Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Σάββατο, Νοεμβρίου 17, 2012

Κυριακή Θ’ Λουκά – Η παραβολή του άφρονος πλουσίου Κέρδη επίγεια και ουράνια


Δεν δίνουν ευτυχία

Θέλοντας ο Κύριος να δείξει πόσο ολέθριο είναι το πάθος της πλεονεξίας είπε την παρακάτω Παραβολή: Κάποιου πλουσίου ανθρώπου τα εκτεταμένα χωράφια απέδωσαν πλούσια παραγωγή. Κι αντί ο πλούσιος αυτός να χαρεί και να ευχαριστήσει το Θεό για την πλούσια σοδειά, κυριεύθηκε από έγνοιες και συλλογισμούς: Τι να κάνω; Πού να μαζέψω τους καρπούς που μου περισσεύουν; Έχασε την ειρήνη του, έχασε και τον ύπνο του. Επιτέλους κάποτε βρήκε τη λύση: Αυτό θα κάνω! Θα γκρεμίσω τις αποθήκες μου και θα οικοδομήσω μεγαλύτερες. Και θα μαζέψω εκεί όλα τα αγαθά μου. Κι ύστερα θα πω στην ψυχή μου: Ψυχή, έχεις πολλά αγαθά και σου φθάνουν για πολλά χρόνια. Μη σκοτίζεσαι πλέον για τίποτε. Τώρα πλέον ήρθε η ώρα να χαρείς με φαγοπότια και διασκεδάσεις.
Ο δύστυχος! Νόμιζε ότι θα ευτυχήσει με τα πλούτη! Δεν μπορούσε να καταλάβει ότι αυτά δεν κάνουν τον άνθρωπο ευτυχισμένο. Άλλωστε ο ίδιος ζούσε τη δυστυχία και μόνο με τη σκέψη των πολλών αγαθών, πριν ακόμη τα συγκεντρώσει και τα αποθηκεύσει. Δεν μπορούσε να χαρεί τίποτε, διότι η πλεονεξία του τον ταλαιπωρούσε και τον βασάνιζε. Ήθελε να κρατήσει όλους τους καρπούς για τον εαυτό του. Κι επειδή δεν μπορούσε να το κατορθώσει αυτό, βυθιζόταν σε εναγώνιες σκέψεις. Θα μπορούσε βέβαια να γίνει ευτυχισμένος, εάν έπαιρνε μία γενναία απόφαση. Να δωρίσει τα αγαθά που του περίσσευαν στους φτωχούς, να χορτάσει τα πεινασμένα τους στόματα, και να ευχαριστήσει το Θεό που του δώρισε μια τέτοια ευφορία και δυνατότητα φιλανθρωπίας. Αλλά επειδή σκοτίσθηκε από την πλεονεξία κατάντησε δυστυχισμένος κι άρρωστος.
Τι κερδίζουμε λοιπόν από την προσκόλληση στα περιττά αγαθά μας; Ανάπαυση δεν κερδίζουμε. Ανήσυχες και βασανιστικές φροντίδες μας αιχμαλωτίζουν. Όσο περισσότερα αποκτούμε, τόσο περισσότερο βυθιζόμαστε σε συλλογισμούς και ανησυχίες: πώς θα διατηρήσουμε αυτά που αποκτήσαμε, πώς θα προσθέσουμε κι άλλα. Και συμβαίνει να χάνουμε συχνά και τον ύπνο μας με τις εναγώνιες σκέψεις μας. Τα θέλουμε όλα δικά μας για να τα απολαμβάνουμε μόνο εμείς, νομίζοντας ότι όσα έχουμε είναι όλα δικά μας.
Και πολύ περισσότερο δεν θέλουμε να καταλάβουμε ότι η ψυχή μας δεν χορταίνει με τα υλικά αγαθά. Η ψυχή ως πνευματική οντότητα ζει και ευτυχεί μόνο με ουράνια, πνευματικά αγαθά. Η αφθονία των υλικών αγαθών, των φαγητών, των διασκεδάσεων δεν μας κάνουν ευτυχισμένους. Κι έπειτα στη ζωή υπάρχουν προβλήματα που δεν λύνονται με το χρήμα, αρρώστιες και θλίψεις, πειρασμοί και εντάσεις, οικογενειακά και άλλα προβλήματα που αφαιρούν συχνά κάθε χαρά και ειρήνη. Μη γελιόμαστε λοιπόν. Ας συνειδητοποιήσουμε ότι τα αγαθά που δίνουν ανάπαυση και ευτυχία προέρχονται από τον ουρανό κι εκεί καταλήγουν. Αυτά να αναζητούμε κι αυτά να επιδιώκουμε.

Η τελευταία μας ώρα

Τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν όπως περίμενε ο πλούσιος. Πριν ακόμη προφθάσει να πει στην ψυχή του τα όσα σχεδίαζε, του μίλησε πρώτα ο Θεός: Άμυαλε άνθρωπε! Τη νύχτα αυτή, που την ονειρευόσουν ως νύχτα ευτυχίας, απαίσιοι δαίμονες ζητούν να πάρουν την ψυχή σου, σε λίγο θα πεθάνεις. Κι όλα αυτά που αποθήκευσες, σε ποιον θα ανήκουν; Κι ο Κύριος έκλεισε την Παραβολή λέγοντας: Τέτοιο τέλος θα έχει κι όποιος μαζεύει μόνο για τον εαυτό του τα υλικά αγαθά και δεν αποταμιεύει θησαυρούς στον ουρανό με τα έργα της αγάπης. Θα καταλήξει την τελευταία μέρα ή νύχτα της ζωής του στην αιώνια νύχτα της κολάσεως.
Αλήθεια· έχουμε σκεφθεί εμείς ποτέ πώς θα είναι το δικό μας τέλος, η δική μας τελευταία μέρα ή νύχτα; Η νύχτα αυτή του πλουσίου της Παραβολής ήταν η πιο εφιαλτική και αποτρόπαιη νύχτα της ζωής του. Ήταν η νύχτα την οποία ονειρευόταν ως νύχτα ευτυχίας, και την περίμενε με τη βεβαιότητα ότι θα άρχιζε να απολαμβάνει για πολλά χρόνια ακόμη τα πλούτη του. Εκείνη η νύχτα όμως έγινε γι’ αυτόν νύχτα αγωνίας και τρόμου. Μια νύχτα ατελείωτη και φρικτή.
Διότι όσοι είναι προσκολλημένοι στα υλικά αγαθά, την ώρα του θανάτους τους εισέρχονται σε μία νύχτα φοβερή και ατελείωτη. Εγκαταλείπουν πίσω τους όλα εκείνα για τα οποία μόχθησαν και με πολλές αγωνιώδεις φροντίδες συγκέντρωσαν και απέρχονται πάμφτωχοι, άδειοι από καλά έργα κι απ’ τη χάρη του Θεού. Σκοτάδι απογνώσεως απλώνεται γύρω τους καθώς παραλαμβάνουν την ψυχή τους οι σκοτεινοί δαίμονες.
Για τους δικαίους όμως, για τους ελεήμονες και φιλάνθρωπους, η τελευταία μέρα ή νύχτα είναι η ωραιότερη ανατολή μιας ημέρας ατελεύτητης και άδυτης. Είναι η είσοδος στη Βασιλεία του Θεού. Εμείς άραγε πώς θα βρεθούμε την τελευταία μας ώρα; Είναι φοβερό να έχουμε την κατάληξη του πλουσίου της Παραβολής. Γι’ αυτό ας καταπολεμούμε κάθε πλεονεξία, κι ας αποταμιεύουμε τα αγαθά μας στις αποθήκες του ουρανού, μοιράζοντάς τα στους πεινασμένους και ενδεείς. Για να μην παραλάβουν την ψυχή μας οι απαίσιοι δαίμονες αλλά οι αγαθοί άγγελοι και να την οδηγήσουν στην αγκαλιά του Θεού.
Περιοδικό «Ο Σωτήρ», τ. 1989

Η ολέθρια αφροσύνη. (Κυριακή Θ’ Λουκά)



19ΝΟΕ

Η συγκέντρωση αγαθών που εξυπηρετούν την ζωή αποτελεί μια πολύ φρόνιμη και λογική ενέργεια για τον άνθρωπο και μάλιστα για τον οικογενειάρχη που από την εργατικότητα και προνοητικότητά του εξαρτάται η ζωή των μελών της οικογενείας του. Την οκνηρία και απρονοησία κανείς ποτέ δεν επαίνεσε. Γιατί λοιπόν παρ’ όλα αυτά ο πλούσιος της σημερινής παραβολής χαρακτηρίζεται ως «άφρων»; Για τους εξής λόγους:
α) Πρώτα-πρώτα γιατί ο ορίζοντας του κόσμου γι’ αυτόν τελειώνει στα όρια του εαυτού του. Είναι χαρακτηριστικό ότι στη διήγησή μας επικρατεί η κτητική αντωνυμία «μου». Ο πλησίον είναι ανύπαρκτος για την σκέψη και τη ζωή του πλουσίου μας. β) Γιατί νομίζει ότι η υλική ευδαιμονία του είναι ατέρμονη και ότι δεν πρόκειται να του την αφαιρέσει κανείς. Έτσι καταστρώνει μακρόπνοα σχέδια λέγοντας στον εαυτό του: “ψυχή, έχεις, πολλά αγαθά κείμενα εις έτη πολλά· αναπαύου, φάγε, πίε, ευφραίνου”. Και γ) γιατί καταπίεσε τελείως μέσα στα βάθη του υποσυνειδήτου του τον Θεό, νομίζοντας ότι τον αφάνισε και γλύτωσε από τον έλεγχό του.
Να λοιπόν που βρίσκονται τα όρια ανάμεσα στη φρόνηση και στην αφροσύνη, ανάμεσα στη λογική προνοητικότητα και στην παράλογη αποθεματοποίηση αγαθών. Στην μια περίπτωση διευκολύνει κανείς και εξυπηρετεί τη ζωή τη δική του και των οικείων του, στην άλλη την καταστρέφει· γιατί δημιουργεί αγχώ­δεις καταστάσεις από τις οποίες δύσκολα ελευθερώνεται. Πραγματικά η χωρίς λόγο συσσώρευση αγαθών προκαλεί άγχος και προβλήματα, οφείλεται δε κατά βάση στον πόθο του ανθρώπου να ξεφύγει από την σκέψη του θανάτου. Έτσι, μαζεύει υλικά αγαθά, οχυρώνεται μέσα σ’ αυτά, για να αισθανθεί ασφαλής και σίγουρος, με συνέπεια να πετρώσει η καρδιά του για τον διπλανό του, ο οποίος του είναι τελείως αδιάφορος ή και ανύπαρκτος. Κι όταν λέμε αγαθά, ας μη πηγαίνει ο νους μας μόνο στα χρήματα. Υπάρχουν τόσα άλλα πράγματα που θεωρούνται σαν μέσα που εξασφαλίζουν τον άνθρωπο: Είναι οι γνώσεις, η επιστήμη, τα αξιώματα, οι τίτλοι, οι γνωριμίες, οι δεσμοί. Και εδώ πρέπει να χαράξει κανείς τα όρια ανάμεσα στη φρόνιμη ιεράρχηση των αγαθών και στην άφρονα ή αγχώδη αναζήτηση στηριγμάτων για μια ζωή χωρίς τον φόβο του τερματισμού της. Είναι πράγματι αφροσύνη να ξεχάσει ότι όλα αυτά που αναφέραμε προηγουμένως δεν είναι τρόποι εξασφαλίσεως του εγώ έναντι των άλλων αλλά μέσα εξυπηρετήσεως είτε του εγώ είτε των άλλων· κι είναι αφροσύνη ακόμη να νομίζουμε ότι μ’ αυτά γίναμε πανίσχυροι, εκθρονίσαμε τον Θεό και ξεφύγαμε τον θάνατο.
Έρχονται στιγμές που σ’ ένα ξέσπασμα της καταπιεσμένης συνειδήσεώς μας ακούγεται η φωνή του Θεού και θυμίζει αλήθειες ξεχασμένες και πραγματικότητες που θελήσαμε να τις παρακάμψουμε, Σ’ αυτές τις στιγμές βλέπει κανείς τη γύμνια και την αφροσύνη του παρ’ όλο που νόμιζε ότι ήταν θωρακισμένος με χίλια αγαθά καιότι η οργάνωση της ζωής του ήταν άρτια και απρόσβλητη. Πολύ εύκολα ξεγελιέται κανείς! Κι αυτό ακριβώς θέλει να τονίσει η σημερινή παραβολή: Η ανασφάλεια που αισθάνεται ο άνθρωπος από την αμαρτία και τη φθορά που βασιλεύουν μέσα στον κόσμο δεν θεραπεύεται με την συσσώρευση υλικών αγαθών, με τη δημιουργία υποκατάστατων του Θεού, με τήν οχύρωση του εαυτού μας σε ψεύτικα και ευπρόσβλητα χαρακώματα. Ασφαλής και σώφρων είναι ο άνθρωπος ο οποίος, χωρίς να παραμελεί τις βιοτικές ανάγκες του, βλέπει το Θεό σαν πηγή της ζωής και δωρητή των αγαθών. Αλλιώς, μόνον ως άφρων μπορεί να χαρακτηρισθεί, με όλες τις τραγικές συνέπειες της αφροσύνης του.

(Πηγή: Ιωαν. Δ. Καραβιδόπουλου, Ομοτ. Καθηγητού Α.Π.Θ. , «Οδός ελπίδας», σ. 35-37)

Κυριακὴ Εἰκοστὴ Τετάρτη(Θ Λουκά) (Ἐφεσ. β΄ 14-22) +Μητροπολίτης Σερβιών και Κοζάνης Διονύσιος




 
13 Νοεμβρίου 1966


Ἀγαπητοὶ Χριστιανοί,

Σήμερα ἂς μὴ μιλήσουμε ἐμεῖς· ἂς πάρουμε μία ὁμιλία τοῦ ἁγίου Χρυσοστόμου κι ἂς τὴν ἐξηγήσουμε στὴ γλώσσα μας. Ἂς ἐξηγήσουμε πρῶτα τὸ σημερινὸ ἀποστολικὸ Ἀνάγνωσμα κι ὕστερα ἂς ἀκούσουμε νὰ μᾶς μιλάη ἐπάνω στὸ ἴδιο κείμενο ὁ ἱερὸς Πατέρας.

Ἀδελφοί, τέτοιος ἔπρεπε σ' ἐμᾶς ἀρχιερέας νὰ εἶναι ὅσιος, ἄκακος, ὁλοκάθαρος, ἔξω ἀπὸ τοὺς ἁμαρτωλοὺς καὶ παραπάνω ἀπὸ τοὺς οὐρανούς. Αὐτὸς δὲν ἔχει ἀνάγκη, ὅπως οἱ ἀρχιερεῖς τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, νὰ προσφέρη θυσίες πρῶτα γιὰ τὶς δικές του ἁμαρτίες κι ὕστερα γιὰ τὶς ἁμαρτίες τοῦ λαοῦ· γιὰ τὸν ἑαυτό του, γιατί εἶναι ἀναμάρτητος, καὶ γιὰ τὸ λαό, γιατί αὐτὸ τὸ ἔκαμε μιὰ γιὰ πάντα, ὅταν πρόσφερε τὸν ἑαυτό του. Γιατί ὁ νόμος τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης βάζει ἀνάμεσα στὸ λαὸ ἀρχιερεῖς, ποὺ ἔχουνε τὶς ἀνθρώπινες ἀτέλειες, ὅμως ὁ λόγος καὶ ὁ ὅρκος τοῦ Θεοῦ ὕστερα ἀπὸ τὸ νόμο, δηλαδὴ στὴν Καινὴ Διαθήκη, βάζει ἀρχιερέα τὸν υἱό του, ποὺ εἶναι τέλειος στὸν αἰώνα. Καὶ μ' ἕνα λόγο, ἔχομε τέτοιον ἀρχιερέα, ποὺ κάθισε στὰ δεξιὰ τοῦ θρόνου τῆς θείας μεγαλωσύνης στοὺς οὐρανούς, καὶ εἶναι λειτουργὸς τῶν Ἁγίων καὶ τῆς ἀληθινῆς σκηνῆς, ποὺ τὴν ἔχτισε ὁ Κύριος κι ὄχι ἄνθρωπος.

Ἐπειδὴ λοιπόν, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, τέτοιον ἔχομε ἀρχιερέα, ὅπως μᾶς τὸν περιγράφει ὁ ἅγιος Ἀπόστολος, γι' αὐτὸ ἂς τὸν μιμηθοῦμε κι ἂς βαδίσουμε στὰ ἴχνη του. Δὲν ὑπάρχει, γι' αὐτὸ κι ἂς μὴν ἐλπίζουμε σὲ ἄλλη θυσία γιὰ τὴν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν μας. Μία θυσία προσφέρθηκε στὸ Θεὸ ἀπὸ τὸν Μέγαν Ἀρχιερέα, ὅπου μὲ αὐτὴν πρόσφερε τὸν ἑαυτὸν του· μία θυσία μᾶς καθάρισε καὶ μᾶς ἀποκατάστησε ἀπέναντι στὸ Θεό. Ὕστερα ἀπ' αὐτὴ τὴ θυσία, ἂν δὲν θὰ τὴν ἐκτιμήσουμε, δὲν μᾶς μένει παρὰ τιμωρία καὶ καταδίκη. Καὶ γι' αὐτὸ τὸ λόγο ἀκριβῶς ὁ ἅγιος Ἀπόστολος διαρκῶς μᾶς μιλάει γιὰ ἕναν Ἀρχιερέα καὶ γιὰ μία θυσία, γιὰ νὰ μὴ θαρρῆ κανεὶς πὼς εἶναι πολλὲς θυσίες κι ἔτσι χωρὶς φόβο ν' ἁμαρταίνη.

Ὅσοι λοιπὸν καταξιωθήκαμε νὰ λάβουμε τὸ ἅγιο Βάπτισμα καὶ τὴ σφραγίδα τῆς δωρεᾶς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὅσοι ἔχουμε τὴν ἀπόλαυση τῶν ἀγαθῶν τῆς θυσίας τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὅσοι ἔχουμε θέση στὴν τράπεζα τῆς ἀθανασίας καὶ κοινωνοῦμε ἀπὸ τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα τοῦ Κυρίου, ἐμεῖς λοιπὸν ἂς φυλᾶμε γιὰ πάντα τὴν εὐγένεια καὶ τὴν τιμὴ μὲ τὴν ὁποία μᾶς τίμησε ὁ Θεός. Κι ἂς μὴν ἁμαρταίνη κανεὶς μὲ τὴν πρόφαση τάχα καὶ τὴν ἐλπίδα πὼς ἔχει νὰ μετανοήση, πὼς πρὶν ν' ἀποθάνη θὰ τρέξη νὰ ξομολογηθῆ καὶ νὰ ζητήση τὴ συχώρεση τοῦ Θεοῦ, γιατί πολλὲς φορὲς δὲν τὸ κατορθώνουν αὐτὸ οἱ ἄνθρωποι.

Παρακαλῶ, χριστιανοί μου, νὰ πιστέψετε σ' αὐτὸ ποὺ θὰ σᾶς πῶ καὶ νὰ μὴ σᾶς περάση ἀπὸ τὸ νοῦ πὼς τὸ λέγω γιὰ νὰ σᾶς φοβίσω. Ξέρω πολλοὺς ποὺ τὸ ἔπαθαν αὐτό· ἁμάρταιναν μὲ τὴν ἀπαντοχὴ καὶ τὴν ἐλπίδα πὼς θὰ μετανοήσουν κι ἦρθε ἡ τελευταία τους ὥρα κι ἔφυγαν ἀμετανόητοι. Γιατί ὁ Θεὸς γι' αὐτὸ ἔδωκε τὴ μετάνοια· γιὰ νὰ συχωρέση τὶς ἁμαρτίες, ὄχι γιὰ νὰ τὶς πληθύνη. Ὅταν ὅμως κανεὶς χρησιμοποιῆ τὴν εὐεργεσία τοῦ Θεοῦ γιὰ εὐκαιρία ν' ἁμαρταίνη περισσότερο, τότε λοιπὸν ἡ μετάνοια γίνεται αἰτία τῆς ἀμέλειας καὶ τῆς ὀκνηρίας μας. Σᾶς παρακαλῶ λοιπόν, προσέχετε. Κανένας ἂς μὴν εἶναι σὰν μισθωτός, κανένας ἂς μὴν εἶναι ἀφιλότιμος, κανένας ἂς μὴν ἐργάζεται τὴν ἀρετὴ σὰν κάτι βαρὺ καὶ κουραστικό. Μὰ ἂς ἐργασθοῦμε τὴν ἀρετὴ μὲ προθυμία καὶ μὲ χαρά. Ἤ τάχα κι ἂν δὲν ἦταν μισθός, δὲν θὰ 'πρεπε λοιπὸν νὰ ὑπάρχη τὸ καλὸ κι ἡ ἀρετὴ στὸν κόσμο; Ἀλλ' ὅμως, ἔστω καὶ μὲ μισθὸ καὶ μὲ πληρωμή, ἂς γίνουμε καλοὶ καὶ ἐνάρετοι. Γιατί πῶς ἐτοῦτο δὲν εἶναι τάχα ντροπὴ καὶ καταδίκη; Ἂν δὲν μὲ πλήρωσης, λέγει, δὲν γίνομαι καλὸς ἄνθρωπος, φεύγω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία. Λοιπὸν τολμῶ κι ἐγὼ νὰ πῶ κάτι· Ποτὲ δὲν θὰ εἶσαι καλὸς ἄνθρωπος κι ἂς δείχνης σωφροσύνη, ὅταν τὸ κάνης ἐπειδὴ θὰ λάβης μισθό. Γιατί ποτὲ δὲν θὰ ἐκτίμησης τὴν ἀρετή, ἂν δὲν τὴν ἀγαπᾶς. Ὁ Θεὸς ὅμως, γιὰ τὴν πολλὴ ἀσθένειά μας, θέλησε ἡ ἀρετὴ νὰ γίνη ἐπιτέλους μισθὸς καὶ πληρωμή· ἐμεῖς ὅμως οὔτε καὶ ἔτσι εἴμαστε ἐνάρετοι.

Ἂς ἐξετάσουμε τώρα, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, τί τάχα εἶναι βαρὺ καὶ κουραστικὸ ἀπ' αὐτὰ ποὺ μᾶς προστάζει ὁ Θεός. Νὰ 'χης, λέγει, τὴ γυναίκα σου καὶ νὰ 'σαι φρόνιμος, νὰ τὴ σέβεσαι καὶ νὰ τὴν τιμᾶς. Ἐτοῦτο λοιπὸν εἶναι βαρύ; Κι ὅμως πολλοὶ δὲν ἔχουν γυναίκα κι εἶναι φρόνιμοι καὶ κάνουν ἐγκράτεια· κι ὄχι μόνο χριστιανοί, μὰ καὶ εἰδωλολάτρες. Ἐκεῖνο λοιπὸν ποὺ κάνει ὁ εἰδωλολάτρης ἀπὸ ἐγωισμὸ καὶ ματαιοδοξία καὶ δείχνεται ἀνώτερος, ἐσὺ δὲν τὸ κάνεις οὔτε γιὰ τὸ φόβο τοῦ Θεοῦ.

Νὰ δίνης, λέγει, στοὺς φτωχοὺς ἀπὸ τὰ καλά σου. Κι ἐτοῦτο τάχα εἶναι βαρύ; Μὰ κι ἐδῶ μᾶς κατηγοροῦν οἱ ἐχθροί της Ἐκκλησίας, ποὺ δίνουν ὁλόκληρες περιουσίες ἀπὸ κενοδοξία, γιὰ νὰ ἱκανοποιήσουν τὸν προσωπικό τους ἐγωισμό.

Ἄλλη ἐντολὴ λέγει· Νὰ μὴν αἰσχρολογῆς· μέσα στὴν αἰσχρολογία εἶναι καὶ ἡ βλασφημία. Εἶναι τάχα κι ἐτοῦτο δύσκολο; Μὰ κι ἂν δὲν ἔδινε ὁ Θεὸς τὴν ἐντολὴ καὶ πάλι θὰ 'πρεπε ν' ἀποφεύγουμε τὴν αἰσχρολογία σὰν ἔντιμοι ἄνθρωποι. Πὼς ὄχι ἡ ἐντολή, μὰ ἡ αἰσχρολογία κι ἡ βλασφημία εἶναι δύσκολο πράγμα, τὸ βλέπουμε στὸ πῶς ὁ καθένας ντρέπεται καὶ κοκκινίζει, ὅταν τοῦ ξεφύγη κανένας αἰσχρὸς καὶ βλάσφημος λόγος, παρεκτὸς κι ἂν εἶναι μεθυσμένος.

Νὰ μὴ μεθᾶς λέγει ἄλλη ἐντολή, καὶ πολὺ σωστὰ τὸ λέγει. Γιατί τὸ μεθύσι ἀπὸ μόνο του εἶναι κόλαση καὶ τιμωρία τοῦ ἀνθρώπου. Δὲν εἶπε νὰ στερῆς τὸν ἑαυτόν σου καὶ νὰ βασανίζης τὸ σῶμα σου, ἀλλὰ νὰ μὴ μεθᾶς. Δηλαδὴ νὰ μὴν ξευτελίζης καὶ ντροπιάζης τὸν ἑαυτό σου, ἔτσι ποὺ νὰ τοῦ ἀφαιρῆς κάθε ψυχικὸ καὶ λογικὸ γνώρισμα τοῦ ἀνθρώπου.

Μὴν τάχα καὶ δὲν πρέπει νὰ φροντίζουμε καὶ νὰ ἐνδιαφερώμαστε γιὰ τὸ σῶμα; Ὄχι, γιὰ ὄνομα τοῦ Θεοῦ! Δὲν λέγω αὐτό, ἀλλὰ λέγω νὰ μὴ φροντίζης γιὰ τὶς ἁμαρτωλὲς ἐπιθυμίες του καὶ νὰ μὴν ἀνάβης μέσα σου φωτιά. Ὅπως ἀκριβῶς λέγει ὁ ἅγιος Παῦλος «τῆς σαρκὸς πρόνοιαν μὴ ποιεῖσθε εἰς ἐπιθυμίας».

Ἄλλη ἐντολὴ λέγει· Νὰ μὴν ἁρπάζης καὶ νὰ μὴν κλέβης καὶ νὰ μὴν εἶσαι πλεονέκτης· νὰ μὴν παίρνης ψεύτικους ὅρκους στὰ δικαστήρια καὶ νὰ μὴν παραβαίνης ὅσα ὁρκίζεσαι κι ὅσα ὑπόσχεσαι. Ποιὸν κόπο τάχα καὶ ποιὸν ἱδρώτα χρειάζονται αὐτά;

Κι ἄλλη ἐντολὴ λέγει· Νὰ μὴν κατηγορῆς καὶ νὰ μὴ συκοφαντῆς. Ἔχει κι ἐτοῦτο κανέναν κόπο; Τὸ ἀντίθετο μάλιστα εἶναι πολὺ κουραστικό. Γιατί, μόλις κατηγορήσης κάποιον, ἀμέσως σὲ πιάνει ἀνησυχία καὶ σὲ βασανίζει ἡ ὑποψία· μὴν τύχη κι ὅ,τι εἶπες τὸ μάθη καὶ τὸ ἀκούση ἐκεῖνος ποὺ τὸν κατηγόρησες, ἐκεῖνος ποὺ τὸν συκοφάντησες.


Ἀγαπητοὶ χριστιανοί,

Τίποτα δύσκολο καὶ τίποτα βαρὺ δὲν μᾶς προστάζει ὁ Θεός, ἂν βέβαια θέλουμε. Εἰδεμὴ καὶ δὲν θέλουμε, τότε καὶ τὰ εὐκολώτερα μᾶς φαίνονται βουνά. Τίποτα ἀπ' ὅσα προστάζει ὁ Θεὸς δὲν ἔχει κόπο, ἂν θέλη ὁ ἀνθρωπος· γιατί ἀπὸ τὴ θέληση τοῦ ἀνθρώπου κι ἀπὸ τὴ θεία χάρη ἐξαρτῶνται τὰ πάντα. Ἂς θελήσουμε λοιπὸν κι ἂς ἀγαπήσουμε τὰ καλὰ σ' ἐτοῦτο τὸ βίο, γιὰ νὰ ἐπιτύχουμε καὶ τὰ αἰώνια ἀγαθά, μὲ τὴ χάρη καὶ τὴ φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ. Ἀμήν.

Κυριακή Θ Λουκά Τὸ πάθος τῆς ἀπληστίας (Λουκ. ιβ΄16-21) Μητροπολίτου Εδέσσης Πέλλης και Αλμωπίας Ιωήλ





«Τί ποιήσω, ὅτι οὐκ ἔχω ποῦ συνάξω τοὺς καρπούς μου;»

Ὁ Κύριος ἐξαιτίας μιᾶς ἐρωτήσεως κάποιου γιὰ κληρονομικὲς ὑποθέσεις μὲ τὸν ἀδελφό του εἶπε «ὅτι οὐκ ἐν τῷ περισσεύειν τινὶ ἡ ζωὴ αὐτοῦ ἐστιν ἐκ τῶν ὑπαρχόντων αὐτοῦ» (Λουκ. 12,15), δηλ. κι ἂν ἔχει κάποιος ἀφθονία, τὰ πλούτη του δὲν τοῦ δίνουν ζωή. Ἡ ἀνθρώπινη ζωὴ δὲ συμπαρεκτείνεται μὲ τὰ ἀνθρώπινα πλούτη. Στὴ συνέχεια γιὰ νὰ στηρίξει τὴ διαπίστωσή Του αὐτὴ ὁ Κύριος εἶπε τὴν παραβολὴ τοῦ ἄφρονος καὶ ἄπληστου πλουσίου. Ἂς δοῦμε τὰ σημεῖα τῆς ἀπληστίας του.



Τὰ σημεῖα τῆς ἀπληστίας τοῦ πλουσίου.

Πρῶτα πρῶτα στὴν παραβολὴ φαίνεται ἡ εὐσπλαχνία τοῦ Θεοῦ. Δὲν εὐφόρησε κάποιο χωράφι τοῦ πλουσίου, ἀλλὰ «ἡ χώρα» (ὅπ. π. στίχ. 16). Ὅλα τὰ κτήματά του τὴ χρονιὰ ἐκείνη ἦταν καρποφόρα. Μπροστὰ στὰ ἀναμενόμενα ἀγαθὰ ποὺ ἐπρόκειτο νὰ λάβει ὁ ἄπληστος ἐκεῖνος ἄνθρωπος, συμπεριφέρθηκε ἀνόητα. Καταλήφθηκε ἀπὸ ἄπληστους λογισμούς. Θέλοντας νὰ μαζέψει ὅλους τοὺς καρποὺς του ἐξαιτίας τῆς πλεονεξίας του καὶ μὴν μπορώντας, ἐπειδὴ ὁ ὄγκος τῶν ἀγαθῶν ἦταν μεγάλος, «ἑξαπορεῖται καὶ στεναχωρεῖται, ὡς ἄγαν πένης, ὁ ἄγαν πλούσιος», δηλ. στενοχωριέται σὰν εἶναι πάρα πολὺ φτωχός, ἐκεῖνος ποὺ ἦταν πολὺ πλούσιος, τονίζει ὁ Εὐθύμιος Ζιγαβηνός. Ἔπρεπε ἢ νὰ δώσει τοὺς παλαιοὺς καρποὺς στοὺς πτωχοὺς ἢ νὰ εὐχαριστήσει τὸ Θεὸ γιὰ τὴν εὐφορία. Τίποτε ἀπὸ τὰ δύο δὲν ἔκανε. Δὲν κατάλαβε πὼς ὁ Θεὸς τοῦ ἔδωσε τόσα ἀγαθὰ ὄχι γιὰ νὰ τρώγει αὐτός, ἀλλὰ καὶ γιὰ τοὺς ἐνδεεῖς καὶ τοὺς ἀνήμπορους. Τὸ ὅτι εὐφόρησε ἡ χώρα του δείχνει τὸ βάθος τοῦ πλούτου του. Αὐτὸς ποὺ εἶχε τόσο πλοῦτο, φωνάζει σὰν φτωχός. Ὁ Θεὸς ἔδωσε ἀγαθὰ κι ὁ ἄνθρωπος ἀπάντησε μὲ ἀπληστία.

Ἐντύπωση προκαλεῖ καὶ ὁ τρόπος ποὺ ὁμιλεῖ. Λέγει: «Οἱ ἀποθῆκες μου, οἱ καρποί μου, τὰ ἀγαθά μου, τὰ γεννήματά μου· «ἡ ψυχή μου, φάγε, πίε, εὐφραίνου» (ὅπ. π. στίχ. 17 καὶ ἑξ.). Ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς φαίνεται στὴν παραβολὴ σὰν νὰ μὴν ἔχει συγγενεῖς, οἰκογένεια, παιδιά, γνωστοὺς καὶ οἰκείους. Μόνο γιὰ τὸν ἑαυτὸ του κάνει λόγο. Σὰν νὰ λέγει: «Οὐδένα ἔχω κοινωνόν, οὐδένα μεριστὴν ποιοῦμαι, οὐ τοῦ Θεοῦ εἰσιν, ἀλλ’ ἐμά, μόνος οὖν ἀπολαύσω» (ἅγιος Θεοφύλακτος), δηλ. «δὲν ἔχω κανέναν ποὺ νὰ συμμεριστεῖ τὰ πλούτη μου, κανένας δὲ θὰ τὰ μοιραστεῖ μαζί μου, δὲν εἶναι τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ δικά μου, μόνος μου θὰ τὰ ἀπολαύσω». Ἡ ἀπληστία κάνει τὸν ἄνθρωπο νὰ στεγνώσει ἀπὸ κάθε ἀνθρώπινο αἴσθημα. Διαλύει συγγενικοὺς δεσμοὺς καὶ ἀποξενώνει τοὺς ἀνθρώπους ἀπὸ τὸ κοινωνικὸ σύνολο.

Ἄλλο σημεῖο τῆς ἀπληστίας τοῦ πλουσίου εἶναι οἱ ἐπιθυμίες του γιὰ τὸ μέλλον. Τὸ φαγητό, ἡ εὐωχία καὶ ἡ ἀπόλαυση ἦταν τὰ μόνα ποὺ ἐπιθυμοῦσε, ὅταν θὰ μάζευε τὸν πλοῦτο. Σημειώνει ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας πὼς μὲ τὴ λέξη «εὐφραίνου» ὑποδηλώνονται τὰ ὑπογάστρια πάθη· «ἀκολουθεῖ γὰρ τῷ κόρῳ τὰ ἀφροδίσια», δηλ. ἀκολουθοῦν τὸν κόρο (τὴν πληθώρα τῶν ἀγαθῶν) τὰ ἀφροδίσια πάθη. Πράγματι τὰ σαρκικὰ πάθη πολλὲς φορὲς συμβαδίζουν μὲ τὴν πλησμονὴ (χόρτασμα) τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν καὶ μάλιστα τῆς γαστριμαργίας. Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μᾶς λέγουν πὼς ἡ γαστριμαργία εἶναι ἡ μητέρα τῆς πορνείας. Μετὰ ἀπὸ φαγοπότια καὶ κραιπάλες καὶ μέθες εἶναι συνηθισμένο φαινόμενο νὰ πέφτουν οἱ συμμετέχοντες σὲ τέτοιες καταστάσεις στὴν πορνεία. Ἡ ἀπληστία καταστρέφει τὸν ἄνθρωπο.



Εἶναι μεγάλο πάθος ἡ ἀπληστία.

Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος σὲ μία ὁμιλία του γράφει πὼς τὰ πάθη ποὺ πολεμοῦν τὸν ἄνθρωπο εἶναι ἡ πλεονεξία, ἡ ἀκολασία καὶ ἡ κακὴ ἐπιθυμία· «Τὰ τυραννοῦντα μάλιστα τὸ τῶν ἀνθρώπων γένος,ταῦτά ἐστι· πλεονεξία καὶ ἀκολασία καὶ ἐπιθυμία κακή». Ὁ πλεονέκτης, ποὺ εἶναι εἰδωλολάτρης (Ἐφεσ. 5,5), δὲν εἶναι ποτὲ εἰρηνικός. Πάντοτε εἶναι στὴν ταραχή. Μηχανεύεται τρόπους νόμιμους ἤ ἀνόμους γιὰ νὰ συλλέξει περισσότερα ἀγαθὰ στὴ ζωή του. Εἶναι καχύποπτος γιατί δὲν ἐμπιστεύεται κανέναν ἀπὸ τοὺς οἰκείους του ἢ γνωστοὺς ἤ, ἀκόμη, κι ἐκείνους ποὺ τὸν πλησιάζουν μὲ καλὴ πρόθεση. Ὅλους τοὺς ὑποψιάζεται καὶ τοὺς ἀντιμετωπίζει μὲ ἀμφιβολία. Φοβᾶται μήπως τὸν ἀδικήσουν ἢ τὸν ζημιώσουν. Ὁ ἄπληστος δὲν μπορεῖ νὰ ἔχει καθαρὰ νοήματα καὶ καρδιά. Ὁ Κύριος εἶπε πὼς μέσα ἀπὸ τὴν καρδιὰ τοῦ ἁμαρτωλοῦ ἀνθρώπου ἐκπορεύονται μεταξὺ ἄλλων καὶ «πλεονεξίαι» (Μάρκ. 7,22). Μάλιστα τονίζει πὼς ὅλα αὐτὰ «κοινοῖ τὸν ἀνθρωπον» (ὅπ. π. στίχ. 23), δηλ. μολύνουν τὸν ἄνθρωπο. Ἡ πλεονεξία μᾶς ἀπομακρύνει ἀπὸ τὸ Θεὸ καὶ τοὺς ἀνθρώπους, μᾶς ἀποθηριώνει.


Ἀδελφοί μου,

Τὸ πάθος τῆς ἀπληστίας κάνει τὸν ἄνθρωπο νὰ μὴν ἔχει ἐμπιστοσύνη στὸ Θεό, ἀλλὰ στὰ χρήματα καὶ τὰ ὑλικὰ ἀγαθά. Ἡ πλεονεξία εἶναι ὄντως μιὰ εἰδωλολατρία. Σὲ πολλοὺς ἔχει ὑποκαταστήσει τὴν πρόνοια τοῦ Θεοῦ. Ἂς ἐπαναστήσουμε ἐναντίον τοῦ ἑαυτοῦ μας καὶ ἂς ἀναζητήσουμε τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, ποὺ εἶναι πλοῦτος ἄσυλος καὶ θησαυρὸς «ἀνέκλειπτος» (Λουκ. 12,33). Εἶναι ἀγαθὸ ποὺ ἔχει πάντοτε τὴν ἀξία του καὶ ἐκεῖνο ποὺ κατ’ ἐξοχὴν πάντοτε ἔχουμε ἀνάγκη.

Κυριακή Θ Λουκά Η παραβολή του άφρονος πλούσιου Αρχιμανδρίτης Ιωήλ Γιαννακόπουλος




Ἡ Παραβολὴ τοῦ Ἄφρονος πλουσίου, Λουκ. 12,13—21.

Εἶναι ἡ στιγμὴ κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ Κύριος δίδει εἰς τοὺς μαθητάς Του τὰς ἀνωτέρω ἀναφερθείσας συμβουλάς, ὅτε «εἶπε τις ἐκ τοῦ ὄχλου αὐτῷ. Διδάσκαλε, εἰπὲ τῷ ἀδελφῷ μου μερίσασθαι μετ' ἐμοῦ τὴν κληρονομίαν». Ὁ παραπονούμενος οὗτος ἀδελφὸς ἦτο προφανῶς ὁ νεώτερος. Παρεπονεῖτο, διότι ὁ πρεσβύτερος ἀδελφός του δὲν ἤθελε νὰ μοιρασθῇ τὴν περιουσίαν μαζί του καὶ τὴν ἐξεμεταλλεύετο. Ὁ νεώτερος οὗτος ἀδελφὸς θέλων νὰ ἐκμεταλλευθῇ τὴν ἠθικὴν ἐπιρροὴν τοῦ Κυρίου, παρακαλεῖ νὰ τὸν βοηθήσῃ εἰς τὴν διανομὴν τῆς πατρικῆς κληρονομιᾶς. Ὁ Κύριος δηλῶν, ὅτι ὁ σκοπὸς διὰ τὸν ὁποῖον ἦλθεν εἰς τὸν κόσμον, δὲν εἶναι ν' ἀναμιγνύεται εἰς οἰκονομικὰ ζητήματα, λέγει πρὸς αὐτόν: «Ἄνθρωπε, τίς μὲ κατέστησε κριτὴν ἢ μεριστὴν ἐφ' ὑμᾶς;» Ἡ προσφώνησις τοῦ Κυρίου πρὸς τὸν παραπονούμενον ἀδελφὸν «ἄνθρωπε» δεικνύει ἀποδοκιμασίαν Του πρὸς αὐτόν, διότι μέσα εἰς τόσα πνευματικὰ λόγια τοῦ Κυρίου ὁ νοῦς τούτου ἦτο κολλημένος εἰς ὑλικὰ ζητήματα. Ποῖος Μὲ διώρισε, λέγει ὁ Κύριος, κριτήν, ὥστε νὰ δικάσω τὴν διαφοράν σας καὶ μεριστήν, ὥστε νὰ διανείμω τὴν περιουσίαν μεταξύ σας; Αὐτὸ δὲν εἶναι δουλειὰ ἰδική Μου, εἶναι δουλειὰ τῶν ἐπιγείων ἀρχῶν.

Ὁ Κύριος ἀντιληφθείς, ὅτι αἰτία τῆς διαφορᾶς τῶν δύο ἀδελφῶν ἦτο ἡ πλεονεξία καὶ τῶν δύο ἀδελφῶν, διορθώνων βαθύτερον τὰ πράγματα καὶ στραφεὶς πρὸς τὸν λαὸν «εἶπε πρὸς αὐτούς˙ ὁρᾶτε» προσέχετε «καὶ φυλάσσεστε ἀπὸ πάσης πλεονεξίας, ὅτι οὐκ ἐν τῷ περισσεύειν τινὶ ἡ ζωὴ αὐτοῦ ἐστιν ἐκ τῶν ὑπαρχόντων αὐτῷ ». Δὲν ἐξαρτᾶται δηλαδή, λέγει ὁ Κύριος, ἡ ζωὴ τοῦ ἄνθρωπου ἐκ τῶν πολλῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν, τὰ ὁποῖα δυνατὸν νὰ ἔχῃ, ἀλλὰ ἐκ τοῦ Θεοῦ. Πρὸς τοῦτο φέρει τὴν ὡραίαν παραβολὴν καὶ λέγει τὰ ἑξῆς.

« Ἀνθρώπου τινὸς πλουσίου εὐφόρησεν ἡ χώρα». Ἑνὸς πλουσίου ἐκαρποφόρησαν τὰ χωράφια του πολύ. Ἔγινε πλούσιος οὐχὶ ἐξ ἀδικιῶν ἢ δικαίων μόχθων ἀλλὰ διὰ τῆς εὐλογίας τοῦ Θεοῦ. Ἡ εὐλογία αὕτη ἔγινεν εἰς αὐτὸν σκάνδαλον, «καὶ διελογίζετο ἐν ἑαυτῷ» ἐσκέπτετο καθ' ἑαυτὸν «λέγων τί ποιήσω, ὅτι οὐκ ἔχω ποῦ συνάξω τοὺς καρπούς μου;». Αἱ ἀποθῆκαι του ἦσαν μικραὶ καὶ δὲν ἐχώρουν τοὺς καρπούς. Σκέπτεται ποῦ νὰ τοποθέτησῃ τὰ ἀγαθά του. Κατόπιν σκέψεως «εἶπε˙ τοῦτο ποιήσω» αὐτὸ θὰ κάμω «καθελῶ μου τὰς ἀποθήκας» θὰ κρημνίσω τὰς ἀποθήκας «καὶ μείζονας οἰκοδομήσω» καὶ θὰ τὰς μεγαλώσω. «Καὶ συνάξω ἐκεῖ πάντα τὰ γεννήματά μου καὶ τὰ ἀγαθά μου» ἐκεῖ θὰ συγκεντρώσω ὅλους τοὺς καρποὺς καὶ λοιπὰ κινητὰ ἀγαθά μου, ποίμνια, ἀντικείμενα κ.λπ. καὶ τότε «ἐρῶ τῇ ψυχῇ μου» θὰ εἴπω εἰς τὸν ἑαυτόν μου «ψυχή μου ἔχεις πολλὰ ἀγαθὰ κείμενα εἰς ἔτη πολλὰ» πολλὰ ἀγαθὰ διὰ πολλὰ χρόνια. «Ἀναπαύου, φάγε, πίε, εὐφραίνου. Εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ Θεός˙ ἄφρον, ταύτῃ τῇ νυκτὶ τὴν ψυχήν σου» τὴν ζωήν σου «ἀπαιτοῦσιν ἀπὸ σοῦ» ἀπροσδόκητοι ἐχθροί σου˙ «ἃ δὲ ἡτοίμασας τίνι ἔσται;» ὅσα ἐμάζευσες, εἰς ποῖον θὰ μείνουν; «Οὕτως ὁ θυσαυρίζων ἑαυτῷ καὶ μὴ εἰς Θεὸν πλουτῶν». Τὸ ἴδιον θὰ πάθῃ καὶ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θησαυρίζει οὐχὶ κατὰ Θεὸν ὑλικὰ ἀγαθά.

Ἡ κυρία ἰδέα ἐδῶ εἶναι ἡ ἑξῆς: Ἡ πλεονεξία δὲν κάμνει τὴν ζωήν μας μεγαλυτέραν καὶ εὐτυχεστέραν, διότι ὁ θάνατος ἀναμένεται ἀπὸ στιγμῆς εἰς στιγμήν. Ἐπίσης ἡ πλεονεξία θέτει τὴν ψυχὴν εἰς κίνδυνον, διότι πνίγει τὸν ἀγαθὸν σπόρον τοῦ θείου λόγου καὶ δυσκολεύει τὴν σωτηρίαν μας.


Θέμα: Ἡ ἀφροσύνη τῶν πλουσίων

Δύο πρόσωπα ἐν τῇ παραβολῇ βλέπομεν. Τὸν ἀνώνυμον πλούσιον καὶ τὸν πολυώνυμον Θεόν. Τὸν πλούσιον σκεπτόμενον καὶ τὸν Θεὸν ἀπαντῶντα εἰς τὰς ἐνδομύχους σκέψεις καὶ ἀποφάσεις τοῦ πλουσίου. Μὲ βαθεῖαν ὁ πλούσιος, ὡς νομίζει, σκέψιν καὶ σύνεσιν ἀρχίζει τοὺς συλλογισμούς του «διελογίζετο», μὲ μομφὴν ἀφροσύνης ἀπαντᾷ ὁ Θεὸς εἰς τὰς σκέψεις τοῦ πλουσίου λέγων αὐτὸν ἄφρονα. Ἂς ἴδωμεν λοιπὸν ποία ἡ ἀφροσύνη τοῦ πλουσίου καὶ ἡ τοῦ Κυρίου ἀπάντησις καὶ ἡ ἐξ αὐτῶν ὠφέλεια.

Α'. Ἡ ἀφροσύνη τοῦ πλουσίου. Διὰ πάντα ἄνθρωπον τοῦ κόσμου τούτου δύο εἶναι τὰ πολύτιμα ἀγαθά: ἡ ζωή του καὶ τὰ πρὸς συντήρησιν ταύτης ἀγαθά. Καὶ τὰ δύο ἀνήκουσιν εἰς τὸν Θεόν. Διὰ τὸν πλούσιον ὅμως καὶ τὰ δύο ἀνήκουσιν εἰς τὸν ἑαυτόν του, εἰς τὴν ἐξουσίαν του, διότι λέγει «τὰ γεννήματά μου», «τὰ ἀγαθά μου», «τὰς ἀποθήκας μ ο υ» «τῇ ψυχῇ μ ο υ», «τοὺς καρπούς μ ο υ». Ἡ ἐσφαλμένη αὕτη βάσις γίνεται πηγὴ πολλῶν ἀνοησιῶν. Καὶ πρῶτον ὁ πλεονέκτης λέγει: «τί ποιήσω;» Πρὶν ἀποκτήσῃ τὰ ἀγαθά του, ἐνόμιζε, ὅτι ὅταν τὰ ἀπέκτα, θὰ εἶχεν εἰρήνην. Καὶ ὅμως! Τώρα ἀρχίζουν αἱ φροντίδες, αἱ σκοτοῦρες. Πρὶν εἶχε τὴν φροντίδα τῆς ἀποκτήσεως ἢ τῆς ὑπομονῆς τῆς στερήσεως. Τώρα μὲ τὸν πλουτισμὸν περιπίπτει καὶ εἰς φροντίδας διατηρήσεως. Βηματισμοὶ ἐν τῷ δωματίῳ, στριφογυρίσματα ἐν τῇ κλίνῃ, ἀνησυχία! «Τί ποιήσω;» Πόση ἀνησυχία καὶ ἀνοησία!

Δευτέρα ἀνοησία. «Εἶπε˙ τοῦτο ποιήσω˙ καθελῶ μου τὰς ἀποθήκας...καὶ τότε ἐρῶ τῇ ψυχῇ μου...». Αἱ πρὶν θεωρητικαὶ σκοτοῦρες γίνονται πραγματικαί. Γκρεμίζονται αἱ ἀποθῆκαι πρὸς ἀνοικοδόμησιν ἄλλων. Ἡ ἀπόλαυσις τῶν ἀγαθῶν ἀναβάλλεται. «Τότε ἐρῶ...». Λύεται ἡ μία σκοτοῦρα, ἀφοῦ γεννηθοῦν ἄλλες μεγαλύτερες κατὰ τὸν τρόπον τῆς Λερναίας ὕδρας καὶ ἀναβάλλεται ἡ ἀπόκτησις τῆς εὐτυχίας του. Πόσον τρομερὰ ἡ δευτέρα διπλῆ αὕτη ἀνοησία! Τρίτη ἀνοησία. Ὁ πλούσιος λέγει. «Ἔχεις ἀγαθὰ κείμενα εἰς ἔτη πολλά.» Ἡ ἀνοησία αὕτη ἀφορᾷ τὰ ἀγαθά του. Ἰδικά σου, λέγει, εἶναι αὐτὰ καὶ οὐδενὸς ἄλλου ἀνθρώπου ἢ Θεοῦ. Πολλὰ εἶναι τὰ ἀγαθά, μεγάλη θὰ εἶναι καὶ ἡ ἰδική σου ἐπίγειος διάρκεια. Πόσον μεγάλη εἶναι ἡ διπλῆ αὕτη ἀνοησία, ὅταν νομίζῃ, ὅτι ἰδικά του εἶναι τὰ ἀγαθὰ καὶ δι' αὐτῶν θὰ παρατείνῃ τὴν ζωήν!

Ἀποτέλεσμα τῶν βασικῶν τούτων ἀνοησιῶν τοῦ πλουσίου ἐπὶ τῆς ζωῆς καὶ τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν εἶναι τετάρτη ἀνοησία˙ «φάγε, πίε, εὐφραίνου. Ἰδικά σου εἶναι ταῦτα καὶ οὐδενὸς ἄλλου. Ἀπόλαυσέ τα! Οὔτε ὁ πλούσιος Θεὸς oὔτε οἱ πτωχοὶ συνάνθρωποί σου ἔχουν δικαίωμά τι ἐπ' αὐτῶν. Κάμε τα ὡραῖα φαγητά, οἰνοπνευματώδη ποτὰ καὶ πᾶν ὅ,τι σὲ εὐφραίνει καὶ ἀπόλαυσέ τα. Ἐκεῖ θὰ εὕρῃς τὴν εὐτυχίαν σου.» Πόση ἀνοησία εἶναι νὰ νομίζῃ, ὅτι μὲ τὴν ἀπόλαυσιν τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν θὰ εὕρῃ τὴν εὐτυχίαν του!

Β'. Ἡ Σοφία τ ο ῦ Θ ε ο ῦ. «Ἄφρον» λέγει ὁ Θεὸς πρὸς τὸν πλούσιον. Ποῦ εἶναι ἡ ἀφροσύνη τοῦ πλουσίου, εἴπομεν ἀνωτέρω. Ποῦ ὅμως εἶναι ἡ εὐφυΐα τοῦ ἐρωτοῦντος αὐτὸν Θεοῦ; Ἰδού˙ «ψυχὴ» λέγει ὁ πλούσιος «ἔχεις ἀγαθά...». «Τὴν ψυχήν σου ἀπὸ σοῦ αἰτοῦσι» λέγει ὁ Θεός. «Κείμενα εἰς ἔτη πολλὰ» λέγει ὁ πλούσιος. «Ταύτῃ τῇ νυκτὶ τὴν ψυχήν σου ἀπαιτοῦσι» λέγει ὁ Θεός. «Φάγε, πίε, εὐφραίνου » λέγει ὁ πλούσιος. «Ἃ δὲ ἡτοίμασας τίνι ἔσται», λέγει ὁ Θεός. Ἰδοὺ ἡ λακωνικωτάτη ἀπάντησις τοῦ Θεοῦ. Πόσον βάθος νοημάτων! Καὶ συγκεκριμένως: «Τὴν ψυχήν σου ἀπαιτοῦσιν ἀπὸ σοῦ» λέγει ὁ Θεὸς πρὸς αὐτόν. Ἔναντι τῆς νομιζομένης ὑπὸ τοῦ πλουσίου ἀπολύτου κυριότητος ἐπὶ τοῦ ἑαυτοῦ του, ὁ Θεὸς προβάλλει εἰς αὐτὸν τοὺς μύριους κινδύνους «ἀπαιτοῦσι», τοὺς ὁποίους διατρέχει ἡ ζωή, ἰδιαιτέρως τοῦ πλουσίου, θάνατος αἰφνίδιος δι' ἀποπληξίας λόγῳ τῶν πολλῶν φροντίδων, θάνατος βίαιος διὰ τῶν λῃστῶν τῶν ὀρέων καὶ τῶν κοινωνικῶν ἐπαναστάσεων τῶν πόλεων, δολοφονίαι, ἀπαγωγαί.

Διὰ δὲ τὰ ἀγαθά του πόσοι κίνδυνοι! Ἦσαν ὑποκείμενοι εἰς κατάρρευσιν ἐκ σεισμοῦ, εἰς ἀποτέφρωσιν ἐκ κεραυνοῦ ἢ ἐκ πυρκαϊᾶς. «Ταύτῃ τῇ νυκτί». Ἔναντι τῆς νομιζομένης μακροβιότητας τοῦ πλουσίου ὁ Κύριος ἀπαντᾷ: «ταύτῃ τῇ νυκτί». Ὄχι ἔτη πολλὰ ἀλλ' οὐδὲ ὀλίγα, ὄχι μῆνες ἀλλ' οὐδὲ ἑβδομάδες, ὄχι ἑβδομάδες ἀλλ' οὐδὲ ἡμέραι, οὐδὲ ἓν εἰκοσιτετράωρον θὰ ζήσῃ, θὰ ἀποθάνῃ ταύτῃ τῇ νυκτί. Ἡ ὀνειρευομένη νὺξ εὐτυχίας θὰ γίνῃ νὺξ δυστυχίας. Ἔναντι τῆς τοῦ πλουσίου ἀνοησίας «φάγε, πίε, εὐφραίνου, προβάλλεται ἡ τρίτη αὕτη ἀπάντησις τοῦ Κυρίου» ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὸ κορύφωμα τῆς σοφίας τοῦ Κυρίου καὶ τῆς μωρίας τοῦ πλουσίου. «Ἃ δὲ ἡτοίμασας τίνι ἔσται;» Εἶναι σὰν νὰ ἔλεγεν εἰς τὸν πλούσιον. Τὰ ἀγαθά σου δὲν θὰ τὰ χαρῇς. Αὐτὸ σὲ πικραίνει εἰς τὸ σῶμα καὶ σὲ πειράζει εἰς τὴν ψυχήν, διότι τὸ μὲν σῶμα σου στερεῖται τῆς ἀπολαύσεως αὐτῶν, ἡ δὲ ψυχὴ πικραίνεται, διότι τὴν ὥραν κατὰ τὴν ὁποίαν ἔκαμες τὸ εὐφρόσυνον μέλλον, αἰφνιδίως σοῦ ἀφαιρεῖται ἐκ τῆς ψυχῆς σου πᾶσα ἐλπὶς ἀπολαύσεως. Εἰς ποίους θὰ περιέλθουν;



Φίλους ἢ ἐχθρούς;

Γ'. Ἡ μ ε ῖ ς; Τὸ βάθος τῶν νοημάτων, τὸ ὁποῖον ἔχουν αἱ ἐρωτήσεις αὗται τοῦ Θεοῦ, κλείει μὲν τὸ στόμα τοῦ πλουσίου πρὸς ἀπάντησιν, ἀνοίγει ὅμως τὴν ψυχήν σου, ἀναγνῶστα μου, εἰς σκέψεις. Καὶ ἰδού! Ὁ αἰώνιος Λόγος τοῦ Κυρίου ἔχει πάντοτε τὴν ἐφαρμογήν του, περισσότερον ὅμως σήμερον. Καὶ σήμερον αἱ αὐταὶ ἀνοησίαι τῶν ἀνθρώπων καὶ ἡ αὐτὴ ἀπάντησις τοῦ Θεοῦ. Ἡ εὐφορία τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν γεννᾷ πολλὰς ἀνοησίας καὶ ἀνησυχίας. «Τί ποιήσω;» Τί νὰ κάμω; λέγει ὁ πτωχός, διότι δὲν ἔχει τί νὰ φάγῃ˙ τί νὰ κάμω; λέγει καὶ ὁ πλούσιος, διότι δὲν γνωρίζει τί νὰ πρωτοφάγῃ καὶ τί νὰ κάμῃ τὸν πλοῦτον του, χρῆμα ἢ εἶδος; «Ἔχεις ἀγαθὰ» λέγει ὁ πλούσιος εἰς τὸν ἑαυτόν του, ὡς ἐὰν ἦτο ἀπόλυτος κύριος τῶν ὑλικῶν του ἀγαθῶν. Καὶ ὅμως σήμερον πόσον ἄπιστος δοῦλος εἶναι ὁ πλοῦτος! Φεύγει χωρὶς νὰ τὸ ἐννοήσωμεν. «Κείμενα εἰς ἔτη πολλὰ» λέγει διὰ τὰ ἀγαθά του ὁ πλούσιος σήμερον. Καὶ ὅμως πόσοι πλούσιοι ἀποθνῄσκουν ἐν μέσῳ τόσων ἀγαθῶν χωρὶς νὰ δυνηθοῦν τὰ ἀγαθὰ νὰ βοηθήσουν αὐτούς! «Φάγε, πίε, εὐφραίνου» φωνάζουν οἱ σημερινοὶ πλούσιοι, ὡς ἐὰν τὸ φαγητὸν καὶ τὸ ποτόν, τὰ ὁποῖα διέρχονται διὰ τοῦ λάρυγγος καὶ εἰσέρχονται εἰς τὴν κοιλίαν δύνανται νὰ δώσουν χαρὰν καὶ εὐτυχίαν εἰς τὴν ψυχήν. Οἱ πλούσιοι γενικῶς λησμονοῦν, ὅτι εἶναι πρόσκαιροι αὐτοὶ οἱ ἴδιοι, πολὺ περισσότερον τὰ ὑλικά των ἀγαθά. Ἐπίσης οἱ πλούσιοι λησμονοῦν, ὅτι εἶναι ταμίαι ἐπὶ τῶν ὑλικῶν των ἀγαθῶν, διὰ τὰ ὁποῖα θὰ δώσουν λόγον, πῶς διεχειρίσθησαν αὐτά. Ἔχουν τὴν νομὴν καὶ ὄχι τὴν κυριότητα ἐπ' αὐτῶν. Πόσας ἀνησυχίας καὶ ἀνοησίας γεννοῦν ταῦτα!

Καὶ σήμερον ὁ Κύριος ἀπαντᾷ ὡς ἑξῆς: «Τί ποιήσω» λέγει ὁ πλούσιος, ὅταν ζῇ, «ἃ δὲ ἡτοίμασας τίνι ἔσται» ἐρωτᾷ ὁ Θεὸς κάθε πλεονέκτην πλούσιον, ὅταν ἀποθνῄσκῃ. Τί νὰ κάμω δηλαδή, ἐρωτᾷ, ὅταν ζῇ, ὁ πλούσιος τὸν ἑαυτόν του. Τί θὰ τὰ κάμῃς, ἐρωτᾷ ὁ Θεὸς κάθε πλούσιον, ὅταν ἀποθνῄσκῃ. Ἀνησυχίαν καὶ ἀνοησίαν εἶχεν ὁ πλούσιος, ὅταν ἔζη, τρομερωτέραν ἀνησυχίαν καὶ ἀνοησίαν αἰσθάνεται, ὅταν ἀποθνῄσκῃ, διότι δὲν ἀποκλείεται νὰ μείνουν τὰ ἀγαθά του εἰς τοὺς ἐχθρούς του.

Παράδειγμα ἀφροσύνης πλουσίου εἶναι τὰ ἑξῆς: Κάποιος, πολὺ φιλάργυρος, εἶχε κατασκευάσει εἰς τὸ ὑπόγειον τοῦ σπιτιοῦ του ἕνα διαμέρισμα, ὅπου ἔθετε τὰ χρήματά του. Τὸ διαμέρισμα τοῦτο ἔκλεινε μὲ μία σιδερένια πόρτα, ἡ ὁποία ἦτο ἀφανής. Μία ἡμέρα κατέβηκε ἐκεῖ φέρων πολλὰ χρήματα. Ὅταν εἰσῆλθεν, ἐλησμόνησε νὰ βγάλῃ τὸ κλειδὶ ἀπὸ τὴν κλειδαριὰ ἀπερροφημένος ὅπως ἦτο ἀπὸ τὰ χρήματά του. Ἔκλεισε τὴν πόρτα, ἔμεινε τὸ κλειδὶ πρὸς τὰ ἔξω καὶ ἤρχισε νὰ μετρᾷ μὲ ἡδονὴ τὸν θησαυρόν του. Ἦλθεν ἡ στιγμὴ νὰ ἐξέλθῃ, ἀλλὰ ἦτο ἀδύνατον νὰ ἐξέλθῃ. Φωνάζει, κτυπᾷ τὴν πόρτα, ἀλλὰ εἰς μάτην. Οὐδεὶς ὑποπτεύεται τὸ μέρος ἐκεῖνο. Ἐπειδὴ ὅμως πέρασαν ὧρες, ἡμέρες καὶ δὲν ἐνεφανίσθη, ἡ οἰκογένειά του τὸν ἀναζητεῖ, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ τὸν εὕρῃ. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἐπληροφορήθηκεν ἕνας σιδηρουργός. Οὗτος ἐνεθυμήθη, ὅτι κατὰ παραγγελίαν του εἶχε κατασκευάσει μία πόρτα μὲ κλειδαριὰ σούστινη. Ἴσως νὰ ἦτο ἐκεῖ. Πράγματι μεταβαίνουν, ὁ σιδηρουργὸς καὶ ἡ οἰκογένεια τοῦ πλουσίου, εἰς τὸ μέρος ἐκεῖνο, ἀνοίγουν τὴν πόρτα καὶ βλέπουν τὸν φιλάργυρον νεκρὸν ἀπὸ τὴν πεῖναν!

Ὅλαι αἱ ἀνησυχίαι καὶ ἀνοησίαι τοῦ πλουσίου ἔγκεινται εἰς τὸ ὅτι δὲν ἤθελε οὗτος νὰ κάμῃ ἐλεημοσύνην, ὥστε νὰ στείλῃ τὰ ἀγαθά του εἰς τὴν ἄλλην ζωήν.

Κυριακή Θ Λουκά Ἡ παραβολὴ τοῦ Ἄφρονος Πλουσίου(Λουκ. ιβ΄16-21) Anthony Bloom


30.11.1980



Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος

Τὸ τέλος τῆς σημερινῆς Εὐαγγελικῆς περικοπῆς εἶναι μιὰ προειδοποιήση γιὰ κάτι ποὺ ὅλοι μας θὰ μπορούσαμε νὰ ἔχουμε συνειδητοποιήσει, - ὅτι ὁ θάνατος εἶναι δίπλα μας, ὅτι πολλά, πάρα πολλὰ ἀπὸ αὐτὰ ποὺ κάνουμε θὰ χαθοῦν μ’ ἐμᾶς ἐπειδὴ εἶναι περιττὰ, θνητά. 

Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἡ προειδοποιήση τοῦ Χριστοῦ γιὰ τὸ πόσο κοντὰ εἶναι ὁ θάνατος θὰ μᾶς τρομοκρατοῦσε καὶ θὰ μᾶς στεροῦσε ἀπὸ τὴν δημιουργική μας δύναμη; Ὄχι, ἀντίθετα· οἱ Πατέρες συνήθιζαν νὰ λένε, «νὰ ἔχουμε συνεχῆ μνήμη θανάτου» ὄχι μὲ τὴν ἔννοια τοῦ νὰ φοβόμαστε τὸν θάνατο καὶ νὰ ζοῦμε κάτω ἀπὸ τὴν σκιά του, ἀλλὰ μᾶλλον ἐπειδὴ τίποτα ἄλλο παρὰ ἡ γνώση ὅτι ἡ ζωὴ εἶναι σύντομη, ὅτι μπορεῖ ὁποιαδήποτε στιγμὴ νὰ τελειώσει, μπορεῖ νὰ δώσει στὴν κάθε στιγμὴ τὸ τελικό της νόημα, καὶ σὲ ὁλόκληρη τὴ ζωὴ τὴν αἴσθηση ὅτι πρέπει νὰ βιαστοῦμε νὰ κάνουμε τὸ καλό, ὅτι πρέπει νὰ βιαστοῦμε νὰ ζήσουμε ὅπως θὰ ζούσαμε γνωρίζοντας ὅτι ἀνὰ πάσα στιγμὴ ὁ θάνατος μᾶς ὑπερβαίνει, ἡ ζωή μας θὰ εἶναι μιὰ ζωὴ θριαμβευτική. Ἄν μοναχὰ εἴχαμε συνεχῶς αὐτὸ κατὰ νοῦ, θὰ ζούσαμε τόσο βαθιά, τόσο ἔντονα. Ἄν γνωρίζαμε ὅτι τὰ λόγια ποὺ τώρα σᾶς λέω ἦταν τὰ τελευταῖα, πόσο διαφορετικὰ θὰ τὰ ἔλεγα, καὶ πόσο διαφοτετικὰ θὰ τ’ ἀκούγατε! 

Ἄν ἐπρόκειτο νὰ νοιώσουμε ὅτι τὸ πρόσωπο ποὺ μιλούσαμε μπορεῖ νὰ εἶναι νεκρὸ σὲ λίγα λεπτά, πόσο προσεκτικοὶ θὰ εἴμασταν ὥστε τὰ λόγια καὶ οἱ πράξεις μας θὰ ἦταν τὸ ἀποκορύφωμα ὅλης μας τῆς ἀγάπης καὶ τῆς φροντίδας, ὁ θρίαμβος σὲ ὅ,τι ἄριστο καὶ ὑψηλὸ χαρακτηρίζει τὶς σχέσεις μας.

Ὁ λόγος ποὺ ζοῦμε τὸσο ἄσχημα, ποὺ λέμε τόσα πολλὰ κούφια λόγια, λόγια χωρὶς ζωή, ποὺ διαπράτουμε τόσες πράξεις ποὺ ἀργότερα καῖνε σὰν πληγὲς τὴν ψυχή μας, εἶναι ὅτι ζοῦμε σὰν νὰ εἶναι αὐτὴ ἡ ζωὴ μονάχα ἕνα πρόχειρο σχέδιο τῆς ζωῆς ποὺ θὰ ζοῦμε μιὰν ἡμέρα, ὅταν θὰ ἔχουμε χρόνο νὰ διαμορφώσουμε τὸ σχέδιο στὴν τελικὴ ἱστορία. Ἀλλὰ δὲν λειτουργοῦν ἔτσι τὰ πράγματα· ἔρχεται ὁ θάνατος καὶ τὸ σχέδιο μένει ἀδούλευτο, ἁπλῶς μουτζουρωμένο, καὶ αὐτὸ ποὺ μένει εἶναι μιὰ θλίψη γιὰ τὸ πρόσωπο ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι σπουδαῖο, ἀλλὰ ποὺ ἀποδείχτηκε ἐπιπόλαιο καὶ ἀσήμαντο. 

Γι’ αὐτὸ μιλάει τὸ σημερινὸ Εὐαγγέλιο, ὄχι γιὰ τὸ ὅτι θὰ πρέπει νὰ φοβόμαστε τὸν θάνατο, ἀλλὰ γνωρίζοντας ὅτι μπορεῖ νὰ ἔλθει ὁποιαδήποτε στιγμή, κάθε στιγμή πρέπει νὰ εἶναι τέλεια, κάθε λόγος πρέπει νὰ εἶναι λόγος ζωῆς, γεμάτος ἀπὸ πνεῦμα, νὰ ταιριάζει στὴν αἰωνιότητα. Καὶ κάθε μας πράξη σὲ σχέση μὲ μᾶς θὰ εἶναι τέτοια ποὺ θὰ γεννᾶ ζωὴ καὶ θὰ ἐκφράζει τὴν πληρότητα, τὸ μέγεθος, τὴν δύναμη τῆς ἀγάπης καὶ τῆς εὐλάβειας ποὺ θὰ πρέπει νὰ νοιώθουμε ὁ ἕνας γιὰ τὸν ἄλλον καὶ γιὰ τὸ κάθε τι. Ἄς τὸ σκεφτοῦμε, καὶ τότε ἄν μποροῦμε νὰ ἐνεργήσουμε σύμφωνα μ’ αὐτὸ, κάθε λόγος καὶ πράξη μας θ’ ἀποκτήσει τὴν διάσταση τῆς αἰωνιότητας καὶ θὰ λάμψει στὸ φῶς της. Ἀμήν.

Κυριακή Θ΄ Λουκά - «Περί των πνευματικών ηδονών» Αρχιμανδρίτης Καλλίνικος Νικολάου



Λουκᾶ ιβ΄ 16-21
«ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΩΝ ΗΔΟΝΩΝ »“Ψυχή ἔχεις πολλά ἀγαθά κείμενα εἰς ἔτη πολλά,
ἀναπαύου, φάγε, πίε, εὐφραίνου”
Τόν ἄνθρωπο ἀγαπητοί μου ἀδελφοί πού εἶχε αὐτήν τήν ἐντύπωση, ὅτι ἡ ψυχή του μποροῦσε νά εὐφρανθεῖ ἀπό τίς ἀπολαύσεις καί ἡδονές τοῦ σώματος τόν χαρακτήρισε ὁ Κύριος «ἀνόητον». Γιατί ἄραγε;
Θά προσπαθήσουμε νά μάθουμε τήν ἀπάντηση, νά ἀποφύγουμε τόν κίνδυνο νά χαρακτηρισθοῦμε κι ἐμεῖς «ἀνόητοι».
1. «Τό μεικτόν ζῶον».
Ὁ ἄνθρωπος κατασκευάσθηκε ἀπό τόν Δημιουργό Θεό σύνθετος. Εἶναι ὄν, ὕπαρξη δηλαδή συντιθεμένη ἀπό ψυχή λογική, νοερά καί σῶμα ὑλικό. Ἄν καί τά δύο αὐτά στοιχεῖα εἶναι ἐκ διαμέτρου ἀντίθετα καί «ἐναντιώτατα» ἐν τούτοις ἀποτελοῦν μία ἑνότητα ἀσύγχυτη, χωρίς νά μπορεῖ τό ἕνα συστατικό νά μεταβάλλει τό ἄλλο. Ψυχή καί σῶμα ἀποτελοῦν μία ὑπόσταση, τό ἀνθρώπινο πρόσωπο. Καθένα ὅμως ἐκ τῶν συστατικῶν τοῦ ἀνθρώπου ἐνεργεῖ κατά τήν φύση του χωρίς νά διασπᾶται ἡ ἑνότητά του.

Τό ὑλικό σῶμα «ἐφίεται» τείνει καί προσκλίνει πρός τά ὅμοιά του ὑλικά στοιχεῖα. Τό σῶμα ὡς ὑλικό εἶναι «βαρύ» καί «βρίθει πρός τά κάτω» κλίνει δηλαδή πρός τά γήϊνα. Τά γήϊνα του εἶναι «προσφυή» καί «ἐράσμια» τοῦ ταιριάζουν καί τοῦ εἶναι ἀγαπητά γιά τήν ζωϊκή του φύση. Ἔτσι ἀναζητᾶ τήν ἀνάπαυση, τό φαγητό, τά ποτά κι ὅλες τίς ἄλλες σωματικές καί ὑλικές ἡδονές καί ἀπολαύσεις.
Ἀντιθέτως γιά τήν νοερά καί πνευματική ψυχή, ἐπειδή ἀκριβῶς εἶναι «νοερά οὐσία» ποθεῖ, ἐφίεται, ὀρέγεται καί ἐρωτεύεται τά ἀντίστοιχα της νοητά. Αὐτές τίς πνευματικές ἡδονές λαχταράει νά ἐπιτύχει καί νά ἀπολαύσει. Ποιές εἶναι αὐτές οἱ πνευματικές ἡδονές θά ἀναφερθοῦν κατωτέρω.
2. Ἡ ὑποδούλωση τοῦ νοός εἰς τά ὑλικά
Ὁ πρῶτος ἄνθρωπος, ὁ Ἀδάμ καί ἡ Εὔα δηλαδή, περιφρόνησαν τίς πνευματικές ἡδονές καί ἐστράφησαν πρός τίς ὑλικές ἡδονές. Σ’ αὐτές ὑποδούλωσαν τόν νοῦ τοῦ ἀνθρώπου ὥστε αὐτές νά ἐπιζητεῖ, σ’ αὐτές νά ἀναπαύεται, ἀπ’ αὐτές νά εὐφραίνεται. Ἡ ὑποδούλωση τοῦ νοῦ στίς σωματικές ἡδονές καί ἀπολαύσεις συνιστᾶ τήν πτώση τοῦ ἀνθρώπου καί τήν ἔκπτωσή του ἀπό τήν θέα τοῦ Θεοῦ καί τήν κοινωνία μαζί του,
Ἔτσι ὅλοι οἱ ἄνθρωποι κληρονομήσαμε αὐτή τήν ἴδια τάση. Γεννιόμαστε μ’ αὐτήν τήν φοβερή ἀσθένεια, ἡ ὁποία χαρακτηρίσθηκε ἀπό τόν Κύριό μας ὡς «ἀνοησία». Εἶναι πράγματι, ἀνόητο νά ζητᾶμε νά κάνουμε εὐτυχισμένη τήν ψυχή μας μέ ὑλικές ἡδονές, ἐνῶ ἄλλα εἶναι αὐτά πού τήν εὐφραίνουν, τά πνευματικά καί τά νοερά. Αὐτό τό λάθος ἔκανε ὁ ἄνθρωπος τῆς παραβολῆς μας. Ἀπ’ αὐτήν τήν ἀσθένεια εἴμαστε ὅλοι προσβεβλημένοι. Καί ὁ Χριστός ἦλθε νά μᾶς θεραπεύσει δείχνοντας μας πρός τά ποῦ πρέπει νά ζητᾶμε τήν πραγματική εὐτυχία καί ἀνάπαυση. Μᾶς ἔστρεψε πάλι πρός τά πνευματικά καί νοητά ἀπό τά ὁποῖα μποροῦμε νά ἀντλήσουμε κάθε χαρά καί εὐφροσύνη.
3. Οἱ πνευματικές ἡδονές
Ὁ Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης στό συμβουλευτικό ἐγχειρίδιο του παραθέτει αὐτόν τόν κατάλογο τῶν πνευματικῶν ἡδονῶν στίς ὁποῖες ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νά βρεῖ τήν ἀληθινή εὐτυχία καί τήν ἀληθινή ἀπόλαυση. Μ’ αὐτές μπορεῖ νά κορέσει τήν δίψα τῆς καρδιᾶς του. Μ’ αὐτές μπορεῖ νά πληρώσει, νά γεμίσει δηλαδή τήν ἄδεια ὕπαρξή του. Αὐτές τίς ἴδιες ἡδονές τριγοῦν καί οἱ νοερές οὐσίες οἱ Ἄγγελοι καί οἱ ἅγιοι στόν οὐρανό. Αὐτήν τήν ἀπόλαυση εἶχαν οἱ πρωτόπλαστοι πρό τῆς πτώσεως. Αὐτήν τήν οὐράνια τροφή ὁ Κύριος μᾶς χαρίζει ὥστε νά εἴμαστε «πεπληρωμένοι πάσης χαρᾶς καί εὐφροσύνης» : Λέγει λοιπόν ὁ Ἅγιος Πατέρας:
«Ἕξι, ὡς ὑποθέτω, εἶναι οἱ κυριώτερες πηγές καί τόποι καί ὕλες ἀπό τῶν ὁποίων γεννῶνται καί εἰς τούς ὁποίους ἐξαντλοῦνται αἱ ἡδονές τοῦ νοός
α) Ἡ ἐργασία τῶν θείων ἐντολῶν καί ἡ ἐκπλήρωση τοῦ θείου θελήματος
β) Ἡ ἀπόκτησις τῶν θεουργῶν ἀρετῶν
γ) Τά λόγια τῆς Ἁγίας Γραφῆς
δ) Οἱ λόγοι τῶν κτισμάτων
ε) Οἱ λόγοι τῆς ἐνσάρκου οἰκονομίας τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καί
στ)Ἡ θεωρία τῶν προσόντων καί τῶν τελειοτήτων τοῦ Θεοῦ
Λυποῦμαι, διότι δέν μᾶς ἐπιτρέπει ὁ χῶρος οὔτε ἐν συντομία νά ἀναφερθοῦμε σ’ αὐτές. Μπορεῖτε ὅμως μόνοι σας νά ἀναζητήσετε καί νά ἐμβαθύνεται στό θέμα αὐτό.
Ὁ ἄφρων τῆς παραβολῆς μας, ἀλλά καί κάθε ἄφρων τῆς ἐποχῆς μας ζητοῦσε νά δώσει στήν ψυχή του ἀπολαύσεις πού δέν τῆς ταιριάζουν. Κι ὅσο ὁ ἄνθρωπος θά συνεχίσει αὐτήν τήν προσπάθεια θά ματαιοπονεῖ γιατί ἡ ψυχή μας δέν τρέφεται ἀπό τήν ἀνάπαυση τοῦ σώματος, οὔτε ἀπό τά φαγητά, οὔτε ἀπό τά ποτά, οὔτε ἀπό τούς ἔρωτες, οὔτε ἀπό τήν γήϊνη δόξα, οὔτε ἀπό τά ἄλλα μάταια καί ὑλικά.
Καί ὅσο ἡ ψυχή θά μένει πεινασμένη τόσο ὁ ἄνθρωπος θά αἰσθάνεται «ἄδειος» ἐντός του ἐνῶ κατέχει πολλά ἀγαθά.
Μία τέτοια ζωή εἶναι ἀνοησία γιά τόν Κύριο. Γι’ αὐτό ἀδελφοί μου
«Τά ἄνω φρονεῖτε, τά ἄνω ζητεῖτε μή τά ἐπί γῆς» (Κολ. γ΄ 1)

ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ Κυριακής Θ΄ Λουκά Εφεσ. Β΄ 14-22 Αρχιμανδρίτου Ιωήλ Κωνστάνταρου






Δέσμιος ο μεγάλος Απόστολος Παύλος, για την αγάπη και τη δόξα του Χριστού, κατά την πρώτη φυλάκισή του στη Ρώμη περί το 62 ή 63 μ.Χ., αποστέλλει τη θεόπνευστη αυτή επιστολή του. Οι ιεροί ερμηνευτές γράφουν μεταξύ των άλλων ότι το κείμενο αυτό ο Απόστολος το γράφει ως ένα είδος εγκυκλίου, την οποία απέστειλε στην Έφεσο για να αναγνωστεί απ' όλη την τοπική Εκκλησία, ώστε στην συνέχεια να κυκλοφορήσει και στις τοπικές Εκκλησίες της ευρύτερης περιοχής.
Και ναι μεν, σε κάθε κείμενο και επιστολή του ο Απόστολος Παύλος εκφράζει κατά συγκινητικό τρόπο την αγάπη του προς τον Κύριο ημών Ιησού, στην επιστολή του όμως αυτή, την τόσο θεολογική, διαφαίνεται η κάμινος που έκαιε στην καρδιά του Αποστόλου. Επίσης, αποκαλύπτεται η συγκίνησίς του αλλά και ομολογία του για το ότι ο Θεός διά του Ιησού Χριστού, ένωσε εθνικούς και Ιουδαίους σε ένα σώμα. Σε μία Εκκλησία. Το δε κεντρικό μήνυμα του σημερινού Αποστολικού αναγνώσματος είναι ότι ο Χριστός είναι η ειρήνη ημών!
Δεν χρειάζεται να γίνει ειδική αναφορά στο ότι όλος ο κόσμος επί της ουσίας επιζητά την ειρήνη. Το παράδοξο μάλιστα της υποθέσεως είναι ότι και αυτοί που ξεκινούν τους πολέμους και τον εξολοθρευμό του κόσμου και των λαών, το όνομα της ειρήνης έχουν στα χείλη τους. Γι' αυτό και οι άνθρωποι έμαθαν πλέον, και όσο περισσότερο ακούν πολιτικά κηρύγματα περί ειρήνης, τόσο και περισσότερο «κουμπώνονται» και ετοιμάζονται για θλίψεις και ταραχές, για πείνα και για αίματα...
H θέση πλέον αυτή, αποτελεί «κοινόν τόπον». Όμως, η διαπίστωση και η διάγνωση δεν φέρνουν και τη θεραπεία. Ας προσεγγίσουμε περισσότερο λοπόν τον λόγο του Θεού, και εν ταπεινώσει ας δούμε τι ακριβώς συμβαίνει και από πού ξεκινά επιτέλους αυτή η ειρήνη.
Φίλοι μου, η υπόθεση της ειρήνης δεν έχει να κάνει με την πολιτική, ούτε και με την ψυχολογία. Δεν είναι αποτέλεσμα διακριτικών χειρισμών και σχέσεων, ούτε φιλοσοφικών και κοινωνιολογικών συστημάτων. Και φυσικά δεν είναι θέμα εκρηκτικών ή ηπίων χαρακτήρων που πάντοτε θα υφίστανται στην ανθρωπότητα.
Το πρόβλημα της ειρήνης έχει να κάνει με τον ίδιο τον άνθρωπο. Και έχει να κάνει όχι μόνο με την εσωτερική κατάσταση του καθενός μας, αλλά κυρίως του ανθρώπου με τον Θεό.
Όλες αυτές οι φρικτές καταστάσεις που ζούμε, των πολέμων δηλαδή και των ταραχών που ταλανίζουν τον κόσμο, τις βιώνουμε ακριβώς διότι διερράγη η ειρήνη του ανθρώπου με τον δημιουργό του Θεό. Οι άνθρωποι «οδόν ειρήνης ουκ έγνωσαν» (Ψαλμ. ΙΓ' 3).
Εδώ βρίσκεται η όλη ουσία της αναζητήσεως του θέματός μας. Και φυσικά, πριν ξεσπάσουν οι διαμάχες και οι πόλεμοι, στις καρδιές μέσα, λόγω της αποστασίας εκ του Θεού, έχουν ξεσπάσει και έχουν κυριεύσει τα πάθη. Οι καταραμένες αυτές καταστάσεις με τις οποίες συνειδητά ο άνθρωπος διαστρέφει την ύπαρξή του αλλά και τον προορισμό του, και που έχουν ως αποτέλεσμα αφού ξεφύγει η όλη ύπαρξις, τελικώς να μην μπορεί ο ταλαίπωρος να γευθεί και να χαρεί την ειρήνη ποτέ.
Ο άνθρωπος λόγω της αποστασίας και των «παθών της ατιμίας» είχε τόσο πολύ διαστραφεί που όχι την εσωτερική ειρήνη αγνοούσε, τι πράγμα είναι, αλλά κινδύνευε, λόγω αυτής ακριβώς της καταστάσεως να αφανιστεί από προσώπου γης.
Όμως, ας έχει δόξα ο Θεός, διότι γι' αυτό έγινε άνθρωπος. Το ψάλλει με τόση συγκίνηση και το ομολογεί ο Ζαχαρίας στην Ωδή του: « επιφάναι τοις εν σκότει και σκια θανάτου καθημένοις, του κατευθύναι τους πόδας ημών εις οδόν ειρήνης» (Λουκ. Α' 79). Δηλ. Ήλθε η ουράνια αυτή ανατολή για να φωτίσει εκείνους που κάθονται σαν κρατημένοι και απελπισμένοι στο σκοτάδι της πλάνης και της ασέβειας και στην σκιά της αμαρτίας του θανάτου. Και να ενδυναμώσει την θέλησή μας, που εξ΄ αιτίας της αμαρτίας εξασθένησε, ώστε η εν γένει ζωή μας να μπει σταθερά στον ίσιο δρόμο, που οδηγεί ασφαλώς στην κατά θεόν ειρήνη και στην αιώνια σωτηρία.
Επήλθε λοιπόν η συμφιλίωση μεταξύ Θεού και ανθρώπων διά του Κυρίου Ιησού και συγκεκριμένα  με την ασύλληπτη για τους ανθρώπους αλλά και για ολόκληρο τον αγγελικό κόσμο, Σταυρική Του Θυσία. Μια θυσία που ουδέποτε έλλογο κτίσμα θα μπορούσε να φανταστεί!
Τι κρύβει αλήθεια το σχήμα και το μυστήριο του Σταυρού! Πόση χάρη και πόση ευλογία! Αλλά και τι όπλο εναντίον του εχθρού της ειρήνης, εναντίον του διαβόλου! Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι λυσσούν τα όργανα του ανθρωποκτόνου εναντίον του σημείου του Τιμίου και ζωοποιού Σταυρού. Για τούτο δε και κάνουν τα πάντα ώστε να εκδιώξουν το σύμβολο της Νίκης από οποιαδήποτε δημόσια υπηρεσία. Και είναι τούτο επόμενο. Το όργανο της σωτηρίας, ο Σταυρός, καίει τον διάβολο και ερεθίζει τους οπαδούς του. Η δήθεν δικαιολογία που προβάλλουν ότι δηλ. θα αφαιρεθούν και τα άλλα θρησκευτικά σύμβολα, εκεί ακριβώς στοχεύει. Στο να αφανίσουν τον Τίμιο Σταυρό. Όλα τ' άλλα δεν τους ενδιαφέρουν, είτε υπάρχουν, είτε όχι, αφού δεν έχουν να κάνουν τίποτε με τον άνθρωπο και την επικοινωνία του με τον Θεό.
Ο Σταυρός λοιπόν, με τις δύο του κεραίες, αυτό ακριβώς υποδηλώνει. Καθέτως την ειρήνη του ανθρώπου με τον Θεό, και οριζοντίως την ειρήνη του ανθρώπου με το συνάνθρωπο. Αποτελεί πλέον τον συνδετικό κρίκο της ειρήνης. Της Ειρήνης που δεν είναι κάποια θεωρία ή κάποιο σύστημα αλλά της Ειρήνης που είναι πρόσωπο. Το λατρευτό πρόσωπο του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού.
Πόσο όμορφα διασαλπίζει ο ουρανοφάντορας Μέγας Βασίλειος αυτήν ακριβώς την αλήθεια: «Ο ζητών την ειρήνην, ΧΡΙΣΤΟΝ ΕΚΖΗΤΕΙ, ότι αυτός εστίν η ειρήνη ημών»!.
Όμως, επειδή και αυτή η υψηλή κατάσταση της ειρήνης, δεν επέρχεται απλώς και θεωρητικώς, αλλά κυρίως βιωματικώς, είναι ανάγκη να γνωρίζουμε ότι ο βασικότερος τρόπος που ο Θεός χορηγεί την ειρήνη του και την ευλογία του, είναι το μυστήριο της αφέσεως των αμαρτιών. Δηλ. Το μυστήριο της ιεράς εξομολογήσεως διά του οποίου έρχεται ο ίδιος ο Χριστός και σηκώνει το βαρύ φορτίο των αμαρτιών μας. Έρχεται να θεραπεύσει τα τραύματα της ψυχής μας, τα οποία είναι τα πλεόν σοβαρά τραύματα που μπορεί να υποστεί ο άνθρωπος, αφού κυρίως άνθρωπος δεν είναι το σώμα, αλλ' αυτή η αθάνατη και αιώνια ψυχή μας. Και εννοείται πως η ειρήνη, ως μόνιμη πλέον κατάσταση της ψυχής μας, έρχεται ως ευλογία με το μεγάλο μυστήριο της Θείας Κοινωνίας. Της Θείας δηλ. επικοινωνίας η οποία κατακαίει και αφανίζει μέσα στην ύπαρξή μας και το χειρότερο πάθος, και τον ισχυρότερο πειρασμό που είναι δυνατόν όσο υπάρχει να μας αφαιρέσει την ειρήνη. Το δώρο αυτό του Αγίου Πνεύματος και την ζεστή παρουσία της χάριτος.
Από την μια λοιπόν πλευρά τα μυστήρια της Εκκλησίας μας, από την άλλη ο συνειδητός τρόπος ορθοδόξου πνευματικότητος όπως ακριβώς εμφανίζεται στη ζωή των αγίων της Εκκλησίας μας, μας οδηγούν στον ευλογημένο δρόμο της ειρήνης. Ζούμε με ειρήνη και μεταδίδουμε πλέον την ειρήνη στο άμεσο περιβάλλον μας. Μέσα λοιπόν στο πνευματικό αυτό πλαίσιο του αγώνα κατά της πολυκέφαλης αμαρτίας, της συνειδητής συμμετοχής στην Εκκλησιαστική εν γένει ζωή και στο μέτρο της ασκήσεως και της προσευχής, ( ακολουθίες, απλή, νοερά, καρδιακή-ησυχαστών) «η ειρήνη του Θεού, η υπερέχουσα πάντα νουν» (Φιλιπ. Δ΄ 7) φρουρεί πλέον το νου και την καρδιά μας αλλά και όλη την πορεία της αγωνιστικής και μαρτυρικής μας ζωής...
Αδελφοί μου, δεν υπάρχει στον κόσμο μεγαλύτερο αγαθό και πλουσιώτερη ευλογία από αυτήν την Ειρήνη του Θεού. Όχι βεβαίως την ειρήνη όπως την εννοεί ο μακράν του Θεού κόσμος (που με τον όρο αυτό εννούν την ευκολία για αμαρτία και την πνευματική εν γένει αναισθησία) αλλά την Ειρήνη του Κυρίου! Του Παναγίου Πνεύματος! Αυτή την κατάσταση που όταν ο άνθρωπος την αισθανθεί, πράγματι γνωρίζει την εμπειρία των αγίων. Φως, ουράνιο άρωμα, χαρά, αυτή την ευτυχία και ευλογία του Αγίου Πνεύματος. Όταν συμβαίνει αυτό, τότε ο πιστός Χριστιανός είναι έτοιμος να δώσει και αυτή τη ζωή του, είτε με το κόκκινο μαρτύριο του αίματος, είτε με το λευκό μαρτύριο της συνειδήσεως.
Είθε ο Άρχων της ειρήνης να μας χαρίζει το ατίμητο δώρο του με την χάρη της παρουσίας Τού!

Αμήν

 Αρχ. Ιωήλ Κωνστάνταρος
Κόνιτσα

ΣΗΜΕΡΑ ΓΙΝΟΝΤΑΙ ΘΑΥΜΑΤΑ;



O Παύλος Κουλής γεννήθηκε το 1946 στην Πά­τρα. Ήταν το τέταρτο παιδί της οικογένειας και είχε άλλα 5 αδέλφια. Από μικρός ζούσε την εκκλησιαστι­κή ζωή.

Ενώ τελείωνε τις σπουδές του στην Θεολογι­κή Σχολή Αθηνών, σε ηλικία 23 ετών, διαπιστώνεται ότι πάσχει από σκλήρυνση κατά πλάκας με τις γνω­στές συνέπειες (σταδιακή παράλυση σε όλο το σώμα).

Η διάγνωση της ασθένειας αυτής έγινε την 13η Μαΐου 1969 και έκτοτε ο αγωνιστής Παύλος εόρταζε κάθε χρόνο την «επέτειο της ασθενείας του» και μάλι­στα την 13 Μαΐου 1989 με την συμπλήρωση εικοσαε­τίας από τότε, ετέλεσε ευχαριστήρια πανηγυρική Θεία Λειτουργία, στην οποία κάλεσε και φίλους του να συνεορτάσουν και ως καλλίφωνος έψαλε μόνος του όλη την ιερή ακολουθία, με συγκίνηση και κατά­νυξη, ενώ έλαμπε από αγαλλίαση.

Στην αρχή βέβαια, η αποδοχή μιας τόσο τραγικής πραγματικότητας ήταν δύσκολη. Ο Παύλος όμως την αποδέχτηκε και αφέθηκε στο θέλημα του Θεού, όταν μετά δύο χρόνια ψυχολογικής δοκιμασίας, ένα βράδυ αγρύπνιας και αγωνίας αναλογίστηκε εκ βαθέων: «Δεν το ξέρει ο Θεός και δεν με αγαπά;»

Έτσι, πολύ σύντομα, ο αεικίνητος και ζωηρός Παύλος, ο επιτυχημένος κατηχητής, το δυναμικό στέ­λεχος των θρησκευτικών κατασκηνώσεων Πατρών και Αθηνών, καθηλώθηκε στο κρεβάτι του πόνου και άρχισε να χρησιμοποιεί το αναπηρικό αμαξίδιο.
Τα μισά χρόνια της ζωής του, 23 χρόνια από τα 46 πού έζησε, τα πέρασε στο αναπηρικό καρότσι. Από το αμαξίδιο του αυτό, σαν από ένα άλλο άμβωνα, έδω­σε λαμπρές εξετάσεις στην υπομονή, εσήκωσε τον σταυρό της αναπηρίας, οικοδομούσε εις Χριστόν άλ­λους ομοιοπαθείς και υγιείς με το παράδειγμα του ή με τα τονωτικά του λόγια, γλύκανε τον πόνο των άλ­λων. Μερικά από αυτά τα λόγια του τα έδωσε γραπτά σε περιοδικά υπογράφοντας «από το αμαξίδιο».

Η σκληρή δοκιμασία δεν τον κατέβαλε.

Με ήρεμο χαμόγελο, με πίστη και αισιοδοξία σή­κωνε τον καθημερινό σταυρό του. Και ενώ ήταν άρ­ρωστος ο ίδιος, εύρισκε την δύναμη να παρηγορεί και να τονώνει άλλους πονεμένους, και ιδιαιτέρως τους παραπληγικούς. Πλησίαζε ως ομοιοπαθής τους ανα­πήρους, και τους βοηθούσε να δουν την διάσταση της σωτηρίας που έχει ή ασθένεια τους, διαβεβαιώνοντας τους συναναπήρους του ότι:

«Ή αρρώστια μου είναι εκδήλωση της αγάπης του Θεού. Πώς ακουμπάει ένας πατέρας το χέρι του στον ώ­μο του παιδιού του και το παιδί νοιώθει το άγγιγμα; Έτσι και η αρρώστια μου είναι το άγγιγμα του Θεού και μου λέει: -Είμαι εδώ μαζί σου. Μη φοβάσαι τίποτε».

Όταν στην ανηφορική πορεία του προέκυπταν ποικίλα αδιέξοδα λόγω της επιδεινούμενης εξελίξεως της ασθενείας του (μπαστούνι, καροτσάκι, γερανός, μόνος στο σπίτι), πάντοτε τα αντιμετώπιζε με χαρού­μενη διάθεση αλλά και με την βεβαιότητα ότι ο Θεός θα δώσει την κατάλληλη λύση. Δεν διαψεύστηκε πο­τέ! Κατάφερε μάλιστα να κρατήσει το βάρος της ευθύ­νης της ιατρικής φροντίδος σχεδόν μόνος, χωρίς να θέλει να επιβαρύνει κανένα από τους συγγενείς.

Τώρα τι να πούμε εμείς που ένα κρυολόγημα μας πανικοβάλλει, που αντί να λέμε Δόξα τω Θεώ για τις τόσες ευεργεσίες του, βαδίζουμε ανικανοποίητοι, α­γνώμονες, επιλήσμονες;

Κατά το 1975 γνωρίζεται με τον Κλήμη Στεφανίδη, ο όποιος έπασχε από την ίδια ασθένεια από τις αρχές της δεκαετίας του 1950. Ο Κλήμης μαζί με τον πατέρα Ηλία Μαστρογιαννόπουλο είχαν ιδρύσει το σωματείο ΒΗΘΕΣΔΑ - ΜΕΡΙΜΝΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΝΑ­ΠΗΡΟ, με σκοπό την ψυχική τόνωση και φροντίδα των αναπήρων. Ο Παύλος Κούλης κυριολεκτικώς μα­θήτευσε κοντά στον «κατάκοιτο φωτεινό ήρωα» Κλή­μη, ο όποιος αγωνιζόταν για την ιεραποστολική αξιο­ποίηση της δικής του αναπηρίας.

Μετά την ενδημία του Κλήμη εκλέγεται αντιπρόε­δρος του Σωματείου αυτού που εξέδιδε και το ομώνυ­μο περιοδικό - το όποιο εξακολουθεί και εκδίδεται κάθε μήνα ΒΗΘΕΣΔΑ.

Συχνά έγραφε άρθρα που τα υπέγραφε «Παγκράτης Κ.-από το αμαξίδιο» και ήταν γεμάτα φωτεινές σταγόνες δροσιάς, δοξολογία και δέηση ελέους προς τον Θεό, τον όποιο αισθάνεται και αποκαλεί Πατέρα.

Το φωτεινό χαμόγελο ήταν το σταθερό γνώρισμα του. Χαμόγελο πηγαίο από καρδιά που ζούσε τη χαρά (και μέσα στις θλίψεις).
Εκείνο πού ήταν σε όλους φανερό, ήταν η βαθειά πεποίθηση του στην ζωντανή και γεμάτη αγάπη πα­ρουσία του Θεού, και η μεγάλη εμπιστοσύνη στην Πρόνοια Του. Συχνά έμενε δίχως ανθρώπινη βοήθεια για ένα διάστημα και τότε δεν ήθελε να επιβαρύνει κάποιον συγγενή ή γνωστό αλλά με σταθερότητα έλε­γε: κάποιον θα στείλει ο Θεός, μην ανησυχείτε για μέ­να, και πράγματι, κάποιος βρισκόταν σε λίγο για να τον βοηθήσει.

Τα τελευταία χρόνια κυριολεκτικά είχε παραδοθεί στα χέρια του Θεού και αγαπημένο του θέμα πλέον εί­χε γίνει η βασιλεία του Θεού, για την οποία ετοιμαζό­ταν με εξομολόγηση, συχνή Θεία Κοινωνία, πολλή προσευχή και πνευματική μελέτη.
Ο θάνατος ήλθε ενώ κοιμόταν στο κρεβάτι του το μεσημέρι, πέρασε με βαρύ εγκεφαλικό στον ύπνο του θανάτου για να ξυπνήσει στην αιωνιότητα. Ήταν 26 Αυγούστου του 1992. Η κηδεία έγινε στον Ναό της Παντανάσσης Πατρών.

Το τελευταίο του κείμενο που δημοσιεύτηκε μετά την κοίμησί του καταλήγει «Κύριε, η τελευταία ανάσα της ζωής μου να είναι αυτή: Ναι, έρχου Κύριε Ιησού και έτσι να ανταμώσουμε ΑΜΗΝ».

(Από το βιβλίο «Εκ του αμαξιδίου», Εκδόσεις ΤΑΩΣ, ΠΑΤΡΑ 1996).

Εκ του βιβλίου: Γίνονται θαύματα σήμερα
Εκδόσεις "Ορθόδοξος Κυψέλη" Θεσσαλονίκη

Ποινικές διώξεις για τους βλάσφημους 'ηθο-ποιούς' και συντελεστές της χυδαίας παράστασης Corpus Christi!



Ως φως στο τούνελ της εν γένει διαφθοράς, της ασυδοσίας, του ευτελισμού των θεσμών, των αξιών και ιδανικών και της κατάφωρης ανομίας που κατά κόρον επικρατούν τα τελευταία χρόνια στην χώρα μας δύναται να εκληφθεί η άσκηση ποινικής διώξεως από την Εισαγγελία Πρωτοδικών της Αθήνας για καθύβριση θρησκεύματος και κακόβουλη βλασφημία από κοινού και κατ' εξακολούθηση σε βάρος συντελεστών και ηθοποιών της παράστασης Corpus Cristi.
Αφορμή στάθηκαν οι μηνύσεις του μητροπολίτη Πειραιώς Σεραφείμ αλλά και δεκάδων πολιτών, οι οποίοι υποστήριξαν με αποδείξεις ότι καθυβρίζεται το θρήσκευμα και απειλείται η θρησκευτική ειρήνη και η κοινωνική συνοχή.  Η Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών απέφυγε να κινήσει τη διαδικασία της αυτοφώρου διαδικασίας, την οποία προέβλεπε ο νόμος και το σύνταγμα αναθέτοντας την διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης στον εισαγγελέα Χ. Λακαφώση, ο οποίος αφού πήρε καταθέσεις από πολίτες που υποστήριξαν ότι θίγονται από το περιεχόμενο της παράστασης, διάβασε το σενάριο και είδε μαγνητοσκοπημένη την παράσταση. Μετά την προανάκριση άσκησε ποινική δίωξη, η οποία κυρίως αποβλέπει στην προστασία της κοινωνικής συνοχής και θρησκευτικής ειρήνης, αγαθά που απειλούνται από τέτοιες απαράδεκτες και χυδαίες παραστάσεις!
Μετά την άσκηση δίωξης μάλιστα έδωσε εντολή στη ΓΑΔΑ να διενεργήσει προανάκριση λαμβάνοντας ανωμοτί καταθέσεις από τους κατηγορούμενους.
Η απόφαση αυτή ουσιαστικά εκλαμβάνεται ως αμυδρή ελπίδα στο γενικό κατήφορο της χώρας και δύναται να αποτελέσει τροχοπέδη σε όλους αυτούς τους ψευτο-κουλτουριάδες ενός παγκοσμίως ξεπεσμένου διαφωτισμού που εκλαμβάνουν την έννοια της δημοκρατίας και την ελευθερία που εκπηγάζει εξ αυτής ως πλήρη ασυδοσία... «Κάτι φαίνεται πως αρχίζει να επαναλειτουργεί σ’ αυτό το κράτος. Ίσως ο κοινωνικός αντίκτυπος για το θεσμό της Δικαιοσύνης και την κυβέρνηση από την κατάφωρη βλασφημία των θείων προσώπων της χριστιανικής πίστης μέσω της χυδαίας αυτής παράστασης Corpus Christi  να διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην απόφαση του εισαγγελέα για άσκηση ποινικής δίωξης. Πρέπει κάποιοι να καταλάβουν ότι η Ελλάδα δεν είναι μπανανία. Πρέπει να κατανοήσουν ότι δεν μπορούν να ασχημονούν ασύστολα και να επιβραβεύουν την ανωμαλία ως δήθεν ανθρώπινο δικαίωμα γιατί η ανοχή των Ελλήνων έχει και όρια» σχολίαζαν εκκλησιαστικοί κύκλοι εξ αφορμής της άσκησης ποινικής δίωξης. Και πρόσθεταν: «Μέσα στο πλαίσιο αυτό και παρά τα όσα θα βγουν να υποστηρίξουν οι γνωστοί ανόητοι και άφρονες ψευτοκουλτουριάρηδες και τα ελεγχόμενα από τους κύκλους της ανομίας μαζικά μέσα ενημέρωσης διαστρεβλώνοντας την αλήθεια και προς εντυπωσιασμό της κοινής γνώμης περί δήθεν παραβίασης ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της ελευθερίας της έκφρασης το μήνυμα που εκπορεύεται εκ της αποφάσεως είναι σαφές και συγκεκριμένο. Έχει δε να κάνει με την τήρηση του συντάγματος και το σεβασμό των θεσμών και των πιστευμάτων του κάθε πολίτη. Δεν μπορεί κανένας να ασχημονεί στο όνομα δήθεν της ελευθερίας της τέχνης και της έκφρασης».-

Συντάκτης: ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΜΑΚΡΗΣ
Πηγή: ΣΤΥΛΟΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 2012

"Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη

  Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...