Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Σάββατο, Νοεμβρίου 02, 2013

«Χωρίς Θεὸ ὅλα ἐπιτρέπονται» και «Ποιμένες πολλοί διέφθειραν τον αμπελώνα μου»

Η βοή'

 των πλησιαζόντων

γεγονότων

Παναγιώτης Ήφαιστος
Καθηγητής, Διεθνείς Σχέσεις-Στρατηγικές Σπουδές

Πανεπιστήμιο Πειραιώς
Τμήμα Διεθνών-Ευρωπαϊκών Σπουδών




«Απολείπειν ο Θεός Αντώνιον». Εκεί κλεισμένος ο Αντώνης μέσα στον κήπο των Χρυσανθέμων, δεν ακούει την βοή των πλησιαζόντων γεγονότων. Είπα να αναπνεύσω ιώδιοπερπατώντας καμιά ώρα παραλιακά στην Βάρκιζα. Είναι ο κόσμος μου, αυτό το θεσπέσιο μέρος. Εδώ ζω το τελευταίο τέταρτο του αιώνα. Μια ώρα προγραμμάτισα, έγιναν έξη. Συνάντησα φίλους, κάθισα στους συλλόγους εκεί στο λιμανάκι, μετά μου φώναξαν για ένα ποτό σε παρακείμενο καφέ και μέχρι να πάω και να έλθω από την πλαζ μέχρι την άλλη άκρη, μίλησα με δεκάδες φίλους, γνωστούς και άλλους που τους συνόδευαν. Αποτυπώνω μερικά που άκουσα.

Όλοι –μα κυριολεκτικά όλοι– λέγανε τα ίδια ή παρόμοια. Αίσθηση ήττας, απογοήτευση, απόγνωση, αγωνία για το αβέβαιο μέλλον, το δικό τους και των παιδιών τους. Ψυχική εξουθένωση, αίσθηση απώλειας της ελευθερίας και αίσθηση ταπείνωσης του πνεύματος. Για όποιον κατανοεί τι σημαίνει ταπείνωση του πνεύματος είναι το ισοδύναμο του θανάτου για τον άνθρωπο και του συλλογικού θανάτου για τα έθνη.

Ακόμη και υπό ξένη κατοχή το πνεύμα μένει ελεύθερο. Όταν όμως το καταστέλλουν εγχώριοι το πνεύμα αρρωστά και πεθαίνει. Το νόημα και οι σκοποί της ζωής χάνονται. Εξατμίζονται μέρα με την μέρα. Σκοποί και νοήματα βουλιάζουν μέσα στην καταστολή τους από την υποτακτική
εθνοκτόνο διακυβέρνηση που κατάντησε έρμαιο ξένων. Την δίψα για ζωή, την δημιουργικότητα και το ένστικτο ότι πρέπει να επιβιώσουμε και να αφήσουμε απογόνους τα εξοντώνουν οι κατεξουσιαστικές οικονομικές αποφάσεις. Κτυπιέται αλύπητα η ιδιωτική τους σφαίρα. Δυναμιτίζουν τον μόχθο και τον κόπο γενεών και γενεών. Κλείνουν την πόρτα του σπιτιού τους αλλά τα εχθρικά ξενόβαλτα φιρμάνια είναι μέσα.

Η ένταση, μου είπαν πολλοί, διαιρεί και διχάζει. Δυσφορία και εντάσεις μέσα στις οικογένειες, διαζύγια και πλήγματα κατά των οικογενειακών δεσμών μεταξύ ανθρώπων που ποτέ δεν θα συγκρούονταν. Ανθρώπων που ποτέ και σε τίποτα δεν έφταιξαν παρά μόνο ατύχησαν να εμπιστευτούν κάποιο Κώστα, κάποιο Γιώργο, κάποιο Κωστάκη και κάποιο Μπένο.

Νοικοκυραίοι αλλά αναίτια χρεωκοπημένοι. Ο ένας άσκοπα και ανόητα μας έριξε στον λάκκο των λεόντων της ΟΝΕ (http://www.ifestosedu.gr/111ONEGreeceWarning.htm), ο άλλος έβλεπε βίντεο αντί να κυβερνά, ο επόμενος αφού έψαχνε … παγκόσμια κυβέρνηση και δεν την βρήκε κραύγασε «ο τιτανικός βυθίζεται», ο αφιλότιμος, καλώντας εκατομμύρια κερδοσκόπους να απαλλαγούν από καθετί Ελληνικό, εκτινάσσοντας έτσι τα χρέη με συνέπεια την υποτίμηση όλων των δημόσιων και ιδιωτικών περιουσιακών στοιχείων.

Στους ανθρώπους πλέον διακρίνεις μια τάση για απάθεια και εγκατάλειψη. Οι πολίτες είναι κουρασμένοι από τις κακουχίες της εφορίας, των χαρατσιών, των «ειδικών εισφορών», κατασχέσεις μισθών και περιουσιών από φοβισμένους εφοριακούς, επιχειρήσεις που κλείνουν και ακριβοπληρωμένα μαγαζιά και διαμερίσματα που μένουν στο «ενοικιάζεται». Διογκωμένοι λογαριασμοί, περιουσίες που αργοπεθαίνουν γιατί «τίποτα δεν πουλιέται και τίποτα δεν αγοράζεται», κουρέματα μισθών, τηλεφωνήματα από άγνωστά τους κοράκια των τραπεζών που απειλούν να τους αρπάξουν τα σπίτια τους, τις επιχειρήσεις τους και τα υποστατικά τους.

Ξανά και ξανά ενώ περπατούσα παραλιακά στην Βάρκιζα, σταματούσα και μιλούσα και μετά ξεκίναγα για να μου φωνάξουν να καθίσω λίγο πιο κάτω. Άκουγα και ξανάκουγα τα πιο φρικτά πράγματα, τα ίδια που ακούμε πλέον ολοένα πιο συχνά. Μεταξύ άλλων, άκουσα φίλο να μιλά για φίλο του φαρμακοποιό που αυτοκτόνησε μόλις χθες. Οι αυτοκτονίες γίνονται κύρια αιτία θανάτου και η μετανάστευση κύρια αιτία εθνικής αποδυνάμωσης.

Φιλικό ζευγάρι που συνάντησα, επίσης με συγκλόνισε. Αυτή άνεργος αυτός με «κουρεμένο» μισθό, δεν τα βγάζουν πέρα και αναγκάστηκαν να κάνουν έκτρωση. Πάει το παιδί που ήξερα ότι τόσο πολύ ήθελαν. Αυτοί έκαναν έκτρωση. Άλλοι με τους οποίους επίσης αντάλλαξα μερικά λόγια, μου έλεγαν ότι μετάνιωσαν που έκαναν παιδιά. Είναι κατιτί που και αυτό ακούεται ολοένα και πια συχνά. «Τέτοιο άθλιο γένος που δέχεται να το υποτάσσουν και να μην αντιδρά», μου είπε ένας άλλος παλιός γνωστός μου, «δεν του αξίζει να αναπαράγεται». Για να συμπληρώσει: «Είναι ανεπίστροφο. Δεν έχουμε μέλλον. Μας υποτάσσουν, μας καταστέλλουν και μας εκποιούν στους ξένους».

Τον συνόδευε διευθυντής παραρτήματος τράπεζας που γνώριζε από δάνεια νοικοκυριών και τις επιχειρήσεων. Με πληροφόρησε: «Ναι μας εκποιούν. Κερδοσκόποι αγοράζουν τα δάνεια για 20% ή 30% με σκοπό να τα πωλήσουν στο μέλλον 40% ή 50% ή και 60 μελλοντικά. Να κερδίσουν έτσι κολοσσιαία ποσά». Και πως θα μας τα πωλήσουν, αντέταξα. Απορώντας για την ερώτηση απάντησε: «Ποντάρουν ότι αφού μας εξαθλιώσουν και μας καταντήσουν δουλοπάροικους θα εγκαθιδρύσουν εκτελεστές των συμφερόντων τους. Εγχώριους πραιτοριανούς χειρότερους από τους τωρινούς για να τους κάνουν τις βρωμοδουλειές τους».

Ότι άκουσα και ότι συζήτησα αποπνέει απώλεια εμπιστοσύνης στο κράτος και στο σύστημα διακυβέρνησης των περασμένων δεκαετιών. Αηδία για την δυσοσμία που αναδύεται από το σάπιο παλαιοκομματικό σύστημα. Ταυτόχρονα και απόγνωση γιατί δεν ξέρουν πως θα τους διώξουν. Απόγνωση γιατί οι πολίτες δεν γνωρίζουν τον τρόπο να πάρει η κοινωνία την εξουσία στα χέρια. Πως θα περάσουν τις πολιτικές συμπληγάδες. Στην μια πλευρά είναι οι υποτακτικοί που κατέχουν τώρα την εξουσία. Στην άλλη ο Αλέξης και η παρέα του των Εξαρχείων. Οι τελευταίοι θέλουν να κυβερνήσουν, αλλά δεν τίμησαν ούτε μια φορά την πατρίδα, οι αφιλότιμοι. Ούτε μια φορά δεν είπαν την φράση «Ελληνική Εθνική Ανεξαρτησία». Οι πρώτοι την παραδίδουν χειροπόδαρα δεμένη και οι δεύτεροι ροκανισμένοι από την εθνομηδενιστική λαίλαπα αισθάνονται αλλεργία μόνο και μόνο με το άκουσμά της φράσης «Εθνική Ανεξαρτησία».

Το καλύτερο το είπε ένας πρώην φοιτητής μου τώρα επιχειρηματίας με καταβολές σε δύο ευρωπαϊκά κράτη, την Ελλάδα και την Γερμανία. Εγώ είμαι πλούσιος, μου είπε, μπορώ να πάω στην Γερμανία όπου η οικογένειά μου έχει πολλά λεφτά. Όμως τι να τα κάνω στα ξένα. Και τι να κάνω εδώ όντας πλούσιος όταν βλέπω τους περισσότερους να δυστυχούν γύρω μου. Τους νοικοκυραίους να βουλιάζουν και τον μέσο Έλληνα να δυστυχεί. Δεν θυμάσαι τον Περικλή στις δημηγορίες του Θουκυδίδη, μου είπε με νόημα. Εάν η πολιτεία δεν πάει καλά όλοι βλάπτονται και όλοι δυστυχούν.

Είναι δε φιλειρηνικοί οι Έλληνες. Τι να κάνουν; «Να πάρουν τους δρόμους και να ανατρέψουν το κράτος», με ρώτησε ένας απεγνωσμένος νοικοκύρης. Το ίδιο μου είπε αλλά με διαφορετικά λόγια και ένας νομικός με διδακτορικό: «Ενώ το εγχώριο σύστημα πραιτοριανών της τροϊκανής κατοχής καταστέλλει καθημερινά την πολιτειακή νομιμότητα, τους νόμους, τα συντάγματα και αποδυναμώνει την κοινωνική νομιμοποίηση του κράτους, η βίαιη εξέγερση θα φέρει μια από τα ίδια». Πρέπει να γίνει κάποιο θαύμα, πρόσθεσε. Να εξαφανιστούν οι σάπιοι. Μια δεκάδα ανθρώπων να διακυβερνήσει την χώρα. Θυμόταν τι είχα γράψει στον Αντώνη Σαμαρά σε παρέμβαση που είχε τότε μεγάλης δημοσιότητας τον Φεβρουάριο του 2012. Στο «Διάγγελμα του δεκαεξάχρονου»(http://www.ifestosedu.gr/110dekaexaxronos.htm), μου είπε, και σε άλλες μεταγενέστερες παρεμβάσεις σου, πρότεινες πολλά και λογικά:

Πρώτον, να πει στους Έλληνες Πολίτες ότι η ελευθερία και η αξιοπρέπεια απαιτεί θυσίες. Να ζούμε με όσα παράγουμε (ακόμη και εάν χρειαστεί για ένα εξάμηνο να κυκλοφορούμε με μετρό και με λεωφορείο αντί αυτοκίνητα). Ταυτόχρονα, οι τράπεζες που πήραν αμύθητα ποσά πάνε στο δημόσιο. Το κράτος εγγυάται πως κανείς δεν θα εκποιήσει τις περιουσίες, τα σπίτια, τα αυτοκίνητα, τις επιχειρήσεις ή άλλο ελληνικό πλούτο τον οποίο γενεές γενεών Ελλήνων μάζεψαν, φύλαξαν και επένδυσαν.

Δεύτερον, να δημεύσει τις περιουσίες των κλεπταποδόχων και φοροφυγάδων που έβγαλαν δεκάδες δισεκατομμύρια στο εξωτερικό (οι γνωστές «ληστές των λιστών») και να πιέσει αφόρητα τις ξένες κυβερνήσεις να επιστραφούν τα κλεμμένα.

Τρίτον, με την βοήθεια των αναρίθμητων λαμπρών επιστημόνων που διαθέτουμε να ιεραρχηθούν τα χρέη. Για παράδειγμα, να διαγραφούν όσα αποδεδειγμένα οφείλονται στην θηριωδία των κερδοσκόπων. Να τύχουν διαπραγμάτευσης για επιμήκυνση όσα θεμιτά τα χρωστάμε. Να απαιτήσει διαγραφές λόγω δικών τους εμπορικών πλεονασμάτων (πχ. των Γερμανών) και δικών μας ελλειμμάτων (γιατί διαφορετικά η ΕΕ δεν είναι το υψηλό ιδεώδες που κήρυτταν αλλά μια παγίδα κρατών απατεώνων και κρατών ληστών). Χρησιμοποιώντας δικά τους λόγια να απαιτήσει διαγραφή όσων χρεών οφείλονται στα φρικτά ελλείμματα ευρωπαϊκής και διεθνούς οικονομικής και πολιτικής διακυβέρνησης. Και τα λοιπά.

Τέταρτον, να επιστρατεύσει τους σήμερα ανενεργούς λαμπρούς ανώτατους κρατικούς λειτουργούς για να γίνει διαπραγμάτευση πολλών επιπέδων και πολλών ειδών (http://www.ifestosedu.gr/111EUNegotiation.htm). Μένουμε απαθείς ενώ πολλά μπορούμε να κάνουμε. Η ΕΕ είναι ένα εξαιρετικά κατακερματισμένο και ρευστό διακρατικό σύστημα που προσφέρεται για σχετικά «εύκολη» διαπραγμάτευση. Βασικά ποτέ και σε κανένα άλλο διεθνές πεδίο του παρελθόντος ή του παρόντος ένα μικρό κράτος δεν είχε τέτοια ευχέρεια για να κινηθεί ευέλικτα και να επιδιώξει τα συμφέροντά του. Το Κοινοτικό σύστημα είναι γεμάτο αντιθέσεις, αντιφάσεις, φιλίες, έχθρες, χιλιάδες θεσμούς, δεκάδες κράτη με εσωτερικές διαιρέσεις και άπειρες εξωτερικές διασυνδέσεις, και όλα αυτά ρευστά και μεταλλασσόμενα. Μιλάμε για εκστρατεία διαφώτισης, πίεσης, συγκρότησης συμμαχιών, απαιτήσεων και προτάσεων. Που πρέπει να γίνονται όμως με γνώση και σοβαρότητα. Προσκόλληση επίσης στο εθνικό συμφέρον και τίποτα άλλο.

Πέμπτον, όπως και άλλα μικρότερα κράτη της ΕΕ στο παρελθόν να γίνει καταλύτης πρωτοβουλιών μεταρρύθμισης του τερατώδους υπερκρατικού συστήματος που δημιουργήθηκε και που κατάντησε να είναι όχι ένα υπερεθνικό σύστημα ειρήνης και ευημερίας αλλά ένας θηριώδης καταπιεστικός μηχανισμός εξόντωσης των κοινωνιών των λιγότερο ισχυρών κρατών.

Έκτον, να ξυπνήσουμε και να δούμε ότι τα ερείσματά μας είναι κολοσσιαία. Είμαστε το μόνο σταθερό κράτος της περιφέρειας, το πιο ισχυρό, το πιο πλούσιο και δυνητικά μαζί με τη Κύπρο και το Ισραήλ κύριος παράγοντας σταθερότητας μιας περιοχής που είναι καταδικασμένη να είναι ένα εν ενεργεία ηφαίστειο για πολλές δεκαετίες. Οι διαπραγματευτικές δυνατότητες ενός τέτοιου κράτους είναι τεράστιες εκτός και εάν δεν το ξέρει.

Τα πιο πάνω και μερικά άλλα παρελθουσών παρεμβάσεων θυμήθηκε ο πρώην φοιτητής μου.Επιστρέφοντας προβληματίστηκα βαθιά για όσα άκουσα αλλά και εντυπωσιάστηκα από την ψυχραιμία και την ωριμότητα του Έλληνα πολίτη. Δεν υπάρχουν οι προϋποθέσεις εμφυλίου πολέμου. Παθών και ώριμος πλέον μετά από πολλές δεκαετίες δεινών ο Έλληνας πολίτης είναι έτοιμος να υποστεί θυσίες για να ξανασταθεί όρθιος στα πόδια του. Απλά δεν ξέρει πώς να εκδιώξει αναίμαχτα το σαπισμένο παλαιοκομματικό περίγυρο. Δεν ξέρει πως θα φύγουν χωρίς να κατεδαφιστεί η πολιτειακή νομιμότητα.

Για να αναλάβουν την εξουσία καμιά δεκαριά άξιοι Έλληνες. Να διαπραγματευτούν με σιδερένια αποφασιστικότητα και προσήλωση στο ελληνικό εθνικό συμφέρον και τίποτα άλλο. Αυτό για να το κάνουν κάποιοι άξιοι αντιπρόσωποί μας χρειάζεται οι Έλληνες να διατηρήσουν την ψυχραιμία τους, να συσπειρωθούν, να αρνηθούν την εκποίησή τους και με μια νέα αδιάφθορη διακυβέρνηση έξη μηνών ή ενός χρόνου η οποία θα διαπραγματεύεται με τους ξένους εδώ να φροντίσουμε να αλλάξει εκ βάθρων το πολιτικό σκηνικό. Ενδεχομένως να έχουμε και Συντακτική Συνέλευση που θα διασφαλίσει μεγαλύτερη Δημοκρατία. Χρειάζονται κόμματα; 
\
Δεν μπορούμε να εκλέγουμε ανακλητούς αντιπροσώπους έξη μηνών που θα είναι υπόλογοι καθημερινά στα χωριά, στις πόλεις και στις περιφέρειες.Διακυβέρνηση δική μας όχι εγκάθετη των ξένων!! Το μέγα μας πρόβλημα σήμερα αυτό είναι. Όλα τα άλλα έπονται και είναι εφικτά.
                                                           Π. Ήφαιστος ifestosedu.gr



ΔΙΑΠΙΣΤΩΣΕΙΣ«Αίσθηση ήττας, απογοήτευση, απόγνωση, αγωνία για το αβέβαιο μέλλον, το δικό τους και των παιδιών τους. Ψυχική εξουθένωση, αίσθηση απώλειας της ελευθερίας και αίσθηση ταπείνωσης του πνεύματος».
Η ΛΥΣΗΜηδενική!
Ἀφοῦ
xωρίς Θεὸ ὅλα ἐπιτρέπονται”!
Ἀφοῦ
 «Απολείπειν ο Θεός Αντώνιον», καὶ Αγγελικὴν, καὶ Γεώργιον, καὶ Μαρίαν, καθόσον  καὶ ἐμεῖς ἐγκατέλειψαμε τὸν Θεόν!  
Ἀφοῦ
 «Ποιμένες πολλοί διέφθειραν τον αμπελώνα μου, εμόλυναν την μερίδα μου, έδωκαν
την μερίδα την επιθυμητήν μου εις έρημον άβατον, ετέθη εις αφανισμόν απωλείας»·
ὁ Βαρθολομαῖος, ὁ Ἱερώνυμος, ὁ Ἰωάννης, ὁ Ἀμβρόσιος, ὁ Προκόπιος, ὁ Ἰγνάτιος, ὁ Νικόλαος, ὁ Παφνούτιος, ὁ Δωρόθεος!
Ἀφοῦ
ὅλοι ἐμεις, ἄρχοντες καὶ ἀρχόμενοι ἀνεχτήκαμε τὴν καταστροφὴ τῆς γλώσσας, τῆς Πατρίδας, τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἤθους, ἐπιτρέψαμε τὴν ἀλλοίωση τῆς Πίστεως.

Μιά άγνωστη επιστολή του αγίου Νεκταρίου

Ἀφιέρωμα στήν φετινή Ἑορτή τοῦ Ἁγίου μας
ΜΙΑ ΑΓΝΩΣΤΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ
Φέτος, λίγους µῆνες πρίν τήν ἑορτή του (τόν Αὔγουστο), ὁ ἅγιος Νεκτάριος µᾶς ἐπεφύλαξε µιά εὐχάριστη ἔκπληξη-δωρεά του. Μᾶς φανέρωσε µέ ἀπροσδόκητο τρόπο µιά ἄγνωστη ἀλλά καί πολύ σηµαν­τική ἐπιστολή του, ἡ ὁποία, βεβαίως, εἶχε µείνει ἀδηµοσίευτη µέχρι σήµερα.
Ἡ µητέρα ἑνός πνευµατικοῦ µου παιδιοῦ εἶχε –χωρίς νά τό γνωρίζη– στήν κατοχή της ἐπί εξῆντα καί πλέον χρόνια, στή Λα­µία, φωτογραφία χειρογράφου ἐπιστολῆς τοῦ ἁγίου Νεκταρίου πρός τόν τότε Μητροπολίτη Ἀθηνῶν κυρό Γερµανόν Καλλιγᾶν. Ἡ ἐπι­στολή ἦταν ἀναµεµειγµένη µέ ἔγγραφα καί συµβόλαιά της καί πρό δεκαετίας τά ἔγγραφα αὐτά τά παρέλαβε ἡ κόρη της στήν Ἀθήνα πρός φύλαξη.
Τόν περασµένο Αὔγουστο ἡ κόρη της ἔκανε διαλογή τῶν ἐγγράφων καί πρός µεγάλη της ἔκπληξη εἶδε µέσα σ’ αὐτά καί τήν ἐν λόγῳ ἐπιστολή τοῦ ἁγίου! Ἔσπευσε νά µοῦ δώση τήν ἐπιστολή αὐτή καί, µέ τήν σειρά µου ἐξεπλάγην καί εὐχαρίστησα τόν ἅγιο γιά τήν ἀπρόσµενη ἐπίσκεψή του µέ ἕνα δικό του ἀδηµοσίευτο κείµενο.
Ἀπό τήν ἐν συνεχείᾳ σύντοµη ἔρευνά µου βεβαιώθηκα ὅτι πράγ­µατι ἡ ἐπιστολή, πού δηµοσιεύουµε στό τεῦχος µας αὐτό, οὔ­τε ἔχει ἄλλοτε δηµοσιευθεῖ, οὔτε ἔχει γίνει γνωστό τό περιεχόµενό της σάν προϊόν προφορικῆς πληροφορίας.
Ὁ ἐρευνητής φιλόλογος, κ. Σοφοκλῆς Δηµητρακόπουλος ἀνα­φέ­ρει στήν πολύ τεκµηριωµένη καί ἐµπλουτισµένη βιογραφία τοῦ ἁγίου, πού ἔχει συγγράψει*, ὅτι ἀπό τό σύγγραµα τοῦ µακαριστοῦ Μητροπολίτου Τίτου Ματθαιάκη γιά τόν ἅγιο Νεκτάριο ἄντλησε τήν πληροφορία ὅτι ὑπάρχει ἐπιστολή τοῦ ἁγίου πρός τόν Μητροπολίτη Γερµανό. Ἀλλά ὁ Ματθαιάκης δέν διευκρινίζει γιά ποιά ἐπιστολή πρόκειται, προφανῶς, γιατί ἀγνοοῦσε τό περιεχόµενό της.
Βέβαια, εἶναι πολύ φυσικό νά ἀντηλλάγησαν ὄχι µία ἀλλά ἀρκετές ἐπιστολές µεταξύ τοῦ ἁγίου Νεκταρίου καί τοῦ Μητροπολίτου Γερµανοῦ Καλλιγᾶ, ἀφοῦ ἀπό τῆς ἀποποµπῆς του ἀπό τήν Ἀλεξάνδρεια ὁ ἅγιος εὑρίσκετο σέ διαρκῆ σχέση µέ τόν Μητροπολίτη Ἀθη­νῶν λόγῳ καί τῆς διπλῆς ἰδιότητος τοῦ Γερµανοῦ καί ὡς Προέδρου τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Ὅµως καµµιά ἐπιστολή µεταξύ τῶν δύο αὐτῶν Ἱε­ραρ­χῶν δέν ἔχει δεῖ µέχρι σήµερα τό φῶς τῆς δηµοσιότητος, τοὐ­λά­χιστον καθ’ ὅσον γνωρίζω, πλήν τῆς ἐπιστολῆς–Παραιτήσεως τοῦ ἁγίου ἀπό τά καθήκοντα τοῦ ἱεροκήρυκος τοῦ νοµοῦ Εὐβοίας, πού ἀπέστειλε ἀπό τήν Χαλκίδα στίς 9 Ἰουλίου 1892.
Ὡστόσο ἡ ἐπιστολή τοῦ ἁγίου Νεκταρίου, πού ἐµφανίζεται δη­­µό­σια γιά πρώτη φορά µέσῳ τοῦ περιοδικοῦ µας, δέν εἶναι µιά ἁ­πλῆ ἐπιστολή, πού ἀναφέρεται σέ ὑπηρεσιακά θέµατα ἤ ἀκόµη καί στά γνωστά προβλήµατα πού ἀντιµετώπιζε ὁ ἅγιος Νεκτάριος σάν ἀπο­τέλεσµα τῆς ἀντικανονικῆς καί ἄδικης ἀπολύσεως καί διαγραφῆς του ἀπό τά Δίπτυχα τοῦ Πατριαρχείου Ἀλεξανδρείας. Πρόκειται γιά µιά πολύ σηµαντική ἐπιστολή, πού, ἀφ’ ἑνός µέν ἐµφανίζει µέ ἰδιαίτερο τρόπο τό ἀπαράµιλλο ἐκκλησιαστικό ἦθος τοῦ ἁγίου Νεκταρίου καί, ἀφ’ ἑτέρου, µᾶς παρέχει πολλές πληροφορίες γιά τήν συγγραφική πορεία τῶν µέχρι τό 1893 ἡµιτελῶν συγγραφικῶν ἔργων του, τόν τρόπο πού ἀκολουθοῦσε γιά τήν συγγραφή τῶν βιβλίων του ἀλλά καί µᾶς ἀποκαλύπτει τήν ἐφηµερίδα στήν ὁποία εἶχε ἤδη δηµοσιεύσει κάποια ἀπό τά ἔργα του.
Παραθέτουµε εὐθύς τήν ἐπιστολή αὐτή τοῦ ἁγίου Νεκταρίου µέ τήν φωτογραφία τοῦ χειρογράφου του καί ἐν συνεχείᾳ θά τήν σχολιάσουµε. Προκαταβολικῶς ἐπισηµαίνουµε ὅτι ἀπό τήν πρώτη παράγραφο τῆς ἐπιστολῆς φαίνεται καθαρά αὐτό πού καί οἱ βιογράφοι τοῦ ἁγίου ἔχουν ἤδη καταγράψει χωρίς ὅµως, νά τεκµηριώνεται σέ γραπτά: ὅτι ὁ Μητροπολίτης Γερµανός ἔτρεφε µεγάλη ἐκτίµηση καί ἀγάπη στό πρόσωπο τοῦ ἁγίου Νεκταρίου:

                                                            Ἐν Λαμίᾳ τῇ 1ῃ Ὀκτωβρίου 1893
Πρός τήν Αὐτοῦ Σεβασμιότητα
Τόν Μητροπολίτην Ἀθηνῶν
καί Πρόεδρον τῆς Ἱερᾶς Συνόδου κ. Γερμανόν
Εἰς Ἀθήνας.

Σεβασμιώτατε ἐν Χριστῷ ἀδελφέ κ. Γερμανέ,
Τήν Ὑμετέραν Πανίερον Κορυφήν ἥδιστα προσαγορεύω ἀδελφικῶς.

Aἱ πρός τήν Ἐπισκοπικήν Ἐπιτροπήν συστάσεις τῆς Ὑμετέρας φίλης Σεβασμιότητος μοί ἐπιβάλλουσι τό καθῆκον νά Σᾶς εὐχαριστήσω διά τήν εὐγέ­νειάν Σας καί τά πρός ἐμέ ἀγαθά Σας αἰσθήματα καί νά διαβεβαιώσω τήν Ὑ. Σεβασμιότητα ὅτι ἔσομαι αὐτῇ εὐγνώμων καί πρόθυμος εἰς ὅ,τι τό τῆς Ἐκκλησίας συμφέρον ἤθελεν ὑπαγορεύσῃ.
Ἐν Λαμίᾳ ἤδη ὡμίλησα δίς, ὁ δέ Πανάγαθος Θεός εὐδόκησε νά ἐμ­βάλῃ λόγον τοῖς χείλεσί μου, καί νά διδάξω τό πολυπληθές ἀκροατήριόν μου οὕτως ὥστε νά μορφωθῆ πεποίθησις πρός τήν διδασκαλίαν μου. Τοῦτο μέ εὐχαριστεῖ καί μέ παρηγορεῖ, ἐλπίζω δέ νά φανῶ ὠφέλιμος.
Ἀλλά Σεβασμιώτατε φρονῶ, ὅτι θά ἐφαινόμην ὠφελιμότερος, ἐάν εἶχον μόνιμον τήν διατριβήν καί εὑρισκόμην παρά τινι Βιβλιοθήκῃ – ἔχω ἤδη τέσσαρα ἔργα ἡμιτελῆ, ὅλως πρωτότυπα καί ὠφελιμώτατα πρός πάντας.
Τό ἕν ἤρχησα ἀπό τῆς φοιτήσεώς μου ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ, εἰργάσθην εἰς τήν Ἐθνικήν Βιβλιοθήκην καί μετά ταῦτα εἰς τήν Βιβλιοθήκην τοῦ Πατριαρχείου ἐν Καΐρῳ· τό πλεῖστον μέρος αὐτοῦ ἐδημοσίευσα ὡς πραγ­μα­τείας εἰς τόν «Τηλέγραφον» τῆς Ἀλεξανδρείας καί ἤρεσεν εἰς πάντας καί εἰς αὐτόν τόν Πατριάρχην. Εἶναι μία χριστιανική Ἑορτολογία καί Ἀρχαιολογία διδακτικωτάτη. Τό δεύτερον εἶναι μία Λειτουργική.
Ἐν Καΐρῳ εὑρίσκεται χει­ρόγραφος ἡ Λειτουργία τοῦ Ἀποστόλου καί Εὐαγ­γε­λιστοῦ Μάρκου. Τό χειρό­γραφον τῆς Λειτουργίας ταύτης εἶναι σπανιώτατον, ὡς ἐφρόντισα νά μάθω. Πρότινων δέ μόνον ἐτῶν ἐδη­μο­σιεύθη ὑπό Ἄγγλου τινός θεολό­γου ἐξ ἑνός χειρογράφου τῆς Βιβλι­ο­θήκης τῶν Παρισίων. Τήν ἔκδοσιν ταύτην ἔλαβον καί παρέβαλον πρός τό χειρόγραφον τῆς Βιβλιοθήκης τοῦ Πατριαρχείου, ἐκ δέ τῆς ἀντιπαραβολῆς φαίνεται ὅτι τό χειρόγραφον τῆς Βιβλιο­θήκης τοῦ Πατριαρχείου καί τε­­λει­­ώτερον εἶναι καί ἀκριβέστερον. Ὅθεν ἀπεφάσισα νά ἐκδώσω τό χει­ρό­γραφον μέ προλεγόμενα. Ἐπειδή δέ εὑρίσκονται καί διάφορα ἀντίγραφα τῆς Λειτουργίας τοῦ Ἀδελφοθέου ἀντέγραψα καί ταῦτα ὅπως ποιήσω μίαν ἔκδοσιν, τήν τελειωτέραν, εἰς ἥν θά προτάξω καί τινά περί τῆς ἱστορίας τῶν Λειτουργιῶν. Καί τήν ἐργασίαν ταύτην ἔχω ἡμιτελῆ.
Ἕτερον ἔργον πολύ σπουδαῖον, τό ὁποῖον ὀνομάζω Ἠθικά κεφάλαια καί οὗτινος ἤδη ἔγραψα τό 90ον Κεφάλαιον, μένει καί αὐτό δι’ ἔλλειψιν βοηθημάτων ἀτελές.
Τελευταῖον ἔχω περί τούς 50 Λόγους Ἐκκλησιαστικούς ἑτοίμους μέν, ἀλλά θέλουν ἐπεξεργασίαν τινά παρά Βιβλιοθήκῃ. Ὥστε οὐδέν δύνα­ται νά ἔλθη εἰς πέρας ἄνευ μονίμου διατριβῆς εἰς Βιβλιοθήκας.
Διά ταῦτα ἔκρινα νά μεταβῶ εἰς Αἴγυπτον, ἀλλά προσκαλούμενος παρά τοῦ Πατριάρχου, ὅπως μείνω ἐν Καΐρῳ καί ἐκεῖ παρά τῇ Βιβλιοθήκῃ περατώσω τά ἔργα μου. Ἀλλ’ ἵνα προσκληθῶ πρέπει νά ὑποδειχθῇ ἡ ἀνάγκη παρά προσώπου σημαί­νοντος παρά τῷ Πατριάρχῃ. Ὡς τοιοῦτον πρόσωπον θεωρῶ κατάλληλον τήν Ὑμετέραν Σεβασμιότητα. Ὅθεν σᾶς πα­ρα­καλῶ, εὐαρεστηθῆτε νά χρησιμεύσητε τό μεσάζον πρόσωπον πρός ἐπιστροφήν μου εἰς Αἴγυπτον ὑπέρ τῆς ἀποπερατώσεως τῶν ἔργων μου ἅτινα θά πληρώσωσι μίαν ἔλλειψιν. Τοῦτο πράττουσα ἡ Ὑ. Σεβασμιότης ἔστω βεβαία ὅτι καί εὐεργετεῖ καί ἀγαθουργεῖ.
Πεποιθώς ἐπί τά ἀδελφικά αἰσθήματά Σας, διατελῶ
ὁλοπρόθυμος καί εὐγνώμων
 Ὁ ἐν Ἀρχιερεῦσιν ἐλάχιστος
† Ὁ Πενταπόλεως Νεκτάριος

Σχολιασµός τῆς Ἐπιστολῆς τοῦ ἁγίου Νεκταρίου.

Ἀπό τό χειρόγραφο φαίνεται ὅτι ἡ Ἐπιστολή φωτογραφήθηκε ἀπό πρόσωπο πού εὑρίσκετο πολύ κοντά στόν ἅγιο Νεκτάριο γιατί ἡ φωτογραφία εἰκονίζει τήν ἐπιστολή στήν ἀρχική της µορφή, πρίν τήν καθαρογράψη ὁ ἅγιος, δεδοµένου ὅτι ὑπάρχουν σ’ αὐτήν προσθῆκες µέ τόν τρόπο πού τίς θέτει ὁ συντάσσων, ὅταν διαπιστώση ὅτι µέ τήν ὁλοκλήρωση τοῦ κειµένου του ἔχουν παραλειφθεῖ ἀπό αὐτό κάποια ἀπαραίτητα στοιχεῖα.
Δηλαδή βλέπουµε ὅτι ὁ τόπος συγγραφῆς, ἡ Λαµία καί ἡ ἡµερο­µηνία ἔχουν προστεθεῖ στό τέλος µέ τό σηµεῖο τῆς παραποµπῆς πού χρησιµοποιοῦσε ὁ ἅγιος Νεκτάριος καί τήν µονογραφή του, ἡ ὁποία σχεδιακά ἦταν ἡ κατάληξη τῆς ὑπογραφῆς του.
Ἐπίσης ἔχει προσθέσει στό τέλος, πάλι µέ ἔνδειξη παραποµπῆς, τήν λέξη «ἀδελ­φι­κῶς» ὡς συµπλήρωµα τῆς προσφωνήσεώς του «Σε­βα­­σμι­ώ­τα­τε ἐν Χριστῷ ἀδελφέ κ. Γερμανέ, Τήν Ὑμετέραν Πανίερον Κορυφήν ἥδιστα προσαγορεύω».
Τρίτη προσθήκη, πού ἐτέθη καί αὐτή στό τέλος τῆς ἐπιστολῆς του εἶναι ἡ πλήρης ἀναγραφή τοῦ παραλήπτου (τοῦ Ἀθηνῶν Γερµανοῦ) καί τῆς ἰδιότητός του, ὡς Προέδρου τῆς Ἱ. Συνόδου, παραλειποµένης, ὅµως, τῆς ταχυδροµικῆς διευθύνσεως καί ὑπονοουµένης µόνο µέ τά γράµµατα κ.τ.λ. (=καί τά λοιπά), πρᾶγµα τό ὁποῖο ἀποδεικνύει ὅτι ἡ ἐπιστολή τοῦ ἁγίου προορίζετο νά καθαρογραφῆ καί µετά νά ἀποσταλῆ.
Ὑποθέτουµε ὅτι τό πρόσωπο πού φωτογράφησε τήν ἐπιστολή τοῦ ἁγίου πρό τῆς καθαρογραφήσεώς της δέν ἦταν ὁ ἴδιος ὁ ἅγιος, ὁ ὁποῖος µέ τήν φωτογράφηση θέλησε νά τήν κρατήση στό ἀρχεῖο τῶν ἀποστα­λέντων ἐπιστολῶν του, διότι, ἄν ἦταν ὁ ἴδιος, θά προέβαινε στήν φωτογράφησή της µετά τήν καθαρογράφηση. Ἄρα ἔχουµε λό­γο νά εἰκάσουµε (ποτέ δέν µποροῦµε νά µιλοῦµε µέ βεβαιότητα) ὅτι ἡ ἐπι­στο­λή φωτογραφήθηκε ἀπό πρόσωπο τοῦ πνευ­µα­τικοῦ πε­ρι­­βάλ­­λοντος τοῦ ἁγίου Νεκταρίου στήν Λαµία, τό ὁποῖο βρῆ­κε τήν εὐκαιρία νά τήν φωτογραφήση στό διά­στη­µα ἀπό τῆς πρώτης κα­τα­γρα­φῆς της µέχρι τῆς καθαρογραφήσεώς της, ἄλ­λως δέν θά εἶχε χρο­νι­κά περιθώρια, διότι ὁ ἅγιος µετά ταῦτα θά τήν ἐσώκλειε σέ φάκελλο γιά νά τήν ταχυδροµήση.
Ἐπιµείναµε στήν διερεύνηση τῆς φω­το­γρα­φή­σε­ως τῆς ἐπιστολῆς για­τί θεωροῦµε ὅτι ἡ φω­τογράφησή της ἔγι­νε ὄχι ἁπλῶς γιά νά κρα­τή­ση κάποιος ἕνα ἐν­θύ­µι­ο χειρογράφου τοῦ ἁγίου, ἀλλά γιατί τό περιεχόµενο τῆς ἐπι­στο­λῆς καταδεικνύει µέ ἰδιαίτερα ἐµφαντικό τρό­πο τήν ἄκακη ἁγία ψυχή του.
Γράφει στόν Μη­τρο­πολίτη Ἀθηνῶν Γερµανόν Καλλιγᾶ νά µεσο­λα­βή­ση στόν Πατριάρχη Ἀλε­ξαν­δρείας Σωφρόνιο –δη­λα­δή στόν πνευ­µατικό δήµιό του(!)– νά τόν προσκαλέση στήν Ἀλε­ξάν­δρεια, ὄχι γιά νά ἀποκατασταθῆ στό ἀξίωµα πού εἶχε στό Πα­τρι­αρχεῖο ἀλλά γιά νά βρίσκεται µέσα στήν πλούσια Πατριαρχική Βιβλιοθήκη καί νά ἔχη τήν δυνατότητα νά ὁλοκληρώση τά ψυχωφελῆ συγγράµµατά του!
Συναντᾶται, ἄραγε, σέ πολλούς –ἀπό ἐκείνους πού ἔχουν φήµη  πνευµατικοῦ ἀνθρώπου– αὐτή ἡ ψυχική λεπτότητα; Εἶναι, ἄραγε, κάτι συνηθισµένο τό νά φερόµεθα µέ εὐ­­γέ­νεια, µέ σεβασµό καί ἀγάπη στούς πρός ἐµᾶς «ἐχθραίνοντας µα­ταίως» καί, πολύ περισσότερο, πρός ἐκείνους πού µᾶς ἀδικοῦν µέ­χρι ἐξοντώσεώς µας; Ὄχι βέβαια! Καί ὅµως! Εἴµαστε πολύ πρόθυµοι νά πα­ραλ­λη­λίζουµε µέ τόν ἅ­γιο Νεκτάριο πρόσωπα πού κατά καιρούς ἀδικήθηκαν κατάφωρα, κρί­νοντες ἐπιφανειακά καί χωρίς νά λαµβάνουµε ὑπ’ ὄψιν οὔτε τό ἄν ἔ­δω­σαν ἀφορµή µέ τήν συµπεριφορά τους πρίν ἀδικηθοῦν, οὔτε τό πῶς ἀντιδροῦν τά ἀδικηθέντα πρόσωπα ἔναντι τῶν “σταυρωτῶν” τους. Καί νά σκεφθοῦµε ὅτι ὁ ἅγιος Νεκτάριος ἔδειξε αὐτή τήν χριστο­µί­µητη συµπεριφορά καί ἀπέδωσε τόση µεγάλη τιµή καί σεβασµό πρός ἕνα Πατριάρχη–Ἡρώδη, καί ὅτι ἡ ἀδικία πού ὑπέστη, χωρίς νά δώση τήν παραµικρή ἀφορµή, δέν ἔγινε σέ ἕναν ἁπλῶς εὐσεβῆ κληρικό ἀλλά ἔγινε σέ ἕναν ὄντως ἄµεµπτον ἅγιον!
Γιά νά µήν ἁγιολογοῦµε, λοιπόν, φανταστικά, χαρακτηρίζοντες ὡς ἀποδείξεις ἁγιότητος τίς θλίψεις καί τίς ἀδικίες πού µᾶς συµβαί-νουν, ἐνῶ αὐτά τά ἐπιτρέπει ὁ Θεός γιά νά ἐξοφλοῦµε ἁµαρτήµατα, εἶναι ὠφέλιµο νά σκύψουµε περισσότερο στόν ἐσωτερικό κόσµο τῶν ἁγίων µας, ἱκετεύοντές τους νά µᾶς τόν ἀποκαλύπτουν. Ἔτσι µόνο θά µε­τα­­τεθοῦν τά ἀξιολογικά µας κριτήρια ἀπό τά ἐξωτερικά γεγονό­τα καί συµβάντα καί θά στραφοῦµε στήν ἀναζήτηση τοῦ «κρυπτοῦ τῆς καρδίας ἀνθρώπου». Τότε θά βεβαιωθοῦµε ὅτι δέν ἁγιάζει ὁ ἄνθρωπος µέ τίς ἀδικίες πού ὑφίσταται, ἀλλ’ ὅτι κυρίως, ἀπό τόν τρόπο ἀντι­µετωπίσεως τῶν ἀδικιῶν, φανερώνεται περίτρανα τό ποιός εἶναι ὄντως ἅγιος!
Ὅπως εἴπαµε καί στήν ἀρχή,  ἡ παρουσιαζοµένη ἐπιστολή τοῦ ἁγίου Νεκταρίου µᾶς προσφέρει καί ἄλλες πολύτιµες πληροφορίες πού µᾶς βοηθοῦν νά ἐννοήσουµε καί ἄλλες πτυχές τῆς ἁγίας  µορ­φῆς του, νά συµπληρώσουµε τά ἱστορικά στοιχεῖα τῆς ζωῆς του, νά προσεγγίσουµε τόν τρόπο τῆς συγγραφικῆς του ἐργασίας, νά  γνω­ρί­σουµε ἀρκετά συγγράµµατά του πού ἀκόµη δέν ἔχουν δεῖ τό φῶς τῆς δηµοσιότητος καί νά τά ἀναζητήσουµε καί πέραν τοῦ Ἀρχείου τῆς Ἱ. Μονῆς του, ὅπως ἡ Ἐφηµερίδα «Τηλέγραφος» τῆς Ἀλε­ξαν­δρείας, ἡ ὁποία δέν µνηµονεύεται ἀπό κανέναν βιογράφο τοῦ ἁγίου µας.
Ἡ «χριστιανική Ἑορτολογία», πού ἀναφέρεται στήν ἐπιστολή, ἔργο τοῦ ἁγίου πού ἄρχισε νά τό συγγράφη ἀπό τά φοιτητικά του χρόνια, εἶχε δηµοσιευθεῖ ἀπό τόν ἴδιο στόν «Τηλέγραφον» τῆς Ἀλε­ξανδρείας ἀλλά µέχρι σήµερα στό σύνολό της εἶναι ἀνέκδοτη, ἀφοῦ, ὅπως σηµειώνει ὁ ἅγιος, «τό πλεῖστον μέρος» τοῦ ἔργου «αὐτοῦ ἐδη­μοσίευσα ὡς πραγματείας» καί ὄχι ὁλόκληρό τό ἔργο.
Ὁ ἐρευνητής κ. Σ. Δηµητρακόπουλος µᾶς γνωστοποιεῖ στή σε­λί­δα 288 τοῦ δικοῦ του βιβλίου γιά τόν ἅγιο, ὅτι πρόκειται νά συµ­πε­ριληφθῆ καί ἡ «χριστιανική Ἑορτολογία» στήν ἔκδοση τῶν Ἁπάντων τοῦ ἁγίου ἀπό τήν Ἱ. Μ. Αἰγίνης. Ὅµως, ὁ ἅγιος Νεκτάριος γράφει στήν ἐπιστολή του ὅτι τό ἑνιαῖο σύγγραµµα πού σχεδίαζε δέν ἦταν µόνο µιά «χριστιανική Ἑορτολογία» ἀλλά «καί Ἀρχαι­ο­λο­­γία διδακτικωτάτη». Πρόκειται, ἄραγε γιά δύο ἔργα ἤ γιά δύο ἑνό­τητες τοῦ αὐτοῦ ἔργου; Τό κείµενο πού µνηµονεύεται ἀπό τόν κ. Δη­µη­τρα­κόπουλον ὡς «Ἑορτολογία» δέν διευκρινίζει ἄν περιλαµβάνη καί τήν «Ἀρχαιολογία». Ἐµεῖς δέν γνωρίζουµε, γιατί δέν ἔχουµε συγ­κρί­νει τό χειρόγραφο τοῦ ἁγίου πού βρίσκεται στή Μονή τῆς Αἰ­γί­νης. Ὡστόσο ἡ µαρτυρία τῆς Ἐπιστολῆς παραµένει πολύτιµη, γιατί µᾶς πληροφορεῖ περί τῆς ἱστορικῆς διαδροµῆς τῆς συγγραφῆς τοῦ ἔργου καί, τό κυριότερο: ὅτι ἕνα ἔργο, σχεδόν ὁλοκληρωµένο ἀπό τά φοιτητικά χρόνια τοῦ ἁγίου Νεκταρίου, παραµένει ἀκόµη στό σύνολό του ἀδηµοσίευτο!
Ἐπίσης, δέν γνωρίζω ἄν ἔχη συµ­­πε­­­­ρι­­λη­φθεῖ στήν «Λειτουργική» τοῦ ἁγίου, αὐτό πού σχεδίαζε τότε ὁ ἅγιος, γιατί καί αὐ­τή, παρ’ ὅτι ἀπό τό 1893 ἦταν ἕτοι­µη, παρα­µένει ἀκόµη ἀ­νέ­κδοτη: «Ἐ­πει­δή δέ εὑ­ρί­σκονται καί δι­ά­φο­ρα ἀντίγραφα τῆς Λει­τουρ­γίας τοῦ Ἀδελ­φοθέου ἀντέ­γραψα καί ταῦ­­τα ὅπως ποιήσω μίαν ἔκδο­σιν, τήν τελειωτέραν, εἰς ἥν θά προ­τά­ξω καί τινα περί τῆς ἱστορίας τῶν Λειτουργιῶν. Καί τήν ἐργα­­σί­αν ταύτην ἔχω ἡμι­­­τε­­λῆ».
Τέλος, ὁλο­κληρώ­νον­τας τόν σύντοµο σχολιασµό τῆς Ἐπιστολῆς τοῦ ἁ­γίου Νεκταρίου, πρέπει νά προ­σ­θέ­σω ὅτι ἡ ἐπιστολή δί­δει ἀπάντηση καί σέ µιά ἀπο­ρία πού οἱ βιογράφοι τοῦ ἁγίου διατύπωναν, µή γνω­ρί­ζοντες τήν ἐπιστολή πού παρουσιάζουµε ἀλλά µό­νο µιά ἐπιστολή πού ἔστει­λε ὁ ἴδιος ὁ ἅγιος στόν Πατριάρχη Σωφρόνιο ζη­­τῶν­­τας του µέ αὐτήν νά τοῦ ἐπιτρέψη νά µετα­­βῆ στήν Ἀλεξάνδρεια, γιά νά µε­λετᾶ καί νά συγγράφη στήν Πα­τρι­αρχική Βιβλιοθήκη.
Ἡ ἀπορία πού διε­τύ­πω­σε στό βιβλίο του ὁ ἐρευνητής κ. Σ. Δηµη­τρα­κό­πουλος, ἦταν:«Δέν γνωρίζουµε τί ἀπάντησε ὁ Σωφρό­νιος...» (ὅ.ἀ. σελ. 106). Οἱ ἡµεροµηνίες τῶν δύο ἐπιστολῶν τοῦ ἁγίου, µᾶς δίνουν τήν ἀπάντηση: Ἡ ἐπιστολή πού φέραµε στό φῶς, µέ τήν ὁποία ὁ ἅγιος Νεκτάριος παρακαλεῖ τόν Μητροπολίτη Ἀθηνῶν Γερµανό νά µεσολαβήση στόν Σωφρόνιο γιά νά τοῦ ἐπιτρέψη τήν διαµονή στήν Ἀλεξάνδρεια γιά νά µελετᾶ στήν Πατριαρχική Βιβλιοθήκη ἔχει ἡµεροµηνία 1η Ὀκτωβρίου 1893. Ἡ µέχρι σήµερα γνωστή ἐπιστολή τοῦ ἰδίου τοῦ ἁγίου Νεκταρίου πρός τόν Πατριάρχη Σωφρόνιο µέ τό ἴδιο αἴτηµα (βλ. Σ. Δηµητρακόπουλος, σελ. 106) ἔχει ἡµεροµηνία 11 Νοεµβρίου 1893.
Συγκρίνοντας τίς ἡµεροµηνίες καί τό περιεχόµενο τῶν δύο ἐ­πι­στολῶν φαίνεται πώς, κατά µία ἐκδοχή, ὁ Σωφρόνιος δέν ἀντα­­πο­κρίθηκε στό αἴ­τη­µα τοῦ Μητροπολίτου Γερµανοῦ καί ἔτσι ἀναγ­κάσθηκε ὁ ἅγιος Νεκτάριος µετά ἀπό ἕνα µῆνα καί ἕνδεκα ἡµέρες νά ἀπευθύνη τό αἴτηµά του ὁ ἴδιος στόν Πατριάρχη Σωφρόνιο. Ἤ, ὑπάρχει καί δεύτερη ἐκδοχή, δέν θέλησε ὁ Μητροπολίτης Γερµανός νά µεσο­λα­βήση, γιά νά µή θεωρηθῆ ἀπό τόν καχύποπτο Σωφρόνιο ὅτι ὑπο­νο­µεύει τό Πατριαρχεῖο Ἀλεξανδρείας (γνωρίζοντας ἀπό πολύ κοντά τήν καχυποψία τοῦ Σωφρονίου), µέ τό νά ζητῆ τήν ἐπάνοδο τοῦ Μητροπολίτου Πενταπόλεως στήν Ἀλεξάνδρεια, δῆθεν γιά νά µελετᾶ στήν Πατριαρχική Βιβλιοθήκη, ἐνῶ στήν πράξη θά ὑπέσκαπτε τόν Σωφρόνιο!
Ἡ διαπιστωµένη καχυποψία τοῦ Πατριάρχου Σωφρονίου, ἡ ὁποία ξεπερνοῦσε τά ὅρια τῆς ἀνασφαλείας καί ἄγγιζε τήν πα­νουρ­γία, ἀφοῦ δέν ἐλαττώθηκε οὔτε µπροστά στήν ἁγιογραφική ἀκακία καί θεϊκή νηπιότητα τοῦ ἁγίου Νεκταρίου, σέ συνδυασµό µέ τό σύντοµο χρονικό διάστηµα πού ἀπέχουν οἱ δύο ἐπιστολές, µᾶς ὠθεῖ νά ταχθοῦµε ὑπέρ τῆς δευτέρας ἐκδοχῆς.                                    
Πρωτ. Βασίλειος Ε. Βολουδάκης
«ΕΝΟΡΙΑΚΗ ΕΥΛΟΓΙΑ» Ἀριθ. Τεύχους 135
Νοέμβριος 2013



"Για να καταπραΰνει ο Θεός τον αναστατωμένο λαό, να μην γίνει εμφύλιος πόλεμος"

Μετά τα χθεσινοβραδυνά γεγονότα με τον θάνατο των δύο μελών της "ΧΡΥΣΗΣ ΑΥΓΗΣ" θεωρούμε ότι το πιο σημαντικό που μπορούμε να κάνουμε είναι να παραθέσουμε τον 143ο ψαλμό, για όποιον επιθυμεί να τον χρησιμοποιήσει...
...όπως τον χρησιμοποιούσε ο Άγιος Αρσένιος ο Καππαδόκης.

ΚΥΡΙΑΚΗ Ε’ ΛΟΥΚΑ Η σκληρότης του πλουσίου προς τον πτωχόν συνάνθρωπον Λάζαρον



Το  Κήρυγμα της Κυριακής
γράφει
ο Αρχιμανδρίτης
Κωνσταντίνος Χαραλαμπόπουλος
Εφημέριος Ι.Ν. Αγίου Δημητρίου
Παλαιού Ψυχικού


 
Η παραβολή του πλουσίου και του πτωχού Λαζάρου, μας μεταφέρει, αδελφοί μου, από τον επίγειον φθαρτόν κόσμον εις τον αιώνιον μετά θάνατον, όπου παρουσιάζονται αι συνέπειαι της επιγείου συμπεριφοράς, ενός εκάστου εξ ημών.
 
Ο πλούσιος της ευαγγελικής διηγήσεως, ελησμόνησεν ότι ο Θεός του παρέδωσεν τα αγαθά του και τον κατέστησεν «καλόν οικονόμον» του. Εκείνος, ελησμόνησεν την ιδιότητα αυτήν και προσεκολλήθη εις τον επίγειον δι’ αυτόν Παράδεισον, αγνοών ότι βάσει των πράξεών του και της αδιαφορίας του προς τον συνάνθρωπον, έμελλε να μεταπηδήση μετά θάνατον εις την πύλην της κολάσεως.

Διέπραξεν το μέγα αμάρτημα, της περιφρονήσεως της αιωνίου ζωής. Η σκληρότης την οποίαν επέδειξεν προς τον πτωχόν συνάνθρωπον Λάζαρον, είναι κατ’ επέκτασιν περιφρόνησις της εικόνος του Θεού, που είναι ο άνθρωπος.
Ο πλούσιος εκάστης εποχής, είναι ο οικονόμος του Θεού επί της γης. Απολαμβάνει ο ίδιος τα αγαθά τα οποία βοηθεία Θεού απέκτησεν, αλλά υποχρεούται να παράσχη βάλσαμον εις τον ανθρώπινον πόνον και δυστυχίαν. Να ενδιαφέρεται προς τον πένητα συνάνθρωπον, την χήρα, το ορφανόν, τον εγκαταλελειμένον, τον περιφρονημένον.

Ο Θεός, δίδει τα αγαθά του δια το γενικόν καλόν. Ενδιαφέρεται δια τας πράξεις των ανθρώπων. Η σκληροκαρδία του πλουσίου, τον εξορίζει εκ του κήπου της Εδέμ και τον ρίπτει εις το πυρ της κολάσεως.
 
Εν αντιθέσει με τον πτωχόν Λάζαρον, ο οποίος εν ζωή υπέφερεν ως δυστυχής, αλλά μετά θάνατον αποκαθίσταται εις την ουράνιον βασιλείαν, όπου απολαμβάνει το μεγαλείο της θείας δόξης.


Επέδειξεν πίστιν προς τον Θεόν και τη μέλλουσα ζωήν. Επέδειξεν υπομονήν και αντί γογγυσμών δια την πείναν και τας συμφοράς του, ανέπεμπεν αίνον και δοξολογίαν προς τον Θεόν.

Επέδειξεν υποταγήν εις το θείον θέλημα. Όσο δύσκολον και εάν είναι το θέλημα του Θεού δια τον άνθρωπον, εκείνος πρέπει να υπομένη άνευ γογγυσμών. Η υπομονή, περικλείει μεγάλην αξίαν δια τον άνθρωπον. Παρηγορεί, ανακουφίζει και τελικώς δεικνύει την οδόν της σωτηρίας. Αποτελεί το εφόδιον της αιωνίου ζωής δια τον Χριστιανόν.

Ως άνθρωποι εν τω κόσμω, ίσως εκθαμβούμεθα του μεγαλείου της επιγείου ζωής του πλουσίου της ευαγγελικής διηγήσεως.

Ως χριστιανοί όμως, αναμφισβήτητα θαυμάζομεν το μεγαλείον του πτωχού Λαζάρου, ο οποίος κατόρθωσεν να εισέλθη εις την χαράν του Παραδείσου. Δυστυχώς και σήμερον υπάρχουν «άφρονες πλούσιοι» οι οποίοι ζουν ως «ελπίδα μη έχοντες και άθεοι εν τω κόσμω» (Εφεσ. β’, 12) περιφρονούντες τον συνάνθρωπον, προσκολλόμενοι εις τα παροδικά αγαθά της ζωής.

Υπάρχουν όμως και πένητες Λάζαροι, οι οποίοι εις τα μύχια της καρδίας των έχουν καρτερικότητα. Ζουν επί της γης «ως πάροικοι και παρεπίδημοι» (Α’ Πέτρ. β’, 11), αλλά ετοιμάζεται δι’ αυτούς λαμπρά η είσοδός των εις την ουράνιον βασιλείαν.

Αυτής της τιμής, αδελφοί μου, της τιμής που επεφύλαξεν ο Θεός εις τον πτωχόν Λάζαρον, είθε να αξιωθώμεν και ημείς πάντες.
 πηγή

Αρχιμ. Ιωήλ Κωνστάνταρος, Θλίψεις και πειρασμοί - Δόξα και χάρις Αποστολικό Ανάγνωσμα Κυριακής E' Λουκά (Β' Κόρ. Ια' 31-ιβ' 9)


Αποστολικό 
Όταν κανείς μελετά τις επιστολές του Απ. Παύλου, και μέσω αυτών ανακαλύπτει την πολύπτυχη προσωπικότητά του, εκτός των άλλων εκπλήσσεται από τις αντιθέσεις. Τις ευλογημένες αντιθέσεις που περιλαμβάνει η ζωή του και που εκτείνονται από την «υπερβολή των αποκαλύψεων», όσο και αυτόν τον «σκόλωπα τη σαρκί» (Β΄Κορ. Ιβ΄7).
Φυσικά ο Απόστολος των εθνών, πολύ σπάνια έστρεφε τον λόγο στον εαυτό του. Όταν γινόταν αυτό, υφίστατο απόλυτη πνευματική ανάγκη. Όταν δηλ. χρειαζόταν ν' αποδειχθεί η αυθεντικότητα του Αποστολικού του αξιώματος και να κατοχυρωθεί το Αποκαλυπτικό του κήρυγμα.

Αυτό ακριβώς βλέπουμε και στο Αποστολικό μας ανάγνωσμα, στο οποίο «το στόμα του Χριστού», κατόπιν δεκατεσσάρων ολοκλήρων ετών, και κρύπτοντας τον εαυτόν του κάτω από τη φράση «οίδα άνθρωπο εν Χριστώ», αποκαλύπτει αυτά τα οποία συγκλονίζουν τον κάθε πιστό που ακούει και μελετά το ιερό κείμενο.
Αναφέρει λοιπόν μεταξύ των άλλων, ότι «ηρπάγη εις τον Παράδεισον και ήκουσεν άρρητα ρήματα, ά ουκ εξόν ανθρώπω λαλήσαι» (Β' Κορ.ιβ΄4).
Βεβαίως, το να θελήσει κανείς ν' ασχοληθεί με το θέμα αυτό, να εννοήσει δηλ. αυτά που ούτε ο ίδιος ο Παύλος κατορθώνει να μεταφέρει μέσω των ανθρωπίνων παραστάσεων, απλά ματαιοπονεί και ήδη εάν επιμένει, βαδίζει την οδό της πλάνης. Και δυστυχώς, δεν είναι και λίγοι όσοι κατά καιρούς, μέσω της καλπάζουσας πλανεύτρας φαντασίας και του καλυπτόμενου εγωισμού, νόμισαν ότι γνώρισαν τα «α ουκ εξόν ανθρώπω λαλήσαι», με αποτέλεσμα να γίνουν τελικώς παίγνιο των κακούργων δαιμόνων...
Ας μας προστατεύει η χάρις του Θεού από τους λεγόμενους «εκ δεξιών πειρασμούς» οι οποίοι είναι χειρότεροι και περισσότεροι από τους εξ' αριστερών. «Πεσείται εκ του κλίτους σου χιλιάς και μυριάς εκ δεξιών σου» (Ψαλμ. 90, 7).
Να περάσουμε όμως και να σταθούμε στη συνέχεια για να δούμε τις άλλες οδυνηρές εμπειρίες του Αποστόλου, οι οποίες μας «προσγειώνουν» στην πραγματικότητα που όλοι βιώνουμε. Τις εμπειρίες από τους πειρασμούς και τις ασθένειες, για τις οποίες γράφει: «ου καυχήσομαι ει μη εν ταις ασθενείαις μου» (Β΄Κορ. Ιβ΄5).
Έτσι λοιπόν, με την Αποστολική αυτή φράση περνούμε στο μεγάλο κεφάλαιο των πειρασμών και τούτο διότι πολύ την ωφέλεια θα λάβουμε και θα συνειδητοποιήσουμε την μεγάλη πραγματικότητα του «έπαρον τους πειρασμούς και ουδείς ο σωζόμενος», όπως εκήρυσσε και ο καθηγητής της ερήμου, ο μέγας Αντώνιος.
Πριν όμως εστιάσουμε στο θέμα των ποικίλων πειρασμών που αντιμετωπίζουμε οι άνθρωποι στην ζωή μας, να διευκρινήσουμε κάτι το απολύτως αναγκαίο. Ο Απόστολος Παύλος, έλαβε τον «σκόλωπα τη σαρκί», είχε τον «άγγελο σατάν», να τον κολαφίζει, διότι είχε φθάσει στην κορυφή της αγιότητας. Είχε χριστοποιηθεί απολύτως, γι' αυτό και άλλωστε είχε«αρπαγεί έως τρίτου ουρανού» (Β΄Κορ. Ιβ΄2).
Όπως λοιπόν κατανοούμε, ήταν άλλης ποιότητας οι δικοί του πειρασμοί. Ο Απόστολος εκινείτο σε άλλες σφαίρες, και αποτελεί το ολιγότερον θράσος πνευματικόν το να φέρει κανείς τον εαυτό του στα Αποστολικά επίπεδα όταν αντιμετωπίζει ποικίλους πειρασμούς.
Όχι αδελφοί μου. Σχεδόν όλες τις φορές ο άνθρωπος ο ίδιος είναι η αιτία και επιτρέπει να τον «λικνίσει» ο πειρασμός. Ας μη φορτώνουμε τις απροσεξίες, τα λάθη και τις προσωπικές μας αδυναμίες στον ίδιο το Θεό. Είμαστε άνθρωποι και μάλιστα «πολύ άνθρωποι», αδύναμοι. Και σ' αυτό δεν έχουμε παρά εν ταπεινώσει να αποδεχθούμε την πραγματικότητα και να ζητούμε το έλεος του Θεού, αφού εννοείται κάνουμε κι εμείς οι ίδιοι ό,τι περνάει από το χέρι μας στο πλαίσιο του πνευματικού και καθημερινού μας αγώνα.
Στις περιπτώσεις όμως που όντως η αγάπη του Θεού επιτρέπει θλίψεις, ας δούμε τι μας διδάσκουν οι άγιοι πατέρες της Εκκλησίας μας. Ας δούμε δηλ. ποιοι είναι οι λόγοι για τους οποίους ο Θεός επιτρέπει να περάσουμε το κανάλι των θλίψεων.
Πολύ συνοπτικά, αυτό γίνεται: α) Για να δοκιμαστεί η ελευθερία της θελήσεώς μας. Πιο απλά, αποδεικνύεται στην πράξη εάν υφίσταται η υπακοή και η ευλογημένη πειθαρχία στο σωστικό θέλημα και στις σωτήριες εντολές του Θεού. Διαφαίνεται καθαρά εάν ο πιστός διαθέτει την καρτερία και τη σταθερότητα που πρέπει να δείξει. Αυτή ακριβώς τη στάση που κράτησαν όλοι οι άγιοι οι οποίοι: «ως χρυσός εν χωνευτηρίω δοκιμάστηκαν» (Σοφία Σολ. Γ' 6).
β) Δεύτερος λόγος είναι η μετάνοια.
Πράγματι, πολλές φορές επιτρέπει ο Θεός τις θλίψεις, για να συναισθανθούμε τις αμαρτίες μας και έτσι να δείξουμε ειλικρινή και τέλεια μετάνοια. Ο Προφήτης Ησαϊας, διασαλπίζει αυτήν ακριβώς την αλήθεια από τα βάθη των αιώνων: «Κύριε, εν θλίψει εμνήσθημέν σου» (Ησαϊας ΚΣΤ' 16).
γ) Η ταπεινοφροσύνη. Μερικές φορές, η αγάπη του Θεού, επιτρέπει τις θλίψεις στον άνθρωπο και μάλιστα τον πιστό, για να έχει αυτός πάντοτε αληθινή και ταπεινή, δηλ. αντικειμενική ιδέα για τον εαυτόν του. Και τούτο, για να μην πέσει στο βάραθρο της υπερηφάνειας και αμαρτήσει θανάσιμα. Έτσι, από την άποψη αυτή, οι θλίψεις μας προσφέρουν μεγάλη την ευεργεσία.
δ) Έτερος σπουδαίος λόγος είναι η συμπάθεια σε αυτούς που πάσχουν. Είναι πικρή η αλήθεια ότι πολύ δύσκολα ο άνθρωπος θα συμπονέσει όσους θλίβονται και πάσχουν, όταν αυτός βρίσκεται πάντοτε σε άνεση και χαρά και δεν βιώνει καμμία θλίψη και ουδένα πειρασμό. Για να μην πέσουμε λοιπόν στη σκληροκαρδία και στην αδιαφορία προς τον πόνο του πλησίον μας, αλλά κυρίως για να ανθίζει η αγάπη που καρπό της έχει και τη συμπάθεια, επιτρέπονται διάφορες θλίψεις και ταλαιπωρίες που μας κάνουν να εννοούμε ότι όλοι μας είμαστε «ομοιοπαθείς άνθρωποι».
ε) Άλλος λόγος, για όσους βρίσκονται σε πνευματικά επίπεδα, είναι η δόξα και η τιμή που θ' απολαύσουν για το δίκαιο και το σωστό. Επιτρέπει δηλ. ο Θεός να υποφέρουν μεγάλες θλίψεις και πειρασμούς, αφού αγωνίζονται σθεναρώς, όχι βεβαίως για να ζημιωθούν, αλλ' αντιθέτως για να καταστούν αιωνίως ευτυχισμένοι και μακάριοι. Οι δύο τελευταίοι μακαρισμοί του Κυρίου μας, αυτήν ακριβώς την αλήθεια αποκαλύπτουν και μας διδάσκουν: «Μακάριοι οι δεδιωγμένοι ένεκεν δικαιοσύνης, ότι αυτών εστίν η Βασιλεία των ουρανών. Μακάριοι εστέ όταν ονειδίσωσιν υμάς και διώξωσι και είπωσι παν πονηρόν ρήμα καθ΄ υμών ψευδόμενοι ένεκεν εμού. Χαίρετε και αγαλλιάσθε, ότι ο μισθός υμών πολύς εν τοις ουρανοίς, ούτω γαρ εδίωξαν τους προφήτας τους προ υμών.(Μάτθ. Ε' 10-12).
στ) Αλλά κι ένας άλλος σπουδαιότατος λόγος για τον οποίον οι πιστοί βιώνουμε τις θλίψεις, είναι, για να μην προσκολούμαστε στον κόσμο και στα «ωραία του κόσμου». Στο σημείο αυτό θα έπρεπε να επεκταθούμε και να αναπτύξουμε την παράγραφο αυτή εκτενέστερα, ως θέμα αυτοτελές. Τούτο όμως τώρα σημειώνουμε. Η άνεση, η ευτυχία, η χαρά και η ευφροσύνη του ανθρώπου, δεν υπάρχουν σ' αυτόν τον κόσμο. Οπωσδήποτε, βρίσκονται κάπου αλλού...
Οι θλίψεις και οι πειρασμοί, μας βοηθούν στο να μην προσκολλάται η ψυχή μας ούτε στην ύλη, ούτε σε άνθρωπο, ούτε σε πράγματα και χρήματα, ούτε σε αξιώματα, τιμές και δόξες, ούτε στις ποικίλες ηδονές που ξεγελούν την ψυχή. Αλλά οι θλίψεις, μας βοηθούν να αποβλέπουμε στην μέλλουσα και αιώνια ζωή στην οποία υπάρχει η αληθινή ευτυχία, η χαρά και η ατελεύτητη μακαριότητα. Και φυσικά, οι ταλαιπωρίες και τα βάσανα, φανερώνουν την παντοδυναμία του Θεού και τη μεγαλοσύνη Του. Εννοείται, χωρίς να βλάπτεται επί της ουσίας εκείνος που πάσχει, αλλά αντιθέτως να ωφελείται.
Αδελφοί μου, θέλοντας και μη, αφού «σάρκα φορούμε και εν τω κόσμω οικούμεν», θα αντιμετωπίσουμε θλίψεις, δοκιμασίες και πειρασμούς.
Στο χέρι μας είναι να ωφεληθούμε από όλα αυτά, συνειδητοποιούντες ότι, «δια πολλών θλίψεων δει ημάς εισελθείν εις την βασιλείαν του Θεού» (Πράξ. ΙΔ' 22).

Και ας μη λησμονούμε, ποτέ τον λόγο του ιερού Αυγουστίνου: «Διαφορετικά 'πειράζει' ο Θεός και διαφορετικά 'πειράζει' ο διάβολος. Ο διάβολος για να κολάσει, ο Θεός για να εξαγιάσει και να στεφανώσει». Αμήν.

Κυριακὴ Ε΄Λουκᾶ (Λουκ. ιστ΄19-31) +Μητροπολίτης Σερβίων καί Κοζάνης Διονύσιος


 
31 Ὀκτωβρίου 1965


Ἀγαπητοὶ χριστιανοί,

Ἀκούσαμε σήμερα στὸ ἱερὸ Εὐαγγέλιο τὴν παραβολὴ τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ γιὰ τὸν κακὸ πλούσιο καὶ γιὰ τὸ φτωχὸ Λάζαρο. Ἡ παραβολὴ μᾶς διδάσκει πὼς ἔρχεται μιὰ ὥρα κι ἀλλάζουν τὰ πράγματα στὴ ζωή· ὁ φτωχὸς Λάζαρος, γιὰ νὰ 'χη ὑπομονὴ στὴ φτώχεια του, πάει στὸν κόλπο τοῦ Ἀβραάμ, κι ὁ κακὸς πλούσιος γιὰ νὰ μὴν κάνη καλὴ χρήση τοῦ πλούτου, βασανίζεται στὸν Ἅδη. Αὐτὰ εἶναι λόγια ποὺ τὰ εἶπε ὁ Θεὸς κι ἂς τ' ἀκούσουμε πάλι, ἐξηγημένα στὴ δική μας ἁπλὴ γλώσσα.

Εἶπεν ὁ Κύριος· ἦταν ἕνας ἄνθρωπος πλούσιος καὶ ντυνότανε στὰ κόκκινα καὶ στὰ βυσσινιὰ καὶ τρωγόπινε καὶ καλοπερνοῦσε κάθε μέρα μέσα σὲ μεγάλη πολυτέλεια. Κι ἦταν ἕνας φτωχὸς ποὺ τὸν ἔλεγαν Λάζαρο, ριγμένος ἔξω ἀπὸ τὴ θύρα τοῦ πλουσίου, πληγιασμένος καὶ λιμάζοντας νὰ χόρταση ἀπὸ τὰ ψίχουλα ποὺ ἔπεφταν ἀπὸ τὸ τραπέζι τοῦ πλουσίου· κι ἦταν σὲ τέτοια ἐγκατάλειψη ὅπου καὶ τὰ σκυλιὰ ἐρχόντανε κι ἔγλειφαν τὶς πληγές του. Κι ἔγινε καὶ πέθανε ὁ φτωχὸς καὶ μεταφέρθηκε ἀπὸ τοὺς ἀγγέλους στὸν κόλπο τοῦ Ἀβραάμ· καὶ πέθανε κι ὁ πλούσιος καὶ θάφτηκε. Καὶ στὸν Ἅδη, ἐκεῖ ποὺ βασανιζότανε, σήκωσε τὰ μάτια του καὶ βλέπει τὸν Ἀβραὰμ ἀπὸ μακρυὰ καὶ τὸ Λάζαρο στοὺς κόλπους του. Καὶ φώναξε ὁ πλούσιος καὶ εἶπε· Πατέρα Ἀβραάμ, λυπήσου με καὶ στεῖλε τὸ Λάζαρο νὰ βουτήξη στὴν ἄκρη τὸ δάχτυλό του στὸ νερὸ καὶ νὰ δροσίση τὴ γλώσσα μου, γιατί καίγομαι καὶ λυώνω σὲ τούτη τὴ φλόγα. Κι εἶπε ὁ Ἀβραάμ· παιδί μου, θυμήσου πὼς ἐσὺ χάρηκες τὰ καλά σου στὴ ζωή σου κι ὁ Λάζαρος πάλι τὰ κακά· τώρα ἐκεῖνος ἐδῶ χαίρεται καὶ σὺ βασανίζεσαι· κι ἐξὸν ἀπ' ὅλα τοῦτα μεταξὺ μας ἀνοίγεται βαθὺ φαράγγι, ὥστε κεῖνοι ποὺ θέλουν νὰ διαβοῦν ἀπὸ δῶ πρὸς ἐσᾶς νὰ μὴ μποροῦν μήτε ἀπ' αὐτοῦ πρὸς ἐμᾶς νὰ περνᾶνε. Τότε ὁ πλούσιος εἶπε· σὲ παρακαλῶ λοιπόν, πατέρα, νὰ στείλης τὸ Λάζαρο στὸ σπίτι τοῦ πατέρα μου· γιατί ἔχω πέντε ἀδέρφια· νὰ πάη καὶ νὰ τοὺς βεβαίωση τί γίνετ' ἐδῶ, γιὰ νὰ μὴν ἔρθουν κι αὐτοὶ σὲ τούτη τὴν κόλαση. Τοῦ λέγει ὁ Ἀβραάμ· ἔχουν τὸν Μωϋσῆ καὶ τοὺς προφήτες· ἂς τοὺς ἀκούσουν. Κι ἐκεῖνος εἶπε· ὄχι, πατέρα Ἀβραάμ· μόνο ἂν πάη σ' αὐτοὺς κάποιος ἀπὸ τοὺς νεκρούς, θὰ μετανοήσουν. Τότε τοῦ εἶπε ὁ Ἀβραάμ· ἂν δὲν ἀκοῦνε τὸ Μωϋσῆ καὶ τοὺς Προφῆτες, οὔτε κι ἀπὸ τοὺς νεκροὺς ἂν κάποιος ἀναστηθῆ θὰ πεισθοῦν.

Ἐκεῖνοι ποὺ δὲν πιστεύουνε, ἀγαπητοί μου ἀδελφοὶ στὴν ἄλλη ζωή, αὐτοὶ λένε· «Ἂς φᾶμε κι ἂς πιοῦμε, γιατί αὔριο θ' ἀποθάνουμε». Ἔχουν τὰ καλά τους, ὅπως κι ἂν τὰ 'χουν, καὶ τὰ χαίρονται μόνοι τους. Ντύνονται καὶ στολίζονται, τρῶνε καὶ ξεφαντώνουνε, χτίζουνε σπίτια, ἀγοράζουνε χτήματα, μαζεύουνε χρήματα. Καὶ δίπλα τους εἶναι οἱ ἄλλοι, οἱ πεινασμένοι, οἱ γυμνοί, οἱ ἄστεγοι, οἱ ἄρρωστοι, τὰ γηρατειά, ἡ χηρεία, ἡ ὀρφάνια· ὅλη ἡ ἀθλιότητα τοῦ κόσμου. Μὰ πῶς λοιπὸν ἐσὺ ξεφαντώνεις, ὅταν ὁ ἄλλος δὲν ἔχη οὔτε ψωμί; Πῶς ἐσὺ στολίζεσαι, ὅταν ὁ διπλανός σου εἶναι γυμνός; Καὶ πὼς τοῦ λόγου σου χτίζεις καὶ ξαναχτίζεις, ὅταν ὁ ἀδελφός σου εἶναι στὸ δρόμο; Θὰ πῆς· Ἀπὸ τὰ δικά μου καὶ τρώγω καὶ ντύνομαι καὶ χτίζω. Δὲ λέγω πὼς δὲν εἶναι δικά σου, δὲ λέγω πὼς τὰ 'καμες μὲ κλεψιές, μὲ τοκογλυφίες καὶ μὲ ἀπάτες, γιατ' εἶναι καὶ πολλοὶ ποὺ ἔτσι πλουταίνουν. Μὰ ποιός σοῦ εἶπε πὼς τὰ δικά σου εἶναι μόνο γιὰ σένα; Ὁ ἴδιος Θεὸς ἀφίνει ἐσὺ νὰ 'σαι πλούσιος κι ὁ ἄλλος φτωχός, γιὰ νὰ 'χης ἐσὺ ἀγάπη μέσ' στὸν πλοῦτο σου κι ἐκεῖνος ὑπομονὴ μέσ' στὴ φτώχειά του.

Γιατί θαρρεῖτε, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, πὼς ὁ πλούσιος πῆγε στὴν κόλαση; Μόνο καὶ μόνο γιατ' ἦταν πλούσιος; Πλούσιος ἦταν κι ὁ Ἀβραὰμ καὶ τὸν βλέπουμε πρῶτο καὶ καλύτερο μέσα στοὺς δικαίους. Πολλοὶ ποὺ βλέπουν καὶ πονοῦν γιὰ τὴν ἀνισότητα στὸν κόσμο, κι ἄλλοι ποὺ καμώνονται πὼς πονοῦν, φωνάζουν καὶ σηκώνουν ἐπανάσταση καὶ τὰ βάζουν μὲ τὸν πλοῦτο, πὼς τάχα εἶναι καταραμένος ἀπὸ τὸ Θεὸ καὶ πὼς δὲν πρέπει νὰ 'χουνε τίποτα δικό τους οἱ ἄνθρωποι κι ἄλλα τέτοια. Μὰ δὲ φταῖνε, χριστιανοί μου, τὰ πράγματα· οἱ ἄνθρωποι φταῖνε. Δὲ φταῖνε τὰ ἀργύρια, μὰ ἡ φιλαργυρία. Ὁ πλοῦτος ἀπὸ λόγου του μήτε καλὸς εἶναι μήτε κακός· στὰ χέρια τῶν ἀνθρώπων γίνεται καλὸς ἤ κακός. Ὁ πλούσιος δὲν πῆγε κεῖ μόνο καὶ μόνο γιατί ἦταν πλούσιος, μὰ γιατ' ἦταν κακὸς πλούσιος, ἄσπλαχνος καὶ σκληρόκαρδος ἄνθρωπος. Μποροῦσε μὲ τὸν πλοῦτο του ν' ἀγοράση τὸν παράδεισο, μὰ ἐκεῖνος ἐξαιτίας τοῦ πλούτου ἔπεσε στὴν κόλαση.

Κι ὁ Λάζαρος, τί θαρρεῖτε, ἀγαπητοί μου χριστιανοί, πῆγε τάχα κοντὰ μὲ τὸν Ἀβραάμ, μόνο καὶ μόνο γιατ' ἦταν φτωχός; Ἂν ἦταν ἔτσι, θὰ 'πρεπε νὰ πάη κοντὰ μὲ κάποιο φτωχὸ κι ὄχι μὲ τὸν πλούσιο Ἀβραάμ. Καὶ τότε θὰ 'πρεπε νὰ 'ναι χωριστὴ ἡ θέση τῶν ἀνθρώπων στὴν ἄλλη ζωὴ· οἱ πλούσιοι στὴν κόλαση κι οἱ φτωχοὶ στὸν παράδεισο. Μὰ θὰ 'ναι καὶ πλούσιοι στὸν παράδεισο καὶ θὰ 'ναι καὶ πολλοὶ φτωχοὶ στὴν κόλαση. Γιατί, ἂν εἶναι κανένας πλούσιος, δὲν πάει νὰ πῆ πὼς εἶναι καὶ κακός, καὶ δὲ φτάνει νὰ 'σαι φτωχὸς γιὰ νὰ 'σαι καὶ δίκαιος. Ἡ φτώχεια εἶναι κακό· εἶναι κι αὐτὴ κληρονομιὰ τῆς ἁμαρτίας τῶν Πρωτοπλάστων κι ὕστερα καὶ τῶν δικῶν μᾶς ἁμαρτιῶν. Γιατί δὲν εἶναι λίγοι ποὺ εἶναι φτωχοὶ ἀπὸ τὴν κακοκεφαλιά τους· τοὺς ἄσωτους, ποὺ φθείρονται στὸ μεθύσι, στὰ χαρτιὰ καὶ στὰ ξενύχτια, τοὺς ἄσωτους καὶ τοὺς τεμπέληδες τοὺς περιμένει φτώχεια. Μὰ ἡ φτώχεια εἶναι καὶ καλό. Γιατί ἡ φτώχεια πρῶτ' ἀπ' ὅλα εἶναι τὸ γνώρισμα τῶν Ἁγίων. Οἱ Ἅγιοι ἀγαποῦνε νὰ 'ναι φτωχοί, σηκώνουνε μὲ ὑπομονὴ καὶ καύχηση τὴ φτώχεια τους. Μὰ ἐσὺ δὲν ἀγαπᾶς καὶ φοβᾶσαι τὴ φτώχεια; Ἐργάζου λοιπὸν τίμια καὶ κάνε οἰκονομία, γιὰ νὰ 'χης αὐτάρκεια· ἔχε καὶ εὐσέβεια, κι ἀληθινὰ θὰ 'σαι πλούσιος. Πλούσιος εἶναι ὅποιος ἀρκεῖται στὰ λίγα καὶ φτωχὸς εἶναι ὅποιος χρειάζεται πολλά.

Ἀγαπητοὶ χριστιανοί,
Ὁ Χριστὸς γιὰ τοὺς πλουσίους καὶ τοὺς χορτάτους εἶπε· «Οὐαὶ ὑμῖν, οἱ ἐμπεπλησμένοι»· ἀλήμονό σας, οἱ χορτάτοι. Ἐννοοῦσε τοὺς κακοὺς καὶ σκληρόκαρδους πλουσίους σὰν καὶ τοῦτον τῆς παραβολῆς. Καὶ πάλι γιὰ τοὺς φτωχοὺς ὁ Χριστὸς εἶπε· «Μακάριοι οἱ πτωχοὶ» κι ἐννοοῦσε κάτι φτωχοὺς σὰν τὸ Λάζαρο· ποὺ δὲν εἶναι φτωχοὶ ἀπὸ τὴν κακοκεφαλιά τους καὶ ποὺ τὴ φτώχεια τους τὴ σηκώνουνε μὲ ὑπομονή. Ἐμεῖς, ἂν ἔχουμε ὑλικὸ πλοῦτο, ἂς ἔχουμε καὶ πλοῦτο καλωσύνης καὶ θησαυροὺς ἀγάπης. Κι ἂν εἴμαστε φτωχοί, ἂς εἴμαστε φτωχοὶ καὶ στὶς κακίες. Νὰ μὴν εἴμαστε πλούσιοι στὰ χρήματα καὶ φτωχοὶ στὴν ἀγάπη καὶ νὰ μὴν εἴμαστε φτωχοὶ στὰ χρήματα καὶ πλούσιοι στὶς κακίες. Πλούσιοι καὶ φτωχοὶ ἂς εἰμαστ' ἐδῶ ἀδέρφια, γιὰ νὰ 'μαστε καὶ στὴν ἄλλη ζωὴ μαζὶ στὸν παράδεισο. Ἀμήν.

Ἡ χρήση τοῦ πλούτου (Λουκ. ιστ΄19-31) Μητροπολίτης Ἐδέσσης, Πέλλης καί Ἀλμωπίας Ἰωὴλ



«Πτωχός δὲ τις ὀνόματι Λάζαρος»

Τὸ σημερινὸ Εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα εἶναι μία παραβολή. Παρουσιάζει κάποιον ἀνώνυμο πλούσιο, ποὺ εἶναι «ἀφιλοικτίρμων», καὶ ἕναν πένητα, ποὺ ἀκούει στὸ ὄνομα Λάζαρος. Λάζαρος στὰ ἑβραϊκὰ μεταφράζεται «ὁ Θεὸς βοηθεῖ», δηλ. καὶ τὸ ὄνομά του ἀκόμη ὑποδηλώνει τὴ μεγάλη ἔνδεια ποὺ εἶχε. Ἂς μᾶς ἐπιτραπεῖ ὅμως νὰ σημειώσουμε κάποιες παρατηρήσεις τῶν ἁγίων Πατέρων, ἐὰν πράγματι ἡ Ἱστορία αὐτὴ εἶναι παραβολή. Ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας γράφει πώς, ἐνῶ γιὰ τὸν πλούσιο ὁ Κύριος ἀποφεύγει νὰ ἀναφέρει τὸ ὄνομά του καὶ ἁπλῶς μᾶς λέγει· «ἄνθρωπος δὲ τις ἦν πλούσιος» (Λουκ. 16,19), δὲν κάνει τὸ ἴδιο καὶ γιὰ τὸν πτωχό. «Διά τί γὰρ μὴ εἶπε, Πτωχὸς δὲ τις ἄνθρωπος, ἀλλά, Λάζαρος; Ἵνα τῇ προσηγορίᾳ δείξῃ πείρᾳ καὶ ἀληθείᾳ ταῦτα πεπρᾶχθαι››, δηλαδὴ γιατί νὰ μὴν πεῖ, κάποιος φτωχὸς ἄνθρωπος, ἀλλὰ Λάζαρος; Ὀνομάτισε τὸ φτωχό, ὥστε ἀπὸ τὸ ὄνομα νὰ δείξει πὼς ἀληθινὰ ἔχουν συμβεῖ αὐτὰ (τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ διηγηθεῖ). Ὁ Εὐθύμιος Ζιγαβηνὸς προχωρεῖ ἀκόμη πιὸ πολὺ καὶ λέγει πὼς ἀπὸ τὴν παράδοση τῶν Ἑβραίων ὁ πλούσιος ὀνομαζόταν Νινευὶς κι ὁ φτωχὸς Λάζαρος. Ὅταν πέθαναν καὶ οἱ δυό, «παραβολὴν ὁ Χριστὸς τὰ κατ’ αὐτοὺς ἐποίησε», τότε ὁ Χριστὸς ἔκανε τὴ ζωὴ τους παραβολή. Τὰ ἴδια λέγει κι ὁ ἅγιος Θεοφύλακτος. Ὑπῆρχε στὰ Ἱεροσόλυμα κάποιος Λάζαρος ὀνομαστὸς γιὰ τὴ φτώχεια του.


Ὁ πτωχὸς Λάζαρος

Τὰ χαρακτηριστικὰ γνωρίσματα τοῦ Λαζάρου εἶναι πολλά. Ἦταν πτωχός, ἄρρωστος, γεμάτος ἀπὸ πληγές. Ὑπάρχει περίπτωση νὰ εἶναι κάποιος ἄρρωστος, ἀλλὰ νὰ μὴν ἔχει πληγές. Αὐτὸς εἶχε καὶ τὰ δύο. Ἐπίσης, εἶχε τὸ ψυχολογικὸ βασανιστήριο νὰ βλέπει ἄλλους νὰ «ὑπερτρυφοῦν», δηλ. νὰ παραχορταίνουν, αὐτὸς δὲ «λιμώττειν», νὰ πεθαίνει ἀπὸ τὴν πείνα (ἅγιος Θεοφύλακτος). Ἦταν ξεχασμένος ἀπὸ τοὺς οἰκείους του καί, τὸ ἀκόμη πιὸ τραγικό, ἐνῶ κανεὶς ἄνθρωπος δὲν ἐρχόταν νὰ τὸν βοηθήσει, «οἱ κύνες ἐρχόμενοι ἀπέλειχον τὰ ἕλκη αὐτοῦ» (Λουκ. 16,21). Ὁ Λάζαρος μπροστὰ στὴν πύλη τοῦ σπιτιοῦ τοῦ πλουσίου ἔμοιαζε μὲ τὸν ἄνθρωπο ποὺ ἔφτασε στὸ λιμάνι κι ἐκεῖ ναυάγησε. Ἦταν κοντὰ στὴν πηγὴ καὶ ὑπέφερε ἀπὸ δίψα, «δίψῃ χαλεπωτάτῃ τὴν ψυχὴν ἀγχόμενος», κατὰ τὸν ἱερὸ Χρυσόστομο. Κατὰ τὸν ἴδιο Ἅγιο, ὑπῆρχε καὶ μία πονηρὴ ὑπόληψη καὶ γνώμη ἀπὸ τοὺς πολλοὺς γιὰ τὸ πρόσωπο τοῦ Λαζάρου. Ἴσως ἔλεγαν: γιὰ νὰ ἔχει τόσα κακὰ ἐπάνω του, πιθανῶς νὰ εἶναι πολὺ ἁμαρτωλός.


Τί ἤθελε νὰ διδάξει ὁ Κύριος μὲ τὴν παραβολὴ ταύτη;

Πρῶτα πρῶτα ἤθελε νὰ καταρρίψει τὴν ἐσφαλμένη ἀντίληψη τῶν Ἑβραίων, πὼς καθένας ποὺ εἶναι ἄρρωστος καὶ φτωχός, εἶναι στερημένος τῆς εὔνοιας τοῦ Θεοῦ. Πέθανε ὁ φτωχὸς κι ὁδηγήθηκε ἀπὸ τοὺς ἀγγέλους «εἰς τὸν κόλπον Ἀβραάμ» (Λουκ. ὅπ.π. στίχ. 22). Ἀντίθετα, μετὰ τὸ θάνατό του ὁ πλούσιος βρέθηκε νὰ εἶναι βασανιζόμενος.

Ὁ ἀδυσώπητος πλούσιος καὶ ζώντας ἦταν μέσα στὸ μνῆμα τῆς στερήσεως τῆς χάριτοςτοῦ Θεοῦ καὶ μετὰ θάνατο πάλι τὸ ἴδιο. Ἡ ψυχὴ του ἦταν θαμμένη μέσα στὰ ὑλικὰ ἀγαθά. Αὐτοὶ ποὺ διαχειρίζονται τὸν πλοῦτο ἰδιοτελῶς καὶ δὲν ἔρχονται ἀρωγοὶ στοὺς πτωχοὺς ἀδελφούς τους, δὲν θὰ ἔχουν καλὸ τέλος.

Ὁ Κύριος μὲ τὴν παραβολὴ αὐτὴ ἤθελε νὰ μᾶς διδάξει νὰ εἴμαστε φιλάλληλοι καὶ φιλόπτωχοι. Πολλὲς φορὲς τὸ εἶχε διακηρύξει: «Πωλήσατε τὰ ὑπάρχοντα ὑμῶν καὶ δότε ἐλεημοσύνην» (Λουκ. 12,33). Πράγματι, ἡ ἐντολὴ αὐτὴ εἶναι καλή, ἀγαθὴ καὶ σωτήρια, ἀλλὰ πάρα πολὺ δύσκολη στὴν ἐφαρμογή της. Δυσκολεύονται οἱ πολλοὶ νὰ τὴν παραδεχθοῦν. Ὁ ἀνθρώπινος νοῦς συναντάει ἐμπόδια στὶς ἐντολὲς αὐτὲς ποὺ ἀπαιτοῦν «βία» στὴν ἐφαρμογή τους.Ἔτσι ὁ Κύριος, λέγοντας τὴν παραβολὴ αὐτὴ καὶ δείχνοντας τὰ ἀποτελέσματα τῆς ζωῆς τῶν δύο αὐτῶν ἀντίθετων τύπων, μᾶς παρακινεῖ νὰ διαχειρισθοῦμε τὸν πλοῦτο μας μὲ πνεῦμα φιλαλληλίας. Μᾶς ὠθεῖ λέγοντας: «ποιήσατε ἐαυτοῖς φίλους ἐκ τοῦ μαμωνᾶ τῆς ἀδικίας» (Λουκ. 16,9).

Ἐντύπωση προκαλεῖ τὸ ρῆμα «ἀπέλαβες». Τὸ ρῆμα «ἀπολαμβάνω» «ἐπὶ τῶν χρεωστουμένων τάττεται», λέγει ὁ Ζιγαβηνός. Τί χρωστοῦσε στὸν πλούσιο καὶ στὸν φτωχὸ ὁ Θεός; Προφανῶς ὁ πλούσιος κάποια ἀρετὴ θὰ εἶχε. Δὲν θὰ ἦταν παντελῶς ἄμοιρος ἀρετῶν. Γι’ αὐτὴ του τὴν ἀρετὴ τοῦ ἔδωσε πλούσια τὰ ἀγαθὰ στὴ γῆ. Ἐπίσης κι ὁ πτωχὸς κάποια κακία θὰ εἶχε. Μὲ τὰ δεινὰ καὶ τὴν ὑπομονὴ του ξεπλήρωσε κάθε χρέος τῆς κακίας. Πέθαναν ἔχοντας ὁ ἕνας ἄκρατη κακία κι ὁ ἄλλος ἄκρατη ἀρετή. Ὅ,τι χρωστοῦσαν, τὸ ξεχρέωσαν στὴ γῆ. Στὴν ἄλλη ζωὴ τὸ λόγο καθ’ ὁλοκληρίαν τὸν εἶχε ὁ Θεός.


Ἀδελφοί μου, 

Στὴν καθημερινή μας ζωὴ πολλοὶ εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ ζητοῦν τὴ βοήθειά μας. Ὅπως ἐπίσης καὶ πολλὲς εἶναι οἱ φορὲς ποὺ ἀρνηθήκαμε νὰ βοηθήσουμε κάποιον, ἐνῶ μπορούσαμε. Ἡ ὡραιότατη αὐτὴ παραβολὴ μᾶς βοηθεῖ πολὺ νὰ ξεπεράσουμε τὸν ἑαυτό μας καὶ νὰ νιώσουμε τὸν ἄλλο σὰν ἀδελφό μας, ποὺ θὰ μᾶς χαρίσει τὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἢ θὰ γίνει αἰτία νὰ κατακριθοῦμε αἰώνια.

Ἡ λύτρωση ἀπὸ τὴν ἀπιστία (Λουκ. ιστ΄19-31) Anthony Bloom


 Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Ὅπως κάθε παραβολὴ τοῦ Κυρίου ποὺ μιλάει γιὰ τὴν κρίση, ἡ σημερινὴ παραβολὴ εἶναι πολὺ ἁπλὴ ὡς πρὸς τὸ νόημά της καὶ ταυτόχρονα θὰ πρέπει νὰ τὴν ἐξετάσουμε βαθύτερα.

Τὸ ἁπλὸ νόημά της εἶναι τοῦτο: Εἴχατε στὴν γῆ ὅ,τι ἦταν καλό, ὁ Λάζαρος δὲν εἶχε τίποτα· ἑπομένως ἀποκτᾶ στὴν αἰώνια ζωὴ ὅλα τ’ ἀγαθὰ ποὺ τοῦ εἶχαν λείψει στὴ γῆ καὶ ἐσεῖς τὰ στερῆστε. Ἀλλὰ αὐτὸ δὲν συνιστᾶ τὸ ἀληθινὸ καὶ βαθύτερο νόημα τῆς παραβολῆς.

Ποιὸς εἶναι ὁ πλούσιος; Εἶναι ὁ ἄνθρωπος ποὺ δὲν κατεῖχε μόνο ὅλα τὰ ἀγαθὰ ποὺ ἡ γῆ μποροῦσε νὰ τοῦ προσφέρει: πλοῦτο, καλὸ ὄνομα, κοινωνικὴ θέση ἀνάμεσα στοὺς συμπολίτες του· ἦταν ἕνας ἄνθρωπος ποὺ δὲν λαχταροῦσε κάτι ἄλλο. Ὅ,τι ἤθελε, ὅ,τι χρειαζόταν ἦταν ὁ ὑλικὸς πλοῦτος, μιὰ καλὴ θέση ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους, τὸν θαυμασμό, μιὰ δουλικὴ ὑπακοὴ ἀπὸ ἐκείνους ποὺ ἦταν κατώτεροί του.

Ὁ Λάζαρος δὲν κατεῖχε τίποτα· ἀλλὰ ἀπὸ τὴν παραβολὴ μαθαίνουμε ὅτι δὲν παραπονιόταν, δεχόταν ὅ,τι δὲν ἤθελε ὁ πλούσιος· ἔτρωγε τὰ ψίχουλα ἀπὸ τὸ τραπέζι του. Ἀλλὰ εἶχε μία ζωντανὴ ψυχή· ἴσως νὰ λαχταροῦσε κάτι περισσότερο: ποιὸς ἄνθρωπος δὲν θέλει νὰ ἔχει μία στέγη, νὰ ἔχει ἐξασφαλισμένη τροφή; Ἀλλὰ ἐκεῖνος δεχόταν ὅ,τι τοῦ ἔδιναν μὲ εὐγνωμοσύνη.

Καὶ ὅταν πέθαναν, τί πῆραν μαζί τους; Ὁ πλούσιος δὲν εἶχε τίποτα νὰ πάρει, ἐπειδὴ ποτὲ δὲν νοιαζόταν γιὰ ὁ,τιδήποτε δὲν μποροῦσε νὰ τοῦ προσφέρει ὁ κόσμος. Ὁ Λάζαρος πάντα ποθοῦσε περισσότερα ἀγαθὰ ἀπ’ αὐτὰ ποὺ ἡ γῆ μποροῦσε νὰ τοῦ προσφέρει: ἐπιθυμοῦσε δικαιοσύνη, εἰρήνη, ἀγάπη, συμπόνια, ἀλληλεγγύη- ὅλα ἐκεῖνα τὰ πράγματα ποὺ κάνουν τὸν ἄνθρωπο νὰ εἶναι ἄνθρωπος. Ὁ πλούσιος ζοῦσε μιὰ ζωὴ παρόμοια μ’ αὐτὴν ποὺ περιγράφεται σὲ μιὰ ἀπὸ τὶς προφητεῖες: Ὁ λαὸς τοῦ Ἰσραὴλ ἐπαχύνθη ἀπὸ τὸν πλοῦτο καὶ λησμόνησε τὸν Θεό… Ὁ φτωχὸς δὲν μποροῦσε νὰ κάνει κάτι τέτοιο· ἦταν τόσο φτωχὸς γιὰ νὰ ριζώσει στὴν γῆ- ἦταν ἐλεύθερος.

Αὐτὴ ἡ παραβολὴ λοιπὸν ἀφορᾶ ὅλους μας· διότι ὅλοι μας ἔχουμε μέσα μας τὸν πλούσιο καὶ τὸν Λάζαρο. Ἀπὸ τὴ μία πλευρὰ πόσο πλούσιοι, πόσο ἀσφαλεῖς εἴμαστε. Ἀπὸ τὴν ἄλλη, ἐὰν βρισκόμαστε τώρα ἐδῶ, πάει νὰ πεῖ ὅτι στὴν ψυχή μας, ὑπάρχει μία ἄλλη διάσταση ποὺ λαχταρᾶ κάτι ἄλλο. Ἀλλὰ μένει νὰ κάνουμε μία ἐρώτηση: Ἐὰν ἔπρεπε νὰ διαλέξουμε, τί θὰ διαλέγαμε; Τί εἶναι αὐτὸ ποὺ πραγματικὰ θεωροῦμε πολύτιμο; Εἶναι ἡ ἀσφάλεια ποὺ μέχρι τώρα ἡ γῆ μᾶς ἔχει προσφέρει- ἢ εἶναι ἡ ἀπεραντοσύνη, τὸ βάθος στὸ ὁποῖο κατανοοῦμε τὸν Θεό, ἡ κοινωνία μας μαζί Του, ἡ ἀγάπη γιὰ τὸν πλησίον, ἡ συμπόνια – τόσα ἄλλα πράγματα ποὺ μᾶς ἔχει διδάξει τὸ Εὐαγγέλιο;

Καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ σημεῖο ὅπου ἀναφέρεται ἡ παραβολή, δὲν ἀναφέρεται μόνο σὲ δύο ἄνδρες ἀπὸ τὸ παρελθόν, ἢ σὲ ἄλλους, ἀλλὰ ἀναφέρεται σὲ μᾶς προσωπικά: ποιὸς εἶμαι- ἢ ἐὰν προτιμᾶτε, καὶ ποὺ εἶναι τὸ πιὸ σωστὸ – ποιὸς ὑπερισχύει μέσα μου; Μοιάζω περισσότερο μὲ τὸν πλούσιο, τόσο ριζωμένος στὴ γῆ, ὥστε τὰ πράγματα ποὺ ἀφοροῦν τὸ πνεῦμα, τὴν αἰωνιότητα, ἢ πιὸ ἁπλὰ ὅ,τι εἶναι ἀληθινὰ ἀνθρώπινο ἔρχεται δεύτερο –ἢ εἶμαι ἀπὸ ἐκείνους γιὰ τοὺς ὁποίους σημασία ἔχει ὅ,τι εἶναι ἀνθρώπινο, περισσότερο ἀπὸ ὁτιδήποτε ἄλλο;

Κι ἔπειτα, ὑπάρχει κάτι ἄλλο στὴν παραβολή. Ὁ πλούσιος βλέποντας τὸν ἑαυτὸ του στερημένο ἀπὸ τὰ πάντα, στρέφεται στὸν Ἀβραὰμ καὶ λέει: «Στεῖλε τὸν Λάζαρο στοὺς ἀδελφούς μου ποὺ εἶναι ἀκόμα στὴ γῆ νὰ τοὺς εἰδοποιήσει, γιὰ νὰ μὴν ἔλθουν σὲ τοῦτο τὸν τόπο τῆς βασάνου». Καὶ ὁ Χριστὸς λέει ὅτι ἀκόμα καὶ ἂν κάποιος ἐπιστρέψει ἀπὸ τοὺς νεκρούς, ἐὰν δὲν ἄκουσαν ὅ,τι ἀποκαλύφθηκε στὸ παρελθόν, δὲν θὰ πιστέψουν, θὰ χαθοῦν μέσα στὶς ἁμαρτίες τους.

Πῶς, αὐτὴ ἡ παραβολὴ δὲν ταιριάζει κατὰ τρόπο τραγικὸ μὲ τὴν κατάσταση τῶν ἀνθρώπων ὅταν στέκονταν συνωστισμένοι ὅπως τὸ ἄλεσμα γύρω ἀπὸ τὸν Σταυρὸ ὅπου πέθαινε ὁ Κύριος. Κάποιοι ἦταν πιστοί, ὁ δικός Του λαὸς - ἀλλὰ ποῦ βρίσκονταν; Εἶχαν σκορπίσει. Κάποιοι ἦταν μαθητές Του, μὲ πίστη ποὺ ἔφτανε στὸ βάθος τῆς ὕπαρξής τους, μὲ καρδιακὴ πίστη, οἱ γυναῖκες ποὺ Τὸν εἶχαν ἀκολουθήσει – στάθηκαν σὲ ἀπόσταση· μοναχὰ ἡ Μητέρα τοῦ Θεοῦ καὶ ὁ Ἰωάννης, στάθηκαν δίπλα στὸν Σταυρό.

Ἀλλὰ μέσα στὸ πλῆθος, ὑπῆρχαν ἄνθρωποι ποὺ μαζὶ μὲ τὸν Ἀρχιερέα, τοὺς Φαρισαίους ποὺ εἶχαν καταδικάσει τὸν Θεό, ἔλεγαν: «Κατέβα τώρα ἀπὸ τὸν Σταυρὸ – καὶ θὰ πιστέψουμε…» Πόσοι πολλοὶ σκέφτηκαν: μόνον ἐὰν κατέβαινε ἀπὸ τὸν Σταυρό, θὰ πιστεύαμε χωρὶς νὰ παίρναμε κανένα κίνδυνο, θὰ πιστεύαμε μὲ ἀσφάλεια, μὲ σιγουριά· θὰ πιστεύαμε καὶ θ’ ἀκολουθούσαμε Κάποιον ποὺ τώρα ἡττημένος, στιγματισμένος, ἔχοντας δεχθεῖ τὴν ἀπόρριψη τῶν ἀνθρώπων, κρέμεται στὸν Σταυρὸ ἀνάμεσα σὲ δύο ληστές; Δὲν μποροῦμε…

Αὐτὸ εἶναι τὸ νόημα τῆς παραβολῆς· καὶ ποὺ μᾶς ἀποδεικνύει ἡ ζωὴ τόσων πολλῶν ἀνθρώπων.

Ποῦ βρισκόμαστε; Εἴμαστε προετοιμασμένοι νὰ πιστέψουμε τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ; Εἴμαστε ἕτοιμοι, αἰχμάλωτοι τῆς ὀμορφιᾶς, τῆς ἀνείπωτης, ἀνέκφραστης ὀμορφιᾶς τῆς προσωπικότητας τοῦ Χριστοῦ, νὰ Τὸν ἀκολουθήσουμε μὲ κάθε κίνδυνο; Καὶ γνωρίζουμε ὅτι ὁ κίνδυνος εἶναι πολὺ μεγάλος: Θὰ στιγματιστοῦμε, θὰ μᾶς κοροϊδέψουν, θὰ εἴμαστε ξένοι, οἱ ἄνθρωποι θὰ μᾶς θεωροῦν ἀλῆτες τῆς γῆς, ὄχι προσκυνητὲς τοῦ Οὐρανοῦ· εἴμαστε ὅμως ἕτοιμοι νὰ τὸ κάνουμε αὐτό;

Πρέπει νὰ σκεφτοῦμε τὶς δύο αὐτὲς ὄψεις τῆς παραβολῆς· γιατί διαφορετικὰ ἡ παραβολὴ εἶναι ἄσχετη μέ μᾶς - καὶ ὅμως, ἔχει τόσο πολὺ σχέση μὲ τὴ ζωή μας.

Ἂς τὴν σκεφτοῦμε βαθιά, κρίνοντας τὴν συνεχῶς. Ὁ Θεὸς δὲν μᾶς κρίνει μὲ σκοπὸ νὰ μᾶς καταδικάσει. Ὁ Θεὸς μᾶς προετοιμάζει πραγματικὰ καὶ μᾶς ζητᾶ ἕνα πράγμα: Ν’ ἀνταποκριθοῦμε στὴν ἀλήθεια! Δὲν ἀποδεχόμαστε ἕναν κόσμο ποὺ εἶναι μία χίμαιρα! Μὴν ἀποδέχεστε τὸν ἑαυτό σας, ἐνῶ ἡ ζωὴ σας παραμένει μιὰ ζωὴ ἀπατηλή: νὰ εἶστε ἀληθινοὶ καὶ τότε θὰ γίνετε παιδιὰ τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ.

Καὶ τί μπορεῖ νὰ εἶναι πιὸ σπουδαῖο, ἀδελφοὶ καὶ ἀδελφές τοῦ Χριστοῦ, υἱοὶ καὶ κόρες τοῦ Ζωντανοῦ Θεοῦ· καὶ ἀγγελιοφόροι τοῦ Θεοῦ στὴ γῆ. Μποροῦμε νὰ ἐλπίζουμε σὲ κάτι μεγαλύτερο; Καὶ ὅμως αὐτὸ εἶναι ποὺ προσφέρεται σὲ ὅλους μας καὶ στὸν καθένα χωριστά. Τί θαῦμα! Τί χαρά! Πῶς μποροῦμε νὰ τὸ ἀρνηθοῦμε; Ἀμὴν
 


Μισθωτοὶ ποιμένες, μισθωμένοι ἄρχοντες.

  Μισθωτοὶ ποιμένες, μισθωμένοι ἄρχοντες. Γεώργιος Κ. Τζανάκης . Ἀκρωτήρι Χανίων Σχετικῶς μὲ τὸ θέμα τῶν αὐξήσεων τῶν μισθῶν τῶν ἀρχιερέων, ...