Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Σάββατο, Φεβρουαρίου 21, 2015

Ὁ Ἅγιος Εὐστάθιος Ἀρχιεπίσκοπος Ἀντιοχείας τῆς Μεγάλης


 


Ἀπὸ τὶς μεγάλες καὶ ἀθλητικὲς ἐκκλησιαστικὲς μορφὲς τοῦ 3ου καὶ 4ου αἰῶνα ὁ Εὐστάθιος, γεννήθηκε στὴ Σίδη τῆς Παμφυλίας τὸ 260. Διακρίθηκε μεταξὺ τῶν προμάχων τῆς Ὀρθοδοξίας, γιὰ τὴν ὁποία ἀγωνίστηκε καὶ καταδιώχθηκε.

Στὴν ἀρχὴ διέλαμψε σὰν ἐπίσκοπος Βεῤῥοίας στὴ Συρία, ὅταν καὶ συμμετεῖχε στὴν Οἰκουμενικὴ Σύνοδο τῆς Νίκαιας. Τὸ 323 τοῦ δόθηκε ἡ ἀρχιεπισκοπὴ Ἀντιοχείας τῆς Μεγάλης. Ἀπὸ τὴν θέση αὐτὴ ὁ Εὐστάθιος, κατόρθωσε λαμπρότερη διάδοση καὶ στερέωση τῆς Ὀρθοδοξίας.

Τὸ 330 ὅμως οἱ ἀρειανοὶ ἔκαναν Σύνοδο ἐναντίον του, μὲ τὴν κατηγορία ὅτι ἀσπαζόταν τὴν αἵρεση τοῦ Σαβελλίου. Ἐπίσης, ἀφοῦ δωροδόκησαν κάποια γυναῖκα ἐλαφρῶν ἠθῶν, τὴν παρουσίασαν στὴ Σύνοδο καὶ εἶπε ὅτι εἶχε σχέσεις μὲ τὸν Εὐστάθιο καὶ μάλιστα, ὅτι ἀπὸ τὶς σχέσεις αὐτὲς ἀπέκτησε καὶ παιδί.

Περιττὸ δὲ νὰ ποῦμε, ὅτι μετὰ τὶς συκοφαντίες αὐτὲς οἱ ἀρειανοί, κατόρθωσαν καὶ ἐξόρισαν τὸν Εὐστάθιο στὴν Τραϊανούπολη τῆς Θρᾴκης, ὅπου καὶ πέθανε (τὸ 360). Ὁ λαὸς βέβαια ξεσηκώθηκε καὶ δὲν δεχόταν ν᾿ ἀναγνωρίσει κανένα διάδοχό του. Ἡ μνήμη του ζοῦσε στὸ ποίμνιό του, σὰν ἄνδρα, ποὺ ἀνῆκε στοὺς ἀθλητὲς καὶ μάρτυρες τῆς πίστης. Περίφημο λόγο γιὰ τὸν Εὐστάθιο, ἔξεφωνησε ὁ Ἱερὸς Χρυσόστομος.

Ἀπολυτίκιον.
Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Θείας ἔμπλεως σοφίας πέλων, ὥσπερ ἥλιος, λαμπρὸς ἐκλάμπεις, ἐν τῇ Συνόδῳ τῇ Πρώτῃ Εὐστάθιε· καὶ τὸν Υἱὸν ὁμοούσιον Ὅσιε, ἀνακηρύττεις Πατρὶ καὶ τῷ Πνεύματι. Ἀλλὰ πρέσβευε, εὐστάθειαν ἀδιάπτωτον, δοθῆναι Ἱεράρχα τοῖς τιμῶσί σε.

Κοντάκιον.
Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχῳ.
Ὡς ἐκκαθάρας σεαυτὸν ἐνθέοις πράξεσι
Ἀρχιερέων ἀνεδείχθης θεῖον ἄγαλμα
Θεωρίᾳ καὶ ἀμέμπτῳ ἐμπρέπων βίῳ.
Ἀλλ’ ὡς στῦλος Ἐκκλησίας καὶ ἑδραίωμα
Πειρασμῶν στερρῶς ὑπέμεινας τὴν ἔφοδον.
Ὅθεν κράζομεν, χαίροις Πάτερ Ευστάθιε.

Μεγαλυνάριον.
Τὸν Υἱὸν ὁμότιμον τῷ Πατρὶ, Πάτερ δογματίζων, καὶ τῷ Πνεύματι συμφυῆ, τῆς ὁμολογίας, τὸν στέφανον ἐδέξω, Εὐστάθιε ποικίλαις, παλαίσας θλίψεσι.

Συναξαριστής της 21ης Φεβρουαρίου

Ὁ Ὅσιος Τιμόθεος ὁ ἐν Συμβόλοις

 


Ἦταν μοναχὸς πνευματέμφορος, μὲ μεγάλη καθαρότητα ζωῆς ἀπὸ νεαρὴ ἡλικία, ξένος πρὸς τοὺς μολυσμοὺς τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος. Ἐπίσης, ἦταν χαρακτῆρας εὐθύς, εἰλικρινής, συμπαθητικός, ἐλεύθερος. Χωρὶς φανατισμούς, χωρὶς καυχήσεις ὅτι νήστευε, χωρὶς ἀλαζονεῖες ὅτι ἔκανε ἀγρυπνίες καὶ ἐγκράτεια. Γεμάτος ἁπλότητα, ταπεινοφροσύνη, ἐπιείκεια καὶ συγκατάβαση. Ἔκρινε τὸν ἑαυτό του μὲ αὐστηρότητα καὶ τοὺς ἄλλους μὲ ἀγαθότητα.

Γι᾿ αὐτὸ καὶ ὁ Θεὸς τοῦ ἔδωσε τὸ χάρισμα νὰ ἰατρεύει ἀσθένειες, χωρὶς βέβαια νὰ ὑπερηφανεύεται γι᾿ αὐτό. Καὶ ἔλεγε: «Γιατί νὰ ὑπερηφανευθῶ; ὁ Θεός μου τὸ χάρισε, ὄχι γιὰ τὴν δική μου ἀρετὴ ἀλλὰ γιὰ τὴν πρὸς σᾶς ἀγάπη Του. Ἔπειτα ὁ Κύριός μας τὸ εἶπε, ὅτι δὲν σημαίνει τίποτα τὸ νὰ κάνουμε θαύματα. Ἀλλὰ τὸ πᾶν εἶναι, μὲ τὴν πίστη μας καὶ τὴν μετάνοιά μας καὶ τὴν τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Εὐαγγελίου, νὰ γράψουμε τὰ ὀνόματά μας στὸ βιβλίο τῆς ζωῆς».

Ἀπολυτίκιον.
Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Φερωνύμως τιμήσας Θεὸν Τιμόθεε, διὰ ζωῆς ἐναρέτου ἀπὸ παιδὸς ὡς σοφός, ἐτιμήθης παρ’ αὐτοῦ ἀξίως Ὅσιε· τῶν γὰρ ἐνθέων δωρεῶν, σκεῦος ὤφθης ἱερόν, παρέχων ἑνὶ ἑκάστῳ, πολυτελεῖς χορηγίας, πρὸς σωτηρίαν τῶν ψυχῶν ἡμῶν.

Κοντάκιον.
Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Ὡς ἀστὴρ πολύφωτος ἐκ τῆς Ἑῴας, ἀναλάμψας ηὔγασας, ἐν ταῖς καρδίαις τῶν πιστῶν, τὰς ἀρετὰς τῶν θαυμάτων σου, θαυματοφόρε, παμμάκαρ Τιμόθεε.

Κάθισμα
Ἦχος πλ. δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Παρθένος τῷ σώματι σὺ ἀναδέδειξαι, πιστῶς τῷ ποιήσαντι, σὺ πεφανέρωσαι, Πατὴρ ἡμῶν Ὅσιε· ὅθεν καὶ συνευφραίνῃ, ταῖς φρονίμοις Παρθένοις, πίστει δὲ συγχορεύεις, τοῖς ὁσίοις Πατράσιν, ἡμῖν δὲ ἐπεφάνης βρύων τὰ θαύματα.

Μεγαλυνάριον.
Ἄρας τὸν σταυρόν σου ἀπὸ παιδός, ἴχνεσι τοῦ Λόγου, ἐπορεύθης ἀσκητικῶς, καὶ τῆς ἀπαθείας, τὴν ἔλλαμψιν πλουτήσας, παθῶν ἡμᾶς ἀχλύος, ῥῦσαι Τιμόθεε.

 
Ὁ Ἅγιος Εὐστάθιος Ἀρχιεπίσκοπος Ἀντιοχείας τῆς Μεγάλης

 


Ἀπὸ τὶς μεγάλες καὶ ἀθλητικὲς ἐκκλησιαστικὲς μορφὲς τοῦ 3ου καὶ 4ου αἰῶνα ὁ Εὐστάθιος, γεννήθηκε στὴ Σίδη τῆς Παμφυλίας τὸ 260. Διακρίθηκε μεταξὺ τῶν προμάχων τῆς Ὀρθοδοξίας, γιὰ τὴν ὁποία ἀγωνίστηκε καὶ καταδιώχθηκε.

Στὴν ἀρχὴ διέλαμψε σὰν ἐπίσκοπος Βεῤῥοίας στὴ Συρία, ὅταν καὶ συμμετεῖχε στὴν Οἰκουμενικὴ Σύνοδο τῆς Νίκαιας. Τὸ 323 τοῦ δόθηκε ἡ ἀρχιεπισκοπὴ Ἀντιοχείας τῆς Μεγάλης. Ἀπὸ τὴν θέση αὐτὴ ὁ Εὐστάθιος, κατόρθωσε λαμπρότερη διάδοση καὶ στερέωση τῆς Ὀρθοδοξίας.

Τὸ 330 ὅμως οἱ ἀρειανοὶ ἔκαναν Σύνοδο ἐναντίον του, μὲ τὴν κατηγορία ὅτι ἀσπαζόταν τὴν αἵρεση τοῦ Σαβελλίου. Ἐπίσης, ἀφοῦ δωροδόκησαν κάποια γυναῖκα ἐλαφρῶν ἠθῶν, τὴν παρουσίασαν στὴ Σύνοδο καὶ εἶπε ὅτι εἶχε σχέσεις μὲ τὸν Εὐστάθιο καὶ μάλιστα, ὅτι ἀπὸ τὶς σχέσεις αὐτὲς ἀπέκτησε καὶ παιδί.

Περιττὸ δὲ νὰ ποῦμε, ὅτι μετὰ τὶς συκοφαντίες αὐτὲς οἱ ἀρειανοί, κατόρθωσαν καὶ ἐξόρισαν τὸν Εὐστάθιο στὴν Τραϊανούπολη τῆς Θρᾴκης, ὅπου καὶ πέθανε (τὸ 360). Ὁ λαὸς βέβαια ξεσηκώθηκε καὶ δὲν δεχόταν ν᾿ ἀναγνωρίσει κανένα διάδοχό του. Ἡ μνήμη του ζοῦσε στὸ ποίμνιό του, σὰν ἄνδρα, ποὺ ἀνῆκε στοὺς ἀθλητὲς καὶ μάρτυρες τῆς πίστης. Περίφημο λόγο γιὰ τὸν Εὐστάθιο, ἔξεφωνησε ὁ Ἱερὸς Χρυσόστομος.

Ἀπολυτίκιον.
Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Θείας ἔμπλεως σοφίας πέλων, ὥσπερ ἥλιος, λαμπρὸς ἐκλάμπεις, ἐν τῇ Συνόδῳ τῇ Πρώτῃ Εὐστάθιε· καὶ τὸν Υἱὸν ὁμοούσιον Ὅσιε, ἀνακηρύττεις Πατρὶ καὶ τῷ Πνεύματι. Ἀλλὰ πρέσβευε, εὐστάθειαν ἀδιάπτωτον, δοθῆναι Ἱεράρχα τοῖς τιμῶσί σε.

Κοντάκιον.
Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχῳ.
Ὡς ἐκκαθάρας σεαυτὸν ἐνθέοις πράξεσι
Ἀρχιερέων ἀνεδείχθης θεῖον ἄγαλμα
Θεωρίᾳ καὶ ἀμέμπτῳ ἐμπρέπων βίῳ.
Ἀλλ’ ὡς στῦλος Ἐκκλησίας καὶ ἑδραίωμα
Πειρασμῶν στερρῶς ὑπέμεινας τὴν ἔφοδον.
Ὅθεν κράζομεν, χαίροις Πάτερ Ευστάθιε.

Μεγαλυνάριον.
Τὸν Υἱὸν ὁμότιμον τῷ Πατρὶ, Πάτερ δογματίζων, καὶ τῷ Πνεύματι συμφυῆ, τῆς ὁμολογίας, τὸν στέφανον ἐδέξω, Εὐστάθιε ποικίλαις, παλαίσας θλίψεσι.

 
Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης Γ´ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ὁ ἀπὸ Σχολαστικῶν

Καταγόταν ἀπὸ ἕνα χωριὸ τῆς Ἀντιοχείας, ποὺ ὀνομαζόταν Σιρίμιο. Σπούδασε στὴν Ἀντιόχεια καὶ ἔκανε τὸ ἐπάγγελμα τοῦ δικηγόρου. Καθὼς ἦταν εὐσεβὴς καὶ ἐνάρετος, ἔγινε κληρικὸς καὶ ἐστάλη στὴν Κωνσταντινούπολη σὰν ἀποκρισάριος τοῦ Πατριάρχη Ἀντιοχείας. Καὶ ἐνῷ βρισκόταν ἐκεῖ, ἐξελέγη Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως τὸ 565. Διοίκησε τὴν ἐκκλησία γιὰ 12 χρόνια καὶ μερικοὺς μῆνες καὶ ἀπεβίωσε εἰρηνικὰ τὸ 577.

 
Ὁ Ἅγιος Ζαχαρίας Πατριάρχης Ἱεροσολύμων

Εἶναι αὐτός, ποὺ μετὰ τὴν ἅλωση τῆς Ἱερουσαλὴμ ἀπὸ τοὺς Πέρσες (614) ἀπὸ τὸν Χοσρόη, μεταφέρθηκε αἰχμάλωτος στὴν Περσία. Σύμφωνα μὲ ὁρισμένες πληροφορίες, ἐπανῆλθε ἀπὸ τὴν Περσία (628), ἀφοῦ ἐλευθερώθηκε ἀπὸ τὸν Ἡράκλειο, καὶ πέθανε στὴν Ἱερουσαλὴμ τὸ 633.

 
Ὁ Ὅσιος Γεώργιος ἐπίσκοπος Ἀμάστριδος

Γεννήθηκε τὸ ἔτος 750 ἀπὸ γονεῖς εὐσεβεῖς τοῦ Θεοδοσίου καὶ τῆς Μεγεθούς, ποὺ κατάγονταν ἀπὸ τὴν Κρώμνη, πόλη κοντὰ στὴ Ἀμάστριδα τοῦ Εὐξείνου Πόντου. Οἱ γονεῖς του τὸν ἀπέκτησαν διὰ πολλῆς προσευχῆς, διότι δὲν ἔκαναν παιδιά.

Ὅταν μεγάλωσε καὶ ἐκπαιδεύτηκε ἀρκετά, ἀναχώρησε ἀπὸ τὴν πατρίδα του καὶ πῆγε στὸ ὄρος τῆς Συρικῆς, κοντὰ σ᾿ ἕναν σοφὸ Γέροντα, ὅπου ἀπ᾿ αὐτὸν πῆρε τὸ Ἀγγελικὸ σχῆμα τῶν Μοναχῶν. Ὅταν ὁ Γέροντας αὐτὸς πέθανε, ὁ Γεώργιος πῆγε στὴ Μονὴ Βονύσσης (Βόνιτσα Ἀκαρνανίας), κοντὰ στὴν Ἀμάστριδα, καὶ ἐκεῖ ἀσκήτευε.

Κάποτε ὅμως, ὁ Ἐπίσκοπός της Ἀμάστριδας πέθανε καὶ τότε λαὸς καὶ κλῆρος ἔκαναν ἐπίσκοπο τὸν Γεώργιο (788). Ἀφοῦ χειροτονήθηκε Ἀρχιεπίσκοπος στὴν Κωνσταντινούπολη, γύρισε στὴν ἐπισκοπή του καὶ ἀποδείχτηκε πραγματικὰ λύχνος ἐπὶ τὴν λυχνίαν.

Ἐπιμελήθηκε τὴν διάταξη τῶν ἱερῶν ναῶν, τὴν προστασία τῶν ὀρφανῶν καὶ φτωχῶν με τὶς πτωχοτροφίες καὶ ἄλλα. Ἀξιώθηκε μάλιστα καὶ τοῦ θαυματουργικοῦ χαρίσματος. Ἔτσι, μ᾿ αὐτὸν τὸν ἅγιο τρόπο ἀφοῦ ἔζησε, ἀπεβίωσε εἰρηνικὰ τὸ ἔτος 805.
(Ἡ μνήμη του ἐπαναλαμβάνεται καὶ τὴν 25η Ὀκτωβρίου).

 
Οἱ Ἅγιοι Ἀνδρέας καὶ Ἀνατόλιος

Ἄγνωστοι στοὺς Συναξαριστές. Ἀνήκουν στὴν Ἐκκλησία τῶν Ἱεροσολύμων καὶ εἶναι καταταγμένοι στὸ Ἱεροσολυμιτικὸ Κανονάριο σελ. 35 σημ. 1 καὶ ἐκτὸς ἀπὸ τὴν συγκεκριμένη ἡμερομηνία, γιορτάζουν καὶ 26 Ἀπριλίου καὶ 7 Ἰουνίου.

Οἱ Ἅγιοι αὐτοὶ ὑπῆρξαν ἀπὸ τοὺς πρώτους μαθητὲς τοῦ Ἁγίου Εὐθυμίου τοῦ Μεγάλου. Ὁ Ἀνδρέας καταγόταν ἀπὸ τὴν Μυτιλήνη καὶ ἦταν ἀνεψιὸς τοῦ Σιδωνίου, ποὺ διαπαιδαγώγησε τὸν Μέγα Εὐθύμιο. Ὁ Ἀνατόλιος καταγόταν ἀπὸ τὴν Ῥαϊθώ. Αὐτοὶ παρουσιάστηκαν στὸν Μέγα Εὐθύμιο σχεδὸν ταυτόχρονα, ὁ μὲν Ἀνδρέας μαζὶ μὲ τὰ δυό του ἀδέλφια Στέφανο καὶ Γαίανο, ὁ δὲ Ἀνατόλιος μαζὶ μὲ τὸν Ἰωάννη τὸν πρεσβύτερο καὶ τὸν Θαλάσσιο.

Αν θέλεις να δοκιμάσεις την πίστη ενός χριστιανού,μίλησέ του για τον ασκητισμό.(Φώτης Κόντογλου)


"Λογισμοί αμαρτωλού"(Φώτης Κόντογλου)

Όταν μιλήσεις στους ψευτοχριστιανούς για σκληρή άσκηση στο κορμί και στο πνεύμα για την αγάπη του Χριστού, θυμώνουνε, σε λένε φακίρη, ειδωλολάτρη, βάρβαρο. Αν θέλεις να δοκιμάσεις την πίστη ενός χριστιανού, μίλησέ του για τον ασκητισμό. Ο πιστός θα νοιώσει κατάνυξη, ο χλιαρός, δηλαδή ο ψεύτικος, ο άπιστος, θα διαμαρτυρηθεί.

Τί αν λέγει ο Χρι­στός: «Μακάριοι όσοι αφήσανε τα


πάντα και μ' ακολουθήσανε», ή «Η βασιλεία του Θεού βιάζεται και οι βιασταί αρπάζουσιν αυτήν», και πως «θλίψιν έξετε», και πως «στενή και τεθλιμμένη η οδός η απάγουσα εις την ζωήν»; Εμείς θέλουμε να είμαστε Χριστιανοί χωρίς Χριστό, δηλ. χωρίς θλίψη πνευματική, χωρίς να σηκώνουμε τον σκληρό σταυρό, αλλά να περπατάμε στον πλατύν δρόμο. Αυτοί οι ψεύτικοι χριστιανοί, σαν τους μιλά κανένας για σκληρή και στερημένη ζωή, για θυσία, για άσκηση, λένε πως αυτά δεν τα θέλει ο Χριστός, και πως αυτά είναι παρακαμώματα.

Μα, ω ανόητε άνθρωπε, στον Χριστιανισμό, τίποτα δεν μπορεί να παραγίνει. Για όλα τα ανθρώπινα πράγματα μπορείς να πεις πως κάτι τι είναι παρακανωμένο, μονάχα για τον Χριστιανισμό δεν υπάρχει παρακάνωμα.
Τί παρακάνωμα μπορεί να σηκώσει ακόμα το να αγαπάς αυτόν που σκότωσε τον πατέρα σου, τί παρακάνω­μα μπορείς να κάνεις στο να σε χτυπήσουνε και στο άλλο μάγουλο, τί παρακάνωμα να γίνει ακόμα στο να πεινάς και να διψάς την καταφρόνεση, στο να κάνεις όσα ζητά ο Θεός από εσένα, δηλ. στο ν' αγαπάς τους εχθρούς σου, να γλυκομιλάς αυτόν που σε βρίζει, να μην κρίνεις αυτόν που σε δικάζει, να ταπεινώνεσαι μπροστά στον πιο τιποτένιον άνθρωπο, κι' όταν τα κάνεις όλα αυτά, να λες πως είσαι «αχρείος δούλος»;

Τί παρακάνωμα μπορεί να γίνει ακόμα στο να πιστέψεις πως θα αναστηθούνε τα σώματά μας αθάνατα ως να ανοιγοκλείσει το μάτι, και πως ο κόσμος όλος θ' αλλάξει μονομιάς, και πως θα γίνει άλλος καινούριος κόσμος άφθαρτος;
Λοιπόν υπάρχει τίποτα στον Χριστιανισμό που να μπορεί να παρακαμωθεί;
Ο Χριστιανισμός είναι η υπερβολή όλων των υπερβολών, το πιο απίστευτο από όλα τα απίστευτα. Για τούτο η πόρτα που μπαίνει κανένας στην εξωτική χώρα του Χριστού είναι μια μοναχά, η πίστη. Και για την πίστη δεν υπάρχει κανένα παρακάνωμα. Ενώ για την απιστία υπάρχει η πονηρή φρονιμάδα, το μέτριο και ο συμβιβασμός. Γι' αυτό οι τέτοιοι ψευτοχριστιανοί δεν αντέχουνε στη φωτιά της πίστεως και γυρίσανε τον Χριστιανισμό σε κάποιο σύστημα ηθικό, ωφέλιμο για την εγκόσμια ζωή, που γι' αυτό δεν τους χρειάζεται ολότελα ο Χριστός. Γιατί ο άπιστος φοβάται, ενώ όποιος πιστεύει «ως λέων πέποιθε», κατά τον προφήτη.

* Όποιος αγαπά τον Θεό, φλέγεται χωρίς να το δείχνει, χαίρεται χωρίς να γελά, συντρίβεται μέσα στον βυθό του εαυτού του.

* Η αγάπη που μας δίδαξε ο Χριστός είναι άλλο πράγμα από τη λεγόμενη φιλανθρωπία. Για τούτο οι φιλάνθρωποι δεν γεύουνται αυτή την αγάπη του Χριστού, που είναι «νερό που πηδά σε ζωή αιώνια». Οι φιλανθρωπίες που κάνουνε οι σημερινοί άνθρωποι είναι ένα χρέος κοινωνικό. Αυτοί οι φιλάνθρωποι, κι' όποιος είναι πρακτικός άνθρωπος, δεν είναι χριστιανοί.

* Όποιος αγαπά τον Χριστό και το Ευαγγέλιό του, αγαπά το πράγμα που αξίζει να αγαπηθεί πιο πολύ απ' όλα. Μέσα στον Χριστό βρίσκεται ό,τι αξίζει την αγάπη, η ταπείνωση, ο πόνος, η πραότητα, η πνευματική θλίψη κ' η πνευματική χαρά που είναι κ' οι δυο γλυκές όταν γίνονται στ' όνομα του Χριστού.

* «Δεύτε προς με πάντες οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι, καγώ αναπαύσω υμάς». Να μας αναπαύσεις! Δεν θέλουμε ούτε να το ακούσουμε. Μα εμείς δεν θέλουμε ν' αναπαυθούμε. Εμείς θέλουμε νάμαστε φορτωμένοι, με τα πάθη μας, με τις έχθρες μας, με τους πολέμους, με τις φροντίδες της φιλοδοξίας, της σάρκας, με αίματα λερωμένοι, με πιστόλια, με κανόνια, με μπόμπες. Τί θα γίνουμε χωρίς αυτά, Κύριε ειρηνοποιέ; Πώς θα ζήσουμε έτσι αναπαυμένοι, με τί θα γεμίσουμε τον άδειο τον εαυτό μας, αφού για μας είναι ζωή μονάχα αυτά τα πράγματα. Ειρήνη μας δίνεις, μα η ειρήνη είναι ο θάνατός μας, αφού είναι ο θάνατος των αγαπημένων μας παθών! Αν έλεγες «κ' εγώ θα σας φορτώσω και άλλα τέτοια βάρη, που δεν τα γνωρίζετε, εγώ θα πλουτήσω την ψυχή σας και με άλλα τέτοια πλούτη, που να μη ειρηνέψετε ποτέ», τότε θα ερχόμαστε κοντά σου, θα σε παραδεχόμαστε για Θεό μας.

Εμείς θέλουμε θεούς που να μας φορτώνουνε, εκδικητικούς, σαν τον Άρη, σαν τον Δία, σαν τον Κρόνο, ψεύτες σαν τον Ερμή, σαν τους άλλους. Εμείς θέλουμε να ζούμε την κακία, γιατί αυτή είναι ζωντανή και δυνατή. «Ναι, έρχου, Κύριε!» Κράζει με χαρά ο Ιωάννης στον Ερχόμενο επί Νεφελών στη Δευτέρα Παρουσία. Πρέπει νάσαι άγιος, δίκαιος και μάλιστα νάσαι Ιωάννης, για να χαίρεσαι πως θάρθει ο Χριστός και να τον περιμένεις. Εμείς κράζουμε «μην έλθεις Κύριε». Γιατί είμαστε αμαρτωλοί και έρχεται η οργή του Κυρίου καταπάνω μας. Με την «ατομική μπόμπα» τα συλλογίζουμαι αυτά. Μόλις μαθεύτηκε, φόβος επέπεσε επί πάσαν καρδίαν. Μακάριοι όσοι είναι έτοιμοι σε κάθε στιγμή! Αλλά αλλοίμονο! Ποιος είναι έτοιμος σαν τον Ιωάννην τον αγιώτατο από τους αγίους; Όλοι μας φοβούμαστε μήπως έλθεις ως κλέπτης εν νυκτί (Λουκάς ΚΑ').

* Οι άνθρωποι, αν τους βρίσεις ή λογοφέρεις μαζί τους, ή γράψεις γι' αυτούς κακό, έρχεται ώρα που μπορεί να σου το συχωρέσουν. (Δεν βαρυέσαι, αδελφέ, ξέχασέ τα!) Κείνο που δεν θα σου συχωρέσουνε ποτέ και για το οποίο θα σε μισήσουνε, είναι να ζεις κατά τέτοιον τρόπο, που να ντρέπουνται εκείνοι για τη δική τους τη ζωή, νάναι η ζωή σου σαν ένας έλεγχος της δικής τους.

* Όποιος απογεύθηκε κατάκαρδα την ειρήνη του Χριστού, δεν βιάζει τον εαυτό του νάναι φτωχός, μα θεληματικά ποθεί τη φτώχεια, και χάνει τη χαρά του σαν αποκτήσει κάτι τι παραπάνω, ας είναι και το πιο τιποτένιο πράγμα. Κι' ό,τι είναι ταπεινό και φτωχικό και καταφρονεμένο, τ' αγαπά κρυφά μέσα στην καρδιά του χωρίς να λέγει τίποτα σε κανέναν, γιατί ο ταπεινός αγαπά τη σιωπή και τη λησμονιά: «Εγγύς ο Θεός της λυπηράς καρδίας».

* Μόλις σκορπίσουνε οι πειρασμοί κι' ανοίξει η πόρτα της ψεύτικης χαράς και της αναπαύσεως, κλείνει η πόρτα της αληθινής ευφροσύνης. Αυτό το νοιώθει καθαρά ο Χριστιανός.

* Προσευχή. Σε ευχαριστώ, Κύριε πολυέλεε, σε υμνώ, σε δοξάζω, γιατί μ' έπλασες από το τίποτα. Αλλά δεν μ' έπλασες μοναχά μια φορά, αλλά και κάθε μέρα με πλάθεις από το τίποτα, επειδή και κάθε μέρα με βγάζεις από τον ίσκιο του θανάτου που ξαναπέφτω. Μέσα στον ακαταμέτρητο τον κόσμο, μέσα στη μερ­μηγκιά των ανθρώπων, είμαι ένα τίποτα. Ο κάθε άνθρωπος είναι ένα τίποτα. Και μολαταύτα τον κάθε άνθρωπο τον θυμάσαι και τον βρίσκεις και τον τραβάς προς εσένα, και τον ζωοποιείς από πεθαμένον, και τον ξαναπλάθει το πατρικό χέρι σου, σαν να είναι ο καθένας μας μοναχά αυτός στον κόσμο. Η κραταιά δύναμή σου βαστά όλη την κτίση κι' όλες τις ψυχές σαν νάναι μια και μοναχή. Και τις κάνεις να νοιώσουνε την αθανασία σαν νάναι μια και μονάχη η καθεμιά και σε νοιώθουνε πατέρα τους σπλαχνικόν, που δεν κουράζεται να συχωρά και να ξαναπλάθει τον εαυτό μας, που πεθαίνει κάθε ώρα από την αμαρτία.
πηγή
Αξιοπρόσεκτες ευσεβείς σκέψεις του ακαταβλήτου αγωνιστού αειμνήστου ΦΩΤΙΟΥ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ † 1965. Εκδόσεις "Ορθόδοξος Κυψέλη".
Το είδαμε εδώ

Η αξία της Προσευχής προς τους Αγίους και η σημασία της Δοξολογίας προς τον Θεό




Στάρετς Νεκταρίου της Όπτινας 
Γράφει η μοναχή Νεκταρία (Κοντσέβιτς)

Ό Γέροντας μου είχε βάλει να κάνω κανόνα στο κελί μου• να λέω 30 φορές "Κύριε, Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με την αμαρτωλή", 10 φορές το "Ύπεραγία Θεοτόκε, σώσον με", 10 φορές το "Άγιε άγγελε φύλακα μου, πρέσβευε στον Θεό για μένα" και 10 φορές το "Άγιοι Πάντες πρεσβεύσατε υπέρ εμού".

Και πρόσθεσε: «Καθώς θα λες "Άγιοι Πάντες πρεσβεύσατε υπέρ εμού", όλοι οί Άγιοι στον Παράδεισο θα λένε "Κύριε ελεησόν" και θα είναι αυτό ένα κέρδος για σένα». 

Τώρα κάθε φορά πού λέω "Άγιοι Πάντες πρεσβεύσατε υπέρ εμού", αναλογίζομαι πώς όλοι μαζί οί Άγιοι στον Παράδεισο γονατίζουν μπροστά στον θρόνο του Θεού και λένε "Κύριε ελεησόν".


Ευχαριστία, δοξολογία

Υπενθύμιζε επανειλημμένως στα πνευματικά του τέκνα να ευχαριστούν τον Κύριο για όλα τα ελέη του. Σαν παράδειγμα ειλικρινούς ευγνωμοσύνης ανέφερε τον όσιο Ελεάζαρ της Σκήτης του Ανζέρσκ:

Ό Όσιος αυτός βγήκε μια νύχτα στον εξώστη του κελιού του και ατενίζοντας την ομορφιά και την γαλήνη της φύσεως της Σκήτης του Άνζέρσκ, πού τον περιέβαλλε, αισθάνθηκε συγκίνηση μέχρι του σημείου να δακρύσει. Και μέσα από την καρδιά του πού πλημμύρισε από θεία αγάπη, βγήκε ένας βαθύς αναστεναγμός: «"Ω Κύριε, τι ομορφιά είναι αυτή πού έχεις δημιουργήσει για μας! Με τι μέσα και τι τρόπους μπορώ εγώ, ένα αξιοκαταφρόνητο σκουλήκι, να σ' ευχαριστήσω για όλα τα μεγάλα και πλούσια ελέη πού μου έχεις δώσει;».

Ή δύναμη του αναστεναγμού και ή προσευχή του οσίου άνοιξαν τους ουρανούς και μπροστά στα μάτια της ψυχής του εμφανίστηκαν μυριάδες Άγγελοι φωτεινοί, πού έψαλλαν την μεγάλη αγγελική δοξολογία "Δόξα εν ύψίστοις Θεώ και επί γης ειρήνη εν άνθρώποις ευδοκία", ενώ μια αόρατη φωνή είπε στον Όσιο:

-Και συ επίσης, Ελεάζαρ, να ευχαριστείς τον Πλάστη και Δημιουργό σου μ' αυτά τα λόγια της δοξολογίας.

Και ό στάρετς Νεκτάριος υπογράμμισε αναστενάζοντας:

- Ή σημερινή γενιά έχει σταματήσει ν' απευθύνει ευχαριστήριες προσευχές προς τον Κύριο, και περιορίζεται να του απευθύνει συνεχώς μόνο αιτήματα σαν τον αχάριστο ζητιάνο.

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 20, 2015

«Κάποια μέρα του καλοκαιριού θα ξυπνήσουμε και θα ακούσουμε...»

 Τετράμηνη παράταση ε;


'alt
«Κάποια μέρα του καλοκαιριού θα ξυπνήσουμε και θα ακούσουμε από το ραδιόφωνο και την τηλεόραση ότι η Ελλάδα κήρυξε Πτώχευση. Τότε οι οποιεσδήποτε καταθέσεις στις τράπεζες, θα παρακρατηθούν για να πληρωθούν τα χρέη. Από εκείνη τη στιγμή και μετά, αρχίζουν τα χειρότερα στην Ελλάδα».
(γέροντας Νεκτάριος Βιτάλης)
26 Μαΐου 2011


πηγή

«Η αγριοκρεμμύδα …»

Ήταν κάποτε μια γριά γυναίκα, η οποία στη ζωή της δεν είχε κάνει κανένα καλό. Όταν πέθανε, ο άγγελός της την πήγε στο θρόνο του Θεού, μα στο βιβλίο των πράξεών της δεν υπήρχε καμία καλοσύνη κι έτσι ο δρόμος της ήταν για την κόλαση. Ο άγγελός της στενοχωρήθηκε αφάνταστα. Αναζήτησε στις πιο κρυφές σημειώσεις του βιβλίου του καθενός, μήπως και βρει κάποια καλή πράξη και αναγκάσει το Θεό που είναι γεμάτος αγάπη να την πάρει στον Παράδεισο. Ψάχνοντας, λοιπόν, βρήκε ότι κάποτε όταν η γριά σκάλιζε τον κήπο της, ήρθε ένας ζητιάνος που της ζήτησε ελεημοσύνη. Η γριά δεν ήθελε να δώσει τίποτα, αλλά ο ζητιάνος ήταν πολύ επίμονος. Τότε, αφού νευρίασε, η γριά τράβηξε μια αγριοκρεμμύδα και την πέταξε στο ζητιάνο, για να απαλλαγεί από την παρουσία του.
Ο άγγελος χάρηκε και είπε στο Θεό το συμβάν. Τότε Αυτός του είπε: «Πάρε μια αγριοκρεμμύδα κι αν μπορέσει η γριά να κρατηθεί απ’ αυτήν και βγει από την κόλαση, ας τη φέρεις στον Παράδεισο». Ο άγγελος χάρηκε αφάνταστα, πήρε μια αγριοκρεμμύδα και κατηφόρισε στην κόλαση. Ρώτησε πού βρίσκεται η γριά και της είπε τα ευχάριστα. Η γριά καταχάρηκε και αρπάχτηκε από την αγριοκρεμμύδα που κρατούσε ο Άγγελος και άρχισε να βγαίνει από την κόλαση.
Τότε συνέβη το εξής παράδοξο. Από τα πόδια της γριάς άρχισαν να κρεμιόνται κι άλλοι κολασμένοι για να ξεφύγουν από τον τόπο της βασάνου. Όμως, η γριά άρχισε να τους σπρώχνει φωνάζοντας: «Δικιά μου είναι η αγριοκρεμμύδα, δεν έχετε θέση μαζί μου!». Ο άγγελος την παρακαλούσε να δείξει αγάπη, αλλά η γριά ήταν αμετάπειστη. Κλωτσούσε τις άλλες ψυχές και φώναζε! Τότε η αγριοκρεμμύδα έσπασε και η γρια και όλες οι άλλες ψυχές ξαναγύρισαν στην κόλαση. Ο άγγελος λυπημένος ξαναγύρισε στον Παράδεισο και ετοιμάστηκε για ένα νέο ταξίδι στη γη κοντά σε μια καινούρια ψυχή. Θα τον συντρόφευε η ελπίδα ότι αυτή η ψυχή θα μπορούσε να δείξει λίγη αγάπη, όσο κρατά μια αγριοκρεμμύδα. Ο Παράδεισος άλλωστε, κερδίζεται για τόσο λίγο.
(Φ. Ντοστογιέφσκυ, Αδελφοί Καραμαζώφ)
Λίγα λόγια για το θέμα του μήνα.
Ο Φεβρουάριος φέτος είναι ολόκληρος στην κατανυκτική περίοδο του Τριωδίου, δηλαδή στην περίοδο που μας προετοιμάζει για την εισαγωγή μας στη Μεγάλη Τεσσαρακοστή και την ίδια τη Μεγάλη Σαρακοστή. Η πρώτη μέρα του Τριωδίου είναι η Κυριακή του Τελώνη και του Φαρισαίου και μας προβάλει την ταπείνωση ως την αρετή που μας εξυψώνει στο Θεό, που μας δικαιώνει.
Γιατί η ταπείνωση, είναι η βάση της αυτοκριτικής με σκοπό την επανεκτίμηση των στόχων μας, τη βελτίωση της συμπεριφοράς μας έναντι των άλλων, του ελέγχου για το αν εργαστήκαμε όσο χρειαζόταν, αλλά και η βάση για να συνειδητοποιήσουμε ότι κι αν ακόμη κάναμε αυτό που μπορούσαμε, υπάρχει μία άλλη δύναμη, ένα άλλο σχέδιο, μία άλλη πρόνοια στη ζωή που επιτρέπει ή όχι την επίτευξη των όσων ο άνθρωπος επιδιώκει.
Έτσι, μετά την αυτοκριτική, έρχεται η μετάνοια, η αλλαγή του τρόπου σκέψης, η διόρθωση των λαθών, η επανεκτίμηση των σφαλμάτων. Σ΄ αυτή τη μετάνοια μας προάγει η δεύτερη εβδομάδα, αυτή της επιστροφής του Ασώτου Υιού ή του Ευσπλαχνικού Πατέρα όπως ονομαζότανε παλαιότερα.
Αυτή η εβδομάδα μας δείχνει ότι δεν είναι μόνο τα έργα μας που μας σώζουν, αλλά, η συνειδητοποίηση της αγάπης του Θεού – πατέρα, η μετάνοια και η ανάθεση της ζωής μας στο έλεος του Θεού.
Η Τρίτη εβδομάδα, της Απόκρεω, έρχεται να μας διδάξει ποιο είναι το κίνητρο των «καλών έργων» μας. Πως η αγάπη γα τον συνάνθρωπο είναι το κριτήριο με το οποίο ο Θεός θα κρίνει τους ανθρώπους στην Δευτέρα Του Παρουσία. Η ταπείνωση και η συναίσθηση της αγάπης του Θεού για τον κάθε άνθρωπο μας οδηγεί στο να δούμε ότι δεν είναι ο εαυτός μας το κέντρου του κόσμου, και πως μόνο αγαπώντας ολοκληρώνεται ο άνθρωπος. Αυτή η αγάπη έλειπε από την πρωταγωνίστρια της ιστορίας μας, γι΄ αυτό και όταν ακόμη ο άγγελός της έκανε την τελευταία προσπάθεια για να την οδηγήσει στον Παράδεισο, αυτή εγωϊστικά, αμετανόητα και μισάνθρωπα φερόμενη οδηγήθηκε στην Κόλαση, στην κατάσταση όπου η παρουσία του Θεού και του κάθε άλλου είναι βάσανο και μαρτύριο για τις ψυχές.
Η Τέταρτη Κυριακή, της Τυρινής όπως λέγεται, έρχεται να μας εισαγάγει στην Μεγάλη Τεσσαρακοστή και να μας δείξει το νόημα της νηστείας. Η νηστεία δεν είναι ένα έκτακτο γεγονός, ούτε χρειάζεται επισημότητες. Είναι η φυσική καθημερινότητά μας. Η νηστεία είναι ένα διαρκές «σήμερα» στην πορεία της ύπαρξης προς την αιωνιότητα. Νηστεία στα πάθη, στην κακία, στον εγωισμό, στην μέριμνα μόνο για τον κόσμο είναι ο καθημερινός αγώνας κάθε χριστιανού. Η διατροφική αλλαγή λειτουργεί ως υπενθύμιση της εντατικοποίησης της προσπάθειας.
Αυτή η εντατικοποίηση της πνευματικής άσκησης και προσπάθειας, έδωσε στην περίοδο αυτή και την ονομασία «Στάδιο των Αρετών», όπως αναφέρεται στα μουσικά κείμενα, στα τροπάρια της Εκκλησίας μας.

Η Ιερά Ακολουθία της Προσκομιδής - Τα δώρα των χριστιανών για τη Θεία Λειτουργία
Έχοντας κάνει αναφορά τόσο στα λειτουργικά σκεύη της Εκκλησίας μας όσο και στα βιβλία που χρησιμοποιούμε στη Λατρεία, θα προσπαθήσουμε να κάνουμε μια παρουσίαση σε κάποιες ακολουθίες που τελούμε στην Εκκλησία μας. Η προσπάθειά μας αυτή, δεν αποσκοπεί στην απόκτηση κάποιων εγκυκλοπαιδικών γνώσεων, αλλά στην γνωριμία και στην βαθύτερη κατανόηση των τελουμένων, ώστε η λατρεία μας να καθίσταται «λογική λατρεία» με επίγνωση και με ενεργότερη συμμετοχή. Έτσι, θα ξεκινήσουμε κάνοντας αναφορά στην Ακολουθία της Προσκομιδής, δηλαδή στην ακολουθία με την οποία προετοιμάζονται τα δώρα των πιστών για τη Θεία Λειτουργία.
Όταν ο Ιερέας πρόκειται να τελέσει τη Θεία Λειτουργία, στη διάρκεια του Όρθρου, τελεί την ακολουθία της Προσκομιδής. Η ακολουθία αυτή γίνεται στο ειδικό μέρος του Ιερού Βήματος, σε ένα μικρό βαθούλωμα στον τοίχο, στα αριστερά της Αγίας Τράπεζας, που ονομάζεται «Προσκομιδή» ή «Αγία Πρόθεση».
Στην Προσκομιδή προετοιμάζει ο Ιερέας τα Τίμια Δώρα (ψωμί και κρασί), που θα χρειαστούν για την Θεία Λειτουργία. Βάζει δηλαδή τον Αμνό και τις μερίδες των μελών της Εκκλησίας πάνω στον άγιο δίσκο και το κρασί μέσα στο Άγιο Ποτήριο.
Το ψωμί είναι από καθαρό σιτάρι. Το έχουν ζυμώσει με προσευχή ευλαβείς γυναίκες. Έχει κυκλικό σχήμα και έχει σφραγισθεί με ειδική σφραγίδα. Ονομάζεται «πρόσφορο».
πηγή

Ο Πνευματικός αγώνας μέσα στην Μεγάλη Τεσσαρακοστή, του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Πατρών κκ Χρυσοστόμου

 Ἡ εἴσοδός μας στήν Ἁγία καί Μεγάλη Τεσσαρακοστή σηματοδοτεῖ τήν ἔναρξη ἑνός ἐντονωτέρου πνευματικοῦ ἀγῶνoς, προκειμένου νά φτάσωμε νά προσκυνήσωμε τά σεπτά πάθη τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ιησοῦ Χριστοῦ καί νά τόν δοξάσωμε Ἀναστάντα ἐκ νεκρῶν.
  Αὐτός ὁ ἀγώνας εἶναι δύσκολος, ἀφοῦ ἡ πορεία μας γιά συνάντηση μέ τόν Κύριό μας εἶναι «Γολγοθάς», τόν ὁποῖο ἀνεβαίνομε αἴροντες ὁ καθένας τόν σταυρό του. Ἡ Ἐκκλησία μᾶς ἐνισχύει σ’ αὐτόν τόν ἀνηφορικό δρόμο, χαρίζοντάς μας τήν δυνατότητα νά βαδίζωμε ἔχοντας συνοδοιπόρο μας τόν ἴδιο τόν Κύριό μας Ἰησοῦν Χριστό, ὁ ὁποῖος κάθε φορά πού πέφτομε καί πληγωνόμαστε, μᾶς πιάνει ἀπό τό χέρι καί μᾶς δίδει οὐράνια χάρη καί δύναμη. Ὅμως ἔχομε καί τήν Παναγία μας, ἡ ὁποία μέ τίς πρεσβεῖες της γίνεται ἡ παραμυθία μας, ἡ παρηγοριά μας δηλαδή, καί μέ τό μητρικό γλυκύτατο βλέμμα της στηρίζει τά ἀδύναμα μέλη μας, ὥστε νά φτάσωμε στό εὐλογημένο τέλος. Τήν συνοδεύουν στήν ἱκεσία της οἱ Ἅγιοί μας, οἱ οποῖοι μέ τήν κατά Θεόν βιοτή καί πολιτεία τους, μᾶς ἐμπνέουν καί μᾶς στηρίζουν στήν πνευματική μας πορεία.
Σ’ αὐτό τόν δρόμο ἡ μητέρα μας Ἐκκλησία μᾶς παρέχει καί τά σωτήρια φάρμακα, πού εἶναι, ὅπως ὅλοι καλῶς γνωρίζομε, ἀπαραίτητα γιά τήν θεραπεία τῶν «πληγῶν» μας. Εἶναι ἡ προσευχή, ἡ νηστεία, ἡ νήψη, ἡ φυλακή τοῦ νοός, τό λουτρό τῆς μετανοίας καί ἐξομολογήσεως, καί τέλος ἡ συμμετοχή μας στήν Εὐχαριστιακή Τράπεζα, ὅπου γινόμαστε μέτοχοι τῆς οὐρανίου χαρᾶς καί μακαριότητος, γευόμενοι τοῦ Παναγίου Σώματος καί τοῦ Τιμίου Αἵματος τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ καί Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Πρέπει ὅμως νά γνωρίζωμε λεπτομερῶς τίς δυσκολίες αὐτῆς τῆς πορείας καί τούς ἐχθρούς μας, οἱ ὁποῖοι ἀγωνίζονται, ὥστε νά μᾶς ἐμποδίσουν ,παντί τρόπῳ, νά φτάσωμε στό ἐπιθυμητό καί ἅγιο «τέλος», νά ἐπιτύχωμε δηλαδή τήν κατά Χριστόν Ἰησοῦν τελείωση, τήν θέωσή μας.Ἄς δοῦμε λοιπόν, ἐν ὀλίγοις, αὐτούς τούς ἐχθρούς μας, ὥστε νά συντονίσωμε τόν ἀγῶνα μας πρός τελείαν καί βεβαίαν τήν νίκη.
Ὁ πρῶτος ἐχθρός μας εἶναι ὁ ἴδιος ὁ ἑαυτός μας, ὁ ὁποῖος ἐπιθυμεῖ τά ἰδικά του, καί κάθε τόσο τό γαιῶδες, τό  χαμαίζηλον φρόνημά μας ἐξέρχεται εἰς βοσκήν βορβορώδη, ὑπηρετώντας τίς σαρκικές ἡδονές καί ἐπιθυμίες μας. Ὁ Ἅγιος Ἀπόστολος Παῦλος γράφει σχετικά μέ αὐτό τό θέμα: «Βλέπω δέ ἕτερον νόμον ἐν τοῖς μέλεσί μου, ἀντιστρατευόμενον τῷ νόμῳ τοῦ νοός μου καί αἰχμαλωτίζοντά με ἐν τῷ νόμῳ τῆς ἁμαρτίας τῷ ὄντι ἐν τοῖς μέλεσί μου» (Ρωμ. ζ’.23).
Ὅ Ἅγιος Διάδοχος Φωτικῆς κάνει ἐπίσης λόγο γιά τίς σωματικές αἰσθήσεις, ἀφοῦ ἔχομε σῶμα, οἱ ὁποῖες πολλάκις ἐπαναστατοῦν ἐναντίον τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ, ἀλλά κάνει λόγο καί γιά τήν ψυχική αἴσθηση, ἀφοῦ ἔχομε καί ψυχή.
Ὁ ἐμπαθής καί πεπτωκώς ἄνθρωπος, ἔχει φρόνημα σαρκικό καί ὑπηρετεῖ δουλικά τά ταπεινά ἔνστικτα. Ζεῖ γιά τήν εὐχαρίστηση τῶν σωματικῶν αἰσθήσεων, ἡ ὁποία εἶναι πρόσκαιρη καί καταστροφική. Ὅ ἂνθρωπος αὐτῆς τῆς κατηγορίας, «τόν ἀγῶνα πάντα πρός τά ὁρώμενα ἔχει… Σκοτεινός εἰσί τοῖς φρονήμασι καί τῶν ἀκτίνων τοῦ θείου φωτός πάντων ἀμέτοχος» (Νικήτας Στηθᾶτος).
Ὁ πλέον χαρακτηριστικός ὅμως λόγος γιά αὐτό τό εἶδος ἀνθρώπου, εἶναι ἐκεῖνος τοῦ ὁσίου Μακαρίου τοῦ Αἰγυπτίου: «Ὁ σαρκικῇ προαιρέσει ἄνθρωπος, ὁπόταν περί Θεοῦ ἀκούσῃ, ὡς ἀηδεῖ ὁμιλία περιοχλούμενος τόν νοῦν ἀηδιάζεται, καθώς καί ὁ προφήτης λέγει: “ἐγένετο αὐτοῖς ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ ὡς ἔμετος”».
Ὁ δεύτερος ἐχθρός μας εἶναι ὁ κόσμος, ὁ ὁποῖος μέ τό δικό του «κοσμικό», ἁμαρτωλό φρόνημα καί μέ τήν δύναμη πού διαθέτει, μᾶς ἑλκύει συνεχῶς πρός τά ἡδέα (εὐχάριστα) τῆς γῆς, τά ὁποῖα εἶναι φθαρτά καί παρέρχονται ἀνεπιστρεπτί. Μᾶς ξεγελάει λέγοντάς μας ὅτι ἡ εὐτυχία καί ἡ χαρά εὑρίσκονται ἐδῶ καί ὅτι ὅταν κλείσωμε τά μάτια μας ὅλα τελειώνουν, λές καί ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἕνα ὄν χωρίς εἶδος καί πνευματικό κάλλος.
Ὁ κόσμος, μᾶς κινεῖ σέ ἐξωστρέφεια καί διασπᾶ τίς ἐσωτερικές μας δυνάμεις, ὥστε νά εὑρισκώμεθα συνεχῶς σέ πνευματική ραστώνη καί νά ζοῦμε ἁπλῶς στό «κατά φύσιν», χωρίς πνευματική πρόοδο καί ἀνάταση.
Θά ἀναφέρω δύο πολύ χαρακτηριστικά παραδείγματα, τά ὁποῖα ἔχουν τήν φιλοσοφία τοῦ, «δέν πειράζει…».
Συνήντησα μετά τήν Πρωτοχρονιά γυναῖκα, μεγάλης ἡλικίας, ἡ ὁποία μοῦ εἶπε «ἐν χαρᾷ» ὅτι ἦτο εὐτυχής, διότι ἐξεπληρώθη ἡ ἐπιθυμία της, πρίν πεθάνει νά πάῃ στό καζίνο. Βρέ γιαγιά, εἶπα, τί λές! Πῆγες ἐσύ στό καζίνο; Ναί Δεσπότη μου, εἶναι κακό; Μά ἐκεῖ εἶναι ναός τοῦ διαβόλου, τῆς εἶπα. Δέν ἔπαιξα λεφτά Δεσπότη μου, ἀλλά… εἶναι ὡραῖα… Θά πάω Δεσπότη μου νά ἐξομολογηθῶ γιά νά μέ συγχωρέσῃ ὁ Θεός.
Ἄχ αὐτή ἡ νοοτροπία, εἶπα μέσα μου, πόσους ἔχει ὁδηγήσει σέ καταστάσεις ὀδυνηρές! «Ἔλα βρέ ἀδελφέ, καί τί ἔγινε…;» Ἡ ἐξωστρέφεια, τό κοσμικό φρόνημα, τό ὁποῖο μᾶς μπερδεύει καί μᾶς ἀποπροσανατολίζει.
Δεύτερο παράδειγμα εἶναι ἡ συμμετοχή τῶν ἀνθρώπων στίς καρναβαλικές ἐκδηλώσεις, οἱ ὁποῖες εἶναι ξένες μέ τό ἦθος καί τά δεδομένα τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως καί τῆς Ἐκκλησίας μας. «Ἔ, δέν πειράζει πού βγαίνομε γιά νά ξεφαντώσωμε…», λένε οἱ περισσότεροι. Αὐτό τό, «δέν πειράζει» τοῦ κοσμικοῦ φρονήματος ὁδηγεῖ στό παντελές ξέφτισμα τῆς πνευματικῆς ζωῆς.
Τρίτος ἐχθρός μας εἶναι ὁ μισόκαλος διάβολος, ὁ ὁποῖος ἐργάζεται νυχθημερόν ἐναντίον τοῦ θείου θελήματος καί διαβάλλει συνεχῶς τόν Θεό στόν ἄνθρωπο, ὡς μιαρός ψυθιριστής. Ὁ Ἅγιος Ἀντώνιος μιλάει μέ σαφήνεια καί προειδοποιεῖ: «Εἶδον τάς παγίδας τοῦ διαβόλου ἡπλωμένας ἐν τῇ γῇ». Καραδοκεῖ, ὁ πειραστής, σέ κάθε μας βῆμα καί έπιζητεῖ μανιακῷ τῷ τρόπῳ τίνα καταπίῃ.
Ὁ ἄνθρωπος, «πεσών ὑπό τήν ἐξουσίαν τοῦ διαβόλου κλονεῖται τῷ δεινῷ ἀνέμῳ τῆς ἁμαρτίας πνέοντι, καί σείονται ψυχαί καί λογισμοί καί νοῦς. Ὁμοιάζει δέ σίτῳ βεβλημένῳ τῷ σινίῳ τῆς γῆς ταύτης σινιαζόμενος ἐν ἀστάτοις λογισμοῖς τοῦ κόσμου τούτου καί σάλῳ ἀπαύστῳ τῶν γηίνων πραγμάτων, ἐπιθυμιῶν καί πολυπλόκων ἐννοιῶν, ὑλικῶν καί ἡδονῶν παντοδαπῶν καί ποικίλων» (Ἅγιος Μακάριος ὁ Αἰγύπτιος).
Τά τεχνάσματα τοῦ διαβόλου εἶναι ποικίλα καί φοβερά, ἀφοῦ κτυπάει στό σημεῖο ὅπου ὑπάρχει ἡ ἀδυναμία τοῦ καθενός μας. Ὅπως τό πτηνό δρυοκολάπτης κτυπάει μέ τό ράμφος του τόν κορμό τοῦ δένδρου, προκειμένου νά εὕρῃ κούφιο σημεῖο καί νά κτίσῃ τήν φωλιά του ἤ νά κορέσῃ τήν πεῖνα του, ἔτσι καί ὁ διάβολος κτυπάει τόν ἄνθρωπο ἐκεῖ ὅπου εἶναι κούφιος καί κενός, προκειμένου νά ἐγκαταστήσῃ τό στρατηγεῖο του.
Οἱ Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας μας συνιστοῦν τήν συνεχῆ μνήμη καί ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, πού γλυκαίνουν τήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου, ἀφοῦ στό βάθος τῆς καρδιᾶς μας εἶναι ἐγκαθιδρυμένη ἡ χάρις τοῦ Κυρίου μας, τήν ὁποία ἐλάβαμε μέ τό ἅγιο Βάπτισμα.
Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἐλευθερώνει τόν ἄνθρωπο ἀπό τίς γήινες μέριμνες καί «τότε αὐτῷ ὀχλεῖ ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ καθαρίζων αὐτόν ἐν αἰσθήσει πολλῇ καί πάσης τῆς γεώδους παχύτητος» (Ἅγιος Διάδοχος Φωτικῆς).
Πολλάκις αἰσθάνομαι λύπην βαθυτάτην στήν ψυχή μου, ὅταν σκέπτωμαι ὅτι λίγοι ἀγωνίζονται σωστά καί συνειδητά τόν καλόν ἀγῶνα κατά τήν διάρκεια τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, ἀλλά καί καθ’ ὅλη τήν διάρκεια τοῦ ἔτους καί ἀκόμη λιγότεροι φτάνουν στό τέρμα.
Εἶναι φανερό ὅτι οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι ζοῦν «βίον ἐπίπλαστον», χωρίς ἰδιαίτερο κόπο καί πνευματική ἄσκηση, καί γιά τοῦτο ἔχουν ἀδύναμες πνευματικές αἰσθήσεις καί δέν ἀντέχουν στούς δεινούς ἀνέμους τῶν φρικτῶν πειρασμῶν. Ἔτσι, ἐνῷ κάνομε λόγο γιά τήν πνευματική ζωή, πόρρω ἀπέχομε αὐτῆς, καί ἐνῷ ἑτοιμαζόμαστε γιά τόν ἑορτασμό τοῦ Πάσχα, οὐδέν ἐπιτυγχάνομε, ἀφοῦ δέν κατορθώνομε τό πέρασμά μας ἀπό τό σκοτάδι στό φῶς, ἀπό τά πρόσκαιρα καί τά βοσκηματώδη, στή χαρά τῶν τέκνων τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ.
Ἡ δυνατότης ὑπάρχει καί ἡ χάρις πλουσία δίδεται παρά Κυρίου. Ἄς καταθέσωμε τήν θέλησή μας καί τήν ὑπομονή μας γιά τόν σωστό πνευματικό ἀγῶνα.Μιά εὐχή καί προσευχή ἐπί τῇ ἀπαρχῇ τῆς κατανυκτικῆς καί Ἁγίας πνευματικῆς περιόδου ἄς κάνωμε ἐκ βαθέων:
«Νά φτάσωμε εἰς τόν ἐνυπόστατον φωτισμόν καί τήν τελειωτάτην διάκρισιν… πορευόμενοι ἐν πνευματικῇ μεσημβρίᾳ, ἡλιακαῖς ἀκτῖσι ἀοράτοις, φαιδρυνόμενοι» (Ἀδελφοί Κάλλιστος & Ἰγνάτιος Ξανθόπουλοι).
Ἀδελφοί μου, σᾶς εὔχομαι Καλή Τεσσαρακοστή καί καλή Ἀνάσταση.

Μεγάλη Τεσσαρακοστή: Ο δρόμος από το Γολγοθά στην Ανάσταση, από την πτώση στην ανύψωση, από την αμαρτία στην σωτηρία.




Περίοδος αγώνα είναι η Αγία και Μεγάλη Τεσσαρακοστή. Περίοδος αγώνα πνευματικού. Μας καλεί η Αγία μας Εκκλησία σε προσευχή, σε νηστεία, σε εγρήγορση. Μας δείχνει το δρόμο που οδηγεί από το Γολγοθά στην Ανάσταση, από την πτώση στην ανύψωση, από την αμαρτία στην σωτηρία.
Όταν ο Θεός έπλασε τον άνθρωπο, τον έπλασε για να είναι παντοτινά ενωμένος μαζί Του, για να κοινωνεί την αγάπη του Θεού και να λαμβάνει διαρκώς από τον Δημιουργό την ζωή και την τελειότητα. Δυστυχώς όμως, ο πρώτος εκείνος άνθρωπος, ο Αδάμ, παρήκουσε την μία και μοναδική εντολή του Θεού, προτίμησε να γευτεί τον απαγορευμένο καρπό και στη συνέχεια, δηλητηριασμένος από το μικρόβιο της αμαρτίας, εκδιώχθηκε από τον Παράδεισο
Κι έπειτα, όπως μας περιγράφει ένα θαυμάσιο τροπάριο των ημερών, έκατσε ο Αδάμ απέναντι από τον κλειστό και σφραγισμένο πλέον Παράδεισο, και ατενίζοντας αυτό που με την παρακοή του είχε χάσει, έκλαψε πικρά, γιατί τότε πλέον είχε αντιληφθεί το μέγεθος της αμαρτίας που είχε διαπράξει.
Όλοι μας είμαστε εξόριστοι από τον Παράδεισο, εξαιτίας αυτής της πρώτης αμαρτίας. Όλοι μας λοιπόν έχουμε ένα κοινό σκοπό: να κατοικήσουμε και πάλι στον Παράδεισο. Ο αγώνας επομένως του Χριστιανού είναι αγώνας με στόχο τον Παράδεισο. Και τα σημεία του αγώνα μας είναι η καθαρότητα του βίου, η απόκτηση των αρετών, η προσέγγιση του Θεού μέσα από την Μυστηριακή ζωή.
Ειδικά όμως αυτή την περίοδο, την Αγία και Μεγάλη Τεσσαρακοστή, η Εκκλησία μας μάς ωθεί να αγωνιστούμε εντονότερα, να προσπαθήσουμε περισσότερο, να αναθερμάνουμε το ζήλο μας, να ζήσουμε όλο το Μυστήριο της Θείας Οικονομίας, ώστε κι εμείς, μαζί με τον Αναστημένο Ιησού Χριστό, να πορευθούμε προς τον Πατέρα!
Γι αυτό λοιπόν, την περίοδο αυτή της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής, ασκούμαστε με την νηστεία, ώστε να περιορίσουμε και να πειθαρχήσουμε τον εαυτό μας. Με τον τρόπο αυτό της νηστείας ισχυροποιούμε τη θέλησή μας και μαθαίνουμε να αντιστεκόμαστε στις προκλήσεις και τις επιθυμίες των πειρασμών, μαθαίνουμε να κυριαρχούμε πάνω στα πάθη μας, να τα περιορίζουμε και σιγά - σιγά να τα εξορίζουμε από μέσα μας.
Άλλο όπλο της Σαρακοστής είναι και η εντονότερη προσευχή, η ατομική και η Μυστηριακή στην εκκλησία. Η προσευχή είναι επικοινωνία με τον Θεό, συνομιλία μαζί Του. Τη στιγμή της προσευχής η καρδιά μας και ο νους μας φεύγει από τα γήινα και ταξιδεύει στο χώρο του πνεύματος. Ο άνθρωπος που προσεύχεται αντλεί δύναμη και κουράγιο από την προσευχή, για να μπορέσει να αντισταθεί στο ρεύμα του κόσμου που μας περιτριγυρίζει, και να συνεχίσει τον πνευματικό του αγώνα. Προσευχή λοιπόν εντονότερη αυτή την περίοδο, τόσο μόνοι μας, όσο και στην εκκλησία, με τους Χαιρετισμούς, τα Απόδειπνα, τις Προηγιασμένες Θείες Λειτουργίες.
Την νηστεία και την προσευχή συνοδεύει η καλλιέργεια των αρετών. Αυτή η περίοδος είναι η καταλληλότερη για να προσπαθήσουμε πιο εντατικά για την απόκτηση των αρετών. Η ελεημοσύνη προς τον πλησίον που έχει την ανάγκη μας, η φιλανθρωπία που δεν γίνεται για επίδειξη και αυτοέπαινο, η ταπείνωση που υψώνει τον άνθρωπο, η αληθινή, γνήσια αγάπη προς τον Θεό και τους ανθρώπους, η πραότητα, η εγκράτεια, η σωφροσύνη, είναι άνθη πνευματικά που οφείλουμε να φυτέψουμε και να καλλιεργήσουμε μέσα μας. Μόνο τότε θα μπορέσουμε να δεχθούμε μέσα μας τον Θεό και να ζήσουμε την χαρά της Αναστάσεως, αυτού του μεγάλου γεγονότος που εορτάζουμε με το πέρας της Μεγάλης Τεσσαρακοστής.
Ας αγωνιστούμε, λοιπόν. Ας αγωνιστούμε με μεγαλύτερη προθυμία και ένταση, με την νηστεία, την προσευχή, την Μυστηριακή ζωή, την μελέτη του Ευαγγελίου, με την αγαθοσύνη και την καλλιέργεια των αρετών. Ας αγωνιστούμε για να τελειοποιήσουμε τους εαυτούς μας και να καθαριστούμε από κάθε ρύπο πνευματικό που λεκιάζει το ένδυμα της ψυχής μας. Ας αγωνιστούμε κι ας τρέξουμε για να συναντήσουμε τον Κύριό μας Ιησού Χριστό. Γιατί η Μεγάλη Τεσσαρακοστή δεν είναι τίποτε άλλο, παρά η μεγάλη συνάντηση του Θεού και του ανθρώπου. Είναι το σημείο στο οποίο ο Θεός, ταπεινούμενος θυσιάζεται για μας, προσφέρει θυσία τον Υιό Του, λύτρο για τις αμαρτίες μας, και συναντά τον άνθρωπο, εμάς, όλους μαζί και τον καθένα μας ξεχωριστά, που ανυψώνουμε το πνεύμα και την διάνοιά μας για να Τον συναντήσουμε και να οδηγηθούμε από Αυτόν στην Ουράνια Πατρίδα, τον χαμένο Παράδεισο

Πηγή: π Χερουβείμ Βελέντζας, Απλά και Ορθόδοξα
Το είδαμε εδώ

Άγιος Ζαχαρίας, πατριάρχης Ιεροσολύμων

Ο άγιος Ζαχαρίας χρημάτισε αρχικά εφημέριος και σκευοφύλαξ της Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως, και κατόπιν διαδέχθηκε τον πατριάρχη Ησύχιο στον θρόνο των Ιεροσολύμων (690). Κατά την τρα­γική άλωση της Αγίας Πόλεως από τους Πέρσες, στις 20 Μαΐου 614, ο άγιος Ζαχαρίας ματαίως προσπάθησε να μεσολαβήσει για να απο­φευχθεί η λεηλασία. Προτιμώντας να πεθάνει παρά να εγκαταλείψει τον Τίμιο Σταυρό στα βέβηλα χέρια των ειδωλολατρών, εξορίσθηκε στην Περσία, και σε όλη τη διάρκεια της πεζοπορίας έσφιγγε στην αγκαλιά του το ένδοξο Τρόπαιο της Σωτηρίας μας.
ierosolyma
Όταν έφθασαν στο Όρος των Ελαιών, ο άγιος στράφηκε προς την Αγία Πόλη και με δάκρυα στα μάτια είπε στους χριστιανούς αιχμαλώτους οι οποίοι επρόκειτο να στα­λούν εξορία: «Ευλογητός ο Θεός που επέτρεψε να έλθει σε μας τέτοια τιμωρία! Θυμηθείτε, παιδιά μου, την μακροθυμία του Κυρίου και τα Πάθη που υπέφερε για μας. Ας σπεύσουμε λοιπόν να κρατήσουμε την πίστη και να τηρήσουμε τις εντολές Του, ώστε να μπορέσουμε να Του πούμε στην μέλλουσα ζωή: “Διά Σε, Κύριε, υπομείναμε την αιχμαλωσία, τον θάνατο και κάθε κακό εκ των χειρών των εχθρών ημών”. Τότε, παιδιά μου, θα κερδίσετε μεγάλη χαρά και ατελεύτητη ευφροσύνη, διότι υπομείνατε μια ελαφρά δοκιμασία»!
Όταν έφθασαν στην Περσία, ανέλαβε την πνευματική καθοδήγηση των εξόριστων και κέρδισε από τους Πέρσες κάποια ανακούφιση της καταστάσεως των αιχμαλώτων. Ανακρίθηκε από τον βασιλέα Χοσρόη Β’ και απέδειξε διά θαύματος την ανωτερότητα της χριστιανικής πίστεως έναντι της πλάνης των μάγων, και έπειτα έστειλε μια παρηγορητική Επι­στολή στο ποίμνιό του που είχε μείνει στα Ιεροσόλυμά. Όταν ο νικη­φόρος αυτοκράτορας Ηράκλειος ανέκτησε τον Τίμιο Σταυρό, ο άγιος Ζαχαρίας τον συνόδευσε στην Κωνσταντινούπολη και κατόπιν επέστρεψε στα Ιεροσόλυμα, οπού με τα ίδια του τα χέρια ύψωσε εκ νέου το Τί­μιο Ξύλο, στις 22 Μαρτίου 631. Ανέλαβε πάλι το πηδάλιο της Σιωνίτιδος Εκκλησίας, την οποία κατά την απουσία του ποίμανε ο άγιος Μόδεστος [16 Δεκ.], ο οποίος τον διαδέχθηκε οριστικά όταν εκοιμήθη ο άγιος πατριάρχης Ζαχαρίας (632).

(Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, Φεβρουάριος, εκδ. Ίνδικτος, σ.238-239)

Ἀθεράπευτα ἄθεος! τοῦ ἱεροκήρυκος ἀρχιμ. Δανιήλ Ἀεράκη




Ἀθεράπευτα ἄθεος!
τοῦ ἱεροκήρυκος ἀρχιμ. Δανιήλ Ἀεράκη

.                 Ὁ ἄθεος εἶναι ἐλεύθερος; Θά ἦταν τόσο ἐλεύθερος, ὅσο θά ἦταν ἐλεύθερο τό ἄστρο, πού κάνει μόνο του διαστημικό ταξίδι χωρίς νά πειθαρχῆ στό νόμο τῆς παγκοσμίου ἔλξεως καί σέ τόσους ἄλλους φυσικούς νόμους!

.                 Ἄν τά ἄψυχα λειτουργοῦν ἐπί τῇ βάσει φυσικῶν νόμων, τούς ὁποίους οὕτε κατασκεύασαν οὕτε κατανοοῦν, πολύ περισσότερο οἱ ἄνθρωποι, τά λογικά ὄντα, λειτουργοῦν ἐπί τῇ βάσει φυσικῶν καί ἠθικῶν νόμων.
Πολλοί ἀπό τούς λειτουργικούς νόμους ὑπερβαίνουν τή λογική καί τήν ἀνθρώπινη ἐπιστήμη. Εἴμαστε ὅμως βέβαιοι, ὅτι ἰσχύουν, διότι βλέπουμε τά ἀν­υπέρβλητα καί ἀνεξήγητα ἐπιτεύγματά τους. Εἶναι ἀπερινόητοι. Καί κατά τοῦτο βρίσκονται στόν ἄβατο (γιά τή λογική) χῶρο, πού καλεῖται μυστήριο.
Μέ τή «λογική» τοῦ ἀθέου δέν γίνεται νά ἐξηγηθοῦν πράξεις ἀγάπης, θυ­σίας, προσφορᾶς, ἡρωισμοῦ, μαρτυρίου. Πολύ περισσότερο δέν μπορεῖ νά ἐξηγη­θῆ ή διαχρονικότητα τοῦ Χριστιανισμοῦ, ἡ μοναδικότητα τοῦ Εὐαγγελίου, ἡ πάντοτε ὑπερέχουσα ἐπικαιρότητα τοῦ Προσώπου τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Τό νά διακηρύττη κανείς, ὅτι εἶναι ἄθεος, εἶναι μέν ἐξ ὑποκειμένου δικαίωμά του, ἐξ ἀντικειμένου ὅμως δέν σημαίνει ὅτι ὁπωσδήποτε εἶναι άθεος. Ἡ ἀθεΐα δέν εἶναι απιστία, ἀλλ’ οὕτε καί ἐλευθερία. Εἶναι ἐξάρτησις, εἶναι ἀφροσύνη, εἶναι νοητική καί ψυχική ἀσθένεια. Καί κατά τοῦτο σωστά ἀποκαλῆ «ἀθεράπευτο ἄθεο» τόν ἑαυτό του ὁ νέος ὑπουργός τῶν Οἰκονομικῶν κ. Βα­ρουφάκης.
Μερικές ἀπό τίς διακηρύξεις αὐτοπαρουσιάσεως, ὅπως σέ σχετική ἱστο­σελίδα μπορεῖ κανείς νά δῆ, εἶναι οἱ ἑξῆς:
Εἶμαι ἀθεράπευτα ἄθεος.
Εἶμαι φιλελεύθερος κομμουνιστής.
Εἶμαι τραγικά κακός.
Εἶμαι ἐλευθερόφρων κομμουνιστής.
Εἶμαι ὁ νέος ὑπουργός Οἰκονομικῶν.
Μέ ἕναν ἄρρωστο, καί μάλιστα «ἀθεράπευτο», δέν μπορεῖ κανείς ν’ ἀντιπαρατεθῆ. Μπορεί ὅμως νά θυμίση καί σ’ αὐτόν καί σέ ἄλλους τῆς ἴδιας καταστάσεως, ὅτι τή γροθιά τῆς ἀθεΐας τήν ὕψωσαν πολλοί, καί μέ πολύ με­γαλύτερη θρασύτητα. Ὅλοι ὅμως «συνεποδίσθησαν καί ἔπεσαν». Ὁ Θεός μένει ὁ ἐνδοξαζόμενος στούς αἰῶνες.
Ὁ ἄθεος ὑψώνει τό ἀνάστημά του, τό νανικό ἀνάστημα τοῦ ὀρθολο­γισμοῦ, ὑπεράνω τοῦ Ὑπέρ λόγον, τοῦ ὑπερβατικοῦ Θεοῦ, τοῦ Μυστηρίου τῆς θεϊκῆς δυνάμεως καί ἀγάπης. Κρίμα! Ἀδικεῖ τόν ἑαυτό του.
.                 Ὑπέρ τόν κ. Βαρουφάκη, ὡς ἄθεος (καί ὑπέρθεος!) θέλησε νά ἀνυψώση κάποτε τόν ἑαυτό του ὁ βασιλιάς Ναβουχοδονόσορ. Τό δικό του «ἐγώ» καί τό δικό του ἄγαλμα διέταξε νά προσκυνήσουν ὅλοι! Καί στά τρία Παιδιά, στούς Τρεῖς Παῖδες, πού ἔμειναν ἀλύγιστοι, μίλησε ἡ ὑπερφίαλη ἀθεΐα του μέ τά ἐξῆς λόγια:
—Ἄν δέν μέ προσκυνήσετε, τούτη τή στιγμή θά σᾶς ρίξω στό καμίνι τῆς φωτιᾶς. Καί τότε «τίς ἐστι θεός, ὅς ἐξελεῖται ὑμᾶς ἐκ τῶν χειρῶν μου;». Ποιός θεός; Ὑπάρχει θεός, πού θά σᾶς γλυτώση ἀπό τά χέρια μου;… (Δαν. γ´ 13-18).
Καί ὁ μέν Ναβουχοδονόσορ βεβαιώνει μετά ἀπό λίγο, ὅτι ὑπάρχει Θεός, πού ἔσωσε τούς Τρεῖς Παῖδες, καί ἀναφωνεῖ: «Εὐλογητός ὁ Θεός τοῦ Σεδράχ, Μισάχ καί Ἀβδεναγώ» (Δαν. γ´ 28). Ὁ κ. Βαρουφάκης ἆραγε καί οἱ ἄθεοι «σύν­τροφοί» του, θά βεβαιωθούν ὅτι ὑπάρχει ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὁ Θεός, πού ἔγινε ἄνθρωπος γιά τή σωτηρία ὅλων;
.                 Ἐμεῖς εὐχόμαστε νά μήν εἶναι ἀνίατος ἡ νόσος τους, ἡ ἀθεΐα τους, ὄχι γιατί τούς φοβόμαστε, ἀλλά γιατί εἰλικρινά τούς ἀγαπᾶμε.              http://aktines.blogspot.gr/2015/02/blog-post_90.html

ΕΠΙ ΤΟΝ ΙΟΡΔΑΝΗΝ ΔΡΑΜΩΜΕΝ!

  « Τήν Βηθλεέμ ἀφέμενοι, τό καινότατον θαῦμα, πρός Ἰορδάνην δράμωμεν, ἐκ ψυχῆς θερμοτάτης, κἀκεῖσε κατοπτεύσωμεν τό φρικτόν Μυστήριον· θεοπ...