Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Κυριακή, Απριλίου 21, 2013

ΕΟΡΤΗ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΣΑΒΒΑ, ΤΟΥ ΝΕΟΥ, ΤΟΥ ΕΝ ΚΑΛΥΜΝΩ

15Γιορτάζουμε σήμερα 21 Απριλίου, ημέρα μνήμης του Οσίου Σάββα, του Νέου, του εν Καλύμνω.

Ο Όσιος Σάββας ο Νέος, κατά κόσμο Βασίλειος, γεννήθηκε το έτος 1862 μ.Χ. στην Ηρακλείτσα της περιφέρειας Αβδίμ της Ανατολικής Θράκης από πτωχούς και απλοϊκούς γονείς, τον Κωνσταντίνο και τη Σμαραγδή.

Ο Βασίλειος μεγάλωσε έχοντας βαθιά πίστη και μεγάλη ευσέβεια και προσπαθώντας να μιμηθεί την άσκηση των Αγίων της Εκκλησίας μας. Σε ηλικία δώδεκα ετών ο Βασίλειος διαπίστωνε καθημερινά ότι το επάγγελμα που ασκούσε δεν ήταν στα μέτρα του και ποθούσε μια άλλη ζωή.

Ήθελε να ζήσει μόνο για τον Χριστό και να ακολουθήσει την οδό της μοναχικής πολιτείας. Έτσι έλαβε πλέον την αμετάκλητη απόφαση να φύγει, εγκαταλείποντας τα εγκόσμια. Κατευθύνεται στο Άγιον Όρος, στην Ιερά Σκήτη της Αγίας Άννης, όπου επί δώδεκα έτη ζει πλέον με προσευχή και αυστηρή άσκηση.

Έντονη ήταν και η επιθυμία του Οσίου να επισκεφθεί τους Αγίους Τόπους, την οποία πραγματοποιεί αφού πρώτα διέρχεται από την γενέτειρά του. Δέος τον καταλαμβάνει καθώς αντικρίζει τον Πανάγιο Τάφο.

Ελπίζοντας πάντα στην βοήθεια του Θεού, εισέρχεται στην ιερά μονή του Αγίου Γεωργίου Χοζεβά, όπου έπειτα από τριετή ενάρετο βίο κείρεται μοναχός το 1890 μ.Χ. και αργότερα, το έτος 1894 μ.Χ.,αποστέλλεται από τον ηγούμενο της μονής, Καλλίνικο, στην Σκήτη της Αγίας Άννης, κοντά στον αρχιμανδρίτη Άνθιμο, για να ασκηθεί στην αγιογραφία. Το 1902 μ.Χ. χειροτονείται διάκονος και το επόμενο έτος πρεσβύτερος.

Διακονεί δε μέχρι το έτος 1906 μ.Χ. ως εφημέριος της Θεολογικής Σχολής του Τιμίου Σταυρού, όπου γνωρίζεται με τον αρχιμανδρίτη Χρυσόστομο Παπαδόπουλο, τον μετέπειτα Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος, ο οποίος έλεγε για τον Άγιο Σάββα στον Καλύμνιο φίλο του Γεράσιμο Ζερβό, πριν ακόμη ο Άγιος κοιμηθεί: «Να ξέρεις, Γεράσιμε, ότι ο πατήρ Σάββας είναι άγιος άνθρωπος».

Το έτος 1907 μ.Χ. επανέρχεται στη μονή Χοζεβά, όπου διάγει βίο ασκητικό με τέλεια υποταγή στους ασκητικούς κανόνες, άκρα ταπείνωση, χαμαικοιτία, στέρηση παντός υλικού αγαθού, ακολουθώντας το πατερικό «ο ακτήμων μοναχός, υψιπέτης αετός». Η τροφή του ήταν μια κουταλιά βρεγμένο σιτάρι και νερό από τον ποταμό.

Το έτος 1916 μ.Χ. επιστρέφει οριστικά στην Ελλάδα, μεταβαίνει στη νήσο Πάτμο, όπου διαμένει δύο χρόνια και ιστορεί δύο εικόνες στο Καθολικό της μονής. Έπειτα έρχεται στην Αθήνα, όπου πληροφορείται ότι τον αναζητεί ο Άγιος Νεκτάριος, Μητροπολίτης Πενταπόλεως.

Μεταβαίνει στην Αίγινα και διακονεί τον Άγιο μέχρι την ημέρα της κοιμήσεώς του. Η συγκαταβίωση με τον Άγιο Νεκτάριο συνέβαλε στην πνευματική του πρόοδο. Γνώρισε την αυστηρή άσκηση του Αγίου Νεκταρίου, την παροιμιώδη ταπείνωσή του, την απλότητά του.

Έζησε το πρώτο θαύμα του Αγίου, όταν μετά την κοίμησή του είδε τον Άγιο να κλίνει την κεφαλή του προκειμένου να του φορέσει το πετραχήλι του και να επανέρχεται κατόπιν στην θέση της.

Επί τρεις συνεχείς ημέρες οι αδελφές της μονής στην Αίγινα άκουγαν συνομιλίες από τον τάφο του Αγίου, όταν δε πλησίασαν, είδαν εκεί τον Όσιο Σάββα να συνομιλεί με τον Άγιο Νεκτάριο. Ο Όσιος έμεινε έγκλειστος στο κελί του για σαράντα ημέρες. Κατά την τεσσαρακοστή ημέρα εξήλθε κρατώντας μία εικόνα του Αγίου Νεκταρίου, την οποία ενεχείρησε στην ηγουμένη με την εντολή να την τοποθετήσει στο προσκυνητάρι.

Η ηγουμένη απάντησε ότι αυτό δεν ήταν δυνατό να γίνει, διότι ο Άγιος δεν είχε αναγνωρισθεί επίσημα από την Εκκλησία και μια τέτοια ενέργεια ίσως να έθετε τη μονή σε διωγμό. Τότε ο Όσιος Σάββας της είπε επιτακτικά: «Οφείλεις να κάνεις υπακοή. Να πάρεις την εικόνα, να την βάλεις στο προσκυνητάρι και τις βουλές του Θεού να μην τις περιεργάζεσαι».

Στην Αίγινα δεν μπορεί πλέον να μείνει, διότι προσέρχεται πολύς κόσμος και αυτό κουράζει τον φιλήσυχο Όσιο. Μεταβαίνει στην Αθήνα και κατόπιν στην Κάλυμνο, όπου μετά από περιπλάνηση στις μονές και τα ησυχαστήρια του νησιού, καταλήγει στη μονή των Αγίων Πάντων. Εκεί αρχίζει μία έντονη πνευματική ζωή.

Αγιογραφεί, τελεί τα Θεία Μυστήρια και τις Ιερές Ακολουθίες, εξομολογεί, διδάσκει διά του στόματος και διά του παραδείγματός του και βοηθάει χήρες, ορφανά και φτωχούς. Ήταν επιεικής και εύσπλαχνος με τις αμαρτίες των άλλων, δεν ανεχόταν όμως την βλασφημία και την κατάκριση. Πολλές φορές δάκρυζε και με πόθο παρακαλούσε για την μετάνοια των πνευματικών του τέκνων, κατά δε τη Θεία Λειτουργία είχε τέλεια προσήλωση στο συντελούμενο μυστήριο.

Αξιώθηκε της ευωδίας του σώματός του εν ζωή, καθώς και το πέρασμά του ήταν ευώδες, ευωδία η οποία θα εξέλθει και από το μνήμα του μετά την εκταφή του. Χρήματα δεν κρατούσε ποτέ, η ζωή του ήταν μια συνεχής κατάσταση αγίας υπακοής. Κατ' αυτόν τον τρόπο συμπλήρωσε τις ημέρες της επίγειας ζωής του, με άκρα περισυλλογή και ιερά κατάνυξη, ενώ λίγο πριν το τέλος η τελευταία φράση του ήταν «Ο Κύριος, ο Κύριος, ο Κύριος, ο Κύριος, ο Κύριος, ο Κύριος». Η ομολογία αυτή ήταν η βεβαίωση της εν Χριστώ πορείας του.

Μετά από δέκα έτη, έγινε η ανακομιδή των αγίων και χαριτόβρυτων λειψάνων του, στις 7 Απριλίου 1957 μ.Χ., προεξάρχοντος του μακαριστού Μητροπολίτου Λέρου, Καλύμνου και Αστυπάλαιας κυρού Ισιδώρου, ενώπιον πλήθους λαού. Ένα πυκνό νέφος θείας ευωδίας κάλυψε ολόκληρη την περιοχή και το νέο για το θεϊκό σημείο έκανε αμέσως το γύρο του νησιού. Το ιερό λείψανο του Οσίου μεταφέρθηκε σε λάρνακα, στο παρεκκλήσι του Αγίου Σάββα του Ηγιασμένου.

Η επίσημη αγιοποίηση του Οσίου Πατρός ημών Σάββα του Νέου έγινε διά Πατριαρχικής Συνοδικής Πράξεως της 19ης Φεβρουαρίου 1992 μ.Χ.

Στους εορτάζοντες και στις εορτάζουσες, χρόνια πολλά και ευάρεστα στο Θεό !!!

Με πληρ. από τον Ορθόδοξο Συναξαριστή 

Τό κήρυγμα τῆς Κυριακῆς:Ὅς ἐάν θέλῃ γενέσθαι μέγας ἐν ὑμῖν, ἔσται ὑμῶν διάκονος. Του Αρχιμανδρίτου Παϊσίου Λαρεντζάκη, εκ της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κρήτης


Του Αρχιμανδρίτου Παϊσίου Λαρεντζάκη,
Ιεροκήρυκος της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κρήτης.
«Ὃς ἐάν θέλῃ γενέσθαι μέγας ἐν ὑμῖν, ἒσται ὑμῶν διάκονος».
Λίγες ημέρες χώριζαν τον Κύριο από την ημέρα του φρικτού μαρτυρίου του για την σωτηρία των ανθρώπων. Ήθελε να προετοιμάσει ψυχολογικά τους μαθητές Του για να μην κλονισθεί η πίστη τους, όταν θα τον έβλεπαν κρεμάμενο πάνω στο Σταυρό. Προανήγγειλε σ’ αυτούς με καθαρότητα και λεπτομέρεια όσα φοβερά θα του συνέβαιναν· τη σύλληψή του, τους εμπαιγμούς και εμπτυσμούς, τους εξευτελισμούς και τις μαστιγώσεις, την σταύρωση, την ταφή αλλά και την ανάσταση. Εκείνοι όμως παρανόησαν τα λόγια του. Νόμιζαν ότι ο Διδάσκαλός τους θα δοξαζόταν ως επίγειος βασιλιάς. Και παραγκωνίζοντας ο ένας τον άλλον, έτρεξαν να ζητήσουν, ο καθένας για τον εαυτό του πρωτοκαθεδρία, τιμή και δόξα. Ο Κύριος όμως τους είπε· «ὃς ἐάν θέλῃ γενέσθαι μέγας ἐν ὑμῖν, ἒσται ὑμῶν διάκονος».
Ασφαλώς θα εξεπλάγησαν οι μαθητές από τα λόγια αυτά του Διδασκάλου. Πιθανόν και να μη τα κατάλαβαν. Αυτοί ήξεραν ότι, για να αποκτήσει κανείς αξιώματα και δόξα, έπρεπε να δραστηριοποιηθεί, να αγωνισθεί με πείσμα, να παραμερίσει άλλους, να παρακαλέσει τους ισχυρούς, να διαθέσει μέσα, χρήματα, γνωριμίες. Έβλεπαν ότι όλοι όσοι κατόρθωσαν να αναρριχηθούν σε αξιώματα και θέσεις και να αποκτήσουν δόξα, έτσι ενήργησαν.
Ο Κύριος όμως τους είπε καθαρά· «οὐχ οὓτως ἒσται ἐν ὑμῖν». Δεν θα γίνεται έτσι με σας. Δεν θα ακολουθείτε το δρόμο που ακολουθούν οι φιλόδοξοι άνθρωποι του κόσμου. Ο δρόμος ο δικός σας είναι πολύ διαφορετικός· εντελώς αντίθετος. Είναι ο δρόμος της ταπείνωσης, της εξυπηρέτησης και όχι του παραμερισμού των άλλων. Είναι ο δρόμος μάλλον της υποχώρησης για να προχωρήσουν οι άλλοι. Ο άνθρωπος του Θεού, ο αληθινός πνευματικός ηγέτης δεν τρέχει προς το αξίωμα και μάλιστα αν αυτό είναι εκκλησιαστικό. Έχοντας συναίσθηση των μεγάλων ευθυνών, τις οποίες συνεπάγεται το αξίωμα, ακόμα και αν του το προσφέρουν προσπαθεί να το αποφύγει.
Αναμετρά τις δυνάμεις του και με ταπεινοφροσύνη ομολογεί, ότι δεν θα μπορέσει να ανταποκριθεί στα καθήκοντα, που αυτό του επιβάλλει. Βλέπει το αξίωμα ως έργο και όχι ως θρόνο δόξης και εξουσίας. Βλέπει κυρίως τους κόπους, τους μόχθους και τις θυσίες που απαιτεί το αξίωμα, και όχι τα υλικά πλεονεκτήματα και τις διάφορες ανέσεις, που πιθανόν να προσφέρει. Το θεωρεί όχι σαν έπαθλο θριάμβου, αλλά σαν στάδιο πολλών και μεγάλων αγώνων, των οποίων σκοπός είναι ο διαφωτισμός ψυχών, η λύτρωση από την τυραννία των παθών και από την ενοχή της αμαρτίας, η καθαρότητα της καρδιάς, η συνεχής και συνετή καθοδήγηση προς το «καθ’ ὁμοίωσιν Θεοῦ».
Και όλα αυτά όχι μόνο με τα ωφέλιμα λόγια και τις καλές συμβουλές, αλλά προ παντός με το ανεπίληπτο ήθος, με τον ακέραιο χαρακτήρα, με το καλό παράδειγμα, με την ακτινοβόλο χριστιανική πίστη και ζωή. Ο αξιωματούχος της Εκκλησίας πρέπει να είναι φως των ανθρώπων, «πόλις ἐπάνω ὂρους κειμένη».
Αν κατά την ημέρα εκείνη τα είχαν αυτά υπ’ όψιν τους οι Μαθητές, ασφαλώς δεν θα έτρεχαν να ζητήσουν αξιώματα και τιμές επίγειες. Ο ταπεινός άνθρωπος, που συναισθάνεται βαθιά το βάρος του αξιώματος και της ευθύνης του είναι πάντοτε πρόθυμος αθόρυβα να διακονήσει, όπου τον καλέσει το καθήκον. Έχει συνεχώς ανοικτά τα μάτια της ψυχής και του σώματος, για να βλέπει και να αντιλαμβάνεται καθαρά, ποιο είναι το καθήκον του κάθε ημέρα. Ποιες είναι οι υποχρεώσεις που τον βαρύνουν απέναντι των άλλων και πως θα ανταποκριθεί σ’ αυτές. Παραμερίζει πολλές φορές υποχρεώσεις του απέναντι των οικείων του, για να επιδοθεί απερίσπαστος στο έργο που ανάλαβε.
Δεν διστάζει να υποβληθεί σε κόπους και θυσίες για τους άλλους, έστω κι αν μερικές φορές η πληρωμή του είναι η αχαριστία. Αυτός άλλωστε εξυπηρετεί εκείνους, όχι για να κερδίσει την ευγνωμοσύνη τους, αλλά για εκπληρώσει ευσυνείδητα το καθήκον, όπως το επιβάλλει το αξίωμά του. Θεωρεί τον εαυτό του υπηρέτη των άλλων. Και όπως ο υπηρέτης, που εκτελεί το έργο του, δεν έχει αξιώσεις για την ευγνωμοσύνη του κυρίου του, έτσι κι αυτός.
Έχει κατά νουν το συγκινητικό και διδακτικό παράδειγμα του Κυρίου, ο οποίος για να διδάξει τους Μαθητές να μην επιδιώκουν δόξα και τιμή από τους ανθρώπους, τους είπε ότι «ὁ υἱός τοῦ ἀνθρώπου οὐκ ἦλθε διακονηθῆναι, ἀλλά διακονῆσαι καί δοῦναι τήν ψυχήν αὐτοῦ λύτρον ἀντί πολλῶν». Ο Κύριος είχε όλα τα δικαιώματα τα ζητήσει κάθε εξυπηρέτηση από τα δημιουργήματά του και δεν είχε καμία υποχρέωση να γίνει αυτός υπηρέτης τους και μάλιστα θυσιάζοντας την ίδια του την ζωή. Παρ’ όλα αυτά όμως, ο Θεάνθρωπος Κύριος, έγινε υπηρέτης των δούλων του, οι οποίοι μάλιστα ήσαν τότε και εχθροί του εξ αιτίας των αμαρτιών τους.
Αυτό το γεγονός πρέπει να μιλάει βαθιά στην ψυχή του κάθε αξιωματούχου και να του εμπνέει ανεξάντλητη προθυμία και δραστηριότητα για το έργο στο όποιο έχει ταχθεί. Γι’ αυτόν μεγάλη και απερίγραπτη ικανοποίηση είναι μιμηθεί τον Κύριο, να ακολουθήσει το λαμπρό του παράδειγμα και να έχει την πληροφορία της συνείδησης ότι έκανε εκείνο, το οποίο έπρεπε να κάνει. Κι έναν τέτοιο ηγέτη, είτε στην Πολιτεία είτε στην Εκκλησία, τον εκτιμούν, τον τιμούν και τον δοξάζουν οι άνθρωποι, αλλά πολύ περισσότερο τον τιμά και τον δοξάζει ο Θεός.
Ο πόθος της δόξας είναι έμφυτος στον άνθρωπο. Αλλά η αληθινή δόξα δεν αποκτάται με τον παραμερισμό των άλλων, με την προθυμία για τα αξιώματα, με την περιαυτολογία και την επίδειξη. Αποκτάται με την εξυπηρέτηση των άλλων με ταπεινοφροσύνη και πηγαία, αληθινή αγάπη. Εδώ ακριβώς βρίσκεται το μεγαλείο και η δόξα του χριστιανού. Με τον τρόπο αυτό θα γίνει μέγας και εδώ στη γη αλλά και στον ουρανό. Γιατί το είπε το αδιάψευστο στόμα του Κυρίου μας: «ὃς ἐάν θέλῃ ὑμῶν γενέσθαι πρῶτος, ἒσται πάντων δοῦλος».

ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ ΚΑΙ ΤΩΝ ΣΥΝ ΑΥΤΩ

Τῌ ΚΑ' ΤΟΥ ΑΥΤΟΥ ΜΗΝΟΣ
ΑΠΡΙΛΙΟΥ

Μνήμη 

τοῦ Ἁγίου Ἱερομάρτυρος,
 Ἰανουαρίου καὶ τῶν σὺν αὐτῷ.

Τῇ ΚΑ' τοῦ αὐτοῦ μηνός,

 Μνήμη
 τοῦ Ἁγίου Ἱερομάρτυρος, 
Ἰανουαρίου Ἐπισκόπου, 
Προκούλου,
 Σώσσου καὶ Φαύστου Διακόνων, 
Δισιδερίου Ἀναγνώστου, 
Εὐτυχίου καὶ Ἀκουτίωνος.

Τὸν Ἰανουάριον ἄνδρα γεννάδαν
Ἀπρίλιος μὴν εἶδεν ἐκτετμημένον.
Σὺν τῷ Προκούλῳ Σῶσσον, ἀλλὰ καὶ Φαῦστον,
Πρὸ κουλεοῦ κύψαντας ἔκτεινε ξίφος.
Δισιδέριος τὴν δέριν δοὺς τῷ ξίφει,
Τομὴν ὑπέστη, καὶ παρέστη Κυρίῳ.
Φωνῆς ἀκουτίσθητι τῆς, Ἀκουτίου,
Λέγοντος· Εὐτύχιε, συντμήθητί μοι,
Ἰανουαρίοιο κάρην τάμον εἰκάδι πρώτῃ.

Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ,

 Μνήμη 
τῆς Ἁγίας Μάρτυρος
 Ἀλεξάνδρας τῆς βασιλίσσης.

ᾜδει μενούσης πρόξενον λαμπηδόνος,
Τὴν ἐν ζόφῳ κάθειρξιν ἡ Ἀλεξάνδρα.

Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, 

Μνήμη τῶν Ἁγίων Μαρτύρων 
Ἀπολλώ,
 Ἰσαακίου, 
καὶ Κορδάτου, λιμῷ καὶ ξίφει τελειωθέντων.

Λιμαγχόνην οἴσαντες Ἀθληταὶ δύο,
Ψυχοκτόνων φεύγουσι δαιμοναγχόνην.
Ζωμοὺς χύτρας σῆς, τοὺς ἱδρῶτας Κορδᾶτε,
Ἅλατι τμηθεὶς αἱμάτων παραρτύεις.

Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ,

 Μνήμη τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρὸς ἡμῶν 
Μαξιμιανοῦ, Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως.

Μαξιμιανός, οὐχ ὁ παμφάγος λύκος,
Ἀλλ' ὁ τροφεὺς τέθνηκε τῆς Ἐκκλησίας.

Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ

 Μνήμη 
τοῦ Ὁσίου Πατρὸς ἡμῶν
 Ἀναστασίου τοῦ Σιναΐτου.

Ἀναστάσιος ἐν Σινᾷ Μωσῆς νέος,
Καὶ πρὶν τελευτῆς τὸν Θεὸν βλέπειν ἔχει.

Ταῖς τῶν Ἁγίων σου πρεσβείαις, 

Χριστὲ ὁ Θεός, 
ἐλέησον ἡμᾶς.
 Ἀμήν.

ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΕΜΠΤΗ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ -- ΟΣΙΑΣ ΜΗΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΜΑΡΙΑΣ ΤΗΣ ΑΙΓΥΠΤΙΑΣ

ΚΥΡΙΑΚΗ Ε' ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ

ΤΗΣ ΟΣΙΑΣ ΜΗΤΡΟΣ ΗΜΩΝ
ΜΑΡΙΑΣ ΤΗΣ ΑΙΓΥΠΤΙΑΣ

Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, 

Κυριακῇ πέμπτῃ τῶν Νηστειῶν, 
διετάχθημεν 
μνήμην ποιεῖσθαι 
τῆς Ὁσίας Μητρὸς ἡμῶν Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας.

Ἀπῇρε πνεῦμα, σάρξ ἀπερρύη πάλαι.
Τὸν ὅστινον, γῆ, κρύπτε νεκρὸν Μαρίας.

Ταῖς αὐτῆς πρεσβείαις, 

ὁ Θεὸς ἐλέησον, 
καὶ σῶσον ἡμᾶς. 
Ἀμήν.

Σάββατο, Απριλίου 20, 2013

ΑΝ ΖΟΥΣΕΣ ...


ΑΝ ΖΟΥΣΕΣ ...


Ἂν ζοῦσες πρὶν τὸ 1924 θὰ ἤξερες τοὔλάχιστον σὲ τί Θεὸ πιστεύεις. Στὶς ἐκκλησιὲς θὰ πήγαινες για νὰ λειτουργηθεῖς, όπως  κάποτε ο  Παπαδιαμάντης καὶ ὁ παππούλης θὰ εἶχε σεβάσμια μορφὴ, γιατί θὰ θυσιάζονταν γιὰ σένα, γιὰ τὸ ποίμνιό του. Θὰ ἤξερες ὅτι οἱ Πατέρες τῆς ἐκκλησίας  εἶναι Θεοφόροι καὶ θὰ τοὺς εἶχες ἐμπιστοσύνη σὲ ὅ,τι θὰ σοῦ ἔλεγαν ὅπως τὸν ἐπιβάτη ποὺ ἐμπιστεύεται τὸν καλὸ καπετάνιο γιὰ νὰ φτάσει στὸν προορισμό του. Θὰ εἶχες χρόνο νὰ λατρέψεις τὸ Θεὸ, πρὶν ὅμως θὰ εἶχες χρόνο νὰ βρεῖς τὸν ἑαυτό σου, νὰ μιλήσεις μαζί του ἐκεῖ κάπου στὴν ἡσυχία τοῦ χωραφιοῦ  ἢ μακριὰ πέρα σ ἕνα βοσκοτόπι. Ἂν ἤσουν τυχερὸς καὶ πήγαινες σχολεῖο, θἄχες  σοφούς νὰ σὲ συντροφεύουν, ὅπως τὸν Σωκράτη, τὸν Πλάτωνα, τὸν Ἀριστοτέλη , τὸν Θουκυδίδη γιατί θὰ καταλάβαινες τὴ γλώσσα τους καὶ τὸ μυαλό σου τόσο πολὺ θὰ τὸ ἀκόνιζες μέχρι ποὺ μόνο του θἄβρισκε τὶς κατάλληλες λέξεις νὰ πεῖ τὰ σωστὰ πράγματα τὴν κατάλληλη ὥρα. Οἱ ἥρωες καὶ οἱ ἅγιοι δἐ θἀ ἔλειπαν από κοντά σου και πάντα θὰ σέ συντρόφευαν, θὰ σέ ἐνέπνεαν μὲ τό παράδειγμά τους. Ἡ φιλοσοφία θὰ ἦταν φίλη σου στὰ ἔργα καὶ στὶς κουβέντες σου καὶ μαζὶ μὲ τὴν θεοσέβεια θὰ στόλιζαν τὴν ὕπαρξή σου. Ἡ φύση γύρω θὰ σοὔδινε φαΐ λιτό, θρεπτικὸ, ἀπέριττο χωρὶς ἐπικίνδυνα πρόσθετα νὰ ἀπειλοῦν τὸν ὀργανισμό σου. 
Τὸ τραγούδι θὰ σ' ἀλάφρωνε καὶ ἡ προσευχὴ θὰ σὲ δυνάμωνε νὰ τὰ βγάλεις πέρα στὴ βιοπάλη σου. Ὁ λόγος σου συμβόλαιο καὶ ὁ ἀγώνας γιὰ τὸ δίκαιο καθημερινὸς σύντροφός σου, μέσα σου καὶ γύρω σου. 
Ὅμως ζεῖς σήμερα, μετὰ τὸ 1924 καὶ πολλὰ ἀπὸ αὐτά, μᾶλλον τὰ περισσότερα, δὲν συμβαίνουν. Εἶσαι Χριστιανὸς Ὀρθόδοξος στὴν ταυτότητα ἀλλὰ αὐτὸ ἐνοχλεῖ καὶ τοὺς ἐχθρούς σου καὶ ἐσένα τὸν ἀδιάφορο. Τὸ νιώθεις βαρύ, παλιομοδίτικο, ἐπαρχιώτικο, δὲ σὲ ἐκφράζει ἐσένα τὸν προοδευτικό, τὸν ἐπιστήμονα. Κάτι λοιπὸν πρέπει νὰ κάνουμε γὶ αὐτό. Ὁ μπάρμπα Σὰμ θὰ μεριμνήσει και πάλι γιὰ σένα, χωρὶς ἐσένα. Θα σοῦ δώσει μία καινούρια ἔκδοση ποὺ νὰ βολεύει πολλούς. Κοίτα εἶσαι χριστιανὸς ὀρθόδοξος ἀλλὰ μὴν τὸ παρακάνεις. Ἔχεις ἕνα ἡμερολόγιο παλιό, ἐμεῖς θὰ σοῦ δώσουμε καινούριο, πιὸ ἐπιστημονικό. Αὐτοὺς ποὺ λὲς Θεοφόρους Πατέρες ξέχασέ τους. Πατέρες καὶ οἱ σημερινοί, βέβαια λίγο
 μοντέρνοι, μισθωτοί, λίγο ἀδιάφοροι, δὲν σκοτίζονται γιὰ ἀλήθειες, γιὰ ἀκρίβειες γιὰ δόγματα καὶ παραδόσεις, γιὰ ἀγῶνες καὶ μαρτύρια. Θέλουν μόνο τὴν ἀγάπη. Ὅλοι νἄμαστε καλὰ στὶς λιμουζίνες μας, ἀγαπημένοι, μονιασμένοι, ὁ καθένας στὸν κόσμο του, γιὰ νὰ περνᾶμε καλύτερα. Τί σὲ νοιάζει ἐσένα νὰ ξέρεις σὲ τί Θεὸ πιστεύεις. Σημασία ἔχει νὰ περνᾶς καλά. Τί σὲ ἐνδιαφέρουν τὰ ἀρχαῖα, καὶ τὰ νέα καλὰ εἶναι. Σοῦ φτιάξαμε ἐμεῖς τὴ δημοτικὴ γιὰ νὰ μὴν δυσκολεύεσαι. Σὲ ἀπαλλάξαμε ἀπὸ τοὺς τόνους καὶ τὰ πνεύματα γιὰ νὰ μὴ χάνεις τὴν ὥρα μὲ τὸ πνεῦμα σου. Καλύτερα ἀσχολήσου μὲ τὸ σῶμα σου. Γιὰ τὸ πνεῦμα σου φροντίζουμε ἐμεῖς στὶς στοές..., ξέρουμε ἐμεῖς καλύτερα, ἄλλωστε εἴμαστε ἀνώτεροί σου. Ἐσὺ χαλάρωσε μὲ λίγη τηλεόραση. Τώρα κοιμήσου ἥσυχος, θὰ σοῦ δώσουμε δάνειο γιὰ τὰ χρέη σου και μεταλλαγμένη τροφή γιὰ τὰ παιδιά σου. Γράψαμε νέα ἱστορία για την πατρίδα σου, γιὰ νὰ μὴν ἔλθεις σὲ δύσκολη θέση μὲ τοὺς γειτόνους σου καὶ πεῖς τὴν ἀλήθεια στὰ παιδιά σου.. Ποῦ νὰ θυμᾶσαι τώρα τοὺς προγόνους σου. Πᾶνε τώρα τόσα χρόνια. Τὸ νοῦ σου ὅμως στὸν ἀγώνα τῆς ὁμάδας σου καὶ στὴ συνέχεια τῆς σαπουνόπεράς σου... 
  πηγή
  Μᾶς τὸ ἔστειλε μιὰ φίλη ...

ΓΕΡΩΝ ΜΑΡΚΕΛΛΟΣ ΚΑΡΑΚΑΛΛΗΝΟΣ.....




 Όπως ομολογούσε και ο ίδιος είχε ετοιμάσει ένα ερωτηματολόγιο με 70 ερωτήσεις πνευματικού περιεχομένου και χωρίς να τον έχει προειδοποιήσει, θαύμασε την ευχέρεια του να του δίνει απαντήσεις, που μαρτυρούσαν την εξαίρετη θεολογική κατάρτισή του. Καρπός αυτών των συνεντεύξεων είναι ο 11ος τόμος της σειράς «Πείρα Πατέρων» του κ. Μελινού. Μία άλλη πνευματική διακονία του ήταν οι ομι λίες που έκανε μετά το Απόδειπνο εις τους προσκυνη τάς, είτε στον εξωνάρθηκα - είτε στο Αρχονταρίκι της μονής. Βλέποντας τον ανθρώπινο πόνο (ασθένειες, διάφο ρα προβλήματα) των προσκυνητών θυσίαζε την ησυ χία του και ασχολείτο με τα προβλήματά τους, παρ' όλο που όσο περνούσε ο καιρός καταβαλλόταν από τις διάφορες ασθένειες και από τον καθημερινό κόπο της μοναχικής ασκήσεως. Του άρεσε να μην χάνονται αλλά να συνεχίζονται διάφορες παραδοσιακές μοναχικές ασχολίες όπως οι παγκοινιές, που αναφερθήκαμε προηγουμένως, για το μάζεμα των ελιών, των φουντουκιών, αλλά και του τρύγου των σταφυλιών, κ.α. Αυτές οι παγκοινιές ήταν ευλογημένες συναντήσεις μεταξύ μας, που αναθέρμε ναν τον ζήλο μας, καθώς λέγαμε την ευχή εκφώνως και καθώς ακούγαμε κατά τη διάρκεια του μικρού δια λείμματος από το στόμα του διάφορες ιστορίες - γεγο νότα, από την ζωή των παλαιοτέρων μοναχών που γνώριζε. Μας μένει αλησμόνητη η πηγαία χαρά και ο παι­δικός ενθουσιασμός του καθώς μας μιλούσε, αλλά και της ευθύνης που ένοιωθε ώστε να μεταδώσει και στους νεωτέρους ό,τι ζούσε και γνώριζε. 

Αυτός δε ο ενθουσιασμός και αυθορμητισμός του δεν «τον παρέ συρε» αλλά μας εντυπωσίαζε που τον συνείχε η ευθύ νη, ώστε να τηρείται ακριβέστατα το πρόγραμμά μας. Ενώ μας μιλούσε και μας έλκυε με τις ωραίες μοναχι κές ιστορίες του, κάποια στιγμή μας φώναζε: σηκωθεί τε πατέρες να συνεχίσουμε την διακονία μας.Ήταν πολλά τα άνθη των χαρισμάτων του πατρός Μαρκέλλου, όσα τον είχε προικίσει η Θεία Χάρις και όσα απέκτησε με τους επίμονους αγώνας του, τα ο ποία θα πρέπει μελλοντικά κάποιος να αναλάβει την συλλογή όλων αυτών των στοιχείων για να φανερώ σουν τον πνευματικό πλούτο που έκρυβε αυτή ή σύγχρονη Αγιορειτική μορφή. Ας έλθωμε τώρα στο θέμα της ασθενείας του, που τελικά τον οδήγησε στον θάνατο, αν και σε όλη την μοναχική του ζωή στην μονή μας κατατρυχόταν από διάφορες ασθένειες (ζαλάδες, οσφυαλγίες, φλεβική α­νεπάρκεια, δύσπνοιες κ.α.). Κατά την διάρκεια του 2005 και συγκεκριμένα την διάρκεια της νηστείας του Δεκαπενταυγούστου τον έ ζωσαν δυνατοί πόνοι που τους απέδωσε «στη μέση του» από την οποία έπασχε, από παλαιότερα (δισκο πάθεια). Σκόπευε να βγει στη Θεσ/νίκη μετά την νηστεία της Παναγίας, αλλά οι πόνοι ήσαν τόσο δυνατοί και συνεχείς -μέρα νύχτα- που τον ανάγκασαν να βγει και παρά την θέλησή του την άλλη μέρα της Μεταμορφώσεως.


 Έλεγε χαρακτηριστικά: Παναγία μου δεν ήμουν άξιος να μείνω στις παρακλήσεις σου και στην γιορτή σου! Οι πόνοι του ήσαν τόσο δυνατοί που δεν μπορού σε ούτε να αναπνεύσει, ούτε να ξαπλώσει σε κρεβάτι, αλλά καθόταν μόνο καθιστός. Τελικά με τις ιατρικές εξετάσεις διαγνώσθηκε η νόσος του καρκίνου στο παχύ έντερο, με μεταστάσεις σε αρκετά μέλη του σώματος. Αμέσως έγινε η εγχεί ρηση και εγώ με την εντολή του Γέροντος βγήκα στη Θεσ/νίκη να του συμπαρασταθώ σαν διακονητής στην δοκιμασία του. Η εγχείρηση έγινε στο Νοσοκομείο του Παπανι κολάου, με την άμεση συμπαράσταση και υποστήριξη του κ. Κωνσταντίνου Κάτση, πνευματικού αδελφού και φίλου της μονής μας, ο οποίος προΐσταται ως αρχίατρος στην ιατρική μονάδα «express servise». Η μετεγχειριτική παραμονή μας στο νοσοκομείο ηταν στην 4η χειρουργική κλινική με μία εξαίρετη φροντί δα του νοσηλευτικού προσωπικού. Όλως ιδιαιτέρως μας έβαλλαν σε ένα δωμάτιο με δυο κρεβάτια για να μπορώ και εγώ να ξεκουράζομαι.

 Ο π. Μάρκελλος με την πνευματική ακτινοβολία του είχε γίνει γνωστός στο χώρο του νοσοκομείου, απ' όπου ερχόταν πλήθος ανθρώπων να τον επισκεφθούν (όχι μόνο ασθενείς αλλά και ιατροί - νοσοκό μες). Ιδιαίτερα μετά την εγχείρηση οι πόνοι του ήσαν αβάστακτοι και μαρτυρικοί. Είχε φοβερή δύσπνοια και οι νύκτες του φαίνονταν χρόνια, αξεπέραστες, μέ σα στους φρικτούς πόνους πού δοκίμαζε. Αλλά και σε όλη τη διάρκεια του ενός έτους και περισσότερο, που κράτησε η δοκιμασία του οι πόνοι του ήταν δριμύτα τοι. Κάθε βράδυ σκεπτόταν πως θα περάσω πάλι αυτή την βραδυά. Αυτό που μας έκανε ιδιαίτερη εντύπωση εκείνη την περίοδο ήταν, πως, παρ' όλους τούς φρικτούς πό νους του έβρισκε την δύναμη με μία ιδιαίτερη πνευμα τική ευφορία να ομιλεί στους πολυπληθείς επισκέ πτας του και να τους στηρίζει στα δικά τους προβλή ματα. Περνούσε πάρα πολύς κόσμος, άνθρωποι δηλα δή που είχαν από πριν μεγάλο δέσιμο μαζί του. Έτσι μάθαμε εκ των πραγμάτων ότι ο π. Μάρκελλος βοη θούσε πάρα πολύ κόσμο, ποικιλοτρόπως. 

Απαντούσε κυρίως από το τηλέφωνο της μονής σε πολλούς που τον ζητούσαν γιατί δεν ήθελε να έχει μαζί του κινητό, που θα τον αποσπούσε από την συνεχή εσωτερική πνευματική εργασία του. Σε πολλούς έστελνε βιβλία, διάφορα χειρόγραφα πνευματικού περιεχομένου που τα φιλοκαλούσε ο ίδιος. Αυτή η ευγενής διάθεσή του να ανταποκρίνεται προς όλους τους επισκέπτας είχε πολύ κόστος γι' αυ­τόν, γιατί αμέσως μετά που έφευγαν του δημιουργείτο κρίσις και επιδείνωσις. Στην διάρκεια των 3 πρώτων μετεγχειρητικών μηνών συνέβη να δημιουργηθεί συ ρρίγιον πάνω στην εγχείρηση ώστε να λένε και να α πορούν οι γιατροί, πως τον βρίσκουν συνεχείς επιδει νώσεις της ασθενείας του. Σε όλην αυτήν την πολυώδυνη δοκιμασία του δεν υπέστελλε την σημαία αλλά έβρισκε δύναμη και με χαρά ασχολείτο στο να διαβάζει και να συγγράφει νέα χειρόγραφα πνευματικού περιεχομένου. Ένα χαρακτηριστικό περιστατικό είναι το έξης: Μια μέρα ενώ ήταν καθιστός στο κρεβάτι και έγραφε πάνω στα πόδια του σημειώσεις, τον επισκέφθηκε στο δωμάτιό του ο υπεύθυνος γιατρός του και με ενδιαφέ ρον τον ρώτησε τι γράφει. Αυτός δε με ένα χαρίεν πρόσωπο του απαντά, δείχνοντάς του την επικεφαλίδα του κειμένου που έγραφε. «περί του αφθάρτου και ου ρανίου σώματός μας», τώρα που κατέπεσε το φθαρτόν σώμα μου, γράφω για το ουράνιο και άφθαρτο σώμα. 



Ένα μεγάλο στήριγμα στην δοκιμασία του ήταν η συμπαράσταση που έννιωθε από τον Γέροντα Ε φραίμ, ο οποίος από το μεγάλο ενδιαφέρον και την α γάπη που έτρεφε απέναντί του τον έπαιρνε τακτικά τηλέφωνο από την Αριζόνα της Αμερικής. Αφού μά θαινε τα σχετικά με την εξέλιξη της υγείας του επί πολλήν ώρα τον στήριζε και τον νουθετούσε με τις θεόσοφες συμβουλές του. Ιδιαίτερα του συνιστούσε να μην χάση την ζέση της προσευχής. Επίσης μεγάλη ανακούφιση έννιωθε από την συ χνή συμπαράσταση και το μεγάλο ενδιαφέρον του Γέ ροντός μας Φιλοθέου, ο οποίος τακτικά έβγαινε στο Νοσοκομείο για να τον στηρίξει και να του διαβάζει ειδικές ευχές από το ευχολόγιον της Εκκλησίας μας. Όταν έβρισκα ευκαιρία πήγαινα σε νυκτερινές λειτουργίες σε διάφορους ιερούς ναούς. Όταν επέ στρεφα πάντα με περίμενε και έκανε τον κόπο να σηκωθεί από το κρεβάτι, μου έβαζε μετάνοια και με πολ λή ταπεινότητα ζητούσε να μου ασπασθεί το χέρι για να λάβει και αυτός την ευλογία της Θείας Λειτουρ γίας και Θείας Κοινωνίας.

 Κάποια φορά πού είχα πάει σε μια αγρυπνία στη μονή της Σουρωτής, όταν επέστρεψα μου εκμυστηρεύ τηκε μία δαιμονική επίθεση που δέχτηκε βλέποντας τον κοινό εχθρό σαν μανιασμένη Τίγρη. Ήταν χαρακτηριστικό της φιλοπονίας του και της ακριβείας του στα μοναχικά του καθήκοντα ότι ό λη κυριολεκτικά την ήμέρα αλλά και όλη την νύκτα εξαιτίας της αϋπνίας του δεν έφευγε το 300αρι κομπο σχοίνι από τα χέρια του, καθώς κάθε κόμπο τον συνό δευε με το σημείο του σταυρού. Το άλλο αξιοσημείωτο είναι, ότι, παρ' όλο το πλήθος των επισκεπτών και των γιατρών που διέρχο νταν από το δωμάτιό του, έβρισκε χρόνο να διαβάζομε όλες τις ακολουθίες του νυχθημέρου. Μόλις έφευγε μία ομάδα επισκεπτών και ήταν η ώρα της ακολου θίας με εγρήγορση μου έλεγε φέρε τα βιβλία να κάνο με την ακολουθία, πριν έλθει άλλη ομάδα. Αν έρχονταν ενδιαμέσως άλλοι επισκέπτες κάθο­νταν και αυτοί και συμμετείχαν στην ακολουθία και τους είναι αξέχαστη η πνευματική εκείνη ατμόσφαιρα που δημιουργείτο. Μετά από όλη αυτή την μετεγχειριτική και οδυνη­ρή περίοδο των 3 μηνών επιστρέψαμε στη μονή μας με μία καλυτέρευση της υγείας του και με ελπίδα δια το μέλλον, όπως του έδιναν οι γιατροί, επιθυμώντας, όσο χρόνο του έδινε πλέον ο Κύριος να τον αφιερώ σει στην διακονία, τόσο προφορική, όσο και γραπτή του πλησίον.

 Έτσι ξανάρχισε σιγά-σιγά τις παλαιές ασχολίες του, παίρνοντας το καλαθάκι του και επισκεπτόμενος τα διάφορα περιβόλια γύρω στη μονή, που τα είχε δη μιουργήσει εκ του μηδενός και αναγιγνώσκων την Α γία Γραφή και διάφορα άλλα πατερικά βιβλία. Όπως είπαμε και πιο πριν δεν σταμάτησε την συγ γραφή, αλλά έγραφε διάφορα χειρόγραφα και τώρα μάλιστα μέσα από το πρίσμα του πόνου και του θανά του το περιεχόμενο έπαιρνε ιδιαίτερη αξία και μεταρ σίωση. Αξίζει να σημειωθεί ότι δεν πρόλαβε να ολοκλη ρώσει το τελευταίο έργο του περί θανάτου, παραδεί σου και κολάσεως και έτσι ημιτελές το εξέδωσε η Ορ θόδοξος Κυψέλη και διαμοιράστηκε στους προσκυνη τάς την διάρκεια του 40μέρου μνημοσύνου του. Μετά από ένα διάστημα στο μοναστήρι άρχισαν οι χημειοθεραπείες, οπότε βγαίναμε κάθε 20 ήμέρες στο Νοσοκομείο Παπανικολάου και συγκεκριμένα στην γαστρεντερολογική κλινική. Οι χημειοθερα πείες βέβαια είχαν πολλές παρενέργειες (ζαλάδες, με γάλο πρίξιμο στα πόδια, παραμόρφωση του προσώ που του και πτώση των τριχών της κεφαλής και των γενίων του κ.ά.). Φιλοξενούμασταν στο μεγάλο και ά νετο σπίτι της ευλαβούς και φιλομονάχου κ. Ελένης Σιμωνίδου, η οποία με πολύ κόπο και θυσία μας συμπαραστέκονταν μαζί με το φιλομόναχο ζεύγος και α δελφικούς φίλους μας Αλεξάνδρα και Νικόλαο Ζουρ νατζόγλου. Είναι αδύνατον να περιγράψω την ηρωική τους συμπαράσταση, που εκτός από όλα τα άλλα ιδιαίτερα την νύκτα παρέμεναν σε κατάσταση ετοιμότητος καί αϋπνίας για να μας συμπαρασταθούν στις κρίσεις που συχνά καταλαμβανόταν. Τα γράφω αυτά παρόλο πού προσκρούουν στη ταπείνωσή τους και στην ανιδιοτελή και φιλόχριστη διάθεσή τους. Είμαστε πολλαπλώς ευγνώμονες απέναντί τους για όλη την προσφορά τους. Ευρισκόμενοι στην οικία της κ. Ελένης συνέβη πολλές φορές να συγκεντρωθούν πολλοί γνωστοί πνευματικοί αδελφοί και ο π. Μάρκελλος για πολλή ώρα μας μιλούσε σχετικά και εκπληττόμασταν με την χάρη την πνευματική με την οποία μας δίδασκε. Μας ανέφερε και πολλές εμπειρίες του από τα χρόνια που έζησε σαν δάσκαλος σε ακριτικές περιοχές, πριν απαρνηθεί τον κόσμο και γίνει μοναχός. Όσο περνούσε ο καιρός τόσο και κατέπιπτε σω ματικά ώστε είχε γίνει αγνώριστος. 



Επειδή ποτέ δεν ξάπλωνε στο κρεβάτι, διότι η υπτία θέση του αύξανε τον πόνο και επειδή ήταν όλο το 24ωρο καθιστός, ο κόπος τον έκανε να γέρνει προς τα δεξιά με απoτέλε σμα να σκεβρώσει η σπονδυλική του στήλη και να φαίνεται ένα διπλωμένο στα δύο γεροντάκι. Στην τελευταία εξέλιξη του καρκίνου δημιουργήθηκε ένα τεράστιο πρήξιμο από την κοιλιακή χώρα μέχρι τα πέλματα των ποδιών του. Ευρισκόμενοι στο Νοσοκομείο και παρ' όλη την προσπάθεια των γιατρών να ξεπεράσουν τα προβλήματα που είχαν προκύψει, συνέβη μία ημέρα Παρασκευή μία κατακόρυφη καθίζηση στον οργανισμό του. Συνειδητοποιώντας ότι βάδιζε προς το τέλος ζήτησε ε πίμονα -παρ' όλες τις αντιδράσεις των γιατρών ό,τι στη μονή δεν υπάρχουν τα ιατρικά μέσα προς συμπα ράστασή του- να επιστρέψει αμέσως ώστε να κοιμηθεί, στην μετάνοιά του, μέσα στο περιβόλι της Παναγίας. Αυτό ήταν και ιδιαίτερη επιθυμία του Γέροντος της μονής μας, το να έλθει εγκαίρως κοντά στους πα τέρες και αδελφούς για να χαρεί την συναναστροφή μαζί τους και να αισθανθεί την μοναχική ζεστασιά που αισθάνεται ένας μοναχός στο μοναστήρι του. Ιδιαίτερα αυτό το διάστημα που είχε κορυφωθεί η αγωνία όλων μας με την άσχημη εξέλιξη της ασθε νείας του, επληθύνθησαν οι παρακλήσεις και οι προσευχές όλων των πατέρων. Η τελευταία νύκτα Σάββα το προς Κυριακή μπορεί να χαρακτηρισθεί ως ένας προσωπικός Γολγοθάς. Είχαν αχρηστευθεί όλα τα όργανα του σώματός του, εξαιτίας της επιδεινώσεως του καρκίνου και έχοντας παντελή έλλειψη οξυγόνου στον οργανισμό του χρειάστηκε να του κάνουν δυο φορές παρακέντηση, αφαιρώντας του από την πλάτη αιματώδες υγρό. Προς τα ξημερώματα ήλθαν εσπευσμένα μερικά συγγενικά του πρόσωπα για να τον αποχαιρετήσουν, διότι είχαμε κανονίσει να έλθει το ασθενοφόρο για να μας μεταφέρει επειγόντως στην μονή μας. Ήταν συγκινητικές οι στιγμές, όπου εκτός από τους συγγενείς του μαζεύτηκαν και άλλοι πνευματικοί αδελφοί για να του προσφέρουν τον τελευταίο ασπασμό - χαιρετισμό.

 Εντύπωση έκανε η θαυμαστή γαλή­νη που έννιωθε σε σημείο που ο συνοδεύων ιατρός του ασθενοφόρου να εκπλήττεται γι' αυτό το σπάνιο θέαμα της ήρεμης αντιμετωπίσεως του θανάτου. Έτσι παρ' όλες τις δηλώσεις των ιατρών ότι υ πήρχε κίνδυνος να πεθάνει στον δρόμο φτάσαμε στην μονή μας, όπου μας υποδέχτηκε με συγκινητικό τρό πο έξω από την πύλη της μονής όλη η αδελφότητα συγκεντρωμένη. Κατά παράδοξο τρόπο όταν ήλθε στην μονή μας ανέλαβε δυνάμεις και έζησε ακόμη για 8 μέρες. Την πρώτη νύκτα της Κυριακής μετά το Απόδειπνο συγ κεντρωθήκαμε στο κελλί του μερικοί πατέρες με τον Γέροντα και τότε ο π. Μάρκελλος μας μίλησε με ένα ενθουσιασμό και με μια μεγάλη ψυχική ευφορία, προ τρέποντάς μας να συνεχίσουμε με ζήλο το υπόλοιπον της μοναχικής μας πορείας. Τότε μας εκμυστηρεύτη κε, ότι λίγο καιρό προτού τον ζώσουν οι πόνοι του καρκίνου είδε σε ώρα προσευχής ένα όραμα που μας το περιέγραψε και που τον προειδοποιούσε για τον ε πικείμενο θάνατό του. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι κάποια στιγμή, κατά τη διάρκεια της δοκιμασίας του, άκουσε μία γλυκειά παρηγορητική φωνή πού του έλε γε ότι θα περάσει μέσα από αυτή την οδυνηρή δοκιμα σία αλλά σύντομα θα έλθει η λύτρωσή του. Στο διάστημα αυτό συνομιλούσε με πολλή χαρά με τους αδελφούς της μονής αλλά και με άλλους πατέ ρας που έρχονταν από διάφορα μέρη του Αγίου Ό ρους για να τον ιδούν. Έτσι φτάσαμε στην τελευταία μαρτυρική του νύ κτα της Κυριακής προς Δευτέρα κατά την οποία είχα με ολονύκτιο αγρυπνία στην αποτομή του Τιμίου Προδρόμου. Επειδή οι πνεύμονές του, λόγω της ελ λείψεως οξυγόνου, είχαν γεμίσει από διοξείδιο του άνθρακος έβγαζε ακουσίως κάτι σπαρακτικές κραυγές -διότι βρισκόταν σχεδόν σε κατάσταση κώματος - και τιναζόταν ολόκληρο το σώμα του. Μετά το τέλος της αγρυπνίας οι πατέρες έψαλαν τον κανόνα εις ψυχοραγούντα του Αγίου Νήφωνος και ο Γέροντας του εδιάβασε τις κατάλληλες προς τούτο ευχές και οι άλλοι αδελφοί που βρισκόμασταν μέσα και έξω από το κελί του, του συμπαραστεκόμα σταν με το κομποσχοίνι μας σ' αυτές τις τελευταίες δύσκολες στιγμές. Λίγο αργότερα έπεσε σε κώμα που κράτησε μέχρι την ώρα του Εσπερινού. Συγκεκριμένα, την ώρα του προοιμιακού ψαλμού που εδιαβάζετο μέσα στο ναό, ά φησε την τελευταία του πνοή.

 Ήταν ημέρα Δευτέρα στις 29 Αυγούστου και 11 Σεπτεμβρίου με το νέο ημε ρολόγιο στις 5:30' μ.μ. του έτους 2006. Άξιο σημειώσεως είναι ότι το κοσμικό του όνομα ήταν Ιωάννης και ως εκ τούτου ο Τίμιος Πρόδρομος που τον είχε υπό την προστασία του τον παρέλαβε κα τά την ήμέρα της εορτής του. Όταν ετελειώθη και αφού τον ράψαμε κατά την τάξη την μοναχική, μετεφέρθη το σκήνωμά του στη Λιτή του Καθολικού, όπου οι πατέρες κατά διαδοχή ανεγίγνωσκαν το ψαλτήρι και οι ιερείς οι της μονής και όσοι έρχονταν από άλλα μέρη του Αγίου Όρους τελούσαν τρισάγιο. Ως φαίνεται είχε προηγηθεί θερμή προσευχή εν τω κελλίω του διότι ευρισκόμενος σε κατάσταση βα­θυτάτης συγκινήσεως και έχων τεταμένας τας χείρας προς το σκήνωμα του αγαπητού συνεργάτη του, εξε χύθη η καρδία του σε λόγια θερμής παρακλήσεως, ζη τώντας τις ευχές και μεσιτείες του. Η εξόδιος ακολουθία έγινε την επομένη ημέρα 30 Αυγούστου με πολύ πλήθος κόσμου τόσο πατέρων, ό σο και προσκυνητών. Προέστη της ακολουθίας ο Κα θηγούμενος της Μονής Ιβήρων π. Ναθαναήλ και συμμετείχαν πολλοί Πατέρες, που είχαν έλθει και από άλλα μοναστήρια και σκήτες, διότι ήταν πολύ γνω­στός στο αγιορειτικό κοινό. Νιώθαμε όλοι την ώρα της ακολουθίας μία αίσθηση εντόνου χαράς ή συγκινήσεως σαν να ήταν ημέρα εορτής.

 Μετά τη συμπλήρωση των 40 ημερών από της εκδημίας του πολλές οικογένειες, που είχαν πολυχρό νιο πνευματικό δεσμό μαζί του, καθώς επίσης και μο ναστικές αδελφότητες σε διάφορα μέρη της Ελλάδος, που τον είχαν καθοδηγητή σε θέματα νοεράς προσευ χής και νήψεως, μας ζήτησαν ως ευλογία να τους στείλομε κάτι από τα προσωπικά του αντικείμενα. ..... ήταν πολλές και αξιόλογες οι εμπειρίες που έζησα κοντά του, και τελειώνω ζητώντας τις ευχές του για να μας συνο δεύουν στον ανηφορικό δρόμο της πολυκυμάντου μο ναχικής ζωής μας, έχοντας την χαρά ότι τον έχουμε συμβοηθό και πρεσβευτή προς τον Κύριο μετά των άλλων Αγιορειτών Πατέρων που βρίσκονται στην θριαμβεύουσα Εκκλησία.


Πηγή: Εκ των Εκδόσεων "Ορθόδοξος Κυψέλη"

Η συγχώρεση (Γέροντας Θεοδόσιος Δαμβακεράκης)


forgiveness
«Να συγχωρούμε ο ένας τον άλλον μας, γιατί αυτό ζητά ο Θεός από μας. Όταν συγχωρούμε, ωφελούμε καί τον εαυτόν μας και τον άλλον.
Ήταν δυο κρεοπώλες που δεν επίστευαν. Ο ένας ήταν μεγάλος καί πολύ καλός, ο άλλος όμως για να έχει το μονοπώλιο τον σκοτώνει, τον πιάνουν και τον έβαλαν φυλακή. Μετά από χρόνια βγαίνει και έκανε πάλι τον κρεοπώλη.
Η γυναίκα του σκοτωμένου με τον θάνατο του άνδρα της υπόφερε πολύ γιατί είχε επτά παιδιά. Μια μέρα λοιπόν, πηγαίνει να εξομολογηθεί σ’ ένα ιερέα, στον οποίον είπε την ιστορία. Τότε ο ιερέας της λέει: «Πήγαινε στον φονιά». «Πως να πάω να τον δώ» «Αφού δεν μπορείς να τον δεις, σου βάζω επιτίμιο να πηγαίνεις να παίρνεις κρέας».
Ο φονιάς, όταν την είδε, είπε μέσα του: «Τώρα θα μου επιτεθεί, αφού εσκότωσα τον άνδρα της» γι’ αυτό της λέει «Πόσο κρέας θέλεις»; Της έδωσε το κρέας, πήρε τα χρήματα, χωρίς να του πει τίποτα η γυναίκα.

Αυτό έγινε μία, δυο, τρεις φορές. Την τέταρτη φορά της λέει: «Βρέ γυναίκα, εγώ εσκότωσα τον άνδρα σου, κι όμως έρχεσαι και παίρνεις κρέας, χωρίς να μου πεις ούτε λέξη. Για την καλή σου λοιπόν συμπεριφορά θα γίνω από αύριο κι έπειτα ο τροφός των παιδιών σου».
Βλέπετε παιδιά μου, ότι η γυναίκα αυτή είχε τον Χριστόν μέσα της κι επήγαινε και ψώνιζε χωρίς να λέει τίποτα. Η αγάπη της αυτή έγινε αιτία να σωθεί ο δολοφόνος.
Σήμερα μόλις κάποιος μας κάνει κακό, αμέσως εμείς θέλουμε να τον εκδικηθούμε. Δεν πρέπει στην πρόσκαιρη αυτή ζωή μας να ζητούμε το κακό του άλλου, αλλά να τον συγχωρούμε, γιατί κανείς μας δεν είναι τέλειος, ακόμη και οι άγιοι αμάρταναν. Εκείνο που μας σώζει είναι η αγάπη».


Πηγή: Μαρεντάκης Παναγιώτης, Θεολόγος τ. Γυμνασιάρχης, «Ο Γέροντας Θεοδόσιος, ο ασκητής της Κρήτης», Εκδόσεις-Βιβλιοπολείο «Η αυτογνωσία», Χανιά 2009.

Λάμπρος Κ. Σκόντζος, Αγία Μαρία η Αιγυπτία: Η ενσάρκωση τηε μετάνοιας




ΑΓΙΑ ΜΑΡΙΑ Η ΑΙΓΥΠΤΙΑ: Η ΕΝΣΑΡΚΩΣΗ ΤΗΣ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ
ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου - Καθηγητού
       Η περίοδος του Τριωδίου και ιδιαίτερα της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, είναι για την Αγία μας Εκκλησία η ιερότερη χρονική διάρκεια του ενιαυτού. Είναι το νοητό στάδιο όπου ο κάθε πιστός καλείται να δώσει τον προσωπικό του αγώνα για την ψυχοσωματική του κάθαρση από τους ρίπους της αμαρτίας. Να βιώσει την ορθόδοξη πνευματικότητα, η οποία ταυτίζεται με την ανάκτηση της αυθεντικής του φύσεως, από τη φθορά και την αμαρτία, «εις μέτρον ηλικίας του πληρώματος του Χριστού»(Εφ.4,13). Η προπαρασκευή μας για τον εορτασμό του Πάσχα είναι ταυτόσημη με την πνευματική μας προαγωγή και ωρίμανση, ώστε να καταστούμε«σύμμορφοι της εικόνος του Υιού (του Θεού)» (Ρωμ.8,29).   Ολόκληρο το πνευματικό κλίμα, οι ιερές ακολουθίες, τα τιμώμενα πρόσωπα και οι μνήμες γεγονότων είναι ένα συνεχές και κραυγαλέο κάλεσμα να έρθουμε «εις εαυτόν» (Λουκ.15,17).
     Την ιερή αυτή περίοδο προβάλλονται ιδιαιτέρως ορισμένα ιερά πρόσωπα της Εκκλησίας μας, τα οποία διέπρεψαν στην αρετή, ως ζωντανά παραδείγματα για τους πιστούς. Ένα τέτοιο από αυτά τα ιερά πρόσωπα είναι και η αγία Μαρία την Αιγυπτία, η οποία κατέστη συνώνυμη με τη συντριβή και τη μετάνοια και που τιμάται την Ε΄ Κυριακή των Νηστειών.

Προβάλλεται από την Εκκλησία μας ως λαμπρό παράδειγμα μεταστροφής αμαρτωλού ανθρώπου, αφού με την αποφασιστική της μετάνοια και τον πνευματικό της αγώνα έφτασε σε μεγάλα ύψη αγιότητας. Προβάλλεται ως πρότυπο στους πιστούς για να καταλάβουν ότι το μεγάλο πρόβλημα δεν είναι τόσο η αμαρτία, όσο μεγάλη και αν είναι, αλλά η εμμονή στην αμαρτία, η αμετανοησία, την οποία η Εκκλησία μας χαρακτηρίζει ως βλασφημία κατά του Αγίου Πνεύματος (Μάρκ.3,29)!        
      Το ιερό συναξάρι της αναφέρει πως έζησε τον 6ο μ.Χ αιώνα. Καταγόταν από την Αλεξάνδρεια  της Αιγύπτου και ασκούσε το επαίσχυντο επάγγελμα της πορνείας από τα δώδεκα κιόλας χρόνια της. Ήταν δε τόσο πωρωμένη στην αμαρτία ώστε ο επαγγελματισμός είχε δευτερεύουσα σημασία. Ασκούσε την πορνεία κυρίως για ηδονιστική απόλαυση, σε τέτοια ηθική κατάπτωση είχε περιέλθει!
      Αναζητούσε συνεχώς πορνικούς πελάτες στα μεγάλα λιμάνια και τις πολυπληθείς πόλεις. Κάποτε πληροφορήθηκε πως στην Ιερουσαλήμ συγκεντρωνόταν πολύς κόσμος. Σκέφτηκε πως αν μετέβαινε εκεί θα έβρισκε πελάτες. Έτσι αποφάσισε να ταξιδέψει στην Παλαιστίνη. Βρήκε κάποιο πλοίο, πλήρωσε το ναύλο με το κορμί της και έφτασε στην Ιερουσαλήμ και οδηγήθηκε στον πανίερο ναό της Αναστάσεως. Επιχείρησε να εισέλθει στον ιερό αυτό χώρο, μήπως και έβρισκε εκεί εραστές. Μέχρι εκεί είχε φτάσει ο πορνικός της παραλογισμός.
       Όμως μια αόρατη δύναμη την εμπόδιζε να εισέλθει στο ναό. Όσο και αν προσπαθούσε δε μπορούσε να μπει. Τέσσερις φορές απωθήθηκε μυστηριωδώς. Απόρησε και άρχισε για πρώτη φορά στη ζωή της να προβληματίζεται. Μια μυστική φωνή ακούστηκε στην ψυχή της, η οποία ξύπνησε τη ναρκωμένη από την αμαρτία συνείδησή της. Κατάλαβε πως αυτό που επιχειρούσε ήταν φρικτή ιεροσυλία και ανείπωτη ασέβεια. Προσπαθούσε να βεβηλώσει τον άγιο τόπο, που σταυρώθηκε, τάφηκε και ανέστη ο Κύριος Ιησούς Χριστός. Καυτά δάκρυα μετάνοιας άρχισαν να κυλούν από τα λάγνα μάτια της.  Είναι ολοφάνερο πως εκεί την οδήγησε η θεία πρόνοια να σωθεί, διότι η ψυχή της, παρ’ όλη την πώρωσή της, ήταν δεκτική στη μετάνοια και τη σωτηρία. Εν ριπή οφθαλμού άλλαξε γνώμη. Ήθελε να εισέλθει στο ναό, όχι πια να συναντήσει πορνικούς εραστές, αλλά για να συναντήσει το Νυμφίο της ταλαίπωρης και βασανισμένης ψυχής της, το Σωτήρα Χριστό. Παρακαλούσε να παραμερισθεί το αόρατο εμπόδιο και να μπει, να προσκυνήσει τον Πανάγιο Τάφο του Κυρίου. Έτσι και έγινε. Ο Θεός της επέτρεψε να μπει και να προσκυνήσει.
      Αυτή ήταν μια νέα αφετηρία για τη ζωή της. Έφυγε ευθείς για την έρημο της Ιουδαίας. Πέταξε τα προκλητικά πολυτελή ενδύματα και ντύθηκε τραχύ ασκητικό σάκο. Απαρνήθηκε τις απολαύσεις της ζωής και ακολούθησε το βίο της άσκησης. Κατόρθωσε να ανέλθει σε ύψη αγιότητας. Το πρώην αμαρτωλό σαρκίο της έγινε πλέον θεοφόρο σκήνωμα, κατοικητήριο του Θεού.
         Ο διάβολος μεταχειρίζεται μύριους τρόπους να παρασύρει και να κρατήσει τους αμαρτωλούς στην αμαρτία. Ο πιο ύπουλος τρόπος και η πιο δόλια παγίδα είναι η μη συνειδητοποίηση της αμαρτωλότητας από τους «πεποιθότας εφ’ εαυτοίς ότι εισί δίκαιοι» (Λουκ. 18, 9).  Ο πονηρός προκαλεί πνευματική αφασία στον αμαρτωλό, ώστε να μην έχει τη συναίσθηση της αμαρτίας και κατά συνέπεια να μην αισθάνεται την ανάγκη της μετάνοιας. Εκτός από τα φτηνά δέλεαρ του κόσμου για να μας παρασύρει στην αμαρτία, μεταχειρίζεται και τον δοκιμασμένο τρόπο της απογοήτευσης, υποβάλλοντας στον αμαρτωλό ότι η αμαρτία του είναι τόσο μεγάλη που δεν παίρνει μετάνοια. Η Εκκλησία μας όμως διατρανώνει το κάλεσμά Της σε κάθε άνθρωπο, με το στόμα του ιερού Χρυσοστόμου, πως «Όσον σπινθήρ προς πέλαγος, τοσούτον κακία προς την του Θεού φιλανθρωπίαν» ( Ε.Π. Migne 49, 336-337).
        Η μετάνοια αποτελεί κορυφαίο κεφάλαιο της χριστιανικής μας πίστεως, διότι μέσα στην Εκκλησία έχει  τη δυνατότητα ο πιστός να μετανοήσει και να επανέρθει στην «κατά φύσιν» ζωή του. Αποτελεί κατά τους Πατέρες τη διαρκή ανανέωση του χαρίσματος, που λαμβάνει ο νεοφώτιστος κατά το άγιο Βάπτισμα, να ανήκει ψυχοσωματικά στο μυστικό σώμα του Χριστού και να έχει τη δυνατότητα της σωτηρίας δια του Χριστού. Είναι η θεία διαδικασία η οποία μεταμορφώνει οντολογικά τον άνθρωπο σε νέα ύπαρξη.
        Αναφέρονται άπειρα παραδείγματα από την ιστορία της Εκκλησίας μας όπου άνθρωποι απόλυτα αμαρτωλοί, μεταφέροντας στο είναι τους φρικτά εγκλήματα και βορβόρους ηθικών παρεκτροπών, μεταβλήθηκαν σε  χαρισματικές και αγίες προσωπικότητες, προκαλώντας συχνά τα ειρωνικά σχόλια των εκτός της Εκκλησίας επικροτών Της. Όμως αυτή είναι η αποστολή της Εκκλησίας στον κόσμο, να ανασέρνει από τους δυσώδεις βόθρους της αμαρτίας πεσόντα ανθρώπινα πρόσωπα, να τα καθαρίζει από τους ψυχοσωματικούς των ρίπους και να τα καθιστά φωτεινές προσωπικότητες, αντάξιες της αξίας τους ως εικόνες του Θεού!  Αυτό είναι το άφθαστο μεγαλείο της ειλικρινούς μετάνοιας. Αυτή είναι η αήττητη δύναμη, η οποία απορρέει από την προσωπική συντριβή και τη μεταστροφή και η οποία εξυψώνει τον άνθρωπο στη σφαίρα της θεώσεως. 
     Πρέπει να συνειδητοποιήσουμε πως οι κρουνοί του θείου ελέους και της φιλανθρωπίας είναι ακένωτοι. Φτάνει να πάρουμε τη μεγάλη και συνάμα σωτήρια απόφαση να ανορθωθούμε από το βρώμικο δεσμωτήριο της αμαρτίας, όπου βρισκόμαστε δεμένοι, επειδή το θέλουμε εμείς! Το κλειδί των χειροπεδών μας το κρατάμε εμείς, όπως κρατάμε και το κλειδί της Βασιλείας του Θεού, που είναι η μετάνοιά μας! Ο μετανοών ληστής, ο πρώτος ένοικος του Παραδείσου, μπήκε σ’ αυτόν,«βαλών κλείδα το μνήσθητί μου»!  Η άγια Μαρία η Αιγυπτία είναι ζωντανό παράδειγμα ειλικρινούς μετάνοιας, η οποία δείχνει το δρόμο της μεταμέλειας σε κάθε πιστό. Αποδεικνύει περίτρανα πως ο κάθε άνθρωπος, όσο αμαρτωλός και αν είναι, είναι καλεσμένος για σωτηρία, φτάνει να μετανοήσει ειλικρινά. Αυτό είναι το μεγαλείο και η ειδοποιός διαφορά του Χριστιανισμού από τα άλλα θρησκεύματα. Γι’ αυτό και η σεπτή και αγία μορφή της αγίας Μαρίας προβάλλεται και τιμάται αυτή την κατ’ εξοχήν  περίοδο της μετάνοιας από την Εκκλησία μας. 
Εφημερίδα  Δημοκρατία  20.04.2013

"Εγώ την Εκκλησία την θέλω..." π. Γεώργιος Δορμπαράκης





Παπά Γιώργης Δορμπαράκης

«Εγώ την Εκκλησία την θέλω…». Πόσες φορές δεν ακούμε τη φράση αυτή, ειπωμένη συνήθως από ανθρώπους που έχουν μηδαμινή ή εντελώς περιθωριακή σχέση με την Εκκλησία; Αφενός δεν γνωρίζουν τι είναι γενικώς η Εκκλησία και αφετέρου δεν θέλουν ν’  αποδεχθούν το γεγονός ότι η Εκκλησία έχει και την ανθρώπινη διάστασή της, που σημαίνει ότι υπάρχουν ως μέλη της κληρικοί και λαϊκοί, που μπορεί να μη στέκονται στο ύψος του χαρίσματος του λαού του Θεού και συνεπώς να προκαλούν σκάνδαλα, επιβεβαιώνοντας αυτό που λέει ο λόγος του Θεού: «δι’ υμάς βλασφημείται το όνομά μου εν τοις έθνεσιν». Το περίεργο και το παράδοξο είναι ότι λέγεται η φράση από χριστιανούς, βαπτισμένους και χρισμένους, που, όπως είπαμε όμως, έχουν εντελώς τυπική σχέση με την Εκκλησία.
Η φράση, όπως λέγεται, αποκαλύπτει μία μετάθεση του κέντρου βάρους της χριστιανικής συνείδησης αυτού που την εκφράζει. Αντί δηλαδή ο συγκεκριμένος χριστιανός να ζει και να κινείται ως μέλος ενός σώματος, του σώματος του Χριστού, που είναι η Εκκλησία, άρα να υπόκειται ο ίδιος στο σώμα και να υποτάσσεται στην πνευματική ζωή της Εκκλησίας, με πρόσβλεψη στον Ιησού Χριστό, την κεφαλή αυτής, και τους αγίους, με πρώτη την Παναγία, τα εξαίρετα μέλη της, αυτός αντιθέτως, ως να είναι υπερκείμενός της και συνεπώς κριτής της, ζητά να την «κανονίσει». Και συνήθως με τη φράση αυτή τι ζητά; Όπως πάμπολλες φορές, και προσωπικά, έχουμε ακούσει: «Να μην έχει πολύ κόσμο, όταν πάει στο ναό», - το ναό συνήθως εννοεί ως Εκκλησία, «να μη φορούν πολυτελή άμφια οι παπάδες και οι δεσποτάδες», - οι κληρικοί γι’  αυτόν συνιστούν την Εκκλησία, «να καλύψει η Εκκλησία το οικονομικό έλλειμμα της πατρίδας», - το κοινωνικό έργο και η φιλανθρωπία είναι η μόνη κατ’  αυτόν αποστολή της Εκκλησίας, κι ακόμη περισσότερο: ζει με τον μύθο της άπειρης περιουσίας της, την οποία  νέμονται οι παπάδες και δεν την προσφέρουν στον κόσμο.
 
Χωρίς καμμία διάθεση ωραιοποίησης του τι συμβαίνει συχνά στην Εκκλησία – μόλις παραπάνω αναφέραμε ότι η Εκκλησία έχει και την ανθρώπινη διάστασή της, με ό,τι αρνητικό αυτό επισύρει: και δεσποτάδες και παπάδες υπάρχουν που δεν είναι σωστά μέλη της, και ατασθαλίες μπορεί να υφίστανται κ.λπ. – πρέπει να σημειώνουμε κάθε φορά τα αυτονόητα: 
(1) Ότι η Εκκλησία δεν είναι οι κληρικοί. Οι κληρικοί αποτελούν και αυτοί μέλη της Εκκλησίας, όπως άλλωστε και οι λαϊκοί, που σημαίνει ότι μπορεί να στέκουν στην πίστη ή να εκπίπτουν από αυτήν. Η Εκκλησία αποτελεί το ζωντανό σώμα του Χριστού, με κεφαλή τον ΄Ιδιο, η αγιότητά της άρα οφείλεται σ’  Εκείνον και όχι σε κάποια από τα μέλη της, και κατά συνέπεια στον Χριστό πιστεύουμε και όχι σε ανθρώπους, έστω και παπάδες. Η μετατόπιση της προσοχής στους κληρικούς, σαν να εξαρτάται η πίστη από αυτούς, αν δεν φανερώνει παχυλή άγνοια, αποκαλύπτει την «πονηρία» ορισμένων, που θέλουν στην πραγματικότητα να δικαιολογήσουν τη δική τους έλλειψη στην πίστη και στο χριστιανικό βίωμα. Συνιστά δηλαδή ένα άλλοθι, για να εφησυχάζουν την ένοχη συνείδησή τους και τη χαλαρότητα του τρόπου της ζωής τους.
(2) Ότι ο ναός δεν είναι η Εκκλησία. Ονομάζουμε κατ’  επέκταση Εκκλησία και το ναό, το κτίσμα, γιατί εκεί συναθροίζεται ο λαός του Θεού – αυτός ως σώμα Χριστού αποτελεί τον αληθινό ναό του Θεού (π.χ. «ουκ οίδατε ότι ναός Θεού εστε ζώντος;» (απ. Παύλος) – επειδή διευκολύνεται στην προσευχή και την τέλεση των μυστηρίων και των ακολουθιών. Ως τόπος συνάθροισης λοιπόν του λαού του Θεού δεν μπορούμε να έχουμε την απαίτηση να μην υπάρχει κανείς άλλος μέσα σ’  αυτόν, πλην…ημών! Η απαίτηση, ή, έστω, και η απλή επιθυμία για κάτι τέτοιο, φανερώνει ότι δεν νιώθουμε συνδεδεμένοι με τους άλλους πιστούς, συνεπώς επιλέγουμε μία ατομική θρησκευτικότητα – εγώ με τον Θεό μου – καταστρατηγώντας στην πράξη αυτό που είναι η Εκκλησία και ίδρυσε ο Χριστός. Από την άποψη αυτή αποδεικνύουμε ότι πόρρω απέχουμε από τον ενανθρωπήσαντα Θεό μας και το ΄Αγιον Πνεύμα Του, αφού δεν ζούμε την αγάπη, που συνιστά τη μοναδική και αποκλειστική προϋπόθεση συντονισμού μας με Εκείνον.
(3) Ότι η Εκκλησία δεν έχει αμύθητα πλούτη. Όπως και σ’ αυτό το σημείο επανειλημμένως έχει τονιστεί και έχει ιστορικά επιβεβαιωθεί, ό,τι περιουσία έχει απομείνει στην Εκκλησία από τα 4/5 (τέσσερα πέμπτα) που διήρπαξε το κράτος των Βαυαρών μετά την απελευθέρωση των Ελλήνων από τον ζυγό των Τούρκων , είναι τέτοια, που το μεγαλύτερο τμήμα της είναι κι αυτό δεσμευμένο και μη αξιοποιήσιμο, ενώ το ελάχιστο εναπομείναν είναι προς κάλυψη των φιλανθρωπικών και λοιπών ιδρυμάτων της. Όπως προσφυώς έχει ειπωθεί από κατεξοχήν γνώστη της πραγματικότητας «η περιουσία που έχει η Εκκλησία, είναι σαν οικόπεδα που έχει κανείς μέσα στη θάλασσα!». Εκείνοι που επιμένουν, μετά από τόσα που έχουν δημοσιευθεί για το θέμα αυτό, απλώς τα λένε, πετώντας «πυροτεχνήματα» προς εντυπωσιασμό, συνεπώς κινούνται εκ του πονηρού. 
Κι από την άλλη, θα πρέπει κάποτε να κατανοηθεί και η αλήθεια ότι το κύριο έργο της Εκκλησίας δεν είναι το φιλανθρωπικό και κοινωνικό, αλλά η σύνδεση του ανθρώπου με τον Θεό. Ο Χριστός ήλθε στον κόσμο να σώσει τον κόσμο, από την αμαρτία, από τον διάβολο, από τον θάνατο, και όχι να δώσει απλώς στους ανθρώπους ψωμί. Μία τέτοια αντίληψη αντιμετωπίσθηκε ήδη από Εκείνον ως πειρασμός και ξεπεράστηκε, ενώ στις περιπτώσεις των θαυμάτων Του με τον πολλαπλασιασμό των άρτων, εξέφρασε την απογοήτευσή Του για την ποιότητα της ακολουθίας Του από τον πολύ κόσμο: Τον ακολουθούσαν γιατί τους χόρτασε με ψωμί κι όχι για να ακούσουν τον λόγο Του. Το άτοπο μίας τέτοιας διαστρέβλωσης της αποστολής της Εκκλησίας – ότι βρίσκεται στον κόσμο για να επιτελεί φιλανθρωπίες – φαίνεται από την απλή θέση του ερωτήματος:
«Αν δηλαδή ένα κράτος έχει σπουδαία πολιτική κοινωνικής πρόνοιας, αν υφίσταται πράγματι αυτό που λέμε κράτος πρόνοιας, άρα εκεί η Εκκλησία είναι κάτι το περιττό και απόβλητο; ΄Η, στην καλύτερη περίπτωση, υπάρχει εκεί σαν ένα είδος φολκλόρ;». 
Η Εκκλησία λοιπόν βεβαίως επιτελεί κοινωνικό και φιλανθρωπικό έργο και δεν θα παύσει ποτέ να το επιτελεί. Αλλά ως συνέχεια και επέκταση της καθαυτό αποστολής της: της ένωσης του ανθρώπου με τον Τριαδικό Θεό. ΄Ο,τι έκανε με άλλα λόγια ο Χριστός, αυτό συνεχίζει ο ΄Ιδιος αδιάκοπα να κάνει με άλλον τρόπο, μέσω πια της Εκκλησίας.  
Να το πούμε λοιπόν μ’ έναν λόγο: το «εγώ την Εκκλησία την θέλω…» λέγεται από έναν που έχει μειωμένη αίσθηση χριστιανικής αυτοσυνειδησίας και που μάλλον έχει φτιάξει μία δική του «θρησκεία» για να βολεύει προφανώς τα πάθη και τις αδυναμίες του.

Γέρων Αρσένιος Γρηγοριάτης: Οι συμβουλές ομοιάζουν με τα ξερά χώματα, τα οποία δεν κολλούν στον τοίχο


-Τί συμβουλές ἀφήνετε σ᾿ ἐμᾶς τούς νεωτέρους, πάτερ Ἀρσένιε, πρίν ἀναχωρήσετε ἀπό τήν παροῦσα ζωή;

-Τί νά σοῦ εἰπῶ, ἀδελφέ μου. Ἔχω πικράν πεῖραν καί μεγάλες ἐμπειρίες ὅτι οἱ συμβουλές δέν πιάνουν. Νά, ἄν ἄκουγε συμβουλές αὐτός ὁ νέος κόσμος τῆς Πατρίδος μας καί τά βάσανα πού περάσαμε στούς πολέμους καί στόν ἀνταρτοπόλεμο τοῦ 1948-49, θά ἀπέφευγαν τόν Κομμουνισμό. Ἀλλά τί μᾶς λέγουν τώρα; Ὅτι εἴμεθα ἀντιδραστικοί. Λοιπόν, ὅταν σᾶς πιάνουν λογισμοί, δέν ἀκοῦτε τότε καμμία συμβουλή. Μόνο νά παρακαλοῦμε ἡ Θεία Χάρις νά σᾶς βοηθῆ καί ἐσᾶς καί νά ἑτοιμάζη τό ταξίδι ὅλων μας γιά τήν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν.

Οἱ συμβουλές ὁμοιάζουν μέ τά ξερά χώματα, τά ὁποῖα δέν κολλοῦν στόν τοῖχο. Δέν ἠμπορῶ νά δώσω γενικές συμβουλές, διότι οἱ ἄνθρωποι διαφέρουν στά πνευματικά τους μέτρα. Ὁ Θεός θά σᾶς διδάξη καί θά σᾶς γυμνάση μέ τόν τρόπο πού Ἐκεῖνος ξέρει. Φυλάγομαι νά μή δίνω συμβουλές, διότι δέν πιάνουν. Αὐτό μ᾿ ἔχει διδάξει ἡ πεῖρα. Ὁ ἄνθρωπος ὁμοιάζει μέ τίς καιρικές συνθῆκες. Σήμερα εἶναι γαλήνη καί σέ λίγο ἔρχεται συννεφιά, θαρασσοταραχή, ἀστραπές καί βροντές. Ἔτσι καί ὁ ἄνθρωπος, μεταβάλλεται ξαφνικά. Ἀπό τήν χαρά μεταπίπτει στήν λύπη καί δέν θυμᾶται χθές τήν χαρά πού ἔζησε.

Μισθωτοὶ ποιμένες, μισθωμένοι ἄρχοντες.

  Μισθωτοὶ ποιμένες, μισθωμένοι ἄρχοντες. Γεώργιος Κ. Τζανάκης . Ἀκρωτήρι Χανίων Σχετικῶς μὲ τὸ θέμα τῶν αὐξήσεων τῶν μισθῶν τῶν ἀρχιερέων, ...