Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Τρίτη, 14 Ιουνίου 2016

Ἅγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς




(Κατά τή διάρκεια τῆς ἀπογευματινῆς συνεδρίας τῆς Πέμπτης, 29 Ἀπριλίου 2010 ἡ Σύνοδος τῆς Ἱεραρχίας τῆς Σερβικῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, κατέταξε στά Δίπτυχα τόν Ἀρχιμανδρίτη Ἰουστῖνο Πόποβιτς (1894 – 1979)

Ἡ Σύνοδος τῆς Ἱεραρχίας τῆς Σερβικῆς Ἐκκλησία ἀποφάσισε ἡ μνήμη τοῦ Ἀρχιμανδρίτη Ἰουστίνου Πόποβιτς νά τιμᾶται στίς 14 Ἰουνίου (νέο ἡμερολόγιο).


Ἰουστῖνος Πόποβιτς

Ὅ ὅσιος καί θεοφόρος πατήρ Ἰουστῖνος γεννήθηκε στίς 25 Μαρτίου τοῦ 1894, ξημερώματα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ στήν πόλη Βράνιε τῆς νοτίου Σερβίας. Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Σπυρίδων καί ἡ μητέρα του Ἀναστασία.

Κατά τήν βάπτιση ἔλαβε τό ὄνομα Εὐάγγελος. Ἡ οἰκογένεια τοῦ πατέρα του ἦταν ἐκ παραδόσεως ἱερατική καί εἶχε δώσει στήν ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τουλάχιστον ἑπτά ἱερωμένους.

Αὐτό ἐξάλλου φανερώνει καί τό ἐπώνυμο Πόποβιτς = Παπαδόπουλος. Ἀπό μικρό παιδάκι ἀκόμα, συχνά ἐπισκεπτόταν μέ τούς γονεῖς τοῦ τόν ἅγιο Πρόχορο τόν Θαυματουργό στήν κοντινή Μονή Πτσίνσκι ὅπου καί εἶδε μέ τά μάτια του τήν θεραπεία τῆς μητέρας του ἀπό βαριά ἀσθένεια.

Μία δεύτερη πηγή εὐλάβειας γιά τόν μικρό Εὐάγγελο ἦταν ἡ τακτική ἀνάγνωση τοῦ Εὐαγγελίου ἀπό τά δεκατέσσερά του χρόνια μά καί ἡ ἀσκητική βίωσή του μέχρι τό τέλος τῆς ζωῆς του.

Τρίτη πηγή θείας ἔμπνευσης ἔγινε γιά τόν μικρό Πόποβιτς ἡ ἀνάγνωση τῶν Συναξαριῶν καί ἀργότερα τῶν ἔργων τῶν Ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας. Ἔλεγε ὁ ἴδιος χαρακτηριστικά: «ἡ Ὀρθοδοξία δέν εἶναι βιβλιοθήκη, τήν ὁποία μπορεῖς νά μελετήσεις, ἀλλά βίωμα τό ὁποῖο καλεῖσαι νά ζήσεις.

Ἤ Ὀρθοδοξία εἶναι πρώτιστα βιοτή καί μάλιστα ὁσία βιοτή καί ὕστερα διδαχή καί μάλιστα διδαχή ζωῆς, χάριτος, ἡ ὁποία δέν ἔχει τίποτε ἀπό τήν νέκρα τοῦ σχολαστικισμοῦ καί τόν ὀρθολογισμό τοῦ προτεσταντισμοῦ. Ἡ Ὀρθοδοξία ἔχει τήν δική της μεθοδολογία καί παιδαγωγική, τούς Βίους τῶν Ἁγίων».

Ἀπό τήν φύση του φιλόσοφος καί διψασμένος γιά τήν θεία μά καί τήν ἀνθρώπινη γνώση, ὁ μικρός Εὐάγγελος ἐγγράφεται στά 1905 στήν Ἐκκλησιαστική Σχολή τοῦ Ἁγίου Σάββα στό Βελιγράδι ὅπου ἀξιώθηκε νά ἔχει ὡς δάσκαλό του τόν φωτισμένο ἅγιο Νικόλαο Βελιμίροβιτς.

Τελείωσε τήν Σχολή στά 1914 μά τόν πρόλαβε ὁ Α' Παγκόσμιος Πόλεμος καί στρατεύτηκε ὡς νοσοκόμος. Ἀκολουθώντας τήν τύχη τοῦ σέρβικου στρατοῦ, πῆρε τό δρόμο τῆς ἐξορίας μέσα ἀπό τά βουνά τῆς Ἀλβανίας πρός τήν Κέρκυρα. Καθ' ὁδὸν ἔνοιωσε πλέον ἕτοιμος νά ἀφιερώσει τήν ζωή του στό Χριστό καί μέ τήν εὐλογία τοῦ Μητροπολίτου Βελιγραδίου Δημητρίου ἔλαβε στήν Σκόδρα τό μοναχικό σχῆμα τήν 1η Ἰανουαρίου τοῦ 1916 καί πῆρε τό ὄνομα τοῦ ἁγίου μάρτυρος καί φιλοσόφου Ἰουστίνου.

Ἀπό τήν Κέρκυρα, μετά ἀπό ἐνέργειες τοῦ Μητροπολίτου Δημητρίου, φεύγει μέ μία ὁμάδα φωτισμένων θεολόγων γιά θεολογικές σπουδές στήν Ἁγία Πετρούπολη.

Σύντομα ὅμως, λόγω τῶν πολιτικῶν ἐξελίξεων στήν Ρωσία, ἀναγκάστηκε νά τήν ἐγκαταλείψει καί νά μεταβεῖ στήν Ὀξφόρδη. Ἐκεῖ ἔμεινε δύο χρόνια ἑτοιμάζοντας τήν διδακτορική του ἐργασία μέ θέμα «Ἡ θρησκεία καί ἡ φιλοσοφία τοῦ Ντοστογιέβσκι».

Ἡ ἐμμονή του στήν κριτική τοῦ δυτικοῦ Χριστιανισμοῦ καί στήν ὑπεράσπιση τοῦ Ντοστογιέβσκι τοῦ κόστισε τήν ἀπόρριψη τῆς διατριβῆς. Ἔτσι στά 1919, ὅταν, μετά τό τέλος τοῦ πολέμου, γύρισε στήν πατρίδα του τοποθετήθηκε ὡς καθηγητής θεολογίας στό Σρέμσκι Κάρλοβτσι.

Σύντομα μεταβαίνει στήν Ἀθήνα γιά νά λαβή τελικά ἐκεῖ τό διδακτορικό του δίπλωμα στήν Πατρολογία στά 1926 μέ θέμα «Τό πρόβλημα τοῦ προσώπου καί τῆς γνώσεως στόν Ἅγιο Μακάριο τόν Αἰγύπτιο». Γνώριζε πολύ καλά τήν παλαιοσλαβική, τήν ἀρχαιοελληνική, τήν λατινική, τήν ρωσική, τήν νεοελληνική, τήν ἀγγλική, τήν γερμανική καί τήν γαλλική.

Στά ἑπόμενα ἔτη ἐργάστηκε στίς Ἐκκλησιαστικές Σχολές τοῦ Καρλοβικίου, τῆς Πριζρένης καί τοῦ Μοναστηρίου (Βίτολα). Στά 1930-31 ἡ Σερβική Ἐκκλησία τόν ἔστειλε μαζί μέ τόν Μητροπολίτη Ἰωσήφ σέ ἱεραποστολική ἀποστολή στήν Τσεχοσλοβακία.

Ἐκεῖ ἐργάστηκαν ἐπί ἕνα χρόνο στήν διαφώτιση καί ὀργάνωση τῶν ἐνοριῶν καί τοῦ μοναχικοῦ βίου τῶν ὀρθοδόξων Σλοβάκων στά Καρπάθια οἱ ὁποῖοι ἐπέστρεφαν καί πάλι στήν Ὀρθοδοξία ἀπό τήν Οὐνία. Ἐνῶ ἀκόμη βρισκόταν ἐκεῖ, ἐξελέγη τό 1931 ἐπίσκοπος τῆς νεοσυσταθείσης Ἐπισκοπῆς Καρπαθίας ἀλλά ἀπό ταπείνωση δέν δέχτηκε τήν θέση ἐκείνη.

Στήν διάρκεια τῆς γερμανικῆς κατοχῆς βρέθηκε σέ διάφορες μονές καί σταδιακά στό Βελιγράδι, μοιραζόμενος τήν τύχη τοῦ λαοῦ του.

Μέ τήν ἐγκαθίδρυση τῆς νέας κομμουνιστικῆς ἐξουσίας στήν Γιουγκοσλαβία τό 1945, ὁ πατήρ Ἰουστῖνος ἐξεδιώχθη ἀπό τό Πανεπιστήμιο τοῦ Βελιγραδίου μαζί μέ ἄλλους 200 καθηγητές. Σύντομα συνελήφθη στήν μονή Σούκοβο τοῦ Πίροτ στή νότια Σερβία (1946) καί φυλακίστηκε.

Λίγο ἔλειψε νά ἐκτελεστεῖ ἀπό τό καθεστώς ὡς «ἐχθρός τοῦ λαοῦ», ἀλλά σώθηκε τήν τελευταία στιγμή ὅταν ὁ Πατριάρχης Γαβριήλ κατά τήν ἐπιστροφή του ἀπό τό Ἄουσβιτς ἀπήτησε τήν ἀποφυλάκισή του.

Διωγμένος ἀπό τό Πανεπιστήμιο καί δίχως κάποια σύνταξη, στερημένος ἀπό τά ἀνθρώπινα, θρησκευτικά καί πολιτικά του δικαιώματα, ὁ πατήρ Ἰουστῖνος ἔζησε οὐσιαστικά ἔγκλειστος στήν μικρή γυναικεία μονή τῶν Ἀρχαγγέλων στό Τσέλιε τοῦ Βάλιεβο.

Ἀκόμη καί ἐκεῖ ὅμως οἱ πολιτικές ἀρχές δέν τόν ἄφηναν ἥσυχο. Πέρα ἀπό τήν συνεχῆ καί ἀσφυκτική παρακολούθηση, συχνές ἦταν καί οἱ ἀνακρίσεις στήν πολιτική διοίκηση τοῦ Βάλιεβο.

Σέ περιόδους δέ κρισίμων συνεδριάσεων τῆς Ἱερᾶς Συνόδου στό Βελιγράδι, τοῦ ἀπαγορευόταν ὁποιαδήποτε ἔξοδος ἀπό τήν μονή ἐπί μῆνες ἀπό τόν φόβο τυχόν ἐπιρροῆς του στούς ἐπισκόπους. Παρά τίς δύσκολες αὐτές καί ὀδυνηρές συνθῆκες ὁ πατήρ Ἰουστῖνος προσευχόταν ἀδιάλειπτα, ἐπικοινωνοῦσε μέ ὅσους εἶχαν τό θάρρος νά τόν ἐπισκέπτονται, συνέχιζε τό ἱεραποστολικό του ἔργο καί ἔγραφε συνεχῶς δίχως νά σταματήσει τήν παράλληλη μελέτη τῶν προσφιλῶν του Ἁγίων Πατέρων καί τῶν Συναξαρίων.

Λειτουργοῦσε καθημερινά, νήστευε πλήρως ὅλες τίς Παρασκευές τοῦ ἔτους καθώς καί τήν Α' Ἑβδομάδα τῶν Νηστειῶν καί τήν ἑβδομάδα τῶν Παθῶν ἐνῶ ἔκανε καί ἄλλες νηστεῖες ἐκτός ἀπό τίς διατεταγμένες τῆς Ἐκκλησίας.

Ἀκολουθώντας πιστά τό μακραίωνο μοναστικό τυπικό, τελοῦσε ὅλες τίς ἀκολουθίες τοῦ νυχθημέρου. Ἑκατοντάδες ἦταν τά ὀνόματα ποὺ μνημόνευε στήν Θεία Λειτουργία, ὀνόματα ποὺ τοῦ ἔδιναν εἴτε προφορικά εἴτε μέσω ἐπιστολῶν.

Παρά τόν αὐστηρό περιορισμό του ἀπό τίς πολιτικές ἀρχές, ἡ φήμη του ἐξαπλώθηκε γρήγορα καί πέρασε τά σύνορα τῆς Σερβίας. Ἔτσι, τόν ἐπισκέπτονταν ὄχι μονάχα Σέρβοι ἀπό διάφορες περιοχές τῆς χώρας ἀλλά καί πολλοί Ἕλληνες.

Ἐκοιμήθη ἐν Κυρίῳ στίς 25 Μαρτίου 1979, ἀνήμερα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ μά καί ἡμέρα τῆς γεννήσεώς του.

Ὁ πατήρ Ἰουστῖνος, ἀφοῦ ἐντρύφησε ἐμπειρικά στά ἔργα τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, καρποφόρησε αὐτή του τήν μελέτη καί στά δικά του συγγράμματα ὅπου εὔκολα διαφαίνεται τό θεολογικό βάθος μά καί τό συγγραφικό του τάλαντο.

Δύο εἶναι τά κεντρικά χαρακτηριστικά τοῦ ὅλου συγγραφικοῦ του μόχθου, τά ὁποῖα συναντῶνται σέ ὅλα του τά ἔργα, ἀπό τό πιό σύντομο μέχρι καί τό πιό ἐκτενές, καί ἀπό τό πιό βαθύ μέχρι καί τό πιό ἐκλαϊκευμένο.

Τό πρῶτο εἶναι ἡ ἀγάπη του γιά τό πρόσωπο τοῦ «Θεανθρώπου Χριστοῦ». Ἴσως αὐτή νά εἶναι ἡ πιό συχνή ἔκφραση μέσα στό ἔργο του. Γύρω ἀπό τόν Θεάνθρωπο στρέφονται τά πάντα, ἀπό Αὐτόν πηγάζουν ὅλα καί σέ Αὐτόν ἀπολήγουν, ἐνδοχρονικά μά καί ἐσχατολογικά.

Τό δεύτερο ἐξίσου σπουδαῖο εἶναι ἡ μέριμνά του στό νά μήν ἀποκλίνει ἀπό τήν ἀλάνθαστη γραμμή τῶν θεοφόρων Πατέρων τῆς Ὀρθοδόξου Ἀνατολῆς. Ὁ ὑπερπλήρης ἀγάπης πατήρ Ἰουστῖνος εἶναι συνάμα καί διαχρονικά ὁ ἀνυποχώρητος εἰς τά τῆς πίστεως καί ζηλωτής τῆς ἐκκλησιαστικῆς τάξεως θεολόγος.

Ἤδη τήν περίοδο 1932-35 συνέγραψε τό δίτομο ἔργο «Ὀρθόδοξος φιλοσοφία τῆς Ἀληθείας», τήν γνωστή Δογματική του, τό ὁποῖο τοῦ χάρισε τήν ἕδρα τῆς Δογματικῆς στήν Θεολογική Σχολή τοῦ Πανεπιστημίου τοῦ Βελιγραδίου.

Τόν τρίτο τόμο ἐξέδωσε λίγο πρίν ἀπό τήν κοίμησή του, τό 1978. Ἀπό πολλούς συγχρόνους ἐρευνητές θεωρεῖται ὡς ἡ πληρέστερη ὀρθόδοξη Δογματική καί ἔχει ἤδη μεταφραστεῖ στήν γαλλική ἐνῶ μεταφράζεται στήν ἀγγλική καί στήν ἑλληνική.

Ἄλλο μνημειῶδες ἔργο του εἶναι οἱ Βίοι τῶν Ἁγίων σέ 12 τόμους καί ἡ Ἑρμηνεία τῆς Καινῆς Διαθήκης σέ 7 τόμους.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου