Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Τετάρτη, Απριλίου 20, 2016

Κυριακή τῶν Βαΐων Εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.


Ὁ Κύριος εἰσέρχεται σήμερα θριαμβευτικά στά Ἱεροσόλυμα. Πλῆθος κόσμου ξεχύθηκε στούς δρόμους, γιά νά τόν ὑποδεχθεῖ μέ κλαδιά ἀπό φοίνικες. Εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος, φώναζαν,ἐν ὀνόματι Κυρίου, ὁ βασιλεύς τοῦ Ἰσραήλ.
Τά βαΐα τῶν φοινίκων συμβόλιζαν τήν νίκη τοῦ Χριστοῦ καί προμήνυαν τήν ἀνάστασή του. Ποιοί ἀποτελοῦσαν τά πλήθη; Μήπως οἱ ἄρχοντες, οἱ ἄνθρωποι τῆς ἀνωτέρας τάξεως; Μήπως οἱ μεγάλοι καί τρανοί τῆς ἐποχῆς ἐκείνης; Ὄχι. Ὁ ἁπλός λαός ἔτρεξε νά Τόν προϋπαντήσει καί μέ τρόπο πρόχειρο καί αὐθόρμητο ἐκδήλωνε τόν σεβασμό του καί τήν ἀναγνώρισή του πρός τόν Χριστό. Τόν ἐπευφημοῦσε ὡς βασιλέα καί ἐπίγειο ἄρχοντά του. Τόν ἀποκαλοῦσε εὐλογημένο καί ἀπεσταλμένο τοῦ Θεοῦ, δηλαδή Μεσσία. Φώναζαν, ὡσαννά ἐν τοῖς ὑψίστοις, πού πάει νά πεῖ, σῶσε μας, σύ ὁ Ὕψιστος. Ἐπάνω σωτηρία, κάτω ἔρχεται φιλανθρωπία.
Στή γῆ πατοῦσαν, μά στόν οὐρανό βρίσκονταν. Σῶμα εἶχαν, ἀλλά μέ τούς ἀγγέλους ἦσαν ἀνακατεμένοι. Ἰουδαῖοι στό ὄνομα, χριστιανοί στήν πραγματικότητα. Ὅλο τό πλῆθος ἀπό τόν οὐρανό, ἀπό πάνω ἔλαβε τήν μαρτυρία καί τόν φωτισμό. Πῶς ἀλλιῶς γνώριζε ὁ ὄχλος, ὅτι ὁ Χριστός εἶναι βασιλιάς, ἀφοῦ δέν τόν ἔβλεπαν νά φοράει βασιλικό διάδημα; Δέν φοροῦσε βασιλικά ἐνδύματα, δέν τόν συνόδευε στρατιωτικό ἄγημα, δέν προηγεῖτο ἱππικό καί χρυσοποίκιλτα  ἅρματα. Πῶς τό κατάλαβαν; ἀπό ποῦ ἤξεραν, ὅτι εἶναι βασιλιάς;
Πάνω σ᾿ ἕνα φτωχικό καί ἄσημο γαϊδουράκι καθόταν, ξένο καί αὐτό. Μόνο δώδεκα μαθητές εἶχε μαζί του. Οἱ περισσότεροι ἁπλοϊκοί, ἀγράμματοι ψαράδες. Γνώριζαν ὅμως αὐτό πού λέει ἡ Γραφή: Τόν ὑπηρετοῦν μύριες μυριάδες ἀγγέλων καί τοῦ παραστέκουν  χίλιες χιλιάδες ἀρχαγγέλων. Δέν ζητοῦσαν ἵππους καί ἅρματα. Ἤξεραν, ὅτι αὐτός εἶναι πού ἀνέλαβε στόν οὐρανό τόν προφήτη Ἠλία μέ πύρινο ἅρμα. Δέν ζητοῦσαν κανένα ὄχημα πορφυρόστρωτο. Γνώριζαν, ὅτι ἀναπαύεται στά Χερουβείμ καί στά Σεραφείμ. Ὅλα αὐτά τούς ἦταν γνωστά ἀπό τούς προφῆτες, ἀπό ἀποκάλυψη Θεοῦ. Τά γνώριζαν, γιατί μελετοῦσαν τήν Ἁγία Γραφή.

Μέχρι ἐδῶ ὅλα αὐτά καλά καί ἅγια. Ἐπαινετά καί πρέποντα. Ὅμως αὔριο, μετά λίγες ἡμέρες ὁ ἴδιος ὁ λαός θά ἀποδοκιμάσει τόν Διδάσκαλο. Θά τόν διώχνει ἀπό τήν ζωή του, θά τόν παραδώσει στό θάνατο. Αὐτόν τόν εὐεργέτη του, τόν τίμιο, τόν δίκαιο, τόν ἀθῶο. Θά ζητάει τήν σταυρική του καταδίκη.
Ποῦ εἶναι τά ὡσαννά καί οἱ ζητωκραυγές; Αὐτά τώρα λησμονήθηκαν, πετάχθηκαν στήν ἄκρη. Τώρα ὠρύονται  καί ἀγριεμένοι φωνάζουν σταυρωθήτω. Γιατί ὅλα αὐτά; Γιατί ἡ παρουσία τοῦ Χριστοῦ γιά κάποιους ἦταν ἐνοχλητική. Οἱ ἄρχοντες, οἱ μεγάλοι καί ἰσχυροί ἔβαλαν σέ ἐνέργεια τό πονηρό σχέδιό τους. Μέ δημαγωγικό καί ὑποκριτικό τρόπο ἔπεισαν τόν λαό, ὅτι ὁ Ἰησοῦς ὁ Ναζωραῖος εἶναι ἐπικίνδυνος γιά τόν τόπο.
Καί ὁ λαός παρασύρεται ἀπό αὐτούς. Ξέχασε τά θαύματα. Λησμόνησε τά θαυμάσια λόγια του. Ἔκλεισε τά μάτια του στά θαύματα καί στίς θεραπεῖες. Πλέον δέν ἀκούει καί δέν θυμᾶται οὔτε τίς δικές του προηγούμενες ζητωκραυγές. Ὁ πλεῖστος ὄχλος, οἱ περισσότεροι, συνειδητά ἤ ἀσυνείδητα στέκονται ἀπέναντι στόν Ἰησοῦ καί ζητοῦν τήν θανάτωσή του.
Καί νά σκεφθεῖ κανείς, ὅτι ὅλοι αὐτοί ἦσαν θρησκευόμενοι, πού ἦρθαν ἀπό διάφορα μέρη τοῦ Ἰσραήλ, ἀνέβηκαν στά Ἱεροσόλυμα, γιά νά προσκυνήσουν στό ναό τοῦ Σολομῶντος καί νά γιορτάσουν τήν μεγάλη γιορτή τοῦ Ἑβραϊκοῦ Πάσχα. Πῆγαν νά λατρεύσουν τόν Θεό, ἀλλ᾿ ἔγιναν κακοῦργοι καί ἐγκληματίες. Ἔγιναν θεοκτόνοι. Ἐφόνευσαν τόν Υἱόν τοῦ Θεοῦ.
Αὐτό, ἀγαπητοί μου, πρέπει νά μᾶς προβληματήσει, νά βάλει ὅλους μας σέ σκέψεις. Εὑρισκόμεθα πρό ἕξ ἡμερῶν τοῦ Πάσχα. Πολλοί χριστιανοί, τώρα τήν Μεγάλη Ἑβδομάδα, θά τρέξουν στούς Ναούς, θά γεμίσουν τίς Ἐκκλησίες. Μᾶς ἀπασχόλησε ποτέ τό θέμα, πῶς γιορτάζουμε καί τί κάνουμε τίς ἡμέρες αὐτές; Ὅσοι συναθροιζόμαστε στίς Ἐκκλησίες εἴμαστε μέ τόν Χριστό; Θά κάνουμε πολλές φορές τόν σταυρό μας, ὅπως καί ἄν τόν κάνουμε. Καταλαβαίνουμε τό νόημα τῆς σταυρώσεως; Θά συγκινηθοῦμε συναισθηματικά καί θά κλάψουμε γιά τόν Χριστό. Δέν εἶναι προτιμότερο νά κλάψουμε γιά τούς ἑαυτούς μας καί τίς δικές μας ἁμαρτίες; Ἔτσι εἶπε ὁ Κύριος στίς γυναῖκες, πού ἔκλαιγαν ξοπίσω του, ὅταν ἀνέβαινε τόν ἀνηφορικό δρόμο τοῦ Γολγοθᾶ φορτωμένος τόν σταυρό. Γυναῖκες τῆς Ἱερουσαλήμ, γιά σᾶς νά κλαῖτε, ὄχι γιά μένα. Γιά τίς συμφορές, πού πρόκειται νά σᾶς βροῦν.
Θά ἀνάψουμε κεριά μικρά-μεγάλα, χρωματιστά, μά τίποτε δέν θά φωτίσει μέσα μας τά σκοτάδια καί τήν καταχνιά τῆς δικῆς μας ζωῆς καί ψυχῆς. Θά ἑτοιμάσουμε πλούσια τραπέζια καί θά καθήσουμε τριγύρω τους, γιά νά ἀπολαύσουμε τά ἀγαθά τοῦ Θεοῦ. Αἰσθανόμαστε τήν ἀνάγκη νά παρακαθήσουμε στό δικό Του τραπέζι, στήν Ἁγία Τράπεζα, στή Θεία Κοινωνία;
Τώρα τήν Μεγάλη Ἑβδομάδα θά ἐκκλησιασθοῦμε πολλές φορές, μά ὅταν θά ἀκούσουμε "μετά φόβου Θεοῦ, πίστεως καί ἀγάπης προσέλθετε", θά γυρίσουμε τήν πλάτη μας καί θά φύγουμε χωρίς νά μεταλάβουμε τά Ἄχραντα Μυστήρια. Καί ἄν ἀκόμη κοινωνήσουμε, δέν θά τό κάνουμε ὅπως περιμένει ὁ Θεός, ἀλλά ὅπως ἐμεῖς νομίζουμε, μέ ἄγρια καρδιά καί καθόλου καλή προετοιμασία.
 Γιατί σήμερα ὡσαννά καί αὔριο δέν θά διστάσουμε νά ταυτισθοῦμε μέ αὐτούς, πού φωνάζουνσταύρωσον, σταύρωσον αὐτόν; Ἴσως δέν τό ποῦμε στό Χριστό, μά τό ἴδιο εἶναι, θά τό ποῦμε σέ κάποιον συνάνθρωπό μας, στόν ἀδελφό τοῦ Χριστοῦ. Παριστάνουμε τόν χριστιανό, μά δέν εἴμαστε. Ἀποκαλοῦμε τόν Χριστό Κύριο, ἀλλά δέν κάνουμε τό θέλημά Του. Αὐτό εἶναι τό μεγάλο παράπονο τοῦ Χριστοῦ.
Ἀγαπητοί μου,
Ξεκινώντας τήν Μεγάλη Ἑβδομάδα ὀφείλουμε νά συμφιλιωθοῦμε πρῶτα μέ τόν ἑαυτό μας καί κατόπιν μέ τούς ἄλλους. Μέ αὐτά πού κάνουμε δείχνουμε, ὅτι εἴμαστε ἐχθροί τοῦ ἑαυτοῦ μας. Εἶναι ἀνάγκη νά ξεκουράσουμε τούς ἑαυτούς μας μέ τήν συγχώρηση στό ἱερό μυστήριο τῆς ἐξομολογήσεως. Ἄν δέν κάνουμε, ὅσα πιό πάνω εἴπαμε, θά γιορτάσουμε κάποια γιορτή μέ ἔντονα θρησκευτικά καί λαογραφικά στοιχεῖα, πού γιά μερικές μέρες θά ἀποτελεῖ μιά ὄμορφη ἀνάμνηση. Θά ποῦμε, τί καλά περάσαμε! ἄντε καί τοῦ χρόνου. Αὐτό ὅμως θά εἶναι μιά φολκλορική γιορτή καί ὄχι Πάσχα Θεοῦ τό σωτήριον.
Θά ἤθελα πολύ αὐτό τό Πάσχα νά εἶναι γιά ὅλους μας πολύ διαφορετικό ἀπό ὅλα τά προηγούμενα. Νά εἶναι ὄντως Πάσχα. Ἕνα πέρασμα σέ καλύτερους κόσμους, σέ πιό πνευματική ζωή, στούς χώρους τῆς Ἐκκλησίας, στά μέτρα τοῦ Χριστοῦ. Νά πλησιάσουμε, νά πᾶμε κοντά, πολύ κοντά, κάτω ἀπό τόν Σταυρό τοῦ Χριστοῦ καί νά ἀφήσουμε τό πανάγιο Αἷμα Του νά τρέξει πάνω μας. Νά μᾶς ποτίσει, νά μᾶς χορτάσει, νά μᾶς καθαρίσει καί νά μᾶς ἁγιάσει.
Ἀδελφοί μου, Καλό Πάσχα, Καλή Ἀνάσταση δική μας. Ἀμήν.-

Ὁ ἀμπελών τῆς Ἱερωσύνης δέν εἶναι τῆς μετανοίας ἀμπελών…

KonstantinosOikonomouEx

……………………………………………………………………………..
«Οὐαί εἰς ἡμᾶς» (ἐφώναξεν ὁ Πατριάρχης καί μετ᾿ αὐτοῦ συμφώνως οἱ Ἱεράρχαι, ὅτε παρά τινων, ἐπροβλήθη ἀμαθής τις καί ἀνάξιος πρός ἀρχιεράτευσιν) – Οὐαί εἰς ἡμᾶς ἄν καταστήσωμεν τυφλόν ὁδηγόν εἰς τούς πλανωμένους!
Ὁ ἀμπελών τῆς Ἱερωσύνης δέν εἶναι τῆς μετανοίας ἀμπελών, εἰς τόν ὁποῖον πρέπει νά δεχώμεθα πᾶσαν ὥραν ἀδιακρίτως τούς τυχόντας ἐργάτας μισθωτούς. Οὐδέ πρέπει νά γίνωνται Ἀρχιτρίκλινοι οἱ ἐν ταῖς πλατείαις κείμενοι χωλοί καί ἀνάπηροι ψωμοζῆται, τούς ὁποίους ἡ φιλανθρωπία τοῦ οὐρανίου Οἰκοδεσπότου προσκαλεῖ μόνον ὡς συνδαιτημόνας εἰς τήν θείαν αὐτοῦ τράπεζαν νά τραφῶσι.
Μακράν τοῦ ἱεροῦ θυσιαστηρίου ὅσοι, πρίν γένωσι τῆς πίστεως μαθηταί, συνωθοῦνται νά προβληθῶσι τῶν κακῶν τῆς ἀμαθίας διδάσκαλοι· καί, πρίν μάθωσι νά κωπηλατῶσι τό σκαφίδιον τῆς ἑαυτῶν σωτηρίας, ἐπιβάλλονται νά κυβερνῶσι τήν ἱεράν καί μεγάλην τῆς τῶν ψυχῶν οἰκονομίας ὀλκάδα!
Μακράν οἱ σπουδαρχοῦντες τοιχωρύχοι τῆς Ἐκκλησίας, οἵτινες εἰσελθόντες ἐν σχήματι ποιμένων κινδυνεύουσι νά θυσιάζωσιν, ὄχι ἑαυτούς ὑπέρ τῆς σωτηρίας τῶν προβάτων, ἀλλά τά πρόβατα ὑπέρ τῆς ἑαυτῶν ὠφελείας και τρυφῆς.
Ὦ Σῶτερ, Σῶτερ, ἀποδίωξον καί τώρα έκ τοῦ ναοῦ σου, ἄν τινες τολμήσωσι νά εἰσέρψωσιν, ὄχι νά ἱερατεύσωσιν ἁγνῶς καί ἀξίως, ἀλλά μᾶλλον νά κατεμπορεύωνται τά ἅγια, ὡς ἄν τινες κάπηλοι καί τραπεζίται!
……………………………………………………………………………..
Κων. Οἰκονόμου, τοῦ ἐξ Οἰκονόμου Λόγοι τόμ. Α’
Ἐπιμέλεια Θεοδ. Σπεράντζα
ΑΘΗΝΑΙ 1972, σελ. 37
Μέσα σ᾿ αὐτές τίς λίγες γραμμές, ἀπό τόν Λόγο τοῦ Κωνσταντίνου Οἰκονόμου εἰς τό ἐτήσιο μνημόσυνο τοῦ μάρτυρος Πατριάρχου Γρηγορίου τοῦ Ε’, περιγράφεται σαφέστατα ἡ ἀπαίτηση τῆς Ἐκκλησίας γιά ποιότητα ζωῆς τῶν ἀρχιερέων!
……………………………………………………………………………………….
Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἕνα ἑνιαῖο σῶμα. Κληρικοί καί λαϊκοί. Καμμία πλευρά δέν ὑπάρχει χωρίς τήν ἄλλη. Διοικοῦντες οἱ κληρικοί. Ὄχι ὅμως αὐθαιρέτως καί ἐν ἀγνοία (ἀκόμα χειρότερα, ἐναντίον) τῶν διοικουμένων! Μάλιστα ὅταν οἱ… διοικούμενοι δέν εἶναι ἀδιάφορη μᾶζα, ἀλλά ποιμαινόμενοι ἀδελφοί. Ἡ διάκριση ποιμένες καί πρόβατα εἶναι κατά τό ἀνθρώπινο, ἀφοῦ γιά τόν Χριστό, «πάντες πρόβατα». Ὁ ποιμένας ἔχει μεγαλύτερη εὐθύνη, ὄχι περισσότερα δικαιώματα! Ἔχει περισσότερο κόπο, ὄχι μεγαλύτερες τιμές καί ἄνεση! Ἔχει, πρέπει νά ἔχει, μεγαλύτερη ἀρετή καί νά εἶναι «στῦλος τοῦ θυσιαστηρίου» καί ὄχι «κάλαμος σαλευόμενος ὑπό τῶν ἀνέμων τῆς πονηρίας»!
Τά τελευταῖα χρόνια, μέ ἔναρξη καί ἀφορμή γνωστή διατριβή, ἔχουμε μιά θεολογική ὑπερέξαρση τοῦ ἐπισκοπικοῦ διακονήματος, λές καί μπορεῖ νά ὑπάρξει Ἐκκλησία χωρίς ποίμνιο μιά καί οἱ, τῆς τοιαύτης θεολογικῆς τοποθετήσεως, θιασῶτες ὑποστηρίζουν, ὅτι δέν ὑπάρχει Ἐκκλησία χωρίς ἐπίσκοπο (!;). Καί μονοδιάστατα ἑρμηνεύοντας τόν ἅγιο Ἰγνάτιο, φωνάζουν: ὅπου ὁ ἐπίσκοπος ἐκεῖ καί ἡ Ἐκκλησία! Καί πρέπει νά συναρμόζονται «ὥσπερ χορδαί κιθάρᾳ»! Σωστά ὅλα αὐτά. Ὅμως οὔτε οἱ χορδές μόνες τους «βγάζουν ἦχο», ἀλλά οὔτε καί ἡ κιθάρα χωρίς χορδές εἶναι σέ κάτι χρήσιμη! Ἴσως μόνο γιά νά «σπᾶμε» τά κεφάλια τῶν διαφωνούντων!
Ἄς διαβάσουμε ἐπιτέλους τό τυπικό τῆς Θείας Λειτουργίας τοῦ Ναοῦ τῆς Ἁγίας Σοφίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως, πού ἔχει δημοσιευθεῖ ἤδη ἀπό τό 1935 καθώς καί τίς ἀπαντήσεις τοῦ Γενναδίου Σχολαρίου στούς Σιναΐτες, γιά να προσγειωθοῦμε στήν Ἀποστολική Διδασκαλία τῆς ὑπευθυνότητας τῶν Πρεσβυτέρων τῶν τοπικῶν Ἐκκλησιῶν.
Ἀλλά ταῦτα, οὐ τοῦ παρόντος.
Σήμερα βρισκόμαστε σέ μιά Ἐκκλησία, πού ἔχει μέν μέλη της βαπτισμένους ἀνθρώπους, ἀλλά στήν πραγματικότητα ανθρώπους μέ ἀσάφεια πίστεως καί ζωῆς! Ἀκατήχητοι σχεδόν οἱ πάντες, μετά τήν ἀνατροπή τῆς λογικῆς τάξεως: πρῶτα κατήχηση καί μετά βάπτισμα· μέ βάπτισμα καί προσπάθεια (ἐξ ὑστέρων) κατηχήσεως, ζοῦν, οἱ ὑποτιθέμενοι χριστιανοί μας, σέ μιά θεσμική πολιτιστική (ἐθνική;) σχέση μέ τήν Ἐκκλησία. Αὐτό δίνει τήν «δυνατότητα» ἑνός κλήρου ἄσχετου μέ τό «Σῶμα», ἐπικαθήμενου σ᾿ αὐτό καί κατ᾿ ἐπέκτασιν… καριερίστα! Σέ μιά τέτοια συνθήκη «ἐκκλησιαστικῆς» ζωῆς ἀναφύονται πολλαπλασίως τά φαινόμενα πού περιγράφει ὁ Κωνσταντῖνος Οἰκονόμος: «πρίν μάθωσι νά κωπηλατῶσι τό σκαφίδιον τῆς ἑαυτῶν σωτηρίας, ἐπιβάλλονται νά κυβερνῶσι…». Τήν ὅλη σύγχυση ἐπιτείνει ἡ «θεολογική» διδασκαλία τῆς… ἁμαρτωλότητας! Ὅτι δηλαδή, ὅλοι εἴμαστε ἁμαρτωλοί,  ποιός εἶναι αὐτός πού θά κρίνει κάποιον ἄλλον; Εἶναι Ἄλλου οἰκέτης!
…..»Ὁ ἀμπελών τῆς Ἱερωσύνης δέν εἶναι τῆς μετανοίας ἀμπελών,… Οὐδέ πρέπει νά γίνωνται Ἀρχιτρίκλινοι οἱ ἐν ταῖς πλατείαις κείμενοι χωλοί καί ἀνάπηροι ψωμοζῆται…» (Κ. Οἰκονόμος)..
………………………………………………………………………………………..
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΑΡΘΡΟ  Ἀποκατάσταση τοῦ… ἀδελφοῦ
Σχόλια γιά μιά καριέρα πού ἔληξε ἀδόξως!
ἀρχιμ. Θεοδόσιος Μαρτζοῦχος πάλαι πρωτοσύγκελλος τοῦ Πρεβέζης Μελετίου
πηγή


το είδαμε εδώ

«ΑΙΩΝΙΑ Η ΜΝΗΜΗ»;


ΜΝΗΣΘΗΤΙ ΜΟΥ ΚΥΡΙΕτου αρχιμ. Ιακώβου Κανάκη
«Θα συνωμοτήσει το σύμπαν» λένε. Γιά εμάς το σύμπαν αυτό είναι η Αγία Τριάδα, η Παναγία, οι άγιοι, οι άγγελοι, αυτοί είναι που «συνωμοτούν». Αυτοί αποτελούν την Ιερά Μνήμη, και μαζί με τους πιστούς αποτελούν την Εκκλησία. Μέσα στην Εκκλησία ακούμε πολλά και δεν αντιλαμβανόμαστε πόσο σημαντικά είναι όπως γιά παράδειγμα την ευχή «αιωνία η μνήμη». Πως να είναι αιωνία η μνήμη αφού η ζωή μας είναι τόσο μικρή; Πόσα χρόνια να ζήσει κάποιος για να θυμάται αυτόν που αναχώρησε για τα ουράνια.
Όσα και να είναι τα έτη της ζωής, είναι ελάχιστα μπροστά στην αιωνιότητα. Άλλο εύχεται ο ιερέας εκείνη την ώρα. Η έννοια είναι βαθύτερη. Για να την κατανοήσουμε, ας χρησιμοποιήσουμε το παράδειγμα του ηλεκτρονικού υπολογιστή. Το βασικό μέρος του είναι η μνήμη του. Εκεί υπάρχουν όλα τα δεδομένα, τα προγράμματα, τα στοιχεία κτλ. Τα άλλα μέρη του, οθόνη και πληκτρολόγιο, είναι αναγκαία, αλλά δευτερεύοντα. Η πολύτιμη μνήμη του βρίσκεται θωρακισμένη με ειδικά υλικά, για να προστατεύεται και δεν είναι επισκέψιμη από όλους παρά μόνο από τον χρήστη. Με βάση αυτήν την εικόνα ας δούμε την ύπαρξη της Εκκλησίας. Η βάση της Εκκλησίας είναι ο Θεός και ό,τι υπάρχει πέριξ και κύκλῳ αυτού. Ο Πατήρ ως άναρχος, ο Υιός ως συνάναρχος και το άγιο Πνεύμα, ως ομοούσιο με τα άλλα δύο πρόσωπα, είναι ο πυρήνας. Τα πρόσωπα της Παναγίας, των προφητών, των αποστόλων, των αγίων βρίσκονται πλησίον του πυρήνα και οι άγγελοι δορυφορούν κύκλῳ αυτών. Αυτό ας το ονομάσουμε μνήμη, ιερή μνήμη. Όταν στην Εκκλησία ευχόμαστε «αιωνία η μνήμη» δηλώνουμε την θέλησή μας ο κεκοιμημένος μας να «χωρέσει» σε αυτήν την μνήμη. Και αν η ψυχή του έχει προετοιμαστεί γι᾽αυτό θα απολαύσει την μνήμη αυτή. Όλος ο αγώνας μας είναι να μπούμε στο καράβι που λέγεται Εκκλησία. Σε αυτό εισερχόμαστε με το βάπτισμά μας και στη συνέχεια προσπαθούμε να μείνουμε πάνω σ᾽αυτό. Το κατάστρωμα γλιστράει επικίνδυνα, τα κύματα είναι μεγάλα και εμείς, ο καθένας στο λειτούργημά του, στο πόστο του, συνεχίζει το ταξίδι. Το καράβι αυτό, η ναυς όπως χαρακτηρίζουμε τήν Εκκλησία, δεν θα καταποντιστεί ποτέ, μέχρι την συντέλεια των αιώνων. Δεν θα σταματήσει ποτέ τήν πορεία της, γιατί κυβερνήτης είναι ο Ίδιος ο Χριστός.
Λάθη θα γίνονται, κάποιοι με μεγάλες ή μικρές υπευθυνότητες μπορεί να χαθούν, να μην σταθούμε στο ύψος των περιστάσεων, αλλά το πλήρωμα θα φθάσει, με όσους το παλέψουν, στον τελικό προορισμό. Όχι με μια ομάδα «καθαρών», αλλά με ένα πλήθος μετανοημένων αμαρτωλών. Κάθε μέρα προστίθενται και κάθε μέρα αφαιρούνται μέλη του πληρώματος. Έτσι θα γίνεται μέχρι ο Θεός να δώσει το τελικό σάλπισμα της νίκης. Έχει και θα έχει πολλές εκπλήξεις το ταξίδι αυτό. Οι πρώτοι θα γίνονται έσχατοι και οι έσχατοι πρώτοι. Ανατροπές ημέρα με την ημέρα, στιγμή με την στιγμή. Το δεδομένο κάθε λεπτό θα γίνεται ζητούμενο και οι «ἐκ τοῦ μή ὄντος» θα έρχονται στο «εἶναι». Τελικά πράγματι για την κάθε ψυχή συνωμοτεί το σύμπαν γιατί έχει αμέτρητη αξία και είναι μοναδική κάθε ψυχή. Είναι ένα μυστήριο ἡ ζωή και η πορεία του καθενός μας μέσα στη ζωή. Αν κάποιες σκέψεις ακούγονται δύσκολες να εφαρμοσοτύν ξέρουμε μια γνωστή πεπατημένη και σίγουρη οδό. Μια λέξη απλή μοιάζει, ένα δυνατό βίωμα είναι. Μετάνοια! Αυτή ανοίγει όλους τους ουράνιους καί επίγειους δρόμους. Πώς αποκτάται; Με δύο σταγόνες που ενώνονταιένα δάκρυ δικό μας και μια ρανίδα Αίματος του Χριστού.  

To είδαμε εδώ

Ἡ εὐχαριστία

Αποτέλεσμα εικόνας για Ἡ εὐχαριστία

Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία διακηρύσσει πὼς κοινωνοῦμε πραγματικὰ τὸ σῶμα καὶ τὸ αἷμα τοῦ Κυρίου (Ματθ. κστ' 26-28. Μάρκ. ιδ' 22-24. Λουκ. κβ' 15-20. Ἰω. στ' 51-56. α' Κορ. ια' 24-26). 

Δέχεται πὼς ἡ εὐχαριστία εἶναι ἀνάμνηση τοῦ πάθους τοῦ Χριστοῦ (Λούκ. κβ' 19. Α' Κορ. ια' 24-25), ἀλλὰ δὲν δέχεται πῶς εἶναι μόνο ἀνάμνηση!

Ὁ Χριστὸς ἐξετέλεσε τὴ θυσία Του «ἐφάπαξ» (Ἑβρ. ζ' 27. θ' 12.28), ἑπομένως ἡ θυσία αὐτὴ δὲν ἐπαναλαμβάνεται. Ὅμως ὁ ἴδιος ὁ Κύριος προσφέρει τὸ σῶμα Του καὶ τὸ αἷμα Του πρὶν ἀπὸ τὴ μοναδικὴ θυσία τοῦ Γολγοθᾶ (Ματθ. κστ' 26-28. Μάρκ. ιδ' 22-24. Λουκ. κβ' 19-20) καὶ δίνει ἐvτoλὴ στοὺς μαθητές Του νὰ κάνουν καὶ αὐτοὶ τὸ ἴδιο μέχρι τὴ δευτέρα Του παρουσία, δηλώνovτας πὼς ἡ «βρῶσις» τοῦ σώματός Του καὶ ἡ «πόσις» τοῦ αἵματός Του εἶναι ἀπαραίτητα γιὰ τὴ σωτηρία (Ἰω. στ' 31-50. Α' Κορ. ια' 23-29).

Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ τελεσθεῖ ἡ θεία εὐχαριστία πρὶν ἀπὸ τὴ σταυρικὴ θυσία τοῦ Κυρίου; Τοῦτο καλύπτεται βέβαια ἀπὸ τὸ μυστήριο! Ὅμως ἡ θεία εὐχαριστία, ποὺ ἐτέλεσε ὁ Χριστὸς πρὶν ἀπὸ τὴ θυσία του, ἀποτελεῖ «μυστηριακὴ μετοχὴ» στὴ μία καὶ μοναδικὴ θυσία τοῦ Γολγοθᾶ. 

Τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ μὲ τὴ θεία εὐχαριστία ποὺ τελεῖ ἡ Ἐκκλησία: εἶναι μετοχὴ τῆς μιᾶς καὶ μοναδικῆς θυσίας ποὺ πρόσφερε ὁ Χριστός. Οἱ ἱερεῖς τῆς Ἐκκλησίας, οἰκονόμοι τῶν μυστηρίων Του, εἶναι διάκονοι τοῦ Χριστοῦ, (Α' Κορ. Δ), προσφέρουν ἀληθινὴ θυσία πάνω στὸ θυσιαστήριο τῆς Ἐκκλησίας (Ἑβρ. ιγ' 10), ποὺ ὀνομάζεται μάλιστα καὶ «τράπεζα τοῦ Κυρίου», ἡ ὁποία ἀντιπαραβάλλεται μὲ τὸ ἰουδαϊκὸ καὶ τὸ εἰδωλολατρικὸ θυσιαστήριo (Α' Κορ. ι' 16-21).

Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ ἀποδεικνύεται πὼς ἡ τέλεση τῆς θείας εὐχαριστίας τὴν ὁποία παρήγγειλε ὁ Χριστὸς νὰ τελοῦμε πάνω στὸ Χριστιανικὸ θυσιαστήριo (Ἑβρ. ιγ' 10), εἶναι ἡ «θυσία καθαρά», ἡ ὁποία προφητεύτηκε (Μαλαχ. α' 11). Δὲν εἶναι ἐπανάληψη τῆς θυσίας τοῦ Χριστoῦ, ἀλλὰ μυστηριακὴ μετοχὴ στὴ μία καὶ μοναδικὴ θυσία, ὥστε τὰ ἐπὶ μέρους μέλη (Ρωμ. ιβ' 5. Ἐφεσ. δ' 25) νὰ ἑνώνονται καὶ νὰ συγκροτοῦν τὸ ἕνα σῶμα (Ἐφεσ. δ' 4. Α' Κορ. ι' 17).

Ἔτσι μὲ τὴ θεία εὐχαριστία, μὲ τὴ μετοχὴ τοῦ ἀνθρώπου στὴ θεία Ζωὴ (Ἰωάν.. ιδ' 6. Β' Πέτρ. α' 4), ἐκπληρώνεται ὁ σκοπὸς τῆς θείας οἰκονομίας, δηλαδὴ ἡ ἐν Χριστῷ κοινωνία, ποὺ εἶναι ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου (Ἰωάν. στ' 53-54. ια' 52. ιζ' 21-23). 

Ἡ συμμετοχὴ στὴ θεία εὐχαριστία δὲν εἶναι μέσο γιὰ ἑνότητα, ἀλλὰ ἔκφραση, φανέρωση τῆς ἑνότητας στὸ ἕνα σῶμα τοῦ Χριστoῦ. Γι’ αὐτὸ καὶ τὰ σχίσματα ἀποτελοῦν τραύματα στὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας δὲν ἐκφράζουν τὸ ἀληθινὸ νόημα τῆς θείας εὐχαριστίας (Α' Κορ. α' 13. ι' 16-18. 18-23).

Αὐτὸ εἶναι τὸ δόγμα τῆς ἁγίας Γραφῆς στὸ θέμα τῆς θείας εὐχαριστίας. Τοῦτο μαρτυριέται ἀπὸ τὸν ἀλάνθαστo ἑρμηνευτὴ τῆς ἁγίας Γραφῆς, τὴν Ἐκκλησία (Α' Τιμ. γ' 15) στoὺς μεταπoστoλικoὺς χρόνους, ὅπως ἀποδεικνύουν τὰ πρωτοχριστιανικὰ κείμενα.

Ἡ «Διδαχὴ» (90-110 μ.Χ.) ἀναφέρεται στὴ «θυσία καθαρά» του Μαλαχίου (α' 11) καὶ τὴν ταυτίζει μὲ τὴν εὐχαριστία (Διδαχὴ XIV,1). Ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος (†11O) προτρέπει: «Σπουδάσατε οὒν μιᾷ εὐχαριστίᾳ χρῆσθαι· μία γὰρ σὰρξ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστoῦ, καὶ ἕν ποτήριον εἰς ἕνωσιν τοῦ αἵματος αὐτοῦ, ἕν θυσιαστήριoν ὡς εἷς ἐπίσκοπος ἅμα τῷ πρεσβυτερίῳ καὶ τοῖς διακόνοις, τοῖς συνδούλοις μου, ἵνα ὅ ἐὰν πράσσητε, κατὰ Θεὸν πράσσητε» (Ἰγν., Φιλαδ. 4).

Ὁ Ἰoυστῖνoς (†163/167) συνδέει τὴν θεία εὐχαριστία μὲ τὴν «θυσίαν καθαρὰν» (Μαλαχ. α' 11. Ἰoυστ., Διάλ. πρὸς Τρύφ. 41,2-3) καὶ ὑπογραμμίζει πὼς δὲν εἶναι κοινὸς ἄρτος καὶ «κοινὸ πόμα», ἀλλὰ «δι’ εὐχῆς λόγου» ὁ ἄρτος καὶ ὁ οἶνος γίνονται «αἷμα καὶ σάρκες κατὰ μεταβολὴν» (Ἰoυστ., Ἀποκ. 66,2). Μάλιστα προσθέτει: «ἐκείνου τοῦ σαρκοποιηθέντος Ἰησοῦ καὶ σάρκα καὶ αἷμα ἐδιδάχθημεν εἶναι», δηλαδὴ αὐτὸ δὲν εἶναι ἄποψη τοῦ Ἰoυστίνoυ, ἀλλὰ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας.

Ὁ Εἰρηναῖος (†220) ἀναφέρει ἀκόμη καὶ τὴν «ἐπίκληση» τοῦ Ἁγίου Πνεύματος γιὰ τὴ μεταβολὴ τοῦ ἄρτου σὲ σῶμα καὶ τοῦ οἴνου σὲ αἷμα τοῦ Χριστoῦ. «Ἐὰν λοιπὸν τὸ περιεχόμενο τοῦ ποτηρίου καὶ ὁ ἑτοιμασμένος ἄρτος δεχθοῦν τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ εὐχαριστία γίνει σῶμα Χριστoῦ, ὥστε ἡ οὐσία τῆς σάρκας μας νὰ ἀνυψώνεται καὶ νὰ στηρίζεται, πῶς μποροῦν νὰ λέγουν ὅτι ἡ σάρκα δὲν μπορεῖ νὰ λάβει τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, ποὺ συνίσταται στὴν αἰώνιο Ζωή, ἀφοῦ τρέφεται ἀπὸ τὸ αἷμα καὶ τὸ σῶμα τοῦ Κυρίου καὶ γίνεται μέλος;» (Εἰρην., Κατὰ αἱρ. V, 2.3).
                                  Αποτέλεσμα εικόνας για Ἡ εὐχαριστία
«Ὁ ἄρτος ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὴ γῆ, ἂν λάβει τὴν ἐπίκληση τοῦ Θεοῦ, δὲν εἶναι πλέον ἄρτος, ἀλλὰ ὅπως ἡ εὐχαριστία συνίσταται ἀπὸ δύο στoιχεῖα, ἕνα γήινο καὶ ἕνα οὐράνιο, ἔτσι καὶ τὰ σώματά μας, ἐὰν μεταλάβουν τὴν εὐχαριστία, δὲν ἀνήκουν πλέον στὴ φθορά, ἀλλὰ ἔχουν τὴν ἐλπίδα τῆς ἀναστάσεως» (Εἰρ. Κατὰ αἱρ. IV, 18,15. Πρβλ. καὶ Ἀποσπ. 37, ΒΕΠ 5,183).

Αὐτὴ ἡ διδαχὴ προσφερόταν στὴν πρώτη Ἐκκλησία στoὺς «φωτιζομένους» καὶ «νεoφωτίστoυς», ὅπως μαρτυροῦν οἱ μυσταγωγικὲς κατηχήσεις τοῦ ἁγίου Κυρίλλου Ἱεροσολύμων (†386): «Ὁ ἄρτος τῆς εὐχαριστίας», ἀναφέρει, «μετὰ τὴν ἐπίκλησιν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, οὐκ ἔτι ἄρτος λιτός, ἀλλὰ σῶμα Χριστoῦ» (Κατηχ. Γ' 3), δηλαδὴ εἶναι σῶμα Χριστoῦ καὶ ὄχι ἁπλὸς ἄρτος. «Ὥστε μετὰ πάσης πληροφορίας», δηλαδὴ μὲ κάθε βεβαιότητα, «ὡς σώματος καὶ αἵματος μεταλαμβάνομεν Χριστοῦ. Ἐν τύπῳ γὰρ ἄρτου δίδοταί σοι τὸ σῶμα, καὶ ἐν τύπῳ οἴνου δίδοταί σοι τὸ αἷμα», εἰς τύπον ἄρτου σοῦ δίδεται τὸ σῶμα καὶ εἰς τύπον οἴνου σοῦ δίδεται τὸ αἷμα, «διὰ νὰ γίνης, ἀφοῦ μεταλάβης τὸ σῶμα καὶ τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ, σύσσωμος καὶ σύναιμος αὐτοῦ τοῦ Χριστοῦ. Διότι μὲ αὐτὸν τὸν τρόπον γινόμεθα χριστοφόροι, μὲ τὸ νὰ διαδίδεται σὲ ὅλα μας τὰ μέλη τὸ σῶμα καὶ τὸ αἷμα Του, καὶ μέτοχοι θείας Φύσεως, καθὼς λέγει ὁ μακάριος Πέτρος» (Κατηχ. Δ' 3).

Ὁ ἅγιoς Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ρωτᾶ: «Ποιὸς ποιμένας τρέφει τὰ πρόβατα μὲ τὰ ἰδικὰ του μέλη;», ὑπάρχουν μητέρες ποὺ δίνουν τὰ παιδιά τους σὲ ἄλλες τροφούς, ἀλλὰ ὁ Χριστὸς «μᾶς τρέφει ὁ ἴδιος μὲ τὸ δικό Του αἷμα καὶ σὲ ὅλα μᾶς συνδέει ἄρρηκτα μὲ τὸν ἑαυτό Του. Ἐκεῖνος συμφύρει τὸν ἑαυτό Του μὲ τὸν καθένα διὰ τῶν μυστηρίων». Ἐκείνους ποὺ ἀναγέννησε «τοὺς ἐκτρέφει μὲ τὸν ἑαυτό Του καὶ δὲν τοὺς δίνει σὲ ἄλλον καὶ μὲ αὐτὸ πάλι γιὰ νὰ σὲ πείσει ὅτι ἔλαβε τὴ δική σου σάρκα... Δὲν βλέπετε τὰ βρέφη μὲ πόση προθυμία ἁρπάζουν τὸν μαστό;» (Χρυσ., Ὁμιλ. ΠΒ' 5 εἰς τὸ κατὰ Ματθ.).

Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία λοιπὸν ἀπορρίπτει τὴν Προτεσταντικὴ διδαχὴ πὼς ἡ εὐχαριστία εἶναι «συμβολικὴ καὶ ἀναμνηστικὴ τελετή». Καὶ στηρίζεται στὴν ἁγία Γραφή, ὅπως τὴν ἑρμήνευσε ἡ Ἐκκλησία μέσῳ τῶν ποιμένων της.
                                                        

ΣΧΟΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΒΑΪΩΝ


"Πρό ἕξ ἡμερῶν τοῦ Πάσχα" ὁ Ἰησοῦς ἀποθεώνεται στά Ἰεροσόλυμα. Εἰσέρχεται ὡς Βασιλεύς ἔστω καί "ἐπί πῶλον ὄνου". Μετά ταῦτα ὅμως, σέ λίγες ἡμέρες, ἀμέσως, ἀκολουθοῦν ἡ σύλληψις, τά φρικτά πάθη, ὁ σταυρός. Ὅμως καί αὐτή τήν ὥρα τῆς θριαμβευτικῆς εἰσόδου τοῦ Ἰησοῦ στά Ἰεροσόλυμα εἶναι παρών ὁ Σταυρός, τό μαρτύριο, ἡ ἀγωνία τῆς Γεθσημανῆ. Καί θά μποροῦσε κανείς νά πεῖ ὅτι ἡ ἔνδοξος εἴσοδος τοῦ Ἰησοῦ στήν Ἁγία Πόλη, εἶναι ἡ εἴσοδος τοῦ μαρτυρίου στήν ἐπίγεια ζωή τοῦ Κυρίου καί κατ' ἐπέκταση καί στήν ζωή τοῦ κόσμου, στή ζωή ὅλων μας.
Μαρτύριο, λοιπόν, διαμηνύει, καί μαρτύριο κηρύττει ἡ Κυριακή τῶν Βαΐων κάθε χρόνο. Μαρτύριο ὅμως χριστιανικό πού ὑπόσχεται αἰώνια ζωή καί Ἀνάσταση.
Στήν Βαϊφόρο εἰκόνα πού προσκυνοῦμε σήμερα, βλέπουμε τόν Χριστό νά εἰκονίζεται ἐπάνω στόν "υἱόν ὑποζυγίου" καί νά πορεύεται ἐπάνω στά Βάϊα τῶν κλάδων καί στά λουλούδια. Κάτω ὅμως ἀπό τίς δάφνες αὐτές καί τά ἄνθη καί τούς ἐνθουσιώδεις ἀλαλαγμούς τοῦ πλήθους ὑπάρχει ἕνα πικρό ποτήρι, ἄγνωστο στόν ἀνώνυμο ὄχλο. Εἶναι τό ποτήρι τῆς χαρμολύπης. Εἶναι συγχρόνως ἡ μαρτυρία τῆς καταιγίδος καί τῆς ἀνοίξεως, τῆς γλυκύτητος καί τοῦ πόνου.
Ἡ σημερινή δόξα καί ἀποθέωση τοῦ Ἰησοῦ ἀπό τόν ὄχλο ἦταν φευγαλέα καί πρόσκαιρη, γιατί τήν ἀκολούθησε ἡ καταδίκη καί ὁ θάνατος, πάλι ἀπό τόν ἴδιο ὄχλο. Καί μάλιστα θάνατος "ἐπί σταυροῦ". Γι' αὐτό καί ὁ Κύριος δέν δίνει σημασία στά Ὡσαννά, ἀλλά συνεχίζει τήν πορεία του εἰς Ἰερουσαλήμ. Γιατί ὁ Χριστός πίσω ἀπό αὐτά βλέπει τήν ἀλήθεια, βλέπει τόν Σταυρό καί τήν Ἀνάσταση ὡς πραγματικότητα γιά ὅλους τούς ἀνθρώπους πού ἀγωνίζεται νά ζήσει ἀληθινά καί νά ἀνταποκριθεῖ στήν κλήση του.
Γι' αὐτό σήμερα, ὅταν προσκυνοῦμε τόν δοξασμένο Ἰησοῦ, δοξασμένο ἔστω καί κατά τήν κρίσι "τοῦ κόσμου τούτου", ψάλλουμε τό περίφημο τροπάριο τῆς σοφίας, τοῦ βιώματος καί τῆς θεοπνεύστου συλλήψεως τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας: "Σήμερον ἡ χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἡμᾶς συνήγαγε, καί πάντες αἵροντες τόν Σταυρόν Σου, Κύριε, λέγομεν: Εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου".
Καί ἀμέσως ἡ καρδιά καί τό βλέμμα μας βυθίζεται πέρα καί πίσω ἀπό τό σκοτάδι τοῦ Γολγοθᾶ, στό φῶς καί τήν δόξα τῆς Ἀναστάσεως.
 π. Α.Χ.

Κυνηγώντας τόν βάτραχο...στό φῶς τῆς νήψεως


ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ

1. Ὁ πονηρός βάτραχος τῆς Κλίμακος τοῦ ὁσίου Ἰωάννου τοῦ Σιναΐτου.

Ὁ ὅσιος Ἰωάννης, συγγραφέας τῆς Κλίμακος μᾶς δίνει μία θαυμάσια εἰκόνα τῆς συμπεριφορᾶς καί τῆς δράσεως τοῦ πονηροῦ λογισμοῦ στόν ἀνθρώπινο νοῦ μέ τήν ἀνύποπτη καί ἀφανῆ, γιά τόν πνευματικό ἀγωνιστή, παρέμβασή του στήν μετατροπή ἑνός ἀγαθοῦ λογισμοῦ σέ πονηρό!

Ὁ λογισμός αὐτός εἰκονίζεται στό κείμενο τῆς Κλίμακος μέ τήν μορφή τοῦ ἀθώου καί οὐσιαστικά ἀκίνδυνου, στήν πραγματική καί φυσική του εἰκόνα, γιά τήν ἀνθρώπινη ζωή βατράχου.

Γράφει λοιπόν ὁ ὅσιος Ἰωάννης:

«Μερικές φορές, καθώς ἀντλούσαμε νερό ἀπό τίς πηγές, ἀντλήσαμε μαζί μέ αὐτό, χωρίς νά τό καταλάβουμε, καί ἕναν βάτραχο. Παρόμοια πολλές φορές καθώς καλλιεργοῦμε τίς ἀρετές, ὑπηρετοῦμε καί τίς κακίες ποὺ χωρίς νά φαίνονται εἶναι συμπεπλεγμένες μαζί τους. Ἐπί παραδείγματι, μέ τή φιλοξενία συμπλέκεται ἡ γαστριμαργία, μέ τήν ἀγάπη ἡ πορνεία... μέ τή φρόνηση ἡ πονηρία, μέ τήν πραότητα ἡ ὑπουλότης καί ἡ νωθρότης καί ἡ ὀκνηρία καί ἡ ἀντιλογία καί ἡ ἰδιορρυθμία καί ἡ ἀνυπακοή. Μέ τήν σιωπή ἡ διδασκαλική ὑπεροψία. Σέ ὅλα αὐτά ἀκολουθεῖ ὡσάν κοινό κολλύριο ἤ μᾶλλον δηλητήριο, ἡ κενοδοξία» (1).
 
***
 

Σύμφωνα μέ τό κείμενο αὐτό τοῦ ὁσίου Ἰωάννου τῆς Κλίμακας, τό πρόβλημα τῆς θεοφιλοῦς κατακτήσεως τῆς νήψεως, τῆς κορυφαίας αὐτῆς ἀρετῆς τῆς ὀρθοδόξου βιοτῆς, ἐντοπίζεται στήν δυνατότητα τοῦ πνευματικοῦ ἀγωνιστοῦ, τοῦ πιστοῦ, νά ἀντιλαμβάνεται τήν παρουσία καί τίς κινήσεις στό νοῦ του τοῦ ἀπεχθοῦς αὐτοῦ βατράχου καί νά ἐξουδετερώνει ἔγκαιρα τήν κακοποιό, εἰς βάρος τοῦ ἁγιασμοῦ του, δραστηριότητά του.

Προϋπόθεση βέβαια γιά τήν ὕπαρξη τῆς ἱκανότητος αὐτῆς τοῦ πνευματικοῦ ἀγωνιστοῦ εἶναι ἡ καθαρότητα τοῦ νοῦ του ἀπό ἐμπαθεῖς λογισμούς καί παθογόνα νοήματα, δηλαδή ἡ καθαρότητά του ἀπό τά ποικίλα πάθη.

Ὅσο περισσότερο καθαίρεται ἀπό τά πάθη ὁ πνευματικός ἀγωνιστής, τόσο καθαρότερα μπορεῖ νά ἀντιλαμβάνεται στό νοῦ του τήν παρουσία τοῦ πονηροῦ βατράχου.

Ἑπομένως τό κυνηγητό τοῦ βατράχου, στό ὁποῖο ἀποδύεται ὁ ἐν λόγῳ ἀγωνιστής, συμπίπτει μέ τήν κάθαρση τοῦ νοῦ, ἐπειδή ἡ παθογένεση τῶν πονηρῶν λογισμῶν στήν ἀνθρώπινη ψυχή δημιουργεῖται καί ἐμπεδώνεται, ὡς τρόπος προσωπικῆς ζωῆς, ἀπό τόν ἐπιδέξιο καί ἀκοίμητο μάστορα καί τεχνίτη τῆς δημιουργίας τῶν παθῶν, τόν δαιμονικό λογισμό, ἀπό τήν χορεία τῶν πνευμάτων τῆς πονηρίας, τά ὁποῖα ἀκούραστα κυκλώνουν συνεχῶς τόν ἀνθρώπινο νοῦ.

Κυνηγώντας λοιπόν τόν βάτραχο, τόν πονηρό λογισμό, ὁ πνευματικός ἀγωνιστής κάνει οὐσιαστικά βήματα πρός τήν καθαρότητα τοῦ νοῦ γιά τήν κατάκτηση τῆς νήψεως. Προλαμβάνει ἔτσι τόν σκοτασμό τοῦ νοῦ, τήν καταλυτική αἰχμαλωσία καί ὑποδούλωσή του στήν κυριαρχία τῶν παθῶν.

 
***
 

Ἀλλὰ τό ἐρώτημα εἶναι εὔλογο

- Γιατί ἄραγε ὁ ὅσιος Ἰωάννης ὁ Σιναΐτης, ὁ συγγραφέας τῆς Κλίμακας, ὀνομάζει ἤ χαρακτηρίζει τόν πονηρό λογισμό βάτραχο;
Ἐπειδή φρονεῖ βέβαια ὅτι τό μικροσκοπικό αὐτό ζωάκι, ὁ βάτραχος, ἔχει χαρακτηριστικά κινήσεως καί δράσεως, τά ὁποῖα συμπίπτουν κατά ἕνα μεγάλο μέρος μέ τίς δόλιες συμπεριφορές τοῦ πονηροῦ λογισμοῦ! Ὅπως λ.χ.,

1) Τό πηδηχτό περπάτημα τοῦ βατράχου ποὺ τοῦ ἐπιτρέπει νά κάνει αἰφνίδιες κινήσεις καί ἀπρόβλεπτες, ὡς πρός τήν κατεύθυνσή τους, γιά ἐκεῖνον τόν ἄνθρωπο ποὺ θά ἤθελε νά τόν συλλάβει.

2) Καθώς τό δέρμα τοῦ βατράχου εἶναι συνήθως ὑγρό καί γλοιῶδες ἀπό τόν βυθισμό του στήν ἑλώδη κατοικία του, προσθέτει τό γεγονός αὐτό μία ἀκόμη δυσκολία πιασίματος τοῦ βατράχου. Τόν βάτραχο δέν τόν πιάνεις εὔκολα! Ὅπως ἀκριβῶς τόν πονηρό λογισμό!

3) Ἰδιαίτερα ὁ ὑγροβάτραχος (2) ἔχει τήν δυνατότητα νά ἐξαφανίζεται ἀπρόοπτα στά βαθειά λασπώδη ὕδατα τῆς κατοικίας του αὐτῆς. Κρύβεται αἰφνίδια καί αἰφνίδια ἐμφανίζεται. Βυθίζεται καί ἀναδύεται, κυριαρχεῖ μέ ἄνεση στόν ὑγρό ὄγκο τοῦ ἕλους του. Καί τέλος,

4) Μέ τήν ἀπεχθῆ καί ἀποκρουστική, γιά τά ἀνθρώπινα μάτια, εἰκόνα του, ἄλλα καί γιά τόν φόβο τυχόν μολύνσεως, ὁ ἄνθρωπος δέν γίνεται ποτέ οἰκεῖος μέ τό μικρό αὐτό καί ἄφιλο ἀπό τή φύση του ζωάκι. Τόν βάτραχο οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι τόν ἀπεχθάνονται, τόν «συχαίνονται»! Ἔτσι βέβαια πρέπει νά συμπεριφέρονται καί στόν πονηρό λογισμό.

Ἤδη λοιπόν αὐτά καί μόνο τά χαρακτηριστικά τοῦ βατράχου, κατά ἕνα μεγάλο μέρος, ἀντιστοιχοῦν καί στόν πονηρό λογισμό. Τό «περπάτημα» τοῦ πονηροῦ λογισμοῦ εἶναι «πηδηχτό»! Ἀκόμα κι ἄν ἔχεις μάτι νηπτικό, μόλις τόν βλέπεις μέσα σου, τόν χάνεις γρήγορα ἀπό τό ὀπτικό πεδίο τοῦ νοῦ σου, γιά νά σέ αἰφνιδιάσει κάποια ἄλλη στιγμή, μέ μία ἄλλη παρόμοια συμπεριφορά του καί μέ τή δαιμονική μάσκα κάποιων ἄλλων δόλιων, πιθανῶς «ἀγαθῶν», λογισμῶν.

Τόν πονηρό λογισμό δέν μπορεῖς, μόλις τόν ἰδεῖς μέσα σου, νά τόν «πιάσεις»! Δηλαδή νά κατανοήσεις καί νά συγκρατήσεις τό ἰδιαίτερο νόημά του γιά τήν προσωπική πνευματική σου ζωή. Ἀπό τή φύση του εἶναι ἐπιδεκτικός πολλῶν ἑρμηνειῶν καί ἐκτιμήσεων. Γι' αὐτό ἐξάλλου τόν λόγο, συσκοτίζει πολλές φορές τό ἰδιαίτερο νόημά του, γιά νά σοῦ προκαλέσει ἀπορίες καί ἐρωτήσεις, χωρίς διαφωτιστικές ἀπαντήσεις γιά τή δική σου προσωπική πειρασμική προσβολή.

Στόν νυκτερινό οὐράνιο θόλο τοῦ σύμπαντος ὑπάρχουν κάποιες φορές διάττοντες ἀστέρες! Μᾶς δείχνουν γιά κλάσμα δευτερολέπτου τήν τροχιά τους, γιά νά χαθοῦν ἀμέσως ἀπό τό ἀνθρώπινο μάτι στό βαθύ καί χαῶδες ἀπέραντο νυκτερινό σκοτάδι!

Δέν ὑπάρχουν ὅμως διάττοντες ἀστέρες μόνο στόν φυσικό οὐρανό. Ὑπάρχουν καί διάττοντες πειρασμικοί λογισμοί στήν ἀνθρώπινη ψυχή, ποὺ τήν αἰφνιδιάζουν καί τήν προβληματίζουν, πολύ περισσότερο βέβαια ἀπό τό αἰφνίδιο πήδημα τοῦ βατράχου μέσα στό σκοτεινό νερό τοῦ ἕλους!

«Ὁμιλοῦν, παρατηρεῖ ὁ ὅσιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακας, οἱ πιό ἀκριβολόγοι ἀπό τούς γνωστικούς Πατέρας καί γιά μία ἄλλη ἔννοια, λεπτότερη ἀπό τίς προηγούμενες, ἡ ὁποία σύμφωνα μέ ὁρισμένους ἀποκαλεῖται παραρριπισμός τοῦ νοός (σ.σ.: ἔντονο καί αἰφνίδιο δαιμονικό φύσημα στό νοῦ). Αὐτή ἡ ἔννοια παρευθύς, χωρίς νά μεσολαβήσει χρόνος ἤ λόγος ἤ εἰκόνα, παρουσιάζει μέ περισσότερη ὀξύτητα τό πάθος στόν ἄνθρωπο. Ἀνάμεσα στά πνεύματα τοῦ κακοῦ τίποτε δέν ὑπάρχει πιό ταχὺ καί πιό ἀδιόρατο. Μέ μόνη τήν λεπτή καί ἁπλή ἐνθύμηση, ἀχρόνως, ἀφθάστως, σέ πολλούς δέ καί ἀγνώστως παρουσιάζεται μέσα στήν ψυχή. Ἐάν δέ κάποιος μπόρεσε διά μέσου τοῦ πένθους νά κατανοήσει τήν λεπτότητα αὐτοῦ τοῦ πνεύματος, αὐτός μπορεῖ νά μᾶς διδάξει πῶς γίνεται μέ μόνη τήν δράση, μέ ἕνα ἀνεπαίσθητο βλέμμα καί ἄγγιγμα χεριοῦ καί ἄκουσμα μελωδίας, χωρίς καμμιά ἔννοια καί σκέψη, νά πορνεύσει ἐμπαθῶς ἡ ψυχή» (3).

 
***
 

Ὁ πονηρός Λογισμός εἶναι πράγματι ἕνας βάτραχος ἐπικίνδυνος. Ἔχει δυστυχῶς στή διάθεσή του ὅλο τόν «οὐρανό» τοῦ ἀνθρώπινου νοῦ καί ὅλο τόν ἀδιάστατο χῶρο τοῦ ἀνθρώπινου ψυχισμοῦ. Εἶναι σέ θέση νά περπατάει ὄχι μόνο τόν σαρκικό χῶρο, ἄλλα καί τόν πνευματικό. Κυκλοφορεῖ ἄνετα καί ἐν ἀγνοίᾳ μας, τίς πιό πολλές φορές, στούς ἐσωτερικούς ἄλλα καί στούς ἐξωτερικούς χώρους τῆς ὑπάρξεως! Στό νοῦ μας, στά αἰσθήματά μας, στίς αἰσθήσεις μας καί στίς ἐπιθυμίες μας, ἄλλα καί στίς συμπεριφορές μας, καί στίς πράξεις καί στά ἔργα μας. Κυκλοφορεῖ μέσα καί ἔξω στούς χώρους αὐτούς σάν νά εἶναι στό σπίτι του!

 
***
 

Ὁ ὅσιος Μακάριος ὁ Αἰγύπτιος θά ἐπιβεβαιώσει τό γεγονός αὐτό μέ τόν φωτισμό τῆς δίκης τοῦ πνευματικῆς ἐμπειρίας.

«Ὁ κόσμος κυριαρχεῖται ἀπό τό πάθος τῆς κακίας καί δέν τό γνωρίζει. Δυστυχῶς ὑπάρχει πῦρ ἀκάθαρτο (πονηρό), τό ὁποῖο φλογίζει τήν καρδιὰ καί ἀπό ἐκεῖ διατρέχει ὅλα τά μέλη καί προτρέπει τούς ἀνθρώπους σέ πράξεις ἀσέλγειας καί σέ μύρια κακά. Αὐτοί λοιπόν ποὺ ἐρεθίζονται («γαργαλίζονται») καί ἡδονίζονται, πράττουν τήν πορνεία μέσα στήν καρδιά τους πρῶτα καί, ὅταν τό κακό μεγαλώσει, φτάνουν στήν φανερή πορνεία. Ἔτσι γίνεται καί μέ τά ἀλλά πάθη τῆς φιλαργυρίας, τῆς κενοδοξίας, τῆς οἰήσεως, τοῦ ζήλου καί τοῦ θυμοῦ. Λοιπόν ἡ ἁμαρτία (ὁ πονηρός λογισμός) προκαλεῖ ὅλα αὐτά τά πάθη καί ἡ ψυχή εὐφραινομένη βαρύνεται μέ τό κακό τῆς μεγάλης αὐτῆς ἁμαρτίας» (4).
Ἄλλα πότε καί ἀπό ποιό χῶρο ξεκίνησε τό ἔργο του ὁ πονηρός λογισμός καί μέ ποιό τρόπο ἀπεκάλυψε τή δόλια καί καταστροφική του παρουσία γιά τήν ἀνθρώπινη ψυχή;


2. Ἡ πρώτη παρέμβαση τοῦ πονηροῦ λογισμοῦ, τοῦ βατράχου, στόν ἀνθρώπινο νοῦ.

Ὁ διάλογος τοῦ ὄφεως μέ τούς πρωτόπλαστους, στόν παράδεισο, παρουσιάζεται ὡς μεθοδική παρέμβαση τοῦ βατράχου, τοῦ πονηροῦ λογισμοῦ, στόν ἀνθρώπινο νοῦ, προκειμένου νά ἐξουδετερωθεῖ ὁ ἀγαθός λογισμός τῆς Εὔας, ἡ ἔμμονή της στήν τήρηση τῆς παραδείσιας ἐντολῆς τοῦ Θεοῦ καί νά διολισθήσει ἐκείνη, μέσῳ τῆς δαιμονικῆς αὐτῆς παρεμβάσεως, στήν παρακοή καί τήν ἀθέτηση τῆς ἐντολῆς τοῦ Θεοῦ.

Οἱ πρωτόπλαστοι κατά τήν παραλαβή τῆς συμβουλῆς πρός αὐτούς τοῦ Θεοῦ, νά μή φάγουν τόν καρπό τοῦ δένδρου τοῦ καλοῦ καί πονηροῦ, ἐπειδή τό ἀποτέλεσμα θά εἶναι γι’ αὐτούς ὀλέθριο καί καταστροφικό, εἶχαν τήν ἀπαραίτητη νήψη γιά νά συλλάβουν τήν νοηματική καθαρότητα τοῦ μηνύματος τοῦ Θεοῦ. Φρόντισαν δέ νά τό διαφυλάξουν στόν νοῦ τους τό μήνυμα αὐτό, νά μή τό λησμονήσουν, ὥστε νά εἶναι σέ θέση νά πραγματοποιήσουν τήν συμβουλή τοῦ Θεοῦ.

Ὅμως ὁ ὄφις μέ ἁπλότητα καί ἀφέλεια μεστή πονηρίας δαιμονικῆς καί μέ ὑποκριτική φιλική διάθεση, ἡ ὁποία ἐκάλυπτε στεγανά τήν ἐπικίνδυνη ἀπειλή τῆς ἐπιχειρούμενης ἀπό αὐτόν παραπλανήσεως, διευκολύνει τόν βάτραχο νά εἰσέλθει ἀνύποπτα στόν νοῦ τῆς Εὔας.

Καί εἶπεν ὁ ὄφις τῇ γυναικί, τί ὅτι εἶπεν ὁ Θεός, οὐ μή φάγητε ἀπό παντός ξύλου τοῦ ἐν τῷ παραδείσῳ; (5)

Ἡ Εὔα, στήν ὁποία ἀπευθύνεται ὁ ὄφις, καθώς ἔχει ἀκόμη καθαρό τό νοῦ της ἀπό σκέψεις καί ἰδέες πονηρές, τελοῦσε σέ ἐγρήγορση καί νήψη καί γιά τό λόγο αὐτό, ἔσπευσε νά διορθώσει τό λάθος (τό ψεῦδος) τοῦ ὄφεως, προκειμένου νά ἀποκαταστήσει τήν ἀλήθεια τῶν λόγων τοῦ Θεοῦ.

Καί εἶπεν ἡ γυνή τῷ ὄφει, ἀπό καρποῦ τοῦ ξύλου τοῦ παραδείσου φαγούμεθα, ἀπό δέ τοῦ καρποῦ τοῦ ξύλου, ὅ ἐστίν ἐν μέσῳ τοῦ παραδείσου, εἶπεν ὁ Θεός, οὐ φάγεσθε ἀπ' αὐτοῦ, οὐ δέ μή ἅψησθε αὐτόν, ἵνα μή ἀποθάνητε. (6)

Τό τελευταῖο τμῆμα τῶν λόγων τῆς Εὔας οὐ μή ἅψησθε αὐτοῦ, δείχνει τήν ἀθωότητα καί τήν καθαρότητα τοῦ νοῦ καί τῆς σκέψεως τῆς Εὔας, ἐφόσον οἱ λόγοι αὐτοί δέν περιέχονται στήν ἀπαγορευτική ἐντολή τοῦ Θεοῦ. Ἡ Εὔα δέν ἀντιλαμβάνεται τήν πονηρία τοῦ ὄφεως καί ἐκλαμβάνει προφανῶς τόν διάλογο μαζί του μέσα στό πνεῦμα τῆς παραδείσιας, ἀπό κάθε ἄποψη, καθαρότητας. Φαίνεται νά εἶναι «παγιδευμένη» στήν παραδείσια ἀθωότητα. Γιά τόν λόγο αὐτό, ἐξάλλου, ὁ ὄφις ἐπιμένει!

Ὕστερα ἀπό τό ψεῦδος τῆς ἀπολυτοποιήσεως τῆς ἐντολῆς τοῦ Θεοῦ, ὅτι δῆθεν αὐτή ἀφοροῦσε σέ ὅλα τά δένδρα τοῦ παραδείσου, προκειμένου νά κλονίσει μέ ἰσχυρότερο ἐπιχείρημα, τήν ἀντίσταση τῆς Εὔας στήν ἀνυπακοή, διαψεύδει ἄμεσα πλέον καί μέ ἀπόλυτο, καθησυχαστικό τρόπο γι' αὐτήν, τήν ἀπειλή τοῦ «δῆθεν» ἐπικρεμάμενου θανάτου, στήν κεφαλή τῶν πρωτόπλαστων, στήν περίπτωση τῆς παρακοῆς.

Καί εἶπεν ὁ ὄφις τῇ γυναικί, οὐ θανάτῳ ἀποθανεῖσθε· ἤδει γάρ ὁ Θεός, ὅτι ἐν ᾗ ἄν ἡμερᾳ φάγητε ἀπ' αὐτοῦ, διανοιχθήσονται ὑμῶν οἱ ὀφθαλμοί καί ἔσεσθε ὡς θεοί, γινώσκοντες καλόν καί πονηρόν.(7)

Μέ τούς λόγους του αὐτούς ὁ ὄφις καθησυχάζει τήν Εὔα, ὅτι, ἄν φάγουν τόν ἀπαγορευμένο καρπό, ὄχι μόνο δέν θά πεθάνουν, ἀλλά ἀντίθετα θά ἀνοίξουν τά μάτια τους καί θά ἰδοῦν μία νέα εἰκόνα τοῦ ἑαυτοῦ τους τόσο λαμπρή καί μεγαλειώδη, ποὺ θά μοιάζουν μέ θεούς. Ἀκόμη δέ, θά πλουτισθεῖ ἡ γνώση τους καί θά γνωρίσουν καλύτερα ὄχι μόνο τό καλό ποὺ ἤδη ξέρουν ἄλλα καί τό πονηρό, τό ὁποῖο δέν γνωρίζουν. Θά ἀποκτήσουν μία νέα γνώση καί θά γευθοῦν μία νέα ἐμπειρία, τήν ὁποία μόνο οἱ θεοί γεύονται καί γνωρίζουν.

Ὁ ὄφις, προσπαθώντας νά πείσει τήν Εὔα νά παραβεῖ τήν ἐντολή τοῦ Θεοῦ, ἐπιδίωξε νά φθάσει στόν σκοπό του μέσα ἀπό τήν πρόκληση καί τόν ἐρεθισμό τῶν ψυχοδυναμικῶν λειτουργιῶν τοῦ ἀδαμικοῦ ἄνθρωπου.

Ὁ πονηρός δαιμονικός λογισμός δέν μποροῦσε νά περιορισθεῖ μόνο στό διανοητικό πεδίο τοῦ προσώπου αὐτοῦ, ἐπειδή ἡ ἐπιθυμητή γιά τόν ὄφι παράβαση τῆς ἐντολῆς τοῦ θεοῦ δέν ἦταν πρόβλημα μόνο τοῦ νοῦ τοῦ ἀδαμικοῦ ἀνθρώπου ἄλλα τῆς συνολικῆς ψυχοσωματικῆς του δυναμικῆς. Γιά τό λόγο αὐτό, ὁ πονηρός ὄφις προκάλεσε καί ἀφύπνισε τούς ἰσχυρούς ἐκείνους ψυχοσωματικούς παράγοντες τοῦ ἀδαμικοῦ προσώπου, μέσῳ τῶν ὁποίων θά μποροῦσαν νά δραστηριοποιηθοῦν καταστροφικά οἱ ποικίλες αἰσθήσεις, ποὺ οἱ δυναμικές τους ἀφετηρίες θά ἐκπορεύοντο ἀπό τήν περιοχή τοῦ ἐπιθυμητικοῦ ἄλλα καί τοῦ θυμοειδοῦς. Ἐπιθυμίες βρώσεως καί ἀπολαύσεως ὑλικῶν στοιχείων τῆς ὑπάρξεως ἀλλὰ καί συγκινήσεις καί ἐφέσεις ἡδυπαθῶν εἰκόνων καί παραστάσεων! Ὅλες οἱ ἀπαιτήσεις τῶν ὑλικῶν αἰσθήσεων τοῦ ἀδαμικοῦ προσώπου, θά ἔπρεπε νά ἀφυπνισθοῦν ἀπό τήν κατάσταση τοῦ «ὕπνου» τῆς ἀθωότητας καί τῆς ἁγνότητος, γιά νά δραστηριοποιηθεῖ τό ἀδαμικό ἀνθρώπινο πρόσωπο ἤρεμα μέν ἀλλά καταλυτικά, στήν παράνομη καταστρατήγηση τοῦ χαρίσματος τῆς ἐλευθερίας, μέ τό ὁποῖο τό προίκισε ὁ Θεός!

Καί εἶδεν ἡ γυνή, ὅτι καλόν τό ξύλον εἰς βρῶσιν καί ὅτι ἀρεστόν τοῖς ὀφθαλμοῖς ἰδεῖν καί ὡραῖον ἐστι τοῦ κατανοῆσαι, καί λαβοῦσα ἀπό τοῦ καρποῦ αὐτοῦ ἔφαγε. (8)
Ἡ Εὔα βλέπει πλέον τό δέντρο τοῦ καλοῦ καί πονηροῦ καί ἰδιαίτερα τόν καρπό του, ἀπό μία νέα πλέον ὀπτική γωνία, μέ τήν σύμπραξη τῆς ἐπιθυμητικῆς ἕλξεως τῶν αἰσθητῶν τῆς ὑπάρξεως! Τά μόλις πρίν ἀπαγορευμένα, γενεσιουργά θανάτου στοιχεῖα τῆς φύσεως, κοσμοῦνται τώρα, μέσα ἀπό τό κάτοπτρο τῆς νέας αὐτῆς ὀπτικῆς γωνίας, μέ ὅλες τίς «ἀρετές» τῶν αἰσθησιακῶν ἀξιῶν τῆς ὑπάρξεως. Οἱ ποικίλες παθογόνες πλέον αἰσθήσεις τοῦ ἀδαμικοῦ προσώπου, σέ μία ἀγαστή ἀλληλοπροσέγγιση, ὑπηρετοῦν ἤδη, στό σύνολό τους, τόν παράνομο καί ἀνόσιο καί ὀλέθριο γάμο τοῦ ἀνθρώπινου νοῦ μέ ὅλα τά ὑλικά-παθογόνα αἰσθητά στοιχεῖα τῆς κτίσεως.

Τώρα τό δένδρο ἐκτιμᾶται στό σύνολό του ὡς καλόν, μεταποιουμένου καί τοῦ πονηροῦ δυναμικοῦ του σέ θετική ἀξία τῆς ὑπάρξεως. Τά μάτια τῆς Εὔας δέν βλέπουν πλέον τήν πραγματικότητα τοῦ πονηροῦ, ἐπειδή τό τελευταῖο αὐτό κατεπόθη στό βάθος τοῦ ψυχικοῦ της κόσμου τῷ λείω τῆς ἡδονῆς (9), καί ἔγινε στό ἑξῆς νέο πρίσμα ὁράσεως τῶν ὑλικῶν στοιχείων τῆς ὑπάρξεως.

Ἔτσι ἡ ὡραία αἰσθητή -αἰσθησιακή- ὄψη τοῦ δέντρου τῆς παρακοῆς ὠθεῖ τήν Εὔα σέ μία νέα γεύση καί μία ἐσώτερη, μέ τό δέντρο αὐτό, ἐπιθυμητική ἐπικοινωνία καί ἀλληλοπεριχώρηση. Ἀγνοεῖ ὅμως, χάρη στήν ἀνύποπτη δράση τοῦ πονηροῦ βατράχου, ὅτι ἡ ἀλληλοπεριχώρηση αὐτή εἶναι πλέον συζυγία θανάτου!

 
***
 

Ὁ ἕβδομος στίχος τοῦ τρίτου κεφαλαίου τῆς Γενέσεως, ὁποῖος μᾶς πληροφορεῖ γιά τό τελικό παράγωγο ἀποτέλεσμα τῆς παρακοῆς τῶν πρωτοπλάστων, δείχνει τό κατόρθωμα τοῦ πονηροῦ λογισμοῦ, νά ἀλλοιώσει καί νά διαφθείρει τήν προσωπική εἰκόνα τοῦ ἀδαμικοῦ ἀνθρώπου στό βαθμό μιᾶς φρικτῆς αὐτοαπορρίψεως!

Καί διηνοίχθησαν οἱ ὀφθαλμοί τῶν δύο, καί ἔγνωσαν ὅτι γυμνοί ἦσαν καί ἔρραψαν φύλλα συκῆς καί ἐποίησαν ἑαυτοῖς περιζώματα». (10)

Ἄλλα στό φόντο τῆς φρικαλέας αὐτῆς ἀπορριπτέας προσωπικῆς εἰκόνας ὁ νοῦς τῆς Εὔας μπόρεσε νά ἰδεῖ τό θανατηφόρο πρόσωπο τοῦ δαιμονικοῦ ὄφεως.

Μόνο τότε ἀντιλήφθηκε τή δαιμονική πλάνη τοῦ πονηροῦ λογισμοῦ. Ἀποτέλεσμα, τό ὁποῖο στή θετική του πλευρά ἀφύπνισε τήν παγιδευμένη στόν πειρασμό τοῦ ὄφεως αὐτοσυνειδησία της. Τότε μόνο, ἄν καί ἦταν ἀργά πλέον, «ἦλθε στόν ἑαυτό της»!

Ἔτσι, ὅταν ὁ ἐλεγκτικός λόγος τοῦ Θεοῦ ἀπαίτησε ἐξήγηση τῆς αἰτίας τῆς παρακοῆς της, τὶ τοῦτο ἐποίησας, ἡ Εὔα ἦταν σέ θέση νά ἀποκαλύψει τό ὄργανο τῆς πλάνης της: ὁ ὄφις ἠπάτησέ με, καί ἔφαγον. (11)
 
***
 

Αὐτή ἦταν ἡ πρώτη, οὕτως ἤ ἄλλως, «νηπτική» γνωριμία τοῦ ἀνθρώπινου νοῦ μέ τόν πονηρό βάτραχο, τόν ἐχθρό τοῦ ἀνθρώπου! Τόν εἶδε πρόσωπο μέ πρόσωπο! Ἔκτοτε τό πρόβλημα τοῦ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος εὐλογήθηκε μέ τό μυστήριο τοῦ βαπτίσματος καί ντύθηκε τό Χριστό, εἶναι τό κυνηγητό τοῦ βατράχου αὐτοῦ, στήν προσπάθειά του νά ἀποδυθεῖ ὁ Χριστιανός ἄνθρωπος τόν παλαιό ἄνθρωπο καί νά ἀναγεννηθεῖ καί ἀνακαινισθεῖ σέ νέο ἄνθρωπο «ἐν Χριστῷ» κτιζόμενον «ἐν ὁσιότητι τῆς ἀληθείας». (12)


__________________________


1. ΙΩΑΝΝΟΥ τόν ΣΙΝΑΪΤΟΥ, Κλίμαξ, Λόγος ΚΣΤ', Περί διακρίσεως, ἔκδ. Ἱ. Μ. Παρακλήτου, Ὠρωπός Ἀττικῆς 1978, σ. 294.

2. ΕΠΙΦΑΝΙΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΚΥΠΡΟΥ, Περί τοῦ ξηροβατράχου, ΡG 43, 53200.

3. Ὅπ.π., σ. 211.

4. ΜΑΚΑΡΙΟΥ ΤΟΥ ΑΙΓΥΠΤΙΟΥ, Ὁμιλίαι πνευματικοί, 6, ΒΕΠΕΣ, τ. 41, ἔκδ. Ἀποστολικῆς Διακονίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, Ἀθῆναι 1970, σ. 235.

5. Γέν. 3, 1.

6. Ὅπ.π., 3, 2.

7. Ὅπ.π., 3, 4.

8. Ὅπ.π., 3, 6.

9. τῷ κατ’ αἴσθησιν λείῳ τῆς ἡδονῆς (ΜΑΞΙΜΟΥ ΤΟΥ ΟΜΟΛΟΓΗΤΟΥ, Εἰς τήν προσευχήν τοῦ Πάτερ ἡμῶν, ΡG 90, 8880).

10. Γέν. 3, 7.

11. Ὅπ.π.,3, 13.

12. Ἐφεσ. 4, 24.

Περισπασμὸς καὶ προσοχὴ Ἅγιος Ἰγνάτιος Brianchaninov




Οἱ ἄνθρωποι ποὺ ἔχουν κοσμικὸ φρόνημα θεωροῦν τὸν περισπασμὸ ἀθῶο, οἱ ἅγιοι πατέρες ὅμως λένε πὼς εἶναι ἡ ἀρχὴ ὅλων τῶν κακῶν.

Ὅποιος ἔχει παραδοθεῖ στὸν περισπασμὸ ὅλων τῶν πραγμάτων καὶ τῶν θεμάτων, ἀκόμα καὶ τῶν πιὸ σοβαρῶν, ἔχει ἀντίληψη πολὺ περιορισμένη καὶ ἐπιφανειακή.

Ὅποιος ἔχει παραδοθεῖ στὸν περισπασμό, εἶναι συνήθως ἀσταθής. Τὰ αἰσθήματα τῆς καρδιᾶς του δὲν ἔχουν βάθος καὶ δύναμη, γι’ αὐτὸ εἶναι ρευστὰ καὶ ἐφήμερα.

Ὅπως ἡ πεταλούδα πετάει ἀπὸ λουλούδι σὲ λουλούδι, ἔτσι κι αὐτὸς ποὺ ἔχει παραδοθεῖ στὸν περισπασμό, τρέχει ἀπὸ τὴ μία σωματικὴ ἀπόλαυση στὴν ἄλλη κι ἀπὸ τὴ μία μάταιη φροντίδα στὴν ἄλλη.

Ὁ περισπασμὸς δὲν γνωρίζει τὴν ἀγάπη πρὸς τὸν πλησίον. Ἀδιάφορα κοιτάζει τὴ δυστυχία τῶν ἀνθρώπων καὶ εὔκολα τούς φορτώνει μὲ δυσβάσταχτα φορτία.

Ὅποιος ἔχει παραδοθεῖ στὸν περισπασμό, συνταράζεται ἀπὸ τὶς θλίψεις, ἀκριβῶς ἐπειδὴ δὲν τὶς περιμένει˙ μόνο χαρὲς προσδοκᾶ. Κάθε θλίψη, ἀκόμα καὶ τὴν πιὸ βαριά, ὅταν αὐτὴ δὲν ἔχει μεγάλη διάρκεια, γρήγορα τὴν ξεχνᾶ μέσα στὸν θόρυβο τῶν διασκεδάσεων καὶ τῶν μεριμνῶν του. Ἡ παρατεταμένη θλίψη, ὅμως, τὸν τσακίζει.

Ὁ ἴδιος ὁ περισπασμὸς τιμωρεῖ τὸν πολυμέριμνο ἄνθρωπο ποὺ τοῦ παραδίνεται, καθὼς αὐτός, μὲ τὸν καιρό, ὅλα τὰ βρίσκει βαρετὰ καὶ βουλιάζει σὲ μιάν ἀτέλειωτη, μιάν ἐξουθενωτικὴ πλήξη.

Ὁ περισπασμός, τόσο ἐπιζήμιος γενικά, εἶναι πραγματικὰ ὀλέθριος γιὰ τὸ ἔργο τοῦ Θεοῦ, τὸ ἔργο τῆς σωτηρίας, ποὺ ἀπαιτεῖ συνεχῆ ἐγρήγορση καὶ ἐντατικὴ προσοχή.

«Μένετε ἄγρυπνοι καὶ προσεύχεστε, γιὰ νὰ μὴ σᾶς νικήσει ὁ πειρασμός», ἔλεγε ὁ Κύριος στοὺς μαθητὲς Του. Καὶ σ’ ὅλη τὴ χριστιανοσύνη, ἑπομένως καὶ σ’ ἐμᾶς, ἔδωσε ἐντολή: «Σὲ ὅλους τὸ λέω: Ἀγρυπνεῖτε!»3. Ὅποιος ἔχει παραδοθεῖ στὸν περισπασμό, ἐναντιώνεται μὲ τὴ ζωή του στὴν ἐντολὴ αὐτὴ τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ.

Ὅλοι οἱ ἅγιοι μὲ ἐπιμέλεια ἀπέφευγαν τὸν περισπασμό. Ἀγωνίζονταν νὰ εἶναι συγκεντρωμένοι στὸν ἑαυτό τους καὶ νὰ προσέχουν τὶς κινήσεις τοῦ νοῦ καὶ τῆς καρδιᾶς τους, κατευθύνοντάς τες σύμφωνα μὲ τὶς εὐαγγελικὲς ἐντολές.

Ἂν συνηθίσουμε νὰ προσέχουμε τὸν ἑαυτό μας, θὰ ἀποφεύγουμε τὸν περισπασμὸ ἀκόμα καὶ ὅταν μᾶς κυκλώνουν ἀπὸ παντοῦ οἱ αἰτίες του. Ὁ προσεκτικός, ὁ αὐτοσυγκεντρωμένος ἄνθρωπος, καὶ σὲ πολυκοσμία μέσα νὰ βρίσκεται, παραμένει ἐσωτερικὰ ἀπομονωμένος.

Γνωρίζοντας ἐμπειρικὰ τὴν ὠφέλεια τῆς προσοχῆς καὶ τὴ βλάβη τοῦ περισπασμοῦ, ἕνας σοφὸς γέροντας εἶπε: «Χωρὶς προσοχὴ μεγάλη, δὲν προοδεύει ὁ ἄνθρωπος οὔτε σὲ μία ἀρετὴ».

Πόσο ἀνόητο εἶναι νὰ σπαταλᾶμε τὴ σύντομη ἐπίγεια ζωή, ποὺ μᾶς δόθηκε ὡς χρόνος προετοιμασίας γιὰ τὴν ἀτελεύτητη ἐπουράνια, σὲ ἐγκόσμιες μόνο ἀσχολίες, ἱκανοποιώντας ἀναρίθμητες ἰδιοτροπίες καὶ εὐτελεῖς ἐπιθυμίες, μεταπηδώντας ἐπιπόλαια ἀπὸ τὴ μία αἰσθησιακὴ ἱκανοποίηση στὴν ἄλλη, ξεχνώντας ἐντελῶς ἤ βάζοντας σπάνια καὶ ἐπιπόλαια στὸν νοῦ μας τὴν ἀναπόφευκτη, τὴ μεγαλειώδη καὶ συνάμα τρομερὴ αἰωνιότητα!

Εἶναι φανερὸ ὅτι τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ πρέπει νὰ τὰ μελετᾶμε καὶ νὰ τὰ γνωρίζουμε μὲ τὴν πιὸ μεγάλη εὐλάβεια καὶ προσοχή, ἀλλιῶς τόσο ἡ μελέτη ὅσο καὶ ἡ γνώση τους εἶναι ἀδύνατες. Θαυμαστὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ δημιουργία καί, μετὰ τὴν προπατορικὴ πτώση, ἡ λύτρωση καὶ ἀνακαίνιση τοῦ ἀνθρώπου. Τὰ ἔργα αὐτὰ πρέπει λεπτομερειακὰ νὰ τὰ γνωρίσει κάθε χριστιανός. Δὲν θὰ κατορθώσει, ὅμως, ποτὲ νὰ τὰ γνωρίσει, ἂν ζεῖ μέσα στὸν περισπασμό!

Οἱ ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ δόθηκαν ὄχι μόνο γιὰ τὴν ἐξωτερικὴ συμπεριφορὰ ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴν ἐσωτερικὴ κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου˙ ἀγκαλιάζουν ὅλους τούς λογισμούς, ὅλα τὰ αἰσθήματα, ὅλες τὶς μυστικὲς κινήσεις τῆς ψυχῆς. Ἡ τήρηση τῶν ἐντολῶν δὲν εἶναι δυνατὴ χωρὶς τὴ διαρκή ἐγρήγορση καὶ τὴν ἔντονη προσοχή. Ἀλλὰ ἡ ἐγρήγορση καὶ ἡ προσοχὴ δὲν ἔχουν θέση στὴ ζωὴ τοῦ περισπασμοῦ.

Ἡ ἁμαρτία κι ἐκεῖνος ποὺ τὴ σπέρνει, ὁ διάβολος, τρυπώνουν στὸν νοῦ καὶ στὴν καρδιὰ μας ἀνεπαίσθητα. Γι’ αὐτὸ πρέπει νὰ βρισκόμαστε διαρκῶς σὲ ἐπιφυλακή, ὥστε, μόλις μᾶς πλησιάσουν αὐτοὶ οἱ ἀόρατοι ἐχθροί μας, νὰ τοὺς ἀπομακρύνουμε μὲ τὴν προσευχή. Ἀλλὰ πῶς εἶναι δυνατὸ νὰ βρίσκεται κανεὶς σὲ πνευματικὴ ἐπιφυλακή, ὅταν εἶναι παραδομένος στὸν περισπασμό;

Ὁ ἄνθρωπος, ποὺ ζεῖ μέσα στὸν περισπασμό, μοιάζει μὲ σπίτι δίχως πόρτες καὶ κλειδαριές. Κανένας θησαυρὸς δὲν μπορεῖ νὰ φυλαχθεῖ σὲ τέτοιο σπίτι, ποὺ εἶναι ἀνοιχτὸ γιὰ τοὺς κλέφτες καὶ τοὺς ληστές.

Ἡ ζωὴ τοῦ περισπασμοῦ, ζωὴ γεμάτη μὲ βιοτικὲς μέριμνες, βαραίνει τὴν ψυχὴ ἐξίσου μὲ τὴν κραιπάλη καὶ τὴ μέθη, κάνοντάς την δυσκίνητη σὲ κάθε πνευματικὸ ἔργο, ἀνίκανη νὰ προσέχει καὶ ν’ ἀγρυπνεῖ. Ἡ ψυχὴ αὐτὴ εἶναι κολλημένη στὴ γῆ, εἶναι ἀπορροφημένη ἀπὸ τὰ πρόσκαιρα καὶ τὰ μάταια. Γιὰ τὴ διακονία τοῦ Θεοῦ ἐλάχιστα ἐνδιαφέρεται, ἤ μᾶλλον δὲν ἐνδιαφέρεται καθόλου. Σκληρὴ βρίσκει καὶ μόνο τὴ σκέψη κάποιας πνευματικῆς ἐργασίας, σκληρὴ καὶ ἀσήκωτη καὶ ζοφερή.

Ἡ προσοχὴ ἐξασκεῖ καὶ ἐνισχύει τὶς ψυχικὲς αἰσθήσεις στὸν ἄνθρωπο, ἐνῶ ἐξασθενίζει τὴν ψυχοβλαβή ἐπενέργεια τῶν σωματικῶν του αἰσθήσεων. Ὁ περισπασμός, ἀπεναντίας, ἀδρανοποιεῖ καὶ ἀποκοιμίζει τὶς ψυχικὲς αἰσθήσεις, ἐνῶ τρέφεται μὲ τὴν ἀδιάλειπτη λειτουργία τῶν σωματικῶν αἰσθήσεων.

Μάταια οἱ ἄνθρωποι, ποὺ ζοῦν μέσα στὸν περισπασμό, θεωροῦν τὴ ζωὴ τους φυσιολογική, ὑγιή, ἀπαλλαγμένη ἀπὸ ἐνοχές! Ἔτσι δὲν ἀποκαλύπτουν παρὰ τὴν ἀσθένειά τους σ’ ὅλη της τὴ σοβαρότητα: Τόσο ἔχει πωρωθεῖ ἡ ψυχή τους, πού, μολονότι εἶναι ἄρρωστοι, δὲν τὸ ἀντιλαμβάνονται.

Ὅσοι ἐπιθυμοῦν νὰ οἰκειωθοῦν τὴν προσοχή, ὀφείλουν νὰ ἐγκαταλείψουν ὅλες τὶς μάταιες ἀσχολίες. Καὶ σ’ αὐτές, βέβαια, δὲν ἀνήκουν οἱ ἀπαραίτητες καὶ ὠφέλιμες ἐργασίες, διακονίες καὶ ὑποχρεώσεις, προσωπικὲς ἤ κοινές, οἱ ὁποῖες δὲν ἀποτελοῦν περισπασμό. Ὁ περισπασμὸς συνδέεται πάντοτε εἴτε μὲ τὴν ἀργία εἴτε μὲ ἀνώφελες ἐνασχολήσεις ποὺ δὲν διαφέρουν οὐσιαστικὰ ἀπὸ τὴν ἀργία.

Ὄχι μόνο δὲν διασπᾶ ἀλλὰ καὶ συντρέχει τὴν προσοχὴ ἡ ἐργασία, ὅταν ἀποτελεῖ διακονία τοῦ Θεοῦ ἤ τοῦ πλησίον καὶ ὅταν γίνεται μὲ ὑπευθυνότητα. Στὴν ἀπόκτηση, τὴν καλλιέργεια καὶ τὴ διατήρηση τῆς προσοχῆς συντελοῦν πολὺ περισσότερο τὰ μοναστηριακὰ διακονήματα, ὅταν αὐτὰ ἐκτελοῦνται ὅπως πρέπει.

Προσέχοντας τὸν ἑαυτό μας σὲ ἀπόλυτη μόνωση, ἀποκομίζουμε πολύτιμους πνευματικοὺς καρπούς. Γιὰ τὴ μόνωση, ὡστόσο, εἶναι ἱκανοὶ μόνο ἄνθρωποι ὥριμοι πνευματικά, ἄνθρωποι ποὺ πραγματοποίησαν πρόοδο στὴν ἄσκηση καὶ τὴν εὐσέβεια, ἀφοῦ πρῶτα διδάχθηκαν τὴν προσοχὴ στὴν πρακτικὴ ζωή.

Ἡ ὑποταγὴ εἶναι ὁ καλύτερος τρόπος ἀσκήσεως στὴν προσοχή. Κανένας δὲν θὰ σὲ διδάξει τόσο καλὰ νὰ προσέχεις τὸν ἑαυτό σου ὅσο ἕνας συνετὸς καὶ αὐστηρὸς προϊστάμενος.

Ὅταν ἐργάζεσαι πρακτικὰ μαζὶ μὲ ἄλλους ἀνθρώπους, μὴν ἐπιτρέπεις στὸν ἑαυτό σου νὰ ξεστομίζει μάταια λόγια καὶ ἀνόητα ἀστεῖα. Καὶ ὅταν ἡ ἐργασία σου εἶναι γραφικὴ καὶ γενικότερα διανοητική, μὴν ἀφήνεσαι στὴν ὀνειροπόληση, τὸν ρεμβασμὸ καὶ τὸν μετεωρισμό. Ἔτσι σύντομα ἡ συνείδησή σου θὰ εὐαισθητοποιηθεῖ καὶ θ’ ἀρχίσει νὰ σοῦ ὑποδεικνύει κάθε ὑποχώρησή σου στὸν περισπασμὸ ὡς ἀθέτηση ὄχι μόνο τοῦ εὐαγγελικοῦ νόμου ἀλλὰ ἀκόμα καὶ τῆς ὀρθοφροσύνης. Ἀμήν.

ΕΠΙ ΤΟΝ ΙΟΡΔΑΝΗΝ ΔΡΑΜΩΜΕΝ!

  « Τήν Βηθλεέμ ἀφέμενοι, τό καινότατον θαῦμα, πρός Ἰορδάνην δράμωμεν, ἐκ ψυχῆς θερμοτάτης, κἀκεῖσε κατοπτεύσωμεν τό φρικτόν Μυστήριον· θεοπ...