Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Παρασκευή, Μαρτίου 08, 2013

ΑΓΙΟΣ ΙΣΑΑΚ Ο ΣΥΡΟΣ -ΣΥΜΒΟΥΛΕΣ ΠΛΗΡΕΙΣ ΩΦΕΛΕΙΑΣ





ΛΟΓΟΣ
 ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ 
ΑΒΒΑ ΙΣΑΑΚ ΤΟΥ ΣΥΡΟΥ
Περιέχων 
συμβουλάς πλήρεις ωφελείας.
  
 


Πάσα καλή έννοια εμπίπτει στην καρδία του ανθρώπου εκ της θείας χάριτος και πάς κακός λογισμός πλησιάζει στην ψυχήν προς πειρασμό και δοκιμήν.
 


Οποιος φθάσει να γνωρίσει την ιδίαν αυτού ασθένεια, αυτός έφθασε το τέλειον της ταπεινώσεως.
 

Ο οδηγός των χαρισμάτων του Θεού στον άνθρωπον είναι ή καρδία, η οποία κινείται σε αδιάλειπτο ευχαριστία. Ο οδηγών τους πειρασμούς στην ψυχήν υπάρχει ή έννοια του γογγυσμού, ή οποία κινείται πάντοτε στην καρδίαν.

 

Ο
 Θεός υποφέρει πάσας τάς ασθενείας των ανθρώπων, δεν υπομένει όμως εκείνον, ο οποίος γογγύζει πάντοτε, άλλα και παιδεύει αυτόν.

 

Η ψυχή, ήτις απέχει, εκ πάσης ελλάμψεως της γνώσεως, εις τάς τοιαύτας εννοίας ευρίσκεται.

 

Το στόμα, το οποίον ευχαριστεί πάντοτε, δέχεται ευλογία παρά Θεού• στην δε καρδίαν, ήτις εμμένει σε ευχαριστία, εμπίπτει ή θεία χάρις. Προ της χάριτος προηγείται ή ταπείνωσις και προ της παιδεύσεως ή οιήσεις.

 

Οστις υπερηφανεύεται παραχωρείται υπό του Θεού να πέσει σε βλασφημία. Όποιος επαίρεται δια πρακτικές αρετάς, παραχωρείται να πέσει σε πορνεία. και όποιος επαίρεται δια την εαυτού σοφία, παραχωρείται να πέσει στις σκοτεινές παγίδες της αγνωσίας.

 

Οποιος απομακρύνεται εκ της ενθυμήσεως του Θεού, βαστά μέσα του πονηρή καρδία μίσος κατά του πλησίον. Όποιος μετά της ενθυμήσεως του Θεού τιμά πάντα άνθρωπον, ευρίσκει βοήθειαν εκ παντός ανθρώπου δια του νεύματος του Θεού.
 

Οποιος απολογείται υπέρ του αδικούμενου, ευρίσκει τον Θεό υπερμαχούντα δι' αυτόν. Όποιος βοηθά τον πλησίον αυτού, λαμβάνει την βοήθειαν του Θεού.
 

Οποιος κατηγορεί τον αδελφόν αυτού υπό κακίας κινούμενος, ευρίσκει τον Θεόν κατήγορο κατ' αυτού.
 

Οποιος διορθώνει τον αδελφόν αυτού εν τω κρύπτω, θεραπεύει την ιδίαν αυτού κακίαν και Όποιος κατηγορεί τίνα έμπροσθεν των ανθρώπων, ενδυναμοί τάς ιδίας αυτού πληγάς.
 

Οποιος θεραπεύει τον αδελφό αυτού κρυπτώς, ποιεί φανερά την δύναμιν της εαυτού αγάπης• και όποιος καταισχύνει αυτόν ενώπιον των φίλων αυτού, δεικνύει την δύναμιν του φθόνου αυτού.
 

Οποιος ελέγχει τον άλλον κρυπτώς, υπάρχει ιατρός σοφός• και όποιος θεραπεύει τον άλλον έμπροσθεν πολλών ανθρώπων, πραγματικός ονειδίζει αυτόν. Το σημείον της συμπαθείας υπάρχει ή συγχώρησης του σφάλματος παντός ανθρώπου• το δε σημείον της κακής προαιρέσεως είναι ή αντιλογία προς τον πταίσαντα.

 

Οποιος παιδεύει τον άλλον δια την ψυχική αυτού υγεία, αυτός παιδεύει αυτόν μετ' αγάπης• όποιος όμως ζητεί έκδίκησιν, υπάρχει κενός αγάπης. Ό Θεός παιδεύει τον άνθρωπον μετ' αγάπης πάντοτε, ίνα ιατρευθή ή είκών αυτού, χωρίς να φυλάττει την οργή αυτού επί πολύν καιρόν αυτός ό τρόπος της αγάπης είναι ευθύς και δεν εκκλίνει εμπαθώς σε εκδίκησιν.
Ο σοφός δίκαιος είναι όμοιος τω Θεό• διότι δεν παιδεύει ποτέ άνθρωπον για να εκδικηθεί αυτόν δια την κακίαν αυτού, άλλ' η αυτός να διορθωθεί, η να φοβηθώσιν άλλοι• εάν όμως δεν εχη ταύτην την αγάπη, ή παίδευσης αυτού δεν είναι πλέον παιδεία προς διόρθωση, άλλα προς έκδίκησιν.

 

Οποιος πράττει το καλόν, ινα ανταμειφθεί, ταχέως τρέπεται εις το κακόν.
 

Οποιος εκ της δυνάμεως της ιδίας αυτού γνώσεως θαυμάζει δια της θεωρίας την γνώσιν του Θεού, αυτός, εάν και κατάκοπη το σώμα αυτού, δεν επαίρεται ποσώς, ούτε εκκλίνει εκ της αρετής. Ου τίνος ή διάνοια φωτίζεται κατ' άξία υπό του Θεού, αυτός κατήντησεν εις το βάθος της ταπεινοφροσύνης ψυχή τε και σώματι• επειδή πριν έτι πλησίαση τις εις την γνώσιν, ανέρχεται και κατέρχεται δια της πολιτείας αυτού• όταν όμως πλησίαση εις την γνώσιν, αίρεται όλος και όσον υψωθεί, δεν τελειώνει ή ανάβασης της γνώσεως αυτού, μέχρις ου έλθει εκείνος ό αιών της δόξης και λαβή πάντα αυτού τον πλούτο διότι όσον ό άνθρωπος τελειούται παρά τω Θεό, τόσον περισσότερον ακολουθεί αυτόν και εις εκείνον τον αληθή αιώνα δείκνυσι το πρόσωπον του εις αυτόν ό θεός, όχι όμως όπως και ότι είναι• επειδή οι δίκαιοι όσον και αν εισέλθωσιν στην θεωρία του Θεού, την εικόνα αυτού βλέπουν ως σε καθρέπτη, εκεί όμως θέλουσιν να δουν την φανέρωσιν της αληθείας.

 

Καθώς το πυρ, το οποίον ανάπτει εις τα ξηρά ξύλα δυσκόλως σβήνονται., ούτω και ή θέρμη του Θεού, ήτις εμπίπτει- εις την καρδίαν του απαρνησαμένου τον κόσμον, δεν θέλει σβεσθή ευκόλως, δριμύτερα ούσα του πυρός. Όταν ή δύναμις του οίνου εισέλθει στα μέλη του σώματος, τότε ο νους λησμονεί την ακρίβεια όλων των πραγμάτων και ή ενθύμησης του Θεού όταν κυρίευση την ψυχήν, εξαφανίζει πάσαν ματαίαν ενθύμησιν εκ της καρδίας. Ή διάνοια, ήτις απέκτησε την σοφία του πνεύματος, ομοιάζει με άνθρωπον, ο Οποίος βρίσκει πλοίο έτοιμο στην θάλασσαν και ταξιδεύει αμέσως και φθάνει στην νήσο του μέλλοντος αιώνος• ούτως έχει ή αίσθησης του μέλλοντος αιώνος ως προς τούτον τον κόσμον, είναι ως νήσος μικρά εντός της θαλάσσης και όποιος πλησιάζει σε αυτήν, δεν κοπιά πλέον στα κύματα της φαντασίας τούτου του κόσμου.

 

Οταν ο Έμπορος πώληση πάσαν αυτού την πραγματεία, σπουδάζει να επανέλθει εις τον ίδιον αυτού οίκον ο δε μοναχός, όταν υπολείπηται εισέτι ο καιρός της εργασίας αυτού, λυπείτε να χωριστή εκ του σώματος αυτού• όταν όμως αισθανθεί, ότι εξαγόρασε τον καιρόν και έλαβε τον αρραβώνα, τότε επιθυμεί τον μέλλοντα αιώνα. Ό έμπορος, εν όσο ευρίσκεται στην θάλασσαν, φοβείται, μη τυχόν εγερθεί τρικυμία και βυθιστεί ή ελπίς της εργασίας αυτού και ό μοναχός, εν όσο ευρίσκεται σε τούτο τον κόσμο, φοβείται, μήπως διεγερθεί κατ' αυτού ο χειμώνας των παθών και χαθεί ό καρπός του αγώνος αυτού, ονπερ εκ νεότητος μέχρι γήρως απέκτησε. Ό μεν έμπορος επιθυμεί την στερεά γήν, ό δε μοναχός την ώραν του θανάτου.

 

Ο μεν ναύτης, όταν πλέει στην θάλασσαν, βλέπει τους αστέρας και κατά την θέση των αστέρων διευθύνει το πλοίο, έως ου φθάσει στον λιμένα• ό δε μοναχός βλέπει στην ευχή διότι αυτή ορθοποδεί αυτόν και διευθύνει την πορεία της πολιτείας αυτού στον λιμένα της σωτηρίας. Ό ναύτης προσπαθεί να φθάσει στη νήσο, οπού αφού δέση το πλοίο αυτού και λαβή τα αναγκαία προς ζωοτροφία, διευθύνεται εκείθεν σε άλλην νήσο παρόμοια είναι και ή πορεία του μονάχου, εν όσο ευρίσκεται στην παρούσα ζωήν, από νήσου σε νήσο μεταβαίνει, δηλαδή από γνώσεως σε γνώσιν και δια της εναλλαγής της γνώσεως προκόπτει, έως ότου απαλλαγή εκ της θαλάσσης της ζωής ταύτης και φθάσει στην αληθινή εκείνη πόλιν, της οποίας οι κάτοικοι δεν εμπορεύονται πλέον, άλλ' έκαστος επαναπαύεται στον πλούτο των εαυτού αρετών.
 

Μακάριος εκείνος, του οποίου ή πραγματεία δεν πνίγηκε στην θάλασσαν του ματαίου τούτου κόσμου.

 

Μακάριος εκείνος, του οποίου το πλοίο δεν συνετρίβη, άλλ' αξιώθηκε να φθάσει μετά χαράς στον αχείμαστο λιμένα.

 

Οποιος θέλει να βρει τον πολύτιμο μαργαρίτη, εισέρχεται γυμνός στην θάλασσα και ό φρόνιμος μοναχός γυμνός και ακτήμων διέρχεται στην παρούσα ζωήν, έως ου βρει εις εαυτόν μαργαρίτη Ιησούν άριστον και όταν βρει αυτόν, δεν αποκτά μετ αυτού κανένα άλλο εκ των πραγμάτων του κόσμου. Ό μεν αισθητός μαργαρίτης φυλάττεται σε ασφαλές ταμείον, ή δε τρυφή και απόλαυσης του νοητού μαργαρίτου του μονάχου φυλάττεται στην ησυχία.
 


Καθώς ή παρθένος βλάπτεται, όταν παρευρίσκηται σε συναναστροφές μεταξύ του πλήθους, ούτω και ή καρδία του μονάχου δια της μετά των πολλών συναναστροφής και συνομιλίας.

 

Το όρνεο εκ παντός τόπου καταφεύγει στην φωλιά αυτού, ίνα τεκνογονήση• και ο μοναχός, εάν έχει διάκρισιν, επιταχύνει στην εαυτού κατοικία, ίνα εν αύτη απόκτηση καρπό ζωής. Ό όφις εις πάντα κίνδυνο της ζωής αυτού φυλάττει την κεφαλήν του• και ό σοφός μοναχός εις πάσαν δυσχερή περίστασιν φυλάττει, την εαυτού πίστιν, ήτις υπάρχει το θεμέλιο της ζωής αυτού. Ή μεν νεφέλη σκοτίζει τον ήλιον, ή δε πολυλογία την ψυχήν, ήτις ήρξατο να φωτίζεται δια της θεωρίας της ευχής.
'Καθώς το όρνεο, το οποίον ονομάζεται Ερωδιός, κατ' εκείνον τον καιρόν χαίρει και ευφραίνεται, ως λέγουσι οί σοφοί, καθ' ον απομακρυνθεί εκ των ανθρώπων και κατοικήσει σε έρημον τόπον ούτω και ή ψυχή του μονάχου κατ' εκείνον τον καιρόν δέχεται την ουράνιον χαράν, καθ' ον απομακρυνθεί εκ των ανθρώπων και κατοικήσει σε ησυχαστικό τόπον μέχρι της εξόδου αυτής. Λέγεται περί του ορνέου, του καλουμένου Σειρήνος, ότι όποιος ακούσει την μελωδία της φωνής αυτού, αιχμαλωτίζεται υπ' αυτής τοσούτον, στην οδοιπορία της ερήμου, ώστε λησμονεί και αυτήν αυτού την ζωήν και πίπτει και αποθνήσκει• παρόμοιό συμβαίνει και στην ψυχή διότι όταν ή ουράνιος γλυκύτης εμπέσει σε αυτήν, εκ της μελωδίας της γλυκύτητας των λόγων του Θεού τόσον αιχμαλωτίζεται, ώστε λησμονεί και αυτήν την σωματική ζωήν και τις σωματικές ορέξεις και υψούται όλη προς τον Θεόν.
 


Εάν το δένδρον δεν αποβάλλει πρώτον τα παλαιά αυτού φύλλα, δεν εκβάλλει νέους κλάδους• και ό μοναχός έως ότου δεν απόρριψη εκ της καρδίας αυτού την ενθύμησιν των προτέρων αυτού πράξεων, δεν εκβάλλει νέους κλάδους και νέους καρπούς δια Ιησού Χριστού.
 

Ο άνεμος τρέφει τους καρπούς των δένδρων και ή πρόνοια του Θεού τους καρπούς της ψυχής. Λέγεται, ότι το οστρείδιον, έως ότου να δεχθεί σπινθήρα τίνα εκ της αστραπής και εκ του αέρος την ύλη και να γέννηση τον μαργαρίτη, είναι απλή σαρξ• και ή καρδία του μονάχου, έως ότου να δεχθεί μετά φρονήσεως την ουράνιον ύλη του πνεύματος, είναι γυμνή και δεν έχει καρπόν παρηγοριάς.
 

Ο σκύλος, όταν γλύφει το ρινίο, ματώνει την εαυτού γλώσσα και πίνων εκ του ιδίου του αίματος, δεν αισθάνεται την βλάβη αυτού• και ο μοναχός, όταν κλίνη εις κενοδοξίαν, συμπίνει εκ του αίματος της εαυτού ζωής και εκ της προς ώραν γλυκύτητας δεν αισθάνεται την ιδίαν αυτού βλάβη. Ή κοσμική δόξα υπάρχει ως πέτρα εντός της θαλάσσης, σκεπασμένη υπό των υδάτων και άγνωστος στον ναύτη, στην οποίαν αίφνης κτυπά το πλοίο και βυθίζεται• ούτω ποιεί και ή κενοδοξία τον άνθρωπον έως ότου βύθιση και αφανίσει αυτόν περί ταύτης έλεγαν και οι θείοι πατέρες, ότι στην κενόδοξο ψυχή επιστρέφουσι πάλιν πάντα εκείνα τα πάθη, τα οποία δια της θείας χάριτος νικήθηκαν πρότερον και αναχώρησαν εξ αυτής.
 


Μικρά νεφέλη σκεπάζει τον κύκλο του ηλίου και αφού παρέλθει ή νεφέλη, ό ήλιος γίνεται πολλά θερμός ούτω και μικρά ακηδία σκεπάζει το φως της ψυχής, άλλ' ή χαρά, ήτις συμβαίνει μετά την ακηδία, είναι πολλά μεγάλη.

 

Μη ζητήσεις ποτέ να εννοήσεις τους λόγους των θείων μυστηρίων, των εκτιθεμένων στην αγίαν Γραφή, άνευ προσευχής και αιτήσεως βοηθείας παρά Θεού• αλλά λέγε: Κύριε, δός μοι σύνεσιν και αίσθησιν της δυνάμεως, της ευρισκομένης εις τάς αγίας γραφές• γνώριζε δε, ότι το κλειδί των αληθών νοημάτων των θείων γραφών υπάρχει στη προσευχή• Όταν θελήσεις να πλησίασης δια της καρδίας σου στον Θεόν πρώτον δια των σωματικών κόπων δείξον σε αυτόν τον πόθον σου• διότι εκ τούτων των κόπων άρχεται ή πολιτεία του μονάχου• ή δε καρδία ευκόλως πλησιάζει στον Θεό δια της στερήσεως της σωματικής χρείας και της ασκήσεως του ενός είδους της τροφής καθ' ότι ό Κύριος έπ' αυτής της κακοπαθείας θεμελίωσε την τελειότητα. Γνώριζε, ότι ή αργία υπάρχει αρχή της σκοτώσεως της ψυχής, άλλα σκοτώσιν επί σκοτώσει προξενούσιν οι μετά των ανθρώπων ομιλίαι και αφορμή του πρώτου είναι το δεύτερον διότι εάν οι περί ψυχικής ωφελείας λόγοι αμέτρως γινόμενοι, προξενούν σκότωσιν, πόσον μάλλον ματαίως λεγόμενοι; επειδή εξευτελίζεται και εξαχρειούται ή ψυχή από τάς άμετρους ομιλίας, καν έχει τον φόβον του Θεού. Λοιπόν ή σκότωσις της ψυχής προκύπτει εκ της αταξίας της πολιτείας.
 
Οταν υπάρχει τάξη και μέτρο στην πολιτεία, φωτίζεται ή διάνοια και φεύγει ή σύγχυσης• διότι ή της διανοίας σύγχυσης, ήτις προέρχεται εκ της αταξίας, προξενεί σκότωσις εις την ψυχή και ή σκότωσις προξενεί θόλωση ή δε ειρήνη της διανοίας προκύπτει εκ της καλής τάξεως και εκ της ειρήνης γεννάται το φως στην ψυχήν και ό καθαρός αέρας λάμπει στην διάνοιαν και καθ' όσον απομακρύνεται τις εκ του κόσμου και πλησιάζει στην σοφία του πνεύματος, κατά τοσούτον δέχεται και την χαράν παρά Θεού και αισθάνεται την διάκρισιν της σοφίας εις την εαυτού ψυχήν και διακρίνει ότι ή σοφία του πνεύματος υπάρχει πολύ ανωτέρα της σοφίας του κόσμου• διότι εις την σοφία του πνεύματος ή σιωπή κυριεύει την ψυχήν, άλλ' στην κοσμική σοφία υπάρχει πηγή πολυλογίας. Μετά την εύρεση της σοφίας του Πνεύματος πληρούται κάποιος πολλής ταπεινοφροσύνης και πραότητας και ειρήνης, η οποία βασιλεύει σε όλους τους λογισμούς, τα δε σωματικά μέλη παύουσι και ησυχάζουν από την ταραχή και αταξία της ακολασία. Μετά δε την εύρεση της κοσμικής σοφίας αποκτά την υπερηφάνειαν του φρονήματος και λογισμούς διαφόρους και αδιηγήτους και την ταραχή του νοός και την αναίδεια των αισθήσεων και την έπαρσιν. Μη νομίσεις, ότι δύναται να παρρησιαστή κάποιος ποτέ δια της προσευχής στον Θεόν, εν όσο υπάρχει δεδεμένος στα σωματικά πράγματα• διότι ή ανελεήμων ψυχή στερείται της σοφίας του πνεύματος, ή δε ελεήμων σοφίζεται παρά του αγίου πνεύματος.

 

Καθώς το έλαιον τρέφει το φως του λύχνου, ούτω και ή ελεημοσύνη τρέφει την γνώσιν της ψυχής. Ή κλεις της καρδίας προς απόκτησιν των θείων χαρισμάτων δίδεται δια της αγάπης του πλησίον και καθ' όσον ή καρδία απαλλάττεται εκ του δεσμού του σώματος, κατά τοσούτον ανοίγεται εις αυτήν ή θύρα της γνώσεως. Ή μετάβασης της ψυχής εκ τούτου του κόσμου εις τον άλλον είναι ή υπεροχή της γνώσεως, του πνεύματος. Ω, πόσον ωραία και επαινετή υπάρχει ή αγάπη του πλησίον, εάν ή προσπάθεια αυτής δεν αποσπά ημάς εκ της αγάπης του Θεού. Πόσον γλυκεία είναι ή μετά των πνευματικών ημών αδελφών συναναστροφή και συνομιλία, εάν δυνηθώμεν να φυλάξωμεν μετ' αυτής και την μετά του Θεού. Καλόν λοιπόν είναι να φροντίζωμεν περί τούτων, καθόσον ήθελε επιτρέπει τούτο ό αρμόδιος καιρός, όχι όμως προφάσει της μετά των αδελφών ομιλίας και της του πλησίον αγάπης να εκπίπτωμεν εκ της κρυπτής εργασίας και της υψηλής πολιτείας και εκ της μετά του Θεού αδιάλειπτου ομιλίας• επειδή ή σύγχυσης του δευτέρου, δηλαδή της πτώσεως της πολιτείας και της θεϊκής συνομιλίας προέρχεται εκ της συστάσεως του πρώτου, δηλαδή εκ της μετά των αδελφών συνομιλίας• διότι ο νους ημών δεν είναι ικανός να φύλαξη συγχρόνως και τάς δύο συνομιλίας.

 

Η θεωρία των κοσμικών προξενεί σύγχυσιν στην ψυχήν εκείνου, ο Όποιος απαρνήθηκε τον κόσμον δια το έργον του Θεού• και εάν μεν ή διαρκής ομιλία των πνευματικών αδελφών βλάπτει, άλλα των κοσμικών και ή μόνη εξωτερική θεωρία.

 

Η μεν εργασία των πρακτικών αρετών δεν εμποδίζεται εκ της ενεργείας των αισθήσεων όποιος όμως θέλει εκ της ειρήνης του νοός αυτού να τρύγηση την χαράν δια της εργασίας των κρυπτών πράξεων της ψυχής, ή ανάπαυσις της καρδίας του τοιούτου ταράσσεται και από μονάς τάς φωνάς των κοσμικών, χωρίς να δη αυτούς. Ή εσωτερική νέκρωσις άνευ της αργίας των σωματικών αισθήσεων δεν δύναται να πρόκυψη• και ή μεν πρακτική εργασία θέλει την προσοχήν των αισθήσεων, ή δε πνευματική εργασία απαιτεί την προσοχήν και ησυχία της καρδίας. 


Καθώς ή ψυχή υπάρχει ανωτέρα του σώματος, ούτω και ή εργασία αυτής ειναι ανωτέρα της εργασίας του σώματος• και καθώς εν αρχή προηγήθη ή πλάσης του σώματος από το εμφύσημα της ψυχής, ούτω και τα σωματικά έργα προηγούνται των έργων της ψυχής. Μεγάλη είναι ή δύναμις της μικράς πνευματικής εργασίας, εάν γίνεται τακτικώς και διαμένει πάντοτε• επειδή και ή μικρά σταγόνα του απαλού ύδατος, εάν στάζει πάντοτε, βαθουλώνει την σκληρά πέτραν.

 

Οταν πλησιάζει ν' αναστηθεί εις σε ό πνευματικός άνθρωπος, τότε σοι διεγείρεται ή νέκρωσις πάντων των του κόσμου πραγμάτων και θερμαίνεται ή ψυχή σου εκ της χαράς και εκ της γλυκύτητας της καρδίας σου οι λογισμοί σου περιορίζονται εντός σου• και πάλιν όταν μέλλει ν' αναστηθεί εις σε ο κόσμος, αυξάνει ο διασκορπισμός του νοός σου και το μικρόν και άτακτο φρόνημα. Κόσμον ενταύθα ονομάζω τα πάθη, τα οποία γεννά ο διασκορπισμός του νοός• όταν ταύτα γεννηθώσι και αυξηθώσι, τότε γίνονται οι αμαρτίαι και θανατώνουσι τον άνθρωπον. Καθώς δεν γεννώνται τέκνα χωρίς μητέρα, ούτω δεν γεννώνται τα πάθη χωρίς τον διασκορπισμό της διανοίας, ούτε ή αμαρτία τελειώνει χωρίς της ενεργείας των παθών.

 

Οταν ή υπομονή αυξηθεί εις τάς ημετέρας ψυχάς, είναι σημείο, ότι λάβαμε κρυπτώς την χάριν της παρηγοριάς. Ή δύναμης της υπομονής είναι δυνατότερα από τάς εις την καρδίαν εμπίπτουσας εννοίας της χαράς. Ή κατά Θεόν ζωή είναι ή ταπείνωσις των αισθήσεων και όταν ζή ή καρδία, οι αισθήσεις ταπεινούνται, όταν δε διεγείρονται οι αισθήσεις, νεκρούται ή καρδία από τον θεόν επειδή ή διέγερσης των αισθήσεων προξενεί την νέκρωσιν της καρδίας.

 

Εκ των μεταξύ των ανθρώπων γινομένων αρετών ή συνείδησης δεν λαμβάνει την αξιότητα. Ή αρετή, την οποίαν πράττει τις δι' άλλων, δεν δύναται να καθαρίσει την ψυχήν επειδή ή τοιαύτη αρετή δεν είναι αξιόμισθος παρά το Θεό• άλλ' εκείνη ή αρετή, την οποίαν πράττει ό άνθρωπος άφ' εαυτού, λογίζεται τελεία αρετή και τέλειοι δύο τινά συγχρόνως και αξιόμισθος θεωρείται και την καθαρότητα της καρδίας προξενεί• δια τούτο άφησε το πρώτον είδος και ακολούθησαν το δεύτερον καθότι εάν δεν αφήσεις το πρώτον και φροντίσεις περί του δευτέρου, εκπίπτεις εξάπαντος από του Θεού.

Η ανάπαυσις του σώματος και ή αργία είναι απώλεια της ψυχής και περισσότερον από τους δαίμονας δύνανται να βλάψουν κάποιον . Εάν παραβίασης το αδύνατον σώμα εις έργα ανώτερα της δυνάμεως αυτού, προξενείς σκότωσιν και ταραχή και σύγχυσιν εις την ψυχήν σου εάν όμως το δυνατόν σώμα εκδώσεις εις την ανάπαυσιν και αργία, πάσα κακία τελειούται εις την ψυχήν σου• και εάν κάποιος μεγάλως επιθυμεί το καλόν, άλλ' ή ανάπαυσις και ή αργία λίγο κατ` λίγο αφαιρούν άπ' αυτού και αυτήν την έννοια του καλού, την οποία είχε.

 

Οταν ή ψυχή μεθύσι εκ της χαράς της ελπίδος αυτής και εκ της ευφροσύνης του Θεού, τότε το σώμα αναίσθητη και δεν αισθάνεται τάς θλίψεις, καν ασθενές υπάρχει• και ενώ τότε βαστάζει διπλό βάρος δεν ατονεί αλλά συναπολαύει και συνεργεί στην τρυφή της ψυχής ούτω συμβαίνει, όταν ή ψυχή εισέλθει σε εκείνη την χαρά του αγίου Πνεύματος.

 

Αδελφέ, εάν φυλάξεις την γλώσσάν σου, σόι δίδεται παρά Θεού ή χάρις της κατανύξεως της καρδίας και βλέπεις εις αυτήν την κατάστασιν της ψυχής σου και δι' αυτής εισέρχεσαι στην χαράν του αγίου Πνεύματος• εάν όμως σε νικήσει ή γλωσσά σου, πίστευσόν μοι, ότι ουδέποτε θέλεις δυνηθεί να ελευθερωθείς εκ της σκοτώσεως• εάν δεν έχεις καθαράν καρδίαν, έχε τουλάχιστον στόμα καθαρόν, ως είπεν ο μακάριος Ιωάννης της κλίμακος.

 

Οταν θέλεις να συμβούλευσες τινά εις το καλόν, πρώτον ανάπαυσον αυτόν σωματικός και τίμησον αυτόν δια λόγου αγάπης• διότι κανένα άλλο δεν πείθει τον άνθρωπον τόσον, ώστε να εντραπεί και να μεταβάλει εαυτόν εκ της κακίας εις την αρετή, όσον ή σωματική περιποιήσεις και ή τιμή, την οποίαν βλέπει από σε. Όσον εισέρχεται κάποιος στον αγώνα δια τον θεόν, τοσούτον ή καρδία αυτού ευρίσκει παρησίαν στην προσευχήν και όσον έλκεται ό άνθρωπος εκ των πραγμάτων του κόσμου, στερείται την βοήθειαν του Θεού. Μη λυπάσαι στάς στενοχώριας και κακοπαθείας του σώματος• καθότι όταν ό θεός ιδεί την υπομονή σου, αφαιρεί αυτάς τελείως από σου. Μη φόβου τον θάνατον διότι ο θεός ετοίμασε τα μέλλοντα αγαθά, ίνα σε κάμει ανώτερο αυτού. Αύτω ή δόξα και το κράτος εις τους αιώνας των αιώνων.

Αμήν.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. 
ΟΙ ΑΣΚΗΤΙΚΟΙ ΛΟΓΟΙ 
ΤΟΥ ΑΒΒΑ ΙΣΑΑΚ ΤΟΥ ΣΥΡΟΥ.
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΑΡΝΑΒΑΣ.

"Η ιστορία του Καρναβαλιού" υπό του Πρωτοπρεσβύτερου Λεωνίδα Μπάρδο



«Τα καρναβάλια είναι η μοναδική μας ευκαιρία μέσα στο χρόνο να βγάλουμε προς τα έξω τον πραγματικό μας εαυτό, γι' αυτό θα πρέπει να προσέξουμε καλά τι μάσκα θα διαλέξουμε...»
Έτσι ακριβώς τελειώνει ένα «καρναβαλικό» άρθρο, το οποίο αφού μας ενημερώνει για την «ιστορία της μάσκας», μας καλεί στις τοπικές καρναβαλικές εκδηλώσεις.

Περίεργος, αλήθεια, μου φαίνεται αυτός ο συλλογισμός; Θα πρέπει λοιπόν να φορέσουμε μάσκα για να βγάλουμε τον πραγματικό μας εαυτό;
Ας εξετάσουμε λίγο το θέμα:
ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΚΑΡΝΑΒΑΛΙ:
Γενικά, όταν αναφερόμαστε στο καρναβάλι, εννοούμε εκείνη τη λαϊκή εορταστική εκδήλωση, μεταμφιεσμένων ανθρώπων που φορώντας ή όχι μάσκες διασκεδάζουν στους δρόμους τραγουδώντας, χορεύοντας, πίνοντας, ξενυχτώντας, πειράζοντας τους άλλους, λέγοντας αστεία και βωμολοχίες καιγενικά κάνοντας πράγματα, που σε άλλες περιπτώσεις δεν θα έκαναν.
ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ:
Η λέξη «καρναβάλι» προέρχεται από τις Λατινικές λέξεις «carne» (=κρέας) και«vale» (=έχε γειά ή απέχω). Σύμφωνα με άλλη εκδοχή προέρχεται από τις λέξεις«carne» και «levare» (=αίρω, σηκώνω). Άρα, ΚΑΡΝΑΒΑΛΙ = «κρέας έχε γειά» ή«σηκώνω το κρέας».
Άλλη άποψη :
Καρναβάλι λοιπόν... Ή «Κάρνα» - «βάλι». Προφανώς είναι μια σύνθετη λέξη. Ποια είναι όμως η προέλευση των δύο αυτών συνθετικών;
Ας ανοίξουμε τον Όμηρο. Σε πάμπολλους στίχους τόσο της Ιλιάδας όσο και της Οδύσσειας (Θ 306, Π 392, ε 376, θ 92, ι 140, υ 75 κ.α.) συναντάμε τη λέξη «καρ» και τα παράγωγά της. Η λέξη αυτή σημαίνει «κεφάλι» και σύγχρονη επιβίωσή της είναι βεβαίως η «κάρα». Εάν τώρα προσθέσουμε και το ευφωνικό «ν» στην ομηρική λέξη «καρ», φτάνουμε κιόλας στη λέξη «κάρνος». Τι σημαίνει η λέξη αυτή;
Η Ελληνική Μυθολογία μας πληροφορεί ότι ο Κάρνος ήταν κάποιος μάντης του Θεού Απόλλωνα από την Ακαρνανία, τον οποίο σκότωσε ο Ηρακλείδης Ιππότης, ο γιος του Φύλαντος. Οι συγγενείς του Ιππότου μάλιστα αναγκάστηκαν στη συνέχεια να προσφέρουν πλούσιες θυσίες στον Απόλλωνα προκειμένου να εξευμενίσουν την οργή του για τον φόνο του Κάρνου. Ο περιηγητής Παυσανίας αναφέρει τον Κάρνο και ως Κριό (Λακωνικά 13, 4) γεγονός που δεν αφήνει καμιά αμφιβολία ότι η λέξη «κάρνος» σημαίνει «κριός».
Κάρνος ονομαζόταν επίσης κι ένας αρχαιότατος ποιμενικός, κριόμορφος και ιθιφαλλικός Θεός των Πελοποννησίων, προστάτης της γονιμότητας, άγνωστος ίσως σήμερα στους περισσότερους αλλά αντίστοιχος περίπου με τον γνωστότερο Πρίαπο του Ελλησπόντου. Ουσιαστικά δηλαδή ο Κάρνος ήταν ένας γονιμοποιητικός Θεός, τόσο των Λακώνων όσο και των Μεσσηνίων, πριν από την επικράτηση των Δωριεών στη νότια Πελοπόννησο, ενταγμένος στην χορεία των ζωόμορφων θεοτήτων οι οποίες, σύμφωνα με την ιστορία των θρησκειών, προηγήθηκαν των ανθρωπόμορφων.
Από το ουσιαστικοποιημένο επίθετο «Κάρνειος» παράγεται στον πληθυντικό η ονομασία της εορτής «τα Κάρνεια», η οποία κατά τους ιστορικούς χρόνους τελείτο σε όλες τις δωρικές πόλεις προς τιμή του Καρνείου Απόλλωνος.
Πάμε τώρα στο δεύτερο συνθετικό της λέξης «Καρναβάλι».
Κατ' αρχήν το επίρρημα «βάλλε» ή «άβαλε» στα αρχαία ελληνικά σημαίνει «είθε» και «μακάρι». Έπειτα, μερικές από τις δεκαπέντε και πλέον σημασίες του ρήματος «βάλλω» έχουν την έννοια του «στρέφω», «σείομαι πέρα δώθε», «ελαύνω», «φορώ», «προκαλώ», «ρίπτομαι» αλλά και... «φωτίζω».
Από εδώ κι έπειτα περνάμε στο ρήμα «βαλλίζω» που σημαίνει «χοροπηδώ», στα ουσιαστικά «βαλλισμός» δηλαδή «πηδηχτός χορός».
Μια έκφραση του τύπου «καρναβαλίζω» θα μπορούσε να σημαίνει ότι «χοροπηδώ» στο πανηγύρι προς τιμή του Θεού Κάρνου ή του Καρνείου Απόλλωνα, φορώντας τα κέρατα του Θεού ή το κριόμορφο προσωπείο του.
ΟΙ ΡΙΖΕΣ ΤΟΥ ΚΑΡΝΑΒΑΛΙΟΥ:
Οι απαρχές του καρναβαλιού μας οδηγούν στην αρχαία Ελλάδα.
Σκοπός της κοσμικής αποκριάς, σύμφωνα με τον καθηγητή Λαογραφίας Δ. Λουκάτο, είναι η μαγική υποβοήθηση της γης να βλαστήσει με την βοήθεια των χορών-πηδημάτων και των μεταμφιέσεων, με σκοπό να εξευμενίσουν τα κακά πνεύματα.
ΓΝΩΡΙΣΜΑΤΑ:
Ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά γνωρίσματα του καρναβαλιού είναι οι μεταμφιέσεις και οι άσεμνες παραστάσεις, που όπως οι αρχαίες διονυσιακές γιορτές.
Όσοι από τους μεταμφιεσμένους φορούν μάσκες λέγονται μασκαράδες.
Άλλο χαρακτηριστικό γνώρισμα του καρναβαλιού είναι ο χορός.
Τα χτυπήματα της γης με τα πόδια έχουν καρποφοριακή σημασία. Πολλές από τις κινήσεις τους πιστεύεται ότι ασκούν μια μαγεία ομοιοπαθητική.
ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ:
Στην Αρχαία Ελλάδα από το μεσοχείμωνο μέχρι την Άνοιξη τελούντο προς τιμήν του Διόνυσου ή Βάκχου οι Διονυσιακές ή Βακχικές γιορτές.
Ο Διόνυσος ήταν ο κατ’ εξοχήν θεός των λαϊκών στρωμάτων, προστάτης του αμπελιού και του κρασιού, σύμβολο της χαράς της ζωής και του αχαλίνωτου κεφιού.
Στην διάρκεια των διονυσιακών γιορτών οι οπαδοί του Διονύσου φορούσαν δέρματα ζώων, άλειφαν το πρόσωπό τους με την τρυγία (κατακάθι του κρασιού) και στεφανώνονταν με κισσό, το αειθαλές ιερό φυτό του Διόνυσου και προσπαθούσαν να έχουν την μορφή Σατύρων που έμοιαζαν με τράγους.
Στις διονυσιακές γιορτές τραγουδούσαν το «Διθύραμβο», οι μαλλιαροί σάτυροι χορευτές μεταμφιεσμένοι σε «γάστρωνες» (κοιλαράδες), δαιμονικές φιγούρες θα λέγαμε, έτσι όπως τους βλέπουμε στις παραστάσεις των διαφόρων αγγείων της αρχαιότητας.
Ο Αριστοτέλης στην «ποιητική» του αναφέρει ότι η κωμωδία προέρχεται από τον «κώμο» ή «κώμη» που ήταν η συντροφιά μεθυσμένων που τραγουδούσαν τα «φαλλικά», δηλαδή πειρακτικά και βωμολοχικά τραγούδια.
Οι παρέες αυτές των μεθυσμένων περιφέρονταν στους δρόμους της πόλης ή του χωριού και πετούσαν αισχρολογίες στους συντοπίτες τους.
Επίσης, ανάλογες παρέες τριγυρνούσαν με άμαξες και ξεστόμιζαν ένα σωρό βωμολοχίες και αισχρά αστεία (από εκεί έχει μείνει και η γνωστή φράση «θα ακούσεις τα εξ αμάξης»)!
Προς τιμήν του Διονύσου τελούνταν 4 γιορτές: α) Τα μικρά ή κατ΄αγρούς Διονύσια, β) Τα Λήναια, γ) Τα Ανθεστήρια και δ) Τα μεγάλα ή εν άστει Διονύσια.
Τα Ανθεστήρια που τελούνταν το μήνα Ανθεστηριώνα (από 18 Φεβρουαρίου - 17 Μαρτίου περίπου), ήταν η αρχαιότερη από τις βακχικές γιορτές και κρατούσαν 3 μέρες.
Την 2η μέρα γινόταν μια πομπή που συνόδευε τον Διόνυσο, ανεβασμένο σε ένα άρμα που είχε σχήμα πλοίου, τα μέλη της ακολουθίας φορούσαν μάσκα. Τον ρόλο του Διόνυσου έπαιζε ο άρχων βασιλεύς. Στα σημερινά χρόνια υποκατάστατο του Διόνυσου θεωρείται ο βασιλιάς καρνάβαλος.
ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ:
Από την αρχή η Χριστιανική Εκκλησία στάθηκε αντίθετη και επικριτική σε όλες αυτές τις γιορτές της αχαλίνωτης ακολασίας και κραιπάλης.
Μάλιστα, ο άγιος Τιμόθεος, μαθητής του Απ. Παύλου και επίσκοπος Εφέσου, κατά την παράδοση, υπέστη στην Έφεσο, επί αυτοκράτορα Δομιτιανού, μαρτυρικόθάνατο, από τους εξαγριωμένους όχλους των ειδωλολατρών, επειδή σε κάποιαγιορτή της «Αρτέμιδος της Εφεσίας», "Καταγώγιον ονομαζομένην", κατέκρινε τα όργια των εορταστών.

Ο Απόστολος Πέτρος στην Α΄του Επιστολή (62μ.Χ) γράφει χαρακτηριστικά «και διά τούτο παραξενεύονται ότι σεις δεν συντρέχετε με αυτούς εις την αυτήν εκχείλισιν της ασωτίας, και σας βλασφημούσιν»• (Πέτρου Α' 4:4), ενώ ο Απόστολος Παύλος στην επιστολή τους προς Γαλάτας (58 μ.Χ.) αναφέρει ως έργα της σαρκός τις «μέθαι» και τις «κώμαι», όπου «κώμη» είναι «η θορυβώδης πορεία διασκεδαστών επί τη εορτή θεού τινός».
Κατά το 2ο αιώνα ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς μιλάει για τους συγχρόνους του τους''γελοίως κατάτας πομπάς σχηματιζομένους" και τον 4ο αιώνα ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος επιτίθεται κατά των χριστιανών για την "ακαταγέλαστον κωμωδίαν" να καταστρέφουν το πρόσωπό τους σύμφωνα με ειδωλολατρική συνήθεια, ενδύοντας γυναίκες με ανδρικά ρούχα.
Ότι και τον επόμενο αιώνα συνεχίζονταν οι μεταμφιέσεις μαρ¬τυρεί ο 62ος κανόνας της εν Τρούλλω Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου, ο οποίος καταδικάζει τις μεταμφιέσεις και τις μάσκες, όπως και τους χορούς και τους αστεϊσμούς, που ελάμβαναν χώρα σε παρόμοιες καρναβαλικές εορτές του παρελθόντος, και επι¬βάλλει στους κληρικούς, που μετέχουν την ποινή της καθαιρέσεως, στους δε λαϊκούς την ποινή του αφορισμού: «Τάς ούτω λεγομένας Καλάνδας, και τα λεγόμενα Βοτά, και τα καλούμενα Βουμάλια...κατά τι έθος παλαιόν και αλλότριον του των Χριστιανών βίου, αποπεμπόμεθα, ορίζοντες μηδένα άνδρα γυναικείαν στολήν ενδιδύσκεσθαι ή γυναίκα την ανδράσιν αρμόδιον αλλά μήτε προσωπεία κωμικά ή σατυρικά ή τραγικά υποδύεσθαι• μήτε το του βδελυκτού Διονύσου όνομα την σταφυλήν εκθλίβοντος εν τοις ληνοίς επιβοάν.... Τους ουν από του νυν τι των προειρημένων επιτελείν εγχειρούντας, εν γνώσει τούτων καθισταμένους, τούτους, ει μεν κληρικοί είεν, καθαιρείσθαι προστάσσομεν, ει δε λαϊκοί, αφορίζεσθαι».
Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος (349-407μ.Χ.) αναφερόμενος στο επι¬χείρημα ότι με τις καρναβαλικές εκδηλώσεις διασκεδάζουν και ευφραίνονται οι άνθρωποι, ξεφεύγουν από την καθημερινότη¬τα, απαντά ότι αυτό είναι τελείως παράλογο, διότι η χαρά και ευφροσύνη πρέπει να συμβαδίζουν με την ηθική και την ευπρέ¬πεια.
«Το να χαιρόμαστε με όλα δεν είναι καλό… επειδή και ο μοιχός χαίρεται όταν καταστρέψει τον γάμο του πλησίον του… ας μην κοιτάμε λοιπόν αν κάποιος χαίρεται, αλλά εάν για καλό πράγμα χαίρεται».
Παρ' όλα αυτά ακόμα και κατά το 12ο αιώνα, ο Βαλσαμώνας ομολογεί ότι στην εποχή του, παρά τις απαγορεύσεις, το έθιμο των μεταμφιέσεων βρισκόταν σε ακμή.
Έτσι οι περισσότερες από τις διονυσιακές γιορτές των αρχαίων Ελλήνων πέρασαν στο Βυζάντιο και έφτασαν μέχρι τα χρόνια μας.
Συντάχθηκε από τον Πρωτοπρεσβύτερο κ. Λεωνίδα Μπάρδο

Περὶ Μνημοσύνων


Περὶ Μνημοσύνων




Περὶ Μνημοσύνων

Α) ΣΩ͂ΜΑ ΚΑῚ ΨΥΧ

Ἡ Ἐκκλησία μας διατηρεῖ ἀπὸ τὰ πρῶτα της χρόνια τὴν συνήθεια νὰ θυμᾶται καὶ νὰ τιμᾶ τὰ πρόσωπα ποὺ ἔχουν φύγει ἀπὸ τὴν ζωὴ ποὺ ζοῦμε. Βασικὴ Χριστιανικὴ διδασκαλία εἶναι ὅτι ὁ ἄνθρωπος ὡς ζῶν ὀργανισμὸς πλασμένος ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Θεό, ἀποτελεῖται ἀπὸ δύο συστατικά: ἕνα ὑλικὸ καὶ ἑπομένως, φθαρτὸ καὶ προσωρινὸ καὶ ἕνα ἄϋλο, ἑπομένως, καὶ αἰώνιο, καὶ ἄφθαρτο, καὶ πνευματικό, ποὺ τὸ ὀνομάζουμε καὶ «πνοὴ ζωῆς» δανειζόμενοι ἀπὸ τὴν Παλαιὰ Διαθήκη τὴν εἰκόνα ποὺ παρουσιάζει ὁ θεόπνευστος Μωϋσῆς τὸν Πλάστη μας Θεό, νὰ πλάθει τὸ σῶμα ἀπὸ πηλὸ χῶμα καὶ μετὰ νὰ φυσᾶ κατὰ πρόσωπο στὸ δημιούργημά Του αὐτό, τὴν «πνοὴ τῆς ζωῆς» καὶ νὰ σημειώνει: «...καὶ ἐγένετο εἰς ψυχὴν ζῶσαν...». Δηλαδὴ τὸ προσωρινὸ καὶ φθαρτὸ καὶ ὑλικὸ εἶναι τὸ ἀνθρώπινο σῶμα, αὐτὸ ποὺ φέρουμε ὅλοι μας καὶ βλέπουμε καὶ μὲ τὸ ὁποῖο ἐργαζόμαστε, διασκεδάζουμε καὶ ψηλαφοῦμε. Τὸ ἄλλο τὸ ἄϋλο ποὺ τὸ ὀνομάσαμε καὶ «πνοὴ Ζωῆς» εἶναι ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου, ἡ ἄϋλη, ἡ ἀόρατη, ἡ αἰώνια, ἡ ἄφθαρτη, ποὺ ἐνῶ ἔχει ἀρχὴ δὲν ἔχει τέλος.
Ἔτσι τὸ σῶμα μας ὡς ὑλικὸ καὶ ὑπακούοντας στοὺς νόμους τῆς φύσης, φθάνει κάποια στιγμὴ στὸ τέλος του, ἔχοντας ἐκτελέσει τὸν προορισμό του, ἄλλοτε σύντομα, ἄλλοτε ἀργότερα. Κατὰ τὴν διάρκεια τῆς ἐπιγείας ζωῆς του εἶναι πάντοτε συνδεδεμένο μὲ τὴν ψυχή. Ὅταν ὅμως φθάνει στὸ σημεῖο τοῦ ἀποχωρισμοῦ, τότε λέμε πὼς ἐπέρχεται ὁ θάνατός του, ἢ πιὸ σωστὰ ἡ κοίμησή του. Τὴν στιγμὴ ἐκείνη ὁ ὑμνογράφος τὴν χαρακτηρίζει «ὡς βίαιο χωρισμό». Καὶ τὸ σῶμα τότε ἐπιστρέφει στὴν γῆ ἀπὸ τὴν ὁποία προέρχεται καὶ ταυτόχρονα ἡ ψυχὴ συνεχίζει τὴ νέα της ζωὴ κοντὰ στὸ Δημιουργό της.
Ὁλοκληρώνοντας τὴν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας, πρέπει νὰ σημειώσουμε πῶς τὸ πλήρωμα τῶν πιστῶν στὸ λόγο τοῦ Θεοῦ, χωρίζεται σὲ δύο τάξεις. Ἡ πρώτη ἀποτελεῖται ἀπὸ ὅσους ἀνθρώπους ζοῦν στὸν κόσμο καὶ ὀνομάζονται ΣΤΡΑΤΕΥΟΜΕΝΗ Ἐκκλησία καὶ ἡ δεύτερη περιλαμβάνει ἐκείνους ποὺ ἔφυγαν ἀπὸ τὴν ἐπίγεια ζωὴ καὶ συνεχίζει νὰ ζεῖ ἡ ψυχή τους κοντὰ στὸν Πλάστη της Θεό, καὶ ἀποτελοῦν τὴν ΘΡΙΑΜΒΕΥΟΥΣΑ Ἐκκλησία.
Ἡ διδασκαλία αὐτὴ γίνεται φανερὴ σὲ ὅλους μας, ποὺ μπαίνοντας στοὺς Ναούς, βλέπουμε τὶς ἁγιογραφίες τῶν ἁγίων νὰ ἀρχίζουν ἀκριβῶς πάνω ἀπὸ τὶς θέσεις μας καὶ ὅσο ἀνεβαίνει τὸ μάτι μας πρὸς τὰ πάνω καὶ μέχρι νὰ συναντήσουμε τὸν Παντοκράτορα στὸν τροῦλο, ἔχουμε δεῖ τοὺς Μάρτυρες, τοὺς Ὁσίους, τοὺς Ἀποστόλους, τοὺς Προφῆτες, τοὺς Ἀγγέλους καὶ τέλος τὴν ἀπεικόνιση τοῦ Κυρίου, στὸ ὑψηλότερο μέρος τοῦ Ναοῦ.
Μὲ τὸν τρόπο αὐτό, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν διδασκαλία τῆς Πίστεώς μας γίνεται ἀντιληπτό, ὅτι, οἱ συνάνθρωποί μας ποὺ ἔφυγαν ἀπὸ τὴν ζωὴ καὶ ὑπηρέτησαν πιστὰ καὶ χωρὶς ταλαντεύσεις τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἔχουν ξεχωριστὴ θέση στὸ θρησκευτικὸ βίο καὶ τοὺς τιμοῦμε γιορτάζοντας τὴν ἡμέρα τῆς κοιμήσεώς τους (θανάτου) ἢ τὴν ἡμέρα τοῦ Μαρτυρίου τους, δοξολογώντας τους γιὰ τὴν τιμὴ ποὺ τοὺς ἔδωσε ὁ Κύριος, ἢ καὶ ζητώντας τὴν βοήθειά τους στὴν ζωή μας καὶ στὰ προβλήματα ποὺ ἀντιμετωπίζουμε. 
  

Β) ὍΤΑΝ Ἡ ΨΥΧῊ ἈΝΑΧΩΡΕΙ͂..

Ἡ δύσκολη, γιὰ ὅσους ζοῦν στιγμὴ τοῦ ἀποχωρισμοῦ, τῆς ψυχῆς ἀπὸ τὸ σῶμα, δημιουργεῖ συναισθήματα λύπης, ποὺ συνοδεύονται ἀπὸ δάκρυα καὶ κοπετούς, μοιρολόγια καὶ ἀναστεναγμούς. Αὐτὸ εἶναι ἀνθρώπινο καὶ φυσιολογικό, διότι ἀποχωριζόμαστε ἀπὸ ἕνα ἀγαπημένο μας πρόσωπο, ποὺ προσμέτρησε τὴν ἐπίγεια ζωή του καὶ πλέον ὁδεύει πρὸς τὴν μόνιμη κατοικία του. Ἡ διαφορὰ βρίσκεται, ὅταν ἐμεῖς ποὺ μένουμε πίσω, ξεπερνοῦμε τὸ μέτρον τῆς θλίψεως, τῆς εὐπρεπείας καὶ τῆς πίστεως στὴν αἰώνια ζωή, ποὺ καὶ μᾶς περιμένει, ὅταν τοῦτο τὸ ὁρίσει, ἢ τὸ ἐπιτρέψει ὁ Κύριος της ζωῆς καὶ τοῦ θανάτου.
Ἡ πίστη στὴν αἰωνιότητα τῆς ψυχῆς ἦταν πολὺ ζωντανὴ καὶ στοὺς ἀρχαίους Ἕλληνες καὶ γιὰ τὸν λόγο αὐτό, μετὰ τὴν κοίμηση τοῦ δικοῦ τους προσώπου τελοῦσαν θρησκευτικὲς τελετὲς πρὸς ἐξαγνισμό του.
Μὲ τὴν ἐνανθρώπιση τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ καὶ μετὰ τὴν Ἀναστάσιμη Θεανθρώπινη παρουσία του, γιὰ ἐμᾶς ποὺ θέλουμε νὰ λεγόμαστε ΟΡΘΟΔΟΞΟΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ, ἡ πίστη μας ἑδραιώνεται στὴν μετὰ τὸν θάνατο ζωὴ καὶ γιὰ τὸν λόγο αὐτό, τὸν τόπο ποὺ ἐναποθέτουμε τὸ σῶμα τοῦ ἀδελφοῦ μας ποὺ ἔφυγε ἀπὸ κοντά μας τὸν ὀνομάζουμε «ΚΟΙΜΗΤΗΡΙΟ» καὶ ὄχι νεκροταφεῖο, καὶ λέγουμε πὼς αὐτὸς «κοιμήθηκε». Ἑπομένως δὲν εἶναι ὀρθὴ ἡ λέξη «πέθανε», διότι καὶ στὸ Σύμβολο τῆς Πίστεώς μας ὁμολογοῦμε συνειδητά: «...προσδοκῶ ἀνάστασιν νεκρῶν καὶ ζωὴν τοῦ μέλλοντος αἰῶνος». Χαρακτηριστικὸς εἶναι καὶ ὁ ἀποχαιρετισμὸς τοῦ μοναχοῦ ποὺ κοιμήθηκε στὸ Ἅγιον Ὄρος· ὅταν τὸν συνοδεύουν στὴν ἐπίγεια κατοικία του, εὔχονται ὁ ἕνας μοναχὸς στὸν ἄλλο: «καὶ στὰ δικά μας» καὶ πρὸς τὸν κοιμηθέντα «καλὴ ἀντάμωση». 

Γ) ΤᾺ ΚΑΘΉΚΟΝΤΆ ΜΑΣ ΠΡῸΣ ΤΟῪΣ ΚΟΙΜΗΘΈΝΤΕΣ...

Περὶ τῶν καθηκόντων μας πρὸς τοὺς κοιμηθέντας ἔχομε τὴν διδασκαλία τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἀπ᾿ αὐτὴν θὰ ἀντλήσουμε μερικὰ διδάγματα. Βασικὸ καθῆκον μας εἶναι νὰ προσευχόμαστε γιὰ τοὺς κοιμηθέντες ἀδελφούς μας, εἴτε κατὰ τὰ μέτρα τὰ δικά μας ἔζησαν δίκαιο καὶ ἐνάρετο βίο, εἴτε ἁμαρτωλὸ καὶ μακρὰν τῆς Πίστεως. Στὴν περίπτωση αὐτή, οἱ προσευχές μας πρέπει νὰ εἶναι συχνότερες, θερμοτέρες καὶ ἐντονώτερες, πρὸς τὸν Θεὸ γιὰ τὴν ἀνάπαυση τῆς ψυχῆς τοῦ κοιμηθέντος χωρὶς μετάνοια.
Οἱ προσευχὲς λοιπὸν ποὺ ἀπευθύνονται ἀπὸ ἐμᾶς τοὺς ζῶντες πρὸς τὸν Σωτῆρα, Κύριο καὶ Θεό μας γιὰ τὴν ἀνάπαυση τῆς ψυχῆς τοῦ κοιμηθέντος προσφιλοῦς μας προσώπου, ὀνομάζονται ΜΝΗΜΟΣΥΝΑ.
Ἔτσι λοιπόν, ὅταν συμμετέχουμε στὴν Ἀκολουθία τοῦ Μνημόσυνου, πρέπει νὰ προσευχόμαστε μὲ εὐλάβεια καὶ θερμὴ πίστη, ἀπευθύνοντας πρὸς τὸν Θεὸ ἱκεσία γιὰ ἀνάπαυση τῆς ψυχῆς του, καὶ ὄχι νὰ ἀντιμετωπίζουμε τὴν ἀκολουθία αὐτὴ ὡς κοινωνικὴ ὑποχρέωση, προσερχόμενοι μέσα στὸ Ναὸ τὴν τελευταία στιγμὴ τῆς Θείας Λειτουργίας, καθισμένοι μὲ ἀσέβεια καὶ κάποιες φορὲς «σταυροπόδι», συνομιλώντας, γελώντας καὶ ἐνίοτε ἀγανακτώντας γιὰ τὴν παράταση τῆς Θείας Ἀκολουθίας. Καὶ τὸ χειρότερο; Μένοντας στὸν προαύλιο χῶρο τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ ἢ τῆς Ἱερᾶς Μονῆς καὶ ἐκτὸς ὅλων τῶν παραπάνω διαπιστώσεων καὶ ἐνεργειῶν μας, καπνίζοντας καὶ ἀσχημονώντας τὴν ὥρα αὐτὴ κατὰ τὴν ὁποία ἔπρεπε, σὲ στάση ὄρθια καὶ μὲ περισσὴ προσοχή, νὰ προσευχόμεθα ἂς τὸ ἐπαναλάβουμε ἀκόμα μιὰ φορὰ γιὰ τὴν ἀνάπαυση τῆς ψυχῆς τοῦ συγγενοῦς μας, τοῦ οἰκείου μας, τοῦ φίλου μας, τοῦ γνωστοῦ μας ἢ τέλος πάντων, ὁποιουδήποτε ἄλλου προσώπου, γιὰ τὸ ὁποῖο τελεῖται ἡ ὁμαδικὴ αὐτή, ἱκετευτικὴ προσευχή, τὸ ΜΝΗΜΟΣΥΝΟ.
Κατὰ τὴν ὥρα λοιπὸν ποὺ ὁ Ἱερέας τελεῖ τὴν ἐπιμνημοσύνη δέηση, ἐμεῖς πρέπει νὰ εἴμαστε προσηλωμένοι καὶ μὲ μεγάλη προσοχὴ νὰ στέλνουμε πρὸς τὸν Δίκαιο κριτὴ Κύριο, μηνύματα προσευχῆς ὑπὲρ τῆς ἀναπαύσεως τῆς ψυχῆς τῶν ἀδελφῶν μας ποὺ ἔφυγαν ἀπὸ τὴν πρόσκαιρη ζωή, γιὰ τὴν οὐράνια καὶ αἰώνια.
Στὴν συνέχεια θὰ δοῦμε, τί διδάσκει ἡ Ἐκκλησία καὶ οἱ Θεοφόροι Πατέρες γιὰ τὴν Ἀκολουθία αὐτή.
1. Οἱ Ἀποστολικὲς Διαταγὲς ποὺ εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ παλαιότερα βιβλία τῆς Πίστεώς μας, διδάσκουν πῶς πρέπει νὰ τελοῦνται τὰ μνημόσυνα, ὡς τρίτα, ἔνατα, τεσσαρακοστὰ καὶ ἐνιαύσια.
2. Ὁ Ἅγιος Ἀμβρόσιος, τελοῦσε κάθε ἡμέρα τὴν Θεία Λειτουργία εἰς μνήμην τοῦ Θεοδοσίου, τοῦ Σατύρου καὶ τοῦ Οὐαλεντιανοῦ.
3. Ὁ Ἱερὸς Χρυσόστομος μᾶς διδάσκει: «Δὲν ὁρίστηκαν τὰ μνημόσυνα στὴν τύχη ἀπὸ τοὺς Ἀποστόλους, ἀλλὰ γνωρίζοντας ὅτι προκύπτει πολὺ ὄφελος στὴν ψυχὴ καὶ μεγάλη ἀνάπαυση».
4. Ὁ Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας Μητροφάνης Κριτόπουλος σημειώνει: «Ἐπενόησε ἡ Ἐκκλησία νὰ προσφέρει εὐχὲς καὶ ἱκεσίες γιὰ τοὺς κεκοιμημένους, ὥστε ὁ Θεὸς νὰ τοὺς ἀπαλλάξει ἀπὸ τὰ δεινὰ ἢ νὰ εὕρουν κάποια ἄνεση καὶ παρηγοριά...»
5. Ἀναφέρεται γιὰ τὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Διάλογο, ὅτι προσευχόμενος θερμὰ καὶ καθημερινά, ἔσωσε τὸν αὐτοκράτορα Τραϊανό, πλὴν ὅμως ἄκουσε φωνὴ ἀπὸ τὸν Θεὸ ποὺ τοῦ ἔλεγε: «Τῆς εὐχῆς σου ἤκουσα καὶ συγγνώμην Τραϊανῷ δίδωμι».
Πολλὰ εἶναι τὰ καταγεγραμένα Πατερικὰ καὶ μὴ περιστατικὰ ποὺ ἀναφέρουν ὅτι οἱ ὅσιοι καὶ θεοφόροι Πατέρες μὲ τὶς συνεχεῖς καὶ ἀληθινὲς προσευχές τους καὶ δεήσεις, βοήθησαν πολλοὺς «ἀδίκους» καὶ ἰδιαιτέρως μέσῳ τῆς ἀναιμάκτου Θυσίας.
6. Ὁ Ἰσίδωρος ὁ Πηλουσιώτης ἀναφέρει ὅτι τὰ μνημόσυνα πρέπει νὰ τελοῦνται, «τὴν Τρίτην (3ην) ἡμέραν, εἰς ἀνάμνησιν τῆς τριημέρου Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου, την Ἐνάτην (9ην) εἰς τύπον τῶν ἐννέα Ἀγγελικῶν Ταγμάτων, τὴν Τεσσαρακοστὴν (40ήν), διότι κατὰ πρῶτον λόγον, οἱ Ἰουδαῖοι μετὰ τὴν κοίμησιν τοῦ Μωϋσέως ἐπένθησαν διὰ τεσσαράκοντα ἡμέρας καὶ δεύτερον καὶ σπουδαιότερον, διὰ τὴν τεσσαρακονθήμερον νηστείαν τοῦ Ἰησοῦ εἰς τὴν ἔρημον».
7. Τέλος, πολλοὶ ἐπώνυμοι καὶ ἀνώνυμοι Πατέρες καὶ Γέροντες, μᾶς διδάσκουν ὅτι μεγάλη ὠφέλεια δέχεται ἡ ψυχὴ τοῦ ἀδελφοῦ συνανθρώπου μας ποὺ κοιμήθηκε, ὅταν ἡ οἰκογένεια τοῦ τελεῖ πρὸς ἀνάπαυσή του τὸ λεγόμενο ΣΑΡΑΝΤΑΛΕΙΤΟΥΡΓΟ. Δηλαδή, ἐπὶ σαράντα ἡμέρες μετὰ τὴν κοίμησή του, τελεῖται καθημερινὰ Θεῖα Λειτουργία στὴν μνήμη του.
Ἐκτὸς ἀπὸ τὰ παραπάνω, ἡ Ἐκκλησία ὅρισε καὶ τὰ δύο ΨΥΧΟΣΑΒΒΑΤΑ γιὰ νὰ μνημονεύονται ὅλοι οἱ Χριστιανοὶ ἀπὸ ἀρχῆς τοῦ κόσμου μέχρι τῶν ἡμερῶν μας. Τὸ ΠΡΩΤΟ Ψυχοσάββατο τὴν Κυριακὴ πρὸ τῆς Κρίσεως (Ἀπόκρεω). Αὐτὴ τὴν ἡμέρα τελεῖται τὸ μνημόσυνο γιὰ ὅσους κοιμήθηκαν σὲ ξένη γῆ, εἴτε στὴ θάλασσα, εἴτε στὴν ἔρημο καὶ γιὰ ὅσους δὲν ἔχουν γίνει κανονικὰ μνημόσυνα καὶ ἔχουν στερηθεῖ τὴν ὠφέλειά τους. Τὸ ΔΕΥΤΕΡΟ Ψυχοσάββατο τελεῖται ἐννέα ἡμέρες μετὰ τὴν Ἀνάληψη τοῦ Χριστοῦ μας, δηλαδὴ τὸ Σάββατο πρὸ τῆς Πεντηκοστῆς. Σ᾿ αὐτὸ μνημονεύονται ὅλοι οἱ Χριστιανοὶ ἀπὸ τὸν Ἀδὰμ μέχρι καὶ σήμερα. Ἀλλά, ἐπειδὴ πρὸ τοῦ Χριστοῦ δὲν ὑπῆρχαν Χριστιανοί, γιὰ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, γιὰ ὅλο τὸ ἀνθρώπινο γένος. 
  

Δ) ἈΝΑΓΚΑΙ͂Α ὙΛΙΚᾺ ΚΑῚ ΠΡΆΞΕΙΣ..

Τὰ μνημόσυνα πρέπει νὰ συνδυάζονται μὲ τὴν τέλεση τῆς ἀναίμακτου θυσίας ποὺ πραγματοποιεῖται κατὰ τὴν Θεία Λειτουργία.Ἔτσι τὸν σπουδαιότερο ρόλο ἔχει, ἡ συμμετοχὴ τῶν τελούντων τὸ μνημόσυνο, στὸ Μυστήριον τῶν Μυστηρίων, μεταλαμβάνοντας τοῦ Σώματος καὶ τοῦ Αἵματος τοῦ Δεσπότου Ἰησοῦ, καλὰ καὶ πνευματικὰ προετοιμασμένοι μὲ μετάνοια, προσευχὴ καὶ νηστεία. Αὐτὴ ἡ πράξη εἶναι ἡ ἐξοχώτερη γιὰ τὴν ἀνάπαυση τῶν ψυχῶν τῶν κοιμηθέντων συγγενῶν, φίλων, συνανθρώπων, ἀλλὰ καὶ τὴν δική μας. Γιὰ τὸν σκοπὸ αὐτὸ πρέπει νὰ προσφέρουμε στὸν λειτουργὸ Ἱερέα, ἀπὸ τὴν παραμονή, τὸ ΠΡΟΣΦΟΡΟ, τὸ ΚΡΑΣΙ, τὸ ΛΑΔΙ, τὸ ΘΥΜΙΑΜΑ καὶ τὸ ΚΕΡΙ. Μέχρι τὸν 4ον αἰώνα μετὰ τὸ μνημόσυνο καὶ τὴν Θεία Κοινωνία, προσφερόταν στοὺς Χριστιανοὺς ψωμί, κρασί, ἐλιὲς ἢ τυρὶ ἢ ρύζι, καὶ εὔχονταν οἱ πιστοὶ «Μακάρια ἡ μνήμη αὐτοῦ». Κατάλοιπα τῆς συνηθείας αὐτῆς εἶναι σήμερα τὰ ἀρτίδια καὶ ὁ καφές, ποὺ προσφέρονται στοὺς συμμετέχοντες στὸ μνημόσυνο. Ἀργότερα ἄρχισε ἡ προσφορὰ ἀπὸ βρασμένο σιτάρι καὶ ἄλλους καρπούς. Τοῦτο συμβολίζει τὴν κοίμηση καὶ ἀνάσταση τοῦ ἀνθρώπου. Ὅπως ὁ καρπὸς γιὰ νὰ βλαστήσει πρέπει πρῶτα νὰ θαφτεῖ μέσα στὸ χῶμα, ἔτσι καὶ τὸ ἀνθρώπινο σῶμα θάπτεται καὶ περιμένει τὴν ἀνάστασή του καὶ τὴν ὁριστικὴ κρίση ἀπὸ τὸν δικαιοκρίτη Θεό. Γιὰ τὸν λόγο αὐτό, οἱ πιστοὶ δὲν δέχονται τὴν καύση τῶν κοιμηθέντων προσώπων τους, ἡ ὁποία δὲν στηρίζεται στὴν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας.

Ε) ἘΛΕΗΜΟΣΎΝΗ ἈΝΤῚ ΜΝΗΜΟΣΎΝΟΥ. ΣΤΈΚΕΙ;

Ὑπάρχουν μερικοὶ ἀπὸ ἐμᾶς ποὺ «ἀντὶ μνημόσυνου» κάνουν κάποια ΔΩΡΕΑ στὴν μνήμη τοῦ κοιμηθέντος προσώπου. Ἄλλο ὅμως τὸ μνημόσυνο καὶ ἄλλο ἡ ἐλεημοσύνη. Τίποτε καὶ καμμία ἐλεημοσύνη δὲν μπορεῖ νὰ ἀντικαταστήσει τὴν Θεία Λειτουργία, κατὰ τὴν ὁποία προσφέρεται «ὁ Ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου». Γι᾿ αὐτὸ καὶ προσφέρουμε στὴν Ἐκκλησία τὸ Πρόσφορο καὶ τὸ Νάμα, ποὺ μεταβάλλονται σὲ Σῶμα καὶ Αἷμα Χριστοῦ. Νὰ μὴν λησμονοῦμε ὅτι, ἀπὸ αὐτὸ τὸ πρόσφορο, θὰ βγάλει ὁ Λειτουργὸς καὶ τὴ μερίδα τοῦ κοιμηθέντος, ποὺ θὰ τοποθετηθεῖ πάνω στὸ Δισκάριο, δίπλα στὶς μερίδες τῶν Ἅγιων καὶ τῶν Δικαίων. Ἐκεῖ, τὴ στιγμὴ τοῦ Μυστηρίου, εἶναι παροῦσα ὅλη ἡ Ἐκκλησία, ἡ Στρατευόμενη καὶ ἡ Θριαμβεύουσα. Ὁ Ἱερὸς Χρυσόστομος τονίζει: «Εἶναι μεγάλη τιμὴ νὰ ἀναφέρεται καὶ τὸ ὄνομα τοῦ δικοῦ μας ἀνθρώπου, ἐκεῖ ποὺ βρίσκεται ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς καὶ ὁλόκληρη ἡ Ἐκκλησία. Καὶ τοῦτο διότι ἀναγγέλλεται, ὅτι ὁ Θεός μας, ἔδωσε τὸν Ἑαυτόν Του γιὰ τὴ σωτηρία τῆς Οἰκουμένης ὅλης...». 
  

ΣΤ) ὨΦΕΛΟΥ͂Ν ΤᾺ ΜΝΗΜΌΣΥΝΑ; ΠΟΙΟῪΣ ὨΦΕΛΟΥ͂Ν ΚΑῚ ΠΟΙΟῪΣ ΔῈΝ ὨΦΕΛΟΥ

Ὅλοι οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, κοινὰ μαρτυροῦν, ὅτι ὠφελοῦν. Ὁ Ἰωάννης Δαμασκηνός, ὁ Ἱερὸς Χρυσόστομος, ὁ Συμεὼν Θεσσαλονίκης, ὁ Γρηγόριος Νύσσης, ὁ Κύριλλος Ἱεροσολύμων, ὁ Μέγας Ἀθανάσιος, γιὰ νὰ ἀναφέρουμε μερικούς, ὁμολογοῦν τὴν ὠφέλειά τους. Ὁ Πανεπιστημιακὸς διδάσκαλος τῆς Δογματικῆς ἀείμνηστος Χρῆστος Ἀνδροῦτσος σημειώνει: «Ὡς δὲν δυνάμεθα νὰ καθορίσωμεν πῶς ὁ Θεός, ὁ διέπων τὸν κόσμον καθ᾿ ὁρισμένους νόμους, προσδιορίζεται ὑπὸ τινος εὐχῆς καὶ ἐπεμβαίνει τῆς πορείας τῶν φυσικῶν καὶ τῶν ἀνθρωπίνων πραγμάτων, οὕτως ἀδύνατον νὰ κατανοήσωμεν, πῶς αἱ εὐχαὶ ὠφελοῦσι τοὺς κεκοιμημένους». Ὠφελοῦν λοιπόν, ὅταν γίνονται μὲ πίστη, εὐλάβεια, καὶ εὐσέβεια, καὶ ὅταν οἱ ἀναχωρήσαντες ἦταν δεκτικοὶ τοῦ θεϊκοῦ ἐλέους.
Δὲν ὠφελοῦν, ὅταν ὁ ἄνθρωπος διώχνει τὴν Θεία Χάρη καὶ μεταβάλλεται σὲ ἀμετανόητο. Γιὰ ἐκεῖνον ποὺ ἔφυγε ἀπὸ τὴ γῆ τελείως ἀμετανόητος, δὲν ὑπάρχει μεγάλη ὠφέλεια. Ὅμως καὶ ἐκεῖνος μπορεῖ νὰ τύχει κάποιας ἀναψυχῆς, ὅπως διδάσκουν οἱ Πατέρες. Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος ἀναφέρει, ὅτι οἱ ψυχὲς τῶν ἁμαρτωλῶν «μετέχουν εὐεργεσίας τινος» ἀπὸ τὴν τέλεση τῆς ἀναίμακτης Θυσίας. Ὁ Ἱερὸς Χρυσόστομος, ἂν καὶ πιὸ αὐστηρὸς τονίζει: «Ἂς τοὺς βοηθήσουμε ὅσο μποροῦμε, προσφέροντας σ᾿ αὐτοὺς κάποια βοήθεια, μικρὴ μέν, ἀλλὰ ἱκανὴ νὰ τοὺς βοηθήσει. Μὲ ποιὸν τρόπο;» ρωτᾶ ὁ ἴδιος, καὶ ἀπαντᾶ: «Εὐχόμενοι καὶ ἐμεῖς οἱ ἴδιοι καὶ παρακαλοῦντες καὶ τοὺς ἄλλους συμμετέχοντες, νὰ προσεύχονται γι᾿ αὐτούς. Μὲ τὴ συμμετοχή μας στὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα τοῦ Χριστοῦ κατὰ πρῶτον, μὲ ἐλεημοσύνες καὶ προσευχές, ποὺ θὰ κάνουμε γι᾿ αὐτοὺς ποὺ κοιμήθηκαν ἀμετανόητοι. Αὐτὰ ὅλα τὰ κάνουμε, γιὰ νὰ λάβουν κάποια παρηγοριά». Παρακάτω χρησιμοποιεῖ ἕνα παράδειγμα γιὰ νὰ μᾶς διδάξει: «Φαντάσου ἕνα Βασιλέα ποὺ ἐξόρισε τοὺς ὑπηκόους του ποὺ ἐπαναστάτησαν ἐναντίον του. Στὸν Βασιλέα παρεμβαίνουν οἱ ἐνδιαφερόμενοι, φίλοι τῶν ἐξόριστων, ποὺ ἀφοῦ πλέξουνε στεφάνι ἀπὸ ἐκλεκτὰ μυρωδάτα ἄνθη, τοῦ τὸ προσφέρουν «ὑπὲρ τῶν ἐν ἐξορίαις». Καὶ ὁ Ἅγιος ἐρωτᾶ: «Ὁ Βασιλέας, δὲν θὰ ὑποχωρήσει στὶς ἐπαναλαμβανόμενες καὶ ἐπίμονες παρακλήσεις, ὥστε νὰ δώσει στοὺς ἐξορίστους κάποια ἄνεση τῶν κολάσεων; Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἐμεῖς, προσφέρουμε στὸν Θεὸ δεήσεις καὶ «Χριστὸν ἐσφαγιασμένον» ὑπὲρ τῶν ἁμαρτημάτων τους, καὶ ζητοῦμε νὰ λάβουν κάποια συγγνώμη οἱ κοιμηθέντες ἐν ἁμαρτίᾳ».
Πηγή: Ἐγκόλπιον Ἑορτολόγιον τοῦ ἔτους 2011, ἔκδ. Ἱερὰ Μητρόπολις Καλαβρύτων καὶ Αἰγιαλείας, σελ. 204-217 


  

Ποτέ μη σας πτοεί το πλήθος του όχλου- Μέγας Βασίλειος



Σας παρακαλούμε αδελφοί μην
 λιποψυχείτε μπροστά στις θλίψεις 
και τις δοκιμασίες 
αλλά να ανανεώνεται την 
αγάπη σας προς τον θεό 
και να σπουδάζετε να μελετάτε 
και να κάνετε το θέλημα Του,
 γιατί οφείλουμε στον Χριστό όταν έρθει να βρεί την ευσέβεια μέσα μας. 
Και αν διώχτηκαν ιερείς από τις εκκλησίες μην πτοείσθε,
 και αν προδότες υπάρχουν μεταξύ των κληρικών μην σαλεύεσται από την πίστη.
 Δεν μας σώζουν τα ονόματα αλλά οι προαιρέσεις μας και η αληθινή προς τον 
Θεό αγάπη.
 Θυμηθείτε ότι και κατά του Κυρίου η πλειοψηφία των φαρισαίων 
και του λαού ήταν εναντίον του, και λίγοι ήταν μαζί του  οι οποίοι 
ήταν οι εκλεκτοί. 
Έτσι ποτέ να μην μας πτοεί το πλήθος του όχλου διότι 
και αν ένας σωθεί όπως ο Λωτ στα Σόδομα και Γόμμορα, 
οφείλει αυτός να έχει αμετακίνητη την ελπίδα του στον Χριστό, 
Διότι ούκ εγκαταλείψει ο Κύριος τους οσίους αυτού.

O αδιαμφισβήτητος ρόλος της Eκκλησίας στην πνευματική προπαρασκευή της επανάστασης του 1821



O αδιαμφισβήτητος ρόλος της Eκκλησίας στην πνευματική προπαρασκευή της επανάστασης του 1821
Βασίλης Μακρῆς, Μεταλλειολόγος Ε.Μ.Π.
Kατά τίς τελευταῖες δεκαετίες ἐπιχειρεῖται ἕνας συστηµατικός, ἀδίστακτος καί ἀνενδοίαστος ἱστορικός ἀναθεωρητισµός, πού ἐπικεντρώνει τόν κύριο στόχο του στήν ὑποβάθµιση (ἕως βαθµοῦ ἐκµηδένισης) τοῦ πνευµατικοῦ καί ἡγετικοῦ ρόλου πού διεδραµάτισε ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία µας στήν προετοιµασία τοῦ Γένους γιά τόν ξεσηκωµό τοῦ 1821.


Αὐτό τό “ἔργο” τό ἀναλαµβάνουν δῆθεν ἱστορικοί ἐπιστήµονες, πάντοτε στό ὄνοµα τοῦ ἰδεολογικοῦ ρεύµατος τοῦ διαφωτισµοῦ καί τοῦ “προοδευτισµοῦ”. Ἐπειδή ἀδυνατοῦν ἐκ τῆς ἰδιοτελοῦς στράτευσής τους νά κατανοήσουν τόν καίριο πνευµατικό χαρακτῆρα τῆς ἐπανάστασης τῆς 25ης Μαρτίου τοῦ 1821, προβαίνουν σέ ἀνερµάτιστες µεθερµηνεῖες καί σέ στρεβλωτικές ἀναγνώσεις τῆς Ἱστορίας. Τό µόνο στό ὁποῖο ἐπικεντρώνονται εἶναι νά πλήξουν τήν Ἐκκλησία. Γιά νά πραγµατωθεῖ, ὅµως, αὐτός ὁ στόχος τους, ἑστιάζουν τίς προσπάθειές τους στήν ἀποσαθρωτική ἐξαθλίωση τῆς δηµόσιας θέσης πού κατεῖχε ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία στήν πρό τοῦ 1821 περίοδο. Ἔτσι, κατασκευάζοντας τό παρελθόν κατά τά µέτρα  τῶν ἐπιδιώξεών τους, µποροῦν εὐχερέστερα νά θεµελιώσουν τό ἴδιο “ἔργο” τους καί σήµερα. Ἡ µέθοδός τους συνίσταται στήν προκρούστειο ἀφαίρεση τοῦ πνευµατικοῦ χαρακτῆρα τῆς ἐπανάστασης τοῦ 1821. Μέ αὐτόν τόν τρόπο ἀποδίδουν σέ αὐτήν κυρίως ταξικά καί ἐθνικά κίνητρα καί µόνον. Σέ αὐτήν τήν διαδικασία προβαίνουν προκειµένου νά δικαιωθεῖ ἡ θέση τους ὅτι ὁ Ἑλληνικός ξεσηκωµός τοῦ ’21 ἐπηρεάστηκε σέ ἀποφασιστικό καί καθοριστικό βαθµό ἀπό τήν Γαλλική ἐπανάσταση τοῦ 1789.
Κεντρική µέριµνα τῶν ὀπαδῶν τοῦ Διαφωτισµοῦ ἦταν νά δώσουν στόν ἀνθρωποκεντρισµό (τους) τήν πρωτοκαθεδρία πού διατηροῦσε ἡ Ὀρθόδοξη Θεο­λογία τῆς Ἐκκλησίας µας. Ὄντας ἀντιεκκλησιαστικό πρωτίστως ρεῦµα ὁ Διαφω­τισµός, ἀποσκοποῦσε νά διαγράψει τίς δύο κύριες ὄψεις τῆς Ὀρθόδοξης Θεολογίας: τήν ὁµοίωση τοῦ ἀνθρώπου µέ τόν Θεό καί τήν πεπτωκυῖα φύση τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ Διαφωτισµός ἐνέταξε τόν ἄνθρωπο στά κλειστά ὅρια τῆς φύσης, ἀφοῦ πρῶτα φρόντισε νά ἀναβαθµίσει αὐτήν καί ὀντολογικά καί κανονιστικά. Ἔτσι, ὁ ἄνθρωπος τοῦ Διαφωτισµοῦ παύει νά εἶναι κατ’ εἰκόνα καί καθ’ ὁµοίωσιν τοῦ Θεοῦ καί µάλιστα παύει νά γεννιέται µέ τό προπατορικό ἁµάρτηµα. Ἀφοῦ, πλέον, ὁ ἄνθρωπος θεωρεῖται φύση, ἔχει ὑποταχθεῖ στήν φυσική νοµοτέλεια, µέ ἀποτέλεσµα νά ἀπωλέσει τήν ἐλευθερία τῆς βούλησής του. Ὑπό αὐτό τό διαφωτιστικό πρίσµα ὁ ἄνθρωπος κατ’ ἀνάγκην υἱοθετεῖ κανόνες καί κριτήρια ”ἠθικῆς” συµπεριφορᾶς ἀπό τόν κόσµο τῆς αἰσθησιοκρατίας, µιᾶς καί ὁ ἴδιος εἶναι φύση.
Αὐτά ὅλα γράφονται ἀπό τήν πλευρά µας βέβαια, γιατί ἐπιθυµοῦµε νά καταφανεῖ ὅτι πίσω καί πρίν ἀπό τίς οἱεσδήποτε πολιτικές ἐπιλογές πού κυριαρχοῦν στό πεδίο τῶν µεγάλων ἀντιπαραθέσεων, προη­γοῦνται πάντοτε τά καθοδηγητικά πνευ­µα­τικά προτάγµατα πού ἐξάγονται ἀπό τίς «φα­ρέ­τρες» τῶν ἀντιπάλων. Ἡ προσπάθεια νά µεθερµηνευθεῖ ἡ Ἑλληνική Ἐπανάσταση τοῦ 1821 κατά τό µοντέλο τοῦ Διαφωτισµοῦ εἶναι λυσσαλαία καί πεισµώδης. Θέλουν νά πετύχουν τήν πνευµατική ἐξουδετέρωση τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας µας, ὥστε νά µήν δικαιοῦται (κατά τούς ὀπαδούς τοῦ Διαφωτισµοῦ) νά καθοδηγεῖ πνευµατικά τόν Ἑλληνικό λαό. Οἱ ἰδιαίτερες προγραµµατικές στοχεύσεις τῶν “ἡµετέρων” “διαφωτιστῶν” δέν ἦταν προϊόν ἐντοπίων καί ἐνδογενῶν διαδικασιῶν, ἀλλά ἦταν δάνειες ἐπιρροές ἀπό τήν Ἑσπερία πού διακατείχοντο ἀπό ἐπαρχιωτικά συµπλέγµατα µειονεξίας. Ἐξ οὗ καί ἡ σπουδή τους νά ἐµφανίζονται στό πεδίο τῆς ἀντιπαράθεσης µέ τέτοιο ἀντιεκκλησιαστικό µένος.
Ἄν, λοιπόν, ἡ Ἑλληνική Ἐπανάσταση τοῦ 1821 προσέλαβε τόν πάνδηµο καί λυτρωτικό της χαρακτῆρα, αὐτό ὀφείλεται στήν οὐσιαστική πνευµατική προπαρασκευή τοῦ Γένους ὑπό τήν καθοδηγητική σκέπη καί στήριξη τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας µας. Καί αὐτό ἔλαβε χώρα µέ ἁπτό, συγκεκριµένο καί ἀδιαµφισβήτητο τρόπο, εἴτε τό θέλουν, εἴτε δέν τό θέλουν οἱ πάσης φύσεως καί κοπῆς «διαφωτιστές» καί «ὑπό διαφώτιση» τελοῦντες.
Ἀπό τά πρῶτα χρόνια τῆς Τουρκοκρατίας ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία παρέχει µία µορφή συλλογικῆς ταυτότητας στόν χριστιανικό λαό τόσο τῆς Ἑλλάδας, ὅσο καί στούς χριστιανικούς µή Ἑλληνικούς λαούς τῆς Βαλκανικῆς χερσονήσου. Αὐτή ἡ ταυτότητα εἶναι πρωτίστως πνευµατική καί δίνει τήν δυνατότητα στούς χριστιανικούς λαούς τῶν ὑπόδουλων ἐθνῶν, νά διαφοροποιοῦνται τόσο ἀπό τούς Μουσουλµάνους, ὅσο καί ἀπό τούς Παπικούς. Τό Οἰκουµενικό Πατριαχεῖο τῆς Κωνσταντινουπόλεως παίζει οὐσιαστικά ἐθναρχικό ρόλο καί ἐποπτεύει, διαχειρίζεται καί διακονεῖ (ὑπό ἀσφυκτικές καί δυσχερεῖς συνθῆκες) τίς ἀνάγκες τῶν ὑπόδουλων χριστιανῶν. Τό Ἑλληνικό πνεῦµα παρέµεινε ζωντανό καθ’ ὅλη τήν διάρκεια τῆς Τουρκοκρατίας, κυρίως χάρη στό µορφωτικό καί ἐκπαιδευτικό ἔργο τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας µας, στό ὁποῖο βεβαίως εἶχε συµπεριληφθεῖ ἡ µελέτη καί διδασκαλία καί κειµένων τῆς ἀρχαίας Ἑλληνικῆς γραµµατείας. Ἀπό κανέναν δέν µπορεῖ νά ἀµφισβητηθεῖ ἡ οὐσιαστική ἐποπτεία πού εἶχε ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία στίς ἐκπαιδευτικές δραστηριότητες τῶν ὑπόδουλων χριστιανῶν. Αὐτή ἡ σηµαντικότατη παιδευτική διάσταση τοῦ ἔργου τῆς Ἐκκλησίας µας µεγιστοποίησε τήν δυνατότητα πρόσληψης καί ἀφοµοίωσης ἀπό τό ὑπόδουλο Γένος ὅλων ἐκείνων τῶν στοιχείων πού διατράνωναν τήν πνευµατική οὐσία τῆς ταυτότητάς του. Τότε, µπορεῖ νά ἦσαν ὑπόδουλοι οἱ χριστιανοί, ἀλλά γνώριζαν πῶς καί τί νά ἀφοµοιώνουν, ἀλλά καί τί καί γιατί νά ἀφήνουν σέ ἀχρησία. Κάτι βέβαια πού δέν συµβαίνει σήµερα.
Δύο εἶναι οἱ πιό σηµαντικές µορφές πού κυριάρχησαν στήν πνευµατική προε­τοιµασία τοῦ ὑπόδουλου Γένους γιά τόν ξεσηκωµό τοῦ ‘21: Ὁ Ἅγιος Κοσµᾶς ὁ Αἰτωλός καί ὁ Ἅγιος Νικόδηµος ὁ Ἁγιορείτης.
Ὁ Ἅγιος Κοσµᾶς ὁ Αἰτωλός ἦταν ἕνας γνήσιος πνευµατικός σκαπανέας καί τῆς Ὀρθόδοξης Πίστης ἀλλά καί τῆς Ἑλληνικῆς παιδείας. Ποθοῦσε πρωταρχικά νά µορφωθεῖ ὁ λαός, ὥστε νά µπορεῖ νά κα­τανοεῖ τά ἐκκλησιαστικά συγγράµµατα καί λειτουργικά βιβλία. Πίστευε ὅτι τά Ἑλλη­νικά Γράµµατα φωτίζουν καί λαµπρύ­νουν τόν ἄνθρωπο. Τόνιζε, λοιπόν, στίς Διδαχές του: «Πρέπει νά στερεώνετε σχο­λεῖα Ἑλλη­νικά, νά φωτίζονται οἱ ἄνθρωποι, διότι διαβάζοντας Ἑλληνικά τά ηὗρα, ὅπου λαµπρύνουν καί φωτίζουν τόν νοῦν τοῦ ἀνθρώπου».
Γνώριζε καί βίωνε τήν Ὀρθόδοξη Πί­στη καί διατράνωνε τήν ἀδελφοσύνη ὅλων τῶν ὑπόδουλων χριστιανῶν, ἀλλά ἔδινε προτεραιότητα (σ’ αὐτήν) χριστιανική καί ἔπειτα πατριωτική. Ἔβλεπε ὅτι τήν ἀδελ­φική ἀγάπη τήν στεριώνει µόνο ἡ ὀρθή Πίστη. Σέ τέτοιο βαθµό ἀγαποῦσε τήν κοινωνική δικαιοσύνη πού τόνιζε σέ ἄλλο σηµεῖο :«Ὅθεν, ἀδελφοί µου, ὅσοι ἀδικήσατε Χριστιανούς, ἤ Ἑβραίους, ἤ Τούρκους, νά δώσετε τό ἄδικον ὀπίσω, διότι εἶναι κατηραµένον καί δέν βλέπετε καµµίαν προκοπήν».
Ὁ Ἅγιος Κοσµᾶς ὁ Αἰτωλός θεωροῦσε σάν θεµέλιο λίθο τοῦ Γένους τήν Ὀρθόδοξη Πίστη, τήν Ἑλληνική παιδεία καί τήν χριστιανική κοινωνικότητα. Ἤθελε πρῶτα νά ἀναγεννηθεῖ πνευµατικά ὁ ὑπόδουλος Ἑλληνισµός, νά θωρακισθεῖ ἐσωτερικά καί ἐντέλει νά οἰκοδοµήσει τήν κοινωνική του δραστηριότητα σέ χριστιανικές στέρεες βάσεις.
Ἡ σηµασία τῆς προσφορᾶς του, τό µέγεθος καί ἡ ἔνταση τοῦ ἀγῶνα του εἶναι ἀκόµη καί τώρα δύσκολο νά ἀποτιµηθεῖ, νά ἐκτιµη­θεῖ ἀλλά καί νά σταθµιστεῖ ἀπό τήν µικρότητά µου. Τό µόνο πού µᾶς µένει νά κάνουµε, εἶναι νά στραφοῦµε στόν Ἅγιο, ἀλλά καί νά τραφοῦµε ἀπό αὐτόν.
Ὁ Ἅγιος Νικόδηµος ὁ Ἁγιο­ρεί­της µπορεῖ νά ἀκολούθησε χρο­νι­κά τόν Πατροκοσµᾶ, ἀλλά δέν ὑστεροῦσε καί ὁ ἴδιος στήν πνευ­µατική του προσφορά πρός τό Γέ­νος. Ὁ Πατέρας αὐτός τῆς Ἐκ­κλη­σίας µας ἐνίσχυσε τά µέγιστα τήν Πίστη τῶν χριστιανῶν καί τό­νωσε σηµαντικά τό φρόνηµα τῶν ὑποδούλων. Ἴσως µετά τόν Ἅγιο Νικόδηµο τόν Ἁγιορείτη δέν ἔχει ἐµφανισθεῖ τέτοια πνευµατική µορ­φή, ὄχι µόνον στόν χῶρο τῆς Ἐκ­κλησίας µας, ἀλλά καί στόν ἐν γένει χῶρο τῆς Πατρίδας µας. Διά τῶν πάµπολλων συγγραµµάτων του καί µέσῳ τῆς ἐργώδους καί ἀκαταπόνητης πορείας του ἐνίσχυσε, τόνωσε, χαλύ­βδωσε πνευµατικά καί τόν κλῆρο καί τόν λαό. Ὁδήγησε τόν τόπο σέ µίαν ἀληθινή πνευµατική ἀναγέννηση. Ἡ συµβολή του στήν διαµόρφωση καί διατήρηση τοῦ ἤθους τοῦ Γένους, σέ δύσκολες ἱστορικά συνθῆκες καί σέ ἀσφυκτικά ἀντιπνευµα­τικά πλαίσια, ἦταν καθοριστική. Διαφύλαξε καί ἐπεξέτεινε τήν πνευµατική καθοδήγηση ὁλόκληρου τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ πληρώµατος (κλήρου καί λαοῦ). Σέ µία καθοριστική ἱστο­ρική περίοδο γιά τό Ἑλληνικό ἔθνος κατά τήν ὁποία οἱ βίαιοι ἐξισλαµισµοί, οἱ ἀποτρόπαιοι ἐξανδραποδισµοί ἦσαν στήν ἡµερησία διάταξη, ἡ καταλυτική παρουσία τοῦ µεγάλου αὐτοῦ Ἁγίου ἀπέτρεψε τά χειρότερα, ἔθεσε τά πνευµατικά ἀναχώµατα πού ἀνέσχεσαν τήν περαιτέρω κατάπτωση τῶν ὑπόδουλων Ρωµιῶν. Τό ἔργο του, ἡ πα­ρου­σία του, ἡ διδασκαλία του, ἡ ἀσκητική του αἴγλη, δηµιούργησαν τίς προϋποθέσεις τῆς καλῆς ἀλλοίωσης τῶν βαθέως κλονι­ζο­µένων χριστιανῶν τῆς ἐποχῆς του, ἔτσι ὥστε νά µπορεῖ κανείς νά πεῖ  µέ βεβαιότητα ὅτι ὁ Ἅγιος Νικόδηµος ὁ Ἁγιορείτης εἶναι ὁ ἐπάξιος συνεχιστής τοῦ Πατροκοσµᾶ, σέ ὑπερθετικό, µάλιστα, βαθµό. Οὐσιαστικά τέθηκαν ἀπό αὐτόν τόν πρωτοπόρο Πατέρα τῆς Ἐκκλησίας τά πνευµατικά θεµέλια πάνω στά ὁποῖα στηρίχθηκε ἡ ἐξεγερσιακή χειραφέτηση τοῦ ρωµαίϊκου. Γιατί, χωρίς πνευµατικές βάσεις, ἦταν ἀδύνατον νά ὀρθωθεῖ ἡ παραµικρή ἐπαναστατική κίνηση τῶν ὑπόδουλων Ἑλλήνων. Τό «ταὐτόν» τῶν ὑπόδουλων ρωµιῶν ἔχει νά κάνει καθαρά καί ξάστερα µέ τό ποιοί ἦσαν, µέ τό ποιά ἰδιοπροσωπία  θά συγκροτοῦσε τό περιεχόµενο τῆς παραπέρα ἱστορικῆς παρουσίας τους, στίς ἀρχές τοῦ ΙΘ αἰῶνα. Καί, ὄντως, ἡ συµβολή τοῦ Ἁγίου, ὅπως καί τῶν λοιπῶν Κολυββάδων, ἦταν καθοριστική.
Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία µας, ἑποµένως, ἐπανέφερε τήν ταυτότητα τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους, ἀναζωπύρωσε τίς ἀξίες του, προσδιόρισε τόν προσανατολισµό του, ἔδωσε τήν εὐχή της γιά τήν εὐόδωση καί πραγµάτωση τῶν στόχων του.
Σήµερα, ὅµως, ἔχοντας ἀλλοτριωθεῖ πνευµατικά, λησµονήσαµε αὐτό τό θεµελιῶδες τετραπλό προτάγµα. Γιά τόν λόγο αὐτό ἔχουµε βυθισθεῖ σέ ἀντίστοιχη τετραπλῆ κρίση: κρίση ταυτότητας, κρίση ἀξιῶν, κρίση προσανατολισµοῦ καί κρίση στόχων. Μόνον ὅταν ἐπανεγγραφοῦµε στήν βιωµατική τροχιά αὐτῶν τῶν τεσσάρων προταγµάτων (ταυτότητα - ἀξίες - προσανατολισµός - στόχοι) θά χειρα­φετηθοῦµε ἀπό τήν πραγµατική κρίση στήν ὁποία ἔχουµε εἰσέλεθει ἐδῶ καί δεκαετίες.
Πηγή:  «ΕΝΟΡΙΑΚΗ ΕΥΛΟΓΙΑ» Ἀρ. Τεύχους 127 -Μάρτιος 2013  & Ζωηφόρος 
αντιγραφή από  ακτίνες

Πότε ευφραίνεται ο εχθρός της ψυχής μας- Μέγας Βασίλειος



Ούτε οι θλίψεις, ούτε οι δοκιμασίες
 που μας συμβαίνουν προξενούν 
  στους εχθρούς μας χαρά, αλλά όταν
 στεναχωριόμαστε  γκρινιάσουμε 
και χάνουμε την πίστη προς τον Θεό, 
τότε χαίρονται και ευφραίνονται 
οι εχθροί μας. 
Όπως και ο Ιώβ, έχασε τα πλούτη του,
 έχασε τα παιδιά του έχασε την υγεία του, 
αλλά ο εχθρός του δεν χάρηκε. 
Όμως αν άκουγε την συμβουλή της γυναίκας 
του και βλασφημούσε προς τον Θεό τότε ο εχθρός του θα χαίρονταν.
 Ομοίως και ο Παύλος δίψαγε, πείναγε, κοπίαζε, 
δε είχε ούτε τα απαραίτητα και αναγκαία για να κοιμηθεί ή να ξεκουραστεί,
 αλλά παρόλα τα δεινά που του συνέβαιναν είχε το θάρρος και την
 πίστη να λέγει προς τον εχθρό της ψυχής του 
"Τις ημάς χωρίσει από της αγάπης του Χριστού;"

Λυχνοστάτης - Η εμπειρία του Αγίου Όρους -π Μωυσής Αγιορείτης



Λυχνοστάτης
Η εμπειρία του Αγίου Όρους -π Μωυσής Αγιορείτης
Επιμέλεια παρουσίαση
αρχιμανδρίτης π. Χρύσανθος Στελλάτος
2η εκπομπή
Λύχνος TV 2002


Μητροπολίτης Κεφαλληνίας: ΟΧΙ στον καρνάβαλο που προσβάλει τον Χριστό




Μητροπολίτης Κεφαλληνίας: 
ΟΧΙ στον καρνάβαλο που προσβάλει
 τον Χριστό μας.

Την απόσυρση αποκριάτικου άρματος στο Ληξούρι που προσβάλει 
τον Χριστό και το θρησκευτικό συναίσθημα ζητάει ο Μητροπολίτης

Έντονα ενοχλημένος είναι ο Μητροπολίτης Κεφαλληνίας Σπυρίδωνας,
 για άρμα που ετοιμάζεται να εμφανιστεί στο Καρναβάλι του Ληξουρίου 
και το οποίο – όπως τονίζει στην επιστολή του προς τον Δήμαρχο- 
προσβάλει τον Χριστό.


Ο Μητροπολίτης με επιστολή του προς τον Αλέξανδρο Παρίση 
ζητάει την απόσυρσή του.

Κύριε Δήμαρχε,

Εις τον φόρτον των εργασιών σας και της πολυευθύνου προσφοράς σας,
 έρχομαι να σας απασχολήσω με το επίκαιρο και επικίνδυνο ζήτημα του 
αποκριάτικου άρματος, το οποίον πρόκειται να εμφανισθή εις τις 
καρναβαλικές εκδηλώσεις του Δήμου Κεφαλονιάς, εις το Ληξούρι
 με θέμα το άγαλμα του Χριστού εις το Ρίο Ντε Τζανέϊρο τής Βραζιλίας, 
το οποίον ετοιμάζεται, όπως φαίνεται εις το Ίντερνετ, εις τις αποθήκες
 του Δήμου, εις το Τώλ, της οργανωτικής επιτροπής των σχετικών
 εκδηλώσεων.

Η παρουσία συμβολών, τόσο θρησκευτικών όσον και Εθνικών,
 και η απεικόνησις, με οποιονδήποτε τρόπον, ιερών προσώπων, 
σε μη προσήκουσες προς αυτά εκδηλώσεις και η διαπόμπευσις, 
την οποίαν έξ' αυτής της πρακτικής υφίστανται, δεν συντελούν 
ούτε εις την πολιτιστικήν αναβάθμισιν του λαού, ούτε εις τον
 εξευγενισμόν των ηθών.

Ουδέποτε κανείς σκεπτόμενος άνθρωπος με στοιχειώδη 
λογικήν και ευπρέπειαν εις τα εκατομμύρια των πιστών εις
 όλην την γήν δεν ανέμειξε, το σύμβολον τής χριστιανοσύνης, 
τον Δομήτορα τής Εκκλησίας, με καρναβαλικές τελετές, και φυσικά 
ούτε οι Βραζιλιάνοι.
Αξίζει να σημειωθή, και να ληφθή ύπ΄ όψιν, οτι η φίλη χώρα Βραζιλία 
έστησε το άγαλμα του Σωτήρος Χριστού, εις την μέχρι προ ολίγων 
δεκαετιών πρωτεύουσα της, την 12ην Οκτωβρίου 1931 διά
 να συμβολίζη την ειρήνην και την συμφιλίωσιν των πολιτών
 της ύστερα απο σειράν περιπετειών.

Η αφίσα που εμφανίζει τον Χριστόν με τα χέρια ανοιχτά επάνω
 απο την ημίγυμνη χορεύτρια είναι εξυβριστική δια κάθε χριστιανικήν 
ομολογίαν διότι απο την φύσιν τους τα δύο θέματα συγκρούονται 
και η σύγχυσις αυτή είναι περιφρονητική έκδήλωσις δια το μοναδικον 
πρόσωπον του Σωτήρος Χριστού και προκαλεί βαναυσότατα το 
θρησκευτικόν συναίσθημα των Παλικησιάνων, οί οποίοι σε πλείστες 
όσες εκδηλώσεις τιμούν τον Θεάνθρωπον εις το πρόσωπον του
 Πολιούχου τους Αγίου Χαράλαμπους και του νεοφανούς 
λαοφιλούς Αγίου τους Παναγή Μπασιά.

Θα «καρναβαλίσουμε» λοιπόν, το ιερώτερον υπ' ουρανόν
 πρόσωπον του Ιησού την Κυριακήν της Αποκριάς, 
την 17ην Μαρτίου και την 3ην Μαϊου Μεγάλη Παρασκευήν
 θα λιτανεύσουμε εις την πλατείαν μας το πάντιμον Σώμα Του;

Το Ληξούρι λοιπόν, θα περάση εις την συνείδησιν των ανθρώπων, 
ως το μοναδικόν μέρος της γης « που κατέβασε τον Χριστόν πίσω απο 
τα έργα τού Καρνάβαλου » και θα πρωτοτυπήση σε παγκόσμια 
πρωτιά κακογουστιάς και προσβολής των απανταχού της γής Χριστιανών 
που δεν συνάδει ούτε με την σπινθηροβόλον ευφυίαν των 
Ληξουριωτών, ούτε με την πολιτιστικήν μεσουράνησιν της 
όμορφης χωροπούλας.

Κύριε Δήμαρχε, 
σας παρακαλώ σεβαστείτε την ευσέβειαν, το ήθος, το πιστεύω 
όχι ευκαταφρόνητου αριθμού πολιτών - Χριστιανών, 
καθότι οι εικόνες με τό επαίσχυντο αυτό θέαμα λόγω των
 σημερινών τεχνολογικών μέσων θα κάνουν τον γύρον του
 κόσμου.

Νομίζουν οι κατασκευασταί του άρματος ότι η σημερινή τραγική κατάστασις
 του οικονομικού αδιεξόδου, του ψυχικού άγχους, της πρωτοφανούς ανεργίας, 
θα λυθή με την διακωμώδησιν και χλευασμόν του Λυτρωτού της ανθρωπότητος;

Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ
Ο ΚΕΦΑΛΛΗΝΙΑΣ ΣΠΥΡΙΔΩΝ

ΕΠΙ ΤΟΝ ΙΟΡΔΑΝΗΝ ΔΡΑΜΩΜΕΝ!

  « Τήν Βηθλεέμ ἀφέμενοι, τό καινότατον θαῦμα, πρός Ἰορδάνην δράμωμεν, ἐκ ψυχῆς θερμοτάτης, κἀκεῖσε κατοπτεύσωμεν τό φρικτόν Μυστήριον· θεοπ...