Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Παρασκευή, Νοεμβρίου 09, 2012

Ο Άγιος Νεκτάριος και το βίωμα της Ορθοδοξίας π.Σαράντης Σαράντος,


Πραγματικά ο Άγιος Νεκτάριος εβίωσε σε όλα και με όλα τα μέρη της υπάρξεώς του την Ορθοδοξία μας, την οποία και ερμήνευσε και εξέφρασε προσωπικά και δυναμικά στο καθολικό πλήρωμα των Ορθοδόξων αδελφών και γενικότερα στην Οικουμένη.
Είναι τόσο πλούσια η προσωπικότητά του, τόσο βαθειά, τόσο μεγαλειώδης, συνδυασμένη με θεϊκή πραγματικά απλότητα, που θα  πρεπε ο φτωχός δικός μας ανθρώπινος λόγος να αργήσει. Και μάλιστα λόγος που προέρχεται από χείλη αδέξια, ισχνόφωνα και κακόηχα σαν τα δικά μου. Συγχωρήστε μου λοιπόν την θρασύτητα και επιτρέψτε μου να χρησιμοποιήσω τον συμβατικό λόγο για ωφέλεια όλων μας και για την κατά δύναμιν τιμή προς τον Άγιο του αιώνα μας.
Θεμέλιο σ᾽ αυτήν την προσλαλιά ας είναι το παρακάτω υπαρκτό περιστατικό από τη ζωή του Αγίου.
Μετά από κάποιες περιπέτειες που μεθόδευσε στη ζωή του ο μισόκαλλος, βρίσκεται ο Άγιος, σαν ιεροκήρυκας Χαλκίδος, επίσκοπος όντας, στο μικρό νησί της Σκιάθου, για να λειτουργήσει και να κηρύξει. Φιλοξενείται από βραδύς σ  ἕνα απλό δωματιάκι του νησιού. Περνάνε οι ώρες της νύχτας και το φως του δωματίου του δεν σβήνει. Κάποιοι περίεργοι βρίσκουν τον τρόπο να κρυφοκοιτάξουν. Βλέπουν τον Άγιο Επίσκοπο να κάνει εδαφιαίες μετάνοιες και κάτι να ψελλίζει. Το φως έσβησε, όταν ξεκίνησε για την πρωϊνή ακολουθία και την Θεία Λειτουργία.
Το γεγονός αυτό αδελφοί, λέει πάρα πολλά. Βάση στη ζωή του ο Άγιος από τα νεανικά του χρόνια είχε αυτό που όλοι οι πατέρες και άγιοι είχαν, τη νηπτική εργασία, την προσεκτική φροντίδα του εσωτερικού κόσμου του ανθρώπου, της αθανάτου και θεοεικέλου ψυχής. Μολονότι επίσκοπος, πεπειραμένος στα πνευματικά, κάποιας ηλικίας, όμως δεν αντικαθιστά με τίποτα την αγαπημένη του πνευματική εργασία για την προσωπική του ένωση με τον εν Τριάδι Θεό. Δόξα τω εν Τριάδι Θεώ για τέτοιους ανθρώπους που αναδεικνύει σε όλες τις εποχές και τους έχει μαζί ίσως και με άλλους αφανεστέρους, δείγματα της Ορθοδόξου πνευματικότητος, που αληθινά όζει (μυρίζει) αγάπη Χριστού.
Ο Άγιος Νεκτάριος γεννήθηκε την 1η Οκτωβρίου του 1846 στη Συληβρία της Θράκης. Σαν παιδί και σα νέος ήταν πολύ φιλομαθής και ιδιαίτερα όπως οι Τρεις Ιεράρχες, αγάπησε την αρχαία ελληνική γλώσσα και τα Πατερικά κείμενα. Το βιβλίο που ο ίδιος εξέδωσε «Λογίων θησαύρισμα» είναι ακριβές απόσταγμα των Πατερικών Μελετών στις οποίες από μικρός αφιερωνόταν. Απ  αὐτὸ το ανθολόγιο των πολυτίμων μελετών του φαίνεται η νηπτική εργασία και η δυνατή έφεση που είχε στα βάθη του για τον Θεό και η δίψα του για την τελειότητα της εν Χριστώ ζωής.
Από πολύ νωρίς συγκεκριμενοποίησε τον ουράνιο πόθο του και τον ταύτισε με τη μοναχική ζωή. Το 1876 εκάρη μοναχός στη Νέα Μονή της Χίου με το όνομα Λάζαρος από Αναστάσιος Κεφαλάς. Από τα στοιχεία της Ιεράς Μονής φαίνεται καθαρά ότι έμεινε τρία χρόνια πραγματικά, ασκούμενος στη μοναχική και μοναδική, όπως αναφέρεται από τους Αγίους Πατέρες μας, πολιτεία. Η άσκηση του παρθενικού βίου τον έκανε προσηνή επειδή συνδύασε την τραχύτητα της ασκήσεως με την άκρα ταπείνωση. Γι  αὐτὸ έγινε αγαπητός από τη λοιπή μοναστική αδελφότητα, προτάθηκε για χειροτονία και προχειρίσθηκε διάκονος το 1877 σε ηλικία ώριμη και σύμφωνη με τους Θεοπνεύστους ιερούς κανόνες,τριάντα ενός δηλαδή ετών, με το όνομα Νεκτάριος. Με άδεια και ευλογία της Ιεράς Μονής της μετανοίας του συμπληρώνει τις γυμνασιακές του σπουδές στην Αθήνα, κατόπιν στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, κοντά στον Πατριάρχη Αλεξανδρείας Σωφρόνιο και πάλι στην Αθήνα, όπου μετά από ευδόκιμες θεολογικές σπουδές το 1885 εκατατάχθηκε στους πτυχιούχους της Θεολογικής Σχολής της οποίας υπήρξε και υπότροφος. Το επόμενο έτος 1886 χειροτονείται πρεσβύτερος και Αρχιμανδρίτης στην Αλεξάνδρεια από τον ίδιο Πατριάρχη Σωφρόνιο, κοντά στον οποίο υπηρέτησε σαν ιεροκήρυκας και γραμματέας του Πατριαρχείου και Πατριαρχικός επίτροπος στο Κάϊρο. Ένα χρόνο αργότερα το 1889 χειροτονείται Μητροπολίτης της πάλαι ποτέ διαλαμψάσης Μητροπόλεως Πενταπόλεως από τον ίδιο Πατριάρχη Σωφρόνιο.
Αυτή την επέτειο των εκατό χρόνων από της χειροτονίας του σε επίσκοπο τιμάμε και γιορτάζουμε σήμερα.
Γιατί ιδιαίτερα αυτήν την επέτειο εξαίρουμε;
Γιατί και ο αγ. Ιγνάτιος ο Θεοφόρος και ο μεγάλος Θεολόγος Νικόλαος Καβάσιλας υποστηρίζουν ότι ο επίσκοπος είναι ζωντανή εικόνα του Σωτήρος Χριστού και ζωντανός φορέας όλης της Χριστιανικής Παραδόσεως.Ίσως σε μερικές περιπτώσεις αμφιβάλλουμε για τα υποστηριζόμενα από τους αγίους, γιατί δεν βλέπουμε πάντοτε σαρκωμένες αυτές τις αρετές στα Επισκοπικά πρόσωπα. Στην περίπτωση όμως του Αγίου Νεκταρίου ταυτίσθηκε η αληθινή χριστιανική ζωή και το ποιμαντικό αρχέτυπο με το πρόσωπό του. Οι λειτουργίες του, τα κηρύγματά του, η φροντίδα του για την ευπρέπεια και διακόσμηση των Ιερών Ναών, το προσωπικό, ποιμαντικό και ανθρωπιστικό ενδιαφέρον, η συμπάθεια στους καχεκτικούς στην πίστη και στην ηθική, οι διοικητικές του ικανότητες και ιδιαίτατα ο άμεμπτος βίος κατάφερναν να συγκρατούν το θεσμό της Εκκλησίας και τα λογικά πρόβατα στη μάνδρα του Χριστού. Η ποιότητα της Χριστιανικής ψυχής του και η Χριστιανική διαύγεια των φρονημάτων του φαίνεται ολοκάθαρα στους άδικους διωγμούς του. «Ει εμέ εδίωξαν και υμάς διώξουσιν» δεν είπε ο Κύριος; Αφανείς αντίχριστες δυνάμεις κατάφεραν να μεθοδεύσουν έτσι κάποιες συκοφαντίες, ώστε να απολυθεί από τις Εκκλησιαστικές αρχές της Αλεξανδρείας και να παυθεί από τη θέση του. Καμιά σαφής κατηγορία αλλά και καμιά ακύρωση των συκοφαντιών. Σαν ελεύθερος άνθρωπος και αθώος διαμαρτύρεται για την αδικία αλλά και οι επιστολές –διαμαρτυρίες προς τον Πατριάρχη Αλεξανδρείας Σωφρόνιο, λίγο αργότερα προς τον Πατριάρχη Αλεξανδρείας Φώτιο και προς τον Πατριάρχη Ιωακείμ τον Γ´ είναι γεμάτες εκκλησιαστικό ήθος που σπάνια συναντάμε.
Άνθρωπος ψημένος στη μοναχική άσκηση και στους κανόνες ταπεινοφροσύνης, δεν μπορούσε παρά αυτό το ήθος να αποκτήσει των Μεγάλων Πατέρων, που είτε τους έβριζαν είτε τους εγκωμίαζαν, το ίδιο αισθάνονταν και ανεξίκακα αντιδρούσαν.
Ουδείς αδοκίμαστος ευδόκιμος.
Αξίζει κανείς να διαβάσει και μόνο αυτές τις επιστολές για να προσεγγίσει αυτόν τον πολύτιμο αδάμαντα της Ορθοδοξίας. Μικρές επιστολές γραμμένες με σαφήνεια, γλωσσική αρτιότητα, τέλεια νοήματα, λέξεις ιεροπρεπείς και κατάμεστες από σεβασμό στο πρόσωπο που απευθύνεται και το οποίο τον αδίκησε. Δεν βρίσκεις ίχνος δηκτικότητας να υπολανθάνει. Κρατά τον πόνο του σε καθαρά πνευματικό επίπεδο. Αυτές οι επιστολές αποπνέουν το άρωμα της απαθούς και χαριτωμένης ψυχής του, που προετοιμάζεται έκδηλα από τον Εσταυρωμένο Κύριο για τη μέλλουσα τιμή και παγκόσμια δόξα που του χάρισε. Η ποιότητα της ψυχικής καλλιεργείας του επιβεβαιώνεται και από το ποιμαντικό έργο του στις ψυχές των ανθρώπων και την ανάλογη ποιμαντική εν Χριστώ αγωγή, που τους προσέφερε.
Πάνω από εννιακόσιοι πιστοί της Ορθοδόξου Εκκλησίας του Καΐρου συνέταξαν μία διαμαρτυρία και συνάμα αποχαιρετιστήριο γράμμα προς τον Άγιο Πενταπόλεως που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Μεταρρύθμισις» της Αλεξάνδρειας. Μέσα σ  αὐτὸ το γράμμα φαίνεται για άλλη μια φορά από άλλη σκοπιά, από τη σκοπιά των λαϊκών, ο πραότατος και ειρηνικός χαρακτήρας του Αγίου. Στο δημοσίευμα αυτό δεν υποφώσκει ίχνος εμπαθείας η φανατισμού κατά των αδικησάντων εκκλησιαστικών ανδρών τον Άγιο Πενταπόλεως.
Πόσο ταπεινά και χριστοκεντρικά θα είχε εργασθεί ο Άγιος στην Άμπελο του Κυρίου, ώστε να μεταφυτεύει και στους άλλους τον αληθινό τρόπο Χριστιανικής ζωής, της Θεανθρώπινης ζωής που ο ίδιος βίωνε.
Από την επιστολή αυτή των λαϊκών του Καίρου φαίνεται η μεγάλη εν Χριστώ αγάπη που του είχαν, φαίνεται διάφανα η εν Χριστώ ηγετική φυσιογνωμία του Αγίου, αλλά τελικά η υπακοή (αυτό είναι το γνήσιο εκκλησιαστικό χριστιανικό φρόνημα) και του Αγίου και των πνευματικών του τέκνων στις αποφάσεις της Μητέρας Εκκλησίας. Ήταν βαθύς και όχι επιπόλαιος και υποπτευόταν ότι πίσω από την ανθρώπινη αδικία κρύβονται μεγαλεπίβολα, μα ανεξιχνίαστα θεϊκά σχέδια. Και κατάφερε αυτήν του τη νοοτροπία να μεταβιβάσει ζωντανά στο λαό του Καΐρου, πράγμα που διακρίνεται με ενάργεια προς το τέλος της επιστολής–διαμαρτυρίας.
Ίσως οι βουλές του Θεού έχουν διαφορετικές προοπτικές.
Επιτρέψτε μου να επιμείνω λίγο ακόμη σ  αὐτὴν την κρίσιμη καμπή της ζωής του. Αν ο Άγιος έπαιρνε κάποια άλλη διαφορετική στάση, καταλάβαινε με τον σώφρονα λογισμό που του είχε χαρίσει η Ορθόδοξη μοναχική νηπτική άσκηση, καταλάβαινε ότι κατάστρεφε ο,τι ωραιότερο, ο,τι πιο θεανθρώπινο είχε μεταγγίσει στις ψυχές των πνευματικών του τέκνων.
Σαν αληθινός Λειτουργός του Υψίστου προτιμά να αδικείται παρά να καταστρέψει στα μάτια και στις ψυχές των πιστών την εικόνα της Αρχιερωσύνης, χτυπώντας τους άλλους αρχιερείς που τον αδίκησαν.
Παρακαλώ πολύ όλους μας να εγκύψουμε με πολλή ευλάβεια σ  αὐτὴν την πτυχή της ζωής του Αγίου Πενταπόλεως και στην θεανδρική στάση του γιατί καθένας μας έχει η ενδέχεται να έχει πικρίες συκοφαντικές στο μετερίζι από το οποίο μάχεται.
Στη συνέχεια για ένα έτος ταλαιπωρήθηκε «φυτοζωών», λέει ο βιογράφος του άγιος πρ. Παραμυθίας Τίτος Ματθαιάκης, ζητώντας στην Αθήνα εργασία και μη βρίσκοντας. Επί τέλους στις 15 Φεβρουαρίου 1891 διορίσθηκε ιεροκήρυκας του Νομού Ευβοίας, σπάνιο φαινόμενο στα χρονικά της Εκκλησίας, δηλαδή Επίσκοπος να διορίζεται απλός ιεροκήρυκας. Όμως δέχθηκε και εργάσθηκε διόμιση χρόνια ακάματα πνευματικά, αγάπησε το λαό του Θεού και αγαπήθηκε. Πάλι δυσκολίες και μετάθεση στο Νομό Φθιώτιδος και Φωκίδος. Αξίζει και πάλι να τονισθεί η κρυστάλλινη ποιότητα του ποιμαντικού του λειτουργήματος που εκφράζει το αποχαιρετιστήριο γράμμα του Δημάρχου Κυμαίων Καρυστίας προς τον Άγιο.
Ο Κύριος όμως αφού τον προετοίμασε με την θλίψη και τον διωγμό, αφού του έκλεισε τις άλλες πόρτες, του άνοιξε την υψηλή και μεγάλη προοπτική του Διευθυντή της Ριζαρείου Εκκλησιαστικής Σχολής. Με Βασιλικό Διάταγμα διορίσθηκε την 1η Μαρτίου του 1894 και έμεινε σ  αὐτὴν την περίοπτη θέση μέχρι το 1908, από την οποία παραιτήθηκε, όπως ο ίδιος γράφει στην αίτησή του προς το Δ.Σ. για λόγους υγείας.
Δεκατέσσερα ολόκληρα χρόνια εργάσθηκε συστηματικά ο Άγιος στο θερμοκήπιο των Ιερατικών κλήσεων. Ο,τι ιερότερο, ο,τι θεανθρωπινότερο, ο,τι χριστοευγενέστερο, ο,τι ουράνιο είχε κατακτήσει με την άσκησή του και με τη χάρη του Θεού, με πολύ ζήλο το αποτύπωσε στις ψυχές των Ιεροσπουδαστών του. Πίστευε ότι το νεοσύστατο μετά τον τουρκικό ζυγό έθνος θα μπορέσει να ορθοποδήσει και πνευματικά να μεγαλουργήσει, αν οι ποιμένες αυτού του τόπου τραφούν με τον επιούσιο Άρτο της Ορθοδόξου Θεολογίας και ποτισθούν με τα αστείρευτα νάματα της Ορθοδόξου Ευσεβείας. Πετύχαινε πραγματικά να μεταλαμπαδεύσει στις ψυχές των Ιεροσπουδαστών όλη την χριστοφλόγα της ψυχής του, με τον πιο εκλεκτό τρόπο, την εν Χριστώ αγάπη, που είναι το πιο δυνατό φίλτρο. Αυτό μπορεί να συγκινήσει το νέο και να βάλει σε συναγερμό και κινητοποίηση όλα τα ψυχοδυναμικά του για εγκόσμια και υπερκόσμια δημιουργία.
Ο πρωτοπρεσβύτερος παπα-Νικόλας Μυλωνάς και ο Οικονόμος Θεμιστοκλής Παπακωνσταντίνου που τον είχαν δάσκαλο επαληθεύουν την άριστα παιδαγωγική συμπεριφορά του προς τα νεαρά βλαστάρια. Ποτέ δεν είχαμε δει το ειρηνικό και χαρίεν πρόσωπό του να αλλοιώνεται από τις νεανικές αταξίες.
Είχε μία απεριόριστη εσωτερική ανεκτικότητα και μεγαλοψυχιά λέγουν, με την οποία κατόρθωσε να διορθώσει τις ανωριμότητες των νέων χωρίς να τραυματίσει το ψυχολογικό πεδίο. Και κάποιος άλλος μαθητής του έλεγε με θαυμασμό για τον Άγιο, ότι ανεχόταν ακόμη και να κοροϊδεύεται μερικες φορές και μολονότι διαισθανόταν πως του λένε ψέμματα δεν επενέβαινε βίαια, αυταρχικά, πιεστικά, για να διορθώσει τον αμαρτάνοντα. Αυτή η αγάπη και η εκτίμηση προς τα ανώριμα ακόμα παιδιά, τα έφερνε λίγο αργότερα σε αυτοσυναίσθηση του σφάλματος, σε μετάνοια και οριστική και ειλικρινή διόρθωση. Ήδη από τον καιρό της τριετούς μοναστικής ασκήσεώς του στην Ιερά Μονή της χώρας της Χίου, αλλά και από την περισσή εμπειρία του από την διακονία του στο λεπτό και ευαίσθητο έργο του πνευματικού είχε διαπιστώσει πόσο εύθραυστος είναι ο ψυχολογικός παράγοντας σε κάθε άνθρωπο και πόσο αποφασιστικό ρόλο παίζει στην ολοκλήρωση της προσωπικότητας και στον αγιασμό της. Είχε κατέβει, όπως λέει ο Άγιος Ιωάννης ο Σιναΐτης, ο συγγραφέας της Κλίμακος, είχε κατέβει στα βάθη της ψυχής, γνώριζε πολύ καλά τις αντιδράσεις της και ιδιαίτερα την καταστροφή που προξενούν τα πάθη και οι κακίες των μεγαλυτέρων στην ανέλιξη και ανάπτυξη των νεωτέρων.Και ήθελε αυτός ο μακάριος άνδρας, να μην πληγώσει, να μην τσαλαπατήσει, να μην σταυρώσει με τιμωρίες τα παιδιά του αλλά να τα ανυψώσει, να τα αναπτερώσει, να τα εμψυχώσει με τη μέθη της δικής του εν Χριστώ αγάπης. Είχε βιώσει βέβαια αυτό που λέγει ο πρύτανις των ασκητών πατέρων άγιος Ισαάκ ο Σύρος, ότι η αγάπη είναι μέθη ψυχής και έχει την δύναμη να μεθύσει και τους γύρω.
Κάποιος άλλος μαθητής του, ο Ν. Λούβαρης, θυμάται ότι προτιμούσε ο ίδιος να υποβάλλεται σε ασκήσεις, για παράδειγμα σε νηστεία, για να μην τιμωρήσει το ανώριμο εύθραυστο βλαστάρι, τον ιερό σπουδαστή του, όταν η διάκριση, που άφθονη είχε, τον πληροφορούσε, ότι η τιμωρία θα δημιουργήσει απωθημένη εμπάθεια η ψυχολογικά τραύματα. Και δεν πρέπει ένας ποιμένας, ένας ταγός να κατατρύχεται από ψυχολογικά προβλήματα, που μπερδεύουν τους γύρω του, και εξουθενώνουν τις ψυχές και δεν τις οδηγούν στην ελευθερία «η Χριστός ημάς ηλευθέρωσε». Ανελάμβανε ο άγιος του Θεού, ο θεόπνευστος αυτός παιδαγωγός πάνω του το βάρος της αμαρτίας των παιδών του, για να ανοίγει μπροστά τους ο δρόμος της προκοπής και της δημιουργίας και όχι της μιζέριας και της μικροψυχίας.
Πιθανώς να υπήρξαν και περιπτώσεις που ο άγιος να μεταχειρίσθηκε και την παιδαγωγική μέθοδο της αυστηρότητας, όταν οι περιστάσεις το απαιτούσαν. Κυριαρχούσε πάνω από όλα η Ποιμαντική της αγάπης, της καλωσύνης και της πατρικής επισκοπής, θα λέγαμε γενναιοψυχίας.
Ο Ι. Φ. Κωνστανταράκης, μαθητής του αγίου Νεκταρίου, αναφέρει ότι οι ιεροσπουδαστές είχαν νύχτα και μέρα ενώπιόν τους ένα αρχέτυπο τελείου και ολοκληρωμένου ανθρώπου.
Ήταν φίλεργος και πολυγραφότατος.
Έγραφε θεολογικές μελέτες.
Συνέθετε ύμνους στην Κυρία Θεοτόκο που όταν τους έψαλε, μεταρσιωνόταν και μετέφερε πνευματικό ενθουσιασμό στους μαθητές του.
Το κήρυγμά του ήταν πολύ εποικοδομητικό και στο ναό της Σχολής και σε πολλούς άλλους που τον καλούσαν.
Η Λειτουργία του ήταν μυσταγωγία και συναγερμός όλου του εκκλησιάσματος προς τον εν Τριάδι Κύριο.
Προς τους ετερόδοξους συμπεριφερόταν με ευγένεια και καλωσύνη χωρίς να κρύβει κανένα σημείο της Ορθοδόξου ομολογίας του.
Παράλληλα σημειώνει ο Χρυσόστομος Παπαδόπουλος, ο μετέπειτα αρχιεπίσκοπος Αθηνών, που τον διαδέχθηκε στην Διεύθυνση της Σχολής, ενδιαφέρθηκε ο άγιος Νεκτάριος για τον κήπο της Σχολής, για την εύρυθμη λειτουργία όλων των συνεργείων της, για την απρόσκοπτη Διεύθυνση και το όλο πολιτιστικό κλίμα της. Δεν ήταν δυνατό ο άνθρωπος που είχε ταξινομήσει παραδεισιακά τα εσωτερικά πνευματικά του ζητήματα, δεν ήταν δυνατόν να μην εκφράσει αυτήν του την εσωτερική του χριστοαρμονία και να μην την απεικονίσει ταπεινά από όλα του τα αγαπημένα πρόσωπα, σ  ὅλα τα πράγματα γύρω του και σ  ὅ,τι άγγιζε.
Αποκορύφωμα και αποκρυστάλλωμα της όλης του ποιμαντικής δραστηριότητας υπήρξε η ανασύσταση της Γυναικείας Ι. Μονής της Αγίας Τριάδος, στην Αίγινα. Όλο του τον μισθό που έπαιρνε από την Ριζάρειο τον διέθετε για να κτισθεί η ερειπωμένη Ιερά Μονή και για να συντηρούνται οι μοναχές της αδελφότητας.
Ενδιαφερόταν να γίνει ένα ωραίο εκκλησιαστικό οικοδόμημα, όπως και έγινε, για να στεγάσει ένα ιερό ησυχαστήριο και φροντιστήριο Ορθοδόξου μοναστικής ευσεβείας. Είχε αγαπήσει με πάθος απαθές, όπως λέγει ο άγιος Ιωάννης ο Σιναΐτης, την φιλανθρωπία και χαιρόταν να ξοδεύει τον μισθό του, τόσο γι  αὐτὸ τον σκοπό όσο και για περιπτώσεις φτωχών ανθρώπων, που του ζητούσαν βοήθεια. Ήταν αχόρταγος στο να δίνει, τόσο που μερικές φορές δεν είχε τα ναύλα του, για να επισκεφθεί τη μοναστική αδελφότητα της Αγίας Τριάδος που παρακολουθούσε πνευματικά και την καθοδηγούσε, ενώ παράλληλα ήταν διευθυντής στη Ριζάρειο.
Τις ημέρες των διακοπών του Πάσχα, των Χριστουγέννων και του καλοκαιριού έμενε στην ιερά Μονή της Αγίας Τριάδος και προσπαθούσε εφαρμόζοντας τους αυστηρούς ασκητικούς όρους του Μ. Βασιλείου, να οργανώσει φιλόθεα και φιλάνθρωπα την εσωτερική ζωή της αδελφότητας.
Ευτυχώς που μας έχουν διασωθεί 136 επιστολές του Αγίου, που έστελνε από την Ριζάρειο στη μοναστική αδελφότητα της Αγίας Τριάδος. Μέσα σε αυτή διακρίνεται η λαμπρότητα και η ωραιότητα του παρθενικού του χαρίσματος που αύξησε ο Χριστός εκατονταπλάσια μέσα του με σύμφωνη την αγαθή προαίρεσή του.
Επίσης διακρίνεται η πνευματική, η εν Χριστώ αγάπη του αγίου προς τα πνευματικά του τέκνα, τις μοναχές, μέσα στις ψυχές των οποίων, όπως ο θείος Παύλος, θέλησε να μορφώσει τον Χριστό και τη ζωή του Χριστού. Πρότυπό του στη φιλανθρωπία είχε τον άγιο Νικόλαο που από μικρός είχε αγαπήσει και τον είχε προστάτη του.
Ο π. Θεόκλητος Διονυσιάτης τονίζει στο ωραιότατο βιβλίο του «ο άγιος Νεκτάριος ο θαυματουργός» ότι μέσα στις επιστολές αυτές φαίνεται η μεγάλη διάκριση που είχε ο άγιος. Σε κάθε μια μοναχή δίνει τις κατάλληλες γι  αὐτὴν οδηγίες, σεβόμενος τα προσωπικά όρια αντοχής της και ανοίγοντάς της τον κατάλληλο δρόμο που θα οδηγήσει αυτήν προς τον Σωτήρα Χριστό, χωρίς να ισοπεδώνει το πρόσωπο.
Ήξερε πολύ καλά αυτός ο βαθυνούστατος επίσκοπος πόσο σημαντικός είναι ο ρόλος της γυναίκας μέσα στη ζωή της Εκκλησίας. Γι  αὐτὸ χωρίς να υποτιμά το Μέγα Μυστήριο του γάμου, λέγει ο π. Θεόκλητος, όμως προσπαθεί να καταρτίσει άριστα τη γυναικεία προσωπικότητα στην ευσέβεια και στην εν Χριστώ ζωή, για να έχει η κοινωνία, τα δείγματα έστω, της αληθινής χριστιανικής ζωής, σαρκωμένης στα πρόσωπα των μοναζουσών. Μέσα σε αυτές τις επιστολές μπορούν και οι σημερινές Χριστιανές να σπουδάσουν το γνήσιο χριστιανικό φεμινιστικό κίνημα, που συνοψίζεται στην εν Χριστώ υπακοή, στο υπάκουο κλίμα της και στην ατμόσφαιρά της.
Και στ  ἀλήθεια πέτυχε ο άγιος του Θεού να φυτεύσει και μετά την παραίτησή του από την Ριζάρειο, μένοντας κοντά τους, να καταρτίσει τη μοναστική αυτή άμπελο της ιεράς Μονής της Αγίας Τριάδος, που η ζωή και η ακτινοβολία της συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Το καλοκαίρι του 1898 έκανε περιοδεία προσκυνηματική στο Άγιον Όρος. Πήρε ευλογίες από το Περιβόλι της Παναγίας, έδωσε όμως και από το ταμείο των δικών του θησαυρών στους μοναχούς που με πολλή χαρά τον καλοδέχθηκαν και ξεχωριστά τίμησαν επίσημα τον ταπεινόφρονα ιεράρχη. Η επικοινωνία του με αγίους μοναχούς, όπως τον π. Δανιήλ Κατουνακιώτη, τον συνέδεσε πνευματικά με το Άγιον Όρος, έτσι ώστε επιστρέφοντας στον κόσμο, να είναι ένας αγιορείτης εκτός Αγίου Όρους και μέσα στην υπακοή της δικής του, ας πούμε δικής του, μονής.
Αφήσαμε μία πτυχή της ζωής του τελευταία. Σκόπιμα. Για να την τονίσουμε. Βέβαια από όσα μέχρι τώρα έχουμε αναφέρει διαφαίνεται ολοκάθαρα.
Ο Άγιος Νεκτάριος ήταν ένας χαρισματούχος πνευματικός.
Αυτόπτης μάρτυς μου ανέφερε ότι τον είδε να εισέρχεται στο ιερό βήμα, να φορά το πετραχήλι του και να πηγαίνει να κατασπάζεται τον εσταυρωμένο και να κλαίει. Μετά από αυτήν τη μυσταγωγική και κατανυκτική προετοιμασία προσφερόταν να βοηθήσει στο Μυστήριο της Ι. Εξομολογήσεως όχι μόνο τις μοναχές που πρωτύτερα αναφέραμε, όχι μόνο τους ιεροσπουδαστές του, αλλά και τον κοσμάκη που συνέρρεε για να αποθέσει τον βαρύ κλοιό και φόρτο της αμαρτίας.
Ικανότατος στον ποιμαντικό διάλογο, αμέσως αποσπούσε την εμπιστοσύνη του εξομολογουμένου. Πρόσωπο με πρόσωπο ο πνευματικός πατέρας με τον πνευματικό υιό η την πνευματική θυγατέρα, μπορούσε με την δύναμη του Τελεταρχικού και ζωοποιού Πνεύματος και με την απάθεια της άσπιλης και αμόλυντης ψυχής του, να ανασπά από την άβυσσο το ναυαγημένο καράβι, όπως σοφότατα περιγράφει ο άγιος Ιωάννης ο Σιναΐτης. Μέσα στο κλίμα της εν Χριστώ θερμής και απλής αγάπης, μπορούσε μοναδικά να εκφρασθεί και ειλικρινά να εξαγορευθεί ο αμαρτωλός και φιλόστοργα να εμφυσήσει την Χάρη του Αγίου Πνεύματος και την άφεση ο χαρισματούχος πνευματικός Πατήρ.
Τέλος η αγαθή Πρόνοια του Θεού οικονόμησε έτσι τη ζωή του Αγίου Νεκταρίου, ώστε παραιτούμενος από την Ριζάρειο να αποσυρθεί στην Ιερά Μονή της Αγίας Τριάδος, να βοηθήσει αποφασιστικά στην οργάνωση του Κοινοβίου της μέχρι το 1920 οπότε και παρέδωσε νικηφόρα την αγία ψυχή του στον Κύριο.
Με μία τόσο πλούσια και εκλεκτή ποιμαντική προσφορά μάνιασε ο δαίμονας της συκοφαντίας. Άνθρωποι μικρόψυχοι, εξ ιδίων κρίνοντες τα αλλότρια, κολλημένοι σα στρείδια στα πάθη της ανηθικότητας, πρόβαλαν τον αβυσσαλέο ψυχικό ρύπο τους στο πρόσωπο του αγίου. Τους ήταν αδιανόητος ο παρθενικός τρόπος ζωής, ο τρόπος που ο νέος Αδάμ, ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός, εγκαινίασε με το παρθενικό πρόσωπό του στη νέα δική του δημιουργία, στην Εκκλησία του. Έπλασαν λοιπόν μύθους, από το βορβορώδες υλικό που τους χορήγησε ο μισόκαλλος και προσπάθησαν να σπιλώσουν, τον άσπιλο. Μαζί τους μπλέχθηκαν και κάποιοι άλλοι «εκκλησιαστικοί ταγοί» που σαν αφελείς και αδόκιμοι στην κατά Χριστό ζωή, παρασύρθηκαν στις δεινές συκοφαντίες.
Αρνητικό ήταν και το κοινωνικό-πολιτικό κλίμα της εποχής που μισούσε τα μοναστήρια, επηρεασμένο από βαυαρικό επιτελείο που είχε εγκατασταθεί στην Ελλάδα και προσπαθούσε να την «εκπολιτίσει». Δεν μπορούσαν με κανένα τρόπο να χωνέψουν πως ο Διευθυντής της Ριζαρείου καταντά στον καλογερικό τρόπο ζωής. Εβδομήντα δυό χρονών άνθρωπος πλέον ο Άγιος και συκοφαντείται άσχημα. «Ούτος τας αμαρτίας ημών φέρει και περί ημών οδυνάται», λέγει ο προφήτης Ησαΐας για τον Κύριό μας. Τα ίδια συμβαίνουν και στον Άγιο.
Οι Πατέρες της Εκκλησίας μας, υποστηρίζουν ότι το αφορητότερο μαρτύριο για έναν αθώο είναι η συκοφαντία. Και την επιτρέπει ο Κύριος στους δικούς του για μείζονα τελείωση και ουράνια δόξα.
«Ωστόσο η χάρη πληθαίνει πάνω του και επαληθεύεται με τα ποικίλα θαύματα που τελούνται με τα αγιασμένα χέρια του και τις διάπυρες ευχές του. Ο ίδιος όμως σωματικά κάμπτεται. Μία χρόνια προστατίτιδα που είχε, επιδεινώνεται, για λίγο θεραπεύεται από την Παναγία την Χρυσολεόντισσα στην Αίγινα που προσκύνησε, αλλά και πάλι βάρυνε. Μεταφέρθηκε στην Αθήνα, στο νοσοκομείο Αρεταίειο, σαν απλός μοναχός, έμεινε δυό μήνες και ενώ τον ετοίμαζαν οι γιατροί για εγχείρηση, παρέδωσε το πνεύμα του τη νύχτα στις 8 Νοεμβρίου 1920.
Ο Άγιος του αιώνα μας, όπως πετυχημένα τον απεκάλεσε ο λογοτέχνης Σώτος Χονδρόπουλος, στα τελευταία του ρίζωσε στην Ιερά Μονή της Αγίας Τριάδος σαν Ελαία κατάκαρπος και σαν το δένδρο το πεφυτευμένον παρά τας διεξόδους των υδάτων ο τον καρπόν αυτού δώσει.
Και έδωσε αναρρίθμητους καρπούς στην Εκκλησία και στο έθνος μας. Και από εκεί μεταπήδησε στη ζωή της Αγίας Τριάδος που τόσο είχε λαχταρήσει.
Κάποιοι ονομάζουν τον Άγιο Νεκτάριο, Χρυσόστομο του αιώνα μας, τόσο για την πολυσχιδή προσωπικότητά του, όσο και για το πλούσιο και πολύμορφο έργο του.
Δεν είναι καθόλου υπερβολικό να συμφωνήσουμε με αυτόν τον υψηλό χαρακτηρισμό και την εκλεκτή παρομοίωση, γιατί πράγματι ο Άγιος Νεκτάριος ολοκληρώθηκε σε μία καθολική προσωπικότητα. Μολονότι μοναχός αρχικά και ασκητής, με αυστηρούς περιορισμούς και μοναστικούς κανόνες, όμως τόσο πολύ διευθύνθηκε η προσωπικότητά του, ώστε να φθάσει στα μέτρα των Μεγάλων Αγίων και μάλιστα τα Χρυσοστομικά.
Ο Άγιος αφού έλυσε οριστικά το υπαρξιακό του πρόβλημα ανοίχθηκε με την σώζουσα χάρη του εν Τριάδι Θεού στον μεγάλο γάμο της Εκκλησίας. Ξεκινώντας από τον Μοναχισμό έφθασε στον τελικό προορισμό, Θεανθρώπινο προορισμό που είναι η ένωση με τον Θεό και την εν Χριστώ αδελφότητα.
Κατάκτησε χαρακτηριστικά και βίωσε τον μυστικό Γάμο της ψυχής του με την Εκκλησία του Χριστού, στην οποία και ολόψυχα και αφιερώθηκε.
Λειτουργός με φλόγα πύρινη, φιλοστοργικότατος και διακριτικότατος πνευματικός Πατήρ, υψιπέτης Θεολόγος, συγγραφέας όχι κοινός, Θεόπνευστος,ιεροκήρυκας, παιδαγωγός άριστος, θαυματουργός και εν ζωή και μετά θάνατον, κοινωνικός εργάτης και βαθύς και ακαταπόνητος. Καλλιεργητής ιερατικών κλήσεων και το κυριώτερο, θεόπτης του ακτίστου θαβωρίου φωτός, προσέφερε άπειρες ευεργεσίες στο Ορθόδοξο Νεοελληνικό έθνος μας. Δυνατό πρότυπο για όλους μας, κληρικούς και λαϊκούς καθηγητές και ιεροσπουδαστές, τον τιμάμε, Αυτόν τον ένθεο θεράποντα του Χριστού και εξαιτούμεθα τις διάπυρες ευχές του προς τον Κύριο.
Για να δώσει προφητική και Τριαδική Ιερωσύνη κατ  εἰκόνα και ομοίωσιν του Αγίου Ιεράρχου, Λαό με φωτόμορφα και θεοφώτιστα τέκνα της ζωντανής Ελληνορθοδόξου Εκκλησίας.
Και το κυριώτερο, τη νέα γενιά παραλαμβάνουσα μετά φόβου Θεού και αγάπης, την ολοζώντανή μας Θεανθρώπινη παράδοση, με τις πανάγιες ευχές του εν αγίοις ενδόξου πατρός ημών Νεκταρίου επισκόπου Πενταπόλεως του θαυματουργού.

(Από ομιλία του π. Σαράντη Σαράντου στους Ιεροσπουδαστές της Ριζαρείου, 1989)

Άγιος Νεκτάριος – Η κοίμηση και ο ενταφιασμός του


Στο απόμακρο για κείνο τον καιρό νοσοκομείο της Αθήνας, το Αρεταίειο, η γραμματεία έπαιρνε απ  ἔξω εντολή και έδινε μέσα εντολή να κρατήσουν κάποιο κρεββάτι στον μικρό παθολογικό θάλαμο για έναν γέροντα καλόγερο, από την Αίγινα.
Τον έφεραν κάποιο μεσημέρι δυό καλόγρηες κι ένας μέτριος στο ανάστημα σαραντάρης που από την πρώτη στιγμή που μπήκαν ανησυχούσε και κρυφόκλαιγε. Έκαναν τις διατυπώσεις της εισόδου και παραμονής του στο θεραπευτήριο και η μία από τις δυό καλόγρηες, έφυγε.
Στον θάλαμο που τον τοποθέτησαν ήταν άλλα τέσσερα κρεββάτια ωστόσο μόνο τα δυό ήταν πιασμένα. Στο διπλανό του γέροντα της Αίγινας αναπαυόταν ένας άντρας περίπου σαραντάρης που έπασχε από παράλυση των κάτω άκρων. Ήταν επαρχιώτης οικογενειάρχης, είχε πέσει σ  ἕνα γκρεμό από το ζώο του, χτύπησε κι από τότε τον έσερναν με τα φορεία. Στο παρακάτω, έμενε κάποιος γέροντας συνταξιούχος δάσκαλος, με ουρολογική κι αυτός πάθηση.
»Τι νομίζεις γερόντισσα Ευφημία, έκανε κάπου στον προθάλαμο σιγανασαίνοντας και σκουπίζοντας τα δάκρυά του ο άντρας, θα κάνει την εγχείρηση, θ  ἀντέξει στο μαχαίρι;»
Εκείνη απόμεινε συλλογισμένη.
»Τι θ  ἀπογίνουμε δίχως την ευλογημένη του καθοδήγηση, πως θα ζήσουμε χωρίς την προσευχή του;» συνέχισε ο άντρας.
»Ελπίζω, κύριε Σακκόπουλε, αποκρίθηκε τέλος η καλόγρηα, μισοταραγμένη. Ο καλός Θεός θα λυπηθεί την αδελφότητα, δεν θα επιτρέψει ν  ἀπομείνουμε είκοσι οκτώ ψυχές ορφανές.»
»Ω αδελφή Ευφημία, σ  αὐτὸν οφείλω τα πάντα. Και κυρίως τον θησαυρό της ψυχής μου. Αυτός με εισήγαγε εις το εύρος, το ύψος και το κάλλος που έχει ο Κύριος. Από νωρίς έχασα την μητέρα μου και το ξεπέρασα, πρόπερσι αναπαύθηκε κι ο πατέρας μου, άνθρωπος όλο αυταπάρνηση κι ευγένεια και το κατάπια. Αν μας εγκαταλείψει κι ο άγιος γέροντας, ο πνευματικός πατέρας και οδηγός και μεσίτης εις τον Θεόν, θα καταντήσω δυστυχής, θα παραμείνω δεντρί στην έρημο…»
Η καλόγρηα τον ανακύτταξε με κάποια στοργή και κούνησε το κεφάλι.
Πέρασε ο πρώτος μήνας, πέρασε κι ο δεύτερος.
Δεν πρόλαβε να κάνει εγχείρηση, δεν πρόλαβε να περάσει από μαχαίρι.
Η Αθήνα συγκλονιζόταν από ιαχές και αλλαλαγμούς για την εκλογική ήττα του Βενιζέλου, για τις αλλαγές στην Κυβέρνηση, για την επαναφορά του εξόριστου Βασιληά Κωνσταντίνου, οι εκκλησιαστικοί κύκλοι συζητούσαν, σχολίαζαν την έκπτωση του Μελετίου και την επανανθρόνιση του Θεοκλήτου, όταν ο χλωμός ασκητικός εκείνος γέροντας, ο καλόγερος της Αίγινας, έβλεπε ξαφνικά καταμπροστά του ανοιγμένους τους ουρανούς και τους αγγέλους κατά χιλιάδες να τον υποδέχονται.
Στάθηκε λίγο προτού ξεψυχίσει κι αφουγκράστηκε. Από ψηλά κάποια γνώριμη φωνή, κάποια ολόγλυκια φωνή σε ξένη χώρα, τον καλούσε.
»Είσελθε τέκνον, είσελθε εις την χαράν του Κυρίου σου. Σε αναμένει ο της δικαιοσύνης στέφανος.»
» Εις εμέ, εις εμέ το λέγεις Κύριε;» πρόλαβαν να ψιθυρίσουν για στερνή φορά τα χείλη του.
Κι ανοίγοντας το στόμα να πάρει ανασεμιά, είδε πως μεταφέρεται. Παρέδωσε την άγια του υπομονετική ψυχή στον αγαπημένο του Αφέντη. Στον Αφέντη των ουρανίων, των επιγείων και καταχθονίων.
Η γερόντισσα Ευφημία αναστατώθηκε.
»Σεβασμιώτατε, σεβασμιώτατε, ανάκραξε με λυγμούς. Κύριε Σακκόπουλε, που είναι ο κύριος Σακκόπουλος;… Το τηλέφωνο παρακαλώ, το τηλέφωνο…
Ήρθε μία σαβανώτρα από το προσωπικό του νοσοκομείου να βοηθήσει τη γερόντισσα. Το νεκρό σώμα, μοσκομύριζε… Θεέ και Κύριε ! … Κάτι πήγε να πει η γερόντισσα δεν το μπόρεσε. Για μία στιγμή έβγαλαν τη μάλλινη φανέλλα και την πέταξαν πρόχειρα στο διπλανό κρεββάτι. Κι ώσπου να προχωρήσουν να τελειώσουν με τα σάβανα, ο διπλανός άρρωστος, ο άνθρωπος που έπασχε από παράλυση των κάτω άκρων κινήθηκε, ξεπετάχθηκε όρθιος, αμφιταλαντεύθηκε, στάθηκε στα πόδια του κι έκανε το σταυρό του.
»Σηκώθηκα, περπατάω! ανάκραξε δυνατά, Θεέ μου, έγινα καλά! Τι έχει αυτή η φανέλλα;»
Για δες, ήταν στ  ἀλήθεια όρθιος, περπατούσε!
Δεν καλοκατάλαβαν, απόμειναν να χάσκουν. Το νεκρό σώμα μοσκομύριζε… Η γερόντισσα πήρε τη φανέλλα την έβαλε ένα κουβάρι στο ράσο της. Τα χέρια της έτρεμαν.
Απόρησαν οι γιατροί, απόρησε και το προσωπικό του νοσοκομείου όταν έμαθαν πως ο φτωχός ρασοφόρος από την Αίγινα, ήταν άλλοτε γενικός διευθυντής στη Ριζάρειο και ήταν λέει… δεσπότης!
Μία νύχτα θρήνου πέρασε η γερόντισσα Ευφημία.
Αργά το πρωί έφθασε ένας φίλος Αρχιμανδρίτης, ιεροκήρυκας, ο Παντελεήμων Φωστίνης και λίγο πιο έπειτα ο πρωτοπρεσβύτερος Άγγελος Νησιώτης, διαλεκτός μαθητής του στη Ριζάρειο και δημιουργός αργότερα κατηχητικών σχολείων. Έφθασε σωστό ανθρώπινο ράκος κι ο Κωστής Σακκόπουλος. Παράγγειλαν το φέρετρο παράγγειλαν τη νεκροφόρα και λίγo αργότερα ξεκίνησαν για τον Πειραιά.
Το βαποράκι της γραμμής η «Πτερωτή», θα σήκωνε άγκυρα για την Αίγινα ακριβώς στις δυό το μεσημέρι. Η νεκροφόρα με λογίς – λογίς διατυπώσεις που έπρεπε να γίνουν, έφθασε εμπρός στον καθεδρικό ναό της Αγίας Τριάδος στον Πειραιά, λίγo μετά τις δώδεκα. Ο ναός βρέθηκε κλειστός, όλοι οι αρμόδιοι κι ο νεωκόρος, έλειπαν για μεσημεριάτικη διακοπή.
Αυθόρμητα μαζεύτηκε ολόγυρα στο πεζοδρόμι κόσμος. Από λαλιά σε λαλιά, ακούστηκε, μαθεύτηκε στην εργατική πόλη, η κοίμηση του γέροντα της Ριζαρείου. Κι ένας λαός περικύκλωσε το φέρετρο.
Καθώς το έφεραν σιμά στα σκαλοπάτια του ναού για να πάρουν τουλάχιστον μία φωτογραφία στην πόλη και στο χώρο που τόσο είχε κηρύξει κι αγαπήσει κι άνοιξαν το καπάκι, μούδιασαν, τάχασαν… Παρατήρησαν κάτι το ασυνήθιστο, το καταπληκτικό. Από την ήρεμη και γαλήνια μορφή έσταζε κάτι σαν ιδρώτας που μοσκομύριζε… Θεέ και Κύριε !
Ο Κώστας ο Σακκόπουλος σαστισμένος έτρεξε κι αγόρασε από το περίπτερο ένα πακέτο μπαμπάκι και σκούπισε σιγά – σιγά και απαλά από το πρόσωπο τον μοσκομύριστο ιδρώτα. Μερικοί τότε έπεσαν επάνω του, του άρπαξαν τις τούφες το μπαμπάκι, τόφερναν ευλαβικά στο μέτωπό τους, άλλοι τόκρυβαν στις τσέπες τους, άλλοι το παράχωναν στο στήθος.
»Δεν έχει βάρος, δεν έχει βάρος, είναι  λαφρὺς σαν πούπουλο», φώναξαν και οι άνδρες που σήκωναν το φέρετρο, έτοιμοι να το ξαναφέρουν στη νεκροφόρα.
Το βαποράκι της γραμμής η «Πτερωτή» έφθασε στις τέσσερις παρά κάτι, απόγευμα στην Αίγινα με τη σημαία «μετζάστρα» στο πλωριό κατάρτι.
Προτού αράξει στο μώλο, ο καπετάνιος σφύριξε τρεις φορές πένθιμα και συνθηματικά.
Στα γαλανά νερά του Σαρωνικού ταξίδευε το ιερό λείψανο ενός ανθρώπου του Θεού. Ενός κληρικού που δεν καυχήθηκε ποτέ για κάτι δικό του. Ενός ιερομονάχου που ευαρέστησε τον άγιο Θρόνο με την υπακοή, το ταπεινό φρόνημα, την υπομονή, την πίστη, την αγάπη.
Αμέτρητος λαός πλημμύρισε κάτω την παραλία. Όλος σχεδόν ο κλήρος, όλοι οι ιερομόναχοι, όλες οι καλόγρηες από τα ντόπια μοναστήρια.
Οι γυναίκες έκλαιγαν σιωπηλά, μερικές στέναζαν, μερικές μοιρολογούσαν.
»Παππούλη μας, προστάτη της φτωχολογιάς, τι θ  ἀπογίνουμε τώρα που μας άφησες ορφανές και μόνες;»
Διακόσιοι τόσοι άντρες τσακώθηκαν ποιός θα σηκώσει το φέρετρο. Ήταν οι φίλοι του, οι ψαράδες του γυαλού, οι σφουγγαράδες που ταξίδευαν και βουτούσαν πέρα στην Τζιμπεράλτα και στο Τούνεζι κι έφερναν σφουγγάρια της ευλογίας με χαραγμένο στη μέση τον τίμιο σταυρό, εργάτες που δούλεψαν στη μονή κι έφαγαν ψωμί από τα χέρια του, oικοδόμοι, αγρότες αμπελουργοί, επαγγελματίες και πλανόδιοι.
Ο δήμαρχος με τον αστυνόμο για να τους φέρουν σε λογαριασμό, τους χώρισαν σε τετράδες και υπολόγισαν το δρόμο κάπου δυό ώρες και κάτι, ώσαμε το μοναστήρι.
Σε λίγο τα πάντα τακτοποιήθηκαν και η πομπή ξεκίνησε.
Ήταν κάτι το ριγηλό και συγκινητικό. Ποτέ η Αίγινα δε θυμόταν ένα τέτοιο ξόδι.
Αυθόρμητα η λαϊκή ψυχή αγκάλιασε το λείψανο – θησαυρό του διαλεκτού παιδιού της και τόφερνε με σφιχτή ανασεμιά στη θέση Ξάντος.
Πένθιμη διακόσμηση γυρόφερνε την πόλη και την παραλία. Οι καμπάνες στους ναούς σιγοχτυπούσαν όπως τη μεγάλη Παρασκευή. Θυμίαμα καιγόταν σ  ὅλες τις πόρτες και δροσερά λουλούδια έπεφταν από γρηές και νιές και δροσερές παρθένες. Ένα πλήθος νέοι ρασοφόροι Ριζαρείτες ακολουθούσαν σιωπηλοί.
»Δεν έχει βάρος, δεν έχει βάρος, είναι λαφρύς σαν πούπουλο», φώναζαν κατάπληκτοι κάθε τόσο οι άνδρες από τα σταυροδρόμια και τις λαγκαδιές, καθώς σήκωναν το φέρετρο κι ετοιμάζονταν ν  ἀλλάξουν βάρδια.
Το μοναστήρι γέμισε κόσμο. Ατελείωτη μυρμηγκιά, κάθε λογής άνθρωποι, γνωστοί, άγνωστοι, καταλαχάρηδες του βουνού, του λόγγου, της ακρογυαλιάς. Όλοι τους είχαν διάθεση να παρασταθούν, να προσευχηθούν, να ξενυκτίσουν, να κλάψουν.
Σ  ὅλο τούτο το πλήθος και στις καλόγρηες της αδελφότητας που έκλαιγαν σαν μικρές νεαρές κοπέλλες, ξεχώριζε η φυσιογνωμία της ηγουμένης, της οσίας Ξένης, της τυφλής.
Στάθηκε κάποια στιγμή καταμπροστά στο φέρετρο, πάνω στη γαλήνια κι ευγενική μορφή, που θαρρούσες ότι λαφροκοιμόταν, τη μορφή του πνευματικού πατέρα και οδηγού, του ευεργέτη και προστάτη της και μη μπορώντας με τα τυφλά μάτια να δει, να προσέξει τον ιδρώτα – μύρο που κυλούσε από το μέτωπο, τόνοιωσε σαν όσφρηση, σαν ευωδιά και μένοντας ακίνητη και κάνοντας τρεις φορές το σημείο του σταυρού, είπε:
»Ο πατέρας μας δεν πέθανε. Ζει, μας βλέπει και προσεύχεται απόψε για μας. Το μοναστήρι μας θα προκόψει δεν θα το αφίσει ο Κύριος. Όταν ζούσε και τον απολαμβάναμε δίπλα μας, κοντά μας, φάρο και οδηγό, αυτό πάντα μας έλεγε. Αυτή την προφητεία: Από δω, μας έλεγε, κόρες μου, απ  αὐτὲς τις ερημιές, σε μερικά χρόνια θα διαβαίνουν άμαξες, θα περνά πλήθος ο κόσμος με αφιερώματα, χρυσάφια και λαμπάδες. Και μεις οι άπραγες στεκόμασταν δίβουλες, ξαφνιασμένες. Μήπως τάχα παραλογίζεται ο σεβασμιώτατος, αναρωτιόμασταν με ανησυχία. Αδελφές μου, μη κλαίτε, αδέλφια μου μη θρηνείτε. Η Αίγινα και η Ελλάδα απόκτησε έναν όσιο, ένα σημερινό ικέτη εμπρός εις τον Εσταυρωμένο».
Τα λόγια της σκέπαζαν τους κρυφούς λυγμούς της από μία θεϊκή δύναμη και χάρη. Τα λόγια της έπεσαν στο πλήθος με τέτοια αρμονία που γλύκαναν ευθύς όλες τις καρδιές και για κάμποσο χρονικό διάστημα της νύχτας απόδιωξαν τις μελαγχολικές σκέψεις του θανάτου.
Τρεις μέρες και τρεις νύχτες κράτησε το λαϊκό τούτο προσκύνημα. Και το λείψανο αδιάκοπα έσταζε ιδρώτα μύρο και σκορπούσε ολοτρόγυρα ευωδία!
Μία από τις τρόφιμες της αδελφότητας ανησύχησε.
»Θα πρέπει να επισπεύσουμε τον ενταφιασμό, πέταξε με σπουδή στην οσία Ξένη. Δεν μπορεί, γερόντισσά μου, σώμα είναι, θα βρωμίσει».
Το βράδυ που κοιμήθηκε, είδε ολοζώντανο σιμά της τον γέροντα ντυμένο στα αρχιερατικά του άμφια.
» Σεβασμιώτατε», ανάκραξε. Και γονάτισε να του ασπασθεί το χέρι.
»Βρωμά παιδί μου, το χέρι μου;» τη ρώτησε επιτιμητικά.
» Μοσκομυρίζει σεβασμιώτατε», ψιθύρισε.
»Τι μυρίζει;»
»Λιβάνι και αλόη.»
»Τότε μη φοβείσαι και δια το λείψανον.»
Ξύπνησε καταφοβισμένη. Έτρεξε στο φέρετρο, ασπάσθηκε τρεις φορές τα κρινοδάχτυλα των χεριών. Και ξαναπρόσεξε που έτρεχε συνέχεια στη μορφή ιδρώτας – μύρο.
Φυσικά φρόντισαν και για τον ενταφιασμό. Θα τον τοποθετούσαν εκεί πλάγια στο ναό, χαμηλά στο πεύκο. Στο καταπράσινο και φουντωτό βελονόφυλλο δεντρί που τόσο αυτός καμάρωνε κι αγαπούσε. Εκεί, που κάποτε η πρώτη εκείνη γερόντισσα κάτοικος, σαν έσκαβε για να το φυτέψει, τοσοδούλι και μικράκι, άκουσε την παράδοξη φωνή : «άφισε τόπο για ένα τάφο». Ναι, τώρα όλα ξεκαθάριζαν. Ο καλός Θεός είχε προδιαλέξει τόπο για το σκήνωμα του διαλεκτού παιδιού του.
Προτού σκεπάσουν το φέρετρο για τον ενταφιασμό, όλες σχεδόν οι μαθήτριες και υποτακτικές έφεραν κι έρριξαν λεμονανθούς από τις λεμονίτσες που είχε φυτέψει ο ίδιος ο γέροντας με το χέρι του, σε διάφορες πρασιές ολόγυρα από το ναό και παράπλευρα έξω.
Πηγή:  Σώτου Χονδρόπουλου: Ο άγιος του αιώνα μας – Ο όσιος Νεκτάριος Κεφαλάς- Αφηγηματική Βιογραφία. Έκδοσις Ιεράς Κοινοβιακής Μονής Αγίας Τριάδος Αιγίνης. Δεύτερη Έκδοση- Διορθωμένη, σελ. 269-274.

Άγιος Νεκτάριος (9 Νοέμβρη)


Άγιος Νεκτάριος
Ο Άγιος Νεκτάριος Πενταπόλεως γεννήθηκε την Τρίτη 1 Οκτωβρίου του 1846 στην Σηλυβρία της Τουρκοκρατούμενης Θράκης, από ευσεβείς και φτωχούς γονείς -τους Δήμο (Δημοσθένη) και Μπαλού (Βασιλική) Κεφαλά. Ο πατέρας του καταγόταν από τα Ιωάννινα, ναυτικός στο επάγγελμα, και η μητέρα του καταγόταν από την Σηλυβρία. Ήταν το πέμπτο παιδί της οικογένειας και είχε πέντε ή έξη αδέρφια: τον Δημήτριο, τον Γρηγόριο, τη Σμαράγδα, τη Σεβαστή, τη Μαριώρα και τον Χαραλάμπη (το όνομα και η ύπαρξη του οποίου εμφανίζονται στην διαθήκη του Αγίου, ενώ κάποιες πηγές τον θέλουν να αντικατέστησε τον Άγιο ως διδάσκαλος στο χωριό Λιθί της Χίου). Κατά την βάπτιση του δε, του δόθηκε το όνομα Αναστάσιος.
Τα πρώτα γράμματα μαζί με χριστιανικές διδαχές τα έλαβε από την μητέρα του. Στη Σηλυβρία τελείωσε το δημοτικό και το σχολαρχείο. Ήταν ένα ευφυέστατο παιδί με πολύ καλή μνήμη, που έδειξε την διδασκαλική και θεολογική του κλίση από πολύ νωρίς. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι σε ηλικία μόλις επτά ετών, έραβε φύλλα χαρτιού μεταξύ τους με σκοπό να φτιάξει βιβλία για να γράψει σε αυτά τα λόγια του Θεού, όπως ο ίδιος είπε στην μητέρα του.
Κατόπιν μετανάστευσε στην Κωνσταντινούπολη, όπου εργάστηκε στην αρχή σε καπνοπωλείο, τόσο για να βοηθήσει οικονομικά την οικογένεια του όσο και για να μπορέσει να συνεχίσει τις σπουδές του. Εκείνο τον καιρό άρχισε να μελετά και να συλλέγει ρητά και αποφθέγματα Αγίων Πατέρων και κλασικών φιλοσόφων, τα οποία αποτέλεσαν το δίτομο βιβλίο «Ιερών και φιλοσοφικών λογίων θησαύρισμα», που εξέδωσε το 1895. Τα συγκέντρωνε όχι μόνο για δική του χρήση αλλά και για να μπορέσει να τα μεταφέρει στους συνανθρώπους του και να τους ωφελήσει. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της πλευράς του χαρακτήρα του είναι ότι έγραφε κάποια από αυτά τα γνωμικά στις χάρτινες καπνοσακούλες του καπνοπωλείου, ώστε να τα διαβάσουν και να ωφεληθούν όσοι τις χρησιμοποιούσαν. Η πρακτική αυτή δε, έλυνε και το πρόβλημα της δημοσίευσης τους από εκείνον, ελλείψει χρηματικών πόρων.
Πριν ακόμα συμπληρώσει το 20ο έτος της ηλικίας του, προσελήφθη ως παιδονόμος στο, εν Κωνσταντινούπολη, σχολείο του Μετοχίου του Παναγίου Τάφου (διευθυντής του σχολείου αυτού ήταν ο θείος του -από την πλευρά της μητέρας του- Αλέξανδρος Τριανταφυλλίδης) όπου συνέχισε τις σπουδές του, ενώ ταυτόχρονα εργαζόταν διδάσκοντας τις μικρότερες τάξεις.
Την ίδια περίοδο έλαβε χώρα και το πρώτο θαύμα του Αγίου Νεκταρίου. Ενώ βρισκόταν σε ιστιοφόρο και ταξίδευε για να πάει από την Κωνσταντινούπολη στην ιδιαίτερη πατρίδα του -για να εορτάσει μαζί με την οικογένεια του τα Χριστούγεννα- έπιασε μεγάλη τρικυμία. Με την παραίνεση και τις προσευχές όμως του Αγίου, το πλοίο κατάφερε να φτάσει στον προορισμό του και έτσι γλύτωσαν την ζωή τους οι συνεπιβάτες του και φυσικά ο ίδιος.
Μετά την Κωνσταντινούπολη ήρθε η σειρά της Χίου να φιλοξενήσει τον «Άγιο του 20ου αιώνα». Στην αρχή εργάστηκε ως δημοδιδάσκαλος στο χωριό Λιθί, ενώ παράλληλα κήρυττε σε Ιερούς ναούς της περιοχής.
Μετά την πάροδο επτά ετών, εισήλθε ως δόκιμος μοναχός στην «Νέα Μονή», της Χίου, σε ηλικία 27 ετών. Τρία χρόνια αργότερα έγινε μοναχός (στις 7 Νοεμβρίου 1876) και έλαβε το όνομα Λάζαρος, ενώ άρχισε να εργάζεται ως γραμματέας του μοναστηριού. Λίγους μήνες αργότερα (στις 15 Ιανουαρίου 1877) χειροτονήθηκε ιεροδιάκονος από τον τότε Μητροπολίτη Χίου, Γρηγόριο. Κατά την χειροτονία του, ήταν που έλαβε το όνομα Νεκτάριος.
Το ίδιο έτος (1877) έφυγε από την Νέα Μονή με άδεια και πήγε στην Αθήνα για να συνεχίσει τις σπουδές του. Αξίζει σε αυτό το σημείο να αναφέρουμε ότι τα έξοδα των σπουδών του αυτών, κάλυψαν οι αδερφοί Χωρέμη -ο Ιωάννης και ο Δημοσθένης Χωρέμης. Στο νησί της Χίου επέστρεψε μετά από τρία έτη, έχοντας στις αποσκευές του το πτυχίο του Γυμνασίου.
Στα τέλη Σεπτέμβρη του 1882 μετέβη στην Αλεξάνδρεια όπου παρουσιάστηκε στον Πατριάρχη Σωφρόνιο και του εξέθεσε την επιθυμία του να συνεχίσει τις σπουδές του, δίνοντας του και μια συστατική επιστολή από τον Ηγούμενο της Νέας Μονής, Νικηφόρο. Ο Σωφρόνιος όντως τον βοήθησε (αναλαμβάνοντας το Πατριαρχείο τα ένα μέρος από τα έξοδα των σπουδών, τα υπόλοιπα τα κάλυψαν οι αδερφοί Χωρέμη) θέτοντας του όμως ως όρο μετά το πέρας των σπουδών του, να επιστρέψει στην Αλεξάνδρεια και να εργαστεί για το Πατριαρχείο.
Έτσι ο Άγιος Νεκτάριος, πήρε για άλλη μια φορά τον δρόμο για την Αθήνα όπου γράφτηκε στην Θεολογική Σχολή Αθηνών, από την οποία αποφοίτησε τρία χρόνια αργότερα. Στην Θεολογική Σχολή διδάχθηκε: Δογματική, Ηθική, Παλαιά Διαθήκη, Εβραϊκά, Καινή Διαθήκη, Ποιμαντική, Πατρολογία, Χριστιανική Αρχαιολογία, Κατηχητική, Συμβολική και Ιστορία Δογμάτων. Την περίοδο των σπουδών του υπηρέτησε ως διάκονος στους ναούς: της Αγίας Ειρήνης (Αιόλου), της Παντάνασσας (Μοναστηράκι) και στου Αγίου Νικολάου (Πευκάκια).
Ήταν τέλη του 1885 ή αρχές του 1886 όταν επέστρεψε στην Αλεξάνδρεια έχοντας τελειώσει τις σπουδές του στην Θεολογική Σχολή Αθηνών. Φτάνοντας εκεί ανέλαβε αμέσως καθήκοντα ιεροκήρυκα. Στις 23 Μαρτίου του 1886 χειροτονήθηκε Πρεσβύτερος στον Ναό του Αγίου Σάββα από τον Πατριάρχη Αλεξανδρείας, ενώ τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου ανήλθε στο αξίωμα του Αρχιμανδρίτη. Εργάστηκε ως γραμματέας του Πατριαρχείου και κατόπιν ως Πατριαρχικός Επίτροπος στο Κάιρο.
Τον Ιανουάριο του 1889 ο Πατριάρχης Σωφρόνιος, αναγνωρίζοντας την αξία του Αγίου και βλέποντας την αγάπη με την οποία τον περιέβαλαν οι πιστοί, τον χειροτόνησε Μητροπολίτη Πενταπόλεως. Ο Άγιος ασκούσε τα καθήκοντα του με ζήλο και υποδειγματικό τρόπο. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα, το ποίμνιο του να τον αγαπά όλο και περισσότερο, ενώ -στον αντίποδα- κάποιοι στο Πατριαρχικό περιβάλλον άρχισαν να τον συκοφαντούν -ζήλευαν την αγάπη που του είχαν οι χριστιανοί αλλά και το μεγαλείο του χαρακτήρα του.
Οι συκοφάντες έριξαν τους σπόρους τους, κι εκείνοι βρήκαν γόνιμο έδαφος στον υπερήλικο Πατριάρχη και φύτρωσαν. Αποτέλεσμα; Να αφαιρεθούν από τον Άγιο Νεκτάριο τα αξιώματα του, και να του επιτραπεί μόνο να διαμένει στο δωμάτιο του, χωρίς να μπορεί να κινείται στην περιοχή του Καΐρου και στις γύρω κωμοπόλεις. Οι συκοφάντες όμως δεν έμειναν ικανοποιημένοι. Συνέχισαν το βδελυρό τους έργο και έτσι, στις 11 Ιουλίου του 1890 εξεδόθη από το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας «απολυτήριο», με το οποίο υποχρέωναν τον Άγιο να εγκαταλείψει την Αίγυπτο, παρόλο που εκείνος είχε συμμορφωθεί απόλυτα και χωρίς διαμαρτυρίες στις εντολές του Σωφρόνιου. Αξίζει να σημειωθεί ότι το «απολυτήριο» δεν ήταν σύμφωνο με τους κανόνες της Εκκλησίας -δεν είχε γίνει εκκλησιαστική δίκη- αλλά και δεν του καταβλήθηκαν οι μισθοί που του χρωστούσε το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας από την μέρα που χειροτονήθηκε Μητροπολίτης Πενταπόλεως έως και την ημέρα που τον ανάγκασαν να αποχωρήσει από την Αίγυπτο.
Έτσι ο Άγιος Νεκτάριος πήρε για τρίτη φορά τον δρόμο για την Αθήνα. Οι συκοφάντες είχαν πετύχει το στόχο τους.
Από την στιγμή που έφτασε στην ελληνική πρωτεύουσα, άρχισε να αναζητά κάποια θέση που θα του επέτρεπε να προσφέρει ξανά τις υπηρεσίες του στους ανθρώπους. Μετά από ένα χρόνο -δύσκολο λόγω της άσχημης οικονομικής του κατάστασης- διορίστηκε από την Εκκλησία της Ελλάδος ιεροκήρυκας Ευβοίας, στις 15 Φεβρουαρίου του 1891. Κοντά στους εκεί χριστιανούς έμεινε δυόμιση χρόνια, έως τον Αύγουστο του 1893, όπου μετατέθηκε στο νομό Φθιώτιδος και Φωκίδος. Στην νέα του θέση παρέμεινε μόλις μισό χρόνο.
Το ήθος του, ο εξαίσιος χαρακτήρας του, η ευσέβεια του, αλλά και οι πράξεις του, έκαναν το ποίμνιο του να τον αγαπά σαν πατέρα και την φήμη του να εξαπλώνεται συνεχώς. Όταν αυτή η φήμη έφτασε στα αρμόδια “αυτιά”, στην Αθήνα, αποφασίστηκε ο Άγιος Νεκτάριος να διοριστεί διευθυντής της Ριζαρείου σχολής, πράγμα που έγινε τον Μάρτιο του 1894.
Στην διεύθυνση της Ριζαρείου παρέμεινε για 14 ολόκληρα χρόνια. Στο διάστημα αυτών των ετών έδωσε νέα πνοή στο ίδρυμα και βοήθησε στην εκπαίδευση και την ανάδειξη πλήθους κληρικών και επιστημόνων. Παράλληλα συνέχισε -με μεγαλύτερη μάλιστα ένταση- το συγγραφικό του έργο. Μια ασχολία που τον συνόδευε από τα νεανικά του χρόνια και που χάρισε σε εμάς πνευματικούς θησαυρούς γεννημένους στο μυαλό και την ψυχή του Αγίου Νεκταρίου.
Τις περισσότερες ώρες της ημέρας εργαζόταν για τις ανάγκες της σχολής και τον ελάχιστο ελεύθερο χρόνο του τον μοίραζε στην προσευχή, στην μελέτη, στην συγγραφή και στην αγαπημένη του ασχολία: την φροντίδα λουλουδιών και δέντρων.
Κατά την διάρκεια των θερινών διακοπών της σχολής, το καλοκαίρι του 1898, ο Άγιος Νεκτάριος επισκέφθηκε το Άγιο Όρος, όπου και περιόδευσε στις εκεί μονές για σχεδόν δύο μήνες. Στο διάστημα αυτό μελέτησε εκτενώς τα χειρόγραφα στις βιβλιοθήκες των μονών, προς αναζήτηση υλικού για τις επιστημονικές εργασίες του.
Παράλληλα με τα καθήκοντα του διευθυντού της Ριζαρείου, αναλαμβάνει και φιλανθρωπική δράση συνδράμοντας όσους είχαν ανάγκη σε πνευματικό και υλικό επίπεδο. Η έντονη σωματική και πνευματική δράση εκείνων των ετών, έδρασε αρνητικά την υγεία του Αγίου, ο οποίος αρρώσταινε όλο και πιο συχνά. Τότε ήταν που στο μυαλό του γεννήθηκε η ιδέα της επιστροφής στον μοναστικό βίο και ζήτησε από την Νέα Μονή Χίου το απολυτήριο του, ώστε να μπορέσει να μονάσει όπου ήθελε. Το εν λόγω απολυτήριο εστάλη από την Νέα Μονή στον Άγιο Νεκτάριο στις 24 Νοεμβρίου του 1900.
Όταν κάποια στιγμή ο Άγιος γνωρίστηκε με την Χρυσάνθη Στρογγυλού (μετέπειτα Ηγουμένη Ξένη), μια τυφλή και ευσεβή γυναίκα, μπήκε το πρώτο λιθαράκι για την δημιουργία της μονής στην Αίγινα. Η Χρυσάνθη μαζί με μερικές ακόμα γυναίκες επιθυμούσαν να μονάσουν και αναζητούσαν ένα πνευματικό οδηγό, τον οποίο βρήκαν στο πρόσωπο του Αγίου Νεκταρίου. Με παραίνεση του άρχισαν να αναζητούν τόπο για την δημιουργία ενός μοναστηριού, και τελικά κατέληξαν σε μια ερειπωμένη μονή -αφιερωμένη στη Ζωοδόχο Πηγή και διαλυμένη από το 1834 με διάταγμα των Βαυαρών- στην Αίγινα. Όταν επισκέφθηκε και ο Άγιος τον τόπο εκείνο, αποφασίστηκε να επισκευαστούν τα παλαιά κτήρια της μονής και να ξανατεθεί το μοναστήρι σε λειτουργία. Οι εργασίες για τον σκοπό αυτό ξεκίνησαν το 1904, η δε μονή θα ήταν αφιερωμένη στην Αγία Τριάδα. Ο Άγιος από την Αθήνα -ήταν ακόμα διευθυντής στην Ριζάρειο- καθοδηγούσε τις μοναχές και όποτε έβρισκε χρόνο επισκεπτόταν την μονή στην οποία έμελλε να περάσει τα τελευταία χρόνια της ζωής του.
Μετά από τέσσερα χρόνια, έχοντας πλέον αποφασίσει να αποσυρθεί στο μοναστήρι της Αίγινας και να ασχοληθεί με την οργάνωση του και την πνευματική καθοδήγηση των καλογριών που το στελέχωναν, υπέβαλε την παραίτηση του στο διοικητικό συμβούλιο της Ριζαρείου στις 7 Φεβρουαρίου του 1908. Η παραίτηση έγινε δεκτή από το συμβούλιο, το οποίο τον συνταξιοδότησε -ως ελάχιστη αναγνώριση του έργου του- με το σημαντικό για την εποχή ποσό, των 250 δραχμών το μήνα.
Στη μονή εγκαταστάθηκε μετά το Πάσχα του ιδίου έτους, μιας και παρέμεινε στην θέση του διευθυντή της Ριζαρείου μέχρι να βρεθεί αντικαταστάτης.
Με δικά του έξοδα έκτισε μια μικτή οικία, πλησίον αλλά εκτός της μονής, στην οποία θα κατοικούσε. Αξιοσημείωτο είναι ότι έλαβε ενεργά μέρος στο κτίσιμο, κουβαλώντας χώμα ή λάσπη και σκάβοντας, βοηθώντας τους τεχνίτες. Ποτέ, σε όλη του τη ζωή, δεν θεώρησε κάποια εργασία ανάξια του. Πάντα έκανε ότι περνούσε από το χέρι του, με ιδιαίτερη χαρά, ζήλο και ταπεινοφροσύνη!
Μια υπόθεση στην οποία αφιέρωσε κόπο και χρόνο ήταν αυτή της επίσημης αναγνώρισης της Μονής από την Εκκλησία της Ελλάδος. Αναγνώριση που τελικά επιτεύχθηκε τέσσερα χρόνια μετά την κοίμηση του, και ανακοινώθηκε στις μοναχές με επιστολή του Αρχιεπισκόπου Χρυσόστομου, στις 15 Μαΐου του 1924.
Τα τελευταία χρόνια της ζωής του, ο Άγιος Νεκτάριος έπασχε από χρόνια προστατίτιδα, η οποία του δημιουργούσε αφόρητους πόνους. Τελικά συμφώνησε στις συστάσεις των γιατρών και ήρθε στην Αθήνα στο Αρεταίειο νοσοκομείο. Εκεί νοσηλεύτηκε -στον 2ο θάλαμο του 2ου ορόφου (ήταν θάλαμος Γ θέσης: απορίας)- για δύο σχεδόν μήνες. Στο πλευρό του, καθ’ όλη την διάρκεια της νοσηλείας του, ήταν συνεχώς -και εναλλάσσονταν σε βάρδιες- οι μοναχές Ευφημία και Αγαπία. Τελικά γύρω στα μεσάνυχτα της 8ης προς 9ης Νοεμβρίου του 1920 ανεχώρησε για τους Ουρανούς, σε ηλικία 74 ετών.
Το σκήνωμα του Αγίου μεταφέρθηκε στην Αίγινα και από το λιμάνι μέχρι την Μονή το μετέφεραν στα χέρια τους οι πιστοί. Όλο το νησί θρηνούσε μα περισσότερο απ’ όλους οι μοναχές που έχασαν τον Πατέρα και Οδηγό τους. Το ιερό του σκήνωμα ήδη είχε αρχίσει να αναδίδει ευωδία. Η ταφή του, έγινε στο προαύλιο της Μονής δίπλα στο αγαπημένο του πεύκο.
Όταν μετά από έξη μήνες άνοιξαν το μνήμα για να τοποθετηθεί μια επιτύμβια πλάκα -δωρεά της Ριζαρείου- το σκήνωμα του εξακολουθούσε να ευωδιάζει χωρίς να παρουσιάζει το παραμικρό σημάδι αλλοίωσης. Ενάμιση χρόνο αργότερα το μνήμα ξανανοίχτηκε και το ιερό σκήνωμα του εξακολουθούσε να παραμένει άφθαρτο και ευωδιάζον. Το ίδιο συνέβη και τρία χρόνια μετά την κοίμηση του. Συνολικά το σκήνωμα του παρέμεινε σε αυτή την κατάσταση για είκοσι ολόκληρα χρόνια!
Τριάντα δύο χρόνια, δε, μετά την κοίμηση του έγινε η ανακομιδή των λειψάνων του, στις 2 Σεπτεμβρίου του 1953, από τον Μητροπολίτη Προκόπιο.
Η επίσημη αναγνώριση του, ως Αγίου της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας, έγινε το 1961 με Πατριαρχική Συνοδική Πράξη από το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Τότε καθορίστηκε και η 9η Νοεμβρίου ως ημέρα εορτής του Αγίου Νεκταρίου.

Ἡ Ἁγια Θεοκτίστη ἡ Λεσβία + Μητροπολίτης Σερβιών και Κοζάνης Διονύσιος





Σήμερα, 9 τοῦ μηνὸς Νοεμβρίου, ἡ Ἐκκλησία ἑορτάζει καὶ τιμᾶ τὴν ἱερὴ μνήμη τῆς ἁγίας Θεοκτίτης τῆς Λεσβίας. Στὸ Συναξάριο δὲν φαίνεται πότε ἀκριβῶς ἔζησε ἡ Ἁγία, ἀλλ' αὐτὸ δὲν ἔχει σημασία, γιατί στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας δὲν ὑπάρχει χρόνος. Στὴν Ἐκκλησία ὅλα εἶναι παρόντα, καὶ τὰ πρόσωπα καὶ τὰ γεγονότα τῆς πίστεως. Κάθε φορὰ ποὺ ἑορτάζομε καὶ λειτουργοῦμε, ἡ ἑορτὴ αὐτὴ εἶναι μία παρουσία. Οἱ Ἅγιοι εἶναι ζωντανοὶ καὶ παρόντες στὴν ἑορτὴ καὶ τὰ γεγονότα ἀπὸ τότε ποὺ συνέβησαν συνεχίζονται τὰ ἴδια μέσα στὴν Ἐκκλησία μέχρι σήμερα. Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς εἶπε πὼς ὁ Θεὸς δὲν εἶναι Θεὸς νεκρῶν, ἀλλὰ ζώντων. Φαίνεται ὅμως, ἂν καὶ στὸ Συναξάριο δὲν γίνεται λόγος, ὅτι ἡ ἁγία Θεοκτίστη ἔζησε ἀπὸ τὸ 830 ἕως τὸ 872.

Ἄν καὶ δὲν ξέρομε πότε ἀκριβῶς γεννήθηκε ἡ ἁγία Θεοκτίστη, ξέρομε ὅμως καλὰ τὸν τόπο ποὺ γεννήθηκε καὶ τὸν τόπο ποὺ ἀσκήτεψε. Εἶναι νησιώτισσα Ἁγία γεννήθηκε στὴ Λέσβο καὶ ἀσκήτεψε στὴν Πάρο. Ἡ Λέσβος, ἡ Μυτιλήνη εἶναι τὸ μεγαλύτερο ἀπὸ τὰ ἀνατολικὰ νησιὰ τοῦ Αἰγαίου, πολὺ κοντὰ στὶς ἀκτὲς τῆς Μικρασίας. Ἡ Πάρος εἶναι ἕνα ὄχι ἀπὸ τὰ μεγαλύτερα νησιὰ τῶν Κυκλάδων. Ἡ ἁγία Θεοκτίστη λοιπὸν γεννήθηκε στὴν πόλη Μήθυμνα τῆς Λέσβου, ὠρφάνεψε πολὺ μικρὴ καὶ δόθηκε ἀπὸ τοὺς συγγενεῖς της σ' ἕνα ἐκεῖ κοντὰ γυναικεῖο μοναστήρι, γιὰ νὰ μεγαλώση καὶ νὰ ἀνατραφῆ μαζὶ μὲ ἅγιες μοναχές. Ἕνα καλὸ μοναστήρι εἶναι καὶ ἄριστο σχολεῖο, καὶ μακάρι νὰ ὑπῆρχαν τέτοια σὲ κάθε τόπο, γιὰ νὰ βρίσκουν προστασία καὶ ἐκπαίδευση πολλὰ παιδιά.

Ἦταν δεκαοκτὼ ἐτῶν ἡ ἁγία Θεοκτίστη καὶ σὲ μία ἑορτὴ τοῦ Πάσχα πῆγε σ' ἕνα κοντινὸ χωριό, γιὰ νὰ χαιρετίση τὴν ἀδελφή της. Μιὰ νύχτα ὅμως ἦλθαν στὸ χωριὸ σαρακηνοὶ πειρατὲς ἀπὸ τὴν Κρήτη, ἔπιασαν ὅλους τοὺς νέους, ἄνδρες καὶ γυναῖκες, καὶ τοὺς πῆραν στὸ καράβι, γιὰ νὰ πᾶνε νὰ τοὺς πουλήσουν γιὰ σκλάβους· μαζί τους πῆραν καὶ τὴν ἁγία Θεοκτίτη. Τὴν ἄλλη μέρα τὸ πειρατικὸ καράβι ἔφτασε κι ἄραξε στὴν Πάρο. Ἔβγαλαν λοιπὸν οἱ πειρατὲς τοὺς αἰχμαλώτους στὴ στεργιά, κι ἀρχίσανε νὰ λογαριάζουν τὴν τιμή τους, πόσο δηλαδὴ θὰ πουλοῦσαν τὸν καθένα στὸ σκλαβοπάζαρο. Νὰ μὴ σᾶς κάνη ἐντύπωση, γιατί δὲν εἶναι οὔτε ἑκατὸν πενήντα χρόνια, ποὺ καταργήθηκε ἐπίσημα τὸ δουλεμπόριο, ἂν καὶ σὲ πολλὰ μέρη εἶναι ἀκόμα σκλαβωμένοι οἱ ἄνθρωποι.

Ἐκεῖ ποὺ οἱ πειρατὲς λογάριαζαν τὴν τιμὴ τοῦ κάθε σκλάβου, ἡ ἁγία Θεοκτίστη βρῆκε τὸν καιρό, ξέφυγε καὶ χάθηκε ἀπὸ τὰ μάτια τους. Κρύφτηκε στὶς ἐρημιὲς τοῦ νησιοῦ καὶ ἔζησε ἐκεῖ γιὰ πάντα, χωρὶς νὰ τὴν δῆ μάτι ἄνθρωπου. Ἀπὸ ἐδῶ καὶ πέρα ἡ ζωὴ τῆς ἁγίας Θεοκτίσης ὁμοιάζει μὲ τὴ ζωὴ τῆς ὁσίας Μαρίας τῆς Αἰγύπτιας· ὅπως ἐκείνη, χάθηκε μέσα στὰ βουνὰ καὶ τὶς ἐρημιὲς παλέβοντας μὲ τὸ κρύο, τὴ γύμνια καὶ τὴν πείνα, χωρὶς νὰ δῆ καὶ νὰ μιλήση μὲ ἄνθρωπο, ἄλλα μόνο μὲ τὸ Θεό. Ἐμεῖς, ὅταν ἀκοῦμε γιὰ τὴν ὑπεράνθρωπη ἄσκηση τῆς ἁγίας Θεοκτίστης, θαυμάζομε βέβαια, ἄλλα δὲν ἐκτιμοῦμε τὸ παραδεγμά της οὔτε καὶ εἴμαστε πρὸθυμοι νὰ τὸ μιμηθοῦμε. Μᾶς ἀρκεῖ μόνο νὰ λέμε· «Καλὴ καὶ ἀξιοθαύμαστη ἡ ἁγία Θεοκτίστη, μὰ εἶναι ἀνάγκη καὶ τὴν θέλει τάχα ὁ Θεὸς τόση κακοπάθεια;».

Πέρασαν τριανταπέντε χρόνια κι ἡ Ἁγία Θεοκτίστη, γνωστὴ μόνο στὸ Θεό, ζοῦσε στὸ νησί. Κάποιοι κυνηγοὶ τότε ἀπὸ τὴν Κάρυστο, ἦλθαν στὴν Πάρο γιὰ νὰ κυνηγήσουν. Ἐκεῖ στὴν Πάρο ἀπὸ τὰ ἀρχαῖα βυζαντινὰ χρόνια ἦσαν ὁ περίφημος ναὸς τῆς Παναγίας τῆς Ἑκατονταπυλιανῆς. Ὁ ναὸς αὐτός, ποὺ σώζεται ὥς τώρα καὶ πηγαίνουν πολλοὶ γιὰ νὰ τὸν δοῦν καὶ νὰ τὸν θαυμάσουν, εἶναι ἀπὸ τὰ ὡραιότερα βυζαντινὰ μνημεῖα.

Ἕνας λοιπὸν ἀπὸ τοὺς κυνηγοὺς πῆγε ὥς ἐκεῖ καὶ μπῆκε γιὰ νὰ προσκύνηση καὶ νὰ θαυμάση τὸ ναό. Μπῆκε στὸ ἱερὸ Βῆμα καὶ πλησίασε ὡς τὴν Ἁγία Τράπεζα. Καὶ τότε ἄκουσε μιὰ ἀδύνατη γυναικεία φωνὴ· «Σε παρακαλῶ, μὴν πλησιάζεις, γιατ' εἶμαι γυμνὴ καὶ ντρέπομαι».

Ὁ κυνηγὸς τρομοκρατήθηκε· καὶ ἡ φωνὴ συνέχισε· «Ρίξε μου τὸ ἐπανωφόρι σου νὰ τυλιχτῶ, γιὰ νὰ μπόρεσης νὰ μὲ δῆς»!

Τυλιγμένη στὸ ἐπανωφόρι τοῦ κυνηγοῦ, ἡ Ἁγία Θεοκτίστη παρουσιάστηκε μπροστὰ σὲ ἄνθρωπο ὓστερ' ἀπὸ τριανταπέντε χρόνια. Ὁ κυνηγὸς τρομαγμένος θαύμαζε σ' αὐτὸ ποὺ ἔβλεπαν τὰ μάτια του· μία ἀνθρώπινη μορφή, ποὺ ὅσο πιὸ ἄσπρα ἦσαν τὰ μαλλιά της, τόσο πιὸ μαῦρο ἦταν τὸ πρόσωπο. Ἡ Ἁγία Θεοκτίστη ἦταν στ’ ἀλήθεια ὁλόκληρη «πετσὶ καὶ κόκαλο». Διηγήθηκε στὸν κυνηγὸ τὴ ζωή της καὶ τὸν παρακάλεσε, καθὼς ἡ ὁσία Μαρία ἡ Αἰγύπτια τὸ γέροντα Ζωσιμᾶ, νὰ κάμη τρόπο γιὰ νὰ κοινωνήση, γιατί ἔβλεπε πὼς πλησίαζε νὰ παραδώση στὸ Θεὸ τὴν ψυχή της.

Ὁ κυνηγὸς ἔκαμε καθὼς τοῦ εἶπε ἡ Ἁγία Θεοκτίστη, κι ὅταν ὓστερ' ἀπὸ τὸ κυνήγι του ξαναγύρισε, βρῆκε τὸ σκελετωμένο σῶμα νεκρὸ μὲ σταυρωμένα τὰ χέρια. Τὸ ἔθαψε ὅπως μποροῦσε κι ἔφυγε, δοξάζοντας τὸ Θεό, ποὺ εἶναι «θαυμαστὸς ἐν τοῖς ἁγίοις αὐτοῦ». Ἀμήν.

Μη εγκαταλίπης με τον αμαρτωλόν…Ο Φύλαξ Άγγελος (Η δύναμη του Θεού κοντά μας)



Σε ένα αγιοπατερικόν κείμενον εδιάβασα ότι όταν κάνουμε σωστά και ευλαβικά το σημείον του Σταυρού, πρώτος χαίρεται ο Φύλακας Άγγελός μας, διότι βλέπει στο σημείον του Σταυρού την Χάριν και την δύναμιν του Χριστού.
Και ψάχνοντας να βρω την διδασκαλίαν των Αγίων Πατέρων για τον Φύλακα Άγγελον, διάβασα στον Μέγα Βασίλειον να λέγη με σαφήνειαν: «Εκάστω των πιστών, εστίν Άγγελος παρεζευγμένος (δηλ. συνδεδεμένος), άξιος του βλέπειν τον Πατέρα τον εν ουρανοίς» (ΕΠΕ ε’ 352). Και σε άλλο σημείον τονίζει: «Παντί πεπιστευκότι εις τον Κύριον παρεδρεύει και περιτειχίζει εκ των έμπροσθεν και οπισθοφυλακτεί και ουδέ τα εκατέρωθεν αφύλακτα καταλείπει» (ΕΠΕ ε’ 218-220). Δηλονότι μας προστατεύει από όλες τις πλευρές και δεν απομακρύνεται ποτέ από κοντά μας, εκτός και αν εμείς τον διώξουμε κάνοντας ακάθαρτη και αμαρτωλή ζωή. Και αύτό μας το λέγει και το εξηγεί πάλιν ο Μέγας Βασίλειος λέγοντας ότι… όπως ο καπνός διώχνει τις μέλισσες από τα μελίσσια τους ούτω και τον Φύλακα της ζωής ημών Άγγελον η πολύδακρυς και δυσώδης αφίστησιν αμαρτία» (ΕΠΕ ε’ 218). Γι αύτό και η Εκκλησία παρακαλεί και μας συνιστά να ζητούμε από τον Θεόν: «Άγγελον ειρήνης, πιστόν όδηγόν, φύλακα των ψυχών και των σωμάτων ημών. Παράσχου, Κύριε».
Θυμάμαι αυτήν την ώρα τον μακαριστόν κατηχητήν μου πατέρα Χαράλαμπον Δέδεν (την ευχήν του να έχουμε όλοι), πού μας μιλούσε για τους Αγγέλους και ανέφερε αναλυτικά και τις διδασκαλίες των Αγίων Πατέρων, όπως του Μεγάλου Βασιλείου, του Αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού, του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, πού έλεγε: «Τούτο αγγέλων λειτουργία, το διακονείν τω Θεώ εις σωτηρίαν ημετέραν». Γι’ αυτό και ονομάζονται Άγγελοι, γιατί αναγγέλλουν το θέλημα του Θεού στους ανθρώπους και γι’ αυτό έχει κάθε πιστός και τον δικό του, τον προσωπικόν Φύλακα Άγγελον.
Ο αληθινά Μέγας Άγιος Μακάριος ο Αιγύπτιος έχει γράψει μια θεοφώτιστη προσευχή, «Ευχή εις τον Φύλακα Άγγελον» επιγράφεται και βρίσκεται στο τέλος του «Μικρού Αποδείπνου» και αναφέρει τα έξης:
Ευχή εις τον φύλακα Άγγελον
«Άγιε Άγγελε, ο εφεστώς της αθλίας μου ψυχής και ταλαιπώρου μου ζωής, μη εγκαταλίπης με τον αμαρτωλόν, μηδέ αποστής απ’ εμού διά την ακρασίαν μου· μή δώης χώραν τω πονηρώ δαίμονι κατακυριεύσαι μου τη καταδυναστεία του θνητού τούτου σώματος· κράτησον της αθλίας και παρειμένης χειρός μου, και οδήγησόν με εις οδόν σωτηρίας. Ναι, αγιε Άγγελε του Θεού, ο φύλαξ και σκεπαστής της αθλίας μου ψυχής και του σώματος, πάντα μοι συγχώρησον, όσα σοι έθλιψα πάσας τας ημέρας της ζωής μου και ει τι ήμαρτον την σήμερον ημέραν σκέπασαν με εν τη παρούση νυκτί και διαφύλαξόν με από πάσης επήρειας του αντικειμένου, ίνα μή εν τινί αμαρτήματι παροργίσω τον Θεόν και πρέσβευε υπέρ εμού προς τον Κύριον του επιστηρίξαι με εν τω φόβω αυτού και άξιον αναδείξαί με δούλον της αυτού αγαθότητος. Αμήν».
Αυτήν την «Ευχήν» του Μεγάλου Μακαρίου πρέπει όλοι να την λέμε κάθε βράδυ πριν κοιμηθούμε, διότι μας προστατεύει ο Φύλακας Άγγελος και ιδιαιτέρως κατά την νύκτα, την ώρα του ύπνου, αφού οι δαίμονες μας πολεμούν συνεχώς και μάλιστα, τις ώρες πού δεν μπορούμε να τους πολεμήσουμε, γιατί βρισκόμαστε σε κατάσταση ύπνου. Το μόνον όπλον, πού έχουμε για προστασία η προ του ύπνου προσευχή και το σταύρωμα του μαξιλαριού μας, όπως έκαναν οι παλαιότεροι, λέγοντας την ευχή: «Πέφτω κάνω τον σταυρό μου, άρμα βάζω στο πλευρό μου, την Παναγία, τον Χριστόν, και τους Δώδεκα Αποστόλους. Αμήν». Την έλεγαν τρεις φορές αυτή την ευχή, μετά την «Ευχήν εις τον Φύλακα Άγγελον», έκαναν τον σταυρό τους και έκλειναν τα μάτια και αφήνονταν στον ύπνον, κάτω από την άγρυπνη προστασία του Φύλακος Αγγέλου, πού είναι πάντοτε η αδιάκοπη προστασία του Θεού, και η δύναμή του βρίσκεται πάντοτε κοντά μας.
Επίσης θυμάμαι και τα λόγια, πού μας έλεγε ο μακαριστός κατηχητής μας:
- Θα έχετε ακούσει ασφαλώς να λένε πολλές φορές την φράση «Άγιον είχε και σώθηκε», όταν κάποιος σώζεται από μεγάλον κίνδυνον δυστυχήματος. Και αυτό είναι αλήθεια και συμβαίνει πολύ συχνά, στα αμέτρητα δυστυχήματα, πού γίνονται καθημερινά. Πάντοτε η δύναμη του Θεού επεμβαίνει και κάποιος Άγιος σώζει την τελευταία στιγμή κάποιον άνθρωπον. Πολλοί μπορούν να σκεφθούν, γιατί σώζονται μερικοί και όχι όλοι. Αυτό όμως είναι άλλο θέμα, πού θα μας απασχολήση σε άλλο μάθημα. Τώρα πρέπει να πούμε ότι ο «Άγιος» αυτός, πού έπεμβαίνει και σώζει κάποιον από βέβαιον θάνατον, είναι ο Φύλακας Άγγελος του καθενός μας. Γι’ αυτό και σας το ξαναλέω, παιδιά μου, αυτόν τον Φύλακα Άγγελόν μας, πού έχει κάθε πιστός, πρέπει να τον αγαπούμε, να τον σεβόμαστε και να επικαλούμεθα την βοήθειάν του.
Τελειώνοντας τα λόγια του κατηχητού μου, πού τα αντέγραψα από το τετράδιον του Κατηχητικού, όπου γράφαμε όλα τα μαθήματά μας, βλέπω και μια σημείωση, πού λέγει ότι «η φωνή της συνειδήσεως· πού μας έλέγχει όταν αμαρτάνουμε, είναι η φωνή του Φύλακα Αγγέλου και πρέπει να την ακούμε και να μετανοούμε». Όπως κι αν είναι η συνείδηση μας, πρέπει να ακούμε την φωνή αυτή και να μετανοούμε. Πάντοτε όμως πρέπει να τον παρακαλούμε να μή μας αφήνη μόνους:
- «Άγιε Άγγελε, ο εφεστώς της αθλίας μου ψυχής και ταλαίπωρου μου ζωής μή εγκαταλίπης με τον αμαρτωλόν…».
Π.Μ. ΣΩΤΗΡΧΟΣ
Δημοσιογράφος, Συγγραφέας

Τὸ κακὸ εἶναι κακό Ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος



Σκοτάδι εἶναι τό κακό. Θάνατος εἶναι. Νύχτα εἶναι. Μιά κατάσταση τόσο κακή, πού μᾶς κάνει καί δέν βλέπουμε, ἐκεῖνα πού θά ἔπρεπε νά τά βλέπαμε καί δέν κάνουμε τίποτε ἀπό ἐκεῖνα, πού ἦταν τό πιό καλό γιά μᾶς νά τά κάναμε!
 
* * *
 
Οἱ πεθαμένοι παίρνουν ἄσχημη ὄψη· δυσάρεστη σέ μᾶς· καί γρήγορα βρωμᾶνε.

Τό ἴδιο καί οἱ ψυχές ἐκείνων πού ζοῦν βουτηγμένοι στό κακό. Εἶναι γεμᾶτες βρώμα καί δυσωδία.

Κλειστά τά μάτια. Σφιγμένα τά χείλη. Ἀκίνητοι καί ἄσειστοι, κολλημένοι στό κακό! Ὑπάρχει καί κάτι ἀκόμη χειρότερο.

Γιατί; Γιατί αὐτοί εἶναι, τοὐλάχιστον, καί γιά τά δύο (σῶμα καί ψυχή) νεκροί καί πεθαμένοι. Ἐνῶ κάτι ἄλλοι πού ζοῦν σωματικά, εἶναι γιά τήν ἀρετή καί τό καλό, ἐντελῶς ἀναίσθητοι, ἐντελῶς πεθαμένοι, γεμᾶτοι ζωντάνια στό νά κάνουν τό κακό!...

Καί πάρε παράδειγμα:

Χτύπα πεθαμένο! Δέν αἰσθάνεται τίποτε. Καί δέν ἀντιδρᾶ καθόλου! Καί ὅπως ἕνα ξύλο ἅμα πάρει φωτιά «καίει», ἔτσι καί ἡ ψυχή πού ἔχασε τήν ζωή, «καίει», ἁπλά καίει. Χωρίς νά μπορεῖ νά ἀντιδράσει στήν φωτιά πού τήν καίει! Καί ὅσο καί ἄν τήν χτυπᾶς ἤ τήν τρυπᾶς, τίποτε δέν καταλαβαίνει, τίποτε δέν τῆς προκαλεῖ πόνο! Καί δέν πέφτει καθόλου ἔξω, αὐτός πού θά εἰπεῖ, ὅτι ὁ ὑποδουλωμένος στό κακό, μπορεῖ νά συγκριθῆ μόνο μέ τρελλό ἤ μεθυσμένο!

Ὅλα αὐτά τά ἔχει τό κακό, ἡ ἁμαρτία. Καί εἶναι ἀπό ὅλα αὐτά κάτι χειρότερο.
 
* * *
 
Ὁ τρελλός σέ ὅτι κι ἄν κάμει βρίσκει κατανόηση· γιατί τήν κακή του κατάσταση δέν τήν διάλεξε. Δέν εἶναι προαιρέσεως τό νόσημά του, ἀλλά φύσεως. Ἀπό ἄλλη αἰτία τοῦ ἦρθε. Ἀντίθετα, ἐκεῖνος πού ζεῖ μέ τό κακό καί τήν ἁμαρτία, πῶς νά βρεῖ κατανοηση; πῶς νά τοῦ δείξει κανείς συμπόνια;

Ἀπό ποῦ μᾶς ξεφύτρωσε τό κακό;

Πῶς κατάντησαν τόσο ἄνθρωποι στό κακό;

Ἀπό ποῦ; Μέ ἐρωτᾶς; Πές το μου σύ: Ἀπό ποῦ μᾶς ξεφύτρωσαν τόσες ψυχικές ἀρρώστιες; Ἀπό ποῦ ἔρχεται ἡ φρενοβλάβεια; Ἀπό ποῦ ἡ ἀναισθησία; Ὄχι ἀπό τήν χαλάρωση τοῦ πνευματικοῦ μας ἀγώνα;

Καί ἄν ἀκόμη καί τά σωματικά μας νοσήματα ξεκινᾶνε ἀπό δικά μας λάθη, ἀπό δική μας κακή διάθεση καί κακή ἐπιλογή, πόσο πιό πολύ σέ κακή μας προαίρεση καί ἐπιλογή, ὀφείλονται τά ψυχικά καί πνευματικά μας ἀρρωστήματα.

Πῶς μᾶς κόλλησε ἡ μέθη; Ὄχι ἐπειδή δέν φροντίσαμε νά συγκρατήσουμε τίς ὀρέξεις μας; Κάτι ἀνάλογο συμβαίνει καί μέ ὅλα τά ψυχικά μας πάθη-ἀρρωστήματα. Ἀρχίζουν. Ἐμεῖς δέν φροντίζομε νά τά χαλιναγωγήσουμε, νά τά κόψουμε, καί μετά ριζώνουν καί γίνονται τόσο δυνατά, πού ἡ δύναμη ἡ δική μας δέν ἀρκεῖ πιά νά τά ξεριζώσει.
 
* * *
 
Γι᾿ αὐτό, ἀδελφοί μου, σᾶς παρακαλῶ: ὅσο εἶσθε ἀκόμα καλά, μή διστάζετε νά ἀναλάβετε κάθε κόπο, προκειμένου νά καταντήσετε νά σᾶς πιάσει ἡ πνευματική νύστα, πού κάνει τόν κάθε ἄνθρωπο νά χάνει κάθε ὄρεξη γιά ζωή πνευματική· γιά ἀγώνα, ἀνάμεσα στό καλό καί στό κακό.
 
(Εἰς τήν Α’ πρός Θεσσαλονικεῖς, Ὁμιλία θ’, γ’)

"Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη

  Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...