Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποιμαντικά Θέματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποιμαντικά Θέματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη, Ιουλίου 30, 2015

Η σύνδεση κλήρου και λαού κατά τον ιερό Χρυσόστομο

Στον τέταρτο λόγο, ο Χρυσόστομος κάνει αναφορά στις χειροτονίες. Αναφέρει χαρακτηριστικά ότι δε θα πρέπει να γίνονται με ανθρώπινη εισήγηση αλλά με έμπνευση της Θείας Χάριτος. Οι ανάξιοι εκλέγονται και χειροτονούνται από ανθρώπους αλλά όχι από το Θεό. Αυτός που θέλει να επιμεληθεί ψυχές άλλων, για να τα καταφέρει,  θα πρέπει πρώτα να επιμεληθει τη δική του ψυχή. Έτσι, οι χειροτονίες  δε θα πρέπει να γίνονται εσπευσμένα, για να μη γίνονται οι χειροτονούντες μέτοχοι ξένων αμαρτιών. Ο υποψήφιος θα πρέπει να εξετάζεται από τους εκλέκτορές του αλλά πρώτα και καλύτερα από τον ίδιο του τον εαυτό. Αν νιώσει λοιπόν ανάξιο,ς δεν θα πρέπει να δεχθεί ακόμη κι αν πιέζεται και ό,τι νιώσει έτοιμος να το πράξει.
syndkll2
Επιπροσθέτως, τονίζει με θέρμη ότι η μοναδική θεραπεία για το λαό είναι η διδασκαλία δια λόγου. Ιεροσύνη άνευ διδασκαλίας δε νοείται.  Για αυτό και πολλές φορές ο Επισκοπικός θρόνος λέγεται και Διδασκαλικός θρόνος. Ο λόγος του λαού σύμφωνα με τον Ιεράρχη θα πρέπει να καθίσταται πλούσιος μέσα στο ποίμνιο. Ο Ποιμένας θα πρέπει να είναι άμεμπτος σαν πόλη που είναι περικυκλωμένη με τείχη, μαχόμενος όλες τις αιρετικές ομάδες και ορθοτομών το Λόγο της Αληθείας. Για να τα επιτύχει αυτά θα πρέπει να έχει δύναμη στο λόγο που η έλλειψή της βέβαια μπορεί να αναπληρωθεί μέσα από τα έργα του. Έτσι ο συνδυασμός λόγου και έργων φτάνει στην τέλεια οικοδομή.
Στον αμέσως επόμενο λόγο, τον πέμπτο, ο ιερός ανήρ δίνει έμφαση και πάλι στη δυναμική που έχουν οι διαλέξεις του Επισκόπου με το λαό του. Ο χρόνος αλλά και ο κόπος που θα πρέπει να αφιερώνει για αυτές θα πρέπει να είναι μεγάλος και η προετοιμασία του για την αντιμετώπιση των προβλημάτων του ποιμνίου του μακρύς. Η ρητορική δεν είναι απόλυτα φυσικό χάρισμα αλλά καρπός μαθητείας πάνω στη Γραφή και την εγκυκλοπαιδική γνώση. Και αν κάποτε φτάσει σε ώριμα στάδια ρητορείας, θα πρέπει να περιφρονήσει τους επαίνους και  τη ζηλοτυπία. Και αν κάποιος υφιστάμενός του είναι καλύτερος στη ρητορεία δεν θα πρέπει να του δείχνει το φθόνο αλλά αγάπη.
Στον έκτο και τελευταίο λόγο, κυρίαρχη ιδέα είναι αυτή της ευθύνης του Ιερέα έναντι όλων των ψυχών που του εμπιστεύτηκε ο Κύριος στην παρούσα αλλά και στη μέλλουσα ζωή. Πρέπει να μεριμνήσει για όλο το Ποίμνιό του, μαθαίνοντας όλες τις βιοτικές υποθέσεις και συγχρόνως παραμένοντας μακριά από αυτές. Κρατώντας πιο καθαρή την ψυχή του και από αυτή του Αγγέλου και νεκρώνοντας τις αισθήσεις του, καταφέρνει να σωθεί αλλά και να σώσει. Το έργο του φαντάζει δυσκολότερο και από αυτό των μοναχών καθώς οι δεύτεροι αν καταφέρουν να αντιμετωπίσουν τις βιοτικές μέριμνες, καταφέρνουν τη σωτηρία. Τέλος, τονίζει ότι αυτός που θα μπορέσει μέσα από τη συναναστροφή του με τα εγκόσμια να διατηρήσει την καθαρότητα, την αγιότητα, την  καρτερία και όλες γενικά τις μοναχικές αρετές, είναι πολύ πιο άξιος από κάποιον που ζει στην έρημο.
Πηγές:
Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Άπαντα τα Έργα, τόμος 28, Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας(ΕΠΕ), Θεσσαλονίκη 1989, σελ. 33-309
Ιωάννης Χρυσόστομος (1965), ΘΗΕ (Τόμος 6, στ. 1170-1192), Αθήνα

Τρίτη, Ιουλίου 28, 2015

Σύγκριση του Συμφώνου Συμβίωσης με τη βυζαντινή παλλακεία

γ) Η κατάσταση στην οποία κατατάσσει το Σύμφωνο Ελεύθερης Συμβίωσης το ζευγάρι που το επιλέγει, προσιδιάζει σ’ αυτήν της παλλακείας της βυζαντινής εποχής[79]. Η παλλακή ήταν « άγαμη γυναίκα, που είχε έναν μονιμότερο δεσμό μ’ έναν άγαμο άνδρα, χωρίς ο δεσμός της αυτός να αποτελεί νόμιμο γάμο[80]». Η επαναθεμελίωση αυτού του ριζωμένου στην κλασική αρχαιότητα θεσμού στο Βυζάντιο, σε νέα νομοθετικά πλαίσια, τα οποία καθιστούσαν ασυμβίβαστη την ταυτόχρονη λειτουργία γάμου και παλλακείας, νομοθετήθηκε ήδη από την εποχή του Μεγάλου Κωνσταντίνου και επαναβεβαιώθηκε εκ νέου στους πρωτοβυζαντινούς χρόνους την εποχή του αυτοκράτορα Ζήνωνα, οπότε και εγκαθιδρύθηκε ένα καθεστώς νομικής προστασίας για την παλλακίδα.
byzpall2
Η εγκατάλειψη της παλλακίδας από τον συμβίο της προβλέπονταν στο κληρονομικό δίκαιό της εποχής, σύμφωνα με το οποίο ένα μέρος της περιουσίας του άνδρα έπρεπε να διατεθεί στην παλλακίδα η τα παιδιά τους. Ειδικότερα, μετά την εποχή του Ιουστινιανού, μέχρι την οποία η μεταχείριση των παλλακίδων παρέμενε αμφίρροπη, τόσο ο αυτοκράτορας Αναστάσιος Α′, ο οποίος έδωσε νομιμότητα στα νόθα παιδιά, όσο και ο Λέων ο Ίσαυρος, ο οποίος προστάτευσε τα περιουσιακά δίκαιά της παλλακίδος, κινήθηκαν στα παραπάνω νομοθετικά πλαίσια. Τελικά, φτάσαμε στον ένατο αιώνα, κατά τον οποίο ο Βασίλειος Α′ θέσπισε στον Πρόχειρον Νόμον την απαγόρευση κατοχής παλλακίδας « εν τω ιδίω οίκω », με το επιχείρημα ότι « ουδέν διαφέρειν από της πορνείας », παράδοση την οποία συνέχισε και ο γιος του Λέων ο Στ′[81].
Ως εκ τούτου, αν η σύγχρονη νομική ρύθμιση της ελεύθερης συμβίωσης παραπέμπει στο βυζαντινό θεσμό της παλλακείας, τότε αναμφισβήτητα η ιεροκανονική αντιμετώπιση της παλλακείας μπορεί να αποτελέσει έναν ασφαλή οδηγό ποιμαντικής αντιμετώπισης των προβλημάτων που απορρέουν από τη θεσμοθέτηση αυτού του τύπου συμβίωσης. Το ερώτημα λοιπόν, που τίθεται είναι πώς αντιμετώπιζαν οι Πατέρες της Εκκλησίας το θεσμό της παλλακείας και πώς αποτυπώνεται η στάση τους εντός των Ιερών Κανόνων της Εκκλησίας.
[Συνεχίζεται]
[79] « Το Σύμφωνο της ελεύθερης συμβίωσης κατατάσσει το ανδρόγυνο στην κατάσταση της παλλακείας » : Μπούμης Π., « θεώρηση του Συμφώνου Ελεύθερης Συμβίωσης », Εκκλησία 6, 2008, σ. 440. Τα ίδια υποστήριξε σε σχετικό συνέδριο με τίτλο « Κανόνες της Εκκλησίας και Σύγχρονες προκλήσεις », που διοργανώθηκε στο Βόλο από την Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών της Ιεράς Μητροπόλεως Δημητριάδος στις 11.5.2014 , ο Λέκτωρ Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Πάνος Νικολόπουλος, ο οποίος εισηγήθηκε το θέμα « Κανονική περί γάμου παράδοση και σύγχρονες μορφές συμβίωσης »: Βλ. σχ. http://www.youtube.com/watch?v=1k15DVQv4Uw ( ἀπὸ 11: 35 καὶ κάτω).
[80] Ακανθόπουλος Π., όπ. παρ. σ. 686.
[81] Καζδάν Α., « Η Βυζαντινή Οικογένεια και τα Προβλήματά της », Μνήμων 12, 1989, σσ. 197-198

Σάββατο, Ιουλίου 18, 2015

Ποιμαντική προσέγγιση στο Σύμφωνο Ελεύθερης Συμβίωσης

β) Ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα αποτελέσματα δημοσκοπήσεων, οι οποίες διενεργήθηκαν αμέσως μετά τη θεσμοθέτηση του Συμφώνου Ελεύθερης Συμβίωσης το 2008. Στο ερώτημα « Είστε υπέρ ή κατά του Συμφώνου Ελεύθερης Συμβίωσης; » το 59,2% των ερωτηθέντων ήταν υπέρ, το 38,2% κατά και ένα 2,6% δεν απάντησε[74].  Ένα 57,5% έκρινε σωστή τη θέσπιση του Συμφώνου, έναντι ενός 28% που απάντησε αρνητικά[75]. Επίσης, το 75,7% των ερωτηθέντων δήλωσε ότι διαφωνεί με το χαρακτηρισμό « πορνεία », ο οποίος αποδόθηκε από τους ιεράρχες στις χωρίς γάμο σχέσεις, ενώ το 56% παραδέχονταν ότι είχε μικρή γνώση ή ακόμα και καμία ενημέρωση για το νομοθέτημα του Υπουργείου Δικαιοσύνης[76].
symfsymb2
Αξιολογώντας τα παραπάνω στατιστικά δεδομένα καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι οι ποιμένες οφείλουν να επιδείξουν μεγάλη προσοχή στους χαρακτηρισμούς που χρησιμοποιούν όταν αναφέρονται σε όσους συνάπτουν εξωγαμικές σχέσεις.  Η εμπέδωση του ηθικού περιεχομένου της Ορθοδόξου πίστεως, από το ποίμνιο δεν μπορεί να επιτευχθεί, παρά μόνο αν καταβάλλεται από τον ποιμένα υπεύθυνη προσπάθεια για την αποκωδικοποίηση και ανανοηματοδότηση όρων που το σημαίνουν, όπως και την μεταφορά αυτού του περιεχομένου που αυτοί εκφράζουν, στα γλωσσικά σχήματα των ανθρώπων κάθε εποχής.
Σήμερα, όροι όπως « πορνεία »,  « μοιχεία »  ή « αφορισμός », δεν πρέπει να εκλαμβάνονται από τους ποιμένες ως δεδομένοι και αυτονόητοι, αλλά να καταβάλλεται προσπάθεια πλήρους αποσαφήνισής τους, λαμβάνοντας υπόψη το διαφορετικό σημασιολογικό προσανατολισμό που αυτοί έχουν προσλάβει. Επίσης, με δεδομένο ότι η χρήση χαρακτηρισμών ηθικού περιεχομένου απευθύνεται κατ’ ευθείαν στον συναισθηματικό κόσμο των ανθρώπων, πρέπει πάση θυσία να αποφεύγεται η χρήση όρων, που προκαλούν και ενισχύουν τα αρνητικά αισθήματα της απογοήτευσης ή του αποκλεισμού των πιστών από τη μάνδρα της Εκκλησίας[77]. Οι πιστοί πρέπει να γίνονται αποδέκτες της διδασκαλίας της Εκκλησίας με σαφήνεια και δίχως μισόλογα, χωρίς όμως την χρήση γλωσσικών σχημάτων η αρνητικά φορτισμένων χαρακτηρισμών, που τους αποθαρρύνουν και τους εκτρέπουν από την ενεργητική επανένταξή τους στο πνευματικό θεραπευτήριο της Εκκλησίας. Γιατί με δεδομένο ότι «….σκοπός του Θεού και αυτού που του έχει ανατεθεί η ποιμαντική εξουσία είναι να φέρουν πίσω το περιπλανώμενο πρόβατο και να το γιατρέψουν, αν το πλήγωσε το φίδι, και να μην το σπρώξουν κάτω στο γκρεμό της απόγνωσης…..[78]» η χρήση αρνητικών χαρακτηρισμών δεν συμβάλλει στην επίτευξη αυτού του στόχου.
[Συνεχίζεται]
[74] Εφημ. Έθνος, 6.4.2008, σ.5.
[75] Εφήμ. Απογευματινὴ 7.4.200.
[76] Όπ. παρ.
[77] Έχει υποστηριχτεί από διάφορους ψυχολόγους η άποψη ότι τα συναισθήματα ενέχουν εκτός των άλλων και την ηθική λειτουργία, αφού διασυνδέουν ηθικές αξίες και νόρμες με ηθικούς σκοπούς και συμπεριφορές:  Για παράδειγμα το συναίσθημα της ενοχής αποτελεί το ηθικό υπόβαθρο της συναισθηματικής ταύτισης με τους άλλους : Shults F.L., « Ethics, Exemplarity, and Atonement », Τheology and the Science of Moral Action, New York 2013, σ.172. Η θετική μέθοδος του κηρύγματος του ποιμένα, που προάγει την ενθάρρυνση, τον έπαινο, την ισχυροποίηση της θέλησης και τη σταθεροποίηση στην οδό της αρετής έχει μεγάλη ποιμαντική σημασία: π. Καλλιακμάνης Β., Μεθοδολογικά Πρότερα της Ποιμαντικής, Θεσσαλονίκη 2005,  σ. 49.
[78] «…Πας γαρ λόγος Θεώ και τω την ποιμαντικήν εγχειρισθέντι ηγεμονίαν, το πλανώμενον πρόβατον επαναγαγείν, και τρωθέν υπό του όφεως εξιάσασθαι, και μήτε κατά κρημνών ωθήσαι της απογνώσεως….»:102ος κανόνας τῆς Πενθέκτης Συνόδου, βλ. σχ. Ακανθόπουλος Π., όπ. παρ. σσ. 180-181.

Δευτέρα, Ιουλίου 13, 2015

Η διακονία του Επισκόπου στην επαρχία του

Ποια είναι τα καθήκοντα ενός επισκόπου σε μια μητρόπολη, στην μητρόπολη του;
Οι αρμοδιότητες ενός επισκόπου πέραν από τον εκκλησιολογικό χαρακτήρα τον οποίον έχουν, το οποίο είναι το ιερατικό αξίωμα που έχει, είναι και το ποιμαντικό, είναι και το βασιλικό. Είναι τρία χαρίσματα τα οποία έχει ο επίσκοπος και τα οποία μπορεί να τα προσφέρει μέσα στα όρια της επαρχίας του, μόνον σε εκείνους που έχουν την δυνατότητα, την ικανότητα. Τα τρία αυτά αξιώματα δίδουν το δικαίωμα στον επίσκοπο να αναθέτει αρμοδιότητες στους προϊσταμένους των ενοριών και έτσι η ενορία, το μικρότερο κύτταρο μιας επισκοπής, αναφέρεται στον επίσκοπο και ο επίσκοπος στην σύνοδο και η σύνοδος στον πατριάρχη και ο πατριάρχης πάλι στην συνοδό και έτσι αυτή η ενότητα δεν διασπάται και έτσι ο χιτώνας του Χριστού δεν τεμαχίζεται.
kydsyn2
Θυμηθείτε τα ευαγγέλια της Μ. Εβδομάδας όπου τον χιτώνα του Κύριου δεν τον τεμάχισαν αλλά τον έβαλαν σε κλήρο. Ο χιτώνας του Κύριου έχει μεγάλη σημασία γιατί συμβολίζει την ενότητα της εκκλησίας. Τα ιερατικά καθήκοντα του επισκόπου ανάγονται στην μεγάλη επιστήμη της λειτουργικής. Το βασιλικό ή αλλιώς το διοικητικό καθήκον ανάγεται στους κανόνες που θεσπίζονται μέσα από τις συνόδους ενώ τα ποιμαντικά καθήκοντα εκφράζονται μέσα από τις ανάγκες του κόσμου. Κοιτάμε να δούμε αν κάποιος άνθρωπος χρειάζεται πνευματική καθοδηγήση, να τον βοηθήσουμε. Όλα πρέπει να τα δούμε μέσα στο πνεύμα της αγάπης και της ενότητας. Αν δεν κάνουμε όλα τα παραπάνω, τότε έχουμε σίγουρα χάσει την πορεία μας.
Υπάρχει κάποιο από τα παραπάνω καθήκοντα που μας αναφέρατε που θεωρείτε πιο δύσκολο;
Το πιο δύσκολο, προσωπικά θεωρώ, ότι δεν είναι κάποιο από τα παραπάνω γιατί αυτά εκφράζονται αλλά το πως ο επίσκοπος ανά πάσα στιγμή θα είναι έτοιμος και με τη χάρη του Θεού θα δώσει λύσεις στα εκάστοτε εμφανιζόμενα προβλήματα, είτε αυτό έχει σχέση με τη λειτουργική παράδοση της εκκλησίας μας, είτε αυτό έχει σχέση με τη διοίκηση, είτε αυτό έχει σχέση με τη ποιμαντική. Κοιτάζουμε την κάθε ενορία που έχει δώσει το βάρος πχ στη διακονία των παιδιών, άλλη ενορία στους γέροντες. Όλα χρειάζονται αλλά κάθε ενορία ανάλογα με τα προβλήματά της, τις ανάγκες και τις δυνατότητες, δίνει ξεχωριστά βάρος σε κάτι. Πρέπει να ταυτιζόμαστε με τα προβλήματα του ποιμνίου, να σκύβουμε σε αυτά για να μπορούμε να δίδουμε την κατάλληλη λύση. Αυτό θα πρέπει να κάνει ο επίσκοπος στη μητρόπολή του, ο ιερέας στην ενορία του. Επομένως, το πιο δύσκολο, λοιπόν, είναι η ετοιμότητα που πρέπει να δείχνουμε σε ό,τι προκύπτει για να δώσουμε και την σωστή λύση.
Αγαπητοί μας αναγνώστες στις λίγες γραμμές που σας παραθέσαμε από τον λόγο του Σεβασμιωτάτου Ποιμενάρχη μας, μπορούμε με την σειρά μας να πούμε ότι ο μητροπολίτης έχει πολλαπλή αποστολή και κοπιάζει πάντοτε ώστε το ποίμνιό του να είναι σε πνευματική εγρήγορση στις επιθέσεις του διαβόλου. Εμείς οφείλουμε να στηρίζουμε το έργο του οικείου μητροπολίτη και να συστρατευόμαστε με εκείνον που είναι η Εικόνα του Χριστού μας διαφορετικά όπως τόνισε και ο ίδιος, γινόμαστε αιρετικοί.
Καλή συνέχεια σε όλους!
δ. π. Ιωάννης Κουκουρακης, ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΚΟΣ ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ Κ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ
Πηγή: Περιοδικό, «Μαρτυρία», Ιεράς Μητροπόλεως Κυδωνίας και Αποκορώνου, Χανιά, τ.26, Σεπτέμβριος-Οκτώβριος 2014
πηγή.

Πέμπτη, Ιουλίου 09, 2015

ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΕΛΚΥΣΤΙΚΟΣ Ο ΛΟΓΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΣΤΟΥΣ ΝΕΟΥΣ;



                Ζούμε σε μία εποχή στην οποία οι νέοι άνθρωποι, χωρίς να είναι κατ’ ανάγκην αρνητικοί έναντι της Εκκλησίας, δεν φαίνεται να είναι πρόθυμοι να ακούσουν τον λόγο της. Η Εκκλησία δεν παράγει γεγονότα για τη ζωή του κόσμου, ούτε για τη νεανική πραγματικότητα, εκτός από κάποιες δραστηριότητες οι οποίες όμως είναι περιστασιακές και χρονικά περιορισμένες (κατηχητικές συνάξεις, κατασκηνώσεις, πολιτιστικές ομάδες). Κάποιος βεβαίως θα μπορούσε να αντιτάξει το ότι η ίδια η Εκκλησία είναι το γεγονός.  «Η Εκκλησία δεν αλλάζει τον κόσμο μ’ αυτό που κάνει, αλλά με αυτό που είναι». Φαίνεται όμως ότι μία τέτοια θέαση της εκκλησιαστικής ζωής δεν είναι αρκετή στην εποχή μας, στην οποία τα πλανηθέντα πρόβατα είναι η πλειοψηφία και το Ευαγγέλιο της Βασιλείας δεν φτάνει ούτε στ’ αυτιά ούτε στις καρδιές των πολλών. Μένει μόνο ο χτύπος της κυριακάτικης καμπάνας, σαν ένα απομεινάρι θύμησης, μόνο που την ώρα που αυτή χτυπά, οι περισσότεροι ενήλικες νέοι γυρίζουν από την διασκέδαση του Σαββατόβραδου. 
                Οι νέοι σήμερα έχουν διαμορφωμένη τη ζωή τους σύμφωνα με το κυριαρχούν εκκοσμικευμένο  πρότυπο. Η δύναμη της εικόνας, η μουσική, τα σπορ, το Διαδίκτυο, το φορτωμένο πρόγραμμα, δεν αφήνουν περιθώριο στον εκκλησιαστικό λόγο να ακουστεί. Την ίδια στιγμή αυτός είναι προσαρμοσμένος στις ανάγκες, το γλωσσικό ιδίωμα και τις προσδοκίες των μεγαλυτέρων, ενώ υπάρχει ένα αντιεκκλησιαστικό κλίμα στην κυριαρχούσα  κοινωνική νοοτροπία (ταύτιση της Εκκλησίας με τον κλήρο και αντικληρικαλιστικό πνεύμα, αντίληψη  ότι η  Εκκλησία έρχεται από το παρελθόν, ενώ η  αξία  της επιστήμης υπερτονίζεται), με αποτέλεσμα οι δυσκολίες να αυξάνονται.
                Όμως και η ίδια η Εκκλησία δεν έχει ασχοληθεί ιδιαίτερα με την προοπτική τού να δώσει μία άλλη χροιά στο περιεχόμενο του εκκλησιαστικού λόγου. Δεν είναι μόνο το τι προτάσσεται. Είναι και το ότι, ενώ υπάρχουν πολλά θέματα τα οποία θα μπορούσαν να αγγίξουν τους νέους, όπως είναι η ποιότητα των σχέσεων, η ευθύνη του καθενός για την κοινωνική αδικία, η ανάγκη για μοίρασμα και βοήθεια η οποία δεν μπορεί να περιορίζεται στην  υλική  προσφορά, η υπέρβαση της εικονικής πραγματικότητας, η κριτική των ψεύτικων και ανούσιων προτύπων, η Εκκλησία δεν είναι έτοιμη να αναδείξει τον λόγο της, ο οποίος είναι ελκυστικός εκ των πραγμάτων, διότι είναι γνήσιος, καθώς πηγάζει από το πρότυπο της ζωής που αυτή προτείνει, δηλαδή τη σχέση με τον Χριστό.  Υπάρχει όμως φόβος για  διάλογο με την πραγματικότητα, για  πρόσληψη και  κριτική στοιχείων από το σήμερα των νέων  (μουσική, τραγούδι, περιστατικά, τηλεοπτικά γεγονότα).  Ενίοτε λείπουν και πρόσωπα  που με παιδεία και διάθεση θα αφιερωθούν στη νέα γενιά και θα στηριχθούν από την Διοικούσα Εκκλησία, ενώ υπάρχει δισταγμός για την αξιοποίηση των μέσων της τεχνολογίας.
                Όλα αυτά δεν συνεπιφέρουν με βεβαιότητα την ελκυστικότητα του λόγου. Μπορούν όμως να γίνουν αφετηρία για να ακουστεί. Ένα παλιό σύνθημα έλεγε: «τολμήστε να γνωρίσετε και ας απορρίψετε!». Για να γίνει αυτό τα πρόσωπα που εκφέρουν τον λόγο, που καλούν σε γνωριμία μαζί του, χρειάζεται να  ζούνε, να πιστεύουν και να φαίνεται ότι αγαπούνε τόσο τον λόγο, όσο και τον Δωρεοδότη Του. Όπου αυτό γίνεται, τα αποτελέσματα είναι λαμπρά!

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
(Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΑΛΗΘΕΙΑ, φύλλο Ιουλίου 2015)
Το είδαμε εδώ

Κυριακή, Ιουνίου 14, 2015

Η προσβολή της ιερότητας του Γάμου από τα ΜΜΕ

Η αποκήρυξη πάσης φύσεως κακοδοξιών, εν προκειμένω για το γάμο, έχει ποιμαντικό υπόβαθρο και προανατολισμό: Αποσκοπεί στην αποκάλυψη του τρόπου με τον οποίο οι φρονούντες όλα τα παραπάνω, επιτύγχαναν τη διαστρέβλωση των όρων της Ορθοδόξου πίστεως και ζωής, προκειμένου να οριοθετηθούν με τον πλέον σαφή και κατηγορηματικό τρόπο, τα όρια της παρέκκλισης και παρεκτροπής από τη διδασκαλία του Ευαγγελίου. Επρόκειτο λοιπόν, για πράξη ποιμαντικής ευθύνης και όχι για έκφραση διάθεσης αντιδικίας με τους αιρετικούς. Σήμερα, η δύναμη της πληροφόρησης που διαχέεται από τα επικοινωνιακά κανάλια των Μέσω Μαζικής ενημέρωσης είναι τόσο προφανής, ώστε να δικαιώνεται πλήρως η άποψη ότι αυτά αποτελούν όντως την τέρταρη εξουσία. Και μολονότι υπάρχει αυτή η παραδοχή, ο άνθρωπος εξακολουθεί να γίνεται έρμαιο της παραπληροφόρησης και να βομβαρδίζεται με αμφιλεγόμενα μηνύματα, που «φιλοδοξούν» να τροποποιήσουν με εντυπωσιακό τρόπο τις αξίες του, τις πεποιθήσεις του και τους κώδικες συμπεριφοράς του.
For a long memory
Τα ΜΜΕ αναδεικνύονται σε κριτήριο αυθεντίας, αφού ως πραγματικό και αδιαμφισβήτητο προκρίνεται μόνο ο, τι επιβεβαιώνεται και επικυρώνεται απ’ αυτά[57]. Έτσι, οι χριστιανοί γίνονται πολλές φορές έρμαια της αντιχριστιανικής προπαγάνδας, η οποία εκτείνεται σε ένα απεριόριστο εύρος και βάθος θεματολογίας, συμπεριλαμβανομένης και αυτής της διαπόμπευσης του μυστηρίου του γάμου[58]. Η προβολή της εύκολης λύσης του διαζυγίου ως τρόπος υπέρβασης ενδοοικογενειακών διαφορών, οι παράνομες εξωγαμικές σχέσεις, η πρόταση αντικατάστασης της μονογαμίας με πλήθος σεξουαλικών διαστροφών, και η τυπολογική σύνδεση των χριστιανών που αφιερώνονται στις οικογένειές τους με αναχρονιστικά ηθικά μοντέλα, που παραπέμπουν στο ξεπερασμένο και συντηρητικό, αποτελούν μόνο κάποιες από τις πλέον ενδεικτικές περιπτώσεις υποτίμησης του θεσμού του γάμου.
Οι ποιμένες της Εκκλησία δεν μπορούν να παραμένουν άπραγοι θεατές σε όλες τις παραπάνω ενέργειες, αφήνοντας απροστάτευτα τα πνευματικά τους τέκνα. Οφείλουν να αποκαλύψουν απερίφραστα όλες τις παραπάνω επικίνδυνες αντιχριστιανικές πρακτικές των ΜΜΕ. Η επικαιροποίηση του αναθεματισμού όσων σήμερα εμμένουν στη διαπόμπευση και τον εμπαιγμό του μυστηρίου του γάμου, απαιτεί ευθεία, ξεκάθαρη, αιτιολογημένη και κατηγορηματική απόρριψη όλων των παραπάνω δοξασιών, συμπληρωμένη βέβαια από την αναχαίτιση των σχετικών μοντέλων ηθικής συμπεριφοράς που προβάλλονται από τα ΜΜΕ.
Ταυτόχρονα, χωρίς κανένα ποιμαντικό « ταμπού » επαναδιατύπωσης του όρου «ανάθεμα», οι ποιμένες οφείλουν με προσοχή, διάκριση και ποιμαντική υπευθυνότητα να τον αποσαφηνίσουν και να τον καταστήσουν κατανοητό στον σύγχρονο άνθρωπο, τονίζοντας μια βασική αξιωματική αρχή της ορθόδοξης σωτηριολογίας : Της  ολοκληρωτικής αποκοπής από το σώμα της Εκκλησίας κάποιου χριστιανού που επιμένει αμετανόητα στην αντιχριστιανική παρεκτροπή του, δηλαδή του μεγάλου αφορισμού του, προηγείται η οριστική και αμετάκλητη επιλογή του αυτοαφορισμού του, που ισοδυναμεί με την προσωπική και ενσυνείδητη απόφαση του ιδίου να παραμείνει εκτός της Εκκλησίας.  Προηγείται λοιπόν, ο αυτοαφορισμός και έπεται από την Εκκλησία, η επικύρωση δια του πνευματικού επιτιμίου αυτής της απόφασης[59]. Μ’αυτον τον τρόπο οι ποιμένες θα επιτύχουν να αναδείξουν ποιμαντικά και να απομονώσουν τους φορείς των παραπάνω απόψεων, υπερβαίνοντας το φόβο του σύγχρονου ανθρώπου στο άκουσμα των παραπάνω ακατανόητων για τον άνθρωπο της σημερινής εποχής βαρυσήμαντων θεολογικών όρων.
[Συνεχίζεται]
[57] π. Θερμός Β., Ποιμαίνοντες μετ’ Επιστήμης, Αθήνα 1996, σσ. 134-135.
[58] Για την προπαγανδιστική δύναμη των Μ.Μ.Ε. βλ. σχ. Κολιοφούτης Α., « Η Ποιμαντική Αντιμετώπιση της Επιχειρούμενης από τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης Αντιχριστιανικής Προπαγάνδας » :
[59] Μαντζαρίδης Γ., Χριστιανική Ηθική, Θεσσαλονίκη 1991, σ. 153.
το είδαμε εδώ

Σάββατο, Ιουνίου 06, 2015

Εκκλησιαστική αντιμετώπιση όσων υποτιμούν το Γάμο

6. Η ποιμαντική αντιμετώπιση της διαπόμπευσης του γάμου από τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης.
Η θέσπιση κανόνα από τη σύνοδο της Γάγγρας, ο οποίος αντιμετώπιζε και μάλιστα με το επιτίμιο του αναθεματισμού, το βδελυγμό και τη διακωμώδηση του μυστηρίου του γάμου και τον εμπαιγμό « γυναίκας που κοιμάται με τον άντρα της και είναι πιστή και ευσεβής, γιατί τάχα δεν μπορεί να μπει στη βασιλεία των ουρανών[50] », αποσκοπούσε στην προστασία της χριστιανικής συνείδησης από τις έξωθεν επιδράσεις των αιρετικών της εποχής. Ως γνωστόν, η τοπική Σύνοδος της Γάγγρας, η οποία συνήλθε το 343 μ.Χ. στην ομώνυμη πόλη, καταδίκασε τους αιρετικούς Ευσταθιανούς, οπαδούς του μητροπολίτη Σεβαστείας Ευσταθίου, που ακολουθούσαν υπερβολικό τύπο ασκητισμού και περιφρονούσαν τον γάμο. Ήταν μόνο χορτοφάγοι και ακολουθούσαν γενικά υπερβολές ως προς την παρθενία και την ασκητική ζωή[51].
Πηγή:agriniovoice.gr
Πηγή:agriniovoice.gr
Ο όρος « ανάθεμα » παραπέμπει στην «ολοκληρωτική αποκοπή από το σώμα της Εκκλησίας, η οποία επιβάλλεται στα παρεκτραπόμενα μέλη της, ύστερα από ορισμένη διαδικασία, μόνο σε περίπτωση έσχατης ανάγκης και όταν δεν είναι δυνατό να αποδώσουν τα ελαφρότερα μέτρα για τον σωφρονισμό τους [52]». Ο άγιος Νικόδημος ο αγιορείτης σημειώνει στο Πηδάλιό του ότι « η παρούσα Σύνοδος με υπερβολήν εμεταχειρίσθη το ανάθεμα…..», όχι μόνον εναντίον των σχισματικών και αιρετικών φρονημάτων του Ευσταθίου, αλλά και εναντίον όσων θεραπεύονταν από άλλους κανόνες με το επιτίμιο της καθαίρεσης των κληρικών ή του αφορισμού των λαϊκών. Επικαλείται μάλιστα, τις νουθεσίες του ιερού Χρυσοστόμου, ο οποίος τόνιζε ότι δεν πρέπει ποτέ κανείς να αναθεματίζει ζωντανό η αποθανόντα, ή τις μαρτυρίες του αγίου Βαρσανούφιου, σύμφωνα με τις οποίες πρέπει να αποφεύγεται ακόμα και ο αναθεματισμός του διαβόλου, ο οποίος ισοδυναμεί με αναθεματισμό του ίδιου του ανθρώπου, που αρέσκεται να ποιεί το θέλημα του διαβόλου[53].
Ωστόσο, ο άγιος Νικόδημος έρχεται να αναδείξει το ποιμαντικό υπόβαθρο του αυστηρού αυτού επιτιμίου: Η εφαρμογή του ήταν απαραίτητη πρώτα, πρώτα « δια να εμποδίση το κακόν, οπού τότε καθ’ υπερβολήν επληθύνθη……[54]» και έπειτα για να εξασφαλιστεί ενώπιον του ποιμνίου η αποκάλυψη και η αποκήρυξη κάθε αντορθόδοξου φρονήματος του Ευσταθίου, όπως καταγράφεται αναλυτικά σε κάθε κανόνα αυτής της Συνόδου[55]. Οι ποιμένες στη συγκεκριμμένη περίπτωση ενεργούν σαν υπεύθυνοι γιατροί, οι οποίοι αναγκάζονται να προχωρήσουν σε χειρουργική αφαίρεση του σάπιου μέλους ενός σώματος, προκειμένου να κρατήσουν το ίδιο το σώμα στη ζωή[56]. Έτσι, οι αναθεματισμοί των Πατέρων δεν πρέπει να εκλαμβάνονται ως μισαλλόδοξοι χαρακτηρισμοί, αλλά ως ιατρικές ενέργειες, οι οποίες από τη μία πλευρά, έρχονται να επιβεβαιώσουν τη θεολογική σοβαρότητα της παρεκτροπής όσων διαπομπεύουν το γάμο και ψέγουν την ευσέβεια, την πίστη και την αφοσίωση των γυναικών στους συζύγους τους, και από την άλλη πλευρά, αποσκοπούν να προστατέψουν τους χριστιανούς απ’ όλους όσους επιχειρούν να διαστρέψουν τη σκέψη τους με τους ανυπόστατους συλλογισμούς των αιρετικών.
[Συνεχίζεται]
[50] « Ει τις τον γάμον μέμφοιτο, και την καθεύδουσαν ματά του ανδρός αυτής, ούσαν πιστήν και ευλαβή, βδελύσσοιτο η μέμφοιτο, ως αν μη δυναμένην εις βασιλείαν εισελθείν, ανάθεμα έστω. » : Ακανθόπουλος Π., όπ. παρ. σσ. 224-225.
[51] Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια, τ. 4, λήμ. « Γάγγρα », Αθήνα 1964, σ. 134. Βλ. σχ. http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%93%CE%AC%CE%B3%CE%B3%CF%81%CE%B1.
[52] Ακανθόπουλος Π., όπ. παρ. σ. 663.
[53] Νικόδημου του Αγιορείτη, Πηδάλιον, Αθήνα 1886, σ. 323.
[54] Όπ.παρ.
[55] Όπ. παρ.
[56] π. Ρωμανίδης Ι. Π., Κείμενα Δογματικής και Συμβολικής Θεολογίας της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, Θεσσαλονίκη 1972, σ. 147.

Τετάρτη, Μαΐου 27, 2015

Εκκλησιαστικές πρωτοβουλίες για την αντιμετώπιση των προβλημάτων Γάμου

Από την άλλη πλευρά, αν λάβουμε υπόψη μας ότι σύμφωνα με τους Ιερούς Κανόνες, η ένταξη όσων διέπρατταν κάποιο αμάρτημα σε μια βαθμιαία περίοδο μετάνοιας, αποτελούσε απαραίτητη προϋπόθεση για την λειτουργική επανένταξή τους στο σώμα του Χριστού, τότε ίσως η ποιμαίνουσα Εκκλησία θα έπρεπε να σκεφτεί την τρόπον τινά επανασύσταση του σχετικού θεσμού, προσαρμοσμένου βέβαια, στα δεδομένα της σύγχρονης κοινωνικής πραγματικότητας. Η θέσπιση της υποχρεωτικότητας παρακολούθησης σχετικών ενοριακών προγραμμάτων οικογενειακής αγωγής για υποψήφιους δίγαμους η τρίγαμους, τα οποία θα μπορούσαν βέβαια, να παρακολουθούν και μελλόνυμφοι, ίσως να αποτελεί μια μορφή επικαιροποίησης εκείνης της διαδικασίας στην σύγχρονη πραγματικότητα. Αν ο χριστιανός του παρελθόντος όφειλε, όταν διέπραττε κάποια αμαρτία, διερχόμενος μιας περιόδου  μετάνοιας, « να διέλθει δια της καθάρσεως στο φωτισμό του νου, προκειμένου αυτός να αλλάξει και από σκοτισμένος να γίνει φωτεινός [47] », τότε το ίδιο αποτέλεσμα θα μπορούσε να παράξει σήμερα η θεσμοθέτηση μιας ανάλογης διαδικασίας, που θα ανταποκρίνονταν με ποιμαντική υπευθυνότητα στην υλοποίηση του παραπάνω στόχου.
Depositphotos_4288170_original2
Τα κατηχητικά αυτά προγράμματα, η άρτια οργάνωση των οποίων προϋποθέτει επαρκώς καταρτισμένους κληρικούς και ανιδιοτελή ποιμαντική διάθεση αυτοπροσφοράς, θα οργανώνονταν σε επίπεδο Ιεράς Μητροπόλεως ή ενορίας, θα απέβλεπαν στη διαφώτιση των χριστιανών για την ουσία του χριστιανικού γάμου, τις απαραίτητες θεολογικές προϋποθέσεις μακροημέρευσής του και κυρίως τα αμαρτήματα που τον διαφθείρουν. Ιδιαίτερη έμφαση θα δίνονταν στο αμάρτημα της μοιχείας, που συνιστά και το βασικότερο αίτιο της διάλυσης των σύγχρονων γάμων. Η κατάθεση του πιστοποιητικού παρακολούθησης του σχετικού προγράμματος θα συμπεριλαμβάνονταν στα απαραίτητα πιστοποιητικά για την έκδοση νέας άδειας τέλεσης γάμου. Για την παγίωση της σχετικής διαδικασίας, οι ποιμένες θα όφειλαν να πληροφορήσουν από άμβωνος τους πιστούς για την ποιμαντική αναγκαιότητα θεσμοθέτησης της σχετικής διαδικασίας. Θα όφειλαν να εξασφαλίσουν με επιχειρήματα την συναίνεσή τους για την αναγκαιότητα της παραπάνω δράσης, παρά να την προβάλλουν ως υποχρεωτική γραφειοκρατική διαδικασία.
Δεν πρέπει βέβαια, να ξεχνούμε ότι όλα τα παραπάνω αναφέρονται σε χριστιανούς μιας εκκοσμικευμένης κοινωνίας, στην οποία οι ίδιοι δέχονται τις συνέπειες από την προσπάθεια οικοδόμησης ενός σύγχρονου και ιδιότυπου θρησκευτικού συγκρητισμού[48]. Διαβιώνουν σε ένα πλουραλιστικό περιβάλλον, που ευννοεί τον θρησκευτικό αποχρωματισμό και την ομογενοποίηση, σε μια εποχή κατά την οποία οι ίδιοι αρέσκονται να προσεγγίζουν τις αλήθειες της πίστεως σε ένα καθαρά νοησιαρχικό επίπεδο, χωρίς καμία υπόνοια για τις πρακτικές συνεπαγωγές τους σε επίπεδο ήθους και ζωής[49]. Γι’αυτό και απαιτείται μια σταδιακή προσαρμογή της ζωής και του ήθους των σύγχρονων χριστιανών στις επιταγές των Ιερών Κανόνων. Το υπόβαθρο μιας τέτοιας στάσης είναι βαθύτατα ποιμαντικό και δεν συνεπάγεται εκπτώσεις από το πνεύμα των Ιερών Κανόνων.
Η απόλυτη απροθυμία, για παράδειγμα της Εκκλησίας να ανταποκριθεί θετικά στο αίτημα παροχής διαζυγίου σε κάθε περίπτωση πλην της μοιχείας, ή η κατηγορηματική άρνησή της να δώσει σε κάθε διαζευγμένο το δικαίωμα δεύτερου ή ακόμα και τρίτου γάμου, ίσως να οδηγούσε σε ακριβώς αντίθετα αποτελέσματα από τα προσδωκόμενα. Κάθε δίαυλος επικοινωνίας του ποιμένα με όλα αυτά τα ακατήχητα τέκνα της θα έκλεινε άμεσα και θα αποτρέπονταν κάθε ευκαιρία συνάντησης του ανθρώπου με το Χριστό εντός της Εκκλησίας δια της μεσολάβησης του ποιμένα.
Για όλους αυτούς τους λόγους, η επιλογή της ποιμαντικής τής σταδιακής προσαρμογής του ποιμνίου, με στόχο την αναδιαμόρφωση του πνευματικού του κριτηρίου, θα ήταν κατ’αρχήν το πρώτο βήμα αντιμετώπισης όλων των εκπτώσεων του σύγχρονου ανθρώπου από το γαμικό και οικογενειακό θεσμό. Η εφαρμογή μιας προληπτικής ποιμαντικής συμβουλευτικής του γάμου, η αλλαγή του θεσμικού πλαισίου πνευματικής λύσης του γάμου, η επί τη βάσει των Ιερών Κανόνων αντιμετώπιση του προσλαμβάνοντος μορφή χιονοστιβάδας θανάσιμου αμαρτήματος της μοιχείας και η ποιμαντική ανάδειξη και απόκρουση της υποτίμησης του μυστηρίου του γάμου απ’ όπου και αν αυτή προέρχεται, θα ήταν αποφασιστικά βήματα αναστροφής της έξης του σύγχρονου ανθρώπου σε όλες τις θεσμικές εκ του γάμου εκτροπές που διαπιστώσαμε παραπάνω. Στο επόμενο κεφάλαιο θα μας απασχολήσει η ποιμαντική αντιμετώπιση της διαπόμπευσης του γάμου με βάση του Ιερούς Κανόνες της Εκκλησίας.
 
[47] Μητροπ. Ναυπάκτου και αγίου Βλασίου Ιερόθεος, Θεία Κοινωνία και Εξομολόγηση, http://www.parembasis.gr/2010/10_02_14.htm.
[48] « Βασική προϋπόθεση της νεωτερικότητας ήταν πως η θρησκεία όφειλε να παραμείνει προσωπική υπόθεση της συνείδησης του καθενός περιοριζόμενη αποκλειστικά στην ιδιωτική σφαίρα, μακριά από τα κοινά »: Βασιλειάδης Π.,  « « Η Αποστολή της Εκκλησίας κατά τη  Μετανεωτερικότητα », Σύναξη, 78, 2001, σ. 80.
[49] « Η ανάπτυξη της παγκόσμιας αγοράς επιφέρει σημαντικές επιπτώσεις στις τέχνες, στις ταυτότητες και τους τρόπους ζωής. Η παγκοσμιοποίηση των οικονομικών συναλλαγών ακολουθείται από κύματα πολιτισμικών αλλαγών, αυτό που ονομάζεται «πολιτισμική παγκοσμιοποίηση» η αλλιώς τη «σύμπτωση του παγκόσιου πολιτισμού. Στα πλαίσια αυτού του περιβάλλοντος εμφανίζεται ολοένα και περισσότερο μια αίσθηση οικουμενικότητας, όπου παρατηρείται ενοποίηση τρόπων ζωής, πολιτισμικών συμβόλων και διεθνικών μεθόδων συμπεριφοράς » : Robins K., « Tradition and Translation: National Culture and its Global Context »,Εnterprise and Heritage: Crosscurrents of National Culture, London 1991, σ. 28 ἐπ. Βλ. σχ. Beck U.,Τί εἶναι Παγκοσμιοποίηση; [ ἑλληνικὴ μετάφραση τοῦ , What Is Globalization ?, Cambridge 1999 ] Αθήνα 1999, σ. 125 επ. και Ψαρρού Ν., Εθνική Ταυτότητα στην Εποχή της Παγκοσμιοποίησης, Αθήνα 2005, σσ. 213 – 214.

Δευτέρα, Μαΐου 18, 2015

Οἱ γονυκλισίες


 Δ. ΔΙΑΚΡΙΤΙΚΗ ΠΟΙΜΑΝΤΙΚΗ

Οἱ γονυκλισίες

Μέ τήν μετάνοιες-γονυκλισίες, δίδασκε ὁ Ὅσιος Πορφύριος, ρχεται μεγάλη ερήνη καί χαρά στήν ψυχή καθώς καί γεία στό σμα.
Διηγεῖται πνευματικό παιδί τοῦ Γέροντα: «Μία νέα, ψηλή, πήγαινε κάθε τόσο στό Γέροντα, νά τόν συμβουλευθεῖ... Ὅπως μᾶς ἔλεγε, τῆς ἄρεσε ἡ γυμναστική ἄσκηση, πρᾶγμα πού τήν ξεκούραζε μετά ἀπό τόν φόρτο τῶν μαθημάτων. Ὁ Γέροντας Πορφύριος... τῆς ὑπέδειξε ὅτι δέν μπορεῖ νά ὑπάρξει καλύτερη ἄσκηση ἀπό τίς μετάνοιες τῶν χριστιανῶν, ὅταν, μετά πού κάνουμε τόν σταυρό μας, γονατίζουμε καί, ἀφοῦ ἀγγίσουμε μέ τό πρόσωπο τήν γῆ, σηκωθοῦμε ὄρθιοι καί τό ἐπαναλάβουμε αὐτό καί πάλιν καί πάλιν, ἐνῶ ἐσωτερικά ἡ ψυχή ἀναστενάζει πρός τόν Θεό, προφέροντας τά λόγια τοῦ τελώνη, «ὁ Θεός ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ». Ἐπίσης λέγουμε κι ὅποια ἄλλη αὐτομεμψία θά μᾶς φώτιζε τό Πνεῦμα τό Ἅγιο.
 Ἔτσι, τῆς ἔλεγε ὁ Ἅγιος Γέροντας, θά μποροῦσε νά ἀντικαταστήσει ἕνα μεγάλο μέρος τοῦ χρόνου, πού σπαταλοῦσε στίς γυμναστικές ἀσκήσεις, μέ τίς μετάνοιες. Μετά ἀπό τίς μετάνοιες ἔρχεται μεγάλη χαρά, ἀνακούφιση πολλή καί εἰρήνη στήν ψυχή, στό δέ σῶμα δέν παραμένει οὔτε τό τελευταῖο μέλος του πού νά μήν τεθεῖ σέ λειτουργία καί ἄσκηση.
Ὁ Χριστός γιά νά τονίσει τήν σημασία τῶν μετανοιῶν, ὁ Ἴδιος, ὅπως διηγεῖται ὁ εὐαγγελιστής, ὅταν βρισκόταν μέσα στόν κῆπο τῆς Γεσθημανή, ἀποτραβήχτηκε ἀπό κοντά τους ὅσο νά ρίξει ἕνας μία πέτρα κι ἐκεῖ ἄρχισε νά κάνει μετάνοιες, πίπτοντας ἐπί τοῦ ἐδάφους κατ' ἐπανάληψη.
Οἱ μετάνοιες κάνουν καί στό σῶμα τό ἀντίστοιχο φυσικό καλό, ὅπως καί στήν ψυχή. Γι' αὐτό οἱ ἀσκητές δέν παθαίνουν εὔκολα ἐμφράγματα, καρδιακά νοσήματα, ἐγκεφαλικά, γιατί οἱ ἀρτηρίες τους, τά διάφορα ἀγγεῖα, διά τῶν μετανοιῶν,συντηροῦνται ἄριστα, τά λίπη διαλύονται, ἡ ψυχή κι αὐτή ἡρεμεῖ κι ἔτσι ὁ ἄνθρωπος, μετά ἀπό τίς ἀσκήσεις αὐτές, μποροῦμε νά ποῦμε, δέν διαφέρει ἀπό ἕνα αὐτοκίνητο πού πέρασε ἀπό τό συνεργεῖο κι ἔκανε ἕνα καλό σέρβις.
Οἱ μετάνοιες δέν εἶναι ἀνθρώπινη, ἀλλά θεία ἀποκάλυψη, κι εἶναι δυστυχής ὅποιος ἄνθρωπος δέν ἔχει ἀνακαλύψει τό μυστήριο πού τίς περικλείει. Οἱ δέ πολυπράγμονες, ὅταν τήν νύκτα πρίν κοιμηθοῦν, κάνουν τίς καθιερωμένες μετάνοιες, κι ἀπό τίς καθημερινές σκέψεις θά ξεφύγουν καί θά εἰρηνεύσουν, γιά νά ἔρθει γρήγορα κι ὁ ὕπνος»[143].

Ἀρχιμ. Σάββας Ἁγιορείτης


[143] Στό βιβλίο Ὁ Γέρων Πορφύριος, Ἔκδ. Ἀπ. Βαρνάβας. Ἀθήνα σελ. 14.

Κυριακή, Μαΐου 17, 2015

Ποιμαντική αντιμετώπιση του δεύτερου και του τρίτου γάμου

  1. Η ποιμαντική αντιμετώπιση των αιτημάτων των χριστιανών για σύναψη δεύτερου ή τρίτου γάμου.
Επίσης, το θέμα της συμβατότητας των Ιερών κανόνων με τη απόφαση της ποιμαίνουσας Εκκλησίας για παροχή διαζυγίου σε περιπτώσεις που το αίτιο διάλυσης του γάμου δεν σχετίζεται με τη μοιχεία κάποιου εκ των συζύγων, συνδέεται άμεσα με το ενδεχόμενο αίτημά τους να προχωρήσουν σύντομα σε ένα νέο γάμο, ζητώντας την ευλογία της Εκκλησίας.
Greeting paper card with flower and ribbon for text second
Είναι γεγονός πως η σύναψη δεύτερου ή τρίτου γάμου κάποιου Χριστιανού, αποδοκιμάζονταν από την ποιμαίνουσα Εκκλησίας, σύμφωνα με το κανονικό πλαίσιό της και σε καμία περίπτωση δεν τύγχανε ποιμαντικής εκλογίκευσης, εξειδανίκευσης η εξομοίωσης με τον πρώτο γάμο. Γι’ αυτό και « είχε αποφασιστεί σύμφωνα με την ευαγγελική και αποστολική γνώση, να μην δύναται να παντρευτεί με άλλο άτομο ούτε αυτός που τον άφησε η γυναίκα του, ούτε η γυναίκα που την εγκατέλειψε ο άνδρας της, αλλά ή έτσι να μένουν ή να συμφιλιώνονται μεταξύ τους· αν αυτό το περιφρονούν, να εξαναγκάζονται σε μετάνοια·[40]». Ο Μ. Βασίλειος στον 4ο κανόνα του προβαίνει χαρακτηριστικά τόσο σε καταγραφή της ιεράς παράδοσης της Εκκλησίας σχετικά με την ιεοροκανονική αντιμετώπιση της διγαμίας και τριγαμίας, όσο και στην οριοθέτηση του κανονικού πλαισίου αποκατάστασης της εκκλησιαστικής κοινωνίας των διγάμων και τριγάμων[41]. Εκεί γίνεται αντιληπτό με σαφήνεια ότι η διγαμία και πολύ περισσότερο η τριγαμία, που εκλαμβάνεται ως « ήπιας μορφής πορνεία » αντιμετωπίζονται ως κανονικά παραπτώματα που επιδέχονται θεραπείας, αν και δεν πρέπει να οδηγούν σε πλήρη αποκλεισμό των διγάμων και τριγάμων από το σώμα της Εκκλησίας. Αντίθετα, οι δίγαμοι και τρίγαμοι πρέπει να γίνονται τελικά αποδεκτοί σε πλήρη « κοινωνία », αφού βέβαια προηγουμένως επιδείξουν φρόνημα έμπρακτης μετάνοιας.
Σε άλλο σημείο ο άγιος τονίζει ότι ο δεύτερος γάμος είναι « περιορισμός της πορνείας και όχι αφορμή για ασέλγεια[42] », ενώ « νόμιμος τρίτος γάμος δεν συνάπτεται, αλλά συνιστά μιαρή πράξη που μολύνει την Εκκλησία », η οποία εντούτοις γίνεται ανεκτή μόνο για « την αποφυγή της αχαλίνωτης πορνείας »[43].  Για όλους τους παραπάνω λόγους ο ποιμένας οφείλει να μην εκλογικεύει με την στάση του την επιλογή κάποιου Χριστιανού να προβεί σε δεύτερο γάμο, αλλά τουναντίον « να μην παρακάθεται ακόμα και σε τραπέζι γάμου ανθρώπων που παντρεύονται δύο φορές[44] », για να μην εκληφθεί η στάση του ως συναίνεση του πρεσβύτερου στην επιλογή του.
Η μελέτη της εκκλησιαστικής παραδόσεως μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι την εποχή των Πατέρων « ο δεύτερος και ο τρίτος γάμος θα μπορούσαν να πραγματοποιηθούν μόνο ως συμβάσεις ή συμφωνίες νομοθετημένες από την πολιτεία. Μόνο αφού είχαν διανύσει τα καθορισμένα από το επιτίμιο χρόνια της αποχής από τη θεία Κοινωνία, τα ζευγάρια αυτά γίνονταν πάλι αποδεκτά στην τάξη των πιστών και τους επιτρεπόταν να μεταλάβουν. Τότε μόνο ο γάμος τους αναγνωριζόταν ως εκκλησιαστικός. Ωστόσο, όταν αποχωρίσθηκε η ιεροτελεστία του γάμου από τη θεία Λειτουργία, στάθηκε πιο εύκολο για την Εκκλησία να δείξει μεγαλύτερη επιείκεια, επιτρέποντας να τοποθετούνται στέφανα στις κεφαλές αυτών οι οποίοι τελούσαν δεύτερο η τρίτο γάμο, παρόλο που διατηρούσε τους κανόνες που αναφέρονταν στην αποχή από τη θεία Μετάληψη[45] ». Ως εκ τούτου, η επικαιροποίηση και η προσαρμογή των παραπάνω θέσεων, εντός της ποιμαντικής δομής που περιγράψαμε παραπάνω, οι οποίες αποτελούν προϊόν του συγκερασμού των Ιερών Κανόνων, της Ιεράς Παραδόσεως και των δεδομένων της σύγχρονης πραγματικότητας, θα μπορούσε να αποτελέσει σήμερα ένα ασφαλή οδηγό ποιμαντικής αντιμετώπισης ανάλογων φαινομένων.
Σε μια τέτοια περίπτωση, ο τονισμός της μοναδικότητας του πρώτου γάμου θα βρίσκοναν στο επίκεντρο των νουθεσιών του σύγχρονου ποιμένα, ταυτόχρονα όμως θα αναδεικνύονταν και η ανεκτική, επουδενί όμως προτρεπτική, στάση της Εκκλησίας στην απόφαση του διεζευγμένου να συνάψει ένα νέο γάμο, πέρα όμως από κάθε προσπάθεια ποιμαντικής εξειδανίκευσης η εκλογίκευσης του διαζυγίου ή της σύναψης δεύτερου γάμου, όπως ενδεχομένως ισχύει σήμερα[46]. Έτσι, θα επιτυγχάνονταν να συνδυαστεί με βάση την σπουδαία ποιμαντική αρετή της διάκρισης, η υπεράσπιση του αδιάλυτού του γάμου και η αποφυγή της υποχρεωτικής, πλην όμως υποκριτικής συμβίωσης των συζύγων με συναισθήματα μίσους του ενός για τον άλλο και πικρίας για τον ίδιο το Θεό.
[40] « Ήρεσεν, ώστε κατά την ευαγγελικήν και αποστολικήν επιστήμην, μήτε ο από γυναικός εαθείς, μήτε η από ανδρός καταληφθείσα, ετέρω συζευχθή· αλλ᾽ η ούτω μείνωσιν, η εαυτοίς καταλλαγώσιν· ούπερ εάν καταφρονήσωσι, προς μετάνοιαν καταναγκασθώσιν· εν ω πράγματι νόμον βασιλικόν εκτεθήναι χρεών αιτήσαι » : Ακανθόπουλος Π., όπ. παρ. σσ. 376-377.
[41] « Περί τριγάμων και πολυγάμων τον αυτόν ώρισαν κανόνα, ον και επί των διγάμων αναλόγως· ενιαυτόν μεν γαρ επί των διγάμων, άλλοι δε, δύο έτη· τους δε τριγάμους εν τρισί και τέσσαρσι πολλάκις έτεσιν αφορίζουσιν. Ονομάζουσι δε το τοιούτον ουκ έτι γάμον, αλλά πολυγαμίαν, μάλλον δε πορνείαν κεκολασμένην. Διο και ο Κύριος τη Σαμαρείτιδι, πέντε άνδρας διαμειψάση· Ον νυν, φησίν, έχεις ουκ έστι σου ανήρ, ως ουκ έτι αξίων όντων των υπερεκπεσόντων του μέτρου της διγαμίας τω του ανδρός η της γυναικός καλείσθαι προσρήματι. Συνήθειαν δε κατελάβομεν επί των τριγάμων, πενταετίας αφορισμόν, ουκ από κανόνος, αλλ  ἀπὸ της των προειληφότων ακολουθίας. Δει δε μη πάντη αυτούς απείργειν της Εκκλησίας, αλλ  ἀκροάσεως αυτούς αξιούν εν δύο που έτεσιν η τρισί, και μετά ταύτα επιτρέπειν συστήκειν μεν, της δε κοινωνίας του αγαθού απέχεσθαι, και ούτως, επιδειξαμένους καρπόν τινα μετανοίας, αποκαθιστάν τω τόπω της κοινωνίας » : όπ. παρ. σσ. 516-517.
[42] 87ος κανόνας Μ. Βασιλείου: « …..Πορνείας παραμυθία ο δεύτερος γάμος, ουχί εφόδιον εις ασέλγειαν……» : όπ. παρ. σσ. 572-575.
[43] 50ος  κανόνας Μ. Βασιλείου:  « Τριγαμίας νόμος ουκ έστιν, ώστε νόμω γάμος τρίτος ουκ άγεται. Τα μέντοι τοιαύτα, ως ρυπάσματα της Εκκλησίας ορώμεν, δημοσίοις δε καταδίκαις ουχ υποβάλλομεν, ως της ανειμένης πορνείας αιρετώτερα » : όπ. παρ. σσ. 548-549.
[44] « Πρεσβύτερον εις γάμους διγαμούντων μη εστιάσθαι· επεί μετάνοιαν αιτούντος του διγάμου, τις έσται ο πρεσβύτερος, ο δια της εστιάσεως συγκατατιθέμενος τοις γάμοις ; » : όπ. παρ. σσ. 220-221.
[45] Π. Μέγιεντορφ Ι., Ο Ορθόδοξος Γάμος, Αθήνα 2004, σ. 255.
[46] « Εις την σύγχρονην ποιμαντικήν πράξιν έχει δυστυχώς ατονίσει η τοιαύτη αντιμετώπισις των ερχομένων εις δεύτερον, η τρίτον γάμον με αποτέλεσμα να αμβλύνεται εις την συνείδησιν των πιστών, συντελούντος και του εν γένει αντιπνευματικού κλίματος της εποχής μας, η ιερότης και η μοναδικότης της συζυγικής κοινωνίας. » : π. Καψάνης Γ., όπ. παρ. σ. 180.

Πέμπτη, Απριλίου 23, 2015

Πώς αντιμετωπίζει ο ποιμένας τον εθισμό στο διαδίκτυο

Οι άξονες γύρω από τους οποίους οφείλει να περιστρέφεται η ποιμαντική παρέμβαση του σύγχρονου ποιμένα, προκειμένου να προβεί σε κατά το δυνατόν επιτυχή ποιμαντική αντιμετώπιση του σύγχρονου αυτού προβλήματος θα έπρεπε κατά τη γνώμη μας να λαμβάνουν υπόψη τους κυρίως ότι στόχος της ποιμαίνουσας Εκκλησίας οφείλει να είναι η προσέλκυση των νέων στην ενοριακή ζωή της Εκκλησίας, η ένταξή τους στο ενοριακό έργο και η ενεργής, συνεχής και αδιάπτωτη μέριμνα του ποιμένα για τα προσωπικά, τα πνευματικά αλλά και τα υλικά προβλήματα του καθενός απ’ αυτούς.
concentration
Στοιχούμενοι στη διδασκαλία της Γραφής ότι «πίστις χωρίς έργα νεκρά εστι»[1], οι ποιμένες είναι ανάγκη να συμπληρώνουν το διδακτικό, διαφωτιστικό, καθοδηγητικό και εν γένει ποιμαντικό τους έργο προς τους νέους με το θετικό και απόλυτα έμπρακτο ενδιαφέρον τους για την καθημερινότητα, τους προβληματισμούς και τις προσωπικές ανησυχίες και αγωνίες τους. Πρέπει να διαμορφώσουν ένα ασφαλές περιβάλλον για τους νέους, το οποίο θα αφουγκράζεται τις αγωνίες και τους προβληματισμούς τους και θα συμμερίζεται η τουλάχιστον θα ακούει με σεβασμό τα οράματα και τα όνειρά τους για το κόσμο στον οποίο ζούνε.
Μ’ αυτόν τον τρόπο οι νέοι θα προσκληθούν να επαναβιώσουν την Εκκλησία ως αγαπητική κοινότητα και δημιουργικό πνευματικό εργαστήρι, που στοχεύει να καταθέσει μία άλλη πρόταση ζωής εντός του σύγχρονου κόσμου. Θα αισθανθούν την ενορία τους ως έναν δικό τους χώρο, που λειτουργεί ως συνεκτική και συσπειρωτική δύναμη των μελών του, σε αντίθεση με την αποξένωση του ευρύτερου κοινωνικού περιβάλλοντος. Θα γίνουν αποδέκτες της δυνατότητας που τους παρέχεται εντός της ενοριακής ζωής να εκφράσουν ελεύθερα και ισότιμα την άποψή τους, χωρίς προαπαιτούμενα και αποκλεισμούς.
Όπως οι κατά σάρκα γονείς ανατρέφουν τα παιδιά τους με πνεύμα αγάπης, την οποία οφείλουν να εκφράζουν με κάθε τρόπο προκειμένου να μεταβιβάζουν σ’ αυτά την αίσθηση της ασφάλειας του περιβάλλοντος στο οποίο ζούνε και ανήκουν[2], έτσι και ο πνευματικός πατέρας οφείλει να εκφράζει, με τις πράξεις και τα λόγια του, την αγάπη και το αμέριστο ενδιαφέρον του για όλα ανεξαιρέτως τα πνευματικά του παιδιά. Όταν ο ποιμένας δείχνει με την ποιμαντική του πρακτική πως τα πνευματικά του τέκνα βρίσκονται συνεχώς στο κέντρο της προσοχής και ποιμαντικής διακονίας του, καθιστά αδιάκοπη την παρουσία του στο ποίμνιό του και δεν επιτρέπει στα τέκνα του να αισθανθούν παραμελημένα η να αναζητήσουν αλλού την κάλυψη αυτού του συναισθηματικού τους κενού.
Ας μη ξεχνάμε πως το συναίσθημα διαδραματίζει πρωταγωνιστικό ρόλο στη ψυχική ζωή του εφήβου και εκφράζεται ποικιλοτρόπως [3]: Πρώτα, πρώτα με τη διάθεσή του να απομονωθεί από το προσκήνιο της κοινωνικής ζωής αλλά και την ταυτόχρονη επιθυμία του να επικοινωνήσει με τους συνομήλικούς του, οι οποίοι βρίσκονται στην ίδια ψυχική αστάθεια, αλλά διακατέχονται και από την ίδια αγωνία ταυτοποίησης. Έπειτα με την ανάγκη του να προσελκύσει το ενδιαφέρον των άλλων, προς υπέρβαση του συναισθήματος κατάθλιψης και μειονεξίας που αισθάνεται.
Ακόμα, με την επιθυμία διεύρυνσης της κοινωνικότητάς του στον ευρύτερο κοινωνικό χώρο και την τάση του να αποχωριστεί το γονεϊκό πρότυπο και  ν’ ασκήσει αυστηρή κριτική στους γονείς του, την αυθεντία των οποίων αμφισβητεί έντονα. Διέρχεται μία ηλικία που χαρακτηρίζεται για την κορύφωση των υπαρξιακών προβληματισμών του, τον παρορμητισμό του και την εξιδανίκευση των διαπροσωπικών σχέσεών του. Πρόκειται τελικά για μία σύνθετη και επώδυνη διεργασία, κατά την οποία ο νέος στρέφεται προς τα ενδότερα του εαυτού του και προβαίνει σε ανακατάταξη των σχέσεών του. Ως επαναστάτης θέλει ν’ αλλάξει τον κόσμο και να τον θεμελιώσει επί τη βάσει των εξιδανικευμένων οραμάτων η ιδεών του. Θέλει να φωνάξει αλλά αισθάνεται απομονωμένος και εγκλωβισμένος στις παραδοσιακές νόρμες του σύγχρονου κόσμου.
Αν οι νέοι εθίζονται στη χρήση του διαδικτύου, ίσως αυτό να συμβαίνει διότι επιχειρούν να ικανοποιήσουν τις ποικίλες αναζητήσεις τους, οι οποίες διαψεύδονται από την κατάπτωση των διαχρονικών αξιών που διέπουν τη λειτουργία του σύγχρονου κόσμου. Ίσως η αέναη περιπλάνησή τους στο κόσμο του διαδικτύου να πηγάζει από την απογοήτευση που εισπράττουν από τον πραγματικό κόσμο, ο οποίος δεν ανταποκρίνεται στις υψηλές τους προσδοκίες. Ίσως η επιθετική συμπεριφορά τους στο διαδίκτυο, όπως εκφράζεται με όλους τους τρόπους που επιδείξαμε παραπάνω, να αποτελεί απότοκο της προσπάθειας αντιρρόπησης εκ μέρους τους του βιώματος της ανασφάλειας και της αβεβαιότητας, με το οποίο τους τροφοδοτεί η σύγχρονη κοινωνία. Δεν αποκλείεται η προσπάθειά τους να οικοδομήσουν μία άλλου είδους κοινωνικότητα να οφείλεται στη κρίση που διέρχεται σήμερα ο θεσμός της οικογένειας η τη διάβρωση του θεσμού της φιλίας, τον οποίο οι έφηβοι εξιδανικεύουν.
Ως μυσταγωγός των λογικών προβάτων του Χριστού, ο ποιμένας έχει την ποιμαντική ευθύνη να μυήσει τους νέους στην ενοριακή ζωή της εκκλησιαστικής κοινότητας, εντός της οποίας όλα τα παραπάνω γνωρίσματα του κοινωνικού βίου βρίσκουν η οφείλουν να βρίσκουν την πραγματική και αυθεντική τους έκφραση. Όταν η παραπάνω ποιμαντική προσπάθεια στεφθεί με επιτυχία, τότε εύλογα, συνειδητά η ασυνείδητα, η απρόσωπη κοινωνικότητα του διαδικτύου θα αντιπαρατεθεί στην συνείδηση των νέων με το κοινοτικό πνεύμα, που διέπει τη ζωή της εκκλησιαστικής κοινότητας. Όταν ο έφηβος, ο οποίος πιστεύει σε διαχρονικές και αναλλοίωτες αξίες διαπιστώσει πως η ενορία του αποτελεί μία ανοιχτή αγκαλιά, στην οποία υπάρχει χώρος και για τον ίδιο, είναι πιθανό να ευαισθητοποιηθεί.
Όταν αντιληφθεί πως η αλληλεγγύη, η αλληλοϋποστήριξη, το ανιδιοτελές ενδιαφέρον, η αυτοπροσφορά, η έμπρακτη υπέρβαση της ατομικότητας, η η συμπόρεση αποτελούν τις συνεκτικές δυνάμεις λειτουργίας αυτού του σώματος δεν αποκλείεται να ανταποκριθεί θετικά σ’ αυτήν την πρόσκληση. Όταν βιώσει τη διαφορετικότητα του κάθε μέλους της Εκκλησίας ως πηγή έμπνευσης και εμπλουτισμού της ζωής αυτού του σώματος, ίσως αισθανθεί και ο ίδιος ζωντανό μέλος του. Όταν αντιληφθεί πως η αμαρτία του κάθε μέλους, δεν αποτελεί λόγο οριστικής και αμετάκλητης αποβολής του από το σώμα του Χριστού, αλλά αφετηρία πνευματικού αγώνα και πρόοδου, ενδεχομένως να καταθέσει και ο ίδιος αβίαστα τις προσωπικές του ανησυχίες και τα υπαρξιακά του αδιέξοδα.
Η λειτουργία της ενορίας ως ζώσας κοινότητας και ζωντανού κυττάρου [4], εντός της οποίας θα ενσωματωθεί, θα του επιτρέψει να βρει απαντήσεις στα αγωνιώδη ερωτήματά του, να αποκαταστήσει τη κλονισμένη κοινωνικότητά του και να ενεργοποιήσει τις δημιουργικές του δυνάμεις, τις οποίες θα ανακαλύψει. Στους κόλπους της Εκκλησίας θα του δοθεί η δυνατότητα να αναπτύξει αυθεντικές πρωτογενείς σχέσεις με το κοινωνικό του περιβάλλον και να βιώσει έμπρακτα ο, τι συνεπάγεται η επικοινωνία με τον πατέρα, τον φίλο η τον αδελφό.
Ίσως τότε απομυθοποιήσει, συνειδητά η ασυνείδητα, τη σημασία της καταχρηστικής συμμετοχής του σε διαδικτυακές κοινότητες προς επίτευξη των παραπάνω στόχων και παράλληλα ανακαλύψει τη χρηστική σημασία του διαδικτύου. Απαραίτητη βέβαια προϋπόθεση για να συμβούν όλα τα παραπάνω καθίσταται αυτονόητο πως αποτελεί η αναβίωση του κοινοτικού πνεύματος της ενορίας. Στην περίπτωση κατά την οποία ο έφηβος διαπιστώσει πως η λειτουργία της ενορίας συνίσταται απλώς και μόνο στην ικανοποίηση του θρησκευτικού συναισθήματος των ανθρώπων και στην τήρηση ενός πιθανότατα δυσνόητου γι’ αυτούς λειτουργικού τυπικού, δεν αποκλείεται να εκφράσει έντονες επιφυλάξεις και αρνητισμό για τη συμμετοχή του σε μία τέτοιου είδους ενοριακή ζωή.
[1] Ιακ. 2, 17.
[2] Τα παιδιά αισθάνονται την ανάγκη να προβάλλονται με αγάπη από τους γονείς τους προκειμένου να βιώνουν την ασφάλεια και την προστασία του περιβάλλοντός τους. Η ικανοποίηση αυτής της ανάγκης τα καθιστά ικανά να διαμορφώσουν ένα εσωτερικό μοντέλο τόσο για τον ίδιο τους τον εαυτό, που προάγει τα συναισθήματα της αυτάρκειας, της αυτοαξίας και της αυτοπεποίθησης, όσο και για τους άλλους, που αναδεικνύονται ως άξιοι εμπιστοσύνης και φίλα προσκείμενοι προς αυτά. Βλ. σχ. Μπαλογιάννης Σ., όπ. παρ. σ. 11 και Hannush J. M., Becoming Good Parents: an Εxistential Journey,  New York 2002, σ. 137.
[3] Μπαλογιάννης Σ., Ψυχιατρική και Ποιμαντική Ψυχιατρική, Θεσσαλονίκη 1986, σσ. 73 – 90.
[4] π. Μεταλληνός Γ., Ενορία:  ο Χριστός εν τω μέσω ημών, Αθήνα 2006, σ. 51.

Τετάρτη, Απριλίου 22, 2015

Ο εθισμός στο Διαδίκτυο ως πρόκληση για την πνευματική ζωή

Η συνεχής και ακατάπαυστη χρήση του διαδικτύου από τον έφηβο επιφέρει μεταβολές στη ψυχολογική του κατάσταση, αφού καλλιεργεί σ’ αυτόν κλίμα κατάθλιψης [1], το οποίο μεταφέρει στην ζωή του και το οποίο μπορεί να τον οδηγήσει μέχρι και στην αυτοκτονία. Όπως προκύπτει από τις συγκλονιστικές αποκαλύψεις στις οποίες προέβη ο κ. Μανώλης Σφακιανάκης, προϊστάμενος του τμήματος δίωξης ηλεκτρονικού εγκλήματοςστα πλαίσια του δεύτερου συνεδρίου ασφαλούς πλοήγησης στο διαδίκτυο που διοργανώθηκε στην Αθήνα, τα στοιχεία είναι σοκαριστικά: «Έχουμε σώσει 700 παιδιά από την αυτοκτονία στο παρά ένα!». Στη συνέχεια μοιράστηκε με το κοινό ένα περιστατικό: «Δεν θα ξεχάσω ποτέ τη στιγμή που ήρθε και με βρήκε στο γραφείο ο πατέρας μίας κοπέλας 18 ετών, την οποία σώσαμε τελευταία στιγμή. Και μου μετέφερε συγκινημένος ότι η κόρη του κάποια στιγμή του είπε: «Πατέρα, αν δεν υπήρχε ο κ. Σφακιανάκης, εγώ δεν θα ήμουν τώρα εδώ να σου μιλάω»[2].
Πηγή: www.alltreatment.com -
Πηγή: www.alltreatment.com -
Η ατέρμονη ενασχόληση του νέου με το διαδίκτυο τον καθιστά νευρικό, ευέξαπτο, ευερέθιστο και επιθετικό, που δεν μπορεί να αντιμετωπίσει με νηφαλιότητα τις αντιξοότητες της ζωής του[3]. Το αίσθημα χαμηλής αυτοεκτίμησης, το άγχος και η κοινωνική φοβία υποκαθιστούν τις έμφυτες δημιουργικές δυνάμεις του παιδιού και αναστέλλουν με αποφασιστικό τρόπο τη διαδικασία της κοινωνικοποίησής του. Ο έφηβος καθίσταται φοβικός και ανίκανος να αντιμετωπίσει με πρόσφορο τρόπο τις δυσχέρειες της ζωής.
Αν λοιπόν ο εθισμός των νέων στο διαδίκτυο δημιουργεί και ενισχύει αυτοκτονικές τάσεις, τότε αναδεικνύεται αναμφισβήτητα και απ’ αυτήν την πλευρά, σε μείζον ποιμαντικό πρόβλημα, που χρήζει άμεσης αντιμετώπισης. Η αυτοκτονία ως πράξη απελπισίας και απογνώσεως φανερώνει συν τοις άλλοις και απιστία προς το Θεό και συνιστά κορυφαία αντιχριστιανική πράξη[4]. Η πρόθεση αυτοκτονίας κάποιου χριστιανού αποτελεί την πιο σοβαρή ένδειξη διασάλευσης της χριστιανικής αυτοσυνειδησίας και πνευματικότητάς του. Αποδεικνύει με κατηγορηματικό τρόπο πως ο άνθρωπος αυτός έπαψε να βιώνει την ελπίδα του Χριστού, που είναι η πιο δυνατή ελπίδα.
Πράγματι, μέσα στην Εκκλησία ο χριστιανός καλείται να ζήσει το μήνυμα της αναστάσεως του Χριστού. Εντάσσεται στο σώμα του Χριστού και με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος ζει μέσα στην προοπτική της αναστάσεως και της καινής κτίσεως [5]. Ζει ως μέτοχος της ζωής του Θεού, με την πίστη, την ελπίδα και την αγάπη [6]. Το πνεύμα του δεν είναι πνεύμα δειλίας και φόβου, αλλά πνεύμα δυνάμεως και ελπίδας [7]. Ζει την παρουσία του Θεού μέσα στον κόσμο, αισθάνεται την αγάπη του, δέχεται ως παρόντα τα μέλλοντα και εμπιστεύεται στην πρόνοια του. Αναμφισβήτητα οι χριστιανοί είναι άνθρωποι της ελπίδας. Η ελπίδα τους είναι σταθερή και ασφαλής. Δεν αναφέρεται στο πιθανό η το ενδεχόμενο, αλλά στο βέβαιο και αιώνιο, δηλαδή στο Θεό [8]. Η ελπίδα αυτή νικά την εφημερότητα του παρόντος βίου και συνδέει αυτή με την αιωνιότητα της παρουσίας του Θεού.
Σ’ αυτά τα πλαίσια ο χριστιανός καλείται να οπλιστεί με δύναμη, ελπίδα και αισιοδοξία για να αντιμετωπίσει τα προβλήματα του βίου του. Η χαμηλή αυτοεκτίμηση, το καθημερινό άγχος και η κοινωνική φοβία αντικαθίστανται από την ασφάλεια της ειρήνης του Χριστού. Η έννοια της ειρήνης στην Εκκλησία υπερβαίνει τη κοσμική ψυχολογική κατάσταση της ηρεμίας και προσλαμβάνει νέο περιεχόμενο: Συνδέεται πλέον με τη κατάσταση κοινωνίας με το Θεό μετά την απαλλαγή του ανθρώπου από την αμαρτία. Δεν πρόκειται πλέον για μια συμβατική ειρήνευση, αλλά για οντολογική απαλλαγή από τη φθορά και το θάνατο [9]. Ο χριστιανός βιώνει την ειρήνη με τον εαυτό του και ολόκληρο τον κόσμο και απαλλάσσεται από κάθε ταραχή και ανησυχία.
Διατηρεί την εσωτερική του ειρήνη ακόμα και στις μεγαλύτερες ακαταστασίες και ταραχές της ζωής και υιοθετεί  πνεύμα πραότητας και ανεξικακίας που πηγάζει από την εμπειρική βίωση της αγάπης του Θεού. Αυτό το φρόνημα  μεταφέρει στον υπόλοιπο κόσμο, τον οποίο καλείται να μεταμορφώσει και να ανακαινίσει. Ο χριστιανός βλέπει  τον πλησίον του αλλά και ολόκληρο τον κόσμο μέσα στο φως της αναστάσεως του Χριστού. Μέσα στα πλαίσια της καθολικής μεταμόρφωσης του κόσμου αποκτά ουσιαστικό νόημα η ανακαίνιση των διαπροσωπικών και κοινωνικών του σχέσεων. Δέχεται την αγάπη του Θεού, που είναι η πηγή της χαράς του, η οποία δεν αποτελεί καρπό ευδαιμονιστικής αναζητήσεως, αλλά έχει πνευματικό περιεχόμενο [10].
Αν λοιπόν ο εθισμός των νέων στο διαδίκτυο ασκεί αρνητικές επιδράσεις  στον ψυχικό τους κόσμο, καλλιεργώντας πνεύμα απαισιοδοξίας, επιθετικότητας, νευρικότητας, σύγκρουσης, αυτοκαταστροφής η φοβικότητας, τότε αναμφισβήτητα λειτουργεί ως αντίρροπη δύναμη στο έργο του ποιμένα, ο οποίος αποσκοπεί να εμφυσήσει τη γνήσια χριστιανική ελπίδα και βεβαιότητα στα πνευματικά του τέκνα.
Τέλος, ο εθισμός των νέων στο διαδίκτυο σμικρύνει, όπως αποδεικνύεται,  τους πνευματικούς ορίζοντές τους, αφού οι διαδικτυακές περιπλανήσεις τους επικεντρώνονται στη χρήση παιχνιδιών και ανούσιων εφαρμογών, χωρίς μορφωτικό περιεχόμενο.
 Η συνεχής και αδιάκοπη ενασχόληση του εφήβου με όλες τις παραπάνω ανούσιες παιδαγωγικά εφαρμογές του διαδικτύου οξύνει ακόμα περισσότερο τη γλωσσική ένδεια του σύγχρονου νεοέλληνα. Ενισχύει τη λεξιπενία του κατά τρόπο ώστε να μην μπορεί να αντιληφθεί γλωσσικούς όρους και εκφράσεις που γέννησε η ίδια η γλώσσα του και οι οποίοι μετατρέπονται σε νεκρές λέξεις, που απλώς παραπέμπουν σε κάποιο ένδοξο παρελθόν. Το πρόβλημα αυτό δεν έχει απλώς και μόνο μορφωτικές συνέπειες στους νέους, οι οποίοι αδυνατούν να αναπτύξουν μία συγκροτημένη και ολοκληρωμένη προσωπικότητα.
Οι έφηβοι εμφανίζουν συνάμα και γλωσσική ανεπάρκεια κατανόησης του περιεχομένου της δογματικής διδασκαλίας της Εκκλησίας. Όροι όπως «τριαδικός», «αγέννητος», «γεννητός», «αμέθεκτος», «μεθεκτός», «άκτιστος», «κτιστός», «εκπόρευση», «ενσάρκωση», «σωτηρία», «χάρη», «πίστη», «μυστήρια της Εκκλησίας» ή  «αιώνια ζωή» και άλλοι, δια των οποίων διατυπώθηκε με τη μέγιστη δυνατή ακρίβεια από τους Πατέρες της Εκκλησίας το περιεχόμενο της πίστεως, δεν θεωρούνται σήμερα δεδομένοι αν δεν τύχουν επαρκούς αποσαφήνισης απ’ όποιον τους χρησιμοποιεί. Στο βαθμό λοιπόν, κατά τον οποίο ο εθισμός των νέων στο διαδίκτυο συμβάλλει στον περιορισμό των πνευματικών οριζόντων τους και παρεμποδίζει, όπως αποδείχθηκε, τη κατανόηση όρων που διατυπώνουν το περιεχόμενο της πίστεως, συνιστά και γι’ αυτό το λόγο ποιμαντικό πρόβλημα που πρέπει να θεραπευτεί.
[1] Subrahmanyam, K., Greenfield, P., Kraut, R., & Gross, E., «The Impact of Computer Use on Children’s and Adolescents’ Development»,  Journal of Applied Developmental Psychology, σσ. 22, 7-30.
[2] http://www.newsbomb.gr/koinwnia/story/277704/nai-sto-hamogelo–nai-sto-diadiktyo–nai-stis-nees-tehnologies.
[3] Eric J. Moody, «Internet Use and Its Relationship to Loneliness», CyberPsychology & Behavior,  4 (3), 2001, σσ. 393-401.  Lemmens S. J., Valkenburg  M. P.,  Jochen P., «The Effects of Pathological Gaming on Aggressive Behavior», Journal of Youth and Adolescence 40, 2011, σσ. 38-47.
[4] Μαντζαρίδης Γ., Χριστιανική Ηθική, Θεσσαλονίκη 1991, σ. 425.
[5] Οπ. παρ. σ. 37.
[6] Όπ. παρ. σ. 45.
[7] Όπ. παρ. σ. 109.
[8] Όπ. παρ. σ. 204.
[9] Για το νέο περιεχόμενο που προσλαμβάνει η έννοια της ειρήνης στον Χριστιανισμό βλ. σχ. Στογιάννος Π. Β., Πρώτη Επιστολή Πέτρου, Θεσσαλονίκη 2003, σσ. 103-104, 461.
[10] Μαντζαρίδης Γ., όπ. παρ. , σ. 227.
ΠΗΓΗ

Πέμπτη, Απριλίου 16, 2015

Οι ποιμαντικές δράσεις του ποιμένα για την αντιμετώπιση του φαινομένου της αύξησης της μοιχείας.

ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ!!!
             ΑΛΗΘΩΣ Ο ΚΥΡΙΟΣ!!!
Με την εφαρμογή στοχευμένων ποιμαντικών δράσεων, που απορρέουν από την ανάγκη επικαιροποίησης των Ιερών Κανόνων στο πνεύμα της σύγχρονης μετανεωτερικής εποχής, η ποιμαίνουσα Εκκλησία οφείλει να αντιμετωπίσει το φαινόμενο της αύξησης της μοιχείας στους γάμους των σύγχρονων ζευγαριών, η οποία διεισδύει παρασιτικά και λειτουργεί διαλυτικά της συνάφειας των συζύγων. Στα πλαίσια μια προληπτικής ποιμαντικής συμβουλευτικής του γάμου, την σημασία της οποίας εξάρουν στις μελέτες τους πολλοί ποιμαντικοί επιστήμονες, οι ποιμένες οφείλουν να προβούν σε μια προσπάθεια ανανοηματοδότησης των χαρακτηριστικών γνωρισμάτων της χριστιανικής ταυτότητας των συζύγων και ταυτόχρονα να εντατικοποιήσουν τις προσπάθειές τους να σφυρηλατήσουν στους σύγχρονους νέους, που αποφασίζουν να ενωθούν με τα ιερά δεσμά του γάμου, το ζήλο για τη δημιουργία μιας χριστιανικής οικογένειας, που θα οικοδομείται σε χριστιανικά θεμέλια.
Depositphotos_6745603_original2
Η θεσμοθέτηση κέντρων προετοιμασίας γάμου σε επίπεδο Ιερών Μητροπόλεων και η ανάληψη ποιμαντικών δράσεων από τους σύγχρονους ποιμένες, που θα στοχεύουν στη «διαμόρφωση πιστών οι οποίοι θα τιμούν τον εκκλησιαστικό γάμο στην πράξη », θα συμβάλλουν αναμφισβήτητα στην « ποιμαντική προετοιμασία των μελλονύμφων εκ μέρους της Εκκλησίας » και άρα στην επίτευξη των παραπάνω στόχων[31]. Εδώ εντάσσεται η εξειδίκευση και επιμόρφωση ενός πυρήνα κληρικών, που θα υποστηρίξει το παραπάνω σχέδιο, η δημιουργία μιας κληρικολαϊκής ομάδας αντιμετώπισης οικογενειακών κρίσεων ανά μητρόπολη και η διασύνδεσή της με δίκτυα και φορείς κοινωνικής αρωγής και ψυχικής υγείας, η εξυγίανση του καθεστώτος τέλεσης των γάμων και πολλά άλλα. Όλες αυτές οι δράσεις, που θα στοχεύουν μακροπρόθεσμα στην υπεράσπιση του αδιάλυτού του γάμου, συνιστούν δίχως άλλο μια πρώτη μορφή ποιμαντικής εφαρμογής των Ιερών Κανόνων στην σύγχρονη πραγματικότητα. Και στην περίπτωση αυτή ισχύει και αναδεικνύεται η ποιμαντική αξία της προληπτικής ποιμαντικής, αφού οπωσδήποτε « το προλαμβάνειν εστι κρείττον του θεραπεύειν »
Με την αξιοποίηση των παραπάνω ποιμαντικών δομών οι ποιμένες οφείλουν να μυσταγωγήσουν το ποίμνιο τους τόσο στη θεολογία των Ιερών Κανόνων γενικότερα, όσο και στη θεολογία των Ιερών Κανόνων περί γάμου και οικογενειακού βίου ειδικότερα. Αν αναδειχθεί ποιμαντικά η παιδαγωγική στόχευσή τους και ο παιδαγωγικός και θεραπευτικός τους προσανατολισμός, οι Ιεροί Κανόνες δεν θα γίνονται αντιληπτοί ως τυπικοί και ανούσιοι δείκτες μιας νομικής δεοντολογίας, που προκρίνει τυπολογικά και αφηρημένα μια συγκεκριμένη ηθική συμπεριφορά, αλλά « ως όρια της δοθείσης ημίν ελευθερίας[32] ». Οι χριστιανοί οφείλουν να καταλάβουν πως οι Ιεροί Κανόνες υπερβαίνουν το κοσμικό δίκαιο και τους νομικούς κανονισμούς, αφού αποτελούν εφαρμογές των δογμάτων της Εκκλησίας, που αποσκοπούν να οδηγήσουν συγκροτημένα τα μέλη της στον στόχο της « υπέρ της των πάντων ενότητας ». Ως εκ τούτου, οι σύγχρονοι χριστιανοί πρέπει να γνωρίσουν το πνεύμα των Ιερών Κανόνων, τη λειτουργία τους ως θεραπευτικά μέσα πάταξης της αμαρτίας και τον παιδαγωγικό τους προσανατολισμό, που συνίσταται στην παγίωση των Χριστιανών στην αρετή και την τελείωσή τους. Με τους κανόνες η ανθρώπινη αλαζονεία « κανονίζεται » και ανακαινίζεται μέσα από μια πορεία ασκήσεως και καθάρσεως από τον ναρκισσισμό.
Κατ’ αναλογία με το γενικότερο πνεύμα των Ιερών Κανόνων, η υπεύθυνη πληροφόρηση των χριστιανών από τους σύγχρονες ποιμένες, για τη θεολογική διδασκαλία που εμπεριέχεται στο ιεροκανονικό δίκαιο της Εκκλησίας περί γάμου και οικογενειακού βίου, ενδέχεται να διαφοροποιήσει αποφασιστικά την οπτική τους για την στόχευση και λειτουργία του κανονικού αυτού πλαισίου. Αυτοί ενδέχεται να αντιληφθούν πως οι Ιεροί Κανόνες περί γάμου εναρμονίζονται πλήρως με τη διδασκαλία του ίδιου του Χριστού, την οποία και εμπεριέχουν. Έρχονται να διαφυλάξουν τόσο το ίδιο το αδιάλυτό του γάμου, το οποίο άλλωστε θέσπισε ο ίδιος ο Κύριος, όσο και την αλληλοπεριχώρηση των συζύγων και το μπόλιασμά τους ως ένα σώμα στη λειτουργία του σώματός Του, με στόχο τη βίωση της Βασιλείας Του. Θα καταλάβουν ότι οι Ιεροί Κανόνες περί γάμου δεν αναζητούν « παραβάτες » της συζυγικής πίστης, την παραβατικότητα των οποίων έρχονται να τιμωρήσουν, αλλά θέτουν τα ασφαλή όρια για την επίτευξη όλων των παραπάνω στόχων της συζυγίας.
Αν οι χριστιανοί δεν γίνουν αποδέκτες του θησαυρού που κρύβουν μέσα τους οι Ιεροί Κανόνες και δεν αντιληφθούν τον αποτρεπτικό και θεραπευτικό τους χαρακτήρα, οδηγούνται σε μια απόλυτη παρερμηνεία τους και απαξιώνουν την σημασία εφαρμογής τους, κατά την ίδια έννοια που κάποιος μαθητής δεν εφαρμόζει τους κανόνες της σχολικής ζωής, όταν τους όρους, τις προϋποθέσεις και κυρίως την σημασία των οποίων δεν καταβλήθηκε ποτέ προσπάθεια από τον παιδαγωγό να γνωρίσει. Σε όλες λοιπόν, τις ποιμαντικές δράσεις, που κατά καιρούς εισηγήθηκαν διάφοροι έγκριτοι επιστήμονες στα πονήματά τους και μέρος των οποίων αναδείξαμε παραπάνω, θεωρούμε απαραίτητο να προστευθεί και η υπεύθυνη πληροφόρηση του ποιμνίου της Εκκλησίας για το περιεχόμενο και τη θεολογική σημασία του Ιεροκανονικού περί γάμου πλαισίου της Εκκλησίας. Η Εκκλησία οφείλει να διαφωτίσει με ποιμαντική υπευθυνότητα τους μελλόνυμφους για τον τρόπο λειτουργίας της χριστιανικής οικογένειας που θα οικοδομηθεί και την κατάδειξη των ορίων ελευθερίας των συζύγων, πριν προχωρήσει με αποφασιστικότητα στην ενεργοποίηση των συνεπειών που συνεπάγεται η υπέρβαση αυτών των ορίων.
Το παιδαγωγικό υπόβαθρο των κανόνων τεκμαίρεται εξάλλου, από το γεγονός ότι καταβάλλεται σχεδόν πάντα προσπάθεια από τους συντάκτες των Ιερών Κανόνων να παραθέτουν όχι μόνο τους κανόνες αυτούς καθ’ εαυτούς, αλλά και ολόκληρο το πλαίσιο των θεολογικών επιχειρημάτων, δια των οποίων προκύπτει η αναγκαιότητα εφαρμογής τους. Οι ποιμαινόμενοι οφείλουν να κατανοήσουν επαρκώς το περιεχόμενο και την σημασία των Ιερών Κανόνων, προκειμένου να καταστεί εφικτή η ενεργοποίηση της εφαρμογής τους εξ αυτών. Η ξεκάθαρη διατύπωσή τους με απλά λόγια ή σαφείς συλλογισμούς και η επίκληση βιβλικών ή άλλων επιχειρημάτων, που εδραιώνουν το περιεχόμενό τους, εγκαινιάζουν την εφαρμογή μιας προληπτικής ποιμαντικής, που αποσκοπεί στην αποτροπή της αμαρτίας.
 [Συνεχίζεται]
[31] π. Θερμός Β., Διαδρομές Αγάπης και Γνώσης, Αθήνα 2010, σσ. 59-67. Βλ. σχ. Σταυρόπουλος Α.,Ποιμαντική Γάμου και Οικογενείας, Αθήνα 2008, σσ. 63-87.
[32] Μάρκου Ερημίτου, Περί του θείου Βαπτίσματος, PG 65, 989. Βλ. σχ. Μαντζαρίδης Γ., « Η Χριστιανική Ηθική και οι Νέοι », Πνευματική Διακονία, 16, 2013,  σ. 100.

Παρασκευή, Μαρτίου 27, 2015

Τό μυστήριο τῆς Ἐξομολόγησης (γιά ἡλικία 6-13)


  
Ερωτήσεις που πρέπει να κάνουμε στον εαυτό μας πριν πάμε να εξομολογηθούμε (ηλικία 6-13)
1. Η ζωή μου μπροστά στο Θεό

• Προσευχήθηκα στο Θεό κάθε μέρα; Πριν και μετά το φαγητό;
• Τον ευχαρίστησα για τα δώρα που μου χαρίζει, τροφή, μόρφωση, υγεία κλπ ;
• Μήπως μίλησα χωρίς σεβασμό για το Θεό;
• Έδειξα αγάπη στο Θεό και προσπάθησα να ζήσω σύμφωνα με τις εντολές του; Ποιες εντολές του ξέχασα;
• Πηγαίνω τακτικά στην Εκκλησία; Κοινωνώ τακτικά;
2. Η συμπεριφορά μου στην οικογένειά μου και στους φίλους μου

• Θυμήθηκα στις προσευχές μου την οικογένειά μου, τους φίλους μου και άλλους ανθρώπους που έχουν ανάγκη την βοήθεια του Θεού;
• Ήμουν καλός κι έδειξα την αγάπη μου στους γονείς μου; Όταν με ρώτησαν για κάτι, τους είπα την αλήθεια; Μήπως τους είπα ψέματα; Μήπως ήμουν πεισματάρης κι έδειξα ασέβεια; Μήπως θύμωσα εναντίον τους; Μήπως δεν τους υπάκουσα; Μήπως φέρθηκα με αγένεια στον παππού και στη γιαγιά ή σε άλλα πρόσωπα της οικογένειας;
• Ήμουν καλός με τα αδέρφια μου; Τους έδινα ευχαρίστως τα πράγματά μου; Ή ήμουν εγωιστής και τα ήθελα όλα δικά μου; Τους βοήθησα; Έκανα, με τη σειρά μου, θελήματα και δουλειές του σπιτιού; Ενδιαφερόμουν γι’ αυτούς ή μήπως τους πείραζα και τους κορόιδευα; Μήπως τους ζηλεύω;
• Ήμουν καλός στους φίλους μου και τους δασκάλους μου; Μήπως θύμωσα και μάλωσα μαζί τους; Μήπως ήμουν εγωιστής και έδειξα ασέβεια; Μήπως πήρα κάτι που δεν ήταν δικό μου; Μήπως παραμέλησα τα μαθήματά μου ή ξεγέλασα τους δασκάλους μου; Προσπάθησα να βοηθήσω έστω και λίγο κάποιον συμμαθητή μου; Μήπως ειρωνεύτηκα ή μίσησα κάποιον;
• Προσπάθησα να κάνω φίλο κάποιον που ήταν «μόνος» του και δεν είχε άλλους φίλους;
• Μήπως μίλησα άσχημα για κάποιον άλλο ή τον χτύπησα; Είπα ψέματα για τον εαυτό μου ή για άλλους;
• Χρησιμοποίησα με καλό τρόπο τα πράγματα που ο Θεός , οι γονείς μου και οι φίλοι μου χάρισαν; Μήπως κακομεταχειρίστηκα σπίτια, δένδρα, μικρά ζώα ή πουλιά; Φέρθηκα καλά σ’ άλλους ανθρώπους; Έκανα ελεημοσύνες;

3. Η προσωπική μου ζωή

• Ήμουνα υπεύθυνος; έκανα δηλαδή ότι μου ζήτησαν να κάνω στο σπίτι, στο σχολείο ή σε κάποια άλλη συντροφιά;
• Υπερηφανεύτηκα για τον εαυτό μου, ότι είμαι τάχα καλύτερος από τους άλλους; Είμαι εγωιστής;
• Θυμώνω συχνά; Ζηλεύω τους άλλους; Τεμπελιάζω; Πεισμώνω; Λεω άσχημες λέξεις;

4. Γενικά

• Λυπάμαι ειλικρινά για τις αμαρτίες μου; Λυπάμαι ειλικρινά γιατί έβλαψα τους άλλους; Συγχωρώ τους άλλους που με έβλαψαν;

• Θέλω ν’ αλλάξω συμπεριφορά και συνήθειες και να ζήσω όπως θέλει ο Θεός;
• Γνωρίζω ότι ο Θεός μ’αγαπάει και ότι θα με βοηθήσει ν’ αλλάξω συμπεριφορά; Πιστεύω ότι ο Θεός είναι καλός και ότι θα με συγχωρέσει;
πηγή

Το είδαμε εδώ

  Ἕκαστον μέλος τῆς ἁγίας σου σαρκός ἀτιμίαν δι' ἡμᾶς ὑπέμεινε τὰς ἀκάνθας ἡ κεφαλή ἡ ὄψις τὰ ἐμπτύσματα αἱ σιαγόνες τὰ ῥαπίσματα τὸ στό...