Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Πέμπτη, Ιουνίου 26, 2014

Ποιοι είναι οι ψευδοπροφήτες και ποια τα γνωρίσματά τους; Read more: Γνωριμία με την ορθόδοξη πίστη: Ποιοι είναι οι ψευδοπροφήτες και ποια τα γνωρίσματά τους;


Για να καταλάβουμε ποιοι είναι οι ψευδοπροφήτες, πρέπει να δούμε πρώτα τι ήταν οι «προφήτες». Η τάξη των Προφητών, ήταν η αμέσως επόμενη λειτουργική τάξη μετά τους Αποστόλους. Αυτή η σειρά, αναφέρεται από τον απόστολο Παύλο στην Α’ Κορινθίους επιστολή. Εξηγεί ο καθηγητής Βλάσιος Φειδάς:

«Η ιεραρχημένη  αναγραφή των φορέων των εξεχόντων λειτουργημάτων κατά την αποστολική εποχή επιβεβαιώνεται και με την ανάλογη μαρτυρία της Α’ προς Κορινθίους επιστολής: «Και ους μεν έθετο ο Θεός εν τη Εκκλησία πρώτον αποστόλουςδεύτερον προφήτας, τρίτον διδασκάλους, έπειτα δυνάμεις, είτα χαρίσματα ιαμάτων, αντιλήψεις, κυβερνήσει, γένη γλωσσών. Μη πάντες απόστολοι, μη πάντες προφήται, μη πάντες διδάσκαλοι, μη πάντες δυνάμεις, μη πάντες χαρίσματα έχουσιν ιαμάτων, μη πάντες γλώσσαις λαλούσι, μη πάντες διερμηνεύουσι. Ζηλούτε ουν τα χαρίσματα τα κρείττονα» (Α’ Κορινθ. 12, 28-31). Η μαρτυρία αυτή, καθιστά πρόδηλο ότι [..] πρόκειται προφανώς περί ειδικής τάξεως χαρισματούχων, η οποία είχε ήδη προσλάβει θεσμικό χαρακτήρα στην Εκκλησία. Τα πρόσωπα, τα οποία ανήκαν στις τάξεις των αποστόλων και των προφητών είχαν ως μόνιμη την ιδιότητα αυτή και την ανήγαν στον Θεό, ο οποίος «έθεσεν αυτούς» στην Εκκλησία».
(Εκκλ. Ιστορία Βλ. Φειδά, Α’ τόμος, σελ. 62-63).

Ο Χριστός είναι ο «ακρογωνιαίος λίθος» πάνω στον οποίο στηρίζεται το πνευματικό οικοδόμημα της Εκκλησίας, και οι απόστολοι με τους προφήτες είναι τα θεμέλια.

«[..] εποικοδομηθέντες επί το θεμέλιον των αποστόλων και προφητώνόντος ακρογωνιαίου λίθου αυτού του Ιησού Χριστού· εν τω οποίω πάσα η οικοδομή συναρμολογουμένη αυξάνεται εις ναόν άγιον εν Κυρίω· εν τω οποίω και σεις συνοικοδομείσθε εις κατοικητήριον του Θεού διά του Πνεύματος».
(Εφεσίους, 2:20-21).

Οι προφήτες δεν εκλέγονταν ανθρωπίνως, αλλά τους επέλεγε το Άγιο Πνεύμα. Γράφει πάλι ο καθηγητής Βλάσιος Φειδάς:

«[..] οι μεν Απόστολοι αντλούσαν το εξαιρετικό κύρος στην Εκκλησία από την προσωπική εκλογή τους κατευθείαν από τον Ιησού Χριστό, ενώ οι Προφήτες όφειλαν την εξαιρετική θέση τους στην προσωπική επιλογή τους για το αποστολικό έργο από το Άγιο Πνεύμα. Υπό το πνεύμα αυτό κατανοείται πληρέστερα και η μαρτυρία των Πράξεων περί της τάξεως των Προφητών της Εκκλησίας της Αντιόχειας και περί της επιλογής των Βαρνάβα και Παύλου από το Άγιο Πνεύμα για το έργο του ευαγγελισμού στα έθνη. Οι επιλεγέντες προφήτες της Εκκλησίας Αντιοχείας ανέλαβαν έργο ευαγγελιστών στην Κύπρο και στη Μ. Ασία (πρώτη αποστολική περιοδεία του απ. Παύλου), κήρυξαν το ευαγγέλιο, βάπτισαν πιστούς, μετέδωσαν σε αυτούς το Άγιο Πνεύμα και οργάνωσαν τις τοπικές εκκλησίες χειροτονήσαντες κατ’ εκκλησίαν «πρεσβυτέρους» (Πράξεις 14, 23). Οι επιλεγέντες από το Άγιο Πνεύμα Προφήτες της Εκκλησίας της Αντιόχειας μπορούσαν λοιπόν να τελούν τη θεία ευχαριστία («λειτουργούντων»), να αναλαμβάνουν αποστολικό έργο, να μεταδίδουν το Άγιο Πνεύμα και να χειροτονούν πρεσβυτέρους στις κατά τόπους εκκλησίες».  

Παρόλο που τους επέλεγε το Άγιο Πνεύμα, έπρεπε να λάβουν χειροτονία. Για παράδειγμα, αναφέρεται στο βιβλίο των «Πράξεων των Αποστόλων»:

«Ήσαν δε εν Αντιοχεία εν τη υπαρχούση εκκλησία προφήταί τινές και διδάσκαλοι, ο Βαρνάβας και Συμεών ο καλούμενος Νίγερ, και Λούκιος ο Κυρηναίος, και Μαναήν ο συνανατραφείς μετά του Ηρώδου του τετράρχου, και ο Σαύλος. Και ενώ υπηρέτουν (κείμενο: ''λειτουγούντων'') εις τον Κύριον και ενήστευον, είπε το Πνεύμα το Αγιον· Χωρίσατε εις εμέ τον Βαρνάβαν και τον Σαύλον διά το έργον, εις το οποίον προσεκάλεσα αυτούς. Τότε αφού ενήστευσαν και προσευχήθησαν και επέθεσαν τας χείρας επ' αυτούς, απέστειλαν». (Πράξεις, 13:1-3).

Βλέπουμε το Άγιο Πνεύμα να λειτουργεί ως Πρόσωπο και δεν είναι «απρόσωπη δύναμη»- γιατί λέει ότι το Άγιο Πνεύμα «μιλάει», δίνει κατευθύνσεις, χρησιμοποιείται το «μοι», προσκαλεί, αποστέλλει. Επίσης, βλέπουμε ότι δεν αρκούσε μόνο η εκλογή από το Άγιο Πνεύμα, αλλά έπρεπε να συνοδεύεται η θεία αυτή εκλογή από την τελετουργική πράξη της χειροτονίας, από ανθρώπους που είχαν την ειδική χάρη ώστε να μπορούν να την μεταδώσουν.

Θα μπορούσαν να γραφούν πολλά περισσότερα και με μεγαλύτερη ανάλυση, αλλά τα παρόντα αρκούν ώστε να πάρουμε μία γεύση περί του τι είναι ο «προφήτης». Αυτοί οι προφήτες ήσαν περιοδεύοντες, και είχαν την πνευματική εξουσία της επισκοπής. Έπονταν οι «πρεσβύτεροι- επίσκοποι» (που τότε ακόμα ήταν ταυτόσημοι όροι) και οι «διάκονοι», που ανήκαν στο τοπικό ιερατείο. Όταν αργότερα εγκαθίσταται ο προφήτης στην επισκοπή, παίρνει την ονομασία «επίσκοπος». Αυτό συμβαίνει στην εποχή του αγίου Ιγνατίου του Θεοφόρου (αρχές του 2ου αιώνα), όπως φαίνεται μέσα από τις γνήσιες σωζόμενες επιστολές του.

Για περισσότερα στοιχεία από πρωτοχριστιανικά συγγράμματα επί του θέματος, μπορεί κανείς να μελετήσει στην «Εκκλησιαστική Ιστορία» του Βλ. Φειδά, Α’ τόμος, σελ. 59- 113.

Εύλογα λοιπόν, κατανοούμε ποιος είναι ο «ψευδοπροφήτης». Είναι εκείνος που ισχυρίζεται δήθεν ότι είναι «εκλεγμένος από το Άγιο Πνεύμα», ενώ δεν είναι. Που ισχυρίζεται ότι έχει αποστολή από τον Θεό αλλά αγνοείται από το Σώμα της Εκκλησίας, και είναι μη χειροτονημένος. Και αυτό ήταν ένα από τα πρώτα προβλήματα που αντιμετώπισε η αρχαία Εκκλησία. Παρακάτω, θα δούμε ορισμένα χαρακτηριστικά των ψευδοπροφητών- λύκων.

Τον επερχόμενο κίνδυνο των ψευδοπροφητών, τον τόνισε πρώτος από όλους ο ίδιος ο Χριστός.

«Προσέχετε δε από των ψευδοπροφητών, οίτινες έρχονται προς εσάς με ενδύματα προβάτων, έσωθεν όμως είναι λύκοι άρπαγες. Από των καρπών αυτών θέλετε γνωρίσει αυτούς». (Κατά Ματθαίον, 7:15-16).

Αυτοί έρχονται αυτόκλητα (δεν αποστέλλονται από τον Θεό) με σκοπό να παραπλανήσουν και να παρασύρουν με εξωτερικά χαρακτηριστικά «προβάτου», που όμως δεν αντιπροσωπεύουν το εσωτερικό τους περιεχόμενο. Από τον καρπό τους αναγνωρίζονται. Χαρακτηρίζονται «άρπαγες», διότι ο σκοπός τους είναι να αρπάξουν τα πρόβατα του Κυρίου και να τα σκορπίσουν είτε σε αιρέσεις και σε παρασυναγωγές, είτε να τα εκμεταλλευτούν οικονομικά. Ο καρπός τους, είναι η όλη πορεία της ζωής τους, όπως και το σαπρό έργο που παράγουν.

Ο απόστολος Παύλος, σε πρεσβυτέριο που συγκάλεσε στην Μίλητο, προειδοποίησε τους πρεσβυτέρους της Εφέσου·

«Διότι εγώ εξεύρω τούτο, ότι μετά την αναχώρησίν μου θέλουσιν εισέλθει εις εσάς λύκοι βαρείς μη φειδόμενοι του ποιμνίου· και εξ υμών αυτών θέλουσι σηκωθή άνθρωποι λαλούντες διεστραμμένα, διά να αποσπώσι τους μαθητάς οπίσω αυτών».
(Πράξεις Αποστόλων, 20:29-30).

Δεν λυπούνται το ποίμνιο, λαλούν διαστρέφοντας την ορθή διδασκαλία με σκοπό να αποσπάσουν τους μαθητές από τον Χριστό και να τους κάνουν δικούς τους ακολούθους και οπαδούς. Συνεπώς, κινούνται από ματαιοδοξία και υπερηφάνεια.

Ο απόστολος Ιωάννης γράφει επίσης: «Αγαπητοί, μη πιστεύετε εις παν πνεύμα, αλλά δοκιμάζετε τα πνεύματα εν ήναι εκ του Θεού· διότι πολλοί ψευδοπροφήται εξήλθον εις τον κόσμον. Εκ τούτου γνωρίζετε το Πνεύμα του Θεού· παν πνεύμα, το οποίον ομολογεί ότι ο Ιησούς Χριστός ήλθεν εν σαρκί, είναι εκ του Θεού· και παν πνεύμα, το οποίον δεν ομολογεί ότι ο Ιησούς Χριστός ήλθεν εν σαρκί, δεν είναι εκ του Θεού· και τούτο είναι το πνεύμα του αντιχρίστου, το οποίον ηκούσατε ότι έρχεται, και τώρα μάλιστα είναι εν τω κόσμω». (Α’ Ιωάννου, 4:1-3).

Εδώ, αναφέρεται στην ένσαρκη πρώτη παρουσία του Χριστού, και το γράφει για τους αιρετικούς Γνωστικούς Δοκητές, που πίστευαν ότι ο Χριστός είχε φαινομενικό σώμα, με ότι αυτό μπορεί να συνεπάγει όσον αφορά την σωτηρία μας, και την ανάστασή μας.

Στην δεύτερη επιστολή, γράφει πάλι για τους Δοκήτες, αλλά όσον αφορά την δεύτερη και ένδοξη έλευση του Χριστού. «Διότι πολλοί πλάνοι εισήλθον εις τον κόσμον, οίτινες δεν ομολογούσιν ότι ο Ιησούς Χριστός ήλθεν εν σαρκί (κείμενο: ''ερχόμενον εν σαρκί'')· ο τοιούτος είναι ο πλάνος και ο αντίχριστος» (Β’ Ιωάννου, 7). Σε αυτούς τους ψευδοπροφήτες ανήκουν και όσοι δέχονται την Β’ Παρουσία του Χριστού μόνο ως «χρηστή κατάσταση» ή παγκόσμια ειρήνη, χωρίς να δέχονται τον Χριστό ως πρόσωπο.

Ο απόστολος Πέτρος, γράφει προφητικά στην δεύτερη επιστολή του ότι μέσα από τον λαό του Θεού θα έβγαιναν κάποιοι άνθρωποι που θα επιχειρούσαν να διαστρέψουν την πίστη ως προς το πρόσωπο του Χριστού, που θα εμπορεύονταν τα πράγματα του Θεού, και ότι αυτοί θα γίνονταν αιτία να βλασφημηθεί η οδός της αλήθειας, που είναι η Ορθοδοξία. Αυτούς τους καλεί «ψευδοδιδάσκαλους» και τους παραλληλίζει με τους ψευδοπροφήτες που κατά καιρούς έβγαιναν στον λαό Ισραήλ, στην Παλαιά Διαθήκη.

«Υπήρξαν όμως και ψευδοπροφήται μεταξύ του λαού, καθώς και μεταξύ σας θέλουσιν είσθαι ψευδοδιδάσκαλοι, οίτινες θέλουσι παρεισάξει αιρέσεις απωλείας, αρνούμενοι και τον αγοράσαντα αυτούς δεσπότην, επισύροντες εις εαυτούς ταχείαν απώλειαν· και πολλοί θέλουσιν εξακολουθήσει εις τας απωλείας αυτών, διά τους οποίους η οδός της αληθείας θέλει βλασφημηθή· και διά πλεονεξίαν θέλουσι σας εμπορευθή με πλαστούς λόγους, των οποίων η καταδίκη έκπαλαι δεν μένει αργή, και η απώλεια αυτών δεν νυστάζει». (Β’ Πέτρου, 2:1-3).

Αυτά, συνέβησαν λίγο αργότερα, και είναι γνωστά από τις Οικουμενικές Συνόδους.

Στην «Διδαχή των Αποστόλων» (100 μ Χ), αναφέρεται:

«Και για τους Αποστόλους και τους Προφήτες να πράττετε σύμφωνα με τις εντολές του Ευαγγελίου. Κάθε απόστολος που προσέρχεται προς εσάς να τον δεχτείτε ωσάν να είναι ο ίδιος ο Κύριος. Και δεν θα μείνει παρά μία ημέρα, και αν είναι ανάγκη θα μείνει και την άλλη· αν όμως μείνει τρείς μέρες, είναι ψευδοπροφήτης. Αναχωρώντας σε άλλο τόπο ο απόστολος δεν θα παίρνει μαζί του τίποτε άλλο, παρά μόνο άρτο μέχρι να εξασφαλίσει διαμονή· αν όμως ζητεί χρήματα, είναι ψευδοπροφήτης» («Αποστολικοί Πατέρες», τόμος Α’, Χ. Κρικώνης, σελ. 27).

Σε άλλο σημείο, γράφει: «[..] από την συμπεριφορά (κείμενο: ‘’τρόπων’’) συνεπώς θα αναγνωριστεί ο ψευδοπροφήτης και ο προφήτης» (σελ. 29).

Επίσης: «Κάθε προφήτης που διδάσκει την αλήθεια, αν αυτά που διδάσκει δεν τα πράττει, είναι ψευδοπροφήτης» (σελ. 29).

 πηγή

«ΕΜΕΙΣ ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΛΕΜΕ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ», ΔΑΙΜΟΝΙΚΕΣ ΠΡΟΣΒΟΛΕΣ – ΑΓΙΟΣ ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ Ο ΑΘΩΝΙΤΗΣ

Τοιχογραφία (τμήμα), Άγιος Νικόλαος Γκραντέσνιτσα (Σκόπια).
Ο αδελφός Συμεών (Άγιος Σιλουανός), ήταν υπομονετικός, άκακος, υπήκοος. Στη μονή τον αγαπούσαν και τον επαινούσαν για την επιμέλειά του στην εργασία και το καλό του χαραχτήρα και αυτός αρέσκονταν σε αυτό. Τότε εμφανίστηκαν λογισμοί κενοδοξίας. «Ζεις αγίως : Μετανόησες, οι αμαρτίες του συγχωρέθηκαν, προσεύχεσαι αδιάλειπτα, εκπληρώνεις καλώς την υπακοή».

Από την πολλή και θερμή προσευχή, η ψυχή του κατά καιρούς γεύονταν ανάπαυση. Τότε οι λογισμοί του έλεγαν : «Εσύ προσεύχεσαι και ίσως θα σωθείς. Αλλ΄ εάν στον Παράδεισο δεν βρεις μήτε τον πατέρα σου, μήτε την μητέρα, μήτε αυτούς τους οποίους αγαπάς, τότε κι εκεί δεν θα έχεις καμία χαρά».

Ο νους του δόκιμου ταλαντεύονταν από αυτές τις σκέψεις, και η αγωνία εισήλθε στην καρδιά του. Άπειρος όμως όπως ήταν, δεν εννοούσε ακριβώς τι συνέβαινε σε αυτόν.

Κάποια νύκτα το κελλί του γέμισε ασύνηθες φως, το οποίος διαπέρασε ακόμη και το σώμα του, ώστε είδε τα εντός του θώρακος. Ο λογισμός του είπε : «Δέξαι, είναι η Χάρις». Η ψυχή όμως του δόκιμου ταράχθηκε και έμεινε με μεγάλη απορία. Η προσευχή και μετά από αυτό εξακολουθούσε να ενεργείται σε αυτόν, αλλά το πνεύμα της συντριβής απομακρύνθηκε τόσο, ώστε την ώρα της προσευχής του ήλθε γέλωτας. Τότε χτύπησε δυνατά με τη πυγμή το μέτωπό του. Σταμάτησε ο γέλωτας αλλά το πνεύμα της μετάνοιας δεν επανήλθε και η προσευχή του συνεχίστηκε χωρίς κατάνυξη. Τότε κατάλαβε ότι έπαθε κάτι ανάρμοστο.

Μετά την όραση του παραδόξου φωτός, εμφανίστηκαν σε αυτόν δαίμονες, και αυτός ο αφελής συνομίλησε μαζί τους, «ως μετά ανθρώπων». Σταδιακά, οι επιθέσεις δυνάμωναν.άλλοτε του έλεγαν : «τώρα είσαι άγιος» και άλλοτε : «δεν θα σωθείς». Ρώτησε κάποτε έναν δαίμονα : «Γιατί αντιφάσκετε λέγοντας άλλοτε ότι είμαι άγιος, και άλλοτε ότι δεν θα σωθώ»; Και ο δαίμων του απάντησε ειρωνικά : «Εμείς ποτέ δεν λέμε την αλήθεια».

……… Πέρασαν μήνες και μήνες και το μαρτύριο από τις δαιμονικές προσβολές γίνονταν συνεχώς καταθλιπτικώτερο. Οι ψυχικές δυνάμεις του κάμπτονταν και το θάρρος του αφανίζονταν. Έφθασε μέχρι της εσχάτης απογνώσεως………..

Πηγαίνοντας για τον Εσπερινό στον ναό του Αγίου Προφήτη Ηλία, στον τόπο της εικόνας Σωτήρα, είδε τον ζώντα Χριστό. Ο Κύριος με ακατάληπτο τρόπο του εμφανίστηκε και όλη του η ύπαρξη και το σώμα ακόμη γέμισαν από το πυρ της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος. Από το όραμα αυτό περιήλθε σε εξάντληση και ο Κύριος έγινε άφαντος.

ΠΗΓΗ : ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΟΥ ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ (ΣΑΧΑΡΩΦ), Ο ΑΓΙΟΣ ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ Ο ΑΘΩΝΙΤΗΣ, εκδ. ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΤΙΜΙΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ ΕΣΣΕΞ ΑΓΓΛΙΑΣ, 2002, σ. 28 κ.ε.

Η ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΑΒΑΤΟΥ ΤΗΣ ΑΘΩΝΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ ΤΟ 1930 ΑΠΟ ΤΗΝ «ΜΙΣ ΕΛΛΑΔΟΣ» ΚΑΙ Η ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΗ ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΤΗΣ


Χερσόνησος του Αγίου Όρους - Ρωσικός χάρτης του 1839.
Το 1930 ήμουν αντιπρόσωπος της Μονής μου παρά τη Ιερά Κοινότητι και κατά Οκτώβριον ελήφθη επιστολή της εκλεγείσης «Μις Ελλάς» δεσποινίδος* …………. έχουσα επί λέξει ούτως :

Εν Νταβώς Ελβετίας κλπ.

Σεβάσμιοι Πατέρες, σας εξομολογούμαι ολοψύχως το σφάλμα που διέπραξα τον περασμένον Μάϊον εις την Μονήν Βατοπαιδίου. Έφθασα εκεί δια πλοίου του μνηστήρος μου κ. Μωράν, και συνέπεσε να είναι αγκυροβολημένα εκεί και τα θωρηκτά Λήμνος και Κιλκίς, οπότε ο πονηρός μοι ενέβαλε την σκέψην να ανέλθω εις την Μονήν καίτοι εγνώριζα, ότι απαγορεύετο. Και δανεισθείσα ναυτικήν στολήν εισήλθον μετά του μνηστήρος μου και περιήλθον εκκλησίας και άλλα μέρη ως ναύτης, χωρίς να με γνωρίσει τινάς. Έκτοτε Πατέρες μου έχασα την υγείαν μου και κατήντησα εδώ εις τα σανατόρια της Ελβετίας δια την σωτηρίαν μου, και δυστυχώς δεν βλέπω βελτίωσιν. Εγνώρισα όμως και το πιστεύω ακράδαντα, ότι είναι τιμωρία εκ μέρους της Παναγίας προς την οποίαν ησέβησα, δεν έπρεπε εγώ μορφωμένη κοπέλα να κάμω αυτό που έκαμα, και μετανοώ, τώρα, παρακαλώντας την Παναγία μου να με συγχωρέσει. Παρακαλέσατε και σεις άγιοι Πατέρες. Προς τούτο, δεχθήτε δε και 5.000 δραχμές, ίνα κάμετε λειτουργίας και παρακλήσεις δια την υγείαν μου.

                                          Μετά πολλού σεβασμού κλπ.

Η πολυεύσπλαχνη Άνασσα του Ουρανού και της γης, δέχθηκε την μετάνοια και της χάρισε πάλι την υγεία.

*Το 1930 είχε εκλεγεί Μις Ελλάδος η Αλίκη Διπλαράκου.

ΠΗΓΗ : ΑΡΧΙΜ. ΓΑΒΡΙΗΛ ΔΙΟΝΥΣΙΑΤΗ (+), ΤΟ ΑΒΑΤΟΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ, «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΦΙΛΟΘΕΟΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑ», τευχ. 38-39, ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, 1990, σ. 59.

Αυτή είναι η τέλεια εργασία του μοναχού, το να έχει πάντοτε τον νου στραμμένο στον Θεό, χωρίς να περισπάται.


Κάποιος αδελφός έκανε σε έναν γέροντα τις ακόλουθες ερωτήσεις.

Ερώτηση: Ποιά εργασία οφείλει να έχει η καρδιά και να είναι αφοσιωμένη σε αυτήν;

Απόκριση: Αυτή είναι η τέλεια εργασία του μοναχού, το να έχει πάντοτε τον νου στραμμένο στον Θεό, χωρίς να περισπάται.

Ερώτηση: Όμως οι κακοί λογισμοί δεν αφήνουν τον νου να είναι διαρκώς στραμμένος στον Θεό. Πως λοιπόν οφείλει να τους διώχνει;

Απόκριση: Καθόλου δεν μπορεί να το κάνει αυτό ο νους από μόνος του, γιατί δεν έχει τέτοια δύναμη. Όταν όμως του επιτίθενται οι λογισμοί, αμέσως οφείλει να καταφεύγει στον Θεό, και εκείνος τους λιώνει σαν κερί. Γιατί ο Θεός μας είναι φωτιά που κατακαίει.

Ερώτηση: Πως λοιπόν οι πατέρες της Σκήτης χρησιμοποιούσαν τη μέθοδο του αντίλογου στους λογισμούς;

Απόκριση: Και εκείνη η πνευματική εργασία είναι σπουδαία και εξαιρετική, όμως έχει κόπο και δεν είναι ασφαλής για όλους.

Ερώτηση: Γιατί δεν είναι ασφαλής για όλους;

Απόκριση: Όταν επιτεθεί στην ψυχή ένας λογισμός και εκείνη μπορέσει με πολύν αγώνα να τον διώξει, επιτίθεται άλλος και την πιάνει. Έτσι η ψυχή, καθώς όλη τη μέρα αντιλέγει στους λογισμούς που έρχονται, ποτέ δεν έχει καιρό για τη θεωρία του Θεού.

Ερώτηση: Με ποιόν τρόπο λοιπόν καταφεύγει ο λογισμός στον Θεό;

Απόκριση: Αν σου έρθει, ας πούμε, λογισμός πορνείας, αμέσως απόσπασε από εκεί τον νου και ύψωσε τον με βιασύνη στον Θεό. Μην αργοπορήσεις, γιατί η αργοπορία σημαίνει συγκατάθεση.

Ερώτηση: Αν όμως έρθει λογισμός κενοδοξίας, δεν οφείλει ο λογισμός μας να προβάλει αντίλογο;

Απόκριση: Οποιαδήποτε ώρα αντιλέγει κανείς στον λογισμό, εκείνος αμέσως γίνεται πιο ισχυρός και πιο ραγδαίος, γιατί βρίσκει να πει περισσότερες αντιλογίες από εσένα. Επιπλέον το Πνεύμα το άγιο δεν σε βοηθά και τόσο, γιατί παρουσιάζεσαι σαν να καυχιέσαι και να νομίζεις ότι μπορείς μόνος σου να πολεμήσεις τα πάθη. Μάλλον λοιπόν πρέπει να καταφεύγεις στον Θεό.

Όπως εκείνος που έχει πνευματικό πατέρα, στον πατέρα τα αναθέτει όλα και ο ίδιος είναι αμέριμνος, έτσι και εσύ: αφού παρέδωσες τον εαυτό του στον Θεό, καθόλου δεν πρέπει να έχεις φροντίδα για τον λογισμό η να προβάλεις αντίλογο η γενικά να τον αφήσεις να μπει μέσα. Αν όμως μπει, πάρε τον επάνω στον Πατέρα σου λέγοντας στον λογισμό: «Εγώ δεν έχω δουλειά μ΄ εσένα να ο Πατέρας μου, αυτός ξέρει». Και την ώρα που θα τον οδηγείς επάνω, θα σε αφήσει στα μισά του δρόμου και θα φύγει, γιατί δεν μπορεί να έρθει μαζί σου σε εκείνον ούτε να σταθεί μπροστά του.

Από αύτη την πνευματική εργασία ανώτερη και πιο αμέριμνη δεν υπάρχει σε όλη την Εκκλησία.

Ερώτηση: Πως λοιπόν οι Σκητιώτες ευαρέστησαν στον Θεό με το να αντιλέγουν στους λογισμούς;

Απόκριση: Επειδή εκείνοι το έκαναν με απλότητα και φόβο Θεού, γι’ αυτό ο Θεός τους βοηθούσε. Και αργότερα ήρθε σε αυτούς αυτή η εργασία της θεωρίας, επειδή ευδόκησε ο Θεός, για τον μεγάλο τους κόπο και την αγάπη τους προς αυτόν.

Αυτό το διαπίστωσα και εγώ ο ίδιος. Κάποτε, που πήγα στη Σκήτη, επισκέφτηκα έναν άγιο που είχε χρόνια εκεί. Αυτός σηκώθηκε, με ασπάστηκε, και μόλις καθίσαμε, δεν μου είπε τίποτε, άλλα συνέχισε να κάνει το εργόχειρο του χωρίς διόλου να σηκώνει κεφάλι η να με προσέχει. Και εγώ καθόμουν σιωπηλός και αφοσιωμένος στη θεωρία. Έτσι πέρασε η μέρα, και ούτε να φάμε μου είπε, άλλα έμεινε όλη την ήμερα κοιτώντας κάτω και πλέκοντας, αν και είχε έξι μέρες νηστικός.

Την άλλη μέρα κατά τις τέσσερις το απόγευμα γύρισε και με ρώτησε: «Αδελφέ, από που έμαθες αύτη την πνευματική εργασία;» «Εμείς από παιδιά διδαχτήκαμε αυτή την εργασία από τους πατέρες μας», του απάντησα, και αυτός συνέχισε: «Εγώ τέτοια εργασία δεν παρέλαβα από τους πατέρες μου, άλλα όπως με βλέπεις τώρα, έτσι έμεινα όλα τα χρόνια μου: λίγο εργόχειρο και λίγη μελέτη και, όσο μπορώ, να κρατώ καθαρό τον λογισμό μου και να αντιλέγω στους λογισμούς που έρχονταν. Και έπειτα ήρθε το πνεύμα της θεωρίας, χωρίς εγώ να ξέρω και ούτε καθόλου να μάθω ότι μερικοί είχαν τέτοια εργασία». «Εγώ όμως», του είπα, «από παιδί τη διδάχτηκα».

Ερώτηση: Με ποιόν τρόπο οφείλει να έχει τον νου στη θεωρία αυτός που ασχολείται με αυτή;

Απόκριση: Όπως μας διδάσκουν οι άγιες Γραφές: ο Δανιήλ κατά τη θεωρία έβλεπε τον Θεό ως τον “Παλαιό των ήμερων” (τον Προαιώνιο), ο Ιεζεκιήλ τον έβλεπε επάνω σε χερουβικό άρμα, ο Ησαΐας επάνω σε θρόνο ψηλό και μεγαλόπρεπο, ενώ ο Μωυσής πρόσμενε καρτερικά τον αόρατο σαν να τον έβλεπε.

Ερώτηση: Πως μπορεί ο νους να θεωρεί αυτό που ποτέ δεν είδε;

Απόκριση: Ποτέ δεν είδες βασιλιά στον θρόνο του, όπως απεικονίζεται σε πίνακες;

Ερώτηση: Πρέπει όμως ο νους να αναπαριστά τον Θεό;

Απόκριση: Δεν είναι καλύτερο να τον αναπαριστά και να μη δίνει συγκατάθεση στους ακάθαρτους λογισμούς;

Ερώτηση: Μήπως αυτό θεωρηθεί αμαρτία;

Απόκριση: Για την ώρα κράτα αυτό που είδαν και περιέγραψαν οι προφήτες, και το ίδιο το τέλειο έρχεται έπειτα, όπως λέει ο απόστολος: «Τώρα βλέπουμε θαμπά, σαν μέσα από καθρέφτη τότε όμως θα δούμε τον Θεό πρόσωπο με πρόσωπο». Το “τότε” είναι φανερό ότι ο απόστολος το εννοεί μετά τη διάλυση του σώματος ωστόσο, όταν ο λογισμός φτάσει στην τελειότητα, και εδώ βλέπει με παρρησία.

Ερώτηση: Αυτό όμως δεν προκαλεί σάλεμα του νου;

Απόκριση: Αυτό αποκλείεται, αν κανείς αγωνίζεται αληθινά. Εγώ θυμάμαι μια φορά που πέρασα όλη την εβδομάδα και δεν θυμήθηκα άνθρωπο. Και κάποιος άλλος μου διηγήθηκε: «Κάποτε περπατούσα στον δρόμο και είδα δύο αγγέλους να περπατούν μαζί μου από τη μια πλευρά και από την άλλη, και δεν τους έδωσα προσοχή».

Ερώτηση: Γιατί δεν τους έδωσε προσοχή;

Απόκριση: Επειδή, όπως λέει η Γραφή, ούτε άγγελος ούτε πνεύμα θα μπορέσουν να μας χωρίσουν από την Αγάπη του Θεού.

Ερώτηση: Ο νους πάντοτε μπορεί να ασχολείται με τη θεωρία;


Απόκριση: Αν και όχι πάντοτε, όμως όταν ο λογισμός καταδυναστεύεται από τα πάθη, ας μην καθυστερεί να καταφεύγει στον Θεό με τη "θεωρητική προσευχή. Σε βεβαιώνω ότι, αν ο λογισμός φτάσει στην τελειότητα ως προς αυτό το έργο, είναι πιο εύκολο να μετακινήσεις ένα βουνό, παρά να απομακρυνθεί από εκεί ο λογισμός. Όπως δηλαδή ένας φυλακισμένος στο σκοτάδι, όταν απολυθεί και δει το φως, δεν θέλει πια να θυμάται το σκοτάδι, έτσι και ο λογισμός όταν αρχίζει να βλέπει το δικό του φως, δεν θέλει να απομακρυνθεί από αυτό ούτε για λίγο.

Υπόθεση ΚΔ΄ 24 , ΕΥΕΡΓΕΤΙΝΟΣ λόγοι και διδασκαλίες αγίων πατέρων Τόμος Δ΄ 254-258, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΟ ΠΕΡΙΒΟΛΙ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ   

Μία αυτοκτονία

Πρωτ. Θεμιστοκλή Μουρτζανού
῞Ενα περιστατικό 18χρονου χρήστη τοῦ ῎Ιντερνετ πού αὐτοκτόνησε παίρνοντας ὁδηγίες ἀπό κάποιον ἂλλο, παρότι πρωτοφανές στήν ῾Ελλάδα, ἀνέδειξε ἕνα μεῖζον πρόβλημα πού ἔχει νά κάνει μέ τίς νέες τεχνολογίες. Αὐτό τῶν
κριτηρίων στή χρήση τους καί τοῦ κατά πόσον ὑπάρχει ἡ ὡριμότητα ὥστε ὁ ἂνθρωπος, καί ἰδίως ὁ νέος, νά ἐπιλέγει αὐτό πού πραγματικά θά τόν ὠφελεῖ.

῾Ο σκοπός ὕπαρξης τῶν νέων τεχνολογιῶν εἶναι ἐκ φύσεως χρησιμοθηρικός. ᾿Αξιοποιώντας τες ὁ ἂνθρωπος καθιστᾶ πιό εὔκολη τή ζωή του, βρίσκει ἐναλλακτικούς τρόπους ψυχαγωγίας, μπορεῖ νά ἐπικοινωνήσει μέ γνώριμα πρόσωπα ἤ καί νά ἀναπτύξει νέες γνωριμίες συμμετέχοντας σέ προγράμματα ἀνταλλαγῆς ἀπόψεων καί συζήτησης -ὅπως εἶναι τά διάσημα ὴ῍ὰὦ-ἶ῏῏ἣὖ στό ῎Ιντερνετ- καί γενικότερα, καταργεῖ τά σύνορα καί τούς φραγμούς πού ὑπάρχουν στόν κόσμο. ῎Αν ὑπάρχει ἕνα μέσο πού ἔφερε πιό κοντά τόν κόσμο καί ἔκανε πράξη τήν παγκοσμιοποίηση, αὐτό δέν εἶναι ἄλλο ἀπό τήν τεχνολογία τοῦ Διαδικτύου. Κι ὅλα αὐτά μέσα σέ μηδενικό σχεδόν χρόνο καί μέ ἀσήμαντο κόστος. Γι’ αὐτό καί ἡ ἐλλειπτικότητα στή χρήση τῆς γλώσσας, ἡ ταχύτητα στήν ἐπικοινωνία, ἀλλά καί τό μεγάλο ἐνδιαφέρον, πού -ἰδίως γιά τούς νέους- ἔχει ἡ ἠλεκτρονική ἀλληλογραφία.
Δέν εἶναι ὅμως πάντοτε θετικές οἱ ἐπιπτώσεις ἀπό τήν χρήση τοῦ Διαδικτύου καί δέν εἶναι μόνο τό περιστατικό τῆς αὐτοκτονίας πού τό μαρτυρεῖ. Οἱ ἱστοσελίδες μέ πορνογραφικό καί παιδοφιλικό ὑλικό, τό μεγάλο ἐνδιαφέρον γιά τόν ἀποκρυφισμό καί τόν σατανισμό, ἀλλά καί ἡ συνεχής κατανάλωση διαφημίσεων, εὔκολων αἰσθημάτων καί κακῆς ποιότητας πληροφοριῶν μέσα ἀπό τό ῎Ιντερνετ, μαρτυροῦν ἀπό τή μία, ὅτι ἡ λογοκρισία δέν μπορεῖ νά συνυπάρξει μέ τήν παγκόσμια δημοκρατία τοῦ κυβερνοχώρου καί, ἀπό τήν ἄλλη, ὅτι ὁ κάθε χρήστης ὀφείλει νά θέσει ὁ ἴδιος τά κριτήρια τῆς ἐπιλογῆς τοῦ ὑλικοῦ πού θά ἐπισκεφθεῖ καί θά ἀξιοποιήσει.

Τό ῎Ιντερνετ εἶναι μία παγκόσμια βιβλιοθήκη γνώσης, ψυχαγωγίας, ἐνημέρωσης, ἀλλά καί ἐπικοινωνίας. Τό νά περιμένει κανείς ἀπό τό κράτος καί τό νόμο νά τόν βοηθήσει νά διαλέξει τί πρέπει ἤ τί δέν πρέπει νά δεῖ, εἶναι δηλωτικό μιᾶς κακῆς νοοτροπίας πού ὑπάρχει, ὅτι γιά ὅλα φταῖνε οἱ ἄλλοι κι ὅτι ἐμεῖς παρασυρόμαστε γιατί δέν ἔχουμε κάποιον νά μᾶς βοηθήσει νά διαλέξουμε. Δέν μαρτυρεῖ χαρακτήρα ὑπεύθυνο καί ἐσωτερικά ἐλεύθερο αὐτή ἡ νοοτροπία, οὔτε εἶναι δεῖγμα προόδου ἡ ἐνασχόληση μέ ὑλικό πού βλάπτει τόν ἐσωτερικό μας κόσμο, μόνο καί μόνο ἐπειδή στό ῎Ιντερνετ μπορεῖ κανείς νά τά βρεῖ ὅλα!
Στό ῎Ιντερνετ μπορεῖ νά βρεῖ κανείς τό Θεό καί τό διάβολο, σέ δόσεις πού κυμαίνονται ἀνάλογα μέ τό τί ψάχνει. ῾Υπάρχουν ἱστοσελίδες πού παρέχουν ὑλικό προβληματισμοῦ γιά τή ζωή, ἀλλά καί ἀντίστοιχες πού γεννοῦν παραίτηση ἀπό τή ζωή. Μπορεῖ κανείς νά ἐπικοινωνήσει μέ ἀνθρώπους πού θά τοῦ δείξουν γνήσια ἀγάπη καί ἐνδιαφέρον καί μέ ἄλλους πού θά τόν ἐκμεταλλευθοῦν καί θά τόν ὠθήσουν στό κακό. Μπορεῖ νά βοηθηθεῖ γιά νά ἀντισταθεῖ στό ψεύτικο καί τό ἐφήμερο ἢ νά παραδοθεῖ βορά σέ αὐτό.
Παρότι ἡ ᾿Εκκλησία ἀντιμετωπίζει μέ σκεπτικισμό, ὁ ὁποῖος γιά πολλά μέλη της φτάνει στά ὅρια τῆς προκατάληψης καί τῆς ἄρνησης, τή νέα τεχνολογία, χρειάζεται νά ἔχει λόγο τόσο πρός τούς χρῆστες ὅσο καί πρός τούς γονεῖς καί μεγαλυτέρους γιά τά κριτήρια πού θά βοηθήσουν, ἰδίως τούς νέους, στήν ἐπιλογή τοῦ ἐπισκέψιμου ὑλικοῦ ἀπό τόν χῶρο τοῦ Διαδικτύου. Αὐτό σημαίνει ὅτι ἡ ᾿Εκκλησία προσφέρει στόν ἄνθρωπο τίς ἀξίες ἐκεῖνες πού δυναμώνουν πνευματικά καί ἠθικά τόν χαρακτήρα του, ὥστε νά μήν ἐνδίδει σέ πειρασμούς πού ἀλλοτριώνουν τήν ὑπόστασή του.

Εἰδικότερα, ἡ ἀναζήτηση τοῦ ἀγαθοῦ καί ἡ ὑπέρβαση τοῦ πονηροῦ, ἡ ἀποφυγή τῆς κακῆς περιέργειας, ἡ καλλιέργεια τοῦ πνεύματος δημιουργίας καί ὄχι ἁπλῶς τῆς ἐκτόνωσης ὡς κριτηρίου ψυχαγωγίας, ἡ ἀγάπη πρός τόν ἄλλο καί τό ἐνδιαφέρον πού ὑπερβαίνει τό συμφέρον καί τήν φιλήδονη ἀντιμετώπιση, ὁ προβληματισμός γιά τή ζωή καί ὄχι ἕνα στεῖρο καί ἐμπαθές κουτσομπολιό, ἡ ἀναζήτηση τῆς γνώσης καί ὄχι μόνο τῆς πληροφορίας, ἡ στροφή πρός τόν ἔσω ἄνθρωπο καί τίς πνευματικές ἀνάγκες, εἶναι κριτήρια τά ὁποῖα ἡ ᾿Εκκλησία μπορεῖ μέ κάθε παρέμβασή της σέ μικρούς καί μεγάλους νά καλλιεργήσει, γιά νά δώσει ἔτσι ἄλλες προοπτικές στή σχέση τοῦ ἀνθρώπου μέ τό Διαδίκτυο.
῾Η αὐτοκτονία τοῦ 18χρονου χρήστη τοῦ ῎Ιντερνετ μπορεῖ νά μᾶς κατέπληξε γιατί δέν εἴχαμε τέτοιο ἀνάλογο περιστατικό στήν πατρίδα μας. Στό ἐξωτερικό ὅμως εἶναι σύνηθες φαινόμενο, γιατί στό ῎Ιντερνετ ἀνθίζουν τά πάντα, καί τά στάχυα καί τά ζιζάνια. Τελικά, μόνο ὁ προβληματισμός μας γιά τά κριτήρια ἐπιλογῆς τῆς γνώσης καί τῆς πληροφορίας θά βοηθήσει ὥστε νά μήν καεῖ ἡ νέα τεχνολογία στόν κλίβανο τῆς κινδυνολογίας, τοῦ φόβου καί τῆς λογοκρισίας, ἀλλά νά λειτουργήσει ὡς ἀφετηρία γνήσιας μόρφωσης καί ἐπικοινωνίας γιά ὅλους.


Από το βιβλίο «ΑΠΟ ΕΝΑΝ ΚΟΣΜΟΣ ΣΑΝ ΚΙ ΑΥΤΟΝ ΤΙ ΝΑ ΚΡΑΤΗΣΩ;»! του Πρωτοπρεσβυτέρου Θεμιστοκλή Μουρτζανού.
Κυκλοφορείται από τις εκδόσεις «ΑΡΧΟΝΤΑΡΙΚΙ»

Κυριακή Γ Ματθαίου Οἱ ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ εἶναι φῶς τοῦ κόσμου Μητροπολίτης Ἐδέσσης Ἰωὴλ



Ἡ Ἐκκλησία μας σήμερα γιορτάζει τοὺς Πατέρες ποὺ ἔλαβαν μέρος στὴν τετάρτη Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, ἡ ὁποία ἀσχολήθηκε καὶ ἀποφάνθηκε ὁριστικὰ γιὰ τὴν ἕνωση τῶν δύο φύσεων τοῦ Χριστοῦ. Τὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα ποὺ διαβάζεται σήμερα στοὺς Ναοὺς εἶναι ἀφιερωμένο σ’ αὐτοὺς καὶ εἶναι ἀπὸ τὴν ἐπὶ τοῦ Ὄρους Ὁμιλία τοῦ Κυρίου μας. Ὁ Θεάνθρωπος ὀνομάζει τοὺς μαθητὲς Του φῶς τοῦ κόσμου. Ἂς δοῦμε πιὸ ἀναλυτικὰ τὰ λόγια αὐτὰ τοῦ Χριστοῦ.


Τὸ παράδειγμα τοῦ φωτὸς τί ὑπονοεῖ;

Ὁ Κύριος χρησιμοποίησε γιὰ τοὺς μαθητὲς Του τὸ παράδειγμα τοῦ ἁλατιοῦ (Ματθ. 5,13) καὶ τοῦ φωτός. Τὸ παράδειγμα τοῦ φωτὸς εἶναι τὸ ὑψηλότερο. Ὅταν λέγει πὼς ἡ πόλη ποὺ εἶναι πάνω στὸ βουνό, δὲν μπορεῖ νὰ κρυφτεῖ, θέλει νὰ τοὺς τονίσει «ἀκρίβειαν τοῦ βίου, καθαρὴ ζωή», λέγει ὁ Χρυσόστομος. Τοὺς διαπαιδαγωγεῖ νὰ εἶναι ἐναγώνιοι στὴ ζωή τους, νὰ ἔχουν στραφεῖ τὰ μάτια ὅλων τῶν ἀνθρώπων πάνω τους καὶ νὰ ἀγωνίζονται ἐνώπιον ὅλης τῆς οἰκουμένης.

Ὁ Χριστὸς ἄναψε τὸ φῶς τῆς χάριτός Του μέσα μας. Ἡ δική μας προσπάθεια εἶναι νὰ διατηρήσουμε τὸ φῶς αὐτὸ ἄσβεστο. Ἡ λαμπρότητα τῆς ζωῆς μας ἔχει ἐπίδραση στοὺς ἄλλους. Ἀπόλυτο φῶς εἶναι ὁ Χριστὸς ποὺ μάλιστα εἶπε γιὰ τὸν ἑαυτό Του, πὼς εἶναι “τὸ φῶς τοῦ κόσμου” (Ἰω. 8,12). Φῶς καὶ φωστῆρες εἶναι μὲ σχετικὴ ἔννοια καὶ οἱ πιστοὶ καὶ οἱ ἅγιοι. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος γράφει: “διότι κάποτε ἤσασταν στὸ σκοτάδι, τώρα ὅμως ποὺ πιστεύετε στὸν Κύριο, εἶστε στὸ φῶς· νὰ ζεῖτε λοιπὸν σὰν ἄνθρωποι ποὺ ἀνήκουν στὸ φῶς.” (Ἐφ. 5,8). Ὁ ἴδιος θὰ πεῖ σὲ ἄλλη του ἐπιστολὴ γιὰ τοὺς πιστοὺς πὼς εἶναι “σὰν λαμπερὰ ἀστέρια στὸν κόσμο, μένοντας σταθεροὶ στὸ εὐαγγέλιο ποὺ δίνει ζωὴ” (Φιλιπ. 2,15-16).


Ἡ Ἐκκλησία εἶναι τὸ φῶς τοῦ κόσμου

Πράγματι ὁ Κύριος εἶναι φῶς, ποὺ ὁδηγεῖ τοὺς ἀνθρώπους ἀπὸ τὴν πλάνη στὴν ἀλήθεια, ἀπὸ τὴν ἁμαρτία στὴν ἀρετή, ποὺ φωτίζει τὸ ἡγεμονικὸ (τὸ νοῦ) τοῦ ἀνθρώπου. Ἐπίσης τὸ ἔργο τοῦ Χριστοῦ τὸ κάνουν κι οἱ πιστοί. Ἕνας σύγχρονος θεολόγος θὰ τὸ πεῖ αὐτὸ χαρακτηριστικά: Ἡ σωτηρία δὲν εἶναι μιὰ ἁπλὴ ἀτομικὴ ὑπόθεση, οὔτε περιορίζεται σὲ κάποιο στενὸ κύκλο “ἐκλεκτῶν”, ἀλλὰ προσφέρεται σ’ ὅλο τὸν κόσμο. Ἡ σωτηρία δὲν εἶναι ἕνα εἶδος πνευματικότητας, ἀλλὰ εἶναι ἡ ἀντίθεση σὲ κάποιο δαιμονικὸ κατεστημένο, στὸ σκοτάδι καὶ στὴν ἀποσύνθεση.

Ἡ Ἐκκλησία εἶναι τὸ φῶς τοῦ κόσμου. Αὐτὸ σημαίνει τὴν καθολικὴ καὶ παγκόσμια εὐθύνη της, ἀλλὰ καὶ τὴν εὐθύνη τοῦ καθενός μας. Δὲ ζοῦμε γιὰ τὸν ἑαυτό μας ἢ γιὰ ἕναν ὁρισμένο κύκλο ἐθνικό, ἰδεολογικό, θρησκευτικὸ· ζοῦμε γιὰ τὰ ἀδέλφια μας παντοῦ πάνω στὴ γῆ, ὅσο κι ἂν διαφέρουν ἀπὸ μᾶς κι ὅσο κι ἂν μᾶς ἀντιμάχονται. Ὁ Χριστὸς εἶχε πεῖ στοὺς μαθητὲς του τὸ ἑξῆς σπουδαῖο παράγγελμα· “καὶ θὰ γίνετε δικοί μου μάρτυρες στὴν Ἱερουσαλὴμ καὶ σὲ ὅλη τὴν Ἰουδαία καὶ Σαμάρεια καὶ ὥς τὰ πέρατα τῆς γῆς” (Πράξ. 1,8). Μέχρι καὶ στὸ τελευταῖο μέρος τῆς γῆς ὀφείλουμε νὰ ἀνάψουμε τὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Ἠσαΐας ἀναφέρεται στὸν Πατέρα ποὺ ἀπευθύνεται στὸ Μεσσία καὶ τοῦ λέγει· “Ἰδοὺ δέδωκά σε εἰς διαθήκην γένους, εἰς φῶς ἐθνῶν τοῦ εἶναι σε εἰς σωτηρίαν ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς” . Τὸ φῶς τῶν ἐθνῶν, ποὺ εἶναι ὁ Χριστός, ὀφείλει ἡ Ἐκκλησία μὲ τοὺς πιστοὺς νὰ τὸ μεταδώσει στὰ πέρατα τῆς γῆς. Οἱ πνευματικοὶ ἄνθρωποι ποὺ καθαρίζουν συνέχεια τὸν ἑαυτό τους μὲ πόνους γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ποὺ ταπεινώνουν τὴ σάρκα τους μὲ διάφορες ἀσκήσεις, ποὺ μὲ τὴν προσευχὴ καὶ τὴ μελέτη γεμίζουν τὸ νοῦ τους μὲ φῶς, αὐτοὶ ποὺ γνώρισαν «τοὺς λόγους τῶν ὄντων» καὶ ξεπέρασαν κάθε αἴσθηση τοῦ κόσμου, αὐτοὶ μποροῦν νὰ κηρύξουν τὸ Χριστὸ καὶ νὰ μεταδώσουν τὸ φῶς τοῦ Εὐαγγελίου, λέγει ὁ ὅσιος Νικήτας. Πρὸς αὐτοὺς ἀπευθύνεται ὁ Κύριος, ὅταν λέει:” Σεῖς εἶστε τὸ φῶς τοῦ κόσμου” (Ματθ. 5,14).


Τὸ χρέος τῶν πιστῶν

Μεγάλη εἶναι ἡ εὐθύνη τῶν πνευματικῶν ταγῶν τῆς Ἐκκλησίας μας, ἀλλὰ καὶ τῶν ἁπλῶν πιστῶν στὴ διάδοση τοῦ εὐαγγελικοῦ μηνύματος. Ἐπίσκοποι, κληρικοί, λαϊκοὶ ποὺ γνώρισαν τὸ φῶς τοῦ Εὐαγγελίου καὶ τὸ βίωσαν, μεταδίδουν καὶ στοὺς ἄλλους τὸ βίωμά τους. Ἀντίθετα, ἐὰν αὐτοὶ ποὺ εἶναι ταγμένοι νὰ στέκονται «ἐπὶ τὴν λυχνίαν» δείχνουν ἀδυναμία πρὸς τὴν πίστη, τότε καθυστερεῖ ὁ εὐαγγελισμὸς τῶν ἀνθρώπων καὶ γίνεται μάλιστα καὶ σκανδαλισμὸς στὶς ψυχές τους. Οἱ ἁμαρτίες μας καὶ ἡ κακὴ προσωπική μας ζωὴ ἐνεργεῖ ἀρνητικὰ στοὺς ἀνθρώπους ποὺ δὲν γνώρισαν τὸ Χριστό. Ἂς φροντίσουμε νὰ ἔχουμε συνέπεια λόγων καὶ πράξεων, ὥστε νὰ ἀνάπτεται συνεχῶς τὸ σωτήριο φῶς τῆς διδασκαλίας τοῦ Κυρίου σ’ ὅλη τὴ γῆ.



 

Μία ἀδιάσπαστη ἁλυσίδα εἶναι ἡ Ἐκκλησία -Μητροπολίτης Σερβίων καί Κοζάνης (+) Διονύσιος




Ἡ Ἐκκλησία γιορτάζει καὶ τιμᾶ τὴν ἱερὴ μνήμη τῶν ἁγίων καὶ θεοφόρων Πατέρων τῆς τετάρτης καὶ μαζὶ τῶν ἄλλων τεσσάρων οἰκουμενικῶν Συνόδων, τῆς δεύτερης, τρίτης, πέμπτης καὶ ἕκτης. Ἡ μνήμη τῶν ἁγίων Πατέρων τῆς πρώτης οἰκουμενικῆς Συνόδου ἑορτάζεται στὴν ἕκτη Κυριακὴ μετὰ τὸ Πάσχα, καὶ ἡ μνήμη τῶν ἀγίων Πατέρων τῆς ἑβδόμης Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἑορτάζεται μία Κυριακὴ μέσα στὸ μήνα Ὀκτώβριο. 

Ἡ τέταρτη οἰκουμενικὴ Σύνοδος ἔγινε στὰ 451 χρόνια μετὰ τὴ γέννηση τοῦ Χριστοῦ στὴ Χαλκηδόνα τῆς Βιθυνίας. Ἐκεῖ συνάχθηκαν 630 Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας καὶ καταδίκασαν τὸν ἀρχηγὸ τῆς αἵρεσης τοῦ μονοφυσιτισμοῦ Εὐτυχῆ καὶ τοὺς ὀπαδούς του. Μονοφυσιτισμὸς εἶναι ἡ αἵρεση καὶ ἡ πλανεμένη διδασκαλία, ποὺ παραδέχεται τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ μόνο ὡς Θεό. Ἡ Σύνοδος δογμάτισε ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς εἶναι Θεάνθρωπος, τέλειος Θεὸς καὶ τέλειος ἄνθρωπος, κι ὅπως τὸ ψάλλουμε στὸ Δοξαστικό τοῦ Ἑσπερινοῦ στὸν πλ. δ’ ἦχο, «διπλοῦς τὴν φύσιν, ἀλλ’ οὐ τὴν ὑπόστασιν». 

Ἀφήνουμε τὰ περισσότερα κι ἐρχόμαστε στὴν εὐαγγελικὴ περικοπή, ποὺ διαβάζεται στὴ θεία Λειτουργία. Στὴν περικοπὴ αὐτή, ποὺ εἶναι ἀπὸ τὴν «ἐπὶ τοῦ ὄρους» ὁμιλία, ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ὁμιλεῖ γιὰ τὴ θέση τῶν χριστιανῶν στὸν κόσμο, ὅτι εἶναι μία θέση ξεχωριστὴ καὶ φανερή, ὑπεύθυνη δηλαδὴ καὶ καθοδηγητική. Αὐτὸ ἰσχύει βέβαια πολὺ περισσότερο γιὰ τοὺς ἱεροὺς ποιμένες τῶν χριστιανῶν, ποὺ εἶναι καὶ οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, στὴ μνήμη τῶν ὁποίων καὶ διαβάζεται αὐτὴ ἡ περικοπή. Ἂς ἀκούσουμε ὅμως ἄλλη μία φορά, τώρα στὴ δική μας ἁπλὴ γλώσσα, τὰ θεῖα καὶ σωτήρια λόγια τοῦ θείου διδασκάλου Ἰησοῦ Χριστοῦ.

Εἶπε ὁ Κύριος στοὺς μαθητές του. «Ἐσεῖς εἴσαστε τὸ φῶς τοῦ κόσμου. Δὲν μπορεῖ νὰ κρυφτεῖ μία πόλη, ποὺ εἶναι χτισμένη πάνω στὸ βουνό· οὔτε ἀνάβουν τὸ λύχνο καὶ τὸν βάζουν κάτω ἀπὸ τὸ καυκί, ἀλλὰ τὸν τοποθετοῦν στὸ λυχνοστάτη καὶ φέγγει σ’ ὅλο τὸ σπίτι. Ἔτσι νὰ λάμψει καὶ τὸ δικό σας φῶς μπροστὰ στοὺς ἀνθρώπους, γιὰ νὰ δοῦν τὰ καλά σας ἔργα καὶ νὰ δοξάσουν τὸν Πατέρα σας, ποὺ εἶναι στοὺς οὐρανούς. Νὰ μὴ σᾶς περάσει ἀπὸ τὸ νοῦ πὼς ἦλθα γιὰ νὰ καταργήσω τὸ Νόμο ἢ τοὺς Προφῆτες. Δὲν ἦλθα γιὰ νὰ τὰ καταργήσω, ἀλλὰ γιὰ νὰ τὰ πραγματοποιήσω. Σᾶς βεβαιώνω πὼς ὅσο στέκει ὁ κόσμος ἕνα γιώτα ἤ μία γραμμὴ δὲν θὰ καταργηθεῖ ἀπὸ τὸ νόμο. Ὅποιος λοιπὸν θὰ καταργήσει καὶ μία ἀπὸ τὶς πιὸ μικρὲς ἐντολὲς αὐτοῦ τοῦ νόμου καὶ θὰ γίνει ἔτσι κακὸς δάσκαλος στοὺς ἀνθρώπους, θὰ κριθεῖ κι αὐτὸς μὲ τὸ ἴδιο μέτρο τὴν ἡμέρα τῆς κρίσεως. Μὰ ὅποιος θὰ τὶς τηρήσει καὶ θὰ διδάξει ἔτσι τοὺς ἄλλους, αὐτὸς θὰ τιμηθεῖ πολὺ τὴν ἡμέρα τῆς κρίσεως».

Οἱ ἱεροὶ καὶ θεοφόροι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἐκεῖνοι, ποὺ τήρησαν στὸ βίο τους τὸ Εὐαγγέλιο καὶ τὸ κήρυξαν στοὺς ἀνθρώπους. Τὸ κήρυξαν ὄχι μόνο μὲ τὸ λόγο, ἀλλὰ καὶ μὲ τὸ βίο τους. Αὐτὸ ἐννοοῦμε, ὅταν λέμε Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας τοὺς ἐπισκόπους, ἱερεῖς καὶ μοναχούς, ποὺ ἀνάμεσα στοὺς χριστιανοὺς διακρίθηκαν γιὰ τὴν ἁγιότητα τοῦ βίου τους καὶ γιὰ τὴν ὀρθόδοξη διδασκαλία τους. Τὰ δύο αὐτά, ἡ ἁγιότητα καὶ ἡ ὀρθόδοξη διδασκαλία, πρέπει νὰ πηγαίνουν μαζί, κι ἂν εἶναι νὰ λείψει ἕν’ ἀπὸ τὰ δύο, καλύτερα νὰ λείψει ἡ διδασκαλία μὲ τὰ λόγια. Τί νὰ τὴν κάνεις τὴ διδασκαλία χωρὶς τὴν ἁγιότητα; Τί ἀξία ἔχει ἡ ἐπιστήμη χωρὶς τὴν ἀρετή; Τί ὠφελεῖ ἡ θεολογία χωρὶς τὴν εὐσέβεια; 

Μὰ ὁ Θεὸς νὰ μᾶς δίνει πάντα πρῶτα ἀρετὴ κι ὕστερα λόγο· περισσότερη προθυμία γιὰ νὰ τηροῦμε τὶς ἐντολές του καὶ λιγότερη σπουδὴ γιὰ νὰ διδάσκουμε τοὺς ἀνθρώπους. Γι’ αὐτὸ ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς εἶπε• «ὃς ἂν ποιήσῃ καὶ διδάξῃ…»• ὅποιος δηλαδὴ θὰ ἐφαρμόσει πρῶτα στὸν ἑαυτό του τὸ Εὐαγγέλιο κι ὑστέρα θὰ τὸ κηρύξει στοὺς ἄλλους. Αὐτός, κι ἂν δὲν εἶναι σοφὸς στὰ γράμματα, κι ἂν δὲν ἔχει τὸ χάρισμα τοῦ λόγου, ὅμως μὲ τὸ παράδειγμά του διδάσκει. Κι εἶναι ἀλήθεια πὼς τὸ καλὸ παράδειγμα διδάσκει καλύτερα ἀπὸ τὸ πιὸ εὔγλωττο καὶ σοφὸ κήρυγμα. Αὐτὸ θὰ πεῖ πὼς διδάσκαλος τοῦ Εὐαγγελίου δὲν εἶναι μόνο ὅποιος ἔχει στὴν ἐκκλησία τὸν τίτλο καὶ τὴ θέση τοῦ ἱεροκήρυκα, ἀλλὰ κι ὁ κάθε χριστιανὸς μὲ τὸ βίο του. 

Τὸ Εὐαγγέλιο εἶναι ζωή. Κι αὐτὸ ποὺ λέμε κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου εἶναι πρῶτα ἀπ’ ὅλα ἐνάρετος βίος, σύμφωνα μὲ τὸ Εὐάγγελο ἤ, γιὰ νὰ τὸ ποῦμε ἀλλιώτικα, προσωπικὴ μαρτυρία Ἰησοῦ Χριστοῦ. Στὴν Ἐκκλησία ὅλα εἶναι ζωντανά, ὅλα εἶναι προσωπικά, ὅλα εἶναι μαρτυρία. Ὁ οὐράνιος Πατέρας εἶναι πρόσωπο, ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος εἶναι πρόσωπο, τὸ Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι πρόσωπο, οἱ ἅγιοι Ἄγγελοι εἶναι πρόσωπα, κι ἐμεῖς εἴμαστε πρόσωπα. Ὅλα εἶναι συνείδηση καὶ ἐλευθερία. Ἡ ὀρθόδοξη πίστη μας δὲν εἶναι κήρυγμα καὶ μάθημα θεωρητικό· εἶναι λόγος τοῦ Θεοῦ, ζωντανὸς ὁ ἴδιος καὶ ζωντανεμένος στὸ βίο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν Ἁγίων. Μέσα στὸ κόσμο ἡ Ἐκκλησία εἶναι σὰν μία πόλη, χτισμένη ψηλὰ στὸ βουνό· δὲν μπορεῖ νὰ κρυφτεῖ καὶ τὴν βλέπουν οἱ ἄνθρωποι γύρω-γύρω. Εἶναι ἀκόμα σὰν τὸ λυχνάρι, ποὺ τὸ ἀνάβουν καὶ τὸ βάζουν ψηλὰ γιὰ νὰ φέγγη σ’ ὅλο τὸ σπίτι. Ἡ πόλη ἐπάνω στὸ βουνὸ εἶναι ὁ βίος, τὸ λυχνάρι τοποθετημένο ψηλά, εἶναι ἡ διδασκαλία. Πρῶτα ὁ βίος καὶ τὸ παράδειγμα κι ὑστέρα ὁ λόγος καὶ ἡ διδασκαλία. Μέσα στὸ βίο εἶναι ὁ λόγος καὶ μέσα στὸ παράδειγμα ἡ διδασκαλία. Ἡ φωνὴ τῶν ἔργων εἶναι ἠχηρότερη ἀπὸ τὰ λόγια καὶ ὁ βίος διδάσκει καλύτερα ἀπὸ τὸ εὐγλωττότερο κήρυγμα.

Μὰ ποιὰ εἶναι ἡ Ἐκκλησία, ἡ πόλη ἡ χτισμένη ἐπάνω στὸ βουνό; Εἶναι τάχα μόνο οἱ κληρικοί; Γιατί ἔτσι νομίζουν πολλοί. Γι’ αὐτοὺς μόνο ὁμιλεῖ στὸ Εὐαγγέλιο ὁ Ἰησοῦς Χριστός; Μεγάλη τιμὴ θὰ ἦταν γιὰ τοὺς κληρικοὺς νὰ εἶναι αὐτοὶ μόνο ἡ Ἐκκλησία· μεγάλη τιμή, μὰ καὶ μεγάλο κι ἀσήκωτο βάρος. Ἀλλὰ καὶ μεγάλη ἀδικία γιὰ τοὺς λαϊκούς. Ἐκκλησία ὅμως εἴμαστε ὅλοι μας, ὁ κλῆρος καὶ ὁ λαός· οὔτε μόνο οἱ κληρικοί, ἱεροκρατία, οὔτε μόνο οἱ λαϊκοί, λαϊκοκρατία. Οἱ κληρικοὶ πηγαίνουν μπροστὰ καὶ οἱ λαϊκοὶ ἀκολουθοῦν· οἱ κληρικοὶ εἶναι οἱ πνευματικοὶ ποιμένες, καὶ οἱ λαϊκοὶ τὰ λογικὰ πρόβατα τῆς ποίμνης τοῦ Χριστοῦ. 

Ὁ λόγος ἴσως καὶ νὰ προσκρούει στὶς δημοκρατικὲς ἀντιλήψεις τῶν συγχρόνων ἀνθρώπων, ἀλλὰ εἶναι ἡ εἰκόνα τῆς Ἐκκλησίας προφητική, ποὺ τὴν μεταχειρίζεται κι ὁ ἴδιος ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς στὴν παραβολὴ τοῦ καλοῦ ποιμένα. Οἱ κληρικοὶ σηκώνουν πολλὰ βάρη κι ἔχουν μεγάλες εὐθύνες στὴν Ἐκκλησία, καὶ τὸ πρῶτο ποὺ ζητοῦν ἀπὸ τοὺς λαϊκοὺς εἶναι νὰ τοὺς ἀκολουθοῦν. Γιατί ἡ Ἐκκλησία ἐδῶ στὴ γῆ ἔχει πάντα πόλεμο κι ὅταν ὁ στρατηγός, ποὺ εἶναι ὁ ποιμένας, πηγαίνει στὸν πόλεμο χωρὶς στρατιῶτες, τότε πῶς θὰ πολεμήσει; Νὰ μὴν τὰ φορτώνουμε λοιπὸν ὅλα στοὺς ἱερεῖς μας, ἂν κι ἐκεῖνοι πρέπει νὰ σηκώνουν περισσότερα, ἀλλ’ ὁ καθένας μας νὰ ξέρει τὰ χρέη καὶ τὶς εὐθύνες του στὴν Ἐκκλησία. Ὁ καθένας μας πρέπει νὰ ἔχει νὰ δείξει παράδειγμα, γιατί ὁ καθένας εἶναι δάσκαλος καὶ κήρυκας τῆς πίστεως. 

Παραπονιέται ὁ πατέρας κι ἡ μητέρα πὼς δὲν ἀκοῦνε τὰ παιδιά· στὸν καιρὸ μας αὐτὸ εἶναι τὸ παράπονο ὅλων τῶν γονέων. Τὰ βάζεις μὲ τὴν Ἐκκλησία καὶ τὰ βάζεις μὲ τὸ σχολεῖο. Μὲ τὴν κοινωνία καλὰ κάνεις καὶ δὲν τὰ βάζεις, γιατί ἡ κοινωνία σήμερα εἶναι ἕνα ἀπρόσωπο σύνολο ἀτόμων. Ἡ Ἐκκλησία λοιπὸν καὶ τὸ σχολεῖο θὰ σὲ ρωτήσουν• «Ἐσὺ ὁ πατέρας καὶ ἡ μητέρα, μὲ ποιὸν τρόπο διδάξατε τὰ παιδιά σας; μὲ ποιὸ παράδειγμα καὶ μὲ ποιὸ λόγο; Τί βλέπουν καὶ τί ἀκοῦνε τὰ παιδιά σας μέσα στὸ σπίτι σας; Ὅ,τι βλέπουν ἐκεῖνο κάνουν κι ὅ,τι ἀκοῦν ἐκεῖνο μαθαίνουν». Τὸ σπίτι τοῦ κάθε χριστιανοῦ εἶναι μία Ἐκκλησία κι εἶναι σὰν καὶ νὰ γίνεται ἐκεῖ μέσα θεία Λειτουργία. Τὰ παιδιά, ποὺ γεννιοῦνται κι ἀνατρέφονται, ἡ ἀγάπη κι ἡ στοργή, ἡ προσευχὴ κι ἡ ἐργασία, ἡ οἰκονομία καὶ ἡ τάξη, ὅλα αὐτὰ εἶναι ἡ Θεία Λειτουργία στὸ σπίτι τοῦ κάθε χριστιανοῦ. Κι ἀπ’ ὅλα αὐτὰ βγαίνει τὸ μεγάλο κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου· ὅλα αὐτὰ εἶναι τὸ φῶς τῆς πίστεως, ποὺ τὸ βλέπουν οἱ ἄνθρωποι καὶ δοξάζουν τὸ Θεό.

Ὁ δογματικὸς ὄρος, ἡ πράξη δηλαδὴ ποὺ ὑπέγραψαν οἱ ἅγιοι Πατέρες στὴν τέταρτη οἰκουμενικὴ Σύνοδο, ἀρχίζει μὲ τὴ φράση• «Ἑπόμενοι τοῖς ἁγίοις Πατράσι…», δηλαδὴ ἀκολουθώντας τοὺς ἁγίους Πατέρες. Αὐτὴ εἶναι ἡ γραμμὴ τῆς Ὀρθοδοξίας· οἱ Ἀπόστολοι ἀκολουθοῦν τὸ Χριστό· οἱ Πατέρες ἀκολουθοῦν τοὺς Ἀποστόλους, κι ἐμεῖς ἀκολουθοῦμε τοὺς Πατέρες. Μία ἀδιάσπαστη ἁλυσίδα εἶναι ἡ Ἐκκλησία ἀπὸ τὸ Χριστὸ ἕως ἐμᾶς. Αὐτὴ τὴ γραμμὴ ἂς κρατήσουμε κι ἐμεῖς. Ἂς μείνουμε πιστοὶ κι ἀφοσιωμένοι στὴν Ἐκκλησία, γιὰ νὰ εἴμαστε μὲ τοὺς Πατέρες, μὲ τοὺς Ἀποστόλους καὶ μὲ τὸ Χριστό. Ὅποιος εἶναι μὲ τὸ Χριστὸ εἶναι μὲ τὸ Θεό· ὅποιος εἶναι μὲ τὸ Θεὸ ἔχει ζωὴ αἰώνια. Ἀμήν.

Μισθωτοὶ ποιμένες, μισθωμένοι ἄρχοντες.

  Μισθωτοὶ ποιμένες, μισθωμένοι ἄρχοντες. Γεώργιος Κ. Τζανάκης . Ἀκρωτήρι Χανίων Σχετικῶς μὲ τὸ θέμα τῶν αὐξήσεων τῶν μισθῶν τῶν ἀρχιερέων, ...