Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Τρίτη, Ιουνίου 30, 2015

Δεν είναι αίτιος του κακού ο Θεός


Agios-Ioannis-o-Damaskinos-35

 (Αγίου Ιωάννου Δαμασκηνού)
Πρέπει να γνωρίζουμε ότι η Αγία Γραφή συνηθίζει να αποκαλεί την παραχώρηση του Θεού, «ενέργεια». Λέει, για παράδειγμα, ο Απόστολος Παύλος στην προς Ρωμαίους Επιστολή του: «Μήπως δεν έχει εξουσία ο αγγειοπλάστης, χρησιμοποιώντας το ίδιο υλικό, να κατασκευάζει άλλα σκεύη για τι­μητική χρήση και άλλα για ατιμωτική;».
Ο ίδιος δηλαδή τεχνίτης πλάθει και τα πρώτα και τα δεύτερα. Ο Θεός είναι ο Δημιουργός των πάντων, αλλ’ όμως δεν είναι Εκείνος που κατασκευάζει αγγεία για διαφορετικές χρήσεις, αλλά η προσωπική προ­αίρεση του κάθε ανθρώπου. Αυτό το λέει ξεκάθαρα ο Απόστολος Παύλος στην Δεύτερη Επιστολή του προς τον Τιμόθεο: «Σ’ ένα αρχοντόσπιτο», λέει,
«δεν υπάρχουν μονάχα χρυσά και ασημένια σκεύη, αλλά και ξύλινα και οστράκινα και προορίζονται άλλα για τιμητική χρήση και άλλα για ατιμωτική. Αν λοιπόν κάποιος καθαρίσει τον εαυτό του από τις αμαρτίες είναι σκεύος που θα τιμηθεί, θα αγιασθεί και θα είναι πολύ χρήσιμο στον Θεό που το εξου­σιάζει και επιπλέον θα είναι ετοιμασμένο για κάθε έργο αγαθό».
Είναι βέβαια ολοφάνερο ότι αυτή η κάθαρση γίνεται, αν ο ίδιος ο άνθρωπος το θελήσει. «Αν κά­ποιος καθαρισθεί», λέει ο Απόστολος. Αν όμως δεν το κάνει, αν δεν καθαρίσει δηλαδή τον εαυτό του, θα είναι αγγείο για ατιμωτική χρήση, άχρηστο στον Δεσπότη Χριστό, δοχείο που θά ’πρεπε καλύτερα να γίνει κομμάτια.
Το ρητό λοιπόν του ’Αποστόλου Παύλου που λέει «επέτρεψε ο Θεός να πέσουν όλοι μαζί στην απείθεια», καθώς και το άλλο που λέει «τους έδωσε ο Θεός πνεύμα κατανύξεως, μάτια που δεν μπορούσαν να δουν και αυτιά που δεν μπορούσαν να ακούνε», πρέπει να τα εννοήσουμε ότι έγιναν, όχι γιατί τα θέλησε και τα δημιούργησε έτσι ο Θεός, αλλά γιατί τα παραχώρησε ο Θεός.
Γιατί το καλό είναι δημιούργημα της ελευ­θερίας του ανθρώπου και κατά συνέπεια, δεν μπορεί να επιβληθεί με τη βία.
Συνηθίζει λοιπόν η Αγία Γραφή να ονομάζει την παραχώρηση του Θεού, ενέργεια και δημιουργία. Όταν όμως λέει ότι «ο Θεός δημιουργεί κακά» και «δεν υπάρχει κακία σε μια πόλη που να μην τη δημιούργησε ο Θεός·», δεν εννοεί ασφαλώς ότι ο Θεός είναι αίτιος του κακού.
Η λέξη κακία έχει δύο έννοιες και δύο ση­μασίες. Άλλοτε σημαίνει το κακό κατά τη φύση του. Αυτό δηλαδή που είναι αντίθετο προς την αρετή και προς το θέλημα του Θεού. Άλλοτε πάλι φανερώνει αυτό που το αντιλαμβάνεται η αίσθησή μας ως κακό και κοπιαστικό, δηλαδή οι θλίψεις και οι συμφορές. Οι θλίψεις όμως φαινομενικά είναι κακό πράγμα, γιατί μας προξενούν πόνο. Στην πραγματικότητα όμως οι θλίψεις -για εκείνους που καταλαβαίνουν την αλήθεια των πραγμάτων- είναι καλές και ευερ­γετικές, γιατί γίνονται αιτία να επιστρέψουμε στον Θεό και να σωθούμε.
Αυτού του είδους οι θλίψεις, η Αγία Γραφή θεωρεί ότι συμβαίνουν «κατά παραχώρησιν» του Θεού.
Πρέπει όμως να γνωρίζουμε καλά ότι και γι’ αυτές τις θλίψεις, εμείς πάλι είμαστε υπεύθυνοι. Γιατί τα ακούσια κακά είναι καρποί εκείνων που εμείς ελεύθερα επιλέγουμε να κάνουμε.
Πρέπει ακόμα να ξέρουμε ότι η Αγία Γραφή συνηθίζει να ονομάζει μερικά πράγματα, που είναι αποτέλεσμα κάποιων άλλων ενεργειών μας, ως αιτία. Για παράδειγμα, το αγιογραφικό χωρίο που λέει: «Ενώπιον Σου έχω αμαρτήσει και απέναντι σε Σένα έχω κάνει την παρανομία. Το ομολογώ αυτό δημόσια, ώστε να μη θεωρήσουν Εσένα άδικο για όποια τιμωρία μου δώσεις. Έτσι δεν θα κατακρίνουν Εσένα, αλλά θα αναγνωρίσουν όλοι ότι δίκαια μου επιβάλεις ό,τι όρισες για τιμωρία μου».
Δεν αμάρτησε δηλαδή ο Προφήτης για να αποδειχθεί δικαιοκρίτης ο Θεός, ούτε είχε ανάγκη ο Θεός την αμαρτία μας, για να φανερώσει τη δικαι­οσύνη Του. Αναδεικνύεται νικητής και υπερέχει στη δόξα και στη δύναμη έναντι όλων των ανθρώπων, ακόμα και έναντι εκείνων που δεν εμπλέκονται στις αμαρτίες. Γιατί είναι ο Ίδιος Δημιουργός, ακατάληπτος, άκτιστος και έχει τη δόξα ως φυσικό ιδίωμα και όχι ως κάτι που έλαβε εκ των υστέρων. Ο Θεός αναδεικνύεται επιπλέον ως νικητής έναντι της κακίας μας, όταν δεν μας τιμωρεί τη στιγμή που αμαρτάνουμε, αλλά αντίθετα μας συγχωρεί μόλις μετανοήσουμε. Δεν αμαρτάνουμε, συνεπώς, γιατί έτσι έχει ορίσει για μας ο Θεός, αλλά γιατί η αμαρτία είναι επακόλουθο της πτώσεως του ανθρώπου.
Αν πούμε δηλαδή ότι ο Θεός δημιούργησε το κακό, είναι σαν να λέει κάποιος, που δέχεται την επίσκεψη ενός φίλου του, ότι αυτός ήρθε για να μην μπορέσω να δουλέψω σήμερα. Ο φίλος βέβαια δεν έκανε την επίσκεψη, για να εμποδίσει τον νοικοκύρη από τη δουλειά, αλλά αυτό ήρθε ως συνέπεια της επίσκεψής του. Επειδή δηλαδή έπρεπε να ετοιμασθεί κατάλληλα η υποδοχή, δεν ήταν δυνατόν παράλληλα και να εργάζεται. Αυτές λοιπόν οι εκφράσεις βασίζο­νται στο αποτέλεσμα και αναφέρονται στο πως εξε­λίσσονται, ως επακόλουθο προγενέστερης πράξης, τα διάφορα γεγονότα.
Ο Θεός όμως δεν θέλει να είναι Εκείνος μόνο Άγιος, -ώστε να μας περάσει η ιδέα ότι δημιούργησε το κακό, για να αποκλείσει εμάς από την αγιότητα- αλλά θέλει όλοι, κατά το μέτρο τους, να αγιασθούν και να γίνουν όμοιοι με Αυτόν «κατά Χάριν».
 («Η πτώχευση της ενδοχώρας», εκδ. Ετοιμασία, Ι. Μ. Τιμίου Προδρόμου, Καρέας 2010, σ. 111-115)
Το είδαμε εδώ

Η φιλαργυρία. Η βαρειά αρρώστεια της ψυχής (Φώτης Κόντογλου)



«Ποιήσατε υμίν βαλάντια μη παλαιούμενα, θησαυρόν ανέκλειπτον έν τοις ουρανοίς, ό­που κλέπτης ουκ εγγίζει» (Λουκ. ιβ', 33)

«Ρίζα πάντων των κακών εστίν η φιλαργυ­ρία»
(Α' Τιμόθ., στ', 10)

Απ’ όλες τις αρρώστειες που παθαίνει η ψυχή του ανθρώπου, η πιο σιχαμερή, κατά την κρίση μου, είναι η φιλαργυρία, η τσιγγουνιά. Από μικρός την απεχθανόμουνα. Και τώρα, μ' όλο που, με την ηλικία, άλλαξα γνώμη για πολλά πράγματα, για την τσιγ­γουνιά δεν άλλαξα. Προτιμώ νάχω να κάνω και μ' έναν φονιά ακό­μα, παρά μ' έναν τσιγγούνη. Γιατί, ο φονιάς μπορεί να σκότωσε σε αναβρασμό ψυχής, απάνω στον θυμό του, και να μετάνοιωσε ύστε­ρα, ενώ ο τσιγγούνης είναι ψυχρός υπολογιστής, ως το κόκκαλο χα­λασμένος. Στον φονιά μπορεί να βρεις και κάποια αισθήματα, στον τσιγγούνη δεν θα βρεις κανένα. Ο τσιγγούνης, είναι βέβαια πάντα εγωιστής, αγαπά μοναχά τον εαυτό του, αλλά, πολλές φορές, είναι ένα τέρας χειρότερο κι από τον εγωιστή, γιατί μπορεί να μην α­γαπά μήτε τον εαυτό του, και να τον αφήσει να πεθάνει από την πείνα...

Μ' αυτό δείχνει ο άνθρωπος πώς μπορεί να καταντήσει σε μια κατάσταση που δεν καταντά κανένα από τα άλλα ζώα. Μοναχά αυτός, που ωνόμασε τον εαυτό του «βασιλέα των ζώων», φτάνει σε τέτοια σιχαμερή ανοησία, ώστε, από την τσιγγουνιά του, να κρύβει τα λεφτά μέσα στο στρώμα ή στο μαξιλάρι, και να πεθαίνει από την πείνα. Είδατε κανένα σκύλο τσιγγούνη; Ή κανέναν γάιδαρο, που νάχει μπόλικον σανό για να φάγει, κι ωστόσο να μην τον εγ­γίζει, και να τον βρίσκουνε ψόφιον από την πείνα; Βλέπεις πώς ο τσιγγούνης καταντά τρελλός, και μάλιστα ο πιο ασυμπάθιστος, ο πιο αντιπαθητικός τρελλός.Αλλά κι εκείνος που είναι συνηθισμένος φιλάργυρος και που δεν φτάνει στο πάθος που είπα, και κείνος έχει απάνω του κάποια κρυάδα. Τον πλησιάζεις δισταχτικά. Δεν μπορείς να του φερθείς ελεύθερα, γιατί κι εκείνος είναι διπλοκουμπωμένος, «σπαγγοραμένος», όπως τον λένε. Γιατί, η τσιγγουνιά τον κάνει υποκριτή και καχύποπτον.

Τα λεφτά είναι επικίνδυνα πράγματα, και πολύ φαρμακερά για την ψυχή. Πολλοί αρχίζουνε από οικονομία, και, σιγά - σιγά, γίνουνται φιλάργυροι, στο τέλος τους καβαλλικεύει ο Μαμωνάς. Με τη φιλαργυρία, στενεύει η καρδιά του ανθρώπου, όπως με την ανοιχτοχεριά πλαταίνει. Ο τσιγγούνης είναι τσιγγούνης και στα αισθήματα, δε μπορεί νάχει μέσα του τίποτα γενναίο. Πώς να κά­νει θυσία για τον άλλον ένας τέτοιος άνθρωπος;

Η αγάπη των λεφτών φέρνει τις μεγαλύτερες συμφορές στην ανθρωπότητα. Ο Ιούδας ο φιλάργυρος παράδωσε τον Χριστό. Κι οι περισσότεροι καυγάδες ανάμεσα στους ανθώπους, οι γκρίνιες μέ­σα στις οικογένειες, οι πόλεμοι που ρημάζουνε τον κόσμο και τον γεμίζουν αίματα, τα καταραμένα λεφτά έχουνε για αιτία. Τα συμφέροντα.

Η Εκκλησία, τη Μεγάλη Βδομάδα, ψέλνει πολλά τροπάρια που κατακρίνουνε τη φιλαργυρία. Τον Ιούδα τον λέγει «γέννημα εχιδνών, δόλιον, προδότην, παράνομον», και μας ξορκίζει να διώξουμε από πάνω μας τη φιλαργυρία.
Τούτη η κακή αρρώστεια είναι σήμερα πολύ ξαπλωμένη και πολύ βαρειά, πάθος παγκόσμιο που τρώγει τις καρδιές σαν σκούληκας, σ' Ανατολή και Δύση. Ποτέ οι άνθρωποι δεν αγαπήσανε το χρήμα τόσο πολύ, όσο σήμερα. Γιατί, ο σημερινός άνθρωπος είναι υλιστής, δεν πιστεύει σε άλλη ζωή, επειδή δεν πιστεύει σε Θεό, και ρίχνεται με τα μούτρα ν' απολάψει τούτη τη ζωή. Τούτη τη ζωή, που, ως να προφτάσεις να τη δεις, φεύγει και χάνεται, σαν ίσκιος. Αυτόν, λοιπόν, τον ίσκιο κυνηγά ο δύστυχος άνθρωπος, σή­μερα, καί παιδεύεται και σκοτώνεται γι' αυτόν τον ίσκιο, θαρρών­τας πως με τα λεφτά κάνει κάτι.

Γνώρισα κάμποσους από κείνους, που έχουνε πολλά πλούτη κι είδα την αγωνία τους και τη δυστυχισμένη ευτυχία τους. Δεν μιλώ για όσους μποδίζουνται ν' απολάψουνε τη ζωή γιατί έχουνε αρρώστειες ή άλλες συμφορές, αλλά μιλώ για κείνους που έχουνε υ­γεία και κάθε μέσο για να ζήσουνε καλά. Όλα τα έχουνε, παρεκτός της ευτυχίας. Η ευτυχία, η αληθινή ευτυχία, βρίσκεται πο­λύ μακρυά τους, κατά πρώτο γιατί η ζωή είναι ένα πράγμα άστα­το, σαν τη βελόνα του Ναστραντίν - Χότζα, που στεκότανε απά­νω σ' ένα αυγό. Ευτυχία δίχως σιγουριά, δε μπορεί να γίνει. Ο πλούσιος είναι ολοένα ανήσυχος, φοβάται τι θα του έρθει αύριο, τι θα ξημερώσει. Ύστερα, τα πλούτη φέρνουνε ταραχή, μπερδέ­ματα, φροντίδες, κι όποιος είναι πολυμέριμνος δεν μπορεί να είναι ευτυχισμένος, γιατί δεν βρίσκεται ποτέ μοναχός με τον εαυτό του. Κι όποιος δεν μένει ποτέ με τον εαυτό του, δεν γνωρίζει τι λογής είναι η ευτυχία. Η πηγή που αναβρύζει η ευτυχία, δεν εί­ναι η Τράπεζα, μήτε ο μπεζαχτάς, αλλά η ανθρώπινη καρδιά.
(Απόσπασμα από το βιβλίο «Μυστικά Ανθη»Εκδόσεις Παπαδημητρίου)


το είδαμε εδώ

Ο ΓΑΜΟΣ ΩΣ ΟΔΟΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΑΓΙΟΤΗΤΑ


               Οι Άγιοι Απόστολοι Ακύλας και Πρίσκιλλα

 Απόσπασμα από την εισαγωγή
 του Επισκόπου Κάλλιστου Διοκλείας 
    για το βιβλίο "Έγγαμοι Άγιοι".

“Παράλαβε τους στεφάνους αυτών εν τη Βασιλεία Σου” λέει ο ιερέας στον Κύριό μας λίγο πριν την τελική ευλογία του γαμπρού και της νύμφης στο Ορθόδοξο μυστήριο του γάμου […]
Η Ορθόδοξη πίστη δεν είναι αφηρημένη, αλλά προσωπική. Δίνει σημασία όχι στις γενικές αρχές ή σε κάποιον θεωρητικό κώδικα ηθικής, αλλά στη σωτηρία μοναδικών και ιδιαίτερων προσώπων δημιουργημένων κατ’ εικόνα Θεού. […]
Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος αποκαλεί το γάμο “θείον μυστήριον της αγάπης”. Ως τέτοιος ο γάμος εκφράζει κάτι συνολικά ουσιαστικό για την ανθρώπινη υπόστασή μας. Γιατί εμείς, τα ανθρώπινα όντα, έχουμε κτιστεί κατ’ εικόνα Θεού και συγκεκριμένα κατ’ εικόνα του Θεού της Αγίας Τριάδος, “Ο Θεός αγάπη έστιν” (κατά Ιωάννη, 14:8) όχι ένα άτομο μόνο του που αγαπά μόνο τον εαυτό του, αλλά μια κοινότητα ή κοινωνία τριών προσώπων που αγαπούν το ένα το άλλο. Ο Θεός δεν είναι απλά προσωπικός μα διαπροσωπικός, όχι απλά μία μονάδα αλλά μία ενότητα. Ο Θεός είναι αλληλεγγύη, ανταλλαγή, απόκριση, αμοιβαιότητα. Αν όλα αυτά ισχύουν για το Θεό, τότε πρέπει α ισχύουν και για τον άνθρωπο που κτίστηκε κατ’ εικόνα Θεού. Αν ο Θεός είναι αγάπη, τότε κι ο άνθρωπος είναι αγάπη – όχι αγάπη προς τον εαυτό, αλλά αγάπη που μοιράζεται. Κι ο άνθρωπος είναι επίσης αλληλεγγύη, ανταλλαγή, απόκριση, αμοιβαιότητα. Κι εμείς τα ανθρώπινα όντα, όπως και τα τρία θεϊκά πρόσωπα, βρίσκουμε την τελείωση ζώντας σε κοινότητα ή κοινωνία. “Αγαπητοί, αγαπώμεν αλλήλους, ότι η αγάπη εκ του Θεού έστι” (Ιωάννου Α΄ 4:7)
Υπάρχουν, όπως είναι φυσικό, διαφορετικοί τρόποι έκφρασης αυτής της αμοιβαίας αγάπης. Ο μοναχισμός και η μοναστική ζωή μπορούν να είναι επίσης “θεία μυστήρια της αγάπης”. Η εντολή “αγαπάτε αλλήλους” απευθύνεται σ’ όλους εξίσου κι όχι μόνο στα παντρεμένα ζευγάρια. Αλλά η βασική και πρωταρχική μορφή της ανθρώπνιης κοινωνίας ή κοινότητας θα είναι πάντα η αμοιβαία αγάπη του άνδρα και της γυναίκας μέσα στο γάμο. Αυτή είναι η πρωτογενής ανθρώπινη σχέση πάνω στην οποία βασίζονται όλες οι άλλες εκφράσεις της διαπροσωπικής κοινότητας. Ο γάμος, εξάλλου, ως “θείο μυστήριο της αγάπης”, εκφράζει τη θεμελιώδη ανθρώπινη υπόσταση σύμφωνα με τη θεία εικόνα. Κι αυτό συμβαίνει εξαιτίας του ότι εμείς οι άνθρωποι πιστεύουμε σ’ έναν Θεό που είναι Τριάδα κι έχουμε κτιστεί κατά την Τριαδική του εικόνα.
“Τίμιος ο γάμος εν πάσι” (προς Εβραίους, 13:4). Σε πολυάριθμες ασκητικές ομάδες στο περιθώριο της Εκκλησίας, κατά την διάρκεια των πρώτων αιώνων, η έγγαμη κατάσταση θεωρείτο ασυμβίβαστη ως προς μια ολοκληρωτική χριστιανική παράδοση. Αυτοί που επρόκειτο να βαπτισθούν, αν ήταν ακόμα άγαμοι, έπρεπε να διατηρήσουν την παρθενία τους για το υπόλοιπο της ζωής τους, ενώ τα παντρεμένα ζευγάρια έπρεπε να μείνουν χώρια πριν αρχίσει η μύησή τους στο χριστιανισμό. Όμως, η Εκκλησία στο σύνολό της απέρριψε τις απαιτήσεις αυτών των “εγκρατικών” κινημάτων, επιμένοντας ότι ο γάμος αποτελεί πραγματικά οδό προς την αγιότητα. Τα παντρεμένα ζευγάρια, όχι σε μικρότερο βαθμό από τους μονάζοντες, μπορούν να κατορθώσουν την πληρότητα της θεώσεως ή την εν Χριστώ θεοποίηση.
Είναι αλήθεια ότι οι Πατέρες, τόσο οι Έλληνες όσο και οι Λατίνοι, δηλώνουν συχνά ότι η μοναχική κλήση – νοητή ως “αγγελική” ή εσχατολογική προσδοκώμενη κατάσταση μετά την ανάσταση ( βλ. κατά Μάρκον 12:25, κατά Λουκά 20:3-36) είναι εγγενώς ανώτερη από την έγγαμη κατάσταση. Αλλά αυτό δε σημαίνει ότι κι ο γάμος δεν είναι “τίμιος εν πάσι”. Επιπλέον, υπάρχουν πατερικά κείμενα τα οποία αναφέρουν ότι η ανώτερη κατάσταση για κάθε πρόσωπο είναι πάντα η συγκεκριμένη κατάσταση στην οποία το συγκεκριμένο πρόσωπο έχει κληθεί. Κάποτε κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού σε κάποια πόλη είπαν στον Άγιο Μακάριο τον Αιγύπτιο που θα έβρισκε δύο ανθρώπους πιο προχωρημένους στην πνευματική ζωή από τον ίδιο. Τελικά, αυτοί οι δύο άνθρωποι ήταν δύο παντρεμένες γυναίκες που ζούσαν μία συνηθισμένη ζωή με τους συζύγους τους. “Πραγματικά”, αναφώνησε ο Αγ. Μακάριος με θαυμασμό, “δεν υπάρχει ούτε παρθένος ούτε έγγαμος, ούτε μοναχός ούτε κοσμικός, παρά μόνο ο Θεός που δίνει το Άγιο Πνεύμα Του σε όλους, σύμφωνα με την προαίρεση του καθενός” (Vitae Patrum VI, iii, 17). Σύμφωνα με τον Άγ. Συμεών το Νέο Θεολόγο ” Σε κάθε κατάσταση όποιο κι αν είναι το έργο ή η εργασία που περιλαμβάνει, η ζωή που βιώνεται για τον Κύριο και σύμφωνα με το θέλημα του Κυρίου αυτή είναι, που ευλογείται συνολικά” (Κεφάλαια iii 65).
Πως, όμως, μπορεί ο καθένας μας ν’ ανακαλύψει για ποια κατάσταση έχει κληθεί; Σ’ αυτό το ερώτημα δεν μπορεί να υπάρξει μία μοναδική απάντηση. Δεν υπάρχει κάποια εξωτερική μέθοδος που μηχανικά κι αυτόματα θα μας αποκαλύψει ποια είναι η προσωπική μας κλήση, μοναχισμός ή γάμος. Αν περιμένουμε το Πνεύμα, χωρίς να έχουμε αποφασίσει μόνοι μας, μένοντας υπάκουοι στον Πνευματικό μας πατέρα, το Πνεύμα στην δική Του ώρα και με τον δικό Του τρόπο θα μας μιλήσει στις συγκεκριμένες συνθήκες που βρισκόμαστε. Ταυτόχρονα, ενόσω περιμένουμε το Πνεύμα, θα είναι η μεγαλύτερη βοήθεια για μας να έχουμε μπροστά στα μάτια της καρδιά μας τα παραδείγματα εκείνων που ακολούθησαν την κλήση του γάμου.[…]
Όπως επισημαίνει ο Παύλος Ευδοκίμωφ υπάρχει μόνο ένας τρόπος να μάθει κανείς την ιδιαίτερη αξία της μοναχικής κλήσης κι αυτός είναι μαθαίνοντας να εκτιμά το θαύμα και την αγιότητα στην έγγαμη κατάσταση. Με τον ίδιο τρόπο, τα παντρεμένα ζευγάρια δεν μπορούν να αντιληφθούν όπως πρέπει το κάλλος της δικής τους κλήσης, αν δεν τιμούν εξίσου τη μοναχική ζωή. Οι δύο κλήσεις δεν είναι αντίθετες μα συμπληρωματικές, η μια επιβεβαιώνει την άλλη. “Παράλαβε τους στεφάνους αυτών εν τη Βασιλεία Σου”. Ο απώτερος σκοπός του γάμου είναι οι δύο σύζυγοι να βοηθήσουν ο ένας τον άλλο να εισέλθει στο θεϊκό Βασίλειο. Μέσω της αμοιβαίας αγάπης και της κοινής τους ζωής, οι δυο τους – μαζί με τα παιδιά τους, αν ο Κύριος τους έχει δώσει απογόνους – καλούνται να φέρουν ο ένας τον άλλον πιο κοντά στο Χριστό. Σαν μια αιώνια ένωση μεταξύ δύο μοναδικών κι αιωνίων προσωπικοτήτων, το θείο Μυστήριο του Γάμου δεν έχει άλλο τέλος απ’ αυτό.
Μετάφραση: Καλλιόπη Λευκαδίτη
Επιμέλεια: Βιβή Κυριακού
το είδαμε εδώ

«Πόλεμος κατά τής βλασφημίας», πατήρ Φιλόθεος Ζερβάκος

Ο αείμνηστος πατήρ Φιλόθεος Ζερβάκος,   ηγούμενος τότε, γιά 50 περίπου χρόνια στό ιστορικό μοναστήρι Λογγοβάρδας στήν Πάρο, στό βιβλίο του «Πόλεμος κατά τής βλασφημίας» σημειώνει κάποια συνταρακτικά περιστατικά τά οποία νομίζουμε ότι αξίζουν γιά μία ευρύτερη δημοσιότητα.

Η περίπτωση του Γιώργου

Γράφει σχετικά ο Γέροντας:

   Κατά τό έτος 1924, είς τήν αρχή τής Μεγάλης Τεσσαρακοστής, καθήμενος είς τό κελλίον μου καί μελετών, άκουσα γοερές κραυγές. Σκύβοντας από τό παράθυρό μου, είδα στό προαύλιο τής Μονής ένα νέο φορτωμένο επάνω σ΄ ένα γαϊδουράκι. Τόν βάσταζαν δύο άνθρωποι, οί οποίοι αφού τόν κατέβασαν από τό υποζύγιο, κρατώντας τον από τά χέρια τόν οδήγησαν πρός τόν Iερόν Nαόν τής Μονής. Κατέβηκα κι΄ εγώ στήν εκκλησία, γιά νά πληροφορηθώ τί συμβαίνει. Είδα τό παιδί αυτό, πεσμένο στήν πόρτα τού ναού, εντελώς παραμορφωμένο στό πρόσωπο. Όλο του τό σώμα, χέρια πόδια, στόμα, μύτη, είχαν στρεβλωθεί, σέ μία αλλόκοτη, τερατώδη, καί δαιμονική έκφραση. Είδα ότι ήταν καί τυφλός.Αυτοί πού τόν συνόδευαν μπήκαν μέσα καί προσκύνησαν τίς εικόνες. Ήταν, όπως έμαθα, ό πατέρας του καί ένας εξάδελφός του. Ξαφνικά βλέπω αυ τόν τόν νεαρό, νά σέρνεται σάν φίδι μέσα στήν Εκκλησία, καί αφού έφθασε στήν μέση γονατιστός, στάθηκε μπροστά στίς άγιες εικόνες καί άρχισε νά βλαστημάει τόν Χριστό.Τόν πλησίασα αγανακτισμένος γιά τήν ασέβειά του καί χαστουκίζοντάς τον δυνατά, τού είπα:
«Ασεβέστατε! Καί μέσα στήν εκκλησία τολμάς νά βλαστημάς τόν Θεό;»
Μαζεύτηκε, καί είπε, » Κύριε ελέησον! «
Ρώτησα τόν πατέρα του πώς τό έπαθε, καί μού είπε, ότι o Γιώργος από μικρό παιδί βλαστημούσε…» Χθές τό πρωϊ, μού είπε, τού φύγανε τά πρόβατα καί μπήκαν σέ ένα χωράφι σπαρμένο. Πήγε νά τά μαζέψει βλαστημώντας τουλάχιστον 10-15 φορές τήν Παναγία. Ενώ πλησίαζε στό χωράφι βλασφημώντας συνέχεια, έπεσε κάτω, τυφλώθηκε, καί μεταμορφώθηκε ή όψι του σε αυτή τήν τερατώδη κατάσταση. Τόν φέραμε στή Μονή, είπε, νά τού κάνετε αγιασμό, παρακλήσεις, καί ότι άλλο χρειάζεται…» Τού κάναμε πράγματι όλα αυτά, τού διαβάσαμε καί εξορκισμούς, αλλά αυτό ό βέβηλος δέν σταμάτησε νά βλαστημάει. Μετά από λίγες μέρες μέ φώναξε ό υπηρέτης τής Μονής πού βοηθούσε τόν νεαρό καί τόν τάϊζε καί μού είπε,
– Ελα νά ιδής τόν πάσχοντα. Τού κόπηκε ή γλώσσα καί δέν μπορεί ούτε νερό νά πιεί…» Πήγα, καί έφριξα μέ ότι είδα. Ή γλώσσα του, αυτή πού συνεχώς βλαστημούσε, ήταν κομμένη καί ξεριζωμένη, σφηνωμένη εντελώς στόν λάρυγγα. Τήν άλλη μέρα, διηγείται ό π. Φιλόθεος Ζερβάκος, έφυγα γιά νά πάω στήν Νάξο. Όταν γύρισα, ρώτησα σχετικά τούς πατέρες καί μού είπαν. «Πέθανε εδώ καί δυό μέρες.Ό πατέρας του είχε πάει στό χωριό γιά νά φέρει καθαρά ρούχα γιά τήν ταφή, καί ο υπηρέτης είχε πάει σπίτι του. Τήν νύκτα τού θανάτου του, ακούγαμε στό μοναστήρι χορούς, φασαρίες, καί τραγούδια…
Είσαι «δικός μας» τώρα
   Ξυπνήσαμε όλοι, νομίζοντας ότι τραγουδούσαν καί χόρευαν οί υπηρέτες τής Μονής. Ό πατήρ Σάββας μάλιστα, πήρε τό ραβδί του γιά νά πάει νά τούς διώξει. Ανοίγοντας τό παράθυρό, τρείς ή ώρα τήν νύκτα, άκουσε φωνές στό σκοτάδι πού έλεγαν δυνατά,» Γιώργο! Γιώργο! Έλα δώ, πού πάς νά φύγεις! Είσαι δικός μας τώρα…» Αφού παύσανε αυτοί, ακούστηκαν άλλες φωνές απέναντι από τό μέρος τών τραγουδιών… «Βρέ, ελάτε εδώ, μή φοβάστε, τόν πήραμε εμείς τόν Γιώργο!». Ο πατήρ Σάββας έντρομος τότε, από τίς φωνές τών δαιμόνων, πού τραβούσαν μαζί τους τήν ψυχή τού βλασφήμου, άρχισε νά προσεύχεται στόν Χριστό καί στήν Παναγία ζητώντας βοήθεια. Πράγματι σταμάτησαν οί φωνές καί οί δαίμονες έγιναν άφαντοι. Όταν μετά από λίγο κατέβηκε καί πήγε στό δωμάτιο τού παιδιού, τό βρήκε πεθαμένο καί ριγμένο μέ δύναμι, έξω από τό σπίτι…
Φόβος καί τρόμος μάς κατέλαβε όλους, γράφει ό πατήρ Φιλόθεος.
     Καί συνεχίζει…
   «Τί φαντάζεσθε εσείς οί βλάσφημοι; Επειδή βλέπετε ότι ό Θεός αργεί νά σάς παιδεύσει, νομίζετε ότι θά αποφύγετε καί τήν τιμωρία; Εάν νομίζετε ότι ό Θεός δέν σάς βλέπει, δέν σάς ακούει, καί γι΄αυτό δέν σάς τιμωρεί τήν ώρα πού τόν βλαστημάτε, πλανάσθε ταλαίπωροι. Εάν τήν ευσπλαχνία καί μακροθυμία τού Θεού πού από αγάπη σάς κάνει γιά νά μή κολασθείτε αιώνια, τήν θεωρείτε αδυναμία, τότε αληθινά αλλοίμονό σας.Επεσαν τα μάτια του σαν κουμπιά επάνω στο τραπέζι
Συνεχίζει ό π. Φιλόθεος.
    «Γύρω στά 1921 μετέβαινα ατμοπλοϊκώς στόν Βόλο, πρός επίσκεψη πνευματικών μου αδελφών. Μεταξύ τών επιβατών ήταν καί δυό ομογενείς από τήν Αμερική πού γύριζαν στήν πατρίδα τους. Ο νεώτερος ήταν Κεφαλλονίτης καί ό μεγαλύτερος καταγόταν από κάποιο χωριό τού Πηλίου. Τό βράδυ, στό σαλόνι τού πλοίου πιάσαμε συζήτηση μαζί μέ άλλους επιβάτες καί τούς μίλησα ανάμεσα στά άλλα καί γιά τήν μεγάλη αμαρτία τής βλασφημίας τού Χριστού, τής Παναγίας, καί τών Αγίων. Οί περισσότεροι άκουγαν μέ ευλάβεια καί ενδιαφέρον αυτά πού τούς έλεγα. Δυό-τρείς όμως από τούς ακροατές δυσανασχέτησαν καί άρχισαν νά λένε, ότι όσα τούς λέω είναι γιά νά τούς φοβίσω γιά νά μή βλαστημάνε, καί καλά βέβαια κάνω πού τά λέω αυτά, αλλά είμαι υπερβολικός καί δέν λέω αλήθεια. Τότε σηκώθηκε όρθιος ό νεαρός Κεφαλλονίτης καί μέ θάρρος τούς είπε.» Θά σάς διηγηθώ ένα περιστατικό πού τό είδα μέ τά μάτια μου, καί άν θέλετε πιστέψτε το. Εδώ καί τρείς μήνες πού ήμουν στήν Αμερική, παραμονή τού Αγίου Βασιλείου, βρισκόμουν μέ άλλους ομογενείς καί παίζαμε χαρτιά γιά τό καλό τού χρόνου πού λέμε, σ΄ ένα ελληνικό καφενείο. Ένας συμπατριώτης μου καί πολύ γνωστός μου, κι΄αυτός από τήν Κεφαλονιά, επειδή συνεχώς έχανε στά χαρτιά, άρχισε νά βλαστημάει τόν Θεό, τήν Παναγία, τά καντήλια, τόν Χριστό, τούς Αγίους, κλπ. Δέν είχε αφήσει τίποτα όρθιο. Στίς παρατηρήσεις πού τού κάναμε, καί εγώ καί άλλοι συμπαίκτες του, αυτός βλαστημούσε περισσότερο. Τελευταία, αφού έχασε όλα τά λεφτά του, σηκώθηκε από τό τραπέζι καί άρχισε νά βλαστημάει τόν Άγιο Γεράσιμο. Τρείς ώρες βλαστημούσε τά θεία, στό τέλος βλαστημούσε καί τόν Άγιο Γεράσιμο καί μάλιστα μούντζωνε καί τόν ουρανό, σάν νά τόν έβλεπε, μέ χυδαίες εκφράσεις.
Τήν στιγμή όμως κατά τήν οποία ύψωσε πάλι τά χέρια του μουντζώνοντας πρός τά πάνω, τά χέρια του παρέλυσαν πέφτοντας άψυχα κάτω, καί τά μάτια του σάν κάποιος νά τά έβγαλε τινάχτηκαν καί κύλησαν πάνω στό τραπέζι πού χαρτοπαίζαμε!!! Φόβος καί τρόμος μάς κατέλαβε μέσα στό καφενείο.Ό βλάσφημος κλαίγοντας καί θρηνώντας γιά τό ελεεινό πιά κατάντημά του, άρχισε νά παρακαλεί τόν Χριστό, τήν Παναγία, καί τόν Άγιο Γεράσιμο, νά τόν συγχωρήσουν καί νά τού δώσουν τό φώς του. Δυστυχώς, συμπλήρωσε ό νεαρός Κεφαλλονίτης, μέχρι τήν ημέρα πού έφυγα από τήν Αμερική, γύριζε τυφλός καί κουλός, ζητιανεύοντας από τούς άλλους ομογενείς γιά νά ζήσει… 

Ένα ακόμη περιστατικό

  Τόν Δεκέμβριο τού 1924, λίγο πρίν τά Χριστούγεννα, ήλθε στό μοναστήρι μας μία γυναίκα από τήν Νάουσα τής Πάρου γιά εξομολόγηση, καί ανάμεσα στά άλλα μού είπε, γράφει ό π. Φιλόθεος. «Πρέπει νά σάς κάνω γνωστό, σάν Πνευματικός μου Πατέρας πού είστε, μία μεγάλη συμφορά πού έχει συμβεί στό σπίτι μου. Ό άνδρας μου ήταν πολύ βλάσφημος. Βλασφημούσε εμένα, τά παιδιά, τά ζώα μας, μέ τήν πιό μικρή αφορμή, καί κανέναν δέν άκουγε. Εδώ καί 15 μέρες κατεβαίνοντας τήν νύκτα ό άνδρας μου κάτω στόν στάβλο γιά νά δώση τροφή στά ζώα προσπάθησε νά ξεχωρίσει δυό μοσχάρια πού μάλωναν. Αυτός, αντί νά κτυπήσει ή νά τραβήξει καί νά δέσει αλλού τό ένα μοσχάρι, άρχισε μέ δυνατές φωνές νά βλαστημάει Χριστούς καί Παναγίες. Τήν στιγμή ακριβώς πού βλαστημούσε, ένα βόδι τού στάβλου, τό πιό ήσυχο από άλλες φορές, ενώ έτρωγε, αφήνει τήν τροφή του καί σάν νά ήταν λογικό όρμησε εναντίον του τόν κτύπησε μέ τά κέρατά του, καί αφού τόν έριξε ανάσκελα, γονάτισε επάνω του κτυπώντας τον στό κεφάλι. Προσπαθούσε μέ τά κέρατα νά τόν τρυπήσει στό στόμα ή νά τού βγάλει τά μάτια. 
    Τρέξαμε κάτω στίς πρώτες φωνές του, » βοήθεια, μ΄ εσκότωσε!» , μαζί μέ τά παιδιά μου, φωνάξαμε καί γείτονες, καί όλοι μαζί 7-8 άνδρες δυνατοί δέν μπορούσαμε νά τραβήξουμε τό βόδι από πάνω του. Μέ τά πολλά, καί αφού τό πιάσαμε από τά τέσσερα πόδια τραβώντας το, βάλαμε τόν άνδρα μου σέ μιά κουβέρτα καί πήγαμε νά τόν βγάλουμε από τόν στάβλο. Τό βόδι, όρμησε πάλι πάνω στό σώμα μέ τήν κουβέρτα, όχι στούς άλλους, σάν να είχε λογική τιμωρίας γιά τόν βλάσφημο, καί τόν κυνήγησε ώς τά πρώτα σκαλοπάτια τού ανωγείου, μή μπορώντας νά ανέβει επάνω. Στεκόταν μάλιστα στήν βάση τής σκάλας, κοιτάζοντας πρός τόν άνδρα μου αγριεμένο, κουνώντας τό κεφάλι του καί ξεφυσώντας. Μετά 3 μήνες, διηγείται ό π. Φιλόθεος, στό τέλος τής Μεγάλης Τεσσαρακοστής, ήλθε πάλι η γυναίκα αυτή στό μοναστήρι γιά νά εξομολογηθεί. Φορούσε μαύρα καί μού είπε ότι ό άνδρας της είχε πεθάνει αφού είχε βασανιστεί πολύ από τούς πόνους μιά καί τό βόδι τού είχε σπάσει τήν σπονδυλική στήλη. Τόν είχαν στηρίξει μάλιστα μέ μαξιλάρια καί τόν τάϊζαν μέ τό κουταλάκι. Είχε πληρώσει δυστυχώς, τά επίχειρα τής βλασφημίας του.
Αποσπάσματα από τό βιβλίο » Πόλεμος κατά τής βλασφημίας»

Ο Ιούλιος στην Λαογραφία μας...


  

Ο έβδομος μήνας του χρόνου. Έχει 31 ημέρες. Την ονομασία του την καθιέρωσε ο Μάρκος Αντώνιος (το 44 π.Χ.), για να τιμήσει το φίλο του και μεγάλο στρατηγό των Ρωμαίων, Ιούλιο Καίσαρα, που γεννήθηκε αυτόν το μήνα και που, όπως είναι γνωστό δημιούργησε το «Ιουλιανό ημερολόγιο». Αντικατέστησε τον πέμπτο μήνα, τον Κυρινάλη. Ο ελληνικός λαός τον ονομάζει και Αλωνάρη, Αλωνιστή ή Αλωνιάτη ή Αλωνευτή, επειδή  κατά τον μήνα αυτόν γίνεται το αλώνισμα του σιταριού.
             Ακόμα τον ονομάζει Γυαλιστή ή Γυαλινό (Νάξο & Χίο), επειδή σε ορισμένες περιοχές της χώρας κατά το μήνα αυτό «γυαλίζουν», δηλ. ωριμάζουν τα σταφύλια. Επίσης αναφέρεται σαν Δευτερόλης (σαν 2ος μήνας του καλοκαιριού), Αηλιάς ή Αηλιάτης (20/7, η γιορτή του Προφήτη Ηλία) και Φουσκομηνάς ή Χασκόμηνας (Ρόδος).
            ΕΡΓΑΣΙΕΣ:
             Αλωνίζουν.
             Σκαλίζουν καπνά, καλαμπόκι & πατάτες.
             Θερίζουν σιτηρά (ανάλογα την περιοχή).
             Στα καπνοχώρια ραματιάζουν, στεγνώνουν του καπνού τα φύλλα.
             Ράντισμα & θειάφισμα αμπελιών.
             Τρύγος κυψελών απ’ το θυμάρι.
             
ΕΘΙΜΑ-ΠΡΟΛΗΨΕΙΣ:
             
Του ΑΛΩΝΙΣΜΟΥ: Όσο διαρκεί ο αλωνισμός, «δεν κάνει να αλωνίζει ολοένα ο ίδιος αλωνιστής. Εναλλάσσεται με τη γυναίκα του και το παιδί, ενώ αυτός ξεκουράζεται στ' αμπλήκι, ένα δέντρο που υπάρχει φυτεμένο κοντά στο αλώνι γι' αυτό το σκοπό.
             Οι ξένοι που τύχαινε να περάσουν, έπρεπε να ευχηθούν μόνο: «Ώρα καλή, χίλια μόδια», ή «Χίλια μόδια, και το αγώι χώρια», κι ο αλωνιστής απαντούσε: «Να 'σαι καλά, Φχαριστούμε».
             Μόλις μάζευαν το λειώμα ή μάλαμα (καθαρό σιτάρι) σ' ένα σωρό, νίβονταν όλοι, και ράντιζαν και το σωρό.
             «Δεν έκανε να έρθει η γυναίκα με ρόκα, γνέθοντας, στ' αλώνι», γιατί «ήταν ξωτικιά και έδιωχνε τον άνεμο, και δεν μπορούσαν να ανεμίσουν, να λιχνίσουν.                                       
              Την τελευταία ημέρα και αφού απολούσαν τα βόδια, πρόσεχαν που θα ξυθεί, το μεγαλύτερο στα χρόνια βόδι. Εάν ξυνόταν στο κεφάλι, ο χειμώνας θα ήταν «πρώιμος», στη μέση «βαρυχειμωνιά στο μέσο του χειμώνα» και αν στην ουρά, ο χειμώνας θα ήταν «όψιμος».
              Με το νέο αλεύρι έφτιαχναν πρώτα μια λειτουργιά, για να την ευλογήσει ο παπάς. Κι απ' το πρώτο ζυμάρι, παρασκεύαζαν ένα ιδιαίτερο κομμάτι, το «κλικούδ'», και το άφηναν στη βρύση του χωριού. Εκείνη που πρώτη θα πήγαινε να πάρει νερό και έβρισκε το καινούριο ψωμί, έπρεπε να το μοιράσει στις γυναίκες που θα τύχαινε να πάνε κι αυτές για νερό.  
             
ΚΟΥΡΜΠΑΝΙΑ (συνεστιάσεις & δημοτελείς θυσίες)-ΕΘΙΜΙΚΕΣ ΦΩΤΙΕΣ (20/7). Προς τιμή τουΠροφήτη Ηλία, με κύρια επιδίωξη τις ευμενείς καιρικές συνθήκες, για τη γεωργία & την κτηνοτροφία στη διάρκεια του χρόνου. 
             
ΓΙΟΡΤΕΣ:
             Του Προφήτη Ηλία (20/7). Μία από τις φλογερές μορφές της Βίβλου, έφορος της βροχής, της βροντής & των κεραυνών. Όλα τα ξωκλήσια, που είναι κτισμένα προς τιμή του, βρίσκονται στις ελληνικές βουνοκορφές, γιατί εκεί ο τόπος ήταν πάντα ιερός.
             ΠΑΝΗΓΥΡΙΑ: Ο Ιούλιος έχει τα περισσότερα από τα πανηγύρια των χωριών. Πέρα από τις καθεαυτό δικές του γιορτές-πανηγύρια (των Αγ. Αναργύρων, της Αγ. Κυριακής, του Προφήτη Ηλία, της Αγ. Παρασκευής & του Αγ. Παντελεήμονα), έχει και πολλές γιορτές-πανηγύρια του χειμώνα, που έχουν μεταφερθεί προκειμένου να επιτρέψει η καλοκαιρία τη διεξαγωγή τους & βέβαια τη μεγαλύτερη προσέλευση κόσμου.
             ΤΟ «ΠΑΝΗΓΥΡΙ ΤΟΥ ΤΑΥΡΟΥ» (Αγ. Παρασκευή Λέσβου). Γίνεται προς τιμή του Αγ. Χαραλάμπους. Πρόκειται για μια ταυροθυσία. Αποτελεί μια γιορτή που διαρκεί 3 ημέρες. Για πρακτικούς λόγους, επειδή δεν είναι εύκολη η μετάβαση στο ξωκλήσι του αγίου την ημέρα της γιορτής του (10/2), το πανηγύρι γινόταν αρχικά την πασχαλινή περίοδο («πριν φύγει το Χριστός Ανέστη»), ή τέλη της ανοιξιάτικης περιόδου, στη συνέχεια μεταφέρθηκε τους καλοκαιρινούς μήνες, Ιούνιο ή Ιούλιο. Καθοριστικό ρόλο έπαιζε η άφιξη κάθε χρόνο των ξενιτεμένων Αγιοπαρασκευιωτών, κυρίως από την Αυστραλία, αφού συνήθως ένας απ’ αυτούς έκανε την καθόλου ευκαταφρόνητη χορηγία για την αγορά του ταύρου, εκτελώντας έτσι κάποιο τάμα του.
             Το πρωί της Παρασκευής οδηγούν τον ταύρο, που πρέπει να είναι εκλεκτός (3ετής, ανευνούχιστος & να μην έχει μπει σε ζυγό) μπροστά στο σπίτι του χορηγού. Εκεί υπό τους ήχους μουσικής στολίζουν τον ταύρο. Του κρεμούν στο λαιμό άνθη & στεφάνι και βάφουν τα κέρατά του με χρυσόσκονη. Μικρή επιγραφή στο μέτωπό του δείχνει το όνομα του δωρητή. Στη συνέχεια με μουσική, με λάβαρα, με σημαία & με την εικόνα του αγίου μπροστά, αρχίζει η περιφορά του ταύρου σε όλο το χωριό. Το απόγευμα της ίδιας μέρας το ζώο μεταφέρεται στην τοποθεσία «Ταύρος», ορεινή & δυσπρόσιτη, 15 χμ Α. της Αγ. Παρασκευής, όπου βρίσκεται και το ξωκλήσι του αγίου.
             Από το πρωί του Σαββάτου αρχίζει η ομαδική μετάβαση των πανηγυριστών στον «Ταύρο», απ’ όλο το νησί. Το σούρουπο φέρνουν τον ταύρο, πάλι με μουσική, μπροστά στο εκκλησάκι και ο ιερέας τον ευλογεί με ειδική ευχή. Τον οδηγούν έπειτα στον τόπο της θυσίας. Εκεί, κατά την πίστη που επικρατεί, το ζώο γονατίζει με τη θέλησή του για να θυσιαστεί. Παράλληλα σφάζονται κι άλλα μικρότερα ζώα, με την ευλογία του παπά πάντα,τάματα κι αυτά των πιστών.
             Την ευλογία του δέχονται κι οι έφιπποι πανηγυριστές, θεωρείται μάλιστα ότι το πανηγύρι αποβλέπει ιδιαίτερα στην προστασία των φοράδων.
             Από το κρέας του ταύρου και με ειδικά κατεργασμένο σιτάρι παρασκευάζεται το λεγόμενο “κεσκέτσι”, που το πρωί της Κυριακής διανέμεται στους πιστούς, για «να πάρουν όλοι τη δύναμη που είχε ο ταύρος».
             Η όλη θυσία-γιορτή τελειώνει το απόγευμα της Κυριακής με ιππικούς αγώνες. Ακολουθεί γλέντι όλων των πανηγυριστών στην πλατεία του χωριού.  

             
ΠΑΡΟΙΜΙΕΣ:
             «Ο Αηλιάς κόβει σταφύλια και η Αγία Μαρίνα σύκα».
             «Αλωνάρη με τα αλώνια και με τα χρυσά πεπόνια».
             «Τζίτζιρας ελάλησε, άσπρη ρόγα γυάλισε».
             «Τον Ιούλη κι οι γριές κάνουνε ξετσιπωσιές».
             «Από τ' Αι-Λιος ο καιρός γυρίζει αλλιώς».
             «Γαμπρός αλωναριάτικος, κακό χειμώνα βγάνει».
             «Έτσι το ‘χει το λινάρι να ανθεί τον Αλωνάρη».
             «Η καλή αμυγδαλιά ανθίζει το Γενάρη και βαστάει τ' αμύγδαλα όλο τον Αλωνάρη».
             «Κάλλιο λόγια στο χωράφι , παρά ντράβαλα (φασαρίες) στ' αλώνι».
             «Κάτσε κότα το Γενάρη και παπί τον Αλωνάρη».
             «Κότα πίτα το Γενάρη, κόκορα τον Αλωνάρη».
             «Κότα, χήνα το Γενάρη και παπί τον Αλωνάρη».
             «Μικρό-μικρό τ' αλώνι μου, και να ‘ναι μοναχικό μου».
             «Ο άη-Λιας κόβει σταφύλια και η αγία Μαρίνα σύκα».
             «Ο Θεριστής θερίζει, ο Αλωνάρης αλωνίζει κι ο Αύγουστος ξεχωριζει».
             «Όρνιθα το Γενάρη, κέφαλος τον Αλωνάρη».
             «Που μουχτάει τον Χειμώνα‚ χαίρεται τον Αλωνάρη».
             «Πρωτόλη (Ιούνιε), Δευτερόλη(Ιούλιε) μου, φτωχολογιάς ελπίδα».
             «Στο κακορίζικο χωριό τον Αλωνάρη βρέχει».
             «Τ' Αλωναριού τα κάματα (δυνατή ζέστη), τ' Αυγούστου τα λιοβόρια» (ζεστός δυνατός ανατολικός άνεμος).
             «Της αγιά Μαρίνας ρώγα και του άη -Λιός σταφύλι». (δηλαδή το σταφύλι ωριμάζει αργότερα από τη σταφίδα)
             «Της Αγιάς Μαρίνας ρούγα και του Αϊ Λια σταφύλι και του Αγιού Παντελεήμονα γιομάτο το κοφίνι».
             «Το τραγούδι του Θεριστή, η χαρά του Αλωνιστή».
             «Τον Αλωνάρη δούλευε καλό χειμώνα να έχεις».
             «Τον Αλωνάρη έβρεχε στον ποτισμένο τόπο».
             «Χιόνισε μέσα στο Γενάρη, να οι χαρές του Αλωνάρη».

Εις τους Αγίους Αναργύρους Τα τρία φάρμακα Του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Καστορίας κ.κ. Σεραφείμ


Του Σεβ. Μητροπολίτου Καστορίας κ.κ. Σεραφείμ

Πλησιάζουμε, σύμφωνα με την παράδοση της Αγίας μας Εκκλησίας, καθημερινά τους Αγίους μας, τιμούμε την μνήμη τους, προφέρουμε το όνομά τους και ζητάμε την πρεσβεία τους και τη μεσιτεία τους στον θρόνο του Θεού.

Σεσωσμένοι εκείνοι, αμαρτωλοί εμείς˙ μέσα στο Φως εκείνοι, στο σκοτάδι εμείς˙ γεμάτοι από ασθένειες ζητάμε από τους Αγίους μας την θεραπεία του σώματος και, σπανιότερα, την θεραπεία της ψυχής. Και οι Άγιοι, σαν φιλεύσπλαχνοι που είναι, μιμητές του ελεήμονος Θεού, μας δίνουν με απλοχεριά αυτά που έχουμε ανάγκη, μας συμπαρίστανται, μας ενισχύουν, μας θεραπεύουν. Κυρίως όμως μας συνιστούν τρία φάρμακα.

Το πρώτο φάρμακο είναι ο φόβος του Θεού.

"Αρχή σοφίας, φόβος Κυρίου" (Ψαλμ. 110,10), θα μας συστήσει ο ψαλμωδός της Αγίας Γραφής. Ο φόβος του Θεού προηγείται πάσης αρετής.

Για να πλησιάσουμε το Θεό,

για να υποβάλλουμε τα αιτήματά μας,

για να μας ακούσει και να μας χαρίσει αυτά που έχουμε ανάγκη,

θα πρέπει να μας διακρίνει ο φόβος, δηλαδή να αναγνωρίζουμε την παντοδυναμία Του, να Τον αποδεχόμαστε στην ζωή μας, να δεχόμαστε τις εντολές Του, να θυμόμαστε ότι είναι Κριτής ζώντων και νεκρών. Άλλωστε, για να αποκτήσει η ζωή μας αξία, θα πρέπει να βρισκόμαστε σ' αυτήν την κοινωνία με τον Θεό. "Τον Θεόν φοβού και τας εντολάς αυτού φύλασσε, ότι τούτο πας άνθρωπος" (Εκκλ. 12,13). Δεν μπορεί να βλασφημείς το όνομα του Θεού και συγχρόνως να ζητάς την θεραπεία σου, ούτε να Τον πλησιάζεις και να ζητάς το έλεος Του και συγχρόνως να ποδοπατείς τους ανθρώπους. Η ζωή σου θα πρέπει να είναι τέτοια, ώστε η επικοινωνία σου με τον Θεό να είναι ασφαλής και βεβαία, θα μας συστήσουν οι Άγιοι της Εκκλησίας μας.

Ένα δεύτερο φάρμακο είναι η προσευχή.

"Χρήζει ουν ο άνθρωπος εν παντί προσεύχεσθε και παρακαλείν τον Θεόν", είναι η προτροπή του Οσίου Ποιμένος. Είναι αυτό το οποίο μας διαβεβαίωσε ο Χριστός: "χωρίς εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν". Η προσευχή δεν είναι μόνο τιμή για τον άνθρωπο, να επικοινωνεί δηλαδή με τον Παντοδύναμο Θεό, αλλά συγχρόνως προνόμιο και ευθύνη. Για να φτάνει στον θρόνο της Θείας Μεγαλωσύνης, θα πρέπει να συνοδεύεται με ταπείνωση, με απλότητα και με εμπιστοσύνη. Η προσευχή είναι αποτέλεσμα ακόμη του φόβου του Θεού. Αν δεν υπάρχει ο φόβος του Θεού δεν μπορεί η προσευχή μας να εισακουστεί από τον Θεό. Να γιατί ο Θεός πολλές φορές δεν ικανοποιεί τα αιτήματά μας, γιατί απλούστατα δεν διαθέτουμε ούτε φόβο Θεού, ούτε ευλάβεια.

Και το τρίτο φάρμακο είναι η αγάπη μας προς τον πλησίον.

Αγάπη ο Θεός, θέλει και εμείς να γίνουμε άνθρωποι αυτής της αγάπης. "Χριστός ο Κύριος τοις σύμπασι και οι οικτιρμοί αυτού επί πάντα τα έργα αυτού." (Ψαλμ. 144,9). Δίνει ο Θεός τα ελέη Του και σκορπά την αγάπη Του σε όλα τα δημιουργήματα. Αν ο άνθρωπος δεν διαθέτει αυτήν την αγάπη προς τον συνάνθρωπο, δεν μπορεί ούτε να μιλά για τον Θεό, ούτε και να ζητά την ικανοποίηση των αιτημάτων του. Αν δεν αποκτήσει "σπλάχνα οικτιρμών" και αν στο πρόσωπο του πλησίον δεν δει το πρόσωπο του Θεού, δεν θα Το δει ούτε στην Βασιλεία των Ουρανών.

Αυτά τα τρία φάρμακα, τα τόσο ισχυρά για την αμαρτωλή εποχή μας και την αποστασία, την αφοβία και την ασπλαχνία που κυριεύει όλους μας, μάς τα χαρίζουν οι Άγιοι Ανάργυροι, των οποίων την μνήμη εορτάζουμε. Διέθεταν φόβο Θεού, χρησιμοποιούσαν την προσευχή, αγαπούσαν ειλικρινά και χωρίς συμφέρον τον συνάνθρωπο. Γι' αυτό και ο Θεός τους χάρισε το χάρισμα της θαυματουργίας.

Άγιοι του Θεού, πρεσβεύσατε υπέρ ημών.




 πηγή 

Η ΑΣΘΕΝΕΙΑ ΚΑΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΤΗΣ ΘΕΡΑΠΕΙΑ-ΓΝΩΡΙΜΙΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΑΓΙΟΥΣ ΑΝΑΡΓΥΡΟΥΣ-ΙΑΤΡΟΥΣ ΑΓΙΟΥΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΜΑΣ


Ἀρχιμ. Κύριλλου Κεφαλόπουλου
B.A. Hist., Th.M., Ph.D.


      Ὁ ἄνθρωπος ἔχει νὰ ἀντιμετωπίσει, ἰδίως στὴν σημερινὴ κοινωνία, πολλὰ προβλήματα, θλίψεις καὶ στενοχώριες ποὺ τὸν βασανίζουν, ἀρρώστιες καὶ πόνο ποὺ ταλαιπωροῦν τὴν σωματική του ὑγεία ὅσο καὶ τὴν ψυχοδιανοητική του ἰσορροπία.
      Ἡ Ἰατρικὴ ἐπιστήμη προσπαθεῖ μὲ φάρμακα καὶ μεθόδους θεραπείας νὰ ἰατρεύσει τὶς ἀρρώστιες ποὺ ταλαιπωροῦν τὸν ἄνθρωπο, ἐνῶ ἄλλες ἐπιστῆμες, ὅπως ἡ ψυχολογία καὶ ἡ ψυχιατρικὴ παλεύουν μὲ τὶς ψυχικὲς ἀσθένειες ποὺ ἰδίως σήμερα, φαίνεται νὰ ἀπασχολοῦν ὁλοένα καὶ περισσότερο τὸν σύγχρονο ἄνθρωπο. Ὅμως, τὸ πρόβλημα τῆς ἀσθένειας καὶ τοῦ πόνου εἶναι πλατύτερο, μὲ πολλὲς διαστάσεις καὶ προεκτάσεις, σωματικές, πνευματικές, ψυχικές, ποὺ δὲν μποροῦν νὰ τὶς καλύψουν πλήρως οἱ ἐπιστημονικὲς προσεγγίσεις, οἱ ὁποῖες συνήθως μένουν σὲ μία ἐπιφανειακὴ θεώρηση τῶν πραγμάτων, ἀδυνατώντας νὰ εἰσέλθουν στὰ ἐνδότερα τῆς ψυχοπνευματικῆς διάστασης τῆς ἀνθρώπινης ὑποστάσεως.
       Ὁ πόνος καὶ οἱ ἀσθένειες μοιάζουν νὰ εἶναι βαθιὰ ριζωμένες καὶ ταυτισμένες μὲ τὴν ἀνθρώπινη φύση. Ὁ Κύριος προειδοποίησε τοὺς μαθητές Του ὅτι ”ἐν τῷ κόσμω θλίψιν ἔξετε” (Ἰω. 16,33). Ὁ Ἀπ. Παῦλος διευρύνει τὴν ὕπαρξη τοῦ πόνου σὲ ὁλόκληρη τὴν κτίση, ἡ ὁποία στενάζει καὶ συμπάσχει μὲ τὸν ἄνθρωπο (Ρωμ. 8,22). Παράλληλα ὅμως λέει ὅτι πρέπει καὶ μεῖς νὰ περάσουμε ἀπὸ τὸ στάδιο αὐτὸ τῶν θλίψεων- ”διὰ πολλῶν θλίψεων δεῖ ἠμᾶς εἰσελθεῖν εἰς τὴν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ” (Πράξ. 14,22).
       Μέσα ἀπὸ αὐτὴν τὴν καθαρτικὴ διαδικασία τοῦ πόνου, ποὺ ὁδηγεῖ στὴν βασιλεία τῶν Οὐρανῶν, μὲ αὐτὴν τὴν ὀπτική, ὁ πόνος ἀποκτᾶ μία ἄλλη διάσταση λυτρωτική, ποὺ γιὰ πολλοὺς ἀνθρώπους μοιάζει ἀκατανόητη.
       Στὴν Π.Δ., ὅπου περιγράφεται ἡ πορεία τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ, τοῦ Ἰσραήλ, ποὺ ἡ ἱστορική του διαδρομὴ πέρασε ἀπὸ μεγάλες ἐθνικὲς καὶ θρησκευτικὲς περιπέτειες, ἀναφέρονται πρόσωπα ποὺ δοκιμάσθηκαν σκληρά.
        Ἀπὸ τὴν ἀρχή, ὁ πόνος καὶ οἱ ἀσθένειες ἐμφανίζονται ταυτόσημες μὲ τὴν μοίρα τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, κομμάτι ἀναπόσπαστό τῆς πτωτικῆς καταστάσεως ποὺ βίωναν οἱ πρωτόπλαστοι μετὰ τὴν ἐκδίωξή τους ἀπὸ τὸν Παράδεισο. Μὲ λύπες καὶ στεναγμούς, μὲ κόπο καὶ ἀσθένειες θὰ εἶναι πλέον ἡ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου (Γέν. 3,16-19). Ὁ ἄνθρωπος δοκιμάζεται σκληρά, ὑποφέρει ὅλο του τὸ εἶναι. Ὁ πάσχων ἄνθρωπος βγάζει μία κραυγὴ ἀπελπισίας ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὴν πονεμένη του καρδιά, μαζὶ μὲ ἕνα αἴσθημα πόνου καὶ ἐγκατάλειψης. Ὡστόσο, μέσα ἀπὸ τὴν δοκιμασία τῆς ἀσθένειας ἐντέλει δοκιμάζεται ὁ βαθμὸς τῆς πίστης μας, καὶ αὐτὸ μπορεῖ νὰ λειτουργήσει καὶ θετικά, ὡς ἀφορμὴ μεταστροφῆς καὶ ἐνισχυτικό τῆς πίστεως.
       Ὁ Χριστὸς πάνω στὸν Σταυρὸ ὁδηγεῖται στὴν ταπείνωση καὶ τὸν θάνατο, σηκώνοντας  στοὺς ὤμους Του τὶς ἀνθρώπινες ἀδυναμίες καὶ ἁμαρτίες, μὲ τὸν ζωή Του καὶ τὸν θάνατό Του ὁ Χριστὸς γίνεται ὅλος μία θυσία ἐξιλέωσης καὶ λύτρωσης τοῦ ἀνθρώπινου πόνου (Ἡσ. 53,2-12). Ὁ Χριστὸς ἦλθε γιὰ τοὺς ἀνθρώπους τοὺς πονεμένους καὶ τοὺς ἀρρώστους. Αὐτοὺς θέτει στὸ ἐπίκεντρο τῆς διακονίας Του – τυφλοὺς καὶ χωλοὺς ἐθεράπευσε, λεπροὺς καθάρισε, νεκροὺς ἀνέστησε (Ματθ. 11,5). Ὁ Κύριος σὲ ὅλους αὐτοὺς ἀπευθύνει πρόσκληση: ”δεῦτε πρὸς μὲ πάντες οἱ κοπιῶντες καὶ πεφορτισμένοι, καγῶ ἀναπαύσω ὑμᾶς” (Ματθ. 11,28).
       Πολλὲς φορὲς ὁ Χριστὸς εἶχε μιλήσει καὶ προειδοποιήσει γιὰ τὴν ἀναγκαιότητα τῶν πόνων καὶ τῶν θλίψεων, γιὰ τὸν σταυρὸ ποὺ πρέπει ὁ καθένας νὰ σηκώσει (Λκ. 9,23). Πρόκειται γιὰ τὴν στενὴ καὶ τεθλιμμένη ὁδὸ ποὺ ὁδηγεῖ στὴν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. Μέσα ἀπὸ πόνους καὶ θλίψεις θὰ περάσει ὁ ἄνθρωπος, γιὰ νὰ κερδίσει τὴν οὐράνιο Βασιλεία (Λκ. 9,23). Ὡστόσο, ὑπάρχει ἡ τελικὴ διαβεβαίωση τοῦ Χριστοῦ ὅτι ”ἐν τῷ κόσμω θλίψιν ἔξετε-ἀλλὰ θαρσεῖτε, ἐγὼ νενίκηκα τὸν κόσμον” (Ἰω. 16,33) καὶ ἡ ὑπόσχεση τῆς ἀποστολῆς τοῦ Ἁγ. Πνεύματος, τοῦ Παρακλήτου ποὺ θὰ στηρίξει τοὺς πιστοὺς στὶς δύσκολες στιγμὲς (Ἰω. 16,13).
      Ἡ αἴσθηση τοῦ πόνου καὶ τῶν θλίψεων (σωματικῶν καὶ πνευματικῶν, ὅπως καὶ τῶν ἀσθενειῶν) ἀποκτοῦν γιὰ τὸν χριστιανὸ πνευματικὲς καὶ σωτηριολογικὲς διαστάσεις, καθὼς ἡ ἀσθένεια στὰ πλαίσια τῆς χριστιανικῆς πίστεως καθίσταται πηγὴ ὑπομονῆς καὶ παρηγορίας- ”εἴτε θλιβόμεθα, ὑπὲρ τῆς ὑμῶν παρακλήσεως(=παρηγορίας) καὶ σωτηρίας τῆς ἐνεργουμένης ἐν ὑπομονὴ τῶν αὐτῶν παθημάτων ὧν καὶ ἠμεῖς πάσχομεν…, ἡ ἐλπὶς ἠμῶν βεβαῖα ὑπὲρ ὑμῶν-εἰδότες ὅτι ὥσπερ κοινωνοὶ ἐστὲ τῶν παθημάτων, οὕτω καὶ τῆς παρακλήσεως” (Β’ Κορ.5,1-7).
      Μέσα ἀπὸ τὴν φαινομενικὴ αὐτὴ ἀδυναμία, ὁ δοκιμαζόμενος καὶ θλιβόμενος χριστιανὸς ἀντλεῖ δύναμη, πίστη καὶ ἐλπίδα. Τὴν ἐμπειρία αὐτὴ ἐκφράζει ὁ Ἀπ. Παῦλος: ”ἡ γὰρ δύναμίς μου ἐν ἀσθενεία τελειοῦται…ὅταν γὰρ ἀσθενῶ, τότε δυνατὸς εἰμὶ” (Β’ Κορ. 12,9-10). Ἡ Ἐκκλησία προσεύχεται στὸν μεγάλο Ἰατρὸ τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων ἠμῶν, τὸν Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν, νὰ μᾶς ἀπαλλάξει ἀπὸ πόνους καὶ ἀσθένειες (πρβλ. εὐχὲς ὑπὲρ ὑγείας, μυστήριον εὐχελαίου). Μέσω τῆς ὀδυνηρᾶς ὁδοῦ ἡ πίστη δοκιμάζεται καὶ ἐνισχύεται ἀπὸ τὴν ἐλπίδα καὶ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ (Ρωμ. 5,3-8).
      Τὸ θεραπευτικὸ ἔργο τοῦ Ἰησοῦ, μὲ τὰ πολλαπλὰ περιστατικὰ στὴν Κ.Δ. τῶν θαυματουργικῶν ἰάσεων ποὺ ἐπετέλεσε ὁ Κύριος, πάντοτε ὡς συνέχεια καὶ ἐπακόλουθό της ἰσχυρᾶς πίστεως τῶν ζητούντων τὴν θεραπεία, λειτουργοῦσε ὡς ἐνισχυτικό της πίστεως τῶν ἀνθρώπων καὶ ὡς σημεῖο τῆς παρουσίας τῆς θείας χάριτος ἀνάμεσα στὸν κόσμο. Τὸ θεραπευτικὸ ἔργο τοῦ Χριστοῦ συνέχισαν μέσα στὴν Ἐκκλησία οἱ Ἀπὸ-στόλοι καὶ οἱ Ἅγιοι, ἰδίως ἐκεῖνοι οἱ Ἅγιοι ποὺ ἔλαβαν τὴν προσωνυμία Ἀνάργυροι.
       Ἡ Ἐκκλησία μᾶς ἀναγνωρίζει εἴκοσι Ἁγ. Ἀναργύρους, οἱ ὁποῖοι, ἔχοντας σπουδάσει τὴν ἰατρικὴ ἐπιστήμη, συνδύασαν τὸ θεραπευτικὸ ἔργο μὲ τὴν διάδοση τῆς πίστεως στὸν Χριστό, τὴν παροχὴ ἰατρικῶν ὑπηρεσιῶν, μὲ τὴν φιλανθρωπία καὶ τὴν πρόνοια γιὰ τοὺς φτωχούς, ἀφοῦ προσέφεραν τὶς γνώσεις τους χωρὶς νὰ λαμβάνουν ἀμοιβὴ (ἄνευ ἀργυρὶ-ου, γι’ αὐτὸ ὀνομάσθηκαν ἀνάργυροι). Κάποιοι ἐξ αὐτῶν εἶναι περισσότερο γνωστοί, ἄλλοι ὄχι ἰδιαιτέρως γνωστοὶ στοὺς πιστούς, ὅλοι τους ὅμως ἀνεξαιρέτως ἀνεδείχθησαν φορεῖς τῆς θείας χάριτος, ἀξιοποιώντας τὶς γνώσεις τους καὶ τὰ χαρίσματα τοῦ Ἁγ. Πνεύματος, θεραπεύοντας τὶς σωματικὲς ἀσθένειες, ἐπουλώνοντας τὰ ψυχικὰ τραύματα, ἐνισχύοντας τοὺς ταπεινοὺς καὶ ἀσθενεῖς συνανθρώπους στὴν ἀσθένειά τους, στὴν δοκιμασία τῆς πίστεως καὶ τῆς ὑπομονῆς τους, ἀκολουθώντας τὸ εὐαγγελικὸ ”δωρέαν λάβετε, δωρεὰν δότε”, καὶ ἐνεργώντας πάντοτε πρὸς δόξαν καὶ ἔπαινον τοῦ Ὀνόματος τοῦ Θεοῦ. Αὐτοὺς τοὺς Ἰατροὺς Ἁγ. Ἀναργύρους τῆς Ἐκκλησίας μας θὰ προσπαθήσουμε νὰ πλησιάσουμε καὶ νὰ γνωρίσουμε.
      Οἱ γνωστότεροι ἀπὸ τοὺς Ἁγ. Ἀναργύρους εἶναι τὰ ἀδέλφια Κοσμᾶς καὶ Δαμιανός. Μὲ τὰ ὀνόματα αὐτὰ μᾶς εἶναι γνωστὰ τρία ζεύγη ἀδελφῶν ποὺ τιμᾶ ἡ Ἐκκλησία μας. Τὴν 1η Ἰουλίου ἑορτάζουν οἱ καταγόμενοι ἀπὸ τὴν Ρώμη ἀδελφοὶ Κοσμᾶς καὶ Δαμιανός, ἰατροὶ στὴν ἐπιστήμη, ποὺ ἔζησαν στοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορος Νέρωνος. Οἱ ἅγιοι Κοσμᾶς καὶ Δαμιανὸς προσέφεραν δωρεὰν τὶς ἰατρικὲς τοὺς ὑπηρεσίες σὲ ὅλους καὶ ὅπου δὲν ἀρκοῦσε ἡ ἐπιστήμη, μὲ τὴν ἐπίκληση τοῦ ὀνόματος τοῦ Χριστοῦ ἐθεράπευαν τοὺς ἀσθενεῖς.. Ἡ φήμη τους ἐξαπλώθηκε καὶ ἀπὸ φθόνο ἄλλοι ἰατροὶ τοὺς κατήγγειλαν ὡς χριστιανούς. Ὅταν ὅμως ἀφέθησαν ἐλεύθεροι νὰ ἐξασκοῦν τὴν ἰατρική, τότε κάποιος ἄλλος ἰατρὸς τοὺς ὁδήγησε μὲ δόλο σὲ κάποιο ὅρος νὰ μαζέψουν δῆθεν φαρμακευτικὰ βότανα καὶ ἐκεῖ τους κατακρήμνισε
      Τὴν 1η Νοεμβρίου ἡ Ἐκκλησία μας τιμᾶ ἕνα ἄλλο ζεῦγος ἀδελφῶν Ἁγ. Ἀναργύρων, ὁμοίως ὀνομαζομένων Κοσμᾶ καὶ Δαμιανοῦ, καταγομένων ἀπὸ τὴν Μ. Ἀσία. Ἡ μητέρα τους, Θεοδότη, ἔμεινε χήρα ἀπὸ νωρίς, καὶ ἀφοσιώθηκε στὴν χριστιανικὴ ἀνατροφὴ τῶν παιδιῶν της. Οἱ δύο ἀδελφοὶ Κοσμᾶς καὶ Δαμιανὸς σπούδασαν καὶ διακρίθηκαν στὴν ἰατρική, ἐξασκώντας τὴν ἐπιστήμη τους ὡς διακονία καὶ προσφορὰ πρὸς τὸν πλησίον, συνδυάζοντας τὴν θεραπεία τῶν σωμάτων μὲ τὴν χριστιανικὴ φροντίδα τῶν ψυχῶν. Ἀμοιβὴ δὲν δέχονταν, διότι ἀνέμεναν τὴν οὐράνιο ἀνταμοιβή. Ἐκοιμήθησαν ἐν εἰρήνη σὲ βαθὺ γῆρας.
      Τρίτο ζεῦγος Ἁγ. Ἀναργύρων Κοσμᾶ καὶ Δαμιανοῦ, μαζὶ μὲ τὰ ἄλλα τρία ἀδέλφια τοὺς Λεόντιο, Ἄνθιμο καὶ Εὐπρέπιο, κατήγοντο ἀπὸ τὴν Ἀραβία. Τὰ πέντε ἀδέλφια διακρίθηκαν γιὰ τὶς ἀγαθοεργίες τους καὶ τὸν χριστιανικό τους ζῆλο ποὺ πολλοὺς προσείλκυσαν στὴν πίστη. Καταγγέλθηκαν ὡς χριστιανοί, συνελήφθησαν κατὰ τὸν διωγμὸ τοῦ Διοκλητιανοῦ καὶ θανατώθηκαν δι’ ἀποκεφαλισμοῦ. Ἡ Ἐκκλησία τιμᾶ τὴν μνήμη τῶν πέντε ἀδελφῶν τὴν 17η Ὀκτωβρίου.
      Ἕνα ἄλλο ζεῦγος Ἁγ. Ἀναργύρων, οἱ ἅγ. Κῦρος καὶ Ἰωάννης, μαρτύρησαν ἐπίσης στὸν μεγάλο διωγμὸ τοῦ Διοκλητιανοῦ. Ὁ Κύρος καταγόταν ἀπὸ τὴν Ἀλεξάνδρεια τῆς Αἰγύπτου, καὶ ὁ Ἰωάννης  ἀπὸ τὴν Ἔδεσσα τῆς Μεσοποταμίας. Ὁ ἅγ. Κῦρος ἔφυγε ἀπὸ τὴν Ἀλεξάνδρεια καὶ πῆγε στὴν Ἀραβία γιὰ νὰ μονάσει. Ὁ Θεὸς τὸν ἀξίωσε νὰ ἐπιτελεῖ πολλὰ θαύματα. Ἡ φήμη του ἐξαπλώθηκε καὶ προσείλκυσε κοντὰ του τὸν Ἰωάννη ποὺ ἔμεινε μαζί του μονάζοντας στὴν ἴδια μονή. Στὴν διάρκεια τοῦ διωγμοῦ τοῦ Διοκλητιανοῦ, οἱ ἅγ. Κύρος καὶ Ἰωάννης ἄφησαν τὴν ἔρημο καὶ ἔσπευσαν νὰ ἐνθαρρύνουν τὶς συλληφθεῖσες Χριστιανὲς γυναῖκες νὰ ἀντέξουν τὸ μαρτύριο. Συνελήφθησαν καὶ μαρτύρησαν δι’ ἀποκεφαλισμοῦ. Ὁ Ἅγ. Κύριλλος Ἀλεξανδρείας φρόντισε γιὰ τὴν ἀνακομιδὴ τῶν λειψάνων τῶν δύο ἁγίων καὶ ἀνήγειρε μεγαλοπρεπῆ ναὸ στὴν Ἀλεξάνδρεια, ὅπου πολλοὶ χριστιανοὶ καὶ εἰδωλολάτρες προσήρχονταν προσκυνητὲς καὶ ἐθεραπεύονταν θαυματουργικὰ ἀπὸ τοὺς Ἁγ. Ἀναργύρους Κῦρο καὶ Ἰωάννη. Ἡ μνήμη τους τιμᾶται τὴν 31η Ἰανουαρίου.
       Στὴν ὁμάδα τῶν Ἁγ. Ἀναργύρων ἀνήκει ὁ Ἅγ. Τρύφων (1η Φεβρουαρίου), ἀπὸ τὴν Λάμψακο τῆς Φρυγίας, ὁ ὁποῖος ἂν καὶ δὲν ἦταν ἰατρός, εἶχε τὸ θεῖο χάρισμα νὰ θεραπεύει ἀσθένειες. Ἡ φήμη του ἔφθασε ὡς τὸν αὐτοκράτορα Γορδιανό, ποὺ τὸν κάλεσε στὴν Ρώμη νὰ θεραπεύσει τὴν κόρη του. Ὁ ἅγ.Τρύφων τὴν γιάτρεψε, ἀρνήθηκε ὅμως τὶς βασιλικὲς τιμὲς καὶ τὰ δῶρα, καὶ ἐπέστρεψε στὴν πατρίδα του. Ἀργότερα, κατὰ τὸν διωγμὸ τοῦ Δεκίου ὁ ἅγ. Τρύφων συνελήφθη, βασανίσθηκε, καὶ ἔλαβε μαρτυρικὸ τέλος. Ἡ θαυματουργὸς χάρη τοῦ ἁγ. Τρύφωνος ἐπεκτείνεται ὄχι μόνον στοὺς ἀνθρώπους, ἀλλὰ καὶ σὲ ὅλη τὴν φύση, τὰ ζῶα, τοὺς ἀγρούς, τὶς καλλιέργειες, καὶ γι’ αὐτὸ οἱ καλλιεργητὲς τὸν ἐπικαλοῦνται γιὰ νὰ προστατεύσει τὰ ζῶα καὶ τὶς σοδιές.
       Στὶς 6 Φεβρουαρίου ἡ Ἐκκλησία τιμᾶ τὸν μάρτυρα Ἰουλιανό, ὁ ὁποῖος, ἰατρὸς στὴν ἐπιστήμη, καταγόμεσος ἀπὸ τὴν Ἔμεσα τῆς Συρίας, ὅταν εἶδε τὸν ἐπίσκοπο της πόλεως Σιλουανὸ νὰ ὁδηγεῖται στὸ μαρτύριο, ἔσπευσε νὰ τὸν ἐνισχύσει, καὶ ἀμέσως συνελήφθη καὶ θανατώθηκε (τέλη 3ου αἰ., ἐπὶ αὐτοκράτορος Νουμεριανοῦ).
      Στὶς 11 Μαΐου ἡ Ἐκκλησία τιμᾶ τὸν ἱερομάρτυρα Μώκιο, ἐκ Ρώμης καταγόμενον καὶ ἀπὸ εὐγενικὴ γενιά, ἱερέα στὴν Ἐκκλησία τῆς Ἀμφίπολης τῆς Μακεδονίας. Τὰ κηρύγματά του κατὰ τῶν εἰδώλων καὶ οἱ προτροπὲς στοὺς χριστιανοὺς νὰ ἀπέχουν ἀπὸ τὶς εἰδωλολατρικὲς ἑορτές, τὸν ἔφεραν ἀντιμέτωπο μὲ τὸν ἀνθύπατο Λαοδίκιο, ποὺ τὸν κάλεσε δημοσίως νὰ θυσιάσει στὰ εἴδωλα. Ὁ Μώκιος ἀντιθέτως ἀνέτρεψε τὸν εἰδωλολατρικὸ βωμό. Συνελήφθη, ἐρρίφθη σὲ κάμινο μὲ ἀσβέστη καὶ ἐξῆλθε ἀβλαβής. Ἀργότερα, ἐρρίφθη σὲ ἄγρια θηρία νὰ τὸν κατασπα-ράξουν, ἀλλὰ καὶ πάλι ἡ Χάρις τοῦ Ὑψίστου τὸν προστάτευσε. Ὁδηγήθηκε δέσμιος στὸ Βυζάντιο, ὅπου τὸν ἀποκεφάλισαν. Αὐτὰ συνέβησαν ἐπὶ Διοκλητιανοὺ αὐτοκράτορος, μεγάλου διώκτου τῶν χριστιανῶν. Στὴν Κων/πολη ὁ Μέγας Κων/νος ἀνήγειρε μεγαλοπρεπὴ ναὸ πρὸς τιμὴν τοῦ ἱερομάρτυρος Μωκίου, ὅπου ἐναπέθεσε τὸ τίμιον λείψανον αὐτοῦ.
      Στὶς 20 Μαΐου, μνήμη τοῦ μάρτυρος καὶ ἰαματικοῦ Θαλλελαίου, ἀπὸ τὸν Λίβανο, ἰατροῦ στὸ ἐπάγγελμα. Σὲ κάποιον ἀπὸ τοὺς διωγμοὺς κατὰ τῶν χριστιανῶν συνελήφθη, καὶ τὸν κρέμασαν ἀνάποδα ἀπὸ τοὺς ἀστραγάλους, καὶ τὸν ἀποκεφάλισαν.
      Στὶς 27 Ἰουνίου ἡ Ἐκκλησία τιμᾶ τὸν ὅσιο Σαμψῶν τὸν Ξενοδόχο, καταγόμενο ἀπὸ πλούσια καὶ εὐγενικὴ οἰκογένεια. Ἐγκαταστάθηκε στὴν Κων/πολη, ὅπου ὡς ἱερέας καὶ ἰατρὸς ἀνέπτυξε μεγάλο φιλανθρωπικὸ ἔργο. Ὁ αὐτοκράτορας Ἰουστινιανὸς ἔκτισε μεγάλο ξενώνα γιὰ τοὺς ξένους, τοὺς πτωχοὺς καὶ τοὺς ἀσθενεῖς τῆς Βασιλεύουσας, καὶ ὅρισε τὸν ὅσιο Σαμψῶν ὑπεύθυνο γιὰ τὴν διαχείριση τοῦ ξενώνα (ἐξ οὗ καὶ ὀνομάσθηκε ”ξενοδόχος”).
      Στὶς 26 Ἰουλίου, στὸν μεγάλο διωγμὸ τοῦ Διοκλητιανοῦ κατὰ τῶν χριστιανῶν τῆς Νικομήδειας, ὅταν συνελήφθη ὁ ἅγ. Παντελεήμων καὶ ρωτήθηκε ποιὸς τὸν εἶχε  κατηχήσει στὸν χριστιανισμό, ὀνομάτισε τὸν ἱερέα τῆς Ἐκκλησίας τῆς Νικομήδειας Ἐρμόλαο, ὁ ὁποῖος ἀμέσως συνελήφθη καὶ ἀποκεφαλίσθηκε.
       Στὸν ἴδιο διωγμὸ τοῦ Διοκλητιανοῦ, συνελήφθη καὶ ὁ μεγαλομάρτυς καὶ ἰαματικὸς Παντελεήμων. Αὐτὸς καταγόταν ἀπὸ τὴν Νικομήδεια τῆς Μ. Ἀσίας, ἀπὸ πατέρα ἐθνικὸ καὶ μητέρα χριστιανή. Νωρὶς ἔχασε τὴν μητέρα του, ἀλλὰ κατόρθωσε νὰ ὁλοκληρώσει τὶς ἐγκυκλίους σπουδὲς καὶ νὰ μάθει τὴν ἰατρικὴ ἐπιστήμη. Ὁ ἱερέας Ἐρμόλαος τὸν κατήχησε καὶ τὸν βάπτισε χριστιανό. Ὁ ἅγ. Παντελεήμων παρεῖχε τὶς ἰατρικὲς του ὑπηρεσίες στοὺς φτωχούς της Νικομήδειας. Ὁ Θεὸς τὸν ἀξίωσε νὰ θεραπεύει θαυματουργικά τους τυφλούς. Ὅταν συνελήφθη ὠμολόγησε ἔμπροσθέν του Διοκλητιανοῦ ὅτι ἐπιτελεῖ θαυματουργικὲς ἰάσεις μὲ τὴν ἐπίκληση τοῦ ὀνόματος τοῦ Χριστοῦ. Τὸν ἅγιο μὲ σίδηρα τοῦ ξεσκισαν τὰ πλευρά, μὲ ἀναμμένες λαμπάδες τοῦ ἔκαυσαν τὶς πληγές, τὸν ἔριξαν σὲ καυτὸ λέβητα καὶ σὲ ἄγρια θηρία, καὶ ἀφοῦ ὁ Θεὸς τὸν διέσωσε θαυμαστῶς, ὁ ἅγ. Παντελεήμων μαρτύρησε δι’ ἀποκεφαλισμοῦ στὶς 27 Ἰουλίου.
       Ἡ πολύπαθος Ἐκκλησία τῆς Νικομήδειας, ἕδρα τοῦ Ρωμαίου αὐτοκράτορος Διοκλητιανοῦ καὶ μεγάλου διώκτου τῶν χριστιανῶν, προσέφερε χιλιάδες μαρτύρων καὶ ὁμολογητῶν τῆς πίστεως, μεταξὺ αὐτῶν  καὶ τοῦ ἁγ. Ἀνικήτου (12 Αὐγούστου), ὁ ὁποῖος δὲν δίστασε νὰ ἐλέγξει τὶς πράξεις τοῦ Διοκλητιανοῦ. Συνελήφθη καὶ ὁμολόγησε τὴν πίστη του στὸν Χριστό, βασανίσθηκε καὶ κάηκε στὴν πυρά.
      Ἐπίσης, στὸν διωγμὸ τοῦ Διοκλητιανοῦ, μαρτύρησε ὁ μάρτυς Διομήδης (20 Αὐγούστου), ἀπὸ τὴν Ταρσὸ τῆς Κιλικίας, ἰατρὸς στὸ ἐπάγγελμα, ποὺ θεράπευε τὶς σωματικὲς ἀσθένειες καὶ γαλήνευε τὶς ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων διαδίδοντας τὸ μήνυμα τοῦ Εὐαγγελίου. Ἐγκαταστάθηκε στὴν Νίκαια τῆς Βιθυνίας ὡς ἰατρὸς καὶ διδάσκαλος τῆς πίστεως. Ὁ Διοκλητιανὸς διέταξε τὴν σύλληψή του. Οἱ στρατιῶτες τὸν βρῆκαν ἤδη νὰ ἔχει παραδώσει τὴν ψυχή του στὸν Κύριο, καὶ ἀφοῦ ἀπέκοψαν τὴν κεφαλή του ἀπὸ τὸ ἄψυχο σῶμα, τὴν μετέφεραν στὸν Διοκλητιανό.
       Αὐτοὶ οἱ εἴκοσι μάρτυρες τοῦ Χριστοῦ ἀποτελοῦν τὴν ἱερὰ χορεία τῶν Ἁγ. Ἀναργύρων, τῶν Ἰατρῶν-Ἁγίων της Ἐκκλησίας μας. Στὶς 17 Ὀκτωβρίου ἡ Ἐκκλησία τιμᾶ συνολικά τους Ἁγίους Ἀναργύρους (Σύναξη τῶν Ἁγ. Ἀναργύρων).
      Ἐπιπλέον, ἡ Ἐκκλησία ἔχει κατατάξει ἀνάμεσα στοὺς Ἁγίους Της καὶ γυναῖκες-ἰατρούς, ὅπως οἱ ἅγιες γυναῖκες Ζηναΐς καὶ Φιλονίλλα (11 Ὀκτωβρίου), ἀδελφὲς ἀπὸ τὴν Ταρσὸ τῆς Κιλικίας, οἱ ὁποῖες ἀναργύρως θεράπευαν μὲ τὴν βοήθεια τῆς ἰατρικῆς ἐπιστήμης καὶ τὴν ἐνίσχυση τῆς θείας χάριτος.
      Ὅλοι οἱ Ἅγ. Ἀνάργυροι ἀποτελοῦν ὑποδείγματα πίστεως, χριστιανικῆς μαρτυρίας, ἀλλὰ καὶ ἐπιστημονικῶν γνώσεων, τὶς ὁποῖες ἀνεγνώριζαν ὡς δωρεὰ Κυρίου καὶ τὶς ἀξιοποιοῦσαν πρὸς ὄφελος τῶν φτωχῶν, τῶν ἀσθενῶν, τῶν πονεμένων, καὶ ὄχι γιὰ προσωπικὸ ὄφελος χρηματικὸ ἢ δόξα καὶ φήμη. Τὶς γνώσεις, τὶς πράξεις τους, ὅλες τους τὶς ἐνέργειες τὶς καθοδηγοῦσε ὁ Κύριος καὶ τὰ πάντα ἔκαναν γιὰ τὴν δόξα τῆς πίστεως καὶ τὸν ἁγιασμὸ τοῦ ὀνόματος τοῦ Χριστοῦ. Κριτήριό τους δὲν  ἀποτελοῦσε ἡ ἐφήμερη δόξα ἢ ὁ ἀνθρώπινος ἔπαινος, ἀλλὰ ἡ αἰωνιότητα. Τὸ ἀκόλουθο τροπάριο συμπυκνώνει τὸ νόημα τῆς ἀποστολῆς τους καὶ τῆς ἰδιαιτέρας κλήσεως ποὺ ἔλαβαν ἀπὸ τὸν Κύριο.
      ”Πηγὴν ἰαμάτων ἔχοντες, ἅγιοι Ἀνάργυροι, τὰς ἰάσεις παρέχετε πάσι τοῖς δεομένοις, ὡς μεγίστων δωρεῶν ἀξιωθέντες, παρὰ τῆς ἀενάου πηγῆς τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ. Φησὶ γὰρ πρὸς ὑμᾶς ὁ Κύριος, ὡς ὁμοζήλους τῶν Ἀποστόλων-ἰδοὺ δέδωκα ὑμῖν τὴν ἐξουσίαν κατὰ πνευμάτων ἀκαθάρτων, ὥστε αὐτὰ ἐκβάλλειν, καὶ θεραπεύειν πάσαν νόσον καὶ πάσαν μαλακίαν. Διὸ τοῖς προστάγμασιν αὐτοῦ καλῶς πολιτευσάμενοι, δωρεὰν ἐλάβετε, δωρεὰν παρέχετε, ἰατρεύοντες τὰ πάθη τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων ἡμῶν.”
το είδαμε εδώ

ΕΠΙ ΤΟΝ ΙΟΡΔΑΝΗΝ ΔΡΑΜΩΜΕΝ!

  « Τήν Βηθλεέμ ἀφέμενοι, τό καινότατον θαῦμα, πρός Ἰορδάνην δράμωμεν, ἐκ ψυχῆς θερμοτάτης, κἀκεῖσε κατοπτεύσωμεν τό φρικτόν Μυστήριον· θεοπ...