Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Τετάρτη, Απριλίου 17, 2013

Εξομολόγηση – εξομολόγος – εξομολογούμενος


ΜΟΝΑΧΟΥ ΜΩΥΣΕΩΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ
Η εξομολόγηση είναι θεοπαράδοτη εντολή και αποτελεί ένα των μυστηρίων της Εκκλησίας μας. Η εξομολόγηση δεν είναι μία τυπική, από συνήθεια «για το καλό» και λόγω των επικείμενων εορτών, βεβιασμένη και πρόχειρη πράξη από ένα και μόνο καθήκον ή υποχρέωση και προς ψυχολογική εκτόνωση. Η εξομολόγηση θα πρέπει νάναι συνδυασμένη πάντοτε με τη μετάνοια. Μας έλεγε Αγιορείτης Γέροντας: Πολλοί εξομολογούνται, λίγοι μετανοούν! (Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης).
Η μετάνοια είναι μία ελεύθερη, καλλιεργημένη, εσωτερική διεργασία επιμελημένη, συντριβής και λύπης, για την απομάκρυνση από τον Θεό διά της αμαρτίας. Η μετάνοια η αληθινή δεν συνδυάζεται με την αφόρητη θλίψη, την υπερβολική στενοχώρια και τις αδυσώπητες ενοχές. Τότε δεν είναι μάλλον ειλικρινής μετάνοια, αλλά κρυφός εγωισμός, στραπατσάρισμα του «εγώ», θυμός με τον εαυτό μας, που εκδικείται γιατί εκτίθεται και ντροπιάζεται και δεν ανέχεται κάτι τέτοιο. Μετάνοια σημαίνει αλλαγή νου, νοοτροπίας, μεταβολισμός, εγκεντρισμός χρηστοήθειας, μίσος της αμαρτίας. Μετάνοια ακόμη σημαίνει αγάπη της αρετής, καλοκαγαθία, επιθυμία, προθυμία και διάθεση σφοδρή επανασυνδέσεως με τον Χριστό διά της Χάριτος του πανσθενουργού Αγίου Πνεύματος. Η μετάνοια ξεκινά από τα βάθη της καρδιάς, ολοκληρώνεται όμως απαραίτητα στο μυστήριο της θείας και ιεράς εξομολογήσεως.
Ο εξομολογούμενος εξομολογείται ειλικρινά και ταπεινά ενώπιον του εξομολόγου, ως εν προσώπω του Χριστού. Κανένας επιστήμονας, ψυχολόγος, ψυχαναλυτής, ψυχίατρος, κοινωνιολόγος, φιλόσοφος, θεολόγος δεν μπορεί ν’ αντικαταστήσει τον εξομολόγο. Καμία εικόνα, έστω και η πιο θαυματουργή, δεν μπορεί να δώσει αυτό που δίνει το πετραχήλι του εξομολόγου, την άφεση των αμαρτιών. Ο εξομολόγος αναλαμβάνει τον εξομολογούμενο, τον υιοθετεί και τον αναγεννά πνευματικά, γι’ αυτό και ονομάζεται πνευματικός πατέρας. Η πνευματική πατρότητα κανονικά είναι ισόβια, ιερή και δυνατή, δυνατότερη και συγγενικού δεσμού. Ο πνευματικός τοκετός είναι οδυνηρός. Ο εξομολόγος με φόβο Θεού «ως λόγον αποδώσων», γνώση, ταπείνωση και αγάπη παρακολουθεί τον αγώνα του εξομολογούμενου και τον χειραγωγεί διακριτικά στην ανοδική πορεία της εν Χριστώ ζωής.
Ο εξομολόγος ιερεύς έχει ειδική ευλογία από τον επίσκοπο για το εξομολογητικό του έργο. Κανονικά όμως το χάρισμα του «δεσμείν και λύειν» αμαρτίες το λαμβάνει με τη χειροτονία του εις πρεσβύτερο. Καθίσταται διάδοχος των αγίων αποστόλων. Έτσι σημασία κύρια και μεγάλη έχει η εγκυρότητα και η κανονικότητα της αποστολικής διαδοχής διά των επισκόπων. Το μυστήριο της εξομολογήσεως όπως και όλα τ’ άγια μυστήρια της Εκκλησίας μας τελεσιουργούνται και χαριτώνουν τους πιστούς όχι κατά την αξία, ικανότητα, επιστημοσύνη, λογιοσύνη, ευφράδεια, δραστηριότητα και τέχνη του ιερέως, ακόμη και την αρετή και αγιότητά του, αλλά τη διά της κανονικότητος της ιερωσύνης και του Τελεταρχικού Παναγίου Πνεύματος. Οι τυχόν αμαρτίες του ιερέως δεν εμποδίζουν τη θεία Χάρη των μυστηρίων. Αλλοίμονο αν αμφιβάλλουμε αν κατά την αναξιότητα του ιερέως το ψωμί και το κρασί έγινε σώμα και αίμα Χριστού κατά τη θεία Λειτουργία. Αυτό βεβαίως δεν σημαίνει ότι ο ιερεύς δεν θα πρέπει μόνιμα ν’ αγωνίζεται για την καθαρότητά του. Έτσι δεν υπάρχουν καλοί και κακοί εξομολόγοι.
Όλοι οι εξομολόγοι την ίδια άφεση δίνουν. Έχουμε όμως το δικαίωμα επιλογής του εξομολόγου. Μπορούμε να προστρέξουμε σε αυτόν που αληθινά μας αναπαύει. Δεν είναι σοβαρή όμως η συνεχής αλλαγή εξομολόγου. Δεν φανερώνει κάτι τέτοιο πνευματική ωριμότητα. Ούτε όμως και οι εξομολόγοι θα πρέπει να στενοχωρούνται παράφορα και να δημιουργούν μάλιστα και προβλήματα όταν αναχωρήσει κάποιο πνευματικό τους τέκνο. Ίσως τούτο σημαίνει πως ήταν νοσηρά συνδεδεμένοι μαζί του, συναισθηματικά, προσωποπαγώς, δεμένοι με το πρόσωπό του και όχι με τον Χριστό και την Εκκλησία, και θεωρούν την αναχώρηση προσβολή, μείωση, ότι δεν υπάρχει καλύτερος ή μία αίσθηση ότι οι άλλοι μας ανήκουν αποκλειστικά και μπορούμε να τους εξουσιάζουμε και να τους φερόμαστε μάλιστα εξαναγκαστικά ως καταπιεσμένους και ανελεύθερους υποτακτικούς. Είπαμε βέβαια πως ο εξομολόγος είναι πνευματικός πατέρας και ο πνευματικός τοκετός ενέχει οδύνη. Έτσι είναι φυσικό να λυπάται για την αναχώρηση του υιού του. Προτιμότερο όμως είναι να εύχεται για την πνευματική του πρόοδο και τη σύνδεσή του με την Εκκλησία, έστω και παρά την αποσύνδεσή του από τον ίδιο. Να εύχεται και όχι να απεύχεται.
Το έργο του εξομολόγου δεν είναι μόνο η απλή ακρόαση των αμαρτιών του εξομολογούμενου και η ανάγνωση στο τέλος της συγχωρητικής ευχής. Ούτε πάλι περιορίζεται μόνο στην ώρα της εξομολογήσεως. Ο εξομολόγος σαν καλός πατέρας φροντίζει συνεχώς το τέκνο του, το ακούει και το παρακολουθεί προσεκτικά, το νουθετεί κατάλληλα, το κατευθύνει ευαγγελικά, τονίζει τα τάλαντά του, δεν του θέτει υπερβολικά βάρη, το κανονίζει μέτρια όταν πρέπει, το οικονομεί όταν απογοητεύεται, βαρύνεται, δυσανασχετεί, αποκάμνει, το θεραπεύει ανάλογα, δεν το αποθαρρύνει ποτέ, συνεχίζοντας τον αγώνα παθοκτονίας και αρετοσυγκομιδής, μορφώνοντας στην ψυχή του την αθάνατη Χριστό.
Η αναπτυσσόμενη αυτή πατρική και υιική σχέση εξομολόγου και εξομολογούμενου δημιουργεί μία άνεση, εμπιστοσύνη, σεβασμό, ιερότητα και ανάταση. Ο εξομολογούμενος ανοίγει την καρδιά του στον εξομολόγο και του εκθέτει τα πιο κρύφια, τα πιο δόλια, τα πιο ακάθαρτα, όλα τα μυστικά του, πράξεις απόκρυφες και επιθυμίες βλαβερές, ακόμη και αυτά που δεν θέλει να ομολογήσει στον ίδιο του τον εαυτό και δεν λέει στον πιο στενό συγγενή του και τον καλύτερο φίλο του. Έτσι ο εξομολόγος θα πρέπει απόλυτα να σεβασθεί αυτή την απεριόριστη εμπιστοσύνη του εξομολογούμενου. Η εμπιστοσύνη αυτή επαυξάνεται οπωσδήποτε και από το γεγονός ότι ο εξομολόγος είναι αυστηρά δεσμευμένος, μέχρι θανάτου μάλιστα, από τους θείους και Ιερούς Κανόνες της Εκκλησίας με το απόρρητο της εξομολογήσεως.
Στην ορθόδοξη εξομολογητική δεν υπάρχουν βέβαια γενικές συνταγές, γιατί η πνευματική καθοδήγηση της κάθε μοναδικής ψυχής γίνεται εξατομικευμένα. Ο κάθε άνθρωπος είναι ανεπανάληπτος, με ιδιαίτερη ψυχοσύνθεση, άλλο χαρακτήρα, διάφορες δυνάμεις και δυνατότητες, όρια, εφέσεις, αντοχές, γνώσεις, ανάγκες και διαθέσεις. Ο εξομολόγος με τη Χάρη του Θεού και τη θεία φώτιση θα πρέπει να διακρίνει όλ’ αυτά, ώστε ν’ αποφασίσει τί καλύτερα θα πρέπει να χρησιμοποιήσει για να βοηθήσει τον εξομολογούμενο. Άλλοτε χρειάζεται η επιείκεια και άλλοτε η αυστηρότητα. Δεν είναι για όλους πάντοτε τα ίδια. Ούτε ο εξομολόγος θα πρέπει νάναι πάντα αυστηρός, έτσι μόνο για να λέγεται αυστηρός και να εκτιμάται. Ούτε υπερβολικά επιεικής, για να προτιμάται και να λέγεται πνευματικός πατέρας πολλών. Χρειάζεται φόβος Θεού, διάκριση, τιμιότητα, ειλικρίνεια, ταπείνωση, μελέτη, γνώση και προσευχή.
Η «οικονομία» δεν απαιτείται από τον εξομολογούμενο. Ούτε είναι ορθό να γίνει κανόνας από τον εξομολόγο. Η «οικονομία» θα πρέπει να παραμείνει εξαίρεση. Η «οικονομία» επίσης θα πρέπει να είναι πάντα προς καιρόν (Αρχιμ. Γεώργιος Γρηγοριάτης). Όταν εκλείψουν οι λόγοι που την επιβάλλουν ασφαλώς δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται. Για την ίδια αμαρτία μπορούμε να έχουμε πολλούς διαφορετικούς τρόπους προς αντιμετώπισή της.
Ο κανόνας δεν είναι πάντοτε απαραίτητος. Ο κανόνας δεν είναι τιμωρία. Είναι παιδαγωγία. Ο κανόνας δεν τίθεται προς ικανοποίηση του προσβληθέντος Θεού και εξιλέωση του αμαρτωλού ενώπιον της Θείας δικαιοσύνης. Αυτή είναι μια καθαρά αιρετική διδασκαλία. Ο κανόνας συνήθως τίθεται στην ανώριμη μετάνοια, προς συναίσθηση και συνειδητοποίηση του μεγέθους της αμαρτίας. Η αμαρτία κατά την ορθόδοξη διδασκαλία δεν είναι τόσο παράβαση του νόμου, όσο έλλειψη αγάπης στο Θεό. Αγάπα και κάνε ό,τι θέλεις, έλεγε ο ιερός Αυγουστίνος.
Ο κανόνας τίθεται προς ολοκλήρωση της μετάνοιας του εξομολογούμενου, γι’ αυτό, καθώς ορθά λέγει ο π. Αθανάσιος Μετεωρίτης, όπως ο εξομολόγος δεν επιτρέπεται να κοινοποιεί τις αμαρτίες του εξομολογούμενου, έτσι κι ο εξομολογούμενος δεν επιτρέπεται να κοινοποιεί στους άλλους τον κανόνα που του έθεσε ιδιαίτερα ο εξομολόγος, που είναι συνισταμένη πολλών παραμέτρων.
Ο εξομολόγος λειτουργεί ως χορηγός της χάριτος του Αγίου Πνεύματος. Κατά την ώρα του μυστηρίου δεν λειτουργεί ως ψυχολόγος και επιστήμονας. Λειτουργεί ως ιερεύς, ως έμπειρος ιατρός, ως φιλόστοργος πατέρας. Ακούγοντας τ’ αμαρτήματα του εξομολογούμενου προσεύχεται να τον φωτίσει ο Θεός. να δώσει το καλύτερο φάρμακο προς θεραπεία, να σφυγμομετρήσει τον βαθμό και την ποιότητα της μετανοίας του. Ο εξομολόγος δεν στέκεται απέναντι στον εξομολογούμενο με περιέργεια, καχυποψία, ζήλεια, υπερβολική αυστηρότητα, εξουσιαστικότητα και αλαζονεία, αλλά ούτε και αδιάφορα, επιπόλαια, απρόσεκτα και κουρασμένα. Η ταπείνωση, η αγάπη και η προσοχή του εξομολόγου θα βοηθήσει πολύ τον εξομολογούμενο. Ούτε ο εξομολόγος θα πρέπει να κάνει πολλές, περιττές και αδιάκριτες ερωτήσεις. Ιδιαίτερα θα πρέπει να διακόπτει τις λεπτομερείς περιγραφές διαφόρων αμαρτημάτων και ιδιαίτερα σαρκικών, ακόμη και τις αναφορές ονομάτων, ώστε ν’ ασφαλίζεται περισσότερο. Ο εξομολογούμενος πάλι δεν θα πρέπει να φοβάται, να δειλιάζει και να ντρέπεται, αλλά να σέβεται, να εμπιστεύεται, να τιμά και να ευλαβείται τον εξομολόγο. Αυτό το κλίμα πάντως της ιερότητος, αλληλοσεβασμού και εμπιστοσύνης κυρίως θα το καλλιεργήσει, εμπνεύσει και δημιουργήσει ο εξομολόγος.
Η αγία μητέρα μας Ορθόδοξη Εκκλησία είναι το σώμα του Αναστημένου Χριστού, είναι ένα απέραντο θεραπευτήριο, αποθεραπείας των ασθενών αμαρτωλών πιστών, από τα τραύματα, τις πληγές και τις ασθένειες της αμαρτίας, των παθογόνων δαιμόνων και των ιοβόλων δαιμονικών παγίδων και επηρειών των δαιμονοκίνητων παθών.
Η Εκκλησία μας δεν είναι παράρτημα του υπουργείου κοινωνικής προνοίας, ούτε συναγωνίζεται να ξεπεράσει τους διάφορους συλλόγους κοινωνικής ευποιΐας, δίχως διόλου ν’ αρνείται το σπουδαίο και αγαθό αυτό έργο και να μη το επιτελεί πλούσια, επαινετά και θαυμάσια, αλλά κυρίως είναι η χορηγός νοήματος της ζωής, λυτρώσεως και σωτηρίας των πιστών «υπέρ ων Χριστός απέθανεν» διά της συμμετοχής τους στα μυστήρια της Εκκλησίας. Το πετραχήλι του Ιερέως είναι πλάνη, όπως έλεγε ο Γέροντας Παΐσιος ο Αγιορείτης, που λειαίνει και ισιάζει τους ανθρώπους, είναι θεραπευτικό νυστέρι παθοκτονίας και όχι μιστρί εργασιομανίας ή σύμβολο εξουσίας. Είναι υπηρετική ποδιά διακονίας των ανθρώπων προς θεραπεία και σωτηρία.
Ο Θεός χρησιμοποιεί τον ιερέα για τη συγχώρηση του πλάσματός του. Το λέγει χαρακτηριστικά η ευχή: «Ο Θεός συγχωρήσαι σοι δι’ εμού του αμαρτωλού πάντα, και εν τω νυν αιώνι και εν τω μέλλοντι. και ακατάκριτόν σε παραστήσαι εν τω φοβερώ αυτού Βήματι. περί δε των εξαγορευθέντων εγκλημάτων μηδεμίαν φροντίδα έχων, πορεύου εις ειρήνην». Ανεξομολόγητες αμαρτίες θα βαραίνουν τον άνθρωπο και στον μέλλοντα αιώνα. Εξομολογημένες αμαρτίες δεν εξομολογούνται. Είναι σαν να μη πιστεύει κανείς στην χάρη του μυστηρίου. Ο Θεός τα γνωρίζει, αλλά θα πρέπει προς άφεση, ταπείνωση και ίαση να εξαγορευθούν. Η ενίοτε επιτίμηση αμαρτιών δεν αναιρεί την αγάπη της Εκκλησίας, αλλά αποτελεί παιδαγωγική επίσκεψη προς καλύτερη συναίσθηση των πταισμάτων.
Κατά τον όσιο Νικόδημο τον Αγιορείτη «η εξομολόγησις είναι μία θεληματική διά στόματος φανέρωσις των πονηρών έργων και λόγων και λογισμών, κατανυκτική, κατηγορητική, ευθεία, χωρίς εντροπήν, αποφασιστική, προς νόμιμον πνευματικόν γινομένη». Ο θεοφόρος όσιος ευσύνοπτα, μεστά και σημαντικά αναφέρει πως η εξομολόγηση πρέπει να γίνεται θεληματικά, ελεύθερα, αβίαστα, ανεξανάγκαστα, δίχως ο εξομολόγος ν’ άγχεται να εκμαιεύσει την ομολογία του εξομολογούμενου. Με κατάνυξη, συναίσθηση δηλαδή της λύπης που προκάλεσε ειλικρινά με την αμαρτία στον Θεό. Όχι συναισθηματικά, υποκριτικά, λιπόψυχα δάκρυα. Κατάνυξη γνήσια που σημαίνει συντριβή, μεταμέλεια, μίσος της αμαρτίας, αγάπη της αρετής, επίγνωση ευγνωμοσύνης στον Δωρεοδότη Θεό. Κατηγορητική σημαίνει υπεύθυνη εξομολόγηση, δίχως δικαιολογίες, υπεκφυγές, στρεψοδικίες, ανευθυνότητες και μεταθέσεις, με ειλικρινή αυτομεμψία και γνήσια αυτοεξουθένωση, που φέρει τη χαρμολύπη και το χαροποιό πένθος της Εκκλησίας. Ευθεία σημαίνει εξομολόγηση με κάθε ειλικρίνεια, ευθύτητα και ακρίβεια, ανδρεία και θάρρος, αυστηρότητα και γενναιότητα. Συμβαίνει ακόμη και την ώρα αυτή ο άνθρωπος να μη παραδέχεται την ήττα του, την πτώση και την αδυναμία του και με ωραιολογίες και μακρυλογίες να μεταθέτει τα ποσοστά ευθύνης του, με περιστροφές και μισόλογα, κατηγορώντας και τους άλλους, προκειμένου να φυλάξει ακόμη και τώρα ατσαλάκωτο το εγώ του. Χωρίς εντροπή εξομολόγηση σημαίνει παρουσίαση του πραγματικού οικτρού εαυτού μας. Η ντροπή είναι καλή προ της αμαρτίας και όχι μετά και μπροστά στον εξομολόγο. Η προ του εξομολόγου ντροπή λέγουν θα μας ελευθερώσει από τη ντροπή στην έσχατη κρίση, αφού ό,τι συγχωρήσει ο εξομολόγος δεν θα ξανακριθεί. Αποφασιστική εξομολόγηση σημαίνει να είναι καθαρή, συγκεκριμένη, ειλικρινής και με την απόφαση να μη επαναλάβει τα εξομολογηθέντα αμαρτήματα ο πιστός. Ακόμη η εξομολόγηση θα πρέπει να είναι συνεχής, ώστε τα φιλεπίστροφα, κατά τον όσιο Ιωάννη της Κλίμακος, πάθη να μη ισχυροποιούνται, αλλά αντίθετα σύντομα να θεραπεύονται. Έτσι δεν λησμονούνται οι αμαρτίες, υπάρχει τακτικός έλεγχος, αυτοπαρατήρηση, αυτοέλεγχος, αυτογνωσία και αυτομεμψία, δεν εγκαταλείπει η Θεία Χάρη και οι δαιμονικές παγίδες συντρίβονται ευκολότερα και η μνήμη του θανάτου δεν είναι φοβερή και τρομακτική.
Συμβαίνει συχνά-πυκνά και τ’ ομολογούμε με πολύ πόνο και περισσή αγάπη το κήρυγμα να μην είναι τόσο ορθόδοξο. Δηλαδή να εξαντλείται σ’ ένα ακόμη σχολιασμό της φθηνής επικαιρότητος και να μετατρέπεται κατά κάποιο τρόπο ο ιερός άμβωνας σε τηλεοπτικό «παράθυρο», όπου λέμε και εμείς τη γνώμη μας για τα τρέχοντα και συμβαίνοντα. Όμως τ’ ορθόδοξο κήρυγμα κυρίως είναι εκκλησιολογικό, χριστολογικό, σωτηριολογικό, αγιολογικό και ψυχωφελές. Το κήρυγμα της μετανοίας από των Προφητών, του Τιμίου Προδρόμου, του Σωτήρος Χριστού και πάντων των αγίων παραμένει λίαν επίκαιρο και αναγκαίο. Βασική προϋπόθεση της μετοχής στ’ άγια μυστήρια και της ανοδικής πνευματικής πορείας είναι η καθαρότητα της καρδιάς. Καθαρότητα από την ποικίλη αμαρτία, το πνεύμα της απληστίας και της ευδαιμονίας της σύγχρονης υπερκαταναλωτικής κοινωνίας, το πνεύμα της αντίθεης υπερηφάνειας ενός κόσμου ναρκισσευόμενου, ατομικιστικού, αταπείνωτου, αφιλάνθρωπου, υπερφίαλου και παράδοξου, το δαιμονικό πνεύμα των πονηρών λογισμών, των φαντασιών και φαντασιώσεων, των καχυποψιών και ζηλοφθονιών, των ακάθαρ­των και σκοτεινών.
Κατάντησε δυσεύρετο κόσμημα η καθαρότητα της καρδιάς, στις αδελφικές σχέσεις, τις συζυγίες, τις συναδελφικές υποχρεώσεις, τις φιλίες, τις συζητήσεις, τις σκέψεις, τις επιθυμίες, τις ιερατικές κλήσεις. Τα λεγόμενα μέσα μαζικής ενημερώσεως ξέπεσαν σε ρυπογόνες εστίες. Λησμονήθηκε η νηπτική εγρήγορση, η ασκητική νηφαλιότητα, η παραδοσιακή ολιγάρκεια, απλότητα και λεβεντιά. Έτσι μολύνεται το λογιστικό της ψυχής, διεγείρεται στην απληστία το επιθυμητικό και αμβλύνεται σοβαρά το βουλητικό, ώστε αδύναμος ο άνθρωπος να παρασύρεται στο κακό δίχως φραγμό και όρια.
Επικρατεί η αυτοδικαίωση, η δικαιολόγηση των παθών, η ωραιοποίηση της αμαρτίας, η κατοχύρωσή της διά νέων ψυχολογικών ερεισμάτων. Θεωρείται μείωση, αδυναμία και λάθος η παραδοχή του λάθους, η ανάληψη της ευθύνης και η ταπεινή αποδοχή του σφάλματος. Η συνεχής δικαιολόγηση του εαυτού μας και η επιμελημένη μετάθεση ευθυνών δημιουργούν ένα άνθρωπο συγχυσμένο, διχασμένο, ταραγμένο, ταλαιπωρημένο, δυστυχισμένο και εγωπαθή, εμπαιζόμενο από τον δαίμονα, αιχμαλωτιζόμενο από αυτόν στ’ άφωτα δίχτυα του.
Κυριαρχεί ένας ανόητος ορθολογισμός, ο οποίος επιλέγει ευαγγελικές αρετές και συνοδικούς κανόνες, κατά την αρέσκεια, προτίμηση και ευκολία, σε σοβαρά θέματα νηστειών, εγκράτειας, τεκνογονίας, ήθους, σεμνότητος, αιδούς, τιμιότητος και ακριβείας.
Κατόπιν όλων τούτων, τα οποία δεν νομίζω ότι υπερβάλλουμε, θεωρούμε ότι οι εξομολόγοι δεν έχουν εύκολο έργο. Δεν αρκεί πλέον η χειραγωγία στη μετάνοια και η καλλιέργεια της ταπεινώσεως, αλλά χρειάζεται το ποίμνιο κατήχηση, επαναευαγγελισμό, κα­τάρτιση, μεταβολισμό πνευματικό προς απόκτηση ισχυρών αντισωμάτων. Απαραίτητη η αντίσταση, αντίδραση και αντιμετώπιση του σφοδρού ρεύματος της αποϊεροποιήσεως, της εκκοσμικεύσεως, του αποηρωισμού, του ευδαιμονισμού, του πλουτισμού και κορεσμού. Ιδιαιτέρως προσοχής, διδαχής και αγάπης έχουν ανάγκη οι νέοι, που η αγωγή δεν τους βοηθά να συνειδητοποιήσουν το νόημα και το σκοπό της ζωής, το κενό, το άκοσμο, το άνομο, το άφωτο της αμαρτίας.
Σοβαρό πρόβλημα αποτελεί ακόμη και για τους χριστιανούς μας η αγχώδης συχνά αναζήτηση μιας ά­κοπης, άμοχθης και άλυπης ζωής. Αναζητούμε Κυρηναίους. Δεν αποδεχόμεθα την άρση του προσωπικού μας σταυρού. Δεν γνωρίζουμε το βάθος και το εύρος του σταυρού. Προσκυνούμε τον σταυρό στην εκκλησία, κάνουμε τον σταυρό μας, αλλά δεν ασπαζόμαστε τον προσωπικό μας σταυρό. Τελικά θέλουμε ένα ασταύρωτο Χριστιανισμό. Δεν υπάρχει όμως Πάσχα δίχως Μεγάλη Παρασκευή.
Τιμάμε τους μάρτυρες και τους οσίους, αλλά δεν θέλουμε εμείς καμιά κακοπάθεια, καμιά καθυστέρηση, καμιά δυσκολία. Δυσκολευόμαστε στη νηστεία, δυσανασχετούμε στην ασθένεια, δεν ανεχόμαστε πικρό λόγο, ακόμη και όταν φταίμε, οπότε πώς να υπομένουμε αδικία, συκοφαντία, κατατρεγμό και εξορία, όπως οι άγιοί μας; Είναι γεγονός αδιαμφισβήτητο πως το σύγχρονο κοσμικό πνεύμα της ευκολίας, της ανέσεως και του υπερκαταναλωτισμού έχει επηρεάσει ισχυρά το μέτρο της πνευματικής ζωής. Θέλουμε γενικά ένα αντιασκητικό Χριστιανισμό. Η Ορθοδοξία όμως βάση έχει το ασκητικό Ευαγγέλιο.
Ένα άλλο μεγάλο πρόβλημα της εποχής μας είναι η νοσηρή και υπερβολική εμπιστοσύνη του ανθρώπου στη λογική, τη διάνοια, τη γνώση και την κρίση του. Πρόκειται για τον παχυλό και κουραστικό εν τέλει ορθολογισμό. Η νηπτική ορθόδοξη θεολογία μας δι­δάσκει το νου να τον έχουμε εργαλείο και να τον κατεβάσουμε στην καρδιά. Η Εκκλησία μας δεν καλλιεργεί και παράγει διανοούμενους. Για μας ο ορθολογισμός δεν είναι φιλοσοφική νοοτροπία, αλλά μία καθαρά αμαρτητική βιοθεωρία, μία μορφή αθεΐας, αφού αντιβαίνει στην εντολή της πίστεως, της ελπίδος, της αγάπης και της εμπιστοσύνης στον Θεό. Ο ορθολογιστής κρίνει τα πάντα με την κρισάρα του μυαλού, μόνο με τον πεπερασμένο νου του, κέντρο είναι ο εαυτός του και το κυρίαρχο εγώ του και δεν εμπιστεύεται τη θεία Πρόνοια, τη θεία Χάρη και θεία Βοήθεια στη ζωή του.
Θεωρώντας συχνά τον εαυτό του αλάνθαστο ο ορθολογιστής δεν επιτρέπει στον Θεό να επέμβει στη ζωή του και να τον κρίνει. Έτσι δεν θεωρεί ότι έχει ανάγκη εξομολογήσεως. Ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος όμως λέγει πως το να νομίζει κάποιος πως δεν έπεσε σε αμαρτήματα, αυτό είναι η πιο μεγάλη πτώση και πλάνη και το πιο μεγάλο αμάρτημα. Παρασυρμένοι ορισμένοι νεώτεροι θεολόγοι μιλούν γι’ αστοχία και όχι για αμαρτία, θέλοντας ν’ αμβλύνουν τη φυσική διαμαρτυρία της συνειδήσεως. Η αυτάρκεια ορισμένων εκκλησιαζομένων και νηστευόντων χριστιανών κρύβει ενίοτε ένα λανθάνοντα φαρισαϊσμό, ότι δεν είναι όπως οι λοιποί των ανθρώπων και ως εκ τούτου δεν χρήζουν εξομολογήσεως.
Κατά τους αγίους πατέρες της Εκκλησίας μας το μεγαλύτερο κακό είναι η υπερηφάνεια, η μητέρα όλων των παθών κατά τον όσιο Ιωάννη της Κλίμακος. Πρόκειται για πολύτεκνη μητέρα με πρώτες θυγατέρες την κενοδοξία και την αυτοδικαίωση. Η υπερηφάνεια είναι μία μορφή άρνησης Θεού, είναι εφεύρεση των πονηρών δαιμόνων, αποτέλεσμα πολλών κολακειών και επαίνων, που επιφέρει την εξουδένωση και εξουθένωση των ανθρώπων, τη θεομίσητη κατάκριση, τον θυμό, την οργή, την υποκρισία, την ασπλαχνία, τη μισανθρωπία, τη βλασφημία. Η υπερηφάνεια είναι ένα πάθος φοβερό, δύσκολο, δυνατό και δυσθεράπευτο. Η υπερηφάνεια επίσης είναι πολυδύναμη και πολυπρόσωπη. Εκδηλώνεται ως ματαιοδοξία, μεγαλαυχία, οίηση, αλαζονεία, υπεροψία, φυσίωση, τύφωση, καύχηση, ιταμότητα, έπαρση, μεγαλομανία, φιλοδοξία, φιλαυτία, φιλαρέσκεια, φιλοχρηματία, φιλοσαρκία, φιλαρχία, φιλοκατηγορία και φιλονικία. Ακόμη ως αυταρέσκεια, προσωποληψία, αυθάδεια, αναίδεια, παρρησία, αναλγησία, αντιλογία, ισχυρογνωμοσύνη, ανυπακοή, ειρωνεία, πείσμα, περιφρόνηση, προσβολή, τελειομανία και υπερευαισθησία. Η υπερηφάνεια τελικά οδηγεί στην αμετανοησία.
Όργανο της υπερηφάνειας συχνά γίνεται η γλώσσα. Με την αργολογία, τη φλυαρία, την πολυλογία, το κουτσομπολιό, τη μωρολογία, τη ματαιολογία, την ανειλικρίνεια, την αδιακρισία, τη διγλωσσία, τη διπλωματία, την ευτραπελία, την προσποίηση και τον εμπαιγμό.
Από τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα προέρχονται πολλά άλλα πάθη. Αφού αναφέραμε τα της υπερηφάνειας, ερχόμαστε στη φιλαργυρία, που γεννά τη φιλοχρηματία, την πλεονεξία, την απληστία, την τσιγγουνιά, την ανελεημοσύνη, τη σκληροκαρδία, την απάτη, την τοκογλυφία, την αδικία, τη δολιότητα, τη σιμω­νία, τη δωροληψία, τον τζόγο. Η πορνεία έχει μύριες εκφάνσεις όπως ο φθόνος με τις ύπουλες και πονηρές κακίες του, η αχόρταγη γαστριμαργία, ο θυμός και η ύποπτη ακηδία και αμέλεια.
Ιδιαιτέρως προσοχής χρήζουν πολλά ανορθόδοξα στοιχεία στην οικογενειακή ζωή και φρονούμε πως θα πρέπει να θεαθούν προσεκτικά από εξομολόγους και εξομολογουμένους. Η αποφυγή της τεκνογονίας, η ειδωλοποίηση των τέκνων, θεωρούμενα προέκταση του εγώ των γονέων, υπερπροστατευόμενα, παρακολουθούμενα συνεχώς και εξουσιαζόμενα βάναυσα. Ο γάμος είναι στίβος ταπεινώσεως, αλληλοπεριχωρήσεως και αλληλοσεβασμού και όχι παράλληλη όδευση δύο εγωισμών, παρά την ισόβια σύζευξη και συνύπαρξη. Χορεύει ο δαίμονας όταν δεν υπάρχει συγχώρεση στις ανθρώπινες αδυναμίες και τα καθημερινά σφάλματα. Οι γονείς θα βοηθήσουν σημαντικά τα παιδιά τους όχι με την πλούσια ευγένεια έξω από το σπίτι αλλά με το ειρηνικό, νηφάλιο και αγαπητικό παράδειγμα καθημερινά μέσα στο σπίτι τους. Η συμμετοχή των παιδιών μαζί με τους γονείς τους στο μυστήριο της εξομολογήσεως θα τους ενδυναμώσει με τη θεία Χάρη και θα τους στερεώσει στη βιωματική εμπειρία με τον Χριστό. Ζητώντας οι σύζυγοι ειλικρινά συγγνώμην διδάσκουν τα παιδιά τους την ταπείνωση, που καίει τις δαιμονικές πλεκτάνες. Σ’ ένα σπιτικό που ανθεί η αγάπη, η ομόνοια, η κατανόηση, η ταπείνωση και ειρήνη υπάρχει πλούσια η ευλογία του Θεού και γίνεται κάστρο απόρθητο στην κακία του κόσμου. Η με τη συγχωρητικότητα αγωγή των παιδιών δημιουργεί μία υγιά οικογενειακή εστία που τα εμπνέει και τα ενισχύει για το μέλλον τους.
Ένα άλλο μεγάλο θέμα, που αποτελεί σοβαρό εμπόδιο για τη μετάνοια και την εξομολόγηση είναι η αυτοδικαίωση, που μαστίζει και πολλούς ανθρώπους της Εκκλησίας. Βάση της έχει, όπως είπαμε, τη δαιμονική υπερηφάνεια. Κλασικό παράδειγμα ο Φαρισαίος της παραβολής του Ευαγγελίου.
Ο αυτοδικαιούμενος άνθρωπος έχει φαινομενικά καλά, για τα οποία υπεραίρεται και θέλει να τιμάται και επαινείται. Χαίρεται να τον κολακεύουν, να εξουθενώνει και ταπεινώνει τους άλλους. Αυτοεκτιμάται υπερβολικά, αυτοδικαιώνεται παράφορα και θεωρεί τον Θεό αναγκαστικά υποχρεωμένο να τον ανταμείψει. Πρόκειται τελικά για ταλαίπωρο άνθρωπο, όπου ταλαιπωρούμενος ταλαιπωρεί και τους άλλους. Διακατέχεται από νευρικότητα, ταραχή, απαιτητικότητα, που τον αυτοφυλακίζει και δεν τον αφήνει ν’ ανοίξει τη θύρα του θείου ελέους, διά της μετανοίας.
Γέννημα της υπερηφάνειας είναι και η κατάκριση, που δυστυχώς αποτελεί συνήθεια και πολλών χριστιανών, που ασχολούνται περισσότερο με τους άλλους παρά με τον εαυτό τους. Φαινόμενο της εποχής μας και της κοινωνίας που ωθεί τον κόσμο στη συνεχή ετεροπαρατήρηση και όχι την αυτοπαρατήρηση. Οι μύριες ασχολίες και δραστηριότητες του σύγχρονου ανθρώπου δεν τον θέλουν να μείνει ποτέ μόνο προς μελέτη, περίσκεψη, προσευχή, αυτογνωσία, αυτομεμψία, αυτοέλεγχο και μνήμη θανάτου. Τα λεγόμενα μέσα μαζικής ενημερώσεως ασταμάτητα ασχολούνται σκανδαλοθηρικά, επίμονα και μακρόσυρτα με τα πάθη, τις αμαρτίες, τα παραπτώματα των άλλων. Όλ’ αυτά προκαλούν, εντυπωσιάζουν και αν δεν σκανδαλίζουν πάντως φορτώνουν την ψυχή και το νου με τα βρωμερά και άσχημα και μάλιστα καθησυχάζουν, αφού εμείς είμαστε καλύτεροι. Έτσι ο άνθρωπος συνηθίζει στη μετριότητα, χλιαρότητα και εφημερότητα της φθηνής καθημερινότητος, μη συγκρινόμενος με τους αγίους και τους ήρωες.
Έτσι η κατάκριση κυριαρχεί στις μέρες μας, θεωρώντας ο άνθρωπος ότι ενεργεί δίκαιη κάθαρση, σπιλώνοντας άλλους και μολύνοντας τον εαυτό του, δημιουργώντας κακίες, μίση, έχθρες, μνησικακίες, ζηλοφθονίες και ψυχρότητες. Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής μάλιστα αναφέρει πως εκείνος που περιεργάζεται συνεχώς τις αμαρτίες των άλλων ή κρίνει τον αδελφό του από υποψία και μόνο, αυτός δεν έκανε ακόμη αρχή μετανοίας, ούτε άρχισε την έρευνα για να γνωρίσει τις αμαρτίες του.
Λέγονται πολλά και διάφορα. ένα τελικά είναι το καίριο, σημαντικό και εξέχον. η σωτηρία μας, για την οποία δεν πολυνοιαζόμαστε παντοτεινά. Η σωτηρία δεν επιτυγχάνεται παρά μόνο με ειλικρινή μετάνοια και καθαρή εξομολόγηση. Η μετάνοια δεν ανοίγει μόνο τον ουράνιο παράδεισο, αλλά και τον επίγειο με την πρόγευση, έστω εν μέρει, της ανεκλάλητης χαράς της ατελεύτητης βασιλείας των ουρανών και της υπέροχης ειρήνης από τώρα. Οι εξομολογημένοι άνθρωποι μπορούν νάναι οι αληθινά γνήσια χαρούμενοι, οι ειρηνικοί και ειρηνοφόροι, οι κήρυκες της μετανοίας, της αναστάσεως, της μεταμορφώσεως, της ελευθερίας, της χάριτος, της ευλογίας του Θεού στις ψυχές τους και τη ζωή τους. Η πλούσια χάρη του Θεού κάνει τον λύκο πρόβατο, λέγει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Καμιά αμαρτία δεν υπερβαίνει την αγάπη του Θεού. Κανείς αμαρτωλός αν θέλει δεν αδυνατεί ν’ αγιάσει. Μας το αποδεικνύουν οι πολλοί μετανοημένοι άγιοι του Συναξαριστή.
Ο εξομολόγος εξομολογεί και συγχωρεί τους εξομολογούμενους με τ’ άγιο πετραχήλι του. Δεν μπορεί όμως να αυτοεξομολογηθεί και να θέσει ο ίδιος το πετραχήλι του στο κεφάλι του για να συγχωρηθεί. Πρέπει απαραίτητα να σκύψει σε άλλο οπωσδήποτε πετραχήλι. Έτσι λειτουργεί ο πνευματικός νόμος, έτσι τα έθεσε η πανσοφία και η φιλευσπλαγχνία του Θεού.
Δεν μπορεί να εξομολογούμε και να μη εξομολογούμεθα. Να διδάσκουμε και να μη πράττουμε. Να μιλάμε για μετάνοια και να μη μετανοούμε οι ίδιοι. Να μιλάμε για εξομολόγηση και να μη εξομολογούμεθα τακτικά. Ουδείς αυτοκαθαίρεται και ουδείς αυτοσυγχωρείται ποτέ. Οι ασύμβουλοι, οι ανυπάκουοι, οι ανεξομολόγητοι αποτελούν σοβαρό πρόβλημα της Εκκλησίας μας.
Αδελφοί μου αγαπητοί, το πετραχήλι του πνευματικού δύναται να γίνει θαυματουργό νυστέρι αφαιρέσεως κακοήθων όγκων, ν’ αναστήσει νεκρούς, ν’ ανανεώσει και μεταμορφώσει τον άκοσμο κόσμο, να χαροποιήσει γη και ουρανό. Η Εκκλησία μας εμπιστεύ­θηκε το μέγα λειτούργημα, το ιερό υπούργημα, στους ιερείς μας και όχι στους αγγέλους, για να τους πλησιάζουμε άνετα και άφοβα ως ομοιοπαθείς και ομόσαρκους.
Όλα τα παραπάνω, ειλικρινά και διόλου ταπεινόσχημα, ειπώθηκαν από ένα συναμαρτωλό, που δεν θέλησε να κάνει τον δάσκαλο, αλλά τον συναγωνιζόμενο συμμαθητή σας. Θέλησε από αγάπη να σας θυμίσει με απλά και άτεχνα λόγια τη ζώσα παράδοση της αγίας μητέρας μας Εκκλησίας επί του πάντοτε επίκαιρου θέματος της θεοΰφαντης και θεομακάριστης μετάνοιας και της θεοπαράδοτης και θεαγάπητης ιεράς Εξομολογήσεως.
«ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΚΑΙ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ» ΜΟΝΑΧΟΥ ΜΩΥΣΕΩΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ». ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
Το είδαμε εδώ.

Η Αγία Γερόντισσα Ακυλίνα της Σίψας ομιλεί περί αγάπης…...





Κάνεις δεν μπορεί να καυχηθεί ότι ασκεί την αγάπη ούτε ο πιο μεγάλος ευεργέτης. Μπροστά στην αγάπη του Θεού, η αγάπη των ανθρώπων είναι μηδαμινή, όση κι αν είναι. Η αγάπη είναι πολυμήχανος, ο Θεός να μας φωτίζει να εξασκούμε την αγάπη που Εκείνος θέλει.

Ο κάθε άνθρωπος μπορεί να εξασκεί την αγάπη όπου ο Θεός τον τοποθέτησε. Αν ήθελε να με έχει στο κόσμο και να τρέχω στα νοσοκομεία θα με είχε στον κόσμο. Με έφερε ο Θεός στο μοναστήρι άρα ένα άλλο είδος αγάπης θα εξασκήσω.

Βρίσκει τον άλλο κατάλληλο να μείνει στον κόσμο και του δίνει την δύναμη να τρέχει και να υποφέρει και να υπηρετεί τον άρρωστο τον ανήμπορο.


η Γερόντισσα Ακυλίνα με το σταυρό του Αγίου Γεωργίου Καρσλίδη που βρέθηκε άθικτος όπως φαίνεται μετά την εκταφή του

Έχει τον άλλον που κοιτάζει και διαθέτει τα κτήματα του για να βοηθά τους έχοντας ανάγκη και κανείς δεν παίρνει είδηση. Για όλους (υπάρχει) είναι δυνατή η εξάσκησης της αρετής, της αγάπης. Δεν είναι μονοπώλιο, για ορισμένους ανθρώπους. Όλοι μπορούν να την εξασκήσουν. Και ο πιο φτωχός και ο πιο αμαρτωλός και ο πιο Άγιος, όλοι. Δεν υπάρχει άνθρωπος που να πη: εγώ δεν μπορώ να εξασκήσω την αγάπη, ούτε κάποια μερίδα ανθρώπων να το πουν. Κάθε ένας είναι χρήσιμος εκεί που τον τοποθέτησε ο Θεός. Γι αυτό δεν τοποθετώ κανέναν πάνω από τους άλλους. Τον μοναχό ή την νοσοκόμα ή αυτούς που είναι στα γηροκομεία ή αυτούς που είναι άγνωστοι στην έρημο και προσεύχονται.

Μια από τις ιδιότητες του θεού είναι η αγάπη. « ο Θεός αγάπη εστί». Εξασκώντας εγώ την αγάπη, την ειλικρινή, την καθαρή αγάπη, αυτήν που αντέχει στα μάτια του Θεού (όχι την υποκριτική, όχι αυτή που βλέπει ο κόσμος και με επαινεί) αυτήν που βγαίνει από τα βάθη της ψυχής μου ωφελούμαι γιατί αυτή η αγάπη αναπαύει τον Θεό, μας εξομοιώνει μαζί του. Ότι κάνουμε να είναι πολύ καθαρό, δηλαδή τώρα , αν το μάτι του Θεού έπεφτε επάνω μου, αυτό που κάνω να είναι πραγματικά αυτό που θα το δει ο θεός και θα ευχαριστηθεί.


Εμπόδιο στην αγάπη στέκει μονάχα η φιλαυτία μας, το εγώ μας. Όταν υπάρχει αγάπη, χάνει κανείς τον εαυτό του. Η αγάπη δεν έχει παρέα, δεν έχει συντροφιά αποκλειστική, δεν έχει κύκλο στενό για να βρει την εφαρμογή της. Αγκαλιάζει τους πάντας όταν υπάρχει αληθινή αγάπη χάνει κανείς τον εαυτό του. Η αγάπη προς το Θεό, προς τον πλησίον, απαιτεί θυσία. Σαν πρώτη μεγάλη θυσία είναι το εγώ μας. Δεν υπηρετείται ο Θεός χωρίς θυσία. Η αγάπη δεν έχει φιλία. Αν δηλαδή πάσχει η φίλη μου συμπάσχω, αλλ΄ αν τύχει κάποιος άγνωστος που θα έχει πρόβλημα θα μπορώ να τον συμπαρασταθώ το ίδιο? Πολύ περισσότερο εάν κάποιος σε έχει θίξει προσωπικά, σε έχει ζημιώσει, θα νοιώσεις μετά το ίδιο γι αυτόν? Θα τον συγχωρήσεις ή θα νιώσεις απόσταση μ΄ αυτόν? Ο άνθρωπος που έχει αγάπη πάντα τα δικαιολογεί. Η αγάπη θέλει καλούς λογισμούς. Ο Θεός θα μας δικαιώσει, αν με αδίκησαν. Ας ξεχάσω το κακό, ας ξεχάσω αυτό που μου στέρησαν.


Η αγάπη δεν θέλει να θυμόμαστε το κακό. Αν συλλάβουμε τον εαυτό μας να νοιώθει ικανοποίηση για το κακό που βρήκε αυτόν που μας έχει κάνει κακό, που μας αδίκησε κλπ να ξέρουμε ότι βρισκόμαστε πολύ χαμηλά, πολύ φτωχά σκεπτόμαστε. «νίκα εν τω αγαθώ το κακό». Ο Θεός θέλει να ελεούμε, να συγχωρούμε. Έχει μεγάλη αξία η προσευχή αυτή την ώρα ιδιαίτερα μαλακώνει την ψυχή.

Η ζήλια μειώνει την αγάπη, η φιλαυτία, τα δικαιώματα. Όταν τα βγάλουμε αυτά, γεμίζουμε απ΄ την αγάπη. Συνεχώς να πεθαίνει ο άνθρωπος χάριν της αγάπης. Ότι κάνουμε να είναι πολύ καθαρό. Να λιώνει κάνεις χάριν της αγάπης, δεν υπάρχει ωραιότερο πράγμα. Αν δεν το κάνει, να ζητά συγχώρεση από τον Θεό. Τις λεπτομερές πρέπει να προσέχουμε τις γράφει ο Θεός.

Ό Θεός της αγάπης να μας φωτίζει να την βρίσκουμε όπως την θέλει Εκείνος και να την εξασκούμε εκεί που είμαστε. Να γίνουμε καλοί, να φύγει το παραμικρό που έχει δόση κακότητας να αυξήσουμε σε αρετή αγάπης και εξυπηρετικότατος. Μην υπερτιμούμε τον εαυτόν μας. Όλοι είμαστε αμαρτωλοί. Να λέμε, Θεέ μου τίποτε δεν έκανα στη ζωή μου, ελέησε με εν ημέρα Κρίσεως. Το έλεος σου να το δείξεις τότε για τους γνωστούς και αγνώστους, για τους αγαπητούς και τους εχθρούς.

Ιερά Μονή Αναλήψεως Σωτήρος  Σίψα  Δράμας

Ο ΜΕΓΑΣ ΚΑΝΩΝ π.Γεώργιος Δορμπαράκης




῾Αυτόν τον πράγματι μέγιστο από όλους τους κανόνες, τον δημιούργησε και τον συνέγραψε άριστα και με τεχνητό τρόπο ο εν αγίοις πατήρ ημών Ανδρέας ο αρχιεπίσκοπος Κρήτης, ο ονομαζόμενος και Ιεροσολυμίτης. Ο άγιος Ανδρέας καταγόταν από τη Δαμασκό. Επί σαράντα χρόνια εκπαιδεύτηκε στα γράμματα και εξάσκησε την εγκύκλια εκπαίδευση, οπότε ήλθε στα Ιεροσόλυμα και έγινε μοναχός. Ζώντας όσια και θεοφιλώς, στην ήσυχη και ατάραχη βιοτή του άφησε στην Εκκλησία του Χριστού λόγους και  εκκλησιαστικούς ύμνους κανόνων, περισσότερο όμως αναδείχτηκε με τη συγγραφή πανηγυρικών λόγων. Μαζί με τα πολλά άλλα που έγραψε, συνέθεσε και τον Μεγάλο Κανόνα, που προξενεί πολύ μεγάλη κατάνυξη. Διότι επιλέγοντας και μαζεύοντας από όλη την ιστορία της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης, συνέθεσε τον ύμνο αυτό, από Αδάμ δηλαδή μέχρι και αυτήν την Ανάληψη του Χριστού και το κήρυγμα των Αποστόλων. Προτρέπει λοιπόν με αυτόν τον ύμνο κάθε ψυχή, να ζηλέψει μεν όσα καλά προσφέρει η ιστορία της Αγίας Γραφής και να τα μιμηθεί όσο είναι δυνατόν, όσα δε είναι πονηρά να τα αποφεύγει, ενώ πάντοτε να προστρέχει στον Θεό με μετάνοια, με δάκρυα και εξομολόγηση, με κάθε τι δηλαδή που ευχαριστεί τον Θεό. Όμως είναι τόσο μεγάλος ο κανόνας αυτός σε μήκος και γραμμένος με τέτοιο μέλος, ώστε είναι ικανός να μαλακώσει και τη σκληρότερη ψυχή και να τη διεγείρει να ξεκινήσει να κάνει το καλό, με την προϋπόθεση όμως να ψάλλεται  με συντετριμμένη καρδιά και προσοχή που αρμόζει. Συνέθεσε δε τον ύμνο αυτό, όταν και ο πατριάρχης Ιεροσολύμων, ο μέγας Σωφρόνιος, συνέγραψε τον βίο της Μαρίας της Αιγυπτίας. Διότι και αυτός ο βίος προσφέρει άπειρη κατάνυξη και δίνει πολλή παρηγοριά σ᾽αυτούς που έχουν φταίξει και αμαρτήσει, εάν βεβαίως θελήσουν να απομακρυνθούν από τις πονηρίες.
Τάχθηκαν δε κατά τη σημερινή ημέρα της Πέμπτης της πέμπτης εβδομάδας των Νηστειών να ψάλλονται και να αναγινώσκονται για τον παρακάτω λόγο: επειδή δηλαδή η αγία Τεσσαρακοστή πλησιάζει προς το τέλος, για να μη γίνουν αμελέστεροι προς τους πνευματικούς αγώνες αυτοί που είναι ήδη ράθυμοι, και απομακρυνθούν εντελώς από τη σωφροσύνη σε όλα, ο μεν μέγιστος Ανδρέας, τρόπον τινά σαν αλείπτης πνευματικός γυμναστής, αναφέροντας την αρετή των μεγάλων ανδρών μέσα από τις ιστορίες του Μεγάλου Κανόνα, όπως και την εκτροπή από την άλλη των πονηρών, κάνει αυτούς τους ράθυμους, όπως θα έλεγε κανείς, γενναιότερους και υπομονετικούς, ώστε να προχωρούν με καλό τρόπο μπροστά και με ανδρεία. Ο δε ιερός Σωφρόνιος, με τον σπουδαίο του λόγο για την οσία Μαρία, τους κάνει πάλι να γίνουν σώφρονες, και τους ξεσηκώνει προς τον Θεό, ώστε να να μην πέφτουν πια στην αμαρτία ούτε και να απελπίζονται, αν μερικοί βρέθηκαν να είναι αιχμαλωτισμένοι σε κάποια παραπτώματα. Διότι η διήγηση για την αγία Μαρία παρουσιάζει πόσο μεγάλη είναι η φιλανθρωπία και η συμπάθεια του Θεού σ᾽εκείνους που αποφασίζουν να μετανοήσουν από τις προηγούμενες αμαρτίες τους. Λέγεται δε Μεγάλος Κανόνας, ίσως θα έλεγε κανείς και για τις ίδιες τις έννοιες που προβάλλει και τις σκέψεις που περιέχει: ο ποιητής του έχει γόνιμη σκέψη, καθώς τα συνέθεσε όλα άριστα. Αλλά λέγεται Μεγάλος και για τον λόγο ότι από όλους τους υπόλοιπους κανόνες, που έχουν τριάντα ή και λιγότερα τροπάρια, αυτός εκτείνεται σε διακόσια πενήντα τροπάρια, που το καθένα από αυτά αποστάζει άρρητη ηδονή. Σωστά λοιπόν και πρεπόντως ο Μέγας αυτός Κανόνας, ο οποίος περικλείει μεγάλη κατάνυξη, τάχθηκε να ψάλλεται στη Μεγάλη Σαρακοστή. Αυτόν τον άριστο και μέγιστο κανόνα, όπως και τον λόγο της οσίας Μαρίας, ο ίδιος Πατήρ ημών Ανδρέας, πρώτος τους έφερε στην Κωνσταντινούπολη, όταν έφτασε εκεί σταλμένος να βοηθήσει στην έκτη Οικουμενική Σύνοδο (681 μ.Χ.) από τον πατριάρχη Ιεροσολύμων Θεόδωρο. Τότε λοιπόν, επειδή αγωνίστηκε κατά τρόπο άριστο κατά των αιρετικών Μονοθελητών, μολονότι ήταν ακόμη απλός μοναχός, συγκαταλέχθηκε στον Κλήρο της Εκκλησίας της Κωνσταντινούπολης. Έπειτα έγινε διάκονος και ορφανοτρόφος σ᾽αυτήν, και μετά από λίγο, χειροτονήθηκε αρχιεπίσκοπος Κρήτης. Αργότερα, αφού πρώτα κάθησε αρκετά στον επισκοπικό του θρόνο στην Κρήτη,  έφτασε κάπου κοντά προς την Ιερισό της Μυτιλήνης, και εκεί εκδήμησε προς τον Κύριο᾽.

Δεν υπάρχει χριστιανός, ο οποίος να έχει παρακολουθήσει εν επιγνώσει τον Μεγάλο Κανόνα, που σημαίνει να έχει προσευχηθεί μέσω αυτού του μεγάλου εκκλησιαστικού ποιήματος, και να μην έχει κατανυχθεί και να μην έχει αποφασίσει να αλλάξει τρόπο ζωής. Διότι αυτά που προβάλλει ο άγιος Ανδρέας, είναι όλα εκείνα που βοηθούν αφενός να αναδυθεί ο χαρισματικός του καθενός μας εαυτός, αυτός που αναδύθηκε από την άγια κολυμβήθρα της Εκκλησίας και αναπτύχθηκε και αναπτύσσεται μέσα από τη συμμετοχή μας και στα υπόλοιπα μυστήριά της, αφετέρου να ελεγχθεί ο πονηρός δεύτερος εαυτός μας και να οδηγηθεί εν μετανοία ενώπιον του Κυρίου μας. Με άλλα λόγια ο Μέγας Κανών λειτουργεί ως φλόγα που μπορεί και φωτίζει και θερμαίνει ό,τι καλό βρίσκει μέσα μας, ενώ κατακαίει και εξαφανίζει ό,τι κακό σαν αγκάθι προεξέχει από τον ακατέργαστο ακόμη εαυτό μας. Ο Μέγας Κανών δηλαδή λειτουργεί ως ένα είδος βαπτίσματος: όπως το βάπτισμα μάς ενσωματώνει στον Χριστό καταργώντας την αναγκαστική ροπή προς το πονηρό και το κακό, το ίδιο – τηρουμένων των αναλογιών – γίνεται με το ποίημα αυτό. Κι είναι ευνόητο: το κείμενο αυτό είναι μία εμμελής παρουσίαση όλης σχεδόν της Αγίας Γραφής· ο γραπτός λόγος του Θεού που έχει γίνει τραγούδι. Κι όπως ο λόγος του Θεού είναι πράγματι ῾πυρ φωτίζον, αλλά και καταναλίσκον᾽: φωτιά που φωτίζει αλλά και που κατατρώει τα πάντα, έτσι και ο Μέγας Κανών.

Από την άποψη αυτή το εκτεταμένο αυτό εκκλησιαστικό ποίημα έχει μία μοναδική θέση στην Εκκλησία, που αναδεικνύει και την ιδιαίτερη χάρη και τον ξεχωριστό φωτισμό που έλαβε ο συντάκτης του από τον Κύριο και Θεό μας.  Και τίποτε άλλο να μην είχε αφήσει ο άγιος Ανδρέας, το έργο αυτό ήταν ικανό να φανερώσει την αγιότητά του, αλλά και το μέγιστο ποιητικό του τάλαντο. Είμαστε λοιπόν ευγνώμονες προς αυτόν, επικαλούμενοι τις άγιες πρεσβείες του προς τον Κύριο, κατεξοχήν όμως ευγνώμονες προς τον ίδιο τον δωρεοδότη Χριστό μας, που κατέστησε ικανό τον δούλο του Ανδρέα να ποιήσει μία τέτοια δημιουργία. Η Εκκλησία μας βοηθά στην κατανόηση από τους πιστούς της μοναδικής αυτής ποιητικής δημιουργίας όχι μόνο με την αφιέρωση της συγκεκριμένης ημέρας μέσα στην Σαρακοστή, και μάλιστα με τέλεση επί πλέον προηγιασμένης θείας Λειτουργίας πέραν της Τετάρτης και της Παρασκευής, αλλά και με την ψαλτική απόδοσή της τμηματικά κατά την πρώτη εβδομάδα της περιόδου αυτής. Με σκοπό ακριβώς να τονίσει τη σημασία του Μεγάλου Κανόνα, δηλαδή τη σημασία της μετανοίας ως επιγνώσεως των αμαρτιών μας και της άπειρης αγάπης του Θεού που δέχεται τη μετάνοια και αποκαθιστά τον άνθρωπο στην αρχική κι ακόμη περισσότερο θέση του: να είναι εικόνα του Θεού. Διότι βεβαίως αυτό συνιστά την ουσία του Κανόνα αυτού: η ανάδειξη της μετανοίας ως της μοναδικής οδού, διά της οποίας βρίσκουμε τον Θεό μας, τον γεμάτο αγάπη και έλεος απέναντί μας. Έχουμε την εντύπωση ότι ο ο Μέγας Κανών θα πρέπει να γίνεται τακτικό ανάγνωσμα του κάθε χριστιανού καθ᾽όλη τη διάρκεια του έτους, και – γιατί όχι; - συχνό κείμενο μελέτης για τις πνευματικές συνάξεις των χριστιανών. Με αυτόν τον τρόπο αφενός οι χριστιανοί θα εμβαπτιζόμαστε μέσα στην Αγία Γραφή, αφετέρου μέσα στο διαχρονικό κλίμα της Εκκλησίας μας, την ατμόσφαιρα της μετάνοιας. Ποιος ευκολότερος δρόμος αγιασμού μας μπορεί να υφίσταται από αυτό;

Δεν τολμούμε να κάνουμε επιλογή κάποιων από τα τροπάρια του Μεγάλου Κανόνα. Το καθένα είναι μία πινελιά, όπως είπαμε, της ίδιας της χάρης του Θεού μας. Ίσως η υπενθύμιση μόνο του κοντακίου να είναι ένα απειροελάχιστο δείγμα του μεγαλείου του ποιήματος: ῾Ψυχή μου, ψυχή μου, ανάστα, τι καθεύδεις; Το τέλος εγγίζει και μέλλεις θορυβείσθαι· ανάνηψον ουν, ίνα φείσηταί σου Χριστός ο Θεός, ο πανταχού παρών και τα πάντα πληρών᾽. Ψυχή μου, ψυχή μου, σήκω πάνω, τι κοιμάσαι; Το τέλος της ζωής σου είναι κοντά και πρόκειται να ταραχτείς. Ξύπνα λοιπόν, για να σε λυπηθεί και να σε ελεήσει ο Χριστός ο Θεός μας, που είναι πανταχού παρών και γεμίζει τα πάντα με την παρουσία Του᾽. Ενώπιον του Θεού μας, που είναι παρών στη ζωή μας, η μόνη στάση μας είναι η μετάνοια. Η μετάνοια που μας ξυπνά από τον ύπνο που προκαλούν τα πάθη και η αμαρτία μας, όπως βεβαίως και ο αρχέκακος διάβολος. Ξύπνιοι θα νιώσουμε την αγάπη του Κυρίου μας και θα εισέλθουμε μαζί Του στους γάμους μας με Εκείνον. ‘Ιδού ο Νυμφίος έρχεται...Και μακάριος ο δούλος ον ευρήσει γρηγορούντα᾽. Κι ένας τρόπος που μπορεί να προκαλέσει την ανάνηψή μας είναι η ενθύμηση του θανάτου μας. Μη φτάσει αυτή η ώρα χωρίς μετάνοια, διότι τότε θα είναι αργά. Κι αυτό το έργο της ανάνηψής μας πρέπει να το αναλάβουμε εμείς οι ίδιοι. Ο καθένας μας πρέπει να είναι ο απόστολος της ψυχής του. Οι άλλοι έχουν απλώς βοηθητικό ρόλο. Αν εμείς δεν κατανοήσουμε την ανάγκη της εν αγάπη σχέσης μας με τον Κύριο, λίγα πράγματα οι άλλοι μπορούν να προσφέρουν.

Περὶ τοῦ Μυστηρίου τῆς Θείας Εὐχαριστίας Ἅγιος Νεκτάριος

Ἡ θεία Εὐχαριστία εἶναι μυστήριον, ἐν ᾧ ὑπὸ τὰ εἴδη τοῦ ἄρτου καὶ τοῦ οἴνου ἀληθῶς καὶ κυρίως μεταδίδοται τοῖς μεταλαμβάνουσι τὸ σῶμα καὶ αἷμα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὅστις ἀοράτως ἐστὶ παρὼν ἐν τῷ μυστηρίῳ. Ὁ Ἰὼβ ἐν τῷ περὶ Ὀφφικίων λέγει: «Εὐχαριστία ἐστὶ μυστήριον λήψεως τοῦ μετουσιωθέντος ἄρτου καὶ οἴνου εἰς τὴν τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ σάρκα καὶ αἷμα, ἅπερ ἐναργῶς παριστῶσι τὴν ταφὴν καὶ τὴν τοῦ Κυρίου ἀνάστασιν». Τὸ Μυστήριον τῆς Εὐχαριστίας λέγεται λειτουργία, διότι πᾶς ἱερεὺς καὶ πᾶσα τέλεσις τοῦ μυστηρίου ὑπὲρ παντὸς τοῦ πιστοῦ λαοῦ γίνεται καὶ ὑπὲρ πάντων τῶν ζώντων καὶ ἐν Χριστῷ κεκοιμημένων ἐν τῷ Θεῷ προσφέρεται. Τὴν λειτουργίαν ταύτην πρῶτος ἐτέλεσεν ὁ ἄκρος καὶ μόνος ἅγιος Ἀρχιερεύς, ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, ὅστις προσήγαγε θυσίαν ἑαυτὸν τῷ Θεῷ καὶ Πατρί, θύτης καὶ θῦμα γενόμενος. Ἡ λειτουργία λέγεται καὶ διακονία, ὑπηρεσία, ὑπουργία, ἱερουργία, λέγεται ἔτι θυσία ἀναίμακτος, προσφορὰ καὶ λατρεία λογική, τίμια δῶρα καὶ ἁγία κοινωνία. Τελικὸν αἴτιον τῆς θείας λειτουργίας εἶναι τὸ μεταβαλεῖν τὴν τοῦ ἄρτου καὶ τοῦ οἴνου οὐσίαν καὶ γενέσθαι αὐτὰ σάρκα καὶ αἷμα Χριστοῦ.

Ἡ θεία λειτουργία ἐπιτελεῖται: α) εἰς δόξαν καὶ αἶνον τοῦ μεγάλου Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ εἰς μνήμην τοῦ θανάτου καὶ τῆς ἀναστάσεως αὐτοῦ κατὰ τὸ γεγραμμένον «τοῦτο ποιεῖτε εἰς τὴν ἐμὴν ἀνάμνησιν» β) εἰς ἁγιασμὸν τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων ἡμῶν, εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν, εἰς κοινωνίαν τοῦ ἁγίου Πνεύματος, εἰς βασιλείας καὶ οὐρανῶν πλήρωμα, εἰς παῤῥησίαν εἰς Χριστόν, καὶ εἰς ζωὴν αἰώνιον γ) ὑπὲρ ἀναπαύσεως τῶν ψυχῶν τῶν εὐσεβῶς κεκοιμημένων ὀρθοδόξων Χριστιανῶν, ὥσπερ φασὶν οἱ μακάριοι Πατέρες παρὰ τῶν ἁγίων καὶ πανευφήμων Ἀποστόλων παρειληφέναι, ὡς Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης φησί, καὶ ὁ Βασίλειος καὶ ὁ Χρυσόστομος ἐν ταῖς αὐτῶν ἁγίαις λειτουργίαις, καὶ δ) ὑπὲρ τῶν ζώντων ὀρθοδόξων Χριστιανῶν, Ἀρχιερέων φημὶ καὶ Βασιλέων καὶ παντὸς τοῦ Χριστωνύμου λαοῦ (Ἰώβ). Πρὸς τέλεσιν τοῦ μυστηρίου τῆς θείας Εὐχαριστίας ἀνάγκη εἶναι κατὰ τὴν Ἀποστολικὴν τῆς Ἐκκλησίας παράδοσιν να συνυπάρχωσι τέσσαρά τινα: α) Ἱερεὺς Ὀρθόδοξος κανονικῶς χειροτονηθείς, β) θυσιαστήριον ἢ ἀντιμήνσιον, γ) ἄρτος ἔνζυμος καὶ οἶνος ἄκρατος καὶ ὕδωρ, κατὰ τὸ γραφικὸν «εἷς τῶν στρατιωτῶν λόγχῃ τὴν πλευρὰν αὐτοῦ ἔνυξε καὶ εὐθέως ἐξῆλθεν αἷμα καὶ ὕδωρ» καὶ δ) πίστις ἀδιάκριτος καὶ ἀδίστακτος τῆς Ἐκκλησίας, ὅτι ὁ ἄρτος καὶ ὁ οἶνος διὰ τῆς ἐπικλήσεως τοῦ ἁγίου Πνεύματος ὑπερφυῶς εἰς τὸ σῶμα καὶ αἷμα τοῦ Κυρίου μεταβάλλεται. Πιστεύομεν περὶ τῆς θείας Εὐχαριστίας: α) ὅτι ὁ ἄρτος καὶ ὁ οἶνος ἐν τῇ ἁγίᾳ Εὐχαριστίᾳ μεταβάλλονται κατ᾿ ἀνέφικτον δι᾿ ἡμᾶς τρόπον εἰς Σῶμα καὶ Αἷμα τοῦ Κυρίου ἀληθῶς, πραγματικῶς καὶ οὐσιωδῶς. β) Πιστεύομεν ὅτι οἱ μεταλαμβάνοντες εἰσδέχονται ὑπὸ τὸ εἶδος τοῦ ἄρτου καὶ τοῦ οἴνου τὸ ἀληθὲς Σῶμα καὶ τὸ ἀληθὲς Αἷμα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ δὴ κατὰ τρόπον πραγματικὸν καὶ σωματικῶς, οὕτως ὥστε τὸ Πανάγιον σῶμα καὶ αἷμα τοῦ Κυρίου εἰσέρχεται εἰς τὰ στόματα καὶ τὰ σπλάγχνα τῶν μεταλαμβανόντων, τῶν τε εὐσεβῶν καὶ τῶν ἀσεβῶν, τῶν μὲν πρώτων εἰς σωτηρίαν, τῶν δὲ τελευταίων εἰς κατάκρισιν. γ) Εἰ καὶ ταυτοχρόνως πολλαὶ ἀνὰ τὴν οἰκουμένην τελοῦνται λειτουργίαι, οὐχὶ ὅμως πολλὰ Σώματα τοῦ Χριστοῦ, ἀλλ᾿ ἓν Σῶμα καὶ ἓν Αἷμα ὑπάρχει ἐν πάσαις ταῖς ἐπὶ μέρους ἐκκλησίαις τῶν πιστῶν. Τοῦτο δὲ γίνεται, οὐχὶ διότι τὸ Σῶμα τοῦ Κυρίου τὸ ἐν τοῖς οὐρανοῖς κατέρχεται ἐπὶ τὰ θυσιαστήρια, ἀλλὰ διότι ὁ ἄρτος τῆς προθέσεως, ὁ μεμερισμένος ἐν ἁπάσαις ταῖς ἐκκλησίαις, προτιθέμενος καὶ διὰ τῆς καθαγιάσεως μεταβαλλόμενος καὶ μετουσιούμενος, γίνεται ἓν καὶ τὸ αὐτὸ μετὰ τοῦ Σώματος τοῦ ἐν τοῖς οὐρανοῖς (κατὰ τὰ γράμματα τῶν Πατριαρχῶν, ἄρθρον 17). δ) Ὁμολογοῦμεν ὅτι ἡ Ἁγία Εὐχαριστία εἶναι θυσία ἀληθινή, ἐξιλαστική, προσφερομένη διὰ τὰς ἁμαρτίας πάντων τῶν ἐν πίστει ζώντων καὶ τεθνεώτων. Τὴν θείαν ταύτην καὶ ἱερὰν Μυσταγωγίαν προδιετύπουν τὰ ἑξῆς ἐν τῇ Παλαιᾷ Διαθήκῃ: α) ὁ ἀμνός, ὁ ἐν τῷ νομικῷ Πάσχα ἐσθιόμενος, (Ἐξ. β´, Λευιτ. γ´, Ἀριθμ. η´, Δευτ. στ´ 2), β) τὸ μάννα (Ἐξ. στ´, Ἀριθμ. α´, Δευτ. η´), γ) ὁ ἄνθραξ, ὃν εἶδεν Ἡσαΐας ἐπὶ τοῦ θυσιαστηρίου, ὃν ἄγγελος ἔλαβε διὰ λαβίδος καὶ ἥψατο τῶν χειλέων αὐτοῦ καὶ εἶπε: «τοῦτο ἥψατο τῶν χειλέων σου καὶ ἀφελεῖ τὰς ἁμαρτίας σου καὶ τὰς ἀνομίας σου περικαθαριεῖ» (Ἡσ. στ´), ὅπερ καὶ σήμερον ἔτι ὁ Ἱερεὺς λέγει πρὸς τοὺς μεταλαμβάνοντας. Τὸ θυσιαστήριον προδιετύπου τὴν Ἁγίαν Τράπεζαν, ὁ ἄνθραξ τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ (ὡς καὶ σήμερον λέγομεν «ἄνθραξ γάρ ἐστι τοὺς ἀναξίους φλέγων»), τὰ Σεραφεὶμ δὲ τὸν Ἱερέα (Α´ Ἰω. α´ 7), δ) ἡ θυσία τοῦ Μελχισεδὲκ (Γεν. ιστ´ 16) ἥτις ἦν προδιατύπωσις τῆς μυστικῆς θυσίας, καὶ ε) αἱ περὶ ἀληθοῦς Πνευματικῆς θυσίας τῶν Προφητῶν (Μαλαχ. α´ 11).

Ὁ Ἅγιος Ἰγνάτιος ὁ θεοφόρος λέγει περὶ τῆς ἁγίας Εὐχαριστίας τὰ ἑξῆς: «Εὐχαριστίας καὶ προσευχῆς ἀπέχονται (οἱ αἱρετικοὶ Δοκηταί) διὰ τὸ μὴ ὁμολογεῖν τὴν Εὐχαριστίαν σάρκα εἶναι τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, τὴν ὑπὲρ τῶν ἁμαρτιῶν ἡμῶν ποθούσαν, ἣν τῇ χρηστότητι ὁ Πατὴρ ἤγειρεν». Ἀλλαχοῦ δὲ πάλιν ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος καλεῖ τὴν θείαν Εὐχαριστίαν φάρμακον ἀθανασίας, ἀντίδοτον τοῦ μὴ ἀποθανεῖν. «Ἕνα ἄρτον κλῶντες, ὅς ἐστι φάρμακον ἀθανασίας, ἀντίδοτον τοῦ μὴ ἀποθανεῖν, ἀλλὰ ζῆν ἐν Ἰησοῦ Χριστῷ διὰ παντός» (πρὸς Ἐφεσ. §20). Ὁ δὲ Κοντογόνης ἀποφαίνεται, ὁρμώμενος ἐκ τῶν ῥήσεων τούτων τοῦ ἁγίου Ἰγνατίου, τάδε: «Εὐκόλως πειθόμεθα ὅτι ὁ Ἱερὸς Μάρτυς σκοπὸν ἔχει να βεβαιώσῃ τὴν ἀληθῆ τοῦ κυριακοῦ σώματος παρουσίαν ἐν τῷ τῆς θείας Εὐχαριστίας μυστηρίῳ, καὶ τῷ ὄντι, τὶ σαφέστερον ἤ τι βεβαιότερον δύναταί τις να εἴπῃ περὶ ταύτης τῆς ἀληθείας πρὸς τὰς νῦν ἐπικρατούσας δοξασίας χριστιανικῶν τινων θρησκειῶν ἢ ὅσα δογματίζει ἐνταύθα ὁ Ἰγνάτιος, τουτέστιν, ὅτι ἡ Εὐχαριστία εἶναι ἡ σάρξ, τὸ σῶμα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, αὐτὸ ἐκεῖνο τὸ σῶμα τὸ παθὸν ὑπὲρ τῶν ἁμαρτιῶν ἡμῶν, τὸ ὁποῖον ἔπειτα ὁ Πατὴρ ἀνέστησεν;» (Φιλολογ. καὶ κριτ. ἱστορ. τῶν ἁγίων Πατέρων τόμ. α´ σελ. 113). Καὶ ὁ Ἱερομάρτυς Κυπριανὸς περὶ τῆς θείας Εὐχαριστίας λέγει τὰ ἑξῆς: «Ὥστε οὓς παρορμῶμεν καὶ προτρεπόμεθα εἰς μάχην, μὴ καταλείπωμεν ἀόπλους καὶ γυμνούς, ἀλλὰ τῇ σκέπῃ τοῦ σώματος καὶ αἵματος τοῦ Χριστοῦ σκεπάζωμεν, καὶ οὓς θέλομεν ἀσφαλεῖς νὰ ὦσι κατὰ τοῦ ἐναντίου, τῇ σκέπῃ τοῦ κορεσμοῦ τοῦ Κυρίου ὁπλίζωμεν, ἐπειδὴ πρὸς τοῦτο γίνεται ἡ Εὐχαριστία, ἵνα δύνηται να φυλάττῃ τοὺς μεταλαμβάνοντας. Διότι πῶς διδάσκομεν ἢ προκαλοῦμεν ἐκείνους να ἐκχέωσι τὸ ἑαυτῶν αἷμα ἐπὶ τῇ ὁμολογίᾳ τοῦ ὀνόματος αὐτοῦ, ὅταν ἀρνώμεθα αὐτοῖς, μέλλουσι νὰ ἐκστρατεύσωσι, τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ; Ἢ πῶς εἰς τοῦ μαρτυρίου τὸ ποτήριον ἐπιτηδείους ἐργαζόμεθα, ἐὰν μὴ πρότερον αὐτοὺς ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ δεχώμεθα εἰς κοινωνίαν τοῦ ποτηρίου τοῦ Κυρίου;» (Ἐπιστ. κεφ. 2). Καὶ αὖθις εἰς τὴν ἑρμηνείαν τῆς Κυριακῆς προσευχῆς: «Προϊούσης τῆς προσευχῆς αἰτούμεθα καὶ λέγομεν: «τὸν ἄρτον ἡμῶν τὸν ἐπιούσιον δὸς ἡμῖν σήμερον». Τοῦτο δύναται καὶ πνευματικῶς καὶ ἁπλῶς να νοηθῇ, ἐπειδὴ καὶ ἑκατέρα ἡ ἑρμηνεία θείᾳ εὐδοκίᾳ λυσιτελεῖ εἰς σωτηρίαν. Διότι ἄρτος ζωῆς ὁ Χριστός ἐστι, καὶ ὁ ἄρτος οὗτος οὔκ ἐστι πάντων, ἀλλὰ ἡμέτερός ἐστι. Καὶ ὡς λέγομεν «Πάτερ ἡμῶν», ἐπειδὴ τῶν πιστευόντων Πατήρ ἐστιν, οὕτω καὶ ἄρτον ἡμῶν καλοῦμεν αὐτόν, ἐπειδὴ ὁ Χριστός ἐστιν ὁ ἄρτος τῶν πεινώντων, οἵτινες γεύονται τοῦ σώματος αὐτοῦ. Τοῦτον δὲ τὸν ἄρτον αἰτούμεθα να διδῶται ἡμῖν καθ᾿ ἑκάστην, ἵνα μὴ ὅσοι ἐν Χριστῷ ἐσμεν καὶ τὴν Εὐχαριστίαν ὡς τροφὴν σωτηρίας καθ᾿ ἑκάστην λαμβάνομεν, γενομένου μεταξὺ βαρύτερού τινος πλημμελήματος, καθ᾿ ὃν χρόνον ἀφεστῶτες καὶ μὴ κοινωνοῦντες ἀπεχόμεθα ἀπὸ τοῦ θείου ἄρτου, χωριζώμεθα ἀπὸ τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ, αὐτοῦ κηρύττοντας καὶ παραινοῦντος: «Ἐγώ εἰμι ὁ ἄρτος ὁ ζῶν, ὁ ἐκ τοῦ Οὐρανοῦ καταβὰς κτλ.». Ὅπως λοιπόν, λέγει, εἰς ζωὴν αἰώνιον τρώγει, ὅν τις τρώγη ἐκ τοῦ ἄρτου αὐτοῦ, (ὡς εἶναι πρόδηλον ὅτι ἐκεῖνοι ζῶσιν, οἵτινες τοῦ σώματος αὐτοῦ ἅπτονται καὶ τὴν Εὐχαριστίαν τῷ δικαίῳ τῆς κοινωνίας λαμβάνουσιν), οὕτω τουναντίον πρέπει να φοβώμεθα καὶ να προσευχώμεθα, μή τις, καθ᾿ ὃν χρόνον ἀφεστὼς χωρίζεται ἀπὸ τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ, ἀπομένη μακρὰν τῆς σωτηρίας αὐτοῦ ἀπειλοῦντος καὶ λέγοντος: «Ἐὰν μὴ φάγητε τὴν σάρκα τοῦ Υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου καὶ πίητε αὐτοῦ τὸ αἷμα, οὐκ ἔχετε ζωὴν ἐν ἑαυτοῖς». Καὶ διὰ τοῦτο «τὸν ἄρτον ἡμῶν», τουτέστι τὸν Χριστόν, καθ᾿ ἑκάστην να διδῶται ἡμῖν αἰτούμεθα, ἵνα πάντοτε οἱ ἐν Χριστῷ μένοντες καὶ ζῶντες ἀπὸ τῆς ἁγιωσύνης αὐτοῦ καὶ τοῦ σώματος μὴ ἀπομακρυνώμεθα» (Περὶ Κυριακῆς προσευχῆς). 

Ἐν ᾧ δὲ οὕτω ὁ Ἅγιος Κυπριανὸς προτρέπεται πάντας να μὴ ἀπέχωνται τῆς θείας Κοινωνίας, ἀφ᾿ ἑτέρου νουθετεῖ τοὺς ἀναξίους να ἀπέχωνται ταύτης, πρὶν ἢ διαλλαγῶσι πρὸς τὸν Κύριον, πρὸς ὃν καὶ μόνον ἡμάρτησαν. Ὁ Κυπριανὸς πρὸς ὑπόδειξιν τοῦ μεγάλου κινδύνου τοῦ ἐπαπειλοῦντος τοὺς ἀναξίως μεταλαμβάνοντας ἀναφέρει τὴν τιμωρίαν δύο προσώπων, μιᾶς γυναικὸς καὶ ἑνὸς ἀνδρός, διηγούμενος ὡς ἑξῆς: «Ἡμῶν τελούντων τὴν θυσίαν, ἔλαθεν ὑπεισελθούσα τις θύσασα τοῖς εἰδώλοις, αὐτή, λαβοῦσα τὸν ἅγιον ἄρτον, οὐχὶ τροφήν, ἀλλὰ ξίφος ἑαυτῇ προσφερομένη καὶ ὥσπερ δηλητήριά τινα θανατηφόρα ἐντὸς τοῦ φάρυγγας καὶ τοῦ στήθους εἰσδεχομένη, ἤρξατο να ἄγχηται καὶ ἀσπαίρουσα καὶ τρέμουσα κατέπεσεν. Ἄλλος δέ τις ὑπεισδύσας, καὶ αὐτὸς ἐσπιλωμένος, τῆς θυσίας ὑπὸ τοῦ Ἱερέως τελουμένης, ἐτόλμησε μετὰ τῶν λοιπῶν να μετάσχῃ λάθρα τοῦ Ἁγίου Σώματος τοῦ Κυρίου, καὶ οὐκ ἠδυνήθη να φάγῃ καὶ να μολύνῃ, ἀλλ᾿ ἀνοίξας τὰς χεῖρας εὗρεν ὅτι ἔφερε τέφραν» (περὶ τῶν ἐκπεπτωκότων κεφ. 26). Τὸ μάλιστα ἀξιοσημείωτόν ἐστι ἀπόσπασμά τι ἐκ τῆς ἑρμηνείας εἰς τὰς Παροιμίας τοῦ ἁγίου Ἰππολύτου, ἐν ᾧ ὁ θεῖος πατὴρ λέγει περὶ τοῦ ἁγιωτάτου μυστηρίου τῆς Εὐχαριστίας τάδε: «...Καὶ ἡτοίμασε τὴν ἑαυτῆς τράπεζαν, τὴν ἐπίγνωσιν τῆς ἁγίας Τριάδος κατεπαγγελλομένην καὶ τὸ τίμιον καὶ ἄχραντον αὐτοῦ σῶμα καὶ αἷμα, ὅπερ ἐν τῇ μυστικῇ καὶ θείᾳ τραπέζῃ καθ᾿ ἑκάστην ἐπιτελοῦνται, θυόμενα εἰς ἀνάμνησιν τῆς ἀειμνήστου καὶ πρώτης ἐκείνης τραπέζης τοῦ μυστικοῦ θείου δείπνου. Τὸ δέ, ἀπέστειλε τοὺς ἑαυτῆς δούλους ἡ σοφία, ὁ Χριστὸς δηλονότι, συγκαλοῦσα μετὰ ὑψηλοῦ κηρύγματος, ὅς ἐστιν ἄφρων, ἐκκλινάτω πρός με, φάσκουσα, τοὺς Ἱεροὺς Ἀποστόλους δηλοῖ τοὺς εἰς τὸν σύμπαντα κόσμον διαδραμόντας, καὶ προσκαλέσαντας τὰ ἔθνη εἰς τὴν ἐκείνου ἐπίγνωσιν ἀληθῶς τῷ ὑψηλῷ καὶ θείῳ τούτῳ κηρύγματι. Τὸ δὲ καὶ τοῖς ἐνδεέσι φρενῶν εἶπε, τοῖς μήπω κεκτημένοις τὴν τοῦ ἁγίου Πνεύματος δύναμιν δηλονότι, λάβετε, φάγετε τὸν ἐμὸν ἄρτον καὶ πίετε οἶνον, ὃν κεκέρακα ὑμῖν, τὴν θείαν αὐτοῦ σάρκα καὶ τὸ τίμιον αὐτοῦ αἷμα δέδωκεν ἡμῖν, φησίν, ἐσθίειν καὶ πίνειν εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν» (ἐκ τῆς Ἱστορ. διδασκ. Φιλάρετου Παγίδα τομ. α´ σελ. 187). Ἰουστίνος δὲ ὁ φιλόσοφος καὶ μάρτυς ἐν τῇ ἑαυτοῦ ἀπολογίᾳ λέγει περὶ τῆς ἁγίας Εὐχαριστίας τὰ ἑξῆς: «Τῇ τοῦ ἡλίου λεγομένη ἡμέρᾳ, πάντων κατὰ πόλεις ἢ ἀγροὺς μενόντων, ἐπὶ τὸ αὐτὸ συνέλευσις γίνεται καὶ τὰ ἀπομνημονεύματα τῶν Ἀποστόλων ἢ τὰ συγγράμματα τῶν Προφητῶν ἀναγινώσκεται μέχρις ἐγχωρεῖ. Εἶτα παυσαμένου τοῦ ἀναγινώσκοντος, ὁ προεστὼς διὰ λόγου τὴν νουθεσίαν καὶ πρόσκλησιν τῆς τῶν καλῶν τούτων μιμήσεως ποιεῖται. Ἔπειτα ἀνιστάμεθα κοινῇ πάντες καὶ εὐχὰς πέμπομεν, καί, ὡς προέφημεν, παυσαμένων ἡμῶν τῆς εὐχῆς, ἄρτος προσφέρεται καὶ οἶνος καὶ ὕδωρ, καὶ ὁ προεστὼς εὐχὰς ὁμοίως καὶ εὐχαριστίας, ὅση δύναμις αὐτῷ, ἀναπέμπει, καὶ ὁ λαὸς ἐπευφημεῖ λέγων τὸ «Ἀμήν» καὶ ἡ διάδοσις καὶ ἡ μετάδοσις ἀπὸ τῶν εὐχαριστηθέντων ἑκάστῳ γίνεται, καὶ τοῖς οὐ παροῦσι διὰ τῶν διακόνων πέμπεται. Οἱ εὐποροῦντες δὲ καὶ βουλόμενοι κατὰ προαίρεσιν ἕκαστος τὴν ἑαυτοῦ ὃ βούλεται δίδωσι, καὶ τὸ συλλεγόμενον παρὰ τῷ προεστῶτι ἀποτίθεται καὶ αὐτὸς ἐπικουρεῖ ὀρφανοῖς τε καὶ χήραις καὶ τοῖς διὰ νόσον ἢ δι᾿ ἄλλην αἰτίαν λειπομένοις καὶ τοῖς ἐν δεσμοῖς οὖσι καὶ τοῖς παρεπιδήμοις οὖσι ξένοις καὶ ἁπλῶς πᾶσι τοῖς ἐν χρείᾳ οὖσι κηδεμὼν γίνεται. Τὴν δὲ τοῦ ἡλίου ἡμέραν κοινὴ πάντες συνέλευσιν ποιούμεθα, ἐπειδὴ πρώτη ἐστὶν ἡμέρα, ἐν ᾗ ὁ Θεός, τὸ σκότος καὶ τὴν ὕλη τρέψας, κόσμον ἐποίησε, καὶ Ἰησοῦς Χριστός, ὁ ἡμέτερος Σωτήρ, τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ ἐκ νεκρῶν ἀνέστη» (Ἀπολογία πρώτη §67).

Ὁ Ἱεροσολύμων Κύριλλος ἐν τῇ πρώτῃ μυσταγωγικῇ κατηχήσει λέγει: ὁ ἄρτος καὶ ὁ οἶνος τῆς εὐχαριστίας πρὸ τῆς ἁγίας ἐπικλήσεως τῆς προσκυνητῆς Τριάδος ἄρτος ἦν καὶ οἶνος λιτός, ἐπικλήσεως δὲ γενομένης, ὁ μὲν ἄρτος γίνεται σῶμα Χριστοῦ, ὁ δὲ οἶνος αἷμα Χριστοῦ. Καὶ ἐν πέμπτῃ κατηχήσει μυσταγωγικῇ: «Διὰ τοῦτο γὰρ τὴν παραδοθεῖσαν ἡμῖν ἐκ τῶν Σεραφεὶμ θεολογίαν ταύτην λέγομεν, ὅπως κοινωνοὶ τῆς ὑμνῳδίας ταῖς ὑπερκοσμίοις γενώμεθα στρατιαῖς, ἵνα ἁγιάσαντες ἑαυτοὺς διὰ τῶν πνευματικῶν τούτων ὕμνων παρακαλῶμεν τὸν φιλάνθρωπον Θεὸν τὸ ἅγιον Πνεῦμα ἐξαποστείλαι ἐπὶ τὰ προκείμενα ἵνα ποιήσῃ τὸν μὲν ἄρτον σῶμα Χριστοῦ, τὸν δὲ οἶνον αἷμα Χριστοῦ, παντὸς γάρ, οὗ ἐὰν ἐφάψηται τὸ ἅγιον Πνεῦμα, τοῦτο ἡγίασται καὶ μεταβέβληται». Καὶ Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ἐν τόμῳ ε´, λόγῳ πα´: «Ὅταν ἑστήκη πρὸ τῆς τραπέζης ὁ Ἱερεύς, τὰς χεῖρας ἀνατείνων εἰς τὸν οὐρανόν, καλῶν τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον τοῦ παραγενέσθαι καὶ ἅψασθαι τῶν προκειμένων, πολλὴ ἡσυχία, πολλὴ σιγή, ὅταν δίδη τὴν χάριν τὸ Πνεῦμα, ὅταν κατέλθῃ, ὅταν ἅψηται τῶν προκειμένων». Καὶ ὁ Δαμασκηνὸς Ἰωάννης: «ὁ τῆς προθέσεως ἄρτος, οἶνός τε καὶ ὕδωρ διὰ τῆς ἐπικλήσεως καὶ ἐπιφοιτήσεως τοῦ ἁγίου Πνεύματος ὑπερφυῶς μεταποιοῦνται εἰς τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ καὶ τὸ αἷμα, καὶ οὔκ εἰσι δύο ἀλλ᾿ ἓν καὶ τὸ αὐτό». Καὶ κατωτέρω: «εἰ δὲ καί τινες ἀντίτυπα τοῦ σώματος καὶ αἵματος τοῦ Κυρίου τὸν ἄρτον καὶ τὸν οἶνον ἐκάλεσαν, ὡς ὁ θεοφόρος Βασίλειος, οὐ μετὰ τὸ ἁγιασθῆναι εἶπον, ἀλλὰ πρὸ τοῦ ἁγιασθῆναι, αὐτὴν τὴν προσφορὰν οὕτω καλέσαντες (βιβλ. δ´ περὶ μυστηρίων κεφ. στ´). Καὶ ἀληθῶς μέγας Βασίλειος ἀντίτυπα λέγει τὸν ἄρτον καὶ τὸν οἶνον ἐν τῇ αὐτοῦ λειτουργίᾳ πρὸ τῆς ἐπικλήσεως τοῦ ἁγίου Πνεύματος, μετὰ τὸ «Λάβετε φάγετε», καὶ μετὰ τὸ «Τὰ σὰ ἐκ τῶν σῶν σοὶ προσφέρομεν» ἐκεῖ. Ἔνθα δέεται καὶ παρακαλεῖ, ἵνα ἔλθῃ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον καὶ ἁγιάσῃ τὰ δῶρα, ἔχει δὲ οὕτω «τὰ σὰ ἐκ τῶν σῶν σοὶ προσφέρομεν κατὰ πάντα καὶ διὰ πάντα. Διὰ τοῦτο, Δέσποτα πανάγιε, καὶ ἡμεῖς οἱ ἁμαρτωλοὶ προσεγγίζομεν τῷ ἁγίῳ σου θυσιαστηρίῳ, καὶ προθέντες τὰ ἀντίτυπα τοῦ ἁγίου σώματος καὶ αἵματος τοῦ Χριστοῦ σου, σοῦ δεόμεθα καὶ σὲ παρακαλοῦμεν, ἅγιε ἁγίων, εὐδοκίᾳ τῆς σῆς ἀγαθότητος ἐλθεῖν τὸ Πνεῦμά σου τὸ ἅγιον ἐφ᾿ ἡμᾶς καὶ ἐπὶ τὰ προκείμενα δῶρα ταῦτα καὶ εὐλόγησαι αὐτὰ καὶ ἁγιάσαι» κτλ. Διότι, ὅτε μὲν ὁ Χριστὸς εἶπε τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ καὶ ἀποστόλοις «Λάβετε, φάγετε, τοῦτό ἐστι τὸ σῶμά μου» καὶ «Πίετε ἐξ αὐτοῦ πάντες, τοῦτό ἐστι τὸ αἷμά μου», τότε μὲν τέλειον ἦν ἑκάτερον, διότι εὐλόγησε πρότερον αὐτὰ καὶ ἡγίασεν ὁ Δεσπότης, ὡς ἡ λειτουργία του τε μεγάλου Βασιλείου καὶ τοῦ Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου λέγει: «Εὐλόγησας, ἁγιάσας, κλάσας, ἔδωκε τοῖς ἁγίοις αὐτοῦ μαθηταῖς καὶ ἀποστόλοις εἰπών: λάβετε, φάγετε, τοῦτό ἐστι τὸ σῶμά μου καὶ πίετε ἐξ αὐτοῦ πάντες, τοῦτό ἐστι τὸ αἷμά μου». Νῦν δὲ ὁ ἱερεὺς τῷ Πατρὶ διηγούμενος, ἱστορικῶς ταῦτα φθέγγεται». Καὶ αὖθις ὁ χρυσοῦς τὴν γλῶτταν Ἰωάννης, ἐν τόμῳ β´ ὁμιλία ν´ «προσερχώμεθα τοίνυν μετὰ πίστεως ἕκαστος ἀσθένειαν ἔχων, εἰ γὰρ ἡ του κρασπέδου τοῦ ἱματίου αὐτοῦ ἁψαμένη τοσαύτην εἴλκυε δύναμιν, πόσῳ μᾶλλον οἱ ὅλον αὐτὸν κατέχοντες. Τὸ δὲ προσελθεῖν μετὰ πίστεως οὐ τὸ λαβεῖν ἐστι μόνον τὸ προκείμενον, ἀλλὰ καὶ τὸ μετὰ καθαρὰς καρδίας ἅψασθαι, τὸ οὕτω διακεῖσθαι, ὡς αὐτῷ προσιόντας τῷ Χριστῷ. Τὶ γὰρ εἰ μὴ φωνῆς ἀκούεις, ἀλλ᾿ ὁρᾷς αὐτὸν κείμενον; Μᾶλλον δὲ καὶ φωνῇς αὐτοῦ ἀκούεις, φθεγγομένου αὐτοῦ διὰ τῶν εὐαγγελιστῶν. Πιστεύσατε τοίνυν ὅτι καὶ νῦν ἐκεῖνο τὸ δεῖπνόν ἐστιν, ἐν ᾧ καὶ αὐτὸς ἀνέκειτο οὐδὲν γὰρ ἐκεῖνο τούτου διενήνοχεν. Οὐδὲ γὰρ τοῦτο μὲν ἄνθρωπος ἐργάζεται, ἐκεῖνο δὲ αὐτὸς ἀλλὰ καὶ τοῦτο κακεῖνο αὐτός. Ὅταν τοίνυν τὸν ἱερέα ἐπιδιδόντα σοὶ ἴδῃς, μὴ τὸν ἱερέα νομίζε τὸν τοῦτο ποιοῦντα, ἀλλὰ τὴν τοῦ Χριστοῦ χεῖρα εἶναι τὴν ἐκτεινομένην. Ὥσπερ γὰρ ὅταν βαπτίζη, οὐκ αὐτὸς σὲ βαπτίζει, ἀλλ᾿ ὁ Θεός ἐστιν ὁ κατέχων σου τὴν κεφαλὴν ἀοράτῳ δυνάμει, καὶ οὔτε ἄγγελος, οὔτε ἀρχάγγελος, οὔτε ἄλλος τις τολμᾷ προσελθεῖν καὶ ἅψασθαι, οὕτω καὶ νῦν ὅταν γὰρ ὁ Θεὸς μόνος γεννᾷ, αὐτοῦ μόνον ἐστὶν ἡ δωρεά». Καὶ ἐν τῷ αὐτῷ τόμῳ, ὁμιλία πβ´. «Οὔκ ἐστιν ἀνθρωπίνης δυνάμεως ἔργα τὰ προκείμενα. Ὁ τότε ταῦτα ποιήσας ἐν ἐκείνῳ τῷ δείπνῳ οὗτος καὶ νῦν αὐτὰ ἐργάζεται ἡμῖν ὑπηρετῶν τάξιν ἐπέχομεν ἡμεῖς, ὁ δὲ ἁγιάζων αὐτὰ καὶ μετασκευάζων αὐτός ἐστι». Καὶ ἐν τόμῳ δ´. «Οὐδὲν πλέον ἔχει τὸ ἐν τῷ Πάσχα μυστήριον τοῦ νῦν τελουμένου, ἓν ἐστι καὶ τὸ αὐτῷ ἡ αὐτὴ τοῦ Πνεύματος χάρις ἀεὶ Πάσχα ἐστὶν (ἱστὲ οἱ μύσται τὸ εἰρημένον) καὶ ἐν Παρασκευῇ καὶ ἐν Σαββάτῳ καὶ ἐν Κυριακῇ καὶ ἐν ἡμέρᾳ Μαρτύρων ἡ αὐτὴ θυσία ἐπιτελεῖται. Ὁσάκις γὰρ ἂν ἐσθίητε τὸν ἄρτον, φησί, τοῦτον ἢ τὸ ποτήριον τοῦτο πίνετε, τὸν θάνατον τοῦ Κυρίου καταγγέλλετε οὐχ ὁρῶ καιροῦ περιέγραψε τὴν θυσίαν. Πῶς οὖν τότε, φησί, Πάσχα λέγεται; Ὅτι τότε ἔπαθεν ὁ Χριστὸς ὑπὲρ ἡμῶν. Μηδεὶς τοίνυν ἑτέρως ἐκείνῳ προσίτω καὶ τούτῳ ἄλλως. Μία δύναμίς ἐστι, μία ἀξία, μία χάρις. Ἓν σῶμα καὶ τὸ αὐτό, οὐκ ἐκεῖνο τούτου ἁγιώτερον, οὐδὲ τοῦτο ἐκείνου ἔλαττον (πρὸς Τιμόθ. λογ. ε´). Εἰ δὲ μετὰ φόβου Θεοῦ καὶ πίστεως προσέρχεσθαι τοῖς θείοις καὶ φρικτοῖς τοῦ Χριστοῦ μυστηρίοις ἡ Ἐκκλησία προστάσσει τοῖς ἔξω τοῦ θυσιαστηρίου μεταλαμβάνουσι λαϊκοῖς, καὶ ζητεῖται αὐτοῖς πίστις, πολλῷ μᾶλλον τοῖς ἐνδὸν τοῦ βήματος ἱερεῦσι προσευχομένοις καὶ λέγουσι, κατάπεμψον τὸ Πνεῦμά σου τὸ ἅγιον ἐφ᾿ ἡμᾶς καὶ ἐπὶ τὰ προκείμενα δῶρα ταῦτα. Καὶ ποίησον τὸν μὲν ἄρτον τοῦτον τίμιον Σῶμα τοῦ Χριστοῦ σου, τὸ δὲ ἐν τῷ ποτηρίῳ τούτῳ τίμιον αἷμα τοῦ Χριστοῦ σου, μεταβαλῶν τῷ Πνεύματί σου τῷ ἁγίῳ. Μετὰ δὲ τὰ ῥήματα ταῦτα, εὐθὺς ἡ μετουσίωσις γίνεται καὶ μεταβάλλεται ὁ ἄρτος εἰς τὸ ἀληθινὸν Σῶμα τοῦ Χριστοῦ καὶ ὁ οἶνος εἰς τὸ ἀληθινὸν αὐτοῦ αἷμα, ἐν οἷς μόνον τὰ φαινόμενα εἴδη μένει καὶ τοῦτο κατὰ θείαν οἰκονομίαν. Πρῶτον μέν, ἵνα μὴ βλέπωμεν Σῶμα Χριστοῦ, ἀλλὰ πιστεύωμεν ὅτι ἐστίν, οἷς εἶπε λόγοις ὁ Κύριος, τοῦτό ἐστι τὸ σῶμά μου καὶ τοῦτό ἐστι τὸ αἷμά μου πιστεύοντες τῇ δυνάμει ἐκείνου καὶ τοῖς λόγοις μᾶλλον ἢ ταῖς ἡμετέραις αἰσθήσεσιν, ὅπερ ἡμᾶς εἰς τὸν μακαρισμὸν εἰσάγει τῆς πίστεως. Μακάριοι γάρ, φησίν, οἱ μὴ ἰδόντες καὶ πιστεύσαντες. Δεύτερον δέ, μέλλοντος τοῦ ἀνθρώπου τῷ Χριστῷ ἑνωθῆναι διὰ τῆς μεταλήψεως τῆς τε σαρκὸς αὐτοῦ καὶ τοῦ αἵματος, εἶτ᾿ ἀποστρεφομένου φύσει τὴν τῶν ὠμῶν σαρκῶν κρεάτων μετάληψιν καὶ ἀηδῶς πρὸς ταύτας ἔχοντος, τὶ οἰκονομεῖ ὁ Δεσπότης, δίδωσιν ἡμῖν τὴν αὐτοῦ σάρκα, καὶ τὸ αὐτοῦ αἷμα εἰς βρῶσίν τε καὶ πόσιν τοῖς πιστοῖς κατὰ τὴν θείαν αὐτοῦ πρόνοιαν ὑπὸ τὰ φαινόμενα εἴδη τοῦ ἄρτου καὶ τοῦ οἴνου. Τοὺς δέ γε μεταλαμβάνοντας τῶν Μυστηρίων, εἴτε ἱερεῖς, εἴτε λαϊκούς, ἐπίσης πάντας καὶ ἐκ τῶν δύο μεταλαμβάνειν, τοῦ τε σώματος δηλαδὴ καὶ αἵματος τοῦ Κυρίου, ὡς αὐτὸς εἶπεν. «Ἀμὴν ἀμήν, λέγω ὑμῖν, ἐὰν μὴ φάγητε τὴν σάρκα τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου καὶ πίητε αὐτοῦ τὸ αἷμα, οὐκ ἔχετε ζωὴν ἐν ἑαυτοῖς. Ὁ τρώγων μου τὴν σάρκα καὶ πίνων μου τὸ αἷμα ἔχει ζωὴν αἰώνιον. Διότι οὕτω καὶ οἱ ἀπόστολοι ἀπὸ Χριστοῦ παρέλαβαν, ὡς λέγει ὁ Παῦλος: «Ἐγὼ γὰρ παρέλαβον ἀπὸ τοῦ Κυρίου, ὃ καὶ παρέδωκα ὑμῖν, ὅτι ὁ Κύριος Ἰησοῦς τῇ νυκτὶ ᾗ παρεδίδοτο, ἔλαβεν ἄρτον καὶ εὐχαριστήσας ἔκλασε καὶ εἶπε: Λάβετε, φάγετε, τοῦτό μού ἐστι τὸ Σῶμα, τὸ ὑπὲρ ὑμῶν κλώμενον τοῦτο ποιεῖτε εἰς τὴν ἐμὴν ἀνάμνησιν. Ὠσαύτως καὶ τὸ ποτήριον μετὰ τὸ δειπνῆσαι, λέγων: Τοῦτο τὸ ποτήριον ἡ Καινὴ Διαθήκη ἐστὶν ἐν τῷ ἐμῷ αἵματι τοῦτο ποιεῖτε, ὁσάκις ἂν πίνητε, εἰς τὴν ἐμὴν ἀνάμνησιν». Ἔτι μίαν τιμὴν καὶ προσκύνησιν τῷ Χριστῷ καὶ τοῖς φρικτοῖς προσφέρομεν μυστηρίοις καὶ ἀδιάφορον.

Καὶ καθάπερ ὁ Κορυφαῖος τῶν Ἀποστόλων Πέτρος ἐκ στόματος τῶν Ἀποστόλων πάντων εἶπεν αὐτῷ: Σὺ εἶ ὁ Χριστός, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος, οὕτω καὶ ἡμεῖς λατρεύοντες τῷ σώματι καὶ αἵματι τοῦ Δεσπότου, λέγομεν ἕκαστος ἡμῶν. «Πιστεύω Κύριε καὶ ὁμολογῶ, ὅτι σὺ εἰ ἀληθῶς ὁ Χριστός, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος, ὁ ἐλθὼν εἰς τὸν κόσμον ἁμαρτωλοὺς σῶσαι, ὧν πρῶτός εἰμι ἐγώ». Καὶ προσέτι τὸ μυστήριον τοῦτο προσφέρεται θυσία ὑπὲρ πάντων τῶν ὀρθοδόξων Χριστιανῶν, ζώντων τε καὶ κεκοιμημένων ἐπ᾿ ἐλπίδι ἀναστάσεως ζωῆς αἰωνίου. Οἱ καρποὶ τοῦ μυστηρίου τούτου εἶναι τρεῖς: α´) Ἡ ἀνάμνησις τοῦ πάθους καὶ τοῦ θανάτου τοῦ Χριστοῦ, κατὰ τὸ εἰρημένον «Ὁσάκις γὰρ ἂν ἐσθίητε τὸν ἄρτον τοῦτον καὶ τὸ ποτήριον τοῦτο πίνητε, τὸν θάνατον τοῦ Κυρίου καταγγέλλετε, ἄχρις οὗ ἂν ἔλθῃ» β´) Ὁ ἱλασμός, διότι τὸ μυστήριον τοῦτο ἱλασμὸς ἡμῖν πρὸς τὸν Θεὸν διὰ τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν, εἴτε ζώντων εἴτε τεθνεώτων, γίνεται· λέγει γὰρ ἡ θεία γραφὴ «Τεκνία μου, ταῦτα γράφω ὑμῖν, ἵνα μὴ ἁμάρτητε καὶ ἐάν τις ἁμάρτῃ, παράκλητον ἔχομεν πρὸς τὸν Πατέρα Ἰησοῦν Χριστὸν δίκαιον, καὶ αὐτὸς ἱλασμός ἐστι περὶ τῶν ἁμαρτιῶν ἡμῶν οὐ περὶ τῶν ἡμετέρων δὲ μόνον, ἀλλὰ καὶ περὶ ὅλου τοῦ κόσμου». Καὶ ἀλλαχοῦ: «ἐν τούτῳ ἐφανερώθη ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἐν ἡμῖν, ὅτι τὸν υἱὸν αὐτοῦ τὸν μονογενῆ ἀπέσταλκεν ὁ Θεὸς εἰς τὸν κόσμον, ἵνα ζήσωμεν δι᾿ αὐτοῦ». Ἐν τούτῳ ἐστὶν ἡ ἀγάπη, οὐχ ὅτι ἡμεῖς ἠγαπήσαμεν τὸν Θεόν, ἀλλ᾿ ὅτι αὐτὸς ἠγάπησεν ἡμᾶς καὶ ἀπέστειλε τὸν υἱὸν αὐτοῦ ἱλασμὸν περὶ τῶν ἁμαρτιῶν ἡμῶν. γ´) Ὁ καθαρισμός, διότι τὸ αἷμα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ, τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, καθαρίζει ἡμᾶς ἀπὸ πάσης ἁμαρτίας (Α´ Ἰω. α´ 7). Ὁ θεῖος Γρηγόριος λέγει περὶ τοῦ μυστηρίου τῆς θείας Εὐχαριστίας: «Τὸ γὰρ ἱερώτατον τοῦ Χριστοῦ δῶρον καλῶς ἐσθιόμενον τοῖς πολεμοῦσι μέν ἐστιν ὅπλον, ἀποδημοῦσι δὲ ἐπάνοδος, τοὺς ἀσθενεῖς ἐνισχύει, τοὺς ἐῤῥωμένους εὐφραίνει, τὰς νόσους ἰᾶται, τὴν ὑγείαν διαφυλάττει, διὰ τούτου γινόμεθα πραότεροι, πρὸς διόρθωσιν σπουδαιότεροι, πρὸς τοὺς πόνους μακροθυμότεροι, θερμότεροι πρὸς τὴν ἀγάπην, πρὸς γνῶσιν ἀγχινούστεροι, προθυμότεροι πρὸς ὑπακοήν, ὀξύτεροι πρὸς τὴν τῶν χαρισμάτων ἐνέργειαν». Ὁ τῶν Νυσσαέων φωστὴρ Γρηγόριος λόγον ποιεῖται περὶ τοῦ μυστηρίου τῆς θείας Εὐχαριστίας ἐν λόγῳ ζ´ εἰς τοὺς μακαρισμούς. Ὁ δὲ Μέγας Βασίλειος λέγει: «Οὐχ ἁπλῶς ἐσθίειν προστέτακται, ἀλλὰ καὶ διακρίνειν τὸ τοῦ Κυρίου παρακελευόμεθα σῶμα, δηλονότι σαρκὸς μολυσμὸν καὶ πνεύματος ἀποθεμένους καὶ δοχεῖον τοῦ πνευματικοῦ μύρου παρασκευάσαντας ἑαυτούς, οὕτω τῇ καθαρᾷ προσεγγίσαι θυσίᾳ (ὁμιλία περὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος) ὁ γὰρ ἐσθίων καὶ πίνων ἀναξίως κρῖμα ἑαυτῷ ἐσθίει καὶ πίνει μὴ διακρίνων τὸ σῶμα τοῦ Κυρίου» (Α´ Κορ. ια´ 29). Τὴν ἱερὰν τῆς λειτουργίας τελετὴν οἱ ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας πατέρες παρέδωκαν καλεῖσθαι θυσίαν ἀναίμακτον. Ἐπίσης παρέδωκαν καλεῖσθαι θυσιαστήριον τὴν ἁγίαν τράπεζαν, ἐφ᾿ ἧς ἡ τελετὴ τῆς ἱερᾶς ἐπιτελείται λειτουργίας. Τὴν ἔννοιαν τῆς θυσίας ἐκφράζουσι σαφῶς καὶ καθαρῶς ἅπασαι αἱ σῳζόμενοι λειτουργικοὶ βίβλοι, εἰ οὖν θυσία ἡ ἐπὶ τῆς ἁγίας τραπέζης προσφερομένη, ἄρα ἐστὶ ζῶσα, εἰ δὲ ζῶσα, ἄρα ὁ ἄρτος καὶ ὁ οἶνος μετουσιοῦνται εἰς σῶμα καὶ αἷμα Χριστοῦ. Ἐν τῇ λειτουργίᾳ τοῦ ἁγίου Ἰακώβου φέρονται τὰ ἑξῆς ἐκφραστικὰ περὶ τῆς πίστεως τῆς ἀρχαιοτάτης Ἐκκλησίας: «Καὶ ὅταν σφραγίζη τὸν ἄρτον λέγει ἰδοὺ ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου, σφαγιασθεὶς ὑπὲρ τῆς του κόσμου ζωῆς καὶ σωτηρίας». Πλανῶνται ἄρα οἱ λέγοντες ὅτι οὐ μετουσιοῦνται, ἀλλ᾿ ὅτι τῇ αἰσθήσει τῆς ψυχῆς ἀντιλαμβανόμενοι ἐν πίστει μεταλαμβάνουσι. Οἱ ἀρνούμενοι τὴν μετουσίωσιν τοῦ ἄρτου καὶ οἴνου εἰς σῶμα καὶ αἷμα Χριστοῦ ἀρνοῦνται τὴν ἔννοιαν τῆς θυσίας, διότι ἐὰν δὲν ἐγένετο μετουσίωσις, πῶς ὁ ψιλὸς ἄρτος καὶ οἶνος ἐκλήθη θυσία, πῶς δὲ ἡ ἁγία τράπεζα ἐκλήθη θυσιαστήριον, πῶς δέ, μὴ μετουσιωμένων, πίστει ἐσθίουσι τοῦ σώματος καὶ αἵματος τοῦ Χριστοῦ; Πῶς δὲ τῇ αἰσθήσει τῆς ψυχῆς ἀντιλαμβάνονται ὅτι ἐσθίουσι τοῦ σώματος καὶ αἵματος τοῦ Χριστοῦ, ἄρτον ἁπλοῦν καὶ οἶνον κοινὸν ἐσθίοντες καὶ πίνοντες; Πῶς δὲ ἄνευ θυσίας ἐσθίουσι καὶ πίνουσι σῶμα καὶ αἷμα Χριστοῦ; Βεβαίως τῇ φαντασίᾳ ἐσθίουσι καὶ πίνουσι σῶμα καὶ αἷμα Χριστοῦ, πράγματι δὲ ἐσθίουσι καὶ πίνουσιν ἄρτον καὶ οἶνον κοινόν. Οἱ ἀρνούμενοι τὴν θυσίαν ἀθετοῦσι τὴν πίστιν τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας. Ὁ μέγας Βασίλειος ἐν τοῖς κατ᾿ ἐπιτομὴν ὄροις, ἐρωτήσει ροβ´, ποταπῷ φόβῳ ἢ ποίᾳ πληροφορίᾳ μεταλάβωμεν τοῦ σώματος καὶ τοῦ αἵματος τοῦ Χριστοῦ, ἀποκρινόμενος λέγει: «Τὸν μὲν φόβον διδάσκει ἡμᾶς ὁ Ἀπόστολος λέγων, ὁ ἐσθίων καὶ πίνων ἀναξίως κρῖμα ἑαυτῷ ἐσθίει καὶ πίνει, μὴ διακρίνων τὸ σῶμα καὶ αἷμα τοῦ Κυρίου, τὴν δὲ πληροφορίαν ἐμποιεῖ ἡ πίστις τῶν ῥημάτων τοῦ Κυρίου εἰπόντος, «τοῦτό ἐστι τὸ σῶμά μου τὸ ὑπὲρ ὑμῶν διδόμενον. Τοῦτο ποιεῖτε εἰς τὴν ἐμὴν ἀνάμνησιν». Τὶ πρὸς ταῦτα λέγουσιν οἱ ἀθετοῦντες τὴν ἀρχαίαν πίστιν; Ἐὰν οὐδεμία ἐγένετο μεταβολὴ τῆς οὐσίας τοῦ ἄρτου καὶ τοῦ οἴνου, κοινωνεῖ δὲ τῇ αἰσθήσει τῆς ψυχῆς ὁ πιστεύων, ὁ δὲ μὴ πιστεύων οὐδὲν καρποῦται, ὡς μὴ εἰσδεχόμενος πίστει τὸ σῶμα καὶ αἷμα Χριστοῦ, τότε πρός τι ὁ φόβος, ἀφοῦ εἰς οὐδεμίαν ἔρχεται ἐπικοινωνίαν πρὸς τὸ θεῖον; Ἀλλὰ μὴ πρὸς τοὺς πιστεύοντας μόνον τὴν μετὰ τοῦ σώματος νοερὰν ἐπικοινωνίαν εἴρηκεν; Ἀλλ᾿ ἐὰν πρὸς τούτους μόνον τὴν ἐντολὴν δίδωσι, τότε οἱ μὴ πιστεύοντες τῇ κοινωνίᾳ ἁμαρτάνουσιν ἐσθίοντες ἀναξίως, οἱ δὲ μὴ πιστεύοντες τῇ ἐπικοινωνίᾳ δὲν ἁμαρτάνουσιν ἀλλ᾿ ἐὰν οἱ πιστεύοντες τῇ κοινωνίᾳ τοῦ σώματος καὶ αἵματος τοῦ Χριστοῦ ἁμαρτάνουσιν, ὡς ἀναξίως εἰσδεχόμενοι πίστει τὸ ὑπὸ τὸν ἄρτον καὶ ἐν τῷ ἄρτῳ καὶ μετὰ τοῦ ἄρτου σῶμα τοῦ Κυρίου καὶ ὑπὸ τὸν οἶνον τὸ αἷμα τοῦ Κυρίου, τότε πῶς, ἀνάξιοι ὄντες πρὸς κοινωνίαν, τῇ πίστει κοινωνοῦσι τοῦ σώματος καὶ αἵματος τοῦ Κυρίου; Ἡ πίστις αὐτῶν μετέδωκε τοῦ σώματος καὶ αἵματος τοῦ Κυρίου; Καὶ ἐν ᾧ ἡ πίστις τοῦ ἀναξίου μέγα τι εἰργάσατο καὶ θαυμαστόν, ἐγένετο αὐτῷ πρόξενος κρίματος ταῦτα, δι᾿ ἡμᾶς εἰσιν ἀκατάληπτα καὶ ἀκατανόητα, ἡ πίστις τοῦ ἀναξίου νὰ δύνηται νὰ φέρῃ εἰς ἐπικοινωνίαν τὸν ἀνάξιον πρὸς τὸ θεῖον, καὶ ἡ αὐτὴ πίστις νὰ γίνηται πρόξενος κρίματος. Τὸν χαρακτῆρα τῆς πίστεως ταύτης ἡμεῖς ἀδυνατοῦμεν να νοήσωμεν ἀλλ᾿ ἄραγε καὶ ἡ του ἀξίου πιστοῦ πίστις ἔχει τὴν δύναμιν να μεταδώσῃ ὑπὸ τὸν ἄρτον καὶ τὸν οἶνον τὸ σῶμα καὶ αἷμα τοῦ Χριστοῦ; Δύναται ἡ πίστις τοῦ πιστοῦ τοῦ ἐσθίοντος ἄρτον καὶ οἶνον να καταστήσῃ αὐτὸν τῇ αἰσθήσει τῆς ψυχῆς κοινωνὸν τοῦ σώματος καὶ αἵματος τοῦ Κυρίου; Δύναται λοιπὸν πᾶς Χριστιανὸς ἄξιος ἢ ἀνάξιος να παραθέτη ἄρτον καὶ οἶνον καὶ ἐσθίων καὶ πίνων ἐξ αὐτῶν να κοινωνῇ τοῦ σώματος καὶ αἵματος τοῦ Κυρίου; Δύναται λοιπὸν πᾶς πιστὸς ἄξιος ἢ ἀνάξιος, ὁσάκις ἂν βούληται, να λέγῃ, κοινωνῷ τοῦ σώματος καὶ αἵματος τοῦ Χριστοῦ, καὶ να κοινωνῇ; Πόθεν τοῦτο ἔμαθον; Παρὰ τίνος ἐδιδάχθησαν; Ἐν τίνι βίβλῳ τῆς Καινῆς Διαθήκης ἀνέγνωσαν; Πῶς ἄνευ θυσίας, ἄνευ θυσιαστηρίου θυσίαν ἐπετέλεσαν; Πῶς ἄνευ ἱεραρχίας ἱερεῖς ἀνεδείχθησαν; Πῶς ἄνευ εὐχῆς τὴν κοινωνίαν παρεσκεύασαν; Πῶς δὲ ἡ βούλησις, ἡ ἀντικαταστήσασα κατὰ μέγα μέρος τὴν πίστιν, τὴν τοῦ Χριστοῦ παρουσίαν ἐθαυματούργησεν; Ὁ θεῖος Χρυσόστομος ἐν τῷ εἰς τὴν προδοσίαν τοῦ Ἰούδα καὶ τὴν παράδοσιν τῶν μυστηρίων λόγῳ λέγει: «Πάρεστι Χριστὸς καὶ νῦν ἐκεῖνος ὁ τὴν τράπεζαν ἐκείνην κοσμήσας, οὗτος καὶ ταύτην διακοσμεῖ νῦν ὥστε τράπεζα, ἱερὸν θυσιαστήριον ὑπὸ τοῦ Χριστοῦ κατακοσμούμενον ἀπαιτεῖται πρὸς τέλεσιν τοῦ μυστηρίου τῆς θείας εὐχαριστίας καὶ οὐχὶ ἁπλῆ βούλησις καὶ πίστις», ἀκούσωμεν δέ τὶ ἐν συνεχείᾳ λέγει ὁ ἅγιος Πατὴρ «οὐ γάρ ἐστιν ἄνθρωπος ὁ ποιῶν τὰ προκείμενα γενέσθαι σῶμα καὶ αἷμα Χριστοῦ, ἀλλ᾿ ὁ σταυρωθεὶς ὑπὲρ ἡμῶν Χριστός». Ταῦτα ἂς ἐνωτισθῶσι καλῶς οἱ τῆς Καλβινικῆς κακοδοξίας διδάσκαλοι, οἱ πάντα ἄνθρωπον αὐθαιρέτῳ γνώμῃ τελετουργὸν τοῦ μυστηρίου ἀναδεικνύοντες. Καὶ αὖθις «σχῆμα πληρῶν ἕστηκεν ὁ ἱερεὺς τὰ ῥήματα ἐκεῖνα φθεγγόμενος τῆς προσευχῆς». Ὥστε καὶ ἱερέως ὑπὸ τῆς ἐκκλησίας ἀναδεδειγμένου δεῖται τὸ μυστήριον καὶ προσευχῆς πῶς λοιπὸν πᾶς τις δι᾿ αὐθαιρέτου γνώμης γίνεται κοινωνὸς τοῦ μυστηρίου; Τολμηρὰ δοξασία. Καὶ αὖθις «ἡ δύναμις καὶ ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ ἐστιν». Ὥστε οὐδ᾿ ὁ ἱερεὺς αὐτός, ἀλλ᾿ ἡ δύναμις καὶ ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ ἐστιν ἡ τελειοῦσα τὸ μυστήριον τῆς Εὐχαριστίας καὶ μεταποιοῦσα τὸν ἄρτον καὶ οἶνον εἰς σῶμα καὶ εἰς αἷμα Χριστοῦ. Ἐὰν οὖν ἡ δύναμις καὶ ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ μεταποιῇ τὸν ἄρτον καὶ οἶνον εἰς σῶμα καὶ αἷμα Χριστοῦ, πῶς ἡ αὐθαίρετος βούλησις καὶ ἡ πίστις τοῦ ἀξίου καὶ τοῦ ἀναξίου προκαλεῖ τὴν παρουσίαν τοῦ Χριστοῦ καὶ καθιστᾷ τὴν κοινωνίαν Θεοῦ καὶ ἀνθρώπου; Οἱ ταῦτα λέγοντες πλανῶνται πλάνην δεινήν. Ἐν τῇ ἀποδοκιμασίᾳ καὶ κατακρίσει τῆς ἐπ᾿ ὀνόματι Κυρίλλου τοῦ Λουκάρεως Πατριάρχου Κων/πόλεως ἐκδοθείσης Καλβινικῆς ὁμολογίας πίστεως, φέρονται τὰ ἑξῆς: «Εἰ τοίνυν εἰρήκει ὁ Σωτήρ, ὁ ἄρτος οὗτός ἐστι τὸ σῶμά μου, ἦν ὅν τις ἴσως τοῖς τοῦ Καλβίνου μύσταις φαινομένη τοῦ κακῶς φρονεῖν πρόφασις εἰπὼν δέ, «τοῦτό μού ἐστι τὸ σῶμα», πᾶσαν ἀπέκοψε πρόφασιν. Καὶ δῆλον ὅτι καὶ τῆς κυριολεξίας ἡ ἔμφασις καὶ τῆς εὐαγγελικῆς ἀληθείας ἡ δύναμις καὶ τῶν Ἀποστόλων ἡ παράδοσις καὶ τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας ἡ γνησία πίστις καὶ τῆς ἱερᾶς λειτουργίας ἡ ἀδιάκοπος χρῆσις καὶ πάντων τῶν θεοπνεύστων διδασκάλων ἡ σύμψηφος ἀπόφασις βιάζεται ὁμολογεῖν, τοῖς ῥήμασι τοῖς Δεσποτικοῖς μὴ ἐνδέχεσθαι νοῦν ἕτερον ἐνθεωρεῖσθαι ἢ τὸν σημαινόμενον κατὰ τὸ γράμμα. Τοῦτον οὖν τὸν τρόπον σημαντικὸς ὣν καὶ ἐναργής ἐστιν ὁ του Χριστοῦ λόγος ἤ φησι καὶ Χρυσόστομος ἐν τῷ εἰς τὴν προδοσίαν λόγῳ ὅτι σχῆμα πληροῖ ὁ Ἱερεὺς τὰ Δεσποτικὰ φθεγγόμενος ῥήματα ῥηθέντα γὰρ ἅπαξ παρὰ τοῦ Χριστοῦ, ἐξ ἐκείνου καὶ μέχρι τῆς αὐτοῦ παρουσίας καθ᾿ ἑκάστην τράπεζαν ταῖς Ἐκκλησίαις ἁγιάζει τὴν θυσίαν, τοῦ Ἱερέως δηλαδὴ πάλιν ἐκεῖνα φθεγγομένου ἐναργὲς λοιπὸν ὁ σημαίνει ὁ του Χριστοῦ λόγος, καὶ σημαίνει σῶμα, οὐκ ἄρτου οὐσίαν μεταποιεῖ γὰρ ἐξ ἀνάγκης τὴν οὐσίαν τοῦ ἄρτου εἰς θείου σώματος οὐσίαν καὶ τοῦτό ἐστιν ἡ μετουσίωσις, μυστήριον τῆς παντοδυνάμου μεγαλοπρεπείας τοῦ Χριστοῦ τῷ ὄντι ἐπάξιον καὶ λόγῳ ἀνέκφραστον καὶ λογισμοῖς ἀνθρωπίνοις ἀπερινόητον.

Ἡ ἐν Κων/πόλει Ἱερὰ Σύνοδος ἡ ἐπὶ Διονυσίου Πατριάρχου Κων/πόλεως συγκροτηθεῖσα τὸ 1672 ἐν τῇ ὁμολογίᾳ τῆς πίστεως τῆς Ὀρθοδόξου Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας λέγει ταῦτα: «Περὶ τοῦ φρικτοῦ Μυστηρίου τῆς Εὐχαριστίας πιστεύομεν καὶ ὁμολογοῦμεν ἀδιστάκτως, ὅτι τὸ ζῶν σῶμα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ πάρεστιν ἀοράτως πραγματικὴ παρουσία ἐν τῷ μυστηρίῳ. Ἐν γὰρ τῷ εἰπεῖν τὸν λειτουργοῦντα Ἱερέα μετὰ τὰ Κυριακολόγια, «ποίησον τὸν μὲν ἄρτον τοῦτον τίμιον σῶμα τοῦ Χριστοῦ σου, τὸ δὲ ἐν τῷ ποτηρίῳ τούτῳ τίμιον αἷμα τοῦ Χριστοῦ σου, μεταβαλῶν τῷ πνεύματί σου τῷ Ἁγίῳ», τότε τῇ ἐνεργείᾳ τοῦ Παναγίου Πνεύματος ὑπερφυῶς καὶ ἀῤῥήτως ὁ μὲν ἄρτος μεταποιεῖται εἰς αὐτὸ ἐκεῖνο τὸ ἴδιον σῶμα τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ πραγματικῶς καὶ ἀληθῶς καὶ κυρίως, ὁ δὲ οἶνος εἰς τὸ ζωηρὸν αἷμα αὐτοῦ. Καὶ αὐτὸν ὅλον τὸν Χριστὸν πιστεύομεν εἶναι τὸν προσφέροντα καὶ προσφερόμενον καὶ προσδεχόμενον καὶ διαδιδόμενον ἁπαξάπασι, καὶ ὁλόκληρον ἀπαθῶς ἐσθιόμενον. Οἱ μέντοι ἀξίως μεταλαμβάνοντες αὐτοῦ ζωοποιοῦνται, ἑνούμενοι αὐτῷ τῷ Χριστῷ οἱ δὲ ἀναξίως, κατακρίνονται καὶ εἰς ὄλεθρον ῥίπτουσιν ἑαυτούς. Ὅπερ μυστήριον καὶ λατρεία ἐστὶ καὶ λέγεται. Καὶ θεοπρεπῶς ἐν αὐτῇ λατρεύεται τὸ τεθεωμένον σῶμα τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ καὶ θυσία προσφέρεται ὑπὲρ πάντων τῶν ὀρθοδόξων χριστιανῶν, ζώντων καὶ κεκοιμημένων». 

Καὶ ὁ Δοσίθεος δὲ ἐν τῇ ἑαυτοῦ ὁμολογία λέγει περὶ τοῦ Μυστηρίου τῆς θείας Εὐχαριστίας τὰ ἑξῆς: «Πιστεύομεν τὸ πανάγιον μυστήριον τῆς ἱερᾶς Εὐχαριστίας, ὅπερ ἀνωτέρω κατὰ τάξιν τέταρτον ἐθέμεθα, ἐκεῖνο εἶναι, ὅπερ ὁ Κύριος παρέδωκε τῇ νυκτί, ᾗ παρεδίδου ἑαυτὸν ὑπὲρ τῆς του κόσμου ζωῆς. Λαβὼν γὰρ ἄρτον καὶ εὐλόγησας ἔδωκε τοῖς ἁγίοις Αὐτοῦ μαθηταῖς καὶ Ἀποστόλοις εἰπών, «λάβετε, φάγετε τοῦτό ἐστι τὸ σῶμά μου». Καὶ λαβὼν τὸ ποτήριον εὐχαριστήσας εἴρηκε «πίετε ἐξ αὐτοῦ πάντες, τοῦτό ἐστι τὸ αἷμά μου, τὸ ὑπὲρ ὑμῶν ἐκχυνόμενον εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν». Τούτου ἐν τῇ ἱερουργίᾳ πιστεύομεν παρεῖναι τὸν Κύριον Ἰησοῦν Χριστὸν οὐ τυπικῶς, οὐδ᾿ εἰκονικῶς, οὐδὲ χάριτι ὑπερβαλλούσῃ, ὡς ἐν τοῖς λοιποῖς μυστηρίοις, οὐδὲ κατὰ μόνην παρουσίαν, καθώς τινες τῶν Πατέρων εἰρήκασι περὶ τοῦ βαπτίσματος, οὐδὲ κατ᾿ ἀναρτισμόν, ὥστε ἑνοῦσθαι τὴν θεότητα τοῦ Λόγου τῷ προκειμένῳ τῆς Εὐχαριστίας ἄρτῳ ὑποστατικός, καθὼς οἱ ἀπὸ Λουθήρου λίαν ἀμαθῶς καὶ ἀθλίως δοξάζουσιν ἀλλ᾿ ἀληθῶς καὶ πραγματικῶς, ὥστε μετὰ τὸν ἁγιασμὸν τοῦ ἄρτου καὶ τοῦ οἴνου μεταβάλλεσθαι, μετουσιοῦσθαι, μεταποιεῖσθαι, μεταῤῥυθμίζεσθαι τὸν μὲν ἄρτον εἰς αὐτὸ τὸ ἀληθὲς τοῦ Κυρίου σῶμα, ὅπερ ἐγεννήθη ἐν Βηθλεὲμ ἐκ τῆς Ἀειπαρθένου, ἐβαπτίσθη ἐν Ἰορδάνῃ, ἔπαθεν, ἐτάφη, ἀνέστη, ἀνελήφθη, κάθηται ἐκ δεξιῶν τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρός, μέλλει ἐλθεῖν ἐπὶ τῶν νεφελῶν τοῦ οὐρανοῦ, τὸν δ᾿ οἶνον μεταποιεῖσθαι καὶ μετουσιοῦσθαι εἰς αὐτὸ τὸ ἀληθὲς τοῦ Κυρίου αἷμα, ὅπερ κρεμάμενου ἐπὶ τοῦ σταυροῦ ἐχύθη ὑπὲρ τῆς του κόσμου ζωῆς. Ἔτι μετὰ τὸν ἁγιασμὸν τοῦ ἄρτου καὶ τοῦ οἴνου οὐκ ἔτι μένειν τὴν οὐσίαν τοῦ ἄρτου καὶ τοῦ οἴνου εἴδει καὶ τύπῳ, ταυτὸν εἰπεῖν, ὑπὸ τοῖς τοῦ ἄρτου συμβεβηκόσιν. Ἔτι αὐτὸ τὸ πανακήρατον τοῦ Κυρίου σῶμα καὶ αἷμα μεταδίδοσθαι καὶ εἰσδύειν εἰς τὸ στόμα καὶ τὸν στόμαχον τῶν μετεχόντων εὐσεβῶν καὶ ἀσεβῶν πλὴν τοῖς μὲν εὐσεβέσι καὶ ἀξίοις ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καὶ ζωὴν αἰώνιον προξενεῖν τοῖς δ᾿ ἀσεβέσι καὶ ἀναξίοις κατάκρισιν καὶ κόλασιν αἰώνιον παραχωρεῖν. Ἔτι τέμνεσθαι μὲν καὶ διαιρεῖσθαι εἴτε χερσὶν εἴτε καὶ ὀδοῦσι τὸ σῶμα καὶ τὸ αἷμα τοῦ Κυρίου, κατὰ συμβεβηκὸς μέντοι, ἤτοι κατὰ τὰ συμβεβηκότα τοῦ ἄρτου καὶ τοῦ οἴνου, καθ᾿ ἃ καὶ ὁρατὰ καὶ ἁπλὰ εἶναι ὁμολογοῦνται, καθ᾿ ἑαυτὰ δὲ μένειν ἄτμητα πάντοι καὶ ἀδιαίρετα. 

Ὅθεν καὶ ἡ Καθολικὴ Ἐκκλησία φησὶ μερίζεται καὶ διαμελίζεται ὁ μελιζόμενος καὶ μὴ διαιρούμενος, ὁ πάντοτε ἐσθιόμενος καὶ μηδέποτε δαπανώμενος, ἀλλὰ τοὺς μετέχοντας, δηλονότι ἀξίως, ἁγιάζων. Ἔτι ἐν ἑκάστῳ μέρει καὶ τμήματι ἐλαχίστῳ τοῦ μεταβληθέντος ἄρτου καὶ οἴνου οὐκ εἶναι μέρος τοῦ σώματος καὶ αἵματος τοῦ Κυρίου, βλάσφημον γὰρ τοῦτο καὶ ἄθεον, ἀλλ᾿ ὅλον ὁλικῶς τὸν Δεσπότην Χριστὸν κατ᾿ οὐσίαν, μετὰ ψυχῆς δηλονότι καὶ θεότητας, ἤτοι τέλειον Θεὸν καὶ τέλειον ἄνθρωπον. Ὅθεν καὶ πολλῶν γινομένων ἐν τῇ οἰκουμένῃ ἐν μιᾷ καὶ τῇ αὐτῇ ὥρᾳ ἱερουργιῶν, μὴ γίνεσθαι πολλοὺς Χριστοὺς ἢ πολλὰ σώματα Χριστοῦ, ἀλλ᾿ ἕνα καὶ τὸν αὐτὸν Χριστὸν παρεῖναι ἀληθῶς καὶ πραγματικῶς, καὶ ἐν Αὐτῷ τὸ σῶμα καὶ τὸ αἷμα ἐν πάσαις ταῖς κατὰ μέρος τῶν πιστῶν ἐκκλησίαις καὶ τοῦτο οὐχ ὅτι τὸ ἐν οὐρανοῖς τοῦ Δεσπότου ἐν τοῖς θυσιαστηρίοις κάτεισι σῶμα, ἀλλ᾿ ὅτι ὁ τῆς προθέσεως ἐν πάσαις ταῖς κατὰ μέρος ἐκκλησίαις προκείμενος ἄρτος μεταποιούμενος καὶ μετουσιούμενος μετὰ τὸν ἁγιασμὸν γίνεται καί ἐστιν ἓν καὶ τὸ αὐτὸ τῷ ἐν οὐρανοῖς. Ἓν γὰρ τὸ σῶμα τοῦ Κυρίου, ἐν πολλοῖς τόποις καὶ οὐ πολλά, καὶ διὰ τοῦτο τὸ μυστήριον τοῦτο μάλιστά ἐστι καὶ λέγεται θαυμαστὸν καὶ πίστει μόνῃ καταληπτόν, οὗ σοφίσμασι σοφίας ἀνθρωπίνης τὴν ματαίαν καὶ ἀνόητον ἐν τοῖς θείοις περιέργειαν ἀποσείεται ἡ εὐσεβὴς καὶ θεοπαράδοτος ἡμῶν θρησκεία. Ἔτι αὐτὸ τὸ σῶμα καὶ αἷμα τοῦ Κυρίου τὸ ἐν τῷ τῆς Εὐχαριστίας μυστηρίῳ ὀφείλειν τιμᾶσθαι ὑπερβάλλοντας καὶ προσκυνεῖσθαι λατρευτικῶς. Μία γὰρ ἡ προσκύνησις τῆς Ἁγίας Τριάδος καὶ τοῦ σώματος καὶ αἵματος τοῦ Κυρίου. Ἔτι εἶναι θυσίαν ἀληθῆ καὶ ἰλαστικὴν προσφερομένην ὑπὲρ πάντων τῶν εὐσεβῶν, ζώντων καὶ τεθνεώτων καὶ ὑπὲρ ὠφελείας πάντων, ὡς κεῖται ῥητῶς ἐν ταῖς τοῦ μυστηρίου προσευχαῖς ὑπὸ τῶν Ἀποστόλων τῇ Ἐκκλησίᾳ παραδοθείσαις κατὰ τὴν πρὸς αὐτοὺς διαταγὴν τοῦ Κυρίου. Ἔτι καὶ πρὸ τῆς χρήσεως εὐθὺς μετὰ τὸν ἁγιασμὸν καὶ μετὰ τὴν χρῆσιν τὸ φυλαττόμενον ἐν ταῖς ἱεραῖς θήκαις πρὸς μετάληψιν τῶν ἀποδημῆσαι μελλόντων ἀληθὲς εἶναι τοῦ Κυρίου σῶμα, καὶ κατὰ μηδὲν διάφορον ἑαυτοῦ, ὥστε πρὸ τῆς χρήσεως μετὰ τὸν ἁγιασμόν, ἐν τῇ χρήσει καὶ μετὰ τὴν χρῆσιν, εἶναι κατὰ πάντα τὸ ἀληθὲς τοῦ Κυρίου σῶμα. Ἔτι τῇ μετουσίωσις λέξει οὐ τὸν τρόπον πιστεύομεν δηλοῦσθαι, καθ᾿ ἣν ὁ ἄρτος καὶ ὁ οἶνος μεταποιοῦνται εἰς τὸ σῶμα καὶ τὸ αἷμα τοῦ Κυρίου, τοῦτο γὰρ ἄληπτον πάντη καὶ ἀδύνατον, πλὴν αὐτοῦ τοῦ Θεοῦ, καὶ τοῖς πιστεύουσιν ἀμάθειαν ἅμα καὶ ἀσέβειαν ἐπιφέρει, ἀλλ᾿ ὅτι ὁ ἄρτος καὶ ὁ οἶνος μετὰ τὸν ἁγιασμὸν οὐ τυπικῶς οὐδ᾿ εἰκονικῶς, οὐδὲ χάριτι ὑπερβαλλούσῃ, οὐδὲ τῇ κοινωνίᾳ ἢ τῇ παρουσίᾳ τῆς θεότητας μόνης τοῦ Μονογενοῦς μεταβάλλεται εἰς τὸ σῶμα καὶ αἷμα τοῦ Κυρίου, οὐδὲ συμβεβηκός τι τοῦ ἄρτου καὶ τοῦ οἴνου εἰς συμβεβηκός τι τοῦ σώματος καὶ αἵματος τοῦ Χριστοῦ κατὰ τίνα τροπὴν ἢ ἀλλοίωσιν μεταποιεῖται, ἀλλ᾿ ἀληθῶς καὶ πραγματικῶς καὶ οὐσιωδῶς γίνεται ὁ μὲν ἄρτος αὐτὸ τὸ ἀληθὲς τοῦ Κυρίου σῶμα, ὁ δ᾿ οἶνος αὐτὸ τὸ τοῦ Κυρίου αἷμα, ὡς εἴρηται ἀνωτέρω. Ἔτι μὴ γίνεσθαι ὑπὸ τίνος ἅλλου τὸ τῆς Ἱερᾶς Εὐχαριστίας τοῦτο μυστήριον, εἰ μὴ μόνον ὑπὸ Ἱερέως εὐσεβοῦς καὶ ὑπὸ εὐσεβοῦς καὶ νομίμου ἐπισκόπου τὴν Ἱερωσύνην λαβόντος, καθ᾿ ὃν τρόπον ἡ Ἀνατολικὴ Ἐκκλησία διδάσκει. Αὕτη ἐστὶν ἐν συντόμῳ ἡ τῆς καθολικῆς Ἐκκλησίας καὶ περὶ τοῦ μυστηρίου τούτου δόξα καὶ ἀληθὴς ὁμολογία καὶ ἀρχαιοτάτη παράδοσις, ἣν οὐ δεῖ κολοβοῦσθαι κατ᾿ οὐδένα τρόπον ὑπὸ τῶν εὐσεβῶν βουλομένων καὶ ἀποσειομένων τοὺς νεωτερισμοὺς καὶ τὰς βεβήλους τῶν αἱρετικῶν κενοφωνίας, ἀλλ᾿ ἀναγκαίως σώαν καὶ ἀδιάσειστον τηρεῖσθαι τὴν νομοθετηθεῖσαν παράδοσιν. Τοὺς γὰρ παραβαίνοντας ἀποποιεῖται καὶ ἀναθεματίζει ἡ καθολικὴ τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία» (Ὁμολογίας Δοσιθέου ὅρος ΙΖ´).

Τὴν πίστιν τῆς Ἐκκλησίας ἐν τῇ θείᾳ Εὐχαριστίᾳ ἐκύρωσεν ἡ πρώτη, ἡ τρίτη καὶ ἡ ἑβδόμη Οἰκουμενικὴ Σύνοδος. Τονίζουσι δὲ ὅτι ὁ ἐν τῇ θείᾳ Εὐχαριστίᾳ ἄρτος καὶ οἶνος μεταβάλλεται εἰς σῶμα καὶ αἷμα Χριστοῦ. Ἐν ἁπάσαις ταῖς ἀρχαίαις λειτουργίαις καὶ ἐν αὐταῖς ταῖς τῶν ἀποσχισθεισῶν Ἐκκλησιῶν ὑπάρχουσιν εὐχαὶ πρὸς μεταβολὴν τοῦ ἄρτου καὶ τοῦ οἴνου εἰς σῶμα καὶ αἷμα Χριστοῦ, ἀλλὰ πλὴν ὅλων τούτων ἡ μυστικὴ πληροφορία τῶν ἐπαξίως κοινωνούντων, αὐτὴ μόνη μαρτυρεῖ τὸ ἀληθὲς φρόνημα τῆς Ἐκκλησίας. Μέγεθος καὶ ἀξία τοῦ Μυστηρίου τῆς θείας Εὐχαριστίας. Τὸ παραδοθὲν παρὰ τοῦ Κυρίου μυστήριον τῆς θείας Εὐχαριστίας εἶναι τὸ ἀνώτερον ὅλων τῶν μυστηρίων εἶναι τὸ θαυμασιώτερον τῶν θαυμάτων, ὅσα ἡ δύναμις τοῦ Θεοῦ ἐξετέλεσεν, εἶναι τὸ ὑψηλότερον ἐξ ὅσων ἡ σοφία τοῦ Θεοῦ ἐπενόησεν, εἶναι δὲ καὶ τὸ τιμιώτερον ὅλων τῶν χαρισμάτων, ὅσα ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἐχαρίσατο τοῖς ἀνθρώποις, διότι τοῦτο ὑπερέχει ὅλων τῶν ἄλλων κατὰ τὴν ἀριθμητικὴν ὑπερβασίαν τῶν ὅρων τῆς φύσεως, διότι πάντα μὲν τὰ θαύματα προέρχονται ἐξ ὑπερβασίας νόμων τινῶν τῆς φύσεως, τὸ μυστήριον ὅμως τῆς θείας μεταλήψεως ὑπερέβη πάντας, διὸ καὶ δικαίως τὸ θαῦμα τῶν θαυμάτων καὶ τὸ μυστήριον τῶν μυστηρίων δύναται να κληθῇ καὶ να θεωρηθῇ. Ὁ Ἀριστοτέλης ὁρίζων τοὺς τρόπους τῆς ὑπάρξεως τῶν φυσικῶν πραγμάτων ἀνάγει αὐτοὺς εἰς δέκα, οὓς ὀνομάζει κατηγορίας, εἰσὶ δὲ αἱ ἑξῆς: οὐσία, ποσόν, ποιόν, πρός τι, πού, πότε, κεῖσθαι, ἔχειν, ποιεῖν, (εἴτε ἐνεργεῖν) καὶ πάσχειν.

Τὸ μυστήριον τῆς θείας Εὐχαριστίας ὑπερβαίνει πάντας τοὺς εἰρημένους τύπους διὸ καὶ δικαίως θαῦμα θαυμάτων δύναται να κληθῇ. Καὶ ἰδοὺ ἡ ἀπόδειξις. Θαῦμα κατὰ τὴν οὐσίαν διότι τὰ ἅγια δῶρα, ἐνὼ πρὸ τῆς εὐλογίας εἰσὶν οὐσία ἄρτου καὶ οἴνου, μετὰ τὴν εὐλογίαν καὶ τὸν ἁγιασμὸν εἶναι οὐσία τοῦ σώματος καὶ αἵματος τοῦ Χριστοῦ. Θαῦμα κατὰ ποσὸν διότι ὅλον τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ εἰς ὅλον τὸν ἅγιον ἄρτον καὶ ἐπίσης ὁλόκληρον εἰς πᾶσαν μερίδα. Θαῦμα κατὰ ποιὸν διότι αἰσθανόμεθα μὲν τὴν ποιότητα τοῦ ἄρτου καὶ τοῦ οἴνου, ἀλλὰ τρώγομεν καὶ πίνομεν σῶμα καὶ αἷμα Χριστοῦ. Θαῦμα κατὰ πρός τι δηλαδὴ κατὰ τὴν σχέσιν, διότι εἰς τὴν θείαν Εὐχαριστίαν εἶναι μὲν αὐτὸς ὁ Υἱός, ὃν ἐγέννησεν ἐν χρόνῳ ἡ Παρθένος Μαρία, πλὴν ἐνταῦθα δεν γεννᾶται κυρίως ἐκ πατρὸς ἢ μητρός, ἀλλὰ τελεσιουργεῖται μυστηριωδῶς, ὥστε ἐν τῷ τρόπῳ τῆς μετουσιώσεως, ἤτοι τῆς μεταβολῆς τοῦ ἄρτου καὶ οἴνου εἰς σῶμα αὐτοῦ, δεν ἀναφέρεται οὔτε εἰς πατέρα οὔτε εἰς μητέρα. Θαῦμα κατὰ τό ποῦ διότι ὁ αὐτὸς Ἰησοῦς Χριστὸς εἶναι καὶ εἰς τὸν Οὐρανὸν καὶ εἰς τὴν Γῆν, καὶ ὁ αὐτὸς εἰς τὸ Ἱερὸν ἡμῶν θυσιαστήριον. Θαῦμα κατὰ τὸ πότε διότι ὡς σῶμα Χριστοῦ εἶναι ἄφθαρτον καὶ ἀθάνατον ὡς αἷμα Χριστοῦ εἶναι πηγὴ ζωῆς αἰωνίου ἀλλὰ διαμένουσι τὰ θεῖα ἰδιώματα ἐν τῇ θείᾳ Εὐχαριστίᾳ ἐνόσω διαμένουσι τὰ εἴδη τοῦ ἄρτου καὶ τοῦ οἴνου. Θαῦμα κατὰ τὸ κεῖσθαι διότι εἰς τὴν θείαν λειτουργίαν θεωρεῖται ὁ Ἰησοῦς κείμενος ἐν τῇ φάτνῃ, ὡς γεννηθείς, ὡς ἐπὶ τοῦ σταυροῦ, ὡς πάσχων, ὡς ἀναστὰς καὶ ἀνερχόμενος εἰς οὐρανούς, ὡς ἀναληφθεὶς καὶ καθήμενος ἐν δεξιᾷ τοῦ Πατρός, ὡς Υἱὸς καὶ Θεός. Θαῦμα κατὰ τὸ ἔχειν διότι τὸ σῶμα καὶ αἷμα τοῦ Κυρίου ἔχει ἐξωτερικὴν περιβολὴν τὰ εἴδη τοῦ ἄρτου καὶ τοῦ οἴνου. Θαῦμα κατὰ τὸ ποιεῖν (εἴτε ἐνεργεῖν), διότι ἡ μετάληψις τῶν ἀχράντων μυστηρίων ἐγγίζει μὲν τὴν αἴσθησιν, ἀλλ᾿ ἁγιάζει τὸ πνεῦμα. Θαῦμα τέλος κατὰ τὸ πάσχειν, διότι ὁ θεῖος ἄρτος μελίζεται μέν, ἀλλ᾿ ὡς σῶμα Χριστοῦ δεν διαιρεῖται, τρώγεται μέν, ἀλλ᾿ ὡς σῶμα Χριστοῦ δεν δαπανᾶται. Ὅθεν ἡ θεία Εὐχαριστία, ἐπειδὴ ὑπερβαίνει πάντας τοὺς ὅρους ἢ τὰς κατηγορίας, ὑφ᾿ ἃς ἐκδηλοῦνται οἱ νόμοι τῆς φύσεως, εἶναι τὸ μεγαλύτερον ὅλων τῶν θαυμάτων, ἐπίσης εἶναι καὶ τὸ ὑψηλότερον, ἐπειδὴ ὑπερβαίνει πᾶσαν κατάληψιν. Τὸ μέγεθος τοῦ θαύματος τούτου θέλει γίνει καταληπτόν, ἐὰν λάβωμεν ὑπ᾿ ὄψιν ἕτερον θαῦμα. Ἡ ἐκ Παρθένου γέννησις τοῦ Σωτῆρος εἶναι μὲν θαῦμα, διότι δεν ἐννοοῦμεν, τίνι τρόπῳ γεννᾶται ἐν χρόνῳ καὶ ἐκ γυναικὸς ὁ ἀΐδιος Θεός, νοοῦμεν ὅμως, ὅτι γεννᾶται, διότι βλέπομεν αὐτὸν τέλειον ἄνθρωπον, ὑπερβαίνει μὲν πολλοὺς ὅρους, ἢ πολλὰς κατηγορίας, ἀλλὰ μένουσι καί τινες, ὑφ᾿ ἃς ἀντιλαμβανόμεθα αὐτοῦ. Εἰς τὸ μυστήριον ὅμως, τῆς θείας μεταλήψεως κρύπτεται οὐ μόνον ἡ θεότης, ἀλλὰ καὶ ἡ ἀνθρωπότης ὥστε εἶναι μυστήριον τῶν μυστηρίων, τὸ κατὰ πάντα τρόπον ἀπόκρυφον, τὸ ὑπερβαῖνον πάντας τοὺς ὅρους τῆς φυσικῆς γνώσεως· διὰ τοῦ μυστηρίου τούτου ὁ Θεὸς ἔδειξεν εἰς ἡμᾶς, ὡς δυνατός, τὸ μέγιστον κράτος τῆς θείας αὐτοῦ παντοδυναμίας, ὡς σοφὸς δέ, τὸ μέγιστον ὕψος τῆς θείας ἀγαθότητος. Τοῦτο τὸ μυστήριον τῆς θείας Εὐχαριστίας. Ὑποδείξαντες δὲ τὸ μέγεθος καὶ τὴν ἀξίαν αὐτοῦ, ἤδη μεταβαίνομεν εἰς τὴν ὑπόδειξιν τοῦ τρόπου καθ᾿ ὃν πρέπον εἷναι να προσερχώμεθα εἰς τὴν μετάληψιν αὐτοῦ.



Πῶς πρέπει να προσερχώμεθα εἰς τὴν μετάληψιν τῶν θείων μυστηρίων

Τὸν τρόπον, καθ᾿ ὃν ἀνάγκη να προσερχώμεθα εἰς τὴν θείαν Εὐχαριστίαν, διδάσκει ἡμᾶς ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, λέγων: «Δοκιμαζέτω δὲ ἄνθρωπος ἑαυτόν, καὶ οὕτως ἐκ τοῦ ἄρτου ἐσθιέτω, καὶ ἐκ τοῦ ποτηρίου πινέτω, ὁ γὰρ ἐσθίων καὶ πίνων ἀναξίως, κρῖμα ἑαυτῷ ἐσθίει καὶ πίνει μὴ διακρίνων τὸ σῶμα τοῦ Κυρίου» (Α´ Κορ. ια´ 28-29). Ὁ θεῖος Χρυσόστομος ἑρμηνεύων τοῦτο τὸ ῥητὸν λέγει τὰ ἑξῆς: «Ἐνδὸν ἐν τῷ συνειδότι ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ τοῦ τὰ πάντα ὁρῶντος ποιοῦ τὴν κρίσιν καὶ τῶν ἡμαρτημένων τὴν ἐξέτασιν, καὶ πάντα τοῦ βίου ἀναλογιζόμενος ὑπὸ τοῦ νοῦ τὸ κριτήριον ἄγε τὰ ἁμαρτήματα, διώρθου τὰ πλημμελήματα, καὶ οὕτω μετὰ καθαροῦ συνειδότος τῆς Ἱερᾶς ἅπτου τραπέζης καὶ τῆς ἁγίας μέτεχε θυσίας. Σὺ σεαυτοῦ γενοῦ κριτὴς καὶ τῶν βεβιωμένων ἀκριβὴς δικαστής, ἐρευνᾷ τὸ συνειδὸς καὶ τότε δέχου τὸ δῶρον. Ἂν τοῦτο κατορθώσωμεν, δυνησόμεθα μετὰ καθαροῦ συνειδότος καὶ τῇ Ἱερᾷ ταύτῃ καὶ φρικτῇ τραπέζῃ προσελθεῖν καὶ τὰ ῥήματα ἐκεῖνα τὰ τῇ εὐχῇ συνεζευγμένα μετὰ παῤῥησίας φθέγξασθαι, ἴσασιν οἱ μεμυημένοι τὸ λεγόμενον διὸ τῷ ἑκάστου συνειδότι καταλιμπάνω εἰδέναι, πῶς μὲν κατορθωκότες τὴν ἐντολὴν μετὰ παῤῥησίας προέσθαι ταῦτα δυνάμεθα κατὰ τὸν καιρὸν ἐκεῖνον τὸν φοβερόν». Ἂς ἐξετάζῃ λοιπὸν ἕκαστος τὴν ἑαυτοῦ συνείδησιν πρῶτον, ἵνα γνωρίσῃ τὴν ἠθικὴν αὐτοῦ κατάστασιν καὶ τὴν σχέσιν αὐτοῦ πρὸς τὸν Θεὸν καὶ τὸν πλησίον αὐτοῦ, καὶ ἂν εὕρῃ αὐτὰς ἐν θεαρέστῳ καταστάσει, ἂς προσέλθῃ νὰ κοινωνήσῃ, ἄλλως ἂς ἐπιφυλαχθῇ διότι οὐδὲν κοινὸν μεταξὺ ἁγίου καὶ ἐναγοῦς.

Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος νουθετῶν τοὺς Κορινθίους μὴ ἐτεροζυγεῖν ἀπίστοις, ἤτοι μὴ λαμβάνειν συζύγους ἀπίστους, λέγει «Τίς γὰρ μετοχὴ δικαιοσύνη καὶ ἀνομία; Τίς δὲ κοινωνία φωτὶ πρὸς σκότος; Τίς δὲ συμφώνησις Χριστοῦ πρὸς Βελίαρ;» (Β´ Κορ. στ´ 14), ὥστε τίς κοινωνία ἁμαρτωλῷ πρὸς τὴν θείαν μετάληψιν; Ὅτι δὲ μετ᾿ εὐλαβείας πρέπει να προσερχώμεθα, διδάσκει ἡμᾶς αὐτὸς ὁ Θεός, διατάξας τῷ Μωϋσῇ να μὴ πλησίασῃ τῇ καιομένῃ βάτῳ ὑποδεδεμένος, ἀλλὰ να λύσῃ τὸ ὑπόδημα τῶν ποδῶν αὐτοῦ εἰς σημεῖον εὐλαβείας διότι ὁ τόπος, ἐν ᾧ ἵστατο ἦν ἅγιος. «Μωϋσῆ! Μὴ ἐγγίσῃς ὧδε, λύσαι τὸ ὑπόδημά σου ἐκ τῶν ποδῶν σου ὁ γὰρ τόπος, ἐν ᾧ σὺ ἕστηκας ἐπ᾿ αὐτοῦ, γῆ ἁγία ἐστί» (Ἐξ. γ´ 3). Ὀφείλομεν ἄρα πλησιάζοντες να προσερχώμεθα μετὰ πάσης εὐλαβείας, καθαροὶ παντὸς μολυσμοῦ σαρκὸς καὶ πνεύματος, ἵνα ἀξίως μεταλαμβάνωμεν, διότι ἀφοῦ ὁ Θεὸς διέταξε τῷ Μωϋσῇ να λύσῃ τὸ ὑπόδημα, ἵνα πλησίασῃ τόπον ἅγιον, πόσον ὀφείλεις σύ, Χριστιανέ, να λύσῃς πάντα δεσμὸν ἁμαρτίας, ἵνα δεχθῇς ἐν σοὶ ὅλον τὸν Θεόν; Διότι ὁ Ἅγιος ἐκεῖνος ἄρτος οὐχὶ τὸ σῶμα τοῦ Κυρίου ἐστί; Καὶ τὸ ἅγιον ποτήριον οὐχὶ τὸ αἷμα τοῦ Κυρίου ἐστί; «Τὸ ποτήριον τῆς εὐλογίας, ὃ εὐλογοῦμεν, οὐχὶ κοινωνία τοῦ αἵματος τοῦ Χριστοῦ ἐστι; τὸν ἄρτον, ὃν κλῶμεν, οὐχὶ κοινωνία τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ ἐστι;» (Α´ Κορ. ι´ 16). Πῶς λοιπὸν θὰ πλησίασης μὲ βεβαρημένην συνείδησιν τὸ πῦρ, τὸ φλέγον ἀναξίους; Ἄνθραξ γάρ ἐστι τοὺς ἀναξίους φλέγων. Ὅθεν λῦσον πάντα πρὸς τὸν πλησίον σου δεσμὸν ἔχθρας, λῦσον πᾶσαν ἄδικον συναλλαγήν, ἀπόδος τὸ ἀλλότριον, ἔκκλινον ἀπὸ κακοῦ καὶ ποίει χρηστότητα, ἐπίστρεψον εἰς τὸν Κύριον καὶ πρόσελθε, ἵνα ἁγιασθῇς ὅλος, φωτισθῇς καὶ γίνῃς ταμεῖον τῆς θείας χάριτος, ἵνα ἑνωθῇς μετὰ τοῦ Χριστοῦ, ἵνα μείνῃς ἐν αὐτῷ καὶ αὐτὸς ἐν σοί. «Ὁ τρώγων μου τὸ σῶμα καὶ πίνων μου τὸ αἷμα ἐν ἐμοὶ μένει καγὼ ἐν αὐτῷ» (Ἰω. στ´ 54). Χαρακτὴρ τοῦ ἐπαξίως μεταλαμβάνοντος. Ὤ! Πόσον εὐδαίμων καὶ μακάριος δέον να λογίζηται ὁ ἐπαξίως τῶν θείων μεταλαμβάνων μυστηρίων! Οὗτος ἐξέρχεται τοῦ ναοῦ ὅλος ἀνακαινισθείς, διότι τὸ πῦρ τῆς θεότητος, τὸ διὰ τῆς θείας μεταλήψεως κοινωνῆσαν μετὰ τῆς ψυχῆς τοῦ ἀνθρώπου, τὰς μὲν ἁμαρτίας αὐτῆς κατέφλεξεν, αὐτὴν δὲ θείας ἐνέπλησε χάριτος, τὰς φρένας ἡγίασε, τὰς δυνάμεις τῆς ψυχῆς ἐνίσχυσε, τὸν νοῦν διεφώτισε καὶ τὴν καρδίαν τῷ φόβῳ τοῦ Θεοῦ καθήλωσε καὶ τέλος ἀνέδειξε σκήνωμα πνεύματος μόνου. Ὁ ἐπαξίως κοινωνήσας ἔλαβεν ὡς ἀῤῥαβῶνα τὴν οὐράνιον βασιλείαν, εὑρίσκεται δὲ ἐνδεδυμένος τὴν θείαν πανοπλίαν, ἥτις προφυλάττει αὐτὸν ἀπὸ παντὸς κακοῦ καὶ πάσης τοῦ πονηροῦ ἐπιβουλῆς, καὶ καθιστᾷ ἐπίφοβον καὶ αὐτοῖς τοῖς δαίμοσιν. Ἡ καρδία τοῦ ἐπαξίως κοινωνήσαντος πληροῦται χαρᾶς ἀφάτου καὶ θυμηδίας ἀῤῥήτου, οὗτος μόνος αἰσθάνεται τὴν ἐπελθοῦσαν ἀλλοίωσιν, ἐπὶ δὲ τῷ ἀνακαινισμῷ αὐτοῦ εὐφραίνεται. Αἱ ἀρεταὶ πᾶσαι περικοσμοῦσι τὴν καρδίαν αὐτοῦ, πόθος δὲ αὐτοῦ εἶναι ἡ μετὰ τοῦ Κυρίου ἕνωσις. Ἡ ψυχικὴ γαλήνη, ἣν δίδωσιν ἡ συναίσθησις τῆς μετὰ τοῦ Θεοῦ διαλλαγῆς καὶ κοινωνίας, καὶ ἡ βασιλεύουσα ἐν αὐτῷ οὐρανία εἰρήνη, κατοπτρίζονται ἐπὶ τοῦ ἱλαροῦ προσώπου, τοῦ ἐπαξίως κοινωνήσαντος, πᾶσα δὲ αὐτοῦ ἡ ἐξωτερικὴ ὄψις μαρτυρεῖ τὴν ἐσωτερικὴν αὐτοῦ ἠθικὴν κατάστασιν, ἁγνότης καὶ ἀθῳότης, δύο περιστέφουσαι αὐτὸν χάριτές εἰσιν, αἳ πρὸς πάντας περὶ αὐτοῦ ὁμιλοῦσαι. Ἰδοὺ ὁ χαρακτὴρ τοῦ ἀληθῶς καὶ ἐπαξίως μεταλαμβάνοντος, τοιαῦτα τὰ ἀποτελέσματα τῆς θείας μεταλήψεως.

Ταῦτα ἔχων τις ὑπ᾿ ὄψιν, πόσον δεν οἰκτείρει, οὐχὶ πλέον τοὺς ἀναξίως μεταλαμβάνοντας, ἢ τοὺς μὴ δυναμένους ἐκ κωλύοντας ἁμαρτήματος να μεταλάβωσιν, ἀλλὰ τοὺς ἐξ ἀδιαφορίας καὶ περιφρονήσεως, οὕτως εἰπεῖν, πρὸς τὴν ἐκ τῆς θείας μεταλήψεως προσγινομένην ὠφέλειαν, ψυχικήν τε καὶ σωματικὴν ἀπέχοντας τῆς θείας Εὐχαριστίας, διότι ἡ ὑγεία τῆς ψυχῆς ἐπιδρᾶ καὶ ἐπὶ τῆς ὑγείας τοῦ σώματος, ὡς γινώσκομεν ὅτι συμβαίνει, καὶ τανάπαλιν - τὶ εἴπωμεν περὶ αὐτῶν; Τὶ καλέσωμεν αὐτούς; Εἰς ποίαν τάξιν χριστιανῶν κατατάξωμεν αὐτούς; Ἡ στάσις αὐτῶν πρὸς τὸν χριστιανισμὸν εἶναι τοιαύτη, ὁποίαν μόνον οἱ ψυχροὶ καὶ ἀδιάφοροι ἔχουσιν, ἀλλ᾿ ἄραγε οὗτοί εἰσιν ἀληθεῖς χριστιανοί; Τοῦτο ἡμῖν ἄδηλον ὅ,τι δὲ ἡμεῖς δυνάμεθα να γινώσκωμεν εἶναι, ὅτι οἱ τοιοῦτοι πελαγοδρομοῦσιν ἄνευ πυξίδας, ἄνευ πηδαλίου καὶ ἄνευ κυβερνήτου, οὐαὶ δὲ αὐτοῖς τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ, ὅτε ἐπαναστήσεται κατ᾿ αὐτῶν ἡ θάλασσα καὶ πνεύσουσιν ἰσχυροὶ οἱ ἄνεμοι καὶ τὰ κύματα κατακλύσουσι τὸ σκάφος αὐτῶν. Ἔρημοι τότε καὶ ἐστερημένοι τῆς θείας παρηγορίας, θέλουσιν ἀτενίζει μὲ ὀφθαλμὸν ἔνδακρυν καὶ μὲ βλέμμα ἀπελπισίας τὰ ἀνοιγόμενα πρὸ τῶν ποδῶν αὐτῶν βάραθρα τὰ ἀπειλοῦντα καταπόντισμον καὶ παντελῆ ἀφανισμόν. Πρὸς τοὺς τοιούτους μίαν ἔχομεν να ἀποτείνωμεν ἀδελφικὴν συμβουλήν, να σπεύσωσι να κοινωνήσωσιν, ὅπως σωθῶσι, διότι οὐδεμία ἑτέρα ὑπάρχει σωτηρίας ἔξοδος.



Μετὰ τὴν θείαν Εὐχαριστίαν

Μετὰ τὴν θείαν Εὐχαριστίαν ὕμνησον εὐθὺς καὶ εὐχαρίστησον τὸν Κύριον, διότι σὲ Ἠξίωσε να γίνης κοινωνὸς τοῦ σώματος καὶ αἵματος αὐτοῦ, δι᾿ ἀξίων τῇ ἡμέρᾳ ἔργων δίελθε αὐτὴν καὶ ἁγίασον αὐτὴν καὶ ἔχε αὐτὴν ὡς παράδειγμα καὶ διὰ τὰς λοιπὰς τοῦ βίου σου ἡμέρας, μὴ ἀνεχθῇς τοῦ λοιποῦ να λυπήσῃς τὸν Ἄγγελον τὸν φύλακα τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματός σου ἐπιστρέφων εἰς τὰς πρώτας σου κακίας, ὡς ἐς λουσαμένη ἐπὶ τὸν βόρβορον, καὶ ὡς κύων ἐπὶ τὸ ἴδιον ἐξέραμα, διότι δύσκολος ἔσται ἡ ἐπιστροφή σου, μὴ εἴπῃς, ὅτι καὶ πάλιν μετανοῶ καὶ πάλιν καθαρίζομαι, διότι οὐχὶ ἀπολύτως ἐκ τῆς ἰδίας σου ἐξαρτᾶται θελήσεως ἡ μετάνοιά σου καὶ ἡ σωτηρία σου, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῆς θελήσεως τοῦ Θεοῦ, διότι εἰς τὴν σωτηρίαν τοῦ ἀνθρώπου δύο ἐνεργοῦσι παράγοντες, ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ θέλησις τοῦ ἀνθρώπου. Ὅθεν δέον ἀμφότεροι να συνεργασθῶσιν, ὅπως τὸ τῆς σωτηρίας ἀποτέλεσμα ἐπέλθῃ, ἡ σωτηρία ἄρα ἡμῶν, ὡς μὴ ἐξαρτωμένη ἀπολύτως ἐκ τῆς ἡμετέρας βουλήσεως, δεν διατελεῖ ὑπὸ τὰς διαθέσεις ἡμῶν, διὸ καὶ δεν δυνάμεθα να φρονῶμεν, ὅτι εἴμεθα κύριοι τῆς σωτηρίας ἡμῶν καὶ ὅτι, ὁπόταν εἶναι ἡμῖν ἀρεστόν, δυνάμεθα να μετανοῶμεν καὶ ἐπιστρέφωμεν ἀπὸ τῶν πονηριῶν ἡμῶν πρὸς τὸν Κύριον, οὐχί! οὐχί! Ἀληθές, ὅτι ὁ Κύριος πάντας θέλει σωθῆναι καὶ εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν, ἀναμένει δὲ τὴν μετάνοιαν τοῦ ἁμαρτωλοῦ, ὅτι εἶπεν, «οὐ θέλω θελήσει τὸν θάνατον τοῦ ἁμαρτωλοῦ ὡς τὸ ἐπιστρέψαι καὶ ζῆν αὐτόν», ἀλλ᾿ ἀναμένει τὸν ἁμαρτωλὸν τὸν ἐξ ἀγνοίας ἁμαρτάνοντα, ἢ τὸν ἐν γνώσει μὲν ἁμαρτάνοντα συνεπείᾳ ἠθικῆς ἀδυναμίας, ἀλλὰ μὴ ὀλιγωροῦντα διὰ τὰ ἴδια ἁμαρτήματα, οὐχὶ δὲ καὶ τὸν ἐν γνώσει ἁμαρτάνοντα καὶ περὶ τῶν ἁμαρτιῶν αὐτοῦ ὀλιγωροῦντα, ἐπειδὴ ὁ τοιοῦτος οὐδέποτε θέλει μετανοήσει, διότι ἐπὶ σαθρῶν ὅλως θεμελίων οἰκοδομεῖ, καὶ διότι φρονεῖ, ὅτι τὸ γῆρας θέλει φέρει τὴν ἐξάλειψιν τῶν παθῶν, τὴν ἄρσιν τῶν ἐλατηρίων πρὸς τὴν ἁμαρτίαν καὶ τὴν εὔκολον προπαρασκευὴν αὐτοῦ πρὸς τὴν μετάνοιαν, τὴν ἄγουσαν πρὸς τὴν σωτηρίαν, φρονεῖ δὲ ὅτι ἡ φυσικὴ ἀδυναμία πρὸς διάπραξιν τῆς ἁμαρτίας εἶναι ἡ ὁδὸς πρὸς τὴν σωτηρίαν! Πόσον πλανῶνται οἱ τοιοῦτοι! Πόσον ἀπέχουσιν οὗτοι τοῦ ἀληθοῦς πνεύματος τοῦ χριστιανισμοῦ καὶ ἑπομένως πόσον ὀλίγον δύνανται να ὀνομασθῶσι χριστιανοί! Πόσον δὲ ἀπέχουσι καὶ τοῦ τῶν χριστιανῶν κλήρου! Οἱ τοιοῦτοι πλανῶνται ἀναμένοντες μετάνοιαν καὶ σωτηρίαν, γνωστὸν γενέσθω αὐτοῖς ὅτι σωτηρία οὔκ ἐστιν αὐτοῖς, διότι οὐδὲ μετάνοια ἔσται, καὶ ἰδοὺ διατί, διότι οἱ τοιοῦτοι δεν ἐξετίμησαν τὸν χριστιανισμόν, εἰσὶ δὲ οἱ κατὰ τοῦ Πνεύματος βλασφημήσαντες, διότι βλασφημία κατὰ τοῦ Πνεύματος δεν εἶναι μόνον τὸ ἀπρεπῶς περὶ αὐτοῦ λαλήσαι καὶ ἀντειπεῖν, ἀλλὰ καὶ τὸ ἐμμένειν τινὰ μετὰ τὴν ἁμαρτίαν ἀδιάφορον καὶ ἀμετανόητον, διότι ὁ μὴ μετὰ τὴν ἁμαρτίαν μετανοῶν, οὗτος οὐ μόνον τὸν θεῖον προσβάλλει νόμον, ἀλλὰ καὶ τὸν νομοθέτην περιφρονεῖ καὶ περιυβρίζει, ἀπαξιῶν να δώσῃ δίκας τῶν πεπραγμένων ἐπ᾿ αὐτοῦ.

Ὁ λόγος τῆς πλάνης τοῦ ἀναβάλλοντος τὴν μετάνοιαν εἶναι ἡ τε ἄγνοια τοῦ πνεύματος τοῦ χριστιανισμοῦ καὶ ἡ τῆς σημασίας τῆς μετανοίας, διότι οὖτος ἀγνοῶν τὸ χριστιανικὸν δόγμα, «Ἔκκλινον ἀπὸ κακοῦ καὶ ποίει χρηστότητα», καὶ τὸ «ἅγιοι γίνεσθε», καὶ τὸ «φρόνιμοι γίνεσθε» καὶ ὅλας τὰς λοιπὰς χριστιανικὰς ἐντολάς, δι᾿ ὧν προτρεπόμεθα εἰς τὴν ἀρετήν, φρονεῖ, ὅτι ὁ Θεὸς περὶ τῶν σωμάτων μόνον φροντίδα ποιεῖται καὶ ὅτι αὐτὰ ζητεῖ να ὦσιν ἀπηλλαγμένα ῥύπου, ὅθεν δήποθεν καὶ ἂν προσλαμβάνεται οὖτος, εἴτε ἐκ τῆς ἀσθενείας τοῦ σώματος εἴτε ἐξ ἑτέρου τινὸς κωλύματος, ὅτι δὲ οὕτω φρονοῦσι, τοῦτο δείκνυται ἐκ τῶν σκέψεων καὶ τῶν φρονημάτων αὐτῶν, μάλιστα δὲ ἐκ τῆς περιλαλήτου καταστάσης πλέον φράσεως, ὅταν γηράσωμεν οὐχὶ δι᾿ αὐτῆς θέλουσι να φανερώσωσι τὸν χρόνον τῆς ἀδυναμίας καὶ ἀνικανότητος πρὸς ἁμαρτίαν; Οὐχὶ λοιπὸν ἀληθές, ὅτι οὖτοι οὐδὲ μίαν περὶ πνευματικοῦ βίου ἔχουσι γνῶσιν; Οὐχὶ ἀρετὴν θεωροῦσιν ὡς τῷ Θεῷ ἀρέσκουσαν, τὴν ἀνικανότητα πρὸς τὴν ἁμαρτίαν καὶ τὴν ὅπως δήποτε ἀποχὴν ἀπὸ τῆς ἁμαρτίας ἄνευ ὅμως τῆς μορφώσεως τῆς καρδίας, ἄνευ τῆς προσκτήσεως ἀρετῶν καὶ ἄνευ ἀγώνων, ἄνευ τελειώσεως κτλ.; Ἡ ἀκριβὴς αὐτὴ ὁμολογία αὐτῶν περὶ τοῦ τρόπου, καθ᾿ ὃν ἀντελήφθησαν τὸ πνεῦμα τῶν ἠθικῶν ἀρχῶν τοῦ Χριστιανισμοῦ, διαβεβαιοῖ ἡμᾶς καὶ περὶ τῆς ἀληθείας, τῆς ἀγνοίας τῆς σημασίας τῆς μετανοίας, οὗτοι ταυτίζουσι τὴν μετάνοιαν μετὰ τῆς ἀδυναμίας πρὸς τὴν ἁμαρτίαν, διὸ καὶ νομίζουσιν, ὅτι εὑρίσκονται ἐν μετάνοιᾳ μὴ κατεργαζόμενοι τὰ πονηρά, ἔστω καὶ ἐξ ἀδυναμίας καὶ ἀνικανότητος, διότι ἄλλως δεν θὰ ἐφρόνουν ὡς ἀποφαίνονται. Τὸ τιθέναι τὴν μετάνοιαν ἐν τῇ ἀδυναμίᾳ, ἤτοι τὸ λέγειν θὰ μετανοήσω ὅταν γηράσω, τοῦτ᾿ αὐτὸ δηλοῖ, ὅτι δεν ἔχει ὁ λέγων γνῶσιν τῆς σημασίας τῆς λέξεως, διότι ἡ μετάνοια ἐνῶ εἶναι προϊὸν τοῦ συναισθητικοῦ, οὗτοι ἐξαρτῶσιν αὐτὴν ἐκ τοῦ βουλητικοῦ, ἂν εἶναι λοιπόν ποτε δυνατὸν να ὁρίσωσιν ὅ,τι δεν ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς βουλήσεως αὐτῶν, καὶ ἂν δύνανται να μετανοήσωσιν, ἀφοῦ ἡ συναίσθησις καθεύδη. Πόσον πλανᾶται, ὅστις νομίζει, ὅτι δύναται, χωρὶς να διεγερθῇ ἡ συναίσθησις, νὰ ἀποφασισῃ τὴν μετάνοιαν αὐτοῦ. Ἐὰν ἡ συναίσθησις δὲν διεγερθῇ, εἰς μάτην ἀποφασιζει περὶ τῆς μετανοίας του, ἡ μετάνοια προσκαλουμένη φεύγει, ἀδύνατον ἄρα ὁ τοιοῦτος να τύχῃ σωτηρίας. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἐννοήσῃ ὁ τοιοῦτος, ὅτι ἡ συναίσθησις εἶναι ὁ παράγων τῆς μετανοίας, οὐχ ἧττον, ἐὰν παραμέλησῃ τὴν ἰκανοποίησιν τῆς προσβληθείσης θείας δικαιοσύνης, πάλιν δεν δύναται να μετανοήσῃ, διότι ὁ Θεὸς διὰ τὴν μεγάλην κακίαν τοῦ πολλάκις ἁμαρτήσαντος καὶ μὴ ἰκανοποιήσαντος τὴν θείαν δικαιοσύνην δεν ἐγείρει ἐκ τοῦ ληθάργου τὴν ναρκωθεῖσαν καρδίαν αὐτοῦ, ἀλλ᾿ ἐγκαταλείπει αὐτόν, ὅπως μὴ ἐπιστρέψῃ, ἰαθῇ καὶ σωθῇ, ἀνάγκη ἄρα οἱ ὀρεγόμενοι σωτηρίας καὶ μελλούσης ζωῆς να μὴ ἀναβάλλωσι τὴν μετάνοιαν αὐτῶν, ἀλλὰ να σπεύδωσι να μετανοήσωσι καὶ ἔργα ἀξία τῆς μετανοίας να πράττωσι, δι᾿ ὧν ἡ θεία ἰκανοποιεῖται δικαιοσύνη.
πηγή




«ΚΑΙΡΟΣ ΕΥΠΡΟΣΔΕΚΤΟΣ» (Ὁ Ἀγώνας τῆς Μετανοίας)


ΚΑΙΡΟΣ ΕΥΠΡΟΣΔΕΚΤΟΣ» 

Ἀπὀσπασμα ἀπὸ τὸνΠΡΟΛΟΓΟ

Τοῦ Καθηγουμένου τῆς Ἱερᾶς Μονῆς
Ὁσ. Γρηγορίου Ἁγίου Ὄρους
† Ἀρχιμανδρίτου Γεωργίου

ΚΑΙΡ. ΕΥΠΡ.          Ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός μᾶς παραγγέλλει: «μετανοεῖτε καί πιστεύετε ἐν τῷ εὐαγγελίῳ» (Μάρκ. α´ 15). Κανείς δέν μπορεῖ νά δεχθῇ τό Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ ὡς νέα καί χαρμόσυνη ζωή, ἐάν δέν μετανοῇ διά βίου. Ἡ μετάνοια μᾶς βοηθεῖ νά ἔχουμε ταπείνωσι, νά νικοῦμε τίς ἀδυναμίες καί τά πάθη μας, ὥστε νά δεχώμεθα μέ πίστι τό Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ.
.          Κήρυγμα τῆς μετανοίας ἦταν καί τό κήρυγμα τοῦ ἁγίου προφήτου, Προδρόμου καί Βαπτιστοῦ Ἰωάννου, καθώς καί ὅλων τῶν ἁγίων Διδασκάλων τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἐπιποθοῦντες οἱ Μοναχοί νά βιοῦν κατά τό δυνατόν πληρέστερα τό Εὐαγγέλιο, εἶναι φυσικό νά ἔχουν ὡς κύριο σκοπό τοῦ ἀγῶνος των τήν συνεχῆ μετάνοια.
.          Ὁ Κύριος μᾶς ἐδίδαξε ὅτι ἡ μετάνοια δέν ἔχει στατικό χαρακτῆρα, ἀλλά εἶναι μία δυναμική φορά πρός Αὐτόν καί ἐπιπόθησις ἀέναος τῆς κοινωνίας μέ τόν Ζῶντα Θεόν.
.          Ὁ Μοναχός καί ὁ ἐν τῷ κόσμῳ Χριστιανός, πού ποθεῖ τήν τελειότητα, προσέχει νά μή ὑπάρχῃ τό παραμικρό ἐμπόδιο στήν ἕνωσί του μέ τόν Θεό. Γι’ αὐτό μετανοεῖ μετά δακρύων ὄχι μόνο γιά τά σοβαρά ἁμαρτήματα ἀλλά καί γιά τά νομιζόμενα ὡς μικρά καί ἀσήμαντα. Ὁ θεῖος ἔρως, πού συνέχει τήν ψυχή του, τόν καθιστᾶ εὐαίσθητο σέ ὅ,τι θά μποροῦσε νά λυπήσῃ τόν ἀγαπώμενο Κύριο.
.          Ἡ μελέτη πού ἀκολουθεῖ, μᾶς βοηθεῖ νά ἐμβαθύνουμε, σύμφωνα μέ τήν διδασκαλία τῶν Ἁγίων Πατέρων, στό μυστήριο τῆς μετανοίας καί μάλιστα κατά τήν περίοδο τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, τήν ὁποία ἡ Ἐκκλησία προβάλλει ὡς κατ’ ἐξοχήν περίοδο τῆς μετανοίας. […]

"Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη

  Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...