Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 27, 2013

Μάθε τὸ παιδί σου νὰ προσεύχεται


προσευχή καντήλι
«Εἶναι ὥρα γιὰ ὕπνο καὶ πρέπει νὰ προσευχηθεῖς» ἢ «ὁ Θεὸς εἶναι καλός, εὐχαρίστησε Τὸν γιὰ τὸ φαγητὸ πού σου ἔδωσε» εἶναι μερικὲς ἀπὸ τὶς πιὸ συνηθισμένες ἐκφράσεις τῶν γονέων πρὸς τὰ παιδιά τους. Δυστυχῶς ὅμως πάρα πολὺ συχνὰ διαπιστώνουμε τὴ δυσκολία τῶν παιδιῶν νὰ ποῦν τὶς μικρὲς παιδικές τους προσευχές. Γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ αἰσθανόμαστε ἀπογοητευμένοι καὶ προβληματισμένοι ἐπειδὴ ἐνῶ πολλὲς φορὲς ἔχουμε διδάξει τὰ παιδιά μας νὰ προσεύχονται, τὸ ἀποτέλεσμα δὲν εἶναι ἱκανοποιητικό.
Αὐτὸ συμβαίνει γιατί οἱ γονεῖς καὶ οἱ μεγαλύτεροι, γιαγιάδες καὶ παπποῦδες, ξεχνοῦν μία μεγάλη ἀλήθεια: Τὰ παιδιὰ μιμοῦνται καὶ παιδαγωγοῦνται σύμφωνα μὲ αὐτὸ ποὺ βλέπουν ἀπὸ τοὺς μεγαλύτερους. Πῶς θέλουμε τὰ παιδιά μας νὰ προσεύχονται στὸ Θεό, ὅταν αὐτὰ δὲν ἔχουν δεῖ ποτὲ ἐμᾶς νὰ προσευχόμαστε; Πῶς θὰ μάθουν νὰ εὐχαριστοῦν τὸ Θεὸ γιὰ τὴν τροφὴ ἢ τὴν ὑγεία, ἐὰν πρῶτα δὲν δοῦν ἐμᾶς νὰ βρισκόμαστε στὰ γόνατα καὶ νὰ εὐχαριστοῦμε τὸ Δημιουργὸ γιὰ τὴν ἡμέρα ποῦ πέρασε, γιὰ τὸ φαγητὸ ποῦ προμήθευσε, γιὰ τὴν ὑγεία μας, γιὰ τὴν προστασία Του, γιὰ τὴν…
ὁδηγία μέσα στὴ ζωή μας;
Παρακάτω δίνουμε 7 ἁπλὲς συμβουλὲς ποὺ θὰ μποροῦσαν νὰ βοηθήσουν τὰ παιδιὰ νὰ κατανοήσουν τὴν σπουδαιότητα τῆς προσευχῆς:
Ἀφῆστε τὰ παιδιά σας νὰ σᾶς δοῦν: Τὰ παιδιὰ μαθαίνουν ἀπὸ τὸ παράδειγμα. Τὰ παιδιὰ καὶ τὰ ἐγγόνια μᾶς πρέπει νὰ δοῦν τὴν ἡμέρα μας κάτω ἀπὸ τὴν προσευχὴ καὶ τὴ μελέτη τῆς Βίβλου. Γίνε τὸ παράδειγμα στὰ παιδιά σου μέσα ἀπὸ τὴ δική σου ζωή.
  1. Συμμεριστεῖτε τὸ πρόβλημα μαζί τους. Τὶς περισσότερες φορὲς ὅταν προκύπτει κάποιο πρόβλημα στὴν οἰκογένεια, οἱ γονεῖς προσεύχονται στὸ Θεὸ νὰ δώσει λύση χωρὶς νὰ συμμετέχουν στὴν προσευχὴ καὶ τὰ παιδιά. Προσευχηθεῖτε μαζί τους καὶ δῶστε τοὺς τὴν εὐκαιρία νὰ ἐκθέσουν τὸν πρόβλημα τῆς οἰκογένειας καὶ αὐτὰ στὸ Θεὸ μὲ τὸ δικό τους τρόπο. Ἡ ἐπίκληση θὰ πρέπει νὰ ἔχει περισσότερο χρόνο ἀπὸ ὅτι μία προσευχὴ πρὶν τὴν ὥρα τοῦ φαγητοῦ.
  2. Συνοδεύεστε τὰ παιδιά σας μὲ μία προσευχή. Καθημερινὰ ἔχουμε τὴν εὐκαιρία νὰ διδάξουμε τὴν προσευχὴ στὰ παιδιά μας μὲ ἁπλὸ καὶ σύντομο τρόπο: Προσευχηθεῖτε μαζί τους πρὶν αὐτὰ φύγουν γιὰ τὸ σχολεῖο ἢ τὴν ἐκδρομή τους, ζητώντας τὴν προστασία καὶ τὴν καθοδήγησή τους ἀπὸ τὸ Θεό. Ζητεῖστε ἀπὸ τὰ παιδιὰ νὰ κάνουν τὸ ἴδιο. Πολλὲς φορὲς τὰ λόγια της προσευχῆς ἔρχονται νὰ τοὺς ὑπενθυμίσουν γιὰ αὐτὸ ποὺ προσευχήθηκαν κατὰ τὴ διάρκεια τῶν σχολικῶν μαθημάτων τους καὶ νὰ συμπεριφερθοῦν κόσμια καὶ χριστιανικὰ σὲ καθημερινὲς περιστάσεις.
  3. Δημιουργεῖστε ἕναν κατάλογο προσευχῆς καὶ γράψτε ὅλα τὰ ὀνόματα συγγενῶν καὶ φίλων, φτιάξτε ἕναν κατάλογο μὲ ἄτομα ποὺ χρειάζονται τὴν προσευχή σας. Δῶστε τὴ δυνατότητα στὰ παιδιὰ νὰ ἔχουν καὶ τὸ δικό τους κατάλογο μὲ ἀγαπημένα τοὺς πρόσωπα ἀπὸ τὴν οἰκογένεια, τοὺς συγγενεῖς, ἀπὸ φίλους καὶ συμμαθητές τους, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ἀνάγκες ποὺ αὐτὰ βλέπουν καὶ γνωρίζουν. Καθορίστε συγκεκριμένη ὥρα γιὰ νὰ προσευχηθεῖτε μαζί τους. Καλὸ θὰ εἶναι οἱ δικές σας προσευχὲς νὰ εἶναι σύντομες καὶ περιεκτικὲς ἔτσι ὥστε νὰ μὴν κουράσουν τὰ παιδιὰ σᾶς ἀλλὰ καὶ νὰ δώσουν τὴν εὐκαιρία καὶ σ? αὐτὰ νὰ προσευχηθοῦν μὲ μεγαλύτερη διάθεση.
  4. Εὐχαριστῆστε τὸ Θεὸ γιὰ κάθε θετικὴ ἐξέλιξη. Δὲν εἶναι λίγες οἱ φορὲς ποὺ ἐνῶ ἔχουμε ζητήσει ἀπὸ τὸ Θεὸ νὰ ἐνεργήσει καὶ ἡ ἔκβαση ἑνὸς προβλήματος ἔχει διευθετηθεῖ μὲ τὸν καλύτερο τρόπο, ξεχνᾶμε νὰ Τὸν εὐχαριστήσουμε γιὰ τὸ ἀποτέλεσμα. Εὐχαριστῆστε τὸ Θεὸ γιὰ τὸ συγκεκριμένο ἀποτέλεσμα προσευχόμενοι μαζὶ μὲ τὰ παιδιά σας. Ἔτσι θὰ μάθουν ὄχι μόνο νὰ ζητοῦν ἀλλὰ καὶ νὰ εὐχαριστοῦν.
  5. Φτιάξτε ἕναν κατάλογο εὐχαριστίας. Ὅταν οἱ προσευχὲς ἀπαντιόνται, σὲ θέματα ποὺ εἶχαν σχέση μὲ τὰ παιδιά σας, μάθετε νὰ εὐχαριστοῦν τὸ Θεὸ γὶ αὐτό. Θὰ ἦταν καλὸ μία φορὰ τὴν ἑβδομάδα, νὰ προσευχόμαστε γιὰ τὰ θετικὰ ἀποτελέσματα ποὺ προέκυψαν μέσα στὴ συγκεκριμένη ἑβδομάδα.
  6. Συμβουλεῦστε καὶ συγχρόνως προσευχηθεῖτε. Ὅταν τὸ παιδὶ μᾶς ἔρχεται νὰ μᾶς ἐκθέσει ἕνα προβλήματα, π.χ. σχέση μὲ κάποιο συμμαθητή του, συμβουλεῦστε τὸ καὶ συγχρόνως προσευχηθεῖτε μαζί του γιὰ θετικὴ ἔκβαση στὸ πρόβλημα ποὺ τὸ ἀπασχολεῖ. Συμβουλεῦστε τὸ καὶ προσευχηθεῖτε συγχρόνως. Ποτὲ μὴν κάνετε τὸ ἕνα ἢ τὸ ἄλλο μόνο.
  7. Πρέπει νὰ θυμόμαστε πὼς τὰ παιδιά μας καὶ τὰ ἐγγόνια μας δὲν θὰ γίνουν «πολεμιστὲς προσευχῆς», τὰ ὁποία θὰ προσεύχονται ὁλονύχτια. Θέλουμε ὅμως νὰ μάθουν πὼς ἡ προσευχὴ μπορεῖ νὰ γίνει ἕνα ζωτικῆς σημασίας μέρος τῆς ζωῆς τους. Πάνω ἀπὸ ὅλα προσευχηθεῖτε στὸ Θεὸ ἔτσι ὥστε Αὐτὸς νὰ σᾶς ὁδηγήσει καὶ νὰ σᾶς συμβουλέψει μὲ ποιὸν τρόπο θὰ ἐργαστεῖτε μαζί τους. Καὶ μὴν ξεχνᾶτε πὼς τὸ καλύτερο μάθημα εἶναι τὸ δικό σας παράδειγμα. Ἡ δική σας πνευματικὴ πορεία θὰ γίνει εὐλογία καὶ σὲ σᾶς καὶ στὰ παιδιά σας, στοὺς γύρω σας!

πηγή

Πως είναι δυνατόν να περάσουν χίλια χρόνια σαν μία ημέρα; (Μέρος Α')



Ζούσε πολύ παλιά σε ένα μοναστήρι κάποιος μοναχός, ο οποίος συνεχώς αναρωτιόταν: «Στον Παράδεισο, πως είναι δυνατόν να περνούν χίλια ολόκληρα χρόνια και όμως να φαίνονται σαν μία ημέρα; Τοσο ωραία είναι εκεί και τέτοια μακαριότητα επικρατεί; Αλλά πάλι… χίλια χρόνια σαν μία μέρα; Πώς γίνεται;».
Ο μοναχός αυτός, ο οποίος είχε το διακόνημα του νεωκόρου και ήταν αρκετά προχωρημένος στην πνευματική ζωή, προσευχόταν στην κυρία Θεοτόκο με αυτά τα λόγια: «Παναγία Μητέρα μας, παρακάλεσε τον Υιό Σου και Σωτήρα μας να μου δείξει πως είναι δυνατόν τα χίλια χρόνια να φαίνονται σαν μία ημέρα.
Διότι είμαι βέβαιος ότι τα λόγια του Αγίου Πνεύματος είναι αληθινά». Έτσι προσευχόταν ο μοναχός για τρία χρόνια και τελικά ο Θεός του έδειξε.

Κάποιο απόγευμα λοιπόν ο μοναχός, μετά τη νυχτερινή ακολουθία, έμεινε μόνος του στο ναό, για να διαβάσει τους Χαιρετισμούς της Θεοτόκου. Ακούμπησε τον σκούφο του στο αναλόγιο και, κρατώντας στο χέρι του το κλειδί της εκκλησίας, διάβαζε.
Ξαφνικά, μπαίνει μέσα στην εκκλησία ένας αετός και κάθεται επάνω στο τέμπλο. Και ήταν μάλιστα τόσο ωραίος αυτός ο αετός, που ποτέ στη ζωή του δεν είχε δει άλλον σαν κι αυτόν.
Τα φτερά του είχαν πολλά και πανέμορφα χρώματα και στο καθένα από αυτά υπήρχε και από μία πολύτιμη πέτρα, ενώ στο κεφάλι του είχε κάτι που έμοιαζε με κότσο. Στάθηκε λοιπόν στο τέμπλο και κοιτούσε γύρω-γύρω με τα κατάμαυρα μάτια του.
Βλέποντας ο μοναχός τον αετό στο εικονοστάσιο, σταματά την προσευχή του και, πέφτοντας σε πειρασμό, προσπαθεί να βρεί κάποιον τρόπο για να τον αιχμαλωτίσει: «Αν τα καταφέρω, δεν χρειάζεται να αποκτήσω άλλη περιουσία στη ζωή μου. Ακόμη κι ένα φτερό του να αποκτήσω, θα είμαι ευχαριστημένος!».
Αρχίζει λοιπόν να τρέχει προς τον αετό, αλλά εκείνος, με κάποια δυσκολία στο πέταγμα, απομακρύνεται προς το μέσον της εκκλησίας. Ο μοναχός από πίσω του. Δοκιμάζει και πάλι να τον πιάσει, αλλά ο αετός πετάει προς το προαύλιο. «Πώ πώ! Θα τον χάσω. Κύριε βοήθησέ με να τον πιάσω!»… Φτάνει κοντά του, απλώνει τα χέρια του να τον αγγίξει, κι εκείνος ανοίγει τα φτερά του και φεύγει, πετώντας όμως σε χαμηλό ύψος. Βγαίνουν και οι δύο έξω από την εκκλησία, στην αυλή του μοναστηριού. Ο αετός απομακρύνεται λίγο, πετάει προς τους κήπους της μονής και προσγειώνεται επάνω στον ξύλινο φράχτη. Μόλις ο νεωκόρος τον πλησιάζει, ο αετός ανοίγει ξανά τα φτερά του και μπάινει στο δάσος. Ο μοναχός από πίσω… Πηδάει τον φράχτη και συνεχίζει να τρέχει φωνάζοντας: «Κύριε, βοήθησέ με να τον πιάσω! Σε παρακαλώ, Κύριε, βοήθησέ με».
Τον πλησιάζει ξανά, μα μόλις κάνει να τον πιάσει, ο αετός και πάλι του ξεφεύγει και μπαίνει σ΄ ένα μεγάλο ξέφωτο. «Κύριε, μη με εγκαταλείπεις. Βοήθησέ με να τον πιάσω!». Φτάνει πάλι κοντά, απλώνει τα χέρια του, αλλά το πουλί ανοίγει ξανά τα φτερά, πετάει για λίγο και κάθεται πάνω σ’ ένα έλατο. Ο μοναχός τότε, από τη στενοχώρια του, αρχίζει να κλαψουρίζει: «Κύριε, ούτε ένα φτερό του δεν είμαι άξιος να αποκτήσω…». Στρέφει πάλι το βλέμμα στον αετό του δεν είμαι άξιος να αποκτήσω…». Στρέφει πάλι το βλέμμα στον αετό και καθηλώνεται από την ομορφιά του: «Ω Θεέ μου, τι όμορφο πουλί! Ποτέ στη ζωή μου δεν ξαναείδα παρόμοιο!».

Κι εκείνη ακριβώς τη στιγμή ο αετός αρχίζει να ψάλλει! Η ψαλμωδία που φτάνει στα αυτιά του μοναχού είναι τόσο γλυκιά, που τον αφήνει εκστατικό. Μόνο που ο αετός δεν ήταν αετός˙ ήταν άγγελος με τη μορφή αετού, αλλά ο μοναχός βέβαια δεν το ήξερε. Κι έτσι έμεινε εκεί, ακίνητος, για τριακόσια πενήντα πέντε ολόκληρα χρόνια ν’ ακούει την ουράνια ψαλμωδία. Ποτέ στη ζωή του δεν είχε ξανακούσει κάτι ανάλογο.
Όταν λοιπόν πέρασαν όλα αυτά τα χρόνια, ο μοναχός είχε την εντύπωση πως είχε περάσει μόνο μία ώρα. Και σε όλο αυτό το διάστημα ούτε κουράστηκε ούτε πείνασε ούτε δίψασε ούτε γέρασε! Μα και κανείς δεν τον είχε δει˙ ούτε εκείνον ούτε και τον αετό.
Τελικά, ο αετόμορφος άγγελος πέταξε μακριά, αφήνοντας τον μοναχό ολομόναχο και με το κλειδί της εκκλησίας στο χέρι ακόμη, να μονολογεί: «Πώ πώ τι έπαθα…Αλίμονό μου! Έφυγα τόσο βιαστικά, που ούτε τον σκούφο μου δεν πήρα. Και άφησα και την εκκλησία ξεκλείδωτη για μία ολόκληρη ώρα… Τρέχω να την κλειδώσω!».
Επέστρεψε όσο πιο γρήγορα μπορούσε, για να την κλειδώσει, αλλά όμως το μοναστήρι του ήταν αγνώριστο! Η εκκλησία ήταν σκεπασμένη με διαφορετικά υλικά, τα κελλιά ήταν αλλοιώτικα. Δεν μπορούσε να πιστέψει αυτό που έβλεπε. «Κύριε», αρχίζει να μονολογεί σαστισμένος, « ή εγώ έχασα τα μυαλά μου ή… τι να πω, δεν ξέρω. Μια ώρα μόνο έλειψα και γυρίζοντας αντικρύζω ένα άγνωστο μοναστήρι…». Και τρέχει γρήγορα στον πορτάρη (τον θυρωρό) της μονής.

πηγή

Ταξίδι στη Ζωή. Ο Σεραφείμ διηγείται την "περιπέτειά" του, στον "αγώνα" του να βρεί τον εαυτό του.


 Ο Σεραφείμ διηγείται την "περιπέτειά" του, στον "αγώνα" του να βρεί τον εαυτό του.

  Το θαυμαστό ταξίδι από τον Λουθηρανισμό, μέσα από τις ανατολικές θρησκείες, στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Αυτή η ιστορία έχει πολλά να διδάξει σε όλους μας, αλλά κυρίως στους Ορθοδόξους επισκόπους και ιερείς. Σε αυτό το βίντεο βλέπει κανείς την θαυμάσια απάντηση του Θεού σε έναν άνθρωπο που είναι αποφασισμένος, και πικραμένος κάνει την "αναζήτηση" για την πνευματική υγεία και την επούλωση των "πληγών" του. Και βλέπει κανείς επίσης και την απλή και ταπεινή αποδοχή του από την πρόνοια του Θεού. Ο Σεραφείμ γεννήθηκε, βαφτίστηκε, ως Λουθηρανός, αν και μόνο κατ' όνομα, γιατί ήταν απλός παρατηρητής, ο οποίος αργότερα, για την μη εκπλήρωση των προσδοκιών και για να βρεί το νόημα στη ζωή του, ζήτησε από τις ανατολικές θρησκείες θρησκευτικές "εμπειρίες".

    Αφού πέρασε μέσα από πολύ πόνο και γνώρισε τον πόνο και ως αποτέλεσμα του ανοίγματος του εαυτού του μέχρι τις "πνευματιστικές καταστάσεις" αυτών των θρησκειών, η Μητέρα του Θεού, η ίδια τον επισκέφθηκε και του αποκάλυψε την αλήθεια του Χριστού και της Εκκλησίας. 
   Αρχικά έλαβε μόνο το χρίσμα, (ακολουθώντας τις συμβουλές όσων νομίζουν ότι το βάπτισμα των Λουθηρανών αλλά και των παπικών και των υπολοίπων αιρετικών στερείται μόνο χρίσματος), αλλά δεν θεραπεύθηκε από τα πνευματικά δεινά του. Οδηγήθηκε και πάλι από τον Θεό σε ένα μοναστήρι στα βουνά της Ρουμανίας όπου βρήκε επιτέλους την ελευθερία, τη θεραπεία και τη νέα  εν Χριστώ ζωή, στο Άγιο Βάπτισμα με την "τριττήν κατάδυσιν", Εις Το Όνομα Του Πατρός και Του Υιού και Του Αγίου Πνεύματος.  Και όπου τελικά, βιωματικά του έγινε κατανοητό "ό,τι αυτή η Ορθοδοξία είναι το θέμα!", και η Διαφορά
  Αυτό είναι ένα μήνυμα, το οποίο κάθε Ορθόδοξος ποιμένας των ψυχών πρέπει να ακούσει προσεκτικά, γιατί προέρχεται από έναν άνθρωπο που ΑΝΑΖΗΤΗΣΕ την θεραπεία της ψυχής του - εντελώς ανεπηρέαστα από οτιδήποτε, ή ακόμη και χωρίς να γνωρίζει, εκκλησιαστική πολιτική,οικουμενικές ή οικουμενιστικές αντιλήψεις ή θεωρίες, ή κανονική ποιμαντική ή τις δικαιολογίες περί  ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ.....
 
Δική μας ελεύθερη μετάφραση από το πρωτότυπο.
The miraculous journey from Lutheranism, through eastern religions, to the Orthodox Church.

This story has so much to teach us all - but especially Orthodox bishops and priests. In this video one sees the marvelous response of God to one man's determined and pained search for spiritual health and healing and his simple and humble acceptance of the providence of God.

Seraphim was born, baptized, confirmed and raised as a Lutheran, although a nominal observer, who later, for lack of fulfillment and meaning in his life, sought out eastern religious experiences. After passing through much suffering and pain as a result of opening himself up to the spirits present in these religions, the Mother of God herself visited Him and revealed to him the truth of Christ and the Church.

Initially received by chrismation, but not being healed of his spiritual ills, he was led again by God to a mountain monastery in Romania where he finally found freedom, healing and new life in Christ in Baptism - and where he finally, experientially understood "what this Orthodoxy is all about!"

This is a message that every Orthodox shepherd of souls needs to listen to attentively, for it comes from a man in search of healing for his soul - totally unaffected by, or even aware of, ecclesiastical politics, ecumenical perceptions or theories, or canonical or pastoral justifications of oikonomia.
 
Πηγή: Simeron Wordpress

Eρωτικό ραβασάκι από τα ...Κατουνάκια


Η επιστολή του γέροντος Εφραίμ Κατουνακιώτη που ακολουθεί , γράφτηκε τον Φεβρουάριο τού 1994 προς ηγουμένη και ήταν το τελευταίο γραπτό του. Μετά από ένα μήνα έχασε το φώς του και έβλεπε μόνο σκιές.
 Είναι συγκλονιστικό το περιεχόμενο της, αν σκεφτεί κανείς πως ο συγγραφέας της έζησε επί δεκαετίες σε πολύ σκληρές συνθήκες, με ακραία  στέρηση και όμως η ψυχή του παρέμεινε τρυφερή και γλυκιά, όταν διαπιστώνει πως δεν έχασε την αγαπητική της φύση παρά τις κακουχίες και την επί δεκαετίες καταπίεση (λόγω του σκληρότατου χαρακτήρα των προϊσταμένων του γέροντος)  αλλά εξαγνίστηκε  και κεκαθαρμένη διοχέτευσε όλο το ερωτικό δυναμικό της προς τον Θεό σε σημείο ώστε να εκφράζεται με εικόνες σχεδόν σκανδαλιστικές , ανάλογες αυτών  που περιγράφονται στο «Άσμα Ασμάτων»
Μικρή όρασις τής μελλούσης μακαριότητος:
Μα πότε θα ελθη εκείνη η ευλογημένη ημέρα~ Η μεγάλη και επιφανής, που όλοι μαζύ, Άγγελοι και άνθρωποι, θα ενωθούν εις δοξολογίαν Θεού~Μέσα στο αιώνιον και γλυκύτατον και ανεκδιήγητον φώς~ Μέσα στην αιώνιον χαράν~
Ω! Τι αιώνιος χαρά περιμένει τους Χριστιανούς~
Ω! Έρωτας του γλυκυτάτου και ωραιοτάτου Ιησού!
Ω!  Βασιλική ερωτική μέθη!
Ω! Αθάνατος ψυχή! Χριστιανική ψυχή!
Τι έχεις να κληρονομήσης !  Τι έχεις να απολαύσης !
Τι σού έχει ετοιμάσει ο γλυκύτατος Νυμφιος σου Ιησούς!
Ένα θα γίνης με Αυτόν !
(και ο αγιάζων και οι αγιαζόμενοι εξ ενός πάντες» (Εβρ.2,11 )
που θα τον βλέπης πρόσωπον προς πρόσωπον αιωνίως.
Και θα Τον φιλής.Θα τον φιλής ,θα Τον φιλής στα μάτια, στο στόμα , στα χέρια Του, στην πλευράν Του, στο στήθος Του και όσον Τον φιλής , τόσο και περισσότερον θα καίγεσαι από ζέση πνευματική, από αγάπη να Τον φιλής.
Ω! Ερωτικό ξεχείλισμα τής ασματικής Νύμφης, τής ορθοδόξου χριστιανικής ψυχής προς τον γλυκύτατον Νυμφίον της , τον Ιησούν. Που στόμα και μάτια ενώθησαν , έγιναν  ένα στο ίδιο το σώμα
τα μεν μάτια να αναλύονται, να λιώνουν σε ερωτικά δάκρυα , σε δάκρυα χαράς, σε δάκρυα ειρήνης και γλυκύτητος,
το δε στόμα σε ατελείωτα ερωτικά άσματα, σε ερωτικούς ύμνους δοξολογίας, ευχαριστίας χωρίς τέλος, όπως αυτός ο ίδιος ο Νυμφίος της την έχει μάθει, την έχει διδάξει από πολλήν αγάπη προς αυτήν
Επίλογος
«Έφη το σεπτόν και σεβάσμιον στόμα
νοσφισμός υμίν ου γενήσεται φίλοις».
«Ο ουρανός και η γη παρελεύσεται , οι δε λόγοι μου ου μη παρελεύσονται» (Ματθ.24,35)
Αμήν. 

Περί Εσχατολογίας και Ορθοδόξου Πίστεως


Αυτή την εποχή διαβάζονται στην Εκκλησία μας, 
ευαγγελικές περικοπές από τον Μάρκο και τον Λουκά, 
πού σαν περιεχόμενο έχουν τους λόγους του Κυρίου
 για τα έσχατα. 
Ας μαθητεύσουμε ξανά και ξανά στο ευαγγέλιο, 
μήπως και καταλάβουμε.
 Η περί προφητολογίας συζήτηση δεν χωράει στην Εκκλησία
 και την ορθόδοξη πίστη. 
Δεν τίθεται καν θέμα αν κάποιες προφητείες είναι πλαστές ή γνήσιες.
 Η ορθόδοξη δογματική το έχει διασαφηνίσει:
Άγνωστος ο καιρός και πολλά τα σημεία.
 Σημεία ΟΜΩΣ πού εκτείνονται από την εποχή του Χριστού ως τα έσχατα.
 Κάθε εποχή δύναται να είναι εσχατολογική ,
 αλλά κανένας δεν μπορεί να προβλέψει την συντέλεια. 
Λένε ψέμματα οι ρασοφόροι και οι λαϊκοί "προφήτες" και παίρνουν
 αγνό κόσμο στον λαιμό τους. 
Στην παλαιά διαθήκη ο νόμος όριζε θάνατο για τον ψευτοπροφήτη.
Στην Νέα λοιπόν προτυπώνεται ο πνευματικός θάνατος! 
Κολασμένους πιστεύετε. 
Φευγετε την θανατηφόρα πλάνη. 
Κοντά στην ενορία και την Εκκλησία.
 Τα άλλα είναι εκ του πονηρού.
π.Παντελεήμων Κρούσκος

Τα έργα, η πομπή και η λατρεία του σατανά


Α’. Από καιρό ποθούσα να σας μιλήσω, γνήσια και περιπόθητα παιδιά της Εκκλησίας, γι’ αυτά τα πνευματικά και επουράνια Μυστήρια. Επειδή όμως γνώριζα καλά, ότι ο άνθρωπος δέχεται και παραδέχεται πιο εύκολα όσα μηνύματα του δίνουν τα μάτια του, παρά όσα του προσφέρουν τα αυτιά του, περίμενα αυτή ακριβώς την ώρα —που θα ήσασταν, λόγω του Βαπτίσματος, περισσότερο δεκτικοί και θα μπορούσατε να κατανοήσετε καλύτερα όσα θα ειπωθούν— για να σας χειραγωγήσω, ξεκινώντας μαζί σας από κείνη τη νύχτα που βαπτιστήκατε, στον πιο φωτεινό κι ευωδιαστό λειμώνα αυτού του Παραδείσου της Εκκλησίας. Και είναι βέβαιο τώρα ότι βρίσκεσθε σε μια άλλη κατάσταση, διότι ήδη έχετε δεχθεί και έχετε γίνει κοινωνοί των θείων και υπερφυών χαρισμάτων του θείου και ζωοποιού Βαπτίσματος. Επειδή πρέπει τώρα πλέον να σας παραθέσω τράπεζα με τις πιο πλήρεις και πιο τέλειες τροφές, θα επιχειρήσω να σας ερμηνεύσω με ακρίβεια και να σας εξηγήσω πιο ξεκάθαρα το καθετί από αυτά, ώστε να πληροφορηθείτε με ακρίβεια και να γνωρίσετε το νόημα και τη σημασία που είχαν όλα όσα έγιναν για σας, εκείνο το βράδυ που βαπτισθήκατε.
Agios Kyrillos Ierososlymon
Β’. Μπήκατε στην αρχή στον προθάλαμο του Βαπτιστηρίου και αφού σταθήκατε στραμμένοι προς τη δύση, σας πρόσταξαν ν’ απλώσετε το χέρι σας και να αποχωριστείτε με αποστροφή το σατανά, σαν να ήταν αυτός μπροστά σας και να τον βλέπατε. Πρέπει όμως να ξέρετε πως προτύπωση αυτής της πράξεώς σας υπάρχει σε ένα γεγονός της Παλαιάς Διαθήκης. Τότε δηλαδή που ο Φαραώ, εκείνος ο τόσο σκληρός και αδυσώπητος τύραννος, κατατυραννούσε τον ελεύθερο και ευγενικό λαό των Εβραίων και ο Θεός έστειλε το Μωυσή για να τον ελευθερώσει, από την βαριά δουλεία των Αιγυπτίων. Και τα μεν υπέρθυρα των εισόδων των Εβραϊκών σπιτιών βάφονταν με το αίμα του αρνιού — για να προσπεράσει και να φύγει ο εξολοθρευτής εκείνος Άγγελος, από τα σπίτια πού ’χαν το αιμάτινο σημάδι (Πρβλ. Εξ. 12, 7. 13, 22-23) — ο δε λαός των Εβραίων ελευθερώθηκε με θαυμαστό και παράδοξο τρόπο. Τότε λοιπόν, που με τη φυγή τους ελευθερώθηκαν οι Ιουδαίοι, ο Φαραώ τους καταδίωξε με μανία (Πρβλ. Εξ. 14, 23). Και μ’ όλο που είδε τη θάλασσα να σχίζεται για χάρη τους, με τόσο παράδοξο τρόπο, δεν σταμάτησε η ορμή του μπροστά σ’ αυτό το θαυμαστό συμβάν, αλλά εξακολουθούσε να τρέχει απειλητικά ξωπίσω τους, προσπαθώντας να τους φτάσει. Ξαφνικά όμως και αστραπιαία βρέθηκε στο βυθό και πνίγηκε μέσα στα νερά της Ερυθράς Θάλασσας (Πρβλ. Εξ. 14, 28).
Γ’. Έλα λοιπόν τώρα, νοερά σε παρακαλώ, από τα παλιά στα νέα και από την προτύπωση στην αλήθεια. Εκεί στην Αίγυπτο στάλθηκε στον κόσμο από το Θεό ο Μωυσής. Εδώ στάλθηκε στον κόσμο από το Θεό-Πατέρα ο Χριστός. Εκεί, ο Μωυσής για να οδηγήσει έξω από την Αίγυπτο ένα λαό βασανισμένο. Εδώ, ο Χριστός στον κόσμο, για να ελευθερώσει, όσους τυραννιούνται, όντας δέσμιοι στην αμαρτία. ‘Εκεί, το αίμα του αρνιού απόδιωχνε τον εξολοθρευτή Άγγελο, εδώ, το Αίμα του αναμάρτητου Αμνού (Α’ Πέτρ. 1, 19), του Ιησού Χριστού, φυγαδεύει τους δαίμονες. Εκείνος, ο τύραννος, ο Φαραώ, κατεδίωξε μέχρι τη θάλασσα τον παλαιό εκείνο λαό. Κι εδώ, εσένα, σ’ ακολούθησε ο θρασύς, ο ξεδιάντροπος και αρχέκακος αυτός δαίμονας, μέχρι τα σωτήρια βαπτιστήρια νάματα. Εκείνος, ο Φαραώ, καταποντίστηκε στην Ερυθρά θάλασσα, αυτός, ο διάβολος, αφανίζεται μέσα στο σωτήριο νερό του θείου Βαπτίσματος.
Δ’. Αλλ’ όμως, ας ξαναγυρίσουμε σ’ ό,τι έγινε με σας εδώ, όταν έχοντας απλωμένο το χέρι σας, ακούσατε το: «Αποτάσσομαί σοι σατανά», δηλαδή αποχωρίζομαι μια για πάντα από σένα σατανά. Θέλω να σας εξηγήσω και για ποιό λόγο στεκόσαστε γυρισμένοι προς τη δύση. Είναι απαραίτητο να το μάθετε αυτό. Το ορατό λοιπόν σκοτάδι της νύχτας έρχεται από τη δύση, καθώς δύει ο ήλιος. Κι εκείνος, ο διάβολος, επειδή είναι σκοτεινός και βρωμερός, στο σκοτάδι έχει και την εξουσία του. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο στρεφόσαστε συμβολικά προς τη δύση και αποχωριζόσαστε το σατανά, το σκοτεινό εκείνο και ζοφερό άρχοντα του σκοταδιού. Τί έλεγε λοιπόν καθένας από σας, καθώς βρισκόταν στραμμένος προς τη δύση; «Αποτάσσομαί σοι σατανά». Αποχωρίζομαι μια για πάντα από σένα, τον πονηρό και ωμότατο τύραννο. Δεν φοβάμαι πια τη δύναμή σου, γιατί ο Χριστός σου την αφάνισε, όταν έγινε άνθρωπος, όταν έπαθε και πέθανε ως άνθρωπος. Και με το θάνατό Του, κατάργησε το θάνατο, ώστε να μην είμαι πλέον εγώ για πάντα υπόδουλος κι αιχμάλωτος (Πρβλ. ‘Εβρ. 2,14-15). Αποχωρίζομαι μια για πάντα από σένα, το δολερά και πανούργο φίδι. Αποχωρίζομαι μια για πάντα από σένα, γιατί όντας επίβουλος, υποκρίθηκες το φίλο και διέπραξες κάθε παρανομία, παρακινώντας τους προγόνους μας σε αποστασία από το Θεό. Αποχωρίζομαι μια για πάντα από σένα, σατανά, που είσαι δημιουργός και συνεργός κάθε κακίας.
Ε’. Έπειτα, κατά δεύτερο λόγο, σε μαθαίνουν να λέγεις: «Και πάσι τοις έργοις σου». Έργα του σατανά είναι κάθε αμαρτία, την οποία πρέπει οπωσδήποτε να αποχωριστούμε μια και για πάντα. Όπως δηλαδή, όταν ξεγλυστράει κανείς μακριά από κάποιον τύραννο, γλυτώνει ταυτόχρονα και από τα όπλα του. Κάθε λοιπόν είδους αμαρτία θεωρείται ότι ανήκει στα έργα του διαβόλου. Πλην όμως να ξέρεις καλά κι αυτό: Όσα ομολογείς, ιδιαίτερα κατά τη φρικτή εκείνη ώρα της αποταγής, γράφονται στ’ αόρατα βιβλία του Θεού. Κάθε φορά λοιπόν που θα συλλαμβάνεσαι να διαπράττεις κάτι αντίθετο από αυτά που τώρα ομολόγησες, θα κριθείς ως παραβάτης της συμφωνίας που έκαμες. Αποχωρίζεσαι λοιπόν με την ομολογία σου, τα έργα του σατανά, δηλαδή αποχωρίζεσαι κάθε δραστηριότητά σου αντίθετη και ασύμφωνη με τη διδασκαλία του Κυρίου, που γίνεται είτε με πράξεις (έργα) είτε με διανοήματα (με το νου).
ΣΤ’. Έπειτα λέγεις: «Και πάση τη πομπή αυτού». Δηλαδή αποστρέφομαι και όλα τα κακά που τον συνοδεύουν και τον ακολουθούν. Πομπή του διαβόλου είναι η θεατρομανία, οι ιπποδρομίες, τα κυνήγια και κάθε άλλη παρόμοια ματαιότητα, από την οποία ευχόταν να ελευθερωθεί ο Άγιος Δαβίδ, ο Ψαλμωδός και έλεγε στο Θεό: «Στρέψε μακριά το βλέμμα μου, για να μη δω κι επιθυμήσω μάταια πράγματα» (Ψαλμ. 118, 37). Μην τρέχεις με μανία στα θέατρα και μην ασχολείσαι με τα όσα γίνονται στις θεατρικές παραστάσεις, όπου συναντάει κανείς τους αμαρτωλούς ηθοποιούς να βρίζονται και να ασχημονούν ή και άνδρες θηλυπρεπείς να χορεύουν οργιαστικά. Να αποφεύγεις ακόμα κι εκείνους που καταγίνονται με τα κυνήγια, για να ικανοποιήσουν την άθλια γαστέρα. Αυτοί πολλές φορές, θέλοντας να γεμίσουν το στομάχι τους με φαγητά, έγιναν στην πραγματικότητα οι ίδιοι φαγητό ανήμερων και άγριων θηρίων. Και για να πω καλύτερα, για να ικανοποιήσουν το θεό τους, δηλαδή την κοιλιά τους (Πρβλ. Φιλιπ. 3, 19), αναρριχώνται στους γκρεμούς και χάνουν τη ζωή τους. Να αποφεύγεις και τις ιπποδρομίες, αυτό το παθιασμένο θέαμα, που κάνει τις ψυχές άγριες και χυδαίες. Αυτά λοιπόν όλα είναι πομπή του διαβόλου.
Ζ’. Στην πομπή του διαβόλου συναριθμούνται κι εκείνα που κρεμούν ως θυσίες στα είδωλα και στα πανηγύρια, τα οποία πολλές φορές είναι κρέατα, ψωμιά ή άλλα παρόμοια, που έχουν μιανθεί με την επίκληση των βδελυρών και ακάθαρτων δαιμόνων. Γιατί όπως ακριβώς ο άρτος και ο οίνος της Θείας Ευχαριστίας, πριν από την επίκληση της Αγίας και προσκυνητής Τριάδος, είναι σκέτο ψωμί και κρασί, μετά όμως την επίκληση ο μεν άρτος γίνεται Σώμα Χριστού, ο δε οίνος Αίμα Χριστού, έτσι και αυτές οι τροφές της πομπής του διαβόλου, πάνω στις οποίες γίνεται επίκληση των δαιμόνων, ενώ είναι από τη φύση τους απλά φαγώσιμα, γίνονται με την επίκληση των δαιμόνων μολυσμένα και ακάθαρτα.
Η’. Και στη συνέχεια, καλείσαι να πεις: «Και πάση τη λατρεία σου». Λατρεία του διαβόλου είναι η προσευχή στα είδωλα και στους ναούς των ειδώλων και όσα γίνονται προς τιμή των άψυχων ειδώλων, όπως: Το να ανάβει κανείς λύχνους ή να θυμιάζει κοντά σε πηγές και ποταμούς, πράγματα που επιχείρησαν μερικοί οι οποίοι απατήθηκαν από διάφορα όνειρα ή από τους δαίμονες, νομίζοντας ότι μ’ αυτό τον τρόπο θα γιατρευτούν από τις αρρώστιες τους. Πρόσεξε μην ασχοληθείς με τέτοιου είδους πράγματα. Η οιωνοσκοπία, η μαντεία, οι κληδωνισμοί, τα περιάμματα, οι επιγραφές σε πέταλα και μερικές άλλες τέτοιες εφάμαρτες τέχνες, είναι όλα λατρεία του διαβόλου. Να τα αποφεύγεις όλα αυτού του είδους τα πράγματα. Γιατί αν πέσεις σε κάτι από αυτά που ανέφερα, μετά την απόταξη του σατανά και την σύνταξή σου με το Χριστό, θα αντιμετωπίσεις πολύ πιο μανιασμένο τον τύραννο. Επειδή τότε ίσως σε περιποιόταν, γιατί ήσουνα δικός του και δεν σε τυραννούσε τόσο με τη σκληρή δουλεία του. Τώρα όμως τον έχεις, με το Βάπτισμα, πάρα πολύ πικράνει. Επειδή λοιπόν είναι μαζί σου τώρα πικραμένος, αν πέσεις και αναμειχθείς σε κάποια από τις διαβολικές τέχνες, και τον Χριστό θα στερηθείς και του διαβόλου την κακία και την εκδίκηση θα γευτείς. Δεν άκουσες την παλαιά εκείνη ιστορία που μας διηγείται για το Λωτ και τις θυγατέρες του; Δεν σώθηκε αυτός και οι θυγατέρες του, επειδή ανέβηκε στο όρος, ενώ η γυναίκα του έγινε στήλη από αλάτι (Πρβλ. Γεν. 19, 26) και μένει στιγματισμένη στους αιώνες, για να θυμίζει στους μεταγενέστερους τα αποτελέσματα της κακής προαιρέσεως και της επιστροφής στα παλιά; Πρόσεχε λοιπόν τον εαυτό σου (Πρβλ. Ιωβ. 4,12) και αφού έβαλες το χέρι σου στ’ αλέτρι, μην κάνεις πάλι πίσω και γυρίσεις στις παλιές συνήθειες της χωρίς Χριστό ζωής, που είναι κακόγουστες και επικίνδυνες (Πρβλ. Λουκ. 9, 62). Φεύγε καλύτερα στο όρος (Πρβλ. Γεν. 19, 18), προς τον Ιησού Χριστό, στο λίθο που λαξεύτηκε, χωρίς χέρι ανθρώπου και γέμισε με τη Χάρη Του και πλήρωσε ολόκληρη την οικουμένη (Πρβλ. Δαν. 2, 34-35 και 45).
Θ’. Όταν λοιπόν αποχωρίζεσαι και αρνιέσαι το σατανά, καταπατώντας κάθε συμφωνία μαζί του, τότε ανατρέπεις τις παλιές συνθήκες που είχες με τον άδη (Πρβλ. Ησ. 18, 15) και σου ανοίγεται πάλι ο Παράδεισος του Θεού, τον οποίο φύτεψε στην ανατολή (Πρβλ. Γεν. 2, 8) και απ’ όπου, για την παράβασή του, εξορίστηκε ο προπάτοράς μας Αδάμ. Αυτό ακριβώς το γεγονός συμβολίζει η στροφή που κάνεις από τη Δύση προς την Ανατολή, όπου είναι ο τόπος του φωτός. Τότε σου είπαν να ομολογήσεις και να πεις: «Πιστεύω εις τον Πατέρα και εις τον Υιόν και εις το Άγιον Πνεύμα και εις ένα Βάπτισμα μετανοίας», για τα οποία μιλήσαμε αναλυτικά, όπως μας φώτισε η Χάρη του Θεού, στις προηγούμενες Κατηχήσεις.
Ι΄. Με όλα λοιπόν όσα άκουσες ασφάλισε τον εαυτό σου και πρόσεχε παντού και πάντοτε. Γιατί ο αντίδικός μας διάβολος, όπως πριν από λίγο διαβάσαμε, περπατάει σαν μανιασμένο λιοντάρι, ζητώντας να βρει κάποιον και να τον καταπιεί (Πρβλ. Α’ Πέτρ. 5, 8). Αλλά κατά τους χρόνους που προηγήθηκαν από το Βάπτισμα, έχοντας δύναμη ο θάνατος κατάπιε πολλούς (Ησ. 25, 8). Μετά όμως από το λουτρό της αναγεννήσεως, ο Θεός αφαίρεσε κάθε δάκρυ από το πρόσωπο κάθε βαπτισμένου (Πρβλ. Αποκ. 21, 4). Τώρα πια δεν θα ξανακλάψεις πένθιμα, γιατί ξεντύθηκες τον παλαιό άνθρωπο. Αλλά θα πανηγυρίζεις ντυμένος το σωτήριο ένδυμα (Πρβλ. Ησ. 61, 10), τον Ιησού Χριστό (Πρβλ. Ρωμ. 13, 14 και Γαλ. 3, 27).
Στο Θεό ανήκει δόξα, κράτος, μεγαλωσύνη καθώς και στον Υιό και στο Άγιο Πνεύμα, στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.
Αγ. Κυρίλλου Ιεροσολύμων, «Κατηχήσεις», εκδ. Ετοιμασία Ι.Μ.Τιμίου Προδρόμου – Κα

Ιωάννης Κορναράκης, Η κοινωνική φύση της ασκητικής ησυχίας.



monk praying sunsetη...
Η κοινωνική φύση της ασκητικής ησυχίας.
Ιωάννης Κορναράκης, Ομότιμος Καθηγητής Θεολογικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών 
Είναι αλήθεια ότι η σκληρή θέση του ασκητού μπροστά στην ανθρώπινη συντυχία προκαλεί μια ποικιλία αντιφατικών και «αναπληρωματικών» αντιδράσεων μέσα στον ψυχικό κόσμο του τεχνολογικού ανθρώπου της εποχής μας!
Και πρώτα-πρώτα ο σύγχρονος άνθρωπος, που καταδικάζει αδυσώπητα τη σκληρή αυτή ασκητική θέση, ενδέχεται να βιώσει μια συγκλονιστική έκπληξη, εάν θα επιχειρούσε να αναλύσει τη δική του κοινωνικότητα. Γιατί, όπως μας αποκαλύπτει η ψυχολογία, ό,τι πολεμά κανείς έντονα, ό,τι απορρίπτει επίμονα, έχει μια εξάρτηση από το βαθύτερο εσωτερικό του κόσμο. Η έπιθετικότης, σαν ψυχαναγκαστική λειτουργία, επιβεβαιώνει την προσκόλληση του ανθρώπου σ’ αυτό κατά του οποίου επιτίθεται. 

Έτσι όσο αποκρουστική φαίνεται στα μάτια του σύγχρονου ανθρώπου η σκληρή μοναξιά του ασκητικού βιώματος, τόσο περισσότερο προδίδεται μια κάποια βαθύτερη σχέση του με τη μοναξιά αυτή. Γι’ αυτό θα ερωτούσε κανείς μήπως άραγε, όταν καταδικάζει ο σύγχρονος άνθρωπος την ασκητική ησυχία, καταδικάζει την προσωπική του μόνωση που κρύβει ασυνείδητα μέσα στο απύθμενο βάθος της ατομικής του υποστάσεως; Η ψυχολογική λειτουργία της απωθήσεως και της προβολής ασυνειδήτων ψυχικών περιεχομένων μπορεί να βοηθήσει τον σύγχρονο άνθρωπο να ξεκαθαρίσει τις συγκεχυμένες καταστάσεις που κλείνει μέσα του.
Αν η εξωτερική ψυχική πορεία του σύγχρονου τεχνολογικού ανθρώπου είναι «φυγόκεντρος», δηλ. έντονα εξωστρεφική, το ασυνείδητο μέρος της προσωπικότητάς του πάσχει από συσσώρευση απωθούμενων επιθυμιών που έχουν ένα «κεντρομόλο» χαρακτήρα, δηλ. εσωστρεφικό. Έτσι όταν ο σύγχρονος άνθρωπος ενδιαφέρεται να καταδικάσει τη σκληρότητα της ασκητικής ησυχίας, «διαλέγεται» κατ’ ουσίαν με το ασυνείδητο μέρος της προσωπικότητάς του, με την απωθούμενη εσωστρεφική του διάθεση. Εφ’ όσον δε την απωθεί, σημαίνει ότι την μισεί, γιατί αυτό του επιβάλλει η εξωστρεφική ένταση της σύγχρονης κοινωνικότητας. Αλλά και την επιθυμεί γιατί αντιλαμβάνεται ασυνείδητα τη λυτρωτική της λειτουργία.
Εξάλλου ποιός κατακύρωσε τελεσίδικα στην προσωπικότητα του σύγχρονου ανθρώπου την κοινωνικότητα σαν αυθεντικό και πηγαίο χαρακτηριστικό της; Είναι βέβαια αλήθεια ότι η επίφαση της σύγχρονης ζωής έχει ένα έντονο κοινωνικό χαρακτήρα. Ποιός όμως θα μπορούσε να αποδείξει τη γνησιότητα του χαρακτήρος αυτού;
Η αναμφισβήτητη τραγική καθημερινότητα του σύγχρονου βίου παρέχει αβίαστα πληθωρικές μαρτυρίες μιας συγκλονιστικής μονώσεως του σύγχρονου ανθρώπου. Η τεχνολογική πρόοδος προάγει μια κοινωνικότητα ακριβώς «τεχνική», «μηχανική» που σε πολλές περιπτώσεις διαφθείρει τα ανθρώπινα αισθήματα και υποβαθμίζει αθεράπευτα τις διανθρώπινες σχέσεις. Η σύγχρονη σκληρότητα, η αδιαφορία για τον «πλησίον», το έγκλημα, η ηθική αναλγησία και τόσα άλλα διαβρωτικά στοιχεία του ανθρώπινου βίου υπογραμμίζουν ζωηρά τη μισάνθρωπη όψη της σύγχρονης κοινωνικότητας. Έτσι η απόπειρα να ξεδιαλύνει μέσα του ο σύγχρονος άνθρωπος τις συγκεχυμένες καταστάσεις καταλήγει σ’ ένα έργο αυτογνωσίας, που συντρίβει τα ψεύτικα σύμβολα και γενικά τις ψευδαισθήσεις μιας «κοινωνικής» κοινωνικότητας. Ο σύγχρονος τεχνολογικός άνθρωπος, ενώ καταδικάζει την ασκητική μόνωση, αναζητεί ασυνείδητα την ικανοποίηση της μονώσεως που βιώνει ο ασκητής. Και ενώ καυχάται για την κοινωνική του συνείδηση, διαισθάνεται αναπόφευκτα την τραγική του μόνωση. Γι’ αυτό, ενώ φαίνεται σήμερα κοινωνικός, κατ’ ουσίαν «φεύγει μακριά από τους ανθρώπους». Οι συγκρούσεις που φιλοξενεί μέσα του τον εξαναγκάζουν σε μια μόνωση αντικοινωνική. Είναι λοιπόν ανώριμος να συνδιαλεχθεί με τον ασκητή που «ησυχάζει» και ανίκανος να καταδικάσει τη σκληρή θέση της αποφυγής της ανθρώπινης συντυχίας. Η κοινωνικότητα, εν ονόματι της οποίας κρίνει τις ασκητικές «υπερβολές», είναι λοιπόν μια φυγή από την μόνωση που συγχρόνως επιθυμεί!
Από την άλλη μεριά η ασκητική μόνωση έχει ένα αυθεντικά κοινωνικό περιεχόμενο που μπορεί να διδάξει πολλά στο σύγχρονο άνθρωπο που επιθυμεί να εκπαιδευτεί στην αδελφογνωσία! Η ασκητική φυγή προ της ανθρώπινης συντυχίας είναι βαθύτερη έκφραση της χριστιανικής κοινωνικότητας. Παράδοξος ισχυρισμός, αναμφίβολα, αλλά αληθινός! Ο ασκητικός «ατομισμός» είναι βίωση μιας αυθεντικής αφοσιώσεως στην αγάπη του αδελφού. Το ασκητικό αυτό παράλογο το κατανοεί, σε ορισμένη μόνο έκταση, εκείνος που γνωρίζει, έστω ενδεικτικά, το περιεχόμενο του βιώματος της «ησυχίας»! Αλήθεια, ο ασκητής της ερήμου, ο σκληρός εραστής της ησυχίας, είναι τέλειος τύπος του αδελφού!
Η βασική επιδίωξη του ασκητού είναι βέβαια η βίωση της θείας παρουσίας. Η άσκησή του αποβλέπει στο να καθαρίσει την ψυχή του, το νου του, απ’ ό,τι μπορεί να εμποδίσει ή να δυσκολεύσει την προσπάθεια αυτή. Η αγάπη προς τον πλησίον, προς τον «αδελφόν», κατανοείται από τον ασκητή σαν πολύτιμος καρπός της μυστικής βιώσεως του Θείου Έρωτος. Μόνον αφού η καρδιά του και ο νους του πληρωθεί από την παρουσία και την αγάπη του Θεού, θα μπορέσει να αγαπήσει με γνήσια αισθήματα αφοσιώσεως και ακόμη, αν χρειαστεί, αυτοθυσίας, τον αδελφό. Εάν η πρωταρχική του «εργασία», η βίωση της ενώσεως με το Θεό, διαταράσσεται ή εμποδίζεται, αδυνατεί ο ασκητής αυτός να εκπληρώσει το χρέος της αγάπης προς τον αδελφό, όπως ακριβώς το απαιτεί η αγάπη του Θεού. Γι’ αυτό παρατηρεί κανείς ότι, ενώ δεν παύει ποτέ ο ασκητής να εκδηλώνει φιλάδελφα αισθήματα προς τον πλησίον, όταν φθάσει μεγάλα μέτρα αρετής και άγιότητος είναι πιο πλούσιος σε εκδηλώσεις αδελφικής αγάπης και κατανοήσεως.
Οπωσδήποτε όμως είναι εμπειρία αναμφισβήτητη το γεγονός ότι «πάντοτε, όταν έλθη ο αγωνιστής προς την απάντησιν του κόσμου, ευθύς η ψυχή αυτού ατονεί». Αντίθετα• «όσον μακρύνεται ο άνθρωπος εκ της συνομιλίας των ανθρώπων, τοσούτον αξιούται της μετά του Θεού παρρησίας εν τω νοΐ αυτού». Η εμπειρία ακριβώς αυτή αποτελεί τον γνώμονα της συμπεριφοράς του ασκητού προς την ανθρώπινη συντυχία ή τις κοινωνικές σχέσεις, όπως ο σύγχρονος άνθρωπος τις κατανοεί.
Η λογική οργάνωση του εγκόσμιου πνεύματος δεν μπορεί λοιπόν να κατανοήσει, ότι και στις περιπτώσεις ακόμη που αποφεύγει ο ασκητής τη συνομιλία των ανθρώπων λανθάνει μια ανταπόκριση αγάπης και αφοσιώσεως προς αυτούς. Εάν ο ασκητής αποφεύγει τους ανθρώπους «διά τον Θεόν» και εάν ο Θεός είναι αγάπη, τότε πράγματι η βίωση της παρουσίας του Θεού, σαν ανεξάντλητη πηγή αυθεντικής αγάπης, θα ικανώσει τον ασκητή να αγαπήσει τον αδελφό με «αγάπη θεϊκή».
Και στην περίπτωση της αγάπης του αδελφού συναντά κανείς ένα ασκητικό «παράλογο» και μια «αντιφατική» ψυχολογική και πνευματική συμπεριφορά. «Θέλεις, ερωτά ο άγιος Ισαάκ, κτήσασθαι την αγάπην του πλησίον κατά την ευαγγελικήν εντολήν εντός της ψυχής σου; μάκρυνον εαυτόν εξ εαυτού και τότε κατακαί¬εται εν σοι η έκκαυσις της αγάπης αυτού, και χαρήση επί τη θέα αυτού, ώσπερ επί Αγγέλου φωτός». Η απόσταση από τον αδελφό καλλιεργεί την ευαγγελική αγάπη, μέσα στον ψυχικό κόσμο του ασκητού. Και πρόκειται εδώ για μια υπαρξιακή αντίφαση που θεμελιώνει αδιάσειστα την ψυχολογική και πνευματική αρμονία που είναι προϋπόθεση της αυθεντικής κοινωνικότητας. «Φίλος γενού πάσιν ανθρώποις και μόνος γενού εν τη διανοία σου». Ο ασκητής της ερήμου πρέπει να αγαπά όλους τους ανθρώπους, να προσφέρει σ’ αυτούς τα αισθήματα και την καρδιά του και συγχρόνως να βιώνει τη μόνωσή του, χωρίς την οποίαν δεν μπορεί να συναντήσει το Θεό. «Κοινωνός γενού τοις παθήμασι των πάντων, και τω σώματί σου μακράν γενού εκ πάντων».
Στην υπαρξιακή αυτή ασκητική αντίφαση συναντά κανείς πράγματι μια εσωτερική ισορροπία επάνω στην οποία θεμελιώνεται αδιάσειστα η υγιής κοινωνικότητα. Πολλές φορές ο σύγχρονος τεχνολογικός άνθρωπος, που καυχάται για την κοινωνικότητά του, δεν βιώνει εσωτερική κοινωνική ισορροπία. Εφ’ όσον είναι μονόπλευρα κοινωνικός, δηλαδή έντονα εξωστρεφικός, διαλύεται, κατά την έκφραση του Jung, μέσα στο κοινωνικό σύνολο και χάνει έτσι την ατομικότητά του. Πώς μπορεί λοιπόν ένας διασκορπισμένος «κοινωνικά» άνθρωπος να βιώνει αγάπη αυθεντική προς τον πλησίον, αφού έχει χάσει την εσωτερική του ενότητα; Εάν ό,τι κάνει, το κάνει για να φαίνεται καλός ή απλώς και μόνο χάριν της κοινωνικότητας, πώς μπορεί να εξωτερικεύει πηγαία αισθήματα αγάπης; Η υπογράμμιση από τις αρμόδιες ανθρωπολογικές επιστήμες της στεγανής μονώσεως, που σε πολλές περιπτώσεις βιώνει ο σύγχρονος άνθρωπος, προδίδει την ποιότητα του περιεχομένου της κοινωνικότητας του ανθρώπου αυτού. Μόνο η βίωση της ιδίας ατομικότητας, σαν εμπειρία πνευματικής ενότητας και συγκροτήσεως, μπορεί να δημιουργήσει και να συντηρήσει μια πραγματική κοινωνική συμπεριφορά. Ο διασπασμένος και εσωτερικά αναρχούμενος από ποικίλες ψυχικές συγκρούσεις άνθρωπος δεν μπορεί να εκφραστεί κοινωνικά γιατί δεν μπορεί να «συναντήσει» το κοινωνικό σύνολο και δεν μπορεί να διαλεχθεί με τις ανθρώπινες μονάδες του.
Αντίθετα, ο ασκητής της ερήμου με την εσωτερική του «κοινωνική» ισορροπία, αν και ζει μακριά από το κοινωνικό σύνολο, είναι κυριευμένος από την αγάπη προς τον αδελφό. «Γινώσκομεν, λέει ο άγιος Ισαάκ, ότι χωρίς της του πλησίον αγάπης, ουδέ ο νους δύναται εν τη ομιλία και τη αγάπη τη θεία φωτισθήναι». Το αίτημα της ενώσεως με το Θεό είναι ένα αίτημα «κοινωνίας», αφού πρόκειται για τη βίωση της κατ’ εξοχήν διαπροσωπικής σχέσεως, της σχέσεως με τον Τριαδικό Θεό. Έτσι μέσα στην πνευματική περιοχή της κοινωνίας αυτής η αγάπη του αδελφού είναι μια ζωντανή παρουσία. Άλλωστε πώς θα μπορούσε «μόνος» ο ασκητής να βιώσει μια τέτοια κοινωνία; Αν ήταν πραγματικά απομονωμένος από τον αδελφό, δεν θα μπορούσε «ο νους εν τη ομι¬λία και τη αγάπη τη θεία φωτισθήναι». Γι’ αυτό ο ασκητής αγαπά πηγαία τον αδελφό και μέσα στην ερημιά της διαμονής του εκφράζει μια γνήσια κοινωνικότητα.
Η έμπρακτη αγάπη για τον αδελφό εκφράζεται πρώτα-πρώτα στη συμπαράσταση στο βασικό πρόβλημα της ζωής· τη βίωση της ενοχής. «Μη μισήσης τον αμαρτωλόν. Πάντες γαρ εσμέν υπεύθυνοι. Και εάν διά τον Θεόν κινήσαι κατ’ αυτού, κλαύσον υπέρ αυτού». Κι’ όχι μόνο αυτό, αλλά· «άπλωσον τον χιτώνα σου επί τον πταίοντα, και σκέπασον αυτόν». Και εάν δεν μπορείς, συνεχίζει ο άγιος Ισαάκ, να αναλάβεις εσύ τις αμαρτίες του και να βίωσης αντ’ αυτού την αισχύνη της ενοχής του, τουλάχιστον μη τον περιφρονείς γιατί είναι αδελφός σου. Ο ασκητής της ερήμου φρονεί, ότι, στις διαπροσωπικές και διανθρώπινες σχέσεις, πρέπει να εκδηλώνεται μια αγάπη βαθειά και πηγαία που μπορεί να σκεπάζει κάθε αδύνατη πλευρά του αδελφού. Έτσι αυτός που αγαπά δεν ωφελεί μόνο τον αδελφό αλλά γιατρεύει συγχρόνως και τη δική του ψυχή.
«Ο διορθούμενος τον αδελφόν αυτού εν τω ταμείω αυτού την ιδίαν κακίαν ιάται· και ο κατηγορών τινά εν συναθροίσματι ενισχύει τα ίδια τραύματα».
Στην ασκητική αυτή σκέψη μπορεί να δει ο σύγχρονος άνθρωπος τη δυναμική όψη της αγάπης. Η αγάπη δεν είναι εδώ μια συναισθηματική έξαρση μ’ ένα χαρακτήρα παθητικό ή ενεργητικά ουδέτερο. Είναι, πριν απ’ όλα, μια δυναμική αμοιβαία σχέση που το ιδιαίτερο γνώρισμά της είναι ότι όσο εκφράζεται τόσο θεραπεύει τον εαυτό της. Αυτός που γνωρίζει να σέβεται την αδυναμία του αδελφού ξεκινά από μια άμεση εμπειρία αυ¬τοσεβασμού. Και καθ’ ον χρόνο συμπεριφέρεται σ’ αυ¬τόν με ευγένεια «την ιδίαν κακίαν ιάται». Εδώ ακριβώς υπογραμμίζεται ζωηρά η οικοδομητική αξία της διαπροσωπικής σχέσεως. Την πνευματική του δηλαδή προκοπή θα την κατορθώσει κανείς μέσα στην κοινωνική αμοιβαιότητα. Και αν ακόμη απομονώνεται στην πιο σκληρή έρημο, δεν μπορεί να αποξενωθεί από την εμπειρία της αδελφικής αγάπης που οικοδομεί και «παιδεύει». Αρκεί η αδελφική αγάπη να μην εμποδίζει τη «συνομιλία» με το Θεό. Σε κάθε άλλη περίπτωση δεν μπορεί ο ασκητής της ερήμου να μην εκφράσει τη βαθειά του συμπάθεια για την κοινωνία με τον αδελφό. «Τί ωραία και επαινετή έστιν η αγάπη του πλησίον, εάν μη η μέριμνα αυτής περισπάση ημάς εκ της αγάπης του Θεού. Τί ηδεία έστιν η συντυχία των πνευματικών ημών αδελφών, εάν δυνηθώμεν φυλάξαι μετ’ αυτής και την μετά του Θεού!».
Η θέση του ασκητού έναντι της αδελφικής αγάπης δεν αποτελεί μόνο διδασκαλία για τους άλλους. Ο ασκητής της ερήμου δεν εκθειάζει την αγάπη αυτή για να προτρέψει τους άλλους να τη ζήσουν, ενώ αυτός παραμένει περιτειχισμένος μέσα στην απόλυτη «ησυχία» του. «Πολλοί εξ αυτών (των ασκητών) τοις θηρίοις, και τω ξίφει, και τω πυρί παρέδωκαν τα σώματα εαυ¬τών διά τον πλησίον». Δεν δίστασε ο ασκητής της ερήμου, όπου χρειάστηκε, να θυσιάσει την «ησυχία» του, αλλά και τη ζωή του χάριν της αγάπης του αδελφού. Έτσι σε πολλές ασκητικές διηγήσεις μάς παραδίδεται ένας απερίγραπτος και συγκλονιστικός πλούτος ζωντανής αδελφικής αγάπης.
Ο άββάς Αγάθων είχε διακριθεί πολύ στην εκδήλωση της αδελφικής αγάπης και δεν ησύχαζε αν δεν έκανε, όταν μπορούσε, κάτι καλό για τον πλησίον. «Ουκ έφερε μη αναπαύσαι τον πλησίον αυτού». Φροντίζοντας δε πάντα να ξεπεράσει τον εαυτό του σε έκφραση αγάπης, έλεγε· «Ήθελον ευρείν λωβόν και λαβείν το σώμα αυτού, και δούναι το εμόν». «Είδες αγάπην τελείαν»;
Κάποτε, διηγούνται οι ασκητικοί πατέρες, ο άγιος Μακάριος επισκέφθηκε ένα ασθενή αδελφό και, κατά τη διάρκεια της παραμονής του πλησίον του, τον ερώτησε αν είχε ανάγκη από κανένα πράγμα. Ο ασθενής απήντησε·«ολίγου τρυφερού άρτου». Στη μοναχική αδελφότητα του ασθενούς αδελφού έψηναν μια φορά το χρόνο το ψωμί όλης της χρονιάς. Κι’ ο άνθρωπος αυτός δεν μπορούσε φαίνεται να τραφεί με τόσο σκληρό παξιμάδι. Αμέσως τότε «αναστάς ο αξιομακάριστος εκείνος ανήρ, καίπερ τυγχάνων ετών ενενήκοντα», ξεκίνησε από τη σκήτη του ασθενούς αδελφού και επορεύθη εις την Αλεξάνδρειαν. Εκεί, αφού «ηλλάξατο τους ξηρούς άρτους εις απαλούς, τους έφερε, πάλιν πεζοπορών, στον ασθενή μοναχό». Στην αδελφική αυτή πράξη βλέπει κανείς ασφαλώς το γνήσιο κοινωνικό περιεχόμενο της ασκητικής ησυχίας.
Για τον αββά Αγάθωνα, που υπήρξε «ανήρ εμπειρότατος πάντων των κατ’ εκείνον τον καιρόν Μοναχών, και την σιωπήν και την ησυχίαν υπέρ πάντας τιμών», διηγούνται και τα εξής.
Όταν ήλθε ο καιρός να γίνει ένα πανηγύρι σε μια κοντινή στη σκήτη του πόλη, επήγε ο άγιος να πουλήσει το εργόχειρό του για να αγοράσει τα παξιμάδια της χρονιάς. Αλλά συνέβη να συναντήσει στην αγορά «ξένον τινά ερριμένον και ασθενούντα». Τότε δεν χάνει την ευκαιρία να εκδηλώσει και στην περίπτωση αυτή την πλούσια αδελφική του αγάπη. Αναλαμβάνει υπό την προστασία του τον εγκαταλελειμμένο και άρρωστο αδελφό. Μισθώνει οικία και τον στεγάζει, φροντίζοντας να κάνει το παν για να αναρρώσει το συντομότερο. Συγχρόνως εργάζεται «ταις ιδίαις χερσίν» για να πληρώνει τα έξοδα αυτής της συμπαραστάσεώς του στον ασθενή. Έτσι σε έξη μήνες έγινε ο ξένος υγιής και ο άγιος επέστρεψε στην ησυχία του. «Αύτη εστίν η τελεία αγάπη».
Τέλος σε μια επιστολή του υπενθυμίζει ο άγιος Ισα¬άκ ότι κάποιος από τους ασκητικούς πατέρες δίδαξε πως τίποτε άλλο δεν μπορεί να λυτρώσει τον Μοναχό από τον δαίμονα της υπερηφάνειας και της πορνείας εκτός από την άσκηση μιας «κοινωνικής» αποστολής. Δηλ. ο Μοναχός που περιποιείται ασθενείς και «κατατηχθέντας εν τη θλίψει της σαρκός» αναπληρώνει πολλές πνευματικές προσπάθειες, που θα εχρειάζετο να καταβάλλει, για να απαλλαγεί από τις ενοχλήσεις του πονηρού.
Αλλά και πολλές άλλες διηγήσεις και περιστατικά της μοναχικής πολιτείας δείχνουν πως η ασκητική τελειότητα εκφράζεται θαυμάσια στην αγάπη για τον αδελφό. Μάλιστα η αγάπη αυτή, σαν έμπρακτη βίωση, είναι κριτήριο της τελειότητας. «Των δε φθασάντων την τελειότητα τούτο εστί το τεκμήριον. Εάν καθ’ ημέραν δεκάκις εις καύσιν παραδοθώσιν υπέρ της αγάπης των ανθρώπων, ου κορέννυνται εκ τούτων» .
Έτσι η επιφανειακή αντικοινωνική μόνωση του ασκητικού βίου είναι το ταπεινό εξωτερικό ένδυμα που καλύπτει μια ασύγκριτη πνευματική ομορφιά. Το πνευματικό βάθος της ασκήσεως, και στη πιο σκληρή μορφή της «ακρότατης μονώσεως», είναι βίωση της αδελφικής αγάπης που γεννάται από τη μυστική ένωση με το Θεό, την απόλυτη και άπειρη Αγάπη!
(Ιωαν.Κορναράκη, «Ανταύγειες της Πατερικής ερήμου μέσα στο σύγχρονο κόσμο», εκδ. Π. Πουρναρά, Θεσ/νίκη, σ. 41-50)  & Πεμπτουσία

Ταπεινοφροσύνη - Κατάκριση - Σωτηρία




του αββά Ησαΐα, Από τον Μικρό Ευργετινό:
Όποιος έχει ταπεινοφροσύνη, γλώσσα δεν έχει για να ελέγξει τον έναν που είναι αμελής ή τον άλλον που είναι ασεβής· ούτε μάτια έχει, για να παρατηρεί τα ελαττώματα άλλου· ούτε αυτιά έχει, για να ακούει όσα δεν ωφελούν την ψυχή του· και δεν έχει να μιλήσει σε κανέναν για τίποτε άλλο, παρά μόνο για τις αμαρτίες του· αλλά και με όλους τους ανθρώπους έχει ειρηνικές σχέσεις όχι για κάποια φιλία, αλλά για χάρη της εντολής του Θεού (Μάρκ. 9:50).
Αν κανείς δεν βαδίζει τον δρόμο τούτο (της ταπεινοφροσύνης), ακόμα κι αν νηστεύει (αυστηρά, τρώγοντας κάθε) έξι μέρες ή επιδοθεί σε (οποιουσδήποτε) μεγάλους αγώνες, χαμένοι πηγαίνουν όλοι του οι κόποι.

πηγή /  αντιγραφή

Διδαχὲς Πνευματικὲς Ἁγίου Ἀνθίμου τῆς Χίου


Ὁ ἅγιος Ἄνθιμος τῆς Χίου σχετικὰ μὲ τὴν σιωπὴἔλεγε «Σιωπή! Ἡ σιωπὴ εἶναι καλή, ἡ σιωπὴ εἶναι ἀκίνδυνος, ἡ σιωπὴ εἶναι ἀμετανόητος, ἔλεγε καὶ ἕνας γέρων: ὁσάκις ὡμίλησα, μετενόησα, σιωπήσας δὲ οὐδέποτε μετενόησα. Ἡ σιωπὴ εἶναι ἀσκανδάλιστος, ἐκεῖνος ποὺ κρατεῖ σιωπήν, εἶναι πάντοτε εἰρηνικὸς καὶ εἶναι μακάριος. Δὲν ἐμακάρισεν ὁ Χριστὸς τοὺς πολυλόγους οὔτε τοὺς θυμώδεις οὔτε τοὺς ταραχοποιούς, ἐμακάρισε τοὺς εἰρηνοποιούς, τοὺς πραεῖς, τοὺς ὑπομονετικούς, αὐτοὺς ἐμακάρισε. Ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἔχει ἀρετήν, μέσα στοὺς πολλοὺς θὰ φανῆ ἡ ὑπομονή του, ἡ καρτερία του, ἡ πραότης του, ἡ μακροθυμία του, ἡ ἐγκράτειά του, ἐὰν ἔχεις τοὺς καρποὺς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, μέσα στοὺς πολλοὺς θὰ φανῆς».

Σχετικὰ μὲ τὴν συναίσθησι τῶν ἀδυναμιῶν μαςτόνιζε «Καλότυχος εἶναι ἐκεῖνος ποὺ γνωρίζει τὴν κατάστασίν του καὶ ταπεινώνεται, καὶ πάλιν κακότυχος εἶναι ἐκεῖνος ποὺ δὲν γνωρίζει τὴν κατάστασίν του, ἀλλὰ ὑπερηφανεύεται, καλότυχος εἶναι ἐκεῖνος ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἐγνώρισε τὴν ἀσθένειά του, διότι ἡ ἀνθρώπινη φύσις ὑπόκειται εἰς τὰ πάθη, εἰς πολλὰ κακὰ πάθη καὶ καλότυχος εἶναι ἐκεῖνος ποὺ τὸ ἐκατάλαβε. Ὑπάρχουν τριῶν εἰδῶν ἄνθρωποι: σαρκικοί, ψυχικοὶ καὶ πνευματικοί. Ὁ σαρκικὸς ἄνθρωπος θέλει ὅλα τὰ τῆς σαρκός, ζητεῖ τὴν ἀνάπαυσιν, ἀγαπᾶ τοὺς ἐπαίνους, δὲν θέλει νὰ τὸν ὑβρίσουν, δὲν δέχεται νὰ τοῦ κόψουν τὸ θέλημά του, ὑπερασπίζει τὸν ἑαυτόν του. Ὁ ψυχικὸς πάλι δὲν θέλει νὰ ἀδικήση, ἀλλὰ οὔτε νὰ τὸν ἀδικήσουν. Ὁ δὲ πνευματικὸς ἄνθρωπος σκέπτεται ὅλα τὰ τοῦ πνεύματος, ἂν ἀδικηθῆ χαίρει, ἂν ὑβρισθῆ εὐχαριστεῖται».

Γιὰ τὴν σωτηρία τῆς ψυχῆς ἔλεγε «Θέλω νὰ πεινᾶτε καὶ νὰ διψᾶτε τὴν σωτηρία σας. Θέλω νὰ διψᾶτε τὴν δικαιοσύνην, νὰ εὐχαριστῆσθε μὲ τὰς θλίψεις, νὰ χαίρεσθε μὲ τὰς τιμωρίας καὶ τὰ βάσανα. Πότε ἡμεῖς, ἀδελφές, ἐβασανίσθηκαμε; Ποῦ εἶναι τὰ μυτερὰ καρφιὰ, πού μᾶς ἐκάρφωσαν; Ποῦ εἶναι ἡ λόγχη; Ποῦ εἶναι ὁ ἀκάνθινος στέφανος; Πότε μᾶς ἐμαστίγωσαν ἤ μᾶς ἔπτυσαν ἤ μᾶς ἔκαναν τίποτε ἄλλο, ἀπὸ ὅσα ἔκαναν στὸν Χριστό; Διά τοῦτο, ἐπειδὴ ἡμεῖς δὲν ἐπάθαμεν ἀκόμη τίποτε ἀπὸ ὅλα αὐτά, πρέπει μὲ ὅλη τὴν δύναμίν μας νὰ προσπαθήσωμεν νὰ μιμηθοῦμεν τὸν Διδάσκαλόν μας, διότι ἐὰν δὲν τοῦ μοιάσωμεν, δὲν θὰ καθίσωμεν καὶ ἡμεῖς ἐκ δεξιῶν τοῦ Θεοῦ, ὅπως ἐκάθισεν Ἐκεῖνος».

Γιὰ τὴν ἐλεημοσύνη στὴν ψυχὴ ἔλεγε «Ὅταν ἐλεήσης τὸν πτωχόν, ὅταν βοηθήσης τὸν πλησίον σου, τὸ δίδεις στὸν Θεό. Ἀλλὰ γιὰ πῆτε μου, ποῖος εἶναι εἰς ἡμᾶς ὁ πιὸ πλησίον μας, ποὺ ἔχει τὴν ἀνάγκη καὶ ζητεῖ νὰ τὸν ἐλεήσωμεν; Ἡ ψυχή μας. Ἡ ψυχὴ μας εἶναι ὁ πλησίον μας, τὴν ψυχήν μας νὰ βοηθήσωμεν καὶ νὰ ἐλεήσωμεν. Θὰ ἐλεήσωμεν αὐτὴν τὴν πτωχὴν ψυχὴν μὲ ἀρετάς. Ἂν θέλης νὰ ἐλεήσης τὴν ψυχήν σου, θὰ κάμης ἀρετάς, θὰ εἶσαι ὑπάκουος, ταπεινός, ὑπομονετικός, φιλαλήθης, φιλάδελφος, σιωπηλός, θὰ κόπτης τὸ θέλημά σου… Μὲ αὐτὰ θὰ ἐλεῆς τὴν ψυχήν σου καὶ θὰ δανείζης τὸν Θεόν».

Σχετικὰ μὲ τὴν καλλιέργεια τῶν ἀρετῶν τόνιζε «Ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἐργάζεται τὴν ἀρετήν, ὅταν ἔχη τὸν ἔνθεον ἔρωτα, ὅταν ἔχη τὸ θεϊκὸν πῦρ μέσα εἰς τὴν καρδίαν του, ὅταν ἔχη τὸν ζῆλον διὰ νὰ ἀρέση εἰς τὸν Θεὸν καὶ εἰς τὸν πλησίον του, τότε ὑπομένει τὰ πάντα. Ἐκεῖνος ποὺ ἔχει ἀγάπην εἰς τὴν καρδίαν του, τὸ στόμα του ποτὲ δὲν ψεύδεται οὔτε ἐργάζεται πονηρά. Ἐκεῖνος ποὺ ἔχει ἀγάπην μέσα εἰς τὴν καρδίαν του δὲν ρίχνει τὸ βλέμμα του ποτέ, γιὰ νὰ ἰδῆ πράγματα, ποὺ δὲν ὠφελοῦν τὴν ψυχήν του, τὸ ἀφτί του δὲν τὸ στένει, γιὰ νὰ ἀκούση πράγματα, ποὺ δὲν εἶναι ὠφέλιμα». 

Γιὰ τὸν θυμὸ ποὺ τυραννεῖ τοὺς ἀνθρώπους τόνιζε «Ποτὲ νὰ μὴ δίνετε τόπον εἰς τὸν θυμόν. Ποτὲ νὰ μὴ λείπη τὸ μειδίαμα ἀπὸ τὸ στόμα σας, τὸ πασίχαρο νὰ μὴ σᾶς φεύγη ποτέ. Καρδίας εὐφραινομένης πρόσωπον θάλλει. Ὅλο εὐχαριστημένη νὰ εἶναι ἡ καρδία σας, διότι ὅταν φύγη ἡ εὐχαρίστησις εὐθὺς θὰ ἔλθη ὁ θυμός, τέλεια ἀπονέκρωσις τῆς χάριτος εἶναι ὁ θυμός».

Διδαχὲς Πνευματικὲς Ἁγίου Ἀνθίμου τῆς Χίου Ἱερᾶς Μονῆς Παναγίας Βοηθείας Χίου.

Ο Μητροπολίτης Μεσογαίας Νικόλαος Περί εσχάτων χρόνων και Νέα Τάξη






Μισθωτοὶ ποιμένες, μισθωμένοι ἄρχοντες.

  Μισθωτοὶ ποιμένες, μισθωμένοι ἄρχοντες. Γεώργιος Κ. Τζανάκης . Ἀκρωτήρι Χανίων Σχετικῶς μὲ τὸ θέμα τῶν αὐξήσεων τῶν μισθῶν τῶν ἀρχιερέων, ...