Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Σάββατο, Αυγούστου 08, 2015

Κυριακή Ι΄ Ματθαίου: Ὑπόμνημα εἰς τὸν Ἅγιον Ματθαῖον τὸν Εὐαγγελιστὴν ὁμιλίαν νζ΄



ag ioannis xrysostomosα΄. Δὲν τὸ γνώριζαν ἀσφαλῶς ἀπὸ τὶς Γραφὲς, ἀλλὰ ἦταν ἑρμηνεία δική τους καὶ κυκλοφοροῦσε ὁ λόγος αὐτὸς ἀνάμεσα στὸν ἄπειρο λαό, ὅπως καὶ σχετικὰ μὲ τὸ Χριστό. Γι’ αὐτὸ ἔλεγε ἡ Σαμαρείτισσα· Ἔρχεται ὁ Μεσσίας. Ὅταν ἔρθη ἐκεῖνος θὰ μᾶς τὰ ἀναγγείλη ὅλα. Κι ἐκεῖνοι ρωτοῦσαν τὸν Ἰωάννη· Ὁ Ἠλίας εἶσαι ἤ ὁ προφήτης; Ὅπως εἶπα ὑπῆρχε καὶ ὁ λόγος γιὰ τὸ Χριστὸ καὶ ὁ λόγος γιὰ τὸν Ἠλία, ἀλλὰ δὲν τὸν ἐξηγοῦσαν ὅπως ἔπρεπε. Οἱ Γραφὲς ἀναφέρουν δύο παρουσίες τοῦ Χριστοῦ ἀυτὴν ποὺ ἔχει πραγματοποιηθῆ κι ἐκείνη ποὺ θὰ γίνη. Αὐτὲς ἐννοοῦσε ὁ Παῦλος ὅταν ἔλεγε· Φάνηκε ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ ἡ σωτηρία καὶ μᾶς διδάσκει, ἀφοῦ ἀρνηθοῦμε τὴν ἀσέβεια καὶ τὶς ἐπιθυμίες τοῦ κόσμου, νὰ ζήσωμε μὲ σωφροσύνη καὶ δικαιοσύνη καὶ εὐσέβεια. Αὐτὴ εἶναι ἡ μία. Ἄκουσε πῶς φανερώνει καὶ τὴν ἄλλη. Ὅταν εἶπα αὐτά, ἐπρόσθεσε· Καλλιεργῶντας τὴ μακάρια ἐλπίδα καὶ τὴν παρουσία τοῦ μεγάλου Θεοῦ καὶ Σωτήρα μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Καὶ οἱ προφῆτες ἀναφέρουν τὴ μία καὶ τὴν ἄλλη. Τῆς μιᾶς, τῆς δεύτερης, λένε ὅτι πρόδρομος θὰ γίνη ὁ Ἠλίας. Τῆς πρώτης πρόδρομος ἔγινε ὁ Ἰωάννης, ποὺ ὁ Χριστὸς τὸν ὀνομάζει Ἠλία. Ὄχι ἐπειδὴ ἦταν ὁ Ἠλίας, ἀλλὰ ἐπειδὴ ἐκτελοῦσε τὸ ἔργο ἐκείνου. Ὅπως ἐκεῖνος θὰ γίνη πρόδρομος τῆς δευτέρας, ἔτσι κι αὐτὸς ἔγινε πρόδρομος τῆς πρώτης. Ἀλλὰ οἱ γραμματεῖς δημιουργῶντας σύγχυση σ’ αὐτὰ καὶ κατευθύνοντας στραβὰ τὸν λαό, τοῦ ἀνέφεραν ἐκείνη μόνο, δηλαδὴ τὴ δευτέρα παρουσία καὶ ἔλεγαν ὅτι ἄν εἶναι αὐτὸς ὁ Χριστὸς ἔπρεπε νὰ προηγηθῆ ὁ Ἠλίας. Γι’ αὐτὸ καὶ οἱ μαθητὲς ρωτοῦν, πῶς ἰσχυρίζονται οἱ γραμματεῖς ὅτι ἔπρεπε νὰ προηγηθῆ ὁ Ἠλίας; Καὶ γι’ αὐτὸ κι οἱ Φαρισαῖοι ἔστειλαν στὸν Ἱωάννη καὶ ρωτοῦσαν, ἄν εἶσαι σὺ ὁ Ἠλίας; Πουθενὰ δὲν ἀνέφεραν τὴν πρώτη παρουσία. Ποιὰ εἶναι ἡ λύση ποὺ ἔδωσε ὁ Χριστός; Ὅτι ὁ Ἠίας θαρθῆ τότε, πρὶν ἀπὸ τὴν Δευτέρα παρουσία μου. Ἀλλὰ καὶ τώρα ἔχει ἔλθει ὁ Ἠλίας. Ἔτσι ἔλεγε τὸν Ἰωάννη. Αὐτὸς ἦρθε σὰν Ἠλίας. Ἄν ζητῆς τὸ Θεσβίτη, ἔρχεται κι ἐκεῖνος. Γι’ αὐτὸ κι ἔλεγε. Ἔρχεται ὁ Ἠλίας καὶ θὰ τ’ ἀποκαταστήση ὅλα. Ποιὰ ὅλα; Ὅσα ἔλεγε ὁ προφήτης Μαλαχίας. Λέει ὁ προφήτης· Θὰ σᾶς στείλω τὸν Ἠλία τὸ Θεσβίτη ποὺ θὰ συμφιλιώση τὴν καρδιὰ τοῦ πατέρα μὲ τοῦ γιοῦ, γιὰ νὰ μὴν ἔρθω καὶ χτυπήσω καίρια τὴ γῆ. Βλέπετε τὴν ἀκρίβεια τοῦ προφητικοῦ λόγου; Ἐπειδὴ ὁ Χριστὸς ἐκάλεσε τὸν Ἰωάννη Ἠλία, ἐξ αἰτίας τῆς κοινότητας τοῦ ἔργου, γιὰ νὰ μὴ νομίσετε τώρα ὅτι αὐτὸ λέγεται κι ἀπὸ τὸν προφήτη πρόσθεσε καὶ τὴν παρουσία του   μὲ τὴ λέξη Θεσβίτης. Ὁ Ἰωάννης δὲν ἦταν Θεσβίτης. Μαζὶ μ’ αὐτὸ θέτει καὶ δεύτερο ὑπαινιγμό· Μὴν ἔρθω καὶ χτυπήσω καίρια τὴ γῆ, ἀναφερόμενος στὴ φοβερὴ δεύτερη παρουσία του. Κατὰ τὴν πρώτη παρουσία του δὲν ἦθρε νὰ χτυπήση τὴ γῆ. Δὲν ἦρθα λέγει γιὰ νὰ κρίνω τὸν κόσμο ἀλλὰ γιὰ νὰ σώσω τὸν κόσμο. Τὸ εἶπε λοιπὸν αὐτὸ φανερώνοντας ὅτι πρὶν ἀπὸ τὴν παρουσία ποὺ περιέχει τὴν κρίση, ἔρχεται ὁ Θεσβίτης. Φανερώνει μαζὶ καὶ τὴν αἰτία τῆς παρουσίας του.   Μὲ τὸν ἐρχομό του θὰ πείση τοὺς Ἰουδαίους νὰ πιστέψουν στὸ Χριστὸ καὶ νὰ μὴ χαθοῦν ὅλοι μαζὶ ὅταν ἔρθη. Αὐτὸ θέλει νὰ φέρη στὴ μνήμη τους καὶ τοὺς λέει· Καὶ θ’ ἀποκαταστήση ὅλα. Θὰ διορθώση δηλαδὴ τὴν ἀπιστία τῶν Ἰουδαίων ποὺ θὰ εἶναι τότε στὴ ζωή. Γι’ αὐτὸ καὶ μίλησε μὲ περισσὴν ἀκρίβεια. Δὲν εἶπε θὰ συμφιλιώση τὴν καρδιὰ τοῦ γιοῦ μὲ τὸν πατέρα ἀλλὰ τοῦ Πατέρα μὲ τοῦ γιοῦ. Ἐπειδὴ οἱ Ἰουδαῖοι ἦσαν πατέρες τῶν Ἀποστόλων λέει ὅτι θὰ συμφιλιώση μὲ τὴ διδασκαλία τῶν παιδιῶν τους, δηλ. τῶν ἀποστόλων, τὶς καρδιὲς τῶν πατέρων τους, δηλαδή, τὴν ψυχὴ τοῦ Ἰουδαϊκοῦ γένους.

Σᾶς λέγω ὅτι ὁ Ἠλίας ἦρθε καὶ δὲν τὸν κατάλαβαν ἀλλὰ τοῦ ἔκαμαν ὅσα θέλησαν. Ἔτσι καὶ ὁ Γιὸς τοῦ ἀνθρώπου θὰ κακοπαθήση ἀπ’ αὐτούς. Τότε κατανόησαν ὅτι τοὺς εἶπε γιὰ τὸν Ἰωάννη. Δὲν τοὺς τὸ εἶπαν ὅμως οὔτε οἱ γραμματεῖς, οὔτε οἱ Γραφές. Εἶχαν γίνει προθυμότεροι καὶ προσεκτικώτεροι στὰ λεγόμενα καὶ γι’ αὐτὸ καταλάβαιναν γρήγορα. Ἀπὸ ποῦ τὸ κατάλαβαν οἱ μαθηταί; Τοὺς εἶχε μιλήσει ἀπὸ προηγούμενα ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ Ἠλίας ποῦ πρόκειται νἀρθῆ. Ἐδῶ τοὺς λέει, ἦρθε. Κι ὅτι ὁ Ἠλίας ἔρχεται καὶ θὰ τ’ ἀποκαταστήση ὅλα. Μὴν ἀπορήσης καὶ μὴ νομίσης ὅτι ὁ λόγος ἔχει πλανηθῆ, λέγοντας ἄλλοτε δὲν θαρθῆ κι ἄλλοτε ὅτι ἤρθε. Ἀληθινὰ εἶναι ὅλα. Ὅταν λέει ὅτι ἔρχεται ὁ Ἠλίας καὶ θὰ τ’ ἀποκαταστήση ὅλα, ἐννοεῖ τὸν ἴδιο τὸν Ἡλία καὶ τὴν ἐπιστροφὴ τῶν Ἰουδαίων ποὺ θὰ συμβῆ τότε. Ὅταν λέη, αὐτὸς ποὺ θἀρθῆ, σύμφωνα μὲ τὴν ταυτότητα τοῦ ἔργου καλεῖ τὸν Ἰωάννη Ἠλία. Γιατὶ καὶ οἱ προφῆτες κάθε ἐπίσημο βασιλιὰ τὸν ἔλεγαν Δαυΐδ καὶ τοὺς Ἰουδαίους τοὺς ἔλεγαν ἄρχοντες τῶν Σοδόμων καὶ γιοὺς τῶν Αἰθιόπων, ἀπὸ τὴ συμπεριφορά τους. Ὅπως ἐκεῖνοι θὰ γίνουν πρόδρομοι τῆς δευτέρας παρουσίας, ἔτσι κι αὐτὸς ἔγινε τῆς πρώτης.

β΄ . Καὶ δὲν τὸν ὀνομάζει γι’ αὐτὸ μονάχα παντοῦ Ἠλία, ἀλλὰ γιὰ νὰ δείξη πόσο αὐτὸς εἶναι σύμφωνος μὲ τὴν Παλαιὰ Διαθήκη, κι ὅτι κι αὐτὴ ἡ παρουσία συμφωνεῖ μὲ τὴν προφητεία. Γι’ αὐτὸ καὶ προσθέτε   ὅτι Ἦρθε καὶ δὲν τὸν κατάλαβαν, ἀλλὰ τοῦ ἔκαναν ὅ,τι θέλησαν. Τί σημαίνει ὅ,τι θέλησαν; Τὸν ἔβαλαν στὸ δεσμωτήριο, τὸν ὕβρισαν, τὸν σκότωσαν, μετέφεραν σὲ δίσκο τὴν κεφαλή του. Ἔτσι καὶ ὁ Γιὸς τοῦ ἀνθρώπου θὰ κακοπαθήση ἀπ’ αὐτούς. Βλέπετε πόσο κατάλληλα τοὺς ὑπενθυμίζει τὸ πάθος, προξενώντας τους πολλὴ ἀνακουφίση ἀπὸ τὰ παθήματα τοῦ Ἰωάννη. Καθὼς ἐπίσης καὶ μὲ τὴν ἄμεση ἐπιτέλεση μεγάλων θαυμάτων.   Γιατὶ ὅταν μιλᾶ γιὰ τὸ πάθος, ἐπιτελεῖ ἀμέσως θαύματα κι ἔπειτα καὶ πρὶν ἀπὸ τοὺς λόγους αὐτούς. Σὲ πολλὰ σημεῖα μπορεῖ κανεὶς νὰ τὸ παρατηρήση. Τότε λοιπόν, γράφει, ἄρχισε νὰ δείχνη ὅτι πρέπη νὰ πάη στὰ Ἱεροσόλυμα καὶ νὰ σκοτωθῆ καὶ νὰ πάθη πολλὰ Πότε τότε; Ὅταν ὡμολογήθηκε ὅτι εἶναι ὁ Χριστὸς κι ὁ Γιὸς τοῦ Θεοῦ. Στὸ βουνὸ πάλι, ὅταν τὴν θαυμάσια τοὺς ἔδειξε ὄψη του, τοὺς   ὑπενθύμισε τὸ πάθος, ὅταν μίλησαν οἱ προφῆτες γιὰ τὴ δόξα του. Ὅταν διηγήθηκε τὴν ἱστορία ποὺ διέσωσε ὁ Ἰωάννης πρόσθεσε, Ἔτσι καὶ ὁ Γιὸς τοῦ ἀνθρώπου θὰ κακοποιηθῆ ἀπ’ αὐτοὺς. Τὸ ἴδιο καὶ σὲ λίγο, ὅταν ἔβγαλε τὸ δαίμονα, ποὺ δὲν μπόρεσαν νὰ βγάλουν οἱ μαθηταί του. Καὶ τότε, ὅταν γύριζαν στὴ Γαλιλαία γράφει, ὁ Εὐαγγελιστὴς τοὺς εἶπε ὁ Ἰησοῦς, ὅτι πρόκειται νὰ παραδοθῆ   ὁ Γιὸς τοῦ ἀνθρώπου σὲ χέρια ἀνθρώπων ἁμαρτωλῶν, ποὺ θὰ τὸν σκοτώσουν καὶ τὴν τρίτη μέρα θ’ ἀναστηθῆ. Αὐτὸ τὸ ἔκαμε, γιὰ νὰ μετριάση τὴν ὑπερβολικὴ λύπη μὲ τὸ μέγεθος τῶν θαυμάτων. Προσπαθεῖ νὰ τοὺς ἐνθαρρύνη μὲ κάθε τρόπο· ἐδῶ τοὺς παρηγορεῖ ὑπενθυμίζοντάς τους τὸ θάνατο τοῦ Ἰωάννη. Κι ἄν ἔλεγε κάποιος, γιατὶ δὲν ἀνάστησε καὶ τώρα τὸν Ἠλία νὰ τὸν στείλη, ἀφοῦ τόσα ἀγαθὰ συνεπάγεται ἡ παρουσία του, θὰ ποῦμε ὅτι καὶ τώρα, ποὺ νομιζουν ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ Ἠλίας δὲν τὸν ἐπίστευαν. Ἄλλοι, γράφει ὁ Εὐαγγελιστὴς, σὲ λένε Ἡλία κι ἄλλλοι Ἱερεμία. Καὶ τὸν Ἰωάννη ἀπὸ τὸν Ἠλία μόνο ὁ χρόνος τοὺς χώριζε. Πῶς λοιπὸν τότε θὰ πιστέψουν; Θὰ τὰ ἀποκαταστήση ὅλα, ὄχι μόνο γιατὶ εἶναι γνώριμος, ἀλλὰ καὶ ἐπειδὴ θὰ κρατήση ὡς τότε καὶ περισσότερο ἡ δόξα τοῦ Χριστοῦ καὶ θὰ εἶναι γιὰ ὅλους λαμπρότερη ἀπ’ τὸν ἥλιο. Ὅταν   λοιπὸν   ὕστερ’ ἀπὸ τόση τιμὴ καὶ προσδοκία ἔρθη ἐκεῖνος κηρύττοντας τὰ ἴδια μ’ αὐτὸν καὶ ἀναγγέλοντας τὸν Ἰησοῦ, θὰ δεχτοῦν     πιὸ εὔκολα τοὺς λόγους. Κι ὅταν, λέει, δὲν τὸν κατάλαβαν, ἀναφέρεται καὶ στὰ δικά του. Καὶ δὲν τοὺς ἐνισχύει μ’ αὐτὸ τὸν τρόπο μόνο ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν ἀπόδειξη ὅτι   ἄδικα πάσχει καὶ μὲ τὴ συγκάλυψη τῶν   λυπηρῶν μὲ δυὸ θαύματα, τὸ ἕνα πάνω   στὸ βουνὸ καὶ μὲ ὅ,τι πρόκειται νὰ γίνη. Τ’ ἄκουσαν αὐτὰ ἀλλὰ δὲ ρωτοῦν πότε ἔρχεται ὁ Ἠλίας ἀπὸ τὴ λύπη γιὰ τὸ πάθος ἤ ἀπὸ φόβο. Πολλὲς φορὲς ὅταν δοῦνε ὅτι δὲν θέλει νὰ πῆ κάτι καθαρὰ σιωποῦν. Ὅταν ἦσαν στὴν Γαλιλαία τοὺς εἶπε· Σὲ λίγο ὁ Γιὸς τοῦ ἀνθρώπου θὰ παραδοθῆ καὶ θὰ τὸν σκοτώσουν. Ὁ Μᾶρκος σ’ αὐτοὺς τοὺς λόγους προσθέτει· Ἀγνοοοῦσαν τὸ λόγο καὶ ἐφοβοῦνταν νὰ τὸν ρωτήσουν κι ὁ Λουκᾶς, ὅτι ἦταν ἀσαφὴς γι’ αὐτοὺς ὁ λόγος, γιὰ νὰ μὴν τὸν κατανοήσουν καὶ φοβοῦνταν νὰ τὸν ρωτήσουν γι’ αὐτὸν. Κι ὅταν ἦρθαν στὸ λαό, τὸν πλησίασε ἕνας ἄνθρωπος ποὺ γονάτιζε καὶ τοῦ ἔλεγε· Κύριε, σπλαχνίσου τὸ παιδὶ μου ποὺ σεληνιάζεται καὶ ὑποφέρει. Πολλὲς φορὲς πέφτει στὴ φωτιὰ καὶ πολλὲς στὸ νερό. Τὸν ἔφερα στοὺς μαθητάς σου ἀλλὰ δὲν μπόρεσαν νὰ τὸν θεραπεύσουν. Ἡ Γραφὴ δείχνει ὅτι αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος ἦταν πολὺ ἀδύνατος στὴν πίστη. Εἶναι φανερὸ ἀπὸ πολλά. Κι ὁ ἴδιος εἶπε βοήθησέ με στὴν ἀπιστία μου. Κι ὁ Χριστὸς διάταξε τὸ δαίμονα νὰ μὴν ξαναμπῆ σ’ αὐτόν. Κι αὐτὸς πάλι εἶχε πεῖ στὸ Χριστό·   Ἄν μπορῆς· Κι ἄν   στάθηκε αἰτία ἡ ἀπιστία του νὰ   μὴ βγῆ ὁ δαίμονας γιατὶ κατηγορεῖ τοὺς μαθητάς; Θέλει νὰ τοὺς δείξει ὅτι τοὺς εἶναι δυνατὸ νὰ κάνουν πολλὲς θεραπείες ἀκόμα καὶ χωρὶς τὴν πίστη τῶν ἀσθενῶν. Ὅπως ἔφτασε πολλὲς φορὲς ἡ πίστη ἐκείνου που ἔφερνε τὸν ἄρρωστο, γιὰ νὰ προέλθη ἡ θεραπεία ἀκόμα· κι ἀπὸ κατώτερο, ἔτσι ἔφτασε πολλὲς φορὲς ἡ δύναμη αὐτῶν ποὺ θαυματουργοῦσαν παρὰ τὴν ἀπιστία ἐκείνων ποὺ πλησιάζουν. Καὶ τὰ δύο αὐτὰ φαίνονται στὶς Γραφές. Ὁ Κορνήλιος καὶ οἱ δικοί του μὲ τὴν πίστη τους ἀπέσπασαν τὴ χάρη τοῦ Πνεύματος. Στὴν περίπτωση τοῦ Ἐλισσαίου ἀναστήθηκε   ὁ νεκρὸς χωρὶς νὰ πιστέψη κανείς. Κι αὐτοὶ πάλι ποὺ χάλασαν τὴ στέγη δὲν τὸ ἔκαμαν ἀπὸ πίστη ἀλλὰ ἔτσι τυχαῖα ἀπὸ δειλία.   Φοβήθηκαν γι’ αὐτὸ ποὺ ἔκαμαν, τὸν ἔρριξαν κι ἔφυγαν. Κι ὁ ἴδιος ποὺ ἔρριξαν ἦταν πεθαμένος. Κι ὁ νεκρὸς σηκώθηκε μόνο ἀπὸ τὴ δύναμη τοῦ ἁγίου σώματος. Εἶναι φανερὸ λοιπὸν κι ἐδῶ ὅτι καὶ οἱ μαθηταὶ ἔδειξαν ἀδυναμία, ὄχι ὅμως ὅλοι, γιατὶ ἔλειπαν ἀπὸ κεῖ οἱ στῦλοι.

γ΄. Ἄς δοῦμε κι ἀπὸ ἄλλη πλευρὰ τὴν ἀγνωμοσύνη. Πῶς μπροστὰ στὸ λαὸ μιλάει στὸν Ἰησοῦ κατὰ τῶν μαθητῶν του λέγοντας, ὅτι τὸν ἔφερα στοὺς μαθητὰς σου καὶ δὲν μπόρεσαν νὰ τὸν θεραπεύσουν. Αὐτὸς ὅμως ἀπαλλάσοντάς τους ἀπὸ τὶς κατηγορίες, μπορστὰ στὸ λαό, στὸ λαὸ καταλογίζει τὴ μεγαλύτερη ἐνοχή. Ὦ γενεὰ, ἄπιστη καὶ διεστραμμένη, ὡς πότε θὰ εἶμαι μαζί σας; Δὲν ἀπευθύνεται σ’ αὐτὸν μόνο, γιὰ νὰ μὴν τὸν τρομάξη ἀλλὰ σ’ ὅλους τοὺς Ἰουδαίους. Γιατὶ ἦταν φυσικὸ ἀπὸ τοὺς παρόντες νὰ σκανδαλισθοῦν καὶ νὰ σκεφτοῦν γι’ αὐτοὺς κάτι ποὺ δὲν ἔπρεπε. Κι ὅταν πάλι λέη· Ὡς πότε θὰ εἶμαι μαζί σας; δείχνει ὅτι ἀποδέχεται τὸ θάνατο καὶ τὸν ἐπιθυμεῖ καὶ ποθεῖ τὴν ἀποδημία του. Καὶ ὅτι δὲν εἶναι ἡ σταύρωσή του βαρειὰ ἀλλὰ ἡ ἁπλῆ συμβίωση μαζί τους. Δὲν στάθηκε ὅμως στὶς κατηγορίες. Φέρτε μου τον ἐδῶ, προστάζει. Καὶ τὸν ρωτᾶ ὁ ἴδιος πόσον καιρὶ ἔχει στὴν ἀσθένεια. Ὑπερασπίζει τοὺς μαθητὰς κι ἐκεῖνον τὸ φέρνει σὲ ἀγαθὴ ἐλπίδα καὶ νὰ πιστέψη ὅτι θὰ ἀπαλλαγῆ ἀπὸ τὸ κακὸ. Καὶ τὸν ἀφήνει νὰ σπαραχτῆ, ὄχι γιὰ ἐπίδειξη (εἶχε μαζευτῆ ὁ λαὸς καὶ τὸν εἶχε μάλιστα ἐπιτιμήση)   ἀλλὰ γιὰ τὸ καλὸ τοῦ πατέρα. Γιὰ νὰ φτάση νὰ πιστέψη τὸ θαῦμα ποὺ θὰ ἀκολοθοῦσε, ὅταν ἔβλεπε ταραγμένο τὸ δαιμόνιο ἀπὸ μόνη τὴν πρόσκλησή του. Κι ὅταν ἐκεῖνος εἶπε «ἀπὸ παιδί» καὶ ἄν μπορεῖς βοήθησέ με, τοῦ λέγει. Σ’ ὅποιος πιστεύει ὅλα εἶναι δυνατά. Ἔτσι γυρίζει σ’ αὐτὸν πάλι τὴν κατηγορία. Κι ὅταν ἔλεγε ὁ λεπρὸς   Ἄν θέλης, μπορεῖς νὰ μὲ καθαρίσης, δίνοντας μαρτυρία γιὰ τὴν δύναμή του, τὸν ἐπαίνεσε κι ἐπιβεβαίωσε τὸ λόγο, ἀπαντῶντας·   «θέλω, καθαρίσου». Ὅταν ὅμως αὐτὸς ἐδῶ δὲν εἶπε τίποτα ποὺ ν’ ἀξίζη στὴ δύναμή του, λέγοντας· Ἄν μπορῆς, βοήθησέ με, κοίταξε πῶς διορθώνει τὴ διατύπωση, ἐπειδὴ δὲν ἦταν ὅπως ἔπρεπε. Ἄν μπορῆς νὰ πιστέψης ἀπαντᾶ, ὅλα εἶναι δυνατὰ σ’ ὅποιον πιστεύει. Νά, τὶ σημαίνει αὐτό. Τόσο πλεόνασμα δυνάμεως διαθέτω, ὥστε μπορῶ νὰ δυναμώσω κι ἄλλους νὰ θαυματουργοῦν. Ὥστε ἄν πιστεύης ὅπως πρέπει καὶ σὺ ὁ ἴδιος μπορεῖς νὰ θεραπεύσης κι αὐτὸν κι ἄλλους πολλοὺς. Κι ἀφοῦ εἶπε αὐτὰ ἐθεράπευσε τὸ δαιμονισμένο. Ἄς μὴ δοῦμε τώρα μόνο τὴν πρόνοια καὶ τὴν ἀγαθοποιΐα του ἀλλὰ ἀπὸ τότε ποὺ παραχώρησε νὰ μπῆ μέσα του τό δαιμόνιο. Ἄν δὲν ἦταν ὁ ἄνθρωπος ἀντικείμενο πολλῆς πρόνοιας, θὰ εἶχε χαθῆ ἀπὸ παλιά. Γιατί, λέει, ὅτι καὶ στὴ φωτιὰ τὸν εἶχε ρίξει καὶ στὸ νερό. Καὶ τὸ δαιμόνιο ποὺ τολμοῦσε νὰ τοῦ προξενῆ αὐτά, μποροῦσε καὶ νὰ τὸν σκοτώση, ἄν δὲ χαλιναγωγοῦσε ἰσχυρὰ ὁ Θεὸς τὴν τόση μανία του. Ἔτσι καὶ μὲ τοὺς γυμνοὺς ἐκείνους, ποὺ ἔτρεχαν στὶς ἐρημιὲς καὶ ξεσκίζονταν στὶς κοφτερές πέτρες.   Κι ἄν τὸν ἀποκαλῆ σελληνιακὸ μὴν ἀνησυχῆς· ὁ χαρακτηρισμὸς ἀνήκει στὸν πατέρα τοῦ δαιμονισμένου.
Πῶς λοιπὸν ἀναφέρει καὶ ὁ Εὐαγγελιστής, ὅτι ἐθεράπευσε πολλοὺς σεληνιακοὺς; Τοὺς ὀνομάζει ἔτσι ἀκολουθῶντας τὴ γνώμη τῶν πολλῶν. Ὁ δαίμονας δηλαδὴ γιὰ νὰ διαβάλη τὴ σελήνη ἐπιτίθεται ἐναντίον τῶν ἀσθενῶν καὶ τοὺς ἐρεθίζει μὲ τὴν περιφορὰ τῆς σελήνης. Ὄχι πῶς ἐνεργεῖ ἡ σελήνη· γιὰ ὄνομα τοῦ Θεοῦ· εἶναι δική του ἡ ἐνέργεια γιὰ νὰ διαβληθῆ τὸ ἀστέρι. Γι’ αὐτὸ καὶ ἐπεκράτησε μιὰ σφαλερὴ γνώμη ἀνάμεσα στοὺς ἀνοήτους ἀνθρώπους καὶ καλοῦν μ’ αὐτὸ τὸ ὄνομα αὐτοὺς τοὺς ἀρρώστους. Γελιοῦνται ὅμως γιατὶ δὲν εἶναι αὐτὸ ἀληθινό. Τότε πῆγαν οἱ μαθηταὶ του ἰδιαιτέρως καὶ τὸν ρώτησαν, γιὰ ποιὸ λόγο δὲν μπόρεσαν αὐτοὶ νὰ βγάλουν τὸ δαίμονα. Μοῦ φαίνεται πὼς ἀγωνιοῦσαν καὶ φοβοῦνταν μήπως ἔχασαν τὴ χάρη, ποὺ τοὺς εἶχε ἐμπιστευθῆ. Γιατὶ τοὺς εἶχε δώσε δύναμη νὰ ἐξουσιάζουν τοὺς ἀκαθάρτους δαίμονες. Γι’ αὐτὸ καὶ τὸν ρωτοῦν ἰδιαιτέρως, ὄχι ἀπὸ ντροπή, εἶχαν φανερωθῆ στὴν πράξη κι ἦταν περιττὸ   πιὰ νὰ ντρέπωνται τὴν λεκτικὴ ὁμολογία. Ἀλλὰ ἤθελεαν νὰ τὸν ρωτήσουν γιὰ μυστικὸ καὶ σπουδαῖο ζήτημα. Κι ὁ Χριστὸς τοὺς ἀπαντᾶ· Γιὰ τὴν ἀπιστία σας. Ἄν ἔχετε πίστη σὰν ἕνα σπόρο σιναπιοῦ θὰ πῆτε σ’ αὐτὸ τὸ βουνό· Ἄλλαξε θέση καὶ θ’ ἀλλάξη καὶ τίποτα δὲ θὰ εἶναι ἀδύνατο γιὰ σᾶς. Κι ἄν πῆτε σὲ ποιὸ μέρος μετατόπισαν βουνό, θὰ σᾶς ἀπαντοῦσα ὅτι ἐπραγματοποίησαν πολὺ μεγαλύτερα, ἀφοῦ ἀνάστησαν νεκρούς. Δὲν εἶναι ἴσο, νὰ μετατοπίσης βουνὸ καὶ νὰ διώξης τὸ θάνατο ἀπὸ τὸ σῶμα. Ἀναφέρονται ἀργότερα κάποιοι ἅγιοι πολὺ κατώτεροι ἀπὸ κείνους, ποὺ τὸ κάλεσε ἡ ἀνάγκη νὰ μετατοπίσουν βουνά. Εἶναι φανερὸ ὅτι κι αὐτοὶ ἄν ἦταν ἀνάγκη θὰ τὰ μετατόπιζαν. Ἀφοῦ τότε δὲν παρουσιάστηκε ἀνάγκη, ἄς μὴν τοὺς κατηγοροῦμε. Ἐξ ἄλλου κι ὁ ἴδιος δὲν εἶπε, ὅτι θὰ τὰ μετατοπίσετε ὁπωσδήποτε, ἀλλὰ ὅτι θὰ ἔχετε καὶ γι’ αὐτὸ τὴ δύναμη. Κι ἄν δὲν τὰ μετατόπισαν, δὲν εἶναι ἐπειδὴ δὲν μπόρεσαν. Μπόρεσαν ἄλλα μεγαλύτερα. Ἀλλὰ ἐπειδὴ δὲ θέλησαν, ἀφοῦ δὲν παρουσιάστηκε ἀνάγκη. Ἀκόμα εἶναι φυσικὸ καὶ νὰ ἔχη γίνει αὐτό, νὰ μὴν ἔχη ὅμως γραφῆ. Δὲν γράφηκαν ὅλα τὰ θαύματά τους. Ἦταν σὲ χαμηλότερη πνευματικὴ κατάσταση τότε. Μήπωε δὲν εἶχαν τότε μήτε τὴν πίστη αὐτή; Δὲν τὴν εἶχαν κι οὔτε ἦσαν πάντα οἱ ἴδιοι, ἀφοῦ κι ὁ Πέτρος τώρα καλοτυχίζεται κι ὕστερα κατηγορεῖται. Μὰ καὶ ἄλλους τοὺς κατηγορεῖ γι’ ἀδυναμία τοῦ νοῦ, ὅταν δὲν κατάλαβαν τὴν παραβολὴ τῆς ζύμης. Ἔδειξαν λοιπὸν καὶ σ’ αὐτὴ τὴν περίπτωση οἱ μαθηταὶ ἀδυναμία, δὲν ἦσαν τέλειοι πρὶν ἀπὸ τὸ σταυρό. Πίστη ἐδῶ ἐννοεῖ τὴν πίστη τῶν θαυμάτων καὶ ἀναφέρει τὸ σινάπι φανερώνοντας τὴν ἀνείπωτη δύναμή της. Γιατὶ ἄν στὸ μέγεθος φαίνεται μικρὸ τὸ σινάπι, στὴ δύναμη εἶναι ἰσχυρότερο ἀπ’ ὅλα. Ἐπειδὴ ἤθελε νὰ δείξη λοιπὸν ὅτι ἡ ἐλάχιστη ἀλλὰ γνήσια πίστη ἔχει μεγάλη δύναμη, θυμήθηκε τὸ σινάπι. Καὶ δὲν σταμάτησε ἐδῶ μονάχα, ἀλλὰ πρόσθεσε καὶ τὰ βουνὰ καὶ προχώρησε παραπέρα. Τίποτε, εἶπε, δὲ θὰ εἶναι ἀδύνατο γιὰ σᾶς.
δ΄. Ἐμεῖς ὅμως ἄς θαυμάσωμε κι ἐδῶ τὴν ἁπλότητά τους καὶ τὴ δύναμη τοῦ Πνεύματος. Τὴν ἁπλοτήτα γιατὶ δὲν ἔκρυψαν τὸ ἐλάττωμά τους. Τὴ δύναμη τοῦ Πνεύματος, γιατὶ αὐτοὺς ποὺ δὲν εἶχαν οὔτε ἕνα σπόρο σιναπιοῦ τοὺς δυνάμωνε λίγο λίγο, ὥστε νὰ ἀναβρύσουν ἀπ’ αὐτοὺς πηγὲς καὶ ποταμοὶ πίστεως. Τὸ εἶδος αὐτὸ δὲν βγαίνει παρὰ μόνο μὲ προσευχὴ καὶ νηστεία. Ἐννοεῖ ὅλους τοὺς δαίμονες ὄχι μόνο τῶν σεληνιακῶν. Βλέπετε πῶς ἀπὸ τώρα κάνει μιὰ προκαταβολὴ τοῦ λόγου γιὰ τὴ νηστεία; Μὴν θυμηθῆτε τὶς σπάνιες περιπτώσεις, ὅταν μερικοὶ καὶ χωρὶς νηστεία ἔβγαλαν δαίμονες. Κι ἄν μπορῆ νὰ τὸ πῆ αὐτὸ καὶ γιὰ ἕνα δύο ἀπ’ αὐτοὺς ποὺ ἐπιτιμοῦν τοὺς δαίμονες, εἶναι ὅμως ἀδύνατο ἐκεῖνο ποὺ πάσχει ν’ ἀπαλλαγῆ ἀπὸ τὴ μανία του αὐτή, ἐνῶ τρώγει ἀπὸ ὅλα. Ἔχει ἀπόλυτη ἀνάγκη ἀπὸ τὴ νηστεία ὅποιος ἔχει αὐτὴ τὴ νόσο. Ἀλλὰ ἄν χρειάζεται ἡ πίστη, θὰ πῆ κανεὶς τὶ χρειάζεται ἡ νηστεία; Χρειάζεται γιατὶ μαζὶ μὲ τὴν πίστη δίνει κι αὐτὴ ὄχι λίγη δύναμη. Καλλιεργεῖ μέσα μας τὴν πνευματικὴ διάθεση, δημιουργεῖ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους ἀγγέλους, μάχεται μὲ τὶς ἀσώματες δυνάμεις. Ὄχι ὅμως κι αὐτὴ μόνη της· πρέπει νὰ προηγῆται ἡ προσευχή. Ἄς προσέξωμε πόσα ἀγαθὰ δημιουργοῦν οἱ δύο. Ὅποιος προσεύχεται ὅπως πρέπει καὶ νηστεύει δὲν ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ πολλά. Κι ὅποιος δὲν ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ πολλὰ δὲ θὰ γίνη φιλοχρήματος. Κι ὅποιος δὲν εἶναι φιλοχρήματος εἶναι πιὸ κατάλληλος γιὰ τὴν ἐλεημοσύνη. Ἀνάλαφρος καὶ φτερωμένος εἶναι ὅποιος νηστεύει καὶ προσεύχεται μὲ φρόνηση, διώχνει τὶς πονηρὲς ἐπιθυμίες, ἐξιλεώνει τὸ Θεὸ, ταπεινώνει τὴν ψυχὴ ποὺ ἐπαίρεται. Γι’ αὐτὸ οἱ ἀπόστολοι σχεδὸν πάντα ἐνήστευαν. Ὅποιος προσεύχεται καὶ νηστεύει ἔχει διπλὲς φτεροῦγες καὶ εἶναι ἐλαφρύτερος ἀπὸ τοὺς ἀνέμους. Οὔτε χασμουριέται οὔτε τεντώνεται οὔτε ἀποναρκώνεται, ὅταν προσεύχεται, ὅπωα παθαίνουν οἱ πολλοί. Εἶναι ὁρμητικώτερος ἀπὸ τὴ φωτιὰ, καὶ ἀνυψώνεται ἀπὸ τὰ γήινα. Γι’ αὐτὸ εἶναι ὁ καλύτερος ἐχθρὸς ὡς ἀντίμαχος τῶν δαιμόνων. Τίποτε δὲν εἶναι πιὸ δυνατὸ ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο ποὺ προσεύχεται γνήσια. Ἄν μιὰ γυναῖκα μπόρεσε νὰ λυγίση κάποιο σκληρὸ ἄρχοντα ποὺ οὔτε Θεὸ φοβόταν, οὔτε ἄνθρωπο ντρεπόταν, πολὺ περισσότερο θὰ πάρη μαζί του τὸ Θεὸ αὐτὸς ποὺ ἀδιάκοπα μένει κοντὰ καὶ νικᾶ τὰ φαγητὰ καὶ διώχνει τὶς ἀπολαύσεις.
Κι ἄν εἶναι ἀσθενικὸ τὸ σῶμα σου, γιὰ νὰ νηστεύης πάντα, δὲν εἶναι ἀσθενικὸ γιὰ τὴν προσευχή, οὔτε ἀνίσχυρο στὴ δύναμη τοῦ φαγητοῦ. Ἄν δὲ μπορῆς νὰ νηστεύης, μπορεῖς νὰ μὴν ἐπιδιώκης τὴν ἀπόλαυση.   Δὲν εἶναι αὐτὸ μικρὸ καὶ δὲν ἀπέχει πολὺ ἀπὸ τὴ νηστεία. Ἔχει κι αὐτὸ τὴ δύναμη νὰ συντρίψη τὴ μανία τοῦ διαβόλου. Τίποτα δὲν εἶναι τόσο ἀγαπητὸ σ’ ἐκεῖνο τὸ δαίμονα ὅσο ἡ ἀπόλαυση κι ἡ μέθη γαιτὶ αὐτὰ εἶναι ἠ πηγὴ καὶ ἡ μητέρα ὅλων τῶν κακῶν. Μ’ αὐτὰ κάποτε ἔρριξε τοὺς Ἰσραηλῖτες στὴ εἰδωλολατρεία. Μ’ αὐτὰ ὡδήγησε τοὺς Σοδομῖτες σὲ παράνομες ἐπιθυμίες. Αὐτὴ ἦταν ἡ παρανομία τῶν Σοδώμων, Ζοῦσαν τὴ σπάταλη ζωὴ τους μέσα σὲ ὑπερηφάνεια, καὶ ἀφθονία καὶ πλῆθος ἀγαθῶν. Μ’ αὐτὰ ἔφερε στὴ ἀπώλεια ἀμέτρητους ἄλλους καὶ τοὺς παρέδωσε στὴ γέενα. Ποιὸ κακὸ δὲν προξενοῦν οἱ ἀπολαύσεις; Μεταβάλλουν τοὺς ἀνθρώπους σὲ χοίρους κι ἀπὸ χοίρους χειρότερους. Ὁ χοῖρος κυλιέται στὸ βοῦρκο καὶ τρέφεται ἀπὸ τὴν κόπρο. Μὰ ἐκεῖνος σὲ σιχαμερώτερο τραπέζι τρέφεται, ἐπινοῶντας ἀθέμιτες σχέσεις καὶ παράνομους ἔρωτες. Σὲ τίποτα δὲν διαφέρει ἀπὸ τὸ δαιμονισμένο. Τὶς ἴδιες ἀναισχυντίες διαπράττει καὶ ἔχει τὴν ἴδια μανία. Καὶ τὸν δαιμονισμένο τουλάχιστον τὸν σπλαχνιζόμαστε, αὐτὸν ὅμως τὸν ἀποστρεφόμαστε καὶ τὸν μισοῦμε. Μὰ γιατὶ τέλος πάντων; Γιατὶ ἐκδηλώνει μιὰ μανία ποὺ τὴν διαλέγει ὁ ἴδιος καὶ μεταβάλλει τὸ στόμα, τὰ μάτια, τὴ μύτη τὰ πάντα γενικὰ σὲ ὀχετούς. Κι ἄν κοιτάξωμε στὸ ἐσωτερικὸ θὰ δοῦμε καὶ τὴν ψυχὴ σὰν σὲ χειμῶνα καὶ κρὺο παγωμένη καὶ ναρκωμένη καὶ ἀδύνατη νὰ ὠφελήση τὸ σκάφος –σῶμα ἐξ αἰτίας τῆς ὑπερβολικῆς τρικυμίας. Ντρέπομαι ν’ ἀναφέρω τὰ κακὰ ποὺ προξενοῦν σ’ ἄνδρες καὶ γυναῖκες οἱ ἀπολαύσεις, τ’ ἀφήνω στὴ συνείδησή τους ποὺ τὰ γνωρίζει μ’ ἀκρίβεια. Ὑπάρχει πιὸ ἄσχημο πρᾶγμα ἀπὸ γυναῖκα ποὺ μεθᾶ ἤ ἁπλῶς ποὺ παραφέρεται; Ὅσο πιὸ ἀδύνατο εἶναι τὸ πλοῖο, τόσο μεγαλύτερο τὸ ναυάγιο, εἴτε ἐλεύθερη εἶναι εἴτε δούλη. Ἡ ἐλεύθερη διαπράττει ἀπρέπειες στὴ μέση τοῦ θεάτρου ποὺ ἀποτελοῦν οἱ δοῦλες της, ἡ δούλη πάλι στὸ ἴδιο θέατρο μέσα καὶ γίνεται αἰτία νὰ βλασφημοῦνται ἀπὸ τοὺς ἀνοήτους τὰ δῶρα τοῦ Θεοῦ. Ὅταν γίνωνται αὐτὰ ἀκούω πολλοὺς νὰ λένε. Νὰ μὴν ὑπάρχη κρασί. Πόση ἀνοησία καὶ παρεξήγηση! Ἄλλοι ἁμαρτάνουν καὶ μεῖς κατηγοροῦμε τὶς δωρεὲς τοῦ Θεοῦ. Πόση μανία χρειάζεται γι’ αὐτό. Δὲ φταίει τὸ κρασὶ ἀλλὰ ἡ ἀνηθικότητα ἐκείνων ποὺ τὸ ἀπολαμβάνουν ἄσχημα. Ἄς ποῦμε λοιπόν· νὰ μὴν ὑπάρχη μέθη, νὰ μὴν ὑπάρχη ἀπόλαυση. Ἄν ποῦμε νὰ μὴν ὑπάρχη κρασὶ προχωρῶντας σιγὰ σιγὰ θὰ ποῦμε νὰ μὴν ὑπάρχη σίδηρο γιὰ τοὺς δολογόνους. Νὰ μὴν ὑπάρχη νύχτα γιὰ τοὺς κλέφτες, νὰ μὴν ὑπάρχη φῶς γιὰ τοὺς συκοφάντες. Νὰ μὴν ὑπάρχη γυναῖκα γιὰ τὶς μοιχεῖες. Τὰ σβήνομε ὅλα μὲ μιὰ μονοκονδυλιά.
ε.΄ Μὴν κάμετε ἔτσι· αὐτὸ μαρτυρεῖ γνώμη σατανική. Μὴ διαβάλλεται τὸ κρασὶ ἀλλὰ τὴ μέθη . Κι ὅταν βρῆτε τὸν ἴδιο στὰ καλὰ του ὑπογραμμίστε του ὅλη τὴν ἀσχήμια του. Πέστε του ὅτι τὸ κρασὶ μᾶς δόθηκε γιὰ νὰ εὐχαριστούμεθα ὄχι γιὰ νὰ ἀσχημονοῦμε. Γιὰ νὰ γελοῦμε ὄχι νὰ μᾶς γελοῦν. Γιὰ νὰ εἴμαστε ὑγιεῖς, ὄχι γιὰ νὰ ἀρρωσταίνουμε. Γιὰ νὰ ἀποκαταστήσωμε τὴν ἀσθένεια τοῦ σώματος, ὄχι γιὰ νὰ καταστρέψωμε τὴ δύναμη τῆς ψυχῆς. Μᾶς ἔκαμε ὁ Θεὸς τὴν τιμὴ τοῦ δώρου· γιατὶ προσβάλλομε τὸν ἑαυτό μας μὲ τὴν ἄμετρη χρήση του; Ἀκοῦστε τί λέει ὁ Παῦλος· Νὰ χρησιμοποιῆς λίγο κρασὶ γιὰ τὸ στομάχι καὶ τὶς συχνὲς ἀσθένειές σου. Ἄν ὁ ἅγιος ἐκεῖνος παρὰ τὶς συνεχεῖς ἀρρώστιές του, δὲν δοκίμασε τὸ κρασί, ὥσπου τοῦ ἐπέτρεψε ὁ δάσκαλος ποιὰ συγνώμη θὰ δοθῆ σ’ ἐμᾶς ποὺ μεθοῦμε ἐνῶ ἔχομε τὴν ὑγεία μας; Σ’ ἐκεῖνον ἔλεγε νὰ χρησιμοποιεῖ λίγο κρασὶ γιὰ τὸ στομάχι του. Σὲ καθέναν ἀπὸ σᾶς ποὺ μεθᾶτε, θὰ πῆ χρησιμοποιεῖτε λίγο κρασὶ γιὰ τὶς πορνεῖες τὶς συχνὲς αἰσχρολογίες, γιὰ τὶς ἄλλες κακὲς ἐπιθυμίες ποὺ γεννᾶ ἡ μέθη. Κι ἄν δὲ θέλετε νὰ κάνετε γι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους ἀποχὴ ἀπὸ τὸ κρασὶ, κάνετε τουλάχιστο γιὰ τὴ λύπη καὶ τὴ δυσαρέσκεια ποὺ προκαλεῖ. Τὸ κρασὶ μᾶς δόθηκε γιὰ εὐχαρίστηση. Οἶνος εὐφραίνει καρδίαν ἀνθρώπου, λέει. Σεῖς ὅμως καταστρέφετε κι αὐτὸ τὸ πλεοονέκτημά του. Τί εἶδους εὐχαρίστηση εἶναι νὰ μὴ βρίσκεσαι στὸν ἑαυτό σου, νὰ ἔχης πολλὲς ἐνοχλήσεις, νὰ βλέπης τὰ πάντα νὰ στριφογυρίζουν, νὰ κατέχεσαι ἀπὸ σκοτοδίνη, νὰ ἔχης ἀνάγκη νὰ σοῦ ἀλείβουν μὲ λάδι τὸ κεφάλι, ὅπως αὐτοὶ ποὺ ἔχουν πυρετό. Αὐτὰ δὲν τὰ λέω σ’ ὅλους ἤ μᾶλλον σ’ ὅλους. Ὄχι ἐπειδὴ μεθοῦνε ὅλοι, γιὰ ὄνομα τοῦ Θεοῦ. Ἀλλὰ ἐπειδὴ ὅσοι δὲ μεθοῦν δὲν φροντίζουν γιὰ κείνους ποὺ μεθοῦνε. Γι’ αὐτὸ κι ἀποτείνομαι πιὸ πολὺ σὲ σᾶς ποὺ δὲ μεθᾶτε. Γιατὶ κι ὁ γιατρὸς ἀφήνει τοὺς ἄρρωστους καὶ μιλᾶ μ’ αὐτοὺς ποὺ τοὺς περιποιοῦνται. Σ’ ἐσᾶς λοιπὸν ἀπευθύνω τὸ λόγο καὶ σᾶς παρακαλῶ ποτὲ νὰ μὴν αἰχμαλωτισθῆτε ἀπ’ αὐτὸ τὸ πάθος ἀλλὰ καὶ τοὺς αἰχμαλωτισμένους νὰ ἐλευθερώνετε, γιὰ νὰ μὴ φαίνωνται χειρότεροι ἀπὸ τὰ ἄλογα ζωᾶ. Ἐκεῖνα δὲ γυρεύουν τίποτε περισσότερο ἀπ’ ὅ,τι τοὺς χρειάζεται. Αὐτοὶ ὅμως γίνονται πιὸ ἄλογοι κι ἀπ’ αὐτά, μὲ τὸ νὰ ξεπερνοῦν τὰ ὅρια του κανονικοῦ. Πόσο καλύτερα ἀπ’ αὐτοὺς εἶναι τὸ γαϊδουράκι καὶ τὸ σκυλί. Καθένα ἀπὸ τὰ ζῶα αὐτά- κι ἀπ’ ὅλα τὰ ἄλλα, ἄν θέλουν νὰ φᾶνε ἤ νὰ πιοῦνε γνωρίζουν τὸ ὅριο τῆς αὐτάρκειας καὶ δὲν προχωροῦν πέρα ἀπ’ ὅ,τι χρειάζεται. Κι ἄν βαλθοῦν πολλοὶ νὰ τὰ στριμώχνουν, δὲν ἀντέχουν νὰ πέσουν στὴν ὑπερβολή. Ἀπ’ αὐτὴ τὴν ἄποψη λοιπὸν εἴστε κι ἀπὸ τ’ ἄλογα χειρότεροι ὄχι κατὰ τὴν κρίση τῶν ὑγιῶν μόνο ἀλλὰ καὶ σᾶς τῶν ἰδίων. Ἀπ’ αὐτὸ εἶναι φανερὸ ὅτι θεωρήσατε τὸν ἑαυτό σας πιὸ ἀνάξιο ἀπὸ τὰ σκυλιὰ καὶ τὰ γαϊδουράκια. Γιατὶ τὰ ζῶα αὐτὰ δὲν τ’ ἀναγκάζετε νὰ πάρουν τροφὴ περισσότερη ἀπὸ τὸ μέτρο. Κι ἄν ρωτήση κανένας, Γιατί, θ’ ἀπαντήσετε, Γιὰ νὰ μὴν τὰ βλάψωμε. Γιὰ τὸν ἑαυτὸ σας ὅμως οὔτε αὐτὴ τὴν πρόνοια δὲν παίρνετε. Ἔτσι θεωρεῖτε τὸν ἑαυτό σας κι ἀπὸ κεῖνα πιὸ μηδαμινὸ καὶ ἀδιαφορεῖτε, ἄν ὑποφέρετε ἀδιάκοπα. Γιατὶ τὴν βλάβη ἀπὸ τὴν μέθη δὲν τὴν ὑποφέρεις μόνο κατὰ τὴ μέρα τῆς μέθης, ἀλλὰ καὶ ἔπειτα ἀπὸ τὴ μέρα αὐτή. Κι ὅπως ὅταν περάση ὁ πυρετὸς μένουν τ’ ἀποτελέσματά του, ἔτσι κι ἡ μέθη ὅταν περάση ἀφήνει τὴ ζάλη της στὸ σῶμα καὶ στὴν ψυχή. Καὶ τὸ ἄθλιο σῶμα κοίτεται παράλυτο, σὰν ναυαγισμένο σκάφος κι ἡ πιὸ ταλαίπωρη ἀπ’ αὐτὸ ψυχή, κι ὅταν ἀκόμα τὸ σῶμα ἔχει διαλυθῆ δυναμώνει τὴν τρικυμία, ἀνάβει τὴν ἐπιθυμία κι ὅταν δίνη τὴν ἐντύπωση ὅτι εἶναι στὰ λογικὰ της, τότε εἶναι μεγαλύτερη ἡ μανία της. Εἶναι γεμάτη ἡ φαντασία ἀπὸ κρασιὰ καὶ πιθάρια καὶ φιάλες καὶ ποτήρια. Κι ὅπως στὴν περίπτωση τῆς τρικυμίας ὅταν σταματήση, μένει ἡ ζημία ποὺ προκάλεσε ἔτσι κι ἐδῶ. Ὅπως ἐκεῖ γίνεται ἀβαρία τῶν ἐμπορευμάτων, γίνεται κι ἐδῶ ἀβαρία ἀπ’ ὅλα τὰ σχεδὸν τὰ ἀγαθά. Εἴτε σωφροσύνη εὕρη, εἴτε ντροπή, εἴτε σύνεση, εἴτε καλωσύνη, εἴτε ταπεινοφροσύνη, ὅλα τὰ ρίχνει ἡ μέθη στὸ πέλαγος τῆς παραλογίας. Τὰ ἐπακόλουθα ὅμως δὲν εἶναι ὅμοια πιά. Γιατὶ ἐκεῖ μετὰ τὴν ἀβαρία τὸ σκάφος γίνεται ἐλαφρότερο, ἐδῶ ὅμως βαραίνει περισσότερο. Γιατὶ στὴ θέση τοῦ θησαυροῦ ἐκείνου δέχεται ἄμμο κι ἁλμυρὸ νερὸ κι ὅλο τὸ συφερτὸ τῆς μέθης, ποὺ μαζὶ μὲ τοὺς ἐπιβάτες καὶ τὸν κυβερνήτη βουλιάζει τὸ πλοῖο στὸ λεπτό. Γιὰ νὰ μὴν πάθωμε λοιπὸν αὐτὰ ἄς ἀπαλλάξωμε τὸν ἑαυτό μας ἀπὸ τὴν τρικυμία. Δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ δοῦμε βασιλεία τῶν οὐρανῶν, ὅταν ἔχωμε παραδοθῆ στὴ μέθη. Μὴν ξεγελιέστε, λέει, οὔτε μέθυσοι, οὔτε ὑβρισταὶ δὲ θὰ κληρονομήσουν τὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Τί ἀναφέρω τὴ βασιλεία; Τὸ πάθος τῆς μέθης οὔτε τὰ παρόντα δὲ μᾶς ἀφήνει νὰ δοῦμε. Γιατὶ ἡ μέθη μετατρέπει τὶς ἡμέρες μας σὲ νύχτες καὶ τὸ φῶς σὲ σκοτάδι. Καὶ μὲ τὰ μάτια ἀνοιχτὰ δὲ βλέπουν οἱ μεθυσμένοι μήτε αὐτὰ ποὺ εἶναι μπροστὰ στὰ πόδια τους. Καὶ δὲν εἶναι τὸ φοβερὸ αὐτὸ μονάχα. Μαζὶ μ’ αὐτὰ ὑποφέρει κι ἄλλη τιμωρία βαρύτατη, στενοχώριες παράλογες, νεῦρα, ἀδιαθεσίες, περίγελω χλευασμὸ ἀδιάκοπο. Γιὰ ποιὰ συγνώμη εἶναι ἄξιοι αὐτοὶ ποὺ διαπερνοῦν τὸν ἑαυτό τους μὲ τὲτοια δεινά; Γιὰ καμμιά. Ἄς ἀποφύγωμε λοιπὸν τὸ πάθος, γιὰ νὰ κερδίσωμε καὶ τὰ ἐδῶ καὶ τὰ μελλοντικὰ ἀγαθὰ μὲ τὴ χάρη καὶ τὴ φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Σ’ αὐτὸν ἀνήκει ἡ δόξα κι ἡ δύναμη μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸ ἅγιο Πνεῦμα στοὺς αἰῶνες. Ἀμήν.

Μητροπολίτου Τρίκκης καὶ Σταγῶν Διονυσίου
Πατερικὸν Κυριακοδρόμιον
Τόμος Δεύτερος
Ἀθῆναι 1969
σελ.228-241

Κυριακὴ Ι΄ Ματθαίου (Ματθ. 17,14-23). Παιδικά και νεανικά δαιμόνια


«Καὶ ἐξῆλθεν ἀπ᾽ αὐτοῦ τὸ δαιμόνιον καὶ ἐθεραπεύθη ὁ παῖς ἀπὸ τῆς ὥρας ἐκείνης» (Ματθ. 17,18)
ΤΗΝ Κυριακὴ στὴν ἐκκλησία, ἀ­γαπητοί μου, βλέπουμε ὅτι αὐτοὶ ποὺ ἐκ­κλησιάζονται εἶνε συνήθως γέροι καὶ γριές. 
Οἱ νέοι δὲν ἐκ­κλησιάζονται. 
Ἔχουμε ὅμως ὑποχρέωσι νὰ μιλήσου­με γιὰ τὰ παιδιὰ καὶ τοὺς νέους μας.
 Ἕνα ἔτος (τὸ 1979) εἶχε κηρυχθῆ «ἔτος τοῦ παιδιοῦ». Ἀλλὰ ὅσα καὶ ἂν ποῦν οἱ ἄνθρωποι γιὰ τὸ παιδί, τὰ λόγια τους δὲν φτάνουν τὸ ὕ­ψος τῆς διδασκαλίας τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. 
Ὁ Χριστὸς εἶπε τὰ ὡραιότερα λόγια γιὰ τὸ παιδί· αὐτὸς ἀγάπησε τὸ παιδὶ ὄχι μόνο μὲ λόγια ἀλλὰ καὶ μὲ ἔργα· αὐτὸς ἀπέδειξε ὅτι εἶνε ὁ ἀληθινὸς φίλος τῶν παιδιῶν.  
Ἀπόδειξις τοῦ ἐνδιαφέροντος τοῦ Χριστοῦ γιὰ τὰ παιδιὰ εἶνε καὶ τὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο. Γιὰ ποιόν ὁμιλεῖ; Γιὰ ἕνα παιδί, ποὺ παρουσιά­ζεται σὲ δυὸ φωτογραφίες· στὴ μία μακριὰ ἀπὸ τὸ Χριστό, καὶ στὴν ἄλλη κοντὰ στὸ Χριστό. Ἂς δοῦμε καλύτερα τὰ πράγματα. 
Τὸ παιδί, γιὰ τὸ ὁποῖο ὁμιλεῖ τὸ εὐαγγέλιο ―δὲν ἀναφέρεται τ᾽ ὄνομά του―, εἶχε γονεῖς. Τὰ παιδιὰ δὲ γεννιῶνται ἀπὸ βράχο· ἀπὸ μιὰ μάνα κ᾽ ἕνα πατέρα γεννιῶνται ὅλα τὰ παιδιά. Ἔτσι καὶ τὸ παιδὶ αὐτὸ εἶχε μάνα καὶ πατέρα. 
Ἀλλὰ οἱ γονεῖς του ἦταν ἄνθρωποι ἀδιάφοροι γιὰ τὴ θρησκεία, ψυχροὶ γιὰ τὸ Θεό. Καὶ ὄχι μόνο αὐτοί· ὅλη ἡ κοινωνία, μέσα στὴν ὁποία ζοῦσε τὸ παιδὶ αὐτό, ἦταν μιὰ κοινωνία ἄπιστη καὶ διεφθαρμένη. Δὲν τὸ λέω ἐ­γώ, τὸ λέει ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς μὲ ἀναστενα­γμό· «Ὦ γενεὰ ἄπιστος καὶ διεστραμμένη! ἕ­ως πότε ἔσομαι μεθ᾽ ὑμῶν; ἕως πότε ἀνέξομαι ὑμῶν;», ὣς πότε θά ᾽μαι μαζί σας; (Ματθ. 17,17). Παιδὶ λοιπὸν ἀδιαφόρου οἰκογενείας, παιδὶ ἀπίστου καὶ διεστραμμένης κοινωνίας ἦταν τὸ παιδὶ τοῦ σημερινοῦ εὐαγγελίου. Γι᾽ αὐτὸ συν­­έβη μεγάλη συμφορά. Τί ἔπαθε; Ἀρ­ρώστησε. Τί ἀρρώστια εἶχε; Ὄχι μία ἀπὸ τὶς συνηθισμέ­νες σωματικὲς ἀρρώστιες· εἶχε τὴ μεγαλύτερη ἀρρώστια, κάτι χειρότερο κι ἀπ᾽ τὸν καρκίνο ποὺ θερίζει σήμερα τὴν ἀνθρωπότητα – ὁ Θεὸς νὰ φυλάξῃ. Τί εἶχε· μπῆκε μέσα του δαιμόνιο! ―Μπᾶ, δαιμόνια τώρα στὸν αἰῶνα μας;… Μορ­φωμένοι ἐσεῖς, νὰ μιλᾶτε γιὰ δαιμόνια;… Θὰ ἤθελα κ᾽ ἐγὼ νὰ μὴν ὑπάρχουν δαιμόνια· ὑπάρχουν ὅμως. Ὅποιος ἀμφιβάλλει, ἂς πάῃ μέχρι τὴν Κεφαλονιὰ ―ἐκεῖ στὶς 16 Αὐ­γούστου ἑορτάζει ὁ ἅγιος Γεράσιμος― καὶ θὰ δῇ τὰ δαιμόνια πῶς φωνάζουν, πῶς στριγγλί­ζουν, πῶς σπᾶνε ἁλυσίδες. Ὑπάρχουν δαιμό­νια, καὶ ἐπηρεάζουν τοὺς ἀνθρώπους. Γι᾽ αὐτὸ ὁ Χριστὸς μᾶς παρήγγειλε νὰ λέμε κα­θημερι­νῶς στὴν προσευχή μας «῾Ρῦσαι ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ πονηροῦ», σῶσε μας ἀπὸ τὸ σατανᾶ (ἔ.ἀ. 6,13). Μπῆκε λοιπὸν στὸ παιδὶ δαιμόνιο καὶ φώλιασε μέσα του. Κι ἀπὸ τὴν ὥρα ἐκείνη ἦταν δυσ­τυχισμένο. Τὸ ἐξουσίαζε ὁ σατανᾶς· ἔλεγε καὶ ἔκανε ὅ,τι εἰσηγεῖτο ἐκεῖνος. Ἄλ­­λοτε τὸ δαιμό­νιο τὸ ἔσπρωχνε κ᾽ ἔπεφτε σὲ νερὰ καὶ κινδύνευε νὰ πνιγῇ, ἄλλοτε τὸ ἔρ­ριχνε στὴ φωτιὰ καὶ κινδύνευε νὰ καῇ, καὶ ἔ­τρεχαν οἱ συγγενεῖς καὶ φίλοι νὰ τὸ γλυτώσουν.Δυστυχισμένο τὸ παιδί, σπαρταροῦσε σὰν τὸ ψάρι ὅταν τὸ βγάζῃς ἀπὸ τὴ θάλασσα. Ἀλ­λὰ δυστυχισμένος κι ὁ πατέρας, ποὺ τὸ ἔβλεπε καὶ καιγόταν. Ἔκανε τὰ πάντα ὁ ταλαίπωρος γιὰ νὰ τὸ θεραπεύσῃ· καὶ σὲ γιατροὺς τὸ πῆγε, καὶ σὲ μάγους τὸ πῆγε, καὶ στοὺς μαθη­τὰς τοῦ Χριστοῦ τὸ ἔφερε, μὰ τίποτα. Τὸ δαιμόνιο εἶχε ῥιζώσει. Ὅπως ἕνα δέντρο μὲ βαθειὲς ῥίζες εἶνε δύσκολο νὰ τὸ ξερριζώ­σῃς, ἔτσι καὶ τὸ δαιμόνιο ἦταν δύσκολο νὰ βγῇ. Τέλος ἦρθε καὶ στὸ Χριστό. Καὶ ὁ Χριστὸς τί ἔκανε; Ἀφοῦ ἐπέπληξε τὴν γενεὰ τὴν «ἄπιστον καὶ διεστραμμένην», τῆς ὁποίας ἕνας κλῶνος ἦταν καὶ τὸ παιδὶ αὐτό, διέταξε καὶ βγῆκε τὸ δαιμόνιο. Κι ἀπὸ τὴν ὥρα ποὺ βγῆκε τὸ δαιμό­νιο, τὸ παιδὶ ἐλευθερώθηκε πλέον, καὶ ἔγινε πάλι ἡ χαρὰ τῆς οἰκογενείας του.
 

* * *

 
9) PAIDIA.istΑὐτὸ εἶνε, ἀγαπητοί μου, τὸ σημερινὸ εὐ­αγγέλιο. Δυὸ φωτο­γραφίες τοῦ ἴδιου παιδιοῦ· στὴ μία μακριὰ ἀπὸ τὸ Χριστό, στὴν ἄλλη κον­τὰ στὸ Χριστό. Τί διαφορά! Ἐκεῖνο ὅμως ποὺ ἔγινε τότε, γίνεται καὶ σή­μερα. Καὶ τώρα ὑπάρχουν παιδιὰ καὶ νέοι ποὺ ζοῦν μακριὰ ἀ­πὸ τὸ Χριστό. Κι ἀφοῦ εἶνε μακριὰ ἀ­πὸ τὸ Χριστό, βρίσκονται κάτω ἀπὸ τὴν ἐπήρεια πονηρῶν δαιμόνων, κάτω ἀπὸ τὴν ἐξ­ουσία τῆς ἁμαρτίας καὶ τῶν παθῶν. Δυστυχισμένα τὰ παιδιὰ αὐτά, κι ἀ­κόμα πιὸ δυστυχισμένοι οἱ γο­νεῖς τους. Εἶνε μιὰ ἄλλη «γενεὰ ἄπιστος καὶ δι­εστραμμένη», γενεὰ δαιμονιζομένων. Φαίνεται ὑπερβολικὸ αὐτό; Παρατηρῆστε τὴν εἰκόνα τῶν παιδιῶν αὐτῶν· εἶνε μπροστά μας. ⃝ Κάποιο παιδὶ βασανίζεται ἀπὸ ἕνα γνωστὸ πά­θος. Οἱ γονεῖς τὸ ξέρουν, τὸ βλέπουν· πειράζεται ἀπὸ τὸ δαιμόνιο τοῦ πείσματος. Ἡ μη­τέρα ἢ ὁ πατέρας τὸ συμβουλεύουν σὲ κάτι κι αὐτὸ προβάλλει ἄρνησι· Δὲν θέλω!… Ὅπως τὸ πεισματάρικο γαϊδουράκι, παρὰ τὶς ξυλιὲς ποὺ τρώει ἀπ᾽ τὸν ἀφέντη του, δὲν ἐννοεῖ νὰ κουνηθῇ ἀπ᾽ τὴ θέσι του, ἔτσι καὶ τὸ μικρὸ ἐκεῖνο παιδάκι πεισματώ­νει, χτυπάει τὰ πόδια του, πέφτει κάτω, κυλιέται, φωνάζει, οὐρλιάζει. ⃝ Ἕνα ἄλλο παιδάκι, ἐκεῖ ποὺ εἶνε ἥσυχο, ξα­φνικὰ τὸ βλέπεις κιτρινίζει, γίνεται σὰν τὸ κερί, λειώνει καὶ πεθαίνει ἀκόμα. Ἀπὸ τί; Φαῒ ἔχει, ψωμὶ ἔχει, γάλα ἔχει, βούτυρο ἔ­χει, κρέας ἔχει, ὅλα τά ᾽χει. Τί τὸ πειράζει; Τὸ δαιμόνιο τοῦ φθόνου, τῆς ζήλειας. Μὴ δῇ τὴ μάνα νὰ χαϊδέψῃ τὸ ἀδελφάκι του, μὴ δῇ τὸν πατέρα ν᾽ ἀγοράσῃ κάτι στὸ ἄλλο παιδί, μὴ δῇ τὸ δάσκαλο νὰ ἐπαινέσῃ τὸ συμμαθητή του, μὴν ἀκού­σῃ καλὸ λόγο γιὰ τὸ φίλο του· ἀρρωσταίνει. ⃝ Θέλετε ἄλλο δαιμόνιο ποὺ τυραννεῖ τὴν παι­δι­κὴ ἡλικία; Νά τὸ δαιμόνιο τοῦ ψεύδους. Σπά­νιο πρᾶγμα παιδὶ νὰ λέῃ πάντοτε ἀλήθεια. Τὰ περισσότερα παιδιὰ λένε ψέματα στὴ γιαγιά, ψέματα στὸν παπποῦ, ψέματα στὴ μάνα, ψέμα­τα στὸν πατέρα, ψέματα στὸ σχολεῖο· παν­τοῦ. ⃝ Συχνὸ εἶνε καὶ τὸ δαιμόνιο τῆς ὀκνηρίας, τῆς τεμπελιᾶς. Ὁ ἥλιος βγαίνει, ὁ πατέρας τρέχει στὴ δουλειά, ἡ μάνα στὸ σπίτι πλένει καθαρίζει μαγειρεύει, καὶ τὸ παιδί; Κοιμᾶ­ται. Δὲν σηκώνεται νὰ κάνῃ κάτι, νὰ βοηθήσῃ. Ὁ μικρὸς τεμπέλης αὔριο θά ᾽νε ἕνα βάρος τῆς κοινωνίας. ⃝ Ν᾽ ἀναφέρουμε ἄλλο ἕνα δαιμόνιο; Στὴν ἐ­γωιστικὴ καὶ ὑπερήφανη γενεά μας κυριαρχεῖ τὸ δαιμόνιο τῆς ἀνυπακοῆς. Τὰ παιδιὰ δὲν ἀ­κοῦνε οὔτε πατέρα οὔτε μάνα οὔτε δάσκαλο.⃝ Αὐτὰ καὶ ἄλλα ἀκόμα δαιμόνια τυραννοῦν τὰ παιδιά. Καὶ ὑποφέρουν τὰ ἴδια, ὑποφέρουν καὶ οἱ γονεῖς. Πόσα δάκρυα χύνουν μα­νάδες καὶ πατεράδες! Ἦρθε στὴ μητρόπο­λι ἕνας πατέρας. Θρηνοῦσε καὶ προσπαθοῦ­σα νὰ τὸν παρη­γορήσω. Ἔχει κορίτσι ποὺ ἔμ­πλεξε μὲ κακὲς παρέες κ᾽ ἔχει τρεῖς νύχτες ποὺ ἐξαφανίστηκε· ἀ­ναγκάστηκε νὰ τὸ ἀναφέρῃ, ἡ ἀστυνομία ψάχνει καὶ δὲν ξέρω ἀκόμα ἂν τὸ βρῆκε. Πόσα τέτοια κορίτσια καὶ ἀγόρια διασκεδάζουν, χορεύουν καὶ μεθοῦν σὲ κέντρα, παίρνουν χασὶς καὶ μαριχουάνα, καὶ γίνονται ἐρείπια! Μικρὸ δαιμόνιο εἶνε τὰ ναρκωτικά; Ποῦ καταντήσαμε! Καὶ ποιοί φταῖνε; Φταῖνε ἡ μάνα, ὁ πατέρας, ὁ δάσκαλος, ὁ παπᾶς, ὁ δε­σπότης, φταῖμε ὅλοι οἱ μεγαλύτεροι, ποὺ δὲ δίνουμε καλὰ παραδείγματα στὰ παιδιά μας. Φταίει προπαντὸς τὸ κράτος, γιατὶ μποροῦσε πολλὰ νὰ κάνῃ, ὅπως γίνεται ἀλλοῦ. Ἐδῶ; Ἕ­να μασονικὸ – ἄθεο κράτος ἔχει ἀφήσει τὰ παι­διὰ νὰ διαφθαροῦν καὶ νὰ καταστραφοῦν. Στὰ ἑκατὸ παιδιὰ ζήτημα ἂν παρουσιαστῇ ἕνα ποὺ νὰ μένῃ ἔξω ἀπὸ τὴν ἐπήρεια τῶν δαιμονίων.
 

* * *

 
Ὁ μόνος, ἀδελφοί μου, ποὺ ἀγαπάει εἰλικρι­νὰ τὸ παι­δί, ὁ ἀληθινὸς φίλος του, εἶνε ὁ Χριστός. Ἐκεῖνος τὸ πῆρε στὴν ἀγκαλιά του καὶ τὸ εὐλόγησε. Ἐκεῖνος εἶπε ὅτι ὅποιος σκανδα­λίσῃ ἕνα μικρὸ παιδί, εἶνε προτιμότερο νὰ δέσῃ στὸ λαιμό του ἕνα λιθάρι καὶ νὰ πάῃ νὰ φουντάρῃ – νὰ πνιγῇ στὴ θάλασσα (βλ. Ματθ. 18,6). Ἔδωσε μεγάλη σημασία στὸ παιδί. Χαιρόμεθα ὅταν βλέπουμε παιδιά. Εὐχό­μεθα ὁ Θεὸς νὰ προστατεύῃ τὴ νεολαία μας μὲ ἀγγέλους καὶ ἀρχαγγέλους. Καὶ παρακαλοῦ­με, νὰ φωτίσῃ τοὺς κρατοῦντας νὰ λάβουν αὐ­στηρὰ μέτρα γιὰ τὸ παιδὶ καὶ τὴν παιδεία. Ἔχουμε καλὸ λαό, καλὴ πάστα. Ἀλλ᾽ αὐτοὶ ποὺ μᾶς κυβερνοῦν δυστυχῶς ―τὸ λέω μὲ παρ­ρησία― Θεὸ δὲν ἔχουν! Ψηφίζουν νόμους ποὺ διαλύουν τὴν οἰκογένεια κι ἀφήνουν τὰ παιδιὰ στὸ σκοτάδι. Καὶ ὁ λαός; Φαίνεται νὰ κοι­μᾶ­ται. Ἀλλὰ θά ᾽ρθῃ ὥρα ποὺ θὰ ξυπνήσῃ καὶ θὰ ζητήσῃ κυβερνήτας Χριστιανούς, νὰ πιστεύουν στὸ Εὐαγγέλιο. Τότε καὶ τὰ παιδιὰ θὰ προστα­τευθοῦν καὶ καλύτερες ἡμέρες θὰ δοῦμε. Δὲν ἀνήκω σὲ κόμματα. Πενήντα χρόνια δου­λεύω στὸ ἔθνος. Δύο πράγματα ἀγαπῶ· τὴν Ἑλ­λάδα, καὶ παραπάνω ἀπ᾽ τὴν Ἑλλάδα τὸ Χριστό. Καὶ θέλω τὴν πατρίδα μου νὰ εἶνε ἄ­στρο φωτεινό, νὰ λάμπῃ, νὰ εἶνε ὑπόδειγμα, καὶ ὄ­χι σκύβαλο καὶ καταπάτημα τῶν ἐθνῶν. Ὁ δὲ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός, διὰ πρεσβει­ῶν τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου καὶ πάντων τῶν ἁγίων, ἂς εἶνε μεθ᾽ ἡμῶν· ἀμήν.
 
 
(ἱ. ναὸς Γενεσίου τῆς Θεοτόκου Κ. Κλεινῶν – Φλωρίνης 19-8-1979)

Η βάση της πνευματικής ζωής (Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου)


  1. Ταπεινοφροσύνη είναι η κατά­σταση εκείνη, κατά την οποία, ενώ κάποιος έχει συνείδηση των πολλών και μεγάλων χαρισμάτων και επιτυχιών του, δεν έχει καμιά μεγάλη ι­δέα για τον εαυτό του…Ταπεινοφροσύνη είναι τούτο· ενώ κάποιος είναι φορτωμένος από κατορθώμα­τα και αρετές, εν τούτοις διατηρεί το ταπεινό του φρόνημα… Τόσο μεγά­λο καλό είναι η ταπεινοφροσύνη, τόσο μεγάλο κέρδος, εφόσον και ό­ταν κατηγορείται από τους άλλους δεν πληγώνεται ο ταπεινόφρων, και όταν βρίζεται, δεν εξαγριώνεται. Γιατί μπορεί κανείς και από αυτά να κερδίσει κάποιο μεγάλο και σπου­δαίο αγαθό, όπως ακριβώς συνέβη και στην περίπτωση του τελώνη. Γιατί, όταν δέχτηκε τις προσβολές που του έκανε ο Φαρισαίος, απαλ­λάχτηκε από τα αμαρτήματα...
  2. Κι’ αν ακόμη έχει κανείς τη συνείδηση ότι έκανε άπειρα κατορθώματα, και δεν σκεφτεί τούτο, ότι δηλαδή είναι ο τελευταίος από όλους, καμιά ωφέλεια δεν θα μπορέ­σει να έχει από τα τόσα καλά έργα του. Γιατί αυτό είναι ταπεινοφροσύ­νη, όταν δηλαδή κάποιος έχει αφορμές να υπερηφανεύεται, αλλά συγ­κρατεί τον εαυτό του και τον ταπει­νώνει και τον κάνει μετριόφρονα. Γιατί τότε θα φθάσει στο αληθινό ύψος, σύμφωνα με την υπόσχεση του Κυρίου που λέει: «Εκείνος που τα­πεινώνει τον εαυτό του, θα υψω­θεί».
  3. Όταν μιλάω για ταπεινοφρο­σύνη, δεν εννοώ την ταπεινοφροσύ­νη που περιορίζεται στα λόγια και στη γλώσσα, αλλά εκείνη που έχει ριζώσει στη σκέψη, στην ψυχή και στη συνείδηση, που μόνον ο Θεός μπορεί να βλέπει. Φθάνει αυτό το προτέρημα, και μόνο του πολλές φο­ρές όταν παρουσιάζεται, να κάνει το Θεό σπλαχνικό. Και αυτό το έφερε σε φως ο τελώνης. Γιατί, παρόλο που δεν είχε καμιά αρετή, ούτε ήταν σε θέση να εμφανισθεί παρουσιάζοντας τα έργα του, λέγοντας μόνον, «Θεέ μου, ελέησέ με τον άμαρτωλό», γύρι­σε στο σπίτι του δικαιωμένος, πράγ­μα που δεν συνέβη με το Φαρισαίο· μολονότι βέβαια τα λόγια εκείνα δεν ήταν λόγια ταπεινοφροσύνης, αλλ’ ευγνωμοσύνης μόνον. Το γνώρισμα της ταπεινοφροσύνης είναι το να έχει κάποιος συνείδηση των μεγάλων προσόντων του και εν τούτοις να μην έχει καθόλου υψηλό φρόνημα για τον εαυτό του· ενώ ευγνωμοσύ­νη είναι το να είναι κανείς αμαρτωλός, και να το ομολογεί.
  4. Θεμέλιο της δικής μας, της χριστιανικής πνευματικής ζωής, είναι η ταπεινοφροσύνη. Kι’ αν ακό­μη οικοδομήσεις πριν απ’ αυτή άπειρα, είτε ελεημοσύνη, είτε προσευ­χές, είτε νηστεία, είτε όλες τις αρετές, αν δεν θέσεις πρώτα αυτή ως θε­μέλιο,… όλα θα πέσουν κάτω εύκο­λα, ακόμη και η σωφροσύνη και η παρθενία και η περιφρόνηση των χρημάτων και οτιδήποτε άλλο αναφέρεις, όλα είναι ακάθαρτα και μολυσμένα και σιχαμερά, όταν απουσιάζει η ταπεινοφροσύνη.
  5. Επειδή λοιπόν η αλαζονεία ήταν η ακρόπολη και η κορυφή των κακών και η ρίζα και η πηγή κάθε κακίας, αφού παρασκεύαζε ο Χρι­στός το κατάλληλο για την ασθένεια φάρμακο, καθόρισε σαν θεμέλιο ι­σχυρό και σταθερό πρώτα αυτόν τον νόμο, την ταπεινοφροσύνη. Γιατί, όταν αυτή τεθεί σαν θεμέλιο, όλα τα άλλα τα κτίζει με ασφάλεια και σι­γουριά πάνω σ’ αυτήν ο οικοδόμος. Όταν όμως αυτή εξαφανισθεί, και αν ακόμη φθάσει κανείς μέχρι τον ουρανό με τα κατορθώματά του, όλα γκρεμίζονται εύκολα και καταλή­γουν σε φοβερή καταστροφή. Κι’ αν ακόμη έχεις να παρουσιάσεις νη­στεία και προσευχή και ελεημοσύνη και σωφροσύνη και οποιοδήποτε άλλο αγαθό, όταν δεν υπάρχει ταπεινοφροσύνη, όλα εξανεμίζονται και χάνονται. Αυτό δηλαδή ακριβώς που συνέβη και με το Φαρι­σαίο. Γιατί, όταν έφθασε στην ίδια την κορυφή, έχασε τα πάντα και ξέπεσε, επειδή δεν είχε τη μητέρα των αγαθών. Γιατί, όπως η αλαζονεία είναι πηγή κάθε κακίας, έτσι και η ταπεινοφροσύνη είναι η αρχή και το θεμέλιο όλης της πνευμα­τικής ζωής. Γι’ αυτό και ο Χριστός με αυτήν αρχίζει τους μακαρισμούς, θέλοντας να ξεριζώσει εντελώς την αλαζονεία από την ψυχή των ακροατών Του.
  6. Δεν υπάρχει τίποτε, απολύτως τίποτε που να μπορεί να μας συγ­κρατεί και να μας διατηρεί ενωμέ­νους, όσο η ταπεινοφροσύνη και το να είμαστε μετριόφρονες και συνε­σταλμένοι και το να μη σχηματίζου­με ποτέ καμιά μεγάλη ιδέα για τον εαυτό μας. Αυτό γνωρίζοντας καλά και ο Χριστός,… αυτόν τον νόμο πα­ρουσίασε πρώτα, λέγοντας τα εξής: «Τρισευτυχισμένοι είναι εκείνοι που συναισθάνονται την πνευματική τους φτώχεια»…Έτσι θέτει το θεμέ­λιο λίθο…, ανεγείροντας μέσα στις ψυχές τους την μεγάλη εκείνη οικο­δομή της φιλοσοφημένης ζωής.
  7. Αυτόν (τον Αβραάμ) λοιπόν, παρακαλώ, να μιμούμαστε και εμείς, και να φροντίζουμε να φυλάμε τους εαυτούς μας ελεύθερους και ούτε, με την πρόφαση της αρετής να περι­βάλλουμε τον εαυτό μας με αλαζονική δόξα, ούτε πάλι με την πρόφα­ση της ταπεινοφροσύνης να παρα­μελούμε την αρετή, αλλά να τηρού­με παντού το μέτρο, και στις επιτυχίες που είχαμε να θέτουμε σαν θε­μέλιο και υπόβαθρο την ταπεινο­φροσύνη, ώστε να οικοδομήσουμε το οικοδόμημα της αρετής σε βάση ασφαλή. Γιατί αυτό είναι αρετή, το να είναι συνδεδεμένη με την ταπει­νοφροσύνη. Γιατί αυτός που κατέθε­σε σίγουρα αυτόν το θεμέλιο λίθο, θα μπορέσει να υψώσει την οικο­δομή στο ύψος που θέλει. Αυτή είναι η πιο μεγάλη ασφάλεια, αυτή είναι τείχος χωρίς ρωγμές, αυτή είναι πύργος απόρθητος, αυτή διακρατεί και συσφίγγει ολόκληρη την οικοδομή, και δεν την αφήνει να πέσει ούτε από τη σφοδρότητα των ανέμων, ούτε από την ορμή της βρο­χής, ούτε από τη βία των ανέμων, αλλά την καθιστά ανώτερη από κά­θε επιβουλή και την αναδεικνύει τόσο ακαταμάχητη, σαν να είναι κατα­σκευασμένη από διαμάντι.
  8.  
( 1.ΕΠΕ 35, 180-182, 2. ΕΠΕ 3, 418-420, 3. ΕΠΕ 26, 480-482, 4. ΕΠΕ 27, 426, 5. ΕΠΕ 9, 466-468, 6. ΕΠΕ 26, 480, 7. ΕΠΕ 3, 490)

ΤΑ ΔΑΙΜΟΝΙΑ, Η ΠΙΣΤΗ ΚΑΙ Ο ΚΟΣΜΟΣ ΜΑΣ (ΚΥΡΙΑΚΗ Ι' ΜΑΤΘΑΙΟΥ)



              Ένα από τα πιο δύσκολα ζητήματα στην θρησκευτική παράδοση και στη ζωή της Εκκλησίας είναι και αυτό των δαιμονίων. Πρόκειται για πνευματικές υπάρξεις οι οποίες συνυπάρχουν με τους αγγέλους, τους ανθρώπους, τον κόσμο ολόκληρο. Υπάρξεις χωρίς ελπίδα αλλού παρά μόνο στον εαυτό τους. Υπάρξεις χωρίς νόημα παρά την προσέλκυση προς το μέρος τους όλων των δημιουργημάτων του Θεού. Υπάρξεις που αποσκοπούν τελικά στον κατεξουσιασμό του κόσμου, στην επικράτηση σε έναν ανταγωνισμό από την δική τους πλευρά έναντι του Θεού, με σκοπό την απόλυτη νίκη. Υπάρξεις που δεν αγαπούνε, αλλά  που επιθυμούνε να οικειοποιηθούν ό,τι δεν τους ανήκει, να δώσουν τον δικό τους τρόπο μιας ελευθερίας χωρίς Θεό κι αγάπη, για να παρηγορηθούν για την απουσία του Θεού από την πορεία τους. Υπάρξεις που προσανατολίζονται σε μία ευτυχία κατεδάφισης, γκρεμίσματος των πάντων, απαισιοδοξίας, απελπισίας. Υπάρξεις που ζητούν τις ψυχές μας, αλλά και που θα ήθελαν τα χαρίσματά μας να λειτουργούν αυτοκαταστροφικά, που υφίστανται με την ψευδαίσθηση ότι θα συγκροτήσουν έναν στρατό ο οποίος θα τους βοηθήσει να νικήσουν τον Θεό, να υποτάξουν τα πάντα.  Και είναι δημιουργήματα του Θεού, όπως και οι άγγελοι και οι άνθρωποι. Αρνήθηκαν την ευχαριστία, την δοξολογία, την αγάπη προς τον Θεό και διάλεξαν την υποκατάστασή Του στην πορεία του κόσμου. Διάλεξαν να κυριεύουν τον χρόνο, στον οποίο ο Θεός έβαλε τα πάντα, μόνο και μόνο για να δικαιωθούνε για την επιλογή τους να αρνηθούν. Και δεν βλέπουν ότι ο Θεός τις αγαπά ώστε ακόμη και έτσι να τις αφήνει ελεύθερες στην πορεία του πνευματικού θανάτου.
            Οι δαίμονες συμβάλλουν στην καλλιέργεια των παθών. Είναι οι εχθροί που σπέρνουν ζιζάνια στο χωράφι της ανθρώπινης ύπαρξης. Δεν μπορούν να δούνε το μέλλον, διότι δεν πιστεύουν στον Θεό, δεν Τον εμπιστεύονται, αλλά επιζητούνε μόνο με τις δικές τους δυνάμεις να προχωρήσουν. Έτσι κρίνουν τα πάντα με βάση το παρόν. Έχουν βεβαίως τα στοιχεία του ενώπιόν τους και έτσι μπορούν να προβλέψουν κάπως τι θα συμβεί. Ωστόσο, δεν αποδέχονται τον λόγο του Θεού για την καινοποίηση των πάντων, για την τελική τους ήττα, δεν μετανοούν, διότι δεν έχουν πίστη. Ο τελικός αγώνας τους είναι μάταιος. Όμως η απιστία τους γεννά και την διαστροφή της σύνολης ύπαρξης. Δεν είναι μία ηρωικά απελπισμένη προσπάθεια ο αγώνας τους για νίκη έναντι του Θεού και του κόσμου Του. Είναι μία απόφαση αυτοδικαίωσης, όχι γιατί η ζωή κρίνεται στο δίκαιο και το άδικο, στο ιδεολογικό πρότυπο, στο σωστό και το λανθασμένο, αλλά διότι κατ’ αυτά η ζωή κρίνεται στην δικαίωση του ΕΓΩ τους. Και το κύριο σημείο της απιστίας είναι η απολυτοποίηση του ΕΓΩ μας. Η αίσθηση ότι είμαστε αυτόφωτοι και ότι όλος ο κόσμος υπάρχει για να δικαιωθούμε. Η απουσία τελικά ταπείνωσης.
          Αν δούμε τον κόσμο μας θα διαπιστώσουμε πόσο το δαιμονικό πνεύμα ενυπάρχει στις κινήσεις μας, στον τρόπο που διαχειριζόμαστε τα χαρίσματά μας,  στην αυτοκαταστροφικότητα της μελαγχολίας και της κατάθλιψης, στη συνεχή ενασχόληση με το ΕΓΩ μας, στο θρίαμβο των παθών που βαφτίζουμε δικαιώματα, στην περιθωριοποίηση της αγάπης και στην απόρριψη των άλλων, διότι δεν είναι όπως εμείς, στην απιστία, που χαρακτηρίζει  πολλούς. Και την ίδια στιγμή, στην δίψα για παρόν, για εδώ και τώρα.Στην απουσία υπομονής για το μέλλον. Στον εγκλωβισμό στο σήμερα και τις απαιτήσεις του, μόνο που αυτό είναι χωρίς Θεό. Ακόμη και στην θρησκευτικότητά μας, συχνά απαιτούμε από τον Θεό να δείξει την παρουσία Του εδώ και τώρα, να φανερώσει την εξουσία Του και δεν περιμένουμε με ταπεινοσύνη να εμπιστευθούμε την αγάπη Του, να την εφαρμόσουμε στη ζωή μας, να καταστήσουμε το δικό Του Πρόσωπο, το Θεανθρώπινο του Χριστού το σημείο της αναφοράς μας και όχι το δικό μας ΕΓΩ. Ομνύοντας στην ελευθερία μας, μικρότεροι και μεγαλύτεροι, αφήσαμε κατά μέρος την πίστη και διαλέγουμε την ταύτισή μας με έναν πολιτισμό ο οποίος φαινομενικά αγαπά τον άνθρωπο, του προσφέρει τις αγορές, τα επιτεύγματα, την επιστήμη, τη δυνατότητα για ποιότητα ζωής, αλλά τον αφήνει στο παρόν και δεν του επιτρέπει να πορευτεί προς την αιωνιότητα. Έτσι παγιδευόμαστε στον δαιμονικό τρόπο και αφήνουμε κατά μέρος την πίστη που αλλάζει τα πάντα και εντός και εκτός μας.
        Ο Χριστός, μετά την Μεταμόρφωσή Του, κατέβηκε από το όρος Θαβώρ και εκεί συνάντησε έναν πατέρα, που είχε φέρει το παιδί του στους μαθητές Του, για να εκβάλουν το δαιμόνιο που το είχε κυριεύσει. Δαιμόνιο αυτοκαταστροφής. Δαιμόνιο εξουσιασμού της νεανικής ύπαρξης, η οποία είχε χάσει την ελευθερία της. Δαιμόνιο ασθενείας. Δαιμόνιο πόνου. Με τα σημερινά δεδομένα αυτό το δαιμόνιο θα ήταν μία αρρώστια του σώματος, η επιληψία, η οποία αντιμετωπίζεται δια της επιστήμης. Και τότε όμως και σήμερα η αρρώστια του ανθρώπου και έκρινε και κρίνει αυτό που μας χαρακτηρίζει: την ύπαρξη πίστης και την πορεία της καρδιάς μας. Γι’ αυτό και ο Κύριος, όταν ο πατέρας Του αναγγέλλει τον καημό του και την αποτυχία των μαθητών να θεραπεύσουν το παιδί του, θα ζητήσει να Του παρουσιάσουν τον νέο άνθρωπο και θα αναφωνήσει:  «Ω γενεά άπιστος και διεστραμμένη! έως πότε έσομαι μεθ᾿ υμών; Έως πότε ανέξομαι υμών;  Καὶ επετίμησεν αυτώ ο Ιησούς, και εξήλθεν απ' αυτού το δαιμόνιον και εθεραπεύθη ο παις από της ώρας εκείνης».(Ματθ. 17, 17-18). «Γενιά άπιστη και διεστραμμένη, ώ πότε θα είμαι μαζί σας; ώς πότε θα σας ανέχομαι;... Ο Ιησούς επιτίμησε το δαιμόνιο, και βγήκε απ’ αυτόν. Από κείνη την ώρα το παιδί γιατρεύτηκε». Ο Χριστός δεν κάνει επιστημονική ιατρική διάγνωση, αλλά βλέπει την κατάληψη της καρδιάς των ανθρώπων από το πνεύμα της απιστίας, από την εγωτική δικαίωση, από την άρνησή τους να δούνε την προτεραιότητα του Θεού. Και θεραπεύει το δαιμονικό πνεύμα που χωρίζει, δίνοντας ίαση στο παιδί και αφήνοντας τον πατέρα και τους μαθητές με τον προβληματισμό για την πίστη τους.
          Οι άνθρωποι σήμερα, όταν γίνεται λόγος για δαιμόνια, σκεφτόμαστε υπερφυσικές υπάρξεις, με απόλυτη δύναμη, οι οποίες μας καταστρέφουν σωματικά. Έχουμε περιέργεια για το πώς θα βγούνε από όσους έχουν καταλάβει και οι πολλοί θεωρούμε τον εαυτό μας άτρωτο. Γι’ αυτό και η βιομηχανία του πολιτισμού προβάλλει εικόνες εξορκισμών, προς εντυπωσιασμό, τρόμο και κέρδος. Αξιοποιεί δαιμονικά τα δαιμόνια, για να πετύχει αυτό που τα δαιμόνια επιδιώκουν: την απιστία, τον κατεξουσιασμό, την παντοδυναμία του ΕΓΩ και τελικά την εμφύσηση της απουσίας του Θεού από τις ζωές μας. Δεν μπορούμε να υποψιαστούμε ότι οι δαίμονες όντως υπάρχουν και ότι επιδρούν στην καθημερινότητά μας, ενσπείροντας την ασθένεια της απιστίας, της άρνησης της αγάπης,  του  εξουσιασμού του εαυτού μας και των άλλων με γνώμονα το παρόν. Γι’ αυτό και η ανάγκη της πίστης εξακολουθεί να είναι κομβική. Ας αξιοποιήσουμε την ασκητική παράδοση της Εκκλησίας μας, την προσευχή, τη νηστεία, ας εκζητήσουμε την πίστη στον Κύριό μας, για να μπορέσουμε, στηριγμένοι στην ταπείνωση και την κοινωνία μαζί Του, να διακρίνουμε και να αφήσουμε κατά μέρος κάθε δαιμονικό πνεύμα και τρόπο.

Κυριακὴ Ι΄ Ματθαίου (Ματθ. 17,14-23). Ο έλεγχος του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, που αποβλέπει στη μετάνοια και τη σωτηρία μας


«Ὦ γενεὰ ἄπιστος καὶ διεστραμμένη…» (Ματθ. 17,17)
Ακούσατε, ἀγαπητοί μου, τὸ ἱερὸ εὐαγγέλιο. Τὸεὐαγγέλιο αὐτὸ διαφέρει κάπως ἀ­πὸ τὰ ἄλλα· ἐνῷ στὰ εὐαγγέλια τῶν ἄλλων Κυριακῶν ἀκούγεται γλυκειὰ ἡ φωνὴ τοῦ Χριστοῦ, σὰν τῆς μάνας ποὺ καλεῖ τὰ παιδιὰ κοντά της, ἐδῶ ἡ φωνή του γί­νεται αὐστηρή. Νομίζει κανεὶς ὅτι ὁ οὐρανὸς γέμισε σύννεφα, ὁ ἥλιος σκοτεί­νια­σε, ἀ­στράφτει καὶ βροντᾷ καὶ πέφτουν

ἀ­στροπελέκια, καθὼς ἀκούει· «Ὦ γε­νεὰ ἄ­πιστος καὶ διεστραμμένη! ἕως πότε ἔ­σο­μαι μεθ᾿ ὑμῶν; ἕως πότε ἀνέξομαι ὑμῶν;» (Ματθ. 17,17).
Αὐστηρὸς ὁ λόγος αὐτὸς τοῦ Χριστοῦ. Καὶ γιὰ ποιόν λέγεται; ποιά εἶνε ἡ ἄπιστη αὐ­τὴ γενεά; Εἶνε πρῶτα ὁ Ἰουδαϊκὸς λαός. Καν­ένας ἄλ­λος λαὸς στὸν κόσμο δὲν εὐεργετήθηκε τόσο ὅσο ὁ Ἰσραήλ. Ἡ ἱστορία του εἶνε μιὰ ἱ­στορία θαυμάτων. Θαύματα κατὰ τὸ παρελθὸν διὰ τοῦ Μωυσέως, τῶν κριτῶν, τῶν βα­σιλέ­ων καὶ τῶν προφητῶν, πρὸ παντὸς ὅμως ἐ­πὶ τῶν ἡμερῶν τῆς παρουσίας τοῦ Χριστοῦ ἀ­νάμεσά τους. Τότε αὐξήθηκαν καὶ πολλαπλα­σι­άσθηκαν τὰ θαύματα σὰν τὴν ἄμμο τῆς θαλάσ­σης καὶ τὰ ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ. Ἔγιναν ἀ­μέτρητα. Κι ὅπως λέει στὸ τέλος τὸ κατὰ Ἰωάννην Εὐαγγέλιο, ἂν γράφονταν ἕνα πρὸς ἕνα σὲ βιβλία ὅσα ἔκανε ὁ Χριστός, δὲν θὰ χωροῦ­σε ὁ κόσμος τοὺς τόμους (βλ. Ἰω. 21,25). Διότι θαύμα­τα δὲν εἶνε μόνο αὐτὰ ποὺ ἀναφέρει τὸ Εὐαγ­γέλιο· εἶνε καὶ ἄλλα, ὅπως ὅλη ἡ δημιουργία, ἀπὸ τὸ ἄνθος, τὸ κρίνο τοῦ ἀγροῦ, τὸ φύλλο τοῦ δέντρου, τὸ μυρμήγκι, τὴ μέλισσα, μέχρι τὸν ἄνθρωπο –σὰν σῶμα μὲ τὰ κύτταρά του καὶ σὰν ψυχή–, τὸ κάθε ἄστρο καὶ τοὺς γαλαξί­ες, ποὺ ἐρευνοῦν καὶ θαυμάζουν οἱ ἐπιστήμο­νες. Ὄντως «θαυμαστὰ τὰ ἔργα Κυρίου» (Σ. Σειρ. 11,4).
Βλέποντας ὅλα αὐτὰ τί ἔπρεπε νὰ κάνουν οἱ Ἰουδαῖοι; Ἔπρεπε νὰ πιστέψουν. Πίστεψαν; Δὲν πίστεψαν, ἐκτὸς ἀπὸ μιὰ μικρὴ μειοψηφία. Μερικοὶ βοσκοί, ψαρᾶδες, χωρικοὶ καὶ λίγες γυναῖκες, ὁ κατώτερος λεγόμενος λαός, αὐτοὶ πίστεψαν. Οἱ ἄλλοι; μίσησαν τὸ Χριστὸ καὶ τέλος τὸν σταύρωσαν στὸν κρανίου τόπον. Ἔχει λοιπὸν δίκιο ὁ Χριστὸς νὰ λέῃ· «Ὦ γενεὰ ἄπιστος καὶ διεστραμμένη! ἕως πό­τε ἔσομαι μεθ᾿ ὑμῶν; ἕως πότε ἀνέξομαι ὑμῶν;».

* * *

Αὐτὸ ὅμως, ἀγαπητοί μου, ποὺ λέει ὁ Χριστὸς κατ᾿ ἐξοχὴν γιὰ τὸν Ἰουδαϊκὸ λαό, ἰσχύει καὶ γιὰ μᾶς.
Διότι κ᾽ ἐμεῖς εἴμαστε περιούσιος λαός, ἕνας ἀπὸ τοὺς ἀρ­χαιοτέρους λαούς, μὲ ἱστορία τριῶν – τεσσάρων χιλιάδων ἐτῶν, λαὸς ποὺ εἶχε θαυμαστὰ ἐπιτεύγματα ἀλλὰ καὶ εἶδε θαύματα στὴ ζωή του. Ἄλλα ἔθνη μεγάλα καὶ κραταιὰ καταποντίσθηκαν καὶ χάθηκαν, τὸ δικό μας ἐξ­ακολουθεῖ νὰ ὑπάρχῃ ἀκόμη στὸν κόσμο.
Δὲν εἶνε ὑπερβολὴ ἂν ποῦμε ὅτι ἡ χώρα μας εἶνε χώρα ἁγίων. Μὲ δέος πρέπει νὰ πατοῦμε τὸ ἱερό της χῶμα. Ἂν πᾷς στὴν Κέρκυρα εἶνε ὁ ἅγιος Σπυρίδων, ἂν πᾷς στὴν Κεφαλονιὰ εἶνε ὁ ἅγιος Γεράσιμος, ἂν πᾷς στὴ Ζάκυνθο εἶνε ὁ ἅγιος Διονύσιος, ἂν πᾷς στὴν Πάτρα εἶνε ὁ ἅγιος Ἀνδρέας, ἂν πᾷς στὴν Κόρινθο εἶνε ὁ ἀπόστολος Παῦλος, ἂν πᾷς στὴ Θεσσαλονίκη μας εἶνε ὁ ἅ­γιος Δημήτριος…
Καὶ ὅμως ἐμεῖς οἱ σημερινοὶ Ἕλληνες δὲν ἐκτιμήσαμε αὐτὲς τὶς εὐλογίες τοῦ Θεοῦ. Μή­πως αὐτὰ ποὺ λέμε εἶνε ὑπερβολικά; Ἂς ἐξετάσουμε λοιπὸν τοὺς ἑαυτούς μας ὅλοι, κληρικοὶ καὶ λαϊκοί, ἄντρες καὶ γυναῖκες, ἂν ζοῦμε κατὰ τὸ Εὐαγγέλιο. Τί μᾶς λέει ὁ Κύρι­ος; Ἂς πάρουμε πρόχειρα μερικὲς ἐντολές.
⃝ «Ἓξ ἡμέρας ἐργᾷ», λέει (Ἔξ. 20,9. Δευτ. 5,13), θὰ ἐργάζεσαι ἕξι μέρες. Δευτέρα, Τρίτη, Τετάρτη, Πέμ­πτη, Παρασκευή, Σάββατο ἐργασία. Ἡ ἐρ­γασία εἶνε ἀπὸ τὸ Θεό, τὴν εὐλόγησε ὁ Χριστός. Ἦρθε Κυριακή, χτύπησε καμπάνα; Ἔχεις αὐ­τιά; ἄκου· ἔχεις πόδια; κάνε φτερὰ καὶ τρέξε στὴν ἐκκλησία. Νὰ ἐκκλησιαστῇς ὁπωσδήποτε, νὰ σὲ ἀξιώσῃ ὁ Θεὸς νὰ πῇς ἕνα «Εὐχαρι­στῶ» γιὰ τὶς ἄπειρες εὐεργεσίες του, ἕνα «Κύ­ριε, ἐλέησον» ἀπ᾽ τὰ βάθη τῆς καρδιᾶς σου, ἕνα «Ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ», ἕνα «Μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου» (Λουκ. 18,13· 23,42). Δυστυχῶς αὐτὸ δὲν γίνεται. Ὁ πολὺς λαὸς ἀπουσιάζει. Μιὰ στατιστική, ποὺ ἔγινε ἔδειξε, ὅτι στὴν Ἑλλάδα ἀπὸ τοὺς ἑ­κα­τὸ ἐκκλησιάζονται μόνο δύο (2%), τόσο μόνο. Πρέπει νά ᾽νε καμμιὰ μεγάλη ἑορτή, γιὰ νὰ γίνῃ τὸ δύο τέσσερα, ἕξι, δέκα, δεκαπέντε, εἴ­κοσι. Τὸν ἄλλο χρόνο οἱ πολλοὶ ἀπουσιάζουν. Εἶνε μικρὴ ἁμαρτία ὁ λαός μας νὰ μένῃ μακριὰ ἀπὸ τὸν ἁγιασμὸ τῶν μυστηρίων;
 Ἄλλη ἐντολὴ εἶνε τὸ «Οὐ λήψει τὸ ὄνομα Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου ἐπὶ ματαίῳ» (Ἔξ. 20,7. Δευτ. 5,11). Νὰ προσέχῃς πῶς πιάνεις στὸ στόμα σου τὸ ὄ­νομα τοῦ Θεοῦ, τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, τῆς Παν­αγίας, ὅλων τῶν ἁγίων. Νὰ τὰ σέβεσαι τὰ ὀνόματα αὐτά. Ἀντὶ σεβασμοῦ ὅμως σήμερα τί ἀ­κοῦμε; Φρικτὲς βλασφημίες. Ἦταν κάποτε ἐ­ποχὴ ποὺ βλαστήμια δὲν ἀ­κουγόταν στὸν τόπο μας. Τώρα; Φρίκη! Δὲν θὰ βρῇς χωριὸ καὶ συνοικισμὸ ποὺ νὰ μὴν ἀκούγεται βλαστήμια. Βλαστημοῦν πρωί, μεσημέρι, βράδυ, μεσάνυχτα· βλαστημοῦν στοὺς δρόμους, στ᾽ αὐτοκίνητα, στὶς ἐργασίες, στὰ καφφενεῖα, στοὺς στρατῶ­νες… Ἂν πᾷς ὅμως στὴν Τουρκιά, οὔ­τε ἕνας δὲ βλαστημάει ἐκεῖ τὸν Ἀλλάχ. Ἂν πᾷς καὶ στοὺς Ἑβραίους, κανείς δὲ βλαστημά­ει ἐκεῖ τὸν Ἰεχωβᾶ. Ἐμεῖς, ποὺ ἔχουμε τὴ ζωντανὴ θρησκεία μὲ τὰ θαύματα, γίναμε τὸ πλέον βλάσφημο ἔθνος, ἡ χώρα τῶν βλασφή­μων. Κάποτε πρῶτοι στὴ βλαστήμια ἔρχονταν οἱ Ἰταλοί, τώρα ἐρχόμαστε ἐμεῖς. Δὲν ἁμαρτά­νει ὅμως μόνο αὐτὸς ποὺ βλαστημάει, ἁ­μαρτάνει κι ὁ ἄλλος ποὺ ἀκούει καὶ δὲν διαμαρτύρεται. Ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλὸς ἔλεγε· Ἂν βλαστημήσῃς τὴ μάνα μου καὶ τὸν πατέρα μου, σὲ συγχωρῶ· ἂν πάρῃς μαχαίρι καὶ μοῦ κόψῃς τὴ μύτη, μοῦ βγάλῃς τὰ μάτια, μοῦ ξερριζώσῃς τὰ δόντια, μὲ κάνεις κομμάτια, θὰ σὲ συγχωρήσω. Ἂν ὅμως βλαστημᾷς Χριστὸ καὶ Παναγιά, δὲν ἔχω μάτια νὰ σὲ δῶ! Ὅπως ἐσὺ δὲν θέλεις ν᾽ ἀκοῦς νὰ βρίζουν τὴ μάνα σου, ἔτσι καὶ ὁ Χριστός. Καὶ ὅμως καμμιά γυναίκα στὴν Ἑλλάδα δὲν ὑβρίζεται τόσο χυδαίως ὅπως ἡ Παναγιά. Χυδαίως, χυδαιότατα ὑβρίζουν τὴν Παναγιά, καὶ κανείς δὲν ὑ­ψώνει φωνὴ διαμαρτυρίας. Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος λέει· Βλαστημάει κάποιος; Φώναξέ τον, παρακάλεσέ τον μὲ δάκρυα νὰ κόψῃ τὴ βλαστήμια. Δὲν τὴν κόβει, ἐπιμένει; Ἔχεις χέ­ρι; χτύπα τὸ βλάστημο· χέρι ποὺ θὰ χτυπή­σῃ βλάστημο θὰ ἁγιάσῃ. Νά γιατί ὁ Χριστὸς λέει καὶ σ᾽ ἐμᾶς· «Ὦ γενεὰ ἄπιστος καὶ διεστραμμένη!». Τὴν ἐντολὴ τοῦ ἐκκλησιασμοῦ δὲν τὴν τηροῦμε, τὴν τιμὴ τοῦ ὀνόματος τοῦ Θεοῦ τὴν καταπατοῦμε. Λοιπόν;
⃝ Νὰ ποῦμε ἄλλη ἐντολή; «Οὐ μοιχεύσεις» (Ἔξ. 20,13. Δευτ. 5,18). Ἕνας ἄντρας – μία γυναίκα, λέει τὸ Εὐαγγέλιο, κανείς ἄλλος ἀνάμεσά τους. Καὶ πράγματι ὁ θεσμὸς τοῦ γάμου ἦταν ἰσχυρός. Τὸ διαζύγιο ἦταν ἄγνωστο στὴν πατρίδα μας, μόνο τὸ φτυάρι τοῦ νεκροθάφτου χώριζε τὸ ἀντρόγυνο. Τώρα ὅμως τὰ διαζύγια πλήθυναν. Οἱ μισοὶ σχεδὸν γάμοι διαλύονται. «Ὦ γενεὰ ἄπιστος καὶ διεστραμμένη!».
Π. Αυγουστινος⃝ Ἄλλη ἐντολὴ λέει «οὐ φονεύσεις» (Ἔξ. 20,15. Δευτ. 5,17). Δὲν ἐπιτρέπεται νὰ θανατώσῃς ἄνθρωπο. Ἡ ζωὴ εἶνε δῶρο τοῦ Θεοῦ ἱε­ρό, θαῦμα ἐμπρὸς στὸ ὁποῖο ἡ ἐπιστήμη μένει ἔκπληκτη καὶ παρ᾽ ὅλες τὶς προσπάθειές της δὲν μπορεῖ νὰ τὸ ἐξιχνιάσῃ. Ὅ,τι λοιπὸν δὲν μπορεῖς νὰ δημιουργή­σῃς, μὴν τὸ κα­ταστρέφεις. Ἐν τούτοις ὁ ἄνθρωπος οὔτε τὴν ἐντολὴ αὐτὴ σεβά­στηκε. Ἡ ἐποχή μας ἀποδεικνύεται ἡ πιὸ αἱ­μα­τηρή. Δύο παγ­κόσμιοι πόλεμοι ἔγιναν, ἑκατομμύρια ἄνθρωποι φονεύθηκαν. Καὶ τὸ αἷμα ἐξακολουθεῖ νὰ τρέχῃ ποτάμι καθημερινῶς… Καὶ μόνο στὸν πόλεμο; καὶ σὲ καιρὸ εἰρήνης ἑ­κατομμύρια ἄνθρωποι φονεύονται μὲ τὶς ἐκ­τρώσεις. Ὅποιος σκοτώνει ἕνα παιδί, σκοτώνει ἕνα ἀγγελούδι, σκοτώνει τὸ Χριστό! Ἂν σκοτώσῃς ἕναν ἄνθρωπο, ἴσως κάποια ἀφορμὴ σοῦ ἔδωσε· ἐνῷ τὸ ἀγγελούδι αὐτὸ ποὺ εἶν­ε μέσα στὴν κοιλιὰ τῆς μάνας, τί κακὸ σοῦ ἔκανε; Δὲ γεννᾶνε πλέον οἱ Ἕλληνες. Μεγάλη κατά­ρα. Σχολεῖα κλείνουν ἐλλείψει παιδιῶν. Στὰ χωριὰ δὲν γίνονται πλέον βαπτίσεις παρὰ μόνο κηδεῖες γερόντων. Τὸ 1911 – 1912 ἕ­νας Ἕλληνας πέθαινε τὸ πρωί, καὶ μέχρι τὸ βράδυ γεννιόντουσαν ὀχτώ. Τώρα ἕνας Ἕλ­ληνας πεθαίνει, καὶ μέχρι τὸ βράδυ μισὸς γεν­νιέται. Σβήνει τὸ ἱστορικὸ αὐτὸ ἔθνος κ᾽ ἐμεῖς κινδυνεύουμε νὰ γίνουμε οἱ νεκροθάφτες του. «Ὦ γενεὰ ἄπιστος καὶ διεστραμμένη!».

* * *

Μᾶς ἀνέχεται ὁ Θεός, ἀδελφοί μου, ἀλλὰ μέχρι πότε; Προτοῦ ἐκσπάσῃ ἡ ὀργή του, ἂς μετανοήσουμε. Νὰ τηρήσουμε τὶς θεῖες ἐντολές του. Νὰ ζήσουμε μὲ προσευχὴ καὶ νηστεία, αὐτὰ ποὺ διώχνουν τὸν διάβολο καὶ ἑλκύουν τὴ χάρι τοῦ Θεοῦ. Ὁ ἔλεγχος τοῦ Κυρίου ἔχει αὐστηρότητα, ἀλλὰ γίνεται ἀπὸ ἀγάπη καὶ ἀ­ποβλέπει στὴν σωτηρία τῶν ἀνθρώπων. Ὄχι «γενεὰ ἄπιστος καὶ διεστραμμένη»· νὰ γί­νου­με «γενεὰ ζητούντων τὸν Κύριον» (Ψαλμ. 23,6), ᾧ ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος εἰς τοὺς αἰῶνας· ἀμήν.
(4-8-1991 ἱ. ν. Ἁγ. Γερμανοῦ Ἁγ. Γερμανοῦ – Πρεσπῶν

ΚΥΡΙΑΚΗ Ι΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ Ευαγγέλιο: 17, 14-23 Η ΧΑΡΑ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ ΚΑΙ ΤΟ ΧΡΕΟΣ ΤΩΝ ΓΟΝΕΩΝ



Η ΧΑΡΑ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ ΚΑΙ ΤΟ ΧΡΕΟΣ ΤΩΝ ΓΟΝΕΩΝ

          Εν ολίγοις

          Όσοι έχουν παιδιά μπορούν να καταλάβουν τον πόνο εκείνου του πατέρα που πλησίασε το Χριστό για να τον παρακαλέσει για τη θεραπεία του άρρωστου παιδιού του. Ο δυστυχισμένος πατέρας γονυκλινής παρακαλεί τον Χριστό για το παιδί του. «Κύριε, ελέησόν μου τον υιόν, ότι σεληνιάζεται και κακώς πάσχει. Πολλάκις γαρ πίπτει εις το πυρ και πολλάκις εις το ύδωρ». Βλέπουμε ότι περιγράφει με μελανά χρώματα την κατάσταση του παιδιού του την οποία πολύ συχνά έβλεπε μπροστά στα μάτια του. Μια τέτοια εικόνα είναι μαχαίρι και σπαραγμός στις καρδιές των γονέων. Καταλαβαίνουμε λοιπόν με πόσο ενδιαφέρον και ελπίδα ο πατέρας εκείνος έφερε το άρρωστο παιδί του στον Ιησού Χριστό και με τι πόνο και τόνο ψυχής είπε εκείνα τα λόγια. Το παράδειγμα αυτού του πατέρα μας δίνει αφορμή να πούμε λίγα λόγια για τους γονείς και τα παιδιά τους.
          Αποτελεί μεγάλη τιμή και ευλογία το ότι ο άνθρωπος έγινε συνδημιουργός του Θεού στο μεγάλο έργο της διαιωνίσεως του ανθρωπίνου γένους. Κανένα από τα έργα του ανθρώπου δεν μπορεί να παραβληθεί σε ιερότητα και σπουδαιότητα με τη γέννηση των παιδιών. Η «έννομος συζυγία και η εξ αυτής παιδοποιία» είναι όχι μόνο θείο θέλημα, αλλά τιμή ευλογία του Θεού στον άνθρωπο. Λέγεται ότι, όταν ο Ωριγένης ήταν νήπιο στην κούνια, ο πατέρας του Λεωνίδας πήγαινε κρυφά, όταν κοιμόταν, και το φιλούσε στο στήθος. Ένοιωθε ότι έβλεπε σ’ εκείνο το νήπιο την παρουσία του Θεού στο σπίτι του.
          Πράγματι τα παιδιά είναι ευλογία και η παρουσία του Θεού στην οικογένεια. Ο κόπος γι’ αυτά αποτελεί πηγή χαράς για τους γονείς. Η μητέρα όταν έρθει η ώρα να γεννήσει έχει λύπη. Όταν όμως γεννήσει «ουκέτι μνημονεύει της θλίψεως δια την χαράν ότι εγεννήθη άνθρωπος εις τον κόσμον». Η μητέρα κρατά το νήπιο στους κόλπους της, το θηλάζει και σκέπτεται, ότι κάποια μέρα μπορεί να πει κάποιος «μακαρία η κοιλία η βαστάσασά σε και μαστοί ους εθήλασας». Οπότε τα παιδιά δεν είναι μόνο η χαρά των γονέων, αλλά και η προσδοκία των. Για τα παιδιά τους οι γονείς κάνουν όνειρα και αναπαύονται στα παιδιά τους, ότι στο μέλλον θα βρουν κατανόηση και γιατί όχι και περίθαλψη;
          Αλλά τα παιδιά, για τους γονείς δεν είναι μόνο χαρά και προσδοκία, είναι και ευθύνη και χρέος των γονέων απέναντι σ’ αυτά. Δεν φτάνει οι γονείς να τα φέρουν οι στον κόσμο, πρέπει και να τα αναθρέψουν οι χριστιανοί γονείς τα τέκνα τους «εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου». Οι γονείς είναι πρώτα οι φυσικοί προστάτες της σωματικής υγείας των παιδιών τους. Έχουν χρέος να  φροντίσουν για τη σωματική υγεία των παιδιών τους και πριν να τα γεννήσουν,  και όταν θα τα φέρουν στον κόσμο. Η τροφή και η ενδυμασία και η σωματική περίθαλψης των παιδιών είναι ένα ιερό καθήκον των γονέων.
          Περισσότερο όμως από την ζωή είναι η ψυχή του παιδιού και έχει ανάγκη προστασίας. Είναι η φροντίδα για την ανατροφή του παιδιού. Η ανατροφή των παιδιών  είναι το δύσκολο και μεγάλο έργο. Ο άγ. Γρηγ. ο Θεολόγος την ονομάζει τέχνη τεχνών και επιστήμη επιστημών. Είναι η ανατροφή των τέκτων και αυτό είναι καθήκον των γονέων.
          ΟΙ γονείς έχουν χρέος να φροντίσουν για την γραμματική και επαγγελματική μόρφωση των παιδιών τους, αλλά πριν απ’  αυτά και μαζί μ’  αυτά να τα αναθρέψουν μέσα στο σπιτικό περιβάλλον  με το λόγο και το φωτεινό παράδειγμά τους. Ιδιαίτερα μάλιστα η μητέρα έχει το μεγάλο προνόμιο και το καθήκον μαζί με το γάλα της να ποτίσει το παιδί της με τη ευσέβεια και τον φόβο του Θεού. Έχουμε πολλά παραδείγματα σπουδαίων και  μεγάλων ανδρών  και αγίων της Εκκλησίας που ό, τι έγιναν το οφείλουν στη σπουδαία μητέρα τους. και στην χριστιανική ανατροφή της οικογένειας τους.
          Το παράδειγμα του πατέρα που έφερε το άρρωστο παιδί του στο Χριστό δεν μας διδάσκει μόνο για την παρουσία των παιδιών στην οικογένεια και τις υποχρεώσεις των γονέων προς τα παιδιά. Μας διδάσκει επί πλέον και ποιο δρόμο  πρέπει ν’ ακολουθήσουμε για την ανατροφή των παιδιών μας. Κι ακόμη σε ποιον πρέπει  να καταφύγουμε για να ζητήσουμε βοήθεια στο μεγάλο αυτό έργο μας.
          Και όταν είναι γερά τα παιδιά και όταν είν αι άρρωστα-και δυστυχώς σήμερα  είναι πολλά ψυχικά άρρωστα- εκείνος στον οποίο πρέπει να καταφύγουν είναι ο Ιησούς Χριστός. Κάθε γονέας μέσα στους τόσους  ηθικούς κινδύνους που διατρέχουν τα παιδιά τους σήμερα, εκείνο που πρέπει  να κάνει είναι να ζητήσει την προστασία και τη σκέπη του Θεού κοντά στον Χριστό με τα  ίδια εκείνα λόγια: « Κύριε, ελέησον μου τον υιόν».

          Καλή Κυριακή

          π. γ. στ.
το είδαμε εδώ

Επείγει ὅσον ποτέ ἄλλοτε ἡ πορεία πρός τήν ἐνότητα - Οἰκουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαῖος


Πολλοί ἐναποθέτουν σήμερον τάς ἐλπίδας των εἰς τήν ἐπιστήμην• ἄλλοι εἰς τήν πολιτικήν• ἕτεροι εἰς τήν τεχνολογίαν. Ἀλλ᾿ οὐδέν ἐξ αὐτῶν δύναται νά ἐγγυηθῇ τό μέλλον, ἐάν ὁ ἄνθρωπος δέν ἐνστερνισθῇ τό κήρυγμα τῆς καταλλαγῆς, τῆς ἀγάπης καί τῆς δικαιοσύνης, τό κήρυγμα τῆς ἀποδοχῆς τοῦ ἄλλου, τοῦ διαφορετικοῦ, ἀκόμη καί τοῦ ἐχθροῦ. Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, τοῦ πρώτου διδάξαντος καί βιώσαντος τό κήρυγμα τοῦτο, ὀφείλει πρῶτον νά τό ἐφαρμόσῃ εἰς ἑαυτήν «ἵνα ὁ κόσμος πιστεύσῃ» (Ἰω. ιζ΄ 21). Ἰδού διατί ἐπείγει ὅσον ποτέ ἄλλοτε ἡ πορεία πρός τήν ἐνότητα ὅσων ἐπικαλοῦνται τό ὄνομα τοῦ μεγάλου Εἰρηνοποιοῦ. Ἰδού διατί ἡ εὐθύνη ἡμῶν τῶν χριστιανῶν εἶναι μεγίστη ἔναντι τοῦ Θεοῦ, τοῦ ἀνθρώπου καί τῆς Ἱστορίας.

Οἰκουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαος
anastasiosk 

ΣΧΟΛΙΟ:
 Αναστάσιε δίψυχε η εκκλησία δέν είναι εκ' τού κόσμου τούτου, ούτε καί η Ερήνη τού Χριστού είναι σάν τού κόσμου τούτου.
 Εχε περισσότερο θάρρος.
 Μήν κρύβεσαι στούς θεσμούς. 

Αμέθυστος

Παρασκευή, Αυγούστου 07, 2015

Λυκούργος Νάνης: Όταν ο άμβωνας σιωπά αιδημόνως και συμβιβάζεται ανεπιτρέπτως…



Όταν ο άμβωνας σιωπά αιδημόνως και συμβιβάζεται ανεπιτρέπτως…
   Δυστυχώς, το δαιμονικής εμπνεύσεως και προελεύσεως κοσμικό πνεύμα έχει εισβάλλει όσο ποτέ άλλοτε εντός του εκκλησιαστικού σώματος τόσο σε επίπεδο ποιμένων όσο και στο αντίστοιχο των ποιμαινομένων εισάγοντας και καθιστώντας "το βδέλυγμα της ερημώσεως εν τόπω αγίω".
   Άσεμνη και σκανδαλώδης εμφάνιση πολλών πιστών, γυναικών, κατά κύριο λόγο, αλλά και ανδρών, ακόμη και εντός των ιερών χώρων, ετεροδιδασκαλίες, όπως για παράδειγμα νεονικολαιτικές αντιλήψεις και θέσεις με συνακόλουθη αμνήστευση των πνευματοκτόνων προγαμιαίων σχέσεων, πρακτικός υλισμός με υπερτίμηση του οικονομικού παράγοντα επί υποτιμήσει ετέρων ουσιωδέστερων, έλλειψη ομολογιακού φρονήματος και παρρησίας στις αναπόφευκτες περιστάσεις του βίου όταν και όπου αυτή επιβάλλεται ,ειδικά όταν υβρίζεται σκαιώς το υπερύμνητο πρόσωπο του Τριαδικού Θεού (όρα corpus christi), υποβάθμιση και μαρασμός του ιεραποστολικού φρονήματος και ζήλου απ τον οποίο θα πρέπει να διακατέχεται κάθε μέλος της Εκκλησίας, αδιαφορία για τη νόθευση του Ορθοδόξου Δόγματος και Ήθους απ την πλευρά υπεροχικών εκκλησιαστικών προσώπων και επακόλουθη έλλειψη αντιδράσεως και αντιστάσεως, μαζική καταφυγή σε προφητείες (πραγματικές και μη)-προφητειολαγνεία που εξάπτει την περιέργεια των προφητολάγνων αποβαίνουσα, εν τέλει, εις βάρος της γνησιότητας της πνευματικής ζωής, γεροντισμός-γεροντολατρεία που συνιστά πνευματική νόσο, παραμέληση της μελέτης και εντρυφήσεως των συγχρόνων χριστιανών στις ανεξάντλητες και αστείρευτες πηγές της Βίβλου και των Πατέρων κ.ο.κ.

  Τα ως άνω κατατεθέντα παραδείγματα, δειγματοληπτικώς, σκιαγραφούν αμυδρότατα και φυσικά όχι καθ ολοκληρίαν τη ζοφερή εικόνα που έχει δημιουργηθεί και σχιματισθεί απ την εισήλαση και, εν πολλοίς, παγίωση του προαναφερθέντος απνευμάτιστου-πνευματοκτόνου πνεύματος.
   Η ευθύνη των Θεόθεν τεταγμένων την πνευματική οικοδομή του εμπεπιστευμένου αυτοίς ποιμνίου τυγχάνει μεγίστη. Όταν ο άμβωνας σιωπά αιδημόνως και συμβιβάζεται ανεπιτρέπτως με το πολυειδώς δρων και παντοειδές κακό αποφεύγοντας να το στηλιτεύσει υπό το φως της Αγίας Γραφής, της Ιεράς Παραδόσεως και των Θείων και Ιερών Κανόνων, τότε καθίσταται αναπόφευκτη η αλλοίωση του φρονήματος πολλών πιστών με τα ανάλογα πρακτικά εξαγόμενα και πρακτικές συνέπειες.
  Όταν η εκκλησιαστική διοίκηση συγκαλύπτει σκανδαλωδώς τους ετεροδιδασκάλους που υποβαθμίζουν το Ορθόδοξο Δόγμα και αλλοιώνουν το Ορθόδοξο Ήθος αντί να εφαρμόσει στην περίπτωσή τους τα υπό των Θείων και Ιερών Κανόνων διαγορευόμενα τότε τι περιμένουμε να συμβεί; 
   Εν ονόματι της Οικονομίας οικονομούνται τα ανοικονόμητα. Η Οικονομία έχει υποκαταστήσει την Ακρίβεια. Ευλογημένη η Οικονομία και δώρο του Αγίου Πνεύματος στην Εκκλησία. Όχι όμως και κανόνας εκκλησιαστικού βίου! Μην τρελλαθούμε κι όλας! 
  Η προσήλωση στη χριστιανική ηθική διαβάλλεται από επίσημα εκκλησιαστικά χείλη και "θεολογικές" φωνές ως "ηθικισμός", η εφαρμογή των Θείων και Ιερών Κανόνων των εν Αγίω Πνεύματι τεθεσπισθέντων ως"νομικισμός" κ.τ.ό 
   Μετά έχουμε την αξίωση να μην " κάνει πάρτυ" το κοσμικό πνεύμα μέσα στην Εκκλησία!  Σώφρονες, σεμνοί και σοβαροί κληρικοί που συνέχονται από έμπονη αγωνία για την εν τω κόσμω πορεία του εκκλησιαστικού σώματος χωρίς συμβιβασμούς και αβαρίες με τη συνείδησή τους απαξιώνονται αήθως, εμπαθώς και αδίκως ενώ την ίδια στιγμή προβάλλονται σαν πρότυπα εκφοράς γνήσιου εκκλησιαστικού λόγου αλλοτριωμένοι απ το πνεύμα της εκκοσμίκκευσης ποιμένες.
   Αμαρτωλοί και τρισάθλιοι, τέκνα του Αδάμ, "σάρκα φορούντες και τον κόσμον οικούντες" είμαστε όλοι μας! Ας ζητούμε εν συντριβή πολλή το έλεος του Θεού τον Οποίο καθημερινά και κάθε λεπτό και δευτερόλεπτο παροργίζουμε με τις ελεεινότητες και βρωμερότητές μας και ας μην παίζουμε "εν ου παικτοίς" μεταβάλλοντας τις πτώσεις μας σε "ιδεολογία", πολλώ δε μάλλον σε "θεολογία" για να μνησθούμε και του μακαριστού πατρός Επιφανίου Θεοδωρόπουλου!

Λ.Ν.

το είδαμε εδώ

  Ἕκαστον μέλος τῆς ἁγίας σου σαρκός ἀτιμίαν δι' ἡμᾶς ὑπέμεινε τὰς ἀκάνθας ἡ κεφαλή ἡ ὄψις τὰ ἐμπτύσματα αἱ σιαγόνες τὰ ῥαπίσματα τὸ στό...