Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Σάββατο, Μαΐου 03, 2014

Μ’ όποιον δάσκαλο (του Γένους) καθίσεις…

Από τον Χ.Ε. ΜΑΡΑΒΕΛΙΑ


«Θα έρθη καιρός που θα διευθύνουν τον κόσμο τα άλαλα και τα μπάλαλα.»

(Κοσμάς, Προφητείαι)
Από ένα πρόσφατο άρθρο[1] του Κωνσταντίνου Χολέβα του Ιωάννου πληροφορηθήκαμε ότι φέτος συμπληρώνονται 300 χρόνια από τη γέννηση του αγίου, μάρτυρος, εθναποστόλου, ισαποστόλου και ισαγγέλου Κοσμά του Αιτωλού (1714-1779). Επίσης ότι στη μνήμη του η Ιερά, όπως αυτοαποκαλείται, Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος αφιέρωσε το επίσημο ημερολόγιό της.
ARB_51_maravelias
Ο αρθρογράφος, μέλος του «Δικτύου 21», μιας «επιτροπής εθνικών θεμάτων» του «αρχιεπισκόπου-κεραυνού» Χριστόδουλου[2], του οποίου συμμαχητής υπήρξε, συνεργάτης εκκλησιαστικών ραδιοσταθμών κ.τ.τ., μας προτρέπει να διαβάσουμε ξανά, εμείς και οι πολιτικοί μας, «τις πάντα επίκαιρες διδαχές του και να εξαγάγουμε ωφέλιμες συμβουλές (έτσι) για την παιδεία, την κοινωνία, ακόμη και για την πολιτική». Το άρθρο δοξάζει ότι το κήρυγμα του Κοσμά «προετοίμασε το 1821», «εμπόδισε τους εξισλαμισμούς», «συνιστούσε στους Έλληνες να μη χρησιμοποιούν ξενόφερτες διαλέκτους», ότι η Εκκλησία (ποια απ’ όλες;) αποτελεί «ένα από τα θεμέλια της εθνικής μας ταυτότητας», ότι ο άγιος «καλλιέργησε τον χριστιανικό αντιρατσισμό», και άλλα πληναφή.
Τέτοιαν αφορμή λαβόντες επανεγκύψαμε στον Κοσμά. Τα δικά μας συμπεράσματα είναι πως τον άγιο χαρακτηρίζουν κάποιες αλλόκοτες προφητείες, ο φανατικός θρησκευτικός και άλλος αντιδυτικισμός, ο έξαλλος αντιεβραϊσμός, η συνειδητή προπαγάνδιση της υποταγής στους Τούρκους και τον σουλτάνο, η μέριμνα για την ίδρυση σχολείων ως προθαλάμων του μοναστηριού. Όσο για τη θεολογία του, αυτή συνίσταται στην διασπορά ή/και διέγερση μεσαιωνικών φόβων, προκαταλήψεων και δεισιδαιμονιών, με βάση Γραφικές ιστοριούλες. Τεκμήρια για όλα αυτά υπάρχουν. Ο Κοσμάς, που μέχρι και για «διαφωτιστή» μάς τον παρουσιάζουν ενίοτε, θεωρείται από την κρατική θρησκειοπαιδεία «διδάσκαλος του Γένους». Ας δούμε λοιπόν μερικά ζητήματα που καλό θα είναι να έχουμε υπόψη μας, αν δεν θέλουμε να αναπαράγουμε άκριτα διαδεδομένους μύθους. Εξομολογούμαι πάντως πως πριν ασχοληθώ με τον (από το έτος 1961) αγιοποιημένο μοναχό, είχα μιαν αόριστα καλή γνώμη για την περίπτωσή του· όπως και οι περισσότεροι, υποθέτω.
[……………………………]
Κατά Εβραίων
Ο αντισημιτισμός είναι η λυδία λίθος κάθε γνήσιου ρατσιστή. Άσχετα αν οι ρατσιστές κατά κανόνα ανήκουν στα χαμηλότερα στρώματα της κοινωνίας. Αν είσαι ρατσιστής και δεν μισείς τους Εβραίους εξ όλης της ψυχής σου και εξ όλης της διανοίας σου (όσης διαθέτεις, τελοσπάντων) ένας χλιαρός ρατσιστής είσαι. Οι Εβραίοι της δυτικής Ευρώπης που αναγκάζονταν να καταφεύγουν στη θρησκευτικά ανεκτική Οθωμανική Αυτοκρατορία για να γλιτώσουν από τις σφαγές των χριστιανών, μπορεί να βρήκαν προστασία υπό τους Οθωμανούς, αναπάντεχα όμως δεινοπαθούσαν από τους χριστιανούς ραγιάδες. Ήταν μια παραδοσιακή συνήθεια κάθε Μεγάλη Εβδομάδα οι χριστιανοί να πετροβολούν ομαδικά τα σπίτια των Εβραίων. Εκείνες τις μέρες οι Εβραίοι τράβαγαν «των παθών τους». Ακόμη και σήμερα, στο Πάσχα των Ελλήνων και Πάσχα της αγάπης, οι ορθόδοξοι καίνε εν ψαλμοίς ομοιώματα του «Εβραίου» ή του «Ιούδα», σε έναν τρισβάρβαρο συμβολισμό. Ίσως νομίζουν ότι το «άφες αυτοίς» αφορούσε μόνο τους Ρωμαίους − που σταύρωσαν τον Ιησού. Η συκοφαντία του αίματος αποτελούσε επίσης μια αβυσσαλέα έκφανση της χριστιανικής λαϊκής ψυχής.
Ο Κοσμάς, ως γνήσιος λαϊκορθόδοξος, μισούσε τους Εβραίους. Ας δούμε τι δίδασκε εξαγριώνοντας το χριστεπώνυμο ποίμνιο:
«Και τώρα, μην ημπορώντας οι Εβραίοι να τον ματασταυρώσουν τον Χριστόν μας, κάθε Μεγάλη Παρασκευή τον κάνουν από κερί και τον σταυρώνουν και ύστερα τον καίουν ή παίρνουν ένα αρνί και το κτυπούν με τα μαχαίρια και το σταυρώνουν αντίς διά τον Χριστόν. Ακούετε κακία των Εβραίων και του Διαβόλου; Καθώς γεννηθή το οβριόπουλο, αντίς να το μαθαίνουν να προσκυνάη τον Θεόν οι Εβραίοι, παρακινούμενοι από τον Διάβολον, ευθύς όπου γεννηθή, το μαθαίνουν να βλασφημάη, να παραδίνη και να αναθεματίζη τον Χριστόν μας και την Παναγίαν μας και εξοδιάζουν πενήντα-εκατό πουγγιά να εύρουν κανένα χριστιανόπουλο, να το σφάξουν και να πάρουν το αίμα του και μετ’ εκείνο να κοινωνούν. (…) Εσύ τον εύχεσαι και τον χαιρετάς [τον Εβραίο] και εκείνος σε καταράται (…) Τήραξε εις το πρόσωπον ένα Εβραίον όταν γελά να ιδής: τα δόντια του ασπρίζουνε[3], το πρόσωπόν του είναι ωσάν πανί αφωρισμένο, διατί έχει την κατάρα από τον Θεόν (…) έχει τον Διάβολον μέσα του (…)». 
«Σφάζει ο Εβραίος ένα πρόβατον και τα μισά τα εμπροστινά ποδάρια τα κρατεί διά λόγου του και τα πισινά τα μουντζώνει και τα κάνει κουρμπάνι [= τελετουργική θυσία ζώου και συμπόσιο] εις τον Διάβολον και εκείνα τα πουλεί εις τους χριστιανούς διά να τους μαγαρίζη. Θέλει να σε φιλεύση ο Εβραίος κρασί ή ρακί; Αδύνατον είναι να σου το δώση ανίσως και δεν το μαγαρίση πρώτον. Αν δεν προφθάση να το κατουρήση, θε να πτύση μέσα». 
«Όταν αποθαίνη κανένας Εβραίος, τον βάζουν μέσα εις ένα σκαφίδιον μεγάλο και τον πλένουν με ρακί και του βγάνουν όλην την βρώμα και εκείνην την ρακήν την φτιάνουν με μυριστικά και τότε το πουλούνε εις τους χριστιανούς φθηνότερη διά να τους μαγαρίζουν. Οψάρια πουλούνε εις την πόλιν οι Εβραίοι και ανοίγουν το στόμα του οψαρίου και κατουρούνε μέσα και τότε το πουλούνε εις τους χριστιανούς (…) Εκείνος οπού συναναστρέφεται με τους Εβραίους, αγοράζει και πουλεί, τι φανερώνει; Φανερώνει και λέγει πως καλά έκαμαν οι Εβραίοι και εθανάτωσαν όλους τους Προφήτας, διδασκάλους και όλους τους καλούς (…) Καλά έκαμαν και κάνουν (…) και μας μαγαρίζουν και πίνουν το αίμα μας…»[4].
Τι οραματιζόταν το υπόδειγμα αγίου για τους Εβραίους; «Βάνει ο Θεός τον βασιλέα μέσα εις την Ιερουσαλήμ και θανατώνει χίλιες εκατόν είκοσι χιλιάδες Εβραίους, και τόσον, οπού έγινε το αίμα ωσάν θάλασσα. Τριάντα φλωρία επώλησαν οι Εβραίοι τον Χριστόν μας, τριάντα εις το φλωρί επώλησεν ο Χριστός μας χίλιες χιλιάδες Εβραίους»[5].
Ο Π.Β. Πάσχος θεωρεί περικοπές σαν τις παραπάνω «δικαιολογημένα σκληρές». Αλλού ο ίδιος συγγραφέας αναφέρει ότι «ο άγιος Κοσμάς ήξερε να θεολογεί», χρησιμοποιώντας «ζεστές ανθρώπινες εκφράσεις, με μιαν απλότητα συγκλονιστική»[6]. Ζεστές ανθρώπινες εκφράσεις! Ο Χ. Γιανναράς με τη σειρά του εξαίρει την «οξύνοια και τον ρεαλισμό των πρακτικών του παραινέσεων». Όσο για το ήθος του λόγου του, αυτό ξεπερνάει κάθε αξιολόγηση αφού είναι «η ψηλαφητή έκφραση της προσωπικής αγιότητας»[7].
Μετά από αυτό το παραλήρημα, ο άγιος καταλήγει: «Τούτα διατί σας τα είπα χριστιανοί μου; Όχι διά να φονεύετε τους Εβραίους και να τους κατατρέχετε, αλλά να τους κλαίετε, πως άφησαν τον Θεόν και επήγαν με τον Διάβολον. Σας τα είπα να μετανοήσωμεν εμείς τώρα όπου έχομεν καιρόν, διά να μη τύχη και μας οργισθή ο Θεός και μας αφήση από το χέρι του και το πάθωμεν και εμείς ωσάν τους Εβραίους και χειρότερα»[8]. Από ποιους όμως έπαθαν οι Εβραίοι; Είναι βέβαια παρήγορο το ότι δεν υποδείκνυε εξόντωση των Εβραίων, αλλά νομίζω κανείς δεν θα ήθελε να βρεθεί στη θέση του δύστυχου Εβραίου που θα έπεφτε πάνω σε ομάδες χριστιανών «ντοπέ» αμέσως μετά από ένα τέτοιο κήρυγμα.
Ο κολλυβάς Νικόδημος ο Αγιορείτης, πρώτος βιογράφος του Κοσμά, αναφέρει ότι «ο αποστολικός ούτος διδάσκαλος, ποτέ δεν άνοιξε στόμα να ειπή λόγον εναντίον των Εβραίων». Προφανώς τα παραπάνω διδακτικά αποσπάσματα εκλαμβάνονται ως αγαπητικοί λόγοι. Ωστόσο ο Κοσμάς, με τον «ρεαλισμό των πρακτικών του παραινέσεων» κατέστρεψε και οικονομικά τους Εβραίους, αφού πάσχιζε ώστε το παζάρι να μεταφερθεί από την Κυριακή στο Σάββατο. Έτσι που οι Εβραίοι να μη συμμετέχουν σ’ αυτό. «Οι Εβραίοι δεν κατακαίονται άλλην ημέραν τόσον ωσάν την Κυριακήν», έλεγε.
[……………………………]
Τo πλήρες κείμενο μόνο στην έντυπη έκδοση της Athens Review of Books

[1] «Άγιος Κοσμάς: Διαχρονικές διδαχές και “μηνύματα”», εφημ. Δημοκρατία, 8.4.2104 (διαθέσιμο στο http://goo.gl/Nrpj3g).
[2] Βλ. Μανώλης Βασιλάκης, Η μάστιγα του θεού, Γνώσεις, Αθήνα 2006, σ. 319, 637-639, πληροφορίες που αντιγράφουν σιωπηρά πρόσφατα δημοσιεύματα με αφορμή το ακροδεξιό στενό περιβάλλον του πρωθυπουργού.
[3] Όπου τα άσπρα δόντια είναι μειονέκτημα. Προφανώς τα κίτρινα είναι το χριστιανικό ιδεώδες.
[4] Μενούνος, ό.π., σ. 156-158.
[5] Σαρδελής, ό.π., σ. 82.
[6] Π.Β. Πάσχος, Κοσμάς ο Αιτωλός, Ακρίτας, Αθήνα 41997, σ. 48, 29.
[7] Χ. Γιανναράς, Ορθοδοξία και Δύση στη Νεώτερη Ελλάδα, σ. 173 επ.
[8] Καντιώτης, ό.π., σ. 197-200· Μενούνος, ό.π., σ. 158.

ΣΧΟΛΙΟ: Δυστυχώς οι Ελληνες είναι πλέον τόσο κατακερματισμένοι πού δέν τούς χωράει ούτε ο τόπος, ούτε ο χρόνος. Δέν έχουμε πλέον κοινό ούτε τόν τόπο, ούτε τόν χρόνο. Κάθε απόσπασμα ζεί ακόμη καί στήν δική του ιστορική εποχή. Δέν έχουμε κοινή γλώσσα, ούτε κοινά a'priori γιά τήν νοηματοδότηση τών πραγμάτων. Καί ποιός είναι ο τελευταίος κρίκος πού μάς κρατά ενωμένους; Η άγνοια καί η άρνηση. Διότι μπορούμε νά αρνηθούμε μόνο αυτό πού αγνοούμε. Καί αρνούμαστε ο ένας τήν ύπαρξη τού άλλου, προσπαθώντας νά υποχρεώσουμε τόν αντίπαλό μας νά βάλλει νερό στό κρασί του. Νά γίνει μινιμαλιστής στά πιστεύω του καί νά επιστρέψει στόν αγώνα τής επιβιώσεως, όπου θά ικανοποιείται ακόμη καί άν τρώει βελανίδια. Χωρίς καμμία ελπίδα επιστροφής. Καί συνεχίζουμε τυφλοί τήν κενή μας ύπαρξη κάνοντας επίδειξη άγνοιας ο ένας στόν άλλον. Μέχρι τήν άβυσσο πού βρίσκεται ήδη μπροστά μας.
Δέν επιτρέπεται νά υπερασπιστούμε τήν πίστη μας καί τόν Αγιό μας σ'αυτό τό πλάσμα, διότι είναι μεγάλη αμαρτία νά ρίξουμε τούς πολύτιμους μαργαρίτες στά σκυλιά. 
Αμέθυστος

Κυριακή των Μυροφόρων – Γιατί στὶς μυροφόρες τὸ πρῶτο «Χριστὸς ἀνέστη» ;+Μητροπολίτου Φλωρίνης Αυγουστίνου

Γιατί στὶς μυροφόρες τὸ πρῶτο «Χριστὸς ἀνέστη» ;
Ομιλία του †Μητροπολίτου Φλωρίνης Αυγουστίνου
«Ὁ δέ λέγει αὐταῖς- Μή ἐκθαμβεῖσθε- Ἰησοῦν ζητεῖτε τόν Ναζαρηνόν τόν ἐσταυρωμένον ἠγέρθη, οὐκ ἐστίν ὧδε...» (Μάρκ. 16, 6)
Ἐξακολουθοῦμε, ἀγαπητοί μου, νά ἑορτάζουμε τό μέγα, τό κοσμοσωτήριο γεγονός τῆς ἀναστάσεως τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ. Οἱ περισσότεροι ὕμνοι ποῦ ψάλλονται τήν περίοδο αὐτή ὡς θέμα ἔχουν τήν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Ἄλλα καί αὐτή ἡ θεία λειτουργία, ποὺ γίνεται τίς Κυριακές αὐτές τοῦ Πεντηκοσταρίου, διαφέρει ἀπό τή θεία λειτουργία τοῦ ὑπολοίπου ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους• διότι ἀμέσως μετά τό «Εὐλογημένη ἡ βασιλεία...» δέν λέμε ἀμέσως τά εἰρηνικά, δέν λέμε τίς αἰτήσεις «Ἐν εἰρήνῃ τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν...», ἄλλα ὁ ἱερεύς θυμιάζει τήν ἁγία τράπεζα ἀπ' ὅλες τίς πλευρές καθώς καί ὅλο τό ναό καί ψάλλει μαζί μέ τούς ψάλτες κατ' ἐπανάληψιν, δέκα φορές, τό «Χριστός ἀνέστη».
Τό «Χριστός ἀνέστη» ἀκούγεται ὅλες τίς Κυριακές ἀλλὰ καί ὅλες τίς ἡμέρες μέχρι τῆς Ἀναλήψεως. Τό «Χριστός ἀνέστη» εἶναι, ἀδελφοί μου ὁ γλυκύτερος χαιρετισμός, χαιρετισμός ποὺ μεταφέρει ἀπό στόμα σέ στόμα, ἀπό γενεά σέ γενεά τό μέγα μήνυμα, τήν πιό χαρμόσυνη εἴδηση, ὅτι ὁ Κύριος νίκησε τό θάνατο. Χιλιάδες φορές - ἀμέτρητες ἀκούστηκε, καί ἀκούγεται, καί θά ἐξακολούθηση ν' ἀκούγεται τό «Χριστός ἀνέστη». Ἄλλα πότε ἐλέχθη γιά πρώτη φορά; ποιά αὐτιά τό πρωτοάκουσαν; ποιός εἶναι ἐκεῖνος ποὺ ἄκουσε γιά πρώτη φορά τό «Χριστός ἀνέστη»;
Ὅπως τή γέννηση τοῦ Χριστοῦ δέν τήν ἔμαθαν πρῶτοι οἱ μεγάλοι καί ἰσχυροί καί πλούσιοι, ἀλλά οἱ ταπεινοί καί φτωχοί βοσκοί ποὺ ἔβοσκαν τά ποίμνια τους στά βοσκοτόπια τῆς Βηθλεέμ, ἔτσι καί τήν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, τό γεγονός ὅτι ὁ Ἰησοῦς σύντριψε τίς πύλες τοῦ ἅδου, δέν τό ἄκουσαν πρῶτοι οἱ ἐπιφανεῖς καί ἀξιωματοῦχοι, δέν τό ἄκουσαν οἱ ἰσχυροί ἄνδρες, δέν τό ἄκουσαν οὔτε καί αὐτοί οἱ μαθηταί τοῦ Χριστοῦ• τό μήνυμα τῆς ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου τό ἄκουσαν πρῶτες ἀπ' ὅλους οἱ γυναῖκες, οἱ μυροφόρες γυναῖκες• καί πρός τιμήν αὐτῶν τῶν γυναικῶν εἶναι ἀφιερωμένη ἡ σημερινή Κυριακή, τρίτη Κυριακή ἀπό τό Πάσχα.
Ἀλλὰ γιατί τό μήνυμα τῆς Ἀναστάσεως τό ἄκουσαν πρῶτες ἀπ' ὅλους οἱ μυροφόρες; Γιατί ἡ πρώτη ἐμφάνισης τοῦ ἀναστάντος Κυρίου νά γίνει σ' αὐτές; Μήπως ὁ Χριστός στήν περίπτωση αὐτή ἐνήργησε μεροληπτικῶς;
Μεροληπτικῶς σέ καμία στιγμή τῆς ζωῆς του δέν συμπεριφέρθηκε ὁ Κύριος. Ἦταν δίκαιος• καί συνεπῶς, ἐάν τώρα ὄχι οἱ ἄντρες, ὄχι οἱ ἀπόστολοι, ὄχι ὁ Πέτρος καί ὁ Ἰωάννης, ἀλλά οἱ γυναῖκες ἄκουσαν τό χαρμόσυνο μήνυμα, ὑπάρχει λόγος• λόγος ὄχι κάποιας ἰδιαιτέρας συμπαθείας, ἀλλά λόγος δικαιοσύνης. Ὁ Χριστός ἀγαπᾶ ὅλα τά παιδιά του καί ἀμείβει τό καθένα χωρίς νά μεροληπτεῖ εἰς βάρος ἄλλου. Ἄκουσαν πρῶτες οἱ μυροφόρες γυναῖκες τό «Χριστός ἀνέστη», διότι τούς ἄξιζε πράγματι νά τό ἀκούσουν. καί τούς ἄξιζε, διότι αὐτές ἔδειξαν ἀρετές ποὺ δέν ἔδειξαν οὔτε οἱ μαθηταί τοῦ Κυρίου. Ποιές ἀρετές ἔδειξαν;
Ἀπό τήν πρώτη μέρα ποὺ γνώρισαν τόν Κύριο στή Γαλιλαία, ἔγιναν πιστές μαθήτριές του, τόν ἀκολουθοῦσαν καί δαπανοῦσαν ἀπό τά ὑπάρχοντά τους γιά τή συντήρηση ἐκείνου καθώς καί τοῦ ὁμίλου τῶν μαθητῶν του• «ὅτε ἦν ἐν τῇ Γαλιλαίᾳ ἠκολούθουν αὐτῷ» (Μάρκ. 15,41) καί «διηκόνουν αὐτῷ ἐκ τῶν ὑπαρχόντων αὐταῖς» (Λουκ. 8,3). καί μόνο τότε;
Τήν ὥρα τῆς θυσίας του, ἐνῶ ὅλοι εἶχαν ἐγκαταλείψει τόν Κύριο, ἐνῶ ὁ μέν Ἰούδας τόν πρόδωσε γιά τριάκοντα ἀργύρια, ἐνῶ ὁ Πέτρος τόν ἀρνήθηκε ἐμπρός σέ μία ὑπηρέτρια καί μάλιστα μέ ὅρκο, ἐνῶ οἱ ἄλλοι μαθηταί πλήν τοῦ Ἰωάννου «πάντες ἀφέντες αὐτόν ἔφυγαν» (Ματθ. 26,56), ἐνῶ ὅλοι ὅσους εἶχε εὐεργετήσει καθ' ὅλο τό διάστημα τῆς δημοσίας δράσεώς του πῆγαν καί ἑνώθηκαν μαζί μέ τούς ἐχθρούς καί φώναζαν «Ἆρον ἆρον, σταύρωσον αὐτόν» (Ἰωάν. 19,15), μέσα στή γενική αὐτή ἐγκατάλειψη οἱ μυροφόρες ἔμειναν πιστές καί ἀφοσιωμένες στόν Κύριο. Ἔμειναν κοντά στόν Διδάσκαλο, ζώντας τό δράμα ἀπό ἀπόσταση τόση ὅση τούς ἐπέτρεπαν οἱ συνθῆκες. οὔτε ἕνα λεπτό δέν ἀποχωρίσθηκαν ἀπό αὐτόν.
«Ἦσαν δέ ἐκεῖ καί γυναῖκες πολλαί ἀπό μακρόθεν θεωροῦσαι, αἵτινες ἠκολούθησαν τῷ Ἰησοῦ ἀπό τῆς Γαλιλαίας διακονοῦσαι αὐτῷ• ἐν αἷς ἦν Μαρία ἡ Μαγδαληνή, καί Μαρία ἡ τοῦ Ἰακώβου καί Ἰωσῆ μήτηρ, καί ἡ μήτηρ τῶν υἱῶν Ζεβεδαίου» (Ματθ. 27,55-56) «καί Σαλώμη, αἵ...καί διηκόνουν αὐτῷ, καί ἄλλαι πολλαί αἱ συναναβᾶσαι αὐτῷ εἰς Ἱεροσόλυμα» (Μαρκ. 15,40-41). Βρῆκαν τό ψυχικό σθένος νά μείνουν ἐκεῖ, στό Γολγοθᾶ.
Εἶδαν τό φρικτό θέαμα. Ἄκουσαν ὅλους τοὺς λόγους, ποὺ εἶπε ὁ Χριστός ἐπάνω στό σταυρό, ἄκουσαν καί τό «Τετέλεσται» (Ἰωάν. 19,30).
Ἀλλὰ καί μετά τό θάνατό του δέν ἀναχώρησαν. Ἔμειναν θρηνώντας κοντά στό σταυρό. Καί μόλις παρουσιάστηκε ὁ Ἰωσήφ ὁ ἀπό Ἀριμαθαίας καί ὁ Νικόδημος μέ τήν ἄδεια τοῦ ἐνταφιασμοῦ, αὐτές ἔτρεξαν, τούς βοήθησαν, τούς συνόδευσαν στό μνημεῖο, καί δεν ἔφυγαν ἀπό 'κεῖ παρά μόνο ὅταν ὁ ἥλιος τῆς δραματικωτέρας αὐτῆς ἡμέρας ἔριξε πάνω στή γῆ τίς τελευταῖες του ἀκτῖνες.
Τήν ἀγάπη τους ὅμως, τήν ἀνδρεία τους, τή μεγάλη ψυχή τους τήν ἔδειξαν κατ' ἐξοχήν τη νύχτα τῆς Ἀναστάσεως, «τῇ μιᾷ τῶν σαββάτων» (Λουκ. 24,1). Τότε, ἐνῶ ἤξεραν ὅτι τό μνῆμα εἶναι σφραγισμένο, ὅτι λίθος μεγάλος καί βαρύς φράζει τήν εἴσοδό του, ὅτι ἔνοπλοι Ρωμαῖοι στρατιῶτες φρουροῦν τόν τάφο κ' ἔχουν ἐντολή νά χτυπήσουν καθένα ποὺ θά τολμοῦσε νά πλησίαση ἐκεῖ, ἐν τούτοις οἱ μυροφόρες γυναῖκες «λίαν πρωί» (Μάρκ. 16,2), «ὄρθρου βαθέος» (Λουκ. 24,1), πρίν ἀκόμη ἀνατείλει ὁ ἥλιος, ξεκινοῦν νά ἔρθουν στό μνῆμα φέρνοντας μαζί τους ἀρώματα, τά ὁποῖα εἶχαν ἑτοιμάσει, γιά νά μυρώσουν τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Κανένας φόβος καί καμιά δυσκολία δέν στάθηκαν ἱκανά νά τίς ἐμποδίσουν. Τό μόνο ποὺ τίς ἀπασχολοῦσε ἦταν, πῶς θ' ἀποκυλίσουν τόν τεράστιο καί ἀσήκωτο ἐκεῖνο λίθο ἀπό τό ἄνοιγμα τοῦ μνημείου.
Μία τέτοια ἀγάπη, μία τέτοια ἀφοσίωση, μία τέτοια ἀνδρεία ἦταν δυνατόν νά μή δεῖ, νά μήν ἐκτιμήσει, νά μή βραβεύσει ὁ Κύριος; Ἀμοιβή λοιπόν τῆς ἀγάπης τους ἦταν τό ὅτι πρῶτες αὐτές ἄκουσαν τή μεγάλη εἴδηση, τό ἄγγελμα τῆς Ἀναστάσεως, τό «Χριστός ἀνέστη», ἀπό ἄγγελο Κυρίου. Καί ἐν συνεχείᾳ, ὅτι πρῶτες αὐτές βλέπουν τόν ἀναστάντα Κύριο καί παίρνουν ἐντολή, νά μεταδώσουν τό μήνυμα αὐτό στούς μαθητὰς καί στίς ἄλλες μαθήτριες.
Κ' ἐμεῖς σήμερα, ἀγαπητοί μου, ποὺ ἑορτάζουμε τή μνήμη τῶν ἁγίων μυροφόρων γυναικῶν, ἄντρες καί γυναῖκες ἄς μιμηθοῦμε τῶν μυροφόρων τίς ἀρετές, ἰδίως τήν ἀγάπη ποὺ εἶχαν στόν Κύριο.
Εἶναι ἀλήθεια, ὅτι καί μέχρι σήμερα οἱ γυναῖκες ἀγαποῦν τό Θεό περισσότερο ἀπό τούς ἄντρες. Αὐτές ἐκκλησιάζονται περισσότερο. Αὐτές ἔρχονται στούς ναούς «ὄρθρου βαθέος». Αὐτές μελετοῦν τό Εὐαγγέλιο καί ἄλλα ἐκκλησιαστικά βιβλία. Αὐτές τρέχουν στό κήρυγμα, ὅπου ἀκούγεται λόγος Θεοῦ. Αὐτές εἶναι προθυμότερες στήν ἄσκηση τῆς φιλανθρωπίας καί ἐλεημοσύνης. Αὐτές... Ὦ, πόσα δέν ὀφείλει ἤ Ἐκκλησία στίς γυναῖκες τίς θερμές!
Σήμερα ὅμως, στούς χρόνους αὐτούς τῆς ἀπιστίας καί τῆς διαφθορᾶς, καί οἱ γυναῖκες ἀρχίζουν νά κλονίζονται, νά χάνουν τό ἄρωμα τῆς πίστεως καί τῆς εὐσεβείας. Οἱ πειρασμοί εἶναι μεγάλοι. Τά κακά παραδείγματα, τά θέατρα, οἱ κινηματογράφοι, τά αἰσχρά περιοδικά, ἡ μόδα, ὅλα μαζί σπρώχνουν τή γυναίκα νά λησμονήσει τόν προορισμό της, τήν ἀποστολή της, νά προδώσει τήν πίστη καί τήν ἠθική.
Ἄλλ' ὄχι! Οἱ γυναῖκες, ὅσες τουλάχιστον κατοικοῦν στή γωνία αὐτή τῆς γῆς, ἄς μή παρασύρονται ἀπό τά ἀπατηλά συνθήματα, ἄς μή θαμπώνονται ἀπό φανταχτερές εἰκόνες καί ἄλλα εἴδωλα, ἄς κλείσουν τά αὐτιά στίς εἰσηγήσεις τοῦ ὄφεως. Ἄς μή μιμηθοῦν τήν Εὔα, ποὺ ἄκουσε τή συμβουλή τοῦ ἑωσφόρου καί ἀπολεσθεῖ• ἄς μιμηθοῦν τίς μυροφόρες, τίς ἅγιες ποὺ ἀγάπησαν τόν Κύριον. Νά εἶσθε δέ βέβαιοι, ὅτι τότε θά ἔχουν καί στήν παροῦσα ζωή τήν εὐλογία τοῦ Κυρίου καί θ' ἀξιωθοῦν καί αὐτές ὡς μυροφόρες τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν. Ἀμήν.
(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος-
Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ζωοδόχου Πηγῆς Δάφνης - Ἀθηνῶν τὴν 5-5-1957.

Οι καρποί της καρδιακής προσευχής (1ο Μέρος)

ΛΟΓΟΣ ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΚΑΡΠΩΝ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΚΗΣ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ
«Όλες οι αρετές βοηθούν τον νού να απόκτηση την θεία αγάπη, αλλά περισσότερο από όλα η καθαρά προσευχή. Διότι με αυτήν πετώντας στον Θεό, εξερχόμεθα από όλα τα αισθητά του κόσμου πράγματα». (Από τα κεφάλαια περί Αγάπης, του Αγίου Μαξίμου του Ομολογητού).
Αδελφοί και Πατέρες,
Κάποιος από τους Αγίους Πατέρες μας συμβουλεύει τα εξής: «Σιώπησε εσύ και θα μιλήσουν τα έργα σου». Εγώ όμως ο τεμπέλης και αμαρτωλός τολμώ από την αναισθησία μου και κάνω το τελείως αντίθετο· και αρχίζω να μιλώ προς εσάς τους αγίους αδελφούς μου και πατέρας για εκείνα στα οποία ποτέ δεν ειδικεύθηκα με τα έργα και την ζωή μου. Αλλά πάλι μου φαίνεται ότι δεν είναι καλό να σιωπώ και να μή φανερώνω τις διδασκαλίες των Αγίων Πατέρων περί της σωτηρίας της ψυχής, επειδή είμαι φίλαυτος και άεργος σ’ αυτά τα πνευματικά έργα. Διότι, κατά τον λόγο του Ευαγγελίου, αυτά τα ωφέλιμα για την ψυχή έργα πολλοί φιλόπονοι και βιαστές επιδιώκουν να τα αποκτήσουν με κάθε τρόπο, για να αρπάξουν την Βασιλεία των Ουρανών (Ματθ. 11, 12).
kard2
Και βέβαια όχι με λόγια κενά σαν τα δικά μου, αλλά με ιδρώτες και ημερονυκτίους κόπους αγωνίζονται αυτοί οι πιστοί για την εφαρμογή των εντολών του Θεού. Γι’ αυτό, αφού κλείσω τα μάτια μου και παραβλέψω τις αδυναμίες και την οκνηρία μου για τις αρετές, ας αρχίσω λέγοντας τα παρακάτω:
Κατά τις διδασκαλίες των Αγίων Πατέρων και των μεγάλων εργατών της προσευχής, ο πρώτος καρπός αυτής είναι η προσοχή και μετά η σεμνότης. Αυτοί οι δύο καρποί, αν και φαίνονται πολύ μικροί, όμως εκδηλώνονται πριν από τους άλλους στον αγωνιστή της ιεράς προσευχής. Αποκτούνται με την επίμονη εξάσκησι σε οποιοδήποτε είδος προσευχής, αλλά ιδιαίτερα και εμφανέστερα στην έξάσκησι της νοεράς μνήμης του Ιησού, το οποίον έργο είναι ανώτερο από την ανάγνωσι των ψαλμών, την ψαλμωδία και τις άλλες προφορικές προσευχές.
Ο τρίτος καρπός αυτής της νοερός προσευχής που γεννάται κατά σειράν με την βοήθεια των άλλων δύο καρπών, είναι η ταπείνωσις. Όλοι αυτοί οι καρποί, καθώς και η αληθινή προσευχή, είναι δώρα του Θεού. Ο τέταρτος καρπός είναι η συγκέντρωσις των σκέψεών μας. Ο πέμπτος είναι η ευλάβεια. Ο έκτος είναι ο φόβος του Θεού, ο έβδομος η μνήμη του θανάτου, ο όγδοος η ειρήνη των λογισμών, ο ένατος η θερμότης της καρδίας, ο δέκατος η συγκέντρωσις της προσοχής στην καρδιά, ο ενδέκατος καρπός είναι η συνεχής παρακολούθησις στα σφάλματα και τις αμαρτίες μας, από την μνήμη των οποίων αυξάνεται μέσα μας η ταπείνωσις και μετατρέπεται σε πένθος. Ο δωδέκατος καρπός είναι η αίσθησις της παρουσίας του Θεού, του θανάτου, της μελλούσης κρίσεως και οι σκέψεις για τα βάσανα της κολάσεως.
Ο δέκατος τρίτος καρπός είναι η απομάκρυνσις και το μίσος του νού μας για καθετί απολαυστικό αύτού του κόσμου και η παραμονή του στην καρδιά μας. Διότι με αυτή την συνήθεια της βυθίσεως και παραμονής του νού στην καρδιά μας, αυτή η ίδια η καρδιά αποκρούει και μισεί όλες τις αισθητές απολαύσεις και τα έργα των εμπαθών ανθρώπων. Αυτό το γεγονός το επιβεβαιώνει και ο άγιος Διάδοχος επίσκοπος Φωτικής, όταν λέγη: «Αυτός που εισέρχεται πάντοτε στην καρδιά του, περιφρονεί όλες τις απολαύσεις αυτής της ζωής. Και τούτο διότι επισκιάζεται από το Πνεύμα του Θεού και δεν μπορεί πλέον να αγαπά τις σωματικές απολαύσεις» (Από τα γνωστικά του κεφάλαια).
Επίσης απαλλάσσεται από την πλάνη των φαντασιών, από την εισβολή των κακών λογισμών και μισεί κάθε τι το φανταστικό και ψεύτικο. Έτσι λοιπόν, αφού κατέβη ο νους με εσωτερική ησυχία και χωρίς κακές σκέψεις στην καρδιά για να ενωθή με τον ενδιάθετο λόγο, αποβάλλει όλας τάς παραστάσεις και αμαρτωλές μορφές και φανταστικές εικόνες η καρδιά, όπου είναι η κατοικία τους, όπως το φίδι βγάζει το δέρμα του, όταν περάση μέσα από ένα στενό τόπο.
Ο άνθρωπος που θα συνηθίση να κρατά τον νού του στην καρδιά, θα επιθυμή πάντοτε να κλείνη την πόρτα του κελλιού του και να ησυχάζη· να κλείνη την πόρτα του στόματός του και να σιωπά, και την εσωτερική πόρτα του ενδιαθέτου λόγου της καρδιάς, για να εμποδίζη τους διαφόρους κακούς λογισμούς, με τους οποίους ο άνθρωπος γίνεται ακάθαρτος ενώπιον του Θεού που εξετάζει «νεφρούς και καρδίαν» (‘Αποκ. 2, 23). Γι’ αυτό μας συμβουλεύει ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος τα εξής: «Κλείσε την θύρα του κελλιού σου για το σώμα, την θύρα του στόματος σου για να μή συνομιλής με άλλους ανθρώπους και την εσωτερική θύρα για την απόκρουσι των κακών πνευμάτων».
Ο δέκατος τέταρτος καρπός που γεννάται από την εργασία της προσευχής του Ιησού συνίσταται στο ότι, όταν βυθίζεται ο νους στην καρδιά και βλέπει με τα νοερά μάτια την φοβερή μορφή της αμαρτίας, η οποία εκδηλώνεται με αηδιαστικές παραστάσεις που φέρνει μέσα του με την επιρροή των αισθήσεων και του κόσμου, όπως λέγει ο άγιος Γρηγόριος Θεσσαλονίκης, τότε αρχίζει η καρδιά και αποκτά ταπείνωσι, πένθος και δάκρυα. Και πως να μην ταπεινωθή μια αμαρτωλή ψυχή, όταν βλέπη την άθλια καρδιά του να κυριεύεται από ένα βαθύ σκοτάδι που προήλθε από τις αμαρτίες της, τις οποίες έκανε με την σκέψι, τον λόγο και το έργο; Διότι, όπως λέγει ο άγιος Μάρκος ο Ασκητής, «αυτός που έχει λογισμούς κακίας, πως να ιδή τις αμαρτίες του;
Επειδή αυτός που καλύπτεται από διάφορες σκέψεις, σκεπάζει την θύρα της ψυχής. Και αυτό το σκοτάδι έχει την αρχή του στις πονηρές έννοιες και τα έργα». Πώς να μην κλαύση και να μην λυπηθή, όταν βλέπη ο χριστιανός το νοερό μέρος της ψυχής γεμάτο από λογισμούς αλαζονείας, από ασεβείς επιθυμίας, από σκέψεις βλασφημίας και διαβολικές προτροπές; Πως να μή θρηνήση μια πονεμένη ψυχή, όταν βλέπη το επιθυμητικό μέρος της ψυχής να είναι αιχμαλωτισμένο από θεομισήτους λογισμούς και την ψυχή κυριευμένη από πονηρές σκέψεις να καταφέρεται επαναστατικά κατά του πλησίον; Με ένα λόγο, πως να μην ταπεινωθή και χύση ματωμένα δάκρυα ή πως να μην κραυγάση προς τον Ιησού με ψυχική οδύνη, για να σωθή και να θεραπευθή, όταν βλέπη την καρδιά του δεμένη με τόσα αναρίθμητα πάθη, τυφλή από αναισθησία, σκληρή και τραυματισμένη από τόσες πληγές;
Κατόπιν, όταν ο άνθρωπος ιδή ότι μέσα του δεν είναι πλέον ναός του Θεού και του Πνεύματος Του, αλλά σπήλαιο ληστών και άβυσσος αμαρτίας και κατοικία δαιμόνων, τότε μπορεί με ταπείνωσι, πένθος και δάκρυα να ελεηθή από τον Θεό, να ελευθερωθή από τα πάθη και να λυτρωθή από τις εφόδους των πονηρών λογισμών με τη θεία συνεργεία.

Κυριακή των Μυροφόρων Η ΑΓΑΠΗ ΠΟΥ ΜΕΤΕΜΟΡΦΩΝΕΙ ΤΗΝ ΥΠΑΡΞΗ ΣΕ «ΜΥΡΟΦΟΡΟΝ» Αρχιμανδρίτης Ιωήλ Κωνστάνταρος


Η ΑΓΑΠΗ ΠΟΥ ΜΕΤΕΜΟΡΦΩΝΕΙ ΤΗΝ ΥΠΑΡΞΗ ΣΕ «ΜΥΡΟΦΟΡΟΝ»

Ευαγγελικό ανάγνωσμα



Κυριακής των Μυροφόρων

(Μαρκ. ΙΕ' 43-ΙΣΤ' 8)



Μοναδική θέση στην Εκκλησία μας και στις καρδιές των πιστών, κατέχουν τα πρόσωπα των Μυροφόρων. Των υπάρξεων εκείνων που αγάπησαν τον Κύριο Ιησού με όλο τους το είναι και έφθασαν να ξεπεράσουν στην τόλμη και αυτούς ακόμα τους μαθητές.

Ακριβώς δε για την σφοδρή τους αγάπη και την αποφασιστική τους τόλμη, η Αγία μας Εκκλησίας τις τιμά και τις προβάλλει ως παράδειγμα προς μίμησιν, μαζί με τον Ιωσήφ και το Νικόδημο, αμέσως μετά την Κυριακή του Θωμά.

Και όπως βλέπουμε, αυτή την τόλμη που ανθίζει στο έδαφος της αγάπης του Χριστού, καταγράφει τόσο παραστατικά ο Ευαγγελιστής Μάρκος στο Ανάγνωσμα της Κυριακής.

Όλο το ιερό κείμενο είναι διαποτισμένο με τα ιερά αυτά συναισθήματα.

Τόσο ο Ιωσήφ ο από Αριμαθαίας, ο ευσχήμων βουλευτής, «τολμήσας εισήλθεν προς Πιλάτον και ητήσατο το σώμα του Ιησού», όσο και ο όμιλος των αγίων εκείνων γυναικών, κατανικούν τον ορθολογισμό που υψώνεται ως κάστρο, προβάλλοντας την σωματική αδυναμία.

Τον «ορθολογισμό» που μαζί με την ολιγοπιστία, κάμποσες φορές, αναπτύσσουν την δική τους διαλεκτική, και που αλλοίμονο εάν η ψυχή σταθεί να ακούσει τα «ορθολογικά παράλογα» και στη συνέχεια να καλλιεργήσει τις ρίζες της ολιγοπιστίας.

Σε λίγο θα έχει φυτρώσει το σκληρό και δηλητηριώδες αγκάθι της απιστίας. Δεν θα υπάρχει, παρά η φύτρα που προορίζεται για το “πυρ το εξώτερον”.

Πόσες, αλήθεια, ψυχές δεν έχασαν την ευλογία της ζωντανής πίστεως, διότι έδωσαν σημασία στις απλές ανθρώπινες αδυναμίες και πόσες υπάρξεις δέχθηκαν στην καρδιά τους την απαίσια ολιγοπιστία! Πόσοι θα μπορούσαν να είναι αετοί του πνεύματος και με την ίδια τους τη θέληση καταντούν εγκλωβισμένοι μέσα στον κλωβόν του φόβου και της πνευματικής δειλίας!

Όμως η θερμή αγάπη που έτρεφαν μέσα στην ύπαρξή τους, οι Μυροφόρες, υπερπηδά τα οδοφράγματα και τις κατευθύνει. «Τις αποκυλίσει ημίν τον λίθον εκ της θύρας του μνημείου;». Αλλά για ποιον λίθο μπορεί να γίνεται λόγος, όταν αυτός ο ίδιος ο Κύριος έχει βεβαιώσει: «Εάν έχητε πίστιν... καν τω όρει τούτω είπητε, άρθητι και βλήθητι εις την θάλασσαν, γεννήσετε» (Ματθ. ΚΑ´ 21). Ναι, η πίστη προπορεύεται και η αγάπη του Ιησού μετακινεί τα όρη της αμφιβολίας. Και ενώ το σκοτάδι της νύχτας δυσκολεύει την όραση των οφθαλμών, το φως της χάριτος που καταυγάζει την πνευματική καρδία, ξεδιαλύνει και το πλέον αδιαπέραστο σκοτεινό σημείο που τοποθετεί ο ίδιος ο άνθρωπος και ο μακράν του Θεού κόσμος. Όσο για τα εμπόδια που προβάλλει ο πειρασμός και τα προσκόμματα που τοποθετεί στον δρόμο μας; Αυτά μεταβάλλονται σε αγωνίσματα, που εξυψώνουν ολοένα και περισσότερο την ψυχή, η οποία γεμίζει με το μύρον της Αναστάσεως.

Έτσι λοιπόν ξεκίνησαν οι μοναδικές εκείνες υπάρξεις που προσωποποιούσαν την άδολη αγάπη και την αγνή συμπεριφορά «λίαν πρωί της μιας σαββάτων», φέροντας με συγκίνηση «α ηγόρασαν αρώματα ίνα ελθούσαι αλείψωσιν Αυτόν»!

Οι Μυροφόρες έκαναν ό,τι ήταν δυνατόν να κάνουν. Ξεπέρασαν τον εαυτόν τους και αυτούς τους μαθητές που έμεναν κλεισμένοι «διά τον φόβον των Ιουδαίων».

Τώρα τον λόγο τον έχει ο ίδιος ο Θεός. Αλλά για να αναλάβει ο Θεός μία υπόθεση, χρειάζεται πρώτα να έχει κάνει ο ίδιος ο άνθρωπος αυτό που μπορεί να ενεργήσει, πράγμα που έγινε με τις «αδύναμες – ανδρείες» γυναίκες.

Όμως, τι είναι αυτό που βλέπουν μπροστά τους; Τι έκπληξη αναπάντεχη είναι αυτή»; «Θεωρούσιν ότι αποκεκύλισται ο λίθος – ην γαρ μέγας σφόδρα»!

Ας σταματήσουμε για λίγο κι εμείς με άκρα σιωπή μαζί με τις Μυροφόρες, μπροστά σε αυτό το ξένο και παράδοξο θέαμα, και ας αφουγκραστούμε τους χτύπους της καρδιάς μας που μετά τον φόβο και την έκπληξη, μεταβάλλονται σε ρυθμούς πίστεως και δοξολογίας.

Οι ορθρινές δροσοσταλίδες επάνω στα ανοιξιάτικα άνθη και στα αγριολούλουδα, σε συνδυασμό με την αγγελοφάνεια, μεταφέρει τον νου σε παραδείσιες καταστάσεις και το άρωμα των πολύτιμων μύρων αναμεμειγμένο με την ευωδία της αναστάσεως, σκορπίζουν μέσα στο λειτουργικό μας Σώμα τις ριπές της χάριτος και το προμήνυμα της απαστράπτουσας παρουσίας του Αναστάντος. Της παρουσίας του ίδιου του Κυρίου στο μεγάλο μυστήριο της Θείας Κοινωνίας, και στην προσευχή, ιδίως σ' αυτή την νοερά-καρδιακή που ως πολύτιμο θησαυρό κατέχει και διδάσκει δια των Αγίων η Εκκλησία μας. Στην παρουσία Αυτού του Αναστάντος Ιησού Χριστού στον αγώνα της καθημερινής μας ζωής, όταν τον προσκαλούμε δια μέσω της ζωντανής πίστεως. Και τούτο διότι η πίστη με την ελπίδα και την αγάπη ενώνει τη ζωή μας μαζί Του και όπως έλεγε ο Άγιος Ιωάννης της Κροστάνδης, ο μεγάλος αυτός Στάρετς, έμπλεος ιερού ενθουσιασμού: «αυτή η πίστη στην Ανάσταση κατεβάζει τον Ουρανό στη γη»!

Αλλ' ας επιστρέψουμε και πάλι μαζί με τις Μυροφόρες, μπροστά στον ορθάνοιχτο τάφο που διακηρύσσει ότι ο Ιησούς είναι ο ενανθρωπήσας Θεός και ο Νικητής των δύο φοβερών εχθρών του Αδαμιαίου γένους, του θανάτου δηλ. και του διαβόλου.

Μετά την πρώτη έκπληξη και μπροστά στην απορία του νου και της καρδιάς, τον λόγο λαμβάνουν τώρα, για να λυθεί το μυστήριο, οι φωτεινές προσωπικότητες. Τα λειτουργικά αυτά πνεύματα τα «εις διακονίαν αποστελλόμενα διά τους μέλλοντας κληρονομείν σωτηρίαν» (Εβρ. Α' 14).

«Και εισελθούσαι εις το μνημείον είδον νεανίσκον καθήμενον εν τοις δεξιοίς, περιβεβλημένον στολήν λευκήν και εξεθαμβήθησαν. Ο δε λέγει αυταίς· μη εκθαμβείσθε· Ιησούν ζητείτε τον Ναζαρηνόν τον εσταυρωμένον· ηγέρθη, ουκ έστιν ώδε....».

Αυτό είναι! Τα πάντα στην δοξολογία του Αναστάντος και στην διακονία των πιστών. Μετά απ' αυτά ο άνθρωπος δεν μπορεί να ζητά τίποτε περισσότερο, διότι εάν επιμένει στις αμφιβολίες του, προσβάλλει τον ίδιο τον Θεό.

Τώρα πλέον κανένας ογκόλιθος δεν θα μπορέσει να σταθεί εμπόδιο στην επικοινωνία την προσωπική με τον Κύριο.

Ούτε εξωτερική δυσκολία, ούτε εσωτερική διακύμανση είναι δυνατόν να κρατήσει τον Ιησού νεκρό και κλεισμένο μέσα στον τάφο. Αλλά και νεκρός ακόμα, είναι ενωμένος με την Θεότητα. Μα και εμπόδια να έρθουν που μας φράζουν αυτή την θέα του Προσώπου Του, ας μην τα χάνουμε. Και δεν πρέπει να τα χάνουμε διότι γνωρίζουμε ότι ο φύλακας Άγγελος μας, θα σπεύσει να σηκώσει το οποιοδήποτε προσωρινό εμπόδιο.

«Άγγελος γαρ Κυρίου καταβάς εξ' ουρανού, προσελθών απεκύλισε τον λίθον...»

Αυτή είναι η πραγματικότητα. Το θέμα όμως βρίσκεται στα δικά μας τα χέρια, μάλλον στη δική μας την καρδιά. Τούτο δε σημαίνει: έχουμε την πίστη, την τόλμη και ιδίως την αγάπη των Μυροφόρων; Κοχλάζει μέσα στην όλη μας ύπαρξή η αγάπη του Ιησού; ή μετά από τόσους αιώνες, αυθεντικής και ζωντανής Ορθοδόξου Χριστιανικής Εκκλησίας, εμείς παραμένουμε κλειδαμπαρωμένοι στο καβούκι της τρεμάμενης καρδιάς μας, «δια τον φόβον των κακούργων Ιουδαίων»;

Αυτό είναι που θα πρέπει να μας απασχολεί και να μη μας αφήνει να δίνουμε «ύπνον τοις οφθαλμοίς μας ουδέ νυσταγμόν τοις βλεφάροις ημών».

Και ουσιαστικά αυτό είναι και το μήνυμα που πάντοτε, κυρίως όμως την περίοδο της Αναστάσεως, μάς προσφέρουν με αγάπη αδελφική οι Μυροφόρες. Όμως, ας κλείσουμε μνημονεύοντας τα ονόματα αυτών των υπάρξεων, που αποτελούν τους επικεφαλής της Ιεράς φάλαγγας των Μυροφόρων κάθε εποχής. Αυτές δηλ. τις ψυχές που για την αγάπη και την δόξα του Χριστού άφησαν τα πάντα και με τη ζωή τους σκορπίζουν στο περιβάλλον τους το μύρο της πίστεως, της αγιότητος και της αγάπης.

Η πρώτη μυροφόρα είναι η Αγία Μαρία η Μαγδαληνή. Δεύτερη ήταν η Σαλώμη. Τρίτη η Ιωάννα, η οποία ήταν σύζυγος του Χουζά, του επιτρόπου και οικονόμου στο σπίτι του Βασιλιά Ηρώδη. Κατόπιν έχουμε την Μαρία την αδελφή του Λαζάρου, η οποία προηγουμένως είχε αλείψει τον Κύριο με το μύρο και μαζί με αυτή η αδελφή της Μάρθα, η οποία διακονούσε τον Χριστό εξ' αρχής με πολύ προθυμία. Επίσης, μυροφόρος είναι και η Μαρία η του Κλωπά και τέλος έχουμε την Σωσάννα. Αυτές είναι οι γνωστές Μυροφόρες, αυτές δηλ. που γνωρίζουμε τα ονόματά τους, διότι υπήρχαν και άλλες που βοηθούσαν τις παραπάνω, όπως λέγει ο Ευαγγελιστής Λουκάς, αλλά τα ονόματά τους, άγνωστα σ΄ εμάς, γραμμένα όμως «εν Βίβλω ζωής», απολαμβάνουν «συν πάσι τοις αγίοις» διηνεκώς την δόξα του Λατρευτού Κυρίου ημών Ιησού Χριστού.

Θα συμφωνήσετε φίλοι μου, πως δεν υπάρχει καλύτερος επίλογος στην αναφορά μας αυτή, η οποία έγινε μέσω της Ευαγγελικής Περικοπής, από το να αναμέλψουμε το γνωστό σε όλους μας Απολυτίκιον του Β' ήχου και που «εν βραχί ρήματι» αποδίδει την πραγματικότητα που «εθεασάμεθα» και μελετήσαμε: «Ταις μυροφόροις Γυναιξί, παρά το μνήμα επιστάς, ο Άγγελος εβόα. Τα μύρα τοις θνητοίς υπάρχει αρμόδια, Χριστός δε δια φθοράς εδείχθη αλλότριος, αλλά κραυγάσατε, Ανέστη ο Κύριος, παρέχων τω κόσμω το μέγα έλεος».

Αμήν












Αρχιμ. Ιωήλ Κωνστάνταρος

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ (ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ) ῾Οὐκ ἀρεστόν ἐστιν ἡμᾶς καταλείψαντας τόν λόγον τοῦ Θεοῦ διακονεῖν τραπέζαις᾽ (Πρ. ᾽Απ. 6, 3) π. Γεώργιος Δορμπαράκης



῾Οὐκ ἀρεστόν ἐστιν ἡμᾶς καταλείψαντας τόν λόγον τοῦ Θεοῦ διακονεῖν τραπέζαις᾽ (Πρ. ᾽Απ. 6, 3)

α. Μία θεωρούμενη παράδοξη ἀπάντηση, ἰδίως γιά τά σημερινά δεδομένα, εἶναι ἡ ἀπάντηση τῶν ἀποστόλων μπροστά στό κοινωνικό πρόβλημα πού παρουσιάστηκε στήν πρώτη κοινότητα τῶν ῾Ιεροσολύμων: μπροστά στόν γογγυσμό τῶν ἑλληνοφώνων πιστῶν κατά τῶν ἑβραιοφώνων ὅτι παραθεωροῦνταν στήν διανομή τῶν τροφίμων οἱ ἑλληνόφωνες χῆρες, οἱ ἀπόστολοι ἀρνοῦνται νά ἀσχοληθοῦν οἱ ἴδιοι μέ τό πρόβλημα. ῾Οὐκ ἀρεστόν ἐστιν ἡμᾶς καταλείψαντας τόν λόγον τοῦ Θεοῦ διακονεῖν τραπέζαις᾽ (Δέν εἶναι σωστό ἐμεῖς νά ἀφήσουμε τό κήρυγμα τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ καί νά ἀσχολούμαστε μέ διανομές τροφίμων). Παραπέμπουν γιά τήν λύση του στόν ἴδιο τόν λαό, λέγοντας νά ἐκλέξει ὁ λαός αὐτός ἄνδρες μέ Πνεῦμα Θεοῦ καί σοφία, ὥστε αὐτοί νά ἀναλάβουν τήν συγκεκριμένη διακονία τῆς διανομῆς. Καί πράγματι, ὁ λαός συμφωνώντας μέ τήν πρόταση ἐκλέγει ἑπτά ἄνδρες, τούς ἑπτά διακόνους τῆς πρώτης ᾽Εκκλησίας μέ πρῶτον τόν ἅγιο Στέφανο, τούς ὁποίους χειροτονοῦν οἱ ἀπόστολοι γιά τόν σκοπό αὐτόν. Τό πρόβλημα ἐπιλύεται καί ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ συνεχίζει νά διαδίδεται, μέ ἀποτέλεσμα τήν διαρκή αὔξηση τῶν πιστῶν τῆς ᾽Εκκλησίας.

β. 1. ῾Η φαινομενική ἄρνηση τῶν ἀποστόλων νά ἀσχοληθοῦν οἱ ἴδιοι μέ τήν προκειμένη ἐνώπιόν τους ἀδικία στήν διανομή τῶν τροφίμων δέν εἶναι στήν οὐσία ἄρνηση. Οἱ ἀπόστολοι μόλις μαθαίνουν γιά τό πρόβλημα πού εἶχε παρουσιαστεῖ, ἀμέσως ἀνταποκρίνονται: κινητοποιοῦνται γιά νά δώσουν λύση. Διότι αὐτοί εἶναι οἱ ὑπεύθυνοι τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινότητας: οἱ ποιμένες πού κατεστάθησαν ἀπό τόν Κύριο γιά νά ὁδηγοῦν τό ποίμνιο ῾εἰς νομάς σωτηρίους᾽, συνεπῶς κάθε τι πού ἀπασχολεῖ τό ποίμνιο ἔχει ἀντίκτυπο σέ ἐκείνους. Καί πῶς εἶναι δυνατόν νά μή θεωροῦν τό πρόβλημα δικό τους, ὅταν οἱ ἴδιοι κατά τήν ἀποκάλυψη τοῦ Κυρίου κήρυσσαν ὅτι ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, κατεξοχήν μάλιστα οἱ πιστοί, εἴμαστε μεταξύ μας ἕνα καί ὁ καθένας ἑπομένως (πρέπει νά) βλέπει τόν ἄλλον ὡς τόν ἴδιο του τόν ἑαυτό; ῾Ο Κύριος ἤδη ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη δέν εἶχε πεῖ ὅτι ὁ ἄνθρωπος παραμένει μέσα στά πλαίσια τῆς δημιουργίας του ὅταν ἔχει ὡς προσανατολισμό τήν ἀγάπη πρός τόν Θεό καί τήν ἀγάπη πρός τόν συνάνθρωπο ὡς τόν ἑαυτό του; Τό ῾ἀγαπήσεις Κύριον τόν Θεόν σου ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς, ἐξ ὅλης τῆς καρδίας, ἐξ ὅλης τῆς διανοίας, ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος, καί τόν πλησίον σου ὡς σεαυτόν᾽ ἦταν ἡ κανονιστική ἀρχή ζωῆς τῶν μαθητῶν τοῦ Κυρίου. Συνεπῶς ἦταν αὐτονόητο γι᾽ αὐτούς, θέμα πράγματι ζωῆς καί θανάτου, ἡ ἄμεση ἀνταπόκρισή τους στόν γογγυσμό κάποιων ἐν Χριστῷ ἀδελφῶν.

2. Γι᾽ αὐτό καί ἡ λύση πού προτείνουν ἔχει ἀπολύτως ἐκκλησιαστικά κριτήρια. ῎Ισως ὁρισμένοι σημερινοί χριστιανοί νά σπεύδουν νά τούς κρίνουν ἀρνητικά, ὅτι τάχα δηλαδή δέν ἀσχολήθηκαν οἱ ἴδιοι, ἀλλά ἡ κρίση τους αὐτή ὀφείλεται στά ἐλαττωματικά τους πνευματικά αἰσθητήρια. Θέλουμε νά ποῦμε ὅτι στήν ἐποχή μας, καί μάλιστα σήμερα μέ τήν οἰκονομική κρίση πού ἔχει παρουσιαστεῖ, πολλοί θεωροῦν ὅτι ἡ διακονία τῶν τραπεζῶν, ἡ κοινωνική προσφορά δηλαδή,  εἶναι αὐτή πού ἔχει τήν προτεραιότητα. Προφανῶς κατ᾽ αὐτούς ὁ ἄνθρωπος ἀντιμετωπίζεται κυρίως ὡς ὑλική ὑπόσταση. Καί σ᾽ αὐτήν τήν παγίδα ἔχουν πέσει ἀρκετοί, ἀκόμη καί ἐκκλησιαστικοί παράγοντες. ᾽Αλλά τοῦτο εἶναι λανθασμένο. Οἱ ἀπόστολοι μᾶς καθοδηγοῦν. Κινοῦνται εἴπαμε μέ ἐκκλησιαστικά κριτήρια, κατά τά ὁποῖα ἀφενός ὁ ἄνθρωπος εἶναι ψυχοσωματικό ὄν μέ αἰώνια προοπτική, ῾δι᾽ ὅν Χριστός ἀπέθανε᾽, ἀφετέρου ἡ ᾽Εκκλησία εἶναι τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ὁ καθένας δέ εἶναι ἀλλήλων μέλος. Συνεπῶς ἡ λύση πού δίνουν στό πρόβλημα φανερώνει τήν ἱεράρχηση πού πρέπει νά γίνεται πάντοτε: βεβαίως μᾶς ἐνδιαφέρει ὁ συνάνθρωπος ὡς εἰκόνα Θεοῦ καί κρυμμένη παρουσία Χριστοῦ καί δική μας, ὁ συνάνθρωπος ὅμως αὐτός δέν ἔχει μόνο ὑλικές ἀνάγκες, ἀλλά πρωτίστως πνευματικές. ῾Οὐκ ἐπ᾽ ἄρτῳ μόνῳ ζήσεται ἄνθρωπος, ἀλλά ἐπί παντί ρήματι ἐκπορευομένῳ διά στόματος Θεοῦ᾽. Καί ὁ καθένας ἀπό τήν ἄλλη πρέπει νά λειτουργεῖ μέ βάση τήν διακονία πού ὁ ἴδιος ὁ Κύριος τοῦ καθόρισε χάριν αὐτοῦ τοῦ συνανθρώπου.
Οἱ ἀπόστολοι λοιπόν κλήθηκαν ἀπό τόν Κύριο νά εἶναι οἱ μάρτυρες τῆς ζωῆς καί τῆς ᾽Αναστάσεώς Του, συνεπῶς ἱεραρχώντας τά πράγματα οἱ ἴδιοι δίνονται στό ἔργο αὐτό: ῾ἡμεῖς δέ τῇ προσευχῇ καί τῇ διακονίᾳ τοῦ λόγου προσκαρτερήσομεν᾽,  ἐνῶ ἀναθέτουν σέ ἄλλα μέλη τήν διακονία τῶν τραπεζῶν. Δέν εἶναι ὅλοι γιά ὅλα, ἀλλά ῾ἕκαστος ἐφ᾽ ᾧ ἐτάχθη ἐκεῖ μενέτω᾽. Τυχόν ἐνασχόληση τῶν ἀποστόλων καί μέ τό κήρυγμα καί μέ τήν διακονία τῶν τραπεζῶν θά ἀπεκάλυπτε ἕναν μεγάλο ἐγωϊσμό αὐτῶν καί μία ἀλαζονική στάση τους, ἀφοῦ θά ἔδειχνε ὅτι μόνον αὐτοί εἶναι ἱκανοί γιά ὅλα. ῾Η ταπείνωσή τους λοιπόν εἶναι προφανής: ἐμπιστεύονται σέ ἄλλους τό σπουδαῖο καί ἀναγκαῖο ἔργο τῆς κοινωνικῆς προσφορᾶς, γιά νά μείνουν οἱ ἴδιοι σταθεροί στήν κλήση τους ἀπό τόν Κύριο. ῾Η ἱεράρχηση τῶν πραγμάτων εἴπαμε καί παραπάνω συνιστᾶ αὐτό πού σφραγίζει τό ἔργο τῆς ᾽Εκκλησίας. ῞Ο,τι ὁ Κύριος πρότεινε: ῾ζητεῖτε πρῶτον τήν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καί τήν δικαιοσύνην αὐτοῦ καί ταῦτα πάντα (ὅλα τά ἀνθρώπινα δηλαδή) προστεθήσεται ὑμῖν᾽, αὐτό συνεχίζει ἀδιάκοπα νά κάνει καί ἡ ᾽Εκκλησία Του ὡς συνέχεια Αὐτοῦ.

3. ῾Η προτεραιότητα τῶν ἀποστόλων γιά τό κήρυγμα τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ πρέπει νά ἐξηγηθεῖ περισσότερο. ῾Ο λόγος τοῦ Θεοῦ εἴτε ὡς προσφορά τῆς Θείας Κοινωνίας (προσευχή) εἴτε ὡς ἐξαγγελία στόν λαό τοῦ Θεοῦ (κήρυγμα) συνιστᾶ προσφορά τοῦ ἴδιου τοῦ Χριστοῦ. ῾Ο Χριστός εἶναι τό ἔλλειμμα στήν ζωή τῶν ἀνθρώπων. Αὐτός, ὅπου μαρτυρεῖται καί γίνεται ἀποδεκτός, δίνει τήν ἀληθινή ζωή πού τρέφει τήν ἀνθρώπινη ὕπαρξη. Χωρίς Χριστό ἡ ματαιότητα ἀποτελεῖ τό γνώρισμα τῶν ἀνθρώπων, εἴτε αὐτοί ἀποτελοῦν τούς ῾κερδισμένους᾽ τῆς ζωῆς μέ τήν δόξα τους καί τά χρήματά τους καί τίς ἀπολαύσεις τους, εἴτε τούς ῾χαμένους᾽ μέ τήν καταφρόνια τους, τήν φτώχεια τους, τίς στερήσεις τους. ᾽Αποδοχή λοιπόν τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ σημαίνει ἀποδοχή τοῦ ἴδιου τοῦ Χριστοῦ, ὁ ῾Οποῖος καθοδηγεῖ ἔτσι τά βήματα τῶν ἀνθρώπων μέσα στό μυστικό σῶμα Του, τήν ᾽Εκκλησία, γιά νά ὑπάρξει ἡ πλήρης συσσωμάτωσή τους μέ Αὐτόν καί ἡ δυνατότητα συνεπῶς ὑπέρβασης τῆς ἁμαρτίας καί τοῦ θανάτου. Οἱ ἀπόστολοι λοιπόν διακονοῦσαν αὐτό τό ἔργο τῆς ἑνώσεως μέ τόν Σωτήρα Χριστό καί ἀπό τήν ἄποψη αὐτή ἔκαναν ὅ,τι πιό σημαντικό ὑπῆρχε ἐπί γῆς. ῾Ο ἀπόστολος Παῦλος λίγο ἀργότερα θά φτάσει σέ παρόμοιο προβληματισμό νά πεῖ ὅτι τό νά βαπτίζει τούς ἀνθρώπους, πλήν ἐλαχίστων, δέν εἶναι τό ἔργο γιά τό ὁποῖο κλήθηκε ἀπό τόν Κύριο. Τό κήρυγμα τοῦ ἐσταυρωμένου καί ἀναστημένου Χριστοῦ εἶναι ἡ διακονία του καί αὐτό συνιστᾶ τήν ὀφειλή του στά ἔθνη.
Τό κήρυγμα λοιπόν τῶν ἀποστόλων ὡς μαρτυρία τοῦ Χριστοῦ εἶχε τήν προτεραιότητα γι᾽ αὐτούς ἀκόμη καί ἔναντι τῶν κοινωνικῶν προβλημάτων, γιατί χωρίς νά ὑποβαθμίζονται αὐτά ὀξύτερα ἦταν (καί εἶναι) τά πνευματικά προβλήματα τοῦ ἀνθρώπου – σέ ὅ,τι κυρίως ἀναφέρεται ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ. Μέ τόν λόγο αὐτόν τῶν ἀποστόλων ὁ ἄνθρωπος καλεῖτο σέ μετάνοια, συνεπῶς σέ εὕρεση τοῦ Θεοῦ, δι᾽ Αὐτοῦ δέ σέ εὕρεση τοῦ ἴδιου τοῦ ἑαυτοῦ του καί τοῦ γύρω του φυσικοῦ περιβάλλοντος. Κατά συνέπεια φωτιζόταν αὐτός καί ἀπεγκλωβίζετο ἀπό τήν ἀνισορροπία τῆς ζωῆς του, ἀπό ὅ,τι δηλαδή τόν εἶχε ρίξει ὁ πονηρός καί ὁ πεσμένος στήν ἁμαρτία κόσμος μέ τήν γοητεία πού ἀσκεῖ πάντοτε μέσω τῶν ἀνθρωπίνων παθῶν. Μέ ῾λυμένο᾽ ἔτσι τό βασικό πρόβλημα τοῦ ἀνθρώπου, πού δέν εἶναι ἄλλο ἀπό τόν ἴδιο τόν ἑαυτό  του, δέν δημιουργοῦνται συνθῆκες ὑπέρβασης καί τῶν κοινωνικῶν προβλημάτων του; ῎Ανθρωπος πού τά ἔχει βρεῖ μέ τόν ἑαυτό του, καθώς λέμε, ὅπου καί ὅπως κι ἄν ζεῖ, δέν θά ἐπιβιώσει καί δέν θά ἀντέξει; ῾Η ἐμπειρία αὐτό δέν μᾶς διδάσκει; Διότι βλέπουμε συχνά ἀνθρώπους πού λόγω τῆς πνευματικῆς τους σύγχυσης μπορεῖ νά τά ἔχουν κοσμικά καί ἀνθρωπίνως ὅλα, ζοῦν ὅμως μέσα σέ μία κόλαση. Καί ἀπό τήν ἄλλη ἄνθρωποι πού δέν ἔχουν τίποτε, ἐπειδή ὅμως ἔχουν βρεῖ τόν Θεό καί ἔχουν εἰρηνεύσει μέ τόν ἑαυτό τους, χαίρονται καί εἶναι μακάριοι ἀκόμη καί μέσα στήν ἀπόλυτη ἔνδειά τους.

γ. ῎Αν οἱ ἀπόστολοι ἱεράρχησαν σωστά τά πράγματα καί μᾶς δίδαξαν παρομοίως νά κινούμαστε κι ἐμεῖς, ἦταν γιατί ἦσαν ἑνωμένοι μέ τόν Χριστό. ῾Η διάκριση πού εἶχαν ἦταν καρπός τῆς φωτισμένης ἀπό τό Πνεῦμα τοῦ Χριστοῦ καρδιᾶς τους. Κι ἔτσι γίνονται οἱ καθοδηγητές μας. Σέ κάθε πρόβλημα πού ἀναφύεται στήν ζωή μας δέν πρέπει νά λησμονοῦμε τό πρώτιστο: τήν σχέση μας μέ τόν Χριστό καί τήν προσπάθειά μας νά βρισκόμαστε πάνω στόν λόγο Του. Ἡ προτεραιότητα αὐτή θά βλέπουμε ἄμεσα ὅτι θά μᾶς φωτίζει καί γιά τήν λύση τοῦ ὅποιου προβλήματος. ῎Ισως τελικά νά μήν ὑπάρχουν ἄλλα οὐσιαστικά προβλήματα πέρα ἀπό τόν ἴδιο τόν ἑαυτό μας καί τήν ζωντανή ἤ μή πίστη μας.  

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ ῾᾽Ιωσήφ ὁ ἀπό ᾽Αριμαθαίας...τολμήσας εἰσῆλθε πρός Πιλᾶτον καί ᾐτήσατο τό σῶμα τοῦ ᾽Ιησοῦ᾽ (Μάρκ. 15, 43) π.Γεώργιος Δορμπαράκης



῾᾽Ιωσήφ ὁ ἀπό ᾽Αριμαθαίας...τολμήσας εἰσῆλθε πρός Πιλᾶτον καί ᾐτήσατο τό σῶμα τοῦ ᾽Ιησοῦ᾽ (Μάρκ. 15, 43)

᾽Από τά πρόσωπα πού κυριαρχοῦν στό εὐαγγέλιο τῆς Κυριακῆς τῶν Μυροφόρων εἶναι ὁ ᾽Ιωσήφ ὁ ἀπό ᾽Αριμαθαίας, ὁ ὁποῖος προβάλλεται μέ τό κυριαρχικό γνώρισμά του, τῆς τόλμης, μέ τήν ὁποία κατώρθωσε γιά τήν ἐποχή ἐκείνη τό ἀκατόρθωτο: νά πάει στόν Πιλᾶτο καί νά ζητήσει καί νά ἀποκτήσει τό νεκρό σῶμα τοῦ ᾽Ιησοῦ, τό ὁποῖο βεβαίως στή συνέχεια μέ τή βοήθεια καί ἄλλων τό ἐκήδευσε. Συνιστᾶ δέ ἰδίως γιά τή σημερινή ἐποχή ἡ τόλμη του αὐτή κατεξοχήν παράδειγμα καί πρότυπο, ἀφοῦ αὐτό πού διαπιστώνουμε συνήθως, δυστυχῶς στούς περισσοτέρους μας ἤ ἔστω σ᾽ ἕνα μεγάλο μέρος τοῦ πληθυσμοῦ μας, εἶναι ἡ ἀτολμία καί ἡ δειλία, καρποί, ἀπ᾽ ὅ,τι θά φανεῖ καί στή συνέχεια, τῆς ἐλλείψεως τῆς παρουσίας τοῦ ἁγίου Πνεύματος στή ζωή μας. Μέ ἄλλα λόγια ἡ ἔλλειψη τόλμης ἀποκαλύπτει τήν ὀλιγοπιστία ἤ καί τήν ἀπιστία ἀκόμη πολλῶν ἀπό ἐμᾶς τούς Χριστιανούς καί συνεπῶς ἡ κατάσταση αὐτή καθιστᾶ περισσότερο ἀπό ἀναγκαία τήν ἀναφορά μας στήν τόλμη τοῦ ἁγίου ᾽Ιωσήφ.

Καί κατά πρῶτον: τί εἶναι τόλμη;
Θά μπορούσαμε νά τήν ὁρίσουμε ὡς τήν ψυχική ἐκείνη δύναμη καί διάθεση, πού κινεῖ τόν ἄνθρωπο ἔτσι ὥστε νά ὑπερνικᾶ τά στηρίγματα καί τίς ἀσφάλειές του, μέχρι μάλιστα τοῦ σημείου πού νά ἀψηφᾶ καί τήν ἴδια του τή ζωή. Βεβαίως, τήν ψυχική αὐτή δύναμη τήν βλέπουμε πολύ συχνά σέ διαφόρους τύπους ἀνθρώπων καί σέ πολλά ἐπίπεδα ζωῆς, ὅπως τό ἐθνικό, τό ἐπαγγελματικό, τό κοινωνικό, ἀλλά ἐμᾶς ἐδῶ μᾶς ἐνδιαφέρει ἐκείνη ἡ τόλμη πού σχετίζεται μέ τόν Θεό καί συνεπῶς μέ τή σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου. Μιλᾶμε λοιπόν γιά τήν τόλμη τοῦ Χριστιανοῦ, πού πηγάζει ἀπό τήν πίστη του στόν ᾽Ι. Χριστό καί τήν προσδοκία τῆς Βασιλείας Του, σάν τοῦ ᾽Ιωσήφ ῾ὅς ἦν προσδεχόμενος καί αὐτός τήν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ᾽ (Μάρκ. 15, 43). Ὁ χριστιανός δηλαδή ἐξαρτώντας τήν ὕπαρξή του ὄχι ἀπό τή ῾σιγουριά᾽ τῶν αἰσθήσεων καί τῆς ὑλικῆς κτίσεως, ἀλλά ἀπό τόν μή αἰσθητό καί μή μετρητό, ἄρα καί μή προσφέροντα καί ῾ἀσφάλεια᾽, κατά τά κριτήρια τοῦ κοσμικοῦ ἀνθρώπου, Θεό φανερώνει ὅτι χαρακτηριστικό τῆς ζωῆς του (πρέπει νά) εἶναι ἡ τόλμη καί ἡ ἀνδρεία καί ἡ γενναιότητα.

Τί εἶναι λοιπόν ἐκεῖνο πού τόν κάνει νά ἔχει αὐτήν τήν τόλμη καί νά τήν διακηρύσσει ὡς ἀπαραίτητο στοιχεῖο ὅλων τῶν ἀνθρώπων; Ὅπως τό ἐπισημάναμε ἤδη ἀπό τήν ἀρχή: ἡ παρουσία τοῦ ἁγίου Πνεύματος στήν ψυχή του, πού τόν κάνει ὄχι ἁπλῶς νά στηρίζεται στόν Θεό, ἀλλά καί νά εἶναι ἕτοιμος καί ὁλόκληρο τόν ἑαυτό του νά προσφέρει θυσία σ᾽ Αὐτόν. Διότι βεβαίως τό ἅγιον Πνεῦμα ὡς παντοδύναμος Θεός χορηγεῖ τόλμη καί δύναμη στόν ἄνθρωπο καί συνεπῶς τόν ἀπομακρύνει ἀπό τή δουλεία τῆς δειλίας. ῾Οὐ γάρ ἔδωκεν ἡμῖν ὁ Θεός πνεῦμα δειλίας, ἀλλά δυνάμεως καί ἀγάπης καί σωφρονισμοῦ᾽ (Β´ Τιμ. 1,7) τονίζει ὁ ἀπ. Παῦλος.
Καί πράγματι ὁλόκληρη ἡ ἱστορία τῆς ᾽Εκκλησίας εἶναι μία ἐπιβεβαίωση τῆς παραπάνω ἀλήθειας. ῎Ας θυμηθοῦμε γιά παράδειγμα τούς ἀποστόλους πρίν καί μετά τήν Πεντηκοστή. Πρίν τήν Πεντηκοστή ζοῦν φοβισμένοι καί κλεισμένοι στά σπίτια τους ῾διά τόν φόβον τῶν ᾽Ιουδαίων᾽, κάτι πού προβάλλει ἀκόμη πιό ἔντονα τήν γενναιότητα καί τήν τόλμη τοῦ ᾽Ιωσήφ, ὅπως ἀκόμη βεβαίως καί τῶν μυροφόρων γυναικῶν. Μετά ὅμως τήν κάθοδο τοῦ ἁγίου Πνεύματος τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς, μεταμορφώνονται σέ θαρραλέους κήρυκες τοῦ Εὐαγγελίου, ἐπιβεβαιώνοντας τή μαρτυρία τους γιά τήν ᾽Ανάσταση τοῦ Κυρίου μέ τό μαρτύριό τους. ῾Οὐ δυνάμεθα ἡμεῖς ἅ εἴδομεν καί ἠκούσαμεν μή λαλεῖν᾽ (Πρ. ᾽Απ. 4, 20). Τοῦτο ὅμως γίνεται, γιατί ἐνδύθηκαν ῾τήν ἐξ ὕψους δύναμιν᾽ (Λουκ. 24, 49) καί ὄχι γιατί στηρίχτηκαν στίς δικές τους δυνάμεις. Τό ἴδιο βλέπουμε καί στήν περίοδο τῶν διωγμῶν, στήν ἐποχή τῶν Πατέρων, ἀλλά καί σέ κάθε ἐποχή, ὅπου ὑπάρχουν συνεπεῖς στήν πίστη τους Χριστιανοί, κληρικοί καί λαϊκοί. ῎Ετσι ὁ Χριστιανός εἶναι τολμηρός ἄνθρωπος, πού διαπνέεται ἀπό γενναιότητα καί ἀνδρεῖο φρόνημα.

Ποιό ὅμως τό πεδίο στό ὁποῖο ἐκφράζεται ἡ τόλμη αὐτή; Πῶς φανερώνεται συγκεκριμένα;
1. Καταρχάς στό ἴδιο τό γεγονός τῆς πίστεως. Γιά νά μπορέσει ὁ ἄνθρωπος νά φτάσει στό σημεῖο τῆς ῾γεύσεως᾽ τοῦ Θεοῦ, τῆς αἰσθητῆς παρουσίας τοῦ ἁγίου Πνεύματος μέσα του, θά χρειαστεῖ κι ὁ ἴδιος ν᾽ ἀνταποκριθεῖ στό κάλεσμα τοῦ Θεοῦ νά Τόν ἀκολουθήσει. Διότι στή χριστιανική πίστη προηγεῖται τό κάλεσμα τοῦ Θεοῦ, πού καλεῖ τόν ἄνθρωπο πρός τόν ᾽Ι. Χριστό κι ἀκολουθεῖ ἡ ἀποδοχή Του. ῾Οὐδείς δύναται ἐλθεῖν πρός με, ἐάν μή ὁ πατήρ μου ὁ πέμψας με ἑλκύσῃ αὐτόν᾽ (᾽Ιωάν. 6, 44). Ἡ ἀποδοχή τῆς κλήσεως αὐτῆς φαίνεται ὅτι εἶναι ἕνα ῾πήδημα στό κενό᾽, ἀφοῦ, ὅπως παρατηρήσαμε καί παραπάνω, ὁ ἄνθρωπος δέν στηρίζεται στήν ἀσφάλεια τῶν αἰσθήσεών του, ἀλλά μόνο στήν κλήση τοῦ Θεοῦ. Αὐτό τό τολμηρό ῾πήδημα᾽ ὅμως εἶναι γιά τόν ἄνθρωπο πού τό κάνει καί ἡ μεγαλύτερη ἔκπληξη: πέφτει στή θέρμη τῆς ἀγκαλιᾶς τοῦ Θεοῦ. ῎Ετσι ἡ τόλμη τῆς πίστεως φέρνει καί τή μεγαλύτερη δυνατή ἀσφάλεια πού ὑπάρχει στόν κόσμο: τήν ἀσφάλεια τοῦ παντοδύναμου Θεοῦ. ῾Εἰ ὁ Θεός ὑπέρ ἡμῶν, τίς καθ᾽ ἡμῶν;᾽ (Ρωμ. 8, 31).

2. ῎Επειτα ἡ τόλμη τοῦ Χριστιανοῦ φανερώνεται στή βίωση τῆς πνευματικῆς ζωῆς, τῆς πορείας δηλαδή πρός αὔξηση τῆς σχέσεώς του μέ τόν Θεό καί τήν ἀπόκτηση περισσοτέρου ἁγίου Πνεύματος. Καί τοῦτο γιατί στήν πορεία του αὐτή ἐναντιώνονται σ᾽ αὐτόν τά πάθη του, οἱ πονηρές πνευματικές δυνάμεις, τά στοιχεῖα τοῦ κόσμου τούτου. ῾Οὐκ ἔστιν ἡμῖν ἡ πάλη πρός αἷμα καί σάρκα᾽, μαρτυρεῖ ὁ ἀπ. Παῦλος, ῾ἀλλά πρός τάς ἀρχάς, πρός τάς ἐξουσίας, πρός τούς κοσμοκράτορας τοῦ σκότους τοῦ αἰῶνος τούτου, πρός τά πνευματικά τῆς πονηρίας ἐν τοῖς ἐπουρανίοις᾽ (᾽Εφεσ. 6, 12). ῎Ετσι χωρίς τόλμη δέν μπορεῖ νά διεξαχθεῖ αὐτός ὁ πνευματικός ἀγώνας, ὁ ὁποῖος συνίσταται στήν ἀντίσταση ἀπό τόν πιστό τῶν ἐπιθέσεων τοῦ διαβόλου καί στό ἄνοιγμα τῆς ὑπάρξεώς του στόν Θεό. Στόν ἀγώνα βεβαίως αὐτό συμμετέχει καί ἡ ἴδια ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ, καθώς καί ὁ ἀγαθός κόσμος τῶν ἀγγέλων. Διότι μόνος του ὁ Χριστιανός δέν μπορεῖ νά κάνει τίποτε γιά τή σωτηρία του. ῾Χωρίς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν᾽ (᾽Ιωάν. 15,5). Εἶναι ἀπαραίτητη ὅμως κι ἡ δική του συμμετοχή. Μάλιστα μᾶς ἀναφέρουν οἱ πνευματικοί μας Πατέρες ὅτι ὅταν ὁ διάβολος δεῖ τήν ψυχή νά πολεμᾶ ἐναντίον του μέ τόλμη, ἀπομακρύνεται ἀπό αὐτήν, ἐνῶ ὅταν τήν δεῖ νά δειλιάζει, ἤδη ὁ δρόμος γιά τήν ἅλωσή της εἶναι ἀνοικτός. Εἶναι πολύ χαρακτηριστικά τά λόγια τοῦ πατέρα τοῦ μοναχισμοῦ ἁγίου ᾽Αντωνίου, ὅπως μᾶς τά παραθέτει ὁ ἅγιος ᾽Αθανάσιος στή βιογραφία του: ῾῎Αν παραμένει γιά πολύ ἡ ψυχή στό φόβο, τότε εἶναι παρόντες ἐκεῖ οἱ ἐχθροί. Διότι οἱ δαίμονες δέν βγάζουν ἀπό τούς ἀνθρώπους τό φόβο...Μᾶλλον, ὅταν δοῦν ἀνθρώπους πού φοβοῦνται, αὐξάνουν τίς φαντασίες, ὥστε νά τούς τρομοκρατοῦν περισσότερο. Καί μετά, ὅταν πιά τούς κατακτήσουν, παίζουν μαζί τους λέγοντας: - Γονατίστε τώρα νά μᾶς προσκυνήσετε... ῎Ας μήν ἀπατώμαστε (λοιπόν) μέ τόν τρόπο αὐτό οὔτε νά φαινώμαστε δειλοί... ᾽Απεναντίας νά νιώθουμε θαρραλέοι καί πάντοτε χαρούμενοι, σάν νά ἔχουμε σωθεῖ. Νά σκεφτώμαστε ὅτι ὁ Κύριος εἶναι μαζί μας᾽.

3. ᾽Επίσης ἡ τόλμη τοῦ Χριστιανοῦ φανερώνεται ἀκόμη καί στίς ἴδιες τίς πτώσεις του. Ὁ Χριστιανός πού ἀγωνίζεται στό δρόμο τῆς πνευματικῆς του προκοπῆς, εἶναι πολύ πιθανό ὅτι θά ἔχει καί στιγμές ἀδυναμίας καί πτώσεως. Μή ξεχνᾶμε ὅτι ὁ ἅγιος στήν πίστη μας δέν εἶναι ὁ ἀναμάρτητος, ἀλλ᾽ ὁ ἀγωνιστής καί μάλιστα στόν δρόμο τῆς μετάνοιας. Σ᾽ αὐτές τίς στιγμές λοιπόν ἀπαιτεῖται τόλμη γιά νά ξανασταθεῖ στά πόδια του καί νά μήν ἀπελπιστεῖ. Νά μπορεῖ νά στρέψει τό βλέμμα του στόν Οὐρανό, ἐπικαλούμενος τή χάρη τοῦ Θεοῦ γιά μετάνοια. Σάν τόν νεαρό μοναχό τοῦ Γεροντικοῦ, πού ἀπελπισμένος ἀπό κάποιες πτώσεις του ὁδηγήθηκε στό κελλί ἑνός μεγάλου καί διακριτικοῦ Γέροντα. Κι ὅταν τοῦ ἀνακοίνωσε τήν πτώση στήν ἁμαρτία του, ἐκεῖνος μέ χαρακτηριστική ἁπλότητα τοῦ εἶπε νά σηκωθεῖ. – Μά ξανάπεσα, ψιθύρισε καί πάλι ὁ νεαρός μοναχός. – Καί πάλι νά σηκωθεῖς, τόν παρότρυνε ὁ Γέροντας. Κι αὐτό νά κάνεις, νά βάζεις δηλαδή πάντα ἀρχή μετανοίας, μέχρι τό τέλος τῆς ζωῆς σου. Μόνον νά εὔχεσαι ὁ θάνατος νά σέ εὕρει στή μετάνοια καί ὄχι στήν πτώση. ῞Ωστε τόλμη ἀπαιτεῖται καί στή μετάνοια, γιά νά μπορῶ νά ἐλπίζω στήν ἄπειρη φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ, πού εἶναι μεγαλύτερη ἀπό ὅλες τίς πτώσεις καί ἁμαρτίες μου.

4. Μά τόλμη χρειάζεται τέλος καί γιά τήν ὁμολογία καί τή μαρτυρία μας ὡς Χριστιανῶν. Εἰδικά στήν ἐποχή μας πού τό κακό ἔχει ἀποθρασυνθεῖ καί παρουσιάζεται ὡς τό φυσιολογικό καί τό κανονικό, ἀπαιτεῖται τόλμη γιά νά εἶναι κανείς συνεπής χριστιανός καί νά δίνει μαρτυρία τῆς πίστεώς του αὐτῆς. Κι ἡ μαρτυρία αὐτή εἶναι καί λόγων, μά κυρίως πρέπει νά εἶναι ζωῆς. Εἶναι ἀνάγκη νά συνειδητοποιήσουμε οἱ Χριστιανοί ὅτι ἡ χλιαρότητα στήν πίστη εἶναι ἡ χειρότερη κατάσταση καί γιά ἐμᾶς, ἀλλά καί γιά τούς ἀνθρώπους πού βρίσκονται γύρω μας. Θά ἔλεγε μάλιστα κανείς ὅτι εἶναι προτιμότερο νά εἶναι ὁ ἄνθρωπος στρατευμένος ἄθεος παρά ἀδιάφορος, ἀφοῦ ὑπάρχει μεγαλύτερη πιθανότητα στόν πρῶτο νά μεταστραφεῖ ἀπό ὅ,τι στόν δεύτερο. ῾῎Οφειλες νά εἶσαι ψυχρός ἤ θερμός᾽, μᾶς λέει τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ στήν ᾽Αποκάλυψη τοῦ ᾽Ιωάννη. ῾᾽Αλλ᾽ ἐπειδή εἶσαι χλιαρός, καί οὔτε ζεστός οὔτε ψυχρός, θά σέ ἐμέσω ἀπό τό στόμα μου᾽ (3, 15-16).

Παρασκευή, Μαΐου 02, 2014

Μοναχός Νικόλαος Ἁγιορείτης, Ἡ συνάντησις τοῦ Πάπα μὲ τὸν Οἰκουμενικὸν Πατριάρχην

συνάντησις το Πάπα μ τν Οκουμενικν Πατριάρχην
Το Μοναχο Νικολάου γιορείτου
Εἶναι ἀπορίας ἄξιον πῶς ἕνα γεγονὸς ποὺ προκάλεσε μεγάλο σάλο καὶ σύγχυση στοὺς κόλπους τὴς Ἑλλαδικῆς Ἐκκλησίας καὶ στὸ Ἅγιο Ὄρος, καὶ ὄχι μόνον, νὰ ἑορτάζεται μὲ συνάντηση μεταξὺ τοῦ Πατριάρχου καὶ τοῦ αἱρετικοῦ Πάπα!
Ἡ ἀναγγελία αὐτὴ τῆς ἐπετείου τῆς παράνομης ἄρσεως τῶν ἀναθεμάτων, μᾶς ἐνθύμησε ἡμέρας θλιβερῆς μνήμης. Ὁ ἀπολογισμὸς τῶν πενήντα χρόνων, τῆς προσέγγισης αὐτῆς δὲν ἔφερε κανένα ἀποτέλεσμα. Τὰ ἐπίθετα τῆς κοσμικῆς ἀγαπολογίας ποὺ εἰπώθηκαν τότε, μεταξὺ Ἀθηναγόρα καὶ Πάπα,
καὶ τοῦ σημερινοῦ Πάπα, γιὰ τὴν προσεχῆ συνάντησή του μὲ τὸν Πατριάρχη στὰ Ἱεροσόλυμα, τὰ ἀκούει κανεὶς εὔκολα ὅταν βρεθῆ σὲ ἕνα κοσμικὸ περιβάλλον. Ἄλλο ἡ κοσμικὴ ἀγάπη, ποὺ δὲν ἔφερε ἐπὶ πενήντα ἔτη κανένα ἀποτέλεσμα καὶ ἄλλο ἡ πνευματικὴ ἀγάπη ποὺ ἑλκύει τὸ ἔλεος, καὶ τὸ φωτισμὸ τοῦ Ἁγίου Θεοῦ. Τὶς ὑγιεῖς προϋποθέσεις γιὰ ἕνα καρποφόρο διάλογο, τὶς ἀναφέρει στὴν ἐπιστολὴ - καθρέπτη, γιὰ τὴ σημερινὴ ἐποχή μας ὁ μακαριστὸς Γ. Παΐσιος, «θὰ ἤθελα νὰ παρακαλέσω θερμὰ ὅλους τοὺς φιλενωτικοὺς ἀδελφούς μας: Ἐπειδὴ τὸ θέμα τῆς ἑνώσεως τῶν Ἐκκλησιῶν εἶναι κάτι τὸ πνευματικὸν καὶ ἀνάγκην ἔχομεν πνευματικῆς ἀγάπης, ἂς τὸ ἀφήσουμε σὲ αὐτοὺς ποὺ ἀγαπήσανε πολὺ τὸν Θεὸν καὶ εἶναι θεολόγοι, σὰν τοὺς Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας, καὶ ὄχι νομολόγοι, ποὺ προσφέρανε καὶ προσφέρουν ὁλόκληρο τὸν ἑαυτόν τους εἰς τὴν διακονίαν τῆς Ἐκκλησίας (ἀντὶ μεγάλης λαμπάδας), τοὺς ὁποίους ἄναψε τὸ πῦρ τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ καὶ ὄχι ὁ ἀναπτήρας τοῦ νεωκόρου».
Ἡ σημερινὴ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, ποὺ φέρει στὸ σῶμα της τὰς πληγὰς τοῦ ἡμερολογιακοῦ σχίσματος καὶ τὴν ἀποτείχιση πολλῶν τέκνων της ἀπὸ τὰς παρανόμους καὶ προδοτικὰς συμπροσευχὰς τῶν οἰκουμενιστῶν, ποιὰ εἶναι ἆραγε ἡ εὔλογη προτεραιότητα γιὰ τὴ θεραπεία αὐτῶν τῶν πληγῶν στὸ σῶμα τῆς μητέρας μας, Ἁγίας Ὀρθοδοξίας; Ὁ κοινὸς ἁπλὸς νοῦς σκέπτεται καὶ ὁμολογεῖ: Ἰατρὲ θεράπευσον πρῶτα σεαυτόν. Καὶ ὁ μακαριστὸς Γ. Παΐσιος μᾶς πληροφορεῖ πάλι μέσα ἀπὸ τὴν ἐπιστολὴ του γιὰ τὴν προτεραιότητα τοῦ προβλήματος αὐτοῦ «Εἰς τοὺς καιροὺς μας βλέπομεν ὅτι πολλὰ πιστὰ τέκνα τῆς Ἐκκλησίας μας, Μοναχοὶ καὶ λαϊκοὶ ἔχουν δυστυχῶς ἀποσχισθῆ ἀπὸ αὐτὴν ἐξ αἰτίας τῶν φιλενωτικῶν. Ἂς εὐχηθοῦμε νὰ δώση ὁ Θεὸς τὸν φωτισμόν του σὲ ὅλους μας καὶ στὸν Πατριάρχην, διά νὰ γίνη πρῶτον ἡ ἕνωσις αὐτῶν τῶν «Ἐκκλησιῶν», νὰ πραγματοποιηθῆ ἡ γαλήνη ἀνάμεσα στὸ σκανδαλισμένο Ὀρθόδοξο πλήρωμα, ἡ εἰρήνη καὶ ἡ ἀγάπη μεταξὺ τῶν Ὀρθοδόξων Ἀνατολικῶν Ἐκκλησιῶν, καὶ κατόπιν ἂς γίνη σκέψις διά τὴν ἕνωσιν μετὰ τῶν ἄλλων «Ὁμολογιῶν», ἐὰν καὶ ἐφ᾽ ὅσον εἰλικρινῶς ἐπιθυμοῦν ν᾽ ἀσπασθοῦν τὸ Ὀρθόδοξο Δόγμα».
Οἱ Οἰκουμενισταὶ ἀντίθετα, ἀπ᾽ αὐτὴ τὴν προτεραιότητα, ἄρχισαν ἕνα πολύχρονο θεολογικὸ διάλογο, μετὰ τῶν αἱρετικῶν παπικῶν γιὰ τὰ ἑνοῦντα τῇ πίστῃ, χωρὶς κανένα ἀποτέλεσμα. Καὶ στὴ μέση τοῦ διαλόγου αὐτοῦ, ἀντὶ γιὰ θεολογικὴ ἐνημέρωση γιὰ τὰ ἀποτελέσματα τοῦ διαλόγου αὐτοῦ πρὸς τοὺς πιστοὺς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἔκαναν τὴν ἑξῆς διάγνωση. Διέγνωσαν ὅτι οἱ κληροδοτήσαντες εἰς ἡμᾶς τὴν διάσπαση προπάτορες ἡμῶν, ἔπεσαν θύματα τοῦ ἐχθροῦ ἡμῶν. Προϊόντως τοῦ χρόνου, ἐσχάτως ἄρχισαν καὶ οἱ συζητήσεις γιὰ τὰ διαιροῦντα τῇ πίστῃ, ὅπως εἶναι τὸ πρωτεῖο τοῦ Πάπα κλπ. Καὶ πάλι οἱ πιστοὶ περίμεναν μία οὐσιαστικὴ ἐνημέρωση γιὰ τὴν πορεία αὐτῶν τῶν διαλόγων, καὶ βγῆκε ὀρθόδοξος ποιμένας καὶ δήλωσε ὅτι, ὅποιος πιστεύει ὅτι εἶναι αἱρετικὴ ἡ παπικὴ Ἐκκλησία ἔχει ψυχολογικὰ προβλήματα.
Ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι πιστοί, χρόνια τώρα, περιμέναμε μία θεολογικὴ ἐνημέρωση, γιὰ τὴν πορεία αὐτῶν τῶν διαλόγων, καὶ αὐτὸς ὁ εὐλογημένος μᾶς ἔκανε ἰατρικὴ διάγνωση. Πλήρης εἶναι ἡ ἀποτυχία αὐτῶν τῶν λεγομένων θεολογικῶν διαλόγων, ποὺ διεξάγονται τόσα χρόνια. Ὁ Πρώην Πρόεδρος αὐτῶν τῶν διαλόγων, ὁ Αὐστραλίας Στυλιανός, τοὺς διαλόγους αὐτοὺς ἐβάπτισε καὶ τοὺς ὀνόμασε ἀνούσιους διαλόγους. Ἡ προσπάθεια τῶν Ὀρθοδόξων Ταγῶν νὰ κάνουν ἔργῳ τὴν αἴτηση τῆς θείας λειτουργίας «Ὑπὲρ τῆς τῶν πάντων ἑνώσεως» στὴ σημεριμὴ ἐποχὴ τῆς ἀποστασίας, ἔχει στεφθῆ ἀπὸ πλήρη ἀποτυχία, διότι προκρίνουν στὴν πονηρὴ ἐποχὴ ποὺ ζοῦμε τὴν κοσμικὴ ἀγάπη. Στὴν ἐποχὴ αὐτὴ τῆς ἀποστασίας προέχει ἡ μετάνοια καὶ ἡ προσευχή. Ἡ ἐπιμονὴ τῶν οἰκουμενιστῶν στὴν παράνομη προσπάθεια αὐτή, θὰ ἐπιφέρη μὲ τὴν κακὴ ἕνωση, ποὺ θὰ προκύψη, ἀνεπανόρθωτο πλῆγμα στὸ σῶμα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.
Στὰ διαρρεύσαντα αὐτὰ χρόνια ποὺ συζητοῦσαν οἱ Ὀρθόδοξοι Ταγοὶ μέσα στὶς αἴθουσες μετὰ τῶν παπικῶν, γιὰ τὴν ἕνωση τῶν Ἐκκλησιῶν, σὲ ἄλλες αἴθουσες τῆς Βουλῆς, ὁ Καίσαρας στὸ Προσκήνιο, οἱ ἀντίχριστες δυνάμεις τῆς Ν. Ἐποχῆς στὸ παρασκήνιο. Καὶ ὄπισθεν αὐτῶν ὁ Κανονάρχης καὶ ἐχθρὸς τοῦ γένους ἡμῶν διάβολος, κατάφεραν νὰ ψηφίσουν νόμους, ἀκριβῶς ἀντιθέτους μὲ τοὺς νόμους τοῦ Ἁγίου Εὐαγγελίου. Μὲ πρῶτο νόμο τὸν φόνο τῶν ἐκτρώσεων, τὴν διάλυση τῆς οἰκογενείας μὲ τὰ αὐτόματα διαζύγια τὸν πολιτικὸ γάμο, τὴν ἀποποινικοποίηση τῆς πορνείας - μοιχείας - βλασφημίας, τὴν κατάργηση τῆς Κυριακῆς ὡς ἀργίας, τὴν καύση τῶν νεκρῶν, τὴν ἀπαξίωση τῆς παιδείας, τὴν προβολὴ τῆς πανσεξουαλικότητος, τὴν θέσπιση τοῦ ἐγκεφαλικοῦ θανάτου, καὶ ἐσχάτως τὴν συζήτηση γιὰ τὴν ψήφιση τοῦ νόμου τῆς ντροπῆς γιὰ τὴν συμβίωση τῶν ὁμοφυλοφίλων.
Σὲ ὅλο τὸ διαρρεῦσαν χριστιανικὸ παρελθόν, ὅταν ἡ ἀνθρωπότητα παρέβαινε τὴν ἀλήθεια τῶν Εὐαγγελικῶν Νόμων, ὁ Θεὸς μὲ τὴν στοργική του ἀγάπη καὶ παιδεία, ἐπανέφερε πάλι τὴν ἀνθρωπότητα στὸν ἴσιο δρόμο τῆς ἀληθείας. Ἀντίθετα σήμερα, ἀπὸ τὴ μία ὁ Καίσαρας, μὲ τὴν ψήφιση τῶν ἀντιχρίστων καὶ ἀντιευαγγλικῶν νόμων, καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη οἱ ὀρθόδοξοι Ταγοὶ μὲ τοὺς πολύχρονους λεγόμενους θεολογικοὺς διαλόγους μὲ τοὺς αἱρετικοὺς παπικούς, τείνουν καὶ αὐτοὶ νὰ καταργήσουν τὴν ἀλήθεια τῶν δογμάτων τῶν Ἁγίων Πατέρων. Ἡ κατάργηση τῆς ἀλήθειας τῶν εὐαγγελικῶν νόμων, καὶ τῶν δογμάτων τῶν Ἁγίων Πατέρων, σημαίνει τὴν ἀποστασία ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, καὶ φανερὰ πλέον θὰ τρυγήσουμε τοὺς πικροὺς καρποὺς τῆς ἀποστασίας μας.
Ἐδῶ τίθενται τρία ἐρωτήματα:
Πρῶτον, πῶς σήμερα, ἀντίθετα ἀπὸ τὸ χθές, περνοῦν μὲ μεγάλη εὐκολία καὶ ψηφίζονται ἀπὸ τὴν Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων, νομοσχέδια, ποὺ εἶναι ἀντίθετα μὲ τὶς αἰώνιες ἀλήθειες τοῦ Ἁγίου Εὐαγγελίου;
Δεύτερον, πῶς ζήσανε ἆραγε οἱ προπάτορες ἡμῶν, χωρὶς τὴν σημερινὴ ἀναγκαιότητα τῶν ἀντιχρίστων νόμων ποὺ ἔχουν ψηφισθῆ μέχρι τώρα;
Καὶ τρίτον, ποιοὶ εἶναι ἄραγε θύματα τοῦ ἀρχέκακου ὄφεως, οἱ προπάτορες ἡμῶν ἢ ἐμεῖς τῆς σύγχρονης τεχνολογίας καὶ παρανομίας καὶ ὑποκριτικῆς πολιτικῆς ἄνθρωποι;
Ἂν οἱ οἰκουμενισταὶ συνεχίσουν τὸν ὀλισθηρὸ αὐτὸ δρόμο, τότε χωρὶς νὰ τὸ θέλουν, θὰ συμπράξουν μὲ τοὺς διαδόχους τοῦ προφήτου Μωϋσέως, Γραμματεῖς καὶ Φαρισαίους, ὅπως αὐτοὶ σταύρωσαν τὸν Βασιλέα τῆς Δόξης, οὕτω καὶ ἐσεῖς οἱ οἰκουμενισταί, οἱ ἐπικεφαλῆς τοῦ Νέου Ἰσραήλ, καὶ διάδοχοι τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, ποὺ συμπράττετε μὲ τὸ οἰκουμενιστικὸ πνεῦμα τῆς Ν. Ἐποχῆς, θὰ διαιρέσετε τὴν Ἁγία Ὀρθοδοξία μας.
Τὸ κάκιστον τέκνον τοῦ ἀρχεκάκου ὄφεως, ὁ ἀδίστακτος οἰκουμενισμὸς ποὺ γεννήθηκε τὸ 1902, ὅταν ἀνδρώθηκε στὸ πρῶτο παρθενικό του βῆμα, μέσα ἀπὸ τὰ μεγάλα δεινά, καὶ τὶς στάχτες τῆς Μικρασιατικῆς καταστροφῆς καὶ τὸ σβήσιμο τῶν φιαλῶν τῆς ἀποκαλύψεως τὸ 1922, κατάφερε τὸ πρῶτο πλῆγμα στὸ σῶμα τῆς Ἁγίας Ὀρθοδοξίας μας διά τοῦ ἡμερολογιακοῦ σχίσματος τὸ 1923. Τὸ δεύτερο προκλητικὸ κτύπημα, τὸ ἔκανε τὸ 1965 μὲ τὴν παράνομη ἄρση τῶν ἀναθεμάτων, ποὺ ὡς κάκιστο τέκνο ἔσπειρε τὴν σύγχυση στὶς τάξεις τῶν πιστῶν μὲ τὶς παράνομες καὶ προδοτικὲς συμπροσευχὲς τῶν οἰκουμενιστῶν, καὶ μὲ τὴν παρερμηνεία στὰ δόγματα τῶν Ἁγίων Πατέρων. Καὶ τώρα ἑτοιμάζεται, γιὰ τὸ τρίτο ἅλμα στὸ χάος τοῦ κενοῦ, ποντάροντας ὅτι, αὐτὸ θὰ γίνη πανορθοδόξως, γιὰ νὰ φαίνεται ἐξωτερικὰ ὅτι ἔχει μεγάλη ἰσχύ. Γι᾽ αὐτὸ τὸ ἅλμα ἔχουν δουλέψει πολλοί, πολλὰ χρόνια τώρα ἀπὸ τὸ παρασκήνιο. Ξεχνοῦν ὅτι, ἂν ἐπὶ προφήτου Ἡλιοῦ δὲν ἔκλιναν γόνυ στὸν ψευδοθεὸ Βαὰλ δέκα χιλιάδες, σήμερα στὴν ἐπιχειρούμενη ψευδένωση μὲ τοὺς αἱρετικοὺς παπικούς, ἐλάχιστοι καὶ ἀδιάφοροι πρὸς τὴν πίστη ἄνθρωποι θὰ τοὺς ἀκολουθήσουν. Οἱ περισσότεροι θὰ παραμείνουν πιστοὶ στὴν Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία τῆς Ἀποκαλύψεως.
Ορθόδοξος Τύπος, 2/5/2014
πηγή

Πρωτοπρ. Βασίλειος Γεωργόπουλος, Ένας κακόδοξος τρόπος προσευχής


Ἕνας κακόδοξος τρόπος προσευχῆς
Τοῦ πρωτ. π. Βασιλείου Ἀ. Γεωργοπούλου, Λέκτορος Θεολογικῆς Σχολῆς Α.Π.Θ
Εἶναι γνωστή ἡ σπουδαιότητα, ἡ ἀξία καί ἡ δύναμη τῆς προσευχῆς γιά κάθε χριστιανό. Τά συγκεκριμένα ὅμως γνωρίσματα τῆς προσευχῆς ἀκυρώνονται, ὅταν ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖο προσευχόμαστε εἶναι κακόδοξος.
Ἕνα τέτοιο κακόδοξο τρόπο προσευχῆς συναντᾶμε στά ἔντυπα διαφόρων αἱρετικῶν κινήσεων (Πεντηκοστιανῶν, διαφόρων προτεσταντικῶν ὁμάδων), ὅπου προτρέπονται νεοπροσήλυτοι νά κλίνουν τά γόνατα καί νά προσευχηθοῦν ἐνθέρμως στόν Χριστό ξεκινώντας τήν προσευχή τους μέ τό ἑξῆς: «Χριστέ μου ἤ Κύριε ἄν εἶσαι ζωντανός νά μοῦ ἀποκαλυφθεῖς».

Τί διαπιστώνει κάποιος μέ αὐτοῦ τοῦ εἴδους τήν εἰσαγωγή κατά τήν προσευχή; Ξεκινάει ἡ προσευχή μέ δυσπιστία, ἀκυρώνοντας οὐσιαστικά τήν προτροπή τοῦ Θεανθρώπου στόν Ἀπόστολο Θωμᾶ: «μακάριοι οἱ μή ἰδόντες καί πιστεύσαντες» (Ἰωάν. 20, 29).
Ἐπιπλέον ὅμως ἰσχύει καί κάτι πιό τραγικό. Προτρέπονται τά μέλη τῶν αἱρετικῶν κινήσεων, νά ξεκινήσουν τήν ἐπικοινωνία τους μέ τόν Χριστό υἱοθετώντας τόν ἴδιο ὑποτιμητικό καί βλάσφημο τρόπο ἀναφορᾶς τῶν ἀρχιερέων, τῶν γραμματέων, τῶν πρεσβυτέρων καί τῶν φαρισαίων, οἱ ὁποῖοι ξεκινοῦσαν μέ τήν ἴδια ἀμφισβήτηση καί δυσπιστία καί μεταξύ τῶν ἄλλων ἔλεγαν: «εἰ βασιλεύς Ἰσραήλ ἐστι, καταβάτω νῦν ἀπό τοῦ σταυροῦ καί πιστεύσομεν ἐπ᾽ αὐτῷ» (Ματθ. 27, 42).
Ἄν εἶσαι βασιλεύς τοῦ Ἰσραήλ, ἔλεγαν τότε οἱ σταυρωτές τοῦ Χριστοῦ, ἄν εἶσαι ζωντανός, προτρέπονται νά ἐπαναλάβουν σήμερα, οἱ νεοπροσήλυτοι στήν πλάνη.
Καί ὅμως, ἐπαναλαμβάνοντας λεκτικά σχήματα ἀμφισβήτησης ἐχθρῶν τοῦ Σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ ἔχουν τήν ψευδαίσθηση ὅτι προσεύχονται καί ὅτι ἐπιτελοῦν ἔργο θεάρεστο.
Γιά μιά ἀκόμα φορά ἐπιβεβαιώνεται τό πανθομολογούμενο μέσα στήν ἐκκλησιαστική ἱστορία ὅτι ἡ πλάνη περί τό δόγμα ἐκφράζεται στήν καθημερινότητα ὡς ἀρρωστημένο ἦθος, τό ὁποῖο δυστυχῶς καταγράφεται καί ὡς κακόδοξος τρόπος προσευχῆς.
Ὡς τελικό σχόλιο θέλουμε νά ἐπισημάνουμε ὅτι καί στήν περίπτωση αὐτή ἐπιβεβαιώνεται ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ: «εἰ οὖν τό φῶς τό ἐν σοί σκότος ἐστί, τό σκότος πόσον;» (Ματθ. 6, 23).
Ορθόδοξος Τύπος,02/05/2014
πηγή

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΤΙΜΟΘΕΟΣ ΚΑΙ ΜΑΥΡΑ π. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΔΟΡΜΠΑΡΑΚΗΣ




«Ο άγιος Τιμόθεος που ανήκε στους κληρικούς, ήταν δάσκαλος των ιερών λόγων, καταγόταν από την κώμη των Πεναπέων, και μόλις είχε έλθει σε γάμου κοινωνία με την Μαύρα. Δεν είχαν περάσει ούτε είκοσι ημέρες από το γάμο του, και κατηγορήθηκε ότι ήταν χριστιανός, οπότε οδηγείται προς τον ηγεμόνα της Θηβαΐδος Αρριανό. Όταν πρόσταξε αυτός να του φέρει τα βιβλία που διαβάζει στους χριστιανούς, δεν το έκανε βεβαίως, αντείπε μάλιστα στον Ηγεμόνα ότι θεωρεί τα βιβλία σαν παιδιά του, από τα οποία αντλεί στήριγμα, ότι αυτά φρουρούνται από τους Αγγέλους, επειδή η δύναμη των γραμμένων σ᾽αυτά τους καλεί σε βοήθεια, κι ότι ασφαλώς κανείς δεν παραδίδει μόνος του τα παιδιά του σε θάνατο. Γι᾽ αυτόν τον λόγο πέρασαν στα αυτιά του σίδερα πυρωμένα, από τα οποία οι κόρες των οφθαλμών ξεράθηκαν και έπεσαν. Έπειτα δένουν τους αστραγάλους του σε τροχό, περνάνε χαλινάρι στο στόμα του και το κρεμάνε στο κεφάλι του, αφού του πρόσδεσαν στον τράχηλό του και μία πέτρα.
Καθώς όμως δεν υποχωρούσε με όλα αυτά, ήλπισε ο Ηγεμόνας ότι θα εξαπατήσει τη γυναίκα του Μαύρα, την οποία προσπάθησε να πείσει με κολακείες, ώστε να την οδηγήσει σε λατρεία των ειδώλων. Αυτή βεβαίως δεν τον άκουσε, κι αφού πείστηκε μάλλον στις παραινέσεις του αγίου, ομολόγησε ενώπιον του Ηγεμόνα ότι είναι χριστιανή. Της έκοψαν λοιπόν τις τρίχες της κεφαλής, τις απέκοψαν και τα δάκτυλα και την έριξαν μέσα σε βραστό νερό. Έμεινε όμως άφλεκτη μέσα σ᾽αυτό, τόσο που ο Ηγεμόνας υπενόησε  ότι το νερό στο οποίο ρίχτηκε δεν ήταν θερμό αλλά ψυχρό. Γι᾽ αυτό  προστάζει να ραντιστεί στο χέρι με το νερό. Όταν λοιπόν η αγία πήρε νερό με το χέρι της από τον λέβητα και το έριξε πάνω στο δικό του χέρι, αμέσως έσκασε το δέρμα του Ηγεμόνα. Μετά από αυτό λοιπόν σταυρώνει και τους δύο, τον Τιμόθεο και την Μαύρα, κι αφού παρέμειναν εννέα ημέρες πάνω στο ξύλο, προέτρεπαν και συμβούλευαν ο ένας τον άλλον διαδοχικά να υπομένουν με καρτερία τα βασανιστήρια και να μην υποχωρήσουν, και έτσι παρέδωσαν τα πνεύματά τους στον Κύριο.
Συνέβη δε σαν σε έκσταση να έλθει ο διάβολος στην αγία μάρτυρα, όταν ήταν ακόμη στον σταυρό, και να της προσφέρει ποτήριο γεμάτο από μέλι και γάλα, προτρέποντάς την να το πιει. Αυτή όμως τον απώθησε με προσευχή. Και πάλι συνέβη να την οδηγήσει σε ποτάμι που έρρεε τους ίδιους χυμούς, το μέλι δηλαδή και το γάλα, και την προέτρεπε να πιει. Αυτή τότε είπε: ᾽Δεν πίνω από αυτά, αλλά απο το ποτήριο που με κέρασε ο Χριστός᾽. Και έτσι ο διάβολος απήλθε ηττημένος από αυτήν. Ήλθε τότε άγγελος του Θεού και φάνηκε να οδηγεί την αγία στον ουρανό, κρατώντας την από το χέρι, και της έδειξε θρόνο και λευκή στολή και στεφάνι και της είπε: ῾Αυτά ετοιμάστηκαν για σένα᾽. Έπειτα την οδήγησε σε υψηλότερο μέρος και πάλι της έδειξε άλλο θρόνο και ωραιότατη στολή και στεφάνι, λέγοντάς της πάλι: ῾Αυτά κληρώθηκαν για τον άνδρα σου. Η διαφορά του τόπου σού δείχνει ότι ο άνδρας σου έγινε μάλλον για σένα πρόξενος της σωτηρίας᾽. Τελείται δε η σύναξή τους στο αγιότατο μαρτυρείο τους, που βρίσκεται πέραν στις Ιουστινιανές».

Ο άγιος Ιωσήφ ο υμνογράφος αξιοποιεί για μία ακόμη φορά τα ονόματα των αγίων, προκειμένου να χαρακτηρίσει με αυτά το ποιόν της αγιότητάς τους. ῾Τίμησαν τον Θεό και μαύρισαν την πλάνη – σημειώνει – ο Τιμόθεος βεβαίως και η ένδοξη Μαύρα᾽(῾Τιμήσαντες Θεόν απημαύρωσαν πλάνην, Τιμόθεος σαφώς και η ένδοξος Μαύρα᾽) (κάθισμα όρθρου). Επανειλημμένως χρησιμοποιεί τα σχήματα του λόγου, κατεξοχήν την αντίθεση μεταξύ του φωτός και του σκότους, για να δείξει ότι παρ᾽όλον ότι Μαύρα ονομάζεται η αγία, είναι γεμάτη από το φως του Θεού. ῾Με αστράπτουσα μορφή, σεμνή Μαύρα παμμακάριστη, και με το φως της χάρης που είχες μαύρισες τις όψεις του φοβερού τύραννου᾽(῾Μορφή αστραπτούση, ω σεμνή Μαύρα παμμακάριστε, και τω φωτί της σης χάριτος, όψεις ημαύρωσας του δεινού τυράννου᾽) (στιχηρό εσπερινού). ῾Απέρριψες τη σκοτεινή κακή γνώμη, θεομακάριστε, και έγινες φως με το μαρτύριο᾽ (῾Την ζοφώδη κακόνοιαν απορριψαμένη, φως εχρημάτισας διά του μαρτυρίου, θεομακάριστε᾽) (ωδή ε´).

Το φως του Θεού με το οποίο ήταν γεμάτοι οι άγιοι υπήρξε αποτέλεσμα του πνευματικού τους αγώνα. Ο άγιος υμνογράφος τονίζει ότι αν αξιώθηκαν ῾οι μεγαλομάρτυρες του Χριστού᾽(ωδή δ´) να μετάσχουν στη δόξα και το φως Εκείνου ήταν γιατί τήρησαν τις εντολές και τους νόμους Του και έγιναν στο τέλος κοινωνοί και των παθημάτων Του. ῾Αξιωθήκατε να δείτε την δόξα Αυτού που άδειασε τον εαυτό Του από αγάπη για εμάς, πανεύφημοι. Διότι φυλάξατε τους νόμους Του και γίνατε κοινωνοί των παθημάτων Του᾽ (῾Ιδείν την δόξαν κατηξιώθητε του εαυτόν κενώσαντος δι᾽ οίκτον, πανεύφημοι. Τους αυτού γαρ νόμους εφυλάξατε και κοινωνοί των τούτου παθημάτων γεγόνατε᾽) (ωδή θ´). Η κοινωνία των παθημάτων του Κυρίου από το ιερό ζεύγος, με αποκορύφωση τον σταυρό τους, είναι κάτι στο οποίο επιμένει ο υμνογράφος. Όχι μία και δύο, αλλά πολλές φορές προβάλλει τον εξεικονισμό του πάθους του Κυρίου από τους μάρτυρες. ῾Σας κρέμασαν πάνω στο ξύλο του σταυρού, πανεύφημοι, για πολλές ημέρες και εξεικονίσατε έτσι το σεπτό πάθος Εκείνου που έπαθε με τη θέλησή Του᾽(῾Επί ξύλου ταθέντες σταυρού, πανεύφημοι, επί πλείστας ημέρας εξεικονίσατε πάθος το σεπτόν του παθόντος βουλήματι᾽) (ωδή η´). Και ποια η αιτία της τήρησης του νόμου του Κυρίου και του με σταυρό μαρτυρίου τους; Όχι άλλο από εκείνο που συνιστά, όπως γνωρίζουμε, το κίνητρο κάθε αγίου: την θερμή αγάπη προς τον Θεό. ῾Συνδέσατε τις ψυχές σας τελείως με την αγάπη του Χριστού᾽(῾Τη αγάπη τέλεον του Χριστού ψυχάς συνεδήσατε᾽) (ωδή ς´). ῾Πυρπολείτο η ψυχή σου από ένθεο πόθο, μάρτυς᾽(῾Ενθέω πόθω την ψυχήν πυρπολούμενος, μάρτυς᾽) (ωδή γ´). ῾Έφερες στην καρδιά σου σαν φωτιά την αγάπη του Χριστού᾽(῾Πυρ εγκάρδιον την αγάπην φέρουσα Χριστού᾽) (ωδή ζ´).

Ο άγιος Ιωσήφ προβάλλει το ιερό ζεύγος ως πρότυπο συζυγίας. Μολονότι δεν μακροχρόνισε η επίγεια σχέση τους, απέκτησε βάθος αιώνιο, γιατί την στήριξαν στον ζυγό του Κυρίου. Για τον άγιο υμνογράφο η άριστη συζυγία είναι αυτή που προϋποθέτει την άρση του ζυγού του Κυρίου. Μόνον όταν το ζευγάρι, ο άνδρας και η γυναίκα, θέσουν ως θεμέλιο της σχέσης και της ζωής τους τον Χριστό, μπορούμε να πούμε ότι έχουμε σωστή και αρμονική συζυγία, πράγματι άριστη συζυγία. ῾Συνδεδεμένοι σαφώς με άριστη συζυγία, σηκώσατε μαζί τον ελαφρότατο ζυγό του Κυρίου στους αυχένες σας, και έτσι ενωθήκατε με το πλήθος των μαρτύρων᾽. (῾Συζυγία αρίστη σαφώς συνδούμενοι, τον ζυγόν του Κυρίου τον ελαφρότατον ήρατε ομού επαυχένιον, μάρτυρες, και ταις των μαρτύρων συνήφθητε αγέλαις᾽) (ωδή η´). Αν δεν υπάρχει ο Χριστός στη συζυγία, τότε έχουν μπει τα θεμέλια της διάλυσης, ήδη απαρχής της κοινής ζωής. Διότι τι θα κρατήσει την ενότητα του ζεύγους μέσα σε τόσα προβλήματα και τόσους πειρασμούς ιδίως της σημερινής εποχής; Χωρίς Χριστό εκείνο που κυριαρχεί δεν είναι η αγάπη, αλλά ο εγωισμός. Και όπως λέει ένα λαϊκό άσμα, ῾όπου ο εγωισμός, εκεί κι ο χωρισμός᾽. Οι άγιοι Τιμόθεος και Μαύρα συνιστούν παράδειγμα ενότητας και συζυγίας. Μακάρι όλοι οι έγγαμοι κι όλοι που συνάπτουν σχέση με το άλλο φύλο να τους είχαν ως πρότυπο και κανόνα ζωής. Η ζωή τους ίσως γινόταν από εδώ ένα κομμάτι Παραδείσου.
 

  Ἕκαστον μέλος τῆς ἁγίας σου σαρκός ἀτιμίαν δι' ἡμᾶς ὑπέμεινε τὰς ἀκάνθας ἡ κεφαλή ἡ ὄψις τὰ ἐμπτύσματα αἱ σιαγόνες τὰ ῥαπίσματα τὸ στό...