Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Δευτέρα, Αυγούστου 13, 2012

Ἄξιον Ἐστί Ἀρχιμανδρίτης Βασίλειος Γοντικάκης

«Παρθενική πανήγυρις σήμερον ἀδελφοί, …συνεκάλεσε γάρ ἡμᾶς ἡ ἁγία Θεοτόκος,…τό ἐργαστήριον τῶν δύο φύσεων, …ἡ παστάς, ἐν ᾗ ὁ Λόγος ἐνυμφεύσατο τήν σάρκα…».

Ὅλος αὐτός ὁ Παράδεισος τῆς θείας Λειτουργίας καί τοῦ ναοῦ τούτου, ὅλη ἡ καινή κτίσις ὀφείλεται στήν Κυρία Θεοτόκο. Καί ὅποιος δέν ὁμολογεῖ τήν Παναγία, Παρθένο Θεότοκο, «χωρίς ἐστι τῆς Θεότητος». Αὐτό τό ὄνομα τῆς Θεοτόκου ὅλον συνιστᾶ τό μυστήριον τῆς θείας οἰκονομίας.

Καί πρό ἡμερῶν κάποιος νέος μοναχός ρώτησε ἕνα γέροντα ὀγδόντα ἐτῶν, πού ζῆ χρόνια στό Ὄρος: «Γέροντα, τί κατάλαβες τόσα χρόνια πού ζῆς ἐδῶ; Τί πρέπει νά προσέξη ὁ μοναχός, γιά νά σωθῇ;» Ἡ ἀπάντησις τοῦ ἀγράματου και σοφοῦ γέροντα ἦταν σύντομη καί σαφής: «Νά πιστεύης ὅτι ὁ Χριστός εἶναι Θεάνθρωπος καί ἡ Παναγία Μητέρα Του Θεοτόκος καί Παρθένος».

Μά γιατί νά δίδεται τόση σημασία στήν ὀρθή πίστι στόν Θεάνθρωπο Κύριο καί στήν ἀειπάρθενο Θεοτόκο; Γιατί τόσο νά ἐπιμένη σ᾽ αὐτό τό σημεῖο ὁλόκληρη ἡ ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἀπό τούς μεγάλους Πατέρας μέχρι τόν τελευταῖο μοναχό;

Σ᾽ αὐτό τό σημεῖο μᾶς βοηθᾶ πολύ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος μέ ὅσα γράφει στήν πρός Γαλάτας ἐπιστολή του: «Πρό τοῦ ἐλθεῖν τήν πίστιν ὑπό νόμον ἐφρουρούμεθα συγκεκλεισμένοι εἰς τήν μέλλουσαν πίστιν ἀποκαλυφθῆναι». Πρίν ἔλθη ἡ πίστις, ἡ καινή κτίσις μέσα στήν ὁποία ζοῦμε τώρα, ἤμασταν κλεισμένοι καί ἐφρουρούμεθα ἀπό τό νόμο ἀναμένοντας «τήν μέλλουσαν πίστιν». Ἀλλά ὁ νόμος δέν μπορεῖ νά μᾶς σώση. Δέν μπορεῖ νά μᾶς δώση αὐτό πού ζητᾶμε. Ὁ νόμος εἶναι μιά κατάρα.

Εἶναι μιά φυλακή. Τό πολύ-πολύ νά ἀποδειχθῆ, νά γίνη μιά φρουρά, μιά προφύλαξι. Δέν μπορεῖ ὅμως νά μᾶς δώση αὐτό πού βαθειά λαχταρᾶ ἡ φύσι μας. 

Ὁ Θεός ἔπλασε τόν ἄνθρωπο κατ᾽ εἰκόνα ἰδική Του καί ὁμοίωσι. Ὅπως λέει ὁ ἀββᾶς Ἰσαάκ, «ἐκ τῶν ἀρχεγόνων στοιχείων» ἔπλασε τό σῶμα μας. Καί ἐνεφύσησε σ᾽ αὐτό πνεῦμα ζωῆς. Μᾶς ἔδωσε «μοῖραν Θεοῦ», κατά τόν Μέγα Βασίλειο. Ἔτσι θά μπορούσαμε ἐμεῖς, ὑπακούοντας στό θέλημα τοῦ Θεοῦ, νά φτάναμε στό καθ᾽ ὁμοίωσιν, στή θέωσι. Ἐμεῖς ὅμως δέν τό κάναμε. Παρακούσαμε τοῦ Κτίσαντος ἡμᾶς. Ἀμαυρώσαμε τήν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ μέ τήν ἰλύν τῶν παθῶν. Καί δέν μπορούσαμε πιά νά ἐλευθερωθοῦμε. Δέν μπορούσαμε νά ἐπανέλθωμε στόν παράδεισο, νά βροῦμε τό δρόμο πρός τή θέωσι.

Καί γεννᾶται τό ἐρώτημα: Ὁ Θεός δέν μποροῦσε νά μᾶς σώση; Αὐτός εἶναι Θεός. Σ᾽ αὐτόν ὅλα εἶναι δυνατά. Δέν θά μποροῦσε νά μᾶς ἐπαναφέρη πάλι στόν παράδεισο πού ἐχάσαμε; 

Ἡ ἀπάντησι δέν εἶναι τόσο εὔκολη καί ἁπλή. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι κάτι μεγάλο, ὅπως ἐλέχθη. Εἶναι προικισμένος μέ τήν ἐλευθερία. Εἶναι κατ᾽ εἰκόνα Θεοῦ. Καί πρέπει νά συνεργήση γιά τή σωτηρία του. Ἀλλοιῶς ἡ διά τῆς βίας καί παρά τή θέλησί του σωτηρία εἶναι κόλασι γιά τόν ἄνθρωπο, ἐξαφάνισι καί ἐξουδετέρωσι τῆς δυνατότητας πού τοῦ χάρισε ὁ Θεός νά μπορέση νά γίνη Θεός κατά χάριν. Γι᾽ αὐτό ὁ Θεός περίμενε αἰῶνες καί γενεές. Γιά νά βρεθῆ τό κατάλληλο πρόσωπο, ἐκεῖνο πού οἰκείᾳ βουλῇ, μέ τή θέλησί του, ἐλεύθερα θά ἔλεγε ναί στό Θεό. Θά ὑπάκουε στό θεῖο θέλημα γιά τή σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου.

Καί ὅταν ἦλθε τό πλήρωμα τοῦ χρόνου, ἐξαπέστειλε ὁ Θεός τόν Υἱόν Αὐτοῦ γενόμενον ἐκ γυναικός, γενόμενον ὑπό νόμον, ἵνα τούς ὑπό νόμον ἐξαγοράση, ἵνα τήν υἱοθεσίαν ἀπολάβωμεν. Τό πλήρωμα τοῦ χρόνου εἶναι ἡ Παρθένος. Σκοπός τῆς δημιουργίας ἦταν νά γεννηθῆ ἡ Παρθένος. Ὅταν αὐτή παρουσιάστηκε, ὅταν αὐτή γεννήθηκε, βρέθηκε ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος πού θά διόρθωνε τό πταῖσμα τῶν πρωτοπλάστων. Θά γεννοῦσε τόν Σωτῆρα. Θά ἀνεδεικνύετο Θεοτόκος. «Θεοτόκε Παρθένε, ἡ τεκοῦσα τόν σωτῆρα, ἀνέτρεψας τήν πρώην κατάραν τῆς Εὔας…»

Αὐτή εἶναι ἡ καλή ἐν γυναξί. Ἡ τῷ Θεῷ προορισθεῖσα γενέσθαι μήτηρ αὐτοῦ. Ἡ προεκλεχθεῖσα ἀπό πασῶν τῶν γενεῶν. Αὐτή πού ἦταν ἄμωμος καί ἀμόλυντος. Πού ἀπό τή βρεφική ἡλικία εἰσῆλθε εἰς τά Ἅγια τῶν Ἁγίων. «Τῶν Ἁγίων εἰς Ἅγια ἡ Ἁγία καί ἄμωμος ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι εἰσοικίζεται…».

Ἐκεῖ μένει. Τρέφεται κατά τό σῶμα μέ τροφή ἀγγέλων. Τρέφεται κατά τόν νοῦν μέ οὐράνια νοήματα. Δέν ζῆ γιά τόν ἑαυτό της. Ζῆ γιά τό Θεό. Καί φθάνει στήν ὡριμότητα ἐκείνη νά δεχθῆ τόν ἀρχαγγελικό ἀσπασμό. Νά πῆ ναί στό Θεό. Νά πῆ τό «γένοιτό μοι κατά τό ρῆμα σου» στόν Ἀρχάγγελο Γαβριήλ: Ἄς γίνη σέ μένα, στήν ψυχή καί στό σῶμα μου, κατά τό ρῆμα σου, κατά τήν θέλησι τοῦ Θεοῦ. Καί ἀρχίζει νά σαρκοποιῆ τόν Υἱόν καί Λόγον τοῦ Θεοῦ. Καί ἀναδεικνύεται Θεοτόκος.

Δέν διῆλθε δι᾽ αὐτῆς ὡς διά σωλῆνος ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ. Δέν εἶναι ἄλλος ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ καί ἄλλος ὁ Υἱός τῆς Παρθένου. Ὁ Θεάνθρωπος, ὁ εἷς Θεός μέ δύο φύσεις, εἶναι ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ καί ὁ Υἱός τῆς Παρθένου. Καί ὅποιος αὐτό δέν πιστεύει, ἐκπίπτει τῆς υἱοθεσίας πού ἔχει ἐπαγγελθῇ, πού εἶναι ὑποσχεμένη στούς πιστούς.

Αὐτή σαρκοποιεῖ διά τῶν ἰδίων ἀχράντων αἱμάτων της, τῇ ἐπισκιάσει τοῦ Ἁγίου Πνεύματος τόν Υἱόν καί Λόγον τοῦ Θεοῦ, τήν εὐδοκία τοῦ Πατρός. Αὐτή ἀναδεικνύεται ἡ κλίμαξ δι᾽ ἧς κατέβη ὁ Θεός καί ἡ γέφυρα ἡ μετάγουσα τούς ἐκ γῆς πρός οὐρανόν. Αὐτή εἶναι τό μεθόριον τῆς κτιστῆς καί ἀκτίστου φύσεως καί οὐδείς ἄν ἔλθοι πρός Θεόν, εἰ μή δι᾽ αὐτῆς τε καί τοῦ ἐξ αὐτῆς Μεσίτου.

Εἶναι ἡ οὐρανώσασα τό γεῶδες ἡμῶν φύραμα. Διά τῆς προσφορᾶς τοῦ καθαροῦ καί ἀμόλυντου ἑαυτοῦ της ἀρτοποιήθηκε ὁ ἄρτος τῆς ζωῆς. Μπῆκε στό ἀνθρώπινο φύραμα ἡ ζύμη τῆς Βασιλείας. Ἔκαμε τή γῆ οὐρανό, τήν κτίσι δυνάμει παράδεισο.

Αὐτή εἶναι τό πέρας τῶν προφητικῶν προρρήσεων. Αὐτήν προκατήγγειλαν ἄνωθεν οἱ Προφῆται στάμνον, ράβδον, τράπεζαν, χρυσοῦν θυμιατήριον, ὅπως ἀκούσαμε νά ψάλουν οἱ ψάλται κατά τήν ὥρα πού ἐνεδύετο τήν ἀρχιερατική στολή ὁ Ἀρχιερεύς. Καί αὐτή ἡ ἔνδυσις τοῦ Ἀρχιερέως τήν ἀνάληψι τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως ὑπό τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ εἰκονίζει. Καί ὅπως δέν ἦταν δυνατή ἡ πλάσις τοῦ ἀνθρώπου πρίν ὑπάρξη ὁ πηλός, ἔτσι καί μετά τήν πτώσι δέν ἦταν δυνατή ἡ ἀνάπλασι, χωρίς νά γίνη ἡ φύσι μας ἔνδυμα τοῦ κτίσαντος. Σ᾽ αὐτήν λοιπόν τήν Παναγία Παρθένο καταλήγουν καί πέρας λαμβάνουν ὅλες οἱ προφητεῖες καί προτυπώσεις. Ἡ βάτος, ἡ κλίμαξ τοῦ Ἰακώβ, ἡ θάλασσα ἡ ἐρυθρά, τό ἀλατόμητον Ὄρος αὐτήν προεμήνυαν.

Ἀλλά καί ὅλη ἡ δημιουργία- χρόνος καί ἱστορία-σ᾽ αὐτή βρίσκει τήν καταξίωσι καί χαρά της. «Ἐπί σοί χαίρει, κεχαριτωμένη, πᾶσα ἡ κτίσις…». Εἶναι ἐκείνη ἐν ᾗ θεωροῦσα ἡ κτίσις ἀγάλλεται.

Καί οἱ θεῖοι μελωδοί, γιά νά ἐκφράσουν τό ἄρρητο κάλλος τῆς Παρθένου, ἐπιστρατεύουν ὅλη τή δημιουργία, φέρουν ὅλες τίς λαμπρές εἰκόνες τῆς φύσεως. Καί τήν ὀνομάζουν ἄρουραν εὔκαρπον, θάλασσαν καί πέλαγος χαρισμάτων τοῦ Πνεύματος, ὄρθρον φαεινόν, φωτεινήν νεφέλην, ἄμπελον εὐκληματοῦσαν, ἐλαίαν κατάκαρπον, περιστεράν ἀμόλυντον. Καί καταλήγουν καί καταλαβαίνουν οἱ ψαλμωδοί τήν ἀδυναμία τους, καί ὁμολογοῦν: «Ὑπερίπταται, Θεοτόκε ἁγνή, τό θαῦμα σου τήν δύναμιν τῶν λόγων». 

Ξεπερνᾶ τό θαῦμα καί τό ἄρρητον κάλλος τῆς Παρθένου τό θαῦμα καί τό κάλλος τῆς δημιουργίας. Καί ἕνας Πατήρ τῆς Ἐκκλησίας ἑρμηνεύει τό λόγο τοῦ Θεοῦ, διά τοῦ ὁποίου χαρακτηρίζει τά δημιουργήματά Του «καλά λίαν», μέ τό πρόσωπο τῆς Παρθένου: Τό «καλά λίαν» ἀναφέρεται στό κάλλος καί τήν καλωσύνη τῆς Παρθένου. Εἶναι καλά, γιατί ὁδηγοῦν στήν Παρθένο, καταλήγουν σ᾽ αὐτήν πού εἶναι ἡ «καλλονή τοῦ Ἰακώβ». Ὁ Θεός μέσω ὅλης τῆς δημιουργίας διέκρινε τό σκοπό, τό τέλος, τόν ἀνθό της, πού εἶναι ἡ Παρθένος. Γι᾽ αὐτό εἶδε καί ὀνόμασε καλά λίαν τά πάντα.

Σ᾽ αὐτήν καί δι᾽ αὐτῆς χρόνος καί φύσις καινοτομοῦνται. Τότε λοιπόν πού παρουσιάζεται ἡ Παρθένος, ξαναμπαίνομε στόν παράδεισο τῆς ἐλευθερίας καί τοῦ θείου κάλλους. Ξαναπαίρνουμε τήν υἱοθεσία. Μποροῦμε νά γίνωμε παιδιά τοῦ Θεοῦ. Καταγλαΐζεται ὄντως ὁ κόσμος. Εἶναι ἡ «μόνη κοσμήσασα τήν ἀνθρωπότητα τῷ τόκῳ αὐτῆς». Ὅλο τό κάλλος τῆς Παρθένου εἶναι ἔσωθεν. Εἶναι ὁ καρπός τῆς κοιλίας της, εἶναι ὁ Υἱός της, τό φῶς τοῦ κόσμου. Τώρα ὁ κόσμος φωτίστηκε, ἔγινε καινός. Ἔγινε τό σπίτι μας. Μποροῦμε νά ζήσωμε, νά τραφοῦμε, νά σωθοῦμε ἀπό τόν Υἱόν τῆς Παρθένου καί Θεόν ἡμῶν.

Τώρα δέν εἴμαστε δοῦλοι τοῦ νόμου, ἀλλά φίλοι τοῦ Χριστοῦ. «Ἐγώ δέν σᾶς λέω δούλους, ἀλλά φίλους, γιατί ὅσα ἤκουσα παρά τοῦ Πατρός μου σᾶς τά ἐγνώρισα». Μποροῦμε νά ἀπολαύσωμε τήν υἱοθεσία, νά ξαναγίνωμε παιδιά τοῦ Θεοῦ καί κατά θέσι παιδιά τῆς Ἀειπαρθένου, τήν ὁποία μᾶς ἐμπιστεύθηκε διά τοῦ ἁγίου Ἰωάννου ὡς Μητέρα. Τώρα ὅλα κινοῦνται, ἱερουργοῦνται πνευματικῶς μέ ἄλλους νόμους. Τώρα προχωροῦμε πρός τό Πάσχα, τό Χριστό. Τήν ὁδό, τήν διάβασι, τό ξεπέρασμα, τήν ἐπέκτασι. Καί ὁ μακαρισμός τῆς γυναικός ἐκ τοῦ ὄχλου, πού εἶπε γιά τόν Ἰησοῦ: «μακαρία ἡ βαστάσασά σε καί μαστοί οὕς ἐθήλασας», συνεπληρώθη ἀπό τόν Κύριον καί τόν Υἱόν της μέ τό: «Μενοῦνγε, μακάριοι οἱ ἀκούοντες τόν λόγον τοῦ Θεοῦ καί φυλάσσοντες αὐτόν». 

Καί τοῦτο πολλές φορές ἑρμηνεύεται ἀπό τούς ἐκτός τῆς ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας σάν ὑποτίμησι τῆς Παρθένου, ἐνῶ εἶναι ἐπαύξησι τοῦ μακαρισμοῦ της καί ἐπέκτασι καί ἅπλωμα τῆς εὐλογίας τῆς Θεοτόκου σ᾽ ὅλους: Δέν εἶναι μόνον αὐτή μακαρία. Δι᾽ αὐτῆς, τῆς ἀειμακαρίστου καί παναμώμου, μποροῦν ὅλοι νά γίνουν μακάριοι. Αὐτή εἶναι πού ἄκουσε τό Λόγο τοῦ Θεοῦ διά τοῦ ἀγγέλου, τόν δέχτηκε ὑπάκουα καί ἁγνά. Καί δέν τόν φύλαξε μόνο, ἀλλά συνεκράθη μέ αὐτόν καί σαρκοποίησε καί γέννησε τό Θεάθρωπο Κύριο. Καί ἁγιάστηκε ἡ ἴδια ἐξ αὐτοῦ. Καί ἔγινε Παναγία. Γιατί ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ παρθενικήν μήτραν ἡγίασεν τῷ τόκῳ αὐτοῦ. Καί τώρα κάθε ἄνθρωπος μπορεῖ νά ἀκούση τό Λόγο τοῦ Θεοῦ. Νά τόν φυλάξη μέσα του. Καί, κατά τό ὑπόδειγμα τῆς Παρθένου, νά συλλάβη τή χαρά τήν ἄφατη καί νά γίνη κατά χάριν μήτηρ Θεοῦ. Καί μᾶς διαβεβαιώνει ὁ ἅγιος Συμεών ὁ νέος Θεολόγος: «Μακάριος ὁ τό φῶς τοῦ κόσμου ἐν ἑαυτῷ μορφωθέν θεασάμενος, ὅτι αὐτός ὡς ἔμβρυον ἔχων τόν Χριστόν, μήτηρ αὐτοῦ λογισθήσεται, καθώς ἐκεῖνος ὁ ἀψευδής ἐπηγγείλατο· «Μήτηρ μου» λέγων «καί ἀδελφοί καί φίλοι οὗτοί εἰσι». Ποῖοι; «Οἱ ἀκούοντες τόν λόγον τοῦ Θεοῦ καί ποιοῦντες αὐτόν». Αὐτή εἶναι ἡ Θεοτόκος δι᾽ ἧς ἔλαμψεν ἡμῖν ὁ Ἐμμανουήλ πού ἀνέτρεψεν τήν πρώην κατάραν τῆς Εὔας. Αὐτή εἶναι πού ἔγινε μήτηρ τῆς εὐδοκίας τοῦ Πατρός. Καί ἦλθε ἡ καινή κτίσις. Καί φωτίζει τά πάντα ὁ Χριστός, τό φῶς τοῦ κόσμου. Καί σκέπει τά πάντα ἡ Θεομητορική στοργή τῆς Παναγίας. Καί ὑπάρχουν οἱ φίλοι τοῦ Χριστοῦ, τά ὑπάκουα παιδιά τῆς Παναγίας. Πού μιμοῦνται τή ζωή της κατά δύναμιν, πού δέχονται τήν εὐλογία τοῦ Υἱοῦ της. Καί ἕλκονται καί νικῶνται ἀπό τή στοργή της. «Χαῖρε, στοργή, πάντα πόθον νικῶσα». Καί δέχονται ἐπισκέψεις ἀρχαγγελικές.

Ἕνα τέτοιο ὑπάκουο παιδί τῆς Παναγίας, ἐκλεκτός ἐν μοναχοῖς, εἶναι καί ὁ ἀνώνυμος ὑποτακτικός πού δέχτηκε ἀπό τόν Ἀρχάγγελο Γαβριήλ τόν οὐράνιο ὕμνο στό λάκκο τῆς Καψάλας. Σταματᾶνε οἱ σκέψεις, οἱ ἰδέες, καί ἐκβλύζουν τά πάντα σ᾽ ἕνα ὕμνο δοξολογίας, αἶνο καί μακαρισμό τῆς Παρθένου Θεοτόκου: «Ἄξιον ἐστίν ὡς ἀληθῶς…». Εἶναι ὁ ὕμνος πού ἐψάλη ἀπό τόν Ἀρχάγγελο. Εἶναι τό μεγαλυνάριο πού συγκεντρώνει ὅλους τούς ὕμνους καί προχωρεῖ ἀπό τό λάκκο τοῦ Ἄδειν στή θάλασσα τῶν χαρισμάτων τῆς Παναγίας. ἔκαμε δῶρο τήν πέτρα πού χαράκτηκαν τά λόγια τοῦ ὕμνου, τόν ἀγγελοδίδακτο ἦχο, καί τήν ἅγια εἰκόνα τῆς Θεοτόκου μπροστά στήν ὁποία ἔψαλε ὁ ἄγγελος.

Καί αὐτός ἔφυγε. Ἔμεινε ἄγνωστος καί ἀνώνυμος. Τοῦ φτάνει νά ζῆ μέ τούς ἀγγέλους ἐσαεί καί νά ψάλλη μέ τίς οὐράνιες χοροστασίες τόν ὕμνο τῆς Παρθένου, τό «Ἄξιον ἐστί». Καί νά μετέχη τῆς χάριτος τοῦ ἀνωνύμου ὀνόματος, πού εἶναι ὁ Κύριος. Καί ὁ ἀνώνυμος μοναχός χαίρεται μόνον ὅταν ἐμεῖς χαιρώμαστε τή χαρά τῶν ἀγγέλων καί ὑμνοῦμε τή Θεομήτορα καί δεχόμαστε τή θεία της εὐμένεια. Καί αὐτό εἶναι τό ὄνομα του, ὁ πλοῦτος του, ἡ ζωή του, ἡ τρυφή του, ἡ δόξα καί ἡ ἀνάπαυσί του· νά μήν ἔχη ἀνάπαυσι (Ἀποκ. δ’, 8) καί νά ψάλλη διά παντός μετά τῶν μακαρίων πνευμάτων τό «Ἄξιον ἐστί» τῆς Παρθένου. Καί τό «ἄξιον τό ἀρνίον» τῆς Ἀποκαλύψεως (ε’, 12).

Καί ὁ ὕμνος αὐτός ἔγινε ὕμνος παναγιορείτικος. Ὕμνος πανορθόδοξος. Ὕμνος πού μπῆκε στήν καρδιά τῆς θείας λειτουργίας. Καί ἡ εἰκόνα τοῦ «Ἄξιον ἐστίν τοποθετήθηκε στήν κεντρικώτερη καί ψηλότερη θέσι τοῦ συνθρόνου στό ναό τοῦ Πρωτάτου. Καί στήν θεία ἀναφορά, ἀφοῦ θά ὑμνήση ὁ Ἱερεύς τό Θεό μέ τούς λόγους: «Ἄξιον καί δίκαιον σέ ὑμνεῖν, σέ αἰνεῖν, σοί εὐχαριστεῖν…», καί μετά τόν καθαγιασμό τῶν Τιμίων Δώρων ὁ λαός ἐκφώνως καί ἐμμελῶς ψάλει τό «Ἄξιον ἐστίν ὡς ἀληθῶς μακαρίζειν σε τήν Θεοτόκον…». Ἀφοῦ δοξολογηθῆ καί ὑμνηθῆ, ἀναπεμφθῆ εὐχαριστία στόν ἀόρατο καί ἀκατάληπτον Θεό, δοξολογοῦμε καί τήν ἀειπάρθενο κόρη, τή Θεοτόκο Μαρία, τῶν ἀσωμάτων τό ἆσμα καί τῶν πιστῶν τό ἐγκαλώπισμα. Αὐτή εἶναι ἡ προσφορά τῆς ἀνθρωπότητος στό Θεό, ἡ καθαρότητι ἀγγέλους ὑπεράρασα. «Ἡμεῖς προσφέρομεν Μητέρα Παρθένον».

Καί τώρα πού γιορτάζουμε τά χίλια χρόνια τοῦ ἀγγελοδίδακτου ὕμνου, δέν κάνουμε ἁπλή ἱστορική ἀναδρομή. Ζοῦμε ἐδῶ ἐκεῖνο τό θαῦμα τώρα. Ἔχομε τήν ἴδια ἅγια εἰκόνα μπροστά μας. Ἔχομε τόν ἀρχάγγελο Γαβριήλ πού ψάλλει μετά τῶν μακαρίων πνευμάτων. Ἔχομε τόν ἀνώνυμο μοναχό καί τόν ἄγνωστο ἁγιογράφο. Ἔχομε συγκεντρωμένους ὅλους τούς ἐπωνύμους καί ἀνωνύμους, οἱ ὁποῖοι στούς αἰῶνες πού πέρασαν, ταπεινώθηκαν, ἔκλαψαν, πόνεσαν, ἀγάπησαν καί ἄκουσαν ὕμνους ἀνάκουστους, εἶδαν ὁράματα μυστικά, τράφηκαν μέ οὐράνιο μάννα, ἐνετρύφησαν στή χαρά τοῦ παραδείσου, νίκησαν τή φθορά καί μπῆκαν θεία χάριτι στήν ἐλευθερία τῆς μελλούσης Βασιλείας.

Ἐδῶ, διά τῆς Θεοτόκου καί τοῦ Θεανθρώπου, στή θεία Λειτουργία εἶναι παρόντα πάντα. Αὐτή εἶναι πού κατήργησε τούς φραγμούς, εἶναι ἡ ἐν χρόνῳ τόν ἄχρονον ἀφράστως κυήσασα, ἡ τῷ θείῳ τόκῳ της τυπώσασα τόν ἔξω τόπου τῇ θεότητι ὑπάρχοντα. Καί τούς κοσμικῶς καί χρονικῶς διεσπαρμένους ὁμοχώρους καί συγχρόνους ποιεῖ. Διά τοῦ θείου τόκου της ἀνήχθημεν ἐν ὑπερώῳ λειτουργικῷ τόπῳ ὅπου τά φοβερά τελεσιουργεῖται.

Γιά ὅλα αὐτά ἄξιον ὡς ἀληθῶς, μακαρίζειν τήν Θεοτόκον.

Καί μεῖς ἀξιωνόμαστε νά μένομε στό περβόλι της. Καί εἶναι κατά χάριν μεθ᾽ ἡμῶν. Ἐνῶ μετέστη πρός τήν ζωήν, τόν κόσμον οὐ κατέλιπε. Καί γέμισε τούς λάκκους καί τά ὑψώματα τοῦ Ὄρους μέ παιδιά δικά της, ταπεινά καί ἅγια, πού ψάλλουν μέ ἀγγέλους. Καί τούς κάνει συντροφιά ἡ Θεομήτωρ. Καί γράφονται στίς καρδιές καί τίς πέτρες θεῖοι ὕμνοι. Καί μένουν στήν ἀτμόσφαιρα καί στά κελλιά καί τά χώματα καί τή μνήμη ἀρώματα οὐράνιας εὐωδίας. Καί φωτίζουν τόν ὁρίζοντα τή νύχτα καί τή μέρα θεῖες ὀπτασίες. Καί καθημερινῶς ὑμνοῦμε «τήν καθαράν οἱ ἀκάθαρτοι».

Εἶναι τά κελλιά, τά μοναστήρια, τά ἡσυχαστήρια, τά μονοπάτια, τά κοιμητήρια γεμάτα θεομητορική παρουσία καί κατάνυξι, πού νίκησε τό θάνατο, καταργεῖ τίς ἀποστάσεις καί γεμίζει τά πάντα παρηγοριά. Γι᾽ αὐτό δοξολογοῦμε, εὐγνωμονοῦμε καί νοιώθουμε ὅτι εἶναι φοβερός ὁ τόπος οὗτος. Δέν εἶναι τίποτα ἄλλο, ἀλλ᾽ οἶκος Θεοῦ. Καί αὕτη ἡ πύλη τοῦ οὐρανοῦ.

Εἶναι ἀναρίθμητα τά θαύματα τῆς Παναγίας, τῆς Παρθένου, τῆς φοβερᾶς προστασίας τοῦ Ὄρους, τῆς Πορταϊτίσσης, τῆς Γλυκοφιλούσης, τῆς Ὁδηγητρίας, τῆς Γοργοϋπηκόου, τῆς Ἐσφαγμένης, τῆς Κουκουζέλισσας. Τῆς χάριτος τῆς φανερᾶς καί ἀγνώστου τῆς Παναγίας.

Παρ᾽ ὅλες τίς ἀδυναμίες μας, παρ᾽ ὅλες τίς ἐπιθέσεις διά τῶν αἰώνων, τῶν πειρατῶν, τῶν κουρσάρων, τῶν κατακτητῶν, τῶν δαιμόνων, τῶν ποικίλων πειρασμῶν, τό Ὄρος μένει ἅγιο καί ἱερό, μοναχικόν καταγώγιον, ἰδιαίτατον ἐνδιαίτημα τῆς Παρθένου. Καί εἶναι σ᾽ αὐτό κατά τήν ἀψευδῆ ὑπόσχεσί της ἡ Θεοτόκος ἄμαχος σύμμαχος, τῶν πρακτέων ὑφηγητής, τῶν μή πρακτέων ἑρμηνευτής, τροφεύς, κηδεμών καί ἰατρός.

Καί ἐφ᾽ὅσον τόσες φορές κάθε μέρα, τώρα καί χίλια χρόνια, ἔμεινε ἡ Κυρία Θεοτόκος πιστή στήν ὑπόσχεσί της, εἴμαστε βέβαιοι ὅτι αὐτή ἡ ὄντως φιλόστοργος μητέρα θά μᾶς συμπαρασταθῆ καί τήν ὥρα τή φοβερά τῆς δίκης καί θά γίνη πρέσβυς πρός τόν Υἱόν της, ὅπως μᾶς ὑποσχέθηκε, ὅταν ἐκεῖνος ἔλθη κρῖναι ζῶντας καί νεκρούς.

Ἔτσι, ἐκτός ἀπό τά μέγιστα γεγονότα τῆς σωτηρίας τοῦ κόσμου, τά ὁποῖα δι᾽ αὐτῆς διεπράχθη, εἶναι ἄξιον καί δίκαιον νά ποῦμε καί νά ψάλωμε καί γιά τά χίλια χρόνια τῆς παρουσίας τῆς Κυρίας Θεοτόκου στό Περβόλι της ἀκόμη μιά φόρα μ᾽ ὅλη μας τήν καρδιά τό: 

«Ἄξιον ἐστίν ὡς ἀληθῶς 
μακαρίζειν σε τήν Θεοτόκον…»
πηγή

Κήρυγμα Στὴν Κοίμηση τῆς Θεοτόκου π. Γεώργιος Ἀλεντᾶς


Ὁ Αὔγουστος, ἔχει τὶς ἰδιαιτερότητές του. Εἶναι ἀπὸ τὴ μία τὸ ὕστατο χαῖρε τοῦ καλοκαιριοῦ. Εἶναι ὁ μήνας ποὺ διακριτικὰ χαιρετίζει τὸ καλοκαίρι ποὺ σιγὰ – σιγὰ ἀποσύρεται καὶ παράλληλα μας παίρνει ἀπ’ τὴ ξεγνοιασιὰ τῶν διακοπῶν καὶ μᾶς φέρνει θέλουμε δὲ θέλουμε καὶ πάλι «εἰς τὰ ἴδια». Μὲ το ποὺ θὰ βάλει ὁ κόσμος τὸ κλειδὶ στὴν πόρτα, ἐπιστρέφοντας, ἀρχίζουν ξανὰ τὰ ἀσταμάτητα «πρέπει». Αλλά ἔχει καὶ τὴ "χάρη" του. Εἶναι "ἡ Παναγία τοῦ Δεκαπενταύγουστου", ποὺ τὸν χαριτώνει. Εἶναι ἡ ἴλεως τῆς Θεοτόκου, τῆς μάνας τῆς ἀνθρωπόπτητας, ποὺ «ἐν τὴ κοιμήσει τὸν κόσμον οὐ κατέλιπεν». Εἶναι ἡ μορφὴ τὰ Παναγίας μὲ τὰ 2000 τόσα ἐπίθετα ποὺ ὅλον αὐτὸν τὸν μήνα γιορτάζεται ἀπ’ ἄκρη σ’ ἄκρη τῆς πατρίδας μας.
Αὐτὴ εἶναι ἡ αὐγουστιάτικη ἰδιαιτερότητα, τὸ αὐγουστιάτικο χαῖρε, ποὺ σὲ λειτουργικὴ συμφωνία μὲ τὸ ἐαρινὸ τῶν χαιρετισμῶν, πλαισιώνουν μέσα στὸ φῶς καὶ τὴν ἀνοιχτοσύνη τοῦ κόσμου τὴν "πλατυτέραν τῶν οὐρανῶν". Αὐτὴν ποὺ γνώρισε "τὰ μείζω τῶν μεγαλουργημάτων", ὠθώντας μας στὸ τελικὸ στάδιο τῆς Θέωσης, Αὐτὴν ποὺ ὑπερυψωμένη στὴ σκέψη καὶ τὴ συνείδησή μας, καλύπτει τὴν καθημερινότητά μας "ὡς Σκέπη τοῦ κόσμου". Αὐτὴν ποὺ ἡ Ρωμιοσύνη τὴν ἔχει σὲ ἀδιάσπαστη ἑνότητα μαζί της. Συνευρίσκονται μέσα στὸ "κεκρυμένον μυστήριον", σὲ πεῖσμα τῆς ὀρθολογιστικῆς κουλτούρας καὶ τῆς λυσαλέας ἀντρίδρασης μεγάλης μερίδας «προοδευτικῶν διανοουμένων μας, ποὺ ἐργάζονται στὴ διαμόρφωση μίας ἄχρωμης καὶ ἄγευστης, μιᾶς ἰδιωτίζουσας κινωνίας πολιτῶν χωρὶς πνευματικὴ ἰκμάδα, χωρὶς ψυχή, χωρὶς Θεὸ καὶ χέρι – χέρι μαζί, πιασμένοι προχωροῦν.
Μέσα λοιπὸν σ’ αὐτὴν τὴν Αὐγουστιάτικη ἰδιαιτερότητα, ἡ Ἐκκλησία μᾶς ἔχει νὰ μᾶς δώσει, μία δροσερὴ νοητὴ ὄαση, μία πνευματικὴ ἀνάταση. Τὴ μεγάλη ἑορτὴ τῆς Παναγίας μας. Το δεκαπενταύγουστο, «τὸ Πάσχα τοῦ καλοκαιριοῦ».
Κορυφαία ἑορτὴ γιὰ ὁλόκληρη τὴν Ὀρθοδοξία καὶ ἰδιαίτερα γιὰ μᾶς τοῦ Ἕλληνες, ποὺ εὐλαβούμαστε τὴ Θεοτόκο κατὰ τρόπο ξεχωριστό. Εὐκαιρία ὁλόθυμης ἔκφρασης τιμῆς καὶ σεβασμοῦ στὸ ἱερό Της πρόσωπο, ἀφοῦ ἡ προσωπικὴ καὶ ἐθνική μας ζωὴ εἶναι συνυφασμένη μὲ τὴν ὑψηλὴ σκέπη καὶ προστασία τῆς Μεγάλης Μάνας, τοῦ κόσμου.
Ἡ ἱερὴ μνήμη τῆς Κοιμήσεώς της Παναγίας μᾶς εἶναι, ὅπως εἴπαμε, μία καλὴ εὐκαιρία νὰ ἐκδηλώσει ὁ εὐσεβὴς λαὸς τὴν ἀγάπη, τὸν σεβασμό, καὶ τὴν εὐγνωμοσύνη του πρὸς Αὐτήν, ἡ Ὁποία ὄντας ἄνθρωπος, ἀξιώθηκε νὰ γίνει τὸ τιμιότατο θεῖο δοχεῖο, τὸ ἱερότατο σκεῦος, ὥστε νὰ δεχτεῖ τὸν ἄπειρο Θεὸ στὸ καθαρότατο σαρκίο Της, νὰ κυοφορήσει τὸν ἄναρχο καὶ ἀναλλοίωτο Θεὸ στὴν τίμια γαστέρα Της, νὰ θρέψει τὸν ἀπόλυτα αὐτάρκη Θεὸ ἀπὸ τὰ παρθενικά Της αἵματα, νὰ κρατήσει στὰ σεπτά Της χέρια τὸν «ἀχώρητον παντί».
Τὸ ἱερὸ πρόσωπο τῆς Θεοτόκου ἀποτελεῖ, σύμφωνα μὲ τὴν ὀρθόδοξη θεολογία μας, μέρος τοῦ ἀπερινοήτου μυστηρίου τῆς Θείας Οἰκονομίας. Μετὰ τὸν Τριαδικὸ Θεὸ Αὐτὴ κατέστη τὸ κύριο πρόσωπο, τὸ ὁποῖο συνέβαλε οὐσιαστικὰ στὴν ὑλοποίηση τοῦ σχεδίου τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρωπίνου γένους. Ἐκλέχτηκε ἀπὸ τὸ Θεὸ ἀνάμεσα σὲ ἑκατομμύρια ἄλλα κορίτσια, ἀμέτρητων γενεῶν, ὡς ἡ καθαρότερη καὶ ἁγιότερη ἀνθρώπινη ὕπαρξη, προκειμένου νὰ γίνει Θεοτόκος. Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μᾶς λένε πὼς γιὰ τὴν ὑλοποίηση τοῦ σχεδίου τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, ὁ Θεὸς ἔδωσε τὸν Υἱὸ τοῦ τὸν μονογενῆ καὶ ἡ ἀνθρωπότητα ἔδωσε τὴν Παναγία. Στὸ ἱερὸ πρόσωπο Ἐκείνης ἔγινε ἡ μεγάλη συνάντηση Θεοῦ καὶ ἀνθρώπου. Μέσα στὸ παναγνὸ σῶμα Ἐκείνης ἔγινε ἡ μεγάλη καταλλαγὴ (Ἐφεσ.2:16) καὶ ἀπὸ αὐτὸ ξεκίνησε ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, ἡ ἀναδημιουργία καὶ ἡ θέωση τοῦ πεπτωκότος ἀνθρώπου.
Τὸ πρῶτο ἀνθρώπινο πλάσμα, στὸ ὁποῖο ἀποκαταστάθηκε ἡ ἀνθρώπινη φύση στὴν ἀρχαία προπτωτική της μορφὴ καὶ ὡραιότητα, ὑπῆρξε ἡ Θεοτόκος. Μὲ τὴν ἐπέλευση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος κατὰ τὸν Εὐαγγελισμὸ (Λούκ.1: 35), καθαρίστηκε ἀπὸ τὸν ρύπο τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος, τὸν ὁποῖο ἔφερε καὶ Αὐτὴ ἐκοῦσα, ὡς μέτοχός της ἀνθρώπινης φύσεως, καθιστώντας Τὴν πλέον ἄμωμη κηλίδος ὥστε, νὰ δεχτεῖ στὰ ἁγνὰ σπλάχνα Τῆς τὸ «πῦρ τῆς θεότητος » καὶ νὰ μὴν καεῖ. Ἀπὸ τότε ἔγινε ἡ «Κεχαριτωμένη», ἡ ἁγιοτέρα ὕπαρξη μετὰ τὸν Τριαδικὸ Θεό. Στὸ πρόσωπό Της ἔγινε ἡ ἀπαρχὴ τῆς λυτρώσεως τοῦ κόσμου καὶ τῆς θεώσεως τοῦ ἀνθρώπου.
Ἡ συμβολὴ τῆς Παναγίας μας κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ ἐπὶ γὴς ἀπολυτρωτικοῦ ἔργου τοῦ Χριστοῦ ὑπῆρξε τεράστιο. Βρισκόταν συνεχῶς πλάι στὸν Λυτρωτή μας, ἀπὸ τὴ Γέννηση ὡς τὸ Πάθος, τὴν Ἀνάσταση καὶ τὴν Ἀνάληψη. Δοκίμασε, ὡς μητέρα, τὶς πίκρες τῶν παθημάτων τοῦ Θείου Γιοῦ της, μὲ ἀποκορύφωμα ἐκείνη τοῦ σταυρικοῦ θανάτου Του. Ἐνοίωσε κοντὰ Τοῦ τὴν ἀγωνία Ἐκείνου γιὰ τὴν ὑλοποίηση τοῦ θείου σχεδίου τῆς σωτηρίας τοῦ κόσμου. Σύμφωνα ἐπίσης μὲ τὴν ἀρχέγονη παράδοση τῆς Ἐκκλησία μᾶς Αὐτὴ ἦταν ποὺ ἐμψύχωνε τοὺς διωκόμενους πρώτους χριστιανοὺς τῆς νεαρᾶς Ἐκκλησίας τῶν Ἱεροσολύμων.
Ὁ Αὔγουστος καὶ ἰδιαίτερα τὸ πρῶτο δεκαπενθήμερό του, εἶναι ἀφιερωμένο στὴν Παναγία μας. Οἱ Ὀρθόδοξοι πιστοί, συμμετέχουμε καθημερινὰ στὶς ἀκολουθίες τῶν ὑπέροχων Παρακλητικῶν Κανόνων, νηστεύουμε, ἐξομολογούμαστε, κοινωνοῦμε. Τρέχουμε μὲ δάκρυα στὰ μάτια νὰ ἐναποθέσουμε σὲ Αὐτὴ τὶς δυσκολίες καὶ τὰ βάσανα τῆς ζωῆς μας, Τὴν παρακαλοῦμε μὲ ζέση ψυχῆς νὰ ἐλαφρώσει τὸν βαρὺ ζυγό μας, διότι πιστεύουμε ἀκράδαντα πὼς ἡ γλυκιὰ Θεομάνα καὶ μετὰ τὴν σεπτή Της Κοίμηση συνεχίζει νὰ ἀγαπᾶ καὶ νὰ νοιάζεται γιὰ μᾶς τοὺς ἀνθρώπους. Μέσα στὴ μεγάλη καρδιὰ Τῆς ὑπάρχει χῶρος γιὰ τὸν κάθε ἄνθρωπο, ὄχι μόνο γιὰ τοὺς πιστούς, ἀλλὰ καὶ γιὰ τοὺς ἁμαρτωλοὺς καὶ ἀσεβεῖς, ἀκόμα καὶ γιὰ τοὺς ὑβριστές Της! Ἡ μακάρια θέση Τῆς κοντὰ στὸν Υἱό Της καὶ Θεὸ μᾶς Ἰησοῦ Χριστό, τῆς δίνει τὴν εὐχέρεια νὰ προσεύχεται γιὰ τὸν καθένα μας, γιὰ κάθε μᾶς πρόβλημα. Τὰ ἀποτελέσματα τῶν βοηθειῶν Τῆς εἶναι ἁπτά. Γι’ αὐτὸ ψάλλουμε στὸν περίφημο Μικρὸ Παρακλητικὸ Κανόνα πρὸς Αὐτήν: «Οὐδεὶς προστρέχων ἐπὶ σοῖ κατησχυμένος ἀπό σου ἐκπορεύεται, ἁγνὴ Παρθένε Θεοτόκε, ἀλλ’ αἰτεῖται τὴν χάριν καὶ λαμβάνει τὸ δώρημα, πρὸς τὸ συμφέρον τῆς αἰτήσεως».

π. Γεώργιος Ἀλεντᾶς

Η ΣΙΩΠΗ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ



Αδελφοί, έχουμε πέντε λέξεις
Όλες κι όλες ειπωμένες από την Παναγία καταγεγραμμένες στα Ευαγγέλια.
Όλες αυτές οι λέξεις της αναφέρονται στην εξύμνηση του μεγαλείου του Θεού.
Η Παναγία ήταν σιωπηλή μπροστά στους ανθρώπους όμως η ψυχή της συνομιλούσε αδιαλείπτως με τον Θεό.
Κάθε μέρα και κάθε ώρα έβρισκε μια νέα αιτία και αφορμή για να μεγαλύνει τον Θεό.
Ω, αν ήταν δυνατόν να γνωρίζουμε και αν μπορούσαμε να καταγράψουμε όλες τις φορές που η Παναγία μεγάλυνε τον Θεό σε όλη τη διάρκεια της ζωής της
Ω, πόσα πολλά βιβλία θα χρειαζόμασταν!
Αλλά έστω και με τη μία αυτή δοξολογία την οποία εκείνη εξέφρασε στη συγγενή της Ελισάβετ τη μητέρα του αγίου Προφήτου και Προδρόμου Ιωάννου
Κάθε χριστιανός μπορεί να εκτιμήσει πόσο ευώδες και θεάρεστο άνθος
ήταν η παναγία ψυχή της!
Αυτό δεν είναι παρά ένα ψήγμα χρυσού από την ψυχή της Θεοτόκου το οποίο έχει φθάσει σ' εμάς μέσω του Ευαγγελίου.
Υπήρξαν αναρίθμητα τέτοια ψήγματα στη διάρκεια της ζωής της υπερευλογημένης Θεοτόκου! Ακόμη και προτού ακούσει το Ευαγγέλιο από τα χείλη του Υιού της εκείνη γνώριζε πώς να μιλά με τον Θεό και να Τον δοξάζει σύμφωνα με το δίδαγμα του Ευαγγελίου. Αυτή η γνώση ήλθε σ' αυτήν από το Άγιο Πνεύμα η χάρις του οποίου εκχεόταν ακαταπαύστως εντός της σαν το καθαρό νερό μέσα σ' ένα καθαρό δοχείο.
Η ψυχή της μεγάλυνε τον Θεό με ύμνους σε όλη τη ζωή της και, συνακολούθως, ο Θεός μεγάλυνε αυτήν υπεράνω των Χερουβείμ και των Σεραφείμ.
Έτσι και στην περίπτωσή μας παρότι είμαστε μικροί και αμαρτωλοί
ο ίδιος ο Θεός θα μεγαλύνει στη Βασιλεία Του εμάς που μεγαλύνουμε τη Θεοτόκο
Εάν ασκηθούμε να γεμίζουμε τον σύντομο βίο μας με την εξύμνηση και δοξολογία του Θεού στα έργα, στα λόγια, στις σκέψεις και στις δεήσεις μας.
Ω Παναγία, Πάναγνη και Υπερευλογημένη, κάλυψέ μας κάτω απ' τις φτερούγες των πρεσβειών σου.
Σοι και τω Υιώ Σου πρέπει πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις εις τους αιώνας των αἰώνων.
Αμήν.

ΠΑΡΑΚΛΗΣΕΙΣ 15γουστου: Λυγίζοντας τά γόνατα μπρός στήν Μητέρα τῆς Ζωῆς




τοῦ Μητροπολίτου Προικοννήσου Ἰωσήφ

Τόν Δεκαπενταύγουστο ψάλλουμε Παρακλήσεις, Μικρές
 καί Μεγάλες. Ἐναλλάξ. Μία μέρα τή Μικρή, μία τή Μεγάλη. 
Δέκα, ἕνδεκα ἤ δώδεκα Παρακλήσεις ἐν συνόλῳ. Ἀνάλογα 
μέ τή θέση τῶν Σαββατοκύριακων τῆς περιόδου. Ὅσες εἶναι
 οἱ Εντολές ἤ ὅσα τά Ἑωθινά, ἤ ὅσοι οἱ Ἀπόστολοι.
Οἱ δύο Παρακλητικοί Κανόνες εἰς τήν Ὑπεραγίαν Θεοτόκον 
βρίσκονται στο βιβλίο της Παρακλητικῆς. Στό τέλος, μαζί με 
τον Κανόνα του Ακάθιστου Ύμνου, επίσης αναφερόμενο
 στην Ύπεραγία Θεοτόκο. Τελική παράκλησις του πιστού 
στην μετά Θεόν τελευταία ελπίδα του. Τελική καί
 πληθωρική παρηγοριά κι αναψυχή του.

Ὁ Αὔγουστος, τελευταίος μήνας του εκκλησιαστικού έτους,
 με διάταγμα του Αυτοκράτορος Ανδρονίκου Β' του 
Παλαιολόγου ώρίσθηκε να είναι αφιερωμένος στη μνήμη 
της Θεοτόκου από την πρώτη ήμερα του ως την 
τριακοστή πρώτη. Κι εκείνος φιλοτιμήθηκε καί φρόντισε
 να Της χαρίση την πιο όμορφη πανσέληνο του χρόνου, 
ν' ανάπαυση, στην Κοίμησί Της, τα άχραντα πόδια 
Της πάνω της, καί είδε κι έθαύμασε σαν παιδί ό πολύς 
Κόντογλου κι ονομάτισε τη Σελήνη 
Ύποπόδιον της Θεοτόκου.Στά πλαίσια αυτά 
της Αυγουστιάτικης θεομητορικής ευλάβειας, 
οί Παρακλητικοί Κανόνες της Παναγιας έχουν 
μια θέση πού ξεχωρίζει. Κανονίζουν καθημερινά
 την έκφραση της ευσέβειας μας καί την υποβολή των
 αιτημάτων μας προς τον Θεό. Καί μας καλούν παρά.
 Δηλαδή δίπλα. Έξω από το στενό χώρο όπου
 βρισκόμαστε καθημερινά καί θλιβόμαστε με 
το ένα καί το άλλο συναπάντημα της ζωής καί
 στενοχωρούμαστε με τίς βιοτικές μέριμνες καί τα 
χιλιόμορφα ανθρώπινα βάσανα. Στόν άνετο χώρο 
της Χάριτος. Εκεί πού μπορεί κανείς ν' αναπνέει άνετα
 καί ελεύθερα. Στόν πλατυσμό της Πλατυτέρας των
 Ουρανών. Στήν άνεση καί την ευρυχωρία της Χώρας 
των Ζώντων.

Ὁ πρῶτος, ὁ Μικρός Παρακλητικός Κανόνας εἶναι
 «Ποίημα Θεοστηρίκτου Μοναχοῦ
Οι δε (υποστηρίζουν) Θεοφάνους». Ό δεύτερος,
 ό Μέγας, είναι «Ποίημα του Βασιλέως Θεοδώρου
 Δούκα του Λασκάρεως», ήγουν του πολύπαθου 
τελευταίου Αύτοκράτορος της Νικαίας (1222 - 1258)
 πού καλογήρεψε προτού πεθάνει σε ηλικία 36 μόλις χρόνων,
 κι έλαβε τ' όνομα Θεοδόσιος. Καί τα τέσσερα ονόματα
 έχουν ως πρώτο συνθετικό τον Θεό Θεοστήρικτος, 
Θεοφάνης, Θεοδωρος, Θεο-δόσιος. "Αξιον καί δίκαιον, 
άφοϋ αμφότεροι οι Κανόνες είναι φανερώσεις του
 στηριγμοϋ, των δόσεων καί των δωρεών του Θεού
 προς τον αναζητητή παρακλήσεως πιστό, δια της Θεοτόκου.

Οἱ ἐπαγωγές τῶν λυπηρῶν πού χειμάζουν την ψυχή καί 
την καρδιά μας δεν πολεμούνται καί δεν 
αντιμετωπίζονται με τα λιανοντούφεκα του στοχασμού, 
οϋτε με τ' άσφαιρα πυρά της φιλοσοφίας, έστω καί 
της στωικής. Χρειάζονται κανόνια ισχυρά, ευθύβολα, 
μικρού καί μεγάλου βεληνεκούς. Τέτοια είναι οι
 δυο Παρακλητικοί Κανόνες. Ή γόμωσή τους είναι 
πόνος μεγατόνων. Είναι μοναξιά καί αδιέξοδο. 
Είναι παράπονο καί στένωση. Είναι απελπισμένη 
άναζήτηση φωτός καί κορακιασμένη δίψα για ζωή. 
Καί βάλλουν κατ' ευθείαν στο στόχο του ελέους.
 Εκεί πού υπάρχει άφθονο. Στά μητρικά αυτιά Εκείνης
 πού μας γέννησε τον  Θελητήν του Ελέους καί δύναται
 πάντα ως πανσθενούς Δεσπότου - Θεού Μήτηρ, ει
 νεύση έτι μόνον προς την  ημών οικτράν ταπείνωσιν.
 Ν' άντληση - Εκείνη άφειδώλευτα από τον γλυκερό 
ποταμό τής Ζωής με τον κάδο της παρρησίας 
Της καί να μας λούση με ζωοπάροχα θεία νάματα να 
μας ποτίση . χορταστικά, να ξεπλύνη τα μάτια μας για να 
μπορέσουμε να δούμε την έμορφιά του
 χρυσοπλοκώτατουκάλλους. Να βρούμε λιμάνι γαληνό 
κι ασφάλεια μέσα στη δωδεκάτειχη Πόλη κι ελπίδα 
σωτηρίας σιμά στο θρόνο Της τον ἡλιοστάλακτο.
 Να γίνη καί σε μας το ποθούμενο ἀκατανόητον θαῦμα.
Τήν δέησίν μου δέξαι τήν πενιχράν, «Κυρά των
 Αμπελιών», Αίγαιο-πελαγίτισσα Παναγία, Γρηγορούσα 
Άθηνιώτισσα, Παραμυθία Αγιορείτικη, Φανερωμένη 
πολλάκις στις πέτρινες ώρες των παιδιών Σου, καί
 κλαυθμόν μή παρίδῃς καί δάκρυα, καί στεναγμόν, 
ἀλλ' ἀντιλαβοϋ μου ὡς ἀγαθή καί τάς αἰτήσεις πλήρωσον.
 Αυτές, πού μέσα στην αυγουστιάτικη κάψα ή παναθλία 
καί ταπεινή μου ψυχή Σοῦ υποβάλλει, Ζωοδόχε Πηγή, 
φλογιζόμενη μέσ' στο καμίνι των συμφορῶν καί τῶν 
θλίψεων. Γιατί, αληθινά, προς τίνα καταφύγω ἄλλην 
Ἁγνή; Ποῦ προσδράμω, λοιπόν, καί σωθήσομαι; 
Ποῦ πορευθῶ; Τέτοιες ώρες, στείρες καί δάκρυνες, 
πού ἐκύκλωσαν αἱ τοῦ βίου με ζάλαι, ὥσπερ 
μέλισσαι κηρίον, Παρθένε;Ποιά πόρτα, Πορταΐτισσα, 
θα με δεχτή, αν δεν μου άνοιξης Σύ την Έκατονταπυλιανή 
αγάπη Σου; Σέ ποιόν, Γοργοεπήκοε, τον πόνο μου θα πω,
 τον πόνο πού με βρήκε ἐξ ἀμέτρητων ἀναγκῶν καί 
θλίψεων καί ἐξ ἐχθρῶν δυσμενῶν καί συμφορῶν 
βίου, για να μου δώση, Ἐλεοῦσα μου, προθυμερά
 παντελή σωτηρίαν καί πλατυσμόν;

Λυγίζουνε τα γόνατα μπρος στην εικόνα της
 Μητέρας της Ζωής, πού δέχεται χρυσοκαλόκαρδα 
τα ταπεινά αυγουστιάτικα βασιλικά της αγάπης,
καί τους εκ βάθους στεναγμούς καί τα δάκρυα της
 αποσταμένης ελπίδας μας,καί το λατρευτικό ασπασμό
 της πίστεως όσων ολόψυχα Την ομολογούμε 
Κυρίως Θεοτόκον και Τη νοιώθουμε κατάκαρδα
 Προστάτιν της ζωής καί φρουράν ἀσφαλεστάτην, 
τῶν πειρασμῶν διαλύουσαν ὄχλον καί ἐπηρείας 
δαιμόνων ἐλαύνουσαν. Καί φέγγει περισσότερο
 άπ' την αυγουστιάτικη πανσέληνο το άγιο πρόσωπο 
της Θεοτόκου, πού αναδείχθηκε διαπαντός ό γλυκασμός
 των Αγγέλων καί τῶν θλιβομένων ἡ χαρά, καθώς επείγεται 
να μεταστή προς την Ζωήν, Μήτηρ υπάρχουσα της Ζωής. 
Για να σπεύδη αδιάκοπα, γοργοφτέρουγη, χαριτόφορη, 
φωτοπλήμμυρη, ἡλιόκαλη, να παρακαλή, να στηρίζη, 
να περισκέπη, ν᾽ ἁγιάζη, να προστατεύη καί να 
λυτρώνη εκ θανάτου τις ψυχές Θεο-στηρίκτων,
Θεο-δώρων, Θεο-φάνων, Θεο-δοσίων καί γενικώς
 Θεο-πίστων καί φιλο-Θεο-μητόρων. τίς κριματισμένες
 δικές μας ψυχές... 



περιοδ. ''Πειραική Ἐκκλησία'

Τίποτε δεν είναι ικανό να νικήσει την αγάπη του Θεού. (Ερμηνεία των καταβασιών της εορτής της Κοιμήσεως της Θεοτόκου.-Β))


πηγή

(Μητροπ. Ν. Σμύρνης, Συμεών)
Ωδή ε΄
Τ θεον καρρητον κάλλος, τν ρετν Σου, Χριστέ, διηγήσομαι· ξ ιδίου γρ δόξης συναΐδιον, κανυπόστατον λάμψας παύγασμα, παρθενικς π γαστρός, τος ν σκότει κα σκι, σωματωθες νέτειλαςλιος.

(Χριστέ μου, θέλω να περιγράψω τη θεία και ανέκφραστη ομορφιά των αρετών Σου. Διότι, αφού έλαμψες από την αιώνια δόξα, τον Πατέρα, ως απαύγασμα συναΐδιο και ενυπόστατο, υστέρα, παίρνοντας σάρκα από την κοιλιά της Παρθένου, ανέτειλες σαν ήλιος
σ’ όλους εκείνους πού βρίσκονταν στο σκοτάδι της αγνωσίας και στη σκιά της αμαρτίας.)
Το θείο κάλλος του Χριστού είναι άρρητο· γλώσσα άνθρωπου αδυνατεί να το περιγράψει. Αυτό μας επισημαίνει και ο Μ. Βασίλειος διερμηνεύοντας αυθεντικά την κοινή εμπειρία της Εκκλησίας: «Άρρητοι παντελώς και ανεκδιήγητοι του θείου κάλλους αι αστραπαί· ου παρίστησι λόγος, ου δέχεται ακοή… Τούτο το κάλλος σαρκίνοις μεν οφθαλμοίς αθεώρητον, ψυχή δε μόνη και διάνοια καταληπτόν, είπου τινα περιέλαμψεν των αγίων και αφόρητον του πόθου το κέντρον αυτοίς εγκατέλιπεν…».
Αν και άρρητο, λοιπόν, το κάλλος του Θεού, ο ι. Κο­σμάς επιθυμεί να το «διηγηθεί». Ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης συμβιβάζοντας την υπάρχουσα αντίθεση, τοποθετεί στο στόμα του ποιητού τα εξής: «θέλω διηγηθεί τούτο εγώ, όχι καθώς είναι – αδύνατον γαρ -, αλλά καθ’ όσον δύναμαι και καθώς η εμή γλώσσα έχει ισχύν».
Ο υμνογράφος ομιλεί συγκεκριμένα για το «κάλλος των αρετών» του Χριστού. Προφανώς εμπνέεται από ανάλογο λόγο του προφήτου Αββακούμ: «Εκάλυψεν ουρανούς η αρετή αυτού» (3, 3). Ποιές άραγε είναι οι «αρετές» του Χριστού; Είναι οι θείες ενέργειες ή, αλλιώτικα, τα «προσόντα» και οι ιδιότητες του Θεού, όπως η αγαθότητα, η δικαιοσύνη, η πανσοφία κ.ά., τα οποία ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός ονομάζει «τα περί την φύσιν» του Θεού. Στις θείες ενέργειες αναφερόμενος και ο Μ. Βασίλειος παρατηρεί ότι είναι «άρρητοι μεν διά το μέγεθος, ανεξαρίθμητοι δε διά το πλήθος».
Μεταξύ των κατ’ εξοχήν αρετών του Χριστού ο ποιητής στη συνέχεια του ειρμού περιλαμβάνει και τα δύο κορυφαία μυστήρια: την προαιώνια γέννησή Του από τον Θεό Πατέρα και τη θεία ενανθρώπησή Του. Ο Κύριος μας είναι το «απαύγασμα της δόξης» του Πατρός (Εβρ. 1, 3) και γεννήθηκε «εκ του Πατρός προ πάντων των αιώνων», όπως ομολογούμε στο Σύμβολο της Πίστεως. Την προαιώνια γέννηση του Χριστού ο ι. Κοσμάς χαρακτηρίζει ως έκλαμψη: ο Χριστός έλαμψε ως απαύγασμα «συναΐδιον και ενυπόστατον» «εξ αϊδίου δόξης». «Αΐδιος δόξα» είναι ο Θεός Πατέρας. Και ο Υιός είναι το συναϊδιο και ενυπόστατο απαύγασμα του Πατρός, που σημαίνει άχρονος και αιώνιος όπως ο Πατέρας και ότι είναι ζων και έχει τέλεια υπόσταση, καθώς έχει και ο Πατέρας και το Άγιο Πνεύμα. Με αύτη την έννοια ονομάζουμε τον Θεό τρισυπόστατο ή ότι προσκυνούμε «ένα Θεόν εν τρισίν υποστάσεσιν».
Ο Κύριος, μονογενής Υιός και Λόγος του Θεού Πατρός, «ότε ήλθε το πλήρωμα του χρόνου» (Γαλ. 4, 4) ενανθρώπησε· «εσωματώθη από παρθενικής γαστρός» κατά τον ποιητή, δηλαδή προσέλαβε ανθρώπινη φύση μέσα στην άχραντη κοιλιά της Παρθένου Μαρίας. Έτσι ανέτειλε σαν ήλιος -«ήλιος της δικαιοσύνης» (Μαλ. 4, 2) «τοις εν σκότει και σκιά»· ο Χριστός δηλαδή με την ένσαρκη παρουσία Του στον κόσμο και το κήρυγμα του Ευαγγελίου Του φώτισε τους ανθρώπους που ζούσαν στα σκοτάδια της ειδωλολατρίας και τη σκιά της ασέβειας και της αμαρτίας. Με την ενσάρκωση του Θεού Λόγου πραγματοποιήθηκε αυτό που λέει ο προφήτης Ησαΐας στην πέμπτη βιβλική ωδή, από την οποία εμπνέεται εδώ και ο λόγος του ι. Κοσμά: «Ο λαός ο πορευόμενος εν σκότει ίδετε φώς μέγα· οι κατοικούντες εν χώρα και σκιά θανάτου, φως λάμψει εφ’ υμάς» (Ησ. 9, 2).
Ωδή ς’.
λιον ποντογενές, κητον ντόσθιον πρ, τς τριημέρου ταφς Σου τ προεικόνισμα, οωνς, ποφήτηςναδέδεικται· σεσωσμένος γρ ς κα προπέπωτο, σινς βόα· Θύσω Σοι μετ φωνς, ανέσεως Κύριε.
(Το θαλασσινό και εσωτερικό εκείνο πυρ του κήτους που είχε γεννηθεί στο πέλαγος ήταν ένας τύπος που προεικόνιζε την τριήμερη ταφή Σου, τύπος του οποίου προφήτης ανεδείχθη ο Ιωνάς. Διότι με το να διασωθεί αβλαβής, όπως ήταν και προτού τον καταπιεί το κήτος, φώναζε: Θα Σου προσφέρω. Κύριε, θυσίες μαζί με ύμνους ευχαριστίας.)
Η περιπέτεια του προφήτου Ιωνά και η θαυμαστή διάσωσή του αποτελεί τύπον που προεικόνιζε την τριήμερη ταφή και την ένδοξη Ανάσταση του Κυρίου μας, όπως ο ίδιος υπαινίχθηκε; «Ώσπερ γαρ εγένετο Ιωνάς ο προφήτης εν τη κοιλία του κήτους τρεις ημέρας και τρεις νύκτας, ούτως έσται και ο υιός του άνθρωπου εν τη καρδία της γης τρεις ημέρας και τρεις νύκτας» (Ματθ. 12, 40).
Ο ποιητής αναφέρεται εδώ στην ιστορία του Ιωνά όχι μόνο επειδή ο παρών ειρμός ανήκει στην ς΄ ωδή, την αντίστοιχη δηλαδή της έκτης βιβλικής ωδής του Ιωνά, αλλά για να την συνδυάσει και με το πρόσωπο της Θεοτόκου και το εορταζόμενο γεγονός της ένδοξης μεταστάσεώς της. Διότι όπως ο Ιωνάς παρέμεινε τρεις ήμερες στην κοιλιά του κήτους και ο Κύριος τις ίδιες ημέρες στον τάφο, έτσι και η Παναγία μας παρέμεινε τρεις ημέρες στο μνήμα, οπού την είχαν ενταφιάσει. Και καθώς ο Χριστός αναστήθηκε τριήμερος, και η Παρθένος Μαρία μετά από τρεις ημέρες μετέστη στους ουρανούς.
Ο Ιωνάς δεν έπαθε τίποτε, καμία βλάβη κατά την παραμονή του στην κοιλιά του κήτους. Αλλά και το σώμα της Θεοτόκου δεν έπαθε καμία βλάβη και διαφθορά κατά την παραμονή του στον τάφο. «Έδει της εν τω τίκτειν», εξηγεί ο ι. Δαμασκηνός, «φυλαξάσης την παρθενίαν αλώβητον, αδιάφθορον τηρηθήναι το σώμα και μετά θάνα­τον».
Και στο Α’ εγκώμιό του στην Κοίμηση ο ίδιος Πατέρας διδάσκει: «Αλλά και φυσικώς η πανίερος και μακάριά σου ψυχή του πανολβίου και ακήρατου σου χωρίζεται σώματος και το σώμα τη νομίμω ταφή παραδίδοται, όμως ουκ εναπομένει εν τω θανάτω ουδ’ υπό της φθοράς δια­λύεται. Ης γαρ τικτούσης αλώβητος η παρθενία μεμένηκε, ταύτης μεθισταμένης αδιάλυτον το σώμα πεφύλακται».
Ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, ερμηνεύοντας το 2ο  τροπάριο της α’ ωδής του πρώτου κανόνος στην Κοίμηση, προσκομίζει ένα πλήθος πατερικών μαρτυριών, οι οποίες τονίζουν ότι η Θεοτόκος αναστήθηκε. Παράλληλα εξηγεί γιατί η Εκκλησία, προκειμένου για το πρόσωπο της Παναγίας, προτιμά να ομιλεί για μετάσταση και όχι για ανάσταση .
Το «άλιον ποντογενές κητώον εντόσθιον πυρ» (η διατύπωση συνιστά μιαν εκτεταμένη περίφραση) είναι το κήτος που κατάπιε τον Ιωνά και το οποίο αποτελεί έναν από τους κορυφαίους τύπους της Παλαιάς Διαθήκης, με τον οποίο προεικονιζόταν η τριήμερη ταφή και η εκ νεκρών Ανάσταση του Χριστού. Ο Ιωνάς με τα όσα υπέστη και με το θαυμαστό τρόπο με τον οποίο διασώθηκε ανεδείχθη «υποφήτης», δηλαδή προφήτης· αυτός που εξήγγειλε μέσω του εαυτού του αυτόν τον τύπο.
Ο Ιωνάς όντας στην κοιλιά του κήτους προσευχήθηκε και είπε: «Εγώ δε μετά φωνής αινέσεως και εξομολογήσεως θύσω σοι, όσα ηυξάμην αποδώσω σοι εις σωτηρίαν μου τω Κυρίω» (2, 10). Σύμφωνα με τον ειρμό, ο Ιωνάς φαίνεται να δίνει την υπόσχεση «θύσω σοι..» «σεσωσμένος και ασινής», δηλαδή μετά την έξοδό του από την κοιλιά του κήτους στην ξηρά.
Στην εποχή της Παλαιάς Διαθήκης, επισημαίνει ο
άγιος Νικόδημος, είχαμε ζωοθυσίες. Οι θυσίες αυτές τώρα
έπαυσαν. ‘Αντί γι’ αυτές οι χριστιανοί προσφέρουμε
στον Θεό άλλες θυσίες: «θυσίαν δικαιοσύνης» (Ψαλμ. 50,
21). «θυσίαν αινέσεως» (Ψαλμ. 49,23)      το «συντετριμμένο πνεύμα» (Ψαλμ. 50, 19) και προπάντων, όπως διδάσκει ο απόστολος Παύλος, τα σώματά μας, νεκρωμένα από κάθε εμπαθή επιθυμία: «Παρακαλώ υμάς, αδελφοί, διά των οικτιρμών του Θεού, παραστήσαι τα σώματα υμών θυσίαν ζώσαν, αγίαν, ευάρεστον τω Θεώ, την λογικήν λατρείαν υμών» (Ρωμ. 12, 1).
Ωδή ζ’.
Ἰταμῷ θυμῷ τε καὶ πυρί, θεῖος ἔρως ἀντιταττόμενος, τὸ μὲν πῦρ ἐδρόσιζε, τῷ θυμῷ δὲ ἐγέλα, θεοπνεύστῳ λογικῇ, τῇ τῶν ὁσίων τριφθόγγῳ λύρᾳ ἀντιφθεγγόμενος, μουσικοῖς ὀργάνοις, ἐν μέσῳ φλογός· Ὁ δεδοξασμένος, τῶν πατέρων καὶ ἡμῶν, Θεὸς εὐλογητὸς εἶ.
(Ο θείος έρωτας που εναντιωνόταν στο θρασύ θυμό και στη φωτιά, από τη μια δρόσιζε το πυρ κι από την άλλη περιγελούσε το θυμό. Και με τη θεόπνευστη και λογική τρίφθογγη λύρα των ευσεβών νέων αντέκρουε μες στο καμίνι τα μουσικά όργανα και έλεγε: Ο δοξασμένος Θεός των πατέρων και δικός μας είσαι ευλογημένος!)
Ό,τι πιο δυνατό, ο,τι πιο ακατανίκητο είναι ο έρωτας του Θεού. Ο απόστολος Παύλος διδάσκει πως τίποτε δεν είναι ικανό να νικήσει την αγάπη του Θεού (Ρωμ. 8, 35­-39). Και ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος γράφει στους Ύμνους του ότι αυτός που αγάπησε πραγματικά τον Θεό γίνεται «ωραίων ωραιότερος», «πλουσίων πλουσιώτερος» και «δυνατών απάντων δυνατώτερος και βασιλέων μεί­ζων». Στη δύναμη του θείου έρωτα που κατέφλεγε τις καρδιές των τριών ευσεβών Ισραηλιτών νέων αναφέρεται και ο ι. μελωδός στον παρόντα ειρμό.
Ο θείος έρωτας των τριών Παίδων υπερνίκησε τρία πράγματα: Πρώτον, τον ορμητικό και αναίσχυντο θυμό του Ναβουχοδονόσορος: «Τότε Ναβουχοδονόσορ επλήσθη θυμού, και η όψις του προσώπου αυτού ηλλοιώθη επί Σεδράχ, Μισάχ και Αβδεναγώ» (Δαν. 3, 19). Δεύτερον, το πυρ της καμίνου που «εξεκαύθη εκ περισσού» και στην οποία έριξαν τους τρεις Παίδες. Και τρίτον, τα μουσικά όργανα, με τον ήχο των οποίων παρακινούσαν οι κήρυκες του Ναβουχοδονόσορος τους λαούς να προσκυνήσουν τη χρυσή εικόνα του.
Έτσι η δύναμη της αγάπης του Θεού επέτυχε να δροσίσει τη φωτιά του αναμμένου καμινιού, περιγελούσε το θράσος του βασιλικού θυμού και με την υμνωδία που ενέπνεε στις καρδιές και τα χείλη των τριών Παίδων αντέκρουσε τους ήχους των βασιλικών μουσικών οργάνων. Οι τρεις Παίδες δεν κρατούσαν μες στο καμίνι κάποιο μουσικό όργανο. Γι’ αυτό ως «λύραν θεόπνευστον, λογικήν και τρίφθογγον» θα πρέπει να εννοήσουμε την υμνωδία που τους ενέπνεε ο Θεός, η οποία ήταν «λογική» αφού αναφερόταν στον ζώντα και αληθινό Θεό και όχι σε άνθρωπο (όπως ο Ναβουχοδονόσορ που αξίωνε λατρευτική προσκύνηση για την εικόνα του) και ακόμη τρίχορδη γιατί προερχόταν εκ συμφώνου και από τους τρεις.
Η ακροτελεύτια φράση «ο δεδοξασμένος…» αποτελεί παραλλαγή της αρχής της εβδόμης βιβλικής ωδής, που είναι η προσευχή των τριών ηρωικών νέων.
(Μητροπ. Νέας Σμύρνης Συμεών, «Οι Καταβασίες των Δεσποτικών και Θεομητορικών εορτών», εκδ. Τέρτιος, 102-110)

ΕΠΙ ΤΟΝ ΙΟΡΔΑΝΗΝ ΔΡΑΜΩΜΕΝ!

  « Τήν Βηθλεέμ ἀφέμενοι, τό καινότατον θαῦμα, πρός Ἰορδάνην δράμωμεν, ἐκ ψυχῆς θερμοτάτης, κἀκεῖσε κατοπτεύσωμεν τό φρικτόν Μυστήριον· θεοπ...