Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Σάββατο, Μαρτίου 10, 2012

Ομιλία του Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου περί του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά και της προσφοράς του στην Εκκλησία.


Αλλοίμονο στον καιρόν εκείνο που δεν σε αγαπούσα, λέγει κάπου προς τον Θεό, φλεγόμενος από έρωτα, ο άγιος Αυγουστίνος. Εγώ δε μεταβάλλοντας ελαφρώς τον λόγο, θα έλεγα αναλόγως: αλλοίμονο στον καιρόν εκείνο που δεν είχαν εκδοθή διά του τύπου τα πάνσοφα και Θαυμαστά και θεόβροντα συγγράμματα του μεγάλου φωστήρος της Θεσσαλονίκης Γρηγορίου. Ας χαθή ο φθόνος! Μάλλον δε ο πατήρ του φθόνου, ο οποίος άφησε τα συγγράμματα αυτά κάπου τέσσερις αιώνες και πλέον μέσα στο σκότος, παραπεταμένα σε μίαν άκρη, και μόλις να σωθούν από την φθοράν, αυτά που ήσαν όχι μόνον άξια αλλά και υπεράξια να ιδούν το φως της οικουμένης ολοκλήρου, για να μην ειπώ άξια και του ιδίου του ουρανού.
Μαζί με τα άλλα δεινά που περιβάλλουν το δυστυχές γένος μας, ήταν και αυτό το καλόν, να στερηθούν τόσοι αδελφοί από τον φθόνο που παρακολουθεί κάθε καλό. Και για την στέρησιν αυτή θρηνεί η ηθική, η οποία καθαίρει από τα πάθη, διότι εζημειώθη την ακριβεστάτη διάκριση και στάθμη των αρετών και των παθών. Θρηνεί η φυσική θεολογία, η οποία φωτίζει την ψυχή, καθώς και η Θεόπνευστος Γραφή, που αναζητούν τους τρανούς και αληθείς λόγους τους. Πρό παντός θρηνεί η θεολογική επιστήμη, η οποία οδηγεί στην τελειότητα, επειδή μένει ακόμη κάπως ατελής, και γι’ αυτό αναζητεί γοερώς την τελειότητά της.
Και για να ειπώ με ένα λόγον, όλη η Εκκλησία του Χριστού και όλον το ορθόδοξον πλήρωμα, όλος ο ιερός κλήρος που εισέρχεται στο ιερόν Βήμα και προσεγγίζει τον Θεόν, και όλος ο λαός, που παραμένει έξω από το Βήμα, ω, ποίαν δόξαν έχουν στερηθή, ποίαν δύναμη, ποίον πλούτον από την έλλειψη τοιούτων πνευματικών θησαυρών! Και για να μιλήσω κάπως πιο τολμηρά, ποίαν αδοξίαν η ένδοξος, ποίαν αδυναμίαν η δυνατή, ποίαν πτωχείαν είχε περιβληθή μέχρι σήμερα η πλουτοδότις Εκκλησία, επειδή δεν είχε τα συγγράμματα του θείου Παλαμά! Αλλά ας είναι ευλογητός εις τους αιώνας ο Υιός και Λόγος του Πατρός και Νοός, ο δοτήρ και αίτιος κάθε καλού και μάλιστα των λόγων περί Αυτού του ιδίου. Αυτός και τώρα τα μεταβάλλει όλα μόνον με την θέληση, και τον τωρινόν αιώνα τον κάμει μακαριστόν. Και τον φθόνον διαλύει, και την λύπη μεταβάλλει σε χαράν, και στην Εκκλησίαν αποδίδει τον στολισμό της με την έκδοση των συγγραμμάτων αυτών. Και οικονόμησε έτσι τα πράγματα, όπως ημπορεί να συμπεράνη κανείς, ώστε να προηγηθούν παιδαγωγικώτερα συγγράμματα άλλων θεολόγων, για να καταστήσουν τους νόες δεκτικούς των υψηλών συγγραμμάτων του θείου τούτου Πατρός, τα οποία αποτελούν σύνοψη και κατάληξη όλων εκείνων και, κατά κάποιον τρόπον, επισφράγισμά των. Διότι αυτός είναι θεσμός και τάξις πανίερος, και στα αγγελικά τάγματα, πάντοτε και σε όλα, πρώτα δίδωνται τα ατελέστερα και στοιχειώδη, και ύστερα τα τελειότερα, εξ αιτίας της ατελείας εκείνων που θα τα δεχθούν. Αυτό βεβαιώνει ο Νόμος ο Μωσαϊκός και το Ευαγγέλιον. Ο μεν ως ατελής προκηρυττόμενος προς ατελείς, τα δε ως τέλειον αποκαλυπτόμενον ύστερα από τον νόμο προς τελείους. Άλλωστε αυτό φανερώνουν τυπικώς και οι φωνές της σάλπιγγος επάνω στο Σινά, οι οποίες, λέγει, έφθασαν βαθμιαίως σε μεγάλην ένταση.
Εκτός αυτών, δεν ήταν καθόλου ανεκτόν στον Θεόν, αλλά ούτε και δίκαιον, τους λόγους που έγραψε στις πλάκες της καρδίας όχι με μελάνι αλλά με το Πνεύμα, να τους αφήση να μένουν στο σκότος, αγνώστους, αδόξους, και έτσι να στερούνται και οι σύγχρονοι και οι μελλοντικοί χριστιανοί από τόσην ωφέλεια, αλλά και με τον τρόπον αυτόν να περιφρονήται ο φίλος του Γρηγόριος, που εκοπίασε να τους γράψη.
Για να δείξω με ολίγα λόγια τoν άνδρα λέγω τα εξής: ο Γρηγόριος έφθασε στην ακρότητα της πράξεως και της θεωρίας, περισσότερο από τoν καθένα. Λοιπόν, ο τρισόλβιος εκάθισε σε έναν τόπον στον ιερόν Άθω, αθόρυβο και απλησίαστο και, αφού ανέβη επάνω από κάθε αισθητόν και κάθε σύγχυση (ας χρησιμοποιήσω για τoν εαυτόν του τα λόγια τα ιδικά του), δίδεται όλος στην νοεράν επιστροφή και εστίαση της προσοχής στoν έσω άνθρωπον, ή μάλλον στην επιστροφήν όλων των δυνάμεων της ψυχής προς τον νου, πράγμα θαυμαστόν και να το λέγη κανείς. Και σπεύδει να αποπλύνη με το πένθος, το αποκρουστικόν προσωπείον το οποίο του προξένησε η περιπλάνησις στα γήινα. Και αφού ηνάγκασε σε περιορισμό με βίαν ισχυρά το πολυπόρευτον της διανοίας του, συνάπτεται με την Θεαρχικήν Τριάδα δια της συνεπτυγμένης και νοεράς προσευχής, και έκαμε το μοναδικόν του νου τριαδικόν, αν και δεν έπαυε να είναι ενιαίον. Καρτερώντας δε επί πολύν χρόνο στην κατάστασιν αυτή την γεννητικήν των απορρήτων μυστηρίων, και καθαρίζοντας όλο και περισσότερο τoν εαυτόν του, τoν αποσπογγίζει από κάθε δαιμονικήν επήρεια, αλλά και τoν απαλλάσσει από κάθε τι επίκτητο, έστω και αν αυτό είναι από τα πλέον αθώα και δεν ρυπαίνει τoν νου.
Αφού λοιπόν, κατά τον θείον Μάξιμον, ανήλθε όχι μόνον επάνω από τα πάθη, αλλά και επάνω από τους λόγους περί παθών, ούτε επάνω μόνον από την φύση, αλλά και επάνω απo τους λόγους της φύσεως, ούτε επάνω γενικώς από oσα νοητά δεν υπερβαίνουν την φαντασία, αλλά και από τους λόγους των, δέχεται στην καρδία του τoν ενυπόστατον φωτισμό της θείας χάριτος, και έτσι ευρίσκει μέσα του άλλον ουρανόν και άλλον ήλιον και την νοητήν σιγήν, η οποία επακολουθεί, φυσικώς στην κατάστασιν αυτή, την οποίαν ο Απόστολος Ιούστος ονομάζει ιεράν αφθεγξίαν, κατα την οποίαν ενεργείται ο λεγόμενος εγκάρδιος και εκπληκτικός έρως, όπως λέγει ο θείος Σιναϊτης Γρηγόριος. Με αυτήν την εσωτερικήν εργασίαν οδεύοντας μέσα στην οδό του θείου φωτός, αρπάζεται και αυτός όπως ο Παύλος, όχι μόνον κατά τον νου και τις άλλες ψυχικές δυνάμεις, αλλά και κατ’ αυτήν την αίσθησιν, (πλήν της αναπνοής) με μίαν ολικήν και υπερφυσικήν αρπαγή, κατά την οποίαν γεννάται ο προς τον Κύριον εκστατικός έρως, όπως λέγει ο αυτός Σιναϊτης Γρηγόριος. Και ύστερα ανεβαίνει σε όρη αιώνια, ή ανάγεται όχι με την φαντασία της διανοίας αλλά με μίαν απόρρητο δύναμη του Πνεύματος, «είτε εν σώματι είτε εκτός του σώματος» μη γνωρίζων. Και, ω του θαύματος, γίνεται θεατής των υπερκοσμίων, όπου ακούει αλάλητα ρήματα, πράγμα το οποίο δεν ημπορεί να φανερωθή ή να εκφρασθή και να επιτευχθή.
Ακολούθως δε, αφού έφθασε στον υπέρφωτο γνόφο της θείας πηγής, όπως λέγει ο κρυφιομύστης Διονύσιος, όπου είναι κεκαλυμμένα τα απλά και απόλυτα και άτρεπτα μυστήρια της θεολογίας, καταξιώνεται να ιδή και να γνωρίση διά μέσου της αβλεψίας και της αγνωσίας τον «υπέρ θέον και γνώσιν» με το να μην ιδή και να μη γνωρίση. Διότι αυτό είναι η πραγματική όρασις και γνώσις. Και για να μιλήσω συνοπτικά, μένει όλος άνθρωπος κατά την ψυχή και το σώμα στην φύση, αλλά γίνεται όλος Θεός κατά την ψυχή και το σώμα με την απειρόδωρο χάρη της θεώσεως, όπως λέγει ο θεοφόρος Μάξιμος: «ηνώθη με τον κατά φύσιν Θεόν και εγνώρισε τόσο τον γινωσκόμενον, όσον είχε γνωρισθή αυτός από εκείνον που γνωρίζει τα πάντα». Είναι επίκαιρο να λεχθή εδώ το του Θεολόγου και συνωνύμου περί αυτού του συνωνύμου και Θεολόγου: «Βλέπει μεν τα οπίσθια του Θεού, το δε πρόσωπον αυτού δεν του εμφανίζεται καθόλου. Και, όπως ο Μωυσής, φίλος Θεού χρηματίζει. Επειδή δε τα των φίλων είναι κοινά, κατά την παροιμία, γι’ αυτό ο Θεός αποκαλύπτει στον φίλο του τα θεία του μυστήρια, και τον διδάσκει αποκρύφους λόγους της φύσεως, και σηκώνει το κάλυμμα κάποιων σκοτεινών νοημάτων της Γραφής. Και του δίδει το χάρισμα, όχι μόνον της διοράσεως των όντων και εκείνων που ήδη υπάρχουν, ούτε μόνον το χάρισμα της διακρίσεως των πνευμάτων και των πραγμάτων, αλλά και το μέγιστον χάρισμα της προοράσεως εκείνων που θα γίνουν μετά πολύν χρόνον. Του δίδει ακόμη και το χάρισμα της θαυματουργίας, περισσότερον από κάθε άγιον, με αφθονίαν, και όταν ήταν στην ζωή και μετά θάνατον, ώστε να του αποδοθή από την Εκκλησία η επωνυμία του θαυματουργού. Αλλά το μεγαλύτερο θαύμα είναι το ιερόν του σκήνωμα, ευώδες και αδιάλυτον, επάνω από τους φυσικούς όρους, όπως ακόμη και μέχρι τώρα βλέπεται στην Θεσσαλονίκη.
Και ο Θεός του αποκαλύπτει ωρισμένα από εκείνα τα συμβολικά «οπίσθια», δηλαδή λόγους θείας δυνάμεως και ενεργείας, σοφίας και αγαθότητος, δόξης και απειρίας, και όλων των γύρω από τον Θεόν φυσικώς θεωρουμένων, τα οποία ο θεολόγος νους πρέπει να ζητή. Διότι μόνα αυτά είναι προσιτά. Αυτό δε που συμβολικώς λέγεται πρόσωπον του Θεού, δηλαδή αυτόν καθ’ εαυτόν τoν λόγο της ουσίας, είναι ανεπίτρεπτο να το ζητή οποιοσδήποτε άνθρωπος. Επειδή είναι τελείως απροσπέλαστος και απρόσιτος σε κάθε κτιστό νου” και όχι μόνον ανέκφραστος, αλλά και εντελώς ανώνυμος και άγνωστος, και ευρίσκεται επάνω και από αυτήν την «καθ’ υπερουσιότητα θέσιν».
Αλλά γιατί να λέγωμε πολλά; Ο Θεός μαζί με τα άλλα χαρίσματα του χαρίζει το δώρο να θεολογή ασφαλώς και απταίστως, που είναι το υψηλότατον από όλα τα δώρα, και πολυέραστο και καταλληλότατο στο να οδηγή στην θείαν αγάπη.
Για τα χαρίσματα αυτά εμεσίτευσε η Μητέρα του Θεού και ο πρώτος των θεολόγων, ο Ιωάννης ο Ευαγγελιστής, ο οποίος με όραμα μυστικόν το ανήγγειλε στον Γρηγόριο, σε στιγμή που ευρίσκετο σε κατάστασιν εγρηγόρσεως. Και όχι μόνον αυτό, αλλά ο ίδιος ο Ιωάννης, σε νυκτερινήν οπτασίαν του συνιστά να συγγράψη οπωσδήποτε χάριν της ωφελείας των χριστιανών, όλα όσα του ενήχησε το πνεύμα στα ώτα της καρδίας. Αυτό είναι το εξαιρετικόν πλεονέκτημα των συγγραμμάτων του ιδικού μου θεολόγου, κατά το οποίον υπερέχει από τους άλλους θεολόγους, ότι ήρχισε να συγγράφη όσα συνέγραψε όχι από προσωπικήν επιθυμία ούτε χωρίς θεία θέληση, αλλά κατόπιν θείας αποκαλύψεως και εντολής. Έτσι λοιπόν ο Γρηγόριος μέσα σε πολύν χρόνο, όχι μόνον έμαθε, αλλά και έπαθε τα θεία, και ετελειοποιήθη με την ένωση και την γνωριμία με αυτά, για να εκφρασθώ όπως ο Αρεοπαγίτης. Και έτσι αρχίζει να θεολογή απλανώς, επειδή ανήκε στην τάξιν όχι απλώς αυτών που καθαίρονται, αλλά εκείνων που έχουν ήδη καθαρθή την τελειοτάτην κάθαρση του νου και της καρδίας, αφού και ενωρίτερα είχε και θεοπτίες, οι οποίες υπερέχουν απείρως από την με μόνον τον λόγον θεολογίαν. Και αυτό διότι ήκουσε τον συνώνυμόν του Θεολόγον, ότι δεν είναι εύκολον το πράγμα, ούτε είναι για τον καθένα να θεολογή αληθώς, αλλά για εκείνους που έχουν καθαρθή στην ψυχή και στο σώμα, ή τουλάχιστον ευρίσκονται στο στάδιον της καθάρσεως.
Με αυτές λοιπόν τις προϋποθέσεις λογογραφεί τα απόρρητα δόγματα της ευσεβείας, αινεί τον Κύριον σε καθέδρα πρεσβυτέρων και επισκόπων, και έτσι αναπτύσσει τα μυστήρια του Θεού, όχι μόνο στην Εκκλησία των Θεσσαλονικέων, αλλά και σε όλην την Εκκλησία και την Σύγκλητο, λαμπρυνομένην από την παρουσία των βασιλέων, και σε πολλές συνόδους πολύ μεγάλες και πολυανθρώπους, που ελάχιστα υστερούν από τις οικουμενικές. Και αντιπαρατάσσεται γενναίως στις αντιθέους κενοφωνίες των αιρετικών, και με τις Γραφικές και λογικές αποδείξεις νικά τούτους κατά κράτος και στήνει το τρόπαιον. Προμαχεί της πίστεως, υπερμαχεί της Ορθοδοξίας των Θεολόγων Πατέρων, και χάριν αυτής φυλακίζεται και αποθνήσκει κατά προαίρεσιν. Από όλους δε που τον ήκουαν και τον έβλεπαν, αλλά δεν τον εγνώριζαν, εθαυμάζετο υπερβολικά και εθεωρείτο ως αληθής θεολόγος, ο οποίος δεν υστερεί στο παραμικρόν από τους μεγάλους και περιφανείς θεολόγους, Βασίλειον τον Μέγα, Γρηγόριον τον Θεολόγον, Ιωάννην τον Χρυσόστομον, Αθανάσιον και Κύριλλον και τους λοιπούς.
Έτσι, με ένα λόγον, φως υπάρχοντας, και φως βλέποντας, και στο φως διαμένοντας, με το φως εννοεί και ομιλεί και συγγράφει όλα τα θεουργικά του φώτα. Διότι έτσι ονομάζω εγώ τα συγγράμματά του, με τα οποία οι γνωστικοί φωταγωγούνται και μεταμορφώνονται προς θέωση, σύμφωνα με τον λόγο του θείου Μαξίμου, με όσα αναφέρονται στην ηθική, όσα στην φυσική Θεολογία, όσα στην ερμηνεία των Γραφών, όσα είναι της μυστικής θεολογίας, όσα νηπτικά και όσα αντιρρητικά, και με ό,τι άλλο περιέχεται στα συγγράμματά του…
Ελάτε, λοιπόν, όλοι όσοι είστε μέτοχοι της επουρανίου κλησεως, στην ποικίλην αυτή και άφθονο πνευματική πανδαισία, της οποίας εστιάτωρ και δημιουργός είναι ο μέγας και Θαυματουργός Γρηγόριος, μάλλον δε ο μέσα στον Γρηγόριο φθεγγόμενος Παράκλητος. Οι μεν πρακτικοί και αρχάριοι, τρώγετε το καθαρόν και άδολον γάλα της ηθικής διδασκαλίας, και καθαρίζετε την ψυχήν και το σώμα σας. Όσοι αρχίσατε να προκόπτετε, κατατρυφάτε από το μέλι της νηπτικής εργασίας του νοός, διά μέσου της οποίας ευρίσκεται το μακαριστόν πένθος, και αντλείται η πνευματική ηδονή που πηγάζει ανεκφράστως από την καρδία, και γνωρίζεται με νοεράν αίσθησιν ότι ο Κύριος Ιησούς είναι χρηστός και γλυκύτατος κατά τον Προφήτην. Οι δε μέσοι, που τρέχετε προς την τελειότητα, τρώγετε την στερεωτέρα τροφή, τον άρτον, λέγω, της φυσικής θεωρίας, μυούμενοι και στους βαθυτέρους λόγους των θείων γραφών. Οι δε τέλειοι, πίνετε τον εκστατικόν οίνον της υπέρ φύσιν θεολογίας ή, ημπορούμε να πούμε, θεοπτίας, και μεθύοντας αυτήν την μέθη της θεώσεως, δια της χάριτος θα γίνετε τελείως εκστατικοί. Και όχι μόνον θα ανέλθετε επάνω από κάθε νόημα, αλλά θα γίνετε και έξω από τον εαυτό σας για να ενωθήτε ολόκληροι με τον Θεόν, δια της υπερφυσικής ενώσεως ή ανακράσεως ή συμφύσεως ή δεν γνωρίζω τι να ειπώ καταλληλότερον. Πάντως, με μίαν λέξιν, όλοι απολαύσετε την καλήν και λαμπράν αυτήν πανδαισίαν. Όλοι τρυφήσατε από την τρυφή του συμποσίου αυτού, που δεν ελαττώνεται και δεν χάνεται, διότι είναι αθάνατος, και ωφελεί ανερμηνεύτως την αθάνατον ψυχή. Και σας λέγω εκείνο το ευαγγελικόν, ότι αληθώς «πολλοί σοφοί, διδάσκαλοι και θεολόγοι επεθύμησαν ιδείν και απολαύσαι τούτων, ων υμείς οράτε και απολαμβάνετε, και της εφέσεως ουκ επέτυχον».
Πίνοντας όμως τον καλόν οίνον των υψηλών τούτων συγγραμμάτων, μη κατηγορήσετε για αμέλειαν αυτόν που σας εκάλεσε στο δείπνο, και μη ειπήτε προς αυτόν τα λόγια του αρχιτρικλίνου: «Πας άνθρωπος πρώτον τον καλόν οίνον τίθησι και όταν μεθυσθώσι τότε τον ελάσσω. Συ δε τετήρηκας τον καλόν οίνον έως άρτι». Ο νόμος των ανθρώπων αυτός είναι, αλλά ο νόμος του Θεού είναι αντίστροφος, διότι, λέγει, πρώτον προσφέρουν τον «ελάσσω» και ύστερα τον «κάλλιστον». Για τούτο και αυτός συνετηρήθη μέχρι τώρα, για να χορηγηθή στους πιστούς σαν εξαίρετον δώρο που μας εδόθη από τον Θεόν.
Εάν στην πνευματικήν αυτήν ευωχία πρέπει να προσφέρω και εγώ κάτι ευφραντικόν, θα ειπώ στους καλούς συνδαιτημόνες με ολίγα λόγια πόση ηδονή και χάρις υπάρχει στα συγγράμματα αυτά, για να ερεθίσω την επιθυμία σας στην ανάγνωσή τους. Όταν διαβάζω τα ηθικά του μεγάλου Γρηγορίου, αποτάσσομαι την σάρκα και τον κόσμο, μισώ τα πάθη, και ασπάζομαι την «κεκρυμμένην συν τω Χριστώ ζωήν» των μοναχών. Με τις εντολές καθαρίζομαι, ποθώ να συμβιώσω με τις αρετές και, ανυψούμενος προς τα τελειότερα, γίνομαι ναός Θεού και κατοικητήριον του Πνεύματος.
Όταν διαβάζω τα Νηπτικά, μυούμαι στα μυστικά αυτά όργια της ιεράς νήψεως και της ευκτικής αρετής, και μαθαίνω την ολικήν επιστροφή του νοός προς τον έσω άνθρωπον, καθώς και την απλανή κυκλικήν κίνηση του νου και ανάτασή του προς το θείον. Και τότε εισέρχομαι στους όρους της αληθούς ησυχίας, κατά την οποίαν νοώ τον ίδιο τον εαυτό μου, μάλλον δε διά του εαυτού μου νοώ τον Θεόν, και πλησιάζω προς αυτόν διά καρδιακής και συνεπτυγμένης ευχής και εμπύρου κατανύξεως, η οποία γεννάται από την ευχή. Και μυσταγωγούμαι και μαθαίνω ποία είναι η μονιμωτάτη καθαρότης του νου και ποία της καρδίας. Και όχι μόνον αυτά, αλλά διδάσκομαι και τους λόγους της νοεράς αυτής επιστροφής μέσα στην καρδία, καθώς και τις θεωρητικές αποδείξεις από την Γραφήν, από την φύση και από την ιδία την πείρα, για την ορθότητα της εργασίας αυτής. Και στα αποδεικτικά αυτά στοιχεία πειθόμενος, καταγελώ ως ασόφους και αμυήτους όσους αντιλέγουν, είτε παλαιούς είτε συγχρόνους.
Όταν πάλιν εγκύψω στα συγγράμματα που πραγματεύονται περί της φυσικής θεολογίας και της Ερμηνείας των Γραφών, ευρίσκω κάποιες νέες και πρωτότυπες ερμηνείες, συγκριτικώς με όσα έχουν ειπεί παλαιότεροι άγιοι, διά των οποίων, με την ερμηνευτικήν επεξεργασία, το γράμμα αποκτά απροσδόκητον βαθύτητα. Διότι ο άγιος Πατήρ έσπασε τον φλοιό των εξωτερικών εκφράσεων, και απεκάλυψε το μυστικόν κάλλος των λόγων της ενσωμάτου ή ασωμάτου φύσεως, είτε των νοημάτων του Πνεύματος, το οποίον βλέποντας εγώ ότι ήταν κρυμμένο σαν μαργαριτάρι μέσα στο όστρακον, πληρούμαι από χαράν και γίνομαι περισσότερον θεωρητικός, από βάθους σε βάθος βυθιζόμενος και από αβύσσου σε άβυσσον κατερχόμενος. Και για να ειπώ όλην την αλήθεια, ευρίσκω στα φυσικά και στις ερμηνείες του λόγους ασφαλείς και σπουδαίους και τετραγώνους. Ευρίσκω να εξακριβώνεται ο ίδιος ο μυελός και το βάθος κάθε εξεταζομένου θέματος.
Αλλά προκειμένου για τα θαυμαστά θεολογικά και αντιρρητικά συγγράμματα του μεγάλου Γρηγορίου, ο λόγος μου αγαπά μεν να πλησιάση, αλλά να προσπελάση σ’ αυτά ιλιγγιά ενώπιον του ύψους και του βάθους, του μήκους και του πλάτους των, που είναι αληθώς ανέκφραστα. Διότι όχι μόνον συνέλεξε σε μίαν Ενότητα όσα Εγράφησαν σποραδικώς από τους αλλους θεολόγους πατέρες, και απάνθισεν ό,τι θεολογικώτερον υπήρχε, ο θεολογικώτατος εκείνος νους, που έγινε τοιούτος όχι απλώς δυνάμει αλλά ενεργεία, λόγω της καθαρότητός του. Αλλά και ό,τι εφαίνετο ως αμφιβόλου ορθοδοξίας η ως επιλήψιμο στους κακοδόξους, το μεθερμήνευσε με ευσεβεστέρα διατύπωση θεοσόφως, και διέσωσεν έτσι το κύρος των θεολόγων Πατέρων.
Πλήν αυτών, ο Θείος Γρηγόριος προσέθεσε όσα του απεκαλύφθησαν υπερφυώς. Όλα αυτά λοιπόν τα επεξεργάσθη, και τα ενεσωμάτωσε σε μίαν ενότητα, ώστε να αποτελούν ένα πραγματικόν αριστούργημα Θεολογίας, ένα τέλειον οικοδόμημα, το οποίον προκαλεί όντως τoν θαυμασμό σε κάθε ακοήν και διάνοιαν.
Σε αυτά λοιπόν τα συγγράμματα όταν εγκύπτω εγώ, αμέσως γίνομαι αληθής θεολόγος. Ω, πόσων μυστηρίων αξιώνομαι ακαριαίως, και σε ποίες νοερές συλλήψεις φθάνω! Υπερπηδώ όλα τα ανθρώπινα, διασχίζω τoν περίγειον τούτον αέρα, υπερβαίνω τoν αιθέρα, διέρχομαι επάνω από τoν εμπύρινον ουρανόν, λίγο ακόμη και θα φθάσω έως τρίτου ουρανού. Πληρούμαι από ενθουσιασμόν, ανεβαίνω υψηλότερα από τις αγγελικές δυνάμεις, και μυούμαι την ασύγχυτον Μονάδα και αδιαίρετον Τριάδα, τον ένα και τρία θεόν: το μεν κατά την ουσία, το δε κατά τις υποστάσεις. Και μαθαίνω ότι μία είναι η ουσία αριθμητικώς, σε τρεις υποστάσεις, απλή, απερινόητος, ανώνυμος και τελείως αμέθεκτος από την κτίση. Από δε τις τρεις υποστάσεις. ο μεν Πατήρ είναι η μόνη αρχή και αιτία και ρίζα της «εν Υιώ και Αγίω Πνεύματι» θεωρουμένης θεότητος. Ο δε Υιός είναι αιτιατόν, μόνον από τον Πατέρα γεννητώς, αλλά όχι και αίτιος του Πνεύματος. Επίσης το Πνεύμα είναι αιτιατόν, μόνον από μόνον τον Πατέρα εκπορευόμενον, όχι και από τον Υιόν. Και έτσι αποβάλλω το αιτιατοαίτιον (σημείωση: έτσι ονομάζει ο Άγιος Νικόδημος την Δυτική καινοτομία της και εκ του Υιού εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος (Φιλιόκβε)), την νέαν αυτήν προσθήκην, η οποία αναιρεί την μοναρχία μέσα στην θεότητα, και εισάγει κατ’ ανάγκην στην Τριάδα την δυαρχίαν.
Και δεν μαθαίνω μόνον αυτά, τα οποία είναι κοινά μεταξύ των άλλων θεολόγων Πατέρων, αλλά μυσταγωγούμαι και στην γνώση της θεολογίας του μεγάλου Παλαμά, υπέρ της οποίας ηγωνίσθη μέχρι τέλους με διαλόγους και με τα συγγράμματά του. Και συγκεκριμένως μαθαίνω εκείνο που είναι μεταξύ της αμεθέκτου ουσίας του Θεού και των κτιστών ανθρώπων που μετέχουν σ’ αυτό. Και διά μέσου αυτού μετέχουν του ιδίου του Θεού. Αυτό δεν είναι ένα μόνον, αλλά και πολλά. Είναι οι ουσιώδεις ενέργειες και δυνάμεις του Θεού, οι οποίες διαφέρουν και μεταξύ τους και από την ουσίαν. Και μαθαίνω ότι οι ενέργειες αυτές είναι άκτιστοι και ότι ο θεός δεν είναι σύνθετος, επειδή έχει μίαν ουσία και τις πολλές αυτές ενέργειές του. Είναι δε ο Θεός κατά την ουσία επάνω από όλα, ως αίτιος των ακτίστων ενεργειών και όλων των περί αυτόν αϊδίως θεωρουμένων τούτων ενεργειών και δυνάμεων. Και εδώ μεν διδάσκομαι ότι αυτές μετέχονται και γίνονται ορατές από τους αγίους, ενώ από τους μη αγίους είναι αμέθεκτες και αόρατες. Εκεί δε, μαθαίνω ότι αυτό που μετέχεται είναι άκτιστο. Αλλά αν και άκτιστον, όμως δεν είναι ουσία του Πνεύματος. Ούτε επίσης, επειδή δεν είναι ουσία του Πνεύματος, είναι και χωρισμένον από το Πνεύμα, αλλά είναι αχώριστον.
Και τώρα μεν φωταγωγούμαι διδασκόμενος ότι, η μετεχομένη από τους αγίους θεοποιός δωρεά και ενέργεια, λέγεται θεότης. Δηλαδή η θεοποιός δωρεά πλουτεί το υπερφυές όνομα της ουσίας του Θεού, από την οποία προέρχεται φυσικώς. Τώρα δε φωτίζομαι ότι η θεοποιός δωρεά δεν είναι κάτι το κτιστόν ούτε έχει σχέση με τα φυσικά φαινόμενα. Είναι έξω από τους όρους της φύσεως, και βλέπεται από τους αξίους ως φως η ενέργεια αυτή του Αγίου Πνεύματος. Η χάρις αυτή είναι κοινή ενέργεια της Αγίας Τριάδος, μία μόνη κατά τον αριθμόν, και «ορμάται εκ του Πατρός ως μόνου αιτίου, προέρχεται, προχωρεί διά του Υιού και φανερούται εν τω αγίω Πνεύματι». Και όταν μεν το θείον διαιρείται κατά τις υποστάσεις, είναι αδιαίρετον κατά τις ενέργειες. Όταν πάλι διαιρείται κατά τις δυνάμεις και ενέργειες, μένει αδιαίρετον κατά τις υποστάσεις.
Αλλά και κατά τον πολύν όντως και θεοφόρητον νούν των ιερών Πατέρων, ουσία ονομάζεται ορθοδόξως κάθε μία από τις ενέργειες του Θεού. Και ο όχι λιγώτερο θεοφόρος από εκείνους και πνευματοφόρος και χριστοφόρος Θείος Γρηγόριος λέγει ότι ημπορούμε να ονομάζωμε τις ενέργειες του Θεού ουσίες, όχι παραβαλλόμενες με την υπερούσιο μίαν ουσίαν, από την οποίαν πηγάζουν, αλλά ως προς τα αποτελέσματα και τα κτίσματα τα οποία ουσιοποιούν. Διότι αν τα κτίσματα είναι ουσίες, πολύ περισσότερο οι άκτιστες ενέργειες. Επί πλέον μαθαίνω από τον μοναδικόν αυτόν και ακριβέστατον θεολόγον, ότι τα θεαρχικά πρόσωπα της βασιλικωτάτης Τριάδος, ως προς τον τρόπον της υπάρξεως, θεολογούναι αυθυπόστατα και ενυπόστατα, το οποίον ουδείς άλλος θεολόγος πατήρ είπε μέχρι σήμερα.
Αλλά μαζί με αυτά διδάσκομαι ότι το φως το οποίον έλαμψε στο όρος Θαβώρ δεν είναι ούτε φάντασμα ούτε κτίσμα, και κάτι κατώτερον από την ανθρωπίνην νόηση, αλλά ούτε πάλιν ουσία Θεού, που είναι και τα δύο εκ διαμέτρου αντίθετα κακά και ισότιμα σε δυσσέβεια. Αλλά ότι είναι φως άκτιστον, ουσιώδης ενέργεια του Θεού, Θεότης και Βασιλεία και λαμπρότης, και όσα άλλα θεοπρεπή ονόματα του έδωσαν οι θεολόγοι Πατέρες.
Αφήνω όλα τα άλλα εκφαντορικά και θεολογικά θεάματα της πνευματοκινήτου διανοίας και γλώσσης του Γρηγορίου, τα οποία είναι τόσον υψηλώς και μεγαληγόρως και από βαθείαν αγιοπνευματικήν πείρα διατυπωμένα, ώστε να μη φαίνωνται ως γεννήματα ανθρωπίνης φύσεως, αλλά κάποιας άλλης, υπερφυσικής και ουρανίας. Ενώπιόν τους δεν ημπόρεσαν να σταθούν για να ιδούν και να ακούσουν οι πορευόμενοι στην απώλειαν αιρετικοί, που ετόλμησαν να εμβαθύνουν στα θεία. Αλλά κατεκεραυνώθησαν, έμειναν άναυδοι και επέστρεψαν στα σκοτεινά βάθη τους, απ’ όπου προήλθαν. Και απεδείχθησαν ότι ήσαν πίθηκοι απέναντι σε λέοντα και κώνωπες έναντι ελέφαντος, κατά την παροιμίαν, επειδή δεν κατώρθωσαν να αντισταθούν στην θεολογικήν επιστήμη, στην ακρίβεια των αποδείξεων και στις λοιπές ιερολογίες του μεγάλου Γρηγορίου.
Και όχι μόνον τώρα, αλλά, όπως γνωρίζω καλώς, και στον αιώνα τον άπαντα θα μείνουν κρυμμένοι στα σπήλαιά των αυτά και στις σήραγγες. Εννοώ μάλιστα τους οπαδούς και ακολούθους και τα πνευματικά τέκνα των αιρετικών τούτων, ύστερα από την ανατολήν του νοητού τούτου ηλίου της θεολογίας με την έκδοση των συγγραμμάτων του. Τα συγγράμματα αυτά εγώ ευχαρίστως τα παρομοιάζω με εκείνην την Σκηνήν του Μωυσέως, που ήταν αντίτυπος της γης, του ουρανού και των υπερουρανίων. Διότι τα μεν ηθικά ομοιάζουν με την αντίτυπο της γης αυλήν της Σκηνής. Τα δε νηπτικά, φυσικά και εξηγητικά, ομοιάζουν με τα αντίτυπα του ουρανού, τα άγια. Και τα θεολογικά ομοιάζουν, κατά τoν μυσταγωγόν Δαβίδ, με τα άγια των αγίων, που είναι αντίτυπα των υπερουρανίων εκείνων αδύτων «και της πρώτης φύσεως, όση μένει έσω του πρώτον καταπετάσματος και συγκαλύπτεται από τα Χερουβίμ».
Εάν δε κάποιος ζητή να μάθη την μορφήν της εκφράσεως, ας γνωρίζη, εάν δεν με θεωρή φαύλο κριτήν αυτών των πραγμάτων, ότι ο άνδρας δεν ήταν άμοιρος ουτε στο θέμα του κάλλους του λόγου. «Διότι είχε περάσει όλην την εξωχριστιανικήν φιλοσοφία, και δεν ήταν αμελέτητος ούτε στα σχήματα της ρητορικής, ούτε στερείτο από το μέλι των αττικών χαρίτων, και από την άλλη κομψότητα και ευμορφία των λόγων. Ο λόγος του είναι σύμμετρος στις περιόδους, και αυτό φαίνεται παντού, περισσότερο δε στα εξηγητικά, τα εγκωμιαστικά και τα αντιρρητικά συγγράμματά του. Παντού όμως είναι δημιουργός σαφηνείας περισσότερον από κάθε άλλον, χρησιμοποιεί κυριολεξίες και εκφραστικές λέξεις ακριβείας, τηρεί τους συντακτικούς κανόνες και αποφεύγει τα υπερβατά και ελλειπτικά σχήματα και τις μεταφορές, καθώς και τις σχοινοτενείς περιόδους. Παρ’ όλ’ αυτά όμως ο λόγος του δεν κατέρχεται σε πεζότητα. Διότι πάντοτε επιτυγχάνει άριστον συνδυασμόν του σαφούς με το υψηλό και σοβαρόν, αποφεύγοντας τις ελλείψεις και τις υπερβολές, κινούμενος στον χώρο της μεσότητος. Σε όλα δε τα συγγράμματά του ακμάζει η γλυκύτης, η λαμπρότης και το στρογγυλόν του λόγου, που τον κάνουν να ομοιάζη με μαργαριτάρι.
Ως εκ τούτου επιτυγχάνει, ώστε το υψηλόν και δυσθεώρητον των θεωρημάτων του περί της Τριαδικής Θεολογίας ή της μυστικής Οικονομίας του Θεού Λόγου, να μη γίνωνται δύσκολα στην κατανόηση. Ο γλυκύτατος αυτός ο ιδικός μου ρήτωρ διακρίνεται για την άνετον απομνημόνευση κειμένων, για τον πλούσιον λόγο του και για την ακριβολογία του. Είναι δογματικός, συλλογιστικός και αποφαντικός, και αγαπά ιδιαιτέρως την ενασχόληση με τα νηπτικά και θεολογικά θέματα. Γι’ αυτό και ο λόγος του, όταν συγγράφη, ομοιάζει να έχη βάση κυβικήν ή τετράγωνον. Ως εκ τούτου είναι αποτελεσματικώτατος και παρέχεται ως υπόδειγμα στους φιλολόγους προς μίμησιν. Επαινούνται δηλαδή διττώς αυτά τα συγγράμματα από το χρυσούν γένος των λογίων, δηλ. και ως προς τα βάθη του Πνεύματος αλλά και ως προς τα κάλλη του φθέγματος. Διότι ο ποιητής των συγγραμμάτων αυτών είναι ο μόνος, ή ένας από τους ολίγους, που ευδοκίμησε και στα δύο αυτά, δεινός στην νόηση και στο να εκφράση εύμορφα αυτό που έχει συλλάβει. Και θα ημπορούσε να μεταβάλη τον λόγο του σε κήπο με τριαντάφυλλα ή εναρμόνιο λύρα ή γλυκύφθογγο σάλπιγγα, εάν προ ετών δεν είχεν εγκαταλείψει την ενασχόληση με τους λόγους, χάριν της ασκήσεως και της προσευχής, όπως λέγει ο ίδιος για τον εαυτόν του.
Τα λεγόμενά μου μαρτυρεί και ο αγιώτατος και σοφώτατος μεταξύ των Πατριαρχών Φιλόθεος, λέγοντας περί των συγγραμμάτων του θείου Γρηγορίού, και μάλιστα περί των νηπτικών και θεολογικών, τα εξής: «Αλλά τι να ειπή κανείς, ω θεία και ιερά κεφαλή, περί αυτών των ιερών σου λόγων. Διότι αυτοί κυρίως πρέπει να ονομάζωνται ιεροί λόγοι. Μάλλον όμως ιεροί είναι όλοι όσοι αναφέρονται στα θεία και ιερά πράγματα. Ενώ οι ιδικοί σου δικαίως πρέπει να λέγωνται όχι μόνον ιεροί όπως οι άλλοι, αλλά ιεροί των ιερών, όπως είναι τα άγια των αγίων και το άσμα των ασμάτων, όπως λέγει κάποιος από τους υψηλούς θεολόγους, ως περιεκτικώτερα και κυριώτερα».
Και συμπληρώνει ο άγιος Φιλόθεος τελειώνοντας τον βίο του θεσπεσίου Γρηγορίου: «Συ λοιπόν και τώρα που μετέστης προς τον Χριστόν, εποπτεύεις την ποίμνη σου και όλο το κοινόν της Εκκλησίας ακόμη τρανότερα από υψηλά. Κάθε είδους νόσο θεραπεύεις, καταρτίζεις με τους λόγους σου, αποδιώκεις τις αιρέσεις και απαλλάσσεις από παντοειδή πάθη. Διότι ουδέποτε θα λησμονήσης την ιεράν εκείνην επιστήμη και τους τόσο μεγάλους αγώνες και ιδρώτες προς χάριν μας… Και λύσε την καταιγίδα αυτών των πολλών και ποικίλων παθών και πειρασμών, που κορυφώνεται επί τόσο μακρόν χρόνο και διεγείρει την τρικυμίαν αυτή και την ζάλη, ή απάλλαξέ μας τώρα από τα παρόντα με αγαθές ελπίδες για τα εκείθε και για την προσδοκωμένην μακαρίαν αναψυχή και άνεση εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών, ω η δόξα και το κράτος, συν τω ανάρχω Πατρί και τω ζωοποιώ Πνεύματι, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν».
Από το βιβλίο Πατερικόν Κυριακοδρόμιον, σελίς 517 και εξής.
Επιμέλεια κειμένου, Δημήτρης Δημουλάς.

Κυριακή Β. των νηστειΚυριακή Β Νηστειών -προσοχή, ύφαλος, λόγος του αειμνήστου Μητροπ. Νικαίας Γεωργίου Παυλίδου.


ΠΡΟΣΟΧΗ ΥΦΑΛΟΣ!
«Δια τούτο δει περισσοτέρως ημάς προσέχειν τοις ακουσθείσι, μήποτε παραρρυώμεν».
Κάμνει συχνά λάθη ο άνθρωπος, αγαπητέ αναγνώστα. Είτε από συνήθειες του παρελθόντος είτε εξ αφορμής ισχυρών εσωτερικών κλίσεων είτε λόγω επιδράσεως κακών ανθρώπων, το γεγονός είναι ότι πέφτει σε λάθη. Μικρά, αλλά και μεγάλα. Ένα μέρος από αυτά διορθώνονται εύκολα, χωρίς βαριές συνέπειες. Υπάρχουν όμως και λάθη που είναι ολέθρια. Αφήνουν συχνά πληγές βαθιές, ανεπούλωτες, που οδηγούν και εις αυτόν ακόμη τον θάνατον. Από ένα τέτοιο λάθος θέλει να προφυλάξη ο Απόστολος Παύλος τους χριστιανούς της εποχής του. Υπήρχε δηλαδή ο κίνδυνος να μην προσέξουν όσον έπρεπε τα λόγια και την διδασκαλίαν του Χριστού, να παρασυρθούν έπειτα από την κακίαν, να πέσουν εις την αμαρτίαν και τέλος να συντριβούν. Και δι’ αυτό γράφει με πολλήν αγάπην και θερμότητα τα παραπάνω λόγια. Δια να τους ασφαλίση από τον μεγάλον αυτόν κίνδυνον. Αλλά η συμβουλή του δεν αφορούσε μόνον τους πρώτους χριστιανούς. Αναφέρεται και εις τους συγχρόνους. Καλόν θα είναι επομένως να μελετήσωμεν βαθύτερα το ζήτημα αυτό.
1. Ερωτηματικά και αμφιβολίες.
Από τότε που ο άνθρωπος αρχίζει να μπαίνη στην ζωή με τα προβλήματά της, αρχίζουν τα ερωτηματικά και οι αμφιβολίες. Κατ’ αρχήν σε ζητήματα πίστεως. Λόγου χάριν απασχολεί τους ανθρώπους το θέμα της υπάρξεως Θεού και ψυχής, παραδείσου και κολάσεως. Ανησυχούν και θέλουν να μάθουν την αλήθειαν επάνω εις αυτά τα ζητήματα. Έπειτα αντιμετωπίζουν άλλα θέματα, που έχουν αμεσώτερη σχέση με την υλική ζωή. Σκέπτονται αν πρέπη να είναι κανείς ενάρετος, ή άνθρωπος χωρίς ιερόν και όσιον, που να κοιτάζη μόνον το συμφέρον του. Ρωτούν αν αξίζη να κάμη κανείς το καλόν ή να αδιαφορή για κάθε τι που δεν του προσφέρει κέρδη και ικανοποιήσεις. Διερωτώνται αν είναι συνετόν να έχη κανείς ιδανικά στην ζωή του, να κοιτάζη μόνον την καλοπέρασή του, έστω και αν χρειασθή να πατήση επάνω στα πτώματα των άλλων. Χίλιες δυο λοιπόν αμφιβολίες, που περιμένουν απαντήσεις και εξηγήσεις πειστικές. Και είναι ανάγκη να σημειωθή ότι και τα θέματα της πίστεως και τα προβλήματα της ζωής πρέπει να λυθούν σωστά, διότι οι συνέπειες από μίαν λανθασμένην τοποθέτησιν θα είναι τρομερές.
Σωτηρία ή καταστροφή! Θάνατος ή ζωή! Και τώρα το ερώτημα. Ποιος θα δώση τις σωστές απαντήσεις σ’ αυτά τα αγωνιώδη ερωτήματα;
2. Οι «πρόθυμοι» οδηγοί.
Μην ανησυχήτε. Δεν έλειψαν οι «πρόθυμοι» οδηγοί. Με ύφος σπουδαίου σοφού, με απαιτήσεις αλάθητου οδηγού. Με μεγάλες λέξεις και με χτυπητούς τίτλους υπεστήριξαν, αλλά υποστηρίζουν και ακόμη, ότι αυτοί μόνον ξέρουν την αλήθεια και αυτούς πρέπει να ακολουθήσουν οι άνθρωποι. Ωμίλησαν για την επιστήμη, επρόβαλαν φανταχτερά κοινωνικά συστήματα, παρουσίασαν πολύχρωμες θεωρίες, υλιστικές και άθρησκες. Υπεστήριξαν ότι τα υλικά αγαθά αποτελούν την μόνη πηγή ευτυχίας. Αρνήθηκαν τις πνευματικές αξίες, περιεφρόνησαν τον Θεόν και τα ιδανικά, συνεβούλευσαν τους νέους να χυθούν στην ζωή με αχόρταγη την διάθεση της αμαρτωλής απολαύσεως. Διεκήρυξαν ότι εδώ είναι η κόλασις, εδώ και ο Παράδεισος, και, επομένως, φάγωμεν, πίωμεν, αύριον γαρ αποθνήσκομεν.
Έτσι οι άνθρωποι έλυσαν όλα τα θέματα χωρίς πολλές φιλοσοφίες, επήραν τον σπόγγο και έσβησαν κάθε τι που δεν τους συνέφερε και τους ενοχλούσε. Τί τις θέλομεν, είπαν, τις θεολογίες; Πίστις και Θεός και ιδανικά! Δεν μας χρειάζονται. Να τα πετάξωμεν… Σε καλό σας! Εικοστός αιών σήμερα και θα μένωμεν ακόμη κολλημένοι σ’ αυτές τις σκουριασμένες ιδέες!
3. Ο Οδηγός
Και ήλθε από άλλο δρόμο κάποιος. Άλλος. Ήταν απλούς, γλυκύς, επιβλητικός. Όλα επάνω Του έφεγγαν. Άστραφταν. Στάθηκε ανάμεσα στους ανθρώπους. Τους κοίταξε με απέραντη καλωσύνη.
—Ποιος είσαι; τον ρώτησαν.
—Εγώ ειμί η οδός και η αλήθεια και η ζωή, είπεν. Και με τα λόγια Του αυτά εγέμισεν η γη από ουράνιο φως, από υπερκόσμιο άρωμα. Ο κόσμος έμεινε κατάπληκτος. «Ουδέποτε ούτως ελάλησεν άνθρωπος, ως ούτος ο άνθρωπος». Και ξαναρώτησαν.
—Και ποιο είναι το όνομά Σου;
—Εις την Παλαιάν Διαθήκην ονομάζομαι o Ων. Εγώ είμαι εκείνος που εδημιούργησα τον κόσμον. Εγώ τον κυβερνώ. Εγώ οδήγησα τους προγόνους σας εις την γην της επαγγελίας. Εγώ σας ηλευθέρωσα από τον ζυγόν των Αιγυπτίων. Εγώ έδωκα τους προφήτας, εγώ εχάρισα τον Νόμον.
Οι άνθρωποι παρακολουθούν με δέος και έκπληξιν τον άγνωστον.
Από σήμερα και σεις και ο κόσμος όλος, συνεχισε, θα με αποκαλείτε Ιησούς ο Ναζωραίος, ή Χριστός…
Τρία χρόνια έμεινε ο Ιησούς μεταξύ των ανθρώπων. Τους εδίδαξε την αλήθειαν περί του Θεού, περί της ψυχής. Τους άνοιξε τον δρόμον του καλού. Εφώτισε την ζωήν των ανθρώπων με το θαυμαστόν Του φως. Επλημμύρισεν η γη από την χάριν Του. Εύρεν ο κόσμος εις το πρόσωπόν του τον Οδηγόν, τον ασφαλή, τον αληθινόν. Επίστεψε. Τον αγάπησε. Και όταν, αργότερα, τον είδε επί του Σταυρού, θλιμμένον, θύμα εξιλαστήριον, εν συνεχεία δε του θανάτου Νικητήν, τον ηκολούθησε πλέον ως Σωτήρα και Λυτρωτήν.
Έκτοτε είναι ο Κύριος και ο Θεός των ανθρώπων.
4. Το δίλημμα!
Αλλά, κρίμα! Δεν ακολούθησαν όλοι τον Χριστόν. Μια μερίς ανθρώπων, από τότε που ακόμη ζούσε στη γη και μετά μέχρι και σήμερα, επροτίμησε να ακολουθήση τους άλλους οδηγούς. Εκείνοι είχαν και έχουν ευκολότερο δρόμο. Δεν ζητάνε αγώνες, θυσίες, μέχρις αίματος και θανάτου, θυσίες όπως ζητάει ο Χριστός. Αυτοί κολακεύουν τα ανθρώπινα πάθη, τρέφουν τις ταπεινές επιθυμίες, ικανοποιούν τα κατώτερα ένστικτα. Ο Χριστός ζητάει νέκρωσιν. Αυτοί κηρύσσουν ζωήν χωρίς περιορισμόν και χαλινόν. Και ο κάθε άνθρωπος στέκεται μπροστά στους οδηγούς και στον Οδηγό! Πρέπει να διαλέξη. Το δίλημμα είναι αναπόφευκτο. Πού να πάη;
Ο Χριστός είναι το Φως το αληθινόν, που φωτίζει πάντα άνθρωπον ερχόμενον εις τον κόσμον. Αυτοί οι άλλοι, οι πρόχειροι και πρόθυμοι οδηγοί, είναι σύννεφα χωρίς νερό, τα οποία παρασύρονται με βία από τους ανέμους, είναι δένδρα του φθινοπώρου, που δεν έχουν επάνω των ούτε φύλλα, δένδρα που δεν είναι δυνατόν να φέρουν καρπόν, δένδρα που εξερριζώθησαν. Είναι κύματα άγριας θαλάσσης, που χύνουν αφρούς αηδείς, λόγω των παθών της αμαρτίας. Τί διαφορά μεταξύ αυτών και του Χριστού!
Και όμως είναι λυπηρόν ότι πολλοί άνθρωποι παρεσύρθησαν και παρασύρονται από την απατηλήν ευτυχίαν του δρόμου της αμαρτίας, που παρουσιάζουν τόσον γοητευτικόν οι κακοί αυτοί οδηγοί. Αυτόν τoν κίνδυνον είδεν ο Απόστολος Παύλος. Και από αυτήν την καταστροφήν ήθελε να προφυλάξη τους χριστιανούς, προς τους οποίους έγραφε την επιστολήν του αυτήν. Τους παρακαλεί να προσέξουν, να φροντίσουν, να μη λησμονήσουν τα λόγια του Θεού, διότι υπάρχει ο μεγάλος κίνδυνος να παρασυρθούν και να χαθούν. Τους συμβουλεύει με πόνον ψυχής να μένουν πιστοί στον δρόμο της σωτηρίας.
5. Ειρήνη και θλίψις.
Το βεβαιώνουν τα πράγματα. Δεν χωρεί καμμιά αντίρρησις. Ο δρόμος του Χριστού είναι σωστή πανήγυρις. Πανηγυρίζει η ψυχή την χαρά της, την σωτηρία της. Χωρίς αλυσίδες και σίδερα ηθικής φυλακής. Χωρίς φίδια ανησυχίας, και βδέλλες, που ροφούν το αίμα. Χωρίς εφιάλτες, που ταράσσουν τον ύπνο. Ελεύθερη. Αδούλωτη. Φτερωτή. Χρυσαλλίδα στο βασίλειο της χάριτος. Ζει με ιδανικά. Πεθαίνει για τα ιδανικά! Γίνεται αθάνατη χάρις σ’ αυτά τα ιδανικά. Δόξα και τιμή και ειρήνη παντί τω εργαζομένω το αγαθόν.
Και ο άλλος δρόμος, που μας δείχνουν οι άλλοι; Σήψις και δεσμά και χλωμάδα θανάτου και ψέμα σε χρυσά χαρτιά και χρεωκοπία ηθική και αναπηρία ψυχική και οικονομικά ναυάγια και ντροπές και χαλάσματα και οικογενειακά συντρίμματα και χορταριασμένα μνήματα και δάκρυα καυτά και αποφύλλισμα ονείρων και… και.
Τα είδαμε, τα ζούμε, τα ξέρομε Κάθε ημέρα γύρω μας. Θολές ματιές, πνιχτές φωνές. Θλίψις και στενοχώρια επί πάσαν ψυχήν ανθρώπου του κατεργαζομένου το κακόν. Τι τραγική αλήθεια επικύρωσις και στην εποχή μας, αυτών των λόγων του Θεού!
6. Προς φωτεινούς ορίζοντας.
Και τώρα; Αν δεν ξέραμε την αλήθεια, αν δεν είχαμε δη το φως, αν δεν υπήρχαν γεγονότα να μαρτυρούν το ανυπέρβλητο μεγαλείο της χριστιανικής πίστεως, αν δεν ορθώνοντο μπροστά μας μνημεία αγάπης και πολιτισμού, εμπνευσμένα από τον Χριστιανισμόν, ίσως θα εδικαιολογούμεθα να μένωμεν στην αμφιβολία, εν χώρα και σκιά θανάτου. Τώρα όμως; Όταν όλα ομιλούν δια την ανάγκην επιστροφής προς το φως, πώς θα παραμείνωμεν ημείς στο σκοτάδι;
Εμπρός! Άλλη λύσις δεν μας μένει. Αν δεν θέλωμεν να χαθώμεν στα ζοφερά μονοπάτια, πρέπει να αναζητήσωμεν τον δρόμον του Θεού, που οδηγεί στους φωτεινούς ορίζοντας… Είναι η υστάτη στιγμή… Η υστάτη!
Αγαπητοί,
Ήταν νύχτα. Ο άνεμος βογγούσε και τα κύματα υψώνονταν θεόρατα. Το αγγλικό πλοίο «Θέτις» έπλεε στη Μεσόγειο, μεταφέροντας τον άγγλο πρεσβευτή στην Ιταλία. Ο πλοίαρχος με τον αξιωματικό υπηρεσίας βρίσκεται στη γέφυρα. Έχουν μπροστά τους τον χάρτην. Αίφνης ο βοηθός δείχνει στον καπετάνιο κάτι επάνω στον χάρτη. Είναι ένα σημάδι που χαρακτηρίζει την ύπαρξη εκεί κάποιου βράχου. Τί; Εφώναξεν ο θαλασσόλυκος! Πάλιν αυτή η ανοησία; Και άλλοτε είπαν ότι υπάρχει εδώ βράχος. Όχι. Θα περάσωμε επάνω από το περίφημο αυτό σημείο εις πείσμα των θαλασσινών… Θέλω να διαλύσω αυτόν τον μύθον.
Και οδήγησε το πλοίο στον βράχο. Σε πέντε λεπτά θα έχωμε περάσει αυτόν τον ύφαλον, είπεν ικανοποιημένος ο πλοίαρχος στους επιβάτας. Αίφνης ακούστηκε ένας τρομακτικός κρότος και το πλοίο τραντάχτηκε. Σε λίγο άρχισε να βουλιάζη. Με μεγάλες προσπάθειες εσώθηκε ένα μέρος του πληρώματος. Ο καπετάνιος όμως δεν θέλησε να σωθή. Τόση ήταν η εντροπή του, ώστε επροτίμησε τον θάνατον. Καθώς βούλιαζε το πλοίο, παρέσυρε μαζί του στον βυθό και τον καπετάνιο και άλλους επιβάτας…
Αλλοίμονον! Είχε στα χέρια του έναν χάρτη. Από πείσμα και εγωισμό δεν θέλησε να πιστέψη στα γραφόμενά του. Και έγινεν έτσι το μεγάλο δυστύχημα.
Πόσες ψυχές, αλήθεια, στη ζωή βυθίζονται διότι αρνούνται να πιστέψουν στον χάρτη του ουρανού, στον νόμο του Θεού, στο άγιον Ευαγγέλιον! Πόσες ψυχές χάνονται!
Αδελφέ!
Λέγει ο Θεός. Φοβήσου την αμαρτία. Είναι ο πιο ύπουλος ύφαλος!
Από το βιβλίο «Φως ταις τρίβοις μου», του Μητροπολίτου Νικαίας, Γεωργίου Παυλίδου, σελίς 253 και εξής.
Επιμέλεια κειμένου, Δημήτρης Δημουλάς.

ΚΗΡΥΓΜΑ ΣΤΗ ΔΕΥΤΕΡΗ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ ΕΛΛΗΝΟΡΘΟΔΟΞΗ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ ΑΓΙΟΥ ΒΑΡΝΑΒΑ


«τέκνον, ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου.» (Μαρκ. β΄ 5)
Ἐφθάσαμε, ἀγαπητοί ἀδελφοί, στή Δεύτερη Κυριακή τῶν Νηστειῶν. Ἡ Ἐκκλησία σήμερον τιμᾶ καί προβάλλει τήν ἁγία μορφή καί ξεχωριστή προσωπικότητα τοῦ διαπρεποῦς θεολόγου καί εἰδήμονος διδασκάλου τῆς νοερᾶς καί μονολογίστου προσευχῆς τοῦ Ἰησοῦ, Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ. Στή συνέχεια θά ἀναφέρουμε πολύ περιληπτικά λίγα λόγια γιά τό Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ καί ἔπειτα θά ἀσχοληθοῦμε μέ τήν εὐαγγελική περικοπή τῆς ἡμέρας.
Α) Ὁ Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ἦταν γόνος ἀριστοκρατικῆς οἰκογένειας τοῦ Βυζαντίου καί στίς μέρες τίς ὁποῖες ἔζησε, τό δέκατο τέταρτο αἰῶνα, διέπρεψε ὡς θεολόγος, ὡς μοναχός καί Ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης. Οἱ μοναχοί τοῦ Ἁγίου Ὄρους στό πρόσωπό του εὑρῆκαν τό διδάσκαλο καί προστάτη. Ὁ Γρηγόριος ἀντιμετώπισε τίς κακοδοξίες τοῦ δυτικοεπηρεασμένου Βαρλαάμ καί τῶν ὁμοίων του καί ἔκαμε λόγο γιά τή διάκριση μεταξύ τῆς οὐσίας καί τῶν ἀκτίστων ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ.
Ἡ οὐσία τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀμέθεκτη καί ἀκοινώνητη. Οἱ ἄκτιστες ἐνέργειες ὅμως τοῦ Θεοῦ εἶναι μεθεκτές. Οἱ μοναχοί ἐμμένοντας στήν προσευχή καθαίρονται, ἀποβάλλουν ἀπό μέσα τους τά σκοτεινά σημεῖα, ἐπικοινωνοῦν μέ τό Θεό καί καταξιώνονται τῆς θέας τοῦ Θαβωρείου καί ἀκτίστου φωτός. Αὐτή ἡ κατάσταση ἀποτελεῖ βίωμα τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ.
Β) Τό εὐαγγέλιο τῆς ἡμέρας παραθέτει τό θαῦμα τῆς θεραπείας τοῦ παραλύτου τῆς Καπερναούμ καί τά γεγονότα, τά ὁποῖα τό περιβάλλουν. Τέσσερις φίλοι ἤ συγγενεῖς ἴσως τοῦ παραλυτικοῦ τῆς Καπερναούμ, ἀφοῦ ἔμαθαν γιά τήν ἐπίσκεψη τοῦ Κυρίου στήν πόλη τους καί τήν παρουσία του σέ κάποιο σπίτι, φρόντισαν νά μεταφέρουν τόν ἄνθρωπό τους πλησίον τοῦ Κυρίου καί νά ἀναζητήσουν τή θεραπεία του.
Ὅταν ὅμως οἱ πρόθυμοι ἄνθρωποι καί ὁ παράλυτος ἔφθασαν στή σχετική κατοικία, ὕστερα ἀπό τή διαδρομή τῆς μεταφορᾶς τοῦ παραλύτου μέσα στούς δρόμους τῆς Καπερναούμ πάνω στό στρῶμα του, τούς περίμενε δυνατή ἀπογοήτευση. Τό σπίτι ἦταν κατάμεστο ἀπό κόσμο. Ἡ εἴσοδός τους μέσα σ’αὐτό ἦταν ἀδύνατη. Αὐτοί, ὅμως, ἦταν ἀποφασισμένοι νά μεταφέρουν τόν ἄρρωστο στό Χριστό. Ἔτσι χωρίς νά βασανίσουν γιά πολύ τό πράγμα στή σκέψη τους, μέ τή βοήθεια ἴσως κάποιας σκάλας, βρέθησαν στή στέγη τοῦ σπιτιοῦ. Σύντομα ἄνοιξαν τή στέγη καί μέ κάποια σχοινιά κατέβασαν τόν ἄνθρωπο μπροστά στό Χριστό.
Ὅταν ὁ Χριστός διεπίστωσε πόσα πολλά ἔκαμε καί πόσα πολλά ἐμπόδια ξεπέρασε ἡ πίστη τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν καί τοῦ παραλύτου, μέ τό θεῖο λόγο του θεράπευσε τόν παράλυτο. «τέκνον, ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου.» Ὁ Κύριος, ὡς Θεός, φανερώνει ὅτι ἡ αἰτία τῆς ἀσθένειας τοῦ ἀνδρός ἦταν ὁ ἁμαρτωλός βίος του. Ἀφοῦ αὐτός τώρα ἔλαβε ἄφεση ἁμαρτιῶν, βρῆκε τήν ὑγεία τοῦ σώματος καί τῆς ψυχῆς του. Ὁ Κύριος τόν ἀντιμετώπισε μέ τή θεία γλυκύτητά του καί τόν προσφώνησε, «τέκνον», παιδί μου.
Ὁ Θεός συνεχίζει, νά μᾶς ἀγαπᾶ καί νά περιμένει τήν ἐπάνοδό μας στήν εὐθεῖα ὁδό, ἔστω καί ἄν ἐμεῖς ἁμαρτάνουμε καί μιμούμεθα τόν ἄσωτο υἱό καί τόν παράλυτο τοῦ εὐαγγελίου. Αὐτό τό σημεῖο πολλές φορές σίγουρα μᾶς διαφεύγει. Ἐπιβάλλεται, ὅμως, νά σκεπτόμεθα τό Θεό πιό πολύ ὡς τό φιλάνθρωπο πατέρα μας, παρά ὡς δικαστή καί τιμωρό γιά τά λάθη καί τίς ἁμαρτίες μας. Τέτοιες σκέψεις ὁπωσδήποτε μᾶς βοηθοῦν νά πλησιάσουμε τό Θεό καί νά γευθοῦμε τό ἔλεος καί τή χάρη του, τά ὁποῖα μᾶς παρέχει πλουσιοπάροχα καί τά ὁποῖα εἶναι ἀπαραίτητα γιά τή σωτηρία μας.
Ἡ Ἐκκλησία μέ τή βάπτιση μᾶς πολιτογραφεῖ ὡς μέλη της. Ἡ πίστη στό Χριστό χαράσσεται στήν ψυχή μας. Ἄν ὅμως ἐμεῖς τήν παραμελοῦμε, δέν τήν καλλιεργοῦμε μέ τή μελέτη τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ, δέν τήν ἀναπτύσσουμε μιμούμενοι τή ζωή τῶν Ἁγίων καί δέν τήν τρέφουμε μέ τή συμμετοχή μας στά Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας, ἰδιαίτερα ἐκεῖνο τῆς θείας Κοινωνίας, τότε παραμένει καχεκτική, μαραμένη καί ἀνανάπτυκτη. Ἡ πίστη ὅμως γιά νά μεγαλουργήσει καί νά ἀποδώσει καρπούς, χρειάζεται νά εἶναι ζωντανή καί ἐμπνευσμένη, πυρωμένη ἀπό τήν αὔρα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί νά ἀναδίδει τήν εὐωδία τῆς παρουσίας τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἀμήν!

Κυριακή Β΄των Νηστειών


Του ΠαραλύτουΚυριακή Β΄των Νηστειών
Η φράση του Ιησού «αφέωνταί σοι αι αμαρτίες σου» απευθύνεται στον παράλυτο που του φέρνουν μπροστά του σε κάποιο σπίτι στην Καπερναούμ, κατά της Κυριακής Β΄ Νηστειών η ευαγγελικήδιήγηση. Κάνει εντύπωση καταρχήν το γεγονός ότι τα λόγια αυτά απευθύνονται σε έναν άνθρωπο σωματικά ασθενή.  Αυτός ζητεί την γιατρειά του και ο Ιησούς του προσφέρει την απαλλαγή από τις αμαρτίες. Επαναστατεί το μυαλό του σημερινού ανθρώπου, όταν ακούει τη βιβλική σχέση ανάμεσα στην αμαρτία και στην αρρώστια, και διερωτάται ποια εξάρτηση μπορεί να έχει η μία από την άλλη. Και ακόμη πρέπει να παρατηρήσουμε ότι  χάνει ολοένα και περισσότερο ο άνθρωπος της εποχής μας την αίσθηση της αμαρτίας μη μπορώντας να καταλάβει γιατί ορισμένες πράξεις, που τον εξυπηρετούν κοινωνικά ή ατομικά και είναι τόσο σύμφωνες με την φύση του και τις επιθυμίες του, να θεωρούνται σαν αμαρτίες. Ευχαρίστως  παραθεωρεί κάθε φραγμό θρησκευτικό ή ηθικό αδιαφορώντας ακόμη και για τις υποσυνείδητες ενοχλήσεις που συνοδεύουν συνήθως αυτές τις υπερβάσεις.  Κλείνουμε τα μάτια μας μπροστά στην δυσάρεστη και ενοχλητική πραγματικότητα της αμαρτίας και προτιμούμε να την αναλύουμε  δίνοντας της άλλα ονόματα ή ενδύματα. Ποιος δεν έχει ακούσει π.χ. για το άγχος και την αγωνία στην εποχή μας; Οι ψυχολόγοι και ψυχαναλυτές μας δίνουν φοβερές περιγραφές του βάθους της ανθρώπινης ψυχής, στην οποία συσσωρεύονται ποικίλες πικρίες από την ομαλά ρυθμισμένη ζωή και δημιουργούνται επιθυμίες εκδικήσεως, επιβουλών, καταστροφών. Και ακόμη οι φιλόσοφοι μιλάνε για «οριακές»καταστάσεις μέσα στις οποίες είναι δέσμιος ο άνθρωπος, περιγράφουν την ασθένεια προς θάνατον από την οποία   πάσχει και βλέπουν την απελπισία σαν μόνιμο σύντροφο του τρομοκρατημένου από την σκέψη του θανάτου σύγχρονου ανθρώπου. Όλα αυτά δεν είναι παρά επικύρωση και περιγραφή μιας εμπειρικά γνωστής σε όλους μας καταστάσεως που η Αγία Γραφή την χαρακτηρίζει με την λέξη αμαρτία. Η Αγία γραφή μας παρουσιάζει μια πολύ βαθιά  σύλληψη της τραγικής αποτυχίας των ανθρώπων, της αμαρτίας, και δεν την εκλαμβάνει σαν απλή παράβαση της θείας εντολής. Θα ήταν πολύ απλή και παιδαριώδης μια τέτοια αντίληψη και δεν θα δικαιολογούσε το γεγονός της ενσαρκώσεως του Χριστού. Εάν ο Θεός γίνεται άνθρωπος και πάσχει ως άνθρωπος μέσα στον κόσμο για να αναστηθεί ως Θεός, αυτό σημαίνει ότι το χάλασμα της ανθρωπότητας από την αμαρτία, έχει πολύ μεγαλύτερη έκταση και πολύ πιο τραγικές συνέπειες από ότι φανταζόμαστε ή από ότι εκφράζουν οι λέξεις παράβαση και παράπτωμα. Σε αυτό ακριβώς συνιστάται και το ελπιδοφόρο μήνυμα της Αγία Γραφής, στο ότι από την αγχώδη ασθένεια του θανάτου, από την αγωνία του μηδενός, από το φόβο του θανάτου σώζει τον άνθρωπο ο Θεός με το σταυρό και την ανάσταση του Χριστού. Και αυτά όχι με την ψυχολογική έννοια της εσωτερικής  γαλήνης και ομαλότητας, αλλά με την ουσιαστική έννοια της πραγματικής αλλαγής και μεταμορφώσεως της εχθρότητας σε φιλία, του άγχους σε ειρήνη, του φόβου του μηδενός σε βεβαιότητα ζωής και ελπίδα αναστάσεως. Να γιατί ο νικητής του θανάτου και αρχηγός της  ζωής Χριστός, λέει στον παράλυτο τα αυθεντικά λόγια τα οποία αρχίσαμε: «Αφέωνταί σοι αι αμαρτίαι σου». Απαλλάσσοντας  τον άρρωστο από την πηγή του κακού, τον ελευθερώνει και από τις συνέπειες του. Αν τα Ευαγγέλια μας διηγούνται πολλά παρόμοια θαύματα, είναι γιατί θέλουν να μας παρουσιάσουν όχι την καταθλιπτική κατάσταση της αμαρτίας που βασίλευσε μέσα στον κόσμο,  αλλά την καινούργια κατάσταση της λυτρώσεως που προσφέρει στον κόσμο ο Ιησούς Χριστός. Η αισιοδοξία του χριστιανισμού μηνύματος συνίσταται στο ότι είναι εστραμμένο όχι στο παρελθόν αλλά στο μέλλον, όχι στο κακό που κυριάρχησε μέσα στον κόσμο μέχρι τώρα, αλλά στην σωτηρία που προσφέρεται σαν καινούργια δυνατότητα. Είναι ανεπανόρθωτα ασυγχώρητος αυτός που προτιμά να παραμένει στα όρια του κακού, ενώ του προσφέρεται η απεριόριστη αγάπη του Θεού μέσα στα μυστήρια της Εκκλησίας. Αμήν

Κυριακή Β των Νηστειών


Του ΠαραλύτουΚυριακή Β΄των Νηστειών
Η φράση του Ιησού «αφέωνταί σοι αι αμαρτίες σου» απευθύνεται στον παράλυτο που του φέρνουν μπροστά του σε κάποιο σπίτι στην Καπερναούμ, κατά της Κυριακής Β΄ Νηστειών η ευαγγελικήδιήγηση. Κάνει εντύπωση καταρχήν το γεγονός ότι τα λόγια αυτά απευθύνονται σε έναν άνθρωπο σωματικά ασθενή.  Αυτός ζητεί την γιατρειά του και ο Ιησούς του προσφέρει την απαλλαγή από τις αμαρτίες. Επαναστατεί το μυαλό του σημερινού ανθρώπου, όταν ακούει τη βιβλική σχέση ανάμεσα στην αμαρτία και στην αρρώστια, και διερωτάται ποια εξάρτηση μπορεί να έχει η μία από την άλλη. Και ακόμη πρέπει να παρατηρήσουμε ότι  χάνει ολοένα και περισσότερο ο άνθρωπος της εποχής μας την αίσθηση της αμαρτίας μη μπορώντας να καταλάβει γιατί ορισμένες πράξεις, που τον εξυπηρετούν κοινωνικά ή ατομικά και είναι τόσο σύμφωνες με την φύση του και τις επιθυμίες του, να θεωρούνται σαν αμαρτίες. Ευχαρίστως  παραθεωρεί κάθε φραγμό θρησκευτικό ή ηθικό αδιαφορώντας ακόμη και για τις υποσυνείδητες ενοχλήσεις που συνοδεύουν συνήθως αυτές τις υπερβάσεις.  Κλείνουμε τα μάτια μας μπροστά στην δυσάρεστη και ενοχλητική πραγματικότητα της αμαρτίας και προτιμούμε να την αναλύουμε  δίνοντας της άλλα ονόματα ή ενδύματα. Ποιος δεν έχει ακούσει π.χ. για το άγχος και την αγωνία στην εποχή μας; Οι ψυχολόγοι και ψυχαναλυτές μας δίνουν φοβερές περιγραφές του βάθους της ανθρώπινης ψυχής, στην οποία συσσωρεύονται ποικίλες πικρίες από την ομαλά ρυθμισμένη ζωή και δημιουργούνται επιθυμίες εκδικήσεως, επιβουλών, καταστροφών. Και ακόμη οι φιλόσοφοι μιλάνε για «οριακές»καταστάσεις μέσα στις οποίες είναι δέσμιος ο άνθρωπος, περιγράφουν την ασθένεια προς θάνατον από την οποία   πάσχει και βλέπουν την απελπισία σαν μόνιμο σύντροφο του τρομοκρατημένου από την σκέψη του θανάτου σύγχρονου ανθρώπου. Όλα αυτά δεν είναι παρά επικύρωση και περιγραφή μιας εμπειρικά γνωστής σε όλους μας καταστάσεως που η Αγία Γραφή την χαρακτηρίζει με την λέξη αμαρτία. Η Αγία γραφή μας παρουσιάζει μια πολύ βαθιά  σύλληψη της τραγικής αποτυχίας των ανθρώπων, της αμαρτίας, και δεν την εκλαμβάνει σαν απλή παράβαση της θείας εντολής. Θα ήταν πολύ απλή και παιδαριώδης μια τέτοια αντίληψη και δεν θα δικαιολογούσε το γεγονός της ενσαρκώσεως του Χριστού. Εάν ο Θεός γίνεται άνθρωπος και πάσχει ως άνθρωπος μέσα στον κόσμο για να αναστηθεί ως Θεός, αυτό σημαίνει ότι το χάλασμα της ανθρωπότητας από την αμαρτία, έχει πολύ μεγαλύτερη έκταση και πολύ πιο τραγικές συνέπειες από ότι φανταζόμαστε ή από ότι εκφράζουν οι λέξεις παράβαση και παράπτωμα. Σε αυτό ακριβώς συνιστάται και το ελπιδοφόρο μήνυμα της Αγία Γραφής, στο ότι από την αγχώδη ασθένεια του θανάτου, από την αγωνία του μηδενός, από το φόβο του θανάτου σώζει τον άνθρωπο ο Θεός με το σταυρό και την ανάσταση του Χριστού. Και αυτά όχι με την ψυχολογική έννοια της εσωτερικής  γαλήνης και ομαλότητας, αλλά με την ουσιαστική έννοια της πραγματικής αλλαγής και μεταμορφώσεως της εχθρότητας σε φιλία, του άγχους σε ειρήνη, του φόβου του μηδενός σε βεβαιότητα ζωής και ελπίδα αναστάσεως. Να γιατί ο νικητής του θανάτου και αρχηγός της  ζωής Χριστός, λέει στον παράλυτο τα αυθεντικά λόγια τα οποία αρχίσαμε: «Αφέωνταί σοι αι αμαρτίαι σου». Απαλλάσσοντας  τον άρρωστο από την πηγή του κακού, τον ελευθερώνει και από τις συνέπειες του. Αν τα Ευαγγέλια μας διηγούνται πολλά παρόμοια θαύματα, είναι γιατί θέλουν να μας παρουσιάσουν όχι την καταθλιπτική κατάσταση της αμαρτίας που βασίλευσε μέσα στον κόσμο,  αλλά την καινούργια κατάσταση της λυτρώσεως που προσφέρει στον κόσμο ο Ιησούς Χριστός. Η αισιοδοξία του χριστιανισμού μηνύματος συνίσταται στο ότι είναι εστραμμένο όχι στο παρελθόν αλλά στο μέλλον, όχι στο κακό που κυριάρχησε μέσα στον κόσμο μέχρι τώρα, αλλά στην σωτηρία που προσφέρεται σαν καινούργια δυνατότητα. Είναι ανεπανόρθωτα ασυγχώρητος αυτός που προτιμά να παραμένει στα όρια του κακού, ενώ του προσφέρεται η απεριόριστη αγάπη του Θεού μέσα στα μυστήρια της Εκκλησίας. Αμήν

Κυριακή Β Νηστειών Η Π Ι Σ Τ Η Β Ρ Α Β Ε Υ Ε Τ Α Ι ΕΛΛΗΝΟΡΘΟΔΟΞΗ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ ΑΓΙΟΥ ΒΑΡΝΑΒΑ




«ἐδών δέ ὁ Ἰησοῦς τήν πίστιν αὐτῶν λέγει τῷ παραλυτικῷ·  τέκνον, ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου.»                                                                (Μᾶρκ. β΄ 5)

                   Ἡ εὐαγγελική περικοπή τῆς ἡμέρας, ἀγαπητοί ἀδελφοί, περιγράφει τό θαῦμα τῆς θεραπείας ἑνός παράλυτου ἄνδρα ἀπό τήν πόλη Καπερναούμ.  Τό θαῦμα τοῦτο ἀναφέρεται καί ἀπό τούς τρεῖς συνοπτικούς εὐαγγελιστές, δηλαδή τούς Ματθαῖο, Μᾶρκο καί Λουκᾶ.  Ἀξιοσημείωτο εἶναι ὅτι ὁ εὐαγγελιστής Ματθαῖος ὀνομάζει τήν Καπερναούμ, πόλη δική τοῦ Χριστοῦ.  Μᾶς λέγει ὅτι: «ἦλθεν εἰς τήν ἰδίαν πόλιν»  (Ματθ. θ΄ 1).  Ἡ ἔννοια ἐδῶ βέβαια δέν εἶναι ἡ ἰδιοκτησία.  Τί νά εἶναι ἄραγε;  Σέ τούτη τήν πόλη ὁ κόσμος ἦταν πιό δεκτικός, ὅσον ἀφορᾶ τό λόγο τοῦ Κυρίου.  Οἱ ψυχές τῶν ἀνθρώπων ἦταν πιό εὔπλαστες καί καταδεχτικές ὥστε ὁ Κύριος σέ τοῦτο τό μέρος ἐπετέλεσε πολλά ἄλλα θαύματα.  Γιά τοῦτο ὁ εὐαγγελιστής τήν ὀνομάζει, πόλη δική τοῦ Χριστοῦ. 

                        Κάποιος ὅταν ἀκούει αὐτήν τήν περικοπή, τήν προσοχή του τραβᾶ  ἡ πυκνή προσέλευση τοῦ κόσμου πρός τόν Κύριο.  Τότε δέν ὑπῆρχαν τά σημερινά μέσα ἐπικοινωνίας καί διαδόσεως τῶν πληροφοριῶν.  Πῶς λοιπόν οἱ ἄνθρωποι ἐπληροφοροῦντο; Τοῦτο ὀφείλεται σέ ὅσα μάθαιναν οἱ ἄνθρωποι ἀπό τούς ἄλλους, ὅσον ἀφορᾶ τά θαύματα, τά ὁποῖα ἔκανε ὁ Κύριος στήν εὐλογημένη γῆ τῆς Παλαιστίνης.
                        Ἐντύπωση προξενεῖ τό παράδειγμα τῶν τεσσάρων ἀνθρώπων ἀλλά καί τοῦ ἰδίου τοῦ παράλυτου, οἱ ὁποῖοι μέ προθυμία καί πίστη προσῆλθαν πρός τόν Κύριο.  Ἐκεῖνοι τόν κουβάλησαν πάνω στό στρῶμα του καί ὅταν ἔφθασαν στό σπίτι, ὅπου δίδασκε ὁ Κύριος, ὁ ἀριθμός τοῦ πυκνοῦ πλήθους δέν τούς ἐπέτρεψε νά πλησιάσουν τόν Κύριο.  Τί συμβαίνει ὅμως στή συνέχεια; 

                        Ἐκεῖνοι ἀντί νά ὑποχωρήσουν, πεισμώνουν, τόν ἀνεβάζουν στή στέγη, μετακινοῦν τά κεραμίδια καί ἀπ’ ἐκεῖ τόν κατεβάζουν, κείμενο στό στρῶμα, ἐνώπιον τοῦ Κυρίου.  Ὁ Κύριος δέν παρεπονέθη, οὔτε παρατήρησε κανένα γιά τό θόρυβο, τίς σκόνες καί τή διακοπή τῆς διδασκαλίας του.  Ἀπευθύνοντας μάλιστα τό λόγο πρός τόν παράλυτο, τόν ἀποκαλεῖ παιδί του.  «τέκνον ἀφεῶνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου».  (Μᾶρκ. β΄ 5).  Ὁ Κύριος συγχωρεῖ  στόν ἄνθρωπο ὅλα τά λάθη καί τίς ἁμαρτίες του μόνο μέ τό λόγο Του. 

                        Μποροῦμε νά τονίσουμε ὅτι πίστη δέν ἐξεδήλωσαν μόνο οἱ τέσσερις ἐθελοντές καί εὐεργέτες τοῦ παράλυτου ἀλλά καί ὁ ἴδιος.  Ἐκεῖνος ἀποδέχθηκε νά ὑποστεῖ ὅλη τήν ταλαιπωρία τῆς μεταφορᾶς μέσα ἀπό τούς δρόμους τῆς πόλεως καί τῆς ἀναρρίχισης στή στέγη τοῦ σπιτιοῦ.  Σίγουρα ἤλπιζε στή θεραπεία του, τῆς ὁποίας καί ἀξιώθηκε.

                        Μέσα σ’ ἐκεῖνο τό πλῆθος, λέγει τό εὐαγγέλιο, εὑρίσκοντο καί κάποιοι γραμματεῖς καί Φαρισαῖοι (Λουκ. ε΄ 21), οἱ ὁποῖοι ἄρχισαν νά κατακρίνουν τόν Κύριο καί νά λένε: Ποῖος εἶναι αὐτός νά προσβάλλει τό Θεό καί νά συγχωρεῖ ἁμαρτίες.  Αὐτό τό ἔργο ἀνήκει μόνο στό Θεό.

                        Ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὡς Θεός, γνώριζε τίς σκέψεις τους.  Γιά τοῦτο τούς εἶπε: Γιατί σκέπτεσθε ἔτσι;  Τί εἶναι πιό εὔκολο νά πῶ στόν παράλυτο; Συγχωροῦνται οἱ ἁμαρτίες σου ἤ σήκω, πάρε τό στρῶμα σου καί προχώρα;  Γιά νά δεῖτε λοιπόν ὅτι ὁ Υἱός τοῦ ἀνθρώπου ἔχει τήν ἐξουσία νά συγχωρεῖ πάνω στή γῆ ἁμαρτίες, λέγει στόν παράλυτο: Σ’ ἐσένα μιλῶ.  Σήκω, πάρε τό στρῶμα σου καί πήγαινε σπίτι σου.  Ἐκεῖνος ὑπάκουσε ἀμέσως, πῆρε τό στρῶμα του καί προχώρησε ἔξω μπροστά σ’ ὅλους.  Ἐκεῖνοι ἐθαύμασαν καί δοξάζοντας τό Θεό ἔλεγαν: Ποτέ ὡς τώρα δέν εἴδαμε τέτοια πράγματα.

                        Ὁ Κύριος μετά τήν Ἀνάστασή Του ἀπό τούς νεκρούς ἀφοῦ χαιρέτησε τούς Ἀποστόλους, τούς παραχώρησε τήν ἐξουσία νά καθαρίζουν τίς ψυχές τῶν ἀνθρώπων χορηγώντας τους ἄφεση ἁμαρτιῶν.  Στή συνέχεια οἱ Ἀπόστολοι μετέδωσαν αὐτήν τήν ἐξουσία στούς διαδόχους τους Ἐπισκόπους, οἱ ὁποῖοι τήν ἐξασκοῦν ὡς σήμερα, πλένοντας τόν ἐσωτερικό κόσμο τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας.  Ἰδιαίτερα τίς μέρες τῆς Ἁγίας καί Μ. Τεσσαρακοστῆς οἱ πιστοί πλησιάζουν πιό ταχτικά τό ἐξομολογητήριο γιά νά ταχτοποιήσουν τά ζητήματα τῆς ψυχῆς τους.  Τοῦ ἐξουσιαστῆ τῶν ψυχῶν καί τῶν σωμάτων ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καί Κυρίου ἡμῶν ἡ τιμή καί ἡ δόξα καί ἡ βασιλεία στούς αἰῶνες.  Ἀμήν!

*** Κυριακή Β' Νηστειών(Γρηγορίου Παλαμά) (Μαρκ. β’, 1-12)(του Παραλυτικού) κήρυγμα επί του Ευαγγελίου του Ιωάννη Δήμου Θεολόγου - Φιλολόγου


από την ιστοσελίδα του:  www.sostikalogia.com
Όπως είναι γνωστό ο άνθρωπος αποτελείται από δύο συνθετικά, το σώμα και την ψυχή. Όταν ασθενεί το σώμα επηρεάζεται και η ψυχή και, όταν ασθενεί η ψυχή υποφέρει και το σώμα.
Κατά την εποχή του Χριστού οι άνθρωποι υπέφεραν, όπως άλλωστε συμβαίνει σε κάθε εποχή, από ποίκιλες ασθένειες ψυχής και σώματος, καθόσον μάλιστα ο διάβολος είχε μεγάλη εξουσία. Είχε κατορθώσει να βασανίζει τους ανθρώπους ποικιλοτρόπως με τη μάστιγα των ασθενειών και της δαιμονικής επέμβασης του. Έτσι βλέπουμε το Χριστό να θεραπεύει ψυχές και σώματα από αμαρτίες, λέπρα, παραλυσία, κώφωση, τύφλωση  και  πολλά   άλλα  ποικίλα νοσήματα.
Σκοπός της ελεύσεως του Κυρίου στον κόσμο ήταν να λύσει τα έργα του διαβόλου και να θεραπεύσει τους ανθρώπους από την κυριαρχία του σατανά χαρίζοντάς τους αιώνια λύτρωση.. Αυτός τας αμαρτίας ημών έλαβε και τας νόσους εβάστασεν. Πρώτα άρχισε να καθαρίζει τους ανθρώπους με τη δύναμη του λόγου Του, που σαν ιατρικό εργαλείο έφθανε στη ρίζα του κακού. Και τούτο διότι ο Κύριος ως τέλειος ιατρός γνώριζε ότι σε πολλές περιπτώσεις αιτία των ασθενειών ήταν η αμαρτία. Με την προϋπόθεση δε ότι οι ασθενείς θα ήθελαν να γίνουν καλά και θα έδειχναν πίστη προς το Σωτήρα τους, θεράπευε ολοκληρωτικά και τους έστελνε στο σπίτι τους υγιείς από την πολυχρόνιο μάστιγα.
Με τη θεραπευτική Του δύναμη ο Χριστός έβγαζε τα δαιμόνια από τους δαιμονισμένους συντρίβοντας τα δεσμά των αιχμαλώτων. Χάριζε στους ασθενείς φως, ζωή, υγεία και ελευθερία και   μερικές φορές και ανάσταση από τους νεκρούς.
Αυτά τα έργα μαρτυρούσαν, όπως ο Ίδιος είπε για την αποστολή Του που του είχε αναθέσει ο Θεός Πατέρας. Όταν ο Ιωάννης ο Πρόδρομος απέστειλε μαθητές του στο Χριστό για να τον ρωτήσουν συ είσαι ο ερχόμενος ή περιμένουμε άλλον, ο Κύριος τους είπε, ενώ εκείνη τη στιγμή θεράπευε ασθενείς, πέστε στον Ιωάννη όσα βλέπετε. Λεπροί καθαρίζονται, τυφλοί βλέπουν, χωλοί περιπατούν και μακάριος εκείνος που δεν θα σκανδαλισθεί από εμένα.
Στη σημερινή ευαγγελική περικοπή βλέπουμε έναν παράλυτο, ο οποίος λόγω της αμαρτίας είχε φθάσει σε άθλια κατάσταση, γι αυτό δε μπορούσε να κάνει βήμα και τον μετέφεραν άλλοι συνάνθρωποί  του.
Αλλά ευτυχώς ότι ο ζωντανός αυτός νεκρός οδηγήθηκε μπροστά στον μοναδικό ιατρό των ψυχών και των σωμάτων τον Ιησού Χριστό, φερόμενος υπό τεσσάρων. Επειδή δε υπήρχε συνωστισμός στο σπίτι ξεσκέπασαν τη στέγη και τον κατέβασαν μπροστά στον Χριστό με την πίστη ότι θα τον θεραπεύσει. Αυτή την πίστη είδε ο Κύριος και την βράβευσε λέγοντας στον παραλυτικό. Τέκνον αφέωνταί σοι αι αμαρτίαι σου, δηλαδή παιδί μου σου συγχωρούνται οι αμαρτίες σου. Τότε μερικοί που βρισκόταν εκεί και ήταν γραμματείς σκέφτηκαν μέσα τους, γιατί αυτός λέει βλασφημίες; Ποιος μπορεί να συγχωρεί αμαρτίες παρά μόνο ο Θεός; Ο Κύριος όμως κατάλαβε τις σκέψεις τους και τους είπε. Γιατί σκέπτεστε τέτοια στις καρδιές σας; Τι είναι ευκολότερο να πω στον παραλυτικό συγχωρούνται οι αμαρτίες σου ή σήκω επάνω πάρε το κρεβάτι σου και περπάτα; Για να μάθετε δε ότι ο υιός του ανθρώπου έχει εξουσία να συγχωρεί αμαρτίες, λέει στον παραλυτικό. Σήκω επάνω, πάρε το κρεβάτι σου και πήγαινε στο σπίτι σου. Και αμέσως σηκώθηκε, πήρε το κρεβάτι στον ώμο και βγήκε ενώπιον όλων ώστε όλοι να καταπλαγούν και να δοξάζουν το Θεό λέγοντες ότι ποτέ δεν είδαμε τέτοια πράγματα.
Στα χέρια λοιπόν του Θεού βρίσκεται η υγεία της ψυχής και του σώματος κάθε ανθρώπου και ο άνθρωπος έχει καθήκον να προσέχει την υγεία του, πειθαρχώντας στο θέλημα του Θεού και αποφεύγοντας την αμαρτία. Δεν αποκλείεται βέβαια κάποτε ο πιστός να αρρωστήσει αλλά στις περιπτώσεις αυτές ο Θεός δίνει υπομονή στον ασθενή για να υποφέρει αγόγγυστα τη δοκιμασία του. Και βέβαια ο Θεός δίνει και τους γιατρούς και τα φάρμακα ως μέσα θεραπείας, και έτσι πρέπει  να τον δοξάζει ο άνθρωπος και για τις δωρεές Του αυτές.   Ας τιμάμε λοιπόν και τους γιατρούς. Αμήν.

Κυριακή Β΄ Νηστειῶν - Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ -π. Γεώργιος Ρ, Ζουμής



Σήμερα, ἀγαπητοί μου, κάνω κάτι πολύ τολμηρό. Ἐπιχειρῶ νά μιλήσω γιά ἕναν μέγιστο Ἅγιο. Γιά ἕναν γίγαντα. Καί τί θά μπορέσω νά πῶ μέσα σέ λίγα λεπτά, ὅταν θά ἔπρεπε νά ἔχω ὧρες πολλές στή διάθεσή μου, γιά νά γνωρίσουμε κάπως τόν σοφό Ἱεράρχη, τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ;
Γεννήθηκε στήν Κωνσταντινούπολη ἀπό γονεῖς, πού ἦρθαν ἀπό τήν Μ. Ἀσία. Ὁ πατέρας του Κωνσταντῖνος ἦταν συγκλητικός καί μέλος τῆς αὐτοκρατορικῆς αὐλῆς τοῦ Ἀνδρονίκου τοῦ Β. Φαίνεται ὅμως, ὅτι δέν τόν ἐνδιέφεραν τόσο τά πολιτικά ζητήματα, ὅσο τόν ἀπορροφοῦσαν τά πνευματικά. Κάποτε σέ μιά συνεδρίαση τῆς συγκλήτου, θέλοντας ὁ αὐτοκράτορας νά τόν συμβουλευτεῖ, τόν βρῆκε ἀφοσιωμένο στήν προσευχή καί δέν τόν διέκοψε. Πίστευε, ὅτι βοηθάει πολύ περισσότερο μέ τήν προσευχή, παρά σκέψεις καί τίς γνώσεις του.
Μάλιστα, ἀγαπητοί μου, ἡ προσευχή εἶναι τό μεγαλύτερο, τό σπουδαιότερο καί ἀνώτερο ἔργο, πού μποροῦμε νά ἐπιτελέσουμε. Μέ τήν προσευχή βοηθοῦμε πολύ περισσότερο ἀπό ὅ,τι δήποτε ἄλλο. Δέν εἶναι χαμένος χρόνος ἡ προσευχή, οὔτε ἄχρηστοι αὐτοί πού ἔταξαν στή ζωή τους νά προσεύχωνται γιά τόν ἑαυτό τους καί γιά ὅλο τόν κόσμο.
Ὁ πατέρας τοῦ ἁγίου ἔγινε μοναχός καί ἐκοιμήθη σχετικά νέος, ὅταν ὁ Γρηγόριος ἦταν ἑπτά (7) ἐτῶν καί νά σκεφτοῦμε ὅτι ἦταν τό μεγαλύτερο ἀπό ὅλα τά παιδιά. Μετά ἀπό αὐτό τήν προστασία τους ἀνέλαβε ὁ ἴδιος ὁ αὐτοκράτορας. Ἔτσι ὁ Γρηγόριος εἶχε τήν καλύτερη δυνατή σπουδή καί μόρφωση. Σπούδασε φιλοσοφία, γραμματική, ρητορική, φυσική καί λογική.
Ἀπό νωρίς ἀφιερώθηκε στή συστηματική μελέτη τῆς Ἁγίας Γραφῆς καί τοῦ Συναξαριστῆ, δηλ. τούς βίους τῶν Ἁγίων. Αὐτή πρέπει νά εἶναι καί ἡ δική μας μελέτη, γιά νά ὠφεληθοῦμε καί νά προαχθοῦμε πνευματικά. Παράλληλα σκληραγωγοῦσε τό σῶμα του καί προσευχόταν ἐντατικά.
Μετά τό πέρας τῶν σπουδῶν του ἀπέρριψε τήν προσφορά ὑψηλῶν θέσεων καί ἀξιωμάτων ἀπό τόν αὐτοκράτορα. Ἐγκατέλιψε τά βασίλεια καί σέ ἡλικία εἴκοσι ἐτῶν, πῆρε τούς ἀδελφούς του Μακάριο καί Θεοδόσιο καί πῆγαν μαζί στό Ἅγιο Ὄρος, ὅπου ἔγιναν μοναχοί. Ἡ εὐσεβέστατη μητέρα του Καλλονή ἤ Καλλίστη (ὄνομα καί πρᾶγμα καλλίστη) μέ τίς δύο ἀδελφές του ἔγιναν καί αὐτές μοναχές, ἀφοῦ μοίρασαν εὐαγγελικά ὅλα τά πλούτη τους στούς φτωχούς. Ὅλοι τους ἔφτασαν σέ ὕψη ἀρετῆς καί ἁγιότητος καί ἔλαβαν ἀπό τόν Θεό πολλά χαρίσματα.
Τήν πνευματική ζωή τήν διδάχθηκε (ἄς τό ἀκούσουν οἱ γονεῖς) πρῶτα ἀπό τόν πατέρα του καί τούς μοναχούς, πού συναναστρεφόταν. Στό Ἅγιο Ὄρος ὑποτάχθηκε σ᾿ ἕναν ἁγιώτατο μοναχό, πού ἦταν γνωστός γιά τήν μεγάλη του ἄσκηση καί σοφία. Τοῦ ἔκαμνε θαυμαστή ὑπακοή ζῶντας μέ αὐστηρή ἄσκηση, νηστεία καί ἀδιάλειπτη προσευχή. Προσευχόμενος στήν Κυρία Θεοτόκο, ἐπανελάμβανε συνεχῶς, φώτισόν μου τό σκότος.
Κάποτε εἶδε τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Θεολόγο, πού τοῦ εἶπε πώς τόν ἔστειλε ἡ Παναγία, γιά νά τόν διαβεβαιώσει, ὅτι καί οἱ δύο θά τοῦ εἶναι πάντοτε βοηθοί καί ἐν τῷ νῦν αἰῶνι καί τῷ μέλλοντι.
Ποτέ δέν ἔκανε κάτι, ἄν δέν ἐλάμβανε, κατόπιν προσευχῆς, πληροφορία ἀπό τόν Θεό, ὅτι αὐτό εἶναι τό σωστό, τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι κάποια φορά, πού βρέθηκε στή Θεσσαλονίκη, μέ τήν ὑπόδειξη τοῦ Ἁγίου Δημητρίου, πῆγε ἔξω ἀπό τήν Βέροια, στή Σκήτη τοῦ Τ. Προδρόμου καί ἀσκήτευε. Ζοῦσε ἔγκλειστος σ᾿ ἕνα σπήλαιο ὅλη τήν ἑβδομάδα καί μέ σκυφτό τό κεφάλι ἔβγαινε μόνο Σάββατο καί Κυριακή, γιά νά λειτουργήσει καί νά διδάξει τούς ἄλλους μοναχούς. Δέχθηκε νά γίνει ἱερεύς μετά ἀπό θεία ἀποκάλυψη.
Στόν καιρό του δημιουργήθηκε ἕνα σοβαρό ζήτημα, πού ἀναστάτωσε τούς μοναχικούς κύκλους. Ὁ Βαρλαάμ ὁ Καλαβρός δίδασκε, ὅτι ὁ ἄνθρωπος δέν μπορεῖ νά γνωρίσει τόν Θεό, οὔτε -πολύ περισσότερο-νά ἑνωθεῖ μαζί Του. Ὁ Θεός, ἔλεγε, εἶναι κλειστός στόν ἑαυτό Του, γι᾿ αὐτό δέν μπορεῖ νά ἑνωθεῖ μέ τούς ἀνθρώπους. Προσπαθοῦσε νά στηρίξει τίς ἀπόψεις του στό χωρίον ἀπό τό κατά Ἰωάννην Εὐαγγέλιο, ὅτι Θεόν οὐδείς ἑώρακε πώποτε.
Ὁ ἅγιος Γρηγόριος μέ τά πύρινα λόγια του ταπείνωσε τό ὑπερήφανο καί βλάσφημο στόμα. Ἔγραψε βιβλία ἐξεφώνησε λόγους, μέ τούς ὁποίους ὑπερασπίσθηκε τούς μοναχούς καί ἀπέρριψε τίς φλυαρίες τοῦ Βαρλαάμ. Ἐκήρυττε, ὅτι ὁ Θεός ὑπάρχει κατά δύο τρόπους. Κατά τήν οὐσία Του καί κατά τίς θεῖες ἄκτιστες ἐνέργειες. Τήν οὐσία τοῦ Θεοῦ ἀσφαλῶς κανείς δέν μπορεῖ νά γνωρίσει. Μπορεῖ ὅμως νά γνωρίσει καί νά ἑνωθεῖ μαζί Του μέσα ἀπό τίς ἄκτιστες ἐνέργειές Του. Ἐπανελάμβανε τά λόγια τοῦ Χριστοῦ: Μακάριοι οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ, ὅτι αὐτοί τόν Θεόν ὄψονται.
Τρεῖς μεγάλες Τοπικές Σύνοδοι ἐπικύρωσαν τίς θέσεις καί τήν διδασκαλία τοῦ Παλαμᾶ, ὡς ὀρθόδοξες, καί κατεδίκασαν τόν Βαρλαάμ.
Ἀκόμη πίστευε καί δίδασκε, ὅτι ἡ πνευματική ἐργασία καί μάλιστα ἡ ἐπανάληψη τῆς προσευχῆς τοῦ Ἰησοῦ εἶναι πρᾶγμα κατορθωτό ἀπό ὅλους. Ἀκόμη καί οἱ λαϊκοί ὅταν ταξιδεύουν, ὅταν ἐργάζωνται, σέ κάθε στιγμή τῆς ζωῆς τους μποροῦν νά λένε αὐτήν τήν ἁπλῆ μά δυνατή εὐχή καί νά ἀξιωθοῦν τῆς καθάρσεως καί τῶν πνευματικῶν καταστάσεων, ὅπως οἱ μοναχοί.
Ἕνας γέροντας (Ἰώβ) εἶχε διαφορετική ἄποψη καί ἀντέλεγε, πώς ἡ πολυμεριμνησία καί τό ἆγχος τῆς καθημερινῆς ζωῆς δέν ἐπιτρέπουν νά συγκεντρώνωνται, γιά νά κάνουν τήν ἀδιάλειπτη προσευχή. Ἄγγελος Κυρίου τοῦ φανερώθηκε καί τόν ἐπέπληξε. Γιατί δυσπιστεῖς στά λόγια τοῦ Γρηγορίου; Ἡ προσευχή εἶναι γιά ὅλους ἀνεξαρτήτως τοῦ τόπου καί τῆς καταστάσεως, πού ζοῦν. Καί οἱ Πατέρες ἔλεγαν, καλύτερα νά προσεύχεσαι παρά νά ἀναπνέεις. Ὁ γέροντας κατάλαβε, ὅτι τό ὄραμα ἦταν ἀληθινό καί ἀπό τόν Θεό. Παρά τήν ἡλικία του καί τό περασμένο τῆς ὥρας ἔτρεξε στό ἀσκητήριο τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου, γιά νά βάλει μετάνοια καί νά ζητήσει συγγνώμη.
Στή ζωή του ὁ Ἅγιος ὑπέφερε πολύ. Δέχθηκε πολλές συκοφαντίες καί τήν λύσσα τοῦ σατανᾶ. Ἔκανε τέσσερα χρόνια στή φυλακή. Μετά τήν ἀπελευθέρωσή του ἐξελέγη ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης. Τρεῖς φορές ἐξορίσθηκε καί ἐκδιώχθηκε ἀπό τόν θρόνο του. Γιά ἕνα ἔτος ἔζησε αἰχμάλωτος στά χέρια τῶν Τούρκων. Ὅλα αὐτά φαίνεται, ὅτι ἦταν στό σχέδιο τοῦ Θεοῦ. Γιατί τό λέμε αὐτό; Γιατί τά πιό πολλά ἔργα τά ἔγραψε μέσα στή φυλακή. Κατά τήν αἰχμαλωσία του τόν ἔσερναν ἀπό τόπο σέ τόπο. Ἀλλ᾿ ἐκεῖ πού σπέρνει ὁ διάβολος, θερίζει ὁ Χριστός, ἔλεγε ὁ μακαριστός π. Παΐσιος. Ὅπου τόν πήγαιναν δίδασκε ἄφοβα τό Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ, ὄχι μόνο στούς χριστιανούς, ἀλλά καί στούς μουσουλμάνους.
Πέθανε στίς 14 Νοεμβρίου σέ ἡλικία 65 ἐτῶν. Εἶναι ἰσάξιος τῶν μεγάλων Πατέρων, Βασιλείου τοῦ Μεγάλου, Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, Μεγάλου Ἀθανασίου, Φωτίου καί Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ.
Ἔλαβε τό χάρισμα τῆς θεολογίας. Νά θαυματουργεῖ. Νά προλέγει τά μέλλοντα καί νά ἐκδιώκει τούς δαίμονες. Τόν ὀνόμασαν διδάσκαλο τῆς εὐσεβείας, κανόνα δογμάτων ἱερῶν καί στῦλο τῆς ὀρθῆς δόξης. Πρόμαχο τῆς Ἐκκλησίας καί βασιλείας εὐσεβοῦς καύχημα.
Ἦταν ὑπερβολικά πρᾶος, ἀλλά γινόταν γενναῖος μαχητής, ὅταν ὁ λόγος ἦταν γιά τόν Θεό καί τά θεῖα. Ἦταν γεμᾶτος μεγαλοψυχία καί ἀνεξικακία. Πρόθυμος νά ἀνταμείβει μέ ἀγαθά ὅσους φάνηκαν σ᾿ αὐτόν ἄδικοι καί κακοί. Καί σήμερα ἀκόμη οἱ ἐχθροί τῆς ὀρθῆς πίστεως τόν συκοφαντοῦν. Οἱ Δυτικοί ἔχουν στό Παρίσι ἀντιπαλαμική σχολή, πού δυσφημοῦν τόν Ἅγιο καί τήν διδασκαλία του.
Ἐμεῖς ὅμως, ἀγαπητοί μου, τόν παραδεχόμαστε, τόν πιστεύουμε, τόν ἀκολουθοῦμε, τόν σεβόμαστε καί ζητοῦμε τίς εὐχές καί εὐλογίες του. Εἴμαστε ἀπόλυτα πεπεισμένοι, ὅτι μόνο μέσα στήν Ὀρθοδοξία μποροῦμε νά γνωρίσουμε τόν Θεό. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἶναι ὁ χῶρος, ὅπου κινεῖται καί ἐνεργεῖ ἡ χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Μέ τίς εὐχές τοῦ μεγάλου Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ νά μείνουμε στερεωμένοι στήν ὀρθή πίστη καί νά ἐπιτύχουμε τήν σωτηρία μας. Ἀμήν.-

"Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη

  Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...