Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Τετάρτη, Ιουλίου 18, 2012

Δε μιλάω σε κανέναν για το Χριστό αν δε το ζητήσει


Πρέπει να θέλει ο άλλος να κάμει κάτι. Και θυμάμαι το γέροντα Πορφύριο που έλεγε: 
"Εγώ βρε δε μιλάω σε κανένα για το Χριστό, εάν δε θέλει, εάν δε μου το ζητήσει". Και δεν το έλεγε εγωιστικά, αλλά από σεβασμό της ελευθερίας των άλλων. "Εγώ προσεύχομαι γι'αυτούς, τους κάνω και θαύματα ακόμη, αλλά δεν τους μιλάω. Θέλω να ανοίξει η ψυχή τους και να μου το ζητήσουνε".

(αρχ. Ανανία Κουστένη, Λόγοι Β', σελ.75)
απόσπασμα απ'το βιβλίο Ανθολόγιο συμβουλών, γέρ. Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, εκδ. Η Μεταμόρφωση του Σωτήρος Μήλεσι Αττικής
πηγή

To oσιακό τέλος και η ταφή της Οσίας Μακρίνας.(Αγίου Γρηγορίου Νύσσης)


πηγή

(Απόσπασμα από τον λόγο -Εις τον βίον της Οσίας Μακρίνας)
…Οδεύοντας ο συγγραφέας Γρηγόριος Νύσσης στην αφήγηση του τέλους της ζωής της Μακρίνας, μας πληροφορεί πως είδε κάποιο όνειρο που του δημιούργησε φοβερές ανησυχίες για το μέλλον: του φάνηκε πως κρατούσε στα χέρια του λείψανα μαρτύρων κι έβγαινε απ’ αυτά λάμψη σαν από καθαρό καθρέφτη που βρίσκεται απέναντι στον ήλιο, ώστε να θαμπώνουν τα μάτια του απ’ την ακτινοβολία της λάμψεως. Και συνέβη να δει την ίδια νύχτα τρεις φορές αυτό το όνειρο, χωρίς να μπορεί να εξηγήσει καθαρά τι υπονοούσε. Αισθανόταν κάποια λύπη στην ψυχή του και περίμενε να κρίνει το όνειρο από την εξέλιξη των γεγονότων. Όταν πλησίασε σ’ εκείνη την ερημιά που κατοικούσε η Μακρίνα, ζώντας αγγελική και ουράνια ζωή, ρώτησε, κατ’ αρχήν, για τον αδελφό του τον Πέτρο έναν από τους συνασκητές του, εάν ήταν εκεί. Εκείνος του απάντησε πως εδώ και τέσσερις ημέρες είχε φύγει για να έρθει σ’ αυτόν. Κατάλαβε τι συνέβη, είχε πάει από άλλο δρόμο να τον συναντήσει.
Όταν έφθασε στον τόπο της Μακρίνας, παρατήρησε πως η συνοδεία των Μοναστριών περίμενε με κοσμιότητα την είσοδό του στην εκκλησία. Μόλις τελείωσε η καθιερωμένη ευχή κι ευλογία, οι Μοναχές παίρνοντας με σκυμμένο το κεφάλι την ευλογία, όπως έπρεπε, έφευγαν προς τα κελιά τους.
Η Μακρίνα βασανιζόταν σκληρά από την αρρώστια. Ήταν ξαπλωμένη όμως όχι πάνω σε κρεβάτι ή σε στρώμα, αλλά κατά γης, έχοντας μια σανίδα κάτω από το σάκο της. Μια άλλη σανίδα πάλι, λοξά τοποθετημένη, στήριζε το κεφάλι της αντί για προσκέφαλο, υποβαστάζοντας ανακουφιστικά τον αυχένα.
Στύλωσε  τα χέρια στο έδαφος κι έβγαλε το σώμα της έξω απ’ τα στρωσίδια της όσο μπορούσε, αποδίδοντας με τον τρόπο αυτόν την τιμή της υποδοχής. Όπως ακριβώς μαθαίνουμε από την ιστορία του Ιώβ, πως ο άνθρωπος αυτός, αν και έλιωνε από την σαπίλα των τραυμάτων σ’ ολόκληρο το σώμα του, δεν έστρεψε το λογισμό στον πόνο του, αλλά παρ’ όλο που βασανιζόταν  σωματικά από τους πόνους,  δε χαλάρωνε την εσωτερική του «εργασία», ούτε σταματούσε η σκέψη του ν’ ανεβαίνει στις υψηλότερες αλήθειες, κάτι τέτοιο έβλεπε να συμβαίνει και μ’ εκείνη τη Μεγάλη. Ενώ, δηλαδή, ο πυρετός της είχε καταμαράνει όλη τη δύναμη και την έσερνε στο θάνατο, εκείνη,  σαν να της ανακούφιζε κάποια δροσιά το σώμα, έστρεφε το νου της ανεμπόδιστο στη θεωρία των υψηλών αληθειών, χωρίς να επηρεάζεται καθόλου από τη βαριά αρρώστια.
Ο Γρηγόριος, αφού βρήκε σε έναν από τους κοντινούς κήπους έτοιμο κάποιο καλοφτιαγμένο κατάλυμα, ξεκουράστηκε κάτω από τη σκιά των αγριοκλημάτων.
Πράγματι, όπως ένας δρομέας που ξεπέρασε τον αντίπαλό του και φθάνει πια στο τέρμα του σταδίου, καθώς πλησιάζει το βραβείο και βλέπει το στεφάνι της νίκης χαίρεται σαν να τα κέρδισε ήδη και αναγγέλλει πανηγυρικά στους φίλους θεατές τη νίκη του, από την ίδια διάθεση κι εκείνη τον παρακινούσε να ελπίζει τα καλύτερα γι’ αυτήν. Αφού λοιπόν χάρηκε από το ευχάριστο μήνυμά της, άφησε τον εαυτό του ν’ απολαύσει ό,τι είχε μπροστά του. Ήταν δε αυτά πολλά και διάφορα και η ετοιμασία τους είχε γίνει με πολλή αγάπη, επειδή η φροντίδα της Μεγάλης είχε φθάσει και μέχρι αυτά ακόμη.
Ο Γρηγόριος είχε σκοπό μ’ αυτή την εξιστόρησή του να «ευχαριστήσει» το Θεό, όπως ο ίδιος δηλώνει. Γιατί τη ζωή των γονέων του μας την παρουσίασε λαμπρή και περίβλεπτη για την εποχή εκείνη, όχι τόσο εξ’ αιτίας της περιουσία τους, όσο γιατί έγινε μεγάλη από τη φιλανθρωπία του Θεού. Οι γονείς του πατέρα του, για την ομολογία της πίστεώς τους στο Χριστό, είχαν υποστεί δήμευση της περιουσίας τους. Ενώ ο παππούς από τη μητέρα τους θανατώθηκε από βασιλική αγανάκτηση και η μεγάλη του περιουσία παραδόθηκε σε άλλα αφεντικά. Κι όμως, με την πίστη στο Θεό, τα αγαθά τους αυξήθηκαν τόσο πολύ, ώστε στα χρόνια εκείνα να μην υπάρχει κανείς που να τους ξεπερνά. Όταν πάλι μοιράσθηκε η περιουσία τους σε εννέα μέρη, όσα δηλαδή ήταν τα παιδιά τους, τόσο αυξήθηκε στο κάθε παιδί με την ευλογία του Θεού το μερίδιό του, ώστε η κληρονομιά χωριστά καθ’ ενός παιδιού να ξεπερνάει τη μεγάλη περιουσία των γονέων τους. Στο σημείο αυτό της διήγησης είναι εμφανής η σύνδεση ανάμεσα στη μεγάλη περιουσία και το άφθονο χρήμα από τη μια μεριά, και στη Θεοσέβεια από την άλλη. Τα πρώτα προκύπτουν ως φυσικά επακόλουθα, ως αγαθά αποτελέσματα και καρποί της δεύτερης. Αυτού του είδους η πρώιμη «προτεσταντική» ηθική επεκτείνεται στη συνέχεια της αφήγησής μας.
Απ’ όσα δόθηκαν στην ίδια τη Μακρίνα, κατά τη διανομή σε όλα τα αδέλφια, τίποτε δεν κράτησε, αλλά όλα τα παρέδωσε να τακτοποιηθούν, κατά τη θεία εντολή, από τα χέρια του ιερέως. Έγινε δε τόση η περιουσία της, από την ευλογία του Θεού, ώστε να μη σταματούν ποτέ τα χέρια της να απεργάζονται τις εντολές. Ούτε ποτέ απέβλεψε σε ανθρώπινη βοήθεια, ούτε ποτέ από κάποια ανθρώπινη ευεργεσία πήρε αφορμή να ενεργεί φιλάνθρωπα η ίδια. Αλλά ούτε όσους ζητούσαν βοήθεια αποστράφηκε, ούτε επιζητούσε όσους έδιναν χρήματα, γιατί ο Θεός μυστικά με την ευλογία Του, αύξανε όπως τα σπέρματα και τους μικρούς πόρους από την εργασία της σε πλούσιο καρπό. Απ’ τον τρόπο που σχετίζονται στενά, στο σημείο αυτό του λόγου του Γρηγορίου, η αύξηση της περιουσίας με τη φιλανθρωπία και την εργασία, κατανοεί ο αναγνώστης τα μυστικά νήματα που συνδέουν την αιτία με το αποτέλεσμα σ’ αυτό το βασικό σχήμα της πρωτοβυζαντινής κοινωνικής σκέψης.
Όταν, έπειτα, άρχισε εκείνος να της διηγείται τα βάσανά του, πρώτα την εξορία από το βασιλιά Ουάλη, έπειτα τη σύγχυση στις Εκκλησίες από τις αιρέσεις που τους καλούσαν σε αγώνες και κόπους, του είπε: «Στον κόσμο αυτό γι’ αυτόν το λόγο κυρίως καυχόμαστε, γιατί ευτυχούμε και γιατί η καταγωγή μας είναι από γονείς ευγενείς. Ο πατέρας μας θεωρείτο σπουδαίος βέβαια για την εποχή του, ως προς τη μόρφωσή του, αλλ’ όμως η φήμη του σταματούσε στα τοπικά δικαστήρια. Κι αν ακόμη τους υπόλοιπους τους ξεπερνούσε στη ρητορική δύναμη, δε βγήκε από τον Πόντο η φήμη του. Του έφθανε όμως ότι ήταν στην πατρίδα του φημισμένος. Εσύ, όμως, είσαι ονομαστός σε πόλεις, σε δήμους και σε έθνη, κι εσένα, για βοήθεια και διόρθωση, Εκκλησίες σε στέλνουν και Εκκλησίες σε προσκαλούν. Και σε όλα αυτά δε βλέπεις τη χάρη του Θεού; Ούτε καταλαβαίνεις την αιτία των τόσο μεγάλων δωρεών, ότι δηλαδή η ευχή των γονέων μας σε ανεβάζει τόσο ψηλά, παρ’ ότι από μόνος σου δεν είχες καμιά ή έστω μικρή προετοιμασία για ένα τέτοιο έργο;».
Την είχε όμως καταλάβει, ήδη, ελαφρά και συνεχής δύσπνοια. Το κοινό καμάρι της γενιάς τους θα «έφευγε». Ο Γρηγόριος σχεδόν ενθουσιαζόταν από τα όσα έβλεπε, καθώς διαισθανόταν ότι η Μακρίνα  έχει ξεπεράσει την ανθρώπινη φύση. Γιατί θεωρούσε ότι ήταν πάνω από τα ανθρώπινα μέτρα η τέλεια αταραξία της ακόμη και τώρα, που βρισκόταν στις τελευταίες της στιγμές και περίμενε το θάνατο. Και το ότι δε δείλιασε μπροστά στον αποχωρισμό της ζωής, αλλ’ αντιμετώπισε με γενναίο φρόνημα, μέχρι την τελευταία της αναπνοή, όσα είχαν αποφασιστεί από τον Θεό, για την επίγεια ζωή της.
Έβλεπε τότε ότι εξωτερίκευε στους παρόντες το θείο εκείνο και καθαρό έρωτα προς τον αόρατο Νυμφίο, που έτρεφε μυστικά στα βάθη της ψυχής της και «δημοσιοποιούσε» τη διάθεση της καρδιάς της. Φαινόταν πως βιάζεται να φθάσει προς τον «Ποθούμενο» λυτρωτή, ώστε να βρεθεί κοντά Του όσο γίνεται πιο γρήγορα, απαλλαγμένη από τα δεσμά του σώματος. Στ’ αλήθεια σαν προς εραστή πορευόταν, γιατί τίποτε άλλο από τα ευχάριστα της ζωής δεν μπορούσε να τραβήξει το ενδιαφέρον της.
Ευθύς, από την πρώτη στιγμή που συναντήθηκαν τα δυο αδέλφια, η Μακρίνα του είπε πως θέλει τα δικά του χέρια να της κλείσουν τα μάτια κι από εκείνον να γίνουν οι κανονισμένες φροντίδες για το νεκρό της σώμα. Πλησίασε τότε το παγωμένο από τη λύπη χέρι του πάνω στο  πρόσωπό της, όσο για να μη φανεί πως αδιαφόρησε στην εντολή της. Γιατί  τα μάτια της δεν είχαν ανάγκη να  τα τακτοποιήσει κανείς. Είχαν σκεπασθεί κόσμια με τα βλέφαρά της, όπως γίνεται στην ώρα του φυσικού ύπνου. Τα χείλη της ήταν κλεισμένα όπως έπρεπε. Και τα χέρια της ήταν ευπρεπώς στο στήθος τοποθετημένα. Και όλο το σώμα της έλαβε από μόνο του την αρμόζουσα θέση, ώστε δε χρειαζόταν καθόλου ξένο χέρι να το ευπρεπίσει.
Ήταν δύσκολο να παραμείνει κανείς ασυγκίνητος στους γοερούς θρήνους των Μοναζουσών. Γιατί ενώ μέχρι προ ολίγου  εκείνες υπέμεναν με ησυχία, κλείνοντας βαθιά στην ψυχή τους τον πόνο τους, και κατέπνιγαν την ορμή τους για θρήνους, από το σεβασμό που της είχαν, σαν να φοβούνταν την επιτίμησή της και τώρα ακόμη που το πρόσωπό της έπαψε να μιλάει, τη φοβερή στιγμή του θανάτου της ξέσπασαν. Πριν φοβόντουσαν μήπως, αν ξέσπαγε καμιά κραυγή θρήνου, παρά την εντολή που είχαν, λυπηθεί η Διδάσκαλός τους. Όταν πλέον δεν ήταν δυνατό να ξεπερασθεί με ησυχία η λύπη, γιατί ο πόνος κατέκαιγε από μέσα τις ψυχές τους, τότε ξαφνικά ξέσπασε ένας πικρός κι ασταμάτητος θρήνος, ώστε δεν μπόρεσε ούτε και αυτός πλέον να συγκρατηθεί. Ο θρήνος σαν ένας πλημμυρισμένος χείμαρρος τον παρέσυρε κάτω από τα νερά του, κι αμελώντας τις υποχρεώσεις του για την ταφή, παραδόθηκε ολόκληρος στη θρηνωδία.
Πιο βαριά από τις υπόλοιπες υπέφεραν αυτές που την αποκαλούσαν μητέρα και προστάτη τους. Ήταν δε αυτές, όσες στην περίοδο της πείνας σκορπισμένες στους δρόμους τις μάζεψε, τις τάισε, τις ανέθρεψε και τις οδήγησε στην καθαρή κι αγνή ζωή.
Ανάμεσα στις μονάζουσες ήταν μια γυναίκα ευγενής, που για τα πλούτη και την ομορφιά της και γενικώς για όλη της τη λαμπρότητα ήταν αξιοζήλευτη στα νιάτα της. Αυτή είχε παντρευτεί έναν από τους μεγάλους αξιωματούχους αλλά έζησε λίγο χρόνο μαζί του. Σε νεαρή ηλικία ακόμη χώρισε κι αφού έκαμε φύλακα και καθοδηγητή στη «χηρεία» της τη Μεγάλη Μακρίνα, ζούσε τον περισσότερο καιρό με τις παρθένες, μαθητεύοντας κοντά τους στη ζωή της αρετής. Το όνομά της ήταν Ουετιανή κι ο πατέρας της, Αράξιος, ήταν βουλευτής. Σ’ αυτή, λοιπόν, ο Γρηγόριος είπε πως τώρα πια δεν προκαλεί φθόνο να βάλουν πάνω στο νεκρό σώμα της τα λαμπρότερα στολίδια και να κατακοσμήσουν με τα  με τα ωραιότερα υφάσματα το καθαρό και ακηλίδωτο σκήνωμά της.
Κάποια διακόνισσα που ονομαζόταν Λαμπαδία εξέφρασε την αντίθεσή της στη σκέψη του φιλόστοργου αδελφού λέγοντάς του: « Δεν πρέπει να καταστολίσουμε με κοσμικό τρόπο το ιερό της λείψανο. Γιατί, να, στα χέρια σου έχεις όλο το θησαυρό της. Να το ένδυμα, να το κάλυμμα της κεφαλής της, να τα λειωμένα παπούτσια της. Αυτός είναι ο πλούτος της. Αυτή είναι η περιουσία της. Τίποτε άλλο εκτός απ’ όσα βλέπεις δεν υπάρχει σε κάποια κρυφά κιβώτια ή σε θαλάμους ασφαλισμένο. Μια αποθήκη γνώριζε για τον πλούτο της, το θησαυροφυλάκιο του ουρανού. Εκεί έχοντας τα πάντα αποθέσει, δεν της έμεινε τίποτε πάνω στη γη». Ωστόσο, στο τέλος κι αυτή, παρά την αυστηρότητά της, συγκατανεύει, εν μέρει, στην επιθυμία του Γρηγορίου να στολίσει κάπως το νεκρό της σώμα, προσθέτοντας τα παρακάτω λόγια που θυμίζουν σκηνή αρχαίας τραγωδίας: «Θα δεχόταν και ζωντανή την τιμή αυτή από σένα για δυο λόγους. Και για την ιεροσύνη σου, που πάντοτε τιμούσε, και για τη συγγένεια. Ούτε βεβαίως θα θεωρούσε αταίριαστο για τον εαυτό της κάτι που προσφέρεται απ’ τον αδερφό της. Γι’ αυτό άλλωστε παρακάλεσε από τα δικά σου χέρια να στολισθεί το νεκρό σώμα της».
Απ’ το λαιμό της νεκρής Μακρίνας διαπιστώθηκε πως κρεμόταν, ως ευτελές περιδέραιο, ένας σιδερένιος σταυρός κι ένα σιδερένιο δαχτυλίδι(σημάδι παράδοξου, πνευματικού αρραβώνα) από λεπτό σπάγκο, σύμβολα και τα δυο της ολοκληρωτικής της αφοσίωσης στον ουράνιο Νυμφίο. Το αυτοσχέδιο αυτό φυλαχτό κληρονόμησαν ο αδελφός της και η Ουετιανή, παίρνοντας ο ένας το σταυρό και ο άλλος το δαχτυλίδι, που είχε πάνω του χαραγμένο το σύμβολο του σταυρού και στο βαθουλωτό μέρος της πέτρας του κομμάτι-τεμάχιο από Τίμιο Ξύλο («Ξύλο της Ζωής»).
Η Μακρίνα στα τελευταία χρόνια της ζωής της αντιμετώπισε τον καρκίνο του μαστού, γι’ αυτό και στο σώμα της, στο μέρος του στήθους, υπήρχε ένα σημάδι σαν στίγμα από ψιλή βελόνα. Η Ουετιανή πληροφόρησε σχετικά τον Γρηγόριο για την ασθένεια της αδελφής του: «Αυτό έχει απομείνει στο σώμα της για να θυμίζει τη μεγάλη βοήθεια του Θεού. Παρουσιάστηκε δηλαδή κάποτε στο μέρος αυτό κάποια φοβερή αρρώστια. Υπήρχε μάλιστα κίνδυνος ή να αφαιρεθεί με εγχείρηση ο όγκος ή να προχωρήσει παντού και να γίνει αθεράπευτο το κακό, αν πλησίαζε στο μέρος της καρδιάς. Την παρακαλούσε λοιπόν η μητέρα σας πολύ και την ικέτευε να δεχθεί τη θεραπεία του γιατρού, αφού και αυτή η τέχνη από το Θεό αποκαλύφθηκε στους ανθρώπους για τη σωτηρία τους. Αυτή, όμως, το να αποκαλύψει ένα μέρος του σώματός της σε ξένα μάτια το θεωρούσε φοβερότερο. Μπήκε στο Άγιο Βήμα και γονατιστή όλη τη νύχτα, ικέτευε το Θεό που μόνος παρέχει τη θεραπεία. Χύνοντας τα δάκρυα από τα μάτια της πάνω στη γη, έκανε πηλό που τον χρησιμοποίησε σαν φάρμακο για την αρρώστια της. Επειδή η μητέρα της στενοχωριόταν και πάλι την παρακαλούσε να δεχθεί το γιατρό, της απάντησε πως είναι αρκετό για τη θεραπεία της, αν η μητέρα με το ίδιο της το χέρι σφραγίσει με το σημείο του σταυρού το άρρωστο μέρος. Μόλις εκείνη έβαλε το χέρι της και σταύρωσε την περιοχή, η δύναμη του σταυρού έκανε το θαύμα και η ασθένεια εξαφανίσθηκε. Όμως έμεινε τότε στη θέση αυτή, αντί για το φοβερό εκείνο όγκο, το μικρό αυτό σημάδι και διατηρήθηκε μέχρι τέλους της ζωής της, για να θυμίζει, πιστεύω, τη θεϊκή επέμβαση και να δίνει αφορμή και αιτία ασταμάτητης ευχαριστίας προς το Θεό».
Όταν τελείωσαν τις φροντίδες και στόλισαν όπως μπορούσαν καλύτερα το νεκρό σώμα, είπε πάλι η διακόνισσα ότι δεν πρέπει να φαίνεται στα μάτια των αδελφών νυφικά στολισμένο. «Έχω, ωστόσο, είπε, φυλαγμένο ένα σκούρο φόρεμα της μητέρας σας, που σκέπτομαι πως καλόν είναι να τοποθετηθεί από πάνω, για να μη φαίνεται ότι λαμπρύνεται από τον κοσμικό στολισμό του φορέματος το ιερό αυτό κάλλος».
Αυτή η γνώμη επεκράτησε κι έτσι τοποθετήσαμε το φόρεμα. Το άγιο λείψανο όμως έλαμπε και μέσα στο σκούρο χρώμα. Ήταν δώρο της θείας δυνάμεως, προσθέτει ο Γρηγόριος, να προστεθεί κι αυτή η χάρη στο σώμα ώστε να ακτινοβολεί από την ομορφιά, όπως ακριβώς είχε δει στο όραμα.
Δεν κατάλαβε πως πρόλαβε να ξεχυθεί η φήμη παντού γύρω και κατέφθαναν οι περίοικοι για την κηδεία, ώστε δεν ήταν δυνατόν πλέον να τους χωρέσει το προαύλιο. Όταν  τελείωσε η αγρυπνία που τελέσθηκε προς τιμήν της με υμνωδίες, όπως γίνεται σε πανηγύρεις Μαρτύρων, κατά τον όρθρο τα πλήθη των ανδρών και των γυναικών, που είχαν καταφθάσει από όλα τα γύρω μέρη, κάλυπταν με τους θρήνους τους την ψαλμωδία. Τότε αυτός, αν και βρισκόταν σε κακή ψυχική κατάσταση εξ αιτίας της συμφοράς,  φρόντιζε όσο ήταν δυνατό να μην παραληφθεί τίποτε απ’ όσα έπρεπαν σε μια τέτοια κηδεία. Αφού λοιπόν χώρισε τον κόσμο που είχε κατακλύσει τον τόπο κι έβαλε τις γυναίκες με το χορό των παρθένων και τους άνδρες με το τάγμα των Μοναχών, φρόντισε ώστε ν’ ακούγεται μια ψαλμωδία από κάθε πλευρά, με ρυθμό και αρμονία σαν από χορούς, με την κοινή και κόσμια συμμετοχή στην υμνωδία. Καθώς προχωρούσε σιγά-σιγά η ημέρα και γέμιζε ασφυκτικά όλος ο τόπος από το πλήθος που μαζεύτηκε σ’ εκείνη την ερημιά, έφθασε και ο Επίσκοπος της περιοχής εκείνης, ονομαζόμενος Αράξιος, με όλο το ιερατείο του. Αυτός τους παρακινούσε να μεταφέρουν σιγά-σιγά το σκήνωμα, γιατί και ο τόπος του ενταφιασμού ήταν μακριά και το πλήθος θα εμπόδιζε το ρυθμό της πορείας. Ενώ έλεγε αυτά, συγχρόνως προσκαλούσε όσους είχαν το βαθμό της  ιεροσύνης να τον βοηθήσουν, ώστε να μεταφέρει το σκήνωμα. Γιατί καθώς είχε πυκνώσει ο κόσμος γύρω από το φέρετρο κι όλοι αχόρταγα παρατηρούσαν το «ιερό» εκείνο θέαμα, δεν ήταν δυνατό να διανύσουν με ευκολία το δρόμο. Προπορευόταν δε από τη μια και την άλλη πλευρά πολύ πλήθος διακόνων και υπηρετών, που κρατούσαν αναμμένες λαμπάδες και αποτελούσαν την τιμητική προπομπή του σκηνώματος. Όλα έδιναν την εντύπωση μιας ιερής λιτανείας, καθώς το πλήθος έψελνε μ’ ένα στόμα, από την αρχή ως τους τελευταίους, όπως ακριβώς έψελναν τον ύμνο των Τριών Παίδων. Έτσι, αν και η απόσταση από το ερημητήριο ως το ναό των αγίων Μαρτύρων, όπου ήταν θαμμένα και των γονέων τους τα σώματα, ήταν επτά ή οκτώ στάδια, μόλις και μετά βίας, όλη την ημέρα βαδίζοντας, διένυσαν το δρόμο. Γιατί το πλήθος που συνόδευε κι εκείνο που ασταμάτητα προσετίθετο, δεν τους άφηνε να προχωρήσουν όπως θα ήθελαν. Όταν έφθασαν πλέον μέσα στο ναό, απέθεσαν το νεκροκρέβατο και έκαναν κατ’ αρχήν δέηση. Η προσευχή όμως έγινε στο λαό αφορμή για θρήνους.
Όταν η προσευχή τελείωσε, όπως έπρεπε, τον Γρηγόριο έπιασε ένας φόβος από τη θεία εκείνη εντολή που εμποδίζει να ξεσκεπάσουν τα παιδιά την ασχήμια των σωμάτων των γονέων τους. «Πώς, έλεγε μέσα του, θα γλιτώσω από ένα τέτοιο κατάκριμα, βλέποντας στα  σώματα των γονέων μου την κοινή ασχήμια της ανθρώπινης φύσεως, τώρα που, όπως είναι φυσικό, αφού κατέπεσαν, διαλύθηκαν, και μεταβλήθηκαν σε απαίσια κι αποκρουστική ασχήμια»; Ενώ σκεπτόταν αυτά και του μεγάλωνε το φόβο η αγανάκτηση του Νώε κατά του παιδιού του, η ίδια η ιστορία του Νώε τον δίδαξε τι έπρεπε να κάνει. Σκεπάσθηκαν δηλαδή τα σώματα των γονέων του με καθαρό σεντόνι, πριν προλάβουν να τα δουν, μόλις σηκώθηκε το σκέπασμα του τάφου και πέρασαν το σεντόνι από κάτω. Αφού έτσι κρύφτηκαν τα σώματα με το σεντόνι, σήκωσαν το ιερό  λείψανο, ο Γρηγόριος και ο Επίσκοπος της περιοχής, και το τοποθέτησαν δίπλα στης μητέρας της, εκπληρώνοντας έτσι κοινή ευχή και των δύο. Γιατί σε όλη τους τη ζωή αυτό ζητούσαν και οι δύο από το Θεό, να ενωθούν και μετά το θάνατο τα σώματά τους και να μη διασπαστεί με το θάνατο η ενότητα που είχαν στην επίγεια ζωή τους.

Σαν κάποια ζωντανή δύναμη η αμαρτία διαχέεται σε όλη την ανθρώπινη ύπαρξη… (Αγ. Ιουστίνου Πόποβιτς)


πηγή


 
Η πείρα γενικά, η εμπειρία του ανθρώπινου γένους μαρτυρεί ό,τι όλοι οι άνθρωποι είναι «υιοί της απείθειας», γιατί όλοι ζουν στις αμαρτίες και τα ατοπήματα. Ο Άγιος Απόστολος καταριθμεί, συμπεριλαμβάνει και τον εαυτό του σ’ αυτούς και διευκρινίζει, παρουσιάζει καθαρά, «και ημείς πάντες ανεστράφημεν ποτε…ως και οι λοιποί» (2,3). Και πότε εμείς οι άνθρωποι ζούμε στις αμαρτίες και στα παραπτώματα; Όταν ζούμε «εν ταις επιθυμίαις της σαρκός ημών». Και ποιές είναι οι επιθυμίες της σαρκός; Είναι οι αμαρτωλές «ηδονές». Το σώμα του ανθρώπου ήταν δημιουργημένο από το Θεό (πριν από την πτώση) αναμάρτητο και άγιο και ο άνθρωπος θεληματικά και με την επίμονη ήδονο-αγάπη του το μετέτρεψε, και τις αμαρτωλές ηδονές τις έκανε (με τη θέληση του) θέλημά του, τις έκανε σαν κάτι δικό του, σαν λογική του, σαν ζωή του, τις μετέτρεψε σε «έννοιά» του, σε χαρά του, σε σκοπό του.
   Οι αμαρτωλές ηδονές και διαμέσου αυτών οι αμαρτίες γίνονται θέλημά μας, θέλημα και σώμα μας, θέλημα και αντίληψή μας, πράγμα το οποίο ο άγιος Απόστολος το αποδεικνύει λέγοντας: ζούσαμε στις αμαρτίες και τα παραπτώματα «ποιούντες τα θελήματα της σαρκός και των διανοιών». Γιατί κάνοντας το θέλημα της σαρκός αμαρτάνουμε σωματικά και κάνοντας το θέλημα των διανοιών αμαρτάνουμε ψυχικά. Σαν κάποια ζωντανή δύναμη η αμαρτία διαχέεται σε όλη την ανθρώπινη ύπαρξη, στην ψυχή, στη διάνοια, στην καρδιά, στο θέλημα, στο σώμα και συμμετέχει σε κάθε τι που ο άνθρωπος σκέπτεται, αισθάνεται και θέλει.­ Θέλει η δεν θέλει πλέον ο φιλάμαρτος άνθρωπος όταν σκέπτεται, περισσότερο με αμαρτία σκέπτεται, όταν αισθάνεται, περισσότερο με αμαρτία αισθάνεται, όταν θέλει, περισσότερο με αμαρτία θέλει, όταν «ποιεί» (κάνει), περισσότερο με αμαρτία «ποιεί» (Ρωμ. 7,15-20, Κολ. 3,7). Η αμαρτία τόσο πολύ συγγένεψε, έγινε σχεδόν ένα με την ανθρώπινη φύση, ώστε να θεωρείται γι’ αυτήν «φυσική», αν και δεν είναι στην ουσία της. Και όλοι οι άνθρωποι να είναι «τέκνα φύσει οργής», τέκνα οργής «εκ φύσεως», μόνιμα να είναι οργή για κάθε τι που δεν είναι αμαρτία, για κάθε τι που δεν είναι αμαρτωλή ηδονή, μόνιμα να είναι «οργή» για κάθε τι το Θεϊκό (Δηλ. να οργίζονται και να αισθάνονται απέχθεια για κάθε τι που είναι Θεϊκό).
Αυτοί αληθινά είναι όπως τα γεννημένα αδέλφια, «υιοί απείθειας», οι οποίοι οργίζονται εναντίον του Θεού και για κάθε τι του Θεού και είναι ενάντια στον Θεό και σε κάθε τι του Θεού’ οι «υιοί» της αμαρτίας, είναι «υιοί οργής». Γιατί το μοναδικό πράγμα, με το οποίο οργίζεται ο Θεός, είναι το να βρίσκονται οι άνθρωποι στην αμαρτία (Ρωμ. 1,18). Και η οργή του Θεού μεταφέρεται, εκδηλώνεται στους ανθρώπους, οι οποίοι συστηματικά εξομοιώνονται με την αμαρτία και γίνονται «υιοί αμαρτίας», «υιοί οργής» (Ρωμ. 2, 8-9, Κολ. 3,6), «υιοί απείθειας» (Εφεσ. 5,6). Και εμείς όταν ζούμε στην αμαρτία και μακριά από τον Θεό, θανατωνόμαστε στη δική μας μικρή γήινη κόλαση, η οποία έχει όλα τα χαρακτηριστικά και διακριτικά της αιώνιας κόλασης, που σ’ αυτήν, διαμέσου όλων των ηδονών και αμαρτιών μας, ανώτερος άρχοντας και κυβερνήτης είναι ο διάβολος με τους μαύρους «αγγέλους» του (τους δαίμονες).

(Αγ. Ιουστίνου Πόποβιτς, «Προς Εφεσίους Επιστολή Απ. Παύλου», εκδ. Βασ. Ρηγόπουλου, Θεσ/νίκη, σ.80-81)

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΤΥΣ ΑΙΜΙΛΙΑΝΟΣ τοῦ πρωτ. Γ. Δορμπαράκη


.          «Ὁ ἅγιος Αἰμιλιανὸς καταγόταν ἀπὸ τὸ Δορόστολο τῆς Μυσίας, κι ἦταν δοῦλος κάποιου Ἕλληνα, κατὰ τοὺς χρόνους Ἰουλιανοῦ τοῦ Παραβάτη (361-363 μ.Χ.) καὶ Καπεταλίου βικαρίου. Ἦταν εὐσεβὴς χριστιανὸς καὶ γι’ αὐτὸ βδελυσσόταν τὰ εἴδωλα. Κάποια στιγμὴ ποὺ θεώρησε ὅτι ἦταν ἥσυχη καὶ κατάλληλη, μπῆκε στὸ ναὸ τῶν εἰδώλων, κρατώντας ἕνα μεγάλο σφυρί, σύντριψε ὅλα τὰ εἴδωλα καὶ διασκόρπισε τὶς θυσίες. Ἐπειδὴ κατηγόρησαν ἄλλους γιὰ τὶς ἐνέργειες αὐτές, τοὺς ὁποίους ἄρχισαν νὰ βασανίζουν, πῆγε καὶ παρουσιάστηκε στὶς ἀρχές, ὁμολογώντας τὴν πράξη του, γιὰ τὴν ὁποία κτυπήθηκε μὲ μαστίγιο καὶ ρίχτηκε σὲ κάμινο φωτιᾶς. Παρέμεινε ὅμως ἄφλεκτος καὶ παρέδωσε ἔτσι στὸν Θεὸ τὸ πνεῦμα του».
.          Τὸ ἐνδιαφέρον ἑνὸς συγχρόνου ἐκκοσμικευμένου ἀνθρώπου, ποὺ θὰ διάβαζε τὸ συναξάρι τοῦ ἁγίου, θὰ ἐπικεντρωνόταν ἀσφαλῶς ὄχι στὸν θεῖο ζῆλο τοῦ Αἰμιλιανοῦ οὔτε καὶ στὴν ἁγιότητα καὶ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ ποὺ τὸν διακατεῖχε – μόνο μὲ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ μπορεῖ κανεὶς ν’ ἀντέξει τὰ μαρτύρια, ὅπως μᾶς ἐπισημαίνει καὶ ὁ ἀπόστολος Παῦλος: «ἡμῖν ἐδόθη οὐ μόνον τὸ εἰς Αὐτὸν (τὸν Χριστὸν) πιστεύειν, ἀλλὰ καὶ τὸ ὑπὲρ Αὐτοῦ πάσχειν» – ἀλλὰ στν νέργειά του ν καταστρέψει τ εδωλα κα ν διασκορπίσει τς εδωλικς θυσίες. Μὲ μεγάλη εὐκολία μάλιστα, κι ἴσως μὲ ὀργή, θὰ χαρακτήριζε τὴν ἐνέργεια αὐτὴ ς πράξη βαρβαρότητας, πο στρέφεται κατ το πολιτισμο τς νθρωπότητας – ἕνα ἄγαλμα εἶναι πράγματι ἕνα πολιτιστικὸ γεγονός. Μὲ τὴν ἴδια εὐκολία, στὴ συνέχεια, ὅπως συμβαίνει συνήθως, θὰ στρεφόταν καὶ εὐρύτερα κατὰ τῆς χριστιανικῆς πίστης καὶ μάλιστα κατὰ τῆς Ἐκκλησίας, διότι ἐκτρέφει τέτοια φαινόμενα, ποὺ προσβάλλουν τὰ ἐπιτεύγματα τοῦ ἀνθρώπου.
.           Βεβαίως, δὲν θὰ προβληματιζόταν καθόλου γιὰ τὸ τί ἀντιπροσωπεύουν τὰ εἴδωλα – τὸ κατώτερο ἐπίπεδο θρησκευτικῆς πίστης, ὅπως ἤδη τὸ εἶχαν ἐπισημάνει καὶ οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες φιλόσοφοι – θὰ ἀγνοοῦσε προκλητικὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ αὐτοκράτορας Ἰουλιανός, χριστιανὸς πρῶτα καὶ ἀρνητὴς στὴ συνέχεια, κυνήγησε βάναυσα τοὺς χριστιανούς, ὑποβάλλοντάς τους σὲ σκληρότατα μαρτύρια, δηλαδὴ ξαναφέρνοντας πίσω τὶς ἐποχὲς τῶν μεγάλων διωγμῶν τῶν πρώτων χριστιανικῶν χρόνων, κι οὔτε συζήτηση ὅτι θὰ ἦταν ἀπὸ τοὺς πρώτους, ποὺ θὰ θαύμαζε κι ἄλλα πολιτιστικὰ ἐπιτεύγματα, ὅπως οἱ πυραμίδες τῆς Αἰγύπτου, γιὰ τὴν κατασκευὴ ἀσφαλῶς τῶν ὁποίων χύθηκαν ποταμοὶ αἱμάτων ἀπὸ «κατώτερα» ὄντα, τοὺς δούλους. Θέλουμε νὰ ποῦμε ὅτι τὰ κριτήριά μας, ἐμᾶς τῶν νεωτέρων, ποὺ μᾶς κάνουν νὰ προβαίνουμε σὲ χαρακτηρισμοὺς περὶ τοῦ τί εἶναι πολιτιστικὸ γεγονὸς ἢ ὄχι, εἶναι πολὺ ἐπιφανειακά, ἐνῶ τὶς περισσότερες φορὲς περιπίπτουμε στὸ λογικὸ σφάλμα νὰ κρίνουμε γεγονότα, ἐπιτεύγματα, ἀνθρώπους, ὄχι μὲ τὰ κριτήρια τῆς ἐποχῆς τους, ἀλλὰ τῆς δικῆς μας ἐποχῆς, δηλαδή, νὰ χρησιμοποιομε τ δικό μας ξιακσύστημα, ς σύστημα ναφορς λλων, παλαιοτέρων ποχν..          Ὁ ἅγιος Αἰμιλιανὸς λοιπόν, γιὰ νὰ ἐπανέλθουμε, βεβαίως ἔκανε κάτι, ποὺ γιὰ τὴν ἐποχή μας ἴσως, εἶναι πράξη βαρβαρότητας. Ὅμως γιὰ τὴν ἐποχή του, ἐποχὴ διωγμοῦ τῆς χριστιανικῆς πίστης, ἦταν κάτι τὸ γενναῖο καὶ ἴσως ἐπιβεβλημένο, μὲ συμβολικὴ μάλιστα σημασία: δν κατέστρεφε τεδωλα-γάλματα ς πολιτιστικ πιτεύγματα, λλ ς φορες ντιλήψεων, ποταν ποταγμένες στ δαιμόνια κα συνεπς λειτουργοσαν πρς καταβαράθρωση κα καταστροφ το νθρωπίνου προσώπου. Μὲ ἄλλα λόγια, ἡ ἐνέργεια τοῦ ἁγίου, στὴν οὐσία τῆς κρινόμενη, ἦταν ὑπὲρ τῆς ἐξυψώσεως τοῦ πνευματικοῦ ἐπιπέδου τῶν ἀνθρώπων καὶ ἀπὸ τὴν ἄποψη αὐτὴ βαθύτατακπολιτιστική. Ὅτι βεβαίως ὑπῆρχαν χριστιανοί, οἱ περισσότεροι, οἱ ὁποῖοι ἐξέφραζαν τὴν ἀντίθεσή τους πρὸς τὰ εἴδωλα μὲ διαφορετικὸ τρόπο, εἶναι ἐντελῶς περιττὸ καὶ ν’ ἀναφέρουμε, ἄρα ἡ ἐνέργεια τοῦ σήμερον ἑορταζομένου ἁγίου δὲν ἦταν μία ἐπιβαλλόμενη ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία διαδικασία, ἀλλὰ «ἔμπνευση», θὰ λέγαμε, τῆς στιγμῆς τοῦ ἁγίου. Ὑπενθυμίζουμε πάντως ὅτι τὸ ὕψιστο κριτήριο γιὰ τὴ χριστιανικὴ πίστη εἶναι νὰ βλέπουμε τὰ πράγματα «sub speciae aeternitatis», ὑπὸ τὸ πρίσμα τῆς αἰωνιότητας, δηλαδὴ ἀπὸ τὴν ἄποψη τοῦ αἰωνίου θελήματος τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ.

ΠΗΓΗ: «ΑΚΟΛΟΥΘΕΙΝ»

ΠAΡEMBAΣH 140 "ΓΛΩΣΣΟΛΟΓΩΝ" ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΤΙΔΡΑΣΗ ΣΤΗΝ ΑΦΑΙΡΕΣΗ ΦΩΝΗΕΝΤΩΝ ΚΑΙ ΔΙΦΘΟΓΓΩΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ SOROS ΟΤΑΝ ΠΟΛΕΜΑΣ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ ΕΙΝΑΙ ΣΑΝ ΝΑ ΚΛΩΤΣΑΣ ΤΑ ΚΑΡΦΙΑ...


πηγή



Περί φωνηέντων και φωνηεντικών

Του Γιώργου Βολουδάκη

Διάβασα στον ιστότοπο agelioforos.gr ότι
140 "εξειδικευμένοι επιστήμονες" επιστρατεύτηκαν για να απολογηθούν για την απάλλειψη των φωνηέντων από την Γραμματική της 5ης και 6ης Δημοτικου.

Οι "ειδικοί επιστήμονες," αναφέρονται στο κείμενο «Η ελληνική γλώσσα πρέπει να μείνει ανέπαφη» της δασκάλας κ. Χρυσού χαρακτηρίζοντας τις απόψεις της, ως παρανόηση βασικών κανόνων της γραμματικής της Νέας Ελληνικής Γλώσσας και βρίσκουν το όλο ζήτημα ανησυχητικό διότι, όπως λένε , αποπροσανατολίζει δασκάλους γονείς και μαθητές!!!

Ποιός αποπροσανατολίζει;
Η δασκάλα που μιλάει την γλώσσα πού όλοι ξέρουμε ή το "Παιδαγωγικό Ινστιτούτο" και οι συγγραφείς του που διαστρέφουν τη γλώσσα μας, με γλωσσολογικά τεχνάσματα;

Σε όλο το κείμενο, η απολογητική των 140, προσπαθεί να αποδείξει την ορθότητα της απάλλειψης των φωνηέντων από την Γραμματική της 5ης και 6ης Δημοτικου ή για να μιλήσω σαφέστερα, την ορθότητα του αίσχους της μετατροπής της Γραμματικής σε Φωνητική. Όλα τα επιχειρήματά τους αφορούν την Φωνητική και όχι την Γραμματική.

Ακούστε "επιχειρήματα" που παραθέτουν
"τα [α], [ε], [ι], [ο], [ου],... είναι οι πέντε φωνηεντικοί φθόγγοι της Νέας Ελληνικής, τα πέντε φωνήεντα της γλώσσας, δηλαδή, καθώς ο όρος φωνήεν είναι όρος που αποδίδεται σε στοιχεία του προφορικού λόγου (τους φθόγγους) και όχι στα γράμματα."

Κρατήστε το αυτό τό "όχι στα γράμματα" διότι θα το χρειαστούμε.
Ακόμη και η γνωστή προπαγανδίζουσα την Sorεια ιδεολογία Βικιπαίδεια (Wikipedia), δεν τολμά να ισχυριστεί αυτά που ισχυρίζονται οι "ειδικοί"!!!

Στο λήμμα φωνήεν δίνει μόνο ένα σπρωξιματάκι προς αυτήν την κατεύθυνση, ονομάζοντας τα φωνήεντα, φωνηεντικά γράμματα!(όπως άλλωστε και εκείνοι ονομάζουν τους φθόγγους)

Το "Λεξικόν της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσης" του Ι. Σταματάκου όμως είναι σαφές για τα γράμματα ήτα και ύψιλον ότι χρησιμοποιούνται "δια την παράστασιν φωνήεντος φθόγγου".
(Εκδ. Οργανισμός "Ο Φοίνιξ" 1972, σελίδες 427 και 1020)
Όλα αυτά τα γνωρίζουν βέβαια οι "ειδικοί" καλύτερα από εμένα, αλλά όταν παίζουμε με τις λέξεις καλό είναι να μην υποτιμούμε και την νοημοσύνη των άλλων. Όλοι ξέρουμε ότι τα ι, η, υ, ει και οι,παριστάνουν τον ίδιο ήχο. Όλοι επίσης ξέρουμε ότι τα γράμματα και τα δήψηφα αυτά, επειδή παριστάνουν όχι φωνιεντικό αλλά φωνήεντα φθόγγο λέγονται και φωνήεντα, όχι από σύγχυση αλλά από την ίδια την φύση της λέξεως.

Όπως πάλιν ο αείμνηστος Ι. Σταματάκος μας εξηγεί στο λήμμα φωνήεις"τα φωνήεντα γράμματα ή απλώς φωνήεντα = τα καθεαυτά αποτελούντα φωνήν, τα περιέχοντα φωνήν" 
( Ι. Σταματάκου "Λεξικόν της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσης" "Ο Φοίνιξ" 1972, σελίδα 1094)

Ακούτε οι "ειδικοί"; Ο αείμνηστος Ιωάννης Σταματάκος σας ομιλεί και σας λέγει ότι κάθε γράμμα που περιέχει φωνήν λέγεται και απλώς φωνήεν και δεν μπορεί κανείς να το αποκλείσει επειδή έχει παρόμοια φωνή με άλλο.

Oι ειδικοί φωνολόγοι (ή μήπως φονολόγοι) που μελετούν την Ελληνική Γλώσσα με σκοπό να την φονεύσουν καλά θα κάνουν να μας απαντήσουν στο απλό και σαφές ερώτημα:

Το ήτα και το ύψιλον, το ωμέγα και τα δίψηφα οι, ει, αι, περιέχουν φωνή ή όχι;
Διότι αν περιέχουν, κατά Ι. Σταματάκο, είναι φωνήεντα!!

Είναι λυπηρό και κουραστικό να αντιμετωπίζει κανείς τους Sorειους, διότι πρέπει κάθε φορά να αποδεικνύει τα αυτονόητα...
Άφησα τελευταία την επιχειρηματολογία τους για την απάλλειψη του ξ και του ψ. Είναι μνημείο ορθού λόγου της...αγγλικής γλώσσας!
"Το γράμμα «ξ» δεν παριστάνει έναν μόνο φθόγγο, αλλά το συμφωνικό σύμπλεγμα δύο φθόγγων, του [κ] και του [σ], γι' αυτό και οι συγγραφείς δεν συμπεριέλαβαν το σημάδι [ξ] στη «χαρτοσακούλα» της σελ. 36. Αντίστροφα, ο συνδυασμός των γραμμάτων «μι» και «πι» στην Ελληνική γλώσσα χρησιμοποιείται για να αποδώσει έναν και μόνο φθόγγο, τον φθόγγο [μπ]. Το ίδιο ισχύει και για τους φθόγγους [ντ], [γκ], καθένας από τους οποίους αποδίδεται με δίψηφο γράφημα στόν γραπτό λόγο."
 
Απορώ γιατί να κουραζόμαστε και να μην υιοθετήσουμε κατευθείαν τους φθόγγους b, d, g, ή ακόμα καλύτερα να περάσουμε σε γραμματική greeklish, να τελειώνουμε μιά και καλή με αυτο το αναχρονιστικό εργαλείο που λέγεται "Ελληνική Γλώσσα".
 

SOROS ΟΤΑΝ ΠΟΛΕΜΑΣ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ ΕΙΝΑΙ ΣΑΝ ΝΑ ΚΛΩΤΣΑΣ ΤΑ ΚΑΡΦΙΑ... 

ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ ΠΡΟΣ ΑΚΟΥΟΝΤΑΣ ΠΟΙΜΕΝΑΣ Ἔθεσαν τὸν λύχνον τῆς ὁμολογίας «ὑπὸ τὸν μόδιον»! του Θεολόγου κ. Παν. ΣΗΜΑΤΗ




ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ ΠΡΟΣ ΑΚΟΥΟΝΤΑΣ ΠΟΙΜΕΝΑΣ


Ἔθεσαν τὸν λύχνον τῆς ὁμολογίας 


«ὑπὸ τὸν μόδιον»!


του Θεολόγου κ. Παν. ΣΗΜΑΤΗ 




Προχθές Κυριακή γιορτάζαμε τοὺς Ἁγίους Πατέρες τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, οἱ ὁποῖοι «τῷ κόσμῳ ἐδείχθησαν ὑπέρλαμπροι φωστῆρες τῆς ἀληθείας Χριστοῦ... ἑπόμενοι ταῖς τῶν Ἀποστόλων διδαχαῖς»
Καὶ ὀνομάζονται ἀπὸ τὸν ὑμνογράφο «Πατέρες μακάριοι καὶ θεόφρονες», ὡς «τήξαντες τὰς αἱρέσεις, τῶν δυσφήμων γλωσσάλγων, σβέσαντες τὰς φλογώδεις, τῶν βλασφήμων συγχύσεις» περὶ τοῦ «συνάναρχου Λόγου»Ἰησοῦ Χριστοῦ.


Εἶναι αὐτοὶ ποὺ «τοὺς βαρεῖς ἤλασαν, καὶ λοιμώδεις λύκους, τῇ σφενδόνῃ τῇ τοῦ Πνεύματος, ἐκσφενδονήσαντες, τοῦ τῆς Ἐκκλησίας πληρώματος»
Εἶναι αὐτοί, ποὺ ὁμολόγησαν τὴν ἀληθινὴ Πίστη περὶ τοῦ Χριστοῦ καὶ Θεοῦ, καὶ λόγῳ αὐτῆς τῆς ὁμολογίας ἐδιώχθησαν, προπηλακίστηκαν, ἔχασαν τὸν θρόνο τους καὶ ὑπέστησαν τόσο καὶ τόσα δεινά, γιατὶ κράτησαν τὴν Πίστιν «ἐπὶ τὴν λυχνίαν», ὅπως ἀκούσαμε στὴ σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπή, «λάμπειν πάσαις Ἐκκλησίαις τε καὶ ψυχαῖς, καὶ παντὶ τῷ τῆς οἰκουμένης πληρώματι, μηκέτι εἰκαζόμενον, μηδὲ τῇ διανοίᾳ σκιαγραφούμενον, ἀλλὰ καὶ φανερῶς ἐκλαλούμενον» (Γρηγορίου Θεολόγου).


Καὶ σήμερα, πολλοὶ Πατέρες «καίουσι» τὸν «λύχνον»τῆς ὁμολογίας καὶ μᾶς ἔμαθαν κι ἐμᾶς νὰ τὸν ἀνάψουμε. 
Μὰ κατόπιν (στοὺς ἐσχάτους καιροὺς ποὺ διανύουμε), ἔθεσαν αὐτὸν «τὸν καιόμενον λύχνον ὑπὸ τὸν μόδιον»·καὶ κατὰ τὸν Μ. Ἀθανάσιον: «ὡς υἱοὶ τοῦ αἰῶνος ὄντες τούτου, φρονίμως πεποιήκασι (σ.σ. ἡ ἀσύνετος φρόνηση), κρύπτοντες ὑπὸ τὸν μόδιον τὸν ἑαυτῶν λύχνον, ἵνα νομίζηται φαίνειν, καὶ μὴ φαινόμενος ἀποσβεσθῇ καταγινωσκόμενος» (Μ. Ἀθανασίου).


Ἔτσι, ὅμως, θέτουν κι αὐτοὶ «στὸ θησαυροφυλάκιο» πρὸς φύλαξη, ὡς μουσειακὸ εἶδος κάποιες Ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ καὶ ὁδηγίες τῶν Πατέρων περὶ ἀπομακρύνσεως ἀπὸ τοὺς αἱρετικούς.




Ἀκούσαμε στὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα νὰ συμβουλεύει τὸ στόμα τοῦ Χριστοῦ, ὁ ἀπόστολος Παῦλος:  
«Αἱρετικὸν ἄνθρωπον μετὰ μίαν καὶ δευτέραν νουθεσίαν παραιτοῦ, εἰδὼς ὅτι ἐξέστραπται ὁ τοιοῦτος καὶ ἁμαρτάνει, ὢν αὐτοκατάκριτος». 
Καὶ ἄλλη φορὰ εἶπε: «...εἰσελεύσονται μετὰ τὴν ἄφιξίν μου λύκοι βαρεῖς εἰς ὑμᾶς μὴ φειδόμενοι τοῦ ποιμνίου· καὶ ἐξ ὑμῶν αὐτῶν ἀναστήσονται ἄνδρες λαλοῦντες διεστραμμένα τοῦ ἀποσπᾶν τοὺς μαθητὰς ὀπίσω αὐτῶν»(Πράξ. κ΄ 29-30).


Καὶ ἐνῶ ὁ Ἀπόστολος συμβουλεύει τὴν ἀπομάκρυνση ἀπὸ τοὺς αἱρετικούς, ποιά εἶναι ἡ πρακτικὴ τῶν ποιμένων σήμερα, ἀπέναντι στοὺς αἱρετικοὺς οἰκουμενιστές; 
«Παραιτοῦνται» σήμερα οἱ ποιμένες ἀπὸ ὅσους αἱρετίζοντες ἐπισκόπους προέρχονται «ἐξ ὑμῶν αὐτῶν»καὶ διδάσκουν ἐπὶ ἔτη τὴν βλάσφημη διδασκαλία περὶ «διηρημένης» Ἐκκλησίας, «βαπτισματικῆς» θεολογίας, «εὐχαριστιακῆς» καὶ «μεταπατερικῆς» θεολογίας; 
Δυστυχῶς ὄχι. 
Κι ὅμως ἔχουν καταγγελθεῖ οἱ οἰκουμενισὲς ἐπίσκοποι, ἀλλὰ οἱ συνάδελφοί τους Μητροπολίτες ἔθαψαν τὶς καταγγελίες καὶ τὶς μηνύσεις ἐναντίον τους καὶ οὔτε ἐνημερώνουν τὸν κόσμο, οὔτε ἀπομακρύνονται ἀπὸ αὐτούς, οὔτε τοὺς ἀπομακρύνουν· ἀλλ’ ἀντίθετα τοὺς στέλνουν ―ὡς τὴν ἀφρόκρεμα Ὀρθοδοξου Ἤθους καὶ Πίστεως― στὰ διάφορα Συνέδρια, γιὰ νὰ μᾶς ἐκπροσωπήσουν!
Οἱ κατηγορηθέντες γιὰ αἵρεση, στέλνονται νὰ ἐκπροσωπήσουν τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία!!!
Ποιοί εἶναι αὐτοί; 
Πρόκειται γιὰ τοὺς μητροπολίτες Μεσσηνίας κ. Χρυσόστομο Σαββᾶτο, Δημητριάδος κ. Ἰγνάτιο Γεωργακόπουλο καὶ Περγάμου κ. Ζηζιούλα. Καὶ πίσω ἀπὸ αυτούς, ὁ πατριάρχης Βαρθολομαῖος!


Ἀλλ’ ἀκούσαμε κι ἕναν ἀκόμη λόγο τοῦ Κυρίου σήμερα στὸ Εὐαγγέλιο: «Ὃς ἐὰν οὖν λύσῃ μίαν τῶν ἐντολῶν τούτων τῶν ἐλαχίστων ...ἐλάχιστος κληθήσεται ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν· ὃς δ᾽ ἂν ποιήσῃ καὶ διδάξῃ, μέγας κληθήσεται...».
Ὅσοι θέλουν νὰ θεωροῦνται ὄχι ἁπλῶς ὀπαδοί, ἀλλὰ καὶ «ἀντιπρόσωποι» τοῦ Κυρίου, γιατί «λύουν»,παραβαίνουν  τὶς παραπάνω ἐνδεικτικὲς Ἐντολὲς τοῦ ἀποστόλου Παύλου;


Δυσκολεύονται τάχα νὰ ἐξακριβώσουν ποιοί εἶναι ψευδοποιμένες; 
Δύσκολο εἶναι νὰ διαβάσουν τὶς κακόδοξες δηλώσεις καὶ κακόδοξα ἔργα τῶν παραπάνω Ἐπισκόπων; 
Γιατί δὲν ἀποκαλύπτουν τὰ ὀνόματα τῶν ψεύτικων ποιμένων στὸ λαό; 
Δὲν γνωρίζουν ὅτι ἡ ἀποκάλυψη αὐτὴ μπορεῖ νὰ βοηθήσει τοὺς πιστοὺς νὰ ἀπομακρυνθοῦν ἀπὸ τοὺς ψευδοποιμένες καὶ ἔτσι νὰ μὴ διακινδυνεύσουν τὴν σωτηρία τους ἐπικοινωνώντας μαζί τους; 
Γιατί, λοιπόν, δὲν τοὺς ἀποκαλύπτουν καὶ δὲν τοὺς κατονομάζουν οἱ πνευματικοί μας πατέρες;


Νὰ ὑποθέσουμε πὼς φοβοῦνται ἢ δειλιοῦν; 
Νὰ ὑποθέσουμε, δηλαδή, πὼς σκέφτονται: 
“Ἂν τοὺς ἀποκαλύψουμε, πρέπει πάραυτα, σύμφωνα μὲ τὴν διδασκαλία τοῦ Ἀποστόλου καὶ τῶν Ἁγίων Πατέρων (καὶ χωρὶς νὰ περιμένουμε κάποια Σύνοδο νὰ τοὺς καταδικάσει) νὰ παύσουμε νὰ συλλειτουργοῦμε μαζί τους, ὅπως ἔκαναν οἱ Πατέρες ποὺ σήμερα ἑορτάζουμε· πρέπει, ἐπίσης, νὰ παύσουμε νὰ παριστάμεθα σὲ φιέστες γιὰ τὴν ὑποδοχὴ τοῦ οἰκουμενιστὴ Πατριάρχη...”.
Αὐτό, ἄρα, εἶναι ποὺ δὲν ἀντέχουν νὰ κάνουν οἱ σύγχρονοι ποιμένες;


Εἶναι ἀλήθεια πώς, γιὰ νὰ καταγγείλεις καὶ νὰ ἀπαιτήσεις νὰ ἀπομακρυνθεῖ ὁ μητροπολίτης Μεσσηνίας κ. Σαββᾶτος (ὁ φίλος καὶ προστατευόμενος τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν καὶ τοῦ Πατριάρχη Βαρθολομαίου) θέλει κότσια, βάζεις σὲ κίνδυνο τὶς «κοινωνικές σου» σχέσεις, τὸ θρόνο σου, κι ἂν εἶσαι ἱερέας, τὴν θέση σου καὶ τὴν ἐλευθερία κινήσεως ποὺ σοῦ παρέχει ὁ Ἐπίσκοπος, ὅσο τοῦ κάνεις ὑπακοὴ στὴν οἰκουμενιστικὴ γραμμή του.


Ἔτσι, τὸ «παραιτοῦ» τοῦ ἀπ. Παύλου, τὴν ἀπομάκρυνση δηλ. ἀπὸ τὸν φιλο-οικουμενιστὴ συν-επίσκοπό τους, δὲν τὴν ἀντέχουν οἱ σύγχρονοι ἐπίσκοποι καὶ πολλοὶ ποιμένες καὶ γέροντες. 
Γι’ αὐτὸ καὶ δυὸ Μητροπολίτες ποὺ κατήγγειλαν καὶ ἀντιτάχθηκαν στὴν αἱρετικὴ διδασκαλία τοῦ κ. Σαββάτου, δὲν ἄντεξαν νὰ συνεχίσουν τὸν ἀγῶνα κατὰ τῆς αἱρετικῆς δοξασίας του· μὲ συνοπτικὲς διαδικασίες ὑποτάχθηκαν στὴν βούληση τοῦ Ἀρχιεπισκόπου, πίσω ἀπὸ τὸν ὁποῖον βρίσκεται ὁ Πατριάρχης καὶ πιὸ πίσω τὸ Βατικανό. (Στὸ βιογραφικό του, δὲν παρέλειψε ὁ κ. Σαββᾶτος νὰ μᾶς ἐνημερώσει πὼς σπούδασε ὡς ὑπότροφος στὰ διδακτήρια τοῦ Βατικανοῦ (1988-1991), λαβὼν δίπλωμα εἰδίκευσης στὴν “Πατερικὴ Θεολογία” καὶ στὴν ...“Οἰκουμενικὴ Κίνηση”!).


Τὸ ἐξωφρενικὸ δὲ εἶναι, ὅτι συνεχίζουν οἱ Ἐπίσκοποι νὰ συλλειτουργοῦν μὲ αὐτὸν ποὺ διαπίστωσαν πὼς ἐμμένει στὴν περὶ Οἰκουμενισμοῦ καὶ «διηρημένης» Ἐκκλησίας αἵρεση καί, ἀκόμα περισσότερο, ἐνῶ εἶχε ἐξαναγκασθεῖ σὲ παραίτηση ἀπὸ ἐκπρόσωπός μας στοὺς Διαλόγους μὲ τοὺς ἑτερόδοξους, κατόπιν ἄνωθεν ἐντολῶν, ἀποδέχτηκαν οἱ συνεπίσκοποί του νὰ ὁρισθεῖ καὶ πάλι ἐκπρόσωπος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος! 
Αὐτὸς δηλ., ὁ μηνυθεὶς ἐπὶ αἱρέσει μητροπολίτης Μεσσηνίας κ. Σαββᾶτος. 
Ἴσως, γιατὶ ἀποτελεῖ θεολογικὸ βοηθὸ τοῦ ἐκπροσώπου τοῦ Πατριαρχείου στοὺς Διαλόγους, γνωστὸ μητροπολίτη Περγάμου κ. Ζηζιούλα!


Παράκληση πρὸς ὅσους ἐπισκόπους καὶ ποιμένες καταδέχονται ἀκόμα νὰ ἀκοῦν καὶ νὰ προσέχουν τὸ λόγο καὶ τὶς γνῶμες λαϊκῶν· λόγο, ἀσφαλῶς, μὲ ἐλλείψεις καὶ πολλὲς φορὲς ἄκομψο, ὄχι ὅμως ἰδιοσύστατο καὶ ἰδιόγνωμο, ἀλλὰ λόγο ποὺ προσπαθεῖ μὲ ἀγωνία νὰ στηρίζεται κατὰ πάντα στὸ Εὐαγγέλιο καὶ τοὺς Πατέρες:


Ξεκαθαρεῖστε τὸ τοπίο ὡς πρὸς τὴν αἵρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. 

Λάβατε ὑπεύθυνη θέση. 

Εἶναι ἡ αἵρεση τῶν ἐσχάτων (π. Ἀθανάσιος Μυτιληναῖος). 

Δὲν εἶναι ἁπλῶς αἵρεση, εἶναι παναίρεση (ἅγ. Ἰουστῖνος Πόποβιτς). 

Ἀκολουθεῖστε τὰ βήματα τῶν Πατέρων ποὺ σήμερα ἑορτάζουμε (ἀλλιῶς γιατί τοὺς τιμᾶτε), οἱ ὁποῖοι δὲν συνεκάλεσαν τὶς Συνόδους γιὰ νὰ ἐρευνήσουν μόνο, ἂν ὑπάρχει αἵρεση καὶ αἱρετικοί, ἀλλὰ γιὰ νὰ ἐξετάσουν καὶ δικάσουν τοὺς καταγγελθέντας αἱρετικοὺς (ἀπὸ τοὺς ὁποίους ἤδη πολλοὶ πιστοὶ εἶχαν ἀπομακρυνθεῖ), νὰ καλέσουν τοὺς αἱρετικοὺς σὲ μετάνοια καί, ταυτόχρονα, νὰ προφυλάξουν τοὺς πιστοὺς (μὲ τὴν ἐπίσημη καταδίκη τῆς αἱρέσεως) ἀπὸ τὶς καταστρεπτικὲς συνέπειες τῆς αἱρέσεως.

Μνημονεύουμε γιατί αγαπάμε



Γιατί τα ονόματα;
Μερικοί ρωτούν γιατί μνημονεύουμε τα ονόματα των κεκοιμημένων και των ζώντων στις προσευχές που κάνουμε γι’ αυτούς. Ο Θεός σαν παντογνώστης που είναι, δεν ξέρει τα ονόματά τους και τις ανάγκες τους;Όμως αυτοί που μιλούν και σκέπτονται έτσι, ξεχνούν ότι την προσευχή δεν την κάνομε για ενημέρωση του Θεού. Φυσικά ο Θεός δεν έχει ανάγκη τέτοιας ενημερώσεως. Άλλη είναι η σημασία αυτής της προσευχής.
Προσευχόμεθα υπέρ των ζώντων και των μεταστάντων και τους μνημονεύουμε με τα ονόματά τους, για να δείξουμε, ότι τους αγαπάμε με όλη μας την καρδιά. Γιατί δεν είμαστε απλώς συγγενείς ή φίλοι ή γνωστοί, αλλά «αλλήλων μέλη». Μέλη της Μιάς Εκκλησίας. Του Ενός Μυστικού Σώματος του Χριστού.
Υπάρχει τεράστια διαφορά ανάμεσα στη μηχανική και απαθή μνημόνευση των ονομάτων και στηνολοκάρδια προσευχή. Το ένα απέχει από τον άλλο, όσο ο ουρανός από τη γη.
Η προσευχή πρέπει να είναι ειλικρινής εκδήλωση αγάπης. Η αγάπη είναι η πρώτη και μεγάλη εντολή. Γι’ αυτό ο Θεός τη δέχεται. Και γι’ αυτό την περιμένει! Η αγάπη για τους ζώντες και κεκοιμημένους αδελφούς μας είναι χρέος. Το πρώτο από όλα. Κάθε λέξη στην προσευχή, κάθε λέξη που πηγάζει από τα βάθη της καρδιάς, έχει πολλή δύναμη: «Πολύ ισχύει δέησις δικαίου ενεργουμένη», λέγει η Αγία Γραφή.
Και αν έχει τόση μεγάλη σημασία η μνημόνευση των ονομάτων ζώντων και κεκοιμημένων σε οποιαδήποτε προσευχή, πόσο μεγαλύτερη σημασία και αξία έχει, όταν μνημονεύονται τα ονόματα στην ιερότερη προσευχή, στη Θεία Λειτουργία; Στη Θεία Λειτουργία ο ιερέας επισφραγίζει τη μνημόνευση των ονομάτων ζώντων και κεκοιμημένων με τα λόγια «Απόπλυνον, Κύριε, τα αμαρτήματα των ενθάδε μνημονευθέντων δούλων Σου τω αίματί Σου τω αγίω».
Αγίου Ιωάννου της Κροστάνδης
περιοδ.  Ο Άγιος Λάζαρος, έκδ. Ι.Ν. Αγ. Λαζάρ

Και τί θα λέω, όταν προσεύχομαι;



Και τί θα λέω, όταν προσεύχομαι;
Ο άρρωστος Εζεκίας ούτε όρθιος ούτε γονατιστός, αλλά πεσμένος στο κρεβάτι παρακάλεσε για τη θεραπεία του το Θεό, που με τον προφήτη Ησαΐα του είχε προαναγγείλει το θάνατό του.
Και κατόρθωσε με την καθαρότητα και τη θερμότητα της καρδιάς του να μεταβάλει τη θεϊκή απόφαση.
Ο ληστής, πάλι, καρφωμένος πάνω στο σταυρό, με λίγα λόγια κέρδισε τη βασιλεία των ουρανών.
Και ο Ιερεμίας μέσα στο λάκκο με τη λάσπη και ο Δανιήλ μέσα στο λάκκο με τα θηρία και ο Ιωνάς μέσα στην κοιλιά του κήτους, όταν προσευχήθηκαν θερμά, απομάκρυναν τις συμφορές, που τους είχαν βρει, και βοηθήθηκαν από το Θεό.
“Και τί θα λέω, όταν προσεύχομαι;”, θα με ρωτήσεις.
Θα λες ό,τι και η Χαναναία του Ευαγγελίου.
«Ελέησέ με, Κύριε!», παρακαλούσε εκείνη. «Η θυγατέρα μου βασανίζεται από δαιμόνιο».
“Ελέησέ με, Κύριε!”, θα παρακαλάς κι εσύ. “Η ψυχή μου βασανίζεται από δαιμόνιο”.
Γιατί η αμαρτία είναι μεγάλος δαίμονας. Ο δαιμονισμένος ελεείται, ενώ ο αμαρτωλός αποδοκιμάζεται.
“Ελέησέ με!”. Μικρή είναι η φράση. Και όμως, γίνεται πέλαγος φιλανθρωπίας, καθώς, όπου υπάρχει έλεος, εκεί υπάρχουν όλα τα αγαθά.
Αγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος

Η ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΔΥΟ ΜΕΓΑΛΩΝ ΜΟΡΦΩΝ



Λάβαμε και δημοσιεύουμε από αγαπητό πνευματικό αδελφό ένα σημαντικό απόσπασμα από το εξαιρετικό βιβλίο για τον παπά-Γιάννη Καλαΐδη :

ΤΗ Μ. ΠΕΜΠΤΗ ΤΟΥ 2002 Ο ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΣ Π. ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΛΑΊΔΗΣ ΕΒΓΑΙΝΕ ΑΠΟ ΤΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΣΕΡΡΩΝ ΟΠΟΥ ΝΟΣΗΛΕΥΟΤΑΝ ΣΤΗΝ Α ΠΑΘΟΛΟΓΙΚΗ ΚΛΙΝΙΚΗ.
ΚΑΤΕΥΘΥΝΟΜΑΣΤΑΝ ΠΡΟΣ ΤΟ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟ ΚΑΙ ΜΑΣ ΠΛΗΣΙΑΣΕ ΕΝΑ ΑΛΛΟ ΑΠΟ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΜΑΣ ΑΝΑΨΑΝ ΤΟΥΣ  ΠΡΟΒΟΛΕΙΣ. ΑΠΟ ΤΟ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟ ΑΥΤΟ ΚΑΤΕΒΗΚΕ ΕΝΑΣ ΗΛΙΚΙΩΜΕΝΟΣ ΜΟΝΑΧΟΣ. ΚΑΘΩΣ ΜΑΣ ΠΛΗΣΙΑΖΕ Ο Π. ΙΩΑΝΝΗΣ ΕΙΠΕ:<< Ο ΠΑΤΗΡ ΕΥΣΕΒΙΟΣ >>. ΗΤΑΝ Ο ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ ΚΑΙ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ ΘΕΟΛΟΓΙΚΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ Π. ΕΥΣΕΒΙΟΣ ΒΙΤΤΗΣ. ΟΙ ΔΥΟ ΓΕΡΟΝΤΕΣ ΑΝΤΑΛΛΑΞΑΝ ΤΟΝ ΑΣΠΑΣΜΟ ΤΗΣ ΕΝ ΧΡΙΣΤΩ ΑΓΑΠΗΣ.Ο Π. ΕΥΣΕΒΙΟΣ ΣΤΗΡΙΖΟΤΑΝ ΣΤΟ ΜΠΑΣΤΟΥΝΑΚΙ ΤΟΥ ΚΑΙ ΧΑΜΟΓΕΛΟΥΣΕ. Ο Π. ΙΩΑΝΝΗΣ ΤΟΥ ΕΙΠΕ: << ΣΕΒΑΣΜΙΟΤΑΤΕ ΤΗΝ ΕΥΧΗ ΣΟΥ >>.  << ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΣΕΒΑΣΜΙΩΤΑΤΟΣ >> ΑΠΑΝΤΗΣΕ Ο Π. ΕΥΣΕΒΙΟΣ. <<ΓΙΑ ΜΕΝΑ ΕΙΣΑΙ>> ΑΝΤΑΠΑΝΤΗΣΕ Ο Π. ΙΩΑΝΝΗΣ. ΕΠΙΚΡΑΤΗΣΑΝ ΣΤΙΓΜΕΣ ΙΔΙΑΙΤΕΡΗΣ ΣΥΓΚΙΝΗΣΗΣ. Ο Π. ΕΥΣΕΒΙΟΣ ΕΙΧΕ ΕΡΘΕΙ ΓΙΑ ΝΑ ΤΟΝ ΕΠΙΣΚΕΦΤΕΙ, ΚΑΘΩΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΗΘΗΚΕ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΣΘΕΝΕΙΑ ΤΟΥ. << ΝΑ ΕΥΧΕΣΘΕ ΓΙΑ ΤΗ ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΜΟΥ Π. ΙΩΑΝΝΗ>>, ΕΙΠΕ Ο Π. ΕΥΣΕΒΙΟΣ.  << ΚΙ ΕΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΚΗ ΜΟΥ>> ΑΠΑΝΤΗΣΕ Ο Π. ΙΩΑΝΝΗΣ. << ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΘΑ ΠΑΩ ΔΕ ΓΝΩΡΙΖΩ ΤΙ ΣΚΟΤΑΔΙ ΘΑ ΣΥΝΑΝΤΗΣΩ , Π. ΙΩΑΝΝΗ, ΝΑ ΕΥΧΕΣΘΕ>> ΤΟΥ ΕΙΠΕ Ο Π. ΕΥΣΕΒΙΟΣ.  << ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΘΑ ΠΑΣ ΘΑ ΕΙΣΑΙ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΑΚΤΙΣΤΟ ΦΩΣ. ΘΑ ΕΙΣΑΙ ΤΟ ΦΩΣ ΙΛΑΡΟΝ >>, ΕΙΠΕ ΜΕ ΣΥΓΚΙΝΗΣΗ Ο Π. ΙΩΑΝΝΗΣ.  << ΕΙΜΑΙ ΕΝΑΣ ΣΚΟΥΠΙΔΟΤΕΝΕΚΕΣ ΟΠΟΥ ΜΑΖΕΥΟΝΤΑΙ ΤΑ ΔΙΑΦΟΡΑ ΣΚΟΥΠΙΔΙΑ. ΤΩΡΑ ΘΑ ΑΝΑΧΩΡΗΣΩ ΓΙΑ ΕΝΑ ΔΙΑΣΤΗΜΑ ΜΑΚΡΙΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ, ΓΙΑ ΝΑ ΚΑΘΑΡΙΣΤΕΙ ΛΙΓΟ Ο ΣΚΟΥΠΙΔΟΤΕΝΕΚΕΣ >>, ΕΙΠΕ Ο Π. ΕΥΣΕΒΙΟΣ.  -  ΠΡΟΦΑΝΩΣ Ο Π. ΕΥΣΕΒΙΟΣ ΕΝΝΟΟΥΣΕ ΤΟ  ΔΙΑΚΟΝΗΜΑ ΤΗΣ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗΣ ΚΑΙ ΟΤΙ ΚΑΘΕ ΧΡΟΝΟ, ΓΙΑ ΜΕΓΑΛΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΔΙΑΣΤΗΜΑ , ΑΝΑΧΩΡΟΥΣΕ ΓΙΑ ΤΟ ΒΟΥΝΟ ΚΑΙ ΚΑΝΕΙΣ ΔΕ ΓΝΩΡΙΖΕ ΠΟΥ ΒΡΙΣΚΟΤΑΝ.  -   << ΕΓΩ ΕΙΜΑΙ ΚΥΜΒΑΛΟΝ ΑΛΑΛΑΖΟΝ >>, ΕΙΠΕ Ο ΠΑΤΗΡ ΙΩΑΝΝΗΣ.  << ΣΗΜΕΡΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΗΣΑ Π. ΙΩΑΝΝΗ ΚΑΙ ΣΑΣ ΜΝΗΜΟΝΕΥΣΑ >>, ΑΝΕΦΕΡΕ Ο Π. ΕΥΣΕΒΙΟΣ.  << ΚΙ ΕΓΩ ΠΑΝΤΑ ΣΑΣ ΜΝΗΜΟΝΕΥΩ ΠΡΩΤΟ ΣΤΙΣ ΠΑΡΑΚΛΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΕ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΑΚΟΛΟΥΘΙΕΣ >>, ΑΠΑΝΤΗΣΕ Ο Π. ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΙ ΔΑΚΡΥΣΕ.  << ΟΛΑ ΤΑ ΚΑΛΑ ΕΙΝΑΙ ΤΟΥ ΘΕΟΥ >>, ΠΡΟΣΘΕΣΕ.  << ΕΛΠΙΖΩ ΜΕΤΑ ΤΙΣ ΓΙΟΡΤΕΣ ΝΑ ΜΑΘΟΥΜΕ ΠΟΥ ΘΑ ΕΙΣΤΕ Π. ΙΩΑΝΝΗ >> ΤΟΥ ΕΙΠΕ Ο Π. ΕΥΣΕΒΙΟΣ.  ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΤΗΚΑΝ .  ΦΥΓΑΜΕ ΣΥΓΚΙΝΗΜΕΝΟΙ. ΗΤΑΝ ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΕΣ ΣΤΙΓΜΕΣ, ΔΩΡΟ ΤΟΥ ΘΕΟΥ !         ΤΗΝ ΙΔΙΑ ΗΜΕΡΑ - ΜΕΓΑΛΗ ΠΕΜΠΤΗ - ΕΙΧΑ ΤΗΝ ΕΥΛΟΓΙΑ ΝΑ ΜΕΤΑΦΕΡΩ ΤΟΝ Π. ΙΩΑΝΝΗ ΑΠΟ ΤΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΣΕΡΡΩΝ ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΗΣ ΚΟΡΗΣ ΤΟΥ. ΣΤΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΤΗΣ ΔΙΑΔΡΟΜΗΣ, ΜΟΥ ΕΙΠΕ : << Η ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΠΕΜΠΤΗΣ ΣΚΕΠΑΖΕΙ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟ ΟΛΟ ΤΟΝ ΧΡΟΝΟ, ΓΙΑΤΙ ΕΙΝΑΙ Η ΘΕΙΑ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΟΥ ΜΑΡΤΥΡΙΟΥ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ. ΑΝ ΔΕΝ ΕΧΟΥΜΕ ΤΗΝ ΕΥΛΟΓΙΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΝΑ ΚΟΙΝΩΝΟΥΜΕ ΚΑΙ ΤΗ ΜΕΓΑΛΗ ΠΕΜΠΤΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΝΑΣΤΑΣΗ, ΤΟΤΕ ΝΑ ΠΡΟΤΙΜΟΥΜΕ ΝΑ ΚΟΙΝΩΝΟΥΜΕ ΤΗΝ ΜΕΓΑΛΗ ΠΕΜΠΤΗ >>.        
ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ : ΠΑΤΗΡ ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΛΑΊΔΗΣ     1925-2009  ΣΕΛΙΔΕΣ 78 - 79 

"Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη

  Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...