Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Κυριακή, Φεβρουαρίου 19, 2012

Το μυστήριο του ελαχίστου αδελφού





Σ' αὐτήν τήν ἔννοια τοῦ πλησίον κρύβεται καί ἡ βαθύτερη σημασία 
τῆς Χριστιανικῆς ἀγάπης. Δέν ἀγαπᾶμε κατά καθῆκον, ὅπως συνήθως
 λέμε. Ἡ ἀγάπη εἶναι ἡ ἀναπνοή τοῦ Χριστιανισμοῦ, ὁ φυσικός τρόπος
 τῆς ὑπάρξεώς του. Δέν ἀγαπῶ, λοιπόν τόν πλησίον μου μέ τήν ἔννοια
 τοῦ οἴκτου, τῆς εὐσπλαχνίας, τῆς ἐλεημοσύνης, ἀλλά τόν ἀγαπῶ, διότι 
μέσα του εἶναι ἡ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ. Εἶναι δέ χαρακτηριστικό, ὅτι ἡ ἔννοια
 τοῦ πλησίον στό Εὐαγγέλιο εἶναι πρωταρχικά ἐνεργητική - ἀγαπητική 
καί ὄχι παθητική. Χωρίς αὐτή τήν κοινωνία μέ τόν πλησίον εἶναι ἀδύνατη
 ἡ κοινωνία μέ τόν Θεό καί ἡ σωτηρία.

Μέσα στήν Ἐκκλησία ὁ πλησίον μᾶς δίνει τήν δυνατότητα νά ξεδιπλωθοῦμε
 καί νά βγοῦμε ἀπό τόν ἑαυτό μας, νά δραστηριοποιηθοῦμε στήν ἀγάπη καί
 νά ξεπεράσουμε τόν φόβο, πού ἔχει μέσα του τήν κόλαση, καί μετά νά 
περάσουμε στό χῶρο τῆς παραδείσιας κοινωνίας. Στό πρόσωπο τοῦ ἄλλου
 ὁ χριστιανός δέν βλέπει τό κακό καί τό δαιμονικό πού μετατρέπει τήν ζωή
 καί τόν κόσμο σέ θάνατο, ἀλλά στό πρόσωπο τοῦ πλησίον καί μάλιστα τοῦ 
"ἐλάχιστου ἀδελφοῦ" βλέπει τήν ἀληθινή ζωή, τόν Χριστό καί τήν Ἀνάσταση.

Γι' αὐτό ἀκριβῶς ὁ ἱερός Χρυσόστομος, ὅταν μιλάει γιά τόν πλησίον, μιλάει 
γιά τό "μυστήριο τοῦ ἀδελφοῦ". Ὁ δέ ἅγιος Ἐφραίμ ὁ Σῦρος, τονίζει μέ ἔμφαση
 πώς ὅποιος δέν μπορεῖ νά ἀγαπήσει εἶναι οὐσιαστικά "βεβλαμμένος
 κατά νοῦν". Ἡ ἀγάπη, λοιπόν, δέν εἶναι ἀδυναμία καί οὔτε δείχνει 
ἀρρωστημένη κατάσταση ψυχῆς. Ἄρρωστος ψυχικά καί πνευματικά 
εἶναι ὁ ἄνθρωπος τῶν "κεκλεισμένων θυρῶν" τοῦ Σάρτρ, ἤ αὐτός πού
 διαχωρίζει τόν ἑαυτό του ἀπό τούς ἄλλους καί ὑψώνοντας τό δικό του
 τεῖχος ἀδιαφορεῖ γιά τό τί γίνεται στόν κόσμο.

Ὅμοια καί μιά ἁγιότητα χωρίς Θεό, μιά ἁγιότητα χωρίς ἀγάπη καί χωρίς
 κοινωνία μέ τόν πλησίον δαιμονοποιεῖ τόν ἄνθρωπο καί τόν καθιστᾶ ξένο
 καί ἀποκομμένο ἀπό τό κοινωνικό σῶμα. Ἡ πραγματική ἁγιοποίηση τοῦ
 ἀνθρώπου εἶναι οὐσιαστικά μιά πράξη ἀδελφοποιήσεως.

Ὁ κόσμος, ὅπως μᾶς παρουσιάζεται στή σύγχρονη ζωή, στή σύγχρονη 
σκέψη καί λογοτεχνία εἶναι ἕνας κόσμος βασικά ἄρρωστος καί
 "βεβλαμμένος κατά νοῦν" καί ζεῖ τό ἄγχος κάποιας πνευματικῆς ἔνδειας. 
Ἕνας κόσμος περιχαρακωμένος, ἔγκλειστος καί φυλακισμένος, πού δέν
 διψάει γιά δικαιοσύνη καί ἐλευθερία, γιά ἁγιότητα καί ἀγάπη.
 Ἕνας κόσμος φυλακῆς καί ἀπομονώσεως, κόσμος αὐτοερωτισμοῦ
 καί αὐτοϊκανοποιήσεως. Ἕνας κόσμος παραφροσύνης καί μηδενισμοῦ,
 αὐτοκαταστροφῆς καί δουλείας.

Ἡ ἀλλοτρίωση πού σήμερα πραγματοποιεῖται σ' ὅλες τίς μορφές τῆς ζωῆς
 εἶναι ἐνδεικτική τοῦ κόσμου πού ἔρχεται. Ἀλλά καί ἀποκαλυπτική τῆς 
ταυτότητος τοῦ ἀνθρώπου τοῦ αὔριο, πού ἀπό σήμερα δημιουργεῖ μιά 
αὐτοσυνειδησία χωρίς Θεό, χωρίς ἀγάπη καί ἐνάντια σέ κάθε ἔννοια
 κοινότητας καί κοινωνίας προσώπων.

Ἡ μόνη διέξοδος εἶναι ἡ ἐκκλησιαστική ζωή καί πράξη, ἡ μυστηριακή ζωή 
τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. Γιατί ἡ ζωή μας στόν ὀρθόδοξο χῶρο εἶναι
 προέκταση τῆς Λατρείας. Εἶναι "λειτουργία μετά τήν λειτουργία". 
Ἄν ἡ ζωή μας δέν εἶναι ἄμεσα καί ὀργανικά συνδεδεμένη μέ τήν λατρεία,
 ἄν δέν εἶναι εὐχαριστία καί δοξολογία, δέν μπορεῖ νά ὀνομάζεται 
ὀρθόδοξη ζωή. Τότε ἀποδεικνύεται ὅτι καί ἡ κοινωνική μας ζωή δέν 
εἶναι παρά ἐξωτερική συμβατικότητα, τυπική καί ἀνούσια, πού ἀποβαίνει
 "εἰς κρῖμα καί κατάκριμα καί ὄχι εἰς σωτηρίαν".
Τό εὐαγγέλιο τῆς κρίσεως εἶναι μιά χαρμόσυνη εἴδηση. Κρύβει τήν 
ὑπόσχεση ὅτι ὁ Κύριος θά ἔλθει καί θά περιμαζέψει τά τέκνα του καί ὁ
 πόνος δέ θά ὑπάρξει πιά καί τό κακό θά σβήσει. Τό μέτρο μέ τό ὁποῖο 
θά κριθοῦμε θά εἶναι ἡ ἀπόλυτη καί ἀδυσώπητη δήλωση τοῦ Θεοῦ ὅτι 
μόνο ὁ δρόμος τῆς ἀγάπης καί τῆς προσφορᾶς μετράει καί μάλιστα 
ὁλοκληρωτικῆς καί ἀψεγάδιαστης. Αὐτός εἶναι ὁ δρόμος τοῦ Θεοῦ. 
Ὁ Σταυρός Του μαρτυρεῖ τήν πίστη Του στό ἀνθρώπινο γένος καί 
στόν κάθε ἄνθρωπο ξεχωριστά, μαρτυρεῖ τήν ἀκατάβλητη ἐλπίδα Του.

Ο Φαναρίου Αγαθάγγελος 


 πηγή

Άμή εγώ να φάω όλο το ψωμί καί εσύ να πεινάς,τί φανερώνω; (Αγ.Κοσμάς ο Αιτωλός)


Δείχνουμε αγάπη στο συνάνθρωπο όταν του δίνουμε κάτι πού έχουμε εμείς καί πού εκείνος το έχει ανάγκη· "έπείνασα καί έδώκατέ μοι φαγείν" (Ματθ. 25, 35).
"Εγώ έχω ένα ψωμί να φάω, εσύ δεν έχεις. Άνίσως καί σου δώσω κομμάτι καί εσένα οπού δεν έχεις,ε,τότε φανερώ­νω πώς σε αγαπώ. Άμή εγώ να φάω όλο το ψωμί καί εσύ να πεινάς, τί φανερώνω; φανερώνω πώς ή αγάπη όπου έχω εις εσένα είναι ψεύτικη.'Εχω δυο ποτήρια κρασί να πιω, εσύ δεν έχεις. Άνίσως καί σου δώσω καί εσένα, από αυτό να πιής,τό­τε φανερώνω πώς σε αγαπώ,άμή άνίσως καί δεν σε δώσω εσένα,είναι κάλπικη ή αγάπη.Άμή εγώ να έχω τα φορέματα μέσα εις το σεντούκι φυλαγμένα να τα τρώγη το σκουλήκι καί εσύ να περιπατης γυμνός, είναι κάλπικη ή αγάπη.Εσύ είσαι λυπημένος,απέθανε ή μητέρα σου ό πατέρας σου ή το παιδί σου ή άρρωστος είσαι.Άνίσως καί έλθω να σε παρηγορήσω,τότε είναι αληθινή ή αγάπη.Άμή άνίσως εσύ κλαίης καί θρηνής,καί εγώ κάθομαι τρώγω,πίνω,χορεύω,τραγουδώ ξεφαντώνω,είναι ψεύτικη ή αγάπη"
(Αγ.Κοσμά Αιτωλού)-Διδαχή Α'

Βίος και Πολιτεία της Οσιομάρτυρος Μητρός ημών Φιλοθέης της Αθηναίας



†Διονυσίου Ψαριανού, Επισκόπου Ρωγών,
Εκδ. Αποστολική Διακονία, 1953, σελ. 55-62

...Μία κατ' εκείνους εχρημάτισε και η νυν εις ευφημίαν και μνήμην προκειμένη αγία, η οποία ωρμάτο εκ της πόλεως των Αθηνών, μητρός μεν Συρίγης, πατρός δε Αγγέλου Μπενιζέλου τουπίκλην, από του οποίου το γένος εισέτι και νυν διασώζεται εν Αθήναις, αμφοτέρων φιλευσεβών, ευγενών και πλουσίων. Μάλιστα η ειρημένη Συρίγα όσο είχε την εξωτερική υπερηφάνειαν και πλουσιότητα, τόσον επλούτει και την εσωτερικήν, ούσα κατάκοσμος από διαφόρους αρετάς και το πλέον από την χριστομίμητον ελεημοσύνην. Ούσα δε στείρα και άγονος και περί τούτου ως εικός λυπουμένη, δεν επρόσδραμε εις ανθρωπίνας τέχνας και ιατρείας, καθώς ομοιοπαθείς γυναίκες συνηθίζουν την σήμερον, αλλά γενναίω φρονήματι μιμουμένη την θεοχαρίτωτον εκείνην και προφήτιδα ’νναν, κατέφυγε μετά πίστεως προς την παντοδύναμον και πανάγαθον Ιατρόν και εις την μεσιτείαν της Αειπαρθένου και Θεοτόκου Μαρίας, εκλιπαρούσα ταύτην θερμώς να διαλύση την επώδυνον στείρωσιν. Και γε της δεήσεως ου παρήκουσεν ο το θέλημα των φοβουμένων αυτόν ποιών Κύριος. Εν μια γαρ των ημερών εισελθούσα κατά το ειωθός αυτή εις τον της Θεοτόκου Ναόν και από τον κόπον της συντόνου και επιμόνου προσευχής αποκοιμηθείσα ολίγον, βλέπει ότι εξήλθεν εκ της θεομητορικής εικόνος φως μέγα και έκλαμπρον και εμβήκεν εις την κοιλίαν της και ούτως αφυπνώσασα και καθ' εαυτήν κρίνουσα το οραθέν, έλαβε πληροφορίαν, πως επέτυχε της αιτήσεως, ο και εγένετο. Μετ ' ολίγον γαρ συλλαβούσα, εγέννησε θυγατέρα και επωνόμασεν αυτήν Ρεβούλαν. Η οποία ως τέκνον δι' ευχής θεόθεν δεδωρημένον εξ απαλών ονύχων προεμήνυε τα μετά ταύτα ενάρετα αυτής και θεοειδή κατορθώματα και όσον ήυξανε κατά την σωματικήν ηλικίαν, τόσον προέκοπτε και κατά την ψυχήν, έχουσα και προσεχές το παράδειγμα της μητρός της και ως δένδρον πεφυτευμένον παρά των υδάτων τας διεξόδους, έσπευδε να αποδώση εκατονταπλασίονα τον καρπόν.

Λοιπόν φθάσασα τον δωδεκαετή χρόνον της ηλικίας της, εζητήθη επί γαμική συζυγία παρά τινός των τότε πρωτίστων της πόλεως, αλλ' αύτη η αοίδιμος τρέφουσα πόθον εις την καρδίαν της εις το να φυλάξη την παρθενίαν και ασκητικώς να πολιτευθή, το μεν πρώτον απέβαλε το τέτοιον ζήτημα ως απάδον εις τον θεοφιλή της σκοπό. Ύστερον δε από την πολλήν βίαν και τας ενοχλήσεις, όπου καθ' εκάστην οι γονείς αυτής έκαμναν, δικαιολογούμενοι ότι δεν έχουν διάδοχον έταιρον της ενούσης αυτής περιουσίας, έστερξε και ακουσίως και συνεζεύχθη νομίμω ανδρί, όστις με το να έτυχε γνώμης σκληράς και σχεδόν απανθρώπου, την έθλιβεν καθημερινώς με διαφόρους κακώσεις και τιμωρίας. Η δε αείμνηστος υπομένουσα ευχαρίστως ένα τοιούτον τύραννον και όχι ομόζυγον, επραγματεύετο παντοιοτρόπως την σωτηρίαν και την διόρθωσίν του, πότε μεν τον Θεόν παρακαλούσα να μεταβάλη του τρόπου αυτού το εκτεθηριωμένον και φαύλον, πότε δε αυτόν εκείνον νουθετούσα και διελέγχουσα. Και έτσι επέρασε μετ ' αυτού τρεις όλους χρόνους δια πολλών θλίψεων και βασάνων, έως οπού ο Θεός, βλέπων την ταύτης υπομονήν και το εκείνου αμετανόητον, τον εθέρισε με το δρέπανον του θανάτου.

Η δε Αγία μετά την αυτού αποβίωσιν διέτριβε του λοιπού εις το πατρικόν της σπήτιον προς ένα και μόνον σκοπόν αφορώσα, το πώς να ευαρεστήση εις τον Θεόν με όλα τα είδη της αρετής, τον οποίον και καθικέτευεν νυκτός και ημέρας δια να την ενισχύση εις ον και πρότερον είχε σκοπόν, με όλον οπού πάλιν οι γονείς της δεν έπαυον από του να της προβάλλουν καθ' εκάστην και δεύτερον γάμον, διότι εζητείτο επιμόνως παρά πάντων των εν τη πόλει περιφανών δια τε το ευγενές και περιόν του πλούτου. Αλλ' ήσαν πλέον «αδάμαντα παίοντες και λίθον εψώντες », κατά την παροιμίαν. Μάλιστα, οπού ως θυσίαν αινέσεως τω Κυρίω προσέφερεν, ηξιώθη και θείας οπτασίας επιστηρίζουσης αυτήν εις την θεοφιλή και θεάρεστον γνώμην.

Δέκα χρόνοι ήσαν της χηρείας της περασμένοι και οι μεν γονείς αυτής αφέντες τας εν γη διατριβάς απέρασαν εις την άλλην ζωήν, η δε Αγία ελευθερωθείσα από τέτοια εμπόδια και δοξάσασα τον Θεόν, ήρξατο εν ταπεινοφροσύνη πνεύματος ασκητικωτέρας διαγωγής, νηστείαις, αγρυπνίαις και προσευχαίς σχολάζουσα και ως φιλόπονος μέλισσα ειργάζετο το γλυκύτατον μέλι της αρετής. Και πρώτον μεν δι' εν οράματι επιταγής του Αγίου Ανδρέου του Πρωτοκλήτου οικοδομεί Παρθενώνα, επ' ονόματι τούτου τούτον τιμήσασα, με ικανά κελλία και άλλα αναγκαία οικοδομήματα και περιοχάς και τον επροικοδότησε με μετόχια και υποστατικά ικανά προς αναγκαίαν ζωοτροφίαν των εν αυτώ μοναζουσών, ο οποίος Παρθενών σώζεται εν Αθήναις μέχρι της σήμερον, Θεού χάριτι κατοικημένος από μοναζούσας παρθένους και πλουτισμένος ου μόνον με υποστατικά διάφορα και μετόχια, ως προείρηται, αλλά και με πολυειδή χρυσοΰφαντα ιερατικά και σκεύη δια τας ετησίους ιερατικάς τελετάς και ολονυκτίας όπου επιτελούνται και προ τούτων πάντων σεμνυνόμενο και εγκαλλωπιζόμενος με τον θησαυρόν του τιμίου αυτής και αγίου Λειψάνου, το οποίον είναι αποτεταμιευμένον και αποτεθειμένον εις το δεξιόν μέρος του Ιερού Βήματος, παρά πάντων ευλαβώς ασπαζόμενον και θαυμαστήν αποπνέον την ευωδίαν εις εναργή μαρτυρίαν και σημείο της αγιότητος.

Ύστερον δε, μετά την του Παρθενώνος λέγω τελείωσιν, πρώτη αύτη κειραμένη την κόμην, Φιλοθέη μετονομασθείσα, ως εν σταδίω της ασκήσεως αυτώ εισεπήδησε, συνεπαγομένη μεθ ' εαυτής και τας θεραπαινίδας, όπου είχε διατρίβουσα εν τω πατρικώ αυτής οίκω ούσας παρ' αυτής προκατηχημένας και προπαρασκευασμένας εις την κατά Θεόν πολιτείαν. Ου μην δε αλλά και ουκ ολίγαι των εν τη πόλει περιβλέπτων παρθένων ασμένως αποτασσόμεναι τοις προσκαίροις και φθειρομένοις του κόσμου τούτου τερπνοίς και το μοναχικόν ενδυόμεναι Σχήμα, υπό καθηγουμένη τη μακαρία τήδε υπετάσσοντο και υπέκυπτον. Διότι, ποία ακούουσα τα ψυχοσωτήρια εκείνης και γλυκύτατα λόγια ή ποία το πράον της γνώμης και την πάσαν των αγαθών σύρροιαν κατανοούσα δεν ήθελε ελκυθή ως υπό μαγνήτου ο σίδηρος; Το δε εις τους δεομένους συμπαθές και φιλάνθρωπον και την καθημερινήν φροντίδαν και έγνοιαν, οπού είχεν υπέρ αυτών, ποιούσα και λέγουσα μετά Παύλου, « τίς ἀσθενεῖ καί οὐκ ἀσθενῶ ;» ποίος ήθελεν ημπορέσει αξίως να επαινέση ; Τα Νοσοκομεία και Ξενοδοχεία, οπού ολίγον μακράν του Μοναστηρίου έκτισεν, είναι αρκετόν τεκμήριον της φιλοικτίρμονος εκείνης και ευσπλαγχνικωτάτης ψυχής, εις τα οποία εισερχομένη η ιδία αυτή επεσκέπτετο τους διαφόροις νοσήμασι κατεχομένους, ου μόνον με όλα τα προς τροφήν και σωματικήν ανάπαυσιν αναγκαία, αλλά και με παραμυθητικά και ευαγγελικά λόγια, διατρέφοντα την ψυχήν, γινομένη τα πάντα τοις πάντοις, ίνα τους πάντας κερδήση, κατά τον Παύλον ή τους πλείονας.

Ούτω γουν ώστινος πηγής πολυχεύμονος ελέους και συμπαθείας της Αγίας γνωριζομένης και λεγομένης και πάντων των χρηζόντων προς αυτήν συρρεόντων, συνέβη το Μοναστήριον να καταντήση εις εσχάτην πτωχείαν και αι εν αυτώ μονάζουσαι ήρχισαν να γογγύζουν κατά της Αγίας και να μικροψυχούν δια την στέρησιν των προς το ζην αναγκαίων. Αλλ' η θεοχαρίτωτος αύτη δεν έπαυε από του να τας νουθετή λέγουσα, ότι να έχουν πίστιν εις τον Θεόν, τον και τους νεοσσούς των κοράκων τους επικαλουμένους αυτόν διατρέφοντα και να στέκωσι στερεαί εις τα αψευδέστατα αυτού και πανάγια λόγια, οπού λέγουν: « ζητεῖτε πρῶτον τήν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καί τήν δικαιοσύνην αὐτοῦ και ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν ». Το οποίον και έγινε μετ ' ολίγας ημέρας εμπράκτως δια μέσου δύο αρχόντων, οίτινες κατά θείαν νεύσιν ήλθον χάριν προσκυνήσεως εις το Μοναστήριον και έδωκαν τη Αγία μιαν πλουσιοπάροχον ελεημοσύνην και έτσι αι αδελφαί εδόξασαν τον πλουτοδότην Θεόν και εθαύμασαν την προς αυτόν της Αγίας αδίστακτον πίστιν.

Ήσαν δε κατ' εκείνο του καιρού υπό τους Αγαρηνούς γυναίκες αιχμάλωτοι από διαφόρους τόπους εν ταις Αθήναις. Αλλ' την συμπάθειαν και φιλανθρωπίαν και πειρασμούς και κινδύνους, οπού υπέρ της εκείνων σωτηρίας και αναρρύσεως υπέμεινεν η αείμνηστος, πας λόγος αδυνατεί προς αξίαν να παραστήση. Ημείς όμως εν εκ πολλών ειπόντες, θέλομεν κάμει τους αναγινώσκοντας να συμπεράνουν ποταπήν ζέσιν και πόθεν είχεν η όντως φιλόθεη Φιλοθέη υπέρ της των αδελφών σωτηρίας. Τέσσαρες γυναίκες αιχμάλωτοι ακούσασαι την της Αγίας φήμην και ευκαιρίας τυχούσαι, εδραπέτευσαν από τους αυθέντας τους, όπου τους εβίαζαν εις την της πίστεως εξάρνησιν και κατέφυγον προς αυτήν. Η οποία με την συνηθισμένην της ευμένειαν και φιλοφροσύνην αυτάς υποδεξαμένη, και νουθετήσασα ικανώς εις το να στέκουν ανδρείαι εις τους υπέρ πίστεως κινδύνους και να μην λυπούνται πολλά δια τη δουλείαν, επαρατηρούσε καιρόν αρμόδιον εις το να τας κατευοδώση εις τα ιδίας αυτών πόλεις. Ου πολύ το εν μέσω και οι κύριοι των φυγάδων μαθόντες τα γενόμενα, ώρμησαν ως άγριοι θήρες εις την κέλλαν της Αγίας και αρπάσαντες αυτήν, και τοι γε ούσαν κλινοπετή ημέρας πολλάς, παρέστησαν τω τότε ηγεμόνι, μουσουλμάνω και αυτώ όντι, και την έβαλαν εις σκοτεινήν φυλακήν. Η δε χαρείσα επί τούτω μάλλον ή λυπηθείσα, ήτο έτοιμη να θυσιάση και αυτήν την ζωήν, παρά να προδώση τας ικέτιδας εκείνας γυναίκας, δεικνύουσα εμπράκτως την λέγουσαν εν Ευαγγελίοις φωνήν : «μείζονα ταύτης αγάπη ουδείς έχει, ίνα τις θη την ψυχήν αυτού υπέρ των φίλων αυτού». Ποίος ήθελε κρίνη ολιγώτερον τούτο από εκείνο, οπού έκαμε πάλαι ο μέγας Πατήρ ημών και ουρανοφάντωρ Βασίλειος;Ούτος γαρ δια μια χήραν γυναίκα των ευγενών, όπου εβιάζετο τότε από τον ύπαρχον εις δευτέρου γάμου κοινωνίαν και εις διαφέντευσιν της οικείας σωφροσύνης κατέφυγε προς αυτόν, αντέστη γενναιοφρόνως και μετά χαράς πρότερον ήθελε προτείνει εις σφαγήν τον αυχένα, παρά να προδώση την σώφρονα εκείνου χήραν. Και περί τούτου ανάγνωθι και στοχάσου πόσον υπερθαυμάζεται εις τον επιτάφιον αυτού λόγον, οπού συνέγραψεν ο ομότροπος αυτώ και σύγχρονος Γρηγόριος ο Θεολόγος.

Τη επαύριον πάλιν συνάγεται πλήθος πολύ των Αγαρηνών, και ως κατά του Κυρίου πάλαι οι Ιουδαίοι, εβόων το « ἔνοχος θανάτου ἐστί ». Τότε ο ηγεμών εκβαλών της φυλακής την αγίαν της επροέβαλε να διαλέξη από τα δύο το εν, ήτοι δηλονότι το δια ξίφους θάνατον ή την εξόμωσιν της θειοτάτης και ευαγούς ημών λατρείας. Αλλ' ω της εκείνου ανοίας και ματαιοφροσύνης, εις ποίαν πέτραν τα βέλη της αθεΐας εδοκίμασε να ρίψη ο δείλαιος! «Εγώ, λέγει, ω ηγεμών, διψώ να υπομείνω διάφορα είδη κολαστηρίων δια το όνομα του Χριστού, το οποίον εξ όλης ψυχής και καρδίας Θεόν αληθινόν και άνθρωπον τέλειον λατρεύω και προσκυνώ και μου κάμνεις μεγάλην χάριν, αν μια ώραν προτύτερα με ήθελες εξαποστείλει προς αυτόν δια του μαρτυρικού τούδε στεφάνου». Με τέτοια λόγια τω τυράννω αποκριθείσα η τρισολβία και φερώνυμος Φιλοθέη, βέβαια εντός ολίγου ήθελε τελειωθή δια μαρτυρίου ανίσως και μετ ' ου πολύ κατά θείαν άντικρυς βούλησιν δεν ήθελαν προφθάσει τινές των χριστιανών και την πάσαν αλήθειαν ερευνήσαντες και τον κριτήν καταπραΰναντες, ήθελαν την ελευθερώσει. Και ούτως απήλθεν εις τα ίδια η Αγία Μάρτυς αναίμακτος, καθώς επί Κωνσταντνίνου του Μεγάλου ο μυροβλήτης Νικόλαος, και πάλιν μετά πολλών ετών περιόδους ο από Θεσσαλονίκης Γρηγόριος ο Παλαμάς.

Τέτοια περιστατικά άρα γε να επροξένησαν εις την Αγίαν καμμίαν ψυχρότητα ή αμέλειαν εις τον δρόμο της αρετής; Ουδαμώς. Αλλ' έκτοτε πάλιν η παμμακάριστος των με όπισθεν επιλανθανομένη, τοις δε εμπροσθεν επεκτεινομένη, δεν έπαυε καθ' εκάστην από τας συνηθισμένας της αγαθοεργίας, ου μόνον την ιδίαν της την ψυχήν κατακοσμούσα με όλην την καλλονήν και ευπρέπειαν των αρετών, αλλά και των άλλων τους μεν επιστηρίζουσα εις το καλόν, τους δε βελτιούσα και εις μετάνοιαν άγουσα. Δια τούτο και αποκλειστικώς διεπέρασεν εις την νήσον Τζίαν, ένθα προ πολλού είχε οικοδομημένον Μετόχιον, δια να αποστέλλη τας μοναζούσας εκείνας παρθένους, οπού είχον φόβον από διαφόρους αιτίας να διατρίβωσιν εν Αθήναις και επιμείνασα εκεί χρόνον συχνόν, και τας ασκουμένας αδελφάς θεαρέστως κατηχήσασα εις της μοναδικής ζωής την ακρίβειαν, επέστρεψε πάλι εις τας Αθήνας. Τις αριθμήση πλέον τα μετά την επάνοδον αυτής ένθεα κατορθώματα; Την εις τους δεομένους αφθονίαν, το φιλόξενον, τας παννυχίους στάσεις, την άκραν εγκράτειαν ; Ούτως ουν εν πράξει και θεωρία τελείως τον εαυτής βίον ρυθμίσασα, ηξιώθη παρά Θεού να επιτελή θαυμάσια, από τα οποία θέλομεν ειπεί εν εις μαρτυρίαν.

Νεανίας τις, ποιμήν προβάτων, δεδομένος εκ νεαράς ηλικίας εις κλεψίας και άλλας ραδιουργίας, κατά Θεού παραχώρησιν κατεκρατήθη υπό του Σατανά, όθεν γυμνός και τετραχηλισμένος εφέρετο εις όρη και σπήλαια, θέαμα όντως ελεεινόν. Πολλάκις όταν ήρχετο εις τον εαυτόν του εσύχναζεν εις τα πέριξ μοναστήρια δια να εύρη ιατρείαν του πάθους του, πλην εις μάτην. Τέλος πάντων παρ' άλλων οδηγηθείς προσήλθε και τη Αγία, η οποία ευσπλαγχνιθείσα αυτόν, μετά συντόνου και εκτενούς προσευχής τον ελύτρωσε της διαβολικής εκείνης μάστιγος και νουθετήσασα αυτόν ικανώς τον εκούρευσε και Μοναχόν και ούτως επέρασε το υπόλοιπο της ζωής του εν μετανοία και ασκήσει, θαυμαζόμενος υπό πάντων.

Πολλοί λοιπόν τόσο εκ της ιδίας πολιτείας των Αθηνών, όσον και εκ των πέριξ κωμών ακούοντες την φήμην της Αγίας, προσερχόμενοι ελάμβανον ψυχικάς και σωματικάς ιατρείας, όθεν δια την τοιαύτην ενόχλησιν και δια το πλήθος των Μοναζουσών, οπού καθ' εκάστην ημέραν ηύξανον και εστεναχωρείτο το Μοναστήριον, επαρακινήθη η Αγία και ωκοδόμησε και έτερον μακράν ολίγον της πόλεως εις τόπον λεγόμενον Πατήσια, προς τελειοτέραν ησυχίαν των αδελφών, εις το οποίο συχνάζουσα συνεφιλοσόφει και συνησκείτο μετά των υπ' αυτήν. Όπως δε ηξιώθη η αείμνηστος και μαρτυρικού ήδη τέλους, ακούσατε.

Των εκ της ’γαρ τινές τρέφοντες προ πολλού κατ' αυτής μίσος και έχθραν ανείκαστον δια τας αιτίας εκείνας, οπού εν προοιμίοις ειρήκαμεν, επήγαν δια νυκτός εις το εν Πατήσιοις ειρημένον Μονύδριον (έτυχε δε τότε να επιτελήται η μνήμη του Αγίου Ιερομάρτυρος Διονυσίου του Αρεοπαγείτου και η Αγία μετά των λοιπών αδελφών να προσμένωσι τω θείω Ναώ, ολονύκτιον ακολουθίαν ποιούσαι ) και εισπηδήσαντες πέντε εξ αυτών, ήρπασαν την Αγίαν και από τας περισσάς μάστιγας και τα τραύματα την άφησαν σχεδόν ημιθανή. Η δε επί τούτω πολλάς ευχαριστίας τω Θεώ αναπέμψασα, μετ ' ολίγον καιρόν των πληγών εκείνων εδέξατο το μακάριον τέλος και απήλθε προς τας ουρανίους Χοροστασίας κατά το χιλιοστόν πεντακοσιοστόν ογδοηκοστόν ένατον έτος από Χριστού, του Φεβρουαρίου μηνός δεκάτην ενάτην.

Αυτά είναι, αγαπητοί αδελφοί, της αοιδίμου και όντος φιλοθέου Φιλοθέης τα ένθεα κατορθώματα, την οποία ας αγωνίζεται καθ' ένας να μιμήται το κατά δύναμιν, ο μεν το εις τους δεομένους αυτής κοινωνικόν και ευμετάδοτον, ο δε το εν πειρασμοίς και θλίψεσι καρτερικόν και ευχάριστον. ’λλος το εν νηστείαις και προσευχαίς οίον ασώματόν τε και άϋλον και άλλος άλλο, ως έκαστος έχει κλίσεως και δυνάμεως και ας μη προφασιζώμεθα προφάσεις εν αμαρτίαις, λέγοντες, ότι τάχα αύται αι θεάρεστοι και ενάρετοι πράξεις εγίνοντο τον τότε καιρόν. Αύται αι αιτιολογίαι είναι μάταιαι και διαβολικαί. Διότι ο Θεός ως παντοδύναμος και πανάγαθος επίσης, πάντοτε δίδει εις όλους την χάριν του και θέλει πάντας σωθήναι, παρ' ημών δε μόνον την προαίρεσιν και την κλίσιν εις το καλόν απαιτεί, καθώς το βλέπομεν και από άλλα παραδείγματα, μάλιστα από την προκειμένην Αγίαν. Δεν ήτο και αυτή φύσεως ασθενεστέρας, καθό γυνή; Δεν ήτο εις τον καιρόν εκείνον, καθ' ον την σήμερον και ημείς; Δεν απήντησε τόσους και τόσους πειρασμούς, και εμπόδια εις τον δρόμο της πολιτείας της; Αλλ' όμως κανένα από αυτά δεν εδυνήθη να παραλύση και να ψυχράνη την ζέσιν και αγάπην οπού είχε προς τον Θεόν. Δια τούτο και ημείς ας αγωνισθώμεν τον δυνατόν τρόπον να προσφέρωμεν εις τον Θεόν κανέναν καρπόν αρετής, δια να μη έλθη καιρός να μετανοήσωμεν ανωφελώς. Ας εκριζώσωμεν καν από την ψυχή μας τα πάθη εκείνα, όπου είναι αναπολόγητα και παρά Θεώ και παρά ανθρώποις, λέγω τον φθόνον, την κατάκρισιν, την μνησικακίαν, δια να μην ηθέλαμεν γένη ένοχοι της αιωνίου κολάσεως, αλλά θεαρέστως πολιτευσάμενοι, ηθέλαμεν αξιωθή της επουρανίου βασιλείας, χάριτι και φιλανθρωπία της υπερφώτου και παναγίας Τριάδος, και δια πρεσβειών της οσίας και θεοφόρου μητρός Φιλοθέης. Αμήν.

ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΑΡΧΙΠΠΟΥ



Τῌ ΙΘ' ΤΟΥ ΑΥΤΟΥ ΜΗΝΟΣ
ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ

Μνήμη τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Ἀρχίππου.
Τῇ Ιθ' τοῦ αὐτοῦ μηνός, Μνήμη τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, Ἀρχίππου,
Φιλήμονος καὶ Ἀπφίας.

Ποθῶν τὸν ἀκρόγωνον Ἄρχιππος λίθον.
Κατηλοήθη τῷ πόθῳ τούτου λίθοις.
Χώραν φιλοῦντα τὸν Φιλήμονα χλόης,
Χλωροῖς λόγοις τύπτουσιν ἠκανθωμένοις.
Ἡπλωμένην παίουσιν εἰς γῆν Ἀπφίαν,
Εἰς οὐρανοὺς ἔχουσαν ὄμμα καρδίας.
Ἄρχιππος δεκάτῃ ἐνάτῃ θάνε χερμαδίοισιν.

Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, Μνήμη τῶν Ἁγίων Μαρτύρων Μαξίμου, Θεοδότου,
 Ἡσυχίου, καὶ Ἀσκληπιοδότης.

Ἀνδρῶν τριὰς σύναθλος εὐσθενεστάτη,
Ἀνδρίζεταί σοι, καὶ τομῆς, Τριάς, μέχρι.
Ἔστεψε Χριστὸς τὴν Ἀσκληπιοδότην,
Ἧς ἐξέκοψε τὴν κεφαλὴν τὸ ξίφος.

Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, Μνήμη τοῦ Ὁσίου Πατρὸς ἡμῶν Ῥαβουλᾶ.

Βουλὰς Ῥαβουλᾶς θεὶς ἀπράκτους δαιμόνων,
Ἀπῆλθε βουλῇ τοῦ Θεοῦ τῶν ἐνθάδε.

Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, Μνήμη τῶν Ὁσίων Πατέρων ἡμῶν καὶ ὁμολογητῶν,
 Εὐγενίου καὶ Μακαρίου.

Ὡς εὐγενεῖς ὅρπηκες ἐν γῇ Μακάρων
Οἰκοῦσιν Εὐγένιος σὺν Μακαρίῳ.

Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, Μνήμη τοῦ ὁσίου Πατρὸς ἡμῶν Κόνωνος.

Μνήμη τῆς Ὁσίας μητρὸς ἡμῶν Φιλοθέης τῆς ἐξ Ἀθηνῶν.

Ὅρπηξ Ἀθηνῶν ἐστιν ἡ Φιλοθέη,
Ἐχθρὸν βαλοῦσα σταυροῦ τῇ πανοπλίᾳ.

Ταῖς αὐτῶν ἁγίαις πρεσβείαις, ὁ Θεὸς ἐλέησον ἡμᾶς. Ἀμήν

ΤΗ ΑΥΤΗ ΗΜΕΡΑ, ΤΗΣ ΔΕΥΤΕΡΑΣ ΚΑΙ ΑΔΕΚΑΣΤΟΥ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΗΜΩΝ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΜΝΕΙΑΝ ΠΟΙΟΥΜΕΘΑ



Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, τῆς δευτέρας καὶ ἀδεκάστου Παρουσίας τοῦ Κυρίου ἡμῶν
 Ἰησοῦ Χριστοῦ μνείαν ποιούμεθα.
Ὅτε κρίνων γῆν, ὁ Κριτὴς πάντων κάθῃ.
Τῆς, Δεῦτε, φωνῆς ἄξιον κᾀμὲ κρίνοις.

Τῇ ἀφάτῳ φιλανθρωπίᾳ σου, Χριστὲ ὁ Θεός, τῆς εὐκταίας σου φωνῆς ἡμᾶς 
καταξίωσον, καὶ τοῖς ἐκ δεξιῶν σου συναρίθμησον, καὶ ἐλέησον ἡμᾶς. Ἀμήν.

Σάββατο, Φεβρουαρίου 18, 2012

Κυριακή των Απόκρεω



Η τρίτη Κυριακή του Τριωδίου είναι αφιερωμένη στο πιο φοβερό γεγονός της ανθρώπινης ιστορίας, στη μέλλουσα Κρίση, ως απαραίτητος προβληματισμός των πιστών αυτή την αγωνιστική αυτή περίοδο.
Η μέλλουσα Κρίση είναι θεμελιώδης πίστη της χριστιανικής διδασκαλίας, η οποία θα επισυμβεί στο τέλος αυτού του πρόσκαιρου κόσμου και περιγράφεται σαφέστατα στο ευαγγέλιο του Ματθαίου (25,31-46). Ο Κύριος, λίγο πριν το πάθος Του, ομιλώντας για τα έσχατα και μετά τις παραστατικές παραβολές των δέκα παρθένων και των ταλάντων είπε πως, όταν έρθει ο Ίδιος στη Δεύτερη και φοβερή παρουσία Του «εν τη δόξη αυτού και πάντες οι άγιοι άγγελοι μετ' αυτού, τότε καθίσει επί θρόνου δόξης αυτού, και συναχθήσεται έμπροσθεν αυτού πάντα τα έθνη, και αφοριεί αυτούς απ' αλλήλων ώσπερ ο ποιμήν αφορίζει τα πρόβατα από των εριφίων, και στήσει τα μεν πρόβατα εκ δεξιών αυτού, τα δε ερίφια εξ ευωνύμων. Τότε ερεί ο βασιλεύς τοις εκ δεξιών αυτού΄ δεύτε οι ευλογημένοι του πατρός μου, κληρονομήσατε την ητοιμασμένην υμίν βασιλείαν από καταβολής κόσμου. Επείνασα γαρ, και εδώκατέ μοι φαγείν, εδίψησα, και εποτίσατέ με, ξένος ήμην, και συνηγάγετέ με, γυμνός, και περιεβάλετέ με, ησθένησα, και επεσκέψασθέ με, εν φυλακή ήμην, και ήλαθατε προς με. Τότε αποκριθήσονται αυτώ οι δίκαιοι λέγοντες΄ Κύριε πότε σε είδομεν πεινόντα και εθρέψαμεν, ή διψώντα και εποτίσαμεν; Πότε σε είδομεν ξένον και συνηγάγομεν, ή γυμνόν και περιεβάλομεν; Πότε σε είδομεν ασθενή ή εν φυλακή, και ήλθομεν προς σε; Και αποκριθείς ο βασιλεύς ερεί αυτοίς΄ αμήν λέγω υμίν , εφ' όσον εποιήσατε ενί τούτων των αδελφών μου των ελαχίστων, εμοί εποιήσατε. Τότε ερεί και τοις εξ' ευωνύμων΄ πορεύεσθε απ' εμού οι κατηραμένοι εις το πυρ το αιώνιον το ητοιμασμένον τω διαβόλω και τοις αγγέλοις αυτού… εφ' όσον ουκ εποιήσατε ενί τούτων των ελαχίστων, ουδέ εμοί εποιήσατε. Και απελεύσονται ούτοι εις κόλασιν αιώνιον, οι δε δίκαιοι εις ζωήν αιώνιον» (Ματθ.25,31-46).
Η μέλλουσα κρίση είναι αναπόφευκτη και απορρέει από την απόλυτη δικαιοσύνη του Θεού. Την παρέλευση αυτού του φθαρτού και τραυματισμένου από την αμαρτία κόσμου θα επισφραγίσει η μεγάλη και αδέκαστη κρίση του Χριστού, ως απαραίτητη προϋπόθεση για την είσοδο στη νέα πραγματικότητα της βασιλείας του Θεού. Οι άνθρωποι, ως ελεύθερα όντα, πρέπει να τοποθετηθούν στη βασιλεία του Χριστού ανάλογα με τη δική τους επιλογή σε αυτή τη ζωή. Ύψιστο κριτήριο της κρίσεως θα είναι η στάση και συμπεριφορά τους απέναντι στους συνανθρώπους τους. Η θετική ή η αρνητική στάση τους θα κρίνει τελικά αν θα είναι κληρονόμοι της βασιλείας του Θεού, ή θα είναι προορισμένοι να ριχτούν στην αιώνια κόλαση, όπου «εκεί έσται ο κλαυθμός και ο βρυγμός των οδόντων» (Ματθ.24,51).
Η ενθύμηση της φοβερής μελλούσης Κρίσεως στην αρχή του Τριωδίου είναι απαραίτητη, διότι απώτερος σκοπός του όλου πνευματικού αγώνα μας είναι να βρεθούμε εκ δεξιών του Δεσπότη Χριστού, κατά τη μεγάλη K ρίση. Αυτό είναι αποτυπωμένο κάλλιστα στην υπέροχη υμνωδία της ημέρας. Οι άγιοι υμνογράφοι συνέθεσαν διδακτικότατα τροπάρια, τα οποία προτρέπουν τους πιστούς να συναισθανθούν την επερχόμενη βεβαία και φοβερή Κρίση. Σε ένα από αυτά ψάλλουμε: «Την φοβεράν της κτίσεως, και αρρήτου σου δόξης, ημέραν ενθυμούμενος, φρίττω, Κύριε, όλως και τρέμων φόβω κραυγάζω΄ Επί γης όταν έλθης, κρίναι, Χριστέ, τα σύμπαντα, ο Θεός μετά δόξης, τότε οικτρόν, από πάσης ρύσαί με τιμωρίας, εκ δεξιών σου, Δέσποτα, αξιώσας με στήναι».

Μια φορά και έναν καιρό, περπάτησε μαζί μας μια Γυναίκα...





Περπάτησε μαζί μας η Κυρά... Μια φορά κι ένα καιρό ήταν μια ηλιογέννητη καλότυχη βασιλοπούλα, που ζούσε μέσα στα βελούδα, στα μετάξια καί στα όνειρα...

Ρηγουλα τ' όνομά της, που πα να πει βασιλοπούλα.
Παλάτι της, το αρχοντικό των Μπενιζέλων.
Νανούρισμα να κοιμηθεί το καλότυχο, ο «μαρμαρωμένος βασιλιάς».
Έτσι θα μπορούσε ν' αρχίσει κανείς ν' ανιστορεί το βίο της Άγιας Φιλοθέης, της Κυράς.
Οι χρόνοι που γεννήθηκε η Ρηγουλα ήταν οι χρόνοι που «όλα τα 'σκιαζε η φοβέρα καί τα πλάκωνε η σκλαβιά».
Ήτανε τότες οι χρονιές που «σβυσμένες όλες οι φωτιές οι πλάστρες μες στη χώρα».
Ήτανε τότες που ο Σταυρός πολεμούσε με τα μισοφέγγαρα.
Μεγάλο το έχει του γονιού κι η μόνη κληρονόμος η Ρηγουλα. Πρέπει λοιπόν, ανάλογα στο γένος καί στα πλούτη της, να μορφωθεί η μοναχοκόρη των Μπενιζέληδων.
Καί μεγαλώνει, βασιλοπούλα ίδια, η Ρηγούλα καί φτάνει τη στιγμή που οί γονείς όλου του κόσμου ονειρεύονται, να παντρευτεί! Κακοπαντρεύεται όμως η μοσχοθυγατέρα καί στον τρίτο χρόνο πεθαίνει ο άνδρας της. Μα κι οι γονείς της πέθαναν κι αυτοί καί μένει έτσι ολομόναχη στον κόσμο.
Τη θλίψη της, την πίκρα της, όμως, ή Ρηγουλα την κάνει κινητήρια δύναμη.
Η πίστη της νερό φουσκωμένο, μπόλικο, τρέχει και πριν φανεί ένας Κοσμάς Αιτωλός, πρίν έρθει ο Ευγένιος Βούλγαρης, ο Μηνιάτης, πρώτη αυτή πιάνει το ασύλληπτο πως όποιος χαθεί για την Ορθοδοξία πρέπει να θεωρηθεί χαμένος καί για το Γένος.
Πετάει μ' απόφαση τα ρούχα της Αθηναίας κυράς η Μπενιζέλου, μαζί πετάει καί τ' όνομα της, το Ρηγουλα.
Φορεί τα ρούχα της καλογριάς, φορεί κι ένα καινούργιο όνομα: Φιλοθέη η Αθηναία.
Και η μεγάλη περιουσία των Μπενιζέλων χρησιμοποιείται για να χτιστεί ο Παρθενώνας της Φιλοθέης.
Στην αρχή έχει πλάι της τίς υπηρέτριες του πατρικού της, τις μαθαίνει τέχνη καί γράμματα.
Σιγά σιγά στην καρδιά της Τουρκοκρατημένης Αθήνας δημιουργείται μια Πρόνοια που όμοια της καί πλάι της μονάχα η Βασιλειάδα μπορεί να σταθεί.
Διακόσιες κοπέλλες, από τα πρώτα σπίτια της Αθήνας, αφήνουν μισοτελειωμένα τα προικόπανα κι έρχονται πλάι στην Κυρά.
Γιατί, Κυρά ονομάζουν οί Αθηναίοι την καλογριά τους.
Φτιάχνει το πρώτο γηροκομείο της Αθήνας πλάι στο μοναστήρι κι ανάβει έτσι το πρώτο φως μες στην Αθήνα.
Για τα παιδιά πάλι που θα κρατήσουν όλο το βάρος του Ελληνισμού και της Ορθοδοξίας, άλλο κτίριο, να μάθουν τέχνη, γράμματα, να μάθουν πως είναι Χριστιανοί κι Έλληνες.
Καί μόλις μπαίνουν σε αυλάκι αυτά, σηκώνει τα μανίκια η Φιλοθέη και φτιάχνει Νοσοκομείο, μα καί ξενοδοχείο με την παλιά, την πρώτη έννοια της λέξης.
Για τους ξένους, τους γυρολόγους που, καθώς γύριζαν στον τόπο τους, λέγαν πως κάτι καινούργιο γίνεται στην Αθήνα.

Η αγία Φιλοθέη μαθαίνει γράμματα στις φτωχές κοπέλες της Αθήνας

Κι ο οδοιπόρος, που πορευότανε κάτω από το λιοπύρι της Αττικής και ξεραίνονταν τα σωθικά του από τη δίψα, έβρισκε πηγή να δροσιστεί αττ' το πηγάδι που άνοιξε η Κυρά έξω από την Αθήνα, το «Ψυχικό».
Την Κυρά που την ξέρουν πια οί Έλληνες μα και οί Τούρκοι, που ψάχνουν να βρουν αφορμή να την τσακίσουν την καλογριά.
Καί βρήκαν την αιτία:
Κάτι Ελληνοπούλες, που τις είχαν αρπάξει οί αλλόθρησκοι, θέλουν να σώσουν την πίστη τους. Προσπέφτουνε στην ηγουμένη.
Τις κρύβει η Κυρά, μα πιάνεται άπ' τους Τούρκους που τη βασανίζουνε σκληρά «την πίστη σου ή τη ζωή σου».
Μα άρχοντες σεβαστοί μιλούν στους Τούρκους κι ημερεύουνε έτσι τ' αγρίμια.
Καί λεύτερη ή καλογριά, ξεκινάει να πάει απέναντι στη Τζια να ετοιμάσει καί εκεί μοναστηράκι.
Εστία αντίστασης στον κατακτητή καί τον αλλόθρησκο.
Βράδυ, παραμονή του Διονυσίου του Αρεοπαγίτη ήτανε, συνάχτηκαν για ολονυχτία οί καλογριές καί τότες ήτανε που σπάσανε τίς πόρτες οί αντίχριστοι.
Την πιάσανε, την χτύπησαν τόσο, όσες ήταν και οι καλωσύνες της, καί πεθαμένη, πες, την παρατήσανε.
Βοτάνια, γιατροσόφια της βάζαν στίς πληγές οι καλογριές, μα η βουλή του Θεού ήταν ν' αναπαυτεί ο εργάτης Του.
Στις 19 Φεβρουαρίου ξεκουράστηκε.

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια ηλιογέννητη καλότυχη βασιλοπούλα, που ζούσε μέσα στα βελούδα, στα μετάξια καί τα όνειρα.
Και πούλησε τα βελούδα, τα μετάξια καί τα όνειρα.
Και πούλησε τα βελούδα καί τα μετάξια καί τα 'κανε σπιτικό για τους κατατρεγμένους.
Μια φορά κι έναν καιρό, μαζί μας επερπάτησε μια Γυναίκα, άξια Γυναίκα να την πεις, μαζί μας επερπάτησε η Οσία Φιλοθέη.

Γαλάτειας Γρηγοριάδου Σουρέλη
''Πειραϊκή Εκκλησία'' Φεβρ.2001

Κυριακή της Κρίσεως:Όταν μέλλης έρχεσθαι, κρίσιν δικαίαν ποιήσαι, Κριτά δικαιότατε».υπό του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Λέρου, Καλύμνου και Αστυπάλαιας κ.κ. Παισίου




Αγαπητοί μου αδελφοί,
Ο Δίκαιος Κριτής όταν πρόκειται να έλθει, εν δικαιοσύνη και ευθύτητι», θα ανταμείψει τους δικαίους και εναρέτους και αγαθούς ανθρώπους και θα τιμωρήσει τους αδίκους και ασπλάχνους, εκείνους οι οποίοι χωρίς αγάπη και ευσπλαχνία θυσίασαν στο βωμό του εγωϊσμού τους τα πάντα σ’ αυτήν την πρόσκαιρη και μάταιη ζωή.
Και τότε ο Δίκαιος Κριτής την ημέρα εκείνη την μεγάλη και φωταυγή, «αφοριεί αυτούς  απ’ αλλήλων, ώσπερ ο ποιμήν αφορίζει τα πρόβατα από των εριφίων» και στήσει τα μεν πρόβατα  εκ δεξιών τα δε ερίφια εξ ευωνύμων».
Κυριακή της απόκρεω σήμερα και ο ευαγγελιστής Ματθαίος στην διδακτική ευαγγελική περικοπή που ακούσαμε μας καταγράφει τους αδιάψευστους λόγους του Κυρίου ημών  Ιησού Χριστού, οι οποίοι αναφέρονται στην Δευτέρα Του Παρουσία. «Καί πάλιν ερχόμενον μετά  δόξης, κρίναι ζώντας και  νεκρούς», και μάλιστα αυτό είναι η πίστη και το δόγμα της Μίας, Αγίας Καθολικής και Αποστολικής  Εκκλησίας.
Στη πρώτη παρουσία Του ο Ζωοδότης Κύριος δια της Εκκλησίας Του καλεί όλους τους ανθρώπους σε  μετάνοια, «μετανοείτε» και προτρέπει δε αυτούς να πράττουν έργα αγαθά, έργα αγάπης «και ποιείτε καρπούς αξίους της μετανοίας».
Στη δευτέρα όμως παρουσία Του ο Δίκαιος Κριτής θα καλέσει σε κρίση και απολογία όλους τους  ανθρώπους εκείνους που μετανόησαν και έπραξαν έργα αρετής, έργα αγάπης και εκείνους που δεν μετανόησαν και πού δεν θέλησαν να ακούσουν της θείας και ευαγγελικής Αυτού φωνής.
Και τότε «Βίβλοι ανοιγήσονται και πράξεις δημοσιεύονται» και αυτοί που μετανόησαν και έπραξαν έργα αρετής, έργα αγάπης θα λάβουν τον στέφανο της δικαιοσύνης και θα ακούσουν το, «δεύτε οι ευλογημένοι του Πατρός μου κληρονομήσατε την ητοιμασμένην υμίν βασιλείαν από καταβολής κόσμου», ενώ οι άλλοι που δεν άκουσαν της θείας και ευαγγελικής φωνής, και δεν ματανόησαν αλλά περιφρόνησαν τους αδελφούς Αυτού θα καταδικαστούν και θα ακούσουν το, «πορεύεσθε απ’ εμού οι κατηραμένοι εις το πύρ το αιώνιο, το ητοιμασμένον τω Διαβόλω και τοις αγγέλοις αυτού».
Αλλά γιατί ο Μέγας Κριτής στην σημερινή ευαγγελική περικοπή πού κάμνει λόγο περί της παγκοσμίου εκείνης μεγάλης και δικαίας κρίσης σιωπά και δεν αναφέρεται σε καμία άλλη αρετή και πάσα άλλη κακία, αλλά αναφέρεται μόνο στους κρινόμενους ελεήμονας και ανελεήμονας.
Είναι αληθές ότι, ο κρινόμενος ελεήμων εκπροσωπεί τον ενάρετο και δίκαιο άνθρωπο, ο δε κρινόμενος  αναλεήμων εκπροσωπεί τον παραβάτη και αμαρτωλό άνθρωπο. Ο ενάρετος και δίκαιος άνθρωπος ευεργετεί και βοηθά εκείνο που έχει ανάγκη, ελεεί και παρηγορεί τους πάσχοντας και τεθλιμμένους και δια των καλών έργων και πράξεών του αποδεικνύει ότι έχει αγάπη πλούσια, η οποία είναι το πλήρωμα  του νόμου και το κεφάλαιο όλων των αρετών, ο δε ανελεήμων εν τη ασπλαχνία του είναι άδικος και στερείται πάσης αρετής.
Επομένως δια της ελεημοσύνης, σύμφωνα με τους θείους λόγους του Κυρίου εμπερικλείεται πάσα αρετή, δια δε της ανελεημοσύνης καταγράφεται πάσα κακία, αδικία, μίσος, φθόνος και όλες εκείνες οι αμαρτωλές πράξεις που χωρίζουν τον άνθρωπο από την Πατρική αγκαλιά του Θεού της αγάπης, του ελέους, των οικτιρμών και της ευσπλαχνίας.
Ο χρόνος της Δευτέρας του Κυρίου παρουσίας είναι άγνωστος σ’ εμάς τους ατελείς ανθρώπους, όπως ακριβώς άγνωστος είναι και ο χρόνος του θανάτου μας. Ένα όμως είναι το βέβαιο, το αληθές ότι , «κατά την μεγάλην εκείνην ημέραν και επιφανήν» πάντες οι άνθρωποι, παντός τόπου και χρόνου, ζώντες και νεκροί θα προχωρήσουμε, ως ποτάμι ορμητικό, προς τον Θρόνο του Εσφαγμένου Αρνίου της Αποκαλύψεως, και τότε «φανερωθήσονται πράξεις ανθρώπων έμπροσθεν του αστέκτου βήματος».
Αγαπητοί μου αδελφοί,
Ο άνθρωπος της σημερινής εποχής, δυστυχώς, νομίζοντας ότι εδώ είναι η ζωή και ο θάνατος και ότι δεν υπάρχει πέραν του τάφου ζωή, ζει και κινείται,  μακριά από την πηγή της σωτηρίας του, μακριά από την Αγία του Χριστού Εκκλησία μακριά από τα σωτήρια μηνύματα του ευαγγελίου της χάριτος και της σωτηρίας, μακριά από την ζωή, την αλήθεια και το φώς.
Πολλοί των χριστιανών παρασύρονται από τα ρεύματα και τις θεωρίες του κόσμου τούτου και περιπίπτουν, άσοφοι ως σοφοί, στην αμαρτία και μάλιστα στην απιστία λέγοντες ότι, εδώ ο θάνατος, εδώ και η  ζωή, και δι’ αυτούς τα πάντα είναι, «τι φάγωμε, τι πίωμεν, τι περιβαλλόμεθα» και δεν θέλουν να κατανοήσουν ότι μετά θάνατο «κρίσις εστίν» και ότι, «όταν μέλλης έρχεσθαι, κρίσιν δικαίαν ποιήσαι, κριτά δικαιότατε επί θρόνου δόξης σου καθεζόμενος».
Οφείλουμε, λοιπόν, όσο έχουμε χρόνο στην παρούσα  ζωή, να πράξουμε αξίους της μετανοίας καρπούς και να εργαστούμε για την ψυχή μας, προσφέροντες την αγάπη μας, δια της ελεημοσύνης, και  με   δάκρυα μετανοίας και εξομολογήσεως να ζήσουμε ζωή πνευματική, ζωή κεχωρισμένη από των αμαρτιών.
Οι σωτήριοι λόγοι που ακούσαμε στην σημερινή ευαγγελική περικοπή, «επείνασα και εδώκατέ μοι φαγείν, εδίψησα και εποτίσατέ με, ξένος ήμην και συνηγάγετέ με, γυμνός και περιεβάλετέ με, ησθένησα και επεσκέψασθέ με, εν φυλακή ήμην και ήλθατε προς με», ας γίνουν δι’ έναν έκαστο από εμάς βίωμα στη ζωή μας για να έχουμε την ελπίδα ότι, θα τύχουμε και εμείς της εκ δεξιών του Κυρίου παραστάσεως, «όταν μέλλης έρχεσθαι, κρίσιν δικαίαν ποιήσαι, Κριτά  δικαιότατε». ΑΜΗΝ.              

Ο.Λ.Κ.Α.Παΐσιος

ΟΜΙΛΙΑ ΕΙΣ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗΝ ΤΗΣ ΚΡΙΣΕΩΣ - ΜΑΤΘ.ΚΕ΄31-46. του π. Νικ. Φαναριώτη



του π. Νικ. Φαναριώτη - Εφημ. Ι.Ν. Οσίου Λουκά Πατρών για την   Κυριακή  19-2-12 

«Δεύτε οι ευλογημένοι του Πατρός μου, κληρονομήσατε την ητοιμασμένην
υμίν βασιλείαν από καταβολής κόσμου.»   Μτθ.κε34.

Όταν ο άνθρωπος πρόκειται να μεταναστεύσει σε άγνωστη χώρα, εθελοντικά η υποχρεωτικά, αν είναι νουνεχής, θα φροντίσει να μάθει τρία βασικά πράγματα:
1ον.πότε θα γίνει αυτό
2ον.πού θα πάει και
3ον.ποιους θα συναντήσει εκεί .
Kαι επειδή η κοινή μοίρα όλων μας είναι η μετανάστευση, και όχι μόνον των οικονομικών μεταναστών, θα πρέπει να αρχίσουμε (αν δεν αρχίσαμε ήδη) να σκεφτόμαστε σοβαρά πάνω σε αυτά τα ζητήματα.
Η παρούσα περικοπή δεν ελέχθη από τον Χριστόν για να μας πληροφορήσει ότι θα έλθει. Το ότι θα έλθει είναι γνωστόν από ολόκληρη την αγίαν Γραφήν μια μόνον περικοπή θα αναφέρουμε, την ώρα της Αναλήψεως :και ταύτα ειπών, βλεπόντων αυτών ,επήρθη και νεφέλη υπέλαβεν αυτόν από των οφθαλμών αυτών και ως ατενίζοντες ήσαν εις τον ουρανόν  πορευομένου αυτού, και ιδού άνδρες δυο  παρειστήκεισαν αυτοίς εν εσθήτι λευκή, οι και είπον άνδρες Γαλιλαίοι, τι εστή- κατε εμβλέποντες  εις τον ουρανόν; Ούτος ο  Ιησούς ο αναληφθείς αφ΄ημών εις τον ουρανόν, ούτως ελεύσεται, ον τρόπον εθεάσασθε αυτόν, πορευόμενον εις τον ουρανόν.ΠΡΞ.Α9. Άλλως τε το αναφέρει και το σύμβολον της πίστεως:   ((και πάλιν ερχόμενον  μετά  δόξης  κρίναι ζώντας και νεκρούς )).
Το πότε θα έλθει, η το πότε θα πάμε εμείς προς Αυτόν, κανείς δεν το ξέρει και είναι ευτύχημα  γιατί αν ήξερε κανείς πότε θα πεθάνει, θα είχε πεθάνει πριν πεθάνει.
Παράγει γάρ το σχήμα του κόσμου τούτου (των 5 διαστάσεων: (χώρου, χρόνου, βιολο- γικής ζωής). ΑΚορ.Ζ.3.Δηλ.οι ουρανοί ροιζηδόν παρελεύσονται, στοιχεία δε καυ- σούμενα λυθήσονται και η γη και τα εν αυτή  έργα κατακαήσεται Β.Πετ , Γ10.
Η κρίσις θα γίνει μέσα στο νέο σχήμα του κόσμου, όπως το είδε ο Ιωάννης στην αποκάλυψηΚΑ.1. Και είδον ουρανόν καινόν και γην καινήν ο γαρ πρώτος ουρανός και η πρώτη γη απήλθον, και η θάλασσα ουκ έστιν έτι.   Και με βάσιν αυτές τις περιγραφές και τα λόγια του Κυρίου, εμφανίζονται δύο βασικά προβλήματα.
1ον  .που θα χωρέσουν  τα τρισεκατομμύρια των  ανθρώπων και των  αγγέλων : και συναχθήσεται έμπροσθεν έμπροσθεν αυτού πάντα τα  έθνη. Το ερώτημα είναι αβάσιμον.  Δεν τίθεται ζήτημα χωρητικότητας διότι η κρισις θα γίνει στο  νέο  σχήμα του κόσμου όπου  θα απουσιάζει ο περιορισμός των 5 διαστάσεων.
2ον   αφορά τα  κριτήρια με τα οποία θα χωρίσει ο υιός του ανθρώπου  το τεράστιο αυτό  πλήθος.  Ο κόσμος του Θεού (το σύμπαν)  δημιουργήθηκε για να υπηρετήσει την βασιλεία.  (Την ητοιμασμένην υμίν βασιλείαν από καταβολής κόσμου  Μτθ.ΚΕ34).  Η Εδέμ ήταν το πρώτο (πιλοτικό) βήμα σ ΄αυτήν την  κατεύθυνσιν.       Ο διάβολος μέσα στην κακία του, κατάφερε να εκτρέψει τον άνθρωπο από την σωστή κατεύθυνσινόχι όμως και από τον τελικό προορισμό .

Έτσι η νέα πορεία μέσα από την κοιλάδα των δακρύων, πού μας έριξε ο διάβολος , Είχε ως σκοπό να πετύχει σε βάθος χρόνου την τελική εξαφάνιση του ανθρωπίνου γένους μέσα στην πορεία του στη χώρα και τη σκιά του θανάτου, όπως το αναφέρει και ο προφήτης  ΗΣΑΪΑΣ.Αλλά ο Θεός εν τη αγάπη του θυσίασε  τον Υιόν του, και κατώρθωσε να μετατρέψει την θανατερή αυτή πορεία ,σε παρακαμπτήριο , για τον τελικό σκοπό που είναι  η Βασιλεία  των ουρανών.
Υπάρχουν μέσα στο κείμενο δυο κρίσιμα σημεία, που μας θωρακίζουν απέναντι σε κάθε απόπειρα νέας παγίδας του Πονηρού  που πολλοί τα αγνοούμε και διακινδυνεύουμε το αιώνιο μέλλον μας: 
Α΄ κληρονομήσατε την ητοιμασμένην βασιλείαν από καταβολής κόσμου.  (Κληρονομία που αποκτάει ο άνθρωπος δια της μεταγγίσεως του αίματος του Χριστού κατά την θείαν κοινωνίαν).
Β΄ επείνασα και εδώκατε μοι φαγείν εδίψησα και εποτίσατε με. (Τα καλά έργα).
Το  Α΄ είναι το εισιτήριο για την είσοδο στην Βασιλεία.
Το  Β΄ είναι οι αποσκευές για το ταξίδι  προς την Βασιλεία.
Πολλοί αυτές τις ημέρες τονίζουμε το δεύτερο τα καλά έργα και αποσιωπούμε το πρώτο τηνκληρονομία που είναι εξ αίματος. Είναι σαν να ζεύουμε το άλογο πίσω από το αμάξι. Τα καλά έργα δεν μπορούν (μόνα τους) να  μας  σώσουν: (φιλανθρωπίες, δικαιοσύνες, ιεραποστολές, εικόνες, ανέγερση ναών…).
Εξ έργων και λόγων και εννοίας, δίκαιος εις , εκ πίστεως και χάριτος και μετανοίας δίκαιοι πολλοί. Μάρκος ο ασκητής χρειάζεται συγγένεια εξ αίματος :  ο Χριστός δεν είναι εργοδότης ,  είναι Ζωοδότης .

ΠΡΔΤ.1ον   Παραβολή του ασώτου όχι  μίσθιος (δεν τον άφησε ο  Πατέρας να  πει το:ποιησον με ως ένα των μισθίων σουΜΤΘ19
2ον  Δεν πληρώνει σαν εργοδότης, (ΜΤΘ Κ10.και ελθόντες οι περί την ενδέκατη ώραν,5 το απόγευμα ,έλαβαν ανά  δηνάριον ελθόντες δε οι πρώτοι, (που έπιασαν δουλειά από πολύ πρωί, ενόμισαν ότι πλείονα λήψονται, και έλαβαν και αυτοί ανά δηνάριον το συμφωνημένο μεροκάματο) δηλ τον Παράδεισο. (λαβόντες δε εγόγγυζον κατά του  οικοδεσπότου). Παραβολή των εργατώντου αμπελώνος .

Η ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΚΛΗΡΟΝΟΜΕΙΤΑΙ.

Δεν αγοράζεται με τα καλά έργα. Δηλαδή να μην κάνουμε καλά έργα; Είμαστε νεκροί. Από τους εξ αίματος συγγενείς του ο Χριστός περιμένει να κάνουν καλά έργα  σαν φυσική συνέπεια . Η νεραντζιά που έγινε πορτοκαλιά είναι φυσικό να κάνει πορτοκάλια . αμαρτίας αποχή, φύσεως εστί έργον, ου βασιλείας αντάλλαγμα. Μάρκος ο ασκητής.                                                                                                                                    

Και τα δυο χρειάζονται, αλλά πρώτα το άλογο και μετά η άμαξα. Πρώτα το εισιτήριο και μετά οιαποσκευές.   Πρδ. Με εισιτήριο, ακόμα και χωρίς αποσκευές μπορείς να ταξιδέψεις  σε ένα πλοίο της γραμμής . Δεν  μπορείς όμως να ταξιδέψεις  με αποσκευές  και χωρίς εισιτήριο.
Όταν έτσι πολιτευόμαστε, θα βρεθούμε  στους ευλογημένους του Πατρός και θα κληρονομήσουμε την ετοιμασμένη βασιλεία από καταβολής Κόσμου.

ΑΜΗΝ

Παράδεισος και Κόλαση στην Ορθόδοξη Παράδοση Πρωτ. Γεώργιος Δ. Μεταλληνός αση στην Ορθόδοξη Παράδοση Πρωτ. Γεώργιος Δ. Μεταλληνός


Παράδεισος και Κόλαση στην Ορθόδοξη Παράδοση
Πρωτ. Γεώργιος Δ. Μεταλληνός
Κοσμήτορας της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών
Την Κυριακή της Απόκρεω «μνείαν ποιούμεθα της δευτέρας και αδεκάστου παρουσίας του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού». Η φράση«μνείαν ποιούμεθα» του Συναξαρίου βεβαιώνει, ότι η Εκκλησία, ως σώμα Χριστού, βιώνει στη λατρεία της τη Β’ Παρουσία του Χριστού μας ως «γεγονός» και όχι ως κάτι το ιστορικά αναμενόμενο. Και αυτό, διότι με τη Θεία Ευχαριστία μεθιστάμεθα στην ουράνια βασιλεία, στη μεταϊστορία. Σ’ αυτή την προοπτική προσεγγίζεται ορθόδοξα και το θέμα: παράδεισος-κόλαση.
 Στα Ευαγγέλια (Ματθ.κεφ.25) γίνεται λόγος για «βασιλεία» και «πυρ αιώνιον». Στην περικοπή αυτή, που διαβάζεται στη Λειτουργία της Κυριακής της Απόκρεω, «βασιλεία» είναι ο κατά Θεόν προορισμός του ανθρώπου. Το «πυρ» είναι «ητοιμασμένον» για τον διάβολο και τους αγγέλους του (δαίμονες), όχι διότι το θέλησε ο Θεός, αλλά διότι αυτοί δεν μετανοούν. Η «βασιλεία» είναι «ητοιμασμένη»  για τους πιστούς στο θέλημα του Θεού. «Βασιλεία» (=άκτιστη δόξα) είναι ο παράδεισος, «πυρ» (αιώνιο) είναι η κόλαση («κόλασις αιώνιος»,στ.46). Στην αρχή της ιστορίας ο Θεός καλεί στον παράδεισο, στην κοινωνία με την άκτιστη Χάρη Του. Στο τέλος της ιστορίας ο άνθρωπος αντιμετωπίζει παράδεισο και κόλαση. Τι σημαίνει αυτό θα το δούμε στη συνέχεια. Σπεύδουμε όμως να πούμε, ότι είναι κεντρικότατο θέμα της πίστεως μας, λυδία λίθος του Χριστιανισμού ως Ορθοδοξίας.
1. Ο λόγος για παράδεισο και κόλαση στην Καινή Διαθήκη είναι συχνός. Στο Λουκ.23,43 ο Χριστός λέει στον ληστή: «σήμερον μετ’ εμού έση εν τω  παραδείσω». Στο παράδεισο όμως αναφέρεται και ο ληστής λέγοντας(23.42): «μνήσθητι μου Κύριε […] εν τη βασιλεία σου». Κατά τον Βουλγαρίας Θεοφύλακτο (P.G.123,1106) «ο γαρ ληστής έστι μεν εν παραδείσω, ήτοι τη βασιλεία». Ο Απ. Παύλος (Β’Κορ. 12, 3-4) ομολογεί ότι ήδη σ’ αυτόν τον κόσμο, «ηρπάγη εις τον παράδεισον και ήκουσεν άρρητα ρήματα, α ουκ εξόν ανθρώπω λαλήσαι». Στην Αποκάλυψη διαβάζουμε : «Τω νικώντι δώσω αυτώ φαγείν εκ του ξύλου της ζωής, ο έστιν εν τω παραδείσω του Θεού μου» (2,7) Και ο Αρέθας Καισαρείας ερμηνεύει: «παράδεισον την μακαρίας και αιωνίζουσαν εκληπτέον ζωήν». (P.G. 106,529). Παράδεισος-αιώνιος ζωή-βασιλεία Θεού ταυτίζονται.
Για την κόλαση: Ματθ.25.46 («εις κόλασιν αιώνιον»), 25,41 (πυρ αιώνιον), 25,30 «σκότος εξώτερον», 5,22 «γέεννα πυρός». Α΄ Ιω. 4,18 («…ότι ο φόβος κόλασιν έχει»). Με όλους αυτούς τους τρόπους δηλώνεται αυτό που εννοούμε με τον όρο «κόλασις».
2. Παράδεισος και κόλαση δεν είναι δυο διαφορετικοί τόποι. Αυτή η εκδοχή είναι ειδωλολατρική. Είναι δύο διαφορετικές καταστάσεις (τρόποι), που προκύπτουν από την ίδια άκτιστη πηγή και βιώνονται ως δυο διαφορετικές εμπειρίες. Ή μάλλον είναι η ίδια εμπειρία, βιούμενη διαφορετικά από τον άνθρωπο, ανάλογα με τις εσωτερικές προϋποθέσεις του. Η εμπειρία αυτή είναι η θέα του Χριστού μέσα στο άκτιστο φως της θεότητάς Του, μέσα στη «δόξα» Του. Από τη Β’ Παρουσία και σ’ όλη την ατελεύτητη αιωνιότητα, όλοι οι άνθρωποι θα βλέπουν τον Χριστό στο άκτιστο φως Του. Και τότε «εκπορεύσονται οι τα αγαθά ποιήσαντες εις ανάσταστιν ζωής, οι δε τα φαύλα πράξαντες εις ανάστασιν κρίσεως» (Ιω.5.29). Ενώπιον του Χριστού χωρίζονται οι άνθρωποι («πρόβατα» και «ερίφια», δεξιά και αριστερά Του). Διακρίνονται δηλαδή σε δύο ομάδες. Αυτούς που βλέπουν τον Χριστό ως παράδεισο («υπέρκαλον αγλαΐαν») και αυτούς που Τον βλέπουν ως κόλαση («πυρ καταναλίσκον», Εβρ.12,29).
Παράδεισος και κόλαση είναι η ίδια πραγματικότητα. Αυτό δείχνει ο εικονισμός της Β΄ Παρουσίας. Από τον Χριστό απορρέει ένας ποταμός, φωτεινός ως χρυσίζον φως, στο άνω μέρος, όπου βρίσκονται οι άγιοι και ποταμός πύρινος στο κάτω μέρος, όπου βρίσκονται οι δαίμονες και οι αμετανόητοι («οι μηδέποτε μετανοήσαντες», όπως λέγει ένα τροπάριον των Αίνων της ημέρας). Γι’ αυτό στο Λουκ. 2,34 λέγεται περί του Χριστού ότι «κείται εις πτώσιν και ανάστασιν πολλών». Ο Χριστός γίνεται σε άλλους μεν, όσους Τον δέχθηκαν και ακολούθησαν την προτεινόμενη από Αυτόν θεραπεία της καρδιάς, ανάστασις στην αιώνια ζωή Του και σ’ όλους που Τον απέρριψαν, πτώση και κόλαση.
Πατερικές μαρτυρίες: Ο άγιος Ιωάννης ο Σιναΐτης (Κλίμαξ) λέγει, ότι το άκτιστο φως του Χριστού είναι «πυρ καταναλίσκον και φωτίζον φως». Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς (Ε.Π.Ε 11,498) παρατηρεί: «Ούτος, φησί, βαπτίσει υμάς εν Πνεύματι Αγίω και πυρί· τω φωτιστικώ δηλονότι και κολαστικώ, κατ’ αξίαν εκάστου της εαυτού διαθέσεως κομιζομένου το κατάλληλον». Και αλλού (Συγγράμματα, εκδ. Χρήστου, Β’ σ.145): Το φως του Χριστού «ει δ’ εν ον, τοις πάσιν μεθεκτόν, ου ενιαίως, αλλά διαφόρως μετέχεται…».
Συνεπώς, παράδεισος και κόλαση δεν είναι απλώς ανταμοιβή και τιμωρία (καταδίκη), αλλά ο τρόπος με τον οποίο βιώνουμε καθένας μας τη θέα του Χριστού, ανάλογα με την κατάσταση της καρδιάς μας. Ο Θεός ουσιαστικά, δεν τιμωρεί, μολονότι για παιδαγωγικούς λόγους και στη Γραφή γίνεται λόγος για τιμωρία. Όσο πνευματικότερος γίνεται κανείς, τόσο ορθότερα κατανοεί τη γλώσσα της Γραφής και της παραδόσεώς μας. Η κατάσταση του ανθρώπου (καθαρός-ακάθαρτος, μετανοημένος-αμετανόητος) συντελεί στο να δεχόμεθα το Φως του ως παράδεισο ή κόλαση.
3. Το ανθρωπολογικό πρόβλημα στην Ορθοδοξία είναι, πώς ο άνθρωπος θα βλέπει αιώνια τον Χριστό ως παράδεισο και όχι ως κόλαση. Πώς θα μετέχει, δηλαδή, στην ουράνια και αιώνια «βασιλεία» Του. Και εδώ φαίνεται η διαφορά του Χριστιανισμού ως Ορθοδοξίας από τα διάφορα θρησκεύματα. Τα τελευταία υπόσχονται κάποια «ευδαιμονία» και μάλιστα μετά θάνατον. Η Ορθοδοξία δεν είναι ζήτηση ευδαιμονίας, αλλά θεραπεία από την αρρώστια της θρησκείας, όπως συνεχώς κηρύσσει πατερικά ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης. Η Ορθοδοξία είναι ένα ανοικτό νοσοκομείο μέσα στην ιστορία («ιατρείον πνευματικόν» κατά τον Ι. Χρυσόστομο), που προσφέρει τη θεραπεία της καρδίας (κάθαρση) για να προχωρήσει κανείς στον «φωτισμό» της από το Άγιο Πνεύμα και τελικά να φθάσει στη «θέωση», τον μοναδικό προορισμό του ανθρώπου. Αυτή η πορεία, όπως πληρέστατα έχουν περιγράψει ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης και ο Σεβασμ. Μητροπολίτης Ναυπάκτου κ. Ιερόθεος (Βλάχος), είναι η θεραπεία του ανθρώπου, όπως την βιώνουν όλοι οι Άγιοι μας.
Η ζωή στο σώμα του Χριστού (στην Εκκλησία) αυτό το νόημα έχει. Αυτός είναι ο λόγος υπάρξεως της Εκκλησίας. Σ’ αυτό αποβλέπει όλο το λυτρωτικό έργο του Χριστού. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς (Δ’ Ομιλία περί Β’ Παρουσίας) λέγει, ότι η προαιώνια βουλή του Θεού για τον άνθρωπο είναι να «χωρήσαι την μεγαλειότητα της θείας βασιλείας». Να φθάσει ο άνθρωπος στη θέωση. Αυτός είναι ο σκοπός της δημιουργίας. Και συνεχίζει : «Αλλά και η θεία και απόρρητος κένωσις, η θεανδρική πολιτεία, τα σωτήρια πάθη, τα μυστήρια πάντα (δηλαδή όλο το επί γης έργο του Χριστού) δια τούτο το τέλος (σκοπό) προμηθώς (προνοητικώς) και πανσόφως προωκονόμηται».
4.Σημασία όμως έχει, ότι δεν ανταποκρίνονται όλοι οι άνθρωποι σ’ αυτή την πρόσκληση του Χριστού και γι’ αυτό δεν μετέχουν όλοι κατά τον ίδιο τρόπο στην άκτιστη δόξα Του. Αυτό διδάσκεται από τον Χριστό στην παραβολή του πλουσίου και του πτωχού Λαζάρου (Λουκ, κεφ. 16). Ο άνθρωπος αρνείται την προσφορά του Χριστού, γίνεται εχθρός του Θεού και απορρίπτει την προσφερόμενη από τον Χριστό σωτηρία (Αυτό είναι η βλασφημία κατά του Αγίου Πνεύματος, διότι εν Αγίω Πνεύματι δεχόμεθα την κλήση του Χριστού). Αυτοί είναι οι «μηδέποτε μετανοήσαντες» του ύμνου. Ο Θεός «ουδέποτε εχθραίνει», παρατηρεί ο Ι. Χρυσόστομος, εμείς γινόμασθε εχθροί Του (εχθραίνομεν), Τον απορρίπτουμε. Ο αμετανόητος άνθρωπος δαιμονοποιείται, επειδή αυτός το επιλέγει. Ο Θεός δεν το θέλει αυτό. Γρηγόριος Παλαμάς: «…ου γαρ εμόν εστί τούτο προηγούμενον θέλημα, ουκ εις τούτο υμάς εποίησα, ουκ εφ’ υμάς ητοίμασα την πυράν· δια τους αμετάβλητον έχοντας της κακίας την έξιν δαίμονας προανκαύθη το άσβεστον πυρ, οις υμάς συνήψεν η κατ’ εκείνους αμετανόητος γνώμη». «Αυθαίρετος (=εκούσια) εστίν η μετά των πονηρών αγγέλων συμβίωσις» (όπ.π) Είναι δηλαδή ελεύθερη επιλογή του ανθρώπου.
Πλούσιος και Λάζαρος βλέπουν την ίδια πραγματικότητα, τον Θεό στο άκτιστο φως Του. Ο πλούσιος φθάνει στην Αλήθεια, στη θέα του Χριστού, αλλά δεν μπορεί να μετάσχει σ’ αυτήν, όπως ο Λάζαρος. Ο Λάζαρος «παρακαλείται» (παρηγορείται), εκείνος όμως «οδυνάται» (βασανίζεται). Ο λόγος του Χριστού «έχουσι Μωσέα και τους προφήτας», για αυτούς που είναι ακόμη στον κόσμο αυτό, σημαίνει ότι όλοι είμεθα αδικαιολόγητοι. Διότι υπάρχουν οι Άγιοι, που έχουν την εμπειρία της θεώσεως και μας καλούν να ενταχθούμε στον τρόπο της δικής τους ζωής και να φθάσουμε στη θέωση, όπως εκείνοι. Άρα, οι κολαζόμενοι, όπως ο πλούσιος, είναι αδικαιολόγητοι.
Η στάση προς τον συνάνθρωπο δείχνει την εσωτερικότητα του ανθρώπου και για αυτό είναι το κριτήριο της Κρίσεως κατά τη Β’ Παρουσία (Ματθ. Κεφ. 25). Δεν σημαίνει ότι, παραθεωρείται η πίστη, η πιστότητα του ανθρώπου στον Χριστό. Αυτή προϋποτίθεται, διότι η στάση απέναντι στον άλλο δείχνει, αν έχουμε Θεό μέσα μας ή όχι(πρβλ ανάλογες φράσεις στην ποτισμένη από την ορθοδοξία γλώσσα μας: ο αθεόφοβος· δεν έχει Θεό μέσα του…) Οι πρώτες Κυριακές του Τριωδίου στρέφονται γύρω από τη στάση μας απέναντι στον συνάνθρωπο. Την πρώτη Κυριακή ο Φαρισαίος (φαινομενικά ευσεβής) δικαιώνει (αγιοποιεί) τον εαυτό του και απορρίπτει (εξουθενώνει) τον Τελώνη. Την β’ Κυριακή ο «πρεσβύτερος» αδελφός (επανάληψη του ευσεβοφανούς Φαρισαίου) λυπείται για την επιστροφή (σωτηρία) του αδελφού του. Φαινομενικά ευσεβής και αυτός, είχε νόθο ευσέβεια, που δεν γεννούσε αγάπη. Την γ’ Κυριακή (Απόκρεω) η στάση αυτή φθάνει στο κριτήριο της αιώνιας ζωής μας.
5. Η εμπειρία του παραδείσου ή της κολάσεως είναι υπέρ λόγον και αίσθησιν. Είναι άκτιστη πραγματικότητα και όχι κτιστή. Οι Φράγκοι έπλασαν τον μύθο, ότι και ο παράδεισος και η κόλαση είναι κτιστές πραγματικότητες. Μύθος είναι, ότι οι κολαζόμενοι δεν θα βλέπουν τον Θεό, ως και ο λόγος περί απουσίας του Θεού. Οι Φράγκοι επίσης εξέλαβαν το πυρ της κολάσεως ως κτιστό (π.χ. ο Δάντης). Η ορθόδοξη παράδοση μένει πιστή στη Γραφή, ότι και οι κολασμένοι θα βλέπουν τον Θεό (π.χ. ο πλούσιος της παραβολής), αλλά ως «πυρ καταναλίσκον». Οι Φράγκοι σχολαστικοί δέχθηκαν την κόλαση ως τιμωρία και στέρηση της λογικής ενοράσεως της θείας ουσίας. Βιβλικά όμως και πατερικά κόλαση είναι η αποτυχία του ανθρώπου και η άρνησή του να συνεργασθεί με τη Θεία Χάρη, για να φθάσει στη «φωτιστική» θέα του Θεού (παράδεισος) και στην ανιδιοτελή αγάπη (πρβλ. Α’ Κορ. 13.8: «ου ζητεί τα εαυτής»). Δεν υπάρχει συνεπώς απουσία Θεού, παρά μόνο παρουσία Του. Γι’ αυτό είναι φρικτή η Β’ Παρουσία («Ω ποία ώρα τότε…», ψάλλουμε στους Αίνους). Είναι πραγματικότητα αδιάψευστη, στην οποία είναι μόνιμα προσανατολισμένη η Ορθοδοξία («προσδοκώ ανάσταστιν νεκρών…»). Οι κολαζόμενοι, όσοι έχουν πώρωση καρδίας, όπως οι Φαρισαίοι (Μαρκ. 3,5: «εν τη πωρώσει της καρδίας αυτών») βλέπουν αιώνια το πυρ ως σωτηρία! Διότι η κατάστασή τους δεν επιδέχεται άλλη μορφή σωτηρίας. «Τελειούνται» και αυτοί, φθάνουν στο «τέλος» της πορείας τους, αλλά μόνο οι δίκαιοι τελειώνονται σωζόμενοι. Εκείνοι τελειώνονται κολαζόμενοι. Σωτηρία γι' αυτούς είναι η κόλαση, αφού στη ζωή της επεδίωξαν μόνο την ευδαιμονία. Ο πλούσιος της παραβολής «απήλαυσε τα αγαθά του». Ο Λάζαρος υπέμεινε αγόγγυστα «τα κακά». Αυτό εκφράζει ο Απ. Παύλος (Α΄ Κορ. 3,13-15): «Εκάστου το έργον, οποίον εστί το πυρ αυτό δοκιμάσει. Ει τίνος του έργον μένει, ο επωκοδόμησεν, μισθόν λήψεται· ει τινός το έργον κατακαήσεται, ζημιωθήσεται, αυτός δε σωθήσεται, ούτως δε ως δια πυρός». Δίκαιοι και αμετανόητοι περνούν από το άκτιστο «πυρ» της θείας παρουσίας. Ο ένας όμως περνά αλώβητος, ο δε άλλος καίγεται. «Σώζεται», αλλά όπως περνά κανείς μέσα από τη φωτιά. Ο Ευθύμιος Ζιγαβινός (ιβ’ αι.) παρατηρεί σχετικά: «Πυρ τον Θεόν ως φωτίζοντα μεν και λαμπρύνοντα τους καθαρούς, φλογίζοντα δε και σκοτίζοντα τους ρυπαρούς». Και ο Θεοδώρητος Κύρου για το «σωθήσεται» γράφει: «σωθήσεται δια πυρός και αυτός δοκιμαζόμενος», όπως δηλαδή περνά κανείς μέσα από τη φωτιά. Αν έχει κάλυμμα κατάλληλο δεν καίγεται, διαφορετικά «σώζεται» μεν, αλλά τσουρουφλισμένος!
Το πυρ της κολάσεως, συνεπώς, δεν έχει σχέση με το φραγκικό «πουργατόριο» (καθαρτήριο), ούτε κτιστό είναι, ούτε τιμωρία, ούτε κάποια ενδιάμεση κατάσταση. Μια τέτοια θεώρηση είναι μετάθεση της ευθύνης στον Θεό. Η ευθύνη είναι όλη δική μας, αποδοχή ή απόρριψη της προσφερόμενης από τον Θεό σωτηρίας (θεραπείας). Ο «πνευματικός θάνατος» είναι η θέα του ακτίστου φωτός, της θείας δόξης, ως πυρός, φωτιάς. Ο άγιος Ι. Χρυσόστομος, στον Θ’ Λόγο του στην Α’ Κορινθ. Σημειώνει:«αθάνατος η κόλασις…οι αμαρτάνοντες δίκην τίσουσιν όλεθρον αιώνιον. Το δε «κατακαήσεται», τουτ’ έστιν, ουκ οίσει (δεν θα αντέξει) του πυρός την ρώμην». Και συνεχίζει: «Ο δε λέγει (δηλαδή ο Παύλος), τούτο εστιν· ουχί και αυτός ούτως απολείται, ως τα έργα, εις το μηδέν χωρών(=στην ανυπαρξία), αλλά μένει εν τω πυρί. Σωτηρία γουν το πράγμα καλεί… Και γαρ και ημίν έθος λέγειν «εν τω πυρί σώζεται», περί των μη κατακαιομένων ευθέως υλών».
Οι σχολαστικές αντιλήψεις-ερμηνείες, που μέσω του έργου του Δάντη (Κόλαση) πέρασαν και στο δικό μας χώρο, έχουν συνέπειες που φθάνουν σε ειδωλολατρικές εκδοχές. Π.χ. ο χωρισμός παραδείσου-κολάσεως, ως δυο διαφορετικών τόπων. Αυτό γίνεται λόγω της μη διακρίσεως κτιστού και ακτίστου. Επίσης η άρνηση της αιωνιότητας της κολάσεως, με την έννοια της «αποκαταστάσεως» των πάντων ή με την έννοια του «καλού Θεού» (Bon Dieu). Ο Θεός είναι όντως «αγαθός» (Ματθ. 8,17), αφού προσφέρει σωτηρία σ’ όλους. «Πάντας θέλει σωθήναι…» (Α’ Τιμ. 2,4). Είναι φοβερός όμως ο λόγος του Χριστού μας, που ακούεται στις κηδείες: «Ου δύναμαι απ’ εμαυτού ποιείν ουδέν· καθώς ακούω κρίνω και η κρίσις η εμή δικαία εστίν» (Ιω. 5.30). Πλαστή είναι εξάλλου και η έννοια της «θεοδικίας», που εφαρμόζεται σ’ αυτή την περίπτωση. Όλα ανάγονται τελικά στον Θεό (θα σώσει ή θα κολάσει), χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η «συνέργεια» ως παράγων σωτηρίας. Σωτηρία είναι δυνατή μόνο στα όρια συνεργίας-συνεργασίας του ανθρώπου με τη Θεία Χάρη. Κατά τον Ι. Χρυστόστομο, «Το πλέον, σχεδόν δε το παν, του Θεού εστίν, ημίν δε μικρόν τι αφήκεν». Αυτό το «τι» είναι η αποδοχή της προσκλήσεως του Θεού. Ο ληστής σώθηκε «βαλών κλείδα το, μνήσθητί μου»! Ειδωλολατρική είναι και η αντίληψη για Θεό οργιζόμενο κατά του αμαρτωλού, ενώο Θεός, όπως είδαμε. «ουδέποτε εχθραίνει». Αυτή είναι δικανική αντίληψη για τον Θεό, που οδηγεί και στην εκδοχή των «επιτιμίων» στην εξομολόγηση ως ποινών και όχι ως φαρμάκων (θεραπευτικών μέσων).
6. Το μυστήριο παραδείσου-κολάσεως βιώνεται και στη ζωή της Εκκλησίας μέσα στον κόσμο. Στα μυστήρια πραγματοποιείται μέθεξη του πιστού στη Χάρη, για να ενεργοποιηθεί η Χάρη στη ζωή μας με την εν Χριστώ πορεία μας. Κυρίως δε στη Θ. Ευχαριστία το άκτιστο, η θεία κοινωνία, γίνεται μέσα μας ή παράδεισος ή κόλαση, ανάλογα με την κατάστασή μας. Κυρίως η μετοχή στη θεία κοινωνία είναι μετοχή στον παράδεισο ή την κόλαση μέσα στην ιστορία. Γι' αυτό συνδέεται η μετοχή στη θεία κοινωνία με την όλη πνευματική πορεία του πιστού. Όταν προσερχόμεθα ακάθαρτοι και αμετανόητοι, κολαζόμασθε (καιόμεθα). Γίνεται δε μέσα μας η Θεία Κοινωνία «κόλαση» και «πνευματικός θάνατος». Όχι διότι μεταβάλλεται σε κάτι τέτοιο φυσικά, αλλά διότι η ακαθαρσία μας δεν μπορεί να τη δεχθεί ως "παράδεισο" Δεδομένου δε ότι η θεία κοινωνία ονομάζεται «φάρμακον αθανασίας» (άγ. Ιγνάτιος ο Θεοφόρος, β’ αι..), συμβαίνει ακριβώς ό,τι και με ένα φάρμακο. Αν ο οργανισμός μας δεν έχει προϋποθέσεις να το δεχθεί, τότε παρενεργεί το φάρμακο και αντί να θεραπεύει, σκοτώνει. Όχι διότι ευθύνεται αυτό, αλλά η κατάσταση του οργανισμού μας. Πρέπει δε να λεχθεί, ότι αν δεν δεχθούμε τον χριστιανισμό ως θεραπευτική διαδικασία και τα μυστήρια ως φάρμακα πνευματικά, τότε οδηγούμεθα στη θρησκειοποίηση του χριστιανισμού, δηλαδή στην ειδωλολατρικοποίησή του. Και αυτό δυστυχώς γίνεται συχνότατα, όταν νοούμε τον χριστιανισμό ως «θρησκεία».
Η παρούσα ζωή εξάλλου, αξιολογείται από το φως του διδύμου παραδείσου/ κολάσεως. «Ζητείτε πρώτον την βασιλείαν του Θεού και την δικαιοσύνη αυτού» συνιστά ο Χριστός μας (Ματθ .6.33). «Προς ετέρου βίου παρασκευήν άπαντα πράττομεν…» λέγει ο Μ. Βασίλειος στους Νέους (κεφ.3) Η ζωή μας πρέπει να είναι διαρκής προετοιμασία για τη μετοχή στον «παράδεισο», δηλαδή στην κοινωνία με το Άκτιστο (πρβλ. Ιωάν. 17.3) Και αυτό αρχίζει ήδη στον κόσμο αυτό. Γι’ αυτό λέγει ο απ. Παύλος: «Ιδού νυν καιρός ευπρόσδεκτος, ιδού νυν ημέρα σωτηρίας» (Β’ Κορ 6.2). Κάθε στιγμή της ζωής μας έχει σωτηριολογική σημασία. Ή κερδίζουμε την αιωνιότητα, την αιώνια κοινωνία με τον Θεό, ή τη χάνουμε. Γι' αυτό τα ανατολικά θρησκεύματα και λατρείες που κηρύσσουν μετενσαρκώσεις, αδικούν τον άνθρωπο. Διότι μεταθέτουν το πρόβλημα σε άλλες (ανύπαρκτες φυσικά) ζωές. Μία ζωή όμως υπάρχει, στην οποία ή σωνόμαστε ή χανόμαστε. Γι’ αυτό συνεχίσει ο Μ. Βασίλειος:«α μεν ουν αν συντελή προς τούτον (=τον βίον) ημίν, αγαπάν τε και διώκειν παντί σθένει χρήναι φαμέν, τα δε ουκ εξικνούμενα προς εκείνον, ως ουδενός άξια παροράν». Αυτό είναι το κριτήριο του χριστιανικού βίου. Ο Χριστιανός επλέγει συνεχώς ό,τι συντελεί στη σωτηρία του. Σ’ αυτή τη ζωή κερδίζουμε τον παράδεισο ή τον χάνουμε και καταλήγουμε στην κόλαση. Γι’ αυτό λέγει ο ευαγγελιστής Ιωάννης : «Ο πιστεύων εις αυτόν ου κρίνεται· ο μη πιστεύων ήδη κέκριται, ότι μη πεπίστευκεν εις το όνομα του μονογενούς υιού του Θεού» (3,18)
Έργο της Εκκλησίας, συνεπώς, δεν είναι να «στέλνει» στον παράδεισο ή στην κόλαση, αλλά να ετοιμάζει τον άνθρωπο για την τελική κρίση. Το έργο του Κλήρου είναι θεραπευτικό και όχι ηθικολογικό-ηθικοπλαστικό, με την κοσμική έννοια του όρου. Η ουσία της εν Χριστώ ζωής διατηρείται στα μοναστήρια, όταν είναι φυσικά ορθόδοξα, δηλαδή πατερικά. Σκοπός της προσφερόμενης από την Εκκλησία θεραπείας δεν είναι η δημιουργία «χρηστών» πολιτών και κατ’ ουσίαν ευχρήστων, αλλά πολιτών της ουράνιας (άκτιστης) βασιλείας. Αυτοί είναι οι Ομολογητές και οι Μάρτυρες, οι αληθινοί πιστοί, οι Άγιοι.
Έτσι όμως ελέγχεται και η ιεραποστολή μας. Πού καλούμε; Στην Εκκλησία-Νοσοκομείο/ Θεραπευτήριο ή σε μια ιδεολογία, που ονομάζεται χριστιανική; Αντί για θεραπεία ζητούμε συνήθως εξασφάλιση θέσεως στον «παράδεισο». Γι’ αυτό ασχολούμεθα με τελετές και όχι με θεραπεία. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια απόρριψη της λατρείας. Αλλά χωρίς άσκηση (ασκητικό βίο, πράξη θεραπείας) ή λατρείας δεν μπορεί να μας αγιάσει. Μένει ανενέργητη μέσα μας η απορρέουσα από αυτήν χάρη. Η Ορθοδοξία δεν υπόσχεται ότι στέλνει τον άνθρωπο σε κάποιο παράδεισο ή σε κάποια κόλαση, αλλά έχει τη δύναμη, όπως φαίνεται στα άφθαρτα και θαυματουργικά λείψανα των Αγίων της (αφθαρσία= θέωση), να προετοιμάσει τον άνθρωπο, ώστε να βλέπει αιώνια την Άκτιστη Χάρη και Βασιλεία του Χριστού ως παράδεισο και όχι ως κόλαση.

Μισθωτοὶ ποιμένες, μισθωμένοι ἄρχοντες.

  Μισθωτοὶ ποιμένες, μισθωμένοι ἄρχοντες. Γεώργιος Κ. Τζανάκης . Ἀκρωτήρι Χανίων Σχετικῶς μὲ τὸ θέμα τῶν αὐξήσεων τῶν μισθῶν τῶν ἀρχιερέων, ...