Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Δευτέρα, Απριλίου 13, 2015

Τ’ αυτιά σας ας δέχονται μονάχα τον ύμνο της αγάπης,

keria_4Μέσα σ’ ένα κόσμο βουτηγμένο στην ανομία, σας δείχνω το δρόμο της αρετής.

Σ’ ένα κόσμο ευκολίας, χλιδής και καλοπέρασης, σας δείχνω το δρόμο της άσκησης.
Σ’ ένα κόσμο ψευτιάς και απάτης, σας δείχνω το δρόμο της γνησιότητας, της τιμιότητας και της αλήθειας.
Σ’ ένα κόσμο βρωμιάς και ακαθαρσίας, σας δείχνω το δρόμο της καθαρότητας.
Σ’ ένα κόσμο σκοτισμένο μέσα στ’ αμέτρητα φώτα του, σας δείχνω το φως το αληθινό.
Σ’ ένα κόσμο απιστίας και άρνησης, σας δείχνω το δρόμο της εμπειρικάς βεβαιωμένης πίστεως.
Σ’ ένα κόσμο που αρνείται τις πνευματικές αξίες, σας δείχνω στην πράξη το δρόμο της νηστείας, της αγρυπνίας και της έμπονης Νοεράς Προσευχής.
Σ’ ένα κόσμο που θεοποίησε την υλική δύναμη, σας αντιπροβάλλω τη θεία δύναμη των πνευματικών καταστάσεων, που χαρίζει στους αγωνιστές ο Χριστός.
Σ’ ένα κόσμο μίσους και εκδικητικότητας, σας δείχνω το δρόμο της αγάπης.
Σ’ ένα κόσμο που σπαράσσεται από εγωισμούς και υπερηφάνειες, σας δείχνω τον κοπιαστικό, μα χαριτωμένο δρόμο της ταπεινοφροσύνης.
Τα πόδια σας ας περπατούν μονάχα το δρόμο της αλήθειας.
Τα χέρια σας ας δείχνουν μονάχα τη στράτα της ελπίδας.
Τ’ αυτιά σας ας δέχονται μονάχα τον ύμνο της αγάπης.
Το στόμα σας ας λέει μονάχα τα λόγια της ειρήνης.
Πνευματική παρακαταθήκη ανώνυμου αγιορείτου ησυχαστού

Ποιός μοῦ βεβαιώνει ὅτι ὁ Χριστὸς ἀναστήθηκε; Ἅγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς

ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ!!!


ΑΛΗΘΩΣ ΑΝΕΣΤΗ!!!

Μοῦ τὸ βεβαιώνει ἡ συνείδησή μου πρὶν ἀπ’ ὅλα. Κατόπιν ὁ νοῦς μου καὶ ἡ βούλησή μου.

Πρῶτον, ἡ συνείδησή μου λέει: τόσα πάθη ποὺ ὑπέστη ὁ Χριστὸς γιὰ τὸ καλὸ καὶ τὴ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων δὲν θὰ μποροῦσαν νὰ ἐπιβραβευτοῦν μὲ τίποτε ἄλλο παρὰ μὲ τὴν ἀνάσταση καὶ τὴν ὑπερκόσμια δόξα. Τὰ ἀνείπωτα πάθη τοῦ Δικαίου στεφανώθηκαν μὲ τὴν ἀνείπωτη δόξα. Αὐτό μοῦ δίνει ἱκανοποίηση καὶ ἠρεμία.

Δεύτερον, ὁ νοῦς μου λέει: χωρὶς τὴν λαμπρὴ ἀναστάσιμη νίκη ὅλο τὸ ἔργο τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ θὰ παρέμενε στὸν τάφο, ὁλόκληρη ἡ ἀποστολή Του θὰ ἦταν μάταιη.

Τρίτον, ἡ βούλησή μου λέει: ἡ ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ μὲ ἔσωσε ἀπὸ τοὺς ταλαντευόμενους δισταγμοὺς ἀνάμεσα στὸ καλὸ καὶ τὸ κακό, καὶ μὲ θέτει ἀποφασιστικὰ στὸν δρόμο τοῦ καλοῦ. Καὶ αὐτό μοῦ φωτίζει τὸν δρόμο καὶ μοῦ δίνει στήριγμα καὶ δύναμη.

Ἐκτὸς ἀπὸ τὶς τρεῖς φωνές, οἱ ὁποῖες ἀπὸ μέσα μου βεβαιώνουν ἐμένα, ὑπάρχουν καὶ ἄλλοι ἀσφαλῶς μάρτυρες, ποὺ τὸ βεβαιώνουν. Εἶναι οἱ ἔνδοξες μυροφόρες γυναῖκες, εἶναι οἱ δώδεκα μεγάλοι ἀπόστολοι, καὶ πέντε ἑκατοντάδες ἄλλων μαρτύρων, ποὺ ὅλοι μετὰ τὴν ἀνάστασή Του Τὸν ἔβλεπαν καὶ Τὸν ἄκουγαν, ὄχι στὸν ὕπνο τους ἀλλὰ στὴν πραγματικότητα, καὶ ὄχι μόνο γιὰ ἕνα λεπτὸ ἀλλὰ γιὰ σαράντα ὁλόκληρες ἡμέρες. 

Μοῦ τὸ βεβαιώνει ἐκεῖνος ὁ πύρινος Σαῦλος ὁ μεγαλύτερος Ἑβραῖος διώκτης τοῦ χριστιανισμοῦ· μοῦ τὸ μαρτυρεῖ, ὅτι εἶδε ἐκεῖνο τὸ φῶς τοῦ ἀναστηθέντα Κυρίου καταμεσῆς τῆς ἡμέρας, καὶ ὅτι ἄκουσε τὴ φωνή Του, καὶ ὅτι ὑπάκουσε τὴν ἐντολή Του. Αὐτὴν τὴν μαρτυρία ὁ Παῦλος δὲν ἤθελε νὰ τὴν ἀρνηθεῖ οὔτε μετὰ ἀπὸ τριάντα χρόνια, οὔτε ἀκόμα καὶ τὴν ὥρα ποὺ στὴ Ρώμη τοῦ Νέρωνα ἡ μάχαιρα ἔπεφτε στὸ κεφάλι του. 

Μοῦ τὸ βεβαιώνει καὶ ὁ ἅγιος Προκόπιος, ἀρχηγὸς τοῦ Ρωμαϊκοῦ στρατοῦ ποὺ ξεκίνησε νὰ ἀφανίσει τοὺς χριστιανοὺς στὶς χῶρες τῆς ἀνατολῆς, καὶ στὸν ὁποῖον ἐμφανίστηκε ξαφνικὰ ζωντανὸς ὁ Χριστὸς καὶ τὸν γύρισε μὲ τὸ μέρος Του. Καὶ ἀντὶ νὰ σφάξει ὁ Προκόπιος τοὺς χριστιανούς, αὐτοβούλως παραδόθηκε γιὰ νὰ τὸν σφάξουν στὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ. 

Μοῦ τὸ βεβαιώνουν ἀκόμα χιλιάδες μαρτύρων τοῦ Χριστοῦ στὶς φυλακές, στοὺς τόπους ἐκτελέσεων μέσῳ αἰώνων καὶ αἰώνων, ἀπὸ τοὺς μάρτυρες τῶν Ἱεροσολύμων μέχρι τοὺς μάρτυρες τῶν Βαλκανίων, ἕως τὶς μέρες μας, ὥς τοὺς νεότερους Μοσχοβίτες μάρτυρες.

Μοῦ τὸ βεβαιώνουν καὶ ὅλες οἱ δίκαιες καὶ ἀγαθὲς ψυχές, τὶς ὁποῖες συχνὰ συναντῶ στὴ ζωή, καὶ οἱ ὁποῖες χαίρονται ὅταν ἀκοῦν ὅτι ὁ Χριστὸς ἀναστήθηκε ἐκ νεκρῶν. Αὐτὸ ἀνταποκρίνεται στὴ συνείδησή τους, δονεῖ τὴν ψυχή τους, καὶ εὐφραίνει τὴν καρδιά τους.

Μαρτυρία παίρνω καὶ ἀπὸ τοὺς ἁμαρτωλοὺς καὶ τοὺς ἀντιπάλους τοῦ Χριστοῦ. Μόνο καὶ μόνο μὲ τὸ ὅτι αὐτοί, ὡς ἁμαρτωλοὶ καὶ μοχθηροί, ἀπορρίπτουν τὴν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ ἐγὼ βεβαιώνομαι γιὰ τὸ ἀντίθετο. Σὲ κάθε δικαστήριο τίθεται θέμα τῆς συμπεριφορᾶς τῶν μαρτύρων, καὶ ὡς ἐκ τούτου σταθμίζουν τὴν ἀξία τῆς μαρτυρίας τους. Ὅταν νηφάλιοι, καθαροὶ καὶ ἅγιοι μάρτυρες ἰσχυρίζονται πὼς ξέρουν ὅτι ὁ Χριστὸς ἀνέστη, λαμβάνω μὲ εὐχαρίστηση τὴν μαρτυρία τους ὡς ἀληθῆ. Ἀλλὰ ὅταν οἱ ἀκάθαρτοι, ἄδικοι καὶ ἀσυνείδητοι ἀπορρίπτουν τὴν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, μ’ αὐτὸ ἐνδυναμώνουν τὴ μαρτυρία τῶν πρώτων, καὶ μοῦ βεβαιώνουν ἀκόμα περισσότερο τὴν ἀλήθεια τῆς Ἀνάστασης τοῦ Κυρίου μου. Ἐφόσον αὐτοὶ ὅσα ἀπορρίπτουν, τὰ ἀπορρίπτουν ἀπὸ κακεντρέχεια καὶ ὄχι ἀπὸ γνώση.

Μὲ βεβαιώνουν ἀκόμα ἀρκετοὶ λαοὶ καὶ φυλές, ποὺ μόνο ἡ πίστη στὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ τοὺς ἔβγαλε ἀπὸ τὴν ἄγρια κατάσταση στὴ διαφώτιση, ἀπὸ τὴ δουλεία στὴ ἐλευθερία, ἀπὸ τὸ βοῦρκο τοῦ ἀμοραλισμοῦ καὶ τοῦ σκοταδισμοῦ στὸ φῶς τῶν τέκνων τοῦ Θεοῦ. Καὶ ἡ ἀνάσταση τοῦ Σερβικοῦ λαοῦ μοῦ μαρτυρεῖ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ.

Ἀκόμα καὶ ἡ λέξη «Ἀνάσταση» ἐκ νεκρῶν μοῦ βεβαιώνει τὸ αὐτονόητο. Γιατί χωρὶς τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ δὲν θὰ ὑπῆρχε οὔτε κἄν ἡ λέξη στὶς ἀνθρώπινες γλῶσσες. Ὅταν ὁ Παῦλος πρώτη φορὰ πρόφερε αὐτὴ τὴ λέξη στὴν πολιτισμένη Ἀθήνα, οἱ Ἀθηναῖοι ἐξεπλάγησαν καὶ ἀναστατώθηκαν.

Καὶ ἔτσι, τέκνα τοῦ Θεοῦ, σᾶς χαιρετῶ κι ἐγώ.

Ἀληθῶς Ἀνέστη ὁ Χριστός.

Αντικρουόμενες απόψεις για τον εγκεφαλικό θάνατο

ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ!!!

ΑΛΗΘΩΣ ΑΝΕΣΤΗ!!!
Doctor examining x-ray images
Η νέκρωση του εγκεφαλικού στελέχους, η νέκρωση του φλοιού και η νέκρωση τελικά του εγκεφάλου διχάζουν τους επιστήμονες σε σχέση με τη μεθοδολογία που επιτρέπει την ασφαλή τους διάγνωση.
Σημαντική επίσης είναι και η «αλληλογραφία» μεταξύ επιφανών καθηγητών έμπειρων στο θέμα του Εγκεφαλικού Θανάτου. Στις 12-9-99 δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Καθημερινή» επιστολή που την υπογράφουν καθηγητές με θέμα την αμφισβήτηση του θανάτου του εγκεφαλικού στελέχους ως προϋπόθεση επαρκή και αναγκαία για την διάγνωση του θανάτου. Αυτοί οι καθηγητές είναι:
  1. Μιχαήλ Βρεττός Αν. καθηγητής ΑΠΘ, Διευθυντής Β’ χειρουργικής Προπ. Κλινικής
  2. Κ.Γ. Καρακατσάνης, Αν. καθηγητής ΑΠΘ, Διευθυντής εργ. Πυρηνικής Ιατρικής
  3. Ι.Κουντουράς, Αν.καθηγητής ΑΠΘ, Γαστρεντερολογίας
  4. Ι.Ν. Τσανάκας, Αν.καθηγητής ΑΠΘ, Παιδιατρικής Πνευμονολογίας
  5. Β. Ζουρνατζ-Κοιος Αν.καθηγητής ΑΠΘ, Κλινικής Βιοχημείας
  6. Ν.Μπαλαμούτσος, Αν. καθηγητής Διευθυντής ΜΕΘ
  7. Α.Σ. Γουλιανός, Διευθυντής Κέντρου Ψυχικής Υγείας Καβάλας, ψυχίατρος
  8. Π. Κούγιας, Αν.Διευθυντής Ά Παθολογικής Κλινικής Ιππ. Γ.Ν. Θεσσαλονίκης.
Τα κύρια σημεία της επιστολής είναι τα εξής:
  1. Ο όρος «νέκρωση του εγκεφαλικού στελέχους» είναι όρος παθολογοανατομικός και δύναται να τεκμηριωθεί μόνον μετά την μεταθανάτιο αφαίρεση του εγκεφάλου του ασθενούς και εξέτασή του από ειδικό παθολογοανατόμο. Όπως σχολιάζεται από συγγραφέα της μεγαλύτερης συλλογικής μελέτης στις ΗΠΑ (NINCDC) επί «εγκεφαλικά νεκρών» ασθενών, δεν είναι δυνατόν να διαγνωσθεί η ύπαρξη «νεκρού εγκεφάλου», ούτε να γίνει άμεση αναγγελία θανάτου, όταν έχουν χρησιμοποιηθεί μόνο κλινικές δοκιμασίες. Επομένως, η βασικότερη αστοχία του νόμου είναι η χρήση όχι ορθού κριτηρίου για τη διάγνωση του θανάτου, και κατά συνέπεια, η μη ύπαρξη δυνατότητας διαγνώσεώς του με βάση το κριτήριο αυτό.
  2. Εάν τα μέλη της συντακτικής του νομοσχεδίου αυτού επιτροπής είχαν κατά νουν όταν έγραφαν τον όρο «νέκρωση του εγκεφαλικού στελέχους» την μη αναστρέψιμη απώλεια των λειτουργιών του εγκεφαλικού στελέχους και τις σχετικές οδηγίες για τη διάγνωση του Εγκεφαλικού Θανάτου, όπως αυτές καταγράφονται στην ισχύουσα ακόμα απόφαση 9/20.3.85 της 21ης ολομέλειας του ΚΕΣΥ έχουμε συντομότατα να παρατηρήσουμε τα ακόλουθα:
  3. Τα κλινικά κριτήρια για τη διάγνωση της μη αναστρέψιμης απώλειας των λειτουργιών του εγκεφαλικού στελέχους με τα οποία διαγιγνώσκεται ο εγκεφαλικός θάνατος έχουν σε διάφορες περιπτώσεις, ιδιαίτερα παιδιατρικών ασθενών, αποδειχθεί ανεπαρκή και εσφαλμένα με συνέπεια τον χαρακτηρισμό ζωντανών ως νεκρών.
  4. Είναι γνωστό ότι επί πρωτογενών βλαβών του εγκεφαλικού στελέχους και κλινική εικόνα εγκεφαλικού θανάτου, είναι δυνατόν να είναι φυσιολογικός ο φλοιός του εγκεφάλου. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις, όπως υποστήριξε η γερμανική αντιπροσωπεία στο Β’ παγκόσμιο συνέδριο για τον εγκεφαλικό θάνατο το 1996, δεν είναι δυνατόν να αποκλειστεί η πιθανότητα ότι οι ασθενείς αυτοί δύνανται να αισθανθούν, να σκεφθούν, κλπ.
  5. Έχουν δημοσιευθεί ευάριθμες περιπτώσεις «εγκεφαλικά νεκρών» ασθενών όπου έχουν καταγραφεί ακουστικά και σωματοαισθητικά προκλητά δυναμικά, τα οποία μαρτυρούν την ύπαρξη ακέραιων, ανιουσών, αισθητικών οδών δια του εγκεφαλικού στελέχους και των υποφλοιωδών ανατομικών σχηματισμών.
Λίγες μέρες αργότερα στις 26/9/1999 στην ίδια εφημερίδα (ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ) οι καθηγητές:
  1. Ν. Παπαδάκης, καθ. Νευροχειρουργικής Πανεπ. Πατρών
  2. Σ. Γερουλάνος, καθ. Πανεπ. Ιωαννίνων, Διευθυντής ΜΕΘ Ωνασίου Καρδιοχειρουργικού κέντρου
  3. Ε. Ασκητοπούλου, καθ. Αναισθησιολογίας – Εντατικής θεραπείας, Πανεπ. Κρήτης
  4. Π. Αλιβιζάτος, Διευθυντής Α’ Καρδιοχειρουργικής κλινικής και τμήματος μεταμοσχεύσεων Ωνασίου Καρδιοχειρουργικού κέντρου
  5. Ι. Βαράκης, Νευροπαθολογοανατόμος, καθ. Ανατομικής, Πανεπ. Πατρών
  6. Ε. Σοφιανός, Διευθυντής ΜΕΘ Π.Γ.Ν. «ΑΧΕΠΑ»
  7. Γ. Κωστόπουλος, καθ. Φυσιολογίας – Νευροφυσιολογίας, Πανεπ. Πατρών
  8. Prof. Dr. Med. Karl Zilles, Director des C. und O. Vogt-Instituts fur Hirnforschung der Universitat Dusseldorf und dew Instituts fur Medizin des Forschungs-zentrums Julich, Deutschland
  9. Ι.Γ. Βλαχογιάννης, καθ. Νεφρολογίας – Παθολογίας, Πανεπ. Πατρών,
απάντησαν στους προηγούμενους καθηγητές. Τα κύρια σημεία της απάντησης τους ήταν τα εξής:
  1. Η πρώτη ένσταση των σεβαστών κυρίων καθηγητών αφορά τον ορισμό του θανάτου που σύμφωνα με την άποψη τους, ο όρος «νέκρωση του εγκεφαλικού στελέχους είναι αδόκιμος και δύναται να τεκμηριωθεί μόνο μετά τη μεταθανάτιο αφαίρεση του εγκεφάλου και εξέταση του από ειδικό παθολογοανατόμο. Γνωρίζουμε όμως ότι ο όρος νέκρωση χαρακτηρίζει τον θάνατο ομάδων κυττάρων ή τμημάτων ιστών ή οργάνων με αποτέλεσμα, όπως αμέτρητες πειραματικές και κλινικές μελέτες, έχουν δείξει οι λειτουργίες τους να μην μπορούν να επιτελεστούν, δηλαδή να χάνονται. Γι’ αυτό στην καθημερινή ιατρική πράξη είναι σύνηθες η διαπίστωση απώλειας λειτουργιών μιας ομάδας κυττάρων, ιστών ή οργάνων να παραπέμπει στον θάνατο τους. Η διάγνωση τότε της νέκρωσης, τίθεται με κλινικά κριτήρια χωρίς να απαιτείται γι’ αυτήν παθολογοανατομική επιβεβαίωση. Η απώλεια π.χ. ικανότητας αντίδρασης της κόρης του οφθαλμού στα ερεθίσματα του φωτός, επιτρέπει στον γιατρό να διαγνώσει την απώλεια της λειτουργικής ικανότητας της ομάδας των νευρικών κυττάρων που την επιτελούν και εάν αυτή παραμένει για πολύ χρόνο, επιτρέπει στον γιατρό να διαγνώσει τη νέκρωση. Η διαπίστωση επομένως απώλειας γνωστών φυσιολογικών λειτουργιών για μια συγκεκριμένη ομάδα κυττάρων, ιστών ή οργάνων, για ικανό χρόνο υπό δεδομένες συνθήκες αποτελεί για την κλινική πράξη αποδοχή του όρου «νέκρωση» χωρίς την απαίτηση παθολογοανατομικής αιτιολόγησης.
  2. Όσον αφορά για τους εγκεφαλικά νεκρούς σε παιδιατρικούς ασθενείς , μερικά αντανακλαστικά εμφανίζονται στο έβδομο έτος της ζωής ενός παιδιού, ενώ τα περισσότερα από αυτά υπάρχουν με τη γέννηση του. Τα αντανακλαστικά όμως που έχουν σχέση με το εγκεφαλικό στέλεχος, εμφανίζονται υπό φυσιολογικές συνθήκες αμέσως μετά τη γέννηση του βρέφους. Στη διεθνή βιβλιογραφία αναφέρεται, ότι οι περιπτώσεις μικρών παιδιών και νηπίων, σε ότι αφορά τη διαδικασία διάγνωσης του θανάτου του εγκεφαλικού στελέχους, δεν διαφοροποιούνται έναντι των ενηλίκων.
  3. Στην υποστήριξη του επιχειρήματος των σεβαστών καθηγητών ότι επί πρωτογενών βλαβών του εγκεφαλικού στελέχους με κλινική εικόνα εγκεφαλικού θανάτου είναι δυνατόν ο φλοιός του εγκεφάλου να είναι φυσιολογικός, επισημαίνουν ότι σε πρωτογενείς βλάβες μπορεί να υπάρξει μία μερική βλάβη του εγκεφαλικού στελέχους που να αντιστοιχεί σε μερική απώλεια των λειτουργιών του. Σε πρωτογενείς βλάβες (μερικές) του εγκεφαλικού στελέχους δεν μπορούν να ικανοποιηθούν τα κριτήρια του εγκεφαλικού θανάτου, που αφορούν την πλήρη απώλεια όλων των λειτουργιών του εγκεφαλικού στελέχους. Κατά συνέπεια διάγνωση εγκεφαλικού θανάτου δεν μπορεί να τεθεί και δεν τίθεται.
  4. Στη συνέχεια οι σεβαστοί κύριοι καθηγητές αναφέρουν πως έχουν δημοσιευθεί ευάριθμες περιπτώσεις εγκεφαλικά νεκρών ασθενών που έχουν καταγραφεί προκλητά δυναμικά δηλαδή σημεία ύπαρξης εγκεφαλικών οδών. Σ’ αυτό οι καθηγητές απαντούν ότι στις περισσότερες περιπτώσεις νέκρωσης του εγκεφαλικού στελέχους καταστρέφονται μαζί με αυτό όλες οι νευρικές οδοί που περνούν από το εγκεφαλικό στέλεχος. Ακόμη όμως κι αν υποτεθεί ότι διατηρούνται ορισμένες νευρικές οδοί (νευρικές ίνες), που προέρχονται από το νωτιαίο μυελό και κατορθώνουν να φτάσουν μέσω του στελέχους σε υποφλοιώδεις περιοχές του πρόσθιου εγκεφάλου, τα μηνύματά τους δεν μπορούν να διοχετευθούν στον φλοιό, γιατί όπως ήδη ανεφέρθη ο φλοιός πεθαίνει με τον θάνατο του εγκεφαλικού στελέχους. Η ισοηλεκτρική γραμμή στο ηλεκτροεγκεφαλογράφημα που παραμένει σταθερή και αμετάβλητη μετά από μόνιμη βλάβη του στελέχους αποδεικνύει του λόγου το αληθές.
Ο αμ. Επ. Καθηγητής Χειρ/κής, τ. Συν/τής Δ/ντής Χειρ/κής Κλινικής του Νοσοκομείου «Αγ.Σάββας», κ. Παναγόπουλος στην ημερίδα που διοργάνωσε η Ι.Μ Γλυφάδας, στις 11-3-2012 είπε τα εξής: «…ο εγκεφαλικός θάνατος ορίζεται ως η μη αναστρέψιμη παύση όλων των λειτουργιών ολοκλήρου του εγκεφάλου, του εγκεφαλικού στελέχους συμπεριλαμβανομένου. Πρόβλημα υπάρχει με την μη αναστρεψιμότητα, η οποία δεν μπορεί να είναι κριτήριο θανάτου, ενώ ο θάνατος είναι κριτήριο της απόλυτης μη αναστρεψιμότητας. […] Πρόβλημα υπάρχει και με την έκφραση «όλων των λειτουργιών» αφού σήμερα γνωρίζουμε ότι σ’ ένα σεβαστό ποσοστό εγκεφαλικά νεκρών ατόμων υπάρχει υπολειπόμενη εγκεφαλική λειτουργία. Τέλος, πρόβλημα υπάρχει και με την τρίτη έκφραση  του ορισμού του εγκεφαλικού θανάτου «ολόκληρου του εγκεφάλου» αφού παθολογοανατομικές μελέτες σε εγκεφάλους εγκεφαλικά νεκρών ατόμων έχουν δείξει ότι σε εκτεταμένες περιοχές του εγκεφάλου παρουσιάζεται βιοχημική δραστηριότητα, με ό, τι αυτό μπορεί να σημαίνει…».[134]
134 Παναγόπουλος Εμ., «Διασώζεται ο εγκεφαλικός θάνατος;», Ημερίδα της Ι.Μ. Γλυφάδας 11/3/2012 (διαθέσιμο και το διαδικτυακό τόπο: http://www.imglyfadas.gr/ (πρόσβαση στο διαδίκτυο 11/3/2014)
το είδαμε εδώ


Και ιδού εγώ μεθ’ υμών ειμί…

ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ!!!

ΑΛΗΘΩΣ ΑΝΕΣΤΗ!!!
Στα τελευταία συγκλονιστικά λόγια, τα οποία ο αναστάς Χριστός απευθύνει στους μαθητές Του, δεσπόζουν τρία θέματα, που συνιστούν μια αδιάσπαστη οργανική ενότητα: Πρώτον, μια διαπίστωση παγκόσμιας σημασίας: «Εδόθη μοι πάσα εξουσία εν ουρανώ και επί της γης»· δεύτερον, μια καταληκτική εντολή: «Πορευθέντες ουν μαθητεύσατε πάντα τα έθνη»· και τρίτον, ως συνέπεια και εγγύηση. ακολουθεί η υπόσχεση: «και ιδού εγώ μεθ’ υμών ειμί…». Οι σύνδεσμοι «ουν», «και» τονίζουν την αλληλουχία. Οι τρεις αυτές προτάσεις αλληλοσυνδέονται, όπως στο σώμα μας τα τρία συστήματα, μυϊκό, κυκλοφορικό και νευρικό.
Α’
ΕΞΟΥΣΙΑ ΣΤΟ ΣΥΜΠΑΝ
Το παγκόσμιας σπουδαιότητος γεγονός, με το οποίο επισφραγίζει το Ευαγγέλιο του ο Ματθαίος, είναι ότι μετά τη σταύρωση και την ανάσταση του Χριστού δόθηκε σ’ Αυτόν η εξουσία σε ολόκληρο το σύμπαν (28:18). Ο διδάσκαλος, ο προφήτης, ο Μεσσίας, καθίσταται πλέον «ο Κύριος». Η εξέλιξη αυτή αλλάζει τον ρυθμό και το νόημα της ανθρώπινης ιστορίας. Η ουσία των όσων έκτοτε συμβαίνουν είναι διαφορετική από εκείνο που φαίνεται. Η αληθινή εξουσία δεν βρίσκεται πλέον στα χέρια του αυτοκράτορα και της ρωμαϊκής διοικητικής μηχανής.
Η πορεία του κόσμου δεν εξαρτάται από τη γνώση που συσσωρεύεται από τους ευφυείς και τους σοφούς της γης. Η εξουσία έχει δοθεί από τον Παντοδύναμο και Παντοκράτορα Πατέρα, τον Θεό της αγάπης, στον Υιό, που ενσάρκωσε την αγάπη στην ακρότατη μορφή της με την αποδοχή του σταυρού. Η αλήθεια αυτή αποτελεί τον άξονα της χριστιανικής πίστεως. Η πραγματική δύναμη και η επίδραση των χριστιανών εξαρτώνται από το κατά πόσο βιώνουν και κηρύσσουν αυτή την πραγματικότητα.
Η Εκκλησία εξακολουθεί να κηρύσσει το μυστήριο του εν Τριάδι Θεού, τη θεία οικονομία εν Χριστώ διά του Αγίου Πνεύματος. Ως «μυστικό Σώμα του Χριστού», ακτινοβολεί τη δόξα του ζώντος Κυρίου σ’ όλη τήν οικουμένη. Ζει διαχρονικά με έντονη την εσχατολογική ελπίδα, ότι «το μυστήριον του θελήματος» του Θεού είναι «ανακεφαλαιώσασθαι τα πάντα εν τω Χριστώ, τα επί τοις ουρανοίς και τα επί γης, εν αυτώ» (Εφεσ. 1:10).
Καθώς προχωρούμε στον 21ο αιώνα, μέσα στο πλήθος των μελετών και διακηρύξεων σχετικά με το κρίσιμο θέμα της ενότητος των χριστιανών και της πειστικής μαρτυρίας τους στον σύγχρονο κόσμο, θα χρειασθεί και πάλι να επισημανθεί το πρωταρχικό, το ουσιαστικό: Η πίστη μας σ’ Αυτόν, στον οποίο «εδόθη πάσα εξουσία εν ουρανώ και επί γης», και ακόμη η πίστη μας ότι η Εκκλησία είναι το Σώμα Του, «το πλήρωμα του τα πάντα εν πάσι πληρουμένου» (Εφεσ. 1:23. Πρβλ. Κολ. 1:16-21).
Depositphotos_28963081_original2
Β’
ΠΟΡΕΙΑ ΣΕ ΟΛΑ ΤΑ ΕΘΝΗ
Από τη διαβεβαίωση «εδόθη μοι πάσα εξουσία» πηγάζει ως συνέπεια -ο σύνδεσμος «ουν» το τονίζει- η εντολή: «Πορευθέντες ουν μαθητεύσατε πάντα τα έθνη». Το πρώτο όραμα παγκοσμιότητος καθόρισε ο αναστάς Κύριος. Αυτή όμως η παγκοσμιότητα δεν έχει σχέση με τη σημερινή παγκοσμιοποί¬ηση τής οικονομίας τής αγοράς. Στήν πολυθρύλητη παγκοσμιοποίηση, για την οποία τόσος λόγος γίνεται στις μέρες μας, εμφωλεύει ο κίνδυνος ο άνθρωπος να γυρίσει στη ζούγκλα ενός αδιάφορου ηθικά ανταγωνισμού και, ενώ ζητεί να γίνει υπεράνθρωπος, να καταντήσει τελικά υπάνθρωπος. Η αποστολή των μαθητών του Χριστού προς «πάντα τα έθνη» αποβλέπει στην παγκοσμιότητα της αγάπης που ανυψώνει τον άνθρωπο προς τον Θεάνθρωπο, καθιστώντας τον «καινή κτίση». Σκοπός της ευχαριστιακής κοινότητος, που οι πιστοί στον Χριστό συγκροτούν εν Αγίω Πνεύματι σε κάθε τόπο, είναι η δημιουργία κοινωνίας αλληλεγγύης, μιας κοινωνίας ελευθέρων, αγαπωμένων προσώπων.
Παλαιότερα, πολλοί Ευρωπαίοι και Βορειοαμερικανικοί κατανοούσαν την τελευταία αυτή εντολή του Κυρίου με όρους γεωγραφικούς, στα βάθη της Αφρικής και της Ασίας, όπου δεν είχε κηρυχθεί το Ευαγγέλιο. Σήμερα όμως είναι πλέον σαφές ότι η πιο επικίνδυνη αποξένωση, και από τη θρησκευτική άγνοια, είναι η θρησκευτική αδιαφορία που δεσπόζει σε πολλές κατά παράδοση χριστιανικές χώρες. Έτσι, η εντολή του αναστάντος Χριστού αποκτά στον 21ο αιώνα μια ευρύτερη δυναμική : «Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τα έθνη», και τα έθνη που έχουν ελάχιστα γνωρίσει τον Χριστό, αλλά και τα έθνη της Αμερικής και της Ευρώπης, πολλά από τα οποία κατεδίωξαν τον Χριστό επί δεκαετίες στον 20ο αιώνα· καθώς και εκείνα τα έθνη που Τον απώθησαν στο περιθώριο με την υπεροψία και την αδιαφορία τους και έβαλαν στη θέση Του τη λατρεία δικών τους «θεοτήτων»: χρήμα, σεξ, άνεση.
Το έργο των αποστόλων του Χριστού έχει μια δυναμική που την καθορίζουν δύο συστατικά: το μυστηριακό, «βαπτίζοντες αυτούς», και το διδακτικό, «διδάσκοντες αυτούς». Το μυστηριακό, όπως προσδιορίζεται από τη συνείδηση της Εκκλησίας των πρώτων αιώνων, παίρνει την ολοκληρωμένη τριαδική του μορφή, «Εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος», η οποία συνοψίζει το απρόσιτο μυστήριο της Θεότητος και τονίζει ότι η «μαθητεία» πραγματοποιείται με τη δύναμη της χάριτος του Θεού· ενώ στο διδακτικό δίδεται η έμφαση όχι απλώς στη γνώση, αλλά στην τήρηση όλων των εντολών. «Διδάσκοντες αυτούς τηρείν πάντα όσα ενετειλάμην υμίν».
Ο πειρασμός, τον όποιο συχνά διάφορες τοπικές Εκκλησίες αντιμετωπίζουμε, είναι ότι με ποικίλα προσχήματα παραμερίζουμε πολλές απαιτητικές εντολές, π.χ. αγάπη στους εχθρούς, αγνότητα, ταπείνωση, συγχωρητικότητα, εγκράτεια, λιτότητα, αυταπάρνηση. Αλλά η χριστιανική ζωή είναι ένα οργανικό σύνολο και η επιμονή στην τήρηση όλων των εντολών δεν αποτελεί «ηθικολογία» που ταιριάζει σε συντηρητικούς. Είναι η πιο ουσιαστική ελευθερία από κάθε μορφή συμβατικότητος. Άλλωστε, η τήρηση των εντολών συνδέεται άρρηκτα με την αγάπη και το «εν Χριστώ είναι». «Ο έχων τας εντολάς μου και τηρών αυτάς, εκείνος έστιν ο αγαπών με», βεβαίωσε ο Κύριος· «ο δε αγαπών με αγαπηθήσεται υπό του πατρός μου, και εγώ αγαπήσω αυτόν και εμφανίσω αυτώ εμαυτόν» (Ιω. 14:21).
Επιβάλλεται να προσέξουμε και πάλι τον συντονισμό θεολογικού στοχασμού και καθημερινής ζωής σύμφωνα με τις εντολές τουθ Χριστού. Και να μην παρασυρόμαστε σε μια θεολογία in abstracto, άσχετη με τη ζωή της Εκκλησίας ή μια ηθικολογία αποκομμένη από τη θεολογική αλήθεια.
Στον αιώνα των εκπλήξεων στον οποίο μπήκαμε, θα απαιτηθεί για όλα αυτά μια νέα πορεία, σε νέους τόπους, αλλά και έξοδος από καθιερωμένα συστήματα οργανώσεως, σκέψεως, νοοτροπίας. Η προτροπή «πορευθέντες» καθορίζει αναχώρηση από τον τόπο στον οποίο βρισκόμαστε. στον οποίο αισθανόμαστε βολεμένοι. Κάθε μετάβαση σε άγνωστες περιοχές κρύβει κινδύνους. Και μάλιστα μια πορεία προς «πάντα τα έθνη» είναι φυσικό να συνδέεται με αναπάντεχες ταλαιπωρίες και περιπέτειες.
Στις μέρες μας έχει συντελεσθεί μια νέα κατανομή της τεχνολογικής γνώσεως, της πολιτικής δυνάμεως, του πλούτου, αλλά υπάρχουν και νέες μορφές φτώχειας, στερήσεως, αδικίας. Βίας, η οποία δεν περιορίζεται βέβαια στην τρομοκρατία -που τελευταία συμπλέκεται με θρησκευτικές ιδέες- αλλά περιλαμβάνει κάθε μορφή βίας. Σ’ αυτές τις συνθήκες, οι χριστιανοί είμαστε υποχρεωμένοι να ξαναδούμε το χρέος μας και τις δυνατότητες της χριστιανικής προσεγγίσεως και δημιουργικής κινητοποιήσεώς μας μέσα στο παγκόσμιο γίγνεσθαι. […]
Ορισμένοι επιδιώκουν να περιορίσουν τον λόγο της Θεολογίας και τη δράση της Εκκλησίας αποκλειστικά στη θρησκευτική λεγόμενη σφαίρα. Ο ορίζοντας όμως της Εκκλησίας αγκαλιάζει όλα τα ανθρώπινα και όλη τη δημιουργία. Ο καθοριστικός όρος στα λόγια του Κυρίου που μας απασχολούν είναι: «πας», «πάσα», «πάντα». «Εδόθη μοι πάσα εξουσία… πάντα τα έθνη… πάντα όσα ενετειλάμην… πάσας τας ημέρας».
 [Συνεχίζεται

ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΠΑΣΧΑΛΙΕΣ - Του Δρ. Βαρδάκα Κωνσταντίνου

ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ!!!

ΑΛΗΘΩΣ ΑΝΕΣΤΗ!!!


alt
Χ Ω Ρ Ι Σ   Λ Ο Γ Ι Α 
Δεν άντεχα άλλο φίλε μου αυτή την κατάσταση, ένας μόνιμος κόμπος έχει σταθεί στο λαιμό μου και πνίγει την αναπνοή μου. Δεν ζούμε πλέον στις μεγαλουπόλεις, περπατάς και βλέπεις ζωντανούς- νεκρούς, κάποιοι φρόντισαν και μας άνοιξαν τους τάφους μας. Έτσι πριν μπω... στο δικό μου τάφο... αποφάσισα ένα πρωινό να δραπετεύσω να πάω στη Αίγινα, να προσκυνήσω τον Τάφο του ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ.
Άκουγα αποσβολωμένος τον φίλο μου που μας ένωναν καλές στιγμές από τον Στρατό. Πήγα να τον παρηγορήσω με τα... ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα...αλλά μάλλον με παρηγόρησε αυτός με τα παράδοξα που έζησε και άκουσε σε αυτό το μυροβόλο νησί του Αργοσαρωνικού.
Αγουροξυπνημένος μου  λέει βρέθηκα στο σαλόνι του πλοίου του πρώτου πρωινού δρομολογίου για την Αίγινα. Κουβαλούσα τους εφιάλτες τις προηγούμενης νύκτας και ούτε την ματιά μου άφηνα να κοιτάζει τα φωτεινά αιγαιοπελαγίτικα χρώματα της θάλασσας και του ουρανού, αλλά το βλέμμα μου έπεσε πάνω σε ένα απλό γεροντάκι που μασουλούσε αμέριμνα  το παξιμαδάκι του. Και αυτός ακόμα ο θόρυβος με ενοχλούσε, το πλησίασα και πριν ακόμη το μιλήσω αυτό έβγαλε ένα παξιμάδι και μου το έδωσε...«κάνει καλό, θα σου χρειασθεί για την ναυτία που έχεις», μου είπε... που να εξηγήσω στο παππού ότι την μόνη ναυτία που είχα ήταν η αηδία που αισθανόμουν για αυτά που συμβαίνουν γύρω μας. Εκείνο που με πλήγωνε περισσότερο ήταν τα μεγάλα πατριωτικά λόγια δίχως πράξη, ο ψευτοσυνδικαλισμός από τα κομματικά κουφάρια της μεταπολίτευσης και οι αγαπητικοί λόγοι εν μέσω κοινωνικής διάλυσης κάποιων δημοφιλών εκκλησιαστικών ταγών μας.
«...πάρε παλληκάρι μου το παξιμάδι θα το χρειασθείς, αυτό σε λίγο θα ικανοποιεί την πείνα μας!!»
Είπα ένα ξερό ευχαριστώ και ασυναίσθητα το πήρα και από τότε έγινε βάρος στην τσέπη μου. Το πλοίο έφτασε στην ώρα του και στην ανηφοριά του δρόμου για το μοναστήρι ΤΗΣ  ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ δίπλα στις καστροεκκλησιές της Παλαιοχώρας δεν περίμενα και άφησα το συγκινησιακό μου φορτίο να μετασχηματισθεί σε προετοιμασία παράκλησης και προσευχής στον ΑΓΙΟ ΝΕΚΤΑΡΙΟ. Και τι δεν έλεγα μέσα μου... όμως ο λογισμός μου είχε επικεντρωθεί σε πονεμένες σκέψεις που έβγαιναν με τον αναστεναγμό μου...
Εσύ Άγιε μπορείς να καταλάβεις την αδικία , την εξαθλίωση και τον κατατρεγμό που συμβαίνει σε μένα, στην οικογένεια μου και στη πατρίδα μου, γιατί ΕΣΥ τα ένιωσες όλα αυτά μαζί με την αχαριστία και τον διωγμό που εξαπέλυσε το τότε κατεστημένο της εποχής γιατί δεν άντεχε την ταπεινή Αγιότητα ενός κατασυκοφαντημένου Ιεράρχη. Είναι τόση άραγε δυσβάστακτη η αμαρτία μας Άγιε που μας κατάντησε άνευρη κρεάτινη μάζα που δεν αντιδρά στα κελεύσματα ακόμη και αυτού του ένδοξου ηρωικού παρελθόντος μαςΠου άλλοι το διαφημίζουν και άλλοι το πολεμούν φυσικά προς ίδιον όφελος, δίχωςνα τους ενδιαφέρει ότι η ΕΛΛΑΔΑ μας έγινε ένα απέραντο πνευματικό νεκροταφείο; Μήπως Άγιέ μου τα οικονομικά πακέτα τα εκπορευόμενα εκ της Ευρώπης ταπώσανε πνευματικά στόματα σε τέτοιες δύσκολες στιγμές που το Ορθόδοξο κατασκανδαλισμένο Ποίμνιο προσμένει με λαχτάρα να αντικρύσει αναστήματα σαν το δικό ΣΟΥ; 
Και φυσικά ΑΓΙΕ μου δεν παρακαλάμε για συνηθισμένους Εθνοσωτήρες αλλά  για ζωντανούς Αγίους Ηγέτες που θα ξαναζεστάνουν το παγωμένο αίμα του ταλαιπωρημένου γένους μας.
Μέχρι να φτάσω στο Προσκύνημα και στον Τάφο του ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ τα είχα πει σχεδόν όλα. Ήταν καθημερινή και ο κόσμος στην Ιερά Μονή ήταν λιγοστός. Από την είσοδο άρχισα να αισθάνομαι πιο ανάλαφρος, αν και με ενοχλούσε το παξιμάδι του παππού στην τσέπη μου. Πολλές φορές στο παρελθόν ζήτησα την βοήθεια του Αγίου και πολλές φορές τον επισκέφθηκα, όμως αυτή την φορά όταν πλησίασα στον μαρμάρινο τάφο του άνοιξα όσο δυνατόν τα χέρια μου και τον αγκάλιασα.
«Βρέ παλληκάρι μου πως κάνεις έτσι , σκέπτεσαι να μπεις μέσα;» Ακούσθηκε μια φωνή από πίσω μου, τρόμαξα και γύρισα να δω ποιος αθεόφοβος δεν υπολόγιζε την προσωπική μου αυτή στιγμή της κατάνυξης. Ποίον άραγε αντίκρισα; Τον παππού που μασουλούσε το πρωί τα παξιμάδια στο πλοίο. Τι να του πω από σεβασμό προς το χώρο του Προσκυνήματος, σιώπησα, αλλά δακρυσμένος του είπα...«παππού χάνεται η πατρίδα μας» ... έκανα τον Σταυρό μου και πήγα να φύγω. Ο παππούς κάθισε μπροστά μου και με εμπόδισε να απομακρυνθώ λέγοντας μου αυστηρά.
«Ποία Πατρίδα ρε χάνεταιΗ βλακεία και η προδοσία μας θα χαθούν στο τέλος. Και αν χαθεί κάτι θα είναι αυτό το βρωμοσύστημα μέσα στο οποίο ζήσαμε όλοι μας και ήταν αυτό το σύστημα που κατηγόρησε άδικα αυτό τον ΑΓΙΟ που ήρθαμε σήμερα να προσκυνήσουμε. Άκου να σου πω, εγώ έχω ρίζα από την Αίγινα και η γιαγιά μου εξομολογιότανε στον ΑΓΙΟ ΝΕΚΤΑΡΙΟ και γνώριζε καλά τους κατατρεγμούς του.
Όταν ήμουν παιδάκι αυτή η καλή γιαγιά μου έλεγε ότι θα έρθει καιρός που η πατρίδα μας θα περάσει αυτά που πέρασε αυτός ο Άγιος δηλ. την προδοσία, την συκοφαντία και την αδικία και μετά θα ζήσει τρείς συνεχόμενες ΠΑΣΧΑΛΙΕΣ μέσα στην ίδια χρονιά.»
«Τι είναι αυτά που λες παππού του είπα έκπληκτος. Άντε για την συκοφαντία και την αδικία τα καταλαβαίνω αλλά που κολλάνε οι τρείς συνεχόμενες Πασχαλιές
«Άκου να δεις πρώτα θα κάνουμε Πασχαλιά στις Εκκλησιές μας, μετά θα κάνουμε Πασχαλιά στους δρόμους από την χαρά μας που θα ξεκουμπισθεί αυτό το βρωμοσύστημα που ταλαιπωρεί τις ζωές μας εδώ και χρόνια και μετά όταν λειτουργηθεί η ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ θα αισθανόμασθε πάλι μέσα στις ψυχές μας Πασχαλιά.»
Φίλε μου έμεινα κάγκελο από αυτά που μου είπε ο παππούς και τα έλεγε μάλιστα αυστηρά. Μόλις πρόλαβα να τον ρωτήσω πως τον έλεγαν και μου απάντησε κοφτά «...Νεκτάριο με ονομάζουν και κοίτα κακομοίρη μου να μην πετάξεις το παξιμάδι που σου έδωσα, σε λίγο και αυτό θα είναι δυσεύρετο!!!»
Ο παππούς κατηφόρισε προς τον κάτω μεγαλοπρεπή Ιερό Ναό προς τιμήν του ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ, εκεί τον έχασα. Στάθηκα και έβγαλα μια φωτογραφία με τα ανθισμένα λουλούδια για να θυμάμαι αυτό το θρύλο  που έμαθα με τις ΤΡΕΙΣ ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΠΑΣΧΑΛΙΕΣ.

ΜΕΤΑ ΤΙΜΗΣ        
ΔΡ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΒΑΡΔΑΚΑΣ 

Μή μου ἅπτου (Ἰωάν. κ´ 17)

ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ !!!

ΑΛΗΘΩΣ ΑΝΕΣΤΗ !!!

 



Τά σκηνικά πού πλαισιώνουν, ὡς πρόσωπα καί καταστάσεις, τά λόγια τοῦ Κυρίου πρός τήν ἁγία Μαρία τή Μαγδαληνή (Ἰωάν. κ´ 17), μᾶς ὠθοῦν σέ πλούσια βιώματα ἀναγόμενα στή βαθύτερη σχέση μας μέ τόν Χριστόν. Σέ βιώματα ἐσώτερης πνευματικῆς καί μυστικῆς ζωῆς, ἀλλά καί βαθύτερου λατρευτικοῦ ἤθους.

Ἡ Μαγδαληνή Μαρία, στή δεδομένη χωροχρονική τομή, θά μποροῦσε νά θεωρηθεῖ σύμβολο κάθε ἀνθρώπου «ἐκκλησιασμένου» σέ ἐπίπεδο ψυχικό, πού εὐτύχησε νά ἔχει πολυάριθμες, θερμές καί «καρποφόρες» σχέσεις μέ τόν Κύριο μέσα στήν ἐκκλησία Του, πού ὅμως μέσα στήν πορεία τῶν σχέσεών του πρός Αὐτόν κάποτε χάνει τήν «ἐπαφή» (ὁ Χριστός Σταυρώθηκε καί Ἐνταφιάστηκε) καί τή θρησκευτική «συναλλαγή», καί βλέπει ὅτι δέν κερδίζει τίποτε! Τότε παραπαίει μεταξύ ἐλπίδας καί ἀποκαρδίωσης, διατηρώντας συγχρόνως, «μπλοκαρισμένα» κάπως, ὅλα τά αἰσθήματα λατρείας καί ἀφοσίωσης στό μή βλεπόμενο πιά πρόσωπό Του. Ἐξακολουθεῖ καί «πηγαίνει στήν Ἐκκλησία» Του, ὅπως ἡ Μαγδαληνή Μαρία παρέμενε στό «κενό» πιά μνημεῖο Του, ἐπιθυμώντας μίαν ἀναζωογόνηση κερδοφόρου σχέσης μέ τόν Χριστόν, ἀκούοντας τά κηρύγματα τοῦ Θείου λόγου, ἀναστρεφόμενος τούς ἁγίους καί τούς πιστούς, ὅπως ἡ Μαγδαληνή Μαρία τούς ἀγγέλους πλησίον τοῦ κενοῦ μνημείου. Βοηθεῖται, μέ μιά τέτοια προσπάθεια, νά ζήσει τό πένθος του γιά τή «χαμένη σχέση» καί νά τό ἐκφράσει (Γύναι τί κλαίεις, τίνα ζητεῖς; Ὅτι ἦραν τόν Κύριόν μου τοῦ τάφου καί οὐκ οἶδα ποῦ ἔθηκαν αὐτόν). Τότε ἀκριβῶς, πού θρηνεῖται ἡ ἄγνοια καί μεγεθύνεται ὁ σπαραγμός γιά τήν ἀπώλεια τοῦ ἐπιθυμητοῦ, ὁ Ἰησοῦς κρίνει ὅτι μπορεῖ, μέ μιά ἄμεση ἀλλά ὄχι καί χειροπιαστή μέθοδο, νά προκαλέσει μιά διαλογική σχέση μέ τόν ἄνθρωπο, χωρίς ὅμως καί νά τοῦ δώσει τήν δυνατότητα ἀνανέωσης τῆς «ἐπαφῆς», στό ἐπίπεδο πού λειτουργοῦσε κατά τό παρελθόν (μή μου ἅπτου), ἀλλά προκαλώντας τον νά κοινωνήσει, τήν ἀλήθεια τῆς ἀνάστασής Του μέ τούς ἄλλους, τού φοβισμένους καί προβληματισμένους Μαθητές Του, καί περιμένοντας τήν ἀνάβασή Του σέ νέο πνευματικό - τουλάχιστον πνευματικώτερο - ἐπίπεδο, στό «Ὑπερῶο τῆς Πεντηκοστῆς» μέ τήν κάθοδο τοῦ Παρακλήκου Πνεύματος, ὅπου θά κατανοήσει τούς λόγους «πνεῦμα ὁ Θεός καί τούς προσκυνοῦντας Αὐτόν ἐν πνεύματι καί ἀληθείᾳ δεῖ προσκυνεῖν». Τότε πιά θά μπορεῖ νά κατανοήσει καί νά ἐπιθυμήσει νά ζήσει τό «…ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν καί ἀράτω τόν σταυρόν αὐτοῦ», θά μπορεῖ νά συνεργασθεῖ γιά τήν ἔνταξη τῆς ὑπόστασης του στήν ὑπόσταση τοῦ Χριστοῦ, θά λαχταρᾶ τή Χριστοείδεια καί ὄχι τή ἰδιοτελῆ θρησκευτική συναλλαγή!

Ὅλη αὐτή τή «γκάμμα» τῶν πνευματικῶν «μεθηλικιώσεων», κάθε πιστός, ἀκόρεστος γιά πρόοδο πνευματική, ὀφείλει νά τήν περάσει μέ ἐπιτυχία καί ὑπαρκτική γνησιότητα.

Ἡ Ζῶσα Ζωή Clement Olivier


Ὁ ἄνθρωπος, μέσα στὴν ἀλήθεια τοῦ προσώπου του, εἶναι εἰκόνα τοῦ ζῶντος Θεοῦ• κι ἡ εἰκόνα αὐτή, σὰν ἀπὸ ἔνστικτο, τείνει πρὸς τὸ πρότυπό της. Ὁ Θεὸς ὡστόσο δὲν εἶναι μοναχὰ «ἡ ζῶσα ζωή»• εἶναι συνάμα ἡ ἀγάπη, ποὺ σέβεται κι ἀναμένει μέσα στὴ σιωπή, εἶναι ἡ ἀγάπη, ποὺ δὲν ἐπιβάλλεται.

Ὅταν μνημονεύουμε τὸ «προπατορικὸ» ἁμάρτημα («προπατορικὸ» καὶ διαρκές), ποὺ ὅμως εἶναι λιγότερο προπατορικὸ ἤ ὑπάρχον ἐξ ἀρχῆς ἀπὸ τὸν «παράδεισο», δὲν κάνουμε τίποτε ἄλλο παρὰ μόνο διαπιστώνουμε μὲ τὸν Ἰωάννη στὸν πρόλογο τοῦ Εὐαγγελίου του ὅτι ὁ ἄνθρωπος στρέφει τὰ νῶτα στὸν Ἥλιο τῆς Δικαιοσύνης — Θεὸ καὶ ὅτι μέσα στὴ σκιά, ποὺ ἔτσι δημιουργεῖται, ξεσποῦν οἱ δυνάμεις τοῦ κακοῦ καὶ βασιλεύει ὁ θάνατος. Ὁ τυφλὸς δυναμισμὸς τῆς «εἰκόνας», ἀφοῦ προσκρούει στὸ φράγμα τοῦ πεπερασμένου, ἀποσύρεται καὶ ἐκφυλίζεται σὲ εἰδωλολατρεία, καθιστώντας ἀκόμα πιὸ πυκνὰ τὰ «σκοτάδια», πάνω στὰ ὁποία τὸ φῶς τῆς ἀγάπης δὲν μπορεῖ νὰ ἐνεργήσει κατ’ ἄμεσο τρόπο, ἀφοῦ τὰ «σκοτάδια» αὐτὰ σημαίνουν τὴν ἄρνησή του καί, κατὰ συνέπεια, τὴν ἀπουσία του.

Ἔτσι, ἡ καθ’ ὅλα καλὴ καὶ ἀγαθὴ ζωή, ποὺ ὁ Δημιουργός, ἀπαρνημένος ἀπὸ τὴ δημιουργία Του, μᾶς χαρίζει ἀδιάλειπτα, ἀνακατεύεται μὲ θάνατο, ποὺ ἔχει ὄχι μονάχα τὴν ἔννοια τοῦ σωματικοῦ θανάτου, ἀλλὰ μία ἔννοια καθολική, ὅπως αὐτὴ ἀπαντᾶται καθημερινά. Τὸ ἄγχος καὶ τὸ μῖσος κουλουργιάζονται ἀδελφωμένα στὸ βάθος τοῦ εἶναι μας καί, σὰν ἀποτέλεσμα, ὁ χωρισμὸς ἀπὸ τὸ Θεὸ μετατρέπεται σὲ διαχωρισμὸ καὶ διάσταση μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων. Γιατί ἡ ἀπουσία τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ κόλαση. Ἔτσι, ἀναμιγνύονται μέσα στὴν ὕπαρξή μας ἡ νοσταλγία τοῦ «παραδείσου» καὶ τὸ βίωμα, τὸ πολὺ πραγματικὸ βίωμα - τοῦ θανάτου καὶ τῆς κόλασης.

Ὡστόσο, ἂν ὁ ζῶν Θεός, ἂν ὁ ἀγαπῶν Θεὸς δὲν μπορεῖ, ἐπιβάλλοντας δεσποτικὰ τὴν ἐξουσία Του, νὰ καταργήσει καὶ νὰ ἐξαλείψει τὰ σκότη, μπορεῖ ὅμως νὰ δεχτεῖ τὴ Σταύρωση ἐκεῖ στὰ σκοτάδια ἀπὸ ἀγάπη, νὰ ρθεῖ μπορεῖ, ἀκόμα καὶ ἐκεῖ ὅπου εἶναι ἀπών, γιὰ νὰ πληρώσει τὰ πάντα μὲ τὸ Φῶς Του. Ἡ ἐκλογὴ τοῦ Ἰσραὴλ φτάνει τὸ ἀπόγειό της στὸ «ναὶ» τῆς Παρθένου Μαρίας, σ’ αὐτὴ τὴν πλήρη καὶ ὁλοκληρωτικὴ ὑποδοχὴ κι ἀποδοχή, μέσα σὲ μιὰ ψυχὴ καὶ ἕνα σῶμα, ποὺ μιὰ γυναίκα προσφέρει στὸν Θεῖον Ἐξόριστο, γιὰ νὰ δώσει τέλος στὴν ἐξορία Του καὶ νὰ Τοῦ ἐπιτρέψει νὰ ξαναρχίσει τὴ δημιουργία Του ἐκ τῶν ἔνδον.

Ὁ Ἅγιος Εἰρηναῖος ὁ Λυῶνος (Β' αἰώνας), στοχαζόμενος πάνω στὸ «σημεῖον Ἰωνᾶ», γιὰ τὸ ὁποῖο μιλᾶ ὁ Ἰησοῦς, ἔγραφε: « Ὁ Θεὸς ἀνέχτηκε νὰ καταποθεῖ ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὸ μεγάλο θηρίο, τὸν ὑπαίτιο κάθε ἀνομίας, ὄχι γιὰ νὰ τὸν δεῖ νὰ ἐξαφανίζεται καὶ νὰ χαθεῖ ὁλότελα, ἀλλὰ γιατί θεμελίωνε καὶ προπαρασκεύαζε τὴν ὁδὸ τῆς σωτηρίας, ποὺ ὁ Λόγος ἐξεπλήρωσε σύμφωνα μὲ τὸ «σημεῖον Ἰωνᾶ»,.... ἔτσι ποὺ ὁ ἄνθρωπος, δεχόμενος μιὰ σωτηρία ἀνέλπιστη, νὰ ἀναστηθεῖ «ἐκ νεκρῶν» καὶ νὰ δοξολογεῖ τὸν Θεό, ἐπαναλαμβάνοντας τὰ προφητικὰ λόγια τοῦ Ἰωνᾶ: « Ἐβόησα ἐν θλίψει μου πρὸς Κύριον τὸν Θεόν μου, καὶ εἰσήκουσέν μου ἐκ κοιλίας ἅδου» (πρβλ. Ἰων. β' 3) (πρβλ. PG 7.942 B-C).

Ὁ Χριστός, στὴ διάρκεια τῆς ζωῆς του στὴ γῆ, ζωῆς ποὺ ὁλόκληρη «ἤγετο» ἀπὸ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο, παρουσιάζεται, γιὰ νὰ ἐπαναλάβουμε τὰ λόγια του Ἰωάννου, σὰν Ζωὴ καὶ Φῶς, σὰν «τὸ φῶς τῆς ζωῆς» (Ἰωαν. η' 12), δηλαδὴ σὰν καθαρὰ ζωή, σὰν ζωὴ ζῶσα, δίχως ἴχνος σκιᾶς, δίχως τὴν παραμικρὴ μετοχὴ στὸ θάνατο.

Γεννιόμαστε γιὰ ν’ ἀποθάνουμε- ὁ θάνατος ἔχει ἐγχαραχτεῖ στὴν ὕπαρξή μας κατὰ τὴ γέννησή μας. Ὁ Ἰησοῦς γεννᾶται γιὰ νὰ ζήσει καὶ γιὰ νὰ ζωοποιήσει• τίποτε δὲν τὸν χωρίζει ἀπὸ τὸν Ἥλιο τῆς Θεότητος, ἀπὸ τὴν πηγὴ τῆς ζωῆς• τὸ ζωοποιοῦν Πνεῦμα ἀναπαύεται μέσα Του καὶ ἡ ἴδια ἡ Παρθενική Του γέννηση ἀποδεικνύει ὅτι εἶναι ἐλεύθερος ἀπὸ τὶς ἀδιαπέραστα παχυλὲς καὶ χωριστικὲς προϋποθέσεις καὶ καταστάσεις τῆς θνητῆς μας ὕπαρξης.

Εἶναι ἑκούσια, ἀπὸ ἀγάπη καὶ ἀπὸ ὀντολογικὴ συμπάθεια καὶ ἀλληλεγγύη μὲ μᾶς ποὺ ὁ Ἰησοῦς προσλαμβάνει καὶ δέχεται σὰν δικές του ὅλες τὶς δικές μας καταστάσεις θανάτου καὶ ἅδη, ἴσαμε ποὺ τὰ πάντα καὶ οἱ πάντες νὰ «καταποθῶσιν ὑπὸ τῆς ζωῆς» (πρβλ. Β' Κορ ε', 4), στὸ Γολγοθᾶ, κατὰ τὴν εἰς ἅδου θριαμβευτική Του κάθοδο. Ὁ Ἰησοῦς εἶναι «ὁ ἄμωμος ἀμνός», ποὺ «αἵρει τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου». Τὸ ἀπατηλὸ «οἴδημα» τῶν παθῶν Του παραμένει ξένο ἀλλὰ Ἐκεῖνος ἐκθέτει τὸ πρόσωπό Του στὶς ἐξουθενωτικές τους συνέπειες. Πάθη ἐκεῖνα εἰδωλολατρείας, γίνονται τὸ Πάθος ἐκείνου ποὺ δὲν παύει νὰ εἶναι, ἐν Πνεύματι, ἡ ὁμοούσια εἰκὼν τοῦ Πατρός.

Μόνον ὁ Ἰησοῦς γνώρισε ἀληθινὰ τί σημαίνει ὁ θάνατος, γιατί Ἐκεῖνος μέτρησε τὴν ἀπειροσύνη του καὶ «ἐκ τῶν ἔξω» καὶ «ἐκ τῶν ἔσω». Ἐκεῖνος, ὁ Ζῶν, ποὺ μπορεῖ νὰ πεῖ στὴ Μάρθα, ὑπενθυμίζοντάς της τὴν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν τὴν ἔσχατη μέρα, ἀφήνει νὰ γίνει δέσμιος τοῦ θανάτου καὶ τοῦ ἅδη.

Καὶ ἤδη, ἀντικρύζοντας ὁ Ἰησοῦς τὸν φίλο του Λάζαρο, ποὺ τὸ σῶμα του εἶχεν ἀρχίσει νὰ μυρίζει ἄσχημα, δάκρυσε. Αὐτὸ τὸ συντομώτατο ἐδάφιο μᾶς μιλάει γιὰ τὰ δάκρυα τὰ πιὸ παράδοξα καὶ τὰ πιὸ σημαντικὰ ὁλόκληρης τῆς Ἁγίας Γραφῆς. Ἀντιμετωπίζεται ἤδη ὁ Πονηρός, ὁ «Φονεύς», κι ἡ παντοδύναμη κλήση μὲ τὸ «Λάζαρε, δεῦρο ἔξω» ἀναγγέλλει ἤδη τὸ Πάσχα, ποὺ δὲν εἶναι τοῦ Χριστοῦ μονάχα ἡ ἀνάσταση, μὰ καὶ ἡ δική μας κοινὴ ἀνάσταση ἐν Αὐτῷ.

Στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἡ «ἔγερση» τοῦ Λαζάρου ἑορτάζεται τὴν παραμονὴ τῆς Κυριακῆς τῶν Βαΐων, μιὰ βδομάδα ἀκριβῶς πρὶν τὸ Ἅγιο Σάββατο, τὸ ὁποῖο καὶ προτυπώνει.

Μπροστὰ στὸ νεκρὸ Λάζαρο ὁ Θεὸς πάσχει κατὰ τρόπο ἀνθρώπινο τὴ φθορά μας καὶ τὸ πένθος μας. Στὴ Γεθσημανή, ὁ Θεὸς βιώνει καὶ πάσχει σὰν ἄνθρωπος τὶς ἐπαναστάσεις καὶ τὶς ἐπιθανάτιες ἀγωνίες μας. Στὸ Σταυρὸ ἀπάνω, ὁ Θεός, ποὺ ἔγινε ἄνθρωπος, γνωρίζει τὴ δική του ἀπουσία καὶ «βοᾶ φωνῇ μεγάλῃ»: «Θεέ μου, Θεέ μου, ἱνατὶ μὲ ἐγκατέλιπες;» Κι ἡ εἰς ἅδου κάθοδος τοῦ Μεγάλου Σαββάτου τελεῖται ἤδη ἐκεῖ, στὴν πληρότητά της.

Ὁ ἅδης μας, ἡ δική μας κόλαση τῆς ἀμφιβολίας καὶ τῆς ἀπόγνωσης, τῆς ἐπανάστασης καὶ ἑνὸς θεμελιακοῦ μηδενισμοῦ, παρεμβάλλεται γιὰ μιὰ στιγμὴ ἀνάμεσα στὸν Πατέρα καὶ τὸν Υἱὸν Του τὸν ἀγαπητό, ὡσὰν νὰ διασπᾶται ἡ ἄπειρή Τους ἑνότητα.

Τότε ὅλα μεταστρέφονται καὶ ἀλλάζουν καὶ ὁ Ἴδιος ὁ σταυρός, ὅπως τὸ ὑπογραμμίζει ἔντονα τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Ἰωάννου, γίνεται «ἔξαρση» καὶ δοξολογία. Ἡ ἄβυσσος τοῦ ἅδη καὶ τοῦ θανάτου γίνεται φευγαλέα ἀτμίδα σὰν μιὰ ἄσημη, γελοία σταγόνα μίσους μέσα στὸν ὠκεανὸ τῆς Θείας ἀγάπης- ἡ ἀπόσταση ἀνάμεσα στὸν Πατέρα καὶ τὸν Υἱὸ δὲν εἶναι πιὰ ὁ τόπος τοῦ ἅδη, ἀλλὰ ἡ χώρα τοῦ Πνεύματος καὶ ἡ Μεταμόρφωση πραγματώνεται, ὄχι πιὰ στὸ ὄρος, ἀλλὰ μέσα στὴν ἄβυσσο τὴν ἴδια τοῦ σκότους — ὅλα παραδίδονται στὴν ἁρπαγὴ τῆς ἀνάστασης.

Αὐτὸ τὸ ἆσμα εἶναι ποὺ ἀκούραστα ψάλλουμε τὴ νύκτα τοῦ Πάσχα: «Χριστὸς ἀνέστη ἐκ νεκρῶν, θανάτῳ θάνατον πατήσας καὶ τοῖς ἐν τοῖς μνήμασι ζωὴν χαρισάμενος».

Ὁ Ματθαῖος, λίγες γραμμὲς μετὰ ποὺ θυμίζει τὸ λόγια, ποὺ ὁ Ἰησοῦς «ἐβόησε φωνῇ μεγάλῃ» πάνω στὸ σταυρὸ («Ἠλί, ἠλί, λαμὰ σαβαχθανί»), γράφει: «....καὶ τὰ μνημεῖα ἀνεώχθησαν καὶ πολλὰ σώματα τῶν κεκοιμημένων ἁγίων ἠγέρθη, καὶ ἐξελθόντες ἐκ τῶν μνημείων μετὰ τὴν ἔγερση αὐτοῦ...» (Ματθ. κζ', 52-53). Ἀπὸ τότε ἴσαμε σήμερα, ὑπάρχουν συνέχεια ἄνθρωποι, ποὺ ἐξέρχονται ἀπὸ τὰ δικά τους μνημεῖα...

Ἡ ἀληθινὴ εἰκόνα τῆς Ἀνάστασης εἶναι ἡ εἰκόνα τῆς εἰς Ἅδου καθόδου, εἶναι ἡ εἰκόνα τῆς τῶν ὅλων ἀναστάσεως.

Ὁ θριαμβεύων Χριστός, περιβεβλημένος τὸ φῶς τῆς δόξας Του, ποὺ ὑποδηλώνει τὴν ὑπερβατικότητά Του, θρυμματίζει κάτω ἀπὸ τὰ πόδια Του τὶς πύλες τοῦ ἅδη, παίρνει τὸν Ἀδὰμ καὶ τὴν Εὔα, ὄχι ἀπὸ τὸ χέρι, ἀλλὰ ἀπὸ τὸν καρπὸ τοῦ χεριοῦ - παίρνει δηλαδὴ μὲ τὸν ἴδιο τρόπο καὶ τὸν καθένα μας — καὶ τοὺς κάνει ν’ ἀναπετάσουν κυριολεκτικὰ ἔξω ἀπὸ τοὺς τάφους τους.

Ἀπὸ τότε, μέσα στὴν Ἐκκλησία καὶ παντοῦ στὸν κόσμο (ἀλλά, στὴν πραγματικότητα, ἡ Ἐκκλησία εἶναι ποὺ φέρει μέσα της τὸν κόσμο), τὸ Χέρι τοῦ Χριστοῦ δὲν ἔπαψε νὰ σχίζει τὰ σκοτάδια, καί, ἔτσι ὅπως εἶναι διάτρητο, νὰ μᾶς χαρίζει «τὸ Φῶς τῆς Ζωῆς».

Ἔτσι προσδιορίζεται τὸ νόημα τοῦ Πάσχα. Ὁ Θεὸς ἐνσαρκώνεται καὶ «κατέρχεται» ἴσαμε κάτω στὸ θάνατο καὶ τὸν ἅδη γιὰ νὰ μᾶς διανοίξει, διὰ μέσου τῆς ἀναστημένης ἀνθρώπινης φύσης του, τὴν ὁδὸ τῆς ζώσης ζωῆς, τὴν ὁδὸ τῆς ἔγερσης καὶ τῆς ἀγαθῆς ἰσχύος, τὴν ἴδια τὴ δύναμη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. «Θεὸς ἐνηνθρώπησεν», λέγουν οἱ Πατέρες, «ἵνα ἡμεῖς θεοποιηθῶμεν » (PG 25, 192Β)• ἤ ἀκόμη: «Ὁ Θεὸς προσέλαβε σάρκα διὰ νὰ δυνηθῆ ὁ ἄνθρωπος νὰ λάβη Πνεῦμα» Καὶ ἡ θέωση, ἔτσι ὅπως ὁρίζεται ἀπότομα, δὲν σημαίνει τὴν κατάργηση τοῦ ἀνθρωπίνου, μὰ τὴν πληρότητά του, γιατί ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι ἀληθινὰ ἀνθρώπινος παρὰ μόνο «ἐν Θεῶ». Θὰ μπορούσαμε νὰ τάξουμε τὴν πιὸ κάτω προοδευτικὴ σειρά: Ἀνάσταση = Θέωση = ζωοποίηση μιᾶς ζωῆς, ποὺ εἶναι πιὸ ἰσχυρὴ ἀπὸ τὸ θάνατο = ἡ υἱοθεσία μας ἐν τῷ Υἱῷ = ἡ Χριστοείδειά μας ἐν τῷ Πνεύματι.

Στὸν «Μέγαν Κατατηχητικὸν Λόγον» του ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Νύσσης συνοψίζει μὲ τὰ πιὸ κάτω λόγια τὸ μυστήριο τοῦ Πάσχα: «Ἐπεῖ οὖν ἔδει γενέσθαι ὅλης τῆς φύσεως ἡμῶν ἐκ τοῦ θανάτου πάλιν ἐπάνοδον, οἰωνεὶ χείρα τῷ κειμένῳ ὀρέγων, καὶ διὰ τοῦτο πρὸς τὸ ἡμέτερον ἐπικύψας πτῶμα, τοσοῦτον τῷ θανάτῳ προσήγγισεν, ὅσον τῆς νεκρότητος ἅψασθαι καὶ ἀρχὴν δοῦναι τὴν φύσιν τῆς ἀναστάσεως τῷ ἰδίῳ σώματι, ὅλον συναναστήσας τὸν ἄνθρωπον τῇ δυνάμει» PG 45, 80Β).

Ὁ Ἅγιος Κύριλλος ὁ Ἀλεξανδρείας γράφει στὴν 5η του Ὁμιλία πάνω στὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Λουκᾶ:

«Ἦταν ἀναγκαῖο νὰ ἐπιστραφεῖ καὶ ἀποκατασταθεῖ στὴ νεκρὴ σάρκα ἡ μέθεξη στὴ ζωοποιὸ δύναμη τοῦ Θεοῦ ( Ἐδῶ ἡ λέξη «σάρκα» ὑποδηλώνει ὁλόκληρη τὴν ἀνθρωπότητα, ὅλη τὴ φύση). Ἀλλὰ ἡ ζωοποιὸς δύναμη τοῦ Θεοῦ εἶναι ὁ Λόγος, ὁ μονογενὴς Υἱός. Αὐτὸν εἶναι, ποὺ μᾶς ἀπέστειλε ὡς Σωτήρα καὶ Λυτρωτή....

Ζωὴ ἐκεῖνος κατὰ φύσιν, προσέλαβε σάρκα ὑποταγμένη στὴ φθορὰ μὲ σκοπὸ νὰ καταστρέφει μέσα της τὴν ἰσχὺν τοῦ θανάτου καὶ νὰ τὴν μεταμορφώσει μέσα στὴ ζωή. Ὅπως τὸ σίδερο, ὅταν τεθεῖ σὲ ἐπαφὴ μὲ τὴ φωτιά, πυρακτώνεται, ἔτσι καὶ ἡ σάρκα, μετὰ ποὺ θὰ δεχτεῖ μέσα της τὸ ζωοποιὸ Λόγο... Ἔτσι ἐνδύθηκε Ἐκεῖνος τὴ σάρκα μας γιὰ νὰ τὴ λυτρώσει ἀπὸ τὸ θάνατο».

Τοῦ λοιποῦ, «τὸ ζῆν Χριστὸς» (Φιλιπ. α, 21), γράφει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος στοὺς Φιλιππησίους. Μὲ τὴν Ἀνάληψη, ἡ ἀνθρώπινη φύση τοῦ Χριστοῦ, ποὺ ἀγκαλιάζει ὁλόκληρη τὴν ἀνθρωπότητα καί, μέσῳ της, πάσαν σάρκα τῆς γῆς, εἰσῆλθε στὸν Τριαδικὸ χῶρο, στὸ «Φῶς τῆς Ζωῆς».

Ὁ κόσμος ἔχει μυστικὰ γίνει τὸ σῶμα «τοῦ Λόγου τῆς Ζωῆς». Ἀλλὰ ὁ ἔνθεος κόσμος, ὁ κόσμος δηλαδὴ ποὺ δέχτηκε τὸ Θεό, δὲν ἐπιβάλλεται περισσότερο ἀπ’ ὅσο ἐπιβάλλεται ὁ ἴδιος ὁ Θεός. Ἡ κοσμικὴ «καιομένη βάτος» μένει καλυμμένη ἀπὸ λάσπη, αἷμα καὶ τέφρα λόγω τῆς τυφλότητας καὶ τοῦ μίσους μας, λόγω τοῦ χωρισμοῦ μας.

Ὁ Θεὸς ἀπὸ δῶ καὶ πέρα δὲν εἶναι πιὰ ἀπὼν ἀπὸ πουθενά, ἀλλὰ μέσα στὸ κακὸ καὶ τὴ φρίκη δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι παρὰ μόνο σταυρωμένος, ἀνιστάμενος ὡστόσο καὶ ἀνασταίνοντάς μας, μέσα στὸ μυστηριακὸ βάθος τῆς Ἐκκλησίας, μέσα στὴν Ἐκκλησία σὰν κοινότητα βαπτισματικὴ καὶ εὐχαριστιακή. Γιατί, ἀπὸ τὴν Πεντηκοστὴ καὶ δῶ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο μᾶς προσφέρει τὸ σῶμα τοῦ «Λόγου τῆς Ζωῆς» μέσα στὴν Ἐκκλησία σὰν μυστήριο τοῦ Ἀναστάντος. Θρυμματίστηκαν οἱ πύλες τοῦ θανάτου κι οἱ πύλες τοῦ ἅδη δὲν θὰ κατισχύσουν• ἡ Ἐκκλησία, ὄχι σὰν ἁπλὸς θεσμὸς κι οὔτε σὰν ἁπλὴ κοινότητα πιστῶν, ἀλλὰ σὰν Μυστήριο τῆς Ζώης συνιστᾶ τὸ ξέφωτο ἄνοιγμα, ποὺ διαμέσου του δὲν παύει νὰ ἐγχέεται στὸν κόσμο μιὰ ἀγάπη πιὸ δυνατὴ ἀπὸ τὸ θάνατο, ἡ δύναμη καὶ ἡ χαρὰ τοῦ Πάσχα.

Ὅλες οἱ ἀπιστίες κι οἱ ἀποστασίες τῶν Χριστιανῶν δὲν μπόρεσαν καὶ δὲν θὰ μπορέσουν νὰ γεμίσουν καὶ νὰ βουλώσουν αὐτὴ τὴ ρωγμή, ποὺ ὁ «Ζωοποιὸς σταυρὸς» ἄνοιξε στὸ σατανικὸ ἐπικάλυμμα «τοῦ κόσμου τούτου» κι ἡ πραγματικὴ ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἡ ἱστορία τοῦ θαύματος τοῦ Πάσχα, ποὺ προσφέρεται στὸ Βάπτισμα καὶ τὴν Εὐχαριστία καὶ γίνεται δεκτὸ στὴν ἁγιότητα.

Τὸ Βάπτισμα μᾶς κάνει νὰ κατεβαίνουμε στὸν ἅδη μαζὶ μὲ τὸ Χριστὸ καὶ νὰ ἀνιστάμεθα μαζί Του. Ἀσφυκτιοῦμε μέσα στὰ ἀκάθαρτα νερὰ τοῦ θανάτου γιὰ νὰ ἀναδυθοῦμε ξαφνικὰ καὶ νὰ ἀναπνεύσουμε τὸ ἄπειρο, γιὰ νὰ «ἀναπνεύσουμε τὸ Πνεῦμα», πολὺ πάνω ἀπὸ τὸ χρόνο, ποὺ σκοτώνει, καὶ τὸ χῶρο, ποὺ χωρίζει.

Ἡ χάρη τοῦ Βαπτίσματος, ἔλεγαν οἱ Πατέρες, εἶναι ἡ «ρίζα τῆς ἀνάστασής μας». Σπείρει μέσα μας «τὸ σῶμα τῆς δόξης» (πρβλ. Φιλιπ. γ' 21) καὶ γεμίζει μὲ φῶς τὰ βάθη τῆς καρδίας.

Ὅλα βρίσκουν τὸ ἀποκορύφωμά τους στὸ κεντρικὸ μυστήριο τῆς Εὐχαριστίας, ποὺ εἶναι ἀκριβῶς ἡ ἐνεργοποίηση τοῦ Πάσχα στὸ παρὸν καὶ προβίωση τῆς ἐπιστροφῆς τοῦ Χριστοῦ. «Στὴ μυστικὴ τράπεζα», ἔγραφε κάποιος Βυζαντινὸς μυστικός, «βρίσκει κανεὶς τὴ ζωὴ στὴν πιὸ μεγάλη της ἔνταση καὶ ζωντάνια». Ὁ δὲ Πάστερνακ παρατηροῦσε ὅτι ἡ αἰωνιότητα δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ μόνο ἡ ζωή, «μονάχα λίγο πιὸ ἔντονη».

Ἐκεῖνοι, ποὺ μεταλαμβάνουν τῶν ἀχράντων μυστηρίων στὴ Θεία Εὐχαριστία, ἐνσωματώνονται στὸ Χριστὸ τοῦ Πάσχα καὶ τῆς Ἀνάστασης μὲ τὸν πιὸ ρεαλιστικὸ τρόπο καὶ καταφλέγονται ἀπὸ τὸ πῦρ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, γιατί ἡ Θεία Εὐχαριστία εἶναι «Πνεῦμα καὶ Πῦρ», σύμφωνα μὲ τὴ Συριακὴ παράδοση.

Μέσα σ’ αὐτὴ τὴν προοπτική, ἡ ἀσκητικὴ καὶ πνευματικὴ ζωὴ παρουσιάζεται σὰν ἡ ἐμβάθυνση σ’ ἕνα Πασχάλιο βίωμα, σὰν ἐνσυνειδητοποίηση τῆς ἀνάστασής μας μέσα στὸν Ἀναστάντα Κύριο.

Μὲ τὴ «μνήμη τοῦ θανάτου» ἀντιλαμβανόμαστε τὴ θεμελιακή μας συμμετοχὴ στὸ θάνατο καὶ τὸν ἅδη. Ὡστόσο, ἀντίθετα μὲ ὅ,τι κάνουν ὅλες οἱ ἐκφάνσεις τῆς σύγχρονης λογοτεχνίας καὶ φιλοσοφίας τοῦ σαρκασμοῦ, τῆς χλεύης καὶ τοῦ μηδενισμοῦ, ἡ «μνήμη τοῦ θανάτου» δὲν εἶναι στραμμένη πρὸς τὸ μηδέν, ἀλλὰ πρὸς τὸ σαρκωθέντα Θεό, γιὰ πάντα νικητὴ τοῦ μηδενὸς καὶ τῆς ἀνυπαρξίας.

«Νῦν τὰ πάντα πεπλήρωται φωτός, οὐρανὸς τε καὶ γῆ καὶ τὰ καταχθόνια», διαλαλεῖ ἡ βυζαντινὴ Πασχαλινὴ λειτουργία. Ἡ «μνήμη τοῦ θανάτου» μετατρέπεται ἔτσι σὲ «μνήμη Θεοῦ», αὐτοῦ τοῦ Θεανθρώπου ποὺ δὲν παύει τὴν κάθοδό του στὸν ἅδη μας, γιὰ νὰ μᾶς ἀφαρπασει ἀπὸ τὸν τάφο κρατώντας μας ἀπὸ τὸν καρπὸ τοῦ χεριοῦ...

Δὲν πρόκειται ἐδῶ γιὰ μιὰν ἐμπειρία, ποὺ ἐπιφυλάσεται σὲ μερικοὺς εἰδικούς τῆς πνευματικῆς ζωῆς. Ἡ Πασχάλια κίνηση ἀπὸ τὸ θάνατο στὴν ἀνάσταση δίνει τὸ ρυθμὸ καὶ στὴν πιὸ ταπεινὴ χριστιανικὴ ὕπαρξη (ἀναμφίβολα δὲ καὶ σὲ κάθε ὕπαρξη)....

Γνωρίζουμε ὁ καθένας μας στιγμές, ὅπου κάθε διέξοδος φαίνεται νἆναι κλεισμένη ἀπὸ τὴν ἀποτυχία, τὸ μῖσος ἤ τὸ πένθος. Ἂν τότε δὲν μετατρέψουμε τὴν ἀπελπισία σὲ ὁλοσχερῆ ἔλλειψη ἐμπιστοσύνης καὶ πίστης, ἂν ἀφήσουμε τὸν ἑαυτό μας γιὰ νὰ μᾶς πάρει τὸ Χέρι τοῦτο, ποὺ εἶναι πάντα ἁπλωμένο σὲ μᾶς μέσα στὴ νύκτα, ἀντιλαμβανόμαστε ὅτι πρόκειται γιὰ μία «ρωγμὴ καὶ ἄνοιγμα τῆς στάθμης» τοῦ βαπτίσματος, ὅποτε μᾶς κατακλύζει ἡ Πασχάλια εἰρήνη, δύναμη καὶ ἀνακαίνιση.

Τὰ δάκρυα τῆς πίκρας καὶ τῆς θλίψης γίνονται δάκρυα εὐγνωμοσύνης. Ὁ Θεὸς μᾶς ἀναπλάθει μ’ ἀφετηρία τὰ δάκρυά μας, τὰ βαπτισματικὰ ἐκεῖνα ὕδατα, ποὺ μέσα τους διαλύεται ἡ σκληρότητα τῆς καρδιᾶς. Ἡ καρδιὰ στὸν πλατυσμὸ της ἀνοίγεται στὰ μέγιστα βάθη της, ἀπειροσύνη φωτὸς Πασχαλινοῦ.

Στὴ Ρωμαϊκὴ αὐτοκρατορία, τὸν καιρὸ τῶν διωγμῶν, ἀποκαλοῦσαν τοὺς Χριστιανοὺς «ἐκείνους ποὺ δὲν φοβοῦνται τὸν θάνατο». Ἡ ἐμπειρία τοῦ μαρτυρίου (κι ὁ 20ος αἰώνας ἀνέδειξε ἀναμφίβολα περισσότερους μάρτυρες ἀπ’ ὅσους ὁλόκληρη ἡ προγενέστερη ἱστορία τοῦ Χριστιανικοῦ κόσμου) εἶναι μία μυστικὴ ἐμπειρία, μία ἐμπειρία, δηλαδή, Πασχάλια. Στὸ Χριστιανισμό, κάθε μυστικὴ ἐμπειρία τελικὰ δὲν μπορεῖ νἆναι στὴν πραγματικότητα παρὰ μόνο ἐμπειρία τοῦ Πάσχα.

Ὁ μάρτυρας εἶναι ἕνας ὁποιοσδήποτε ἄνθρωπος, καθόλου ἕνας ἀσκητής, ἕνας ἄνθρωπος ὅμως γεμάτος μὲ πίστη. Τὴ στιγμὴ τοῦ πιὸ μεγάλου πόνου δὲν γίνεται σκληρὸς κι ἄκαμπτος, οὔτε ἐπαναστατεῖ, ἀλλὰ παραδίδεται στὸ Χριστό, ταυτίζεται μὲ τὸν Ἐσταυρωμένο καὶ μαζί Του συγχωρεῖ τοὺς δήμιούς του, παρακαλώντας: «Πάτερ, ἅφες αὐτοῖς, οὐ γὰρ οἴδασι τί ποιοῦσι» (Λκ. κγ', 34). Τὸν πλημμυρίζει τότε ἡ χαρὰ τῆς ἀνάστασης καὶ συχνὰ τὸν λυτρώνει ἀπὸ τὸν πόνο.

Ὁ καθένας ἀπὸ μᾶς καλούμαστε, μ’ ἕνα τρόπο πολὺ ταπεινὸ καὶ διαφορετικὸ ὁ ἕνας ἀπὸ τὸν ἄλλο, νὰ ζήσουμε αὐτὴ τὴν ἐμπειρία ἀργὰ ἤ γρήγορα, ἴσως στὴν ἐπιθανάτιά μας ἀγωνία....

«Ἐγὼ εἰμι ἡ Ἀνάστασις καὶ ἡ Ζωή• ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, κἄν ἀποθάνῃ, ζήσεται• καὶ πᾶς ὁ ζῶν καὶ πιστεύων εἰς ἐμὲ οὐ μὴ ἀποθάνῃ εἰς τὸν αἰώνα». ( Ἰωάν. ια', 25-26).

Σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν ὑψηλὴ Ἑλληνικὴ φιλοσοφία, ὁ Χριστιανισμὸς δὲν ἀγγέλλει πρῶτα, οὔτε μοναχά, τὴν ἀθανασία τῆς ψυχῆς. Σ’ ἀντίθεση μὲ τὸν Ἰουδαϊσμό, δὲν ἀγγέλλει μόνο τὴν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν τὴν ἔσχατη ὥρα τοῦ κόσμου. Ὁ Χριστιανισμὸς ἀγγέλλει τὴν ἐν Χριστῷ ἀνάστασή μας ἀπὸ τώρα. Κηρύττει τὴ μυστική, μὰ πραγματική, παρουσία τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν ἀπὸ τώρα. Ἀγγέλλει στὸν κόσμο ὅτι ἡ αἰωνία ζωὴ ἀρχίζει ἀπὸ ἐδῶ κάτω στὴ γῆ καὶ πὼς «ὁ ἄλλος κόσμος», ἐν Χριστῷ βρίσκεται στὴν καρδιά, στὰ ἐνδόμυχα τοῦ κόσμου τούτου. Ὁ Πὼλ Ἐλυὰρ ἦταν προφητικὸς ὅταν ἔγραφε: «Ὑπάρχει ἕνας ἄλλος κόσμος ποὺ εἶν’ ὡστόσο σὲ τοῦτο δῶ τὸν κόσμο μέσα».

Λέγεται γιὰ τὸν μυθιστοριογράφο Τολστόη πὼς ἦταν «ἕνας ἐνορατικός της σάρκας», πὼς ἔβλεπε τὸ μυστήριο μέσα στὴν ἴδια τὴν πυκνότητα τῶν ὄντων καὶ τῶν πραγμάτων. Αὐτὸ θὰ μποροῦσε νἆναι ἕνας ἀρκετὰ καλὸς ὁρισμὸς τοῦ Χριστιανοῦ σὰν Πασχάλιου ἄνθρωπου, σὰν ἐνορατικοῦ τοῦ Πασχάλιου μυστηριακοῦ χαρακτήρα τοῦ ὄντος.

Ὁ θάνατος, μὲ τὴν τρομερὴ καὶ καθολικὴ ἔννοια αὐτοῦ τοῦ ὅρου, δὲν ὀρθώνεται πιὰ μπροστά μας, ἀλλ’ ἀποτελεῖ παρελθοῦσαν κατάσταση, ἀφοῦ ὁ Χριστὸς ἀναστήθηκε καὶ τὸ Βάπτισμα μᾶς ἔχει ἐνδύσει καὶ περιβάλει μὲ τὴν ἀνάστασή του. Ἀπὸ δῶ καὶ μπρὸς ὅλες οἱ καταστάσεις θανάτου, ποὺ πρέπει νὰ διέλθουμε, περιλαμβανομένου καὶ τοῦ σωματικοῦ μας θανάτου («κἄν ἀποθάνῃ, ζήσεται») εἶναι μοναχὰ περάσματα (διαπορεύσεις), ἰσάριθμα πάσχα (ξέρουμε ὅτι ἡ λέξη «πεσσὰχ» σημαίνει «πέρασμα»), ὅπου ἡ ζωὴ λαμπικάρεται καὶ γίνεται πιὸ καθάρια καὶ διαφανής, πιὸ ἔντονη. Μᾶς συμβαίνει κάποτε νὰ περπατᾶμε νωρὶς τὸ πρωὶ σὲ μία βουνοκορφή, πού, σταματώντας τὶς ἀκτίδες, ποὺ ἀκόμα χαμοφέγγουν, ὁροθετεῖ ἀνάμεσα σκιᾶς καὶ φωτός. Ἔτσι πορευόμαστε κι ἐμεῖς ἀνάμεσα βραδύνοντος θανάτου καὶ τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν, ποὺ ἔρχεται. Στὸ βάθος τῆς καρδίας μας «μεταβεβήκαμεν (ἤδη) ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τὴν ζωήν».

«Ξέρω πὼς δὲν θ’ ἀποθάνω», ἔγραφε ἕνας Ἕλληνας μυστικὸς συγγραφέας τοῦ 11ου αἰώνα, «γιατί νοιώθω ὁλόκληρη τὴ ζωή, ποὺ ἀναβλύζει μέσα μου». Ὅλα, καὶ τὶς αἰσθήσεις καὶ τοὺς λογισμούς μας, τὴν ὀδύνη μας καὶ τὴν εὐτυχία μας καὶ τὴν ὑποδοχὴ προσώπων καὶ πραγμάτων, πρέπει νὰ τὰ αἰωροῦμε ἀσταμάτητα μέσα σ’ αὐτὸ τὸν ὠκεανὸ Φωτός, γιὰ νὰ μᾶς κατακλύσει, καὶ γιὰ ν’ ἀκτινοβολεῖ ἀπό μᾶς, ἀνάλαφρη καὶ δυνατή, ἡ χαρὰ τοῦ ὑπάρχειν.

Τὴν ἀγαθὴ δύναμη, ποὺ μᾶς ἔρχεται μ’ αὐτὸ τὸν τρόπο καὶ ποὺ ἀναβλύζει, «ὑπὲρ τῆς τοῦ κόσμου ζωῆς», ἀπὸ τὸ ἅγιο τῆς Θείας Εὐχαριστίας ποτήριο, χρέος ἔχουμε νὰ τὴν καταχωροῦμε στὴν ἱστορία. Ἡ νίκη τοῦ Χριστοῦ πάνω στὸν ἅδη καὶ τὸ θάνατο ἀπαιτεῖ νὰ μαχόμαστε ἐνάντια σ’ ὅλες τὶς μορφὲς θανάτου, ἐνάντια σ’ ὅλες τὶς καταχθόνιες καταστάσεις, μέσα στὰ πλαίσια τοῦ πολιτισμοῦ καὶ τῆς κοινωνίας• ἐνάντια στὴ φυσικὴ ἤ τὴν ἠθικὴ ὑποδούλωση, ἐνάντια στὴ μοναξιά, τὸ βασανισμό, τὴ δολοφονία καὶ τὴν αὐτοκτονία, ἐνάντια στὸ ψεῦδος καὶ τὴν ἐκλεπτυσμένη γοητεία τοῦ μηδενὸς καὶ τῆς ἀνυπαρξίας, ἐνάντια στὸ καθετὶ ποὺ ἀποξηραίνει καὶ σκληρύνει ἐδῶ τὶς καρδιές, κι ἀλλοῦ τὴ γῆ καὶ τὰ σώματα.

Τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν δὲν εἶναι ἐκ τοῦ κόσμου τούτου μᾶς ἐλευθερώνει ἀπὸ τὶς ὁλοκληρωτικὲς οὐτοπίες, ἀπὸ τὶς ὁποῖες ἡ Χριστιανωσύνη δὲν προφυλάχτηκε πάντα. Ἀλλὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ Βασιλεία αὐτὴ ἀναδύεται ἤδη μέσα στὴν εἰρήνη, τὸ κάλλος καὶ τὴν ἀγάπη τῆς θ. λειτουργίας καὶ τῆς θεωρίας μᾶς ἐλευθερώνει ἀπὸ τὶς ἀπογοητεύσεις καὶ τὶς πικρίες, ποὺ καθιστοῦν τὸν ἄνθρωπο κυνικὸ καὶ σκληρό.

Τίποτα δὲν εἶναι περισσότερο δημιουργὸ ἱστορίας ἀγαθῆς ἀπὸ τὸ μυστήριο τοῦ Πάσχα (καὶ κατὰ συνέπεια ἀπὸ τὴν προσδοκία καὶ τὴν προβίωση τῆς Ἐπιστροφῆς τοῦ Χριστοῦ), ποὺ γίνεται τωρινὴ πραγματικότητα μέσα στὴν ἱκετήρια μεσιτεία τῶν μοναχῶν, ποὺ σκεπάζει τὸν κόσμο μέσα στὴν ἀτμόσφαιρα ἀδελφότητας τῶν εὐχαριστιακῶν κοινοτήτων, τῶν ἀπαρχῶν αὐτῶν κοινωνικῆς ἐπανένωσης, ἐκεῖ ποὺ παντοῦ πληθύνονται τραγικὰ οἱ ἀθεράπευτες κοινωνικὲς πληγές, τὰ γκουλὰγκ ἤ οἱ ἀναίσθητες μεγαλουπόλεις, ἀλλὰ καὶ μέσα στὶς ὁράσεις τῶν προφητῶν, ποὺ βλέπουν νὰ ἀνατέλλει ἡ ζωή, μέσα στὴν ἤρεμη δύναμη τῶν «βασιλέων» ἐκείνων, ποὺ ἀγωνίζονται γιὰ τὴν κοινωνία τῶν προσώπων καὶ τὸ κάλλος. Τὸ «μυστήριο τοῦ θυσιαστηρίου», ἔλεγε ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, εἶναι ἀξεχώριστο ἀπὸ τὸ «μυστήριο τοῦ ἀδελφοῦ».

Ἡ ἀληθινὴ «θεολογία τῆς ἀπελευθέρωσης» εἶναι θεολογία τοῦ Πάσχα• ὄχι μοναχὰ ἕνας ἐπαναστατικὸς (καὶ πνευματικὸς ἐπίσης) συμβολισμὸς ἑνὸς λαοῦ, ποὺ ἀποσπᾶται ἀπὸ τὴν Αἰγυπτιακὴ δουλεία, ἀλλὰ καὶ γονιμοποίηση τῆς Ἱστορίας μὲ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, ποὺ περιλαμβάνει καὶ τὶς ἀπαραίτητες μορφὲς κοινωνικῆς ἀπελευθέρωσης, ἀλλὰ καὶ τὶς σχετικοποιεῖ καὶ τὶς ἐπαναπροσανατολίζει ὄχι πρὸς μίαν ἱστορία, ποὺ θὰ εἶναι σίγουρα ἐπιτυχὴς μέσα στὰ δικά της ὅρια, ἀλλὰ πρὸς τὴν Ἔλευση τοῦ Κυρίου.

Μόνο ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ καὶ ἡ ἀνάστασή μας ἐν Αὐτῷ μποροῦν νὰ μεταμορφώσουν στὰ μύχια τῆς ψυχῆς μας τὸ μῖσος σὲ ἐμπιστοσύνη καὶ νὰ κάνουν ὥστε νὰ ἀναφανοῦν ἄνθρωποι ἐλευθερωμένοι ἀπὸ τὸ θάνατο, τὸν θεμελιώδη, πνευματικὸ θάνατο, καὶ κατὰ συνέπεια ἱκανοὶ νὰ πραγματοποιοῦν μέσα στὴν ἱστορία ἀπελευθερωτικὰ κατορθώματα, ποὺ νὰ μὴ ὑποδουλώνουν τὸν ἄνθρωπο διαφορετικά, κατορθώματα ἀγάπης νοήμονος, μαχητικῆς καὶ δημιουργικῆς, ποὺ θὰ περιορίσουν κι ὕστερα θὰ μεταθέσουν στὸ ἐσωτερικο τοῦ ἀνθρώπου τὴ βία καὶ θὰ συντρίψουν τὰ αἴτια καὶ τὰ παράγωγά της.

Ἴσαμε τὴν Ἔλευση τοῦ Χριστοῦ πορευόμαστε μέσα στὴ σποδὸ τοῦ θανάτου, ἀλλὰ τὸ ζωοποιὸν Πνεῦμα, τὸ Πνεῦμα τῆς Ἀνάστασης — ἂν Τὸ ἀφήσουμε νὰ μᾶς διαπεράσει — διασκορπίζει κάποτε καὶ διαλύει τὴ σποδὸ τούτη γιὰ νὰ μᾶς ἀποκαλύψει τοὺς ἀπαστράπτοντες πολύτιμους λίθους τῆς Πασχάλιας Πολιτείας, ὅπου ἐπὶ τέλους ὁ θάνατος ἀποκαλύπτεται νεκρὸς καὶ ὁ κόσμος φανερώνεται μεταμορφωμένος

Το Χριστός Ανέστη του Μαρμαρωμένου Βασιλιά.






ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ !!!

ΑΛΗΘΩΣ ΑΝΕΣΤΗ!!!
σχόλιο Γ.Θ : Η αποστολή σου δεν τελείωσε Αυτοκράτορα...

Από το βιβλίο της Ολυμπιάδος Ντιτόρα μοναχής, "Πατέρα, Ελλήνων", σελ. 313-314.
πηγή

ΕΠΙ ΤΟΝ ΙΟΡΔΑΝΗΝ ΔΡΑΜΩΜΕΝ!

  « Τήν Βηθλεέμ ἀφέμενοι, τό καινότατον θαῦμα, πρός Ἰορδάνην δράμωμεν, ἐκ ψυχῆς θερμοτάτης, κἀκεῖσε κατοπτεύσωμεν τό φρικτόν Μυστήριον· θεοπ...