται επάνω στις νεφέλες του ουρανού, και έφθασε έως τον Παλαιό των Ημερών και του εδόθη όλη η τιμή και η εξουσία- χίλιες χιλιάδες ελειτουργούσαν σ' αυτόν και μύριες μυριάδες παραστέκονταν σ' αυτόν». Σε συμφωνία με αυτόν λέγει και το Ιερό ευαγγέλιο, τότε «θα συναχθούν όλα τα έθνη εμπρός του· και θα τους ξεχωρίσει ανάμεσά τους, όπως ο ποιμήν ξεχωρίζει τα πρόβατα από τα γίδια». Πρόβατα καλεί τους δικαίους ως πράους και επιεικείς, που εβάδισαν την ομαλή οδό των αρετών, την πατημένη από αυτόν τον ίδιο, και ως αφομοιωμένους με αυτόν επειδή και αυτός ονομάσθηκε αμνός από τον Πρόδρομο και Βαπτιστή που είπε, «ιδού ο αμνός του Θεού που απαλείφει την αμαρτία του κόσμου». Γίδια δε καλεί τους αμαρτωλούς, ως θρασείς και ατάκτους, και φερομένους προς τους κρημνούς της αμαρτίας. Και λέγει, τους πρώτους θα τοποθετήσει δεξιά του ως εργάτες δεξιών έργων, τους άλλους που δεν είναι εργάτες τέτοιων έργων θα τοποθετήσει στ' αριστερά. «Τότε θα είπη ο Βασιλεύς», λέγει, χωρίς να προσθέσει ποιος ή ποιών βασιλεύς, αφού δεν υπάρχει άλλος εκτός από αυτόν διότι με όλο που και εκεί είναι πολλοί κύριοι και βασιλείς, αλλά ένας είναι πραγματικά Κύριος, ένας βασιλεύς, ο φυσικώς δεσπότης του σύμπαντος. Θα ειπεί λοιπόν τότε στους από τα δεξιά του ο μόνος βασιλεύς· «εμπρός οι ευλογημένοι του Πατρός μου, κληρονομήσατε την ετοιμασμένη για σας από την θεμελίωση του κόσμου βασιλεία».

12. Πραγματικά προς αυτό απέβλεπε η από την αρχή σύστασις του κόσμου και προς αυτόν τον σκοπό απέβλεπε η επουράνια εκείνη και αρχαιότατη βουλή του Πατρός, κατά την οποία ο άγγελος της μεγάλης βουλής του Πατρός επεξεργάσθηκε τον ανθρωπο ως ζώο όχι μόνο κατ' εικόνα, αλλά και καθ' ομοίωσή του, για να δυνηθεί κάποτε να χωρέσει την μεγαλειότητα της θείας βασιλείας, την μακαριότητα της θείας κληρονομιάς, την τελειότητα της ευλογίας του ανωτάτου Πατρός, για την οποία έγιναν όλα τα ορατά και τα αόρατα. Διότι δεν είπε "του αισθητού κόσμου", αλλά απροσδιορίστως «του κόσμου», τόσο του ουρανίου, όσο και του επιγείου. Όχι δε μόνο αυτός, αλλά και η θεία και απόρρητη κένωσις, η θεανδρική πολιτεία, τα σωτήρια πάθη, όλα τα μυστήρια, γι' αυτόν τον σκοπό ερρυθμίσθηκαν προνοητικώς και πανσόφως, ώστε αυτός που θα φανεί πιστός στα παρόντα ν' ακούσει από τον Σωτήρα· «εύγε, δούλε αγαθέ, αφού εφάνηκες πιστός στα ολίγα, θα σε ορίσω οικονόμο σε πολλά· είσελθε στη χαρά του Κυρίου σου». Έλθετε λοιπόν, λέγει, όσοι εχρησιμοποιήσατε κατά την γνώμη μου τον επίγειο και φθαρτό και πρόσκαιρο κόσμο καλώς, κληρονομήσατε και τον επικείμενο και μόνιμο και επουράνιο κόσμο. Διότι «επείνασα και μου εδώσατε να φάγω, εδίψασα και μ' εποτίσατε, ξένος ήμουν και με περιμαζεύσατε, γυμνός και με ενδύσατε, ασθένησα και με επισκεφθήκατε, ήμουν στις φυλακές και ήλθατε προς εμένα».

13. Εδώ πρέπει να συζητηθεί για ποιο λόγο εμνημόνευσε μόνο την ελεημοσύνη και γι' αυτήν μόνο έδωσε εκείνη την ευλογία και την κληρονομία· και την βασιλεία. Αλλά δεν εμνημόνευσε μόνο αυτήν για όσους αντιλαμβάνονται τα ακουόμενα. Επειδή δηλαδή προηγουμένως εκάλεσε πρόβατα τους εργάτες της, με αυτόν τον χαρακτηρισμό επιβεβαίωσε τόσο την προς αυτόν ομοίωση και κάθε αρετή τους, όσο και ότι ήσαν έτοιμοι συνεχώς για το θάνατο υπέρ του καλού, όπως βέβαια και αυτός οδηγήθηκε ως πρόβατο για σφαγή και ως αμνός άφωνος εμπρός σ' αυτόν που τον κουρεύει, κατά το γεγραμμένον.

14. Αφού λοιπόν τέτοιοι είναι και αυτοί, εγκωμιάζει ιδιαιτέρως την φιλανθρωπία· διότι πρέπει και αυτήν, ως δείγμα και καρπό της αγάπης, να την έχει σαν κεφαλή που υπέρκειται όλων των άλλων αρετών αυτός που πρόκειται να κληρονομήσει την αΐδια εκείνη βασιλεία. Αυτό το έδειξε ο Κύριος και με την παραβολή των δέκα παρθένων· διότι δεν εισάγονται στον θείο νυμφώνα όσες τύχουν, αλλά οι στολισμένες με παρθενία, η οποία δεν μπορεί να επιτευχθεί χωρίς άσκησι και εγκράτεια, καθώς και χωρίς πολλούς και ποικίλους για την αρετή αγώνες, προσέτι δε αυτές που κρατούν λαμπάδες στα χέρια, δηλαδή τον νου τους και την μέσα σ' αυτόν άγρυπνη γνώση, που επιβαίνει και στηρίζεται στο πρακτικό της ψυχής, το δηλούμενο με τα χέρια, και αφιερώνεται διά βίου στον Θεό και συνάπτεται με τις από αυτόν λάμψεις. Χρειάζεται όμως και άφθονο έλαιο, ώστε να διαρκεί το άναμμά τους. Έλαιο δε είναι η αγάπη, που είναι κορυφή των αρετών. "Όπως λοιπόν, αν θέσεις θεμέλια και οικοδομήσεις επάνω σ' αυτά τους τοίχους, δεν πρόσθεσεις δε την οροφή, τα αφήνεις όλα εκείνα άχρηστα, κατά τον ίδιο τρόπο, αν αποκτήσεις όλες τις αρετές, δεν προσαποκτήσεις δε την αγάπη, όλες εκείνες είναι άχρηστες και ανωφελείς· και η οροφή της οικίας όμως χωρίς τα στοιχεία που την συγκρατούν δεν μπορεί να οικοδομηθεί.

15. Και ο Κύριος λοιπόν προσφέρει την κληρονομία του σε όσους έχουν σφραγίσει τις άλλες αρετές δια των έργων της αγάπης και ανέβηκαν σ' αυτήν δια του ανεπιλήπτου βίου ή κατέφυγαν προς αυτήν διά μετανοίας. Από αυτούς εγώ τους μεν πρώτους καλώ υιούς, διότι είναι φύλακες μυστικής από τον Θεό αναγεννήσεως, τους δε δεύτερους μισθωτούς, διότι ξαναποκτούν την χάρη διά των πολυειδών ιδρώτων της μετανοίας και δια της ταπεινώσεως ως μισθόν.

16. Γι' αυτό, αφού προηγουμένους στα θεία ευαγγέλια εξήγησε πολυειδώς τα σχετικά με την κρίση, έπειτα εξέθεσε τα περί της αγάπης με την άποψη ότι τελειοποιεί ή επαναφέρει τις εκεί απαριθμούμενες αρετές. Αλλά οι δίκαιοι θ' αποκριθούν με τα λόγια· «Κύριε, πότε σε είδαμε να πείνας και σ' εθρέψαμε, ή να διψάς και σ' εποτίσαμε; Πότε σε είδαμε ξένο και σε συμμαζεύσαμε, ή γυμνόν και σε ενδύσαμε; Πότε σε είδαμε ασθενή ή στην φυλακή και σ' επισκεφθήκαμε;». Βλέπετε ότι οι από τα δεξιά καλούνται και δίκαιοι; Επομένως γι' αυτούς το έλεος προέρχεται από την δικαιοσύνη και είναι με δικαιοσύνη. Βλέπετε δε άλλην αρετή, την ταπείνωσι, να προσμαρτυρείται στους δικαίους από το πλήρωμα της αγάπης; Διότι ισχυρίζονται ότι είναι ανάξιοι της ανακηρύξεως και των επαίνων, σαν να μη έπραξαν κανένα αγαθόν, αυτοί που μαρτυρούνται ότι δεν άφησαν κανένα αγαθό άπρακτο.

17. Γι' αυτό, νομίζω, ο Κύριος αποκρίνεται σ' αυτούς με παρρησία, για ν' αναφανούν ότι είναι τέτοιας μορφής και ανυψωθούν με την ταπείνωσι και δικαίως εύρουν από αυτόν χάρη, την οποία ο Κύριος παρέχει αφθόνως στους ταπεινούς, «διότι ο Κύριος αντιτάσσεται στους υπερήφανους, ενώ στους ταπεινούς δίδει χάρι», ο οποίος και τώρα λέγει προς αυτούς· «πραγματικά σας λέγω, εφ' όσον τα επράξατε σ' ένα από τους αδελφούς μου τους ελαχίστους, τα εκάματε σ' εμένα». Καλεί τον άλλο ελάχιστον για την πτωχεία και την ευτέλεια, αδελφόν δε, διότι και αυτός έτσι έζησε κατά σάρκα επί της γης.

18. Ακούσετε και ευφρανθείτε, όσοι είσθε πτωχοί και ενδεείς· διότι κατά τούτο είσθε αδελφοί του Θεού· κι αν είσθε πτωχοί και ευτελείς ακουσίως,καταστήσατε εκούσιο για τον εαυτό σας το αγαθό δια της υπομονής και της ευχαριστίας. Ακούσετε οι πλούσιοι και ποθήσετε την ευλογημένη πτωχεία, για να γίνετε κληρονόμοι και αδελφοί του Χριστού, γνησιώτεροι μάλιστα εκείνων που επτώχευσαν ακουσίως· διότι εκείνος επτώχευσε για μας εκουσίως. Ακούσετε και στενάξετε εσείς που περιφρονείτε τους αδελφούς σας, όταν υποφέρουν, μάλλον δε τους αδελφούς του Θεού, και δεν μεταδίδετε στους ενδεείς από όσα διαθέτετε άφθονα, τροφή, σκέπη, ενδυμασία, επιμέλεια κατάλληλη, και δεν προσφέρετε το περίσσευμά σας στο υστέρημα εκείνων. Μάλλον δε ας ακούσωμε και ας στενάξωμε, αφού κι εγώ ο ίδιος που σας λέγω αυτά, ελέγχομαι από την συνείδησί μου ότι δεν είμαι τελείως έξω από το πάθος· διότι, ενώ πολλοί ριγούν και στερούνται, εγώ είμαι γεμάτος και ενδεδυμένος. Πολύ δε περισσότερο άξιοι πένθους είναι αυτοί που έχουν και κατέχουν θησαυρούς περισσοτέρους από την καθημερινή ανάγκη ή και φροντίζουν να τους αυξήσουν· ενώ είναι προσταγμένοι ν' αγαπούν τον πλησίον σαν τους εαυτούς των, δεν τους θεωρούν ούτε σαν το χώμα. Διότι τι άλλο είναι ο χρυσός και ο άργυρος, που αγαπήσαμε περισσότερο από τους αδελφούς;

19 Αλλά ας επιστραφούμε, ας μετανοήσωμε και ας κοινωνήσωμε εξυπηρετώντας τις ανάγκες των ανάμεσά μας πτωχών αδελφών με όσα έχομε. Και αν δεν είμαστε διατεθειμένοι ν' αδειάσωμε θεοφιλώς όλα τα υπάρχοντα, τουλάχιστον να μη τα κατακρατήσωμε όλα για τους εαυτούς μας ασπλάγχνως· αλλά το μεν ένα ας το πράξωμε, γι' αυτό δε που θα παραλείψωμε, ας ταπεινωθούμε ενώπιον του Θεού, και θα επιτύχωμε από αυτόν συγγνώμη, διότι η φιλανθρωπία του αναπληρώνει την έλλειψί μας, για να μη, ο μη γένοιτο, ακούσωμε την απαίσια φωνή· διότι, λέγει, «τότε θα ειπεί και στους από τα αριστερά· φεύγετε από έμενα οι καταραμένοι». Πόσο φοβερό είναι τούτο! Απομακρυνθείτε από τη ζωή, εκβληθείτε από την τρυφή, στερηθείτε το φως!

20.  Και δεν λέγει μόνο τούτο, αλλά προχωρεί· «φεύγετε από εμένα οι καταραμένοι, στο αιώνιο πυρ, το ετοιμασμένο για τον Διάβολο και τους αγγέλους του». Όπως δηλαδή οι από τα δεξιά θα έχουν ζωή, και μάλιστα με το παραπάνω, ζωή μεν αφού θα συνευρίσκωνται με τον Θεό, με το παραπάνω δε αφού θα είναι υιοί και κληρονόμοι της βασιλείας του, έτσι και οι από τα αριστερά, αποτυγχάνοντας ν' αποκτήσουν την αληθινή ζωή λόγω της απομακρύνσεως από τον Θεό, θα εύρουν και παραπάνω κακό, αφού θα έχουν συνταχθεί με τους δαίμονες και θα παραδοθούν στο κολαστικό πυρ.

21. Ποιού δε είδους είναι το πυρ εκείνο, το οποίο άπτεται και των σωμάτων και των λογικών σε σώματα όντων, και των ασωμάτων πνευμάτων, θλίβοντας και στενοχωρώντας τα παντοτινά, και δια του οποίου θα λειώσει και το δικό μας πυρ, κατά το γεγραμμένο, «τα καιόμενα στοιχεία θα λειώσουν»; Πόση προσθήκη φέρει στην οδύνη το ανέλπιδο της απολυτρώσεως; Διότι, λέγει, υπάρχει ποταμός, που παρασύρει το πυρ εκείνο, όπως φαίνεται, και το φέρει μακρύτερα από τον Θεό. Γι' αυτό δεν είπε "πορευθείτε", αλλά «πορεύεσθε από εμένα οι καταραμένοι»· διότι έχετε αφθόνως δεχθεί τις κατάρες από τους πτωχούς, και με όλο που υπέφεραν εκείνοι, εσείς πάντως είσθε άξιοι κατάρας. Λέγει δε προς αυτούς «πηγαίνετε στο πυρ το ετοιμασμένο» όχι για σας, αλλά για τον Διάβολο και τους αγγέλους του· διότι τούτο δεν είναι προηγούμενο δικό μου θέλημα, δεν σας έπλασα γι' αυτό, δεν ετοίμασα για σας την φωτιά. Το άσβεστο πυρ έχει αναφθεί για τους δαίμονες που έχουν αμετάβλητη την έξι της κακίας, με τους οποίους σας συνέδεσε η σύμφωνη μ' εκείνους αμετανόητη γνώμη. Είναι λοιπόν εθελοντική η συμβίωσις με τους πονηρούς αγγέλους. «Διότι επείνασα και δεν μου εδώσατε να φάγω, εδίψασα και δεν με εποτίσατε, ξένος ήμουν και δεν με συμμαζεύσατε, γυμνός και δεν με ενδύσατε, ασθενής και στη φυλακή ήμουν και δεν μ' επισκεφθήκατε». Όπως αδελφοί, η αγάπη και τα έργα της αγάπης είναι πλήρωμα των αρετών, έτσι το μίσος και τα έργα του μίσους, ο ασυμπαθής τρόπος, η ακοινώνητη γνώμη, είναι πλήρωμα της αμαρτίας. Και όπως τη φιλανθρωπία ακολουθούν και συνυπάρχουν με αυτήν οι αρετές, έτσι τη μισανθρωπία ακολουθούν οι κακίες· γι' αυτό και από αυτήν μόνο καταδικάζονται.

22. Θα ήθελα λοιπόν να ειπώ ότι δεν υπάρχει κανένα δείγμα μίσους μεγαλύτερο από το να προτιμούμε από τον αδελφό το άφθονο αργύριο· αλλά βλέπω την κακία να έχει εύρει και μεγαλύτερο δείγμα της μισανθρωπίας. Υπάρχουν δηλαδή άνθρωποι που όχι μόνο δεν ελεούν από όσα διαθέτουν πλουσίως, αλλά και σφετερίζονται τα ξένα. Ας συλλογισθούν λοιπόν από την απόφαση προς τους μη ελεήμονες, τι θα εύρουν αυτοί και τι θα πάθουν, και ποιας ακατανόητης και αφόρητης καταδίκης είναι άξιοι, ας αποστούν από την αδικία και ας εξιλεώσουν το θείο δια των έργων της μετανοίας. Εκείνοι δε θ' αποκριθούν τότε ως εξής· «Κύριε, πότε σε είδαμε να πεινάς ή να διψάς ή ξένον ή γυμνόν ή ασθενή ή φυλακισμένον, και δεν σε υπηρετήσαμε;».

23. Βλέπετε και αυτό το τελευταίο κακό, την υπερηφάνεια, συνεζευγμένη με τον ασυμπαθή τρόπο, όπως την ταπείνωσι με την συμπάθεια; Οι δίκαιοι εγκωμιαζόμενοι για την φιλανθρωπία τους ταπεινώνονται περισσότερο, δεν δικαιώνουν τους εαυτούς των. Οι υπερήφανοι, όταν κατηγορούνται για την ασπλαγχνία τους από τον αψευδή, δεν προσπίπτουν ταπεινωμένοι, αλλά αντιλέγουν και δικαιώνουν τους εαυτούς των. Γι' αυτό και θ' ακούσουν τα λόγια· «αληθινά σας λέγω, εφ' όσον δεν το επράξατε σ' ένα από αυτούς τους ελαχίστους, δεν το εκάματε ούτε σ' εμένα». Κι έτσι θα μεταβούν, λέγει, «αυτοί μεν σε αιώνια κόλασι, οι δε δίκαιοι σε αιώνια ζωή».

24. Ας ελεήσωμε λοιπόν τους εαυτούς μας, αδελφοί, δια του ελέους προς τους αδελφούς, ας αποκτήσωμε δια της συμπαθείας την συμπάθεια, ας ευεργετήσωμε για να ευεργετηθούμε. Η μεν ανταπόκρισις είναι ομοία, διότι πρόκειται για ευποιία και φιλανθρωπία, για αγάπη και έλεος και συμπάθεια· αλλά δεν είναι ίση κατά την αξία και το μέτρο της υπεροχής. Διότι εσύ μεν παρέχεις από όσα έχει ο άνθρωπος, και όσο μπορεί να ευεργετήσει ο άνθρωπος, παίρνεις δε σε ανταπόδοση από τους θείους και ακενώτους θησαυρούς εκατονταπλάσια και την αιώνια ζωή, και ευεργετείσαι από όσα και όσο μπορεί ο Θεός να ευεργετήσει, «πράγματα που οφθαλμός δεν είδε και ους δεν άκουσε και που δεν ανέβηκαν στην καρδιά του ανθρώπου».

25. Ας σπεύσωμε λοιπόν για να επιτύχωμε τον πλούτο της αγαθότητος, ας αγοράσωμε με ολίγα αργύρια αιώνια κληρονομία, ας φοβηθούμε τέλος την απόφαση εναντίον των ανοικτιρμόνων, για να μη κατακριθούμε από αυτήν εκεί· ας μη φοβηθούμε μη τυχόν γίνωμε πτωχοί, δίδοντας ελεημοσύνη, διότι θ' ακούσωμε από τον Χριστό, «έλθετε οι ευλογημένοι του Πατρός μου, κληρονομήσατε την γη». Ας φοβηθούμε και ας κάμωμε το παν, για να μη φανούμε έξω από την αγάπη προς τον Θεό δια της ασπλαγχνίας· «διότι αυτός που δεν αγαπά τον αδελφό του, που τον είδε», λέγει ο ευαγγελιστής, «πώς θ' αγαπήσει τον Θεό που δεν τον είδε», αυτός δε που δεν αγαπά το Θεό πώς θα συνυπάρξει με αυτόν; Και αυτός που δεν συνυπάρχει με αυτόν θ' απομακρυνθεί από αυτόν· ο δε απομακρυνόμενος από αυτόν οπωσδήποτε θα πέσει στη γέεννα του πυρός.

26. Αλλά εμείς ας επιδείξωμε έργα αγάπης προς τους αδελφούς μας εν Χριστώ, ελεώντας τους πτωχούς, επιστρέφοντας τους πλανημένους, σε όποιαν πλάνη και πτώχεια και αν είναι, δικαιώνοντας τους αδικούμενους, δυναμώνοντας τους κατάκοιτους από ασθένεια, είτε πάσχουν τούτο δια των αισθητών εχθρών και νοσημάτων είτε δια των αοράτων πονηρών πνευμάτων και των παθών της ατιμίας, επισκεπτόμενοι τους εγκαθείρκτους στη φυλακή, αλλά και ανεχόμενοι αυτούς που μας κτυπούν, και χαρίζοντας ο ένας στον άλλο όποια μομφή έχει εναντίον του, όπως και ο Χριστός μας την εχάρισε. Και γενικώς ας επιδείξωμε την μεταξύ μας αγάπη με κάθε τρόπο και με κάθε έργο και λόγο, για να επιτύχωμε την από τον Θεό αγάπη και ευλογηθούμε από αυτόν και κληρονομήσωμε την επηγγελμένη σ' εμάς και για μας ουράνια και αιώνια βασιλεία από την θεμελίωση του κόσμου.

27. Αυτήν είθε ν' αποκτήσωμε όλοι εμείς, με την χάρη και φιλανθρωπία του Κυρίου Ιησού Χριστού μαζί με τον οποίο πρέπει στον Πατέρα, καθώς και στο άγιο Πνεύμα, τιμή και δόξα στους αιώνες των αιώνων. Γένοιτο. 

Χριστάκης Ευσταθίου: Η κρίση του Κυρίου (Κυριακή της Απόκρεω)


Χριστάκης Ευσταθίου: Η κρίση του Κυρίου (Κυριακή της Απόκρεω)

“Δεύτε οι ευλογημένοι του Πατρός μου, κληρονομήσατε την ητοιμασμένην υμίν βασιλείαν από καταβολής κόσμου”. Στη σημερινή ευαγγελική περικοπή ο άνθρωπος τοποθετείται μπροστά σε μια πραγματικότητα που τον καθοδηγεί στην πνευματική του πορεία με τρόπο απλό και συγκεκριμένο.
Ο Κύριός μας που εμφανίζεται ως ο Δίκαιος Κριτής, βάζει τις προϋποθέσεις εκείνες που καταξιώνουν τον άνθρωπο να εισέλθει στη Βασιλεία Του.Οι προϋποθέσεις αυτές συνδέονται με την σχέση που αναπτύσσει με τον Θεό και τον συνάνθρωπό του σε μια πορεία ανάβασής του στον ουρανό. Τα άξια τέκνα Είναι πολύ χαρακτηριστική η εικόνα που ξεδιπλώνει μπροστά μας η ευαγγελική περικοπή: “Επείνασα γαρ, και εδώκατέ μοι φαγείν, εδίψησα, και εποτίσατέ με, ξένος ήμην, και συνηγάγετέ με, γυμνός, και περιεβάλετέ με, ησθένησα, και επεσκέψασθέ με, εν φυλακή ήμην, και ήλθετε προς με....”. Οι λόγοι αυτοί του Κυρίου παραπέμπουν στην ουσία του Χριστιανικού μηνύματος που συνδέεται τόσο στενά με την υποσχόμενη Βασιλεία των Ουρανών και τα άξια τέκνα που θα την κληρονομήσουν. Και πραγματικά, η επισήμανση αυτή του Κυρίου μας δίνει το στίγμα του μεγαλείου του ανθρώπου που συνίσταται στην κατ’ εικόνα Θεού δημιουργία του. Αυτό θέλει να δείξει η προτροπή Του να βλέπουμε στο πρόσωπο του συνανθρώπου μας την παρουσία του Ιδίου. Έτσι η διδασκαλία της Εκκλησίας μας, που όπως γνωρίζουμε είναι το Σώμα του Χριστού, δεν κινείται σε έννοιες αφηρημένες και θεωρητικές, αλλά αποκτά πρακτικό νόημα και περιεχόμενο στην καθημερινή μας ζωή.Όπως όλοι γνωρίζουμε την περίοδο αυτή βρισκόμαστε σε μια πορεία που έχει ως κέντρο την άσκηση με σκοπό την απόκτηση αρετών, κατά τρόπο που ο άνθρωπος να γίνεται χαριτωμένη ύπαρξη. Αυτή ακριβώς η πορεία περνά μέσα από την σύσταση του Κυρίου μας να βλέπουμε τον ίδιο στο πρόσωπο των συνανθρώπων μας και να βιώνουμε την χαρά του με την αληθινή σχέση ζωής που σφυρηλατείται μέσα από τον πλούτο της μυστηριακής και λειτουργικής ζωής της Εκκλησίας μας. Μάλιστα, θα πρέπει να έχουμε υπ’ όψιν ότι ο άνθρωπος μπορεί όχι μόνο να αποδεχθεί αλλά και να αγαπήσει πραγματικά τον αδελφό του, μόνο όταν αντλεί από την μεγάλη πηγή της Χάριτος που προσφέρει η Εκκλησία μας.Έξω από τη χαρά της Ορθόδοξης Εκκλησίας μας ο άνθρωπος δεν βλέπει τον συνάνθρωπό του ως αδελφό αλλά ως ανταγωνιστή που τον γεμίζει με ανασφάλειες και καχυποψίες. Είναι γι΄ αυτό το λόγο που ο Χριστός ουσιαστικά μας προτρέπει να πλησιάσουμε τον Ίδιο (την Εκκλησία Του που είναι το Σώμα Του) έτσι ώστε να αποκτήσουμε τα εφόδια εκείνα που θεμελιώνουν την κοινωνία αγάπης, όπως αυθεντικά την βίωναν οι πιστοί στα Ιεροσόλυμα στους πρώτους χριστιανικούς αιώνες. Αγαπητοί αδελφοί, ας προσπαθήσουμε κι’ εμείς στη ζωή μας να αποβάλουμε όλα τα πάθη και τις αδυναμίες που εμφωλεύουν στις καρδιές μας. Ιδιαίτερα αυτή την περίοδο που μπαίνουμε στο στάδιο των αρετών η Εκκλησία μας παραπέμπει σ΄ αυτή την πορεία ζωής. Με τη χάρη του Θεού αλλά και με τη δική μας προσπάθεια μπορούμε να φθάσουμε στο σημείο να βλέπουμε στο πρόσωπο του κάθε συνανθρώπου μας τον ίδιο τον Κύριό μας. Και τότε θα μπορούμε να ακούσουμε και εμείς το “δεύτε οι ευλογημένοι του Πατρός μου, κληρονομήσατε την ητοιμασμένην υμίν βασιλείαν από καταβολής κόσμου”. Η διαβεβαίωση του Χριστού “εφ΄ όσον εποιήσατε ενί τούτων των αδελφών μου των ελαχίστων εμοί εποιήσατε” αποτελεί μια μαρτυρία ζωής για όλους μας.--------------------------------------------πηγή: aktines.blogspot.com

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΑΠΟΚΡΕΩ εκ της Ιεράς Μητροπόλεως Κυθήρων και Αντικυθήρων


Κυριακή τῆς Ἀπόκρεω
            Φθάσαμε, χριστιανοί μου, μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ στήν τρίτη Κυριακή τοῦ Τριῳδίου πού ὀνομάζεται Κυριακή τῶν Ἀπόκρεω, διότι ἀπό αὔριο ἕως τήν Κυριακή τοῦ Πάσχα ἀπέχουμε ἀπό τήν τροφή τοῦ κρέατος, προετοιμαζόμενοι ἔτσι καί σωματικά γιά τήν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου μας.
          Τό Εὐαγγέλιο πού ἀκούσαμε μᾶς ὑπενθυμίζει πρῶτο ὅτι θά ὑπάρξει Δευτέρα Παρουσία τοῦ Κυρίου μας καί δίκαιη πλέον κρίση, πολύ διαφορετική ἀπό αὐτήν τῶν ἀνθρώπων, καί δεύτερο ὅτι θά κριθοῦμε μέ γνώμονα τήν ἀγάπη πού δώσαμε ἡ δέν δώσαμε στούς ἐμπερίστατους ἀδελφούς μας.
          Βασικό, λοιπόν, κριτήριο γιά τήν εἴσοδο μας στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ ἀρετή τῆς ἐλεημοσύνης, ὄχι ὅμως μέ τήν ἔννοια τοῦ καθήκοντος, ἀλλά μέ τήν ἔννοια τῆς ἀγάπης, ὅπως αὐτή μᾶς διδάχθηκε ἀπό τόν ἴδιο τό Θεό διά τοῦ Υἰοῦ του. Ὁ Θεός ἐλέησε τόν ἄνθρωπο στέλνοντας τόν Μονογενῆ Του Υἰό.
          Ὁ Χριστός ἔγινε ἄνθρωπος. Θεράπευσε τόν ἄνθρωπο ἀπό τήν κάθε εἴδους ἀσθένεια, θυσιάστηκε γιά τόν ἄνθρωπο πάνω στό Σταυρό καί ἀναστήθηκε γιά νά θεώσει τόν ἄνθρωπο. Γι΄ αὐτό μᾶς προτρέπει ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος «Ἄς γίνουμε ὅπως ὁ Χριστός, ἀφοῦ καί ὁ Χριστός ἔγινε ὅπως ἐμεῖς˙ ἄς γίνουμε θεοί γι΄αὐτόν, ἐπειδή καί Ἐκεῖνος ἔγινε γιά μᾶς ἄνθρωπος».
          Μᾶς μιλάει ὁ Κύριός μας γιά τήν ἐλεημοσύνη πού δέν περιορίζεται στήν οἰκονομική βοήθεια, ἀλλά καί στήν ἠθική συμπαράσταση «Πείνασα καί μοῦ δώσατε νά φάω, δίψασα καί μοῦ δώσατε νά πιῶ, ἤμουν ξένος καί μέ περιμαζέψατε, γυμνός καί μέ ντύσατε, ἄρρωστος καί μ΄ἐπισκεφθήκατε, φυλακισμένος καί ἤρθατε νά μέ δεῖτε».Κατά τόν ἱερό Χρυσόστομο ἀλλά καί τούς ἄλλους Πατέρες ἡ ἀρετή τῆς ἐλεημοσύνης εἶναι ἀνώτερη ἀπό κάθε ἄλλη ἀρετή καί μπορεῖ νά ἐξαγοράσει πλῆθος ἁμαρτιῶν. Διαβάζουμε στό βιβλίο τῆς Π.Διαθήκης,  Σοφία Σειράχ, «Πῦρ φλογιζόμενον ἀποσβέσει ὕδωρ καί ἐλεημοσύνη καταπαύσει (δήλ. ἐξιλεώνει) ἁμαρτίας».
          Ἡ ἐλεημοσύνη ὄχι ἁπλῶς ὡς μία καλή πράξη, ἀλλά ὡς πορεία ζωῆς καί μάλιστα μυστηριακῆς ζωῆς, πού μέσῳ τοῦ συνανθρώπου -ἀδελφοῦ μᾶς ὀδηγεῖ στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἑνωμένος μέ τόν Θεό ἀπ΄αὐτήν τή ζωή, γιατί ἐκεῖνο πού πρέπει νά φοβᾶται ὁ ἄνθρωπος  δέν εἶναι ἡ αἰώνια κόλαση, ἀλλά ἡ στέρηση τῆς κοινωνίας μέ τό Θεό. Καί ἀληθινή ἐλεημοσύνη σημαίνει ἀφήνω τόπο στή καρδιά μου γιά τόν Χριστό ἄρα γιά τό συνάνθρωπο , γιά ν΄ἀκούσουμε ἔτσι τήν ἡμέρα τῆς κρίσεως τά λόγια τοῦ Κυρίου  «Ἀμήν λέγω ὑμῖν, ἐφ΄ὄσον ἐποίησατε ἑνί τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων ἐμοί ἐποιήσατε. Εἰσέλθετε εἰς τήν χαράν τοῦ Κυρίου σας».
 ΑΜΗΝΠρωτ.Παν.Μεγαλοκονόμος

Το «μυστήριο του αδελφού» (Κυριακή της Απόκρεω)«Εφ’ όσον εποιήσατε ενί τούτων των αδελφών μου των ελαχίστων, εμοί εποιήσατε» ,Επισκόπου Φαναρίου Αγαθάγγελου



«Εφ’ όσον εποιήσατε ενί τούτων των αδελφών μου των ελαχίστων, εμοί εποιήσατε»
Η Ευαγγελική  περικοπή της Κυριακής τής Απόκρεω αναφέρεται περισσότερο από κάθε άλλη σαν εικόνα της κρίσεως. Παρ’ όλα αυτά μας λέγει κάτι ουσιαστικό· όχι για τον θάνατο, την καταδίκη ή τη σωτηρία, άλλα για τη ζωή.
Ο Θεός δε ρωτάει ούτε τους αμαρτωλούς ούτε τους δίκαιους τίποτε σχετικά με τις πεποιθήσεις τους ή με τις λατρευτικές τους συνήθειες· αυτό που μετράει ο Κύριος είναι ο βαθμός της ανθρωπιάς τους· «επείνασα γαρ, και εδώκατέ μοι φαγείν, εδίψησα και εποτίσατέ με, ξένος ήμην, και συνηγάγετέ με, γυμνός και περιεβάλετέ με, ησθένησα και επεσκέψασθέ με, εν φυλακή ήμην, και ήλθετε προς με».
Η παραβολή της κρίσεως θέτει σαφέστατα το ότι θα κριθούμε για την «πολιτεία» μας, για το πως δηλαδή ζήσαμε ανάμεσα στους αδελφούς μας. Και για την Εκκλησία αυτή η πολιτεία μας δεν μπορεί να νοηθεί έξω από μια χριστοκεντρική τοποθέτηση μέσα στην αδελφική κοινωνία που είναι έκφραση μιας ζωής, η οποία θεμελιώνεται στην ένωση με τον Χριστό εν Αγίω Πνεύματι. Η τελείωση του πιστού εν κοινωνία είναι το αδιάκοπο κήρυγμα των πατέρων. Ερμηνεύοντας την παύλειο φράση «μιμηταί μου γίνεσθε καθώς καγώ Χριστού», ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος ερωτά: «Και πώς είναι δυνατόν, να γίνουμε μιμη­ταί Χριστού; Με το να φροντίζουμε για το κοινό καλό και να μη ζητούμε τα του εαυτού μας».

Ποιός είναι ο πλησίον;
Μέσα στην ευαγγελική περικοπή του κατά Ματθαίον Ευαγγελίου αναπτύσσεται η γνωστή καινοδιαθηκική κοινωνική κατηγορία του πλησίον. Μέσα στην Εκκλησία η έννοια αυτή δε γνωρίζει φραγμούς και όρια. Πλησίον είναι ο κάθε άνθρωπος. Εκφράζει την καθολική συναδέλφωση εν Χριστώ. Στον συνάνθρωπο μας διακρίνουμε τον ίδιο τον Χριστό. Αγαπώντας τον πλησίον μας, αγαπάμε τον Χριστό, του οποίου κάθε άνθρωπος είναι εικόνα. Μέσα στην Εκκλησία ο πλησίον μας δίνει τη δυνατότητα να ξεδιπλωθούμε και να βγούμε από τον εαυτό μας, να δραστηριοποιηθούμε στην αγάπη και να ξεπεράσουμε τον φόβο, που έχει μέσα του την κόλαση, και μετά να περάσουμε στο χώρο της παραδείσιας κοινωνίας. Στο πρόσωπο του άλλου ο χριστιανός δε βλέπει το κακό και το δαιμονικό που μετατρέπει τη ζωή και τον κόσμο σε θάνατο, αλλά στο πρόσωπο του πλησίον και μάλιστα του «ελάχιστου αδελφού» βλέπει την αληθινή ζωή, τον Χριστό και την Ανάσταση.
Γι’ αυτό ακριβώς ο ιερός Χρυσόστομος, όταν μιλάει για τον πλησίον, μιλάει για το «μυστήριο του αδελφού». Ο δε άγιος Εφραίμ ο Σύρος τονίζει με έμφαση πως όποιος δεν μπορεί να αγαπήσει είναι ουσιαστικά «βεβλαμμένος κατά νουν». Μια αγιότητα χωρίς αγάπη και χωρίς κοινωνία με τον πλησίον δαιμονοποιεί τον άνθρωπο και τον καθιστά ξένο και αποκομμένο από το κοινωνικό σώμα. Η πραγματική αγιοποίηση του ανθρώπου είναι ουσιαστικά μια πράξη αδελφοποιήσεως.

Η αγάπη
Σ’ αυτή την έννοια του πλησίον κρύβεται και η βαθύτερη σημασία της χριστιανικής αγάπης. Δεν αγαπάμε κατά καθήκον, όπως συνήθως λέμε. Η αγάπη είναι η αναπνοή του Χριστιανισμού, ο φυσικός τρόπος της υπάρξεως του. Η αγάπη δίνει την αληθινή επίγνωση του Θεού, είναι αγαπητική δύναμη της ψυχής, είναι η κύρια δύναμη για τη θεογνωσία. Η αγάπη προέρχεται από τον Θεό, «ότι ο Θεός αγάπη εστίν» (Α’ Ιων. 4,8). Ο Θεός δεν έχει όρια, γι’ αυτό και η αγάπη είναι άπειρη και δε γνωρίζει μέτρο. Η αγάπη είναι εκπλήρωση όλου του νόμου (άγιος Διάδοχος Φωτικής).

Η αγάπη σήμερα
Η αλλοτρίωση που σήμερα πραγματοποιείται σε όλες τις μορφές της ζωής είναι ενδεικτική του κόσμου που έρχεται. Αλλά και αποκαλυπτική της ταυτότητας του ανθρώπου του αύριο, που από σήμερα δημιουργεί μια αυτοσυνειδησία χωρίς Θεό, χωρίς αγάπη και ενάντια σε κάθε έννοια κοινότητας και κοινωνίας προσώπων.
Η μόνη διέξοδος είναι η εκκλησιαστική ζωή και πράξη, η μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας του Χριστού. Γιατί η ζωή μας στον ορθόδοξο χώρο είναι προέκταση της Λατρείας. Είναι «λειτουργία μετά τη λειτουργία». Αν η ζωή μας δεν είναι άμεσα και οργανικά συνδεδεμένη με τη λατρεία, αν δεν είναι ευχαριστία και δοξολογία, δεν μπορεί να ονομάζεται ορθόδοξη ζωή. Τότε αποδεικνύεται ότι και η κοινωνική μας ζωή δεν είναι παρά εξωτερική συμβατικότητα, τυπική και ανούσια, που αποβαίνει «εις κρίμα και κατάκριμα και όχι εις σωτηρίαν».
Οι Χριστιανοί δεν είναι έξω από τα δεινά του κόσμου και τις θλίψεις των ανθρώπων. Είμαστε μάρτυρες μιας δαιμονικής καταστάσεως, που αποτελεί πρόσκληση και πρόκληση στη χριστιανική μας αγάπη, στον πλούτο και στη δύναμή της. Μακάριος, λοιπόν, ο άνθρωπος, ο οποίος λογαριάζει κάθε άνθρωπο σαν θεό, μετά τον Θεό (όσιος Νείλος).
Σ’ ένα αρχαίο εκκλησιαστικό κείμενο διαβάζουμε ότι «εκείνος που εξαρπάζει μια ψυχή από την ανάγκη και τα δεινά, τη στέρηση και τα βάσανα, στα οποία βρίσκεται, αυτός προορίζει στον εαυτό του μεγάλη χαρά. Όπως και αντίθετα, εκείνος που γνωρίζει τη συμφορά του ανθρώπου που βρίσκεται σε κάθε είδους ανάγκη και δεν τον εξαρπάζει απ’ αυτήν την κατάσταση, αυτός διαπράττει μεγάλη αμαρτία και γίνεται ένοχος για την απώλειά του. Μια άρνηση ή αναβολή αυτής της στάσης μας, στο να πράττουμε δηλαδή το αγαθό στους αδελφούς μας, έχει σαν συνέπεια να παραμείνουμε έξω από την Βασιλεία».
Είθε η Χάρη του Θεού να αιχμαλωτίζει τον νου μας εις αγάπην Θεού και το Πανάγιο Πνεύμα να μας χαρίζει και να μας διδάσκει την αληθινή αγάπη.

(Αγαθαγγέλου, Επισκόπου Φαναρίου, «Η ζύμη του Ευαγγελίου»)

Κυριακή των Απόκρεω Ιερά Μητρόπολις Κωνσταντίας και Αμμοχώστου


Η σημερινή Κυριακή είναι η τρίτη Κυριακή του Τριωδίου και ονομάζεται Κυριακή της Απόκρεω. Και έτσι χρονικά βρισκόμαστε όλο και πιο κοντά προς την έναρξη της μεγάλης Τεσσαρακοστής. Σήμερα είναι Κυριακή της Απόκρεω και μας χωρίζει μόνο μια βδομάδα  από την αρχή της νηστείας. Η παρούσα Κυριακή λοιπόν καθώς και ολόκληρη η εβδομάδα που προηγείται φέρει την ονομασία αυτή επειδή ακριβώς σήμερα σταματούμε να τρώμε κρέας. Η παύση  της κρεοφαγίας αποτελεί  την πρώτη πράξη με την οποία  ξεκινάμε τη νηστεία της μεγάλης Τεσσαρακοστής που πλησιάζει.
Η αποστολική περικοπή προέρχεται από την πρώτη προς Κορινθίους Επιστολή του Αποστόλου Παύλου (8,8-9,2). Ο απόστολος Παύλος απευθυνόμενος προς τους Κορινθίους, εξηγεί ότι δεν είναι οι τροφές που θα καθορίσουν τη θέση τους απέναντι στο Θεό, χωρίς να εννοεί ότι πρέπει χωρίς διάκριση αυτοί που έχουν τη «γνώση» να μετέχουν σε ειδωλολατρικά τραπέζια τρώγοντας ειδωλόθυτα, κρέατα, δηλαδή κρέατα προερχόμενα από τις θυσίες τις οποίες οι  εθνικοί προσέφεραν στα είδωλα, γιατί κάποιοι από τους αδελφούς μας είναι αδύνατοι στην πίστη και ενδέχεται να σκανδαλιστούν.
Ο Θεός μας έδωσε την ελευθερία του τι θα φάμε και τι όχι, αφού δεν είναι η τροφή που καθορίζει τη θέση μας απέναντί του, δεν είναι η τροφή που θα μας δώσει αξία ενώπιον του. «Βρώμα ημάς ου παρίστησι τω Θεώ∙ ούτε γαρ εάν φάγωμεν περισσεύομεν, ούτε γαρ εάν μη φάγωμεν υστερούμεθα».  Το όλο θέμα ήταν καθαρά πνευματικό, και οι λέξεις «περισσεύομεν» και «υστερούμεθα» δεν αναφέρονται στο σωματικό χορτασμό αλλά στην πρόοδο ή την υστέρηση των αρετών. Η βρώση των ειδωλοθύτων ήταν μόνο η αφορμή. Η ρίζα του προβλήματος ήταν οι σχέσεις των ανθρώπων με το Θεό και με τους συνανθρώπους τους, η ελευθέρια που μας έδωσε ο Θεός και πώς αυτή η ελευθερία γίνεται κάποιες φορές αιτία σκανδαλισμού για τους αδελφούς μας.
Ο Απόστολος Παύλος αναγνωρίζει την ελευθερία του χριστιανού αλλά δεν αναγνωρίζει την κακή χρήση της, γιατί θα γίνει πρόσκομμα για τους ασθενείς αδελφούς μας. «Βλέπετε δε μήπως η εξουσία υμών αύτη πρόσκομμα γένηται τοις ασθενούσιν»  και αιτία σκανδαλισμού για τους αδελφούς μας. Δεν είναι δυνατόν η ελευθερία και η αγάπη να χωρίζονται η μία από την άλλη. Είναι ελεύθεροι οι Χριστιανοί να φάνε από τα ειδωλόθυτα. Αυτή η ελευθερία όμως συνδέεται άμεσα και με την κοινωνία αγάπης και της υπευθυνότητας μας έναντι των άλλων ανθρώπων. Δεν μπορεί συνεπώς η ελευθερία του πιστού ανθρώπου να λειτουργήσει ξέχωρα από την αγάπη του στους άλλους ανθρώπους, δεν μπορεί η ελευθερία αυτή να καταργήσει την αγάπη γιατί οι δύο αυτές έννοιες είναι άρρηκτα συνδεδεμένες. Η ελευθερία δεν υπάρχει χωρίς την αγάπη και δεν ορίζεται παρά με την αγάπη. Είμαστε πραγματικά ελεύθεροι και σεβόμαστε ειλικρινά την ελευθερία των άλλων μόνο όταν αγαπάμε ειλικρινά τους άλλους. Ο Απ. Παύλος θέλει να τονίσει ότι και ο ίδιος θα θυσιάσει τον εαυτό του, προκειμένου ποτέ να μην γίνει αιτία σκανδαλισμού του αδελφού του. «Διόπερ ει βρώμα σκανδαλίζει τον αδελφόν μου, ου μη φάγω κρέα εις τον αιώνα, ίνα μη τον αδελφόν μου, σκανδαλίσω». Ο Απόστολος Παύλος δίνει το παράδειγμα  της θυσιαστικής αγάπης, στερώντας από τον εαυτό του όλα όσα θα σκανδάλιζαν τους αδελφούς του ακόμα και όσα επιτρέπονταν θέλοντας έτσι να τονίσει πως η αγάπη είναι πάνω από όλες τις αρετές  «των συγκεχωρημένων απείχετο υπερ του μη σκανδαλίσαι, αλλ’ ότι και μετά πολλού του πόνου και του κινδύνου» (Ι. Χρυσοστόμου, Εις την Α’ προς Κορινθίους Επιστολή, Ομιλία 9,1). Πιστεύει ότι πάνω από οποιαδήποτε εξουσία ή ελευθερία είναι η ανιδιοτελής και θυσιαστική αγάπη, αφού όπως ο ίδιος γράφει αλλού, «οφείλομεν ημείς οι δυνατοί τα ασθενήματα των αδυνάτων βαστάζειν» (Ρωμ. 15,1). Βάζει όριο ο Απόστολος Παύλος στην ελευθερία και στην εξουσία και αυτό το όριο είναι η αγάπη προς τους άλλους.
Ωστόσο διαπιστώνουμε πως ο Απ. Παύλος μιλώντας για τα σημαντικά αυτά ζητήματα ήθους και συμπεριφοράς των Χριστιανών, κατατάσσει τον εαυτό του μεταξύ των δυνατών και προσάγει τον εαυτό του ως παράδειγμα. Μέσα στην Εκκλησία, σήμερα δεν γνωρίζουμε ποιος μπορεί να είναι δυνατός στην πίστη και στη συνείδηση και ποιος αδύνατος, γιατί όλοι πολλές φορές είναι δυνατό να συλλάβουμε τον εαυτό μας σε στιγμές αδυναμίας και στη πίστη και στη συμπεριφορά μας απέναντι στους άλλους. Ως χριστιανοί πρέπει να έχουμε δυνατή πίστη και δυνατή συνείδηση, γιατί έχουμε τη χάρη και τη  δύναμη του Αγίου Πνεύματος και η θυσία του Χριστού μας οδηγεί στη σωτηρία. Ο καθένας στη δύναμη και στην αδυναμία του έχει την ικανότητα να βοηθήσει και να ενισχύσει τον αδύνατο αδελφό του, για τον οποίο ο Χριστός θυσιάστηκε.
Οι Χριστιανοί της Κορίνθου τότε διχογνωμούσαν για τα ειδωλόθυτα. Εμείς σε πόσα θέματα δεν διχογνωμούμε σήμερα; Εάν ενεργούμε γιατί έτσι μας αρέσει και γιατί αισθανόμαστε δυνατοί στη γνώση έναντι των άλλων, ή γιατί πιστεύουμε ότι είμαστε δυνατοί ,τότε ενεργούμε εγωιστικά. Η αγάπη θα πρέπει να αποτελεί τη βάση και το κριτήριο της δικής μας στάσεως και συμπεριφοράς. Με αυτόν τον τρόπο,  όχι μόνο δεν θα επιζητούμε εγωιστικά το δικό μας συμφέρον, αλλά θα μας είναι και δυνατό και εύκολο να παραιτηθούμε και από τα προφανή δικαιώματα που θα είχαμε. Ο Απ. Παύλος βεβαιώνει ότι «αλλ΄ ουκ εχρησάμεθα τη εξουσία ταύτη , αλλά πάντα στέγομεν, ινα μη εγκοπήν τινα δώμεν τω ευαγγελίω του Χριστού» (Α΄ Κορ. 9,12). Προτεραιότητα έχει η διάδοση του Ευαγγελίου και ενώπιον αυτού του θείου θελήματος υποχωρεί κάθε έννοια προσωπικού δικαιώματος.

Μισθωτοὶ ποιμένες, μισθωμένοι ἄρχοντες.

  Μισθωτοὶ ποιμένες, μισθωμένοι ἄρχοντες. Γεώργιος Κ. Τζανάκης . Ἀκρωτήρι Χανίων Σχετικῶς μὲ τὸ θέμα τῶν αὐξήσεων τῶν μισθῶν τῶν ἀρχιερέων, ...