Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Δευτέρα, Ιουνίου 10, 2013

Επικίνδυνες Μεταπτώσεις...

Κάθε άνθρωπος που αγωνίζεται στην πνευματική ζωή διατρέχει τον κίνδυνο να καμφθεί, να υποχωρήσει και να ξαναγυρίσει στην παλαιά ζωή της αμαρτίας. Αν η προσοχή μας ατονήσει και ο πολυμήχανος εχθρός εντείνει τον πόλεμο και τις μεθοδείες του εναντίον μας, δεν είναι δύσκολο να πέσουμε, να κυριευθούμε από την απελπισία και να επιστρέψουμε πάλι σ' εκείνα που με την απόφαση της μετανοίας είχαμε καταλύσει. Δυστυχώς η έλλειψη σταθερής αποφάσεως για αγώνα μας κάνει να πέφτουμε και να ξαναπέφτουμε. Εδώ χρειάζεται ελπίδα στο έλεος του Θεού, μη τυχόν η απόγνωση μας βυθίσει μια για πάντα στην άβυσσο της απώλειας.

Πολέμιοι της ζωής τους

Όταν ο απόστολος Παύλος επισκέφθηκε την Γαλατία βρήκε τους αν¬θρώπους εκεί σε αξιοθρήνητη κατάσταση. Η ειδωλολατρία τους είχε δέσει με πολλές πλάνες και δεισιδαιμονίες. Μακριά από τον αληθινό Θεό ως «άθεοι εν τω κόσμω» (Έφεσ. 2,12) ήταν βυθισμένοι στη διαφθορά και την πολύμορφη αμαρτία. Σκοτισμένοι στο νου, με πίκρα στην ψυχή και πολύ άγχος εταλαιπωρούντο καθημερινά χωρίς να μπορούν να απεγκλωβιστούν από τα δίχτυα τής συμφοράς, έως ότου ανέτειλε και γι' αυτούς το αληθινό φως. Ήλθε ο απόστολος Παύλος και με το κήρυγμα της αλήθειας και της αγάπης του Ναζωραίου Χριστού, τους απελευθέρωσε από τον εξευτελιστικό δρόμο τής πλάνης. Αυτοί δόξαζαν και ευγνωμονούσαν τον Θεό που με τον Παύλο τους έσωσε. Ο Απόστολος γράφοντας στους ίδιους εκφράζει τον θαυμασμό του για την αγάπη και ευγνωμοσύνη που έτρεφαν στο πρόσωπό του: «μαρτυρώ γαρ υμίν ότι ει δυνατόν τους οφθαλμούς υμών εξορύξαντες αν εδώκατέ μοι» (Γαλ. 4,16). Παρά ταύτα όμως μόλις ήλθαν οι πρώτοι πειρασμοί, οι πρώτοι ψευδοδιδάσκαλοι, οι πρώτοι αιρετικοί, οι Γαλάτες κλονίσθηκαν, επηρεάσθηκαν, παρασύρθηκαν. Γι' αυτό ο Απόστολος τους παρακαλεί να προσέχουν να μην επανέρχονται στις παλαιές συνήθειες που οι ίδιοι απέρριψαν. Αυτό ισοδυναμεί με αυτοκαταδίκη.
Το να επιστρέψει κανείς σ' εκείνα που τον δηλητηριάζουν και τον θανατώνουν τούτο είναι παραφροσύνη. Η εξουσία του σκότους είναι πιο βασανιστική για τους αρνητές. «Οι αμαρτάνοντες πολέμιοι εισί της εαυτών ζωής», λέγει ο Τωβίτ (12,10). Όποιος νικά τις αμφιβολίες και τους λογισμούς της απιστίας έχει ειρήνη και χαρά στην ψυχή του.

Έχουμε ελεύθερη βούληση

Το κατάντημα των χριστιανών της Γαλατίας μπορεί να γίνει και δικό μας πάθημα. Όλοι διατρέχουμε τον κίνδυνο να ατονήσουμε πνευματικά, να χάσουμε τον πρώτο ζήλο, να επιστρέψουμε στην αμαρτία. Μας έδωσε ο Θεός το ανεκτίμητο δώρο της πίστεως και τον θησαυρό της θείας Χάριτός Του. Συγχρόνως όμως μάς προίκισε με τη δύναμη της ελευθερίας για να διαλέγουμε με την ελεύθερη βούλησή μας το δρόμο της ζωής μας. Με αναρίθμητους τρόπους μας προπαρασκεύασε για τη σωτηρία και με σοφία μας έφερε περιστάσεις πολλές για να γνωρίσουμε το θέλημά Του. Η αγάπη του όμως δεν εξουδετέρωσε την ελευθερία μας. Άφησε σ' εμάς την εκλογή. Ελεύθερα αγωνιζόμεθα και ελεύθερα αμαρτάνουμε. Εάν θέλουμε ακολουθούμε το δρόμο της Εκκλησίας κι αν θέλουμε ακολουθούμε το δρόμο τής νέας ειδωλολατρίας. Η ώρα της Χάριτος μας οδηγεί σε μια αφύπνιση και σ' ένα θείο φωτισμό. Έρχεται καιρός που οι αλήθειες της πίστεως φωτίζουν το νου μας, θερμαίνουν την καρδιά μας, μας οδηγούν σε μετάνοια. Τότε ευλογούμε το Θεό για τα δώρα τής πατρικής Του αγάπης. Αισθανόμεθα την εμπειρία της ενότητας στο Μυστικό Σώμα τής Εκκλησίας και γευόμεθα τις δωρεές του Αγίου Πνεύματος.
Οι πνευματικές και πανευφρόσυνες καταστάσεις της παρουσίας του Θεού δεν είναι όμως μόνιμες. Έρχονται οι πειρασμοί, ξεσπούν καταιγίδες, ορμούν τα άγρια θηρία των παθών, σκοτίζεται το λογικό μας από τα σύννεφα τής αμφιβολίας και τότε αρχίζει μέσα μας το δράμα. Ο νόμος της αμαρτίας γίνεται πολύ βίαιος. Η θέλησή μας αδυνατίζει. Η αντίστασή μας στο κακό κάμπτεται και ξαναγυρίζουμε στα παλαιά.

«Ο έχετε κρατήσατε»

Χρειάζεται άγρυπνη προσοχή και συνεχής αγώνας για να κρατήσουμε τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος που λάβαμε με το Βάπτισμα και συνεχώς λαμβάνουμε δια των Μυστηρίων της Εκκλησίας μας. Εκτός από τη δική μας αδυναμία και την ύπουλη πολεμική του διαβόλου, υπάρχει ακόμα μια απειλή από τους ανθρώπους της ανομίας και τους εργάτες του ψεύδους. Ψευδοφιλόσοφοι και ψευδοκοινωνιολόγοι, πλανεμένοι επιστήμονες και δημαγωγοί, προσπαθούν να εισαγάγουν ένα αλλότριο ήθος, ξένο προς την παράδοση μας, που ανατρέπει το ήθος της πίστεως μας. Η Εκκλησία μας φωνάζει προς όλους: «ο έχετε κρατήσατε» (Αποκ. 2,25) οι περισσότεροι όμως παρασύρονται και σιγά-σιγά εθίζονται σ' ένα νέο τρόπο ζωής που ισοπεδώνει τις αξίες, καταργεί κάθε ηθικό φραγμό και αποξενώνει από τον ιερό χώρο της πίστεως. Οι άνθρωποι θέλουν άκοπη ζωή χωρίς αγώνα και δυσκολίες. Σ' αυτό στηρίζονται και οι υπηρέτες του ψεύδους. Αίρουν τις απαγορεύσεις. Τα πάθη, τα χαρακτηρίζουν ως φυσικές λειτουργίες. Ανοίγουν το δρόμο για κάθε ασυδοσία και ασχήμια. "Ονομάζουν τέχνη τη διαφθορά. Επευλογούν την παρανομία και την αισχροκέρδεια. Και το χειρότερο, πιέζουν αφόρητα τους πάντες, μετέρχονται κάθε μέσο προκειμένου να περάσουν τη γραμμή τους. Όταν όλα αλλοτριώνονται και όταν πνέει βίαιος άνεμος απιστίας, πώς να αντέξει ένα μικρό κερί, πώς να κρατηθεί ο πιστός, πώς να μείνει ανεπηρέαστος ο χριστιανός;

«Πιστοί άχρι θανάτου»

Στην ολιγοψυχία που αισθάνεται ο άνθρωπος της πίστεως μπροστά στην αδυναμία του και στην ορμή του κακού, σαν βάλσαμο έρχονται τα λόγια του ιερού Αυγουστίνου με τα οποία απευθύνεται στον κλονιζόμενο: «ο Θεός πολλών κινδύνων σε ελύτρωσε πλανηθέντα προς την οδόν επανήγαγεν αγνοούντα σε εδίδαξε λυπούμενον παρεκάλεσεν πεσόντα ηνώρθωσεν ιστά-μενον εκράτησεν πορευόμενον ωδήγησεν κοιμώμενον εφύλαξε κράζοντα επήκουσεν». Θα έχουμε πάντοτε τη βοήθεια του Θεού στον αγώνα της αρετής. Χρειάζεται όμως παράλληλα να προσέχουμε να μην πέσουμε. Να μείνουμε ακλόνητοι στην πίστη και στην αγία ζωή μέχρι θανάτου.
Γράφει: Αρχιμ. Ν. Ι. Π.

Πώς να μιλάμε στα παιδιά μας για τους δαίμονες, την κόλαση και το θάνατο.

Είναι σοβαρό παιδαγωγικό σφάλμα να μιλάμε στα μικρά παιδιά με κάθε λεπτομέρεια για τους δαίμονες, διότι, αν ένα παιδί ακούσει μια φορά πώς ακριβώς είναι, είναι αδύνατο να μην αρχίσει να τους φαντάζεται.
 Οι ενήλικες είναι δυνατόν να προειδοποιηθούν για τον κίνδυνο που διατρέχουν, αν αφήσουν εικόνες των δαιμόνων να εισβάλουν στο μυαλό τους, αλλά ένα μικρό παιδί, ακόμη κι αν το προειδοποιήσουμε, δεν μπορεί εύκολα να σταματήσει να σκέπτεται κάτι που το βασανίζει, και αυτό μπορεί να το οδηγήσει σε μια επικίνδυνη πνευματική κατάσταση ή, το λιγότερο, να υποφέρει από εφιάλτες. Όταν τα μικρά παιδιά ρωτούν για το διάβολο ή για την ύπαρξη των πνευμάτων τού κακού, είναι προτιμότερο να μην κάνουμε διεξοδική ανάλυση αλλά να λέμε ότι δεν
πρέπει να δίνουμε σ' αυτά περισσότερη προσοχή απ' ο,τι στα όνειρα ή κάτι παρόμοιο. Γενικά πρέπει να στρέφουμε το μυαλό των παιδιών προς τον Χριστό, τους αγίους και τους αγγέλους.
Είναι καλύτερα να διδάσκουμε στα παιδιά το χριστιανικό αγώνα χωρίς άμεση αναφορά στη μάχη εναντίον των δαιμόνων. Τα παιδιά μπορούν να μάθουν εντελώς φυσικά να κάνουν το σημείο του σταυρού πριν κοιμηθούν (επάνω τους και πάνω στο κρεβάτι ή το μαξιλάρι τους) ως ευλογία για τη νύκτα, να χρησιμοποιούν την προσευχή του Ιησού (Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με) ή να μιλούν
στον Κύριο και τους αγίους με δικά τους λόγια, όποτε θέλουν. 
Έτσι όταν δοκιμάσουν κάποιο πειρασμό (π.χ. από φόβο ή εφιάλτες), θα χρησιμοποιήσουν εντελώς φυσικά τα σωστά όπλα. Τα παιδιά μπορούν να κοιμούνται με ένα κομποσχοίνι στο χέρι ή κάτω απ' το μαξιλάρι τους και να λένε την προσευχή του Ιησού (έστω μόνο λίγες φορές στις καθημερινές τους προσευχές).

 
Η ιδέα της κολάσεως φοβίζει τα παιδιά. Βέβαια φοβίζει κι εμάς αλλά ο φόβος μας δεν είναι παθολογικός, πηγάζει από την αγάπη μας για τον Θεό και από το φόβο μας μήπως αποξενωθούμε απ' Αυτόν.Αυτό το οποίο πρέπει να καλλιεργήσουμε στα παιδιά δεν είναι ο φόβος της κόλασης αλλά η αγάπη για τον Θεό. Τα παιδιά μπορούν να σκεφθούν σοβαρά το μεταφυσικό πρόβλημα του κακού και της αγάπης του Θεού. Όταν μιλάμε για την κόλαση (όχι, φυσικά, σε μικρά παιδιά) πρέπει να τονίζουμε ότι η κόλαση δεν είναι ένας τόπος όπου ο Θεός θέλει να στείλει τους κακούς ανθρώπους, κόλαση είναι ο πόνος που επιβάλλουμε στον εαυτό μας με την απόρριψη της αγάπης του Θεού. Κόλαση είναι η θέα του φωτός του Θεού που κατακαίει όσους δεν έχουν γίνει όμοιοι μ' Αυτόν. Ή ακόμη μπορούμε να πούμε ότι, αν κάποιος είναι άρρωστος αλλά αρνείται να πάρει τα φάρμακα που συνιστά ο γιατρός, δεν φταίει ο γιατρός, αν δεν θεραπευθεί. Όπως πάντα δεν
υπάρχουν συνταγές, δίνω μόνο μερικά παραδείγματα.Υπάρχουν πολλές περιπτώσεις ενηλίκων οι οποίοι απέρριψαν το Χριστιανισμό, επειδή αυτό νόμιζαν ότι ήταν ο καλύτερος τρόπος να ελευθερωθούν απ' τον ασφυκτικό φόβο της κολάσεως μέσα στον οποίο ανατράφηκαν. Ακόμα κι όταν μιλάμε για κακές πράξεις ή για τους ανθρώπους που τις διέπραξαν, είναι σημαντικό να γνωρίζει σίγουρα το παιδί ότι ο Χριστός είναι πάντα έτοιμος να συγχωρήσει οποιοδήποτε αμάρτημα.
Όταν τα παιδιά μιλούν για τον Ουρανό, εκφράζουν συχνά διάφορες ιδέες για το τι μπορούμε να συναντήσουμε εκεί, ιδέες οι οποίες θεολογικά φαίνονται ίσως λανθασμένες. Πρέπει όμως να είμαστε πολύ προσεκτικοί για να μην καταστρέψουμε μέσα τους την επιθυμία να πάνε στον Ουρανό. Μπορείτε να φαντασθείτε ότι θα επιθυμούσε κανείς να πάει σ' έναν τόπο, όπου δεν υπάρχει ούτε φαγητό, ούτε παιχνίδια, ούτε αγαπημένα ζωάκια; Πρέπει να δίνουμε την εντύπωση (και δεν είναι εσφαλμένη εντύπωση) ότι ο Ουρανός είναι ασυγκρίτως καλύτερος απ' ο,τι μπορούμε
να φαντασθούμε. Μερικά παιδιά, μόλις το άκουσαν αυτό, ρώτησαν αυθόρμητα: Καλύτερος κι απ' τη νύχτα της Αναστάσεως;, Καλύτερος κι απ' το παγωτό;, Καλύτερος κι απ' όταν η μαμά σε βάζει να κοιμηθείς;. Η Βίβλος μας διδάσκει ότι θα υπάρχει ουράνια τροφή, ουράνιο γέλιο κ.ο.κ. Όσον αφορά τα ζώα, τα παιδιά θέλουν να ξέρουν αν το αγαπημένο τους ζώο θα έχει μια θέση στον ουρανό. 
Δεν υπάρχει λόγος να εξηγήσουμε θεολογικά αυτή τη στιγμή σ' ένα παιδί σε τι διαφέρει η ψυχή ενός ζώου από την ψυχή ενός ανθρώπου. Είναι προτιμότερο να του θυμίσουμε πόσο φροντίζει ο Θεός για κάθε μικρό σπουργίτι (Ματθ. 10, 29).
Δεν πρέπει ποτέ, όταν μιλάμε θεολογικά, να καταστρέψουμε μια ιδέα που έχει κάποιος μέσα του, αν δεν την αντικαταστήσουμε με μια ωριμότερη ιδέα, η οποία δεν ξεπερνά το επίπεδο αντιλήψεως του. Στο Γεροντικό υπάρχει μια διήγηση για κάποιο μοναχό ο οποίος ήταν ανθρωπομορφιστής (δηλαδή ερμήνευε στην κυριολεξία αγιογραφικές εκφράσεις όπως τα χέρια του Θεού, τα μάτια του Θεού κ.λ.π.). Οι ορθόδοξοι μοναχοί τον διόρθωσαν. Τον επισκέφθηκε όμως κάποιος άλλος μοναχός και τον βρήκε να κλαίει.Ο επισκέπτης τον ρώτησε: Γιατί κλαις, πάτερ; Δε χαίρεσαι που επέστρεψες στη σωστή πίστη; Ο μοναχός απάντησε: Κλαίω, γιατί μου πήραν τον Θεό μου και τώρα πια δεν ξέρω ποιόν να λατρέψω.
Δε θέλουμε τα παιδιά μας να φοβούνται το θάνατο. Πρέπει να μιλάμε γι' αυτόν ως ένα κομμάτι της ζωής μας -το κατώφλι της ουράνιας ζωής- το σκαλοπάτι προς την αιώνια ζωή με τον Χριστό.
Μερικές φορές ορισμένα παιδιά θέλουν τόσο πολύ να πάνε στον Ουρανό, ώστε εκφράζουν την επιθυμία να πεθάνουν ή ακόμα να θέσουν μόνα τους τέρμα στη ζωή τους. Δεν πρέπει να βάζουμε μέσα σ' αυτά τα παιδιά ένα νοσηρό φόβο του θανάτου για να μετριάσουμε αυτή την επιθυμία, αλλά να τους εξηγούμε ότι ο θάνατος είναι ευλογημένος μόνο αν φύγουμε απ' αυτόν τον κόσμο όταν μας
καλέσει ο Θεός, επειδή Εκείνος μόνο γνωρίζει πότε είμαστε έτοιμοι. 
Δεν πηγαίνουμε στον Ουρανό πριν μας στείλει το εισιτήριο. Δεν υπάρχουν συνταγές για το τι θα πούμε στο κάθε παιδί, πρέπει να προσπαθούμε να προσαρμόζουμε την απάντηση μας στην κάθε περίπτωση.
Πρόκειται για ένα πρόβλημα το οποίο συχνά βρίσκει τους γονείς απροετοίμαστους. Είναι λυπηρό το γεγονός ότι μικρά παιδιά έχουν έστω ακούσει για την αυτοκτονία αλλά είναι μια πραγματικότητα την οποία οι χριστιανοί κατηχητές πρέπει να αντιμετωπίσουν.
Οι ερωτήσεις για την κόλαση και τον Ουρανό, το κακό και το καλό, τους δαίμονες, το θάνατο, την αυτοκτονία κ.ο.κ. θα τεθούν πολλές φορές κατά τη διάρκεια της παιδικής ηλικίας. Οι απαντήσεις μας σ' αυτές (όπως και στην ερώτηση πώς γεννιούνται τα παιδιά) πρέπει να είναι ανάλογες με το επίπεδο αναπτύξεως του παιδιού. Δεν απαντούμε σ' ένα πεντάχρονο παιδί με τον ίδιο τρόπο που θα
απαντούσαμε σ' ένα δεκάχρονο, αν έθετε την ίδια ερώτηση. 
 

Πηγή: Από το βιβλίο «Σκέψεις για τα παιδιά στην Ορθόδοξη Εκκλησία σήμερα» Αδελφής Μαγδαληνής

Στάρετς Σάββας ο παρηγορητής: Διαζύγιο με… τίποτα!

Για πολλά χρόνια προσπαθούσα ναν πείσω τη γυναίκα μου να γίνει χριστιανή, αλλά όλα ήσαν μάταια. Έπαψα να ασχολούμαι , όταν μου δήλωσε:
- Εγώ δεν πιστεύω στον Θεό.
Μετά απ’ αυτά, το 1977,  αποφάσισα να αφήσω την οικογένειά μου . Πήγα στο μοναστήρι Πσκωφ- Πετσέρσκ να ζητήσω την ευλογία του Γέροντος Σάββα για διάλυση του γάμου μου. Εκείνος με άκουσε και μου είπε:
- Ζήσε με τη γυναίκα σου ακόμη ενάμισυ- δυό χρόνια και διάβαζε καθημερινά το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο τους στίχους 28-30 του 11ου κεφαλαίου.
Μόλις έφτασα στο σπίτι μου, άνοιξα το Ευαγγέλιο στους στίχους που μου υπέδειξε ο Γέροντας. Και εκεί ήταν γραμμένο: «Δεύτε προς με πάντες οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι , καγώ αναπαύσω υμάς, άρατε τον ζυγόν μου εφ’ υμάς και μάθετε απ’ εμού , ότι πράος ειμί και ταπεινός τη καρδία, και ευρήσετε ανάπαυσιν ταις ψυχαίς υμών ˙ ο γαρ ζυγός μου χρηστός και το φορτίον μου ελαφρόν εστιν». Μετά απ’ αυτό μου έγινε σαφές ότι για διαζύγιο δεν μπορεί να γίνει λόγος.
- Σήμερα, 16 Απριλίου 1995 , Κυριακή των Βαΐων, εγώ, η γυναίκα μου με την οποία στεφανωθήκαμε το 1990, η κόρη μου και η εγγονή μου, όλοι προσευχηθήκαμε θερμά και κοινωνήσαμε το Σώμα και το Αίμα του Σωτήρος Χριστού. Τι θα γινόταν μ’ αυτούς και με μένα, αν τους άφηνα! Δόξα τω Θεώ για όλα!

Γέροντας Παϊσιος :Η μετά θάνατον ζωή

Οι υπόδικοι νεκροί
-Γέροντα, όταν πεθάνη ο άνθρωπος, συναισθάνεται αμέσως σε τι κατάσταση βρίσκεται;
Ναι, συνέρχεται και λέει «τι έκανα;», αλλα «φαϊντά γιόκ[1]», δηλαδή δεν οφελεί αυτό. Όπως ένας μεθυσμένος, αν σκοτώση λ.χ. την μάνα του, γελάει, τραγουδάει, επειδή δεν καταλαβαίνει τι έκανε, και, όταν ξεμεθύση, κλαίει και οδύρεται και λέει «τι έκανα;», έτσι και όσοι σ' αυτήν την ζωή κάνουν αταξίες είναι σαν μεθυσμένοι. Δεν καταλαβαίνουν τι κάνουν, δεν αισθάνονται την ενοχή τους. Όταν όμως πεθάνουν, τότε φεύγει αυτή η μέθη και συνέρχονται. Ανοίγουν τα μάτια της ψυχής τους και συναισθάνονται την ενοχή τους, γιατί η ψυχή, όταν βγη από το σώμα, κινείται, βλέπει, αντιλαμβάνεται με μια ασύλληπτη ταχύτητα.
Μερικοί ρωτούν πότε θα γίνη η Δευτέρα Παρουσία. Για τον άνθρωπο όμως που πεθαίνει γίνεται κατά κάποιον τρόπο η Δευτέρα Παρουσία, γιατί κρίνεται ανάλογα με την κατάσταση στην οποία τον βρίσκει ο θάνατος.
- Γέροντα, πως είναι οι κολασμένοι;
- Είναι υπόδικοι, φυλακισμένοι, που βασανίζονται ανάλογα με τις αμαρτίες που έκαναν και περιμένουν να γίνη η τελική δίκη, η μέλλουσα κρίση. Υπάρχουν βαρυποινίτες, υπάρχουν και υπόδικοι με ελαφρότερες ποινές.
- Και οι Άγιοι και ο ληστής[2];
- Οι Άγιοι και ο ληστής είναι στον Παράδεισο, άλλα δεν έχουν λάβει την τέλεια δόξα, όπως και οι υπόδικοι είναι στην κόλαση, άλλα δεν έχουν λάβει την τέλεια καταδίκη. Ο Θεός, ενώ έχει πει εδώ και τόσους αιώνες το «μετανοείτε ήγγικε γαρ η βασιλεία των ουρανών[3]», παρατείνει-παρατείνει τον χρόνο, επειδή περιμένει εμάς[4] να διορθωθούμε. Αλλά εμείς παραμένοντας στις κακομοιριές μας αδικούμε τους Αγίους, γιατί δεν μπορούν να λάβουν την τέλεια δόξα, την οποία θα λάβουν μετά την μέλλουσα Κρίση.
Η προσευχή και τα μνημόσυνα για τους κεκοιμημένους[5]
- Γέροντα, οι υπόδικοι νεκροί μπορούν να προσεύ­χονται;
- Έρχονται σε συναίσθηση και ζητούν βοήθεια, αλλά δεν μπορούν να βοηθήσουν τον εαυτό τους. Όσοι βρίσκονται στον Άδη μόνον ένα πράγμα θα ήθελαν από τον Χριστό: να ζήσουν πέντε λεπτά, για να μετανοή­σουν. Εμείς που ζούμε, έχουμε περιθώρια μετανοίας, ενώ οι καημένοι οι κεκοιμημένοι δεν μπορούν πια μό­νοι τους να καλυτερεύσουν την θέση τους, αλλά περιμένουν από μας βοήθεια. Γι' αυτό έχουμε χρέος να τους βοηθούμε με την προσευχή μας.
Μου λέει ο λογισμός ότι μόνον το δέκα τοις εκατό από τους υπόδικους νεκρούς βρίσκονται σε δαιμονική κατάσταση και, εκεί που είναι, βρίζουν τον Θεό, όπως οι δαίμονες. Δεν ζητούν βοήθεια, αλλά και δεν δέχονται βοήθεια. Γιατί, τί να τους κάνη ο Θεός; Σαν ένα παιδί που απομακρύνεται από τον πατέρα του, σπαταλάει όλη την περιουσία του και από πάνω βρίζει τον πατέρα του. Ε, τι να το κάνη αυτό ο πατέρας του; Οι άλλοι όμως υπόδικοι, που έχουν λίγο φιλότιμο, αισθάνονται την ενοχή τους, μετανοούν και υποφέρουν για τις αμαρτίες τους. Ζητούν να βοηθηθούν και βοηθιούνται θετικά με τις προσευχές των πιστών. Τους δίνει δηλαδή ο Θεός μια ευκαιρία, τώρα που είναι υπόδικοι, να βοηθηθούν μέχρι να γίνη η Δευτέρα Παρουσία. Και όπως σ' αυτήν την ζωή, αν κάποιος είναι φίλος με τον βασιλιά, μπορεί να μεσολαβήση και να βοηθήση έναν υπόδικο, έτσι και αν είναι κανείς «φίλος» με τον Θεό, μπορεί να μεσολαβήση στον Θεό με την προσευχή του και να μεταφέρη τους υπόδικους νεκρούς από την μια «φυλακή» σε άλλη καλύτερη, από το ένα «κρατητήριο» σε ένα άλλο καλύτερο. Η ακόμη μπορεί να τους μεταφέρη και σε «δωμάτιο» η σε «διαμέρισμα».
Όπως ανακουφίζουμε τους φυλακισμένους με αναψυκτικά κ.λπ. που τους πηγαίνουμε, έτσι και τους νεκρούς τους ανακουφίζουμε με τις προσευχές και τις ελεημοσύνες που κάνουμε για την ψυχή τους. Οι προσευχές των ζώντων για τους κεκοιμημένους και τα μνημόσυνα είναι η τελευταία ευκαιρία που δίνει ο Θεός στους κεκοιμημένους να βοηθηθούν, μέχρι να γίνη η τελική Κρίση. Μετά την δίκη δεν θα υπάρχη πλέον δυνατότητα να βοηθηθούν.
Ο Θεός θέλει να βοηθήση τους κεκοιμημένους, γιατί πονάει για την σωτηρία τους, αλλά δεν το κάνει, γιατί έχει αρχοντιά. Δεν θέλει να δώση δικαίωμα στον διάβολο να πη: «Πως τον σώζεις αυτόν, ενώ δεν κοπίασε;». Όταν όμως εμείς προσευχώμαστε για τους κεκοιμημένους, Του δίνουμε το δικαίωμα να επεμβαίνη. Περισσότερο μάλιστα συγκινείται ο Θεός, όταν κάνουμε προσευχή για τους κεκοιμημένους παρά για τους ζώντες.
Γι' αυτό και η Εκκλησία μας έχει τα κόλλυβα, τα μνημόσυνα. Τα μνημόσυνα είναι ο καλύτερος δικηγόρος για τις ψυχές των κεκοιμημένων. Έχουν την δυνατότητα και από την κόλαση να βγάλουν την ψυχή. Κι εσείς σε κάθε Θεία Λειτουργία να διαβάζετε κόλλυβο για τους κεκοιμημένους. Έχει νόημα το σιτάρι. «Σπείρεται εν φθορά, εγείρεται εν αφθαρσία»[6], λέει η Γραφή. Στον κόσμο μερικοί βαριούνται να βράσουν λίγο σιτάρι και πηγαίνουν στην εκκλησία σταφίδες, κουραμπιέδες, κουλουράκια, για να τα διαβάσουν οι ιερείς. Και βλέπεις, εκεί στο Άγιον Όρος κάτι γεροντάκια τα καημένα σε κάθε Θεία Λειτουργία κάνουν κόλλυβο και για τους κεκοιμημένους και για τον Άγιο που γιορτάζει, για να έχουν την ευλογία του.
- Γέροντα, αυτοί που έχουν πεθάνει πρόσφατα έχουν μεγαλύτερη ανάγκη από προσευχή;
- Εμ, όταν μπαίνη καποιος στην φυλακή, στην αρχή δεν δυσκολεύεται πιο πολύ; Να κάνουμε προσευχή για τους κεκοιμημένους που δεν ευαρέστησαν στον Θεό, για να κάνη κάτι και γι' αυτούς ο Θεός. Ιδίως, όταν ξέρουμε ότι κάποιος ήταν σκληρός -θέλω να πω, ότι φαινόταν σκληρός, γιατί μπορεί να νομίζουμε ότι ήταν σκληρός, αλλά στην πραγματικότητα να μην ήταν- και είχε και αμαρτωλή ζωή, τότε να κάνουμε πολλή προ­σευχή, Θείες Λειτουργίες, Σαρανταλείτουργα για την ψυχή του και να δίνουμε ελεημοσύνη[7] σε φτωχούς για την σωτηρία της ψυχής του, για να ευχηθούν οι φτωχοί «ν' αγιάσουν τα κόκκαλά του», ώστε να καμφθή ο Θεός και να τον ελεήση. Έτσι, ο,τι δεν έκανε εκείνος, το κάνουμε εμείς γι' αυτόν. Ενώ ένας άνθρωπος που είχε καλωσύνη, ακόμη και αν η ζωή του δεν ήταν καλή, επειδή είχε καλή διάθεση, με λίγη προσευχή πολύ βοηθιέται.
Έχω υπ' όψιν μου γεγονότα που μαρτυρούν πόσο οι κεκοιμημένοι βοηθιούνται με την προσευχή πνευ­ματικών ανθρώπων. Κάποιος ήρθε στο Καλύβι και μου είπε με κλάματα: «Γέροντα, δεν έκανα προσευχή για κάποιον γνωστό μου κεκοιμημένο και μου παρουσιάσθηκε στον ύπνο μου. «Είκοσι μέρες, μου είπε, έχεις να με βοηθήσης με ξέχασες και υποφέρω». Πράγματι, μου λέει, εδώ και είκοσι μέρες είχα ξεχασθή με διάφορες μέριμνες και ούτε για τον εαυτό μου δεν προσευχόμουν».
- Όταν, Γέροντα, πεθάνη κάποιος και μας ζητήσουν να προσευχηθούμε γι' αυτόν, είναι καλό να κάνουμε κάθε μέρα ένα κομποσχοίνι μέχρι τα σαράντα;
- Άμα κάνης κομποσχοίνι γι' αυτόν, βάλε και άλλους κεκοιμημένους. Γιατί να πάη μια αμαξοστοιχία στον προορισμό της με έναν μόνον επιβάτη, ενώ χωράει και άλλους; Πόσοι κεκοιμημένοι έχουν άνάγκη οι καημένοι και ζητούν βοήθεια και δεν έχουν κανέναν να προσευχηθή γι' αυτούς!
Μερικοί κάθε τόσο κάνουν μνημόσυνο μόνο για κάποιον δικό τους. Με αυτόν τον τρόπο δεν βοηθιέται ούτε ο δικός τους, γιατί η προσευχή τους δεν είναι τόσο ευάρεστη στον Θεό. Αφού τόσα μνημόσυνα έκαναν γι' αυτόν, ας κάνουν συγχρόνως και για τους ξένους.
- Γέροντα, με απασχολεί μερικές φορές η σωτηρία του πατέρα μου, γιατί δεν είχε καμμιά σχέση με την Εκκλησία.
- Δεν ξέρεις την κρίση του Θεού την τελευταία στιγμή. Πότε σε απασχολεί; Κάθε Σάββατο;
- Δεν έχω παρακολουθήσει, αλλά γιατί το Σάββατο;
- Γιατί αυτήν την ημέρα την δικαιούνται οι κεκοιμημένοι.
- Γέροντα, οι νεκροί που δεν έχουν ανθρώπους να προσεύχωνται γι' αυτούς βοηθιούνται από τις προσευχές εκείνων που προσεύχονται γενικά για τους κεκοιμημένους;
- Και βέβαια βοηθιούνται. Εγώ, όταν προσεύχομαι για όλους τους κεκοιμημένους, βλέπω στον ύπνο μου τους γονείς μου, γιατί αναπαύονται από την προσευχή που κάνω. Κάθε φορά που έχω Θεία Λειτουργία, κάνω και γενικό μνημόσυνο για όλους τους κεκοιμημένους και εύχομαι για τους βασιλείς, για τους αρχιερείς κ.λπ. και στο τέλος λέω «και υπέρ ων τα ονόματα ουκ εμνημονεύθησαν». Αν καμμιά φορά δεν κάνω ευχή για τους κεκοιμημένους, παρουσιάζονται γνωστοί κεκοιμημένοι μπροστά μου. Έναν συγγενή μου, που είχε σκοτωθή στον πόλεμο, τον είδα ολόκληρο μπροστά μου μετά την Θεία Λειτουργία, την ώρα του μνημοσύνου, γιατί αυτόν δεν τον είχα ολόκληρο γραμμένο με τα ονό­ματα των κεκοιμημένων, επειδή μνημονευόταν στην Προσκομιδή με τους ηρωικώς πεσόντες. Κι εσείς στην Αγία Πρόθεση να μη δίνετε να μνημονευθούν μόνον ονόματα ασθενών, αλλά και ονόματα κεκοιμημένων, γιατί μεγαλύτερη ανάγκη έχουν οι κεκοιμημένοι.
Το καλύτερο μνημόσυνο για τους κεκοιμημένους
Το καλύτερο από όλα τα μνημόσυνα που μπορούμε να κάνουμε για τους κεκοιμημένους είναι η προσεκτική ζωή μας, ο αγώνας που θα κάνουμε, για να κόψουμε τα ελαττώματά μας και να λαμπικάρουμε την ψυχή μας. Γιατί η δική μας ελευθερία από τα υλικά πράγμα­τα και από τα ψυχικά πάθη, έκτος από την δική μας ανακούφιση, έχει ως αποτέλεσμα και την ανακούφιση των κεκοιμημένων προπάππων όλης της γενιάς μας. Οι κεκοιμημένοι νιώθουν χαρά, όταν ένας απόγονός τους είναι κοντά στον Θεό. Αν εμείς δεν είμαστε σε καλή πνευματική κατάσταση, τότε υποφέρουν οι κεκοιμημένοι γονείς μας, ο πάππους μας, ο προπάππος μας, όλες οι γενεές. «Δες τι απογόνους κάναμε!», λένε και στενοχωριούνται. Αν όμως είμαστε σε καλή πνευματική κατάσταση, ευφραίνονται, γιατί και αυτοί έγιναν συνεργοί να γεννηθούμε και ο Θεός κατά κάποιον τρόπο υποχρεώνεται να τους βοηθήση. Αυτό δηλαδή που θα δώση χαρά στους κεκοιμημένους είναι να αγωνισθούμε να ευαρεστήσουμε στον Θεό με την ζωή μας, ώστε να τους συναντήσουμε στον Παράδεισο και να ζήσουμε όλοι μαζί στην αιώνια ζωή.
Επομένως, αξίζει τον κόπο να χτυπήσουμε τον παλαιό μας άνθρωπο, για να γίνη καινός και να μη βλάπτη πια ούτε τον εαυτό του ούτε άλλους ανθρώπους, αλλά να βοηθάη και τον εαυτό του και τους άλλους, είτε ζώντες είναι είτε κεκοιμημένοι.
Η παρρησία των δικαίων προς τον Θεό
- Γέροντα, στην προς Αρχαρίους Επιστολή σας γράφετε: «Παρόλο που καταλαβαίνουν οι αληθινοί μοναχοί ότι αυτό που απολαμβάνουν σ' αυτήν την ζωή είναι μέρος της χαράς του Παραδείσου και ότι στον Παράδεισο θα είναι περισσότερη, εν τούτοις από πολλή αγάπη προς τον πλησίον τους θέλουν να ζήσουν επί της γης, για να βοηθούν τους ανθρώπους με την προσευχή, να επεμβαίνη ο Θεός και να βοηθιέται ο κόσμος»[8].
- Γράψε: «Θέλουν να ζήσουν επί της γης, για να συμπάσχουν με τους ανθρώπους και να τους βοηθούν με την προσευχή».
- Στην άλλη ζωή, Γέροντα, ένας σωστός μοναχός πάλι δεν θα βοηθάη με την προσευχή του τους ανθρώπους;
- Και στην άλλη ζωή θα βοηθάη με την προσευχή του, αλλά δεν θα υποφέρη, ενώ τώρα συμπάσχει δεν περνάει χαρούμενα εδώ, «με χαρούμενη την όψη και με βλέμμα λαμπερό»! Όσο όμως υποφέρει για τον πλησίον του, τόσο ανταμείβεται με θεία παρηγοριά, και αυτό είναι κατά κάποιον τρόπο και η πληροφορία ότι βοηθιέται ο άλλος. Αύτη η παραδεισένια χαρά είναι η θεία ανταμοιβή για τον πόνο που νιώθει για τον αδελφό του.
- Δηλαδή, Γέροντα, οι Άγιοι που επικαλούμαστε να μας βοηθήσουν δεν συμπάσχουν μαζί μας;
- Εκεί δεν έχει πόνο, βρε παιδάκι μου! Στον Παράδεισο υποφέρουν; «Ένθα ουκ έστι πόνος ου λύπη ου στεναγμός»[9] δεν λέει;
Ύστερα οι Άγιοι έχουν υπ όψιν τους την θεία ανταμοιβή που θα λάβουν όσοι άνθρωποι βασαν­ζονται σ' αυτήν την ζωή και αυτό τους κάνει να χαίρωνται. Μα και ο Ίδιος ο Θεός που έχει τόση αγάπη, τόση ευσπλαχνία, πως αντέχει αυτόν τον μεγάλο πόνο των ανθρώπων; Αντέχει, γιατί έχει υπ' όψιν Του την θεία ανταμοιβή που τους περιμένει. Όσο δηλαδή βα­σανίζονται εδώ οι άνθρωποι, τόσο τους αποταμιεύει εκεί ουράνιο μισθό. Ενώ εμείς αυτά δεν τα βλέπουμε και συμπάσχουμε με όσους υποφέρουν. Γι' αυτό, όταν κάποιος τα βλέπη λίγο αυτά και έχη υπ' όψιν του την ανταμοιβή που θα λάβουν, δεν υποφέρει τόσο πολύ.
- Όταν, Γέροντα, παρακαλούμε τον Θεό να βοηθήση κάποιον κεκοιμημένο που δεν έχει ανάγκη, πάει χαμένη αυτή η προσευχή;
- Πως να πάη χαμένη; Όταν λέμε «ανάπαυσον τον τάδε» και αυτός είναι σε καλή θέση στην άλλη ζωή, δεν παρεξηγείται ίσα-ίσα συγκινείται. «Για δες, λέει, εγώ είμαι σε καλή θέση και εκείνοι αγωνιούν», οπότε φιλοτιμείται και μας βοηθάει πιο πολύ, πρεσβεύοντας στον Θεό για μας. Άλλα που να ξέρης σε τι κατάσταση βρίσκεται ο άλλος; Φυσιολογικά κάνεις ευχή πρώτα γι' αυτούς που γνωρίζεις ότι με την ζωή τους λύπησαν τον Θεό και εύχεσαι και για άλλες ανάλογες περιπτώσεις και ύστερα εύχεσαι και για όλους τους κεκοιμημένους.
Η μέλλουσα Κρίση
- Γέροντα, πως εξαγνίζεται η ψυχή;
- Όταν ο άνθρωπος εργασθή τις εντολές του Θεού, κάνη δουλειά στον εαυτό του και καθαρισθή από τα πάθη, τότε ο νους φωτίζεται, φθάνει σε ύψος θεωρίας, και η ψυχή λαμπρύνεται και γίνεται όπως ήταν πρίν από την πτώση των Πρωτοπλάστων. Σε τέτοια κατάσταση θα βρίσκεται μετά την ανάσταση των νεκρών. Μπορεί όμως ο άνθρωπος να δη την ανάσταση της ψυχής του πριν από την κοινή ανάσταση, αν καθαρισθή τελείως από τα πάθη. Το σώμα του τότε θα είναι αγγελικό, άυλο, και δεν θα νοιάζεται για τροφή υλική.
- Γέροντα, πως θα γίνη η μέλλουσα Κρίση;
- Στην μέλλουσα Κρίση θα αποκαλυφθή σε μια στιγμή η κατάσταση του κάθε ανθρώπου και μόνος του καθένας θα τραβήξη για 'κει που είναι. Καθένας θα βλέπη[10] σαν σε τηλεόραση τα δικά του χάλια και την πνευματική κατάσταση του άλλου. Θα καθρεφτίζη τον εαυτό του στον άλλον και θα σκύβη το κεφάλι και θα πηγαίνη στην θέση του. Δεν θα μπορή λ.χ. να πη μια νύφη που καθόταν μπροστά στην πεθερά της σταυροπόδι και η πεθερά της με σπασμένο πόδι φρόντιζε το εγγονάκι: «γιατί, Χριστέ μου, βάζεις την πεθερά μου στον Παράδεισο κι εμένα δεν με βάζεις;», επειδή θα έρχεται μπροστά της εκείνη η σκηνή. Θα θυμάται την πεθερά της που στεκόταν όρθια με σπασμένο πόδι και φρόντιζε το εγγονάκι της και δεν θα έχη μούτρα να πάη στον Παράδεισο, αλλά ούτε και θα χωράη στον Παράδεισο. Ή οι μοναχοί θα βλέπουν τι δυσκολίες, τι δοκιμασίες είχαν οι κοσμικοί και πως τις αντιμετώπισαν και, αν δεν έχουν ζήσει σωστά, θα σκύψουν το κεφάλι και θα τραβήξουν μόνοι τους για εκεί που θα είναι.
Θα δουν εκεί οι μοναχές, που δεν ευαρέστησαν στον Θεό, ηρωίδες μάνες, που ούτε υποσχέσεις έδωσαν, ούτε τις ευλογίες και τις ευκαιρίες τις δικές τους είχαν, πως αγωνίσθηκαν και σε τι κατάσταση πνευματική έφθασαν, και εκείνες, καλόγριες, με τι μικροπρέπειες ασχολούνταν και βασανίζονταν, και θα ντρέπονται! Έτσι μου λέει ο λογισμός ότι θα γίνη η Κρίση. Δεν θα πη δηλαδή ο Χριστός: «έλα εδώ εσύ, τι έκανες;» η «εσύ θα πας στην κόλαση, εσύ στον Παράδεισο», αλλά ο καθένας θα συγκρίνη τον εαυτό του με τον άλλον και θα τραβήξη για εκεί που θα είναι[11].
Η μέλλουσα ζωή
- Γέροντα, έφερα γλυκά να κεράσετε.
- Δες πως χαίρονται! Στην άλλη ζωή θα λέμε: «Με τι χαζά χαιρόμασταν! Τι μας συγκινούσαν τότε!». Ενώ τώρα σκιρτάει η καρδιά γι' αυτά.
- Γέροντα, πως θα το καταλάβουμε αυτό από τώρα;
- Άμα το καταλάβετε αυτό από τώρα, δεν θα το πήτε μεθαύριο στην άλλη ζωή. Πάντως, όσοι βρίσκονται εκεί επάνω, καλά περνούν. Ξέρεις τι εργόχειρο κάνουν εκεί στον Ουρανό; Συνέχεια δοξολογούν τον Θεό.
- Γέροντα, γιατί το σώμα Του νεκρού λέγεται «λείψανο»;
- Γιατί είναι ό,τι μένει εδώ στην γη από τον άνθρωπο μετά τον θάνατο. Ο κυρίως άνθρωπος, που είναι η ψυχή, φεύγει στον Ουρανό. Στην μέλλουσα Κρίση θα αναστήση ο Θεός και το σώμα, για να κριθή με αυτό ο άνθρωπος, γιατί με αυτό έζησε και αμάρτησε. Στην άλλη ζωή όλοι θα έχουν το ίδιο σώμα - πνευματικό σώμα-, το ίδιο ανάστημα, και οι κοντοί και οι ψηλοί, την ίδια ηλικία, και οι νέοι και οι γέροι και τα μωρά, αφού η ψυχή είναι ίδια. Θα υπάρχη δηλαδή μια αγγελική ηλικία.
- Γέροντα, στην άλλη ζωή όσοι θα είναι στην Κόλα­ση θα βλέπουν αυτούς που θα είναι στον Παράδεισο;
- Κοίταξε, όπως αυτοί που είναι την νύχτα έξω στο σκοτάδι βλέπουν όσους είναι μέσα σε ένα δωμάτιο φωτισμένο, έτσι και όσοι θα βρίσκονται στην κόλα­ση θα βλέπουν όσους θα είναι στον Παράδεισο. Και αυτό θα είναι μεγαλύτερη κόλαση. Όπως πάλι όσοι την νύχτα είναι στο φως, δεν βλέπουν αυτούς που είναι έξω στο σκοτάδι, έτσι και αυτοί που θα βρίσκονται στον Παράδεισο δεν θα βλέπουν αυτούς που θα είναι στην κόλαση. Γιατί, αν έβλεπαν τους κολασμένους, θα πονούσαν, θα θλίβονταν για την ταλαιπωρία τους, και δεν θα απολάμβαναν τον Παράδεισο, αλλά εκεί «ουκ εστί πόνος...»[12]. Και όχι μόνο δεν θα τους βλέπουν, αλλά ούτε θα θυμούνται αν είχαν αδελφό η πατέρα η μητέρα, αν δεν είναι και εκείνοι στον Παράδεισο. «Εν εκείνη τη ημέρα απολούνται πάντες οι διαλογισμοί αυτού»[13]λέει ο Ψαλμωδός. Γιατί, άμα τους θυμούνται, πως θα είναι Παράδεισος; Αύτος μάλιστα που θα είναι στον Παράδεισο, θα νομίζουν ότι δεν θα υπάρχουν άλλοι άνθρωποι, ούτε θα θυμούνται τις αμαρτίες που είχαν κάνει. Γιατί, αν θυμούνται τις αμαρτίες τους, δεν θα αντέχουν από φιλότιμο στην σκέψη ότι λύπησαν τον Θεό.
Η ποσότητα πάλι της χαράς του καθενός στον Παράδεισο θα είναι διαφορετική. Άλλος θα έχη μια δαχτυλήθρα χαρά, άλλος ένα ποτήρι, άλλος μια ολόκληρη δεξαμενή. Όλοι όμως θα αισθάνονται πλήρεις και κανένας δεν θα ξέρη το μέγεθος της χαράς, της αγαλλιάσεως, του άλλου. Τα κανόνισε έτσι ο Καλός Θεός, γιατί, αν γνώριζε ο ένας ότι ο άλλος έχει περισσότερη χαρά, δεν θα ήταν τότε Παράδεισος, επειδή θα υπήρχε το «γιατί εκείνος να έχη περισσότερη χαρά και εγώ λιγότερη;». Δηλαδή καθένας θα βλέπη στον Παράδεισο την δόξα του Θεού ανάλογα με την καθαρότητα των οφθαλμών της ψυχής του. Η ορατότητα όμως δεν θα καθορισθή από τον Θεό, άλλα θα εξαρτηθή από την δική του καθαρότητα.
- Γέροντα, μερικοί δεν πιστεύουν ότι υπάρχει κόλαση και Παράδεισος.
- Δεν πιστεύουν ότι υπάρχει κόλαση και Παράδεισος; Πως είναι δυνατόν οι νεκροί να μείνουν στην ανυπαρξία, αφού είναι ψυχές; Ο Θεός είναι αθάνατος και ο άνθρωπος είναι κατά χάριν αθάνατος. Επομένως αθάνατος θα είναι και στην κόλαση. Ύστερα τον Παράδεισο και την κόλαση τα ζη η ψυχή μας σε έναν βαθμό και από αυτήν την ζωή, ανάλογα με την κατάσταση στην οποία βρίσκεται. Όταν κάποιος έχη τύψεις συνειδήσεως και νιώθη φόβο, ταραχή, άγχος, απελπισία, η είναι κυριευμένος από μίσος, από φθόνο κ.λπ., τότε ζη την κόλαση. Ενώ, όταν μέσα του υπάρχη αγάπη, χαρά, ειρήνη, πραότητα, καλοσύνη κ.λπ., τότε ζη τον Παρά­δεισο. Όλη η βάση είναι η ψυχή, γιατί αυτή είναι που αισθάνεται και την χαρά και τον πόνο. Να, πήγαινε σε έναν πεθαμένο και πες του τα πιο ευχάριστα πράγματα, λ.χ. «ήρθε ο αδελφός σου από την Αμερική» κ.λπ., δεν θα καταλάβη τίποτε. Αν Του σπάσης τα χέρια, τα πόδια, πάλι δεν θα καταλάβη. Επομένως η ψυχή είναι που αισθάνεται. Αυτά όλα δεν τους προβληματίζουν; Η, ας υποθέσουμε, βλέπεις ένα ωραίο, ένα ευχάριστο όνειρο, χαίρεσαι, χτυπάει γλυκά η καρδιά σου και, δεν θέλεις να τελείωση. Ξυπνάς και στενοχωριέσαι, γιατί ξύπνησες. Η βλέπεις ένα άσχημο όνειρο, ότι έπεσες λ.χ. και έσπασες τα πόδια σου, και υποφέρεις, κλαις. Από την αγωνία σου ξυπνάς με δάκρυα στα μάτια, βλέπεις ότι δεν έπαθες τίποτε και λες: «Ευτυχώς όνειρο ήταν!». Δηλαδή συμμετέχει η ψυχή. Από ένα άσχημο όνειρο υποφέρει κανείς περισσότερο από ό,τι στην πραγματικότητα, όπως και ο άρρωστος υποφέρει πιο πολύ την νύχτα απ' ό,τι την ημέρα. Έτσι και όταν πεθάνη ο άνθρωπος, αν πάη στην κόλαση, θα είναι πιο οδυνηρό. Σκεφθήτε να ζη κανείς ένα αιώνιο εφιαλτικό όνειρο και να βασανίζεται αιώνια! 'Εδώ δεν μπορείς να αντέξης για λίγα λεπτά ένα άσχημο όνειρο, άντε τώρα αιώνια -Θεός φυλάξοι- να είσαι μέσα στην θλίψη. Γι' αυτό καλύτερα να μην πάμε στην κόλαση. 'Εσείς τι λέτε;
- Τόσον καιρό, Γέροντα, κάνουμε αγώνα να μην πάμε στην κόλαση λέτε, εκεί να καταλήξουμε;
- Αν δεν έχουμε μυαλό, εκεί θα πάμε. Εγώ εύχομαι η όλοι στον Παράδεισο η κανένας στην κόλαση... Καλά δεν λέω; Είναι πολύ βαρύ, μετά από όσα έκανε ο Θεός για μας τους ανθρώπους, να πάμε στην κόλαση και να Τον λυπήσουμε. Ο Θεός να φυλάξη, όχι μόνον άνθρωπος, αλλά ούτε πουλί να μην πάη στην κόλαση.
Ο Καλός Θεός ας μας δώση καλή μετάνοια, για να μας βρη ο θάνατος σε καλή πνευματική κατάσταση και, να απόκατασταθούμε στην Ουράνια Βασιλεία Του. Αμήν.
Υποσημειώσεις:
[1] Έκφραση της τουρκικής γλωςσας που σημαινει «δεν υπάρχει οφελος, δεν υπάρχει χαΐρι».
[2] Λουκ. 23, 32-33 και 39-43
[3] Ματθ. 3,2 και 4, 17· βλ. και Ματθ. 10, 7· Μάρκ. 1,15-
[4] Με το «εμάς» ο Γέροντας εννοεί την σύνολη ανθρωπότητα.
[5] Ο Άγιος Νεκτάριος στο έργο του «Μελέτη περί της αθανασίας της ψυχής κει περί των ιερών μνημοσύνων», εκδ. Βασ. Ρηγοπούλου, Θεσσαλονίκη 1973, σ.202, γράφει ως συμπέρασμα των όσων ανέπτυξε βάσει των σχετικών μαρτυριών των Αγίων Πατέρων:«Εξ όλων δη τούτων δήλον γίνεται, ότι η ψνχή μετά θάνατον αδυνατεί να κάμη τι έργον σωτηριώδες και να απαλλαγή των τον Άδου αλύτων δεσμών, και οτι μόνον αι θείαι λειτουργίαι, αι προσευχαί των οικείων, των δικαίων, αι υπέρ αυτών γινόμενοι και αι ελεημοσύναι γίνονται πρόξενοι σωτηρίας κει ελευθερίας από των δεσμών του Άδου».17 Α. Κορ. 15.42
[7] Πρβλ. Αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού, Περί των εν πίστει κεκοιμημένων, όπως αι περί αυτών γινόμεναι λειτουργίαι και ευποιίαι τούτους ονίνησιν, PG 95, 248.
[8] Γέροντος Παϊσίου Άγιορείτου, Επιστολές, Ιερόν Ησυχαστήριον «Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος», εκδ. 6η, Σουρωτή Θεσσαλονίκης 2002, σ. 49.
[9] Βλ. Ευχολόγιον το Μεγα, Ακολουθία Νεκρώσιμος, σ. 411.
[10] Ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός γράφει: «Μη γαρ οίεσθω τις, οτι ουκ άναγνωρισμος εκάστου προς έκαστον επί τής φοβέρας εκείνης συναγωγής γενήσεται. Ναι, όντως έκαστος άναγνωριεί τον πλησίον αυτού, ου τω του σώματος σχήματι, αλλά τω διορατικώ της ψυχής όμματι». PG 95, 276Α.
[11] Ο Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος γράφει: «Και απλώς πας άνθρωπος αμαρτωλός εν τη φοβερά ημέρα της κρίσεως απεναντίας αυτού εις την αιωνίαν ζωήν και εις το ανεκλάλητον εκείνο φως όψεται τον όμοιον αυτού και κριθήσεται παρ' αυτου», Περί μετανοίας, Λογος Ε', Sources Chretiennes 96, 434.
[12] Βλ. Ευχολόγιον το Μέγα, Ακολουθία Νεκρώσιμος, σ. 411.
[13] Ψαλμ. 145, 4.
Το παρόν έντυπο διανέμεται δωρεάν από
την Ιερά Μονή Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, Σοχού Θεσσαλονίκης.
Τηλ.: 23950 22562, από 9 π.μ. - 12 π.μ., Τ.Κ. 57002

Ἀναφορὰ σὲ θέματα τῆς Θείας Λειτουργίας +Μητροπολίτης Σερβίων καί Κοζάνης Διονύσιος




Ἡ Ἐκκλησία, σὰν ζωντανὸς ὀργανισμός, ἔχει τὴ δύναμη νὰ κρατάη ἐπάνω της ὅσα εἶναι γιὰ νὰ ζήσουν καὶ νὰ ἀφήνη ὅσα ἀπὸ μόνα τους εἶναι πιὰ νεκρά. Αὐτὸ ποὺ λέμε παράδοση δὲν εἶναι ἕνα νεκρὸ φορτίο, ποὺ πρέπει ἡ Ἐκκλησία νὰ τὸ σηκώνη ἐπάνω της, ἀλλὰ εἶναι μιὰ ζωντανὴ συνέχεια καὶ μιὰ δυναμικὴ πορεία πρὸς τὰ ἐμπρός. Ὅσα λοιπὸν εἶναι νὰ πεθάνουν θὰ πεθάνουν κι ἂς μὴ φοβούμαστε• ὁ Χριστὸς καὶ ἡ Ἐκκλησία δὲν πεθαίνουν. Πρέπει νὰ εἴμαστε σὲ θέση, κάθε φορά, νὰ ξεχωρίζουμε τὸ οὐσιῶδες ἀπὸ τὸ ἐπουσιῶδες, χωρὶς νὰ φοβούμαστε ὅτι θίγεται τάχα ἡ πίστη, ὅταν πρέπει νὰ βάλωμε κάποια πράγματα στὴ θέση τους. Χρειάζεται βέβαια σύνεση, ποὺ ποτὲ δὲν πρέπει νὰ μᾶς λείπη.

Ἡ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἡ θεία λατρεία. Ὅσο κι ἂν αὐτὸ στὸν καιρό μας, ποὺ εἶναι καιρὸς πρακτικῆς καὶ κοινωνικῆς δραστηριότητας, δὲν ἀκούεται καλά, ὅμως εἶναι μία βασικὴ ἐκκλησιαστικὴ ἀλήθεια. Ἂν μποροῦμε νὰ μιλᾶμε γιὰ ἐποχὲς παρακμῆς τῆς Ἐκκλησίας, αὐτὲς εἶναι οἱ ἐποχὲς παρακμῆς τῆς θείας λατρείας.

Ἀλλὰ τὸ ζήτημα εἶναι τί πρέπει νὰ θεωροῦμε γιὰ ἀκμὴ ἤ γιὰ παρακμὴ στὴ θεία λατρεία. Μποροῦμε νὰ ποῦμε γενικὰ ὅτι ἀκμὴ τῆς ὀρθόδοξης λατρείας δὲν εἶναι πάντως ὁ ὑλικὸς πλοῦτος καὶ ἡ βασιλικὴ μεγαλοπρέπεια. Αὐτὸ πρέπει νὰ θεωρηθῆ πὼς εἶναι βέβαιη παρακμὴ τῆς θείας λατρείας καὶ παρεκτροπὴ ἀπὸ τὸ πνεῦμα τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ Εὐαγγελίου. Οὔτε τὰ χρυσὰ σκεύη οὔτε τὰ πολυτελῆ ἄμφια οὔτε οἱ λαμπροὶ φωτισμοὶ οὔτε οἱ πολυφωνικοὶ χοροὶ εἶναι ἡ ζωντανὴ καὶ ἀκμαία ὀρθόδοξη λατρεία.

Ἀλλὰ οὔτε καὶ τὸ ἄλλο ἄκρο. Γιατί πολλοὶ ἀπὸ ἀντίδραση πέφτουν στὸ ἄλλο ἄκρο ἤ ἀκόμα καὶ ἀρνιοῦνται τὴν ἀξία τῆς θείας λατρείας, καὶ φτάνουν νὰ ποῦν πὼς Ἐκκλησία εἶναι ἕνα στεγνὸ προτεσταντικοῦ τύπου κήρυγμα καὶ μία κοινωνικὴ μόνο δραστηριότητα. Γι’ αὐτὸ δὲν ἀγαποῦν τὶς ἱερὲς Ἀκολουθίες, δὲν συγκινοῦνται στὴ λειτουργικὴ σύναξη, δὲν ξέρουν καὶ δὲν θέλουν νὰ λειτουργήσουν. Μιλᾶμε γιὰ ὡρισμένους κληρικούς, ποὺ θέλουν νὰ εἶναι μᾶλλον προϊστάμενοι καὶ διοικητὲς στὴν Ἐκκλησία παρὰ ἱερεῖς καὶ λειτουργοί. Τίποτε περισσότερο καὶ καλύτερο δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι κανεὶς στὴν Ἐκκλησία παρὰ ἱερέας καὶ λειτουργός• ὅλα τὰ ἄλλα ὑστέρα σ’ ἕναν καλὸ καὶ ἀληθινὸ ἱερέα ἔρχονται μόνα τους. Αὐτὸ δυστυχῶς πολλοὶ δὲν τὸ καταλαβαίνομε, γι’ αὐτὸ καὶ μᾶς δέρνει ἡ πολυπραγμοσύνη καὶ γι’ αὐτὸ συμβαίνει πολλὴ ἀκαταστασία στὴν Ἐκκλησία.


* * *

Ἀλλά, μᾶς ἐνδιαφέρει τώρα ἡ στάση μας καὶ ἡ συμπεριφορὰ μας μέσα στὴ θεία Λειτουργία. Καὶ θέλομε νὰ ποῦμε γιὰ ἕνα μέτρο, ποὺ πρέπει νὰ μᾶς κρατάη ὅταν λειτουργοῦμε, εἴτε πρὸς τὸ ἕνα εἴτε πρὸς τὸ ἄλλο ἄκρο. Εἶναι λοιπὸν μεγάλη ἁμαρτία, ὅταν οἱ λειτουργοί, οἱ ἱερεῖς δηλαδὴ καὶ οἱ ψάλτες, ξεχνιοῦνται ἤ καὶ θέλουν νὰ δίνουν τὴν ἐντύπωση, μὲ τὸν τρόπο ποὺ ψάλλουν καὶ κινοῦνται, πὼς ἡ Ἐκκλησία εἶναι θέατρο. Ἔχει βέβαια μία δραματικὴ κίνηση ἡ τελετὴ τῆς θείας Λειτουργίας, ἔτσι καθὼς εἶναι ὁ ναὸς μὲ τὸ εἰκονοστάσι καὶ μὲ τὸ ἅγιο βῆμα ψηλότερα, μὲ τὴν ἱερὴ μουσικὴ καὶ μὲ τὸν διάλογο, ποὺ διαρκῶς γίνεται μὲ τὸν ἱερέα καὶ τὸ λαό. Στοὺς μεγάλους μάλιστα ναοὺς τῶν πόλεων, ὅπου ὑπάρχουν καὶ διάκονοι, αὐτὴ ἡ κίνηση γίνεται ζωηρότερη. Ἀλλὰ ποτὲ ἡ θεία Λειτουργία δὲν πρέπει νὰ ξεπέφτη σὲ θεατρικὴ παράσταση.

Ὅταν ὁ λόγος ἦταν γιὰ τοὺς ὕμνους τῆς Ἐκκλησίας, εἴπαμε τότε ὅσα μπορέσαμε, μὰ βλέπομε πὼς πρέπει τώρα κάτι ἀκόμα νὰ προσθέσουμε. Ἡ ψαλμωδία, καθὼς εἴπαμε δὲν εἶναι σκοπός, στὴν Ἐκκλησία, δηλαδὴ δὲν ψάλλομε γιὰ νὰ ψάλλωμε. Αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ τὸ ξεχνᾶμε καὶ μάλιστα οἱ ψάλτες, ποὺ πολλὲς φορὲς θαρροῦν πὼς ἡ ἱερὴ σύναξη γίνεται, γιὰ νὰ τοὺς δοθῆ ἡ εὐκαιρία νὰ δείξουν τὴν τέχνη τους καὶ τὴ φωνή τους. Ξέρομε ἐδῶ πόση ζημιὰ γίνεται στὴν προσευχὴ καὶ τὴ λατρεία τῆς Ἐκκλησίας μ’ ἐκεῖνο τὸ περίφημο «Δύναμις» τοῦ «Ἅγιος ὁ Θεός...». Καὶ φαίνεται πὼς αὐτὸ γινότανε πάντα καὶ στὴ θεία Λειτουργία καὶ στὶς ἄλλες ἀκολουθίες, ἀλλιῶς δὲν θὰ ἀναγκαζότανε ἡ ἕκτη οἰκουμενικὴ Σύνοδος νὰ ἐκδώση τὸν ἑβδομηνταπέντε κανόνα. Ἀλλὰ ἡ Σύνοδος δὲν ὥρισε μόνο πῶς καὶ τί νὰ μὴν ψάλλουν οἱ ψάλτες, ἀλλὰ στὴ συνέχεια τοῦ κανόνα εἶπε καὶ πῶς πρέπει νὰ ψάλλουν «ἀλλὰ μετὰ πολλῆς προσοχῆς καὶ κατανύξεως τὰς τοιαύτας ψαλμωδίας προσάγειν τῷ τῶν κρυπτῶν ἐφόρῳ Θεῷ...». Ἡ ψαλμωδία δὲν εἶναι καλλιτεχνικὴ ἐπίδειξη, ἀλλὰ ἐκκλησιαστικὴ διακονία. Καὶ ὁ Θεὸς δὲν ἀκούει τὶς κραυγὲς στὸ «ἀθάνατος», ἀλλὰ τί ψάλλει ὁ καθένας μέσα του• «ἄδοντες καὶ ψάλλοντες ἐν τῇ καρδίᾳ ὑμῶν τῷ Κυρίῳ», γράφει ὁ Ἀπόστολος.

Ἀλλὰ εἶναι καὶ τὸ ἄλλο ἄκρο, ἡ ἀντίληψη ἐκείνων, ποὺ δὲν ξέρουν τί εἶναι ἡ θεία λατρεία καὶ δὲν τὴν ἐκτιμοῦν. Αὐτοὶ δὲν θέλησαν καὶ δὲν φιλοτιμήθηκαν νὰ μάθουν πῶς πρέπει νὰ κινοῦνται μέσα στὴν Ἐκκλησία σὰν λειτουργοὶ καὶ πῶς πρέπει νὰ ἀνοίγουν τὸ στόμα τους γιὰ νὰ διαβάσουν καὶ νὰ ψάλλουν. Ἡ Ἐκκλησία δὲν θέλει καλλιτέχνες καὶ τραγουδιστές, ἀλλὰ ἀνθρώπους μὲ ἱερατικὴ καὶ λειτουργικὴ συνείδηση, ποὺ νὰ θέλουν καὶ νὰ ξέρουν νὰ μεταχειρισθοῦν τὴν ὅποια φωνὴ τοὺς ἔδωκε ὁ Θεός. Ἀλλὰ καὶ δὲν εἶναι κατάλληλοι γιὰ τὴν ἱερουργία καὶ δὲν κάνουν ὅσοι δὲν ἀγαποῦν τὴν εὐπρέπεια τοῦ οἴκου τοῦ Θεοῦ. Καὶ εὐπρέπεια δὲν εἶναι μόνο τὸ συγύρισμα τοῦ χώρου, ἀλλὰ καὶ ἡ καλὴ διεξαγωγὴ τῆς θείας λατρείας. Κάποιοι, θέλοντας πολὺ σωστὰ νὰ ἀποφύγουν τὰ τραγούδια, ξεπέφτουν στὸ ἄλλο ἄκρο καὶ κάνουν σύνθημά τους τὴν ἀπειροκαλία.

Ἀκοῦνε, γιὰ παράδειγμα, νὰ γίνεται λόγος γιὰ ἀναγνώσματα, καὶ ἐπιμένουν νὰ διαβάζουν τὸν Ἀπόστολο καὶ τὸ Εὐαγγέλιο σὰν τὰ κοινὰ κείμενα καὶ σὰν τὴν ἐφημερίδα. Μὰ ἡ Ἐκκλησία ἔχει ἕναν δικό της τρόπο ποὺ διαβάζει τὸν Ἀπόστολο καὶ τὸ Εὐαγγέλιο, τὶς εὐχὲς καὶ κάθε ἀνάγνωσμα. Εἶναι τὸ λεγόμενο «ὕφος», ἤ, ὅπως εἴπαμε στὰ προηγούμενα, ἡ ἐμμελὴς ἀπαγγελία, κάτι ποὺ ἔρχεται ἀπὸ πολὺ μακρυά, κι ὅπως λένε οἱ εἰδικοί, εἶναι ὁ τρόπος τῆς ἀπαγγελίας τοῦ χοροῦ στὴν ἀρχαία Ἑλληνικὴ τραγωδία. Πολλοὶ ξένοι φιλόλογοι ἔρχονται στὴ θεία Λειτουργία, γιὰ νὰ ἀκούσουν μιὰ καλὴ ἐμμελῆ ἀπαγγελία.

Άγιο Πνεύμα και χαρίσματα κατά τον Άγιο Κύριλλο Αλεξανδρείας του Αρχιεπισκόπου Αμερικής Δημητρίου

1.Τό εξηγητικό έργο του Κυρίλλου Αλεξανδρείας στην Α’ προς Κορινθίους δεν έχει δυστυχώς διασωθεί στην πληρότητά του όπως του Χρυσοστόμου. Είναι όμως ευτύχημα ότι στην περικοπή Α΄Κορ. 12, 1-12 έχουμε στην διάθεσή μας σημαντικά ερμηνευτικά αποσπάσματα του Αλεξανδρινού πατρός. Αυτά μας παρέχουν ουσιαστικό υλικό και πολλαπλές ενδείξεις για την επισήμανση και κατανόηση των βασικών του απόψεων.
Και ο Κύριλλος, όπως και ο Χρυσόστομος, περιγράφει τα χαρίσματα που απαριθμούνται στο Α΄Κορ. 12, 4-11, εξηγεί συνοπτικά το περιεχόμενό τους και παρουσιάζει στοιχεία από τη λειτουργία τους μέσα στην Εκκλησία. Το κέντρο όμως του ενδιαφέροντός του δεν φαίνεται να είναι τα χαρίσματα καθ’ εαυτά, ούτε η κατάσταση ή οι αντιδράσεις των ανθρώπων, στους οποίους αυτά είχαν δοθεί. Τούτο αποδεικνύεται από την απουσία, τουλάχιστον στα ερμηνευτικά αποσπάσματα που έχουν διασωθεί, οιασδήποτε αμέσου αναφοράς στην κατάσταση ανωμαλίας που είχε δημιουργηθεί στην Κόρινθο εξαιτίας των χαρισμάτων. Ο ιερός πατήρ έχει μεταφέρει ολόκληρη την προσοχή του από τα χαρίσματα στο χορηγό τους, το Άγιον Πνεύμα, για να περάσει πάντοτε και να καταλήξει, χωρίς σχεδόν εξαίρεση, στην απώτατη και ουσιαστική πηγή τους, την «αγία και ομοούσιο Τριάδα». Γι’ αυτό και το ερμηνευτικό κείμενο του Κυρίλλου στο Α΄ Κορ. 12, 1-12 θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως δοκίμιο περί της ενεργείας και φανερώσεως του Τριαδικού Θεού μέσω των χαρισμάτων. Η αφετηρία, η κατάληξη και η σταθερή εστία της σκέψεώς του καθώς ξεδιπλώνει την ερμηνεία του Α΄ Κορ. 12,1-12 είναι η Αγία Τριάς.
ag-Kyrillos-strog-nef-2011
Αυτό διαφαίνεται ήδη στην αρχική παράγραφο της ερμηνείας του, όταν ο Κύριλλος συγκεφαλαιώνει την ουσία και τον σκοπό των διαφόρων χαρισμάτων στην «απλανή και αμώμητον γνώσιν» του Θεού και στην «θεοπτίαν», για να μεταχειρισθούμε τις δικές του εύστοχες εκφράσεις. Μια γνώση και θεοπτία που προσφέρεται ως δώρο και χάρισμα του Τριαδικού Θεού στους πιστούς διά του Αγίου Πνεύματος. Γράφει σχετικά ο Αλεξανδρινός πατήρ: Οι πραγματικοί πιστοί αποδεικνύονται από το ότι έχουν μυηθή στην θεοπτία (που εδώ συνδέε-ται με την αναγνώριση και ομολογία της θεότητος και κυριότητος του Χριστού) διά του Αγίου Πνεύματος. Το Άγιον Πνεύμα, επειδή ερευνά τα πάντα και επειδή γνωρίζει τα βάθη του Θεού και «τα εν τω Θεώ κεκρυμμένα», τα μεταφέρει στις ψυχές των πιστών και εμφυτεύει σ’ αυτές απλανή και αμώμητη γνώση. Μάρτυς της αληθείας αυτής είναι ο θεσπέσιος Παύλος όταν λέγει, «διαιρέσεις δε χαρισμάτων εισί, το δε αυτό Πνεύμα· και διαιρέσεις διακονιών είσιν· και ο αυτός Κύριος· και διαιρέσεις ενεργημάτων εισίν· ο δε αυτός Θεός ο ενεργών τα πάντα εν πάσιν» (Α΄ Κορ. 12,4-6). Όπως αυτοί που έχουν επίγεια εξουσία και είναι βασιλείς, απονέμουν στους γνησιώτερους υπασπιστές τους διάφορες τιμές, έτσι και η αγία και ομοούσιος Τριάς διανέμει άφθονες τις δωρεές των ουρανίων αγαθών σ’ αυτούς που την αγαπούν «εξ υγιούς καρδίας» και με ολόκληρη την ψυχή και την διάνοιά τους. Και τις διανέμει «δι’ ενός, του Πνεύματος, ως διά Χριστού παρά του Πατρός». Διότι όλα γίνονται και προέρχονται «παρά του Πατρός δι’ Υιού εν Πνεύματι».
Στο παραπάνω απόσπασμα η θεοκεντρική φορά της ερμηνείας του Κυρίλλου είναι εμφανής και έντονη. Η τροχιά της σκέψεώς του ακολουθεί αντίστροφα την διαδρομή των πνευματικών γεγονότων. Έχοντας προσδιορίσει την φύση και λειτουργία των χαρισμάτων ως φορέων της γνώσεως του Θεού, ανατρέχει στον άμεσο χορηγό τους το Άγιον Πνεύμα, για να αναχθεί εν τέλει στην μακαρία Τριάδα, την υπέρτατη και υπερούσια πηγή των ουρανίων δωρεών και χαρισμάτων. Στην πολύ ενδεικτική Τριαδολογική διατύπωση με την οποία κατέληξε το προηγούμενο απόσπασμα, ο Κύριλλος ξαναγυρίζει και πάλι καθώς ομιλεί για τα χαρίσματα μέσα στην Εκκλησία σύμφωνα με το Α΄Κορ. 12, 1-12. Δεν περιορίζεται όμως, όπως διαπιστώνουμε, σε μια γενική διακήρυξη ότι ο Τριαδικός Θεός είναι η πηγή των χαρισμάτων. Το βαθύ και έντονο θεολογικό του ενδιαφέρον, τον ωθεί στην χρησιμοποίηση ειδικών διατυπώσεων για τις ενέργειες των Τριών θείων Προσώπων στο ζήτημα αυτό.
Επειδή είναι προικισμένος και οξυδερκής ερμηνευτής και δεν χάνει από το οπτικό του πεδίο το κείμενο, ο Κύριλλος ξεκινά συνήθως από το Άγιον Πνεύμα, διότι για το Άγιον Πνεύμα ομιλεί κυρίως ο Παύλος στο Α΄ Κορ. 12,1-12. Τα σχετικά με την περικοπή εξηγητικά αποσπάσματα του Κυρίλλου βρίθουν διατυπώσεων που περιγράφουν την άμεση ενέργεια του Αγ. Πνεύματος στην παροχή και διανομή των χαρισμάτων. Ενδεικτικά καταχωρίζουμε μερικές τέτοιες εκφράσεις: «χαρίσματα ιαμάτων εν τω Πνεύματι», «λαλείν εν Πνεύματι», «μυσταγωγείσθαι διά Πνεύματος», «διανέμειν διά του Πνεύματος», «χορηγείσθαι διά του Πνεύματος», «η διά του Πνεύματος ενέργεια», «ενεργεί το Πνεύμα», «προφητεύειν ου δίχα του Πνεύματος», «διακρίσεις πνευμάτων εν τω Πνεύματι», «δυνάμεων ενεργήματα εν Πνεύματι», «δίδοσθαι διά του Πνεύματος».
Ο ιερός όμως πατήρ σπεύδει πάντοτε να διευκρινίσει ότι η ενέργεια του Αγίου Πνεύματος στο ζήτημα των χαρισμάτων δεν είναι άσχετη προς τον Υιό. Έτσι λ.χ. σημειώνει ότι το χάρισμα της αποστολικής διακονίας το ενεργεί ο Υιός διά του Αγίου Πνεύματος. Πολύ ενδεικτική επίσης είναι και η παρατήρηση που κάνει αναφορικά με τα χαρίσματα των ιαμάτων (Α΄ Κορ. 12,9): Ενώ λέγεται ότι το Πνεύμα τα διανέμει, εν τούτοις ο Χριστός είναι εκείνος που τα δίδει. Διότι ο Χριστός είπε στους μαθητές του «ασθενούντας θεραπεύετε, νεκρούς εγείρετε, λεπρούς καθαρίζετε» (Μτ. 10,8). Του Χριστού επίσης είναι και τα «ενεργήματα δυνάμεων» (Α΄ Κορ. 12,10), αλλά «εν Πνεύματι τω ενί».
Η υπέρτατη όμως και αρχική πηγή των χαρισμά¬των είναι ο Πατήρ. Η θεμελιώδης διατύπωση του Κυρίλλου συναντάται στην φράση «πάντα παρά του Πατρός», μια φράση που αναφαίνεται σταθερά και αναλλοίωτα στα σπουδαιότερα σημεία της ερμηνείας του. Η μνεία του Πατρός γίνεται πάντοτε σε συσχέτιση με τον Υιό και το Άγιον Πνεύμα σε έξοχες Τριαδολογικές εκφράσεις. Μέσω των εκφράσεων αυτών, ο Αλεξανδρινός ερμηνευτής προβάλλει την κύρια θεολογική του άποψη που είναι η παρουσία και ενέργεια του Τριαδικού Θεού σε κάθε περίπτωση πνευματικών δωρεών και χαρισμάτων. Αξίζει στο σημείο αυτό να παραθέσουμε, χωρίς συντμήσεις, ένα εύγλωττο σχετικό απόσπασμα. Ερμηνεύοντας το Α΄ Κορ. 12,4-11, 0 Κύριλλος παρατηρεί μεταξύ άλλων ότι το χάρισμα του «λόγου σοφίας» και του «λόγου γνώσεως» (στ. 8) χορηγείται σ’ εκείνους που προκρίθηκαν ως άξιοι «δι’ ενός του Πνεύματος, παρά του Πατρός δι’ Υιού», ο οποίος λέγεται ότι διανέμει τις διακονίες (στ. 5). Και συνεχίζει ο Αλεξανδρινός πατήρ: Επομένως, ο μεν Υιός διανέμει τις διακονίες, το πράγμα όμως αυτό το ενεργεί «μετ’ εξουσίας» το Πνεύμα το Άγιον, διότι είναι Πνεύμα του Υιού (πρβλ. Ρωμ. 8,9-11). Αλλά και τα ενεργήματα των δυνάμεων (στ. 6), δηλαδή τα θαυμαστά σημεία που γίνονται διά των αγίων, κι’ αυτά τα ολοκληρώνει και τα αποτελειώνει ο Θεός. Διότι, όπως είπα, τα πάντα είναι «παρά του Πατρός δι’ Υιού εν Πνεύματι». Και με όλα τα θαυμαστά επιτεύγματα διακηρύσσεται η δόξα και η αγιότητα της ομοουσίου Τριάδος. Πρόσεξε, συμπεραίνει ο Κύριλλος, πως ο Παύλος αρχίζει από το Άγιον Πνεύμα, γιατί αυτό είναι «εν ημίν» και αυτό ενεργεί την διανομή των χαρισμάτων. Μετατοπίζει στην συνέχεια τον λόγο στον Υιό, που είναι Υιός «κατά φύσιν», για να φθάσει και να καταλήξει τελικά στον Πατέρα, απονέμοντας σ’ Αυτόν μέσω του Υιού την διά του Αγίου Πνεύματος ενέργεια.
Ο μελετητής έστω και μόνο του αποσπάσματος αυτού του Κυρίλλου, διακρίνει αμέσως τους θεολογικούς του στόχους. Η συζήτηση για τα χαρίσματα γίνεται Θεοκεντρική ή, ακριβέστερα, Τριαδοκεντρική. Με τον τρόπο αυτόν ο ιερός πατήρ δείχνει πού πρέπει ν’ αναζητηθεί η ουσία του ζητήματος, πού βρίσκονται οι προσβάσεις για την προσέγγιση στις σωστές λύσεις των προβλημάτων των σχετικών με τα χαρίσματα. Τα χαρίσματα δίδονται και λειτουργούν ως δείκτες που προσανατολίζουν τον πιστό και την εκκλησιαστική κοινότητα προς το μυστήριο του Θεού. Το Άγιον Πνεύμα τα χορηγεί ως «μυσταγωγικές» οδούς προς την «θεοπτία» και γνώση της υπερουσίου Τριάδος. Μέσα σε μια τέτοια προοπτική, το θέμα της διαβαθμίσεως των χαρισμάτων χάνει αυτομάτως την οξύτητά του και οι συναφείς συγκρούσεις ή αντιζηλίες υποχωρούν και εμφανίζονται χωρίς νόημα. Οι επιπτώσεις από την προτεραιότητα της Τριαδολογικής αυτής θέας τόσο στην ανθρωπολογία όσο και στην Εκκλησιολογία είναι άμεσες και αποφασιστικές.
2.Μιά τέτοια ουσιώδη επίπτωση μνημονεύει στην ερμηνεία του ο ιερός πατήρ. Είναι η ενότητα της Εκκλησίας που οικοδομείται με την ποικιλία των χαρισμάτων. Το Άγιον Πνεύμα, σημειώνει, ενεργεί διαφορετικά στον καθένα την διανομή των χαρισμάτων, έτσι ώστε η Εκκλησία, που είναι το σώμα του Χριστού, να συγκροτεί σε τελειότατη μορφή την νοητή ενότητα που απαρτίζεται από το μεγάλο πλήθος των Αγίων (οι οποίοι είναι φορείς των ποικίλων χαρισμάτων). Διότι, παρατηρεί περαιτέρω ο Κύριλλος, έχουμε ενωθεί μεταξύ μας, έχουμε γίνει «σύσσωμοι εν Χριστώ» ο οποίος μας συνήγειρε μαζί του και μας συνδέει με το ένα και το αυτό και σε όλους ενοικούν Άγιον Πνεύμα. Επομένως, έχοντας κληθεί διά του Πνεύματος εις ενότητα, έχοντας γίνει σύσσωμοι με τον Χριστό, ας τηρήσουμε τον σύνδεσμο της αγάπης αδιάσπαστο.
Στην περίπτωση αυτή ο Κύριλλος δεν κάνει ρητή αναφορά στην Αγία Τριάδα. Εν τούτοις, με το να έχει δείξει σε κάθε βήμα την ενότητα των θείων Προσώπων στο ζήτημα της παροχής των χαρισμάτων στην Εκκλησία, με το να τονίζει την αμεσότητα και το ενιαίο της παρουσίας και ενεργείας του Υιού και του Αγίου Πνεύματος στην διαδικασία οικοδομής της ενότητος των πιστών, κατέστησε ολοφάνερο το από πού εξαρτά και πού θεμελιώνει την εκκλησιαστική ενότητα. Η τελειότητα της «νοητής ενότητος» της Εκκλησίας, για την οποία ο Κύριλλος συνηγορεί με τόση δύναμη, δεν είναι συνέπεια της ποικιλίας των χαρισμάτων αλλά της πηγής των χαρισμάτων αυτών, της ομοουσίου Τριάδος.
Ο Τριαδοκεντρικός προσανατολισμός της εξηγητικής του Κυρίλλου, όπως τον είδαμε να λειτουργεί και να εκφράζεται στην ανάλυση του Α΄ Κορ. 12,1-12, φωτίζει με ένα ιδιαίτερο φως την περικοπή αυτή. Δείχνει τις απεριόριστες προεκτάσεις της. Και προβάλλει την πάντοτε επίκαιρη αλήθεια που πρέπει να οδηγεί σταθερά τον ερευνητή των Γραφών: Στο τέλος, στο βάθος των βιβλικών κειμένων αποκαλύπτεται πάντοτε ο εν Τριάδι Θεός.
(  Αρχιεπισκόπου Αμερικής Δημητρίου, Παρουσία του Αγίου Πνεύματος, εκδ. Σήμαντρο, Αθήνα 1984, σ.100-107)

Γέροντας Πορφύριος :Μέσα στα σχέδια του Θεού μας είναι και η επιβολή κανόνων

Κοίταξε, παιδί μου! Ο Θεός μας, προκειμένου να διαπαιδαγωγήσει τα παιδιά του, που τον πιστεύουν, τον αγαπούν και τον λατρεύουν, χρησιμοποιεί διάφορους τρόπους, μεθόδους και σχέδια.

Μέσα στα σχέδια του Θεού μας είναι και η επιβολή κανόνων, οι όποιοι αποσκοπούν, πάντα, στη σωτηρία τής ψυχής μας. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση τη δική σου.

Εμείς δεν μπορούμε να αλλάξουμε η να διαγράψουμε τα σχέδια τού Θεού. Πολύ περισσότερο δεν μπορούμε να του το επιβάλλουμε. Μπορούμε, όμως, να τον παρακαλέσουμε και να τον ικετεύσουμε, και Εκείνος, σαν φιλάνθρωπος που είναι, μπορεί να εισακούσει τις προσευχές μας και να συντμήσει το χρόνο ή ακόμη και να τον διαγράψει.

Και το ένα και το άλλο, στο χέρι του είναι. Εμείς θα το ζητήσουμε. Και Εκείνος θα το εγκρίνει.

Ύστερα, οι κανόνες αυτοί δεν έχουν το χαρακτήρα τής εκδικήσεως η τής τιμωρίας, αλλά τής διαπαιδαγωγήσεως, και δεν έχουν καμιά σχέση με αυτούς που επιβάλλονται από ορισμένους πνευματικούς κατά την εξομολόγηση, και οι οποίοι, είτε από υπερβάλλοντα ζήλο, είτε από άγνοια, εξαντλούν τα όρια τής τιμωρίας, χωρίς να αντιλαμβάνονται, ότι με τον τρόπο αυτό, αντί να κάνουν καλό, διαπράττουν έγκλημα.

Εγώ, πάντα τους φωνάζω και τους συμβουλεύω: Όχι μεγάλες τιμωρίες. Αλλά σωστές συμβουλές. Γιατί, οι μεγάλες τιμωρίες, τροφοδοτούν τον άλλο (το διάβολο) με πλούσια πελατεία. Και αυτός, αυτό περιμένει. Αυτό καραδοκεί, και έχει πάντα ανοιχτές τις αγκάλες του για να τους δεχτεί! Και τους τάζει, μάλιστα, λαγούς με πετραχήλια...

Γι' αυτό, απαιτείται μεγάλη προσοχή στην επιλογή του πνευματικού. Όπως αναζητάτε τον καλύτερο γιατρό, το ίδιο να κάνετε και για τον πνευματικό. Και οι δύο γιατροί είναι. Ο ένας του σώματος και ο άλλος τής ψυχής!

Ομιλία Παναγιωτάτου κ. Ανθίμου την Κυριακή του Τυφλού στον άγιο Δημήτριο


Ομιλία Παναγιωτάτου κ. Ανθίμου 
την Κυριακή του Τυφλού στον άγιο Δημήτριο
Ομιλία μητροπολίτου Θεσσαλονίκης κ. Ανθίμου κατά 
την Κυριακή 9-6-2013 στον ιερό ναό του πολιούχου αγίου Δημητρίου.

«Άνω σχώμεν τας καρδίας»



«Άνω σχώμεν τας καρδίας.
Έχομεν προς τον Κύριον»


Καθώς η Λειτουργική πορεία συνεχίζεται, ο λειτουργός ιερέας μας καλεί ξεκάθαρα πια να πορευτούμε προς τα άνω.
 Τα ουράνια ως τρόπος ζωής κι όχι ως χώρος του Θεού και της Βασιλείας Του, είναι ο στόχος του κάθε χριστιανού. «Ου γάρ έχομεν ώδε μένουσαν πόλιν, αλλά την μέλλουσαν επιζητούμεν»(Εβρ.13,14).
 Η Λειτουργία γίνεται ο χώρος και ο τρόπος της ζωντανής παρουσίας του ζώντος Κυρίου. Εδώ δεν ταιριάζουν ούτε οι μικρότητες ούτε οι επιπολαιότητες. ΄Η ζεις το Θεό ή τον αγνοείς.
 Όσο ασχολείσαι με τα όποια θέματα του κόσμου τούτου, δίνοντας ολόκληρη την καρδιά σου, τόσο ο Θεός δεν θα χωρά και θ’ απομακρύνεται, μένοντας στην άγνοια και στο θάνατο του εαυτού σου.
 «Άνω σχώμεν τα καρδίας.
Έχομεν προς τον Κύριο».
Λόγια που δεν αντέχουν στο ψέμα. Λόγια όμως που παροτρύνουν τους αδύνατους, τους θέλοντες να ζήσουν και το παλεύουν. Λόγια-κλήση για αιώνια ζωή.

Από το βιβλίο ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΗ ΠΟΡΕΙΑ, έκδοση Ιερού Ησυχαστηρίου Αγίας Τριάδος – Μετόχι Ι. Μονής Μαχαιρά. Τηλ. 00357-99607871/πηγή /αντιγραφή

Ο Ρουμάνος Γέροντας Φανούριος της Καψάλας ο απλός



Η Καψάλα είναι μία περιοχή του Αγίου Όρους, ανάμεσα στην πρωτεύουσα του Αγίου Όρους Καρυές, στην Ι. Μονή Παντοκράτορος και Ι. Μονή Σταυρονικήτα. Έχει πολλές καλύβες-κελλιά αλλά τα περισσότερα τώρα είναι κατεστραμμένα και έρημα.
Το πιο γνωστό κελλί είναι το « Άξιον εστίν », όπου έγινε το θαύμα της παραδόσεως του ομωνύμου αρχαγγελικού ύμνου από τον Αρχάγγελο Γαβριήλ στον μοναχό υποτακτικό του κελλιού τον 10ο αιώνα. Βόρεια από το « Αξιον εστίν » υπάρχει το κελλί του Μ. Βασιλείου. Σε αυτό το κελλί έζησε ο Άγιος Γεράσιμος ο Κεφαλληνίας, καθώς και ο Όσιος Θεόφιλος , όπου φυλάσσεται και το σεπτό του σκήνωμα . Εκεί επίσης έζησε ο πολυγραφότατος δάσκαλος του γένους και της εκκλησίας μας ο Όσιος Νικόδημος ο Αγιορείτης ο Καψαλιώτης.
Ο γράφων είχε την ευκαιρία να γνωρίσει από κοντά τον Γέροντα Φανούριο, ο οποίος συνέχιζε την ασκητική παράδοση του κελλιού του Μ. Βασιλείου, αφού εκοιμήθη εν Κυρίω το 1986.

Όπως πληροφορήθηκα στο Άγιον Όρος έφτασε το 1913. Ξεκίνησε την μοναχική ζωή από την Ρουμανική Σκήτη του Προδρόμου. Έγινε μεγαλόσχημος το 1913. Ως μαθητής της Αθωνιάδος τον έβλεπα που περνούσε από τη Σχολή για να πάει στο κελλί του. Απλός, πράος, λιτοδίαιτος, άνθρωπος του Θεού. Όταν του λέγαμε οι μαθητές « Ευλόγησον Γέροντα »,αυτός απαντούσε, « Κύριος ευλογήσει ».

40 χρόνια έζησε στο κελλί. Κοιμόταν πολύ λίγο. Η προσευχή του πύρινη διαρκούσε ημερόνυκτα. Ήταν πολύ ασκητικός, ώστε ο πάπα Ξ… λέει ότι ούτε οι παλαιοί ασκητές δεν τον φτάνουν. Η μελέτη και η προσευχή ήταν τα όπλα του τα πνευματικά. Έκανε κομποσχοίνι για όλο τον κόσμο. Εβίωνε την Ορθόδοξη Θεολογία με τα δάκρυα της προσευχής.

Το αξιοπρόσεκτο είναι ότι αν του έδινες ονόματα για προσευχή τα θυμόταν όλα και χαιρόταν να ακούει για το Γιώργο, την Μαρία κ.λ.π. σαν να τους γνώριζε χρόνια.
Ήθελε ο Γερο- Φανούριος να παρουσιάζεται σαν κατά « Χριστόν σαλός . Έμενε σε ένα κελλί ετοιμόροπο. Τα σανίδια του πατώματος είχαν σαπίσει, όπως κάποτε ο γράφων τα είδε. Το σπίτι του στις μεγάλες βροχές έσταζε νερό. Ακόμα και το νερό που έπινε , για άσκηση το κουβαλούσε είτε από το « Άξιον εστίν », είτε από διπλανό κελλί , που είχε απότομο κατέβασμα. Όλα αυτά μέχρι τα 88 του χρόνια χωρίς πόνο και χωρίς γογγυσμό. Για αυτόν η ησυχία ήταν η ανάπαυσή του.

Όσοι τον γνώρισαν τον Γέροντα Φανούριο πολλά έχουν να πουν. Στο πρόσωπό του ήταν ζωγραφισμένη η ασκητικότητα ενός μακρού βίου. Διέκρινες μια παιδική απλότητα γεμάτο από αισθήματα αγάπης. Συχνά καθόταν έξω από το κελλί και διάβαζε έχοντας ανοικτή την πόρτα. Συχνά ερχόντουσαν επισκέπτες για να προσκυνήσουν τον Όσιο Θεόφιλο. Άλλοτε τους άφηνε να προσκυνήσουν χωρίς να διακόψει την μελέτη και άλλοτε κατέβαινε στο ναό για να τους ξεναγήσει. Όταν μιλούσε για τον όσιο Θεόφιλο δάκρυζε. Όταν τον ρωτούσαν αν ευωδιάζει και τώρα ο όσιος Θεόφιλος απαντούσε: « Αν έχει ευλάβεια ο προσκυνητής ευωδιάζει » . Οι συνταγές που έδινε ήταν. Να μη φροντίζουμε το σώμα, αλλά την ψυχή. Με την απλότητά του έδινε λακωνικές απαντήσεις. Ένας αδυνατισμένος καλόγηρος πήγε να τον δει. Έτσι πρέπει να είναι ο καλόγηρος να μην μπορεί να πάρει τα πόδια του ( εννοούσε φυσικά την συνεχή άσκηση ) .Όταν μιλούσε για ταξίδι εννοούσε το ουράνιο και τα μάτια του βούρκωναν. Τόνιζε επίσης, μην αφήσετε τον αγώνα.

Αξίζει να παραθέσουμε κάποιες εμπειρίες που πήραμε από αγιορείτη μοναχό για τον Γέροντα Φανούριο τον Απλό.
« Άμα έρχεται εδώ Άγγελος, όλη την νύχτα είναι πολύ γαλήνια. Όταν έρθει νταίμονας ( δηλ. δαίμονας ) βρωμάει ο τόπος » . Έλεγε ότι κάποτε τον επισκέφθηκε ο Μ. Βασίλειος μαζί με τον όσιο Θεόφιλο.

- Τι σου είπαν; τον ρωτήσανε.
- Να, ότι είμαι τεμπέλης!
- Γιατί, επειδή δεν φροντίζεις το κελλί;
- Όχι. Η Παναγία μας δεν θέλει μέριμνες. Με είπαν τεμπέλη γιατί δεν φρόντιζα όσο έπρεπε για τα πνευματικά.

Άλλη μια φορά , έλεγε, ήλθαν οι ίδιοι οι Άγιοι επισκέπτες ενώ μεριμνούσε πώς να διορθώσει το κελλί και του είπαν: Για το κελλί θα μεριμνήσουμε εμείς. Εσύ φρόντιζε για την ψυχή σου.
Δυό χρόνια πριν κοιμηθεί ο Γέρων Φανούριος αρρώστησε ένας άλλος Ρουμάνος γείτονάς του, ο γέρο Μακάριος. Παρά τα χρόνια του ο γέρων Φανούριος πήγαινε κάθε μέρα και φρόντιζε τον φίλο του, μέχρις ότου τον πήρανε και τον γηροκόμησαν κάποιοι νεώτεροι μοναχοί. Αυτή η αγάπη του μαρτυρεί τη γνησιότητα της άσκησής του.

Αγαπούσε τη φύση. Πήγαινε μικρές βόλτες στη γύρω περιοχή. Μερικές φορές μάζευε μούρα . Άλλοτε και μανιτάρια. Κάποιος, κάποτε, του είπε να τον πειράξει. « Γέροντα τα μανιτάρια είναι δηλητηριασμένα » . « Ε, η ώρα η καλή » ! απάντησε με απάθεια. Έβαζε ψωμάκια στο παρτέρι για τα πουλάκια, χαιρότανε και γελούσε σαν μικρό παιδάκι βλέποντάς τα να τρώνε. Πρόβλεψε και το θάνατό του. Ο διπλανός μοναχός Ηρωδίωνας είπε: Ο Γέρων Φανούριος δεν πέθανε, πήγε από τη μια ζωή στην άλλη ζωή, είναι Άγιος. Να του κάνετε κομποσχοίνι, να έχουμε ειρήνη.

Από το βιβλίο « Εμπειρίες από τον αμίλητο κόσμο του Άθω »Νικολάου Ζαχαριάδη

Τόμος Α Πύργος Ηλείας -1998 www.agiooros.net


"Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη

  Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...