Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Πέμπτη, Αυγούστου 08, 2013

Ἐπιστολή πρός κάποιον πού εἶχε μελαγχολήσει, Ἀλεξέγιεβ Ἰωάννης (Πνευματικός τῆς μονῆς Βάλαμο

20.12.1947

Ἀδίκως στενοχωριέσαι μὲ τή μελαγχολική σου ἐπιστολή• εἴμαστε ἄνθρωποι καὶ οἱ καταστάσεις μας ἀλλάζουν. Καλὸ εἶναι πού γράφεις αὐτά πού σοῦ συμβαίνουν. Αὐτὰ δὲ μὲ στενοχωροῦν, ἀπεναντίας χαίρομαι πού μοῦ τὰ γράφεις ὅλα ἁπλᾶ καὶ χωρὶς νὰ ντρέπεσαι.

Ἡ φαντασία καὶ ἡ μνήμη ἀποτελοῦν μία ἐσωτερικὴ αἴσθηση. Μερικὲς φορὲς τὰ περασμένα ἔρχονται στὸ νοῦ τόσο ζωντανά, ὡς νὰ σὲ σφυροκοποῦν. Τότε χρειάζεται προσευχὴ μὲ συγκεντρωμένη τὴν προσοχὴ καὶ ὑπομονή. Ἡ μνήμη πρέπει νὰ γεμίζει ἀπὸ τὴν ἀνάγνωση τοῦ Ἱεροῦ Εὐαγγελίου καὶ τῶν ἁγίων Πατέρων. Μὲ μιά λέξη: ὁ νοῦς δέν πρέπει νὰ μένει ἀργός. Ἡ μνήμη τῶν περασμένων πραγμάτων πρέπει νὰ ἀντικαθίσταται μὲ ἄλλες σκέψεις, ὁπότε τὰ παλαιὰ σιγά-σιγὰ φεύγουν καὶ μαζὶ μὲ αὐτὰ καὶ ἡ μελαγχολία. Στήν ἴδια καρδιά δὲν μποροῦν νὰ κατοικοῦν δύο κύριοι.

Τὰ ἁμαρτωλὰ πάθη ποτὲ δὲ χορταίνουν. Ὅσο περισσότερο τὰ τρέφεις, τόσο πιὸ πολὺ ἀπαιτοῦν. Εἶναι σὰν τὰ σκυλιά πού ἔχουν συνηθίσει νὰ γλείφουν τὰ κόκκαλα, ὅταν ὅμως ἁρπάξεις ῥάβδο καὶ τὰ διώξεις δὲν πλησιάζουν πιά. Ὁ ἅγιος Ἀπόστολος λέγει: «Βλέπετε οὖν πῶς ἀκριβῶς περιπατεῖτε». Καὶ «τὰ μὲν ὀπίσω ἐπιλανθανόμενος τοῖς δὲ ἔμπροσθεν ἐπεκτεινόμενος κατὰ σκοπὸν διώκω ἐπὶ τὸ βραβεῖον τῆς ἄνω κλήσεως»

Μιὰ γνωστή μου κυρία μοῦ ἔστειλε μιὰ μεγάλη ἐπιστολή πού γράφει, πὼς ἡ εὐχὴ τοῦ Ἰησοῦ ἀρχίζει νὰ ῥιζώνει μέσα της. Τὶ ὡραῖα πού καὶ στόν κόσμο ὑπάρχουν ἄνθρωποι προσευχόμενοι! Ἐκείνη ἔμενε στή Γερμανία, ἀλλά τώρα θὰ ταξιδέψει στή Νότια Ἀμερική. Καλὸ ταξίδι, ὁ Κύριος νὰ εἶναι βοηθὸς της. 

Λοιπόν, παιδί μου, ἂς ἀρχίσουμε καὶ ἐμεῖς, κατὰ τὸ παράδειγμα αὐτῆς τῆς γυναίκας, νὰ ἀσκοῦμε πιὸ δυναμικὰ αὐτὴν τή μικρή προσευχή. Εἴθε ὁ Κύριος νὰ μᾶς βοηθᾶ! Σύ ἤδη συνήθισες τὴν ἐργασία σου, ὥστε νὰ μὴ χρειάζεται νὰ τή σκέπτεσαι. Γέμιζε λοιπὸν τὸ νοῦ σου μὲ προσευχὴ καὶ θεϊκὲς θεωρίες. Τώρα εἶναι ἡ κατάλληλη ὥρα, βάλε ἀρχή. Ἡ ζωὴ χωρὶς προσευχή, εἶναι γεμάτη ἀπό θλίψεις, ἐνῶ μὲ τὴν προσευχὴ - μάλιστα ὅταν αὐτὴ γίνεται συνήθεια - ἡ καρδιά ἀγάλλεται καὶ εἰρηνεύει· τὶ μακαρία καταστάση! Κάποιες φορὲς οἱ προσευχόμενοι προγεύονται τή μέλλουσα μακαριότητα ἤδη ἐδῶ πάνω στή γῆ.
πηγή

Ἡ παράδοση περί ἐλεύσεως τῆς Θεοτόκου στήν Κύπρο μέσα ἀπό τά Πάτρια τοῦ Ἁγίου Ὄρους καί τή χειρόγραφη παράδοση Πατάπιος μοναχός Καυσοκαλυβίτης



Pater Patapios ΓΙΑ ΣΕΛΙΔΑ ΤΙΤΛΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ ΚΥΠΡΟΥ
   «Τό βουνό αὐτό (ὁ Ἄθως) εἶναι μεγάλο καί ψηλό καί ξακουστό ἀπό παλιά, γεμάτο καρποφόρα δένδρα, καί πολύ πλούσιο σέ πηγές. Βρίσκεται στήν Ἄσπρη Θάλασσα (τό Αἰγαῖο δηλαδή) κι ἀπό ἐκεῖ φαίνεται σάν νησί, γιατί τριγύρω ἔχει θαλασσινό νερό. Μόνο ἀπό τήν βορεινή πλευρά στενεύει … ἐκεῖ ὅπου ἑνώνεται μέ τήν μεγάλη γῆ τῆς Θράκης καί τῆς Μακεδονίας… Ἀπό τό Ὄρος, ἡ Κωνσταντινούπολη καί δύο-τρία νησιά βρίσκονται πρός τήν Ἀνατολή… Ὅλα τά ἄλλα νησιά τῆς Ἄσπρης Θάλασσας καί ἡ Κύπρος … βρίσκονται νοτίως τοῦ Ἁγίου Ὄρους».
 Αὐτά σημείωνε (σέ ἑλληνική μετάφραση) στά 1745 ὁ ρώσος περιηγητής ἀπό τό Κίεβο μοναχός Βασίλειος Γκρηγκόροβιτς Μπάρσκι κατά τό δεύτερο ταξίδι του στόν Ἄθωνα⋅ ὁ Μπάρσκι, πού δέκα χρόνια πρίν, εἶχε βρεθεῖ στήν Κύπρο περιηγούμενος στά μοναστήρια της καί ἀφήνοντάς μας, ὡς παρακαταθήκη, τίς πολύ χρήσιμες γιά τήν ἔρευνα σχεδιαστικές ἀπεικονίσεις τους.
   Καί συνεχίζει ὁ Μπάρσκι, καταγράφοντας τίς περί τῆς Θεοτόκου παραδόσεις, πού συνάντησε στόν Ἄθωνα: «Μετά τήν ἐνσάρκωση τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καί τήν ἐν δόξῃ ἀνάληψή Του στούς οὐρανούς, ὅταν οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι μοίρασαν μέ κλῆρο τά πέρατα τῆς γῆς, γιά τό κήρυγμα τῆς ἁγίας ὀρθοδόξου πίστεως, ἔλαβε μέρος καί ἡ ὑπεραγία Θεοτόκος καί τῆς ἔλαχε ὡς κλῆρος τό ὄρος τοῦτο τοῦ Ἄθωνος, πρᾶγμα γιά τό ὁποῖο μαρτυρεῖται στό βιβλίο Πρόλογος, πού τυπώθηκε στό Πετσόρκ (τή Λαύρα τοῦ Κιέβου δηλαδή), στό βίο τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου».
    Βαθειά πεποίθηση τῶν Ἁγιορειτῶν μοναστῶν σέ ὅλη τή διάρκεια τῆς ἱστορίας τοῦ ἀθωνικοῦ μοναχισμοῦ ἦταν καί παραμένει ὅτι ἡ Παναγία εἶναι ἡ προστάτιδα τοῦ Ἁγίου Ὄρους, πού φυλάει τόν Ἄθωνα καί τούς ἀσκούμενους σ᾿ αὐτό πατέρες, ἐπαγρυπνώντας καί πρεσβεύοντας γι᾿ αὐτούς. Ἀφορμή γι᾿ αὐτό στάθηκαν οἱ ὑποσχέσεις πού ἔδωσε ἡ κυρία Θεοτόκος στόν πρῶτο ἀθωνίτη ἅγιο, ὅσιο Πέτρο τόν Ἀθωνίτη, ὅπως αὐτές καταγράφηκαν στό Βίο του, ἀλλά καί στό Ἐγκώμιο πρός αὐτόν πού συνέταξε ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ἀλλά καί σέ διάφορες διηγήσεις γιά τήν ἔλευση τῆς Θεοτόκου στόν Ἄθωνα καί τήν δωρεά τοῦ ἱεροῦ αὐτοῦ τόπου σ᾿ αὐτήν ἀπό τόν υἱό της.
Ἀπόηχους τῶν διηγήσεων γιά τά παραπάνω βρίσκουμε καί σέ ἀρκετά ἔργα τοῦ λογίου μοναχοῦ τοῦ 19ου αἰώνα Ἰακώβου Νεασκητιώτου, ὅπως, γιά παράδειγμα, στό κείμενο «Περί τοῦ κλήρου τῆς Θεοτόκου Ἄθω»,  ὅπου ὁ ὅσιος Πέτρος ὁ Ἀθωνίτης κατά τό ταξίδι τῆς ἐπιστροφῆς του ἀπό τήν Ρώμη, κι ἐνῶ βρισκόταν στό πλοῖο εἶδε σέ ὅραμα «τήν Πανάχραντον Θεοτόκον μετά τινος ὑπερβαλλούσης αἴγλης» μαζί μέ τόν ἅγιο Νικόλαο Μύρων, ὁ ὁποῖος τῆς ζήτησε νά ὑποδείξει στόν Πέτρο «τόπον, ἐν ᾧ τόν ὑπόλοιπον τῆς ζωῆς αὐτοῦ διατελέσει χρόνον, τά φίλα τῷ Θεῷ διαπράττων». Σύμφωνα μέ τό κείμενο, ἡ Θεοτόκος ἀποκρίθηκε στόν ἅγιο Νικόλαο ὅτι, «ἐν τῷ ὄρει τοῦ Ἄθω ἔσται ἡ ἀνάπαυσις αὐτοῦ, ὅπερ εἴληφα εἰς κλῆρον ἐμόν, αἰτησαμένη παρά τοῦ υἱοῦ μου καί Θεοῦ μου», διατυπώνοντας καί τίς λοιπές γνωστές ὑποσχέσεις της τόσο πρός τόν ὅσιο Πέτρο ὅσο καί πρός ὅλους τούς «τῶν κοσμικῶν ἀναχωροῦντες συγχύσεων καί τῶν πνευματικῶν ὅσῃ δυνάμει ἀντεχομένους» μοναχούς τοῦ Ἁγίου Ὄρους.
     Ἰδιαίτερη σημασία γιά τήν ἀνίχνευση τῶν πηγῶν τῆς ἱστορίας τοῦ ἀθωνικοῦ μοναχισμοῦ ἔχει τό σύνολο ἐκεῖνο τῶν διηγήσεων πού καταγράφουν τίς πατριογραφικές ἁγιορειτικές παραδόσεις, ὅπως τό προαναφερθέν κείμενο τοῦ μοναχοῦ Ἰακώβου. Οἱ παραδόσεις αὐτές ἀφοροῦν στίς ἀπαρχές τοῦ ἀθωνικοῦ μοναχισμοῦ, τήν ἵδρυση τῶν μοναστηριῶν, τίς θαυματουργές εἰκόνες ἀλλά καί σέ γεγονότα πού φέρονται νά συνέβησαν στόν Ἄθωνα κατά τήν ὑπερχιλιόχρονη ἱστορική διαδρομή του. Οἱ διηγήσεις αὐτές ἐντάχθηκαν μέ ἀρκετή καθυστέρηση στόν χάρτη τῶν πηγῶν τῆς ἱστορίας τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Οἱ πρῶτες ἀναφορές ἔγιναν μόλις στά τέλη τοῦ 19ου αἰώνα ἀπό τόν Μανουήλ Γεδεών, πού δημοσίευσε τό 1885 μιά σειρά ὀκτώ διηγήσεων ὑπό τόν τίτλο: Ἀνάμνησις μερική περί τοῦ Ἁγίου Ὄρους Ἄθω ἐκ παλαιῶν ἱστοριῶν καί ἀπό τόν Σπυρίδωνα Λάμπρο, πού δημοσίευσε τό 1912 συλλογή κειμένων ὑπό τόν τίτλο: Πάτρια τοῦ Ἁγίου Ὄρους Ἄθω. Ἀνάμεσα στά κείμενα αὐτά βρίσκουμε καί τό ἐπιγραφόμενο: Ἀνάμνησις μερική περί τοῦ Ἄθω ὄρους⋅ τά λεγόμενα Πάτρια, στό ὁποῖο γίνεται ἀναφορά καί στό ταξίδι τῆς Θεοτόκου στόν Ἄθωνα ἀλλά καί στήν Κύπρο.
αξιον εστιν Πρωτάτου
      Ἄν καί δέν ἔχει πραγματοποιηθεῖ μέχρι σήμερα μία συστηματική καταγραφή τοῦ συνόλου τῆς χειρόγραφης πατριογραφικῆς παράδοσης, ἐν τούτοις ἔχει ἐπισημανθεῖ ἕνας ἱκανός ἀριθμός χειρογράφων κωδίκων, οἱ παλαιότεροι ἀπό τούς ὁποίους χρονολογοῦνται στόν 16ο αἰώνα. Γνωρίζουμε μέχρι σήμερα, ἀπό καταγραφές τῶν Κρίτωνος Χρυσοχοΐδη, Antonio Rigo, Νικολάου Λιβανοῦ, ἀλλά καί τοῦ ὑποφαινόμενου, ὀκτώ κώδικες πού χρονολογοῦνται στόν 16ο αἰώνα, δέκα ἐννέα κώδικες πού χρονολογοῦνται στόν 17ο, ἑπτά στόν 18ο αἰώνα καί ἀρκετούς πού χρονολογοῦνται στόν 19ο αἰώνα. Θά πρέπει ὅμως νά ληφθεῖ ὑπόψιν τό γεγονός ὅτι οἱ παραδόσεις αὐτές, προτοῦ καταγραφοῦν ἐγγράφως, μεταδίδονταν προφορικά ἀπό τούς μοναχούς πολύ πρίν, ἀπό γενιά σέ γενιά.
      Ὅσον ἀφορᾶ στήν κυπριακή χειρόγραφη παράδοση περί τῆς ἐλεύσεως τῆς Θεοτόκου στήν Κύπρο μετά τό ταξίδι της στόν Ἄθωνα, ἀπό τήν μέχρι σήμερα ἔρευνά μας, προκύπτουν συνοπτικά τά παρακάτω δεδομένα, πού βασίζονται κυρίως στίς σχετικές μέ τό θέμα μελέτες, ἀπό τήν παλαιότερη, τοῦ Χαρίλαου Παπαϊωάννου στά Κυπριακά Χρονικά, πρίν ἀκριβῶς ἑκατό χρόνια  (1912) μέχρι τίς πρόσφατες. Βάσει αὐτῶν, ἡ σωζόμενη κυπριακή χειρόγραφη παράδοση παρουσιάζεται ἰδιαίτερα πτωχή, καθώς πέρα ἀπό τήν πολύ σημαντική πληροφορία τοῦ Χαριλάου Παπαϊωάννου τό 1911 καί τοῦ Ἰωάννη Συκουτρῆ, τό 1923, περί ἑνός χειρογράφου τοῦ 15ου αἰώνα, πού προερχόταν ἀπό τή βιβλιοθήκη τοῦ Χριστοδούλου Ἀντωνιάδη Γεννᾶ ἐκ Κυθραίας, ἔχουν καταγραφεῖ δύο ἐπιπλέον κώδικες. Ὁ πρῶτος τοῦ ἔτους 1732/1733, τοῦ ναοῦ Ἁγίας Τριάδος Καρπασίας, τοῦ ὁποίου γραφέας εἶναι ὁ μοναχός τῆς μονῆς Ἀκάκιος Τά περιεχόμενα τοῦ κώδικα αὐτοῦ ἀνέλυσε πρόσφατα ὁ Γεώργιος Κάκκουρας, ἐνῶ δημοσίευση τοῦ ἀποσπάσματος τοῦ κώδικα πού ἀναφέρεται στόν ἐρχομό τῆς Θεοτόκου στήν Κύπρο καί σέ νεοελληνική μετάφραση ἔχουμε ἀπό τόν Κυριάκο Χατζηιωάννου, Ἡ ἀρχαία Κύπρος εἰς τάς ἑλληνικάς πηγάς. Ὁ δεύτερος κώδικας εἶναι πάλι τοῦ 18ου αἰώνα, διά χειρός τοῦ κυπρίου γραφέα, ἀρχιμανδρίτου Παϊσίου, μετέπειτα ἀρχιεπισκόπου Κύπρου, καί ἐμπεριέχεται σέ χειρόγραφο πού ἀνῆκε στόν καθηγητή τοῦ Ἐμπορικοῦ Λυκείου Λάρνακας Π. Μητρόπουλο.
    Στό «Συναξάριον τῆς Κωνσταντινουπόλεως» (10ος-12ος αἰ.) ἀναφέρεται πώς ὁ Λάζαρος «ἔζησε μετά τό ἐκ νεκρῶν αὖθις ἀναβιῶσαι ἔτη δεκαοκτώ, προχειρισθείς ἐπίσκοπος ἐν τῇ εἰρημένῃ Κιτιαίων πόλει παρά Πέτρου τοῦ Ἀποστόλου». Στό Συναξάριο τοῦ Τριωδίου ἀναφέρεται ὅτι στήν Κύπρο ὁ Λάζαρος χειροτονήθηκε ἐπίσκοπος Κιτίου ἀπό τούς ἀποστόλους Βαρνάβα, Παῦλο καί Μάρκο καί ὅτι τό ὠμοφόριό του τοῦ τό χάρισε ἡ Θεοτόκος πού τό ἔφτιαξε μέ τά ἴδια της τά χέρια.
    Τόν 16ο αἰ., στό πολύ δημοφιλές ἔργο Θησαυρός τοῦ Δαμασκηνοῦ Στουδίτου, ἐπισκόπου Ρεντίνης, καί πιό συγκεκριμένα, στήν ἀναφορά στόν ἅγιο Λάζαρο, ἔχουμε τήν πρώτη δημοσιευμένη ἔντυπη ἀναφορά τῆς παραδόσεως, πώς ὄχι μόνο ἡ Θεοτόκος δώρισε στόν πρῶτο ἐπίσκοπο Κιτίου Λάζαρο τό ὠμοφόριό του, ἀλλά καί ὅτι ἡ δωρεά αὐτή ἔγινε ἀπό τήν ἴδια τήν Θεοτόκο κατά τήν ἐπίσκεψή της στήν Κύπρο: «Ἐκεῖ (στήν Κύπρο, δηλαδή) λέγουσιν ὅτι ἡ Παναγία ἀκόμη ὅταν ἦτο σωματικῶς εἰς τήν γῆν, τοῦ ὑπῆγεν ἕνα ὠμόφορον, τό ὁποῖον ὠμόφορον ἡ Παναγία μοναχή της τό ἔκαμε μέ τά χέρια της». Πρόκειται γιά μνεία πού ἀσφαλῶς προϋποθέτει τήν ὕπαρξη σχετικῆς παλαιότερης τοῦ 16ου αἰ. προφορικῆς ἤ γραπτῆς παραδόσεως.
    Τό σχετικό κείμενο πού μετέγραψε ὁ μοναχός Ἀκάκιος στόν ἤδη ἀναφερθέντα κώδικα τῆς μονῆς Ἁγίας Τριάδος Καρπασίας, φέρει τόν τίτλο: «Ἀνάμνησις μερική περί τοῦ Ἄθω ὄρους, τά λεγόμενα Πάτρια καί ἀπόδειξις ὅτι πώς ἦλθεν ἡ κυρά δέσποινα Θεοτόκος ἐν τῇ νήσῳ Κύπρῳ εἰς χώραν Λάρναξ». Τό πρῶτο μέρος τοῦ σύνθετου αὐτοῦ τίτλου ἀναπαράγει τήν ἐπιγραφή πού φέρουν τά περισσότερα ἀπό τά ἀθωνικά χειρόγραφα μέ τό ἴδιο θέμα, ἐνῶ τό δεύτερο μέρος, σκοπό ἔχει νά προβάλλει τήν σχετική περί τῆς ἐλεύσεως τῆς Θεοτόκου στήν Κύπρο παράδοση.
    Σέ κάποιο σημεῖο τοῦ κειμένου του, ὁ μοναχός Ἀκάκιος, σημειώνει, ἐπιστρατεύοντας τήν προαναφερθεῖσα ἀναφορά τοῦ Δαμασκηνοῦ Στουδίτου: «Ὅτι πώς ἦλθεν ἡ Παναγία εἰς τήν Κύπρον καί ἤφερεν τοῦ ἁγίου Λαζάρου ὠμοφόριον τό μαρτυρεῖ καί σοφώτατος Δαμασκηνός ὁ Στουδίτης εἰς τό βιβλίον του, ὅπου τό ὀνόμασε Θησαυρόν εἰς τό Συναξάρι τοῦ ἁγίου Λαζάρου εἰς τό τέλος τοῦ αὐτοῦ συναξαρίου ἀμήν».
    Στή συνάφεια αὐτή, θά πρέπει νά ἀναφέρουμε ὅτι ἡ ἐφέστια εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ἡ Θεοτόκος Ἄξιόν Ἐστιν, ἀπό εἰκονογραφικῆς ἀπόψεως εἶναι τοῦ τύπου τῆς Παναγίας τοῦ Κύκκου, μία παραλλαγή δηλαδή τῆς Ἐλεοῦσας πού ὡς γνωστόν φυλάσσεται στή μονή Κύκκου, ἐδῶ στήν Κύπρο. Μέ μεγάλο ἐνδιαφέρον ἀναμένουμε τήν μελλοντική ἔρευνα νά δώσει μία πειστική ἀπάντηση στό ἐρώτημα γιατί ἡ περισσότερο τιμώμενη εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Ὄρους υἱοθέτησε ἕναν εἰκονογραφικό τύπο πού συνδέεται ἄμεσα μέ τήν Κύπρο. Θά μποροῦσε ἄραγε ἡ παράδοση περί τῆς ἐλεύσεως τῆς Θεοτόκου τόσο στόν Ἄθωνα ὅσο καί στή μεγαλόνησο νά σχετίζεται μέ αὐτό τό ἐρώτημα;
    Στή συνέχεια τῆς εἰσηγήσεώς μας, καί ἐντελῶς συνοπτικά θά ἀναφερθοῦμε, ὡς χαρακτηριστικό παράδειγμα, σέ μία ἀπό τίς πολλές καταγεγραμμένες στήν ἀθωνική παράδοση παραλλαγές τῆς διηγήσεως, ἡ ὁποία ἐξιστορεῖ τήν ἔλευση τῆς Θεοτόκου στόν Ἄθωνα καί ἐν συνεχείᾳ στήν Κύπρο. Διηγήση, πού μᾶς παρέδωσε μεταφρασμένη «εἰς κοινήν ἡμετέραν διάλεκτον» ὁ προαναφερθείς μοναχός Ἰάκωβος Νεασκητιώτης. Ὁ Ἰάκωβος ὑπῆρξε ὁ παραγωγικότερος Ἁγιορείτης γραφέας ἀλλά καί ὁ πολυγραφέστερος Ἁγιορείτης συγγραφέας κατά τόν 19ο αἰώνα μέ εὐρύ πεδίο συγγραφῆς, ἀπό τήν ὑμνογραφία καί τή μετάφραση σέ ἁπλούστερη γλώσσα ἁγιολογικῶν, πατερικῶν καί ἀσκητικῶν κειμένων ὥς τήν ἁγιορειτική ἱστορία καί τά θεολογικά καί ἀντιρρητικά του κείμενα.
    Τό ἔργο στό ὁποῖο ἀναφερόμαστε ἐπιγράφεται Διήγησις παλαιά σωζομένη ἐν χειρογράφοις ἑλληνιστί, παρά δέ τῇ σθλαβικῇ καί δακικῇ ἤτοι βλαχομποδανικῇ ἐντύποις ἐκδεδομένη, ἀφ᾿ ἧς ἡ παρούσα μετεφράσθη εἰς κοινήν ἡμετέραν διάλεκτον, ὅπως ἡ Κυρία Θεοτόκος ἦλθεν εἰς τό ὄρος τοῦ Ἄθωνος ἔτι ζῶσα ὡς κλῆρον αὐτῇ δοθέντος.Πρόκειται γιά ἀνέκδοτο μεταφραστικό ἔργο τοῦ Ἰακώβου Νεασκητιώτου, τό ὁποῖο συντάχθηκε στά 1847-1848, στό πλαίσιο τῆς περίφημης Ἀθωνιάδος του, πού ἀφορᾶ στήν ἱστορία τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ἀπό τά πρῶτα χρόνια τῆς ἐμφάνισης τοῦ μοναχισμοῦ στόν Ἄθωνα μέχρι τίς μέρες του.
    Ἡ Διήγησις ἀρχίζει μέ τήν συγκέντρωση τῶν Ἀποστόλων στήν οἰκία τοῦ Ζεβεδαίου ὅπου παρίστατο καί ἡ Θεοτόκος, μετά τήν Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου. Ἐκεῖ ἀποφάσισαν, θέλοντας νά ἐφαρμόσουν τήν ἐντολή τοῦ Κυρίου, νά βάλουν κλῆρο ὥστε νά φανεῖ σέ ποιό μέρος τῆς γῆς ἔπρεπε ὁ καθένας ἀπ᾿ αὐτούς νά πορευθεῖ, γιά νά «μαθητεύσει τά ἔθνη». Στή Θεοτόκο ἔπεσε ὁ κλῆρος τῆς Ἰβηρίας. Λίγο πρίν ξεκινήσει ὅμως γιά τήν ἀποστολή της, παρουσιάσθηκε σ᾿ αὐτήν ἄγγελος Κυρίου καί τῆς εἶπε νά μήν ἀναχωρήσει ἀκόμη ἀπό τήν Ἱερουσαλήμ μέχρις ὅτου φανεῖ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ.
    Στή συνέχεια ἡ Διήγησις μεταφέρεται στήν Κύπρο ὅπου βρισκόταν ὁ Λάζαρος, τόν ὁποῖο εἶχε ἀναστήσει ὁ Κύριος, «διά τόν φόβον τῶν Ἰουδαίων», πού ζητοῦσαν νά τόν σκοτώσουν καθώς πολλοί πίστευσαν ἐξ αἰτίας τῆς ἀναστασεώς του. Ἐκεῖ ὁ Λάζαρος εἶχε χειροτονηθεῖ ἀπό τόν ἀπόστολο Βαρνάβα ἐπίσκοπος τῆς Λάρνακας. Ἐπιθυμώντας νά συναντηθεῖ μέ τήν Θεοτόκο, τῆς μήνυσε νά μεταβεῖ στήν Κύπρο, ἀφοῦ ἐκεῖνος φοβόταν νά ἐπιστρέψει στήν Ἱερουσαλήμ. Μετά τήν ἀποδοχή τῆς πρόσκλησης ἀπό τήν Θεοτόκο, ὁ Λάζαρος ἔστειλε πλοῖο στήν Ἰόππη γιά νά τήν παραλάβει. Κατά τό ταξίδι ἡ Θεοτόκος εἶχε συνταξιδιῶτες τόν ἅγιο Ἰωάννη τό Θεολόγο, τόν Πρόχορο καί μερικούς ἀπό τούς ἑβδομήκοντα ἀποστόλους. Διαβάζουμε στό κείμενο:
  Ὁ δέ Λά­ζα­ρος ὁ τε­τρα­ή­με­ρος καί φί­λος τοῦ Χρι­στοῦ, εὑ­ρί­σκε­το ἐν τῇ νή­σῳ Κύ­πρου, ἀ­να­χω­ρή­σας δι­ά τόν φό­βον τῶν Ἰ­ου­δαί­ων, οἵ­τι­νες ἐ­ζή­τουν ἀ­πο­κτεῖ­ναι αὐ­τόν, ὅ­τι πολ­λοί δι᾿ αὐ­τόν ἐ­πί­στευ­σαν εἰς τόν ἐκ νε­κρῶν ἀ­να­στά­ντα Χρι­στόν. Χει­ρο­το­νη­θείς δέ πα­ρά τοῦ ἀ­πο­στό­λου Βαρ­νά­βα ἀρ­χι­ε­ρα­τεύ­ειν ἐν μι­ᾷ τῶν πό­λε­ων, τῇ νῦν κα­λου­μέ­νῃ Λάρ­να­κα. Ἐ­πε­θύ­μει δέ ἰ­δεῖν καί ἀ­πο­λαύ­σαι τήν δέ­σποι­ναν Θε­ο­τό­κον ἐν τῷ πα­ρό­ντι βί­ῳ καί φο­βού­με­νος ἀ­πελ­θεῖν εἰς Ἱ­ε­ρο­σό­λυ­μα, ἐ­μή­νυ­σε τῇ Θε­ο­τό­κῳ τόν πο­λύν πό­θον ὅν εἶ­χε τοῦ ἰ­δεῖν αὐ­τήν ἔ­τι ἅ­παξ ζῶ­σαν. Ἀντέγραψε δέ πρός αὐτόν ἡ μήτηρ τοῦ Κυρίου τοῦ ἀποστεῖλαι πλοῖον εἰς Ἰόππην, καί κατελθεῖν αὐτήν τοῦ διαπλεῦσαι πρός αὐτόν εἰς Κύπρον. Καί ἑτοιμάσας ὠμοφόριον καί ἐπιμανίκια, οἰκείαις χερσίν πλέξας αὐτά, ἐλθόντος τοῦ πλοίου, κατέβη μετά τοῦ θεολόγου Ἰωάννου καί τινων μαθητῶν ἐκ τῶν ἑβδομήκοντα, καί Προχόρου, ἀνέβησαν εἰς τό πλοῖον.
Στή μέση ὅμως τοῦ πελάγους σηκώθηκε μεγάλη θαλασσοταραχή πού παρέσυρε τό πλοῖο μέχρι τό ὄρος Ἄθως. Ἐκεῖ τό πλοῖο προσώρμισε στό λιμάνι τοῦ Κλήμεντος. Τήν ἐποχή ἐκείνη βρίσκονταν στόν Ἄθωνα εἰδωλεῖα καί βωμοί τοῦ Ἀπόλλωνα, στόν ὁποῖο οἱ κάτοικοι «εἶχον μεγάλην εὐλάβειαν». Μέ τό πού ἔφθασε ὅμως τό πλοῖο, τά εἴδωλα ἄρχισαν νά κράζουν καί νά καλοῦν τούς ἀνθρώπους νά κατέβουν στό λιμάνι γιά νά προσκυνήσουν τήν μητέρα τοῦ Θεοῦ⋅ κάτι πού ἀμέσως ἔγινε. Ἐκεῖ ἡ Θεοτόκος κήρυξε τό εὐαγγέλιο μέ ἀποτέλεσμα νά πιστέψουν ὅλοι τους στόν Χριστό. Τήν ἴδια στιγμή σημειώθηκαν καί πολλά θαύματα καί θεραπεῖες ἀσθενῶν. Τότε ἡ Θεοτόκος εὐλόγησε τό Ὄρος λέγοντας, «οὗτος ὁ τόπος μένει εἰς κλῆρον ἐμόν εἰς τό αἰῶνα καί ἡ χάρις τοῦ ἐξ ἐμοῦ τεχθέντος κατασκηνώσει ἐν αὐτῷ». Εἶπε δέ καί ὑποσχέθηκε καί ἄλλα πολλά καί στή συνέχεια, ἀφοῦ ἄφησε ἕνα μαθητή της νά «μείνῃ εἰς τό Ὄρος ἱερατεύειν τά θεῖα μυστήρια καί διδάσκειν τόν λαόν καί στηρίζῃ τούς νεοφωτίστους», ἀνέβηκε πάλι στό πλοῖο καί ἀναχώρησαν γιά τήν Κύπρο ὅπου ἔφθασαν «αὐθημερόν». Στή συνέχεια ἡ Διήγηση περιγράφει τή συνάντηση τῆς Θεοτόκου μέ τόν Λάζαρο στήν Κύπρο ὅπου ἡ Θεοτόκος παρέμεινε λίγες μέρες πρίν ἐπιστρέψει στήν Ἱερουσαλήμ, ὅπου καί ἐκοιμήθη «ἐν ἐκείνῳ τῷ ἔτει». Διαβάζουμε στό κείμενο:
Ὁ δέ Λάζαρος εὑρίσκετο εἰς μεγάλην λύπην καί ἀθυμίαν διά τήν ἀργοπορίαν τῆς ἐλεύσεως τοῦ πλοίου, ὑποπτευόμενος μήπως καί συνέβη ναυάγιον, μή γινώσκον τά διαπραχθέντα ὑπό τῆς θείας δυνάμεως. Ὡς δέ ἄφνω εἶδε τήν ὑπεραγίαν Θεοτόκον ἐλθοῦσαν πρός αὐτόν, ὑπερεχάρη λίαν καί προσκυνήσας αὐτήν ὑπεδέξατο χαίρων. Ἡ δέ ἁγία Θεοτόκος τοῦ ἐπρόσφερε τά ἱερά δῶρα, ἔργα τῶν ἁγίων αὐτῆς χειρῶν, ἕνα ἱερόν στιχάριον καί ἕν ἅγιον ὠμοφόριον, ὁποῦ ἐπιτηδείως αὐτοχείρως ἔπλεξε καί ἐπιμανίκια. Ὑποδεξάμενος δέ αὐτήν εὐλαβῶς ὁ ἱερός Λάζαρος τοῦ ἐδιηγήθη ἡ Θεοτόκος τά ὅσα ἐκ θείας προνοίας καί δυνάμεως ἔγιναν εἰς τό ὄρος τοῦ Ἄθωνος. Τά ὁποῖα ἀκούσας ὁ Λάζαρος ἐθαύμασε καί ἐδόξασε τόν Θεόν, τόν οἰκονομοῦντα παράδοξα κατά τήν θείαν Του βούλησιν. Μείνασα δέ ἱκανάς ἡμέρας ἡ Θεοτόκος εἰς Κύπρον συνηδομένη τῷ δικαίῳ Λαζάρῳ, ἐν τῷ ναῷ τῆς ἐπισκοπῆς αὐτοῦ καί εὐλογήσασα τοῦ ἐκεῖσε πιστούς, καί ἰάσεις τελέσασα τοῖς πιστῶς αὐτῇ ἔπλευσε πρός Ἰόππην, καί ἐπανῆλθεν εἰς τήν Ἱερουσαλήμ καί ἔμεινεν ἐν τῇ ἁγίᾳ Σιών εἰς τήν οἰκίαν τοῦ Ζεβεδαίου πατρός τοῦ Θεολόγου Ἰωάννου. Καί ἐν ἐκείνῳ τῷ ἔτει ἐκοιμήθη ἡ Θεοτόκος.
Ὁ συντάκτης στή συνέχεια μᾶς πληροφορεῖ ὅτι «ταῦτα ἔγραψεν ὁ Μοναχός Στέφανος ἁγιορείτης περί τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου, ὅτι ἦλθεν εἰς τό ὄρος τοῦ Ἄθωνος καί ἐκήρυξεν, ὅτι θέλει μένει ἡ δύναμις τοῦ ἱεροῦ αὐτῆς κηρύγματος μέχρι συντελείας τῶν αἰώνων. ὅτε τό οἰκουμενικόν κήρυγμα τῶν πανευφήμων Ἀποστόλων ἐξασθενήσῃ διά τό ψυχρανθῆναι τήν ἀγάπην τῶν πολλῶν, καί πληθυνθῆναι τήν ἀνομίαν, τότε ἡ τελείωσις τοῦ εὐαγγελικοῦ λόγου νά διαμένῃ ἐν τῷ Ὄρει κατά μέρος εἰς τούς ἔχοντας ἐν τῇ ψυχῇ αὐτῶν τόν θεῖον φόβον ἐγκυμονοῦντα.».
Εἶναι φανερό ὅτι γράφοντας τά παραπάνω ὁ Ἰάκωβος εἶχε κατά νοῦν τίς τυχόν ἐκφράσεις δυσπιστίας πού θά δημιουργοῦσε ἡ ἐξιστόρηση περί τοῦ θεομητορικοῦ ταξιδιοῦ στόν Ἄθωνα, γι᾿ αὐτό καί ἐπιστράτευσε ἐκ τῶν προτέρων ὅσα ντοκουμέντα μποροῦσε νά ἀντιπαραθέσει ὥστε νά διαλυθοῦν οἱ τυχόν ἐπιφυλάξεις ἀπό τούς ἀναγνῶστες τοῦ ἔργου του.
 Σέ ἕνα ἄλλο χειρόγραφο πού παραδίδει τό ἱστορικό περί τοῦ Ἁγίου Ὄρους ἔργο του Ἀθωνιάςδιαφαίνεται ἐντονότερη ἡ ἀγωνία του γιά τήν ἀποδοχή τῆς ἐξιστορήσεώς του περί τῆς θεομητορικῆς παρουσίας στόν Ἄθωνα. Γράφει χαρακτηριστικά:
«Ἀρκούντως ἀποδείξαντες περί τοῦ ὄρους Ἄθω ὅτι κλῆρος τῆς Θεοτόκου ἐδόθη αὐτῇ ἀπ᾿ ἀρχῆς τοῦ εὐαγγελικοῦ κηρύγματος, ἕπεται νά ἀποδειχθῇ καί πῶς καί πότε ἀπεκληρώθη αὐτῇ, ὡς εἰς πολλά σωζόμενα // χειρόγραφα βιβλία εὑρίσκεται γεγραμμένον, ἐν τε τῇ Ἱερᾷ Μονῇ Βατοπαιδίου, ἐν τῇ βιβλιοθήκῃ τῆς Σκήτεως τῆς Ἁγίας Ἄννης, ἐν τῇ Φιλοθέου, Κωνσταμονίτου, Σταυρονικήτα, ἐν διαφόροις ἄλλαις Μοναῖς, σκήταις, καί κελλία. Ἐν δέ τῇ τοῦ Ζωγράφου εὑρίσκεται ἐν τύποις εἰς βιβλίον τετυπωμένον σθλαβιστί.
(Ἐδῶ νά σημειώσουμε ὅτι πρῶτος πού ἔκανε λόγο στούς Ρώσους περί τῆς ἰδιαίτερης προστασίας τοῦ Ἁγίου Ὄρους ἀπό τήν Θεοτόκο, θεωρεῖται ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Γραικός ὁ Βατοπαιδινός τόν 16ο αἰ.)
    Καί συνεχίζουμε στό κείμενο τοῦ μοναχοῦ Ἰακώβου: Ὡσαύτως καί εἰς δακικήν οὐγγροβλαχικήν διάλεκτον εἴδομεν ἐν τύποις βιβλίον ἐμπεριέχον αὐτό ἀπαραλλάκτως. Δῆλον δέ ὅτι τά παλαιά χειρόγραφα πρεσβύτερα τῶν τετυπωμένων διά πιεστηρίων εἰσιν, ὁ γάρ τύπος ὕστερον ἐφευρέθη. Οἶδα ὅμως ὅτι εἰς αὐτό οἱ πολλοί ἀπιστοῦσι, καί μάλιστα οἱ ἐλλόγιμοι. Ἀλλ᾿ ἡμεῖς, φησίν ὁ Ἀπόστολος, διά πίστεως περιπατοῦμεν, οὐ διά εἴδους. Ποῖος γάρ τολμείας ἤθελε συῤῥᾶψαι ψευδῶς μίαν τοιαύτην ῥαψωδίαν; Ἀμή ἐάν εἰς αὐτά ἀπιστῶμεν, θέλει ἀπιστῶμεν καί εἰς τάς θείας γραφάς. Καί ἰδοῦ βλέπομεν ὅτι ἐξεδόθη βίβλος ἀνατρέπουσα τήν εἰς τόν ναόν τῆς Θεοτόκου Εἴσοδον, καί δώδεκα ἔτη ἐν αὐτῷ μείνασαν τρεφομένην διά χειρός ἀγγέλου. Ὡσαύτως, καί εἰς τήν ἁγίαν αὐτῆς μετάστασιν ἁρπαγήν διά νεφελῶν τῶν ἱερῶν ἀποστόλων εἰς τήν κηδείαν αὐτῆς, καί τήν εἰς τόν Θωμᾶν δόσιν τῆς ἀκηράτου αὐτῆς Ζώνης… ἀποσκοποῦντας».
     Τό παραπάνω ἀπόσπασμα εἶναι πολύ ἐνδιαφέρον καθώς μᾶς διαφωτίζει ἀφενός γιά τό εὖρος τῆς χειρόγραφης παράδοσης τῆς διηγήσεως περί τῆς ἐλεύσεως τῆς Θεοτόκου στόν Ἄθωνα καί ἀφετέρου γιά τόν τρόπο ἐργασίας τοῦ μοναχοῦ Ἰακώβου, ὁ ὁποῖος φαίνεται ὅτι ὡς πρώϊμος ἐρευνητής, περιέδραμε ὁλόκληρο τόν Ἄθωνα γιά δρέψει τούς πολύχυμους πνευματικούς καρπούς στό λειμώνα τῶν ἀθωνικῶν βιβλιοθηκῶν. Ὁλόκληρο τό κείμενο τῆς Διηγήσεως προτιθέμεθα σύν Θεῷ νά ἐκδώσουμε στά Πρακτικά τοῦ παρόντος Συνεδρίου.
    Ἀνεξάρτητα πάντως ἀπό τή θεώρηση τῆς, οὕτως ἤ ἄλλως, ζῶσας καί ἱσχυρῆς ἁγιορειτικής ἀλλά καί κυπριακῆς παραδόσεως περί τῆς ἐλεύσεως τῆς Θεοτόκου στό Ἅγιον Ὄρος καί κατόπιν στήν Κύπρο, καί γιά νά κλείσουμε μέ τόν περιηγητή μέ τόν ὁποῖο ξεκινήσαμε τήν εἰσήγησή μας, τόν μοναχό Βασίλειο Μπάρσκι, τόν φιλίστορα προσκυνητή ἁμφοτέρων τῶν τόπων, «Τό Ἅγιον Ὄρος εἶναι εὐλογημένο μέ τίς πρεσβείες καί εὐλογίες τῆς Θεοτόκου καί ὀνομάσθηκε ἔτσι καί δοξάσθηκε στά πέρατα τῆς γῆς, λόγῳ τῆς ἐκεῖ ἐγκαταστάσεως θεαρέστων ἀνδρῶν. Ὅσα λέγονται νοερῶς ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα, μέσῳ τοῦ Δαυΐδ, γιά τήν ὑπεραγία Θεοτόκο, ὅλα αὐτά ταιριάζουν καί γιά τόν Ἄθωνα: ‘’Ὄρος πῖον, ὄρος τετυρωμένον… ὅ εὐδόκησεν ὁ Θεός κατοικεῖν ἐν αὐτῷ’’».
 Εἰσήγηση τοῦ συγγραφέα στό Ἐπιστημονικό Συμπόσιο: “Ἅγιον Ὄρος καί Κύπρος”
Λευκωσία 15 Δεκεμβρίου 2012
Αἴθουσα Διαλέξεων τῆς Ἑταιρείας Κυπριακῶν Σπουδῶν-

Μιά λυτρωτική εμπειρία από τήν ασθένεια τού καρκίνου (Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου)

Πρόσφατα διάβασα ένα συγκλονιστικό βιβλίο μέ τίτλο «Υπόσχεση». Είναι γραμμένο από μιά μάνα (Μαρίνα Λασηθιωτάκη) πού έζησε τήν πενταετή περιπέτεια, σωματική, ψυχοθεραπευτική, λυτρωτική τού γιού της πού έφυγε από τόν κόσμο αυτό από καρκίνο περίπου σέ ηλικία δεκαoκτώ ετών. Είχε ωριμάσει μαζί όλη η οικογένεια στόν πόνο καί από τόν πόνο έζησαν τήν πίστη, τήν προσευχή, τήν ησυχία, τήν αγάπη, τήν πραγματική ελευθερία.
Διάβασα τό βιβλίο αυτό απνευστί καί έμεινα άφωνος. Μού τό έδωσε η ίδια η μάνα-συγγραφεύς μέ αγάπη, γιατί, όπως μού είπε καί όπως φαίνεται στό βιβλίο, βοηθήθηκε από τά βιβλία μου –καί κυρίως εκείνα πού κάνουν λόγο γιά τήν ορθόδοξη ψυχοθεραπεία– γιά νά αντιμετωπίση τίς δυσκολίες. Ήταν μιά άγνωστη σέ μένα μέχρι τώρα αναγνώστρια τών βιβλίων μου πού ωφελήθηκε από τήν νηπτική παράδοση τής Εκκλησίας γιά νά απαντήση στά ερωτήματα, όπως γράφει: «Γιατί υπάρχουμε; Γιατί ζούμε, αφού θά πεθάνουμε; Ποιό είναι τό νόημα τής ύπαρξής μας; Υπάρχει Θεός; Είναι δεδομένη η ύπαρξή μας; Άν είναι δεδομένη, έχουμε ελευθερία βουλήσεως ή είμαστε περιορισμένοι; Πώς συνδυάζεται η ελευθερία μέ τήν αγάπη; Πώς συνδέεται η ατομικότητά μου μέ τούς άλλους ανθρώπους;».
Η μάνα-συγγραφεύς, όπως γράφεται στό σύντομο βιογραφικό της, «σπούδασε Αγγλική καί Ελληνική φιλολογία στό Πανεπιστήμιο Αθηνών, πήρε μέρος στόν αντιδικτατορικό αγώνα τής εποχής, ενώ μετά τήν μεταπολίτευση εντάχθηκε σέ κόμμα τής αριστεράς». Κυρίως εκείνο πού μάς ενδιαφέρει εδώ είναι ότι πέρασε μέ τόν γιό της Βανή-Μίνω μέσα από όλους τούς σταθμούς ωρίμανσης ψυχολογικής καί πνευματικής.
Στήν εισαγωγή τού βιβλίου παρουσιάζεται μιά συνοπτική περιγραφή τής πνευματικής ωρίμανσης τού γιού καί τής μάνας καί η ανακάλυψη τής εσωτερικής προσευχής καί τού έσω ανθρώπου. Στά δέ κεφάλαια πού ακολουθούν τήν κοίμηση τού Βανή, γίνεται ανάλυση τών επί μέρους καταστάσεων πού βίωσαν μάνα καί γιός, όπως «ησυχία», «αγάπη, ελευθερία», «ο πόνος», «γιατί νά υπάρχουμε», «η ταπείνωση». Μέ πολύ ωραίο τρόπο, κυρίως εμπειρικό, θίγονται θέματα κοινωνικά, υπαρξιακά, πνευματικά, θεολογικά. Όλα αυτά γράφονται μέ έναν φιλοσοφικό καί θεολογικό λόγο. Η στενότητα τού ερωτήματος πού βασάνιζε τήν μάνα μετά τήν κοίμηση τού παιδιού της «ανυπαρξία ή ύπαρξη;», «νά ζή κανείς ή νά μή ζή;», τελικά ανοίχτηκε στήν θεολογία τής αγάπης καί τής ελευθερίας.
Πάντως μάνα καί γιός πέρασαν μέσα από τόν σωματικό, ψυχολογικό καί υπαρξιακό πόνο, μέσα από τήν διαδικασία τού φθαρτού σώματος στό νοσοκομείο, από τήν αποτυχία τής ψυχολογίας καί τής ουμανιστικής ψυχοθεραπείας νά αντιμετωπίσουν έναν ετοιμοθάνατο, αφού «δέν μπορούν νά καταλάβουν τί έχει ανάγκη ο ετοιμοθάνατος», μέσα από τήν φιλοστοργία, αλλά πέρασαν καί μέσα από τήν νοερά προσευχή, τήν ενεργοποίηση τής νοεράς ενεργείας, τήν νηπτική ορθόδοξη ησυχία, τήν ανάγνωση ησυχαστών Πατέρων, τήν παράδοση τού εαυτού τους στόν Θεό, τήν μετάνοια, τήν μεταποίηση τού πόνου σέ αγάπη, ταπείνωση, ελευθερία καί πολλά άλλα.
Τό εκπληκτικό αυτό δίδυμο μάνας – παιδιού μέ τήν ευγενική, ευαίσθητη καί νηφάλια παρουσία τού πατέρα, έζησε σημαντικές εσωτερικές καταστάσεις, όπως περιγράφονται στό βιβλίο.
Τό παιδί είχε έντονα υπαρξιακά ερωτήματα, όταν ήταν ακόμη 10 χρονών –πρίν αρρωστήσει. Καθώς ήταν ανάσκελα ξαπλωμένο στό γρασίδι, μεσάνυκτα μέ αστροφεγγιά είπε: «Εγώ εκεί ψηλά θά πάω νά ζήσω». Σέ διάλογο μέ τήν μάνα του είπε: «Όχι, ρέ μαμά, εκεί είναι τό σπίτι μου». Σέ ηλικία 14 ετών, μόλις έμαθε ότι έχει καρκίνο, ρώτησε: «Τί γίνεται μετά τόν θάνατο; η ζωή σταματά εδώ;». Άλλοτε: «Μαμά, παρακάλα τήν Παναγία». Σέ δύσκολη στιγμή τής αρρώστιας έγινε ο διάλογος: «–Τί κάνουμε τώρα; –Προσευχή, γιέ μου, προσευχή». Καί σημειώνει η μάνα: «Ο Μίνως ακολούθησε τίς οδηγίες τής μάνας του, αλλά πήγε πιό μακριά. Ανακάλυψε τόν εσωτερικό υπερβατικό άνθρωπο μέσα του».
Eίναι καί μιά μαρτυρία γιά τό πώς εφαρμόζεται στήν πράξη η νηπτική παράδοση τής Εκκλησίας, η υπομονή, η ησυχία καί η νοερά προσευχή, η λεγομένη «Ορθόδοξη Ψυχοθεραπεία» σέ δύσκολες καταστάσεις, όπως είναι η ασθένεια τού καρκίνου, η προθανάτια αυτή εμπειρία.
Σέ έναν άλλο συγκλονιστικό διάλογο ο Βανής-Μίνως είπε, όπως τό κατάλαβε η μητρική καρδιά: «Εγώ σέ αυτόν τόν πλανήτη… δέν έχω θέση πιά. Πάω γιά άλλο». Καί όταν στήν τελευταία τάξη τού Λυκείου μιά καθηγήτρια ρωτούσε τά παιδιά: «Τί επιθυμείτε τώρα μέ τήν αποφοίτησή σας; Ποιά τά σχέδιά σας;», καί τά παιδιά έδιναν τίς απαντήσεις τους, ο Μίνως απάντησε λιτά: «Έναν ανώδυνο θάνατο», καί «η τάξη έμεινε άναυδη». Τότε βρισκόταν στό τελευταίο στάδιο τής ασθενείας του καί προετοιμαζόταν γιά τήν αναχώρησή του από τόν κόσμο αυτόν.
Τό πέρασμα μέσα από τήν δοκιμασία τού καρκίνου δέν ήταν εύκολο. Αλλά εκείνος είχε ένα ηρωϊκό πνεύμα. Αντιμετώπιζε τίς δυσκολίες μέ χιούμορ, συμμετείχε στίς εξετάσεις τού Σχολείου καί μετά από ακτινοθεραπείες, έγραφε στό laptop, άκουγε μουσική, έστησε μέ φίλο του ερασιτεχνικό radio καί έκαναν εκπομπές, έγραψε σενάρια καί γύριζε ερασιτεχνικά φιλμάκια, συμμετείχε στήν εκδρομή τής Γ’ Λυκείου στήν Σαντορίνη ένα μήνα πρίν φύγει απ’ τόν κόσμο αυτόν, έψαχνε περιβαλλοντικά θέματα, έπαιζε bouling στήν Γλυφάδα. Γενικά, ήταν δημιουργικός άνθρωπος, δέν διακρινόταν από αδράνεια. Υπήρχε περίπτωση πού λύγιζε, «πάλευε μέ τόν πόνο του καί ήταν οι ώρες πού δέν ήθελε ούτε τήν μάνα του νά βλέπει καί αυτή τρελαινόταν. Ανησυχούσε, δέν καταλάβαινε, δέν ήξερε τί νά κάνει. Μόνο προσευχή». Περισσότερο ζούσε μέ ησυχία καί προσευχή.
Η προτελευταία καί τελευταία ημέρα τής ζωής του διακρινόταν από τήν λιτότητα, τήν απλότητα, τήν πίστη καί τόν συγκλονισμό. Τό παιδί εξέφρασε τήν επιθυμία: «Γίνεται νά μάς φέρουνε από τό Άγιον Όρος λίγο κρασί καί λίγο ψωμί;». Όταν τό διαβεβαίωσαν ότι θά πραγματοποιηθή η επιθυμία του, είπε: «Νά δείς πού όλα θά τελειώσουν όμορφα, μαμά». Έπειτα, ο πατέρας του διάβαζε τόν βίο τού αγίου Σεραφείμ τού Σαρώφ, όπως εκείνος τό είχε ζητήσει.
Μέσα στούς πόνους τού Μίνου έγινε ο εξής διάλογος:
«–Μαμά τί άλλο κάνουμε;
–Προσευχή, καμάρι μου, προσευχή.
–Ποιά απ’ όλες;
–Όποια θές. Πές τό Πάτερ ημών ή απλώς τό Κύριε ελέησόν με.
Κείτονταν ημέρες χωρίς μορφασμούς από τούς πόνους μέ κλειστά μάτια. Η μάνα τού κράτησε τό χέρι του καί προσευχόταν κι αυτή».
Μέσα σέ μιά τέτοια συγκινητική, ήρεμη καί βαθειά χριστιανική οικογενειακή ατμόσφαιρα, σέ νοσοκομείο τής Γερμανίας ο Βανής-Μίνως έφυγε από τόν κόσμο αυτόν καί πορεύθηκε σέ εκείνον πού ποθούσε από τήν μικρή του ηλικία.
Έμεινα άφωνος διαβάζοντας αυτό τό συγκλονιστικό βιβλίο, συγκινήθηκα βαθειά. Μόλις τελείωσα τήν ανάγνωση, τηλεφώνησα σέ αυτήν τήν μάνα καί τής είπα: «Είσαι ηρωΐδα μάνα. Ήταν τυχερός ο Βανής πού είχε μιά τέτοια μάνα». Καί εκείνη μέ ταπείνωση απάντησε αφοπλιστικά: «Εγώ είμαι τυχερή πού είχα τέτοιο γιό».
Η ίδια γράφει στόν πρόλογο τού βιβλίου: «Άθελά μου, εντελώς μηχα¬νι¬στικά από τήν δική μου πλευρά, τού έστρεψα τήν προσοχή στήν προσευχή. Έτσι, όπως θά έκανε η μάνα μου. Προσευχή γιά νά τιθασεύσει θεραπευτικά τόν αβάσταχτο πόνο. Καί τότε ο πόνος άρχισε νά δουλεύει θεραπευτικά γιά τήν ψυχή τού Βανή, ενώ εμένα απειλούσε νά μέ συνθλίψει. Ο πόνος, άν δέν σέ καταστρέψει, θά σέ αναστήσει». Αλλά επειδή ήταν ηρωΐδα μάνα, ο πόνος θεράπευσε τόν γιό της, ανέστησε καί τήν ίδια. Εκείνη έχει τό θάρρος νά γράψη στόν πρόλογο τού βιβλίου: «Γιέ μου, σ’ ευχαριστώ».
Καί εκείνος θά προσεύχεται γιά τήν μάνα του πού τόν ευεργέτησε.
Ενώ τό παρελθόν τής μάνας αυτής ήταν αριστερό, τήν διακατείχε η αναζήτηση τής Αλήθειας. Αυτό φαίνεται από όσα γράφει συνοπτικά γιά τόν Camus μέ τόν φιλελεύθερο ουμανισμό του: «Εξεγείρομαι, άρα υπάρχω» γιά τόν Sartre πού είναι διχασμένος «πάντα ανάμεσα στόν υπαρξισμό καί τόν Μαρξισμό, καταλήγει σέ μιά παραδοχή τής ελευθερίας, όπως τήν εννοούσε ο ίδιος» γιά τούς υπαρξιστές, Μαρξιστές φιλοσόφους, αγνωστικιστές ή αθέους πού «ξέκοψαν τόν νού από τήν καρδιά» γιά τόν Hussel, Hegel, Marx κλπ.
Μέ τήν ασθένεια τού γιού της γνώρισε τούς ψυχολόγους καί ψυχαναλυτές, τά ψυχοφάρμακα καί τήν ψυχανάλυση πού προτείνουν: «Γίνε φυτό. Νά μήν αισθάνεσαι. Νά μή αυτοκτονήσεις. Ή σέ καλούν σέ ατέρμονες συζητήσεις ψυχοθεραπείας. Όπως αδυνατούν νά διαχειριστούν τόν θάνατο, αδυνατούν νά διαχειριστούν καί τό υπαρξιακό κενό τής μάνας πού πενθεί τό παιδί της. Εστιάζουν σέ προβλήματα ατομικά-ψυχολογικά καί χαπακώνουν τόν ασθενή. Κύριο μέλημά τους είναι νά εξαφανίσουν τά συμπτώματα τής λεγόμενης κατάθλιψης».
Έμεινα άφωνος διαβάζοντας αυτό τό συγκλονιστικό βιβλίο, συγκινήθηκα βαθειά.
Καί μέσα σέ όλη αυτήν τήν περιπέτεια η ηρωΐδα μάνα βρήκε τήν «Ορθόδοξη Ψυχοθεραπεία» καί τήν νηπτική παράδοση τής Εκκλησίας καί επιβεβαιώνει ότι «η λογική καί ο νούς είναι δύο παράλληλες ενέργειες τής ψυχής», ότι έχουμε μάθει νά χρησιμοποιούμε μόνο τήν λογική ενέργεια καί «έχουμε παραμελήσει τήν άλλη ενέργεια τής ψυχής, τό νού, πού είναι τό κέντρο ύπαρξης τού ανθρώπου». Αλλά θά πρέπει νά συνδέσουμε «τόν νού μέ τόν Θεό, μέσω τής νοεράς προσευχής».
Μέσα από τήν διαδικασία τής θεραπευτικής αγωγής τής Εκκλησίας ο Βανής υπήρξε γενναίος. «Η στάση του απέναντι στόν καρκίνο ήταν ηρωϊκή. Πάλη άνιση, αγώνας μέχρι τό τέλος, αγόγγυστος καί ΥΠΟΜΟΝΗ-ΥΠΟΜΟΝΗ-ΥΠΟΜΟΝΗ. Η υπομονή του δέν είχε κανένα στοιχείο ηττοπάθειας ή παραίτησης. Ήταν σκληρή αποδοχή τής πραγματικότητας. Η υπομονή του τού έδωσε χρόνο καί γαλήνη νά στραφή στό πνεύμα του. Ανακάλυψε τήν προσευχή σιωπηλά. Αυτή τόν απογείωσε, τόν έκανε νά ξεπεράση τόν εαυτό του, νά βγεί έξω από τόν εαυτό του. Μεταμόρφωσε τόν χαρακτήρα του, τήν εγωπάθειά του. Τόν οδήγησε ν’ αγαπήσει δυνατά. Έφυγε σάν αετός, ελεύθερος».
Η νηπτική παράδοση τής Ορθόδοξης Εκκλησίας βοήθησε καί τήν μάνα νά ελευθερωθή μέσα από τόν «άγιο πόνο», γι’ αυτό γράφει: «Ο πόνος ο βαθύς είναι λυτρωτικός. Σάν καυτό σίδερο στά σωθικά σου, λιώνει τόν εγωϊσμό σου. Αποτεφρώνει επιθυμίες καί κοσμικά θέλω». «Ο ανείπωτος πόνος σάν οξύ μυτερό λεπίδι, ξύνει τήν ψυχή της (τής μάνας) καί βγαίνουν αλήθειες. Γονατίζει από τίς αποκαλύψεις… Τώρα καλαβαίνω ότι αυτή είναι πραγματική μετάνοια».
Τό βιβλίο αυτό μέ τίτλο «υπόσχεση» πού κυκλοφορεί από τίς εκδόσεις Γρηγόρη, είναι μιά «μαρτυρία καί οφείλεται στήν υπόσχεση πού δόθηκε ανάμεσα σ’ εμένα (τήν μάνα) καί τόν γιό μου Βανή», ο οποίος είχε σκοπό άν ζούσε «νά γράψη γιά τήν εμπειρία πού έζησε μέ τόν καρκίνο». Αλλά είναι καί μιά μαρτυρία γιά τό πώς εφαρμόζεται στήν πράξη η νηπτική παράδοση τής Εκκλησίας, η υπομονή, η ησυχία καί η νοερά προσευχή, η λεγομένη «Ορθόδοξη Ψυχοθεραπεία» σέ δύσκολες καταστάσεις, όπως είναι η ασθένεια τού καρκίνου, η προθανάτια αυτή εμπειρία.
Ευλογημένο παιδί, ηρωΐδα μάνα, ευαίσθητος καί νηφάλιος πατέρας. Δόξα τώ Θεώ.–

ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΚΑΙ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΚΕΦΑΛΛΗΝΙΑΣ ΣΠΥΡΙΔΩΝΟΣ

Αγιασμός των υδάτων εις την πόλιν του Αργοστολίου στην Γέφυρα Δεβοσέτου


Η έννοια της Θρησκείας είναι ευρυτάτη και σημαίνει την από μέρους του ανθρώπου αναζήτησιν της λυτρώσεως και την στροφήν του προς το απόλυτον. Εξ' αυτής της αναζητήσεως προέρχονται αι διάφοροι θρησκείαι.

Απ' αρχής της εμφανίσεως του ανθρώπου επί της γης, ο άνθρωπος παρουσιάζεται εξαρτώμενος από κάποιαν ανωτέραν δύναμιν, εφ' όσον έφθασεν και μέχρι του σημείου να θεοποιήση και αυτά τα στοιχεία της φύσεως και να λατρεύση τα κτίσματα αντί τον κτίστην. Αι τοποθετήσεις των διαφόρων θρησκειών δια το περιβάλλον είναι διαφορετικές έως και αντιθετικές. Υπήρξαν και υπάρχουν θρησκείαι που θεωρούν την φύσιν ως κακό δημιούργημα. Ο Χριστιανισμός όμως, έχει Ιδρυτήν, Γεννηθέντα, Παθόντα, Ταφέντα, Αναστάντα εκ των νεκρών και επανελθόντα "εκεί όπου ήν το πρότερον".

Η Ορθόδοξος Χριστιανική πίστις μας, δεν είναι απλώς Θρησκεία, αλλά η εκ Θεού αποκάλυψις της αληθείας και κατά συνέπειαν, αποκάλυψις της αληθούς σχέσεως μεταξύ ανθρώπου και φυσικού περιβάλλοντος. Η φύσις η οποία μας περιβάλλει αποτελεί δημιούργημα του Θεού της αγάπης. Τίποτε δεν υπάρχει εις την ζωήν αυτήν, που να μην έχει τον Δημιουργόν του. Το βιβλίον της Γεννέσεως, το πρώτον βιβλίον της Π.Δ., διαβεβαιώνει περί τούτου: 'Εν αρχή εποίησεν ο Θεός τον Ουρανό και την γην'. (Γεν.Ι.Ι.) Αυτήν την πίστιν εις τον Δημιουργόν Θεόν ομολογούμε και δια του Συμβόλου της πίστεως μας: "Πιστεύω εις Ένα Θεόν Πατέρα Παντοκράτορα, ποιητήν ουρανού και γης, ορατών τε πάντων και αοράτων". Εντός του κόσμου εδημιουργήθη και ετέθη ο άνθρωπος "εργάζεσθαι αυτόν και φυλάσσειν αυτόν", δηλαδή ο Θεός ώρισεν τον άνθρωπον, διαχειριστήν και φύλακα του κόσμου τούτου. Να απολαμβάνη αυτόν, να χρησιμοποιή αυτόν και να αξιοποιή τον φυσικόν κόσμον, αλλά και να τον προφυλάσση να τον προσέχη, να τον διατηρή. ΠΩΣ; Ενθυμούμενος τον Δημιουργόν, παραμένοντας συνδεδεμένος μαζί Του, εξαρτώμενος απ' Αυτόν, αποδεχόμενος το θέλημά Του και συνεργαζόμενος μαζί Του.

Το τι συνέβη και το τι συμβαίνει, ως προς τας σχέσεις του ανθρώπου μετά του Θεού το γνωρίζομεν όλοι πολύ καλά. Ο άνθρωπος προτίμησε και προτιμά τον δρόμον της αυτονομίας, της ανεξαρτησίας και της Θεοποιήσεως των δυνάμεων Του. Απέρριψεν ακόμη και περιεφρόνησε το θέλημά Του, τας εντολάς του και εδώ είναι η ουσία του Προπατορικού Αμαρτήματος, το οποίον και αποτελεί την αρχήν της λεγόμενης οικολογικής καταστροφής. Εφ' όσον ο άνθρωπος εστράφη εναντίον του Θεού Δημιουργού, ευκολώτερον είναι να στρέφεται και εναντίον της φύσεως και του περιβάλλοντος χώρου. Ο άνθρωπος χωρίς Θεόν, γίνεται καταχραστής του κυριαρχικού δικαιώματος το οποίον του εδόθη, εκμεταλευτής της δωρεάς του Θεού, εκμεταλευόμενος ασυλόγιστα και εγωκεντρικά το περιβάλλον, το οποίον και καταστρέφει και καταστρέφοντας αυτό, αμαρτάνει και αμαρτάνοντας καταστρέφει το ίδιον τον εαυτόν του.

Προς αυτόν τον άνθρωπον έρχεται ο Χριστός. Γίνεται άνθρωπος, λαμβάνει υλικό σώμα και εισέρχεται εις αυτόν τον κόσμον δια να φέρη την σωτηρίαν, την σωτηρίαν απο την αμαρτίαν, την κάθε είδους φθοράν και να λυτρώση και απ' αυτόν τον ίδιον τον θάνατον. Το κοσμοσωτήριον έργον Του - την μεγαλυτέραν επιχείρησιν διασώσεως του ανθρώπου και του κόσμου, δια μέσου των αιώνων δια της Αγίας Εκκλησίας Του, η οποία ως λύσιν και απάντησιν εις το οικολογικό πρόβλημα προβάλλει την πίστιν και την ζωήν της, διακηρύσσοντας οτι,
α) Κέντρον της ζωής και του κόσμου και μέτρον πάντων είναι ο θεάνθρωπος Ιησούς Χριστός. Η επίλυσις δηλαδή του οικολογικού προβλήματος της εποχής μας, κατά την διδασκαλίαν της Εκκλησίας μας, εξαρτάται απόλυτα από την θεώρησιν των σχέσεων του ανθρώπου και του φυσικού κόσμου.
β) Το φυσικόν περιβάλλον, ως δημιούργημα του Θεού και δώρον της αγάπης Του προς ημάς, αλλά και ως παρακαταθήκη εμπεπιστευμένη εις ημάς χρήζει σεβασμού, αγάπης, προστασίας και ενδιαφέροντος, 'Η φύσις δια τον άνθρωπον εγένετο, ούχ ο άνθρωπος δια την φύσιν' (Μαρκ. Θ. 27)
γ) Ο κόσμος που μας περιβάλλει δεν είναι μόνον αντικείμενον ωφελιμιστικής εκμεταλλεύσεως, αλλά και φανέρωσις του Θεού, αλλά και του Θείου προορισμού του ανθρώπου. Εκείνο που χρειάζεται σήμερον είναι νέα θεωρητική σχέσις ανθρώπου με το περιβάλλον του.
δ) Ο άνθρωπος συνειδητοποιώντας τας λανθασμένας του επιλογάς και βλέποντας τα ολέθρια αποτελέσματά τους να προσπαθήση αποφασιστικά δια μίαν προσωπικήν αλλαγήν προς το καλύτερον, το αγιότερον, το υψηλότερον. Αυτή είναι η σωτήριος οδός, της επιστροφής εις τον Θεόν, της στροφής προς τας αιωνίους αξίας εις τας οποίας καλεί ο Χριστιανισμός. Η έξοδος από το σημερινόν αδιέξοδον όχι μόνον φαίνεται αδύνατη από τα σημερινά δεδομένα αλλά δυνάμεθα να πούμε ότι, διαγράφεται καθαρώτερον η μαζική καταστροφή του κόσμου και του ανθρώπου.

Η Εκκλησία μας και η εντός αυτής ζώσα Ορθόδοξος Χριστιανική παράδοσις, συμβάλλει ακόμη εις την αντιμετώπισιν του προβλήματος με την ειδικήν και αξιοπρόσεκτον στάσιν της, έναντι του φυσικού περιβάλλοντος. Βασικά ο Χριστιανός πρέπει να σέβεται τον εαυτόν του, να υπολογίζει τον Δημιουργόν Θεόν δια να μπορεί να σέβεται και το περιβάλλον μέσα εις το οποιον ζει και κινείται. Η σημερινή κατάστασις του περιβαλλοντικού χώρου μας, έχει σχέσιν με την πνευματικήν και ηθικήν κατάστασιν του σημερινού ανθρώπου. Βασική αρχή της Χριστιανικής ζωής είναι η αυτάρκεια, η λελογισμένη δηλαδή χρήσις των υλικών αγαθών. Ο Χριστιανός δεν επιδιώκει τον θησαυρισμόν, αρκείται εις τα αναγκαία και απαραίτητα μέσα ζωής. Η προσαρμογή του ανθρώπου εις το θέλημα του Θεού έχει καθοριστική σημασία δια την αντιμετώπισιν του οικολογικού προβλήματος. Ειδικοί υποστηρίζουν ότι, "η αυτάρκεια" ή ο "οικολογικός ασκητισμός", θα συντελέση σημαντικά εις την λύσιν του προβλήματος της εποχής μας.

Η δικαιοσύνη, ως τρόπος ζωης μαζί με την αγάπην έχουν μεγάλην σημασίαν δια την σχέσιν μας με το φυσικόν περιβάλλον. Κατόπιν των ανωτέρω οι Χριστιανοί Επιστήμονες καλούνται να συμβάλλουν εις τον έλεγχον της μολύνσεως του περιβάλλοντος και εις την ανακάλυψιν νέων πηγών ενεργείας και νέων υλικών και η Εκκλησία έχει την βεβαιότητα ότι, η πίστις αυτών θα ελκύη συνεχώς τον φωτισμόν του Θεού, ώστε να ευρίσκουν αποτελεσματικάς λύσεις εις τα διάφορα προβλήματα.

Είναι πολύ ευχάριστον ότι, το ενδιαφέρον δια το περιβάλλον δεν αποτελεί προνόμιον των ολίγων, αλλά έχει περάσει εις τα υπεύθυνα Κυβερνητικά όργανα και εις αυτήν την Κορυφήν της Εκκλησίας, όπου εσχάτως με την πρωτοβουλίαν του Οικουμενικού Πατριάρχου επραγματοποιήθη ιδιαιτέρα εκδήλωσις και ηκούσθησαν πολλά ωφέλιμα δια το θέμα αυτό. Προ ημερών ακόμη επραγματοποιήθη και το εν πλω συνέδριον δια την διάσωσιν από την περιβαλλοντικήν καταστροφήν του Ευξείνου Πόντου και όπως ό ίδιος ο Πατριάρχης ετόνισεν εις την Θεσσαλονίκην το ενδιαφέρον δια το οικολογικόν πρόβλημα επεκτείνεται και δια το Αιγαίον, την Μεσόγειον, το Ιόνιον.

Ως τόσον η Εκκλησία επευλογεί και στηρίζει πάντας τους ενδιαφερομένους και εργαζομένους δια την προστασίαν του περιβάλλοντος.

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο περιοδικό "ΟΔΥΣΣΕΙΑ"
πηγή

Η Παναγία, μάς αποστρέφεται και όταν ακόμα σκεπτόμαστε τις αμαρτίες των άλλων.(Στάρετς Παρθένιος της Κιεβο-Πετσέρσκαγια Λαύρας) Πηγή: Η Παναγία, μάς αποστρέφεται και όταν ακόμα σκεπτόμαστε τις αμαρτίες των άλλων.(Στάρετς Παρθένιος της Κιεβο-Πετσέρσκαγια Λαύρας)

Όπως ο όσιος Παρθένιος ομολογούσε, από τη νεανική του ηλικία φυλάχθηκε καθαρός και δεν δοκίμασε τις ενοχλήσεις του σαρκικού πολέμου.

Ήταν θέλημα του Κυρίου, η καρδιά του που επρόκειτο να γίνει κατοικητήριο του Αγίου Πνεύματος και ναός προσευχής, να μη μολυνθεί από τα ακάθαρτα πάθη. Ακόμη και από τους αμαρτωλούς λογισμούς τον φύλαγε η χάρη του Θεού.

Το επόμενο περιστατικό μας αποκαλύπτει τη ψυχική θέση που είχε απέναντι στο θέμα αυτό.

«Στην αρχή της υπακοής μου (όταν ήταν δόκιμος), ως προσφοράρης, μας διηγείτο, έτυχε ν’ ακούσω άθελα αισχρές συζητήσεις από κάποια παρέα παιδιών. Όταν λοιπόν αργά το απόγευμα έπεσα να ξεκουραστώ, ήρθαν στη μνήμη μου όσα άκουσα. Επειδή ήμουν ακόμη άπειρος στην πνευματική ζωή, δεν απομάκρυνα αμέσως αυτές τις σκέψεις. Ενώ τις συλλογιζόμουν, απορούσα πώς συμβαίνει οι άνθρωποι ν’ αμαρτάνουν και ποιά ευχαρίστηση νιώθουν στις σαρκικές αμαρτίες. Τέτοιοι λογισμοί, όλο και περισσότερο με απασχολούσαν και δεν μπορούσα με κανένα τρόπο ν’ απαλλαγώ από την κυριαρχία τους. » Ξαφνικά χτύπησαν την πόρτα του κελιού μου και με φώναξαν στην υπακοή. Πήγα χωρίς αργοπορία και άρχισα τη δουλειά πρόθυμα. Συγχρόνως προσευχόμουν. Και να, οι λογισμοί που τόσο με βασάνιζαν προηγουμένως, τώρα εξαφανίσθηκαν. Τους ξέχασα εντελώς.

Εργάσθηκα αρκετές ώρες μέχρι τα μεσάνυχτα. Έκανα τον κανόνα μου και αποκοιμήθηκα. Πρωί-πρωί με φώναξαν να πάω στον Ηγούμενο. Εκείνος με οδήγησε στο γραφείο του.

- Πες μου, Πέτρο (αυτό ήταν το βαπτιστικό του όνομα), μου είπε, σαν σε Πνευματικό, μήπως στο παρελθόν έπεσες σε κανένα αμάρτημα που δεν εξομολογήθηκες;

Εγώ αιφνιδιάστηκα. Σκέφθηκα πολλή ώρα, ερεύνησα τον εαυτό μου, έκανα μια αναδρομή στα περασμένα, αλλά δεν βρήκα τίποτε. -Όχι, Γέροντα, δεν θυμάμαι κάτι, για το οποίο να με ελέγχει η συνείδησή μου. – Εξέτασε καλύτερα τον εαυτό σου, μου είπε πάλι, επιμένοντας στο σημείο αυτό. Βύθισα τη σκέψη μου σε μια εξονυχιστική αυτοκριτική, αλλά δεν μπορούσα να θυμηθώ κάτι που να το είχα κρατήσει ανεξομολόγητο. -Κάτι πρέπει να υπάρχει, μου είπε. Άκου τί είδα απόψε στον ύπνο μου: Ενώ βρισκόμουν στην Μεγάλη Εκκλησία απέναντι από την εικόνα της Υπεραγίας Θεοτόκου που περιστοιχίζεται από τις εικόνες του Αποστόλου Πέτρου και του Οσίου Αντωνίου, σε βλέπω να μπαίνεις στο Ναό και προχωρώντας προς την εικόνα της Παναγίας να βάζεις μετάνοια. Τότε η Παναγία σαν να ήταν ζωντανή γύρισε αλλού το πρόσωπο της. Κοίταξες και συ προς την κατεύθυνση εκείνη, αλλά πάλι σε απεστράφη. Κάθισες απέναντι της περίλυπος. Τότε ο Όσιος Αντώνιος σε σκέπασε στοργικά με τον μανδύα του και μαζί με τον Απόστολο Πέτρο είπαν στη Θεοτόκο: -Υπεραγία Δέσποινα, συγχώρεσέ τον, γιατί αμάρτησε από άγνοια. Εμείς δίνουμε εγγύηση γι’ αυτόν. Και η αγία Παρθένος τους απήντησε:

- Εφ’ όσον γίνεσθε σεις εγγυητές του, για χάρη σας τον συγχωρώ. Και αμέσως γύρισε το πρόσωπό της προς το μέρος σου. Εγώ τη στιγμή εκείνη ξύπνησα. Αυτό με κάνει να επιμένω.

Σκέψου καλά, μη τυχόν αμάρτησες με την σκέψη, αν όχι με έργα.
Τότε, σαν να φωτίσθηκε η μνήμη μου, θυμήθηκα τις ακάθαρτες εκείνες σκέψεις και αμέσως τις εξομολογήθηκα. Ω! πόσο πρέπει να φυλάμε, σκεπτόμουν υστέρα, τον εαυτό μας από απρεπείς λογισμούς. Δεν αρκεί η καθαρότητα στο σώμα. Η Παναγία, μας αποστρέφεται και όταν ακόμα σκεπτόμαστε τις αμαρτίες των άλλων. Χρειάζεται προσοχή στο σημείο αυτό, που επιμένει ο Ψαλμωδός λέγοντας; «Εκ των κρυφίων μου καθάρισόν με, και από αλλότριων φείσαι του δούλου σου».

Στάρετς Παρθένιος της Κιεβο-Πετσέρσκαγια Λαύρας, Μετάφρασις από τα ρωσικά, εκδ. έκτη, Ιεράς Μονής Παρακλήτου Ωρωπός Αττικής

 πηγή

ΕΟΡΤΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΑΙΜΙΛΙΑΝΟΥ, ΤΟΥ ΟΜΟΛΟΓΗΤΟΥ ΚΑΙ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ

15Γιορτάζουμε σήμερα 8 Αυγούστου, ημέρα μνήμης του Αγίου Αιμιλιανού, του Ομολογητού και Επισκόπου Κυζίκου.

Ο Απόστολος Παύλος θέλοντας να τονίσει τη μεγάλη σημασία της ομολογίας της πίστης μας προς το Χριστό, είπε: «Έχοντες ούν αρχιερέα μέγαν διεληλυθότα τους ουρανούς, Ιησούν τον υιόν του Θεού, κρατώμεν της ομολογίας».

Αφού, δηλαδή, έχουμε μεγάλο Αρχιερέα, που έχει πλέον περάσει από τους ουρανούς και μπήκε στην αιώνια κατάπαυση, όπου μας περιμένει... που δεν είναι απλός άνθρωπος, αλλά είναι ο Υιός του Θεού, ας κρατάμε καλά την ομολογία της πίστης μας προς Αυτόν, τον Κύριο και Σωτήρα μας Ιησού Χριστό.

Ένα τέτοιο παράδειγμα ομολογίας ήταν και ο Άγιος Αιμιλιανός, που έζησε μεταξύ 8ου και του 9ου αιώνα μ.Χ.

Ο Αιμιλιανός ήταν επίσκοπος Κυζίκου μετά το Νικόλαο, στα χρόνια 787 - 815 μ.Χ. Αγωνίστηκε με όλη τη δύναμη που του παρείχε ο Θεός για την τιμητική προσκύνηση των αγίων εικόνων, όταν αυτοκράτορας ήταν ο εικονομάχος Λέων ο Ε'.

Αθλητής της Ορθοδοξίας, μιλούσε θερμότατα γι' αυτή και ενίσχυε τους πιστούς να υπομένουν καρτερικά τους ασεβείς διωγμούς. Υπέφερε πολλές κακοπάθειες και θλίψεις και πέθανε τελικά εξόριστος, σαν γνήσιος Ομολογητής της ορθής πίστης.

Στους εορτάζοντες και στις εορτάζουσες, χρόνια πολλά και ευάρεστα στο Θεό !!!

Απολυτίκιο:
Ήχος α'. Της ερήμου πολίτης.
Της του Λόγου εικόνος διαγράψας την έλλαμψιν, Αιμιλιανέ Ιεράρχα διά βίου ορθότητας, την ένσωμον Εικόνα του Χριστού, εδίδαξας τιμάσθαι ευσεβώς, διά τούτο ως ποιμένα και αθλητήν, τιμώμεν σε κραυγάζοντες, δόξα τω παρασχόντι σοι Ισχύν, δόξα τω σε στεφανώσαντι, δόξα τω δωρουμένω διά σού, πάσι την άφεσιν.

ΑΓΙΟΥ ΑΙΜΙΛΙΑΝΟΥ, ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΚΥΖΙΚΟΥ

Τῌ Η' ΤΟΥ ΑΥΤΟΥ ΜΗΝΟΣ
ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ

Μνήμη

 τοῦ Ἁγίου Αἰμιλιανοῦ, Ἐπισκόπου Κυζίκου.

Τῇ Η' τοῦ αὐτοῦ μηνός,

 μνήμη 
τοῦ Ὁσίου Πατρὸς ἡμῶν Αἰμιλιανοῦ, Ἐπισκόπου Κυζίκου, τοῦ ὁμολογητοῦ.

Ψυχὴς πολὺν θεὶς Αἰμιλιανὸς λόγον,
Τῆς σαρκος ἠλόγησεν ἄχρι καὶ τέλους.
Ὀγδόῃ Αἰμιλιανοῦ ὀστέα δέξατ' ἄρουρα.

Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ,

 μνήμη
 τοῦ Ἁγίου Μύρωνος, Ἐπισκόπου Κρήτης, τοῦ θαυματουργοῦ.

Μύρων ὁ θεῖος ἀρετῆς μύρου πνέων,
Εὐωδίας πρόσεισιν ὀσμὴ Κυρίῳ.

Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ,

 μνήμη
 τοῦ ὁσίου Πατρὸς ἡμῶν Θεοδώρου Ἡγουμένου Ὀρόβων.

Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ,

 μνήμη
 τῶν Ἁγίων μαρτύρων Ἐλευθερίου καὶ Λεωνίδου,
 διὰ πυρὸς τελειωθέντων.

Ἀμφοῖν ἀθλητῶν, οὐ θυόντων τῇ πλάνῃ,
Ποινὴν κατακρίνουσιν οἱ πλάνοι φλόγα.

Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ,

 οἱ Ἅγιοι δέκα ἀσκηταί,
 οἱ ἐξ Αἰγύπτου,
 ἐν εἰρήνῃ τελειοῦνται.

Βλαστήματα θνῄσκουσιν Αἰγύπτου δέκα,
Πληγαῖς ἐκείναις ἰσάριθμοι ταῖς δέκα.

Ταῖς τῶν Ἁγίων σου πρεσβείαις,

 ὁ Θεός, ἐλέησον ἡμᾶς.
 Ἀμήν.

Τετάρτη, Αυγούστου 07, 2013

«Ἡμέρας καὶ νυκτὸς πρεσβεύεις ὑπὲρ ἠμῶν»

Γράφει ὁ Σαββίδης Παῦλος, Θεολόγος
Ὅλα τὰ βλέμματα καὶ οἱ καρδιές, τοῦτες τὶς δίσεχτες ἡμέρες, ἱκετευτικά, παρακλητικὰ στρέφονται στὸ καλοκαιριάτικο αὐγουστιανὸ Πάσχα. Τὸν Δεκαπενταύγουστο. Στὸν ζωηφόρο θάνατο, στὴν ἀθάνατη Κοίμηση τῆς Κυρίας Θεοτόκου. Συντονισμένα καὶ τὰ πόδια μας –ἔστω καὶ βαρυφορτωμένα ἀπὸ τὴν ἔνοχη συνείδησή μας, τὴν οἰκονομικὴ δυσπραγία καὶ τὰ ὅποια ἀσήκωτα βάρη τῆς καθημερινότητας- μᾶς ὁδηγοῦν ἀνεπίστροφα μπροστὰ στὴν θαυματουργικὴ εἰκόνα, γιὰ νὰ ἀποθέσουμε στὰ ἁγιασμένα πόδια της τὸν ὀφειλόμενο σεβαστικὸ ἀσπασμό μας. Γιὰ νὰ δροσίσουμε τὰ φρυγμένα ἀπὸ τὸ κακὸ καὶ τὴν ἁμαρτία χείλη μας καὶ νὰ δηλώσουμε ἀμετάκλητα τὴν ἀγάπη μας στὴν τόσο πονεμένη ἀλλὰ καὶ πληγωμένη ἀπὸ τὰ δικά μας λάθη, τὰ δικά της  παιδιά, Θεομάνα. 
Ἐλᾶτε λοιπὸν χρεωστικὰ νὰ ὑμνήσουμε καὶ κυρίως νὰ τιμήσουμε «τὴν Θεοτόκο καὶ Μητέρα τοῦ φωτός». Ἡ Δαμασκηνὴ θεολογία πανέμορφά μᾶς ὑπενθυμίζει πὼς «οὐδεὶς κατ’ ἀξίαν τῆς Θεομήτορος τὴν ἱερὰν ἐκδημίαν εὐφημῆσαι δυνήσεται -ἐπειδὴ- αὔτη θεσμὸν ἐγκωμίων ὑπέρκειται».  Ὁ ἴδιος Πατέρας ὁμολογεῖ πολὺ παρήγορα πὼς δὲν ὑπάρχει πτυχή, λεπτομέρεια ζωῆς, τὴν ὁποία νὰ μὴ γνωρίζει ἡ Θεοτόκος καὶ νὰ μὴν μπορεῖ νὰ δώσει ἀνάσα ζωῆς καὶ ἐλπίδα σωτηρίας.
Ὁ ἁγιορείτικος μοναχισμὸς νιώθει βαθύτατο συγκλονισμὸ στὸ νὰ τὴν ἐπικαλεῖται καὶ νὰ μὴν τὴν ἀφήνει ἥσυχη «ὑπὲρ πάσης ψυχῆς  θλιβομένης τὲ καὶ καταπονουμένης». Ἡ Παναγία δὲν ξεκουράζεται, ἀναπαύεται στὴν ὑπὲρ τῶν τέκνων τῆς κόπωση, γι’ αὐτὸ καὶ ποτὲ δὲν χαμηλώνει τὰ δεόμενα πανάχραντα χέρια της. Ἡ Παναγία ἐπανέρχεται συχνὰ μέσα στὴν ἀνθρώπινη ἱστορία κυρίως ὡς μητέρα. Καὶ μία καλὴ μητέρα ξέρει ν’ ἀκούει, νὰ...
πονᾶ καὶ ν’ ἀγαπᾶ. (γ. Μωϋσῆς).

Εἶναι ἀδίστακτη ἡ πίστη ὅλων μας, ὅτι ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος μετέχει στὴ δόξα τοῦ Υἱοῦ της, συμβασιλεύει μαζί του διευθύνει κοντὰ στὸ πλευρὸ του τὶς τύχες καὶ ὅλα τὰ γεγονότα τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ κόσμου ποὺ ἐκτυλίσσονται μέσα στὸ χρόνο, μεσιτεύει «ἡμέρας καὶ νυκτὸς» γιὰ ὅλους μας πρὸς Ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος θὰ ἔρθει νὰ κρίνει τὸν κόσμο.

Ὁ  π. Θεοκλητὸς Διονυσιάτης στοχάζεται: «Ἐκείνη ἔχει τὸ πλῆθος τῶν πολλῶν οἰκτιρμῶν. Ἔχει πολλὴ ἀγάπη στὸ ἀνθρώπινο γένος, προπάντων στοὺς ἁμαρτωλούς. Ὁ Υἱὸς της παίρνει μεγάλη χαρά, ὅταν τὸν παρακαλεῖ ἡ Μητέρα του, διότι θέλει νὰ σώσει τὸν ἄνθρωπο. Δία τοῦτο καὶ μόνο ἔφερε τὴν Μητέρα του καὶ μᾶς τὴν ἐχάρισε, γιὰ νὰ τὴν ἔχουμε μέσον πρὸς σωτηρίαν.»

Θαυμάζοντας τὸ μεγαλεῖο της ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης ἀναφωνεῖ: «Ποῦ ἠμπορῶ ἐγὼ νὰ ἀπαριθμῶ ὅλα τὰ μεγαλεῖα ὅσα ἐποίησεν ὁ Θεὸς εἰς τὴν Ἀειπάρθενον; Αὐτὰ εἶναι ἄπειρα κατὰ τὸ μέγεθος καὶ ἀναρίθμητα κατὰ τὸ πλῆθος. Καὶ ἂν ἦταν δυνατὸν νὰ ἑνωθοῦν ὅλοι ὅσοι ἐσώθησαν μὲ τὸν ἄσπορον Τόκον της, καὶ νὰ γίνουν ἕνα στόμα καὶ μία γλώσσα πάλιν δὲν ἤθελαν δυνηθῆ νὰ ἀριθμήσουν τὰ μεγαλεία τῆς Θεοτόκου καὶ νὰ τὰ ἐγκωμιάσουν  κατὰ τὴν ἀξίαν τους…».

Ἡ ἐποχὴ μας φαίνεται νὰ εἶναι ἡ ἐποχὴ τῆς μεγάλης ἀποστασίας καὶ πραγματικὰ ἀντίχριστες οἱ ἡμέρες ποὺ ζοῦμε, ἀφοῦ οἱ κυβερνῆτες μᾶς «ἐδίωξαν» κυριολεκτικὰ ἀπὸ τὴν ἀγκαλιὰ τῆς Θεομήτορος, Αὐτὸν ποὺ βαστάζει τὰ πάντα. Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ ἐξορίζεται ὁ Χριστὸς ἀπὸ τὴν κατ’ ἐξοχὴν  δική Του ἡμέρα, τὴν Κυριακή, γιὰ νὰ μὴν ἀκοῦν τὴν κυριακάτικη καμπάνα καὶ τοὺς θυμίζουν ἐνοχές.

Καὶ ὅμως ὅλοι αὐτοὶ θὰ τρέξουν νὰ δώσουν ἀνερυθρίαστα τὸ παρὸν στὴν μεγάλη γιορτὴ τῆς Κοίμησης τῆς Θεοτόκου, ὄχι ἀπὸ εὐλάβεια ἀλλὰ καὶ πάλι γιὰ ἐμπορία ψήφων καὶ κάλυψη ἐνόχων κατατρεγμῶν συνειδήσεων. Ἡ Κυρία Θεοτόκος ὅμως ἀποστρέφει τὸ πρόσωπό της ἀπὸ ὅσους «ὕβρισαν» τὸν Υἱόν της, καὶ νὰ θυμηθοῦμε τοὺς σοφοὺς λόγους τοῦ γέροντος Παϊσίου ὅτι «θὰ δουλέψουν οἱ πνευματικοὶ νόμοι»!

Ὅσοι πιστοὶ ὀρθόδοξοι «προσέλθωμεν τῷ τάφω τῆς Θεομήτορος»! Νὰ γονατίσουμε ἱκετευτικά, νὰ προσκυνήσουμε λατρευτικά, νὰ ὑμνήσουμε δοξολογικὰ καὶ ταπεινὰ νὰ παρακαλέσουμε τὴν Κυρία Θεοτόκο νὰ πρεσβεύει γιὰ κάθε ψυχὴ πονεμένη, πικραμένη καὶ παραπονεμένη, καὶ γιὰ τούτη τὴν πολυβασανισμένη πατρίδα μᾶς Ἑλλάδα.

ΑΓΚΑΛΙΕΣ ΚΑΙ ΣΥΛΛΕΙΤΟΥΡΓΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΑΠΑ, ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΡΩΣΟΥΣ > Έντονο διπλωματικό επεισόδιο μεταξύ Μόσχας - Κωνσταντινούπολης


Δυο απανωτά διπλωματικά επεισόδια προκλήθηκαν μεταξύΚωνσταντινούπολης και Μόσχας τις προηγούμενες ημέρες, στους εορτασμούς για τα 1025 χρόνια από την βάπτιση των Ρως.

Η εμπλοκή μάλιστα μεταξύ των δυο Εκκλησιών ήταν τόσο σοβαρή που προκάλεσε την αποχώρηση της επίσημης αντιπροσωπείας του οικουμενικού θρόνου ανοίγοντας ουσιαστικά τον «ασκό του Αιόλου» για τα γεγονότα που θα φαίνεται πως θα ακολουθήσουν.

 Η πρώτη εμπλοκή προκλήθηκε στον Καθεδρικό Ναό του Σωτήρος στη Μόσχα.
 Κατά τη διάρκεια του πατριαρχικού και αρχιεπισκοπικού συλλείτουργου που τελέσθηκε, η αντιπροσωπεία του Οικουμενικού Πατριαρχείου υπό τον Μητροπολίτη Γαλλίας, είδε έκπληκτη να εμφανίζεται ως Προκαθήμενος, ο Μητροπολίτης Αμερικής Τύχων, τον οποίο καμία άλλη Εκκλησία πλην της ρωσικής δεν αναγνωρίζει ως Προκαθήμενο.
Ο «Προκαθήμενος» της Εκκλησίας της Αμερικής κατά το ρωσικό Πατριαρχείο κ. Τύχων συνομιλώντας με τον Πατριάρχη κ. Κύριλλο υπό το βλέμμα του ισχυρού άνδρα της ρωσικής εκκλησιαστικής διπλωματίας Μητροπολίτη Βολοκολάμσκ κ. Ιλαρίων (φωτο patriarchia.ru)
Το θέμα ανέδειξε από την πρώτη στιγμή το «Δόγμα» αποκαλύπτοντας την κίνηση του Πατριαρχείου Μόσχας να δημιουργήσει ένα τετελεσμένο γεγονός.

Παρά το οτι η κίνηση αυτή προκάλεσε εκνευρισμό, η αντιπροσωπεία του Οικουμενικού Πατριαρχείου παρέμεινε στον Καθεδρικό Ναό του Σωτήρος και συλλειτούργησε με τον Ρώσο «Προκαθήμενο» στην Αμερική.

Ωστόσο τα γεγονότα είχαν πάρει ήδη τον δρόμο τους.

Στην Ουκρανία όπου τελέσθηκε αντίστοιχο συλλείτουργο, η αντιπροσωπεία του Οικουμενικού Πατριαρχείου, δεν έλαβε μέρος στο συλλείτουργο εκφράζοντας με τον πιο έντονο τρόπο την ενόχληση του Οικουμενικού Πατριάρχη.

Αυτή ήταν και η τελευταία φορά που οι εκπρόσωποι του Οικουμενικού Πατριαρχείου εμφανίστηκαν στις εκδηλώσεις.

Με εντολή από την Κωνσταντινούπολη ο Μητροπολίτης Γαλλίας (φωτο) και οι άλλοι απεσταλμένοι αποχώρησαν από το Κίεβο αρνούμενοι να συμμετάσχουν άλλο στους εορτασμούς οι οποίοι συνεχίστηκαν στην πρωτεύουσα Μινσκ της Λευκορωσίας.

Τόσο η ρωσική πλευρά όσο και αυτή του Οικουμενικού Πατριαρχείου, παρά τον έντονο εκνευρισμό κράτησαν εξαιρετικά χαμηλά τους τόνους, για δικούς της λόγους η κάθε πλευρά, κάτι το οποίο είχε σαν αποτέλεσμα ελάχιστοι να αντιληφθούν τι πραγματικά συνέβαινε πίσω από τα εορταστικά χαμόγελα.

Το δεύτερο επίσης εξαιρετικά σημαντικό επεισόδιο το οποίο αποδεικνύει με τον πλέον σαφή τρόπο πως Κωνσταντινούπολη και Μόσχα βρίσκονται σε πορεία «σύγκρουσης» έλαβε χώρα επίσης στην Μόσχα.

Μετά το συλλείτουργο των Προκαθημένων, η ρωσική Εκκλησία διένειμε το γνωστό πλέον κείμενο συμπαράστασης των ορθοδόξων Εκκλησιών στους διωκόμενους Χριστιανούς του πλανήτη, ζητώντας από τους Προκαθημένους και τους εκπροσώπους των Εκκλησιών να το συνυπογράψουν.

Για την Κωνσταντινούπολη αυτή η ενέργεια θεωρήθηκε επίσης «εχθρική» διότι ο σκοπός της συγκέντρωσης των Πατριαρχών στην Μόσχα ήταν άλλος ενώ η προσπάθεια παρά τους «ευγενείς» σκοπούς της, να εκδοθεί ένα τόσο σημαντικό κείμενο εν αγνοία του Οικουμενικού Πατριάρχη δημιούργησε πολλούς συνειρμούς .

Αποτέλεσμα αυτής της κίνησης ήταν τόσο οι εκπρόσωποι του Οικουμενικού Πατριαρχείου όσο και αυτοί της Εκκλησίας της Αλβανίας να αρνηθούν να το προσυπογράψουν.

Μάλιστα η Εκκλησία της Αλβανίας βρέθηκε σε εξαιρετικά δύσκολη θέση αφού υπήρχαν αναφορές στο Κοσυφοπέδιο ένα ιδιαίτερα λεπτό πολιτικό θέμα.

Το μόνο βέβαιο είναι πως η υπόθεση δεν έχει ακόμη κλείσει και αυτό το οποίο αναμένεται με ιδιαίτερο ενδιαφέρον είναι η επόμενη κίνηση του Πατριάρχη Βαρθολομαίου ο οποίος φαίνεται πως έχει ήδη πάρει τις αποφάσεις του.


πηγή 

Περνούν οι μέρες της ζωής κι εγώ τι κάνω; - Μέρος Β΄


Περνούν οι μέρες της ζωής κι εγώ τι κάνω; -Μέρος Β΄ 
2-7-2013
π. Ανδρέας Κονάνος

Τί μετὰ νεκρῶν τὸν ζῶντα λογίζεσθε;

  Σοφία Μπεκρῆ, φιλόλογος – θεολόγος Ἁγία καὶ Μεγάλη Παρασκευὴ καὶ ἕνα ἀνάμεικτο συναίσθημα χαρμολύπης κυριαρχεῖ στὶς καρδιὲς ὅλων. Ἀφενὸς μ...