Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Δευτέρα, Δεκεμβρίου 30, 2013

ΠΑΝΤΩΝ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΑΝΕΜΑΞΩ ΤΑΣ ΑΡΕΤΑΣ π. Βασίλειος Καλλιακμάνης


α) Καθ’ ὅλο τό χρόνο, ἀλλά ἰδιαίτερα κατά τή διάρκεια τῶν ἑορτῶν οἱ χριστιανοί πλουτίζουν πνευματικά μετέχοντας στό μυστήριο τῆς πίστης, γευόμενοι τόν πλοῦτο τῆς χρηστότητας καί τῆς μέγιστης δωρεᾶς τοῦ ἐνανθρωπήσαντος Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ. Ὁ Σαρκωθείς Κύριος πού προσέλαβε τήν ἀνθρώπινη φύση, γιά νά τήν ἐπαναφέρει στό ἀρχαῖο κάλλος, καταδέχθηκε νά γεννηθεῖ σέ σπήλαιο καί νά ἀνακλιθεῖ σέ φάτνη. «Συγκαταβαίνων ὁ Σωτήρ τῷ γένει τῶν ἀνθρώπων», ἀκολουθεῖ τόν τύπο τοῦ Μωσαϊκοῦ νόμου καί προσέρχεται σήμερα ὀκταήμερος στήν περιτομή, γινόμενος«τύπος καί ὑπογραμμός πᾶσι πρόςσωτηρίαν». Θυμίζει ἔτσι στούς χριστιανούς ὅλων τῶν αἰώνων, ὅτι γιά νά γευθοῦν τή Χάρη καί τόν ἁγιασμό, χρειάζεται νά διέλθουν ἀπό τή στενή πύλη καί τήν τεθλιμμένη ὁδό τῆς τήρησης τῶν ἁγίων Του ἐντολῶν.
β) Παράλληλα μέ τήν Περιτομή τοῦ Κυρίου ἑορτάζουμε καί τή μνήμη τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, ὁ ὁποῖος σύμφωνα μέ τήν ὑμνολογία συγκεντρώνει στό πρόσωπό του τίς ἀρετές ὅλων τῶν ἁγίων. Οἱ ἀγῶνες του γιά τήν πίστη, ἡ διδαχή του γιά τή χριστιανική παιδεία, ἡ κοινωνική του προσφορά καί ἡ ὑπερβολή τῆς ἀγάπης γιά τό λαό του ἦταν καί εἶναι δυσκολονόητα γιά τό σύγχρονο ἄνθρωπο τῆς κατανάλωσης, τῆς εὐμάρειας, τῆς ἀδικίας, τῆς πλεονεξίας, τῆς φιλαυτίας καί τοῦ ἀπανθρωπισμοῦ.Ὁ θεολογικός λόγος τοῦ Μ. Βασιλείου, πού βρισκόταν σέ πλήρη συμφωνία μέ τήν ἁγία του ζωή, ἐάν προσεχθεῖ μπορεῖ νά ἐμπνεύσει κληρικούς καί λαϊκούς.
γ) Χαρακτηριστική εἶναι ἡ συζήτηση πού εἶχε ὁ ἅγιος μέ τόν ἔπαρχο Μόδεστο, ὁ ὁποῖος φθάνει μέ ἐχθρικές διαθέσεις στήν Καισάρεια ὡς ἀπεσταλμένος τοῦ ἀρειόφρονα αὐτοκράτορα Οὐάλη, ἀφοῦ ἔρχεται νά καθυποτάξει στήν αἵρεση τούς Καππαδόκες.
– Θά σοῦ δημεύσω τήν περιουσία, ἀπειλεῖ τό Βασίλειο ὁ Μόδεστος. Καί
παίρνει τή σθεναρή ἀπάντηση:
– Δέ μέ φοβίζει ἡ ἀπειλή σου, διότι δέ διαθέτω παρά τριμμένα παλιά ροῦχα καί μερικά βιβλία.
– Ἔχω τήν ἐξουσία νά σέ ἐξορίσω καί νά σέ βασανίσω, ἐπανέρχεται ὁ Μόδεστος. Γιά νά ἀκούσει ἀπό τό στόμα τοῦ ἀκαταμάχητου ἱεράρχη:
– Δέν φοβᾶμαι οὔτε τήν ἐξορία, οὔτε τά βασανιστήρια, οὔτε τό θάνατο
ἄρχοντά μου. Τό ἀσθενικό μου σῶμα δέ θά ἀντέξει καί ἔτσι θά βρεθῶ πιό γρήγορα στήν ἀγκαλιά τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ μου. Ὁ Μόδεστος ἀπορημένος ὁμολογεῖ.
– Ποτέ δέν ἄκουσα ἐπίσκοπο νά ὁμιλεῖ μέ τέτοιο τρόπο. Καί ὁ Βασίλειος μέ παρρησία ἀπαντᾶ:
– «Ἴσως γιατί δέ γνώρισες ποτέ πραγματικό ἐπίσκοπο»!
 δ) Καί μόνο ἡ παράθεση τοῦ παραπάνω διαλόγου δείχνει ὅτι, ὁ ἅγιος Βασίλειος ὁ Καππαδόκης δέν μπορεῖ νά εἶναι σύμβολο τοῦ καταναλωτισμοῦ καί τῆς πολυφαγίας, ὅπως παρουσιάζεται στή σύγχρονη κοινωνία. Εἶναι σύμβολο ἀσκητικοῦ καμάτου, κοινωνικῆς εὐθύνης καί αὐθεντικοῦ ἐπισκόπου πού ὑπερασπίζεται μέ κίνδυνο τήν ἀλήθεια καί τό δίκαιο. Γι’ αὐτό καί ἀναγνωρίσθηκε ὡς οἰκουμενικός διδάσκαλος, ἀκριβολόγος στήν πίστη, εἰρηνικός καί φιλάνθρωπος, δίκαιος καί ἑνωτικός, ἐπίσκοπος μέ ἀπαράμιλλη παρρησία ἀλλά καί σπάνια διάκριση.
 ε) Ἀνάμεσα στό πλούσιο συγγραφικό ἔργο τοῦ Μ. Βασιλείου ἐξέχουσα θέση κατέχει ἡ θεία Λειτουργία. Ἡ Λειτουργία του εἶναι ἡ καρδιά, τό θειότερο καί ἱερότερο προϊόν τοῦ συγγραφικοῦ του καλάμου, ἀφοῦ σ’ αὐτή διηγεῖται τή μεγαλοσύνη τοῦ Θεοῦ ἀλλά καί τόν ὑψηλό προορισμό τοῦ ἀνθρώπου. Ἀπευθυνόμενος στό Θεό προσεύχεται: «Μνήσθητι Κύριε τῆς Ἁγίας σου Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας τῆς ἀπὸ περάτων ἕως περάτων τῆςοἰκουμένης καὶ εἰρήνευσον αὐτήν… τοὺς ἀγαθοὺς ἐν τῇ ἀγαθότητί σου διατήρησον· τοὺς πονηροὺς ἀγαθοὺς ποίησον ἐν τῇ χρηστότητί σου… τὰ νήπια ἔκθρεψον· τὴ νεότητα παιδαγώγησον· τὸ γῆρας περικράτησον· τοὺς ὀλιγοψύχους παραμύθησον· τοὺς ἐσκορπισμένους ἐπισυνάγαγε· τοὺς πεπλανημένους ἐπανάγαγε…».
 στ) Μέ τά κείμενα αὐτά εὐρύνεται ἡ χριστιανική συνείδηση καί νοηματοδοτεῖται πνευματικά ὁ χρόνος. Οἱ χριστιανοί, ὡς ὑποψήφιοι πολίτες τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ, δέν ἀποδίδουν στό χρόνο οἰκονομική ἀξία. Τόν θεωροῦν ὡς καιρό ἀγώνα καί ἄσκησης πνευματικῆς, καιρό μετανοίας. Στόν παρόντα χρόνο προετοιμάζεται ἡ συμμετοχή τους στόν Παράδεισο τῆς δόξας τοῦ Θεοῦ. Γι’ αὐτό καλοῦνται σέ ἐγρήγορση καί νήψη πνευματική, «μήποτε βαρηθῶσιν αἱ καρδίαι ἐν κραιπάλῃ καὶ μέθῃ καὶ μερίμναις βιωτικαῖς καὶ αἰφνίδιος ἐπιστῇ ἡ ἡμέρα ἐκείνη» (βλ Λουκ. 21, 34).
 ζ) Οἱ ἅγιοι, μέ κορυφαῖο τό Βασίλειο, μποροῦν νά νοηματοδοτήσουν τό χρόνο τῆς ζωῆς μας. Διότι διψοῦν γιά τή δικαιοσύνη, προσεύχονται γιά τήν εἰρήνη, ἀσκοῦνται στήν ἀρετή καί δίνουν τήν καλή ὁμολογία τῆς πίστεως, ἐμπνέοντας τή φιλαδελφία καί τήν ἀγάπη. Κι ὅλα αὐτά ὄχι μέ τή βία, ἀλλά μέ τή θυσία, τήν ὑπομονή καί τήν ὑπερβολή τῆς ἀγάπης καί τῆς δικαιοσύνης, δηλαδή αἴροντας ἀγόγγυστα τό σταυρό τῆς προσωπικῆς καί κοινωνικῆς εὐθύνης.

Νέον Ἔτος - Ι. Μ. ΦΟΥΝΤΟΥΛΗΣ


Τήν 1η Ἰανουαρίου ἑώρτασε ἡ Ἐκκλησία μας τήν Περιτομή τοῦ Χριστοῦ καί τήν μνήμη τοῦ ἁγίου Βασιλείου τοῦ Μεγάλου. Τό διπλό αὐτό ἑορτολογικό περιεχόμενο ἔχει μία λαμπρά ἐκπροσώπησι στήν ἀκολουθία τῆς ἡμέρας. Καί δικαίως, γιατί ἡ μέν περιτομή καί ὀνοματοδοσία τοῦ Χριστοῦ κατά τήν ὀγδόη ἡμέρα ἀπό τῆς γεννήσεως Του ἀποτελεῖ, τήν βεβαίωσι τῆς σαρκώσεως καί τῆς προσλήψεως ἀπό τόν Λόγο τοῦ Θεοῦ τῆς τελείας ἀνθρωπίνης μορφῆς ἀναλλοιώτως καί τῆς εἰσόδου Του στόν λαό τοῦ Θεοῦ. Ὁ δέ Μέγας Βασίλειος εἶναι ὁ ἀληθινά μέγας ἱεράρχης, πού μέ τήν ἁγιότητα τοῦ βίου του, τά σοφά του συγγράμματα καί τήν ἔξοχο δρᾶσι του ἀνεδείχθη Πατήρ καί φωστήρ τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, ἐφάμιλλο τοῦ ὁποίου δέν ἐγνώρισε ἴσως ἄλλον ὁ χριστιανικός κόσμος. Καί ἡ δεσποτική ἑορτή τῆς Περιτομῆς καί ἡ μνήμη τοῦ Μεγάλου Βασιλείου περιττό καί νά εἰποῦμε, ὅτι δέν ἔχουν καμμία σχέσι πρός τήν ἔναρξι τοῦ ἔτους, τήν πρωτοχρονιά.
 Ἡ περιτομή ἐτέθη τήν 1η Ἰανουαρίου, γιατί αὐτή εἶναι ἡ ὀγδόη ἡμέρα ἀπό τά Χριστούγεννα. Ἡ μνήμη τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, γιατί κατά τήν 1η Ἰανουαρίου τοῦ ἔτους 379 συνέβη ὁ θάνατος, ἡ κοίμησις ἐπί τό χριστιανικώτερον, τοῦ ἁγίου Πατρός. Ἡ σύνδεσις τοῦ δευτέρου πρός τήν πρωτοχρονιά, τά δῶρα, τά γλυκίσματα κλπ., ἔχει καθαρῶς λαογραφικό χαρακτῆρα.
 Ἡ Ἐκκλησία ἐπισήμως φαίνεται σάν νά ἀγνοῇ τήν ἀλλαγή τοῦ ἔτους, τίς πανηγύρεις καί τίς ἐκδηλώσεις πού τήν συνοδεύουν, καί νά ζῇ σ᾿ ἕνα ἄλλο δικό της κόσμο, πού δέν ἐπηρεάζεται ἀπό τήν ἀλλοίωσι τῶν φθαρτῶν καί ρεόντων χρονικῶν συστημάτων τοῦ προσκαίρου αὐτοῦ κόσμου. Ὁμολογουμένως αὐτό δέν θά ἦταν ἀσύμφωνο πρός τόν ὑπερκόσμιο χαρακτῆρα τῆς λατρείας μας. Γιά τόν ἄναρχο, αἰώνιο καί ἀτελεύτητο Θεό ἡμέρες, μῆνες καί ἔτη δέν ὑπάρχουν. Χίλια ἔτη γιά Ἐκεῖνον εἶναι σάν τήν χθεσινή ἡμέρα πού πέρασε καί σάν ἕνα τρίωρο νυκτερινῆς φρουρᾶς, κατά τόν ψαλμῳδό (Ψαλμ. 89, 4). Ἤ, ὅπως συμπληρώνει ὁ ἀπόστολος Πέτρος, «μία ἡμέρα παρά Κυρίῳ ὡς χίλια ἔτη καί χίλια ἔτη ὡς ἡμέρα μία» (Β´ Πετρ. 3, 8).
Αὐτήν ἀκριβῶς τήν προσήλωσι καί τήν δουλική προσκόλλησι στά «ἀσθενῆ καί πτωχά στοιχεῖα» τῶν κοσμικῶν ὑπολογισμῶν καταδικάζει καί ὁ ἀπόστολος Παῦλος γράφοντας στούς Γαλάτας: «Ἡμέρας παρατηρεῖσθε καί μῆνας καί καιρούς καί ἐνιαυτούς! Φοβοῦμαι ὑμᾶς μήπως εἰκῆ κεκοπίακα εἰς ὑμᾶς» (Γαλάτ. 4, 10). Χωρίς ὅμως ἡ Ἐκκλησία νά ἀρνηθῇ τόν ὑπερκόσμιο χαρακτῆρα τῆς λατρείας της καί χωρίς νά δουλωθῇ στούς καιρούς τοῦ κόσμου τούτου, ἦταν ἑπόμενο καί νά μή μπορῇ νά παραβλέψῃ τήν διάκρισι καιρῶν καί ἐνιαυτῶν. Δέν εἶναι μόνο θεῖος ὀργανισμός, ἀλλά καί ἀνθρώπινος. Δέν εἶναι μόνο ὑπερκόσμιος, ἀλλά καί ἐγκόσμιος.
 Τέλειος τύπος συγκερασμοῦ τῶν δύο αὐτῶν στοιχείων τῆς ἐδόθη ἀπό τόν ἐνανθρωπήσαντα Θεό. Ὅπως Ἐκεῖνος ἦτο «τέλειος Θεός καί τέλειος ἄνθρωπος», «ὁμοούσιος τῷ Πατρί κατά τήν Θεότητα καί ὁμοούσιος ἡμῖν κατά τήν ἀνθρωπότητα», ὅπως αἱ δύο φύσεις ἡνώθησαν στόν Θεάνθρωπο Χριστό ἁρμονικά καί ἀχώριστα, ἔτσι ἀκριβῶς καί ἡ Ἐκκλησία, κατά τό πρότυπο τῆς κεφαλῆς της, διεμορφώθη σέ θεανθρώπινο ὀργανισμό. Καί ἡ λατρεία της ἀκριβῶς συνεκέρασε τό θεῖο καί τό ἀνθρώπινο ἀτρέπτως καί ἀχωρίστως. Ὅπως δέ ἀκριβῶς ἡ θεία φύσις στόν Χριστό προσέλαβε καί ἐθέωσε καί τήν ἀνθρωπίνη, ἔτσι καί ἡ λατρεία τῆς Ἐκκλησίας προσέλαβε καί ἐξαγίασε τά σχήματα τοῦ κόσμου τούτου. Τά ἐξεχριστιάνισε, τά ἐθέωσε. Δέν τά ἀπέρριψε οὔτε τά συνέτριψε, ὅπως καί ὁ Χριστός δέν ἀπέρριψε οὔτε κατέκαυσε μέ τό πῦρ τῆς Θεότητος τό ὀστράκινο σκεῦος τῆς ἀνθρωπίνης σαρκός πού περιεβλήθη. Τήν ἐφαρμογή τῶν ἀνωτέρω εὑρίσκομε καί στό ἑορτολόγιο τῆς Ἐκκλησίας. Ὅταν ἀκούσθηκε στόν κόσμο τό εὐαγγέλιο τῆς σωτηρίας καί συνεκροτήθη ἡ Ἐκκλησία, δέν ἐφρόντισε νά ἐφεύρῃ κανένα νέο ἡμερολόγιο, οὔτε νά ἐπινοήσῃ νέες ὑπερκόσμιες χρονικές ὑποδιαιρέσεις.
 Στά μέρη ὅπου διεδόθη βρῆκε πολλά συστήματα καταμετρήσεως τοῦ χρόνου, διάφορα ἡμερολόγια. Τά υἱοθέτησε καί τά ἐξεχριστιάνισε. Χαρακτηριστικά παραδείγματα εἴδαμε στήν ἀναδρομή πού ἐκάμαμε κατά καιρούς στό λειτουργικό ἔτος. Τίς ἱερές ἡμέρες τῶν ἡμερολογίων τῶν Ἑβραίων ἤ εἰδωλολατρῶν δέν τίς κατήργησε· τίς ἐβάπτισε εἰς Χριστόν καί τίς ἐνέδυσε τόν Χριστόν, ὅπως καί τούς Ἑβραίους καί τούς εἰδωλολάτρας. Ἡ 14η τοῦ Νισάν, τό Πάσχα τῶν Ἑβραίων, ἡ ἀνάμνησις τῆς διαβάσεως τῆς Ἐρυθρᾶς Θαλάσσης, ἔγινε Πάσχα Κυρίου, διάβασις τοῦ Χριστοῦ καί ὅλων ἡμῶν μαζί Του ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τήν ζωήν. Ἡ ἑορτή τῆς παραδόσεως τοῦ Νόμου καί τοῦ θερισμοῦ, ἡ Πεντηκοστή, ἔγινε ἑορτή τῆς καθόδου τοῦ ἁγίου Πνεύματος καί τῆς ἐνάρξεως τοῦ πνευματικοῦ θερισμοῦ. Τό Σάββατο, ἡ ἑβδομαδιαία ἑορτή τῆς καταπαύσεως τῶν ἔργων, ἔγινε Κυριακή, ἡ ἑβδομαδιαία ἑορτή τῆς ἀναστάσεως.
Ἡ 25η Δεκεμβρίου, ἡ εἰδωλολατρική ἑορτή τῆς γεννήσεως τοῦ ἡλίου, ἔγινε ἑορτή τῆς γεννήσεως τοῦ ἡλίου τῆς δικαιοσύνης, τοῦ Χριστοῦ, κ.ο.κ. Καί ἡ πρώτη τοῦ ἔτους; Ἐδῶ τά πράγματα εἶναι περισσότερο πολύπλοκα, γι᾿ αὐτό καί ἡ ἱστορία τοῦ ἐκχριστιανισμοῦ τῆς πρωτοχρονιᾶς εἶναι μακρά καί ἀνώμαλος. Ἴσως ὅμως γι᾿ αὐτό ἔχει καί περισσότερο ἐνδιαφέρον. Δέν θά παρακολουθήσωμε ὅλον αὐτόν τόν λαβύρινθο. Καί μόνο μιά ματιά στό πλῆθος καί στήν ποικιλία τῶν ἡμερολογίων, πού βρῆκε ὁ Χριστιανισμός κατά τήν πρώτη περίοδο τῆς ζωῆς του, εἶναι ἱκανή νά μᾶς δημιουργήσῃ τήν ἐντύπωσι βιβλικῆς Βαβέλ.
Σχεδόν κάθε πόλις καί περιοχή εἶχε τό ἰδικό της ἡμερολόγιο, πού πολλές φορές καί αὐτό διεκρίνετο σέ παλαιό καί σέ νέο. Αὐτό κυρίως ὠφείλετο στήν ἔλλειψι σταθεροῦ κριτηρίου γιά τήν μέτρησι τοῦ χρόνου, φυσικά καί στήν διάσπασι τῶν λαῶν τῆς γῆς. Ὁ ἥλιος καί ἡ σελήνη καί τά φυσικά φαινόμενα ἔδιδαν σέ ὅλους τούς λαούς τά μέτρα τῆς διαιρέσεως τοῦ χρόνου. Τό γράφει καί ἡ Γένεσις: «Καί εἶπεν ὁ Θεός· γενηθήτωσαν φωστῆρες ἐν τῷ στερεώματι τοῦ οὐρανοῦ εἰς φαῦσιν ἐπί τῆς γῆς, τοῦ διαχωρίζειν ἀνά μέσον τῆς ἡμέρας καί ἀνά μέσον τῆς νυκτός· καί ἔστωσαν εἰς σημεῖα καί εἰς καιρούς καί εἰς ἡμέρας καί εἰς ἐνιαυτούς» (Γενέσ. 1, 14).
Ἀλλ᾿ ἀπό τοῦ σημείου αὐτοῦ μέχρι τοῦ νά ὑπάρξῃ κοινός τρόπος καταμετρήσεως τοῦ χρόνου ἡ ἀπόστασις εἶναι μεγάλη. Τό ἡλιακό καί τό σεληνιακό ἔτος, ἡ ἐναλλαγή τῶν ἐποχῶν τοῦ ἔτους καί τῶν φάσεων τῆς σελήνης, δέν μᾶς δίδουν τό ἴδιο μέτρο. Οὔτε ἦταν εὔκολος, ἰδίως μέ τίς ἀστρονομικές γνώσεις τῆς ἐποχῆς, ὁ ὑπολογισμός μέ ἀπόλυτο ἀκρίβεια τῆς διαρκείας τῶν περιόδων αὐτῶν. Ἄς προστεθῇ σ᾿ αὐτά καί ἡ παράλογος πολλές φορές, ἰδίως σέ τέτοιου εἴδους θέματα, συντηρητικότης τῶν ἀνθρώπων, πού προτιμοῦν νά μένουν προσκεκολλημένοι σέ μία παλαιά, ἀποδεδειγμένως ἐσφαλμένη, μορφή, ἀπό φόβο πρός τό νέο καί τό ἄγνωστο.
Εἰδικώτερα γιά τήν ἐκλογή τῆς ἡμέρας τῆς ἐνάρξεως τοῦ ἔτους τό κριτήριο ἦταν ἀκόμη περισσότερο ἀσταθές, ἀνάλογα μέ τίς προϋποθέσεις πού ἐπικρατοῦσαν. Ἄν δηλαδή θά ἐλαμβάνετο ὡς ἀρχή τό ἡλιοστάσιο καί ποῖο ἀπό τά δύο, τό θερινό ἤ τό χειμερινό, ἄν ἡ ἰσημερία καί ποία ἀπό τίς δύο, ἡ ἐαρινή ἤ ἡ φθινοπωρινή, ἄν οἱ ἐποχές τοῦ ἔτους καί ποιά ἀπό τίς τέσσαρες, ἄν καμμία θρησκευτική ἑορτή ἤ κάποιο σημαντικό πολιτικό γεγονός. Ὅλοι αὐτοί οἱ σταθμοί χρησιμοποιοῦνται ὡς ἀφετηρία τοῦ ἔτους στά ἐπί μέρους τοπικά ἡμερολόγια.
 Πολλές φορές ἔχομε στό ἴδιο ἡμερολόγιο διάφορες πρωτοχρονιές, παλαιά καί νεωτέρα, θρησκευτική καί πολιτική κλπ. Ἔτσι στήν Ρώμη κατά τό παλαιό ἡμερολόγιο τοῦ Ναουμᾶ Πομπηλίου ἀρχή τοῦ ἔτους ἦταν ἡ 1η Μαρτίου, τοῦ πρώτου μηνός τῆς ἀνοίξεως. Ἀπό αὐτό τό ἡμερολόγιο διατηροῦνται ἀκόμη τά ὀνόματα τοῦ ἑβδόμου, ὀγδόου, ἐνάτου καί δεκάτου μηνός (Σεπτέμβριος, Ὀκτώβριος, Νοέμβριος καί Δεκέμβριος), καίτοι κατά τό νεώτερο ἡμερολόγιο ἡ ἀρίθμησίς των εἶναι διαφορετική.
Ὁ Ἰούλιος Καῖσαρ μετερρύθμισε τό ἡμερολόγιο τοῦ Ναουμᾶ τό ἔτος 45 π.Χ (Ἰουλιανόν ἡμερολόγιον) καί πρώτη τοῦ ἔτους καθωρίσθη ἡ 1η Ἰανουαρίου. Ἡ ἡμέρα αὐτή ἑωρτάζετο ἀπό τούς ἐθνικούς μέ μεγάλη ἐπισημότητα, θυσίες, μεταμφιέσεις, τυχηρά παιγνίδια, μέθες καί ὄργια. Μερικά ἀπό τά ἔθιμα αὐτά ἐπεβίωσαν στίς χριστιανικές κοινωνίες, παρά τήν ἀντίδρασι τῶν Πατέρων καί τίς ἀπαγορεύεις τῶν Συνόδων.
Ἡ 1η Ἰανουαρίου πάντως παρέμεινε ὡς πρώτη τοῦ ἔτους στήν Δύσι καί μετά τήν πλήρη ἐπικράτησι τοῦ χριστιανισμοῦ, ἄν καί σέ ὡρισμένα μέρη της ὡς πρώτη τοῦ ἔτους ἐθεωρεῖτο ἡ 1η Μαρτίου, ἡ παλαιά πρωτοχρονιά, τά Χριστούγεννα, ὁ Εὐαγγελισμός ἤ τό Πάσχα. Στήν Ἀνατολή ὑπῆρχαν περισσότερα ἡμερολόγια καί περισσότερες πρωτοχρονιές. Οἱ Ἑβραῖοι ὡς πρῶτο μῆνα θεωροῦσαν τόν σεληνιακό μῆνα Νισάν, τόν πρῶτο τῆς ἀνοίξεως, κατά τήν πανσέληνο τοῦ ὁποίου (14 Νισάν) ἑώρταζαν τό Πάσχα. Ἀργότερα ὡς πρῶτο μῆνα ὥρισαν τόν Τισρί, τόν πρῶτο σεληνιακό μῆνα τοῦ φθνοπώρου. Ἐπί μακρό πάντως χρονικό διάστημα συνυπῆρχαν οἱ δύο πρωτοχρονιές, ἡ 1η τοῦ Νισάν καί ἡ 1η τοῦ Τισρί.
Τά περισσότερα τοπικά προχριστιανικά ἡμερολόγια τῆς Ἀνατολῆς, ὅπως τῆς Μικρᾶς Ἀσίας καί τῆς Ἐφέσου, τῆς Κρήτης, τῆς Κύπρου, τῆς Βιθυνίας καί τῆς Ἡλιουπόλεως τῆς Συρίας εἶχαν ὡς πρωτοχρονιά τήν ἡμέρα τῆς φθινοπωρινῆς ἰσημερίας, τήν 24η Σεπτεμβρίου, ἤ τήν πλησιεστέρα πρός αὐτήν ἀρχή νέου μηνός, δηλαδή τήν 1η Ὀκτωβρίου, ὅπως τά ἡμερολόγια τῆς Ἀντιοχείας καί τῆς Σελευκείας τῆς Συρίας.
 Ἡ 23η Σεπτεμβρίου ἐν τῷ μεταξύ ἔγινε ἡ ἐθνική ἑορτή τοῦ ρωμαϊκοῦ κράτους, γιατί ἦταν ἡ γενέθλιος ἡμέρα τοῦ Ὀκταβιανοῦ Αὐγούστου. Στήν 23η λοιπόν τοῦ Σεπτεμβρίου μετετέθη ἀπό τήν 24η ἡ πρώτη τοῦ ἔτους. Ἡ 23η Σεπτεμβρίου ὡρίσθη τό 312 μ. Χ. ὡς ἀρχή τῆς Ἰνδίκτου ἤ τῆς Ἰνδικτιῶνος, δηλαδή τῆς περιόδου τοῦ περί φόρου ρωμαϊκοῦ διατάγματος, πού ἴσχυε γιά 155 ἔτη. Ἴνδικτος βραδύτερον κατήντησε νά σημαίνῃ καί τήν περίοδο ἑνός ἔτους, ἀρχή δέ τῆς Ἰνδίκτου τήν πρωτοχρονιά. Αὐτήν τήν πρωτοχρονιά τῆς 23ης Σεπτεμβρίου ἐδέχθη κατά πρῶτον καί ἐξεχριστιάνισε ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἀνατολῆς. Σ᾿ αὐτήν ἐτέθη τό πρῶτο γεγονός τῆς εὐαγγελικῆς ἱστορίας, ἡ σύλληψις τοῦ Βαπτιστοῦ. Ἀπό αὐτήν ἤ τήν μετά ἀπό αὐτήν Δευτέρα ἤρχιζε ἡ κατά συνέχειαν ἀνάγνωσις τοῦ Εὐαγγελίου, ἀπό τό Κατά Λουκᾶ Εὐαγγέλιο, πού ἐκτός ἀπό τήν σύλληψι τοῦ Βαπτιστοῦ μᾶς ἀφηγεῖται καί ἄλλα γεγονότα τῆς ἀρχῆς τῆς ἱστορίας τῆς Καινῆς Διαθήκης, πού δέν μᾶς διέσωσαν οἱ ἄλλοι εὐαγγελισταί, ὅπως τόν εὐαγγελισμό τῆς Θεοτόκου, τήν ἐπίσκεψι στήν Ἐλισάβετ καί τήν γέννησι τοῦ Προδρόμου. Τό ἔτος 462 μ.Χ. μετετέθη ἡ πρώτη τοῦ ἔτους στήν 1η Σεπτεμβρίου γιά πρακτικούς λόγους καί γιά νά συμπίπτῃ πρώτη τοῦ ἔτους καί πρώτη τοῦ μηνός.
 Ἡ ἡμέρα αὐτή ἦταν εἰς τό ἑξῆς ἡ ἀρχή τῆς Ἰνδίκτου, ἡ πρωτοχρονιά, καθ᾿ ὅλη τήν βυζαντινή περίοδο. Καί αὐτή καθηγιάσθη ἀπό τήν Ἐκκλησία. Ἡ ἀκολουθία τῆς 1ης Σεπτεμβρίου, πού περιέχεται σήμερα στά λειτουργικά μας βιβλία, ἀναφέρεται κατά μέγα μέρος στήν πρώτη τοῦ ἔτους. Τό εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα τῆς λειτουργίας ἐλήφθη πάλι ἀπό τόν εὐαγγελιστή Λουκᾶ, πού περιγράφει τήν πρώτη δημοσία ἐμφάνισι τοῦ Κυρίου στήν συναγωγή τῆς Ναζαρέτ καί τό πρῶτό Του κήρυγμα γιά τόν «ἐνιαυτόν Κυρίου δεκτόν» (Λουκ. 4, 16 ἐξ.).
Τό Τυπικό τῆς Ἁγίας Σοφίας Κωνσταντινουπόλεως τοῦ Ι´ αἰῶνος προβλέπει λιτανεία «εἰς τόν φόρον» καί τό Τυπικό τῆς Ἁγίας Σοφίας Θεσσαλονίκης τοῦ ΙΕ´ αἰῶνος λιτανεία ἀνά τήν πόλιν καί ἁγιασμό ὑδάτων. Τό τελευταῖο αὐτό μᾶς διασώζει καί τίς αἰτήσεις τῆς ἐκτενοῦς, πού ἐλέγοντο ἀπό τόν ἀρχιερέα εἰς τό τέλος τῆς λιτανείας: «Ὑπέρ τῆς οἰκουμενικῆς καταστάσεως καί εὐσταθείας τῶν ἁγίων τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησιῶν καί τῆς τῶν πάντων ἑνώσεως…». «Ὑπέρ τῆς ἀπολυτρώσεως τῶν ψυχῶν ἡμῶν καί ὑπέρ τοῦ συντριβῆναι τόν Σατανᾶν ὑπό τούς πόδας ἡμῶν καί ὑπέρ τοῦ ἄσειστον καί ἄφλεκτον καί ἀναίμακτον διαφυλαχθῆναι τήν πόλιν ταύτην καί πᾶσαν πόλιν καί χώραν…».
Ὅταν κατά τούς νεωτέρους χρόνους ἡ ρωμαϊκή πρωτοχρονιά τῆς 1ης Ἰανουαρίου ἦλθε καί στήν Ἀνατολή, ἡ Ἐκκλησία γιά διαφόρους λόγους δέν εἶχε πιά τήν δύναμι νά τήν ἀφομοίωσῃ καί νά τήν ἐκχριστιανίσῃ. Ἔμεινε προσκεκολλημένη στήν μεσαιωνική της πρωτοχρονιά, στήν ἀρχή τῆς Ἰνδίκτου, τήν 1η Σεπτεμβρίου, σέ μία ἡμέρα πού δέν ἦταν πιά πρωτοχρονιά. Κατά τήν 1η Ἰανουαρίου ἀκούονται σήμερα στούς ναούς μας λόγοι γιά τήν πρώτη τοῦ ἔτους κατά τό κήρυγμα – καί αὐτό εἶναι μέρος τῆς θείας λατρείας – καί στό τέλος τῆς λειτουργίας γίνεται μία δοξολογία ἀνάμικτη μέ δέησι γιά τήν εὐλογία τοῦ νέου χρόνου, πού ἔχει εἰσαχθῆ κάπως ἐμβαλωματικά στό κατά τά ἄλλα ἄσχετο πρός τήν πρώτη τοῦ ἔτους λειτουργικό περιεχόμενο τῆς ἡμέρας.
 Ἕνα ἀπαραμίλλου ὅμως κάλλους ὑμνογραφικό ὑλικό μένει ἀνεκμετάλλευτο, καταχωσμένο κάτω ἀπό τά ἐρείπια τῆς παλαιᾶς πρωτοχρονιᾶς, τῆς 1ης Σεπτεμβρίου. Ἀπό αὐτό θά ἀνασύρωμε μερικά ἐκλεκτά τροπάρια: Τό ἰδιόμελο τοῦ πλ. β´ ἤχου, ποίημα τοῦ ὑμνογράφου Βυζαντίου, πού ψάλλεται στό «Καί νῦν» τῶν στιχηρῶν τοῦ ἑσπερινοῦ· «Ὁ Πνεύματι ἁγίῳ συνημμένος…». Τό πρῶτο κάθισμα τοῦ πλ. δ´ ἤχου, προσόμοιον τοῦ «Τήν Σοφίαν καί Λόγον»· «Ὁ καιρούς καρποφόρους…».
Τό πρῶτο ἐξαποστειλάριο «Θεέ θεῶν καί Κύριε…». Καί τέλος τό δεύτερο στιχηρό τῶν αἴνων, ἰδιόμελο τοῦ δ´ ἤχου, ποίῃμα Ἰωάννου μοναχοῦ· «Ἡ βασιλεία σου, Χριστέ ὁ Θεός…». Καί τά τέσσαρα αὐτά τροπάρια, ὅπως καί ὅλα τά ἄλλα τῆς ἡμέρας ἐκείνης, εἶναι γεμᾶτα ἐμπιστοσύνη πρός τόν Θεό, τόν δημιουργό καί προνοητή τοῦ παντός· στά χέρια Του ἀφήνουν τούς πόθους καί τούς φόβους τοῦ λαοῦ Του· ζητοῦν νά χαρίσῃ ὁ Θεός στόν κόσμο Του τήν εἰρήνη, νά κατευθύνῃ τά ἔργα τῶν χειρῶν τῶν δούλων Του, νά δώσῃ ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καί εὐκαιρίες δοξολογίας τοῦ ὀνόματός Του καί νά εὐλογήσῃ «τόν στέφανον τοῦ ἐνιαυτοῦ τῆς χρηστότητός» Του. Τί ἄλλα καλλίτερα καί πληρέστερα αἰτήματα θά μποροῦσε νά ἀπευθύνῃ ὁ ἄνθρωπος στόν Θεό κατά τήν ἀνατολή τοῦ νέου ἔτους;
«Ὁ Πνεύματι ἁγίῳ συνημμένος, ἄναρχε Λόγε καί Υἱέ, ὁ πάντων ὁρατῶν καί ἀοράτων συμπαντουργός καί συνδημιουργός, τόν στέφανον τοῦ ἑνιαυτοῦ εὐλόγησον, φυλάττων ἐν εἰρήνῃ τῶν ὀρθοδόξων τά πλήθη, πρεσβείας τῆς Θεοτόκου καί πάντων τῶν ἁγίων σου».
 «Ὁ καιρούς καρποφόρους καί ὑετούς οὐρανόθεν παρέχων τοῖς ἐπί γῆς καί νῦν προσδεχόμενος τάς αἰτήσεις τῶν δούλων σου, ἀπό πάσης λύτρωσαι ἀνάγκης τήν πόλιν σου· οἱ οἰκτιρμοί καί γάρ σου εἰς πάντα τά ἔργα σου. Ὅθεν τάς εἰσόδους εὐλογῶν καί ἐξόδους, τά ἔργα κατεύθυνον ἐφ᾿ ἡμᾶς τῶν χειρῶν ἡμῶν καί πταισμάτων τήν ἄφεσιν δώρησαι ἡμῖν, ὁ Θεός· σύ γάρ ἐξ οὐκ ὄντων τά σύμπαντα, εἰς τό εἶναι παρήγαγες».
«Θεέ θεῶν καί Κύριε, τρισυπόστατε φύσις, ἀπρόσιτε, ἀΐδιε, ἄκτιστε καί τῶν ὅλων δημιουργέ, παντοκράτορ, σοί προσπίπτομεν πάντες καί σέ καθικετεύομεν· Τό παρόν ἔτος τοῦτο, ὡς ἀγαθός, εὐλογήσας φύλαττε ἐν εἰρήνῃ τούς βασιλεῖς καί ἅπαντα τόν λαόν σου, οἰκτίρμον».
 «Ἡ βασιλεία σου, Χριστέ ὁ Θεός, βασιλεία πάντων τῶν αἰώνων καί ἡ δεσποτεία σου ἐν πάσῃ γενεᾷ καί γενεᾷ· πάντα γάρ ἐν σοφίᾳ ἐποίησας, καιρούς ἡμῖν καί χρόνους προθέμενος· διό εὐχαριστοῦντες κατά πάντα καί διά πάντα βοῶμεν· Εὐλόγησον τόν στέφανον τοῦ ἐνιαυτοῦ τῆς χρηστότητός σου καί καταξίωσον ἡμᾶς ἀκατακρίτως βοᾶν σοι· Κύριε, δόξα σοι».
 Ἀπόσπασμα ἀπό τό βιβλίο «ΛΟΓΙΚΗ ΛΑΤΡΕΙΑ»

Στὸν ἀπόστολο τῆς 1ης ἰανουαρίου (Κολ. β΄8-12) +Μητροπολίτης Σερβίων καί Κοζάνης Διονύσιοςσε



α'. Σήμερα ἡ Ἐκκλησία ἑορτάζει τὴν περιτομὴ τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ τὴ μνήμη τοῦ ἁγίου Βασιλείου, ἀρχιεπισκόπου Καισαρείας τῆς Καππαδοκίας. Εἶναι ἀκόμα σήμερα καὶ ἡ ἑορτὴ τῆς πρώτης τοῦ ἔτους, ἀλλ’ αὐτὴ δὲν εἶναι ἐκκλησιαστικὴ ἑορτή, ἀλλὰ πολιτική. Ἐκκλησιαστικὰ ἡ ἀρχὴ τοῦ ἔτους ἑορτάζεται στὴν πρώτη Σεπτεμβρίου, τότε ποὺ ἀρχίζει τὸ φυσικὸ ἔτος. Ἡ Ἐκκλησία ὅμως, ποὺ πάντα εὐλογεῖ τὸ βίο τῶν ἀνθρώπων, εὐλογεῖ καὶ τὴ σημερινὴ πολιτικὴ ἑορτὴ καὶ κάνει ἐπίσημη τελετὴ μαζὶ μὲ τὶς Ἀρχὲς τοῦ κάθε τόπου, ζητώντας τὴν εὐλογία τοῦ Θεοῦ γιὰ τὸν καινούργιο χρόνο. Οἱ πολλοὶ βέβαια ρίχνουν τὸ βάρος στὴν πολιτικὴ ἑορτὴ τῆς πρωτοχρονιᾶς καὶ ἑορτάζουν τὴ σημερινὴ ἡμέρα περισσότερο κοσμικὰ καὶ πολὺ λιγότερο ἐκκλησιαστικά. Ἀλλά, καθὼς τὸ εἴπαμε, σήμερα ἡ Ἐκκλησία ἑορτάζει τὴν περιτομὴ τοῦ Κυρίου καὶ τὴ μνήμη τοῦ ἁγίου Βασιλείου.

β'. Ἀπόστολος, καθὼς ἀκούσαμε, στὴ θεία Λειτουργία διαβάζεται περικοπὴ ἀπὸ τὴν πρὸς Κολασσαεῖς ἐπιστολὴ τοῦ ἀποστόλου Παύλου. Τὸ περιεχόμενο αὐτῆς τῆς περικοπῆς ἀνταποκρίνεται καὶ στὸ πρόσωπο τοῦ ἁγίου Βασιλείου καὶ στὸ γεγονὸς τῆς περιτομῆς τοῦ Κυρίου. Γιατί αὐτὸ κάνει πάντα ἡ Ἐκκλησία, σχετικὰ μὲ τὰ ἁγιογραφικὰ ἀναγνώσματα· διαλέγει τὶς περικοπές, εἴτε τὶς προφητικὲς στὸν Ἑσπερινὸ εἴτε τὶς ἀποστολικὲς καὶ εὐαγγελικὲς στὴ θεία Λειτουργία, ἔτσι ποὺ τὸ περιεχόμενό τους νὰ ἔχη σχέση μὲ τὸ ἱερὸ πρόσωπο ἤ μὲ τὸ θεῖο γεγονός, ποὺ κάθε φορὰ ἑορτάζεται. Ἔτσι δίνεται ἡ εὐκαιρία στοὺς χριστιανοὺς νὰ ἀκοῦνε μᾶλλον τὴ θεία Γραφὴ στὴν Ἐκκλησία παρὰ νὰ τὴ διαβάζουν τάχα στὸ σπίτι, σὰν ἕνα κοινὸ ἀνάγνωσμα καὶ βιβλίο. Οἱ ὀρθόδοξοι μιλᾶμε γιὰ ἀκρόαση κι ὄχι γιὰ ἀνάγνωση τοῦ Εὐαγγελίου, καθὼς τὸ φωνάζει ὁ διάκονος· «Καὶ ὑπὲρ τοῦ καταξιωθῆναι ἡμᾶς τῆς ἀκροάσεως τοῦ ἁγίου Εὐαγγελίου...» Θεία Λειτουργία πάει νὰ πῆ πώς, κάθε φορὰ ποὺ διαβάζεται στὴν Ἐκκλησία τὸ Εὐαγγέλιο, ὁ Θεὸς μιλάει κι ἐμεῖς ἀκοῦμε. Στὸ τέλος κάνομε τὸ σταυρό μας καὶ λέμε· «Δόξα σοι, Κύριε· δόξα σοι».

γ'. Μὰ ἂς ἔρθωμε τώρα νὰ ἐξηγήσουμε τὸ σημερινὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα. Ἀκούσαμε λοιπὸν νὰ λέη ὁ Ἀπόστολος, ὄχι μόνο σ’ ἐκείνους ποὺ ἔγραφε τότε, ἀλλὰ καὶ σέ μᾶς καὶ στοὺς χριστιανοὺς κάθε καιροῦ· «Ἀδελφοί, προσέχετε μήπως καὶ σᾶς παρασύρη κανεὶς μὲ τὴ φιλοσοφία καὶ μὲ κούφια λόγια ποὺ ξεγελοῦν καὶ λέγονται σύμφωνα μὲ τὶς συνήθειες καὶ τὶς ἀντιλήψεις τοῦ κόσμου κι ὄχι καθὼς λέει ὁ Χριστὸς» (1).

δ'. Αὐτὸ τὸ κομμάτι ταιριάζει νὰ τὸ ποῦμε γιὰ τὸ πρόσωπο καὶ τὸ ἔργο τοῦ ἁγίου Βασιλείου. Ἦταν σὲ θέση περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλον νὰ κάμη λόγο γιὰ τὴ φιλοσοφία καὶ γιὰ τὴν ἀνθρώπινη γνώση, καὶ γιὰ τὶς ἀνεύθυνες θεωρίες, ποὺ ξεσηκώνουν τὰ μυαλὰ τῶν ἀνθρώπων καὶ γιὰ ὅλα, ποὺ ἐννοεῖ ὁ Ἀπόστολος σ’ αὐτὰ ποὺ γράφει. Ὁ ἅγιος Βασίλειος, ποὺ ὑπῆρξε ὁ σπουδαιότερος ἄνθρωπος τοῦ καιροῦ του κι ἕνας ἀπὸ τοὺς μεγάλους πατέρες τῆς Ἐκκλησίας καὶ οἰκουμενικοὺς διδασκάλους, ἦταν γεμάτος ἀπὸ κάθε σοφία καὶ γνώση τῶν ἀνθρώπων ἐκείνης τῆς ἐποχῆς, ὥστε νὰ μπορῆ νὰ ξέρη καὶ συγκρίνη τὴν ἔξω φιλοσοφία καὶ γνώση πρὸς τὴν ἀληθινὴ φιλοσοφία καὶ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας.

Ἡ φιλοσοφία εἶναι ἕνα μεγάλο ὄνομα, ἀλλὰ καὶ μία παγίδα, γιατί πολλὲς φορὲς καταντάει «κενὴ ἀπάτη», κούφια λόγια, ποὺ τόσο περισσότερο ξεγελοῦν, ὅσο περισσότερο εἶναι κούφια καὶ κάνουν περισσότερο θόρυβο. Καὶ ξέρομε ἀπὸ τὴ ζωὴ ὅτι θόρυβο κάνουν ἀκριβῶς τὰ ἀδειανὰ δοχεῖα, τὰ κύμβαλα, καθὼς γράφει ἀλλοῦ ὁ Ἀπόστολος, ποὺ ἀλαλάζουν.

ε'. Ἀπὸ τὴ φιλοσοφία καὶ τὴν κενὴ ἀπάτη ταλαιπωρεῖται πάντα ἡ Ἐκκλησία, καὶ ἴσως στὸν καιρὸ μας ταλαιπωρεῖται περισσότερο. Λογιῶν λογιῶν θεωρίες μὲ τὸ ὄνομα τῆς φιλοσοφίας καὶ μὲ τὸ πρόσχημα τῆς ἐλεύθερης σκέψης, ξεσηκώνονται γιὰ νὰ ἀμφισβητήσουν τὴν ἀλήθεια καὶ τὸ ἔργο τῆς Ἐκκλησίας καὶ νὰ σαλέψουν τὴν πίστη καὶ τὸ φρόνημα τῶν χριστιανῶν. Ὁ ἀγώνας τῶν μεγάλων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, καθὼς εἶναι ὁ ἅγιος Βασίλειος, δὲν ἦταν ἄλλος παρὰ μὲ συγγραφὲς καὶ μὲ Συνόδους νὰ φυλάξουν τὴν ὀρθὴ πίστη καὶ νὰ δείξουν τὴν πλάνη καὶ τὴν ἀπάτη τῶν αἱρέσεων. Ὅλες οἱ αἱρέσεις ἀποτελοῦν παρέκκλιση ἀπὸ τὴν ὑγιὰ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας, ἐπειδὴ μὲ τὰ στοιχεῖα τοῦ κόσμου καὶ μὲ τὴ συλλογιστικὴ μέθοδο τῆς φιλοσοφίας πλησιάζουν τὰ ζητήματα τῆς πίστεως καὶ τῆς ἀλήθειας, ποὺ ἀποκαλύπτει ὁ Θεὸς γιὰ τὴ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων. Ἡ φιλοσοφία χάνεται μέσα σὲ ἀτέλειωτες συζητήσεις, στὶς ὁποῖες τελικὰ διαλύεται ὁ ἀνθρώπινος λόγος· ἡ Ἐκκλησία δὲν συζητεῖ, ἀλλὰ κηρύττει τὸν ἐνυπόστατο Λόγο τοῦ Θεοῦ. Ἡ Ἐκκλησία, ποὺ δὲν καταργεῖ τὴ σκέψη καὶ τὸ λόγο τοῦ ἀνθρώπου, ὡς ἕνα σημεῖο συμπορεύεται μὲ τὴ φιλοσοφία, μὰ ὅταν ἐκείνη ξεστρατίζη, ἡ Ἐκκλησία γυρίζει καὶ στηρίζεται στὸ θεῖο λόγο. Ἡ Ἐκκλησία δὲν περιφρονεῖ τὴ φιλοσοφία, ἀλλὰ φυλάγεται ἀπὸ τὴ φιλοσοφία, ποὺ πολλὲς φορὲς ἐκφυλίζεται καὶ καταντᾶ κενὴ ἀπάτη. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι δεμένη πάντα στὴν πίστη καὶ στὰ γεγονότα τῆς θείας οἰκονομίας, ποὺ εἶναι ἡ στερεὴ καὶ ἀσάλευτη βάση τοῦ κηρύγματος τῆς ἀλήθειας καὶ τοῦ Εὐαγγελίου τῆς χάριτος.

ς'. Ἡ Ἐκκλησία, καθὼς διδάσκει ὁ Μέγας Ἀθανάσιος, εἶναι αὐτάρκης· δὲν τῆς λείπει τίποτα ἀπ’ ὅ,τι χρειάζεται γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου. Κι αὐτὸ εἶναι πάντα τὸ μέλημα καὶ τὸ ἔργο τῆς Ἐκκλησίας, ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου. Εἶναι ἄξια, γιὰ νὰ τὰ προσέξουμε πολύ, ὅσα στὴ συνέχεια λέει ὁ Ἀπόστολος. «Στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ κατοικεῖ ὁλόκληρο τὸ πλήρωμα τῆς θεότητας σὲ μορφὴ σωματική, καὶ ὅταν εἴσαστε μὲ τὸ Χριστό, τὰ ἔχετε ὅλα. Ὁ Χριστὸς εἶναι ἡ κεφαλὴ κάθε ἀρχῆς καὶ ἐξουσίας καὶ στὸ ὄνομά του περιτμηθήκατε, ὄχι μὲ περιτομὴ γενάμενη μὲ ἀνθρώπινα χέρια, σὰν ἐκείνη τῶν Ἑβραίων, ἀλλὰ μὲ τὴν περιτομὴ τοῦ Χριστοῦ, ποὺ εἶναι νὰ γδυθῆ κανεὶς ἀπὸ πάνω του τὸ σαρκικὸ σῶμα τῆς ἁμαρτίας» (2).

ζ'. Πρέπει νὰ ξεκαθαρίσουμε μέσα μας ποιὸς εἶναι καὶ τί εἶναι ὁ Χριστός, γιατί ἐδῶ ὑπάρχει πολλὴ ἄγνοια καὶ σύγχυση καὶ πλάνη. Ὁ Ἀπόστολος λέει ὅτι μέσα στὸ Χριστὸ κατοικεῖ ὁλόκληρο τὸ πλήρωμα τῆς θεότητας, ὅλος δηλαδὴ ὁ Θεὸς σὲ σωματικὴ μορφὴ· καὶ ἡ Ἐκκλησία, ἀκολουθώντας καὶ ἐδῶ τὸ λόγο τῆς ἀποκαλύψεως, δογματίζει πὼς ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς εἶναι Θεάνθρωπος. Ἐδῶ διχάστηκαν ὅλες οἱ αἱρέσεις καὶ πῆραν ἤ τὸ ἕνα ἤ τὸ ἄλλο ἄκρο· ἤ πὼς ὁ Χριστὸς εἶναι μόνο Θεὸς ἤ πὼς εἶναι μόνο ἄνθρωπος. Εἶναι ἀκριβῶς ἐδῶ ὁ κίνδυνος τῆς φιλοσοφίας, τοῦ ἀνεύθυνου καὶ δῆθεν ἐλεύθερου στοχασμοῦ τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ γυμνὸς καὶ χωρὶς τὸ φῶς τῆς ἀποκαλύψεως φιλοσοφεῖ ἀπάνω στὸ μυστήριο τῆς εὐσέβειας. Οἱ ἱεροὶ Πατέρες τὴν ξέρουν καλὰ αὐτὴ τὴν κακοτοπιὰ καὶ φιλοσοφοῦν, μᾶλλον δὲ θεολογοῦν, καθὼς λέει ὁ Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, «εἴσω τῶν οἰκείων ὅρων», μέσα δηλαδὴ στὰ ὅρια τοῦ ἀνθρώπινου λογισμοῦ, ποὺ πάντα φωτίζεται καὶ ὁδηγεῖται ἀπὸ τὸ φῶς τῆς ἀποκαλύψεως. Πολλοὶ ἄνθρωποι, καθὼς σὲ μιά του ἐπιστολὴ γράφει ὁ Μ. Βασίλειος, ἀπάνω στὰ ζητήματα τῆς πίστεως καὶ τῆς εὐσέβειας δὲν θεολογοῦν, ἀλλὰ τεχνολογοῦν.

η'. Στὰ παραπάνω λόγια του Ἀποστόλου πρέπει ἐπίσης πολὺ νὰ προσέξουμε στὴ φράση· «καὶ ἐστὲ ἐν αὐτῷ πεπληρωμένοι», ποὺ τὸ ἐξηγήσαμε πὼς θὰ πῆ· ὅταν εἴσαστε μὲ τὸ Χριστό, τὰ ἔχετε ὅλα. Ὅποιος εἶναι μὲ τὸ Χριστό, ὄχι μόνο δὲν αἰσθάνεται ἔλλειψη, ἀλλὰ καὶ πὼς εἶναι γεμάτος ἀπ’ ὅλα, ὅσα βέβαια εἶναι γιὰ τὴ σωτηρία. Γιατί, ἂν μᾶς κυριὲψη ἡ ἐπιθυμία νὰ ἔχωμε ὅλα τὰ ἄλλα, ποὺ μπορεῖ νὰ δώση ὁ κόσμος, τότε θὰ εἴμαστε πολὺ δυστυχεῖς, γιατί δὲν εἶναι αὐτὰ μὲ τὰ ὀποῖα μᾶς γεμίζει ὁ Χριστός. Ἐδῶ οἱ ἄνθρωποι πλανιῶνται καὶ χάνουν τὴν πίστη τους, ἐπειδὴ δὲν ξέρουν τί ζητοῦν ἀπὸ τὸ Χριστὸ καὶ τὴν Ἐκκλησία, ἐπειδὴ θὰ ἤθελαν νὰ τοὺς ἔδινε ἡ Ἐκκλησία ἐκεῖνα ποὺ δίνει ὁ κόσμος, ποὺ ὅμως αὐτὰ δὲν γεμίζουν καὶ δὲν ἀναπαύουν τὸν ἄνθρωπο, γιατί ὅλα αὐτὰ δὲν δίνουν σωτηρία. Πρέπει λοιπὸν νὰ καταλάβουμε τί θέλει νὰ πῆ ὁ Ἀπόστολος μὲ τὸ «ἐστὲ ἐν αὐτῷ πεπληρωμένοι», γιατί ἀλλιῶς κινδυνεύομε νὰ ποῦμε πὼς ὁ Ἀπόστολος πάει νὰ μᾶς ξεγελάση μὲ κούφια λόγια, καθὼς ὁ ἴδιος τὸ εἶπε παραπάνω.

θ'. Κι ἔρχεται ἀμέσως στὴ συνέχεια ὁ Ἀπόστολος νὰ μιλήση γιὰ τὴν περιτομή, ποὺ εἶναι τὸ ζήτημα ποὺ τὸν ἀπασχολεῖ πάντα, ἀλλὰ καὶ ὁ λόγος, γιὰ τὸν ὁποῖο στὴ σημερινὴ ἑορτὴ ἡ Ἐκκλησία διαβάζει αὐτὴ τὴν ἀποστολικὴ περικοπή. Σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν περιτομὴ τοῦ νόμου, ποὺ εἶναι μία πράξη ποὺ γίνεται μὲ τὰ χέρια τῶν ἀνθρώπων, ὑπάρχει ἡ περιτομὴ στὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, μία πράξη πνευματικὴ καὶ ἀχειροποίητη μέσα στὸν ἄνθρωπο. Ἡ περιτομὴ αὐτὴ συνίσταται στὸ νὰ κόψουμε καὶ νὰ βγάλωμε ἀπὸ πάνω μας τὸ σῶμα τῆς ἁμαρτίας, τὸν ἄνθρωπο μὲ τὸ σαρκικὸ καὶ κοσμικὸ φρόνημα, ποὺ ζῆ κάνοντας τὸ θέλημα τῶν αἰσθήσεών του, ποὺ εἶναι «ἡ ἐπιθυμία τῆς σαρκὸς καὶ ἡ ἐπιθυμία τῶν ὀφθαλμῶν καὶ ἡ ἀλαζονεία τοῦ βίου» (3), καθὼς γράφει ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης.

ι'. Ἀλλὰ αὐτὴ ἡ ἀχειροποίητη καὶ πνευματικὴ περιτομὴ δὲν εἶναι ἕνας ἀόριστος λόγος τοῦ Ἀποστόλου, ἀλλὰ μία πράξη, ποὺ συντελέστηκε ἤδη στὸν κάθε πιστὸ μὲ τὸ θεῖο βάπτισμα, γιὰ τὸ ὁποῖο ἔρχεται τώρα νὰ μιλήση. «Ἐνταφιαστήκατε μαζὶ μὲ τὸ Χριστὸ κατὰ τὸ βάπτισμα καὶ ἀναστηθήκατε τότε μαζί του, πιστεύοντας στὴ δύναμη τοῦ Θεοῦ ποὺ τὸν ἀνάστησε ἀπὸ τοὺς νεκροὺς» (4). Ἡ πνευματικὴ περιτομὴ τῶν χριστιανῶν, ποὺ γίνεται μὲ τὸ θεῖο βάπτισμα, εἶναι ἡ θύρα ἀπὸ τὴν ὁποία οἱ ἄνθρωποι μπαίνουν στὴν Ἐκκλησία, στὴ μεγάλη οἰκογένεια τῶν τέκνων τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν μεταξύ τους ἀδελφῶν. Μὰ τὸ βάπτισμα, ποὺ εἶναι ἀντὶ γιὰ τὴν περιτομή, μία περιτομὴ κι αὐτό, μὰ πνευματικὴ καὶ ἀχειροποίητη, εἶναι τὸ θεῖο Μυστήριο, ποὺ καθὼς τὸ τελεῖ ἡ Ἐκκλησία, μὲ τὶς τρεῖς καταδύσεις στὸ νερὸ στὸ ὄνομα τῆς Ἁγίας Τριάδος, γιὰ τὸν πιστὸ ποὺ βαπτίζεται εἶναι ἡ τριήμερη ταφὴ καὶ ἡ ἀνάσταση τοῦ Κυρίου. Ὅπως ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς καὶ μαζὶ μὲ τὸν Ἰησοῦ Χριστό, ὁ πιστὸς ὅταν βαπτίζεται πεθαίνει καὶ ἀνασταίνεται καινούργιος ἄνθρωπος. Πρέπει νὰ τὸ ποῦμε καθαρὰ· ἐδῶ δὲν πρόκειται γιὰ ἕνα συμβολισμό, μὰ γιὰ μιὰ ἀληθινὴ πράξη καὶ ἀλλαγή, ποὺ γίνεται μέσα στὸν ἄνθρωπο, μὲ τὴν ἀόρατη δύναμη καὶ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.


Ἀγαπητοί μου ἀδελφοί,

ια'. Θὰ περιμένατε ἴσως σήμερα μιὰ ἄλλη ὁμιλία· κάτι σὰν μήνυμα ἀπ’ αὐτὰ ποὺ ἀκοῦμε αὐτὲς τὶς ἡμέρες στὴν Τηλεόραση ἤ διαβάζουμε στὶς Ἐφημερίδες. Μὰ αὐτὰ πιὰ κατάντησαν πολὺ γνωστὰ καὶ τετριμμένα· τὰ ἴδια λόγια, οἱ ἴδιες εὐχές, μιὰ τεχνητὴ αἰσιοδοξία, τάχα πὼς ὅλα πᾶνε καλὰ καὶ πὼς θὰ πᾶνε καλύτερα. Δὲν ἦταν δύσκολο νὰ κάνωμε κι ἐμεῖς μιὰ τέτοια ὁμιλία· νὰ ψευτοφιλοσοφήσουμε περὶ χρόνου, νὰ τὰ δοῦμε στὴν ζωὴ τῶν ἀνθρώπων ὅλα καλά, νὰ εὐχηθοῦμε πὼς αὔριο ὁπωσδήποτε θὰ εἶναι καλύτερα καὶ πὼς ὁ νέος χρόνος θὰ φέρη τὴν εὐτυχία σ’ ὅλο τὸν κόσμο. Φοβηθήκαμε νὰ τὰ ποῦμε ἔτσι, γιατί ὁ Ἀπόστολος θὰ ’λεγε καὶ σὲ μᾶς ὅτι πᾶμε νὰ ξεγελάσουμε τοὺς ἀνθρώπους μὲ τὴ φιλοσοφία καὶ τὴν κενὴ ἀπάτη. Προτιμήσαμε λοιπὸν καὶ σήμερα νὰ ἐξηγήσουμε τὴν ἀποστολικὴ περικοπὴ τῆς διπλῆς ἑορτῆς, καθὼς ἀπὸ πολὺν καιρὸ τώρα συστηματικὰ κάνομε.

Ἀλλά, γιὰ νὰ μὴν πῆ κανένας πὼς δὲν εἴχαμε κι ἐμεῖς μία εὐχὴ γιὰ τὴ σημερινὴ ἡμέρα, εὐχόμαστε λοιπὸν τὸ νέο ἔτος, ὄχι κατὰ μαγικὸ τρόπο, νὰ εἶναι αἴσιο καὶ εὐτυχές, ἀλλὰ ἐμεῖς ἀπὸ σήμερα νὰ ἀρχίσουμε νὰ εἴμαστε καλύτεροι ἀπὸ χθές. Γιατί δὲν εἶναι τὰ πράγματα ποὺ μᾶς κάνουν εὐτυχεῖς, μὰ εἴμαστε ἐμεῖς ποὺ φτιάχνομε τὰ πράγματα καὶ βρίσκομε τὸ δρόμο τῆς σωτηρίας μας μέσα στὴν ἐκτέλεση κάθε φορὰ τοῦ χρέους μας καὶ στὴ βελτίωση τοῦ ἑαυτοῦ μας Ἀμήν.

† ὁ Σ.Κ.Δ.


* Ἐλέχθη εἰς τὸν [Μητροπολιτικὸν] Ἱ. Ν. ἁγίου Νικολάου [Κοζάνης] τὴ 1η Ἰανουαρίου 1980



Ὑποσημειώσεις

1. Κολ. 2,8.

2. Κολ. 2, 9-11.

3. Ἰω. 2,16.

4. Κολ. 2,12.


Ἐγκώμιο στὸν Μέγα Βασίλειο Ὁσίου Ἐφραίμ τοῦ Σύρου

Στρέψτε τὰ αὐτιὰ σας σ’ ἐμένα, ἀγαπητοὶ ἀδελφοί· θὰ σᾶς διηγηθῶ μιὰ ὡραιότατη διήγηση. Διότι εἶναι σωστὸ νὰ κρύβει κανεὶς τὶς ἀποφάσεις τῶν βασιλέων, εἶναι ὅμως καλὸ νὰ ἀποκαλύπτει τὰ μυστήρια τοῦ Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος μὲ ἀφορμή τούς πιστοὺς δούλους του στηρίζει τοὺς ἀδύναμους, ἀπὸ τοὺς ὁποίους πρῶτος εἶμαι ἐγώ. Ὑπάρχει λοιπὸν σ’ ἐμένα ὁ πόθος νὰ ἀγγίξω γεγονότα πού ἔχουν συμβεῖ γιὰ τὴ θεραπεία τῆς ταλαίπωρης ψυχῆς μου. Θέλω νὰ βάλω σήμερα στὸν ἀργαλειὸ στημόνι ἀπὸ τὸ ὡραῖο μαλλὶ τοῦ λογικοῦ προβάτου.
Ποθῶ νὰ ὑφάνω κεντημένο χιτώνα ἀπὸ τὸ μαλλὶ τῆς λογικῆς καὶ προσευχητικῆς γλώσσας. Διότι εἶδα κάποτε ἕνα κριάρι πού εἶχε ὡραία ἐμφάνιση καὶ πνευματικὰ κέρατα, τὰ ὁποῖα ἠχοῦσαν μὲ λόγια τοῦ Θεοῦ· καὶ ἀφοῦ τὸ πλησίασα μὲ μεγάλη ἀγωνία, ἀφαίρεσα ἀπ’ αὐτό ἀθόρυβα μιὰ μικρὴ τούφα.
Μὲ κυρίευσε ὅμως ἕνας ἀβάσταχτος φόβος, διότι ἀποτόλμησα τέτοιες φοβερὲς πράξεις, ἐπειδὴ δὲν ἤμουν συνετός.
Θέλετε λοιπὸν νὰ φανερώσω ποιὸ ἦταν αὐτό τὸ κριάρι πού ἦταν στολισμένο μὲ τόσο ὡραῖα χρώματα; Αὐτό τὸ κριάρι ἦταν ὁ σοφὸς καὶ πιστὸς Βασίλειος, ὁ ὁποῖος ἐπισκόπευσε στὴ χώρα τῶν Καππαδοκῶν καὶ κήρυξε στὴν πόλη τῶν Καισαρέων σωτήριες διδασκαλίες γιὰ ὅλη τὴν οἰκουμένη.
Ὁ Βασίλειος, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀληθινὰ ἡ βάση τῶν ἀρετῶν, τὸ βιβλίο τῶν ἐπαίνων, ὁ βίος τῶν θαυμάτων· αὐτός πού βαδίζει μὲ τὴ σάρκα καὶ προχωρεῖ μὲ τὸ πνεῦμα· αὐτός πού ζεῖ μὲ τὰ γήινα καὶ ἔχει τὸ βλέμμα του στραμμένο στὰ οὐράνια· αὐτός πού εἶναι τὸ βηρύλλιο πλῆκτρο τῆς μυστικῆς κιθάρας, αὐτό πού ἔτερψε τὴ χορεία τῶν ἁγίων Ἀγγέλων· αὐτός πού εἶναι τὸ σταθερὸ ἀρνί τῆς μάνδρας τῆς ζωῆς, πού καταβρόχθισε τὸ χορτάρι τοῦ ἱεροῦ Πνεύματος· αὐτός πού εἶναι τὸ ἀρνί πού πήδησε ἀπὸ τὸν πόθο καὶ ἅρπαξε τὸ ἄνθος ἀπὸ τὴν κορυφὴ τοῦ τιμίου Σταυροῦ· αὐτός πού εἶναι τὸ παχνὶ τῶν δογμάτων, ἡ γλώσσα τῶν λόγων, τὸ βραβεῖο τῶν ὀρθῶν καὶ ὠφέλιμων νοημάτων· αὐτός πού βύθισε τὸν ἑαυτό του στὸ βυθὸ τῶν Γραφῶν καὶ ἀνέσυρε τὸ λαμπρὸ μαργαριτάρι· αὐτός πού εἶναι τὸ ὥριμο σταφύλι τῆς θεϊκῆς κληματαριᾶς, πού ἀπὸ τὸν οὐρανὸ πῆρε τὴ θεία γλυκύτητα· αὐτός πού εἶναι ἡ ὡραία μεμβράνη τῆς ἱερῆς σοφίας, στὴν ὁποία γράφηκαν ἀπὸ τὸν οὐρανὸ τὰ θεία χαράγματα· αὐτός πού εἶναι τὸ εὔφορο χωράφι τῆς οὐράνιας βασιλείας, τὸ ὁποῖο καρποφόρησε γιὰ τὸν Θεὸ καρποὺς δικαιοσύνης· αὐτός πού εἶναι βουνὸ στολισμένο μὲ τὰ ἄνθη τῆς μυστικῆς τριανταφυλλιᾶς, πού ἡ εὐωδιὰ του ἔφθασε στὸν ἴδιο τὸν οὐρανό· αὐτός πού ἔψαλε ἐπάνω στὴ γῆ ἄσματα ἀρεστά στὸν Θεὸ καὶ πῆρε ἀπ’ τοὺς οὐρανούς στεφάνια εὐπρόσδεκτα· αὐτός πού ἀντιλήφθηκε τὴ χάρη καὶ διακήρυξε, ὅπως ὁ Ἰώβ, τὴν ὁμολογία του στὸν Σωτήρα τῶν ὅλων, λέγοντας: «Τὸ Πνεῦμα τοῦ Κυρίου τοῦ Θεοῦ εἶναι αὐτό πού μὲ δημιούργησε, καὶ ἡ ἔμπνευση τοῦ Παντοκράτορος εἶναι αὐτή πού μὲ διδάσκει»· βεβαιώνοντας ὅτι μὲ τὴν ἔμπνευση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος κήρυττε σὲ ὅλους τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό.
Ποθῶ ἀκόμη νὰ προσθέσω καὶ ἄλλη ὕφανση στὸ λόγο γιὰ τὰ ἐγκώμια, ὥστε μὲ τὴν ἀπόλαυση καὶ μὲ τὴν ἀνάμνηση τοῦ δίκαιου ἄνδρα νὰ βροῦμε στὶς προσευχὲς μας γνώση καὶ κατάνυξη. Πρέπει λοιπὸν νὰ πάρουμε στὰ χέρια μας τὴ σαΐτα τοῦ Πνεύματος καὶ νὰ τακτοποιοῦμε τὸ νῆμα τῶν νοημάτων μας. Ἔπειτα πρέπει νὰ ἑτοιμαζόμαστε γι’ αὐτή τὴν ἐργασία ἔτσι., ὥστε νὰ κλείνουμε μέσα στὸ στημόνι καὶ τὸ ὑφάδι. Ἂν λοιπὸν κάποιος κλώσει αὐτό τὸ μαλλὶ μὲ προσοχή, θὰ προσφέρει στολὴ ἀθανασίας σ’ ἐκείνους πού ποθοῦν αὐτὴ τὴ στολή.
Τέτοιες εἶναι οἱ ἀπαρχές τοῦ μυστικοῦ θρέμματος· τέτοιες εἶναι οἱ σοδειὲς τοῦ ἅγιου κτήματος. Ἔτσι ἄφθονος ἦταν στὴ διδασκαλία, ὥστε νὰ ντύνει ὅσους τύχαινε νὰ εἶναι παρόντες. Ἦταν πνευματοφόρο κριάρι τοῦ κοπαδιοῦ τοῦ Χριστοῦ, τὸ ὁποῖο ἀνθοῦσε μέσα στὸ ἔλεος τῆς λαμπρῆς Ἐκκλησίας· ἀπὸ τὴ μιὰ προσφέροντας ζεστασιὰ στοὺς φτωχοὺς μὲ τὸ μαλλί του, ἀπὸ τὴν ἄλλη, ὁδηγώντας σὲ κατάνυξη τοὺς πλούσιους μὲ τὰ χτυπήματα τῶν κεράτων του. Καθὼς παρέμενε νύχτα καὶ μέρα στὰ ἴδια ἄδυτα, δέχθηκε τὴ Χάρη ἀπὸ τὸν οὐρανό. Γι’ αὐτό καὶ κάθε μέρα βγάζοντας ἄφθονα ἄνθη ὡς πρὸς τὸ λόγο, ἀνανέωνε γιὰ τὶς ψυχὲς τὸν ἀναλλοίωτο στολισμό. Καὶ παρόλο πού μοίραζε τὸν ἑαυτό του στὸν καθένα χωριστά, δὲν ἀλαζονεύονταν γιὰ τὴν ποικιλία του.
Ἐπειδὴ λοιπὸν πλήθαινε στὰ ἄφθαρτα ἄνθη, ἐπειδὴ τρεφόταν μὲ τοὺς ἅγιους κάλυκες, ἐπειδὴ ἔβρισκε ἀνάπαυση πάντοτε μέσα στὶς Γραφὲς καὶ ἀπὸ αὐτές ἔβοσκε ἄφθονο τὸ θεϊκὸ χορτάρι, καί ἀπολάμβανε τὴ χλόη στὰ βοσκοτόπια τῆς ἀποστολικῆς διδασκαλίας, καὶ εὐφραινόταν μέσα στὶς ἱερατικὲς αὐλὲς, γι’ αὐτό καὶ ὁ λόγος του κυλοῦσε σὰν ποταμός, καὶ ἡ ἀρετὴ του προχωροῦσε σὰν τὰ κύματα τῆς θάλασσας. Ἐκεῖ τρεφόταν μὲ θεία νοήματα, καὶ ἐδῶ κήρυττε μὲ δυνατὴ φωνὴ ἀθάνατα λόγια· ἐκεῖ ἔτρωγε ἐνάρετα φαγητά, καὶ ἐδῶ διακήρυττε εὐπρόσδεκτα λόγια. Δὲν ἦταν δηλαδὴ ἡ τροφὴ του στρύχνος καὶ βάτος, ἀλλά ἦταν ρόδο καὶ κρίνο, κρόκος καὶ κιννάμωμο. Ἀκολουθοῦσε δηλαδὴ πίσω ἀπὸ τέτοιο χορτάρι, ἀρωματίζοντας τὴν τροφή του μὲ μυστικὰ βλαστάρια. Γι’ αὐτό καὶ τὸ μαλλὶ του γίνονταν λαμπρό, καὶ ἦταν κατάλληλο γιὰ τὴν ὕφανση τῶν θείων διδαγμάτων.
Καὶ γιὰ ποιὸ λόγο πρέπει νὰ λέω πολλὰ γι’ αὐτό τὸ κριάρι, ὅπου ὁλόκληρο ἔγινε σκεῦος ἕτοιμο, ὄχι σκεῦος τυχαῖο, ἀλλά τέτοιο πού εἶδε ὁ Πέτρος νὰ κατεβαίνει ἀπὸ τὸν οὐρανό, πιασμένο ἀπὸ τὶς τέσσερες ἄκρες; Ἀλλά ἐκεῖνο κατεβαίνοντας στὴ γῆ, ἔδειξε ὅτι εἶχε πτηνὰ καὶ τετράποδα· ὁ Βασίλειος ὅμως πού βρῆκε τὴν ἄνοδο στὸν οὐρανό, παρουσίασε σ’ ἐμᾶς λόγια ἔνδοξα καὶ παράδοξα. Καὶ ἐκεῖνο βέβαια τὸ σκεῦος φάνηκε γιὰ λίγο, καὶ ἀνασύρθηκε ἡ ἐμφάνισή του, ἀφοῦ ἀποκαλύφθηκε μόνο σὲ ἕναν· αὐτὸς ὅμως ἀνυψωμένος πολλὰ χρόνια, χορήγησε σὲ πολλοὺς τὴ χάρη τοῦ Πνεύματος. Γιὰ ἐκεῖνο τὸ σκεῦος ὁ Πέτρος ἄκουσε ἀπὸ τὸν οὐρανό, «Ἀπὸ ἐκεῖνα πού ἐγώ καθάρισα, φάγε»· καὶ γι’ αὐτὸν εἰπώθηκε σὲ ὅλους· «Αὐτόν πού ἐγώ ἁγίασα, καὶ σεῖς νὰ τὸν τιμήσετε».
Ποιὸς λοιπὸν δὲν θὰ ἐπαινοῦσε ἐκεῖνον πού δόξασε ὁ Πατέρας; ἤ ποιὸς δὲν θὰ τιμοῦσε ἐκεῖνον πού ἁγίασε ὁ Υἱός; Καὶ ποιὸς δὲν θὰ μακάριζε ἐκεῖνον πού μακάρισε τὸ σοφὸ καὶ νοερὸ καὶ σεβάσμιο Πνεῦμα;
Πωπώ, πῶς εὐδόκησε ἡ ἀπόφαση τοῦ Θεοῦ νὰ κατοικήσει μέσα του καὶ νὰ περπατήσει μέσα του! «Βρίσκω ἀνάπαυση, εἶπε ὁ Θεός, στὸν ταπεινὸ καὶ ἥσυχο, καὶ σ’ αὐτόν πού φοβᾶται τὰ λόγια μου». Ἔτσι ἡ Χάρη τοῦ πλημμύρισε τὸ νοῦ, μὲ ἐκεῖνα τὰ σεμνὰ καὶ ἀστείρευτα ρεύματα, ὥστε νὰ παρουσιάσει κόσμιους καὶ αὐτούς πού μολύνθηκαν μέσα στὰ ἁμαρτήματά τους, ὅπως καὶ αὐτούς πού βαπτίσθηκαν.
Γιὰ νὰ δείξει λοιπὸν ὁ Κύριος τὴν εὐσπλαχνία του καὶ σ’ ἐμένα, ὅταν μοῦ δόθηκε ἀφορμή γιά νά προσφέρω ἐλεημοσύνη σὲ κάποια πόλη, ἄκουσα ὅταν βρέθηκα ἐκεῖ φωνὴ νὰ μοῦ λέει: «Σήκω, Ἐφραίμ, καὶ φάγε νοήματα». Καὶ ἀφοῦ ἀπάντησα, εἶπα μὲ πολλὴ ἀγωνία: «Ἀπὸ ποῦ, Κύριε, νὰ φάω;». Καὶ μοῦ ἀπάντησε: «Νά, στὸν οἶκο μου, τὸ βασιλικό σκεῦος θά σοῦ προσφέρει τὸ φαγητό». Καὶ ἀφοῦ θαύμασα πολὺ γιὰ τὰ λεγόμενα, σηκώθηκα καὶ πῆγα στὸ ναὸ τοῦ Ὕψιστου, καὶ ἀφοῦ προχώρησα ἀθόρυβα στὸ προαύλιο καὶ ἔσκυψα ἀπὸ τὸν πόθο στὰ πρόθυρα, εἶδα στὰ ἅγια τῶν ἁγίων τὸ σκεῦος τῆς ἐκλογῆς νὰ εἶναι ἁπλωμένο λαμπρὰ μπροστὰ στὸ ποίμνιο, νὰ εἶναι ὁλόκληρο στολισμένο μὲ θεοπρεπῆ λόγια, καὶ τὰ μάτια ὅλων νὰ εἶναι στραμμένα σ’ αὐτόν. Εἶδα τὸ λαὸ νὰ τρέφεται ἀπὸ αὐτόν μὲ πνεῦμα, καὶ τὴ χήρα καὶ τὸ ὀρφανὸ νὰ ἐλεεῖται πάρα πολύ. Εἶδα ἐκεῖ νὰ κυλοῦν πρὸς αὐτόν τὰ δάκρυα σὰν ποτάμι, καὶ τὸ μαλλὶ τῆς ζωῆς νὰ λάμπει σὲ ὅλους σὰν χρυσάφι, καὶ τὸν ἴδιο τὸν ποιμένα νὰ στέλνει ψηλὰ μὲ τὰ φτερὰ τοῦ Πνεύματος δεήσεις καὶ νὰ κατεβάζει ἀπαντήσεις. Εἶδα τὴν ‘Ἐκκλησία νὰ καλλωπίζεται ἀπὸ αὐτόν, καὶ τὴν ἀγαπημένη νὰ στολίζεται μὲ πολλὰ στολίδια. Εἶδα τὰ δόγματα τοῦ Παύλου, τὰ διδάγματα τῶν Προφητῶν, τὸ νόμο τῶν Εὐαγγελίων, τὸ φόβο τῶν μυστηρίων. Εἶδα ἐκεῖ τὸν ὠφέλιμο καὶ σωτήριο λόγο νὰ ὑψώνεται πιστὰ στὸν ἴδιο τὸν οὐρανό, καὶ γενικὰ ὅλη ἐκείνη τὴ Σύναξη νὰ λάμπει ἀπὸ τὶς ἀκτῖνες τῆς Χάρης. Ἐπειδὴ λοιπὸν ὅλοι αὐτοί τόσο πολὺ προόδευαν στὴν εὐσέβεια, καθὼς ἀντλοῦσαν ἀπὸ τὸ ἐκλεκτό σκεῦος τῆς βασιλείας, ἀνύμνησα τὸν σοφὸ καὶ ἀγαθό Κύριο, ὁ Ὁποῖος τόσο πολὺ δοξάζει ἐκείνους πού τὸν δοξάζουν.
Ὕστερα λοιπὸν ἀπὸ τὸ κήρυγμα, δόθηκε στὸν ἄνδρα πληροφορία γιὰ μένα ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, καὶ ἀφοῦ ἔστειλε καὶ κάλεσε ἐμένα τὸν τιποτένιο, ἀπευθύνθηκε σέ μένα διὰ μέσου τοῦ διερμηνέα, καί μέ ρώτησε: «Ἐσύ εἶσαι ὁ Ἐφραίμ, ὁ ὁποῖος ἔσκυψες τέλεια τὸν τράχηλό σου καὶ σήκωσες τὸ ζυγὸ τοῦ σωτήριου λόγου;». Καὶ ἀφοῦ ἀπάντησα καί εἶπα, «ἐγώ εἶμαι ὁ Ἐφραίμ, ὁ ὁποῖος ἄφησα τὸν ἑαυτό μου πίσω ἀπὸ τὸν οὐράνιο δρόμο». Καὶ ἀφοῦ μὲ πλησίασε ὁ θεόπνευστος αὐτός ἄνδρας, πρόσφερε σ’ ἐμένα τὸ ἅγιο φίλημά του καὶ ἀφοῦ ἔστρωσε τραπέζι μὲ τὰ φαγητὰ τῆς σοφῆς καὶ ἅγιας καὶ πιστῆς ψυχῆς του, ὄχι τραπέζι καρυκευμένο μὲ φθαρτὰ φαγητά, ἀλλά γεμάτο μὲ ἄφθαρτα νοήματα, ἔλεγε μὲ ποιὲς δηλαδὴ καλὲς πράξεις μποροῦμε νὰ δείξουμε τήν τέλεια μετάνοιά μας στὸν Κύριο  πῶς θὰ ἐμποδίσουμε τὶς ἐπιθέσεις τῶν ἁμαρτημάτων, καὶ πῶς θὰ κλείσουμε τὶς εἰσόδους τῶν παθημάτων· πῶς θὰ ἀποκτήσουμε τὴν ἀποστολικὴ ἀρετή, καὶ πῶς θὰ κάμψουμε τὸν ἀδωροδόκητο Κριτή. Καὶ ἀφοῦ ἔκλαψα, κραύγασα καὶ εἶπα: «Ἐσύ, πάτερ, φρούρησε ἐμένα τὸν πλαδαρὸ καὶ ράθυμο· ἐσύ ὁδήγησέ με στὸν ἴσιο δρόμο· ἐσύ φέρε σὲ κατάνυξη τὴ σκληρὴ σὰν πέτρα καρδιά μου· διότι σ’ ἐσένα μὲ ἀνέθεσε ὁ Θεὸς τῶν πνευμάτων, γιὰ νὰ θεραπεύσεις τὴν ψυχή μου. Ἐσύ προσόρμισε τὸ σκάφος τῆς ψυχῆς μου στὸ ἥσυχο λιμάνι».
Καὶ πρόσεξε τὴ φροντίδα τοῦ καλοῦ διδασκάλου, ἀπὸ ποῦ δηλαδὴ ἄδραξε τὸ παράδειγμα τῆς ἀρετῆς μου. Κράτησε σφιχτά, γιὰ νὰ τὸ πῶ ἔτσι, τὸ ραβδὶ τοῦ σώματος, καὶ ἀφοῦ μάδησε τὴ συνήθεια τῶν ἀνόητων παθῶν, ἀφαίρεσε τὰ λέπια μου, δηλαδὴ τὴν ἀδυναμία τῶν ματιῶν μου· καὶ ἀφοῦ ἐλάττωσε τὴν ὠχρότητα καὶ ἀνωριμότητα τοῦ λόγου, μὲ πῆρε μὲ τὸ ζῆλο καὶ μὲ βύθισε στὰ βάθη τῶν διδαγμάτων του. Τότε τὰ σπλάχνα μου πόθησαν πολὺ νὰ συνθέσουν τὸν ἔπαινο τῶν Σαράντα Μαρτύρων· διότι ὁ ἐκλεκτός πληροφόρησε τὰ αὐτιά μου γιὰ κάθε πράξη τῆς καρτερίας τους· πῶς δηλαδὴ προτίμησαν νὰ πεθάνουν γιὰ τὸν Χριστό, καὶ πόσους κινδύνους περιφρόνησαν, γιὰ νὰ Τὸν κερδίσουν, καὶ πόσοι ἦταν οἱ ἅγιοι ὡς πρὸς τὸν ἀριθμό· καὶ ἐξιστοροῦσε τὰ ὑπόλοιπα κατορθώματα τῆς εὐσέβειάς τους.
Ἐπειδὴ λοιπὸν ὁ πιστὸς ἀρχιερέας μᾶς ἔκανε ἄξιους γιὰ μιὰ τέτοια λαμπρὴ ἐργασία, ἀφοῦ ἀφήσουμε τοὺς ἐπαίνους αὐτῶν τῶν τροπαιούχων καλλινίκων ἀνδρῶν γιὰ ἄλλη διήγηση, ἂς μακαρίσουμε αὐτόν, τὸν ὅσιο τοῦ Χριστοῦ, τὸν ἄνδρα πού εἶχε τὸν ἴδιο ζῆλο καὶ τὴν ἴδια τιμὴ μ’ αὐτούς. Διότι, ὅπως οἱ Ἅγιοι ἀντιστάθηκαν μὲ ἀνδρεία στὸν τύραννο Λικίνιο καὶ στὸν ἄρχοντα Δούκα, ἔτσι καὶ ὁ Ὅσιος ἀντιπαρατάχθηκε στὸν Οὐάλη καὶ στὸν Ἄρειο καὶ στὸν ἀλαζονικὸ ἔπαρχο. Ἐκεῖνοι οἱ Ἅγιοι ξερίζωσαν τὰ ἀγκάθια τῆς πλάνης, καὶ αὐτὸς ξερίζωσε τὰ τριβόλια τῆς αἱρετικῆς μανίας. Ἐκεῖνοι διέλυσαν τὰ ἀγωνίσματα τοῦ Λικίνιου, καὶ αὐτός κατάργησε τὰ προστάγματα τοῦ Οὐάλη. Ἐκεῖνοι κατάργησαν τὶς προσταγὲς τοῦ Δούκα, καὶ αὐτός καταντρόπιασε τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ Ἄρειου. Ἐκεῖνοι διέλυσαν τὴν ἀλαζονεία τοῦ ἄρχοντα, καὶ αὐτός τσάκισε τὴ μανία τοῦ ἔπαρχου Μόδεστου.
Ἀφοῦ λοιπὸν ὁπλίσθηκε ἀπὸ τὴν ἄθλησή τους μὲ κεντρί, ὅπως ὁ Φινεές, τρύπησε τὶς γλῶσσες πού ἔφυγαν μακριὰ ἀπὸ τὸν Θεό. Γι’ αὐτό καὶ ποθοῦσε πολὺ ἔντονα νὰ πιεῖ τὸ ποτήρι τοῦ μαρτυρίου καὶ βιαζόνταν νὰ στήσει τρόπαιο μὲ τὸ μαρτύριό του. Οἱ Μάρτυρες, χάρη στὴν πίστη τους στὸν Χριστό, σήκωσαν ἐπάνω τους ὅλη μαζὶ τὴ θλίψη καὶ τὴν ὑπέ-μειναν μὲ γενναιότητα· ὁ Βασίλειος ἐπίσης, χάρη στὴν ἐλπίδα του στὸν Χριστό, ὑπέφερε μὲ ἀνδρεία τὴ χιονοθύελλα τῶν πειρασμῶν. Ἐκεῖνοι πέταξαν τοὺς χιτῶνες τους καὶ πρόσφεραν τὰ μέλη τους στὰ βασανιστήρια· καὶ αὐτός βιάζονταν νὰ πετάξει ἀπὸ πάνω του ἀκόμη καὶ τὸ κουρέλι πού εἶχε γύρω ἀπὸ τὸν τράχηλό του καὶ τὸ σῶμα. Ἐκεῖνοι στὴ λίμνη τράβηξαν πρὸς τὸν ἑαυτὸ τους αὐτόν πού πλανιόταν στὴν ἀσέβεια καὶ τὸν ἔκαναν ἄξιο γιὰ τὴ δόξα· αὐτός ἐπίσης βαφτίζοντας τοὺς ἄπιστους στὴν κολυμβήθρα, ἔγινε γι’ αὐτοὺς πρόξενος τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν. Ἐκεῖνοι μέσα στὰ νερά, φλεγόμενοι ἀπὸ τὸν πόθο, εἶδαν τὸ φῶς μαζὶ μὲ τὰ στεφάνια πάνω ἀπὸ τὸ κεφάλι τους· καὶ αὐτός πυρπολούμενος ἀπὸ τὰ δόγματα τῆς Ἁγίας Τριάδας, πῆρε τὰ βραβεῖα γιὰ τὸν ἀγώνα του ἐνάντιον τῶν κακοδόξων.
Πόσες πανουργίες μεταχειρίσθηκε ὁ πονηρὸς Βελίαρ γιὰ νὰ χωρίσει τὸν Βασίλειο ἀπὸ τὴν οὐράνια βασιλεία! Ἐξόργισε βασιλιάδες, ἄρχοντες καὶ ὄχλους, ἀλλά ὁ Βασίλειος ἔγινε βάση τῶν πιστῶν. Ἐξαγρίωσε ὅλες τὶς καταιγίδες του, ἀλλά δὲν τάραξε διόλου τὸν σοφὸ ἔμπορο. Προκάλεσε θύελλα μὲ τοὺς βοηθούς του, δηλαδὴ μὲ τὶς αἱρέσεις, ἀλλά ἡ τέχνη τοῦ κυβερνήτη ἀποδεικνύονταν περισσότερο. Ξεσήκωσε τρικυμίες ἐνάντιον τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά δὲν μπόρεσε νὰ βυθίσει τὸ πλοῖο τῆς πίστης τοῦ Βασιλείου. Τὸν πολέμησε μὲ αἱρετικὰ λόγια, ἀλλά ἀμέσως τραυματίζονταν ἀπὸ τὰ δόγματα τῆς θεολογίας. Ἐξόπλισε ἐναντίον του τὸν Ἄρειο, ὅπως τὸν Γολιάθ, ἀλλά χτυπιόταν ἀπ’ αὐτόν, σὰν μὲ σφενδόνη, μὲ τὰ τρία λιθάρια τῆς πίστης. Ἐπιτέθηκε μὲ ὁρμή στὸν πύργο του μὲ τοὺς ἀνέμους τῆς κακοδοξίας —ἄνεμοι δηλαδὴ ἦταν οἱ λόγοι τῶν ἀσεβῶν— ἀλλά δὲν τὸν ἔπεισαν, διότι εἶχε ὀχυρωθεῖ μὲ τὰ τρία ἀπόρθητα τείχη τῆς ἄχραντης Τριάδας. Ἐκτόξευσε τὰ βέλη τῆς πολυθεΐας, ἀλλά ἀμέσως τράπηκε σὲ φυγὴ ἀπὸ τὴ μονοθεΐα. Ἔρχονταν στρατεύματα σκυλιῶν πού γαύγιζαν, ἀλλά μὲ τὴ ράβδο τοῦ σταυροῦ τὰ τραυμάτιζε. Οἱ λύκοι φοροῦσαν πάλι τὸ δέρμα τῶν προβάτων, ἀλλά ἀμέσως ἔλεγχε τὴν ὑποκρισία τους. Βιαζόταν ἡ ἀδικία νὰ τὸν ταράξει, ἀλλά ἀμέσως νικιόταν ἀπὸ τὴ δικαιοσύνη τοῦ ἀνδρός. Φιλονεικοῦσαν οἱ ἄπιστοι νὰ μιμηθοῦν τὴν πίστη καὶ τὴ διδασκαλία του, ἀλλά ἀμέσως διακηρυσσόταν ἡ κακόπιστη καὶ ἀσεβής γνώμη τους. Μεταχειρίζονταν κολακεῖες γιὰ νὰ ἀποκτήσουν τὴν παρρησία του, ἀλλά ἀμέσως ἀποκαλυπτόταν ἡ ἀφροσύνη τους.
Ἐπειδὴ δηλαδὴ γνωρίζουν καὶ οἱ ἔχθροι νὰ σέβονται καὶ νὰ τιμοῦν τὴν ἀρετή καὶ τὴν ἀνδρεία, ὅταν τὸ παιδὶ τοῦ τυράννου βασανιζόταν ἀπὸ φοβερὴ ἀρρώστια, παρακαλοῦσαν τὸν ἄνδρα νὰ προσευχηθεῖ γι’ αὐτό ·ἐκεῖνος ὅμως πρότεινε, λέγοντας: «θὰ προσευχηθῶ, ἂν μοῦ τὸ δώσεις νὰ τὸ ὁδηγήσω στὴν ἀψεγάδιαστη πίστη καὶ νὰ τὸ ἀπαλλάξω ἀπὸ κάθε δυσσέβεια τῶν μαθημάτων τοῦ Ἀρείου»· καὶ ὅταν ὁ πατέρας συμφώνησε, ἀμέσως ὁ Βασίλειος ἔγινε μεσολαβητὴς γιὰ τὸν ἐπίγειο βασιλιὰ πρὸς τὸν οὐράνιο· προσκόμιζε τὴν ὑπόσχεση τοῦ ἄνδρα, καὶ ἔφερνε σ’ αὐτόν τὴ θεραπεία τοῦ παιδιοῦ του.
Μόλις λοιπὸν εἶδαν τὰ φίδια νὰ ἔχει σωθεῖ τὸ παιδί, ξανὰ ἔβλαψαν ὕπουλα τὴ θέληση τοῦ ἀνόητου βασιλιᾶ, καὶ ἀφοῦ πῆραν τὸ γιό του, τὸν βάφτισαν μὲ νερό, ὄχι ὅμως μὲ Πνεῦμα. Δίδασκαν νὰ ἀρνηθεῖ τόνΥἱό τοῦ Θεοῦ. Ἐξωτερικά ντύνοντας καὶ ἐσωτερικὰ ξεντύνοντας· ἐξωτερικὰ ντύνει τὸν Χριστὸ καὶ ἐσωτερικὰ τὸν ξεσχίζει. Γι’ αὐτό καὶ ὕστερα ἀπὸ λίγο ἀφαίρεσε τὸ πνεῦμα τοῦ δύστυχου παιδιοῦ, κηρύττοντας τὴν ἀχαριστία τους.
Αὐτά δὲν εἶναι δευτερότερα ἀπὸ τὰ καταπληκτικὰ ἔργα τοῦ Ἠλία, καὶ δὲν εἶναι κατώτερα ἀπὸ τὰ θαύματα τοῦ Ἐλισσαίου. Ὅπως ἐκεῖνοι ἐπανέφεραν στὴ ζωὴ τοὺς νεκρούς, ἔτσι καὶ ὁ πιστὸς Βασίλειος μὲ τὴν προσευχὴ του ἅρπαξε ἀπὸ τὸ θάνατο τὸ παιδὶ πού ἐπρόκειτο νὰ πεθάνει. Καὶ ὅπως ἐπίσης ὁ Πέτρος τὸν Ἀνανία καὶ τὴ Σαπφείρα, πού ἔκλεψαν, τοὺς θανάτωσε, ἔτσι καὶ ὁ Βασίλειος, κατέχοντας τὴ θέση τοῦ Πέτρου, καὶ συγχρόνως μετέχοντας στὴν παρρησία ἐκείνου, ἔλεγξε τὸν Οὐάλη, πού ἀθέτησε τὴν ὑπόσχεσή του, καὶ θανάτωσε τὸ γιό του. Ἀπὸ τὸ γεγονὸς αὐτό κυρίευσε πολλὴ λύπη καὶ ἀμηχανία τοὺς ἐλεεινοὺς καὶ ἐκεῖνο τὸν ἄπιστο βασιλιά.
Καὶ ποιὸς θὰ μπορέσει νὰ διηγηθεῖ ἀντάξια τὸ πλῆθος τῶν θαυμάτων, πού παρουσίασε ὁ μακάριος καὶ πιστὸς Βασίλειος, μέσα στὰ ἴδια τὰ γεγονότα; Ἐπειδὴ λοιπὸν εἴμαστε ἀδύνατοι νὰ ἐξηγήσουμε τὰ τόσα πολλὰ κατορθώματα τοῦ ἄνδρα, παραλείποντας ὅλα, καὶ ἀναφέροντας ἕνα, ἂς δείξουμε πῶς καὶ τὰ ἀναίσθητα συμμαχοῦσαν μὲ τὸν ἄνδρα. Ἐπειδὴ δηλαδὴ τὰ γεννήματα τῆς ὀχιᾶς μεταχειρίζονταν κάθε τρόπο νὰ φονεύσουν τὸν δίκαιο, διότι συνεχῶς πολεμοῦνταν μὲ τὰ λόγια ἐκείνου καὶ συγχρόνως μὲ τὰ θαύματά του, σὰν μὲ βέλη, προσῆλθαν στὸ βασιλιὰ ζητώντας νὰ τὸν ἁρπάξει καὶ νὰ τὸν ἐξορίσει: «Εἶναι ἀνυπόφορος, εἶπαν, ἀκόμη καὶ νὰ τὸν βλέπουμε· διότι ἐναντιώνεται πάρα πολὺ σ’ ἐμᾶς μὲ τὰ λόγια του· γι’ αὐτό εἶναι ἀδύνατο, βασιλιά, νὰ προοδεύσει ἡ δική μας πίστη, ὅσο αὐτός εἶναι παρών».
Ἐπειδὴ λοιπὸν ὁ βασιλιὰς παρασύρθηκε ἀπὸ τὰ λόγια τους, ἀποφάσισε νὰ ἐξορισθεῖ αὐτός· ἡ γραφίδα ὅμως ἀμέσως, ἐπειδὴ δὲν ἄντεξε νὰ ὑπηρετήσει τὴν παράνομη ἀπόφαση, συντρίφθηκε ἀπὸ μόνη της, διδάσκοντας στὸν ἀνόητο πόσο μεγάλη ἀσέβεια θέλει νὰ διαπράξει στὸ δοῦλο τοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος κήρυττε μία θεότητα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, καὶ ἀποδείκνυε ἐντελῶς μὲ σοφία ὅτι εἶναι σκυλιὰ λυσσασμένα ἐκεῖνοι πού φρονοῦσαν ἡ ὁμολογοῦσαν τὴ διαίρεση. Ἐπειδὴ ὅμως δὲν ἀντιλαμβάνονταν ὁ ἀναισθητότερος ἀπὸ τὴν ἄψυχη γραφίδα, ὁ ὁποῖος ἦταν γιὸς τῆς πλάνης, πῆρε καὶ δεύτερη γραφίδα γιὰ νὰ ὑπογράψει καὶ νὰ ἀποτελειώσει τὴν πονηρὴ ἐπιθυμία του. Εἶδε ὅμως καὶ αὐτή τὴ γραφίδα νὰ θραύεται καὶ νὰ μὴ δέχεται νὰ συμμετάσχει στὸ κακὸ πού ἔσπευδε νὰ διαπράξει. «Γιατί σπεύδεις, βασιλιά, νὰ ἐξορίσεις σὲ ξένη χώρα αὐτόν πού ἔχει ἔνοικο μέσα του Ἐκεῖνον πού γεμίζει τὰ πάντα; Γιατί θέλεις νὰ ἐξοντώσεις αὐτόν πού εἶναι σέ ὅλα ἀδιάβλητος; Γιατί διώχνεις ἀπὸ τὴν πόλη τὸν οὐρανοπολίτη; Ἂν μάλιστα πάρεις καὶ τρίτη γραφίδα, θὰ τὴν δεῖς νὰ κομματιάζεται καὶ νὰ μὴ δέχεται κι αὐτή νὰ συνεργεῖ», πράγμα πού τελικά ἔγινε.
Τότε διακηρύχθηκε φανερὰ σὲ ὅλους ἡ νίκη καὶ τὸ λαμπρὸ τρόπαιο τοῦ ἀκατανίκητου ἄνδρα. Οἱ τρεῖς γραφίδες ἔγιναν ὑπερασπιστὲς αὐτοῦ πού κήρυττε τὴν ὁμοούσια Τριάδα. Τὸ χέρι ἔσπευδε νὰ βγάλει τὴν ἀπόφαση, οἱ γραφίδες ἀποδείκνυαν ὅτι αὐτή εἶναι ἄδικη. Τὸ χέρι βιαζόταν νὰ δώσει πονηρὴ ψῆφο, οἱ γραφίδες ἐμπόδιζαν τὴν ἀνωφελῆ βιασύνη. Καὶ ὅπως τὸ ραβδὶ τοῦ Μωυσῆ ντρόπιαζε ὅλους τούς γητευτὲς καὶ τοὺς ὑπόλοιπους μάγους τῆς Αἰγύπτου, ἔτσι καὶ οἱ γραφίδες κατάργησαν ἀμέσως τὴν ἀπόφαση τῶν ἀσεβῶν καὶ τῶν παιδιῶν τοῦ σκότους.
Πῶς νὰ σὲ μακαρίσουμε, πάτερ Βασίλειε, ἐσένα πού μὲ τὸ κεντρὶ τῆς ἀλήθειας κεντρίζεις καὶ διώχνεις τὴν πλάνη· ἐσένα πού ἀναχωρεῖς συνετὰ μαζὶ μὲ τὶς μέλισσες καὶ κατασκηνώνεις στὸ λιβάδι τῶν θεόπνευστων Γραφῶν, καὶ ἀπὸ κεῖ ἀνθολογεῖς γιὰ μᾶς ἄνθη προφητικά, δροσιὰ ἀποστολική, ζωὴ εὐαγγελική· ἐσένα πού διαρκῶς κάθεσαι στὶς κυψέλες τῶν ἀρετῶν, καὶ ἀπ’ αὐτές κατασκευάζεις γιὰ μᾶς τὴ θεία πρόπολη· ἐσένα πού παρήγαγες σοφά, μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τὸ μέλι τῆς θείας καὶ ἀψεγάδιαστης πίστης· ἐσένα πού μᾶς διδάσκεις νὰ καταφρονοῦμε τὶς πονηρὲς σφῆκες καὶ νὰ κατευθύνουμε τὸ πέταγμα στὸν ἴδιο τὸν οὐρανό· ἐσένα πού κραύγασες ὅπως ὁ Δαβίδ, «εἶναι γλυκὰ τὰ λόγια σου στὸ λάρυγγά μου, εἶναι γλυκύτερα ἀπὸ τὸ μέλι στὸ στόμα μου»!
Πιστὲ Βασίλειε, ἔγινες δεκτὸς ὅπως ὁ Ἄβελ, μεταφέρθηκες στὸν οὐρανό ὅπως ὁ Ἐνώχ, σώθηκες ὅπως ὁ Νῶε, ὀνομάσθηκες φίλος τοῦ Θεοῦ ὅπως ὁ Ἀβραάμ, προσφέρθηκες θυσία στὸν Θεὸ ὅπως ὁ
Ἰσαάκ, ὑπέφερες πειρασμοὺς μὲ γενναιότητα ὅπως ὁ Ἰακώβ, καὶ δοξάσθηκες πολὺ ὅπως ὁ Ἰωσήφ. Βύθισες μὲ τὴ ράβδο τοῦ σταυροῦ τὸν δεύτερο Φαραώ, ὅπως ὁ Μωυσῆς, κόβοντας τὴ θάλασσα τῶν παθῶν, ἀναδείχθηκες ἀρχιερέας τοῦ Κυρίου ὅπως ὁ Ἀαρών, ἔτρεψες σὲ φυγὴ τοὺς ἐχθρούς ὅπως ὁ Ἰησοῦς ὁ γιὸς τοῦ Ναυῆ, ἀξιώθηκες νά δεχθεῖς τὴ Χάρη, ἐπειδὴ ἔδειξες ζῆλο ὅπως ὁ Φινεές, ὑψώθηκες ὅπως ὁ Σαμουήλ, διαφυλάχθηκες ὅπως ὁ Δαβίδ, ἁρπάχθηκες στὸν οὐρανό ὅπως ὁ Ἠλίας, ἀξιώθηκες διπλὴ χάρη ὅπως ὁ Ἐλισσαῖος. Καθαρίσθηκες μὲ τὴ νοητὴ φωτιὰ ὅπως ὁ Ἠσαΐας καὶ ἁγιάσθηκες ἀπὸ τὰ σπλάχνα τῆς μητέρας σου ὅπως ὁ Ἱερεμίας. Εἶδες, ὅπως ὁ Ἰεζεκιήλ, Ἐκεῖνον πού κάθεται ἐπάνω στὰ Χερουβείμ, φίμωσες, ὅπως ὁ Δανιήλ, τὰ στόματα τῶν λιονταριῶν, καὶ ὅπως οἱ Τρεῖς Παῖδες καταπάτησες ἐντελῶς τὴ φλόγα τῶν ἐχθρῶν. Κήρυξες ὅπως ὁ Πέτρος, δίδαξες ὅπως ὁ Παῦλος, ὁμολόγησες ὅπως ὁ Θωμᾶς ὅτι Ἐκεῖνος εἶναι ὁ Θεός, Αὐτός πού ἔπαθε γιά μᾶς. Ἐσύ θεολόγησες ὅπως ὁ Ματθαῖος, ὁ Μάρκος, ὁ Λουκᾶς καὶ ὁ Ἰωάννης· καὶ ὅπως οἱ Ἀπόστολοι, δίδαξες τοὺς ἄνομους, ἐπέστρεψες τοὺς ἀσεβεῖς, εὐαρέστησες στὸν Θεό.


Μεσίτευε γιὰ μένα τὸν πολὺ ἐλεεινό, καὶ ἐπανάφερέ με στήν εὐθεία ὁδό μὲ τὶς πρεσβεῖες σου, πάτερ· ἐσύ ὁ ἀνδρεῖος ἐμένα τὸν χαῦνο, ὁ ἀγωνιστής τὸν ὀκνηρό, ὁ πρόθυμος τὸν ράθυμο, ὁ σοφὸς τὸν ἀνόητο· ἐσύ πού θησαύρισες γιὰ τὸν ἑαυτό σου τὸ θησαυρὸ τῶν ἀρετῶν, ἐμένα τὸν στερημένο ἀπὸ κάθε καλό· διότι ἐσένα δόξασε ὁ Πατέρας τῆς εὐσπλαχνίας, καὶ ἐσένα μακάρισε ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ· ἐσένα σὲ καθιέρωσε ναὸ ἅγιο τὸ Ἅγιο Πνεῦμα· στὸ Ὁποῖο πρέπει ἡ δόξα, ἡ ἐξουσία, ἡ μεγαλοπρέπεια, στοὺς αἰῶνες. ‘Ἀμήν.

Ἡ περιτομὴ τοῦ Κυρίου καὶ ἡ ἀπαραίτητη δική μας -π.Ἀθανάσιος Γιουσμᾶς



 



Ἡ περιτομὴ τοῦ Κυρίου καὶ ἀπαραίτητη δική μας περιτομὴ

Κάθε πρώτη Ἰανουαρίου ἡ Ἐκκλησία μας γιορτάζει καὶ τὰ ἡμερολόγια γράφουν «Περιτομὴ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ». Ὁμολογουμένως λίγα γνωρίζουμε ὡς χριστιανοὶ γι’ αὐτὴ τὴ γιορτή. Ἂς καταθέσουμε λίγες ἁπλὲς σκέψεις μας σὲ στὺλ τούτη τὴ φορὰ ἐρωταπαντήσεων, γιὰ χάρη συντομίας.


- Τί ἦταν ἡ περιτομή;

Ὅταν τὸ παιδὶ συμπλήρωνε τὶς ὀκτὼ μέρες ἀπὸ τὴ γέννησή του, οἱ Ἰουδαῖοι, τὸ ἔφερναν στὸν ἐντεταλμένο τῆς Ἰουδαϊκῆς θρησκείας καὶ μὲ κοφτερὴ πέτρα ἢ μὲ χαλύβδινο μαχαίρι τὸ «μοὲλ» ἔκοβαν τὴν πόσθη τοῦ ἀνδρικοῦ γεννητικοῦ ὀργάνου. Αὐτὸ συνέβη καὶ στὸν Ἰησοῦ, περιετμήθη κι Αὐτὸς ὀκτὼ μέρες μετὰ τὴν γέννησή Του κι ἔλαβε τὸ ὄνομα Ἰησοῦς.(Λουκ. 2, 5). Ἰησοῦς εἶναι ἑλληνικὸς ὅρος ἀπὸ τὸ Ἑβραϊκὸ Γεσούα. Εἶναι τὸ αὐτὸ μὲ τὸ ὄνομα «Ἐμμανουὴλ» ποὺ ἀναφέρει ὁ Ἠσαΐας, καὶ σημαίνει «ὁ Θεὸς εἶναι μαζί μας».



- Σὲ ποιὸν δόθηκε ἡ ἐντολὴ αὐτὴ τῆς περιτομῆς;

Στὸν Ἀβραὰμ ὁ Θεὸς εἶπε: «Θὰ διατηρήσεις αὐτὴ τὴ διαθήκη, τὴ συμφωνία, ἐσὺ καὶ τὸ σπέρμα σου, κάθε ἀρσενικὸς ἀπόγονός σου, θὰ ππεριτέμνεται στὴν ἡλικία τῶν ὀκτὼ ἡμερῶν ἀπὸ τὴν ἡμέρα τῆς γέννησής του» (Γέν. 17, 10). Καὶ αὐτὸ τηρήθηκε ἀπ’ ὅλους τοὺς Ἰουδαίους καὶ τηρεῖται ὥς σήμερα. Ὁ Ἡρόδοτος ἀναφέρει πὼς περιτέμνονταν καὶ οἱ Αἰγύπτιοι καὶ οἱ Αἰθίοπες. Σήμερα καὶ οἱ Μωαμεθανοί.



- Γιατί δόθηκε αὐτὴ ἡ ἐντολή;

Ἦταν μιὰ προσφορὰ τοῦ παιδιοῦ στὸ Θεό. Ἀπὸ ἐκείνη τὴ στιγμὴ τὸ παιδὶ σήμαινε πὼς ἀνῆκε στὸ Θεό. Ἦταν μία ὑπενθύμιση πὼς ὁ Ἰουδαῖος ὄφειλε νὰ διαφέρει ἀπ’ ὅλους τοὺς ἄλλους καὶ στὴν πίστη καὶ νὰ μὴν προσκυνᾶ τὰ εἴδωλα τῶν γειτονικῶν λαῶν. Εἶχε δοθεῖ καὶ γιὰ λόγους ὑγιεινῆς, γιὰ πρόληψη ἀσθενειῶν καὶ μολύνσεων. Οἱ Ἰουδαῖοι ἦταν περιπλανώμενος λαὸς καὶ λαὸς ποὺ δὲν τὸν χαρακτήριζε ἡ προσήλωσή του στὴν καθαριότητα.



- Γιατί ἡ περιτομὴ ἀφοροῦσε τὴ χώρα τῶν γεννητικῶν ὀργάνων;

Πρῶτα γιατί ἔκοπταν ἕνα εὐτελὲς σαρκίο κι ἔπειτα γιατί, αἰτία τοῦ κατακλυσμοῦ καὶ τῆς καταστροφῆς τῶν Σοδόμων καὶ Γομόρας ἦταν ἡ ἀκράτεια τῆς γενετήσιας ὁρμῆς. Σαρκολάτρες ἦταν οἱ συμπολίτες τοῦ Νῶε καὶ ὁμοφυλόφιλοι οἱ κάτοικοι τῶν Σοδόμων καὶ Γομόρων. Ὅρισε ὁ Θεός, ἡ περιτομὴ νὰ γίνεται στὴ χώρα τῶν γεννητικῶν ὀργάνων, γιατί σ’ αὐτὰ χρειαζόταν καὶ χρειάζεται ἕνας κάποιος περιορισμὸς καὶ ἀρκετὴ ἐγκράτεια.



- Γιατί περιετμήθη ὁ Χριστός;

Ὑπάκουσε κι αὐτὸς στὸ ἔθος τῆς ἐποχῆς, στὸ Μωσαϊκὸ νόμο! Ὅτι περιετμήθη εἶναι δεῖγμα πὼς ἦταν Ἰουδαῖος, δικός τους κι ὄχι ἐθνικὸς ἢ Σαμαρείτης. Δυστυχῶς, ἂν καὶ δικός τους οἱ δικοί του δὲν τὸν δέχτηκαν, τὸν θανάτωσαν!



- Γιατί δὲν κάνουμε κι ἐμεῖς περιτομὴ σήμερα; 


Ἀντιμετωπίστηκε αὐτὸ τὸ σοβαρὸ πρόβλημα, ἀρχικὰ στὴν πρώτη Ἐκκλησία. Ἀναρωτήθηκαν καὶ οἱ Ἀπόστολοι ἂν θὰ πρέπει ὅλοι οἱ Χριστιανοί, δεδομένου ὅτι προέρχονταν καὶ ἀπὸ τὸν εἰδωλολατρικὸ κόσμο, νὰ περιτέμνονται ἢ ὄχι. Καὶ λύθηκε μὲ δημοκρατικὸ καὶ διαλογικὸ τρόπο στὴν Ἀποστολικὴ Σύνοδο τῶν Ἱεροσολύμων, μὲ τὴν ἐπίκληση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Γιὰ μᾶς περιτομή, δεῖγμα τῆς ἀφοσίωσής μας στὸ Θεό, εἶναι τὸ Βάπτισμα. Μὲ τὸ Βάπτισμα παύουμε νὰ εἴμαστε «τέκνα σώματος» γινόμαστε «τέκνα τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ». Προσπαθώντας νὰ θέσω ἕναν ἐπίλογο σ’ αὐτό μας τὸ ἄρθρο κλείνω γράφοντας τὰ ἑξῆς: Ὑποδεχτήκαμε ἕναν καινούριο χρόνο. Μακάρι, ὅλοι μας μέσα στὸ νέο χρόνο νὰ περιτέμνουμε τὰ πάθη μας καὶ οἱ συνάνθρωποί μας κι ἐμεῖς οἱ ἴδιοι νὰ περιτέμνουμε, νὰ περιορίσουμε τὴ σαρκική μας ἀκράτεια. Ρὸζ τηλέφωνα, ἁμαρτωλὲς συζεύξεις, ἀνώμαλες καταστάσεις, ἡδονοβλεψίες τῶν βίντεο καὶ τῶν κομπιοῦτερ, ἐξωσυζυγικὲς ἢ προγαμιαῖες σχέσεις καὶ πάει λέγοντας! Μακάρι «πάσας τὰς σαρκικὰς ἐπιθυμίας» ἀφοῦ καταπατήσουμε, «πνευματικὴ πολιτεία» νὰ ζήσουμε ὅλες τὶς 365 μέρες τοῦ χρόνου. Πιὸ καθαροί, πιὸ ἁγνοί, πιὸ τίμιοι ἀπὸ χθές, φέτος γιὰ νὰ ζήσει ἡ οἰκογένεια ποὺ κλυδωνίζεται ἀπὸ τὰ ὁλοένα αὐξανόμενα διαζύγια, γιὰ νὰ ζήσουμε ὅλοι μας πιὸ ἁγνά, πιὸ σεμνά, πιὸ θεάρεστα. Ἀμήν. Καλὴ Χρονιά!




 

Στὴν ἀρχὴ τοῦ ἔτους +(Μητροπολίτης Σερβίων καί Κοζάνης Διονύσιος





Ἀγαπητοί μου ἀδελφοί,

Ἀπ’ ὅλες τὶς εὐχές, ποὺ μοιράζονται τώρα μὲ τὴν ἀνατολὴ τοῦ νέου ἔτους, ἡ πιὸ σωστὴ γιὰ μᾶς τοὺς χριστιανοὺς εἶναι ἡ δέηση τῆς Ἐκκλησίας. «Τὸν ὑπόλοιπον χρόνον τῆς ζωῆς ἡμῶν ἐν εἰρήνῃ καὶ μετάνοιᾳ ἐκτελέσαι». Ἡ πιὸ ἐπίκαιρη καὶ πιὸ ἀληθινὴ εὐχὴ εἶναι αὐτή, τὸ χρόνο τῆς ζωῆς μας ποὺ μᾶς μένει νὰ τὸν περάσουμε εἰρηνικὰ καὶ μετανοημένοι.

Ὅταν ἡ Ἐκκλησία λέη «ἐν εἰρήνῃ», δὲν ἐννοεῖ μόνο τὴν ἐξωτερικὴ πολιτικὴ εἰρήνη, ἀλλὰ πρῶτα καὶ πολὺ περισσότερο τὴν ἐσωτερικὴ καὶ ψυχική μας εἰρήνη, ἀπὸ τὴν ὁποία ἐξαρτᾶται καὶ ἡ εἰρήνη τοῦ κόσμου. Γιατί εἶναι ἀλήθεια πὼς ὁ κόσμος δὲν θὰ εἰρήνευση, ἂν δὲν εἰρηνεύσουν ἕνας-ἕνας οἱ ἄνθρωποι, ἀνοίγοντας εἴσοδο καὶ δεχόμενοι μέσα τους τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ.

Ὁ Θεὸς δὲν εἶναι ἔξω ἀπὸ τὸν κόσμο καὶ δὲν βλέπει ἀπὸ μακρυὰ τὴν πορεία τῶν ἀνθρωπίνων πραγμάτων. Καθὼς στὴν ἀρχὴ τῆς δημιουργίας τὸ Πνεῦμα του «ἐπεφέρετο ἐπάνω τῆς ἀβύσσου» (1), ἔτσι καὶ τώρα τὸ ἴδιο Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ εἶν’ ἐπάνω ἀπὸ τὸν κόσμο καὶ τὸν συντηρεῖ καὶ τὸν κυβερνᾶ. Ὄχι σὰν μοίρα ἤ σὰν τυφλὴ βία, ἀλλὰ ὁ θεῖος Λόγος ἐπάνω στὴν κτίση καὶ ἡ θεία Χάρη μέσα στοὺς ἀνθρώπους. Οὔτε στὴν τύχη βρέθηκε ὁ κόσμος οὔτε ἄσκοπη εἶναι ἡ πορεία του οὔτε ἄγνωστο εἶναι τὸ τέλος του.

Ἡ Ἐκκλησία ὁμιλεῖ γιὰ τὰ «ἐν ἀρχῇ» καὶ κηρύττει γιὰ τὰ «τέλη τῶν αἰώνων». Ἡ θεία Γραφή, ποὺ εἶναι ἡ ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ μέσα στὴν Ἐκκλησία, ὄχι μὲ τὴ γλώσσα τῆς ἐπιστήμης, ἀλλὰ μὲ τὸ πνεῦμα τῆς πίστεως, ὁμιλεῖ γιὰ τὴν ἀρχὴ καὶ γιὰ τὸ τέλος τοῦ κόσμου. «Πίστει νοοῦμεν κατηρτίσθαι τοὺς αἰῶνας ρήματι Θεοῦ...» (2), γράφει γιὰ τὴν ἀρχὴ ὁ Ἀπόστολος. Δηλαδή, μὲ τὴν πίστη βάζομε στὸ μυαλό μας πὼς οἱ κόσμοι δημιουργήθηκαν μὲ τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ. Καὶ γιὰ τὸ τέλος ἄλλος Ἀπόστολος γράφει· «οὐρανοὶ ροιζηδὸν παρελεύσονται, στοιχεῖα δὲ καυσούμενα λυθήσονται, καὶ γῆ καὶ τὰ ἐν αὐτῇ ἔργα κατακαήσεται» (3). Δηλαδὴ οἱ οὐρανοὶ θὰ ἐξαφανιστοῦν μὲ πάταγο καὶ τὰ φυσικὰ στοιχεῖα θὰ διαλυθοῦν ἀπὸ τὴ φωτιά, καὶ ἡ γῆ κι ὅλα τὰ ἔργα τῶν ἀνθρώπων ἐπάνω της θὰ καοῦν καὶ θὰ γίνουν στάχτη.

Τὸ τέλος αὐτό, ὄχι σὰν καταστροφὴ τοῦ κόσμου, ἀλλὰ σὰν ἀλλαγὴ καὶ μεταμόρφωση, θὰ μᾶς περάση «ἀπὸ τοῦ νῦν πρὸς τὸν μέλλοντα αἰῶνα», σὲ μία καινούργια καὶ ἀνέσπερη ἥμερα, τὴν ὄγδοη καὶ ἀτελεύτητη ἡμέρά τῆς δημιουργίας καὶ τῆς ἀνάστασης.

Κι ὅταν ἡ Ἐκκλησία στὴ δέηση γιὰ τὸν ὑπόλοιπο χρόνο τῆς ζωῆς μας λέη «ἐν μετάνοιᾳ», τοῦτο ἀκριβῶς ἐννοεῖ· νὰ εἲμαστ’ ἕτοιμοι περιμένοντας αὐτὸ τὸ τέλος, ἐπειδὴ δὲν ξέρομε πότε μᾶς ἔρχεται. Καὶ πάντως ὄχι τὸ τέλος τοῦ κόσμου, ἀλλὰ τὸ τέλος τοῦ βίου μας, ποὺ ἂν δὲν εἶναι τὸ τέλος τοῦ κόσμου, εἶναι τὸ δικό μας τέλος γιὰ τὸν κόσμο. Ὕστερα, καθὼς εἶπε ὁ Ἰησοῦς Χριστός, «ἔρχεται νὺξ ὅτε οὐδεὶς δύναται ἐργάζεσθαι» (4).

Ὅ,τι ἔχομε νὰ κάμωμε γιὰ τὸν ἑαυτό μας καὶ γιὰ τὴ σωτηρία μας θὰ τὸ κάμωμε τώρα, μέσα σ’ αὐτὴ τὴ διάρκεια τῆς ἐδῶ ὕπαρξής μας, ποὺ λέγεται βίος. Ὁ βίος αὐτὸς εἶναι μία πίστωση καὶ μία προθεσμία, ποὺ μᾶς παρέχεται γιὰ νὰ ἐργασθοῦμ’ ἐπάνω στὸ κεφάλαιο ποὺ μᾶς ἔδωκε ὁ Θεός, ποὺ εἶναι τὸ «κατ’ εἰκόνα», γιὰ νὰ κατορθώσουμε ὅσο μπορέσουμε τὸ «καθ’ ὁμοίωσιν», ποὺ θὰ εἶναι ἡ φιλοτιμία κι ὁ κόπος ὁ δικός μας.

Πολλοὶ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, ὄχι μόνο οἱ ἔξω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, μὰ καὶ πολλοὶ ἀπὸ κείνους ποὺ λένε πὼς εἶναι χριστιανοί, δὲν τὰ σκέφτονται ἔτσι, ἀλλ’ ἀντίθετα πιστεύουν πὼς ὁ βίος κι ἡ ζωὴ μας εἶναι κάτι ἄλλο παρὰ εὐθύνη καὶ χρέος καὶ ἐργασία καὶ κόπος καὶ φιλότιμη προσπάθεια, γιὰ νὰ φτιάξουμε καὶ τὸν ἑαυτό μας καὶ τὸν κόσμο. Γιατί γι’ αὐτὸ ἤρθαμε, γιὰ νὰ φτιάξουμε, ἀρχίζοντας ἀπὸ τὸν ἑαυτό μας κι ἐπεκτείνοντας τὴν προσπάθειά μας ὅσο μποροῦμε πιὸ πολὺ καὶ στὰ γύρω μας.

Δὲν ἤρθαμε μόνο γιὰ νὰ πάρωμε ἀπὸ τὴ ζωή, ἀλλὰ καὶ γιὰ νὰ δώσουμε. Πρῶτα γιὰ νὰ δώσουμε κι ὕστερα γιὰ νὰ πάρωμε· ὁ πατέρας κι ἡ μάνα γιὰ τὰ παιδιά τους, ὁ ἀδελφὸς γιὰ τὸν ἀδελφό του, ὁ ἱερέας γιὰ τὸ ποίμνιό του, ὁ δάσκαλος γιὰ τοὺς μαθητές του, ὁ πολίτης γιὰ τὸν τόπο του, ὁ κυβερνήτης γιὰ τὴ χώρα του.

Στὸν καιρὸ μας φαίνονται σὰν καὶ νὰ ἔχουν ἀλλάξει οἱ ἀντιλήψεις τῶν ἀνθρώπων· ὅλοι ζητοῦν δικαιώματα κι ὅλοι θέλουν νὰ πάρουν, μὰ κανένας δὲν σκέφτεται τί δίνει, τί κάνει πρῶτα γιὰ τὸν ἑαυτό του, γιὰ νὰ γίνη καλύτερος, κι ὕστερα τί κάνει καὶ γιὰ τοὺς ἄλλους καὶ γιὰ τὸν τόπο του. Γιατί δὲν μπορεῖ νὰ γίνη ἀλλιῶς· στὴ ζωὴ δὲν εἴμαστε μόνοι μας οὔτε χωρὶς τόπο. Εἴμαστε μία κοινωνία ἀνθρώπων ἐπάνω σ’ ἕναν τόπο, ποὺ εἶναι τὸ χωριό μας, ἡ πόλη μας, ἡ πατρίδα μας. Τὰ πρόσωπα καὶ τὰ πράγματα εἴμαστε δεμένοι ἔτσι, ποὺ νὰ μὴν μπορῆ νὰ πῆ κανεὶς πὼς εἶναι μόνος του, ἀδέσμευτος κι ἀνεξάρτητος, ποὺ νὰ κάνει ὅ,τι θέλει καὶ τοῦ ἀρέσει.

Ὁ τρόπος αὐτός, μὲ τὸν ὁποῖο μιλᾶμε σήμερα στὴν πρώτη τοῦ νέου ἔτους, εἶναι ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο πιστεύει καὶ ὁμιλεῖ ἡ Ἐκκλησία, ὅταν ἀπευθύνεται στὰ παιδιά της. Γιατί ὁ ποιμένας τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ αὐτὴν ἐδῶ τὴ θέση στὰ παιδιὰ τῆς Ἐκκλησίας, στοὺς χριστιανοὺς καὶ στοὺς πιστοὺς ὁμιλεῖ καὶ ἀπευθύνεται. Καὶ ὁ λόγος του δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι τίποτ’ ἄλλο παρὰ λόγος πίστεως, λόγος οἰκοδομῆς καὶ παράκλησης πρὸς τὸ λαὸ τοῦ Θεοῦ.

Δεχθῆτε λοιπόν, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ὅσα καὶ σήμερα ἔκρινε πὼς μποροῦσε νὰ πῆ ὁ ἐπίσκοπός σας. Δεχθῆτε τα ὄχι σὰν λόγια τυπικά, ποὺ λέγονται μόνο γιὰ νὰ λεχθοῦν οὔτε λόγια ποὺ θέλουν νὰ κάμουν κάποια ἐντύπωση, ἀλλὰ σὰν ρήματα ζωῆς, σὰν λόγο Θεοῦ, ἑρμηνευμένο μὲ ταπεινοσύνη καὶ ἀγάπη. Δεχθῆτε στὸ τέλος καὶ τὴν εὐχὴ τῆς Ἐκκλησίας καὶ εὔχεσθε καὶ σεῖς γιὰ μᾶς τοὺς ἱερεῖς σας, γιὰ νὰ ζήσουμε ὅλοι «τὸν ὑπόλοιπον χρόνον τῆς ζωῆς ἠμῶν ἐν εἰρήνῃ καὶ μετάνοιᾳ». Ἀμήν.

†ο Σ.Κ.Δ.

* Ἐλέχθη α. εἰς τὸν [Μητροπολιτικὸν] Ἱ. Ν. ἁγίου Νικολάου [Κοζάνης] τῇ 1ῃ Ἰανουαρίου 1982 β. ἐλέχθη ἐν τῷ αὐτῷ Ναῷ τῇ 1ῃ Ἰαν. 1983, γ. ἐλέχθη ἐν τῷ αὐτῷ Ναῷ τῇ 1ῃ Ἰαν. 1986.


Ὑποσημειώσεις
1. Γέν. 1,2.
2. Ἑβρ. 11,3.
3. Β' Πέτρ. 3,10.
4. Ἰω. 9,4.

Χριστιανική Πρωτοχρονιά

Κάθε νέα αρχή είναι χαρά, ένας φωτεινός ήλιος που ανατέλλει με νόημα και ελπίδα. Ο νέος χρόνος δημιουργεί απολογισμούς για το παρελθόν που αφήσαμε πίσω μας, ενώ ταυτόχρονα μας παρακινεί να ανανεωθούμε σημαντικά, επεκτεινόμενοι στα νέα που έρχονται.

Όπως πολύ σοφά γράφει ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος: Ο χρόνος θα περάσει ευτυχισμένα, αν ποιείς ευχάριστα το θείο θέλημα. Αν εργάζεσαι τη δικαιοσύνη, η ημέρα σου θα είναι καλή. Αν αμαρτάνεις, η ημέρα σου θα είναι πονηρή, ταραγμένη και σκοτεινή. Αν πιστεύεις στην αρετή και την εφαρμόζεις, όλος ο χρόνος σου θα πηγαίνει καλά. Αν όμως παραμελείς την αρετή κι εξαρτάσαι από τους αριθμούς των ημερών, θα μείνεις έρημος και φτωχός από όλα τα αγαθά…

Το πρόσφατο παρελθόν που έφυγε πήρε μαζί του πολλά αντιφατικά στοιχεία: ειρήνη και ταραχή, χαρά και οδύνη, αγάπη και μνησικακία. Κάποιοι από μας αγωνίστηκαν σθεναρά στο στίβο των πνευματικών αθλημάτων, θωρακισμένοι με την πανοπλία του Χριστού, άλλοι έμειναν απλοί θεατές, ενώ δεν έλειψαν κι αυτοί που παρασύρθηκαν.


Αγαπητοί αναγνώστες, σε όποια κατηγορία κι αν ανήκετε, επειδή όλοι έχουμε τις αδυναμίες μας, αξίζει να κάνουμε φέτος ένα πολύτιμο δώρο στον εαυτό μας. Ποιο θα’ ναι αυτό το δώρο; Να είμαστε περισσότερο αληθινοί, διαυγείς σαν καθρέπτες και να πράττουμε έργα αγάπης. Ας είναι ο νέος χρόνος αρχή πνευματικής αλλαγής. Ας αναγεννηθεί ένας νέος εαυτός που θα παραμείνει νέος στο πέρασμα των χρόνων.

Η αλήθεια είναι πως δε γνωρίζουμε τι μας επιφυλάσσει το νέο έτος. Έχουμε όμως εμπιστοσύνη στη θεία πρόνοια, γιατί ξέρουμε ότι ο Χριστός ευλογεί χρόνους και καιρούς. Ο Κύριος μας αποτελεί αιώνιο πρότυπο και για το 2014 για μια νέα αρχή.

Βασιλική Αστερή

Φοιτήτρια Παιδαγωγικού Τμήματος Πανεπιστημίου Πατρών   

Άγγελος Κυρίου θανατώνει τους ομοφυλόφιλους πριν την Γέννηση Του Χριστού μας Πῶς τό θαῦμα τῆς Γέννησης τοῦ Χριστοῦ, θαυματουργικά καταδίκασε τήν ὁμοφυλοφιλία Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου

Πῶς τό θαῦμα τῆς Γέννησης τοῦ Χριστοῦ, 
θαυματουργικά καταδίκασε τήν ὁμοφυλοφιλία
Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου

http://fdathanasiou.files.wordpress.com/2011/07/ag-nikodimos.jpg

http://www.apolytrosis.gr/image/image_gallery?img_id=50571"...Θαῦμα ἡκολούθησεν 
ἐν τῇ Χριστοῦ Γεννήσει·
 λέγει γάρ ἕνας Διδάσκαλος
 ὅτι τήν νύκταν ἐκείνην, 
κατά τήν ὁποίαν ἐγεννήθη
 ὁ Δεσπότης Χριστός, ἔστειλε 
πρῶτον ἕναν Ἄγγελον καί
 ἐθανάτωσεν ὅλους τούς ἀρσενοκοίτας ( =ὁμοφυλόφιλους ),
 ὅπου ἦσαν εἰς τόν Κόσμον, καί ἔπειτα ἐγεννήθη, 
διά νά μή εὐρεθῆ τότε εἰς τήν γῆν, μία τοιαύτη
 θεομίσητος ἁμαρτία (παρά Ἱερωνύμῳ)"!!!


http://www.saint.gr/photos/standard/0615/AgiosIeronimos02.jpg
( Ὅ Ἅγιος Ἱερώνυμος καταγόταν ἀπό τήν Ἰλλυρία-Δαλματία, 
ἀλλ' ἔζησε καί κοιμήθηκε ὁσιακά στά Ἱεροσόλυμα τό 420 μ.Χ..
 Ἡ μνήμη του τιμᾶται στίς 15 Ἰουνίου΄).

Πῶς μπορεῖ ὁ προσευχόμενος νὰ ἀρχίσει καὶ νὰ συνηθίσει τὴν εὐχὴ

Τοῦ πατρὸς Στεφάνου Ἀναγνωστοπούλου
Ε, εἶναι εὐκολότερο, ἐδῶ λίγο, λίγο νὰ δώσομε ἔτσι αὐτὴ τὴν ἔννοια, αὐτὴ τὴν διάσταση, πῶς ὁ ἐργαζόμενος στὸ γραφεῖο, ὁ καθηγητής, ὁ δάσκαλος, στὸ γιαπὶ ὁ ἐργαζόμενος, στὸ μόχθο καὶ λοιπά, μπορεῖ νὰ λέει τὴν εὐχή;
Μπορεῖ νὰ τὴ λέει τὴν εὐχὴ ἀρκεῖ νὰ κάνει, πῶς νὰ τὸ πεῖ κανείς... καὶ μία προπαίδεια. Ὅπως προετοιμάζεται ὁ καθηγητὴς καὶ ὁ δάσκαλος γιὰ τὸ μάθημα, καὶ κάθε ἄλλος ἐπαγγελματίας καὶ τεχνίτης, ὅπως σπουδάζει αὐτὸς ποὺ θὰ γίνει γιατρὸς καὶ ὁ ἄλλος ποὺ θὰ γίνει δικηγόρος, κατὰ τὸν ἴδιον τρόπον ὑπάρχει μία περίοδος ἂς τὸ ποῦμε τρόπον τινά, κατὰ τὴν ὁποίαν προσπαθεῖ ὁ ἄνθρωπος νὰ ἐγκολπωθεῖ ἐσωτερικὰ μέσα του ὅσο τὸ δυνατὸν περισσότερο αὐτὴ τὴν εὐχή. Ἄν, λοιπόν, καθιερώσει κάποια στιγμὴ τοῦ χρόνου, ἰδίως τὶς βραδινὲς ὧρες, παρὰ τοὺς θορύβους ποὺ ἔχουν τοὺς ἐξωτερικούς, καὶ τοὺς περισπασμούς, νὰ ἀφιερώσει δέκα λεπτά, καὶ τὰ δέκα νὰ γίνουν δεκαπέντε καὶ νὰ γίνουν εἴκοσι, αὐτὸς ἀρχίζει καὶ συνηθίζει, νὰ λέγει τὴν εὐχή, καὶ ἐπειδὴ ἀκριβῶς καὶ στὰ διαλλείματα κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ἡμέρας, ὅποτε βρίσκει εὐκαιρία, μπορεῖ νὰ λέγει τὴν εὐχή, ἀρχίζει δηλαδὴ ἀπὸ μέσα, ἡ ἴδια ἡ ψυχή, νὰ λαχταρᾶ γιὰ τὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Τοῦ γίνεται δηλαδὴ ἕνα εἶδος δίψας καὶ...
πείνας. Καὶ «μακάριοι οἱ πεινῶντες καὶ διψῶντες, ὅτι αὐτοὶ χορτασθήσονται». Εἶναι σὰν τὸ μέλι, ποὺ κανένας τὸ γεύεται καὶ θέλει ξανὰ νὰ τὸ γευτεῖ, καὶ ξανὰ καὶ ξανά. Παρὰ τὶς ὁποιεσδήποτε ἀσχολίες μπορεῖ νὰ ἔχει. Εἶναι δυνατόν, νὰ μπορεῖ νὰ λέγει ἀπὸ μέσα του τὴν εὐχή, νὰ τρώει, νὰ συζητᾶ, νὰ μελετᾶ, νὰ προσέχει, νὰ κάνει ὁτιδήποτε, γιατί αὐτὴ ἡ ἐργασία ποὺ γίνεται συνειδητά, ἀρχίζει κατόπιν καὶ ἀναλαμβάνει μία πρωτοβουλία. Ἡ ἴδια ἡ χάρις τοῦ Ἁγίου Θεοῦ, καὶ κάνει αὐτὸ ποὺ θέλομε ἐμεῖς νὰ κάνομε. Ἀντὶ γιά μας. Γι’ αὐτὸ καὶ μπορεῖ ἀνὰ πάσα στιγμὴ νὰ λέει καὶ νὰ καλλιεργεῖ τὴν εὐχή.

Ἡ εὐχὴ γέροντα ἔχει κάποιο μυστικό; Δηλαδὴ ... ἔχετε ζήσει καὶ κοντὰ στὸ γέροντα Ἐφραὶμ τὸ Φιλοθεΐτη.
Ναί.
Πού καλλιεργεῖ πάρα πολὺ τὴν διδασκαλίαν τῆς εὐχῆς. Δηλαδή, πῶς ἀρχίζει κάποιος νὰ λέει τὴν εὐχή. Μὰ θὰ μᾶς ἀκούσουν τώρα κάποιοι ἀδελφοί μας, ἐδῶ στὸν κόσμο, στὴν Ἀμερική, στὴ Γερμανία, ὅσοι μποῦν μέσα στὴν ἰστοσελίδα μας, καὶ θὰ ποῦν τί λένε αὐτοὶ οἱ γέροντες ἐκεῖ πέρα, τί λέει κεῖ ὁ παπα-Στέφανος, πῶς ἀρχίζει κανείς, νὰ μπαίνει μέσα στὴ νοοτροπία τῆς εὐχῆς, νὰ γλυκαίνεται ἡ καρδιά του, νὰ ἐξαγνίζεται ὁ νοῦς του, καὶ νὰ προχωράει στὴν εὐχή;

Ὅπως ἀκριβῶς ἔχει τὴν ἴδια λαχτάρα γιὰ νὰ κάνει προσευχή, νὰ κάνει τὸ ἀπόδειπνο, νὰ πεῖ τὸ «Ἄσπιλε καὶ ἀμόλυντε», ἢ νὰ πεῖ τὸ «Δὸς ἠμὶν Δέσποτα», ἢ νὰ διαβάσει τὴν Παράκληση, ἢ νὰ πεῖ τοὺς Χαιρετισμοὺς ἀπξω καὶ ἀπὸ μνήμης. Ἀρχίζει μία προσπάθεια ὅλος ὁ ἄνθρωπος, διότι ἡ εὐχὴ δὲν εἶναι ἀνεξάρτητη ἀπ’ τὴ ζωὴ τῆς ἐκκλησίας. Εἶναι μέσα στὴν ἐκκλησία. Εἶναι μέρος τῆς ἐκκλησιαστικῆς μας χριστιανικῆς ζωῆς καὶ ἡ εὐχή, ὅπως καὶ οἱ ἄλλες προσευχὲς ποὺ ἔχουν καθιερωθεῖ ἀπὸ τὴν ἐκκλησία μας.

"Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη

  Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...