Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Παρασκευή, Ιουνίου 20, 2014

ΓΝΩΡΙΖΟΥΜΕ ΟΝΤΩΣ ΤΟΝ ΙΗΣΟΥ; Ευαγγελικό ανάγνωσμα Κυριακής Β' Ματθαίου (Ματθ. Δ' 18-23) Αρχιμανδρίτης Ιωήλ Κωνστάνταρος

                                               
ΓΝΩΡΙΖΟΥΜΕ  ΟΝΤΩΣ  ΤΟΝ  ΙΗΣΟΥ;
Ευαγγελικό ανάγνωσμα
Κυριακής Β' Ματθαίου
(Ματθ. Δ' 18-23)

Η θετική απάντηση των πρώτων μαθητών στην πρόσκληση του Ιησού, όχι μόνο συγκινεί και γίνεται παράδειγμα, αλλά κάνει τους πιστούς να εστιάσουν την προσοχή του νου και την μελέτη της καρδιάς στην προσωπική ο καθένας πρόσκληση Σωτηρίας δια Ιησού.
Τα δύο ζευγάρια των αδελφών μαθητών, οι: Πέτρος και Ανδρέας, μαζί με τον Ιάκωβο και Ιωάννη, ενεργούν με τρόπο δυναμικό που υπαγορεύει ο «λόγος της καρδιάς», γι αυτό, «ευθέως αφέντες τα δίκτυα, το πλοίο και τον πατέρα αυτών, ηκολούθησαν Αυτώ».
  Δεν μπορούσαν βεβαίως εξ' αρχής να γνωρίζουν οι απλοϊκοί και αγράμματοι, αλλά ειλικρινείς ψαράδες της Γαλιλαίας τι θα ακολουθούσε στη συνέχεια. Δεν ήταν δυνατόν να συλλάβουν με το νου τους όλα αυτά τα γεγονότα της θείας οικονομίας που έζησαν και τους συνεκλόνισαν. Αν και δεν ήσαν άσχετοι με το θέλημα του Θεού διότι υπήρχαν μαθητές του Τιμίου Προδρόμου και Βαπτιστού Ιωάννου, όμως διαφορετικά στο χώρο της φαντασίας είχαν πλάσει την εικόνα. Την εικόνα Αυτού για τον οποίον ο Ευαγγελιστής αναφέρει πως «ηλπίζομεν ότι αυτός εστίν  ο μέλλων λυτρούσθαι τον Ισραήλ» (Λουκ ΚΔ' 21). Ακριβώς λοιπόν διότι ενώ πίστευαν, δεν γνώριζαν τι ακριβώς είναι ο Θεάνθρωπος και πώς ενεργεί, γι αυτό ενώ με την Σταύρωση και την Ταφή απογοητεύονται, χρειάσθηκε κατόπιν να ζήσουν την Ανάσταση και κυρίως να βιώσουν το μοναδικό γεγονός της Πεντηκοστής, ώστε να καταστούν νέοι άνθρωποι. Να γνωρίσουν τον Ιησού όπως πραγματικά είναι και συνάμα να μαθητεύσουν στα «μυστήρια της βασιλείας των ουρανών» (Ματθ. ΙΓ' 11).
Οι μαθητές και μετέπειτα Απόστολοι της Εκκλησίας με το να αφήσουν τα πάντα και να ακολουθήσουν αμέσως τον Κύριο, απέδειξαν ότι δεν μπορεί να αποδεχθεί κανείς την πρόσκληση του Ιησού με προϋποθέσεις.
Η φράσις του Χριστού «δεύτε οπίσω μου», έχει τέτοιο και τόσο βάθος, που αδυνατεί ο άνθρωπος εξ' αρχής να το γνωρίσει και να το προσμετρήσει. Είναι κάτι το οποίο με τον καιρό αποκαλύπτεται και διά της χάριτος βιώνεται. Η προσωπική πρόσκληση που απευθύνει ο Κύριος Ιησούς δια της Εκκλησίας Του, στην κάθε ψυχή, αυτό δηλ. το «δεύτε οπίσω μου», συμπυκνώνει ολόκληρη την πορεία που θα διανύσει ο άνθρωπος. Ολόκληρο το στάδιο από την πνευματική του γέννηση δια του Βαπτίσματος, έως και τον οδυνηρό προσωπικό του Σταυρό (που είναι μετρημένος για τις δυνάμεις του), και φυσικά, δια της υπομονής έως την Ανάσταση την Πεντηκοστή και γενικώς όλες τις εκφάνσεις της θείας Οικονομίας που υπαρξιακώς θα βιώσει. Όλα δε αυτά τα ανακαλύπτει κανείς στην συνειδητή και ειλικρινή του πορεία που ξεκινά με ζήλο ένθεο από το πρώτο στάδιο της καθάρσεως, έως εκεί που η προαίρεσίς του θα επιτρέψει στην χάρη του Θεού να τον καθοδηγήσει.
Απλά πριν περάσουμε στις υψηλές και δυσθεώρητες καταστάσεις που μας περιγράφουν οι Άγιοι οι οποίοι έφθασαν στον φωτισμό και αγγίζουν τα κράσπεδα της Θεώσεως, ας αναρωτηθούμε στο ξεκίνημα ή και στην πορεία της οδού του Κυρίου που επιλέξαμε ή ακόμα στο ανέβασμα του «φρικτού μας Γολγοθά», εμείς πώς αντιλαμβανόμαστε τον Κύριο; Έχουμε πραγματικά γνωρίσει τον Ιησού; Μήπως αντί αυτού του Κυρίου που είναι η Κεφαλή της Εκκλησίας μας, Αυτόν για τον οποίον αναφέρει το Ευαγγελικός λόγος και βιωματικώς γνώρισαν και ζουν οι Άγιοι της Ορθοδοξίας μας, εμείς έχουμε αντ' Αυτού κάτι διαφορετικό μέσα μας που αλλοιώνει στην ύπαρξή μας «Αυτό το πρόσωπο του Ιησού»;
Ίσως παραξενεύουν ή και σοκάρουν τα παραπάνω ερωτήματα. Είναι όμως πραγματικά και βοηθούν ώστε να σπάσει η κρούστα του υποκειμενισμού που καλύπτει την πλάνη σε πάρα πολλές περιπτώσεις. Και εννοείται ότι στο επίπεδο αυτό που αγγίζουμε το θέμα, δεν έχουμε εμπρός μας όσους δυστυχώς αρνούνται την πρόσκληση του Ιησού. Δεν βλέπουμε απίστους, άθεους και διώκτες της Εκκλησίας, αλλά ήδη βρισκόμαστε εντός του χώρου του Σώματος κι ατενίζουμε προς «τα άγια των αγίων». Γι αυτό και περισσότερο προσεκτική ανασκόπηση του θέματος, θα μας οδηγήσει όχι μόνο στον καθηγητή της ερήμου, τον Μέγα Αντώνιο, ο οποίος λέγει πως «μπορεί κανείς να βρίσκεται εκατό έτη μέσα στο κελλί του και τελικώς να μη γνωρίζει την ουσία της μοναχικής ζωής», αλλά θα μας προβάλλει και τον αφυπνιστικό λόγο του Κυρίου μας, ότι «πολλοί ερούσι μοι εν εκείνη την ημέρα· Κύριε Κύριε, ου τω σω ονόματι προεφητεύσαμεν, και τω σω ονόματι δαιμόνια εξεβάλομεν, και τω σω ονόματι δυνάμεις πολλάς εποιήσαμεν; και τότε ομολογήσω αυτοίς ότι ουδέποτε έγνω υμάς...» (Ματθ. Ζ' 22-23).
Μετά λοιπόν από τον συγκλονιστικό λόγο του ίδιου του Κυρίου, επανέρχεται περισσότερο δυναμικά το ερώτημα.
«Γνωρίζουμε ακριβώς Ποιόν ακολουθούμε και έχουμε επίγνωση Ποιου είμαστε οπαδοί;»
Ήδη είπαμε για τους μαθητές, ότι παρά την ολοπρόθυμη αποδοχή της προσκλήσεως δεν είχαν την ορθή γνώση περί του Χριστού και τούτο φαίνεται από πλείστα όσα σημεία  των Ευαγγελικών διηγήσεων, ιδίως όμως το βλέπουμε στην παρεξήγηση που συνέβη μεταξύ των μαθητών για το θέμα της «πρωτοκαθεδρίας» (Ματθ. Κ' 20-21). Αλλά αυτά συνέβησαν προ της Πεντηκοστής.
Εμείς τώρα, γνωρίζουμε έστω και στοιχειωδώς τη βασική δογματική διδασκαλία της Εκκλησίας μας;
Γνωρίζουμε επί παραδείγματι Τριαδολογία και Χριστολογία;
Έχουμε γνώση περί Θεοτόκου, περί Εκκλησιολογίας, Σωτηριολογίας και Εσχατολογίας; Και εάν όχι, τότε πώς ανεχόμαστε να γνωρίζουμε τόσα και τόσα, να λαμβάνουμε καθημερινώς ουδέτερες ή και επιζήμιες γνώσεις και να αγνοούμε αυτά που είμαστε υποχρεωμένοι όσο το δυνατόν περισσότερο να γνωρίζουμε; Μα, εάν δεν γνωρίζουμε το δόγμα, πώς στην συνέχεια θα έρθει το ορθό βίωμα που μας παραδίδουν οι  Άγιοι;
Ίσως περισσότερο από ποτέ ισχύει η στενόχωρη διαπίστωση του Μ. Βασιλείου ότι «Τεχνολογούσι, ου θεολογούσιν οι άνθρωποι». Αυτή είναι η σκληρή και οδυνηρή πραγματικότητα, η άγνοια του Χριστού υπό των Χριστιανών, με αποτέλεσμα, όπως έλεγε σύγχρονος Άγιος, σήμερα, ο κόσμος να έχει γεμίσει «βαπτισμένους ειδωλολάτρες». Να προσθέσουμε ακόμα ότι κάποιους τους βολεύει αυτή η απαράδεκτη κατάσταση και πως πάνω στην παχυλή αυτή άγνοια, οικοδομούν το φρικτό οικοδόμημα της πλάνης, και επενδύουν απολύτως στον ψευδοσυναισθηματισμό των πιστών; Και αυτό επίσης είναι μιά σκληρή και άθλια πραγματικότητα, η οποία όμως αλλάζει άρδην όταν ο πιστός αρχίζει να μελετά στα σοβαρά την κλίση του, να  μελετά και να γνωρίζει την πίστη του και φυσικά να καθοδηγείται υπό αυθεντικών ποιμένων.
Φαίνεται πως δεν έχουμε συνειδητοποιήσει ακόμα ή όσο πρέπει ότι ο όλος αγώνας· ο προσωπικός αλλά και οι αγώνες στην πορεία της Εκκλησίας μας, συγκλίνουν στο να γνωρίσει ο πιστός ολοένα και περισσότερο το Θεανδρικό πρόσωπο στου οποίου την πρόσκληση «δεύτε οπίσω μου» απαντήσαμε θετικά. Αλλοίμονο δε εάν μια ζωή ολάκαιρη, παρά την αποδοχή μας, παραμείνουμε «καταρτίζοντες τα δίκτυα» της καθηκοντολογίας και αυτής της «Εκκλησιαστικής δεοντολογίας του πρωτοκόλλου».
Αποτελεί κατάντημα το να προσέχει ο πιστός απλώς την «ισορροπία των σχέσεων και των θεσμών και της λεπτής και διακριτής κοινωνίας Εκκλησίας και Κράτους». Και τρισαλλοίμονο εάν οι διάδοχοι των Αγίων Αποστόλων αποκτήσουν μια δημοσιοϋπαλληλική νοοτροπία ή αποστεωθούν μέσα σε «ποικίλες τάσεις γεροντισμού» και κοινωνικού συμβατισμού.
Αλλά για ν' αποφευχθούν όλα αυτά, θα πρέπει να δώσουμε το χέρι στους Αποστόλους. Η Αποστολική απλότητα και ο Πατερικός ζήλος, θα πρέπει να γίνονται σύνθημα σε κλήρο και λαό. Έτσι με αυτές τις προϋποθέσεις και τις προδιαγραφές της Ορθοδόξου και αγιαστικής ζωής, μπορούμε να ξεκινήσουμε μετά το ολοκάρδιο “ΝΑΙ” στον Ιησού, την γνώση του Κυρίου μας.
Αδελφοί μου. Οι διάδοχοι των Αποστόλων, δεν μπορεί να είναι απλοί διαβιβαστές των ιστορικών γεγονότων της Βιβλικής Ιστορίας και της Διδασκαλίας του Ιησού. Ούτε πάλι οι πιστοί μπορούν να είναι άνευροι αποδέκτες των ουρανίων μηνυμάτων και να παραμένουν ασυγκίνητοι εμπρός στο μοναδικό πρόσωπο του Χριστού.
Ο ίδιος ο Κύριος στους αποστόλους της κάθε εποχής διαβεβαιώνει πως θα τους κάνει «αλιείς ανθρώπων»! Τούτο δηλώνει μια ιδιαίτερη δημιουργική πράξη, μια ανάπλαση και ένα χάρισμα που όμως χρειάζεται και ο ίδιος ο άνθρωπος να το καλλιεργεί και να το «αναζωπυρώνει» ακαταπαύστως και ισοβίως.
Αλλά και το Σώμα της Εκκλησίας χρειάζεται να ενδιαφέρεται για τους ποιμένες και διδασκάλους του. Να προσεύχεται και να προσέχει αναδεικνύοντας νέους διαδόχους στο πνεύμα των Αποστόλων, αποκλείοντας ταυτοχρόνως όσους έκαναν λάθος και αντί για κάπου αλλού, βρέθηκαν καταμεσής στα άγια των αγίων βλασφημώντας το Ιερόν θυσιαστήριον.
Έτσι λοιπόν δεν θα ακούγεται τόσο το παράπονο μιας ψυχής που έλεγε «αργά σε έγνων Κύριε», αλλά ολόκληρο το Σώμα της Εκκλησίας θα αναμέλπει την λειτουργική ευχή «Ευχαριστούμεν σοι, Κύριε ο Θεός των σωτηρίων ημών, ότι πάντα ποιείς εις ευεργεσίαν της ζωής ημών, ίνα δια παντός προς σε αποβλέπωμεν, τον σωτήρα και ευεργέτην των ημετέρων ψυχών...».
Αμήν.


Αρχιμ. Ιωήλ  Κωνστάνταρος

Κυριακή Β΄Ματθαίου Ἡ κλήση τῶν μαθητῶν Μητροπολίτης Ἐδέσσης, Πέλλης καί Ἀλμωπίας Ἰωὴλ






«Ἐκάλεσεν αὐτοὺς»


Στὸ σημερινὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα ὁ Χριστὸς προσκαλεῖ τοὺς τέσσερις πρώτους μαθητὲς νὰ Τὸν ἀκολουθήσουν, τὸν Πέτρο καὶ τὸν Ἀνδρέα ἀλλὰ καὶ τὸν Ἰάκωβο καὶ τὸν Ἰωάννη, τοὺς ἀδελφούς. Στὰ ἱερὰ Εὐαγγέλια δυὸ φορὲς φαίνεται νὰ καλεῖ ὁ Χριστὸς τοὺς μαθητὲς αὐτούς. Ἡ πρώτη κλήση ἦταν δοκιμαστική, ἐνῶ ἡ δεύτερη ὁριστικὴ καὶ γίνεται στὸ χρονικὸ διάστημα ποὺ ὁ Ἰωάννης ὁ Βαπτιστὴς εἶχε δολοφονηθεῖ ἀπὸ τὸν Ἡρώδη. Ἡ σημερινὴ κλήση ποὺ περιγράφεται στὸ ἀνάγνωσμα εἶναι ἡ δεύτερη, ποὺ ὅπως εἴπαμε εἶναι καὶ ἡ ὁριστική.


Ἡ ποιότητα ζωῆς τῶν Ἀποστόλων

Τί ἄνθρωποι ἦταν αὐτοὶ οἱ ψαράδες ποὺ κάλεσε ὁ Κύριος γιὰ νὰ γίνουν μαθητές του; Ἦταν ἄνθρωποι ταπεινοί, ἀγράμματοι καὶ ἀφανεῖς κοινωνικά. Δὲν ἀνῆκαν στὴν τάξη τῶν Φαρισσαίων καὶ τῶν νομικῶν. Ὁ Βασίλειος ὁ Σελευκείας παρατηρεῖ: «ζητώντας ὁ Κύριος ἀνθρώπους νὰ παιδεύσουν τὴν οἰκουμένη παρέβλεψε πόλεις, δήμους καὶ βασιλεῖες. Ἀπεστράφη τοὺς ἀνθρώπους τοῦ πλούτου, τοὺς ρήτορες, «ἐμίσησε κράτος ρητόρων»... «Ὁ Κύριος μὲ τὸν τρόπο τῆς κλήσεως τῶν πρώτων εἶναι σὰν νὰ ἔλεγε στοὺς ἀνθρώπους: «ἁλιεῖς, οὐ βασιλέας ζητῶ». Ὁ Ματθαῖος γράφει πὼς ὁ Κύριος τοὺς βρῆκε «ἐν τῷ πλοίῳ μετὰ Ζεβεδαίου τοῦ πατρὸς αὐτῶν καταρτίζοντας τὰ δίκτυα αὐτῶν» (Ματθ. 4,21). Διόρθωναν τὰ δίχτυά τους «μὴ δυνάμενοι ὠνήσασθαι ἕτερα», δηλ. δὲν μποροῦσαν νὰ ἀγοράσουν ἄλλα, κατὰ τὸν Ἱερὸ Χρυσόστομο. Ἦσαν ἄνθρωποι ποὺ εἶχαν ἀγάπη μεταξύ τους. Ὅλοι μαζὶ ψάρευαν, ὅλοι μαζὶ διόρθωναν τὰ δίχτυα. Πατέρας καὶ παιδιὰ ἐργαζόντουσαν μαζὶ κι εἶχαν χαρακτηριστικὸ γνώρισμα «τὸ ἀπὸ δικαίων τρέφεσθαι πόνων», νὰ τρέφονται μὲ τὸν ἱδρώτα καὶ τὸν κόπο τους (Χρυσόστομος). Μπορεῖ νὰ μὴν εἶχαν μόρφωση ἀλλὰ τοὺς διέκρινε ἡ ἀρετὴ τῆς ἀγάπης. Ἕνας σύγχρονος θεολόγος θὰ προσθέσει πὼς ὁ Κύριος δὲν κάλεσε ἀνέργους στὸ ἔργο τοῦ εὐαγγελισμοῦ τῶν λαῶν, ἀλλ’ ἀνθρώπους ποὺ ἐργάζονταν. Τὰ παράτησαν ὅλα, γιατί εἶχαν ἐμπιστοσύνη στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ.


Ἡ κλήση τῶν μαθητῶν δείχνει τὴ δύναμη τοῦ Θεοῦ

Αὐτοὺς ποὺ περιφρονοῦσε ὁ κόσμος, αὐτοὺς διάλεξε γιὰ Ἀποστόλους Του ὁ Κύριος.Ὁ Παῦλος τὸ σημειώνει αὐτὸ χαρακτηριστικά: «Τὰ μωρά τοῦ κόσμου ἐξελέξατο ὁ Θεός, ἵνα καταισχύνῃ τὰ ἰσχυρὰ» (Α’ Κορ. 1,27). Αὐτοὺς ἐπέλεξε ὁ Κύριος, γιὰ νὰ φανεῖ στὸν κόσμο πὼς ἡ διάδοση τοῦ Εὐαγγελίου δὲν ἦταν ἀποτέλεσμα δυνάμεως καὶ σοφίας ἀνθρώπινης, ἀλλ’ ἦταν ἀποτέλεσμα τῆς δυνάμεως καὶ τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ, «ὅπως μὴ καυχήσηται πᾶσα σὰρξ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ» (ὅπ.π. στίχ. 29). Ἡ ἀνταπόκριση τῶν μαθητῶν εἶναι αὐθόρμητη καὶ ὁλοκληρωτική. «Ἄφησαν τὰ δίχτυα, τὰ πλοῖα καὶ τὸν πατέρα αὐτῶν» (Ματθ. 4,22) καὶ τὸν ἀκολούθησαν. Δὲν εἶχαν δεῖ ἀπὸ τὸ Χριστὸ μεγάλα θαύματα ἢ δὲν ἄκουσαν σπουδαίους λόγους κι ὅμως ἀντελήφθησαν καὶ κατανόησαν τὸ πρόσωπο τοῦ Κυρίου καὶ θυσίασαν τὰ πάντα γι’ Αὐτόν.


Οἱ πιστοὶ μόνο μὲ τὸ Χριστὸ δένονται ἄρρηκτα

Ὁ Χριστιανὸς δὲν πρέπει νὰ δένεται μὲ κανένα πράγμα ἢ πρόσωπο τῆς παρούσης ζωῆς τόσο, ὅσο μὲ τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. Τὸν πρῶτο λόγο στὴ ζωή μας τὸν ἔχει ὁ Κύριος. Δὲν μᾶς προτρέπει ἡ Ἐκκλησία μας νὰ ἐγκαταλείψουμε τὰ σπίτια μας, τὰ ὑπάρχοντά μας καὶ τὶς οἰκογένειές μας. Θέλει ὅμως περισσότερο ἀπὸ τὰ ὑλικὰ καὶ τὰ ἀγαπημένα μας πρόσωπα νὰ ἀγαπᾶμε τὸ Χριστό. Νὰ ἔχουμε ζωντανὴ σχέση μὲ τὸ Χριστό. Ὁ σύνδεσμός μας μὲ τὸν Ἰησοῦ νὰ μὴν περιορίζεται σὲ μία διανοητικὴ σχέση, σ’ ἕνα ἰδεολόγημα. Νὰ εἶναι ζωντανὸς καὶ νὰ ἐκφράζεται στὴν προσευχή, στὴ συμμετοχή μας στὰ μυστήρια καί, ἂν παραστεῖ ἀνάγκη, στὴ δημόσια ὁμολογία καὶ στὴ θυσία ὁρισμένων προσφιλῶν μας πραγμάτων.

Στὶς ἡμέρες μας ἀνθεῖ ἡ ἁλιεία τῶν ἀνθρώπων γιὰ διαφόρους σκοπούς. Ἁλιεύονται μὲ πολλὴ τέχνη ἄνθρωποι, γιὰ νὰ ἐξυπηρετήσουν πολιτικούς, κοινωνικούς, ἰδεολογικούς, παραθρησκευτικοὺς κι ἀκόμα καὶ αἰσχροὺς σκοπούς. Ἀνθεῖ στὶς ἡμέρες μας μία στρατολόγηση ποὺ διακρίνεται γιὰ τὴν ἰδιοτέλεια καὶ τὸ κέρδος. Παρουσιάζονται πολλοὶ «μεσσίες» μὲ ἀξιώσεις ὑποταγῆς σ’ αὐτοὺς ἐκ μέρους τῶν ἀνθρώπων. Οἱ προσωπικὲς φιλοδοξίες εἶναι στὴν ἡμερήσια διάταξη. Ζητᾶμε ἀπὸ τοὺς ἄλλους ἀφοσίωση καὶ ὑπακοὴ γιὰ νὰ ἱκανοποιήσουμε τὰ πάθη μας ποὺ πολλὲς φορὲς εἶναι καὶ ποταπά. Μόνον ἡ ὑπακοὴ στὸ Χριστὸ ὠφελεῖ τὸν ἄνθρωπο πολλαπλῶς. Τὸν κάνει εἰρηνικὸ ἀπέναντι στοὺς ἄλλους, χωρὶς μικροσυμφέροντα καὶ ὑλικὲς ἀπολαβές. Τὸν καταξιώνει ὡς ἄνθρωπο καὶ ἀναδεικνύει τὰ χαρίσματά του καὶ τὶς ἀρετές του. Τὸν προάγει στὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ ζήσει αἰώνια κοντὰ στὸ Χριστὸ ποὺ ἀγάπησε ὁλοκληρωτικὰ καὶ ἐγκάρδια.

Κυριακή Β Ματθαίου Ἡ κλήση τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου




Ὁ Χριστὸς ἀναζητᾶ καὶ καλεῖ τοὺς πρώτους μαθητὲς Του «παρὰ τὴν θάλασσαν τῆς Γαλιλαίας», μέσα σὲ ἕνα περιβάλλον καθημερινὸ καὶ ἁπλό, μὲ ἐλεύθερο φυσικὸ ὁρίζοντα. Οἱ πρῶτοι στοὺς ὁποίους ἀπευθύνεται εἶναι ἄνθρωποι τοῦ καθημερινοῦ μόχθου, γνήσιοι καὶ ἀληθινοὶ καί, ὡς ἐκ τούτου, ἀνεπιτήδευτοι, ἂν καὶ μὲ διαφορετικὴ ἰδιοσυγκρασία μεταξύ τους.


Ἡ κλήση τοῦ Χριστοῦ

Ὁ Θεὸς μᾶς καλεῖ στὴν ὕπαρξη, ἐπειδὴ μᾶς ἀγαπᾶ, πρὶν ἀκόμη μᾶς δημιουργήσει, γι' αὐτὸ καὶ μᾶς γνωρίζει, πρὶν μᾶς φέρει στὴ ζωή. Αὐτὸς ποὺ μᾶς καλεῖ εἶναι ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ, ὁ Χριστός. Δὲν μᾶς καλεῖ στὴν ὕπαρξη, γιὰ νὰ γεννηθοῦμε καὶ νὰ πεθάνουμε, ἀλλὰ γιὰ νὰ ζήσουμε καὶ νὰ σωθοῦμε, δηλαδὴ γιὰ νὰ ἑνωθοῦμε μαζί Του σὲ μία ἀτέλειωτη ζωή. Ἡ κλήση τοῦ Χριστοῦ στὸ γεγονὸς τῆς Ἐκκλησίας, στὴν πραγματικότητα τῆς σωτηρίας, εἶναι ἕνα μυστήριο, ἔργο τοῦ θελήματος καὶ τῆς πρόγνωσης τοῦ Θεοῦ. «Οὐχ ὑμεῖς με ἐξελέξασθε, ἀλλ' ἐγὼ ἐξελεξάμην ὑμᾶς» (Ἰω. 15,16), δὲν μὲ διαλέξατε ἐσεῖς, ἀλλὰ ἐγὼ σᾶς διάλεξα. Αὐτὸ τὸ κάλεσμα ἀπευθύνεται στὸν κάθε ἄνθρωπο ξεχωριστά, μὲ διαφορετικὸ τρόπο, ἀλλὰ μὲ κοινὸ σκοπό, τὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ὅταν ὁ Θεὸς μᾶς διαλέγει καὶ μᾶς ἐκλέγει, ὅταν Ἐκεῖνος μᾶς καλεῖ, σέβεται τὴν ἰδιαιτερότητα τῆς προσωπικότητάς μας. Δὲν παραβλέπει τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ καθένας ἀπὸ ἐμᾶς εἶναι μοναδικὸς καὶ ἀνεπανάληπτος. Γι' αὐτὸ καὶ δὲν καταργεῖ τὴν ἐλευθερία μας, δὲν μᾶς ἰσοπεδώνει καὶ δὲν μᾶς ἐξισώνει, γιατί ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ δὲν κατασκευάζει πανομοιότυπους ἁγίους.

Μέσα στὸ μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας καλούμαστε νὰ χωρέσουμε ὅλοι, κλειστοὶ καὶ ἀνοιχτοὶ τύποι χαρακτήρων, πρόσχαροι καὶ σοβαροί, ἐπιεικεῖς καὶ αὐστηροί, εὐαίσθητοι καὶ δυναμικοί, ὅποιοι καὶ ἂν εἴμαστε ἐμεῖς, ὅποιοι καὶ ἂν εἶναι oι ἄλλοι, oἱ διαφορετικοὶ ἀπὸ ἐμᾶς. Οἱ μαθητὲς δέχθηκαν ἀμέσως τὴν κλήση τοῦ Χριστοῦ, ἀνταποκρίθηκαν αὐθόρμητα καὶ ὁλοκληρωτικά. Γιατί, ἄραγε; Ἐπειδὴ ἦταν καλοπροαίρετοι ἄνθρωποι. Ἡ ἀπάντησή τους στὴν κλήση τοῦ Χριστοῦ ἦταν πράξη ὑπακοῆς.

Ἐμπιστεύθηκαν τὸν Χριστὸ καὶ παραδόθηκαν στὸ θέλημά Του καὶ στὴν ἀγάπη Του. Ἐδῶ, λοιπόν, ὁ δρόμος πρὸς τὸν Χριστὸ εἶναι ἕνας καὶ μοναδικός, ἡ ὑπακοὴ στὴν κλήση Του.

Ἡ κλήση τοῦ Θεοῦ εἶναι πάντα βαθύτατα προσωπική. Ἀγγίζει τὸ κέντρο τοῦ ἑαυτοῦ μας, τὸν πυρήνα τῆς ὕπαρξής μας. Ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ δὲν εἶναι μία νεφελώδης φιλοσοφία οὔτε μία ἀκατανόητη, ὑψηλὴ καὶ φλύαρη θεολογία, ὅπως, δυστυχῶς, κάποτε τὸν παραμορφώνουμε καὶ τὸν κακοποιοῦμε ἐμεῖς. Ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ ἔχει πάντοτε ἀμεσότητα μὲ τὰ ἐνδιαφέροντα καὶ τὴ ζωὴ τῶν ἀνθρώπων, ὅπως ἀναφέρει πολλὲς φορὲς τὸ Εὐαγγέλιο. Ἀρκεῖ νὰ θυμηθοῦμε ὅτι στοὺς ἀκροατές Του ποὺ σκέφτονται τὸν θερισμό, μιλᾶ γιὰ τὸν πνευματικὸ θερισμό. Στὴ Σαμαρείτιδα ποὺ πῆγε γιὰ νερὸ στὸ πηγάδι, κάνει λόγο γιὰ τὸ «ὕδωρ τὸ ζῶν». Στοὺς ψαράδες ποὺ τοὺς ἀπασχολεῖ ἡ ἐργασία τους, τοὺς μιλᾶ γιὰ μία διαφορετικὴ παράδοξη καὶ θαυμαστὴ ἁλιεία.


Ἡ ἀπάντηση στὴν κλήση τοῦ Θεοῦ εἶναι ἐλευθερία

«Οἱ δὲ ἀφέντες ἅπαντα ἠκολούθησαν τὸν Χριστό». Ἐγκατέλειψαν τὰ πάντα καὶ ἀκολούθησαν τὸν Χριστό. Δὲν ἦταν μὲ κανέναν καὶ μὲ τίποτε στὸν κόσμο τόσο δεμένοι ὅσο μπόρεσαν νὰ δεθοῦν μὲ τὸν Χριστὸ καὶ νὰ παραδοθοῦν στὴν ἀγάπη Του. Γι' αὐτὸ καὶ ὅποιος ἀκολουθεῖ πραγματικὰ τὸν Χριστὸ δὲν προτρέχει οὔτε στέκεται μακριά του, ἀλλὰ ἀπελευθερώνεται ἀπὸ κάθε δέσμευση μὲ πρόσωπα, πράγματα καὶ καταστάσεις καὶ ζεῖ μιὰ καινούργια πραγματικότητα. Βιώνει τὴν ἐσωτερικὴ ἐλευθερία, ποὺ πηγάζει ἀπὸ τὴν ἀκλόνητη πίστη καὶ βεβαιὸτητα ὅτι ἔχει βρεῖ τὴν ἀλήθεια ποὺ ἐλευθερώνει ἀπὸ ὅλα ὅσα καθημερινὰ τὸν περικυκλώνουν.

Πράγματι, ὅσο ὡριμάζουμε καὶ ὁλοκληρωνόμαστε ἐσωτερικά, συνειδητοποιοῦμε ὅτι ἡ πολυσυζητημένη ἐλευθερία τὴν ὁποία ὁ κόσμος ἐπιδιώκει καὶ ὁ πολιτισμὸς προβάλλει ὡς βασικὸ σύνθημα εἶναι ἐξωτερική, σχετικὴ καὶ περιορισμένη. Γιατί εἴμαστε αἰχμάλωτοι τῶν περιστάσεων καὶ τῶν συνθηκῶν μέσα στὶς ὁποῖες ζοῦμε, τῆς κληρονομικότητας καὶ τῆς ἰδιοσυγκρασίας μας, τοῦ περιβάλλοντός μας, ἀλλὰ καὶ ὁτιδήποτε ἄλλου μᾶς δεσμεύει καὶ μᾶς ὑποτάσσει σ' αὐτό. Ἄλλωστε, δὲν πρέπει νὰ ξεχνᾶμε ὅτι δὲν εἴμαστε ἐλεύθεροι στὰ σύνορά τῆς ζωῆς καὶ τοῦ θανάτου. Κανεὶς δὲν μᾶς ρωτᾶ πότε, ποῦ καὶ ἀπὸ ποιοὺς θὰ ἔρθουμε στὴ ζωή, ἀλλὰ οὔτε πότε, ποῦ καὶ μὲ ποιὸ τρόπο θὰ φύγουμε ἀπὸ αὐτὴν.

Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, μόνο ὅταν θεληματικὰ ὑποταχθοῦμε στὴν κλήση τοῦ Χριστοῦ, μποροῦμε νὰ ἀπελευθερωθοῦμε ἀπὸ κάθε δουλεία στὴν ὁποία εἴμαστε φυλακισμένοι, γιὰ νὰ ζήσουμε τὴν «ἐλευθερία τῆς δόξης τῶν τέκνων τοῦ Θεοῦ». Ἀμήν.



Ὁμιλία Β΄ Κυριακῆς Ματθαίου (Ματθ. 4, 18-23) + Μητροπολίτης Νικοπόλεως καί Πρεβέζης Μελέτιος

Ὁμιλία στὸ εὐαγγέλιο
τῆς Β΄ Κυριακῆς τοῦ Ματθαίου
ποὺ ἀναφέρεται στὴν κλήση τῶν μαθητῶν
(Ματθ. 4, 18-23)


Διασκευασμένη ὁμιλία πού ἔγινε στήν Νέα Κερασοῦντα στίς 26/6/2011.
 


Τό ξεκίνημα

Ὁ Χριστός ἦλθε νά μᾶς διδάξει τήν ἐπιστροφή στόν Πατέρα κι’ αὐτό ἀκριβῶς δείχνει ἡ ἐνέργειά του νά βαπτισθεῖ ἀπό τόν ἅγιο Ἰωάννη, πού δίδασκε τήν μετάνοια.

Βαπτίσθηκε δηλαδή ὁ Χριστός, γιά νά μᾶς ἀφήσει μέ τό ζωντανό αὐτό παράδειγμά του ὑπόμνηση, ὅτι χρειάζεται νά ἀλλάξουμε μυαλά. Νά τοποθετηθοῦμε ἀπέναντι στό Θεό πρῶτα, στόν ἑαυτό μας καί στή ζωή διαφορετικά. Καί ἀφοῦ βαπτίσθηκε στόν Ἰορδάνη, δίπλα στήν Ἱερουσαλήμ, ἔφυγε ὁ Κύριος καί πῆγε στήν Γαλλιλαία.

Ἡ Γαλιλαία ἦταν ἡ πιό ὑποβαθμισμένη, ἠθικά, πνευματικά καί κοινωνικά περιοχή τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ Ἰσραήλ. Οἱ Ἑβραῖοι τῆς Ἱερουσαλήμ θεωροῦσαν τούς Γαλιλαίους «ὑπόκοσμο». Γι’ αὐτό ὅταν κάποτε ρώτησαν γιά τόν Χριστό: «ἀπό πού εἶναι αὐτός;» καί κάποιοι εἶπαν «ἀπό τήν Γαλιλαία», ἀποφάνθηκαν οἱ φαρισαῖοι: «Καλός ἄνθρωπος ἀπό τήν Γαλιλαία, δέν εἶναι δυνατόν».

Δέν θυμόντουσταν ὅτι ὁ Χριστός γεννήθηκε στήν Βηθλεέμ.

Ἐπῆγε λοιπόν ὁ Χριστός στή Γαλιλαία, δίδασκε, θεράπευε καί ἐκήρυττε.

Τί ἔλεγε;

«Μετανοεῖτε ἤγγικεν ἡ Βασιλεία τῶν οὐρανῶν».

Τί σημαίνει «μετανοεῖτε»; Ἀλλάξτε μυαλά. Πάψτε νά σκέπτεσθε ὅπως μέχρι τώρα. Ποῦ τά ἔλεγε αὐτά;

Σέ μιά περιοχή πού βασίλευε ἡ ἁμαρτία καί οἱ διαστροφές. Ἡ πλεονεξία καί ἡ καταφρόνηση τοῦ νόμου τοῦ Θεοῦ. Καί γι’ αὐτό, παρατηροῦντο ἐκεῖ οἱ χειρότερες ἀταξίες καί ἁμαρτωλές καταστάσεις, πού ἄνθρωποι εὐλαβεῖς, δέν τίς ἔπιαναν οὔτε στό στόμα τους.

Ἐκεῖ πῆγε ὁ Κύριος. Καί ἐκτός ἀπό τό κήρυγμά του «μετανοεῖτε», ἔκανε καί μιά ἄλλη ἐνέργεια. Βλέποντας κάποιους ἀνθρώπους τούς ἔλεγε:

-Ἀφεῖστε αὐτά πού κάνετε. Ἐλᾶτε κοντά μου. Μιμηθεῖτε με. Περπατᾶτε γιά νά φθάσετε στόν Πατέρα τόν ἐπουράνιο, ἀγαπώντας τό θέλημά του· ἀλλάζοντας μυαλά· ἀφήνοντας τήν ἁμαρτία καί τόν κόσμο.
 


Γνώρισες τόν Χριστό; Πᾶρε ἀπόφαση

Τό Εὐαγγέλιο πού ἀκούσαμε σήμερα, λέγει ὅτι βρῆκε ὁ Χριστός δύο νέους ἄνδρες, τόν Ἀνδρέα καί τόν Πέτρο καί τούς κάλεσε νά τόν ἀκολουθήσουν. Ἐκεῖνοι ἄφησαν ἀμέσως τόν πατέρα τους καί τήν περιουσία τους. Τήν βάρκα τους καί τά δίχτυα τους μέ τά ὁποῖα ζοῦσαν. Γι’ αὐτούς ὅλος ὁ κόσμος ἦταν τό καραβάκι τους, τά δίχτυα τους καί ἕνα σπιτάκι. Τά ἄφησαν ὅλα γιά νά πᾶνε κοντά στόν Χριστό. Νά ζήσουν γιά τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.

Ἀπό ἐκείνη τήν ἡμέρα -τό ξέρομε παρακολουθώντας τή ζωή τους μέσα στό εὐαγγέλιο- οἱ δυό αὐτοί ἄνθρωποι ἀκολούθησαν τόν Χριστό γιά πάντα. Ἐδῶ στή γῆ σέ διάφορες περιπέτειες. Ἀλλά ἡ τελική κατάληξη τους ἦταν στή Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. Δοξάστηκαν μέ δόξα θεϊκή.

Τό ἴδιο ἔκανε καί γιά δυό ἄλλους νέους. Τόν Ἰωάννη καί τόν Ἰάκωβο.

-Ἐλᾶτε μαζί μου, τούς εἶπε. Ἐλᾶτε κοντά μου. Ὁ δρόμος αὐτός εἶναι. Ὄχι νά κάνει ὁ καθένας ὅτι τοῦ ὑπαγορεύει τό μυαλό του, ἡ σάρκα του, τά συναισθήματά του, ἀλλά ὅτι τοῦ ὑπαγορεύει τό θέλημα τοῦ Πατέρα μας «τοῦ ἐν οὐρανοῖς».

Πρέπει νά τόν θεραπεύσομε τόν ἄνθρωπο ἀρχίζοντας ἀπό τόν ἑαυτό μας. Ἐλᾶτε κοντά μου νά γίνομε ἁλιεῖς ἀνθρώπων. Νά τούς μαζέψομε, ὄχι ὅπως μαζεύουν οἱ ψαράδες τά ψάρια, γιά τό τηγάνι, ἀλλά νά τούς μαζέψομε γιά τήν αἰώνια ζωή. Γιά τή Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν.

Ὁ Ἰωάννης καί ὁ Ἰάκωβος τόν ἀκολούθησαν.

Τί σημαίνει αὐτό;

Ὁ ἄνθρωπος ἔχει μυαλό. Κρίση. Ἔχει βούληση. Προτιμᾶ καί ἐπιλέγει. Ἔχει καί πράξη. Προηγεῖται τό μυαλό, γιά νά δεῖ τί θέλει νά κάνει. Νά σκεφθεῖ λίγο, ποῦ θά τόν βγάλει, ἄν συνεχίσει νά πορεύεται «ὅπως πάει ὁ ὅλος ὁ κόσμος», καί ὅπως ὁ ἴδιος βάδιζε μέχρι τώρα...

Ζυγίζει τά πράγματα καί λέει:

-Ἐκεῖ νά πάω ἤ ἐκεῖ; Τί προτιμῶ;

Ζωή γιά τήν κοιλιά, γιά τήν τσέπη, γιά τίς αἰσχρότητες, πού μερικοί τίς ἔχουν σέ προτεραιότητα;

Ἤ ζωή γιά τήν ἀγάπη, τήν καλωσύνη, τήν εἰρήνη τῆς ψυχῆς, πού διδάσκει ὁ Πατέρας μας ὁ ἐν οὐρανῷ; Καί νά κάνω ἕναν ἀγώνα γιά τήν Βασιλεία του, πρῶτα γιά μένα, καί μετά γιά κάποιον ἄλλο; Μέ τό παράδειγμά μου κυρίως. Ἄς εἶμαι ὁ φτωχότερος καί ὁ μικρότερος ἀπό ὅλους.

Μετά τίς σκέψεις αὐτές, ὁ ἄνθρωπος, κάνει τήν ἐπιλογή του μέ τόν τόν ἐσωτερικό του κόσμο, γιά τό πῶς θά συνεχίσει νά ζεῖ.
 


Τό δίδαγμα τῶν θαυμάτων

Ποιός δέν τό ξέρει, ὅτι μερικά γεροντάκια καί μερικές γριούλες εἶναι οἱ μεγαλύτεροι κήρυκες τῆς Βασιλείας τῶν οὐρανῶν;

Καί ποιός δέν τό ξέρει, ὅτι κάποια παιδιά στήν ἡλικία τῶν 18 καί τῶν 20 χρόνων, εἶναι κήρυκες τῆς Βασιλείας τῶν οὐρανῶν, ἀφοῦ κάνουν τόν σταυρό τους, ὄχι μόνο πάνω στό σῶμα τους, ἀλλά ἐπάνω στήν καρδιά τους καί λένε:

-Ὄχι ζωή ὅπως τήν θέλει ὁ κόσμος. Ἀλλά ὅπως τήν θέλει ὁ Θεός. Μέ σεμνότητα, μέ ἐγκράτεια, μέ εὐσέβεια. Καί μέ ἀφοσίωση στό Θεό.

Μά ἐπειδή αὐτά εἶναι λίγο δύσκολα γιά τό μυαλό καί τήν ἀπόφαση τοῦ ἀνθρώπου, κατέβηκε ὁ Χριστός καί ἔδειξε τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ «ἐν δυνάμει».

Τί ἔβρισκε στή Γαλιλαία; Ἀρρώστειες, κακίες, δαιμόνια. Νά ἕνας παράλυτος...

Γιατί ἔφτειαξε ὁ Θεός τόν ἄνθρωπο;

Παράλυτος νά εἶναι ἤ γεμάτος ὑγεία; Στό σῶμα, στήν ψυχή καί στό πνεῦμα;

Ἕνας ἔχει Ἀλτσχάιμερ. Παρέλυσε ὄχι μόνο τό σῶμα του, μά καί τό μυαλό του. Πόσες ἄλλες καταστάσεις βλέπομε, πού καί μόνο νά τίς σκεφθεῖ κανείς τόν πιάνει κατάθλιψη;

Καί λέμε κάνοντας τόν Σταυρό μας: «οὔτε στό χειρότερο ἐχθρό μου Κύριε, τέτοια πράγματα. Ἐλέησε τόν κόσμο σου». Ἀλλά νά. Στέκει ὁ Χριστός δίπλα στόν παράλυτο, καί τοῦ λέει: «Σήκω, συχωρεμένες οἱ ἁμαρτίες σου». Μά ἡ ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν εἶναι ἀποκλειστικά ζήτημα τοῦ Θεοῦ.

Καί ὁ Χριστός συνεχίζει:

-Σήκω παιδί μου καί περπᾶτα, γιά νά καταλάβουν αὐτοί πού τά μετρᾶνε ὅλα μέ τό ὑποδεκάμετρο καί μέ τό ζύγι, ὅτι ἦλθε ἡ Βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Καί ὁ ἄνθρωπος ὑπακούοντας, ἤ μᾶλλον μέ τήν δύναμη τοῦ λόγου τοῦ Χριστοῦ, ἔγινε καλά.

Αὐτά τί ἦταν;

Ἦταν μιά δύναμη πού ἔκανε τόν ἄνθρωπο νά λέει:

-Τοῦτο, (τό μυαλό) δέν τά ξέρει ὅλα. Ἡ σκέψη μας ὅπως τήν κάνομε, δέν ἔχει ἀξία μπροστά στή σοφία τοῦ Θεοῦ, ἀπό τήν στιγμή πού βλέπομε τίς ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ καί τήν Βασιλεία του στόν κόσμο. Θεραπεύει τόν παράλυτο, ἀνασταίνει τόν πεθαμένο ἐδῶ καί τέσσερες μέρες Λάζαρο. Δέν ἰσχύει ἡ λογική τοῦ ἀνθρώπου μπροστά στή λογική τοῦ Θεοῦ.

Ἐγώ διαλέγω τήν λογική τοῦ Θεοῦ, καί θέλω νά προχωρήσω μέ τήν λογική τοῦ Θεοῦ, μά θέλω καί δύναμη γιά νά τήν ἀκολουθήσω. Γιά νά κάνω ἀπό δῶ καί πέρα ζωή πιό ἤρεμη, πιό ἥσυχη· εὐλαβή. Μακρυά ἀπό πάθη καί ἁμαρτίες. Ἔξω ἀπό τή διάθεση πού λέει: «Ὅλους νά τούς ἔχεις παιχνιδάκια στά χέρια σου. Γιά τίς δικές σου ὀρέξεις».

Ὄχι! Τό θέλημα τοῦ Θεοῦ εἶναι ὅτι εἶναι παιδιά του ὅλοι. Ἐγώ σάν παιδί τοῦ Θεοῦ, θά τούς ἀγαπῶ. Καί θά θέλω νά τούς ὑπηρετήσω ὅλους. Μέ ἀγάπη. Σάν μικρότερος. Τότε ὁ ἄνθρωπος γίνεται εἰκόνα τοῦ Θεοῦ.

Υἱός τοῦ Θεοῦ, ἀδελφός τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ.
 


Ὄχι μόνο καλές σκέψεις

Αὐτό εἶναι τό μήνυμα πού ἔφερε ὁ Κύριος μας, μέ τήν κλήση τῶν τεσσάρων ἀποστόλων.

Ναί. Πῆγαν κοντά του, μά δέν ἔπαυσαν νά εἶναι ἄνθρωποι ὅπως ἦταν μέχρι τότε. Δέν εἶχαν ἀλλάξει ἀκόμη. Τί ἄλλαξαν; Μυαλά. Κρίση. Ὅλος ὁ ἄλλος ἄνθρωπος ἦταν ὁ παληός ἄνθρωπος.

Δέν ἀρκεῖ μόνο νά ἀλλάξεις σκέψη. Πρέπει νά ἁρπάξεις τόν ἑαυτό σου μέ χέρια ἀτσάλινα, καί νά πεῖς σέ κάθε μέλος τοῦ σώματος σου: «Ἀπό δῶ καί πέρα, στό σωστό δρόμο».

Τό ἴδιο νά πεῖς στήν καρδιά καί στόν νοῦ σου. Στήν γλώσσα, στά μάτια, στά αὐτιά.

Ὁ Χριστός πού κατέβηκε ἀπό τόν οὐρανό στή γῆ, γιά νά μᾶς γλυτώσει ἀπό τόν θάνατο, ἀπό τόν διάβολο, ἀπό τά πάθη, πού φέρνουν ἐδῶ στή γῆ τήν διάλυση, καί στήν αἰώνια ζωή τήν αἰώνια ἀπώλεια, αὐτός ὁ Χριστός μᾶς εἶπε:

«Πρώτη ἐνέργεια σας νά εἶναι ἡ ἀπόφαση: Ναί, θέλω νά ἀκολουθήσω τόν Χριστό στό δρόμο του πρός τήν Βασιλεία τοῦ Πατέρα μας τοῦ ἐν οὐρανοῖς».
 


Ἡ ἀρχή της πνευματικῆς ζωῆς

Ἔπειτα νά κάνω αὐτό πού πρέπει, γιά νά ὑποταχθῶ στό νόμο τοῦ Θεοῦ. Νά ψάξω νά τόν βρῶ, νά τόν διαβάσω, νά τόν κατανοήσω, νά γεμίσει ἡ καρδιά μου καί ἡ σκέψη μου μέ τόν νόμο τοῦ Θεοῦ. Καί νά σφίγγω τήν καρδιά μου, νά σφίγγω τόν ἑαυτό μου, γιά νά τηρῶ τό ἅγιο τό θέλημα τοῦ Θεοῦ.

Τί γίνεται ὅταν τό κάνομε;

Ὅταν ἀκολουθοῦμε τόν δρόμο τοῦ κόσμου τούτου, ἀπό τό πρωί μέχρι τό βράδυ ταραχή καί κακία. Καί ἡ συνείδηση συνέχεια φωνάζει:

-Δέν ντρέπεσαι τόν ἑαυτό σου; Τόν Θεό δέν τόν ντρέπεσαι, τόν ἑαυτό σου, δέν τόν κοιτάζεις ποτέ στόν καθρέφτη πού λέγεται «τό θέλημα τοῦ Θεοῦ»; Δέν ἔχεις τό θάρρος νά τόν κοιτάξεις; Πῶς ζεῖς;

Ὅταν ὅμως βάλομε ὁδηγό μας τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, παίρνομε ἕνα ψαλιδάκι καί ψαλιδίζομε κάθε τόσο ἀπό λίγο –μιά τρίχα ἔστω ἀπό τίς κακίες μας, καί μετά ἀπό λίγο βρισκόμαστε νά ἔχομε μιά ἀγγελική κατάσταση.

Γιατί; Γιατί κάθε φορά πού ὁ ἄνθρωπος κάνει ἕνα ἐλάχιστο γιά τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, λέει τό λογικό του:

-Αὐτό τό κατόρθωσες. Γιατί νά μή κατορθώσεις καί ἐκεῖνο; Λίγη καλή θέληση χρειάζεται. Προσπάθησε καί τό ἔφτασες.

Γι’ αὐτό λένε οἱ ἅγιοι Πατέρες: Ποιό εἶναι τό πιό εὔκολο ξεκίνημα γιά τήν πνευματική ζωή; Λίγη νηστεία καί προσευχή. Αὐτό εἶναι!

Παρασκευή σήμερα, λές. Δέν εἶναι ἀνάγκη νά φᾶμε κρέας οὔτε τυριά. Τό κατάφερα νά περάσω μέ νηστίσιμα. Πῶς δηλαδή; Ἔπρεπε νά εἶμαι σάν τό γατάκι πού ἅμα τοῦ δώσεις ψάρι τρελλαίνεται; Ἄνθρωπος εἶμαι.

Ἀπό ἐκεῖ καί πέρα, ἔμαθες πῶς εἶσαι δυνατός καί ξεκινᾶς νά πολεμᾶς τό ὁποιοδήποτε πάθος. Τοῦ σώματος, τῆς καρδιᾶς καί τοῦ πνεύματος. Καί τό νικᾶς.

Ἔτσι μᾶς δίδαξε ὁ Χριστός νά πορευόμαστε. Αὐτό ἔκαναν οἱ μαθητές του. Στήν ἀρχή, ἀνθρωπάκια ἦταν. Κοντά του, μέρα μέ τήν ἡμέρα ἔγιναν ἄγγελοι. Ἤ μᾶλλον καλύτεροι ἀπό τούς ἀγγέλους. Θέλει κουβέντα, ὅτι ὁ ἅγιος ἀπόστολος Ἰωάννης ἦταν καλύτερος ἀπό τούς ἀγγέλους μέ τήν ἀγάπη, τήν ἁγνότητα καί τήν σεμνότητα πού εἶχε;

Αὐτό γίνεται ἄνθρωπος κοντά στόν Χριστό.

Νά μᾶς ἀξιώσει ὁ Θεός!

Καί νά μᾶς φωτίζει, νά μᾶς ἐλεεῖ, νά μᾶς προφυλάσσει ἀπό τίς λαθεμένες ἀξιολογήσεις. Ἀμήν.

Η πολυσχιδής δράση του χαρισματούχου π. Ευσεβίου Γιαννακάκη (1910 – 19 Ιουνίου 1995)


-Μην τα δίνεις όλα, του έλεγαν μερικοί. Αδυνάτισες πολύ, θα πεθάνεις.
-Εμείς οι μεγάλοι αντέχουμε. Τα παιδιά έχουν ανάγκη, απαντούσε.
Στηρίζει με την προσευχή του, το λόγο και την έμπρακτη αγάπη του μικρούς και μεγάλους. Ήταν ο παρήγορος άγγελος των ταλαιπωρημένων εκείνων υπάρξεων, πού ο πόνος, η ορφάνια, η φτώχεια, η πείνα και το κρύο τους έσπρωχναν στην απόγνωση. Περισσότερο όμως συμπονεί τα παιδιά.
Με την ευλογία του Ηγουμένου ξεκινά ένα πλούσιο κατηχητικό έργο στην περιοχή. Πηγαινοέρχεται με τα πόδια από το Μοναστήρι στα Καλάβρυτα και στα γύρω χωριά και κάνει κατηχητικό στα παιδιά. Δεν ήταν όμως μόνο ο κατηχητής τους. Στο πρόσωπο του σεμνού ιερομόναχου τα απορφανισμένα εκείνα παιδιά βρήκαν τον πατέρα, τον αδελφό, το φίλο. Όλοι τους σήμερα με δάκρυα ευγνωμοσύνης μιλούν για τον π. Ευσέβιο, τον κατηχητή και προστάτη τους στα δύσκολα παιδικά τους χρόνια.
3eysjeankak2
«Κατεβαίνει τακτικά στα Καλάβρυτα, μας παρηγορεί, σφουγγίζει τα δάκρυα του πόνου μας με τα λόγια της αγάπης του, γράφει ο κ. Δ. Αγιαννιτόπουλος, δάσκαλος και κατηχητόπουλο τότε του π. Ευσεβίου. Μαζεύει ιδιαίτερα τα παιδιά, πότε ανάμεσα στα ερείπια της πυρπολημένης εκκλησίας μας, πότε σε κάποιο ερημοκκλήσι, και προσπαθεί με τα λόγια του Θεού να μας απαλύνει τον πόνο, να μας δώσει λίγη ελπίδα και χαρά…
»Ο ζήλος του να μας προσφέρει περισσότερα, να μας δώσει περισσότερη χαρά, να μεγαλώσει μέσα μας την πίστη, πού είναι η «άγκυρα της ψυχής η ασφαλής και βεβαία» τον κάνει να πρωτοστατήσει το καλοκαίρι του 1946 να πάμε όλα τ’ αγόρια των Καλαβρύτων από 10 έως 16 περίπου ετών σε κατασκήνωση.
»Στην κατασκήνωση ήταν ο στοργικός πατέρας όλων μας… Για πολλούς από μάς η κατασκήνωση εκείνη έβαλε τα θεμέλια και σφράγισε τη μετέπειτα ζωή μας».
Παράλληλα αυτά τα χρόνια φοιτούσε και στο Γυμνάσιο Καλαβρύτων. Λίγο αργότερα (από το 1948 έως το 1950) με τη δραστηριότητα και το ζήλο πού τον διέκριναν, έπαιξε πρωτεύοντα ρόλο στην ανοικοδόμηση της Μονής….
Το 1951, έρχεται στην Αθήνα να σπουδάσει στη Θεολογική Σχολή. Χάρη στο ταπεινό του ήθος κατόρθωσε να μη διαγραφεί από τη Μονή της μετανοίας του. Παρέμεινε μέχρι το τέλος της ζωής του Αγιολαυριώτης ιερομόναχος.
Το 1952 χειροτονείται Πρεσβύτερος στον ιερό ναό της Καπνικαρέας από τον Μητροπολίτη Καλαβρύτων και Αιγιαλείας κυρό Αγαθόνικο.
Τον επόμενο κιόλας μήνα διορίζεται ώς εφημέριος στο Ιπποκράτειο Νοσοκομείο Αθηνών, όπου, όπως ο ίδιος πίστευε, θα εργαζόταν μέχρι το τέλος των σπουδών του. Όμως ο Θεός είχε άλλα σχέδια γι’ αυτόν. Τον προόριζε να γίνει παρηγοριά και στηριγμός των πονεμένων ανθρώπων στην Αθήνα, επί τρεις και πλέον δεκαετίες. Το ίδιο έτος ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών κυρός Θεόκλητος, τον έκανε Πνευματικό, και του απένειμε το οφφίκιο του αρχιμανδρίτου. Έκτοτε ασκούσε το επίπονο έργο της πνευματικής πατρότητας μέχρι το τέλος της ζωής του.
«…Αυτή η τοποθέτηση του στο Ιπποκράτειο δίνει το στίγμα του Γέροντα: Να αποβεί στύλος και εδραίωμα, παρηγοριά και ενίσχυση των πονεμένων ανθρώπων…
»Το έργο του μακαριστού Γέροντα στο Ιπποκράτειο είναι μοναδικό και ανεπανάληπτο. Τέτοια προσφορά στο θυσιαστήριο και στην εξομολόγηση δε συναντούμε εύκολα. Όσοι έτυχε να νοσηλευτούν στο Ιπποκράτειο σίγουρα θα ξεχάσουν κάποτε και τις νοσοκόμες πού τους υπηρέτησαν και τους γιατρούς πού τους θεράπευσαν. Τη γλυκεία μορφή του Γέροντα όμως κανένας ποτέ δε θα ξεχάσει. Αυτό το άκουσα από πολλούς…» γράφει ο π. Ευέλθων Οικονόμου στο άρθρο του «Αρχιμανδρίτης Ευσέβιος Γιαννακάκης».
Τριανταπέντε σχεδόν χρόνια έζησε μέσα στο νοσοκομείο ο π. Ευσέβιος σαν ασκητής. Ήταν ένα άνθος της ερήμου μέσα στον κόσμο. Για να βρίσκεται συνεχώς κοντά στους αρρώστους, προτίμησε να μένει μέσα στο νοσοκομείο, σε ένα πολύ μικρό δωμάτιο πού του παραχώρησαν στην ταράτσα του παλαιού κτιρίου. Ήταν φτωχό και απέριττο… ο εξοπλισμός του ένα σιδερένιο κρεββάτι, ένα κομοδίνο νοσοκομειακό κι ένα τραπεζάκι. Χωρίς καν βοηθητικό χώρο, χωρίς μόνωση, χωρίς θέρμανση.
Το φαγητό του όλα αυτά τα χρόνια ήταν νοσοκομειακό. Πολλές φορές έκλεινε η τραπεζαρία και έμενε νηστικός. Και όμως ποτέ δεν παραπονέθηκε. Τροφή για ‘κείνον ήταν η ανακούφιση, η χαρά και η πνευματική ωφέλεια των ασθενών.
Με σπάνια συναίσθηση ευθύνης, με αυταπάρνηση και ένθεο ζήλο, δόθηκε στη διακονία των πονεμένων. Στόχος και διαρκής μέριμνά του ήταν η θεραπεία της ψυχής και του σώματος με τα σωστικά μέσα της θείας χάριτος: την προσευχή, το λόγο του Θεού, τις ευχές της Εκκλησίας, και κυρίως τη συμμετοχή στη λατρευτική και Μυστηριακή ζωή. Διακαής πόθος του ήταν να εξομολογούνται και να κοινωνούν οι άρρωστοι. Επάνω σ’ αυτό το χρέος θυσιαζόταν.
Την ανεκτίμητη προσφορά του στο νοσοκομείο εξαίρει ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Καλαβρύτων και Αιγιαλείας κ.κ. Αμβρόσιος:
«Ο π. Ευσέβιος ηνάλωσε εαυτόν, εργαζόμενος ώς Εφημέριος μεγάλου Νοσοκομείου επί 24ώρου βάσεως! Ίσως είναι η μοναδική περίπτωσις νοσοκομειακού ιερέως, ο όποιος έζησε όλα αυτά τα χρόνια της διακονίας του σ’ ένα πολύ μικρό δωμάτιο μέσα στο Νοσοκομείο, δίπλα στους θαλάμους των ασθενών, πολύ κοντά όχι μόνο στον άρρωστο, αλλά και στον ιατρό και στο νοσηλευτικό προσωπικό. Ήμερα και νύκτα τα βογγητά των πονεμένων ήσαν η μόνιμη συντροφιά του. Αλλά συγχρόνως και το διαρκές ερέθισμα για εκτενείς δεήσεις, για αδιάλειπτη προσευχή και για μια αδιάκοπη προσφορά υπηρεσιών… Ζυμώθηκε με τον πόνο! Και αγάπησε τον πονεμένο!»
Εφάρμοζε την προσωπική ποιμαντική επικοινωνία με τους ασθενείς. Περνούσε καθημερινά από όλους τους θαλάμους, πλησίαζε τον κάθε άρρωστο και προσπαθούσε να τον βοηθήσει πνευματικά.
Είχε το χάρισμα της παρακλήσεως των ψυχών, της αγάπης και της διακρίσεως. Ήταν ο χαρισματούχος Πνευματικός. Διέβλεπε τον πνευματικό κόσμο των ασθενών και πολλές φορές μ’ ένα του λόγο τους έφερνε σε μετάνοια. Οι άρρωστοι, ακόμη και οι πιο δύσκολοι, εξομολογούνταν -οί περισσότεροι για πρώτη φορά. Μόνο οι αιρετικοί δεν δέχονταν. Είναι χιλιάδες οι ψυχές πού αναγεννήθηκαν κάτω από το πετραχήλι του Γέροντα όλα αυτά τα χρόνια. Και γύριζαν στα σπίτια τους νέοι άνθρωποι, ζώντας την εν Χριστώ ζωή, χάρη στην εργασία πού έκανε ο π. Ευσέβιος στην ψυχή τους. Είτε έφυγαν έτοιμοι για τον Ουρανό.

Η έννοια του Πρωτείου Τιμής στην Ορθόδοξη Εκκλησία


• Καταδεικνύεται από τα πρακτικά των δύο Συνόδων ότι ο θεσμός της Πενταρχίας ήταν ενεργός και αυτός αποτελούσε την υψίστη αρχή για τη λήψη των αποφάσεων που αφορούσαν δογματικά και μείζονα κανονικά θέματα. Είναι σημαντικό ότι με τον ιγ´ κανόνα της Συνόδου των ετών 869-870 ο επίσκοπος Ρώμης εντάσσεται στην Πενταρχία των Πατριαρχών, κρινόμενος, όποτε ήθελε χρειαστεί, υπ᾽ αυτής[170].
• Παράλληλα, κατά τη Σύνοδο του 879-80 καταδεικνύεται η διαμόρφωση εκκλησιαστικών ορίων μεταξύ Ανατολής και Δύσεως ως δύο ανεξαρτήτων δικαιοδοσιών που θα οδηγηθούν κατόπιν στην τέλεια αυτονόμηση και αλλοτρίωση με το μεταξύ τους σχίσμα. Σε όλα δε τα συζητούμενα θέματα εκφράζεται η άποψη της Ρώμης και ακολουθεί η ενιαία άποψη των θρόνων της Ανατολής. Η αναγνώριση των δύο αυτών ανεξαρτήτων δικαιοδοσιών καταδεικνύεται και από τον πρώτο Κανόνα[171] της Συνόδου 879-880, για τον οποίο έγινε λόγο ανωτέρω και με τον οποίο απηγορεύετο η ανάμειξη της μιας στη δικαιοδοσία της άλλης σε δικαστικές υποθέσεις.
Πηγή:http://1myblog.pblogs.gr/
Πηγή:http://1myblog.pblogs.gr/
• Για την Ανατολή αναγνωρίζεται ο προέχων ρόλος του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως. Τούτο προκύπτει με σαφήνεια και από την ήδη ανωτέρω μνημονευθείσα και αξία επαναλήψεως κατάθεση του επισκόπου Μαρτυρουπόλεως Βασιλείου, τοποτηρητού του θρόνου της Αντιοχείας στη σύνοδο:
«Οι των καθ᾽ ημάς θρόνων μέγιστοι Αρχιερείς, επί πλείον αδιάσπαστον την προς τον αγιώτατον πατριάρχην Φώτιον γνώμην έχοντες, αφ᾽ ου και εις τον αρχιερατικόν ανηνέχθη βαθμόν, επί τούτω και ημάς απέστειλαν, δόντες εξουσίαν και αυθεντίαν Φωτίω τω αγιωτάτω πατριάρχη, ίνα ει τις, καν τε του ιερατικού καταλόγου είη, καν τε του λαϊκού τάγματος, ευρεθείη εαυτόν της αγίας του Θεού Εκκλησίας χωρίζων, το δοκούν τη αγιωσύνη αυτού εις τους τοιούτους διαπράττηται ως ουν και την των ανατολικών θρόνων εξουσίαν ειληφώς και της των  Ρωμαίων αυθεντίας το κύρος προσλαβόμενος, καθώς αρτίως ηκούσαμεν, μάλλον δε προέχων εκΘεού ως αρχιερεύς μέγιστος, ους αν δήση τω του Παναγίου Πνεύματος αλύτω δεσμώ έχομεν και ημείς δεδεμένους και ους αν λύση, έχομεν και ημείς λελυμένους»[172].
Είναι προφανές από το παραπάνω απόσπασμα, δεδομένου ότι και οι εκπρόσωποι των άλλων Πατριαρχείων Αλεξανδρείας και Ιεροσολύμων πάντοτε συμπλέουν με τις θέσεις του θρόνου της Κωνσταντινουπόλεως[173], ότι ο θρόνος της Κωνσταντινουπόλεως αποτελεί την κεφαλή των θρόνων της Ανατολής, αφού οι τελευταίοι χωρίς άλλο αναγνωρίζουν την αυθεντία του και τη δικαστική του κρίση. Εξ αυτού του λόγου ακριβώς ο πρώτος κανών της Συνόδου αυτής κάνει λόγο για την αμοιβαία αναγνώριση των δικαστικών κρίσεων μεταξύ πάπα Ρώμης και Κωνσταντινουπόλεως και ουδόλως αναφέρεται στους άλλους πατριαρχικούς θρόνους τηςΑνατολής. Με τον κανόνα αυτό δίδεται τέλος (θεωρητικά τουλάχιστον, ενώ η πράξηοφείλει να ερευνηθεί) σε οποιαδήποτε αρμοδιότητα του επισκόπου Ρώμης σε δικαστικές υποθέσεις της Ανατολής, οι οποίες θα μπορούσαν να έχουν έρεισμα στους κανόνες της Σαρδικής.
Όλα τα ανωτέρω καταδεικνύουν ότι ο ισχυρισμός του Πατριαρχείου Μόσχας ότι δεν υπήρξε και δεν υπάρχει Πρώτος με ουσιαστικές αρμοδιότητες σε παγκόσμιο επίπεδο, διότι αυτός ο Πρώτος θα έπρεπε αναγκαστικά να ασκεί Πρωτείο υπό την έννοια που κατανοεί αυτό η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, καταδεικνύεται ιστορικά ατεκμηρίωτος. Η ιστορική πραγματικότητα δεν είναι τόσο πολωτική, όσο θέλει να εμφανίζεται από το κείμενο του Πατριαρχείου Μόσχας. Το γεγονός ότι η ορθόδοξος Ανατολή απορρίπτει το Πρωτείο εξουσίας του επισκόπου Ρώμης, αυτό δε σημαίνει ότι αποδέχεται ένα απογυμνωμένο Πρωτείο τιμής, το οποίο είτε υπάρχει, είτε δεν υπάρχει, είναι ένα και το αυτό πράγμα.
Ο θρόνος της Κωνσταντινουπόλεως διέθετε Πρωτείο τιμής, όχι βεβαίως απογυμνωμένο από κάθε αρμοδιότητα –όπως θέλει το κείμενο του Πατριαρχείου Μόσχας– και κατά την πρώτη χιλιετία, όταν ακόμα η κοινωνία με τη Ρώμη δεν είχε διαρραγεί. Το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως ως μετέχων στην Ανατολή των ίσων Πρεσβείων του Πρώτου θρόνου της Εκκλησίας αποτελούσε την κεφαλή όλων των Πατριαρχείων της Ανατολής ως ο «προέχων» αυτής θρόνος. Εξακολούθησε δε να παραμένει και κατά τη δευτέρα χιλιετία, όταν και εκ των ιστορικών συγκυριών ο θρόνος της Κωνσταντινουπόλεως εκπροσωπούσε ενώπιον της Υψηλής Πύλης όλα τα Πατριαρχεία της Ανατολής[174] που κατά μεγάλες ιστορικές περιόδους εκλονίζοντο από προβλήματα έσωθεν η έξωθεν προερχόμενα.
Η ιστορία, οι κανόνες των Οικουμενικών Συνόδων  και η κανονική πρακτική καταδεικνύουν τον πρωτεύοντα ρόλο του θρόνου της Κωνσταντινουπόλεως και το περιεχόμενο αυτού του ρόλου.
Το δεύτερο επιχείρημα του κειμένου του Πατριαρχείου Μόσχας, όπως και ανωτέρω εξετέθη, είναι ότι, εάν υπήρχε Πρωτείο σε παγκόσμιο επίπεδο θα έπρεπε ο Πρώτος και η διαδικασία εκλογής του να μεταφερθεί σε παγκόσμιο επίπεδο. Προφανώς το κείμενο εννοεί ότι, εάν στην Εκκλησία υπήρχε ο «Οικουμενικός Αρχιερεύς», αυτός θα έπρεπε να εκλέγεται από τους Προκαθημένους των Εκκλησιών κατ᾽ αναλογική εφαρμογή των κανονικών διατάξεων που προβλέπουν ότι η εκλογή του Πρώτου σε επαρχιακό επίπεδο γίνεται από τους υπ᾽ αυτόν Μητροπολίτες. Στην Ορθόδοξη όμως Εκκλησία δεν υπάρχει –πολύ απλά– ο «Παγκόσμιος Αρχιερεύς».
Και μόνη η χρήση του όρου «Παγκόσμιος Αρχιερεύς» που παραπέμπει στον επίσκοπο Ρώμης και το Παπικό Πρωτείο καταδεικνύει ότι το ρωσσικό κείμενο τείνει εκούσια η ακούσια να ταυτίσει στην αντίληψη του αναγνώστη το Παπικό Πρωτείο, όπως αυτό κατανοήθηκε στη Δύση και δη όπως κατεγράφη στην απόφαση της Α´ Βατικανής (1870), με την κατανόηση του Πρωτείου του θρόνου της Κωνσταντινουπόλεως στην ΑνατολήΟυδέποτε στηνΑνατολή έγινε λόγος για Οικουμενική Εκκλησία επί της οποίας κυριαρχεί ο οΠρώτος. Ουδέποτε ασφαλώς στην Ανατολή έγινε δεκτή η ύπαρξη «Οικουμενικού Αρχιερέως» η ενός Πρωθιεράρχου.
Το αναγνωριζόμενο Πρεσβείο τιμής, εξ ου απορρέει το Πρωτείο στην Ανατολή, δεν αφορά πρόσωπο, άλλο συγκεκριμένο τόπο, συγκεκριμένη εκκλησιαστική έδρα. Φορέας του Πρωτείου είναι βεβαίως το πρόσωπο που κατέχει την έδρα και ο οποίος δεν λειτουργεί μόνος αλλά συνοδικά, πηγή όμως του Πρωτείου είναι κατά τους ιερούς κανόνες ο τόπος και μοναδικά ο τόπος και όχι οτιδήποτε άλλο. Το περιεχόμενο του Πρωτείου τιμής στην Ανατολή καθορίζεται από τους ίδιους τους ιερούς κανόνες που προαναφέρθηκαν και από την κανονική παράδοση, ασκείται δε μόνο στα πλαίσια των ρυθμίσεων όλων των ιερών κανόνων που επιτάσσουν τη διοικητική αυτονομία των τοπικών Εκκλησιών. Κατά συνέπεια το Πρωτείο τιμής στηνΑνατολή σε κανονικά πλαίσια ασκούμενο δεν μπορεί να οδηγήσει ποτέ σε έναΠρωτείο εξουσίαςόπως αυτό το αντιλαμβάνεται η Δύση.
[Συνεχίζεται]
 
[170]. Mansi 16, 405C.
[171]. Mansi 17, 497DE.
[172]. Mansi 17, 499 AB.
[173]. Αυτό ίσχυσε και για το επίμαχο θέμα της αθρόας χειροτονίας λαϊκών στον επι-σκοπικό βαθμό: Βλ. Mansi 17, 489BC: «ει μεν ουν η των Ρωμαίων του Θεού Εκκλησία ουδέ-ποτε από λαϊκών παρεδέξατο εις αρχιερέα, φυλαττέτω τούτο. προσήκον γαρ εστιν όρια πατέρων μη παραβαίνειν. επεί δε ούτε οι ανατολικοί τούτο παρεφυλάξαντο ούτε η καθ᾽ ημάς αγία των Κωνσταντινοπολιτών εκκλησία, ευχόμεθα μεν αεί από των κληρικών και λαϊκών τούτους αναδείκνυσθαι, ώστε την ψήφον της αρχιερωσύνης επ᾽ αυτούς έρχεσθαι».
[174]. A. Kartaschoff, Το της εκκλήτου δικαίωμα.., 292-293.

Αληθινός Χριστιανισμός «δεν σημαίνει απλώς να έχεις τις σωστές απόψεις για τον Χριστιανισμό» (π.Σεραφείμ Ρόουζ)

«Αληθινός Χριστιανισμός», δήλωσε σε μια διάλεξη, ο πατήρ Σεραφείμ Ρόουζ «δεν σημαίνει απλώς να έχεις τις σωστές απόψεις για τον Χριστιανισμό-αυτό δεν είναι αρκετό να σώσει την ψυχή κάποιου.

Ό άγιος Τύχων του Ζαντόνσκ λέει: "Εάν έλεγε κάποιος ότι ή αληθινή πίστη είναι ή ακριβής τήρηση

και ή ομολογία των ορθών δογμάτων, θα έλεγε την αλήθεια - για έναν πιστό είναι απολύτως αναγκαία ή ορθόδοξη τήρηση και ομολογία του δόγματος. Αλλά αυτή ή γνώση και ή ομολογία από μόνες τους δεν κάνουν έναν άνθρωπο πιστό και αληθινό χριστιανό. Ή τήρηση ή ομολογία του ορθόδοξου δόγματος μπορεί πάντα να βρεθεί στην αληθινή πίστη στον Χριστό, αλλά ή αληθινή πίστη στον Χριστό δεν μπορεί πάντα να βρεθεί στην ομολογία της Ορθοδοξίας... 

Ή γνώση του ορθού δόγματος είναι στον νου, και είναι συχνά άκαρπη, αλαζονική, και υπερήφανη... Ή αληθινή πίστη στον Χριστό εδράζεται στην καρδιά, και είναι καρποφόρα, ταπεινή, υπομονετική, αγαπητική, φιλεύσπλαχνη, συμπονετική, πεινασμένη και διψασμένη για δικαιοσύνη αποσύρεται από τις κοσμικές σφοδρές επιθυμίες και προσκολλάται μόνο στον Θεό, προσπαθεί και επιδιώκει πάντα αυτό πού είναι θεϊκό και αιώνιο, αγωνίζεται ενάντια σε κάθε αμαρτία, τον επιδιώκει συνεχώς και ικετεύει την βοήθεια του Θεού για αυτό". 

Και έπειτα αναφέρεται στον ιερό Αυγουστίνος, ό όποιος διδάσκει: "Ή πίστη ενός χριστιανού είναι στην αγάπη , πίστη χωρίς αγάπη είναι όμοια με αυτήν του διαβόλου" Ό απόστολος Ιάκωβος στην επιστολή του μας λέει ότι "και οι δαίμονες επίσης πιστεύουν και τρέμουν" (Ίακ. 2:19).

Ό άγιος Τύχων, επομένως, μας δίνει μια αφετηρία στον να κατανοήσουμε τί είναι Ορθοδοξία: είναι καταρχήν κάτι της καρδιάς όχι μόνο του νου, κάτι πού ζει και θερμαίνει, όχι κάτι θεωρητικό και ψυχρό κάτι που μαθαίνετε και ασκείται στη ζωή, όχι μόνο στο σχολείο.»

π.Σεραφείμ Ρόουζ-Η ζωή και τα έργα του.Τόμος Γ

πηγή  το είδαμε εδώ

.Νικόλαος Καβάσιλας· ο διαπρεπής θεολόγος και όσιος (1322-1392)

Βίος
Ο Νικόλαος Καβάσιλας, γόνος της Θεσσαλονίκης, δευτέρας πόλεως της αυτοκρατορίας κατά τους υστέρους βυζαντινούς χρόνους, συνέδεσε τη δραστηριότητά του τόσο με αυτή όσο και με την πρωτεύουσά της, τη γεμάτη αγωνία κατά τον τελευταίο αιώνα του βίου της αυτοκρατορίας. Η μετριοπάθεια και η μειλιχιότης μπορεί να συνετέλεσαν ώστε κατά τους χρόνους του να επισκιασθή από άλλους δυναμικωτέρους θεολόγους, του έδωσαν όμως αργότερα τέτοιο κύρος, ώστε να εκτιμάται γενικώς ως ένας από τους στερεότερους παράγοντας της ορθοδόξου θεολογίας και ως ένας από τους ορθοδοξοτέρους μυστικούς της Εκκλησίας. Πολύ μεγαλυτέρα είναι η εκτίμησις γι’ αυτόν σήμερα σ’ ολόκληρο το χριστιανικό κόσμο.
Το πατρικό επώνυμο του Νικολάου ήταν Χαμαετός, αυτό όμως παρά την επισημότητά του υποχώρησε απέναντι στο μητρικό Καβάσιλας, το οποίο περισσότερο από κάθε άλλον στους χρόνους του εσέμνυνε ο μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Νείλος Καβάσιλας, αδελφός της μητέρας του. Η επιφανής αυτή οικογένεια, προερχομένη πιθανώς από την Ήπειρο, ανέδειξε πολλές αξιόλογες προσωπικότητες από το 14ο αιώνα και έπειτα.
nikab2
Η γνώμη ότι ο Νικόλαος γεννήθηκε γύρω στα 1300, που επικρατούσε παλαιότερα, έχει εγκαταλειφθή τελείως σήμερα, οπότε η καλυτέρα γνώσις των συνθηκών του βίου του επιτρέπει ακριβέστερους υπολογισμούς. Το γεγονός ότι γράφοντας το 1351 την αναφορά του περί τόκων προς την Άννα Παλαιολογίνα, που διέμενε τότε στη Θεσσαλονίκη, λέγει ότι δεν είχε συμπληρώσει ακόμη το τριακοστό έτος του βίου του, σημαίνει ότι το επλησίαζε και άρα ότι εγεννήθηκε κατά το 1322 ή 1323. Το γεγονός έπειτα ότι για τελευταία φορά εμφανίζεται το 1391, ως παραλήπτης επιστολών του Μα-νουήλ Β΄ και του Ιωσήφ Βρυεννίου, σημαίνει ότι απέθανε ολίγο μετά το έτος αυτό.
Η Θεσσαλονίκη ήταν αυτή την εποχή «μητρόπολις της φιλοσοφίας», όπως παρατηρεί ο Νικόλαος στο εγκώμιό του στον άγιο Δημήτριο, και διακρινόταν για τις αξιόλογες σχολές της, τούτο όμως δεν απέτρεψε το Νικόλαο από το ν’ αναχωρήση, έφηβος ακόμη, στην Κωνσταντινούπολι για συνέχισι των σπουδών του. Ο πατέρας του παρακολουθούσε με προσοχή την πορεία της προόδου του κι εζητούσε διαρκώς επιστολές, εκείνος όμως καθυστερούσε την αλληλογραφία, προφασιζόμενος το φόρτο των μαθημάτων, όπως κάμουν οι φοιτηταί όλων των εποχών (Επιστολές 1.2.3). Στις σπουδές του συμπεριέλαβε τη ρητορική, τις φυσικές επιστήμες και τη θεολογία.
Κατά την έναρξι του εμφυλίου πολέμου φαίνεται ότι ο Νικόλαος, λόγω νεαράς ηλικίας, δεν έλαβε ενεργό μέρος, το επόμενο όμως έτος (1342) απεφάσισε να επιστρέψη στην γενέτειρά του, όπου ευρέθηκε σε μια διάσπασι χειρότερα από της πρωτευούσης. Οι ταραχές της Κωνσταντινουπόλεως είχαν δώσει την αφορμή της κινητοποιήσεως των δυνάμεων στα μεγάλα αστικά κέντρα. Στη Θεσσαλονίκη οι ευγενείς ετάχθηκαν στο πλευρό του Ιωάννου Καντακουζηνού, ενώ ο λαός, συγκινούμενος πάντοτε από το δράμα μιας χήρας βασίλισσας και ενός ανηλίκου διαδόχου, των οποίων κινδυνεύουν τα δίκαια, ετάχθηκε με το μέρος του Ιωάννου Παλαιολόγου. Τα αισθήματα αυτά του λαού υπέρ του νομίμου βασιλέως εκμεταλλεύθηκαν μερικοί φιλόδοξοι δημοκόποι, οι οποίοι εχρη-σιμοποίησαν τους Ζηλωτάς -ένα μίγμα φανατικών καλογήρων και επαιτών- για να τον ξεσηκώσουν σε επανάστασι.
Έτσι, όταν ο Καντακουζηνός εζήτησε τη βοήθεια του αναποφάσιστου διοικητού της πόλεως Θεοδώρου Συναδηνού, οι Ζηλωταί, με υψωμένο το σύμβολο του σταυρού, επαναστάτησαν και μετά τρεις ημέρες σφαγών και λεηλασιών κατέλαβαν την εξουσία τον Ιούλιο του 1342, ενώ ο Συναδηνός με 1000 ευγενείς κατέφυγε στο Γυναικόκαστρο.
Η απομόνωσις της πόλεως oδήγησε τη μεγάλη πλειονότητα των κατοίκων της να ζητήση συμβιβασμό με τον Καντακουζηνό κι έτσι το 1345 εστάλθηκε στον αντιπρόσωπό του στη Βέροια επιτροπή αποτελούμενη από το Νικόλαο Καβάσιλα και το Γεώργιο Φαρμάκη. Τούτο όμως είχε ως συνέπεια νέο ξέσπασμα της μήνεως των Ζηλωτών, από το οποίο μόλις διέφυγε ο Νικόλαος.
Μετά την επικράτησι του Καντακουζηνού, το 1347, ο Νικόλαος προσκλήθηκε στην Κωνσταντινούπολι από το Δημήτριο Κυδώνη, προφανώς κατ’ εντολή του αυτοκράτορος, και έκτοτε αρχίζει το πολιτικό του στάδιο που δεν φαίνεται να διήρκεσε περισσότερο από επτά έτη. Ο αυτοκράτωρ εξετίμησε τόσο πολύ τις ικανότητες του νέου, ώστε τον κατέστησε μαζί με τον Κυδώνη κύριο σύμβουλό του. Γράφει ο ίδιος: «πολλής αυτούς ο βασιλεύς ηξίου ενμενείας και εν πρώτοις μάλιστα των φίλων ήγε και των ομιλητών» (Καντακουζηνός, έκδ. Bonn IV, 107, 18-20).
Εξ άλλου, υπήρχε η αγαθή συγκυρία ότι ο νέος πατριάρχης Ισίδωρος (1347-1349) ήταν ένας από τους πρώτους διδασκάλους του στη Θεσσαλονίκη. Το Σεπτέμβριο του 1347 μαζί με άλλους συνώδευσε το Γρηγόριο Παλαμά στο ταξίδι του προς την Θεσσαλονίκη για την ενθρόνισι, αλλ’, όπως είναι γνωστό, δεν έγινε δεκτός από τους Ζηλωτάς, απεχώρησαν μαζί στο Άγιο Όρος κι από εκεί ο Καβάσιλας επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολι. Είναι πιθανό ότι αργότερα συνώδευσε τον Καντακουζηνό κατά την εκστρατεία του που έθεσε τέρμα στην ανταρσία των Ζηλωτών (1350).
Η ψυχρότης στις σχέσεις μεταξύ των αυτοκρατόρων, των δύο Ιωαννών, πενθερού και γαμβρού, Καντακουζηνού και Παλαιολόγου, συνεχιζόταν πάντοτε, η δε σύνοδος του 1351, όπου εθριάμβευσε οριστικώς η ησυχαστική διδασκαλία του Γρηγορίου Παλαμά, προεκάλεσε νέα διάστασι. Έκτοτε ο Κυδώνης έκλινε προς τον Παλαιολόγο και ο Καβάσιλας προς τον Καντακουζηνό. Οι λόγοι αυτής της διαφοροποιήσεως ήσαν δογματικοί και εκκλησιαστικοπολιτικοί. Στο δογματικό θέμα ο Καβάσιλας αποδέχθηκε τον ησυχασμό, με τη μετριοπάθεια που τον εχαρακτήριζε πάντοτε, ενώ ο Κυδώνης εκδηλώθηκε κατά του ησυχασμού.
Έπειτα στο θέμα των σχέσεων με τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία ο Καβάσιλας τάχθηκε υπέρ της προσεγγίσεως χωρίς υποχωρήσεις δογματικές ή εκκλησιολογικές, ενώ ο Κυδώνης υπεδείκνυε την χωρίς όρους ένωσι με την Ρώμη. Ο Καντακουζηνός ήταν πεπεισμένος ότι το θέμα των σχέσεων αυτού του είδους ανήκει στην αρμοδιότητα της Εκκλησίας, εφ’ όσον μάλιστα το κακό προηγούμενο του Μιχαήλ Παλαιολόγου είχε καταστήσει χειρότερα τα πράγματα. Γι’ αυτό επρότεινε σύγκλησι οικουμενικής συνόδου με συμμετοχή όλων των επισκόπων Ανατολής και Δύσεως σε ένα ενδιάμεσο τόπο. Φαίνεται ότι η πολιτική αυτή καθωρίσθηκε με βάσι τις συμβουλές του Νείλου Καβάσιλα, θείου του Νικολάου που ως λαϊκός έφερε και αυτός το όνομα Νικόλαος, αλλά και του ανεψιού Νικολάου.
Με την οριστική νίκη του Ιωάννου Παλαιολόγου στη μεν εξωτερική εκκλησιαστική πολιτική επικράτησε η φιλενωτική γραμμή, στην εσωτερική όμως δεν κατoρθώθηκε ν’ απορριφθή ο ησυχασμός. Ο αυτοκράτωρ Ιωάννης Ε΄ και ο κύριος σύμβουλός του Δημήτριος Κυδώνης έφθασαν σε σημείο να προσχωρήσουν προσωπικώς στο ρωμαιοκαθολικισμό, αλλά πέραν ολίγων διανοουμένων δεν έπεισαν καμμία μερίδα του λαού. Ο Καβάσιλας φαίνεται ότι για μια στιγμή εταλαντεύθηκε και ίσως εσκέφθηκε ν’ ακολουθήση το παράδειγμα του φίλου του Κυδώνη, ή τουλάχιστο να τον δικαιολογήση, αν αυτό το νόημα έχουν οι λόγοι του Ιωσήφ Βρυεννίου κατά τους οποίους: «ευρίσκεσαι στην ανόθευτη και γνήσια μερίδα των χριστιανών· απαλλάχθηκες οριστικά από την νοθευμένη και κίβδηλη παράταξι. Απογοητευμένος από την συναγωγή εκείνων αποφάσισες να συνταχθής με την υγιαίνουσα ποίμνη» (Επιστολή Ιωσήφ Βρυεννίου, ΕΕΒΣ 29 [1959] 31).
Μετά το 1354 ο Καβάσιλας δεν φαίνεται ν’ ασχολήθηκε με τα πολιτικά, ασχολήθηκε όμως με τα εκκλησιαστικά στο πλευρό του πατριάρχου Φιλοθέου (1353-1355, 1364-1376). Το 1362 οικογενειακά θέματα τον εκάλεσαν στη Θεσσαλονίκη. Προσπάθησε να θέση υπό έλεγχο το μέρος εκείνο της μεγάλης περιουσίας του, αστικής και αγροτικής, που είχε απομείνει μετά τις αρπαγές των Ζηλωτών και των Σέρβων. Μόλις έφθασε εκεί, επληροφορήθηκε τον πρόσφατο θάνατο του πατέρα του, και το επόμενο έτος είδε το θάνατο του θείου του Νείλου, αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης. Η μητέρα του έπειτα εισήλθε ως μοναχή στην αγία Θεοδώρα.
Δεν είναι γνωστό αν ο Νικόλαος είχε λάβει ιερατική χειροτονία, αν και οι γνώσεις του και ο τρόπος εκφράσεως στα δύο κύρια συγγράμματά του προϋποθέτουν κληρική ιδιότητα. Φυσικά στηρίζεται σε σύγχυσι η παλαιά και νέα άποψις ότι διετέλεσε αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης, οφειλομένη κυρίως στο γεγονός ότι και ο θείος του Νείλος έφερε ως κοσμικός το όνομα Νικόλαος. Εκείνο που πρέπει να θεωρηθή βέβαιο είναι ότι ήταν μοναχός, πιθανώς από την εποχή της εισόδου της μητέρας του στο μοναχικό βίο, που συμπίπτει με την επιστροφή του στην Κωνσταντινούπολι και την δευτέρα άνοδο του Φιλοθέου στον πατριαρχικό θρόνο. Κατά τα τελευταία έτη του βίου του εζούσε στη μονή των Μαγγάνων. Απέθανε ήρεμα και διακριτικά, όπως έζησε σ’ όλη του τη ζωή, γύρω στο 1392.
Συγγράματα
Ο Γεώργιος Σχολάριος παρατήρησε ότι τα έργα του Νικολάου Καβάσιλα είναι ένα στολίδι: «κόσμος εισί τη του Χριστού Εκκλησία» (Miklosich-Muller, Acta Patriarchatus Constantinopolitani, II, 27). Με τα νεώτερα δεδομένα θα ημπορούσαμε να προσθέσουμε ότι είναι από τα καλύτερα προϊόντα της θρησκευτικής γραμματείας γενικώς. Διακρίνονται για τη χάρι, τη ζωντάνια, την πειθώ, τη δύναμι, προ πάντων δε για τη γνησιότητα του θρησκευτικού φρονήματος το οποίο προβάλλουν, τη θέρμη και το βάθος της πίστεως.
Μαρτυρούν πηγαία δύναμι εκφράσεως και αξιόλογο συγγραφικό τάλαντο. Η μέθοδος και η διάθεσις της ύλης είναι άψογοι. Θα ημπορούσε να ειπή κανείς ότι είναι και γλωσσικώς άψογα, αν δεν υπήρχε εδώ κάποια δυσκολία. Ενώ οι σκέψεις του Νικολάου είναι σαφείς και η έκθεσίς τους εξ ίσου σαφής, παρατηρείται πολύ συχνά δυσχέρεια στην κατανόησί τους. Τούτο δεν οφείλεται τόσο στην προσπάθεια αττικισμού, που διακρίνει έως ένα βαθμό το συγγραφέα, όσο στο ελλειπτικό της εκφράσεως. Ο Νικόλαος παραλείπει συχνά ένα μέρος της σκέψεώς του, για να νοηθή από τον αναγνώστη και πολύ συχνότερα ένα μέρος της προτάσεως, κυρίως μάλιστα το ρήμα.
Όλα αυτά όμως δεν εμποδίζουν τον έμπειρο αναγνώστη να χαίρεται το ρωμαλέο ύφος του και τη θέρμη της εκφράσεως.
Η λειτουργική ζωή είναι το κύριο θέμα γύρω από το οποίο πλέκεται όλη σχεδόν η συγγραφική παραγωγή του Νικολάου Καβάσιλα. Γύρω από αυτήν κινείται η πνευματική του σκέψις, ο λόγος του, η ποίησίς του, ως ένα βαθμό μάλιστα και η επιστολογραφία του. Η πνοή της διέπει σ’ όλη τους την έκτασι και τα δύο μεγάλα πνευματικά του έργα.
Α΄. Πνευματικά Συγγράμματα
Το πρώτο από αυτά φέρει τον τίτλο Ερμηνεία της θείας λειτουργίας. Ακολουθώντας την πορεία της λειτουργίας του ιερού Χρυσοστόμου, με ολίγες αναφορές και στην λειτουργία του Βασιλείου, δίδει την ερμηνεία της σε 52 κεφάλαια. Η συμβολική μέθοδος περιγραφής και ερμηνείας, που ακολουθείται στο έργο, αν και υπήρχε επίσης παλαιότερα, οριστικοποιήθηκε το 500 μ.Χ. με την έκθεσι του Διονυσίου Αρεοπαγίτου στην Εκκλησιαστική Ιεραρχία, κεφ. 3. Ο Μάξιμος στη Μυσταγωγία, ο Γερμανός στην Εκκλησιαστική Ιστορία, ο Νικόλαος Ανδίδων στην Κεφαλαιώδη προθεωρία περί των εν τη θεία λειτουργία γινομένων συμβόλων και μυστηρίων, συνεχίζουν την ίδια παράδοσι.
Ο Νικόλαος γνωρίζει όλη αυτή την ερμηνευτική παράδοσι, την χρησιμοποιεί κάπου κάπου, δίδοντας προσοχή κυρίως στο Διονύσιο, αλλά ενεργεί αυτοτελώς και εργάζεται πρωτοτύπως. Η λειτουργία γι’ αυτόν είναι, όπως για όλη την ορθοδοξία, η θυσία του σώματος του Χριστού, ο δε Χριστός είναι συγχρόνως θύτης, θύμα, προσδεχόμενος. Από αυτό ξεκινά για να τονίση ότι η θεία λειτουργία είναι η βασική οδός για την πνευματική μεταποίησι του κόσμου. Ο άρτος της λειτουργίας μεταπλάσσει τους πιστούς και τους αφομοιώνει· γίνονται άρτοι, και επειδή άρτος είναι ο Χριστός, γίνονται Χριστοί. Το έργο εγράφηκε σε περίοδο πνευματικής ωριμότητος, οπωσδήποτε μετά το 1363, και φαίνεται ότι υποβλήθηκε σε δύο ανασυντάξεις από τον ίδιο τον συγγραφέα και σε μια τρίτη από άλλο πρόσωπο.
Στο έργο Περί της εν Χριστώ ζωής προσφέρει μία ανατομία της πνευματικής ζωής, την οποία τοποθετεί στα πλαίσια της ενανθρωπήσεως, συνεχιζομένης και επαναλαμβανομένης στα τρία βασικά μυστήρια της Εκκλησίας. Στο πρώτο βιβλίο η πνευματική ζωή ορίζεται ως ζωή εν Χριστώ και δηλώνεται ότι εξαρτάται από δύο παράγοντες, το θείο και τον ανθρώπινο. Η προσφορά του θείου παράγοντος, πραγματοποιούμενη διά των τριών μυστηρίων που αποτελούν επέκτασι και πολλαπλασιασμό του ενιαίου μυστηρίου της ενανθρωπήσεως, εξετάζεται στα τρία επόμενα βιβλία, δεύτερο (βάπτισις, λουτρό), τρίτο (χρίσμα, μύρο) και τέταρτο (θεία ευχαριστία, τράπεζα).
Στο πέμπτο βιβλίο σαν παράρτημα αναπτύσσεται ο συμβολισμός των εγκαινίων του ναού και στο πρόσθετο τμήμα του εξηγείται η αρχή της συνεργίας των δύο παραγόντων. Η προσφορά του ανθρώπου διά της νοήσεως και της βουλήσεως, χωρίς μεσάζοντας πλέον αλλά σε άμεση κοινωνία με το Θεό, εξετάζεται στα δύο τελευταία βιβλία, έκτο και έβδομο. Επειδή σε αρκετά χειρόγραφα απουσιάζει το έβδομο βιβλίο, απαντάται μάλιστα στο τέλος του έκτου η λέξις «τέλος», θεωρείται βέβαιο ότι και αυτό το έργο εγράφηκε τμηματικά. Αν το πρόσθετο κείμενο του πέμπτου βιβλίου ανήκει στον Καβάσιλα, πρέπει να εντάχθηκε σ’ αυτό από άλλο πρόσωπο.
Β΄. Φιλοσοφικά κείμενα
Τέσσερα τουλάχιστον μικρά κείμενα αναφέρονται σε θέματα της κοσμικής σοφίας και επιστήμης, είναι δε όλα προφανώς δοκίμια φοιτητικά. Στο πρώτο εξετάζεται το πρόβλημα της κοσμικής σοφίας από χριστιανική σκοπιά, αλλά με παραστάσεις της κλασικής αρχαιότητας. Στο δεύτερο γίνεται λόγος περί του κριτηρίου της αληθείας κατά την αγνωσιαρχία του Πύρρωνος. Σε ένα αστρονομικό δοκίμιο επιχειρείται συμπλήρωσις κενών στις εργασίες αστρονομίας της Αλεξανδρείας και ιδιαιτέρως του Πτολεμαίου. Σ’ ένα δοκίμιο περί του βωμού ελέους των Αθηνών δίνει συμβουλές ομονοίας στους συμπατριώτες του κατά την διάρκεια του εμφυλίου πολέμου με παραστάσεις από την αθηναϊκή πολιτεία του έκτου π.Χ. αιώνος. Υπάρχει κάποια πιθανότης να ανήκουν αυτά τα κείμενα στον θείο του Νικολάου Νικόλαο Καβάσιλα, επί πολλές δεκαετίες διδάσκαλο και τέλος μητροπολίτη Θεσσαλονίκης με το όνομα Νείλος.
Γ΄. Ερμηνευτικά
Τρεις θαυμάσιοι λόγοι του Εις την όρασιν του Ιεζεκιήλ ερμηνεύουν τυπολογικώς και χριστοκεντρικώς την όρασι που είδε ο Ιεζεκιήλ στις όχθες του ποταμού Χοβάρ.
Δ΄. Κοινωνικά κείμενα
Ο Νικόλαος συνέταξε δύο δοκίμια περί του τοκισμού των οποίων το ένα υπέβαλε στην βασίλισσα Άννα Παλαιολογίνα. Κατά την λήξι του εμφυλίου πολέμου, το 1347, έγραψε ένα λόγο με τον οποίο επικρίνει την κατάληψι εκκλησιαστικής περιουσίας από την πολιτική εξουσία.
Ε΄. Λόγοι πανηγυρικοί
Από τους δώδεκα λόγους του Νικολάου που έχουν εκδοθή, ένας, αναφερόμενος στα σωτήρια πάθη, τονίζει τις οικουμενικές διαστάσεις του σταυρικού θανάτου, ενώ ένας άλλος έχοντας θέμα την ανάληψι συνοψίζει το έργο της θείας οικονομίας. Τρεις ομιλίες αναφέρονται στα κύρια γεγονότα του βίου της Θεοτόκου. Τρεις λόγοι είναι αφιερωμένοι στον άγιο Δημήτριο, ο τρίτος μάλιστα σε 208 δακτυλικά εξάμετρα. Ένα εγκώμιο είναι αφιερωμένο στην οσία μυροβλύτιδα Θεοδώρα, στη μονή της οποίας εμόναζε η μητέρα του Νικολάου. Οι υπόλοιποι πανηγυρικοί αναφέρονται στους Τρεις Ιεράρχες, στον άγιο Νικόλαο και στον νεομάρτυρα Ανδρέα.
Στ΄. Επιστολές
Σώζονται επίσης δεκαεπτά επιστολές του Νικολάου προς συγγενείς, φίλους και διακεκριμένες προσωπικότητες των χρόνων του. Προς τον πατέρα του, τον αυτοκράτορα Ιωάννη Καντακουζηνό, τον ιερέα Δοσίθεο Καραντηνό, τον Δημήτριο Κυδώνη και άλλους.
Ζ΄. Επιγράμματα
Είναι γνωστά δεκατρία σύντομα επιγράμματα του Νικολάου, από τα οποία δύο αναφέρονται στον άγιο Δημήτριο, ένα στην αγία Θεοδώρα, ένα στον άγιο Γρηγόριο Παλαμά και ένα στον θείο του Νείλο Καβάσιλα.
Μερικά αντιρρητικά κείμενα που φέρουν το όνομά του ανήκουν μάλλον στον θείο του Νείλο.
Διδασκαλία
Η σκέψις του Νικολάου στρέφεται συνεχώς γύρω από το γεγονός της σωτηρίας και της ενώσεως με το Θεό. Εγνώριζε άριστα όλη την πνευματική παράδοσι του Χριστιανισμού από το χριστοκεντρισμό του αποστόλου Παύλου και τον ενανθρωπιστικό πραγματισμό του ευαγγελιστού Ιωάννου και έπειτα, διά του Ιγνατίου, των Αλεξανδρινών, του Γρηγορίου Νύσσης, του Διονυσίου Αρεοπαγίτου, του Μαξίμου μέχρι του Γρηγορίου Παλαμά. Αλλά δεν εξαρτάται πλήρως από καμμία γραμμή σκέψεως, αφού μάλιστα αποφεύγει συστηματικά να αναφερθή σε πατέρες της Εκκλησίας ονομαστικά, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων. Τη γραμμή καθορίζει μόνος του και η γραμμή είναι απολύτως ορθόδοξος και εξόχως ελκυστική.
Σκοπός της ιστορίας της ανθρωπότητος κατά την άποψι του Καβάσιλα είναι η ένωσις του ανθρώπου με το Θεό. Αυτή υπήρξε από την ώρα της πλάσεώς του η προοπτική και σ’ αυτό απέβλεπε η συγκρότησίς του.
Από τις ιδιότητες του Θεού ξεχωρίζει δύο, την αγαθότητα και τη δικαιοσύνη· σ’ αυτές συνοψίζεται το σύνολο των ιδιοτήτων και αυτές τελικά συνιστούν την «αρετή» του Θεού. «Η του Θεού περί το γένος εσχάτη φιλανθρωπία και αγαθότης, ήτις εστίν η θεία αρετή και δικαιοσύνη» (Περί της εν Χριστώ ζωής, 1,17). Εξετάζει και τις δύο από τη θετική τους, την ευνοϊκή, προς την ανθρωπότητα πλευρά, προ πάντων φυσικά την αγαθότητα, που δεν μπορεί καν να έχη αρνητική πλευρά. Αγαθός λοιπόν κατ’  εξοχήν ο Θεός. Και η φύσις του αγαθού είναι να εκχύνεται και να μεταδίδεται. Όπως όλα ποθούν το αγαθό, έτσι και αυτό διαχέεται προς τα πάντα, αλλοιώς δεν θα συνέβαινε το πρώτο (Περί της εν Χριστώ ζωής, 7,33).
Καρπός αυτής της εκχύσεως είναι μεταξύ άλλων η πλάσις του ανθρώπου. Το χαρακτηριστικό δε είναι ότι επλάσθηκε εκ των προτέρων ως μίμημα του Χριστού, ήταν χριστοειδής. Σκοπός λοιπόν του ανθρώπου ήταν από την αρχή να φθάση στη στιγμή που θα ενωθή μαζί του ο θείος Λόγος και θα φανερωθή στην ιστορία ο Χριστός, θα ανα-δειχθή ο Θεάνθρωπος. «Διά τον κοινόν άνθρωπον ανθρώπου φύσις συνέστη το εξ αρχής», για το Θεάνθρωπο. Ελάβαμε λογισμό για να γνωρίζομε το Χριστό, επιθυμία για να τρέχωμε σ’ αυτόν, μνήμη για να διατηρούμε εκείνον. Ο νέος Αδάμ ήταν το παράδειγμα του παλαιού. Έτσι η δημιουργία υπήρξε προκαταρκτικό στάδιο της ενανθρωπήσεως (Περί της εν Χριστώ ζωής, 6,58).
Η πτώσις είναι ένα επεισόδιο, το οποίο δεν παραβλέπει ο Καβάσιλας, αλλά και δεν το διατηρεί παντοτινά στο βάθος. Αφού ο άνθρωπος επλάσθηκε για το Χριστό, είναι φανερό ότι τα ενδιάμεσα επεισόδια έχουν μικροτέρα σημασία. Με την πτώσι ο άνθρωπος έπεσε στην κατάστασι της αμόρφου ύλης, «καθάπερ ύλη ανείδεος και άμορφος» (Περί της εν Χριστώ ζωής, 2,19). Η διάστασις προς το Θεό σημαίνει ανυπαρξία και η συνύπαρξις με το πονηρό σημαίνει πνευματικό θάνατο.
Το έργο της διαλλαγής της ανθρωπότητος με το Θεό και της μεταπλάσεώς της ανήκει κοινώς στην Τριάδα. «Ο πατήρ διήλλακται, ο δε Υιός διήλλαξε, το δε Πνεύμα το άγιον φίλοις ήδη καταστάσι δώρον εγένετο» (Περί της εν Χριστώ ζωής, 2,23). Επραγματοποιήθηκε όμως κατ’ εξοχήν από τον Υιό, που επήρε τη θέσι του νέου ανθρώπου. Λέγεται από τον Καβάσιλα «διπλούς Ιησούς», διότι αποτελέσθηκε από δύο φύσεις. Έλαβε το φύραμά μας διά μέσου της Θεοτόκου, η οποία μόνη το διατήρησε μέσα της στην προπτωτική του κατάστασι και το παρέδωσε στον Υιό της. Όπως είδαμε, ο άνθρωπος επλάσθηκε χριστοειδής και θεοειδής, στη χειροτέρα του πτωτική κατάστασι διετήρησε ένα θεοειδή πυρήνα και αυτός είναι το στοιχείο που συνήντησε ο ενσαρκωθείς Λόγος και τον ενυποστασιοποίησε στον εαυτό του.
Η διαλλαγή και μετάπλασις της ανθρωπίνης φύσεως επραγ­ματοποιήθηκε διά μέσου όλων των φάσεων της ενανθρωπήσεως, αν και στο πάθος δίδεται ιδιαιτέρα έμφασις. Εκείνο το οποίο απέρρευσε από την ανανεωτική αυτή πορεία είναι η νέα ζωή, η εν Χριστώ ζωή. Για την εξασφάλισί της απαιτείται διπλή προσφορά, του Θεού και του ανθρώπου. Βασικώς η ζωή προσφέρεται με τα μυστήρια, στα οποία επαναλαμβάνεται, συμβολικώς και πραγματικώς μαζί, όλη η πορεία της ενανθρωπήσεως, της γεννήσεως, του θανάτου, της αναστάσεως του Χριστού. Έτσι τα μυστήρια ενοικίζουν εμάς στο Χριστό, και το Χριστό σ’ εμάς. «Τω Χριστώ μεν ημάς, ημίν δεν τον Χριστόν ενοικίζει» (Περί της εν Χριστώ ζωής, 4,50). Η αγιάζουσα όμως χάρις είναι κάτι που ενσταλάζεται στον ατομικό άνθρωπο με τη συνεργία Θεού και ανθρώπου.
Η ζωή παρέχεται ατομικώς διά των μυστηρίων του βαπτίσματος ως αρχής, του χρίσματος ως μέσου και της ευχαριστίας ως τέλους. Έτσι ο Χριστός διαχέεται σ’ εμάς, μας αλλάσσει, μας μεταβάλλει σε ό,τι είναι αυτός ο ίδιος. Συντηρείται όμως η ζωή με την ελευθέρα βούλησι του ανθρώπου που ασκείται σ’ ένα αγώνα, συνιστάμενο στην αποφυγή των ματαίων λογισμών, τη μελέτη, την προσευχή, τη συνεχή κοινωνία με το σώμα του Χριστού, την άσκησι της αρετής. Σ’ αυτόν τον αγώνα ο άνθρωπος μπορεί να χρησιμοποιήση απροσδόκητη και αποτελεσματική δύναμι. Όσο και αν του προσφέρεται από το Θεό η χάρις, χωρίς την ιδική του συμβολή μένει ανενέργητη.
Μόνοι τους λοιπόν οι άνθρωποι καταλαμβάνουν το θρόνο και τοποθετούν το στέμμα με την ιδική τους απόφασι στην κεφαλή. Είναι βιασταί και άρπαγες της θείας χάριτος (Περί της εν Χριστώ ζωής, 7,46). Ζωή είναι η δύναμις που κινεί τα ζώντα και ζωή των ανθρώπων είναι ως ένα σημείο η αγάπη. Το φίλτρο, η δύναμις που σ’ όλες τις περιπτώσεις συνάπτει τις διαφοροποιημένες υποστάσεις, δένει τον άνθρωπο με το Θεό σε τέτοιο σημείο, ώστε να ζη μόνο γι’ αυτόν, ν’ αγαπά μόνο αυτόν, να χαίρεται μόνο με αυτόν έτσι αποκτά τη ζωή (Περί της εν Χριστώ ζωής, 7,43).
Ποικίλη είναι η εμπειρία κατά τον αγώνα της αποκτήσεως της ζωής, διχασμένη ανάμεσα στη λύπη για τα παραπτώματα και τη χαρά για τα αγαθά, όχι μόνο τα παρόντα αλλά και τα ελπιζόμενα. Η μετοχή στο αγαθό καθορίζει τη διάθεσι των Χριστιανών «χαίρειν ανάγκη τον εραστήν».
Αυτά τα πράγματα μπορούν να επιτευχθούν, σε οποιεσδήποτε συνθήκες βίου και αν ευρίσκεται ο Χριστιανός, όχι δε αναγκαστικά στην ερημία. Τονίζει με ιδιαίτερη προσοχή το σημείο αυτό ο Καβάσιλας, στο οποίο έρχεται σε κάποια αντίθεσι με τους αυστηρούς ησυχαστάς και αναχωρητάς, διότι αυτός μεταφέρει την πνευματική πνοή στον εσωτερικό άνθρωπο, παραβλέποντας τα τεχνικά μέσα εκείνων. Η πνευματική ζωή επιτυγχάνεται με ίση ευκολία στην κοσμική κοινωνία, με όση στο ησυχαστικό κελλί, χωρίς να απαιτήται αλλαγή τόπου, τροφής, ενδυμασίας, ρυθμού βίου. Επιτυγχάνεται μέσα στον ίδιο τον άνθρωπο, τον οποίο ανύψωσε ο ενανθρωπήσας Χριστός. Ούτε οι ναοί ούτε κανένα άλλο ιερό δεν είναι τόσο άγιο όσο είναι ο άνθρωπος με του οποίου τη φύσι κοινωνεί ο ίδιος ο Χριστός.
Οι τέλειοι βέβαια έχουν κάτι περισσότερο από την αρετή· τη θεωρία. Η τελείωσις αποτελεί το κορύφωμα των δώρων του Θεού, αποτελεί την όλη δωρεά του Θεού· τα πάντα έγιναν γι’ αυτήν· ο αρχέγονος παράδεισος, οι προφήτες, η ενσάρκωσις, τα πάθη, ο θάνατος. Έγιναν όλα για να μετατεθούν οι άνθρωποι στον ουρανό και να γίνουν κληρονόμοι της εκεί βασιλείας. «Τι είναι τόσο τερπνό, ώστε να συναγωνισθή τη θέα κατά την οποία η κληρονομιά θα δοθή μεγαλοπρεπώς; Χορός μακαρίων, δήμος χαροκόπων. Ο Χριστός κατεβαίνει από τον ουρανό στη γη ακτινοβόλος, η γη ανεβάζει άλλους ήλιους, προς τον ήλιο της δικαιοσύνης, όλα είναι γεμάτα φως» (Περί της εν Χριστώ ζωής, 6,16).
Αυτή όμως η εμπειρία δεν ανήκει αποκλειστικώς στην ουρανία ζωή. Διότι «η εν Χριστώ ζωή φύεται μεν εν τώδε τω βίω… τελειούται δε επί του μέλλοντος» (Περί της εν Χριστώ ζωής, 1,1). Υφίσταται λοιπόν και εδώ. Ποιά είναι τα γνωρίσματά της, εφάνηκε μερικώς από όσα ελέχθηκαν προηγουμένως· αγάπη, χαρά, κοινωνία με το Θεό. Προ πάντων μάλιστα κοινωνία. Το γεγονός ότι ο άνθρωπος είναι ηνωμένος με το Χριστό ψυχή με ψυχή, σώμα με σώμα, αίμα με αίμα, του προσφέρει την πλήρη ειρήνη. Η ειρήνη καθιστά τους πολλούς έναν και ο θόρυβος τον ένα καθιστά πολλούς (Ερμηνεία θείας λειτουργίας, 12,8). Είναι δε ειρήνη η εμπειρία της ενώσεως με το Χριστό, της αδιατάρακτης αγάπης προς τους συνανθρώπους και της πλήρους συνδιαλλαγής με τον εαυτό μας.
Αν και η θεολογία του Νικολάου Καβάσιλα εμπνέεται από τα ιδεώδη του ησυχασμού, η θέσις του διαφέρει από την των καθ’ αυτό ησυχαστών σε δύο βασικά σημεία. Το πρώτο είναι ότι ως επίκεντρο της σκέψεώς του έχει το πρόσωπο του Ιησού Χριστού, την θεία οικονομία και την εν Χριστώ ζωή. Το δεύτερο είναι η ειρηνική διάθεσις, που προλαβαίνει κάθε πολεμική εναντίον εκείνων που διαφωνούν προς τις απόψεις του.
Η μνήμη του Νικολάου Καβάσιλα
Η εκτίμησις προς το πρόσωπο του Νικολάου υπήρξε πάντοτε βαθεία, όπως δείχνει η ευρεία διάδοσις των δύο κυρίων συγγραμμάτων του γενικά. Η αναγραφή του ονόματός του στο αγιολόγιο της Ορθόδοξης Ανατολικής Εκκλησίας έγινε κατόπιν ενεργειών και εισηγήσεως του Παναγιωτάτου Μητροπολίτου Θεσσαλονίκης κ.κ. Παντελεήμονος Β΄ και αποφάσεως του Οικουμενικού Πατριαρχείου, κατά τον Ιούλιον του 1983. Η μνήμη του ορίσθηκε να τελείται την 20ή Ιουνίου.
Πηγή: Το Αγιολόγιον της Θεσσαλονίκης. Β΄. Μακάριος-Χρυσογονος. Κέντρον Αγιολογικών μελετών Ιεράς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης. Θεσσαλονίκη 1997. Έκδοση Ιεράς Μονής Αγίας Θεοδώρας. Σελ.  96-109.

Άγιος Ιερομάρτυς Μεθόδιος Επίσκοπος Πατάρων


Από την παιδική του ηλικία διακρινόταν για την αφοσίωσή του στον Χριστό και την προθυμία του να συμμετέχει στη λειτουργική ζωή της Εκκλησίας. Η Χάρις του Θεού τον καθοδηγούσε στη ζωή του. Με τα πνευματικά και διανοητικά χαρίσματα, που τον προίκισε ο Δημιουργός, απέκτησε ασυνήθιστη για την εποχή του μόρφωση πάνω σε φιλοσοφικά και θεολογικά θέματα. Ακόμα δεν είχαν διατυπωθεί από τις Οικουμενικές Συνόδους με σαφείς όρους τα δόγματα της Χριστιανικής πίστεως. Στο β΄ ήμισυ του γ΄ αιώνα βρίσκονταν σε έξαρση οι συζητήσεις, κατά πόσον η ελληνική φιλοσοφία του Πλάτωνος και άλλων μπορεί να επηρεάζει τη Χριστιανική Θεολογία. Και ακόμη, ορισμένες διδασκαλίες που διετύπωσε ο Ωριγένης είχαν φέρει αναστάτωση στους εκκλησιαστικούς κύκλους.
me8pat2
Η Εκκλησία εκτιμώντας τη φιλοσοφική και θεολογική κατάρτιση του Μεθοδίου, αλλά και την αφοσίωσή του στον Θεό τον εξέλεξε Επίσκοπον Πατάρων της Λυκίας. Με ένθεο ζήλον ανέλαβε τη διαποίμανση των ψυχών, που του εμπιστεύθηκε ο Αρχιποίμην Κύριος.
Με τα εμπνευσμένα κηρύγματά του και την αγία βιωτή του εφώτιζε και οικοδομούσε πνευματικά το πλήρωμα της Εκκλησίας. Και δεν περιοριζόταν μόνον στην Επαρχία του. Με προθυμία έσπευδε, όπου τον καλούσαν, για να κατατροπώνει τους κακοδόξους και αιρετικούς. Για την ευρύτερη διάδοση της Ορθοδόξου πίστεως ασχολήθηκε με τη συγγραφήν σπουδαίων έργων[1]. Από αυτά γνωστά είναι δέκα τρία, αλλά έγραψε και πολλά άλλα, τα οποία έχουν χαθεί. Στα συγγράμματά του χρησιμοποιεί λαμπρά γλώσσα, δροσερή έκφραση και πρωτότυπη σκέψη. Έχουν ασχοληθεί με αυτά περίφημοι εκκλησιαστικοί συγγραφείς, οι οποίοι θεωρούν τον Άγιον Μεθόδιον ως «μίαν των σπουδαιοτέρων θεολογικών προσωπικοτήτων των πρώτων χριστιανικών αιώνων»[2].
Μεταξύ άλλων μορφών λόγου χρησιμοποίησε και τον λογοτεχνικό διάλογο. Φαίνεται ότι ως πρότυπόν του είχε τους πλατωνικούς διαλόγους, αλλά και χριστιανούς συγγραφείς, όπως ήταν ο ιερός Ιουστίνος, ο Άγιος Γρηγόριος ο Θαυματουργός και άλλοι.
Το μόνον έργο του σε μορφή διαλόγου, που σώζεται ολόκληρο στην ελληνική, είναι το Συμπόσιον η Περί Αγνείας[3].
Στο συμπόσιο αυτό διαλέγονται δέκα παρθένες, υπό τη διεύθυνση της Αρετής. Ολόκληρη η σκηνοθεσία, για το θέμα που συζητείται, είναι συμβολική. Μερικές από τις απόψεις που εκφράζονται για το θέμα της αγνείας είναι:
—Η παρθενία είναι ουράνιος αρετή. Οδηγεί σε αφθαρσία και ομοίωση προς τον «αρχιπάρθενον» Χριστόν.
—Η λέξη παρθενία σημαίνει «παρθεία» (παρά τον Θεόν). Και είναι η δύναμη η οποία φέρει σε συνάντηση και ένωση με τον Θεόν.
—Η παρθενία και η αγνότητα δεν είναι μόνον η περί τα γενετήσια εγκράτεια, αλλά η αποφυγή παντός κακού. «Διότι είναι χλεύη-εμπαιγμός να τηρεί κανείς παρθένα τα όργανα της παιδοποιήσεως, αλλά να μη τηρεί αγνήν τη γλώσσα, την όραση, την ακοήν, τα χέρια ή την καρδιά του και να αφήνει να εισέρχονται σ’ αυτήν η αλαζονία και ο θυμός».
«Το Συμπόσιο αυτό είναι λαμπρόν και δυνατόν έργον, αναγινωσκόμενον ευχαρίστως και σήμερον»[4].
Ο Άγιος Μεθόδιος παρ’ ότι εξυμνεί την παρθενία δεν μειώνει τον «εν Κυρίω» Γάμον, ως μέσον και οδόν προς εκπλήρωση της τελειότητος. «Επειδή το μέλι -λέγει – είναι γλυκύ δεν σημαίνει ότι τα άλλα είδη είναι πικρά».
Η πολύπλευρη εντυπωσιακή ποιμαντική και κηρυκτική δραστηριότητα του Ποιμένα της Επισκοπής Πατάρων δεν μπορούσε να μην ενοχλήσει τη ρωμαϊκή εξουσία, η οποία στα τέλη του γ΄ αιώνα εξακολουθούσε με μένος να καταδιώκει τους χριστιανούς.
Δεν έχουν διασωθεί λεπτομέρειες του Μαρτυρίου του Αγίου Μεθοδίου παρά μόνον ότι, πιστός μέχρι θανάτου παρέδωκε την αγιασμένη ψυχή του στον Κύριο δι’ αποκεφαλισμού. Έτσι πορφύρωσε την αρχιερατική στολή του με αθλητικά αίματα.
Ως χρόνος μαρτυρίου του υπολογίζεται το μεταξύ 275 και 310 χρονικόν διάστημα.
Η Εκκλησία μας τιμά τη μνήμη του την 20ήν  Ιουνίου.
Απολυτίκιον
Ήχος γ΄. Θείας πίστεως.
Θείαν μέθοδον της ευσεβείας, εθησαύρισας τη Εκκλησία, ως Ιεράρχης και Μάρτυς Μεθόδιε·  συ γαρ σοφίας τον πλούτον δρεψάμενος, αθλητικώς το σον τάλαντον ηύξησας  Πάτερ Όσιε, Χριστόν τον Θεόν ικέτευε, δωρήσασθαι ημίν το μέγα έλεος.
Κοντάκιον
Ήχος δ΄. Επεφάνης σήμερον.
Ως πυρσόν κτησάμενος την θείαν γνώσιν, εν αθλήσει έφανας, μυσταγωγέ των υπέρ νουν, καταφαιδρύνων τους ψάλλοντας·  χαίροις εκφάντωρ του Λόγου Μεθόδιε.
Μεγαλυνάριον
Εύσημος κιθάρα και μελουργός, θείων διδαγμάτων ανεδείχθης Ιερουργέ·  όθεν και τω ξίφει, τμηθείς σου τον αυχένα απέτεμες την πλάνην, Πάτερ Μεθόδιε.
Πηγή: Επισκόπου Σωτηρίου Τράμπα· Μητροπολίτου Πισιδίας, Αθλητές στεφανηφόροι· Πισιδίας Παμφυλίας Λυκίας της Μικρασίας, Εκδόσεις «Ορθόδοξος Κυψέλη», Θεσσαλονίκη 2010.
 
ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ
[1] Στα συγγράμματά του φέρεται και ως Επίσκοπος Ολύμπου της Λυκίας.
[2] Θ.Η.Ε. Τόμ. 8, σελ. 891.
[3] P.G. 18, 27-220. Β.ΕΠ, 18, 15-92.
[4] Καθηγητής Παν. Κ. Χρήστου: Θ.Η.Ε. Τόμ. 8, σελ. 895.

Μισθωτοὶ ποιμένες, μισθωμένοι ἄρχοντες.

  Μισθωτοὶ ποιμένες, μισθωμένοι ἄρχοντες. Γεώργιος Κ. Τζανάκης . Ἀκρωτήρι Χανίων Σχετικῶς μὲ τὸ θέμα τῶν αὐξήσεων τῶν μισθῶν τῶν ἀρχιερέων, ...