Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Τρίτη, Φεβρουαρίου 11, 2014

"Στα μάτια των παιδιών καθρεπτίζεται ο Θεός, ώστε και εμείς που Τον λησμονήσαμε, να Τον θυμηθούμε"χ



«Τίς ἄρα μείζων ἐστὶν ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν; καὶ προσκαλεσάμενος ὁ ᾿Ιησοῦς παιδίον ἔστησεν αὐτὸ ἐν μέσῳ αὐτῶν καὶ εἶπεν· ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐὰν μὴ στραφῆτε καὶ γένησθε ὡς τὰ παιδία, οὐ μὴ εἰσέλθητε εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν. ὅστις οὖν ταπεινώσει ἑαυτὸν ὡς τὸ παιδίον τοῦτο, οὗτός ἐστιν ὁ μείζων ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν. καὶ ὃς ἐὰν δέξηται παιδίον τοιοῦτον ἓν ἐπὶ τῷ ὀνόματί μου, ἐμὲ δέχεται». (Ματθ. 18, 2-5).

Τα παιδιά είναι η ένσαρκη ενθύμηση σε όλους μας για το πώς θα πρέπει να είμαστε. Όταν λέγει ο Κύριος ότι πρέπει να γίνουμε σαν τα παιδιά, δεν εννοεί την μωρία των παιδιών, αλλά την αγαθότητά τους, την καθαρότητά τους, την ακακία τους.

Ο κόσμος των παιδιών, είναι ο κόσμος του Θεού. Ένας κόσμος χωρίς μνησικακία, χωρίς έχθρες, χωρίς εμπάθεια, χωρίς φθόνο. Ένας κόσμος με απλότητα, με ανεξικακία, με δόσιμο, με ταπείνωση, με αγάπη.

Η ζωή των «μεγάλων» απομακρύνεται όλο και πιο πολύ, απ’ αυτό το παιδικό αίσθημα της ανεμελιάς. Μίας ανεμελιάς που δεν είναι αναισθησία, αλλά ελευθερία. Οι πολλές υποχρεώσεις, οι μέριμνες μέσα στις οποίες έχουμε μπλεχτεί σβήνουν την «παιδικότητα» των ενηλίκων. Καταντούμε «καθώς πρέπει» εγκλωβισμένοι σε «τύπους ωριμότητος», θέλουμε να φαινόμαστε σκληροί, σπουδαίοι, πετυχημένοι.

Στα μάτια των παιδιών όμως και όχι των μεγάλων, βλέπεις αυτήν την σπινθηροβόλα σιγουριά της ελπίδος. Νιώθει κανείς αυτήν την ευλογία των παιδιών, στο άκακο βλέμμα τους, στα τρυφερά τους χέρια, στο ανυπόκριτο χαμόγελό τους.

Τα παιδιά είναι ευλογία Θεού…γι’αυτό και μας ευλογούν. Μας ευλογούν με την παρουσία τους, μας ευλογούν με την καθαρότητά τους, με το «κατ’εικόνα και καθ’ομοίωσιν» που ακόμα δεν έχει λερωθεί και που δεν πρέπει να γίνουμε υπαίτιοι εμείς.

Λέμε ότι τα παιδιά είναι το μέλλον μας. Ναι, πόσο αληθινό είναι αυτό.

Όμως δεν είναι απλά το επίγειο μέλλον μας, αλλά κάτι πολύ βαθύτερο. Τα παιδιά, μας δείχνουν το αύριο μετά το τέλος, μας δείχνουν δηλαδή την κοινωνία της Βασιλείας του Θεού. Μας δείχνουν το Ουράνιο μέλλον μας εν Χριστώ.

Στα μάτια των παιδιών καθρεπτίζεται ο Θεός, ώστε και εμείς που Τον λησμονήσαμε, να Τον θυμηθούμε.

Να θυμηθούμε Εκείνον που έγινε ένας από εμάς και μας καλεί να τον ομοιάσουμε.

Ο Θεός μας καλεί να γίνουμε παιδιά γιατί αυτά ομοιάζουν μαζί Του, μας καλεί να σπάσουμε τους δεσμούς μας με την υπεροψία, τον εγωισμό και την εμπάθεια και να εισέλθουμε στον θεάρεστο κόσμο των παιδιών χωρίς αγωνιά για την βιτρίνα μας και την δήθεν "μεγαλωσύνη" μας!

«Αμὴν λέγω ὑμῖν, ἐὰν μὴ στραφῆτε καὶ γένησθε ὡς τὰ παιδία, οὐ μὴ εἰσέλθητε εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν» (Ματθ.18,3)
«Αλήθεια σας λέω, αν δε στραφείτε και δε γίνετε σαν τα παιδιά, δεν θα εισέλθετε στη βασιλεία των ουρανών».

αρχιμ. Παύλος Παπαδόπουλος
πηγή  το είδαμε εδώ

π. Φιλόθεος Φάρος: Κυριακή του Ασώτου - Η επιστροφή από την εξορία.




π. Φιλόθεος Φάρος: Κυριακή του Ασώτου - Η επιστροφή από την εξορία.

Όσο ο άνθρωπος είναι ναρκωμένος από το μεθύσι της ναρκισσιστικής αυτοαποθεώσεως δεν βιώνει άμεσα την οδύνη της υπαρξιακής του μοναξιάς, αν και υφίσταται έμμεσα τις συνέπειές της με την μορφή των σωματικών συμπτωμάτων ή των διαπροσωπικών δυσκολιών. Μόλις απαλλαγεί από τη νάρκη της αυτοαποθεώσεως βιώνει βαθιά αυτή την οδύνη και διαπιστώνει ότι βρίσκεται σε μια κατάσταση εξορίας, μακριά από το σπίτι του πατέρα του, τη γη της Επαγγελίας. "Ω πόσων αγαθών ο άθλιος εμαυτόν εστέρησα. Οποίας βασιλείας εξέπεσα ο ταλαίπωρος εγώ" (δοξαστικό Εσπερινού Κυριακής Ασώτου).Όταν ο άνθρωπος κάνει αυτή τη διαπίστωση, αναπότρεπτα θα αισθανθεί την ανάγκη της επιστροφής και θα πει σαν τον άσωτο γιο της παραβολής, "αναστάς πορεύσομαι προς τον πατέρα μου". Είναι αυτή η βαθιά συναίσθηση του ανθρώπου για την αποξένωσή του από την πηγή της ζωής του, το Θεό, που ονομάζουμε μετάνοια. Η μετάνοια δεν έχει καμιά σχέση με νομικές αφέσεις αμαρτιών, για απάλειψη συναισθημάτων ενοχής και βαυκαλιστικά ξαλαφρώματα. Ούτε έχει καμιά σχέση η μετάνοια με πνευματκές λογιστικές και μαθηματικές πράξεις. Αυτού του είδους η "μετάνοια" είναι είτε ένας άλλος τρόπος αυτοδικαιώσεως είτε μια άλλη μορφή επιδιώξεως ναρκισσιστικής ευφορίας.
Επειδή ακριβώς η μετάνοια έχει αυτές τις βαθιές υπαρξιακές διαστάσεις, γι' αυτό ακούμε συχνά τους αγίους να παραπονούνται ότι δεν έχουν μετάνοια. "Ουκ έχω μετάνοιαν, ουκ έχω κατάνυξιν, ουκ έχω δάκρυον παρακλητικόν τα επανάγοντά με, τέκνα, εις ιδίαν κληρονομίαν", όπως λέει ο συγγραφέας του κανόνα στον Ιησού Χριστό. Και ο αββάς Σισώης που έζησε μια ολόκληρη ζωή χύνοντας καυτά δάκρυα μετανοίας, έτσι που να αυλακώσει το πρόσωπό του, όταν έφθασε η στιγμή του θανάτουζητούσε απότ ο Θεό και τους αγίους περισσότερο χρόνο για να μετανοήσει κι όταν οι μαθητές του απόρησαν λέγοντας: "Γέροντα, εσύ ζητάς καιρό για να μετανοήσεις που γνώρισες τόσο πολύ και τόσο καλά τη μετάνοια; - Μόλις τώρα αρχίζω να γνωρίζω τη μετάνοια" απάντησε ο άγιος αββάς.
Είναι πραγματικά πολύ δύσκολο να επιτύχει ο άνθρωπος αυτή την πραγματική μετάνοια, όταν όμως την επιτύχει δεν του χρειάζονται πια τα πνευματικά μέσα που χρησιμοποιεί η Εκκλησία, κυρίως για να καλλιεργήσει και να αναπτύξει τη μετάνοια μέσα στην ψυχή του πιστού. Γι' αυτό και ο Ποιμήν δεν έρχεται σε αντίφαση με το Πηδάλιο ή τους Κανόνες, με τις απόψεις που διατυπώνει στο ακόλουθο περιστατικό: "Αδελφός ηρώτησε τον αββά Ποιμένα λέγων. Εποίησα αμαρτίαν μεγάλην, και θέλω μετανοήσαι τρία έτη. Λέγει αυτώ ο Γέρων: πολύ εστίν. Και είπε αυτώ ο αδελφός: Ένα χρόνο; και είπε πάλι ο Γέρων: πολύ εστιν. Οι δε παρόντες έλεγον: έως 40 ημέρες; Και πάλι είπε: πολύ εστιν. είπε δε, εγώ λέγω, ότι εάν εξ όλης καρδίας μετανοήσει άνθρωπος, και μη προσθή έτι ποιείν την αμαρτίαν, και εις τρεις ημέρας δέχεται αυτόν ο Θεός.
Πραγματικά, στην παραβολή ο πατέρας δέχεται αμέσως τον άσωτο χωρίς επιφυλάξεις, χωρίς όρους, χωρίς κυρώσεις, χωρίς ούτε καν επιπλήξεις, αλλά με χαρές και γλέντια και χορούς.
Όμως η μετάνοια, όπως και όλες οι άλλες πνευματικές πραγματικότητες, δεν βιώνεται ή απόλυτα ή καθόλου, αλλά περισσότερο ή λιγότερο. Κανείς δεν έχει την τέλεια μετάνοια όπως δείχνει το παράδειγμα του Σισώη. Και από την άλλη μεριά, και ο πιο αμετανόητος έχει νιώσει έστω και ελάχιστα, αυτό το αίσθημα του αποδήμου από τη Χάρη του Θεού, γι' αυτό και ο συγγραφέας του κανόνα στον Ιησού Χριστό ζητάει "μετάνοιαν ολόκληρον".
Όπως όλοι οι άνθρωποι έχουν κάποια γεύση μετάνοιας έτσι κι όλοι οι άνθρωποι έχουν κάποια, όσο κι αν είναι ελάχιστη, γεύση της παρουσίας του Θεού στην καρδιά τους.
Έτσι τον αναστημένο Χριστό θα συναντήσουμε τόσο, όσο έχουμε νιώσει αυτό το βαθύ υπαρξιακό αίσθημα της αποξενώσεως και της αποδημίας από το πατρικό σπίτι, από τον παράδεισο της τρυφής.

πηγή

Ζήτησαν τον Άγιο Βλάσιο και ήρθε!

Ὁ Ἀρχιμανδρίτης π. Αὐγουστίνος Κατσαμπίρης εἶχε ἐπανειλημμένως παρακαλέσει τὸν Γέροντα νὰ προσευχηθεῖ γιὰ νὰ τοῦ ἐμφανιστεί ὁ νεοφανής Ἅγιος Βλάσιος ὁ ἐκ Σκλαβαίνων. Ἐπιθυμοῦσε νὰ γνωρίσει τὰ χαρακτηριστικά του γιὰ νὰ τὸν ἁγιογραφήσουν.
Ἦταν ἡ 21η Ἰανουαρίου 1980, Κυριακή τοῦ Ἀσώτου, πρὸς Δευτέρα. Ὁ γέροντας ἐνῶ προσευχόταν τὸ βράδυ στὸ Κελλί του μὲ κομποσχοίνι, βλέπει νὰ παρουσιάζεται μπροστά του μέσα σὲ φῶς ἕνας Ἅγιος ἄγνωστος ποὺ φοροῦσε...
μανδύα καλογερικό. Δίπλα του στὸν τοῖχο τοῦ Κελλιοῦ του, πάνω ἀπὸ τὴν σόμπα φαίνονταν ἐρείπια Μοναστηριοῦ. Αἰσθανόταν ἀπερίγραπτη χαρὰ καὶ ἀγαλλίαση καὶ σκεφτόταν «ποιὸς Ἅγιος εἶναι;». Τότε ἄκουσε φωνὴ ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία: «Εἶναι ὁ Ἅγιος Βλάσιος ἀπὸ τὰ Σκλάβαινα».1
Ἀπὸ εὐγνωμοσύνη, γιὰ νὰ εὐχαριστήσει τὸν Ἅγιο γιὰ τὴν τιμὴ ποὺ τοῦ ἔκανε, μετέβη στὰ Σκλάβαινα καὶ προσκύνησε τὰ χαριτόβρυτα Λείψανά του. Ἀνταπέδωσε τρόπον τινὰ τὴν ἐπίσκεψη. Ὁ Γέροντας ἔδειξε μάλιστα ἀπὸ μακριὰ καὶ τὸ μέρος ὅπου παλιότερα ἦταν κτισμένο τὸ Μοναστήρι τοῦ Ἁγίου, ἐπειδὴ νύχτωνε καὶ δὲν εἶχε χρόνο νὰ πάει ἐπὶ τόπου.
Ἀναφέρει ὁ κ. Ἀπόστολος Παπαχρήστου: «Τὴν εἰκοστὴ Μαΐου 1980 ὁ Γέροντας ἦρθε στὸ σπίτι μου στὸ Ἀγρίνιο, μὲ σκοπὸ νὰ μεταβεῖ στὰ Σκλάβαινα Ξυρομέρου καὶ νὰ προσκυνήσει τὰ ἱερὰ Λείψανα τοῦ Ἁγίου Βλασίου τοῦ ἐν Σκλαβαίνοις, μετὰ ἀπὸ ἀποκάλυψη τοῦ Ἁγίου στὸ Κελλί του. Ἔμεινε ἕνα βράδυ στὸ σπίτι μας καὶ παρ’ ὅτι τοῦ στρώσαμε καθαρὰ λευκὰ σεντόνια, ὁ Γέροντας τὰ ἄφησε τελείως ἄθικτα. Ὅταν πῆγε στὰ Σκλάβαινα, προσκύνησε μὲ στρωτὲς μετάνοιες τὸν Ἅγιο καὶ δίδαξε ὅλους γύρω του».
Ἀκολούθως ὁ Γέροντας παρήγγειλε τὴν εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Βλασίου στὴν Ἱερὰ Μονὴ Ἁγίας Τριάδος στὸ Κορωπὶ Ἀττικῆς, ἀφοῦ περιέγραψε τὰ χαρακτηριστικά τοῦ Ἁγίου στὴν ἁγιογράφο μοναχή. Ὅταν ἔλαβε τὴν εἰκόνα ἀναπαύθηκε, διότι ἀπέδιδε ἀκριβῶς τὸν Ἅγιο. «Φαίνεται ὅτι ἡ ἀδελφὴ εἶχε εὐλάβεια καὶ τὴν ἔκαμε μὲ προσευχὴ καὶ νηστεία», εἶπε.
Κάθε ἔτος, τιμοῦσε τὴν μνήμη τοῦ Ἁγίου Βλασίου μὲ ἀγρυπνία μόνος του στὸ Κελλί του. Τὸν ἑόρταζε, ὄχι στὶς 11 Φεβρουαρίου, ποὺ ἐπικράτησε νὰ ἑορτάζεται ἡ μνήμη του, ἀλλὰ στὶς 19 Δεκεμβρίου, τὴν ἡμέρα ποὺ μαρτύρησε.

1. Βλ. καὶ Ἀρχιμ. Αὐγουστίνου Κατσαμπίρη, «Ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυς Βλάσιος ὁ Ἀκαρνάν», Ἀθῆναι 1990, σ. 52 – 55. Ἐσφαλμένως ἀναφέρεται ὅτι ἡ ἐμφάνιση τοῦ Ἁγίου ἔγινε τὸ ἔτος 1979, ἀντὶ τοῦ ὀρθοῦ 1980, ἐνῶ ἡ ἡμερομηνία ἀναφέρεται μὲ τὸ νέο ἡμερολόγιο (3 Φεβρουαρίου).
Βίος Γέροντος Παϊσίου τοῦ Ἁγιορείτου, Ἱερομονάχου Ἰσαάκ, Ἅγιον Ὅρος, 2004, σελ. 286-287

Η πάλη του Ιακώβ (Γένεση 32:24-30).



Θα δούμε τα ενδιαφέροντα σχόλια του αγίου Κυρίλλου Αλεξανδρείας, σχετικά με όσα γράφονται στο βιβλίο της Γενέσεως από τον Μωυσή, για την μυστηριώδη πάλη του Ιακώβ, τότε που μετονομάστηκε από «Ιακώβ», που σημαίνει «υποσκελιστής», σε «Ισραήλ», που σημαίνει «δύναμις Θεού». Θα παραθέσουμε απόσπασμα από το έργο του αγίου «Κατά των Νεστορίου Βλασφημιών, Βιβλίο Γ’».

Το απόσπασμα έχει ως εξής (το παραθέτω από την μετάφραση του αρχ. Ν. Βάμβα):

«Ο δε Ιακώβ έμεινε μόνος· και επάλαιε μετ' αυτού άνθρωπος έως τα χαράγματα της αυγής· ιδών δε ότι δεν υπερίσχυσε κατ' αυτού, ήγγισε την άρθρωσιν του μηρού αυτού· και μετετοπίσθη η άρθρωσις του μηρού του Ιακώβ, ενώ επάλαιε μετ' αυτού. Ο δε είπεν, Άφες με να απέλθω, διότι εχάραξεν η αυγή. Και αυτός είπε, δεν θέλω σε αφήσει να απέλθης, εάν δεν με ευλογήσης. Και είπε προς αυτόν, Τι είναι το όνομά σου; Ο δε είπεν, Ιακώβ. Και εκείνος είπε, Δεν θέλει καλεσθή πλέον το όνομά σου Ιακώβ, αλλά Ισραήλ· διότι ενίσχυσας μετά Θεού, και μετά ανθρώπων θέλεις είσθαι δυνατός. Ηρώτησε δε ο Ιακώβ λέγων, Φανέρωσόν μοι, παρακαλώ, το όνομά σου. Ο δε είπε, Διά τι ερωτάς το όνομά μου; Και ευλόγησεν αυτόν εκεί. Και εκάλεσεν Ιακώβ το όνομα του τόπου εκείνον Φανουήλ, λέγων, Διότι είδον τον Θεόν πρόσωπον προς πρόσωπον, και εφυλάχθη η ζωή μου».



Ερεύνησε μαζί μας την θεόπνευστη Γραφή. Εμφανίστηκε κάποτε και στον πατριάρχη Ιακώβ, όταν έφυγε από την οικία του Λάβαν και έφτασε στα μέρη του Γιαμπώκ, όπως έχει γραφεί. Κατανόησε λοιπόν, ότι τότε ο Λόγος δεν ήθελε να εμφανιστεί στον πατριάρχη ως ασώματος και αψηλάφητος, εμφανίζοντάς του την προτύπωση του μυστηρίου, αλλά αυτός που πάλευε ήταν άνθρωπος, και αφού πάλεψε μαζί του, όταν άρχιζε να φέγγει η ημέρα και ξημέρωσε, του είπε, «άφησέ με να φύγω», που σήμαινε ότι σταματούσε την πάλη. Είναι όμως αναγκαίο να πω και τι σήμαινε το μυστήριο. Ότι εκείνοι που ζουν σαν σε νύχτα και σε σκοτάδι και έχουν νοητή ομίχλη στον νου και στην καρδιά τους, δεν μπορούν ακόμα να κατανοήσουν το μυστήριο που κρύβεται κάτω από αυτό, γιατί ήταν συνηθισμένος να παλεύει και να νικά, όμως εκείνοι που έφτασαν στο φως και σαν στον πνευματικό όρθρο και κατανόησαν καλά το μυστήριο, δεν ζητά να παλέψει με αυτούς άλλο, αλλά μάλλον μοιράζει πνευματικές ευλογίες. Λοιπόν, εάν αυτός έρθει και σε μας έστω και αργά, μέσα στο φως και όταν αρχίζει να ξημερώνει, θα σταματήσει να αγωνίζεται μαζί σου αυτός που πάντοτε νικά. Πρόσεχε όμως, ότι, ενώ πάλευε με άνθρωπο ο θεσπέσιος Ιακώβ, λέγει ότι είδε τον Θεό πρόσωπο με πρόσωπο. Και πρόσθεσε η αγία Γραφή, ότι «Ανέτειλε γι’ αυτόν ο ήλιος, όταν χάθηκε η μορφή του Θεού». Για ποιο λόγο λοιπόν κοκκινίζεις με τα μέτρα της ταπείνωσης, τη στιγμή που ο καθένας, που έχει σωστή πίστη και ερευνά με ακρίβεια τον σκοπό της θεόπνευστης Γραφής, λέγει ότι ο Λόγος του Θεού και Πατέρα έλαβε σάρκα και έγινε άνθρωπος; Αυτός λοιπόν που είναι ομοούσιος με εμάς, αφού έγινε άνθρωπος, και με τον ίδιο τον Πατέρα του, αφού παρέμεινε και με την ανθρώπινη φύση Θεός, στάλθηκε να κηρύξει στους αιχμαλώτους συγχώρηση, στους τυφλούς να δουν το φως τους, να θεραπεύσει εκείνους που έχουν συντριμμένη καρδιά, και να κηρύξει το έτος της εύνοιας του Κυρίου.


(Έργα Αγίου Κυρίλλου Αλεξανδρείας, ΕΠΕ 10, σελ. 321-323). 

Λόγος πρός τούς Ποιμένες γιά τά ἐγκαταλελειμμένα πρόβατά τους. Ἅγιος Ἐφραίμ ὁ Σύρος

Λόγος πρός τούς Ποιμένες
γιά τά ἐγκαταλελειμμένα πρόβατά τους.
Ἅγιος Ἐφραίμ ὁ Σύρος

http://www.agioskosmas.gr/images/281_EfraimSyros.jpg


https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEjMr2xxdgnA0Y8XsQT4ZMxXHcNi4svpUgkUUTBXfPkjlCi6R61pIn4A0vJUoIA_xNYPRPQRfOXSOrrHH3UTltd664sgI6LeZ006Lu5c2j6jmygvU0C-ed5Bay5F3sZGNpX7khFc0AL7CWco/s1600/%CE%BC%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%82+%CE%B3%CE%BA%CF%81%CE%B5%CE%BC%CE%BF%CF%82+%CE%BA%CE%B1%CE%B9+%CF%80%CE%B9%CF%83%CF%89+%CF%81%CE%B5%CE%BC%CE%B1.jpg
λε' ..."Ὦ ποιμένες Ἰσραήλ, μήπως οἱ ποιμένες βόσκουσι ἑαυτούς; Δέν βόσκουσιν οἰ ποιμένες τά πρόβατα;Ἰδού, κατατρώγετε τό γάλα, καί διά τῶν ἐρίων ἐνδύεσθε, καί τό παχύ σφάζετε, καί τά πρόβατά μου δέν βόσκετε· δέν ἐνισχύσατε τό ἀσθενές, καί τό κακῶς ἔχον δέν ἰατρεύσατε, καί τοῦ συντετριμμένου δέν ἐδήσατε τάς πληγάς, καί τό πλανώμενον δέν ἐπιστρέψατε εἰς τήν μάνδραν, καί τό ἀπολωλός δέν ἐζητήσατε, καί τό ἰσχυρόν κατεπιβαρύνετε διά σκληρότητος μόχθου· καί δεισπάρησαν τά πρόβατά μου, διότι δέν ὑπῆρχον ποιμένες, καί ἐγένοντο βορά εἰς τά ὄρη πάντων τῶν θηρίων τοῦ ἀγροῦ· καί διεσπάρησαν τά πρόβατά μου εἰς πᾶν
ὄρος, καί εἰς πᾶν βουνόν ὑψηλόν, καί εἰς πᾶσαν τήν γῆνhttp://xristianos.gr/forum/eikones/Vaskania_Magia/eksorkismoi/iereas_eksorkismos.jpgδιεσκορπίσθησαν· καί οὐδείς ἐζήτει οὐδέ ἐπέστρεφεν αὐτά· διά τοῦτο ποιμένες ἀκούσατε τόν λόγον τοῦ Κυρίου· Ζῶ ἐγώ, λέγει Κύριος· ἐξάπαντος, ἐπειδή τά πρόβατα διηρπάσθησαν, καί ἔγιναν κατάβρωμα πάντων τῶν θηρίων τοῦ ἀγροῦ, δι' ἔλλειψιν ποιμένος, καί δέν ἐξεζήτησαν οἱ ποιμένες μου τά πρόβατά μου, καίhttp://3.bp.blogspot.com/-f8AXC6sZqKo/TfYTGeZdzLI/AAAAAAAAAJg/88fCdrS4sbI/s1600/scan0151.jpgἐβόσκησαν οἱ ποιμένες ἑαυτούς, τά δέ πρόβατά μου δέν ἐβόσκησαν· διά τοῦτο ποιμένες ἀκούσατε τόν λόγον τοῦ Κυρίου· ταῦτα λέγει Κύριος. Ἰδοῦ, ἐγώ εἶμαι ἐναντίον τῶ ποιμένων, καί θέλω ἐκζητήσει τά πρόβατά μου ἐκ τῶν χειρῶν αὐτῶν, καί θέλω παύσει αὐτούς ἀπό τοῦ νά ποιμένωσι τά πρόβατά μου, καί δέν θέλουσι πλέον βόσκει ἑαυτούς οἱ ποιμένες, καί θέλω ἐλευθερώσει τά πρόβατά μου ἐκ τοῦ στόματος αὐτῶν, καί δέν θέλουσιν εἶσθαι κατάβρωμα εἰς αὐτοὐς πλέον¨.

Συμβουλή περί πνευματικοῦ βίου πρός Νεόφυτον Μοναχόν
Ἐφραίμ Σύρου, ΑΣΚΗΤΙΚΑ
Ἔκδ. Β. Ρηγόπουλου
https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEgf7F_a_2DaxWquBfgC-Yte0aUnmy48YJyioYpumFO8RuJxcLIsvfTRwJpYqrHPkWFPliljKcMsqd1uWkeTiTGRn2eRPFE7lMS6fsVOW82-LWkHKIGnNaZq8agC3vGNeuhTuH6tbOp6d8z2/s1600/fbmn07-4birds.jpg

Το Τριώδιο και ολόκληρη η Σαρακοστή είναι ένα πνευματικό ταξίδι που προορισμός του είναι το Πάσχα.


Τριώδιο! Μία περίοδος δυστυχώς παρεξηγημένη από τους περισσότερους… Μία λέξη η οποία ακούγοντας την, φέρνει στο μυαλό μας, το καρναβάλι, την διασκέδαση, το φαγοπότι, το ξεφάντωμα… Μήπως όμως Τριώδιο δεν είναι τίποτε απ΄ όλα αυτά; Μήπως δεν έχουμε πάρει στα σοβαρά αυτήν την Κατανυκτική Εκκλησιαστική περίοδο και νομίζουμε ότι το Τριώδιο και όλη η προ του Πάσχα περίοδος δεν έχει ιδιαίτερη σημασία, και αποτελεί μία ευκαιρία για να εκτονωθούμε, να διασκεδάσουμε, και να γυρίσουμε στην συνέχεια στις διάφορες φροντίδες και ασχολίες μας; Όχι!!!

Τριώδιο δεν σημαίνει τίποτε απ΄ όλα αυτά. Το Τριώδιο και ολόκληρη η Σαρακοστή είναι ένα πνευματικό ταξίδι που προορισμός του είναι το Πάσχα η «Εορτή των Εορτών». Και όπως όταν κάποιος ξεκινάει ένα ταξίδι, πρέπει να ξέρει που πηγαίνει, έτσι συμβαίνει και με το Τριώδιο. Είναι το ταξίδι εκείνο που Κυριακή με Κυριακή μας οδηγεί στην νύχτα της Αναστάσεως «την Σωτήριο, τη Φωταυγή, και Λαμπροφόρο».


Ξεκινά λοιπόν σήμερα το πνευματικό ταξίδι του Τριωδίου, και από χθες στον Εσπερινό εμφανίσθηκε στα αναλόγια το Λειτουργικό βιβλίο της Σαρακοστής που λέγεται Τριώδιο. Στο βιβλίο αυτό περιλαμβάνονται όλες οι Ακολουθίες από την σημερινή Κυριακή μέχρι και το Μεγάλο Σαββάτο πριν την τελετή της Ανάστασης. Παράλληλα με τους ύμνους που ψάλλονται από το βιβλίο αυτό, διαβάζονται στους Ναούς και οι σχετικές περικοπές από το Ευαγγέλιο οι οποίες είναι αφιερωμένες στο Θεμελιώδες γεγονός της μετάνοιας και της επιστροφής μας κοντά στον Χριστό κάτι που αποτελεί την ουσία και το νόημα ολόκληρης της Μεγάλης Τεσσαρακοστής.

Η πρώτη Κυριακή του Τριωδίου αναφέρεται στην Παραβολή του Τελώνου και του Φαρισαίου και τονίζει ότι η ταπείνωση είναι η απαραίτητη ηθική αξία την οποία πρέπει να καλλιεργήσουμε, αφού Εκείνος ο οποίος μας την δίδαξε την εφάρμοσε πρώτος με το παράδειγμα Του, γενόμενος ο ίδιος Άκρα Ταπείνωση επάνω στο ξύλο του Σταυρού. Η δεύτερη Κυριακή του Τριωδίου μας θυμίζει τον Πατέρα Εκείνον που υπακούοντας στο θέλημα του γιου του, του δίνει την περιουσία που του ανήκε, για να την ξοδέψει ασυλλόγιστα και να καταλήξει έρημος, φτωχός, γυμνός και πεινασμένος και να επιζητήσει και πάλι την πατρική στοργή και αγκαλιά. Στο πρόσωπο του Πατέρα διακρίνουμε τον Εύσπλαχνο Θεό, και στο πρόσωπο του ασώτου υιού διακρίνουμε τους εαυτούς μας, οι οποίοι ζητούμε την ελευθερία μας μακριά και έξω από την Εκκλησία και που επαναστατούμε έναντι του Θεού καθημερινά επειδή νοιώθουμε ότι η ζωή μας κοντά Του μας πνίγει και μας υποτιμά.

Ευτυχώς που η αγκαλιά του Εσταυρωμένου Πατέρα μας είναι μόνιμα ανοικτή και μας περιμένει για να μας γιατρέψει τις πληγές που μας προξενεί η αμαρτία και η απομόνωση από Εκείνον. Ενώ στις δύο προηγούμενες Κυριακές μάθαμε ότι πρέπει να ταπεινωθούμε και να επιστρέψουμε στον Θεό, την Κυριακή των Απόκρεω θυμόμαστε την μέλλουσα Κρίση από Την οποία δεν θα μπορέσει να ξεφύγει κανείς. Είναι μία προειδοποίηση η Ευαγγελική Περικοπή της Κυριακής της Αποκριάς για το Δικαστήριο που θα μας δοξάσει η θα μας καταδικάσει. Και φτάνουμε στην Κυριακή της Τυρινής όπου από τα χείλη του Χριστού μας ακούμε ότι απαραίτητη προϋπόθεση για την εκ μέρους του Θεού συγχώρηση των σφαλμάτων μας, είναι η συγχωριτικότητα που θα δείξουμε απέναντι σε κείνους που έσφαλαν και η επιστροφή στην αγάπη, την ενότητα, στην σύμπνοια,στην αδελφοσύνη,στην αλληλοκατανόηση.

Καταλαβαίνουμε λοιπόν αδελφοί μου, ότι η περίοδος αυτή είναι ένα σχολείο μετάνοιας στο οποίο κάθε Χριστιανός οφείλει να μπαίνει κάθε χρόνο για να καταφέρνει να εμβαθύνει, στην πίστη του, να την επανεκτιμήσει, και ν΄ αλλάξει την ζωή του. Είναι η περίοδος αυτή μία υπέροχη προσκυνηματική πορεία προς τις πηγές της Πίστης μας, είναι μία καινούργια ανακάλυψη του Ορθόδοξου τρόπου ζωής. Η Εκκλησία μας με τις κατανυκτικές ακολουθίες της περιόδου αυτής μας βοηθά στο να ανακαλύψουμε Το νόημα Της.

Εύχομαι όλοι εμείς να καταλάβουμε ότι Τίποτα δεν είναι τόσο όμορφο, τόσο βαθύ, και τόσο πλούσιο σε έμπνευση όσο αυτό που η Εκκλησία μας, μας προσφέρει από σήμερα που μπήκαμε στην Ευλογημένη αυτή περίοδο η οποία ήδη από σήμερα άρχισε να ευωδιάζει το αναστάσιμο άρωμα μέσα από τον Ζωοδόχο Τάφο του Νεκραναστημένου Σωτήρα μας. Αμήν.

Ποιὸς ἀγαπάει ἀληθινὰ σήμερα;


Συνέντευξη μὲ τὸν Καθηγητὴ κ. Ἠλία Βουλγαράκη

ΕΡΩΤΗΣΗ: Πολὺ συχνὰ χρησιμοποιοῦμε τὴ λέξη ἀγάπη στὴν καθημερινή μας ζωή. Τί ἀκριβῶς ἐννοοῦμε;


ΒΟΥΛΓΑΡΑΚΗΣ:
 Δὲν μπορεῖ κανεὶς ν' ἀπαντήσει εὔκολα στὸ ἐρώτημά σας, γιατί δὲν νομίζω ὅτι ἀπὸ τὴν πλευρὰ τῶν ἀνθρώπων ὑπάρχει ἕνας ἑνιαῖος τρόπος ποὺ ἀντιλαμβάνονται τὴν ἀγάπη. Βλέπουμε συχνὰ νὰ χρησιμοποιεῖται ἡ λέξη μὲ τόσο διαφορετικὰ νοήματα. Ἀπὸ τὸ «κάνω ἀγάπη» ποὺ μπορεῖ νὰ δηλώνει ἀκόμη καὶ μία ἀνέραστη σωματικὴ ἐπαφή, ὥς τὴν ἀγάπη σὰν βαθειὰ κοινωνία ἑνὸς ζευγαριοῦ γερόντων, ἀπὸ τὴν ἀγάπη ποὺ ἔχει κίνητρο τὸ συμφέρον, ἔστω κι ἂν δὲν τὸ συνειδητοποιοῦμε, ὥς τὴν ἀγάπη ποὺ εἶναι ὁλοκληρωτικὴ ἀφοσίωση, ἀπὸ τὴν ἀγάπη στὸ Θεὸ γιὰ νὰ εἰσπράξουμε μία ἐλπίζομενη ἀνταπόδοση, ὥς τὴν ἀγάπη ποὺ εἶναι ἕνα καθολικὸ δόσιμο τοῦ ἑαυτοῦ μας σ' Αὐτόν, ὑπάρχει τεράστια διαφορά. Συνήθως οἱ ἄνθρωποι συλλογιοῦνται, ζοῦν καὶ μιλοῦν γιὰ τὴν ἀγάπη, βλέποντας μόνο μία της πλευρά, δηλαδὴ μὲ τρόπο ἀποσπασματικό. Ἄλλοτε τὴ βιώνουν ἀρρωστημένα, σὲ μορφὲς ποὺ ἀνήκουν στὴν παθολογία της. Κάποτε, καὶ δὲν εἶναι αὐτὸ καθόλου σπάνιο, τὴ ζοῦν μέσα στὴν πλήρη ἄρνησή της, ποὺ δὲν εἶναι τὸ μίσος ὅπως συνήθως πιστεύουμε, ἀλλὰ ὁ ἐγωισμός.

ΕΡΩΤ.: Σύμφωνα μὲ τὴ χριστιανικὴ θρησκεία, ποιὰ εἶναι ἡ σωστὴ ἔννοια τῆς ἀγάπης;


ΒΟΥΛ: Ἡ χριστιανικὴ θρησκεία δέχεται ὅτι ἡ ἀγάπη εἶναι καθολικὸ φαινόμενο, ποὺ δὲν ἀπαντιέται μόνο στοὺς ἀνθρώπους, ἀλλὰ καὶ σ' αὐτὰ τὰ ζῶα. Δέχεται ἀκόμη ὅτι ὁλόκληρο τὸ σύμπαν εἶναι δημιουργημένο ἀπὸ τὴν ἀγάπη καὶ ὅτι λειτουργεῖ, στὴν πιὸ βαθειά του δομή, σύμφωνα μὲ τοὺς νόμους της. Ἡ ἀγάπη εἶναι ὁ ἄξονας γύρω ἀπὸ τὸν ὁποῖο περιστρέφεται ὁλόκληρος ὁ κόσμος. Ἀκόμη καὶ τὸ κακό, ὅσο κι ἂν φανεῖ αὐτὸ ποὺ λέγω τολμηρό, ὑπακούει στὸ νόμο τῆς ἀγάπης. Κανεὶς δὲν κάνει τὸ κακὸ χωρὶς νὰ ἀποβλέπει στὸ προσωπικό του καλό, δηλαδὴ ἀπὸ μία κίνηση ἀγάπης γιὰ τὸν ἑαυτό του, ὅσο κι ἂν ἡ ἀγάπη αὐτὴ εἶναι διαστροφή. Ἡ χριστιανικὴ θρησκεία δέχεται, ὅτι τὸ ἀληθινὸ νόημα τῆς πραγματικῆς καὶ σωστῆς ἀγάπης βρίσκεται στὸ Θεό. Ὁ ἀπόστολος Ἰωάννης τὸ λέγει αὐτό, ὅταν σὲ μία ἐπιστολὴ του γράφει: «Ὁ Θεὸς ἀγάπη ἐστὶ» (Α' Ἰωαν. Δ' 8). Ἡ ἴδια ἡ οὐσία τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ ἀγάπη. Ἡ ἀγάπη αὐτὴ τοῦ Θεοῦ φανερώθηκε καὶ φανερώνεται μὲ πολλοὺς τρόπους. Ὁ πιὸ μεγαλειώδης εἶναι ἡ ἀπόφασή Του νὰ στείλει τὸν Υἱόν του στὴ γῆ, ποὺ γίνεται ἄνθρωπος ὅπως καὶ μεῖς, θυσιάζεται, μὲ μοναδικὸ σκοπὸ νὰ σώσει ὅλους τους ἀνθρώπους. Αὐτὴ ἡ ἀνεπανάληπτη χειρονομία τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ μᾶς διδάσκει, ὅτι ἡ ἀγάπη, στὸ πιὸ βαθύ της νόημα, εἶναι μία ἄρνηση τοῦ ἑαυτοῦ μας, μία πορεία πρὸς τὸν ἄλλο.

ΕΡΩΤ.: Θὰ λέγαμε, λοιπόν, πὼς ἡ δυσκολία στὴν ἐπικοινωνία μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων, ποὺ τὴν αἰσθανόμαστε τόσο ἔντονα, ἔχει σχέση μὲ τὴν ἔλλειψη χριστιανικῆς ἀγάπης;


BΟΥΛ.: Δὲν ἔχω καμμιὰ ἀμφιβολία πάνω σ' αὐτό. Ἡ ἔλλειψη ἀγάπης ἤ καλύτερα ἡ διαστροφή της, ποὺ εἶναι ὁ ἐγωισμός, εἶναι ἡ αἰτία τοῦ κάκου. Ὁ ἐγωισμὸς εἶναι μία μορφὴ ἀγάπης μὲ ἀνάδρομη κατεύθυνση. Ἀντὶ νὰ πορεύεται πρὸς τὸν ἄλλο, ἀναδιπλώνεται στὸν ἑαυτό της. Ἀντὶ νὰ ὁδηγεῖται σὲ μία ἕνωση μὲ τὸν ἄλλο, καταλήγει στὴ διάστροφη μορφή της, τὴν αὐτοένωση, δηλαδὴ τὴ μόνωση. Ἀντὶ ὁ ἄνθρωπος νὰ προσφέρεται στὸν ἄλλο γιὰ νὰ χαρεῖ μαζί του τὴν ὀμορφιὰ τῆς ἐπικοινωνίας, ἐκμεταλλεύεται τὸν ἄλλο γιὰ νὰ φτάσει στὴν πλήρη διάσπαση καὶ στὴ μοναξιά. Πολὺ φοβοῦμαι, ὅτι αὐτὴ ἡ μοναξιὰ εἶναι ἡ ἀρρώστια τοῦ αἰώνα μας, τὸ μεγάλο τίμημα ποὺ πληρώνουμε γιατί ἀρνηθήκαμε τὴ χριστιανικὴ ἀγάπη. Κάτι ἐκκλησιαστικὰ κείμενα περιγράφουν τὴν κόλαση σὰν ἕνα τόπο ποὺ οἱ ἄνθρωποι θὰ εἶναι μαζί, ἀλλὰ θὰ στέκονται πλάτη μὲ πλάτη, δηλαδὴ δὲν θὰ μποροῦν νὰ κυττάζονται στὸ πρόσωπο, δὲν θὰ μποροῦν νὰ ἐπικοινωνοῦν. Πολὺ φοβοῦμαι ὅτι ἡ μορφὴ αὐτῆς τῆς κολάσεως δὲν μᾶς εἶναι ἄγνωστη.

ΕΡΩΤ.: Ποιὰ εἶναι ἡ σχέση μεταξὺ ἀγάπης καὶ εὐτυχίας;

BOΥΛ.: Ἡ καθημερινή μας πείρα μᾶς μιλάει γι' αὐτό. Ὅσοι, γιὰ κάποιο λόγο νοιώθουν τὸ ὄμορφο αὐτὸ συναίσθημα, καὶ ἔρχονται ἀρκετὲς στιγμὲς ποὺ σχεδὸν ὅλοι τὸ νοιώθουμε εἴτε στὸν ἀληθινὸ ἔρωτα, εἴτε στὴ μητρότητα, εἴτε στὴν πραγματικὴ φιλία, ξέρουμε ὅτι μᾶς γεμίζει χαρά. Κι εἶναι φυσικὸ αὐτὸ γιατί ὁ ἄνθρωπος στὴν οὐσία του εἶναι πλασμένος νὰ ἐπικοινωνεῖ κι ἡ ἀληθινὴ ἐπικοινωνία γίνεται, ὅπως εἴδαμε, μόνο μὲ τὴν ἀγάπη. Ἡ ἀγάπη σοῦ σπάει τὰ δεσμὰ τῆς μοναξιᾶς ὅπου σ' ἔκλεισε ὁ ἐγωισμός, σὲ κάνει νὰ λειτουργεῖς καὶ πάλι σωστά, σύμφωνα μὲ τὸν ἀληθινὸ προορισμό σου, σὲ φέρνει σὲ ταυτότητα μὲ τὸν ἀληθινό σου ἑαυτό. Κάθε ὅμως μηχάνημα ἤ κάθε ὄργανο ποὺ λειτουργεῖ σωστὰ καὶ σύμφωνα μὲ τὸν προορισμὸ του εἶναι γαλήνιο. Ἡ γαλήνη αὐτὴ στὸν ἄνθρωπο δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ ἡ εὐτυχία. Κι ἐδῶ πρέπει νὰ προσθέσουμε κάτι ἄλλο. Ὅσο ἡ ἀγάπη αὐτὴ ξεμακραίνει ἀπὸ τὸν ἐγωισμό, ὅσο, δηλαδή, γίνεται πιὸ σωστὴ καὶ πιὸ ἀληθινή, τόσο πιὸ ὁλοκληρωτικὰ ζεῖ ὁ ἄνθρωπος τὴν εὐτυχία.

ΕΡΩΤ.; Μπορεῖτε νὰ μᾶς ἀναφέρετε ἕνα παράδειγμα χριστιανικῆς ἀγάπης;

BOYΛ.: Τὰ παραδείγματα εἶναι ἄφθονα, ἔτσι ποὺ νὰ μὴν ξέρει κανεὶς πιὸ νὰ πρωτοδιαλέξει. Προτιμῶ, χωρὶς νὰ φύγω ἀπὸ τὸ ἐρώτημά σας, νὰ σᾶς πῶ ὅτι καὶ σ' αὐτὴ τὴ χριστιανικὴ ἀγάπη ὑπάρχουν σκαλοπάτια, φέρνω ἕνα παράδειγμα ἀπὸ τὴ διδασκαλία ἑνὸς ἁγίου, ποὺ προχώρησε πολὺ στὴν ἀγάπη. Ξέρω ὅτι τὰ λεγόμενά του πολλοὺς θὰ ξαφνιάσουν, ἄλλους θὰ ἀναστατώσουν κι ἄλλους θὰ ἐξοργίσουν. Εἶναι ὅμως ταυτόχρονα σίγουρο, ὅτι πολλοὺς ἄλλους θὰ τοὺς ὑποψιάσουν, τὸ λιγότερο, γιὰ τὸ πόσο μακριὰ μπορεῖ νὰ φτάσει κανεὶς μὲ τὴν ἀγάπη. Λέγει. λοιπόν, ὁ ἅγιος Δωρόθεος γιὰ τὶς διαφορετικὲς περιπτώσεις συμπεριφορᾶς μὲ ἀγάπη ἀπέναντι σὲ μία προσβολή, ποὺ γίνεται σ' ἕναν ἄνθρωπο. Ὁ πρῶτος δὲν θέλει νὰ ἀντιμιλήσει, ἀλλὰ ἡ συνήθεια τὸν παρασύρει. Ἕνας ἄλλος μὲ περισσότερη ἀγάπη ἀγωνίζεται νὰ μὴν πεῖ τίποτε, ἀλλὰ στενοχωριέται γιὰ τὴν προσβολή. Ἄλλος πιὸ τέλειος δὲν στενοχωριέται γιὰ τὴν προσβολὴ ἀλλὰ γιατί δὲν μπορεῖ νὰ τὴν ὑποφέρει. Ἄλλος πάλι δὲν προσέχει τὴν προσβολή, ἀλλὰ λυπᾶται γιὰ τὴν ταραχὴ τοῦ ἄλλου. Τέλος ἕνας ἀκόμη πιὸ προχωρημένος στὴν ἀγάπη ἀναζητεῖ νὰ βρεῖ μέσα του τὸ ποσοστὸ τῆς εὐθύνης του γιὰ τὴν ταραχὴ ποὺ δοκιμάζει αὐτὸς ποὺ τὸν πρόσβαλε.

ΕΡΩΤ.: Κι ὅμως πολλὲς φορὲς ἀκοῦμε νὰ λένε ὅτι ἡ χριστιανικὴ ἀγάπη εἶναι μία ἀδυναμία.


BOYΛ: Τὸ ἔχω κι ἐγὼ ἀκουστά, ἀλλὰ δὲν συμφωνῶ. Εἶναι δυνατὸ νὰ χαρακτηρίζουμε ὡς ἀδυναμία τὴ σωστὴ λειτουργία ἑνὸς ὀργάνου; Κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο, δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι ἀδυναμία τὸ νὰ ζεῖ ὁ ἄνθρωπος σύμφωνα μὲ τὸν προορισμό του. Ἀντίθετα, ἀδυναμία εἶναι ἡ δυσλειτουργία, μὲ ἄλλα λόγια τὸ ἄγχος, ποὺ φέρνει μὲ τὴ σειρὰ του τὰ δῶρα τοῦ σημερινοῦ μας ἀνέραστου πολιτισμοῦ, δηλαδὴ τὶς ψυχώσεις καὶ τὶς νευρώσεις. Ἐκεῖνος ποὺ ἀγαπᾶ δὲν εἶναι τὸ θύμα. Ἡ ἀληθινὴ ἀγάπη δὲν εἶναι μία συνεχὴς ὑποχώρηση. Ἡ ἀγάπη εἶναι μία βαθειὰ δύναμη, ποὺ πηγάζει ἀπὸ μία ἐσωτερικὴ ἰσορροπία. Ἡ δύναμη αὐτῆς τῆς ἀγάπης σοῦ διώχνει τὸ φόβο ἀπὸ τὴ ζωή σου. Ἔχεις δεῖ κανένα νὰ φοβᾶται αὐτὸν ποὺ ἀγαπᾶ; Ἡ ἀγάπη σου δίνει ἀκόμα μία εὐεργετικὴ ὑπεροχή. Αὐτὸ σὲ ἀπαλλάσσει ἀπὸ τὴν εὐθιξία, ποὺ εἶναι τόσο συνηθισμένο φαινόμενο στοὺς ἀδύνατους.

ΕΡΩΤ.: Θὰ λέγαμε ὅτι τὸ συναίσθημα τῆς ἀγάπης ἐκφράζεται εὐκολώτερα καὶ πιὸ ὁλοκληρωμένα στὸν ἔρωτα;


ΒΟΥΛ.: Ὅσο κι ἂν μπορεῖ νὰ σᾶς ξαφνιάσει αὐτὸ ποὺ θὰ πῶ, εἶναι πάντως ἀλήθεια ὅτι στὰ συγγράμματα τῶν ἀρχαίων ἐκκλησιαστικῶν συγγραφέων χρησιμοποιεῖται πολὺ συχνὰ ἡ λέξη ἔρωτας ἀντὶ γιὰ τὴ λέξη ἀγάπη. Ἕνας μεγάλος ἀσκητής, ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακας, ἔφτασε νὰ πεῖ (καὶ δὲν εἶναι μόνο αὐτὸς ποὺ τὸ εἶπε), ὅτι ἡ ἀληθινὴ ἀγάπη στὸ Θεὸ πρέπει νὰ μοιάζει μὲ τὴν μανιασμένη ἀγάπη τοῦ ἐραστῆ γιὰ τὴν ἐρωμένη του. Ταυτόχρονα, ὅμως οἱ ἴδιοι συγγραφεῖς διακρίνουν τὸν ἔρωτα ἀπὸ τὴν ἀγάπη. Ὁ ἔρωτας ἀναφέρεται καὶ ἀφορᾶ δύο πρόσωπα, ἐνῶ ἡ ἀγάπη εἶναι κάτι πολὺ πιὸ γενικό. Ἄν, συνήθως, χρησιμοποιοῦμε τὸν ἔρωτα γιὰ νὰ πάρουμε μία εἰκόνα τῆς ἀγάπης, εἶναι ἐξίσου ἀλήθεια, ὅτι ὁ ἔρωτας εἶναι στὴν οὐσία του κάτι τὸ πιὸ μερικὸ ἀπὸ τὴν ἀγάπη, ὄχι μόνο σὲ ἔκταση, ἀλλὰ καὶ σὲ ποιότητα. Πολλὲς φορὲς στὸν ἔρωτα ἀγαπᾶμε ἀποσπασματικά. Ὁ ἔρωτας δὲν μπορεῖ νὰ καλύψει ὅλες τὶς περιπτώσεις ἀγάπης, ὅπως τὸν γεμάτο ἀμοιβαία ἀφοσίωση δεσμὸ ἑνὸς γεροντικοῦ ζευγαριοῦ, τὴν ἁπαλὴ ἐμπιστοσύνη τοῦ μικροῦ παιδιοῦ στοὺς γονεῖς του, τὴν ὄμορφη σχέση ποὺ δημιουργεῖ ἡ φιλία. Μεγάλο πράγμα ὁ ἔρωτας στὴ στεγνὴ ἀπὸ συναισθήματα ἐποχή μας, δὲν νομίζω, ὅμως, ὅτι μπορεῖ νὰ φτάσει τὴν ὀμορφιὰ καὶ τὸ πλάτος τῆς ἀγάπης.

ΕΡΩΤ.: Εἶναι δυνατὸ νὰ λέμε ὅτι ἀγαπᾶμε ἕνα μόνο πρόσωπο καὶ ν' ἀδιαφοροῦμε γιὰ τοὺς ὑπόλοιπους ἀνθρώπους;

BOYΛ.: Τί θὰ λέγατε γιὰ ἕνα γιὸ ποὺ ἀγαπᾶ τὴ μητέρα του ὥστε νὰ μὴν ἔχει μάτια νὰ δεῖ μία κοπέλλα; Δὲν ἔχει ἡ στάση του αὐτὴ κάτι τὸ ἄρρωστο; Τί θὰ λέγατε πάλι γιὰ ἕνα ἀντρόγυνο, ποὺ τόσο πολὺ ἀγαπιέται, ὥστε νὰ ἀρνιέται νὰ γεννήσει παιδιά, μήπως τοὺς πάρουν μέρος ἀπὸ τὴν μεταξύ τους ἀγάπη; Ὅταν ἡ ἀγάπη κλείνεται καὶ δὲν προσφέρεται πιὸ πέρα, χάνει τὴν ὀξυγόνωσή της καὶ μαραζώνει. Εἶναι, κατὰ βάθος, ἕνας ὁμαδικὸς ἐγωισμός, ποὺ δὲν μένει στὸ τέλος δίχως συνέπειες γι' αὐτὴ τὴν ἴδια τὴν ἀγάπη. Ἀκόμα κι αὐτὴ ἡ ἀγάπη στὸ Θεό, ὅταν ἀποκλείει τοὺς ἄλλους, εἶναι ἀπόλυτα ἀπαράδεκτη. Μά, θὰ μοῦ πεῖτε, μπορῶ νὰ ἀγαπῶ ὅλους τους ἀνθρώπους; Κι ἐγώ, μὲ τὴ σειρά μου, θὰ ἔλεγα ὅτι, ὅταν ἕνας μπορέσει νὰ ἀγαπήσει σωστὰ κι ἀληθινὰ ἕναν ἄλλο, ἀνακαλύπτει μέσα του ὅτι, αὐτόματα, ἀγαπάει ὅλον τὸν κόσμο. Τὴν ἀλήθεια αὐτὴ διαπιστώνουμε ἀκόμα καὶ στὸν ἔρωτα. Ὅταν ἡ ψυχὴ τραγουδάει, τὰ μάτια βλέπουν ὅλο τὸν κόσμο διαφορετικά. Μὲ τὸ νὰ λέμε, ὅμως ὅτι ἀγαπᾶμε ὅλους τους ἀνθρώπους, δὲν σημαίνει πὼς πρέπει νὰ φορτωθοῦμε ἐπάνω μας τὴν εὐθύνη γιὰ ὅλους. Ἀρκεῖ ἀκόμα ἕνα κάποιο χαμόγελο, ἕνας ζεστὸς λόγος, ἕνας πρόσχαρος χαιρετισμός, δύο κουβέντες παρηγοριᾶς, μία διάθεση νὰ δώσουμε λίγη προσοχὴ στὸν ἄλλο, μία προθυμία νὰ τὸν ἀκούσουμε, μία στάση φιλικὴ σὲ στιγμὲς ἐντάσεως καὶ ἐκνευρισμοῦ, λίγη περισσότερη ὑπομονὴ ἡ κατανόηση καὶ τόσα ἄλλα.

ΕΡΩΤ.: Ποῦ ὀφείλεται τὸ ὅτι πολλοὶ ἀπὸ μᾶς δὲν μποροῦν νὰ νοιώσουν αὐτὸ τὸ συναίσθημα; 


BOYΛ.: Ἀπὸ ὅσα εἴπαμε πιὸ πάνω, θὰ μποροῦσε νὰ δοθεῖ σὰν ἀπάντηση ὅτι δὲν νοιώθουμε τὴν ἀγάπη, γιατί δουλεύουμε στὸν ἐγωισμό. Ἀλλὰ ἡ ἀπάντηση αὐτὴ εἶναι μία ἁπλὴ μετάθεση τοῦ ἐρωτήματος. Γιατί τότε εἴμαστε ἐγωιστές; Φοβοῦμαι ὅτι, γιὰ τὴν ἔκταση ποὺ ἔχει πάρει ὁ ἐγωισμὸς σήμερα, φταίει κατὰ ἕνα μεγάλο μέρος, ἡ ἐποχή μας. Ἐνῶ σήμερα ἔχουμε δώσει τόση ἀξία στὸν ἄνθρωπο, στὶς προσωπικές μας σχέσεις, ἔχει μειωθεῖ ἡ πίστη μας σ' αὐτόν. Οἱ ἄνθρωποι μᾶς ἀπογοητεύουν. Δὲν τοὺς ἐμπιστευόμαστε. Ἔτσι, κλεινόμαστε ὁλοένα καὶ περισσότερο στὸν ἑαυτό μας. Ἐμπιστευόμαστε ὁλοένα καὶ περισσότερο στὶς δυνάμεις μας. Εἶναι βαρὺς ὁ κλῆρος τοῦ σημερινοῦ ἀνθρώπου νὰ ἐξαρτᾶ τὰ πάντα ἀπὸ τὸν ἑαυτό του. Γιατί, ὅμως, χάσαμε τὴν πίστη μας στὸν ἄνθρωπο; Προσωπικὰ δὲν ἔχω ἀμφιβολία, ὅτι αὐτὸ ὀφείλεται στὸ γεγονὸς ὅτι χάσαμε τὴν πίστη μας στὸ Θεό. Σκεφθεῖτε γιὰ λίγο αὐτὸ ποὺ σᾶς λέω. Ἡ ἀπιστία ἤ ἡ ἀμφιβολία βαραίνει πάνω στὴν ὕπαρξή μας. Μᾶς ἀποδυναμώνει τὴν ἐλπίδα. Μᾶς ἀφαιρεῖ τὴ δυνατότητα νὰ χαλαρώσουμε. Εἴμαστε σφιγμένοι. Ἀφοῦ δὲν ἔχουμε κάποιον νὰ ἐνδιαφέρεται γιά μᾶς, αὐτόματα τὸ συναίσθημα τῆς αὐτοσυντηρήσεως μεγαλώνει. Προσπαθοῦμε, στὴν ἀπελπισία μας, νὰ κρατηθοῦμε ἀπ' ὅ,τι βροῦμε.

ΕΡΩΤ.: Πῶς μποροῦμε νὰ αἰσθανθοῦμε ἀγάπη γιὰ τὸν ἄλλο; Εἶναι κάτι ποὺ ὑπάρχει ἔμφυτο σὲ ὁρισμένους ἤ μπορεῖ νὰ καλλιεργηθεῖ;


BOYΛ.: Ἡ ἀγάπη δὲν εἶναι προνόμιο ὁρισμένων. Εἶναι κάτι ἔμφυτο στὸν ἄνθρωπο. Ἁπλὴ ἀπόδειξη εἶναι τὸ γεγονὸς ὅτι ὅλοι μας, ἀνεξαιρέτως, ἀπὸ τὴ μία μεριὰ πικραινόμαστε βαθιά, ὅταν δὲν μᾶς ἀγαποῦν καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη, ἐπιθυμοῦμε ζωηρὰ νὰ μᾶς προσφέρουν ἀγάπη. Ἡ δυσκολία εἶναι νὰ τὴν δείξουμε κι ἐμεῖς. Ἔχω ἀκούσει ἀρκετοὺς νὰ λένε ὅτι «θὰ παντρευτῶ ἀπὸ ἀγάπη κι ὅσο αὐτὴ ὑπάρχει, θὰ κρατήσω τὸ δεσμό μου». Οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ παίρνουν, δυστυχῶς τὴν ἀγάπη σὰν κάτι δεδομένο, ποὺ ὑπάρχει ἤ δὲν ὑπάρχει, κι ὄχι σὰν κάτι ποὺ σὲ καλεῖ νὰ τὸ φροντίσεις, νὰ τὸ καλλιεργήσεις καὶ νὰ τὸ ἀναπτύξεις. Ἄν, ὅμως, ἡ ἀγάπη ἔχει ἄμεση σχέση μὲ τὴν εὐτυχία μας, καὶ εἴδαμε ὅτι ἔτσι εἶναι, τότε ἀξίζει τὸν κόπο νὰ παλαίψουμε γι' αὐτήν. Πρέπει, ὅμως στὴν προσπάθειά μας, νὰ ξεκινήσουμε σωστά. Ὅπως σὲ κάθε ἀγώνα, ἔτσι καὶ σ' αὐτὸν χρειάζεται μία τεχνική. Πρέπει πρῶτα ἀπ' ὅλα, νὰ πιστέψουμε ὅτι ἡ ἀγάπη μᾶς συμφέρει. Ἀμφιβάλλουμε γι’αὐτό; Ἂς κάνουμε μία δοκιμή. Ἂς χαλαρώσουμε γιὰ λίγο κι ἂς δείξουμε ἀγάπη. Τὶς περισσότερες φορὲς θὰ τὴν εἰσπράξουμε. Θὰ βροῦμε ἀνταπόκριση. Παρατηροῦμε ἔτσι, ὅτι ὁ κόσμος δὲν εἶναι τόσο κακός, ὅσο φανταζόμαστε. Διαπιστώνουμε ὅτι ἔχει ἀκόμα εὐαισθησία. Ἂν συνεχίσουμε τὸ πείραμα θὰ δοῦμε σιγὰ-σιγὰ ὅτι οἱ ἄνθρωποι δὲν ἀλλάζουν γύρω μας. Στὴν πραγματικότητα, ἔχουμε ἀλλάξει ἐμεῖς. Θέλουμε νὰ προχωρήσουμε πρὸς τὴν κατεύθυνση αὐτή; Πρέπει τότε νὰ στρέψουμε τὴν φροντίδα μας μέσα στὸν ἑαυτό μας, γιὰ νὰ καλυτερέψουμε τὴν ποιότητα τῆς ἀγάπης μας. Κι αὐτὸ θὰ γίνεται ὅσο πιὸ πολὺ ἀπομακρυνόμαστε ἀπὸ τὸν ἐγωισμό. Ἀπὸ δῶ καὶ πέρα χρειάζεται ἡ ἄσκηση. Κι ἄσκηση δύσκολη, ἀλλὰ καὶ εὐχάριστη. Τὸ πόσο θὰ τραβήξει ἡ ἄσκηση αὐτὴ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸ στόχο ποὺ βάζουμε καὶ ἀπὸ τὴν πίστη μας στὴν ἀξία τῆς ἀγάπης. Καὶ στὴν ἄσκησή μας γιὰ τὴν ἀγάπη ἔχουμε Κάποιον, ποὺ εἶναι πρόθυμος νὰ μᾶς βοηθήσει. Εἶναι Αὐτός, ποὺ τὴν ἔζησε στὴν τέλειά της μορφὴ καὶ μᾶς τὴ δίδαξε μὲ τόσους τρόπους, ἕνας ἀπὸ τοὺς ὁποίους εἶναι τὸ ἀνέβασμά Του πάνω στὸ σταυρό.

Τάχα για να φέρεις την Άνοιξη....


 Αναρωτιέμαι πώς βρήκε τον δρόμο και ήρθε η Άνοιξη, που στήθηκε απ' το πρωί έξω απ' το παράθυρό μου.
Πώς πέρασε απ' τα διόδια των καιρών που είναι καμπουριασμένοι από τους φόβους και το σφίξιμο των ανθρώπων, πώς ξεπέρασε τους κάδους των σκουπιδιών όπου άνθρωποι καταντημένοι (από την αναίσχυντη εξουσία) ράκη αναζητούν την τροφή τους, πώς δεν μπερδεύτηκε στα απλωμένα χέρια, στις ματωμένες καρδιές, στις ελλείπουσες προσευχές, στην γη που σείεται, στα κεριά που αργοσβήνουν, στα λόγια που παγώνουν στους διαρκείς χειμώνες ωχρών χειλέων;
Ποιά συναξάρια έβαλε σημάδι η Άνοιξη και βρήκε τον δρόμο της;
Σε ποιούς του Θεού γυμνήτες βρήκε τα λουλουδάκια που στόλισαν τις οδούς της, σε ποια ξενύχτια ασκητών ξεκουράστηκε στον μακρύ της δρόμο, σε ποιά κομποσκοίνια μέτρησε τον χρόνο και ήρθε στην ώρα της και τον σωστό τόπο;
Φεβρουαρίου μεσούντος και όρθρου βαθέως, όμορφη σαν πεντάμορφη ξεχασμένου μύθου, κάθισε δίπλα μας σαν αδελφή, χάιδεψε το ξύπνημά μας σαν μάνα, ζέστανε τις παρατημένες δόξες της ψυχής και μας έκανε να τολμήσουμε χαμόγελα. 
Ασυναίσθητα είπαμε "δόξα τω Θεώ", αυτό που μας κιότευε φάνηκε αστείο, οι Κυράδες των εικονισμάτων ήρθαν μαζί της μ' ένα υποσχετικό χαμόγελο, οι Άγιοι σαν να τίναξαν τα πανωκαλύμαυχά τους στα εικονοστάσια με τον τρόπο που τινάζεις το ρούχο σου για να φύγει το χιόνι, υψώσαμε τις σημαίες στους ιστούς των ονείρων μας και αξημέρωτα κάποιος μέσα μας πήρε καιρό και έβαλε "ευλογητός". 
Στον πρωινό καφέ μύρισε πρόσφορο, στον ήλιο που πολιορκούσε το σπίτι κάηκαν τα χαρτιά του κόσμου και βγήκαν εκείνα τα "υπέρ υγείας" και "υπέρ αναπαύσεως" που ανέκαθεν ήταν οι μόνες δικαιωμένες αιτήσεις.
Ίσως βλάσφημο, ξεβλάσφημο θα το πω: Νομίζω πως μαζί της βγήκε (πάλι) βόλτα ο Θεός στον κόσμο. Ευκαιρία ζητάει άλλωστε. Πότε με Σταυρό, πότε με Ανάσταση, και τώρα με Άνοιξη μηδενίζει τα κοντέρ της διαδρομής ουρανός-γη...
Δόξα Σοι Κύριε που ήρθες πάλι, σε μας που πάντα φεύγουμε. 
Τάχα για να φέρεις την Άνοιξη.... 
πηγή

Πρὸς τὴ χήρα ποὺ θλίβεται καὶ ἀνησυχεῖ Ἅγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς



Στενοχωριέσαι γιὰ τὸν νεκρὸ σύζυγο. Ἀνησυχεῖς γιὰ τὰ παιδιά. Κλαῖς μέρα-νύχτα. Στὴν ψυχή σου ὑπάρχει σύγχυση καὶ σκοτάδι. Μπροστὰ στὰ μάτια ὁμίχλη καὶ ἀβεβαιότητα.

Κουράγιο. Μὴν φοβᾶσαι. Πὲς στὸν ἑαυτό σου: «ὁ ἄνδρας μου ἀνῆκε πρῶτα στὸν Θεὸ καὶ ἔπειτα σ' ἐμένα καὶ τὰ παιδιά μου, πρῶτα εἶναι τοῦ Θεοῦ καὶ ἔπειτα δικός μου. Ἐὰν ὁ ἔμπειρος κηπουρὸς τραβήξει μία δέσμη ἀπὸ τὰ ἄνθη, νὰ ξέρεις, ὅτι χρειαζόταν νὰ πράξει ἔτσι. Ἐκεῖνος ξέρει τοὺς λόγους γιὰ τοὺς ὁποίους τὸ ἔκανε. Καὶ ἕνας ἀπὸ τοὺς λόγους εἶναι καὶ αὐτός: γιὰ νὰ ἐξελίσσονται τὰ γύρω ἄνθη. Κι ἐσὺ μὲ τὰ παιδιά σου ἀπὸ τώρα θὰ ἐξελίσσεσαι πνευματικὰ καλύτερα.

Οἱ σκέψεις σου θὰ ἀνυψώνονται ἀπὸ τὰ γήινα πρὸς τὰ οὐράνια. Ἡ ψυχή σου πιὸ δυνατὰ θὰ προσκολληθεῖ στὸν Θεό. Τὸ πνεῦμα σου θὰ θριαμβεύει ἐπάνω ἀπὸ τὸ σῶμα. Ὁ θάνατος δὲν θὰ εἶναι γιὰ σένα πιὰ φοβερός. Ἡ προηγούμενη ματαιοδοξία θὰ σοῦ φανεῖ γελοία. Ἡ παρατήρηση αὐτοῦ τοῦ κόσμου σὰν πατρίδα τῆς πραγματικῆς καὶ μόνιμης εὐτυχίας θὰ ἀλλάξει. Δηλαδή, πολύπλευρο πνευματικὸ κέρδος. Νὰ ξέρεις, ὅτι ὁ Θεὸς χτίζει καὶ ὅταν γκρεμίζει.

Γιὰ τὰ παιδιὰ μὴν ἀνησυχεῖς. Μόνο πράξε ὅ,τι εἶναι μέσα στὶς δυνατότητές σου. Τὰ παραπάνω ἀπ’ αὐτὸ ἐμπιστεύσου τα στὸν Δημιουργό τους. Εἶναι γραμμένο: «Πᾶσαν τὴν μέριμναν ὑμῶν ἐπιρρίψαντες ἐπ' αὐτὸν» (Α' Πετρ. 5, 7) καὶ θὰ αἰσθανθεῖς, πὼς ὁ σταυρός σου εἶναι ἐλαφρύς. Ὑπῆρξαν καὶ ὑπάρχουν πολὺ πιὸ βαρεῖς σταυροὶ ἐπάνω στὶς χῆρες γυναῖκες. Θὰ σοῦ περιγράψω ἕναν πολὺ βαρύ. Στὴν ἀρχὴ τοῦ πολέμου οἱ Γερμανοὶ σκότωσαν ἕναν γνωστό μου μπροστὰ ἀπὸ τὸ σπίτι του δίπλα στὸν ποταμὸ Ντρίνα· τὸ σπίτι του τὸ ἔκαψαν, καὶ τὴ γυναίκα του μὲ ἕξι μικρὰ παιδιὰ τοὺς κυνήγησαν ἔξω ἀπὸ τὸ χωριό. Πέρασαν ἀπὸ τότε δώδεκα χρόνια. Μία μέρα ξαφνικὰ σταμάτησε μπροστά μου στὰ Σκόπια ἕνας νεαρὸς σιδηροδρομικὸς ὑπάλληλος καὶ μοῦ παρουσιάστηκε ὡς γιὸς ἐκείνου τοῦ σκοτωμένου γνωστοῦ μου. Χάρηκα πολύ, καὶ μὲ φόβο ρώτησα, ἐὰν κάποιος ἀπὸ τοὺς ἑπτὰ τους ἀκόμα παρέμεινε στὴν ζωή. Ἐκεῖνος μοῦ ἀπάντησε χαρούμενα: «Ὅλοι μας εἴμαστε ζωντανοὶ καὶ ὑγιεῖς, δόξα τῷ Θεῷ! Οἱ δύο μας εἴμαστε κρατικοὶ ὑπάλληλοι, δύο στὸ ἐμπόριο, ἡ μεγαλύτερη ἀδελφή μου εἶναι παντρεμένη καὶ ἡ μικρότερη ζεῖ μὲ τὴ μητέρα».

Τότε ἄρχισε ζωηρὰ νὰ μοῦ περιγράφει τὰ βάσανα ποὺ ὑπέμειναν καὶ τὶς δυσκολίες. Περπάτημα, γιὰ τὴν ἀκρίβεια περιπλάνηση, σ' ὁλόκληρο τὸ κράτος ἀπὸ τὸ Ντρίνα ἕως τὸ Μπίτολ. Καὶ συνεχῶς πείνα, ἀρρώστια, κρύο, φυλακίσεις, νύχτες στοὺς σταθμούς, στὰ καφενεῖα, στοὺς δρόμους. Μαζὶ μ' αὐτὰ καὶ ὁ φόβος, ἡ ἀβεβαιότητα, ἡ ξενιτιά. Ὅμως στὸ τέλος ἡ νίκη καὶ ἡ δόξα. Καθαρὸ κούτελο, καὶ τὸ λογικό, καὶ ἡ ζωή, καὶ ἡ πίστη. Τί νὰ σοῦ διηγοῦμαι περισσότερο; Ἐγὼ νομίζω, ὅτι οἱ μάχες καὶ οἱ νίκες αὐτῆς τῆς μητέρας μὲ τὰ ἕξι ὀρφανὰ εἶναι πιὸ δοξασμένες καὶ ὡραιότερες ἀπὸ ἐκεῖνες τοῦ Ναπολέοντα.

Κι ἐσένα θὰ σὲ βοηθήσει ὁ Θεός. Μὴν Τὸν ξεχνᾶς, καὶ δὲν θὰ σὲ ἀφήσει. Θὰ νικήσεις, καὶ θὰ εἶναι γλυκιὰ ἡ νίκη εἰς τοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων.

Ἡ Ἁγία Θεοδώρα ἡ Αὐγούστα



Καταγόταν ἀπὸ τὸ χωριὸ Ἔβεσσα τῆς Παφλαγονίας, νωρὶς ὅμως ἡ οἰκογένειά της ἐγκαταστάθηκε στὴν Κωνσταντινούπολη. Ὁ πατέρας της ὀνομαζόταν Μαρῖνος καὶ κατεῖχε τὸ βαθμό του δρουγγαρίου. Ἡ δὲ μητέρα της Θεοκτίστη, διακρινόταν γιὰ τὴν εὐσέβειά της καὶ τὴν ἔνθερμη προσήλωση πρὸς τὴν Ὀρθοδοξία, ποὺ ἐργάστηκε νὰ μεταδώσει καὶ στὰ παιδιά της.

Ἡ Θεοδώρα εἶχε πέντε ἀδέλφια. Τὴ Σοφία, τὴν Μαρία, τὴν Εἰρήνη, τὸ Βάρδα καὶ τὸν Πέτρωνα. Τὸ 830 παντρεύτηκε τὸν βασιλιὰ Θεόφιλο, μετὰ τὸ γνωστὸ ἐπεισόδιο αὐτοῦ μὲ τὴν Κασσιανή. Ὅταν τὸ 842 πέθανε ὁ Θεόφιλος, ποὺ ἦταν εἰκονομάχος, τὴν βασιλεία ἀνέλαβε ἡ Θεοδώρα διότι ὁ γιός της Μιχαὴλ ἦταν πολὺ μικρός. Ἀμέσως τότε συνεκάλεσε Σύνοδο, ποὺ ἀποφάσισε τὴν ἀναστήλωση τῶν ἁγίων εἰκόνων.

Δυστυχῶς ὅμως ἀργότερα, ὁ γιός της καὶ ὁ ἀδελφός της Βάρδας, διέταξαν τὸν ἄλλο ἀδελφό της Πέτρωνα νὰ κλείσει τὴν ἴδια μὲ τὶς θυγατέρες της ἀναγκαστικὰ στὴ Μονὴ Γαστρίων. Ἐκεῖ ἡ Θεοδώρα ἀφοσιώθηκε ἀποκλειστικὰ στὰ θεῖα καὶ ἐργάστηκε, νὰ παρηγορήσει τὶς θυγατέρες της, στρέφοντας ὅλη τὴν ψυχή τους στὴ χριστιανικὴ εὐσέβεια, τὴν μόνη ἄγκυρα τῶν ψυχῶν μέσα στὴν κοσμικὴ ἀστάθεια καὶ ματαιότητα. Τὸ δὲ λείψανο τῆς Θεοδώρας βρίσκεται σήμερα στὴν Κέρκυρα, στὸ ναὸ τῆς Θεοτόκου Σπηλαιωτίσσης.

 


Ἀπολυτίκιον. 
Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Δωρεῶν τῶν ἐνθέων οὖσα ἐπώνυμος, τὴν Ἐκκλησίαν φαιδρύνεις βασιλικαῖς δωρεαῖς, ὡς θεόγλυπτος εἰκὼν θείας φρονήσεως· τῶν γὰρ Εἰκόνων τῶν σεπτῶν, τὴν τιμὴν ὡς σχετικήν, ἐτράνωσας Θεοδώρα, τῶν Βασιλίδων ἀκρότης, τῶν Ὀρθοδόξων ἐγκαλλώπισμα.

Κοντάκιον.
Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχῳ.
Ὡς καλλονὴν τῆς Ἐκκλησίας καὶ εὐπρέπειαν
Καὶ Βασιλίδων χαρακτῆρα καὶ διάδημα
Ἀνυμνοῦμέν σε, θεόστεπτε Θεοδώρα.
Σὺ γὰρ ὤφθης τῶν Εἰκόνων ἀναστήλωσις
Καὶ τελείας τῆς αἱρέσεως καθαίρεσις·
Ὅθεν κράζομεν, χαίροις Ἄνασσα πάντιμε.

Μεγαλυνάριον.
Χαίροις Θεοδώρα πανευκλεής· χαίροις εὐσεβείας, ἀνακήρυξις ἀληθής· χαίροις παρρησίαν, ἐν Θεῷ κεκτημένη, Αὐγούστα καὶ Ὁσία ἀειμακάριστε.

ΕΠΙ ΤΟΝ ΙΟΡΔΑΝΗΝ ΔΡΑΜΩΜΕΝ!

  « Τήν Βηθλεέμ ἀφέμενοι, τό καινότατον θαῦμα, πρός Ἰορδάνην δράμωμεν, ἐκ ψυχῆς θερμοτάτης, κἀκεῖσε κατοπτεύσωμεν τό φρικτόν Μυστήριον· θεοπ...