Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Τετάρτη, Ιουλίου 20, 2011

Λίγο πριν την εισβολή...(οι ελληνοτουρκικές συνομιλίες στις 19-20 Ιουνίου 1974 στον Καναδά και οι απόψεις του Κίσσιγγερ)



Της Φανούλας Αργυρού

Στις 30 Μαΐου 1974, το Φόρεϊν Όφις, σε σημείωμά του προς τον υφυπουργό Χάτεσλεϊ σε σχέση με τις διαφορές Ελλάδας-Τουρκίας, αναφέρθηκε σε συνάντηση που θα είχε με τον Γ.Γ. του ΝΑΤΟ, επισημαίνοντας ότι τόσο το Λονδίνο όσο και η Ουάσιγκτον είχαν ενημερώσει τη γραμματεία του ΝΑΤΟ για τις ανησυχίες τους για τις κλιμακούμενες διαφωνίες μεταξύ των δύο χωρών.
Την 1η Ιουνίου, η βρετανική πρεσβεία στην Άγκυρα ενημέρωσε το Λονδίνο ότι ο Μπαρουτσιού (Τούρκος αξιωματούχος) είπε ότι ενώ η Ελλάδα είχε με σημείωμά της ημερ. 24 Μαΐου συμφωνήσει να οριοθετηθεί η υφαλοκρηπίδα, ο ελληνικός Τύπος το έκανε ξεκάθαρο ότι δεν υπήρχε τίποτα για διαπραγμάτευση. 
Τα προβλήματα
 
Στις 19-20 Ιουνίου 1974, έλαβαν χώρα διμερείς συνομιλίες μεταξύ των υπουργών Εξωτερικών της Τουρκίας και της Ελλάδας στην Οτάβα του Καναδά (στα πλαίσια της συνεδρίας του ΝΑΤΟ σε επίπεδο υπουργών εξωτερικών), στην παρουσία υψηλόβαθμών Βρετανών αξιωματούχων του Φόρεϊν Όφις, και ειδικά του πρώτου τέτοιου σε σχέση με το Κυπριακό, κ. Άλαν Γκούτισον. (Στις συνομιλίες παρευρέθη μεγάλη ελληνική αντιπροσωπία). 
Ο Τούρκος υπ. Εξωτερικών Γκιουνές πρότεινε να εκδώσουν κοινό ανακοινωθέν, γνωστοποιώντας την επιθυμία τους να εισαγάγουν μια νέα εποχή στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, συμφωνώντας να λύσουν όλες τις εκκρεμότητες μεταξύ των δύο χωρών, διά μέσου συνομιλιών μεταξύ τους. Ο κ. Τετενές (Έλληνας υπ. Εξωτερικών) δέχθηκε επιφυλακτικά την πρόταση, αλλά είχε ήδη συμφωνηθεί μεταξύ τους ότι οποιαδήποτε τέτοια ανακοίνωση θα έπρεπε να αφεθεί για περαιτέρω συζήτηση μεταξύ των δύο πρωθυπουργών, στις Βρυξέλλες, στην εβδομάδα που θα ακολουθούσε. 
Ένας κατάλογος προβλημάτων είχε ήδη ανταλλαγεί μεταξύ του κ. Μπαγιουλκέν και του κ. Καβαλιεράτου. Οι Έλληνες ήσαν σίγουρα έτοιμοι να συζητήσουν με τους Τούρκους και να εντοπίσουν τα προβλήματα... Οι Βρετανοί ρώτησαν τον κ. Τζούνη ποια ήσαν τα ευκολότερα προβλήματα και ο τελευταίος απάντησε ίσως εκείνο των μειονοτήτων. Όμως και σ’ αυτό η Τουρκία είχε υπόψη κάποια αναθεώρηση της Συνθήκης της Λωζάννης... Υπήρχε το πρόβλημα με τους μουσουλμάνους στη Θράκη, τους Έλληνες ορθόδοξους στην Κωνσταντινούπολη, το καθεστώς αποστρατιωτικοποίησης των νησιών της Λίμνου και Σαμοθράκης κ.ά.

Να γίνει κόμμα η ΕΟΚΑ Β’ και να αφοπλιστεί το Εφεδρικό

Όσον αφορά την Κύπρο, ο Τζούνης είπε ότι αμφότερες οι πλευρές συμφώνησαν όπως αυτή μη συζητηθεί μεταξύ τους σ΄ αυτές ειδικά τις συναντήσεις. Η ελληνική κυβέρνηση πίστευε ότι ο καλύτερος τρόπος να ξεπεραστούν οι δυσκολίες ήταν για την ΕΟΚΑ Β' να μετατραπεί σε πολιτική κίνηση και ο Αρχιεπίσκοπος να αφοπλίσει τους υποστηρικτές του. Δεν μπορούσε να επιβληθεί λύση στην Κύπρο, δεδομένου του γεγονότος ότι θα ήταν απαράδεκτη για τον Μακάριο. Ούτε η Σοβιετική Ένωση θα ενέκρινε μια τέτοια ιδέα. Οι διακοινοτικές συνομιλίες έπρεπε να συνεχιστούν, με τους δύο συνταγματολόγους να προσπαθούν να βρουν ουσιαστικές λύσεις στα πραγματικά προβλήματα. Ο Τζούνης ρώτησε τον κ. Γκούτισον ποια ήταν η άποψή του για τη λύση του Κυπριακού, μετά την πρόσφατη περιοδεία του στην περιοχή.

Ο αξιωματούχος του Φόρεϊν Όφις είπε ότι του έκαναν εντύπωση οι δυνατές διαφορές μεταξύ ελληνικής κυβέρνησης και Αρχιεπισκόπου Μακαρίου, και ο στενός συντονισμός μεταξύ της τουρκικής κυβέρνησης και του Ρ. Ντενκτάς. Η ελληνική κυβέρνηση πίστευε ότι ο καλύτερος τρόπος να ξεπεραστούν οι δυσκολίες ήταν για την ΕΟΚΑ Β' να μετατραπεί σε πολιτική κίνηση και ο Αρχιεπίσκοπος να αφοπλίσει τους υποστηρικτές του, και προσπαθούσαν να χρησιμοποιήσουν την επιρροή τους προς αυτή την κατεύθυνση... 
Ένα περίεργο τηλεγράφημα... 
 

Στις 15 Ιουνίου 1974, ένα εμπιστευτικό τηλεγράφημα από τον Βρετανό πρέσβη στην Αθήνα Χούπερ προς το Φόρεϊν Όφις, τις πρεσβείες Άγκυρας, Λευκωσίας και Αρχηγείο Επισκοπής (βάση Ακρωτηρίου) αναφερόταν σε μιαν άκρως εμπιστευτική επιστολή ημερ. 7 Ιουνίου και τόνισε: «Πιστεύω θα πρέπει να κάνουμε ό,τι μπορούμε να μη γνωστοποιηθεί η προσωπική εκτίμηση του Χακίμ για ανταλλαγή ελληνικών νήσων στο Αιγαίο με την τουρκική μερίδα στην Κύπρο. Παρόλο ότι τέτοιες απόψεις είχαν προβληθεί στο παρελθόν στην Αθήνα, αυτές κατά γενικολογία αναφερόντουσαν στο Καστελόριζο και όχι σε νησιά του Αιγαίου. Οι Έλληνες ήδη είναι σχεδόν πεπεισμένοι ότι οι Τούρκοι έχουν σχέδια για την κυριαρχία της Λέσβου, Χίου κ.α. και ότι έχουν μπλοκάρει την πρόοδο στην Κύπρο, ως αντίβαρο διαπραγματευτικό χαρτί για τη συνολική συμφωνία... Εκείνο που φοβούνται περισσότερο οι Έλληνες είναι η απειλή αμφισβήτησης της πλήρους κυριαρχίας τους για τα νησιά του Αιγαίου. Αυτό και όχι το πετρέλαιο είναι το κύριο θέμα που μπορεί ξαφνικά να τους προκαλέσει αυτοκαταστροφική επιθετικότητα. Οποιαδήποτε τέτοια βολιδοσκόπηση σ΄ αυτό το στάδιο στις γραμμές του Χακίμ θα συμβάλει σ΄ αυτόν τον κίνδυνο, αν το μάθουν οι ΄Ελληνες». (Ποιος ήταν ο Χακίμ δεν αναφέρεται). 
Η θέση Κίσιγκερ 
 
Στις 4 Ιουνίου, τηλεγράφημα από τη βρετανική πρεσβεία στην Ουάσιγκτον ενημέρωνε το Λονδίνο για τις επαφές των Βρετανών με το Στέιτ Ντεπάρτμεντ για το θέμα αυτό. Ο Χάρτμαν (Αμερικανός αξιωματούχος) συμφωνούσε με την απαισιόδοξη βρετανική άποψη των γεγονότων, αλλά είπε ότι ο Δρ Κίσιγκερ πίστευε ότι οποιαδήποτε αλλαγή για το καλύτερο θα έπρεπε να έλθει από τους ίδιους τους Έλληνες. Ήταν σκεπτικός ακόμα και στις ιδέες που του πρότεινε το ίδιο το Στέιτ Ντεπάρτμεντ, για ιδιωτικά μηνύματα προς τους Έλληνες, αναπτύσσοντάς τους τις αμερικανικές ανησυχίες. Ο Χάρτμαν αξιολόγησε τη διστακτικότητα του Κίσιγκερ ως απλή επιθυμία να μην προστεθούν και άλλα προβλήματα για τις ΗΠΑ στην Ανατολική Μεσόγειο, πέραν των όσων ήδη είχαν. Ο Χάρτμαν είπε, επίσης, ότι ο Δρ Κίσιγκερ ήταν κάθετα αντίθετος με επιδείξεις αγανάκτησης εναντίον του ελληνικού καθεστώτος, γιατί αυτές δεν βοηθούσαν καθόλου...

ΚΑΘΕ ΙΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΚΑΘΕ ΑΥΓΟΥΣΤΟ...

undefined
ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ

Κάθε Ιούλιο καί κάθε Αύγουστο ξανάρχονται,τακτικοί επισκέπτες οι ματωμένες μνήμες.
Ερχεται το μαύρο λεφοϋσι των γεγονότων - εφιάλτης σκληρός -να πενθοφορεϊ την ψυχήν μου.
Μπρος μου όλες εκείνες οι μαυροφορεμένες.
Στό χέρι
μια πικρή φωτογραφία αγαπημένου.
Κι εσύ, μάνα δική μου, ν' ανάβεις το σούρουπο ένα καντήλι στον τάφο ενός νεκρού πολυαγαπημένου.
Αλήθεια, έλα πες μου, όγδοντάχρονη
τώρα μάνα, για όσους μας πλήγωσαν
πόσ' αποθέματα αγάπης πρέπει να διαθέτουμε.


Μου λες πώς πρέ να πηδήξουμε με τόλμη καί τον υψηλότερο πήχυ. Να εξαλείψουμε από μέσα μας, -χριστιανοί όντες-καί το έσχατον ίχνος μίσους...
Δεν το βλέπεις;
Χρόνια μια σημαία ελληνική, με το Σταυρό
του Κυρίου θλιμμένη, κυματίζει στα κοιμητήρια
της πικραμένης πατρίδας.
Μια μαχαιριά πόνου εισχωρεί άπ' την αριστερή
ωμοπλάτη ως το καταπληγωμένο μου μυοκάρδιο.
Θυμίζει στο εικόνισμα του Μαχαιρά
το βουβό πόνο της Παρθένου.
Εως πότε, έως πότε καί γιατί τόσο άργεϊ,Θεέ μου,ή λύτρωση;

Ὁ Προφήτης Ἠλίας (20 Ἰουλίου)

Διονύσιος Ψαριανός (Μητροπολίτης Σερβίων καί Κοζάνης (+))




Μέσα στὴ χορεία τῶν Προφητῶν τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ξεχωριστὴ εἶναι ἡ θέση τοῦ προφήτη Ἠλία, τοῦ ὁποίου σήμερα ἡ Ἐκκλησία γιορτάζει καὶ τιμᾶ τὴν ἱερὴ μνήμη. Στὴν Καινὴ Διαθήκη τὸ ὄνομα τοῦ προφήτη Ἠλία ἀναφέρεται πολλὲς φορὲς ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Ἰησοῦ Χριστό. Ὁ Ζαχαρίας, ὁ πατέρας τοῦ Προδρόμου, εἶπε πὼς ὁ Ἰωάννης θὰ ἐρχόταν «ἐν πνεύματι καὶ δυνάμει Ἡλιοῦ», θὰ εἶχε δηλαδὴ τὰ γνωρίσματα καὶ τὸ ζῆλο τοῦ προφήτη Ἠλία, θὰ ἦταν ὁ ἴδιος ὁ προφήτης Ἠλίας, ὅπως ὁ λαὸς τὸν περίμενε νὰ ξανάρθει. Ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὅταν ἔδωσε μαρτυρία γιὰ τὸν πρόδρομο Ἰωάννη κι ἔπλεξε τὸ ἐγκώμιό του, εἶπε πὼς αὐτὸς ἦταν ὁ Ἠλίας «Ἂν θέλετε, νὰ τὸ παραδεχθεῖτε, αὐτὸς εἶναι ὁ Ἠλίας, ποὺ ἔμελλε νὰ ἔλθει».

Τὸ πιὸ σπουδαῖο εἶναι ὅτι οἱ μαθητὲς ἐπάνω στὸ βουνό, κατὰ τὴ θεία Μεταμόρφωση, εἶδαν τοὺς δύο Προφῆτες, τὸν Μωϋσῆ καὶ τὸν Ἠλία, νὰ συνομιλοῦν μὲ τὸν Ἰησοῦ Χριστό. Ὅλα αὐτὰ φανερώνουν τὴν ξεχωριστὴ θέση τοῦ προφήτη Ἠλία ἀνάμεσα στοὺς Προφῆτες καὶ μέσα στὴ συνείδηση τοῦ λαοῦ. Ἀκόμα καὶ στὸ πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἀκούοντας τὴ διδασκαλία καὶ βλέποντας τὰ θαύματά του, ἔβλεπαν τὸν προφήτη Ἠλία, ποὺ εἶχε ξανάρθει. Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ρώτησε• «Τίνα με λέγουσιν οἱ ἄνθρωποι εἶναι;». Κι οἱ μαθητὲς εἶπαν· «Ἰωάννην τὸν βαφτιστήν, ἄλλοι δὲ Ἠλίαν…».

Ὁ προφήτης Ἠλίας ἦταν ἀπὸ τὴ Θέσβη, μία πόλη πέρα ἀπὸ τὸν Ἰορδάνη, γι’ αὐτὸ καὶ λέγεται θεσβίτης. Προφήτεψε στὰ χρόνια τοῦ βασιλέα Ἀχαάβ, ποὺ βασίλεψε στὰ 873-854, πρὶν ἀπὸ τὴ γέννηση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ὁ Ἀχαὰβ καὶ μάλιστα ἡ γυναίκα του Ἰεζάβελ ἦσαν ἄνθρωποι ἀσεβεῖς κι ἐναντίον τους ἦταν ὁ πόλεμος τοῦ προφήτη Ἠλία. Ἡ Ἰεζάβελ, ποὺ δὲν ἦταν ἰσραηλίτισσα καὶ γινόταν αἰτία νὰ νοθεύεται ἡ πίστη ἀπὸ εἰδωλολατρικὰ ἔθιμα, αὐτὴ λοιπὸν κυνήγησε πολὺ τὸν προφήτη Ἠλία, γι’ αὐτὸ κι ἐκεῖνος ἀναγκαζόταν διαρκῶς νὰ φεύγει καὶ νὰ κρύβεται. Ἡ Ἰεζάβελ κυνηγοῦσε τὸν προφήτη Ἠλία ὅπως ἡ Ἡρωδιάδα τὸν Ἰωάννη τὸν Πρόδρομο.

Πρῶτο μεγάλο σημεῖο, ποὺ ἔδωσε ὁ προφήτης Ἠλίας, ἦταν ποὺ προσευχήθηκε καὶ δὲν ἔβρεξε γιὰ τριάμισι χρόνια. Σ’ αὐτὸ τὸ διάστημα ὁ Προφήτης κρυβόταν σὲ μία σπηλιὰ σ’ ἕνα χείμαρρο πέρ’ ἀπὸ τὸν Ἰορδάνη. Ἐκεῖ ὑπῆρχε λίγο νερό, κι ἕνας κόρακας τοῦ πήγαινε τροφὴ κάθε πρωί. Ὅταν στέρεψε τὸ νερό, ἔφυγε ὁ Προφήτης καὶ πῆγε στὰ Σάρεπτα τῆς Σιδωνίας· ὅλα αὐτὰ μὲ ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ. Ἐκεῖ φιλοξενήθηκε σὲ μιὰ χήρα γυναίκα, ποὺ εἶχε λίγο ἀλεύρι καὶ λίγο λάδι, κι ὅμως ἔτρωγαν ὅλο τὸν καιρὸ καὶ δὲν ἔλειψαν. Ἡ χήρα γυναίκα εἶχε ἕνα παιδὶ κι ἔτυχε νὰ ἀρρωστήσει καὶ νὰ πεθάνει. Τότε ὁ Προφήτης προσευχήθηκε κι ἀνάστησε τὸ παιδί.

Δεύτερο μεγάλο σημεῖο, ποὺ ἔδειξε ὁ Προφήτης Ἠλίας, ἦταν ποὺ προσευχήθηκε κι ἦλθε φωτιὰ ἀπὸ τὸν οὐρανό. Μὲ προσταγὴ τοῦ βασιλέα Ἀχαάβ, μαζεύτηκαν τετρακόσιοι εἰδωλολάτρες ψευτοιερεῖς, ποὺ τοὺς προστάτευε ἡ Ἰεζάβελ. Τότε ὁ προφήτης Ἠλίας τοὺς προκάλεσε σ’ ἕνα διαγωνισμό. Τοὺς εἶπε κι ἔβαλαν πάνω στὸ θυσιαστήριο τὰ ξύλα καὶ τὸ σφάγιο γιὰ θυσία, καὶ ἄρχισαν νὰ τρέχουν γύρω καὶ νὰ φωνάζουν ὅλη τὴν ἡμέρα τὸν ψεύτικο θεὸ Βάαλ, γιὰ νὰ ρίξει φωτιά· «καὶ οὐκ ἦν φωνὴ καὶ οὐκ ἦν ἀκρόασις». Τότε ὁ Προφήτης τοὺς εἶπε• «Κάνετε πέρα! Τώρα θὰ κάνω ἐγὼ τὴ θυσία μου». Ἔκανε δικό του θυσιαστήριο, ἔβαλε κι ἔβρεξαν καλὰ τρεῖς φορὲς τὰ ξύλα μὲ νερὸ κι ὕστερα προσευχήθηκε. Ἔπεσε τότε φωτιὰ ἀπὸ τὸν οὐρανὸ κι ἀναποδογύρισε κι ἔκαψε ὁλόκληρο τὸ θυσιαστήριο.

Ὕστερα ἀπ’ αὐτὸ τὸ σημεῖο, ὁ λαὸς ἔπιασε τοὺς τετρακόσιους ψευτοϊερεῖς, κι ὁ προφήτης Ἠλίας τοὺς τιμώρησε αὐστηρά. Ἡ Ἰεζάβελ, ἀγριεμένη, κυνήγησε τὸν Προφήτη, κι ἐκεῖνος ἔφυγε ψηλὰ στὸ Χωρήβ, ἐκεῖ ποὺ πρὶν πεντακόσια χρόνια ὁ Μωϋσῆς ἄκουσε τὴ φωνὴ τοῦ Θεοῦ κι εἶδε τὴ βάτο νὰ φλέγεται καὶ νὰ μὴν καίγεται. Ἐκεῖ ὁ προφήτης Ἠλίας κρυβόταν σὲ μιὰ σπηλιά, κι ὁ Θεὸς τὸν δίδαξε ἕνα σπουδαῖο μάθημα. Τοῦ εἶπε• «Ἀνέβα ψηλὰ στὴν κορυφή, καὶ θὰ δεῖς τὸ Θεό. Θὰ περάσει δυνατὸς ἀέρας· θὰ γίνει σεισμός· θὰ δεῖς φωτιὰ καὶ θὰ περάσει ἕνα ἀνάλαφρο καὶ δροσερὸ ἀεράκι. Ὁ Θεὸς δὲν θὰ εἶναι οὔτε στὴ θύελλα οὔτε στὸ σεισμὸ οὔτε στὴ φωτιά, ἀλλὰ στὸ ἀνάλαφρο ἀεράκι». Ὁ Προφήτης Ἠλίας ὑπῆρξε ὁ ἄνθρωπος, ποὺ φλεγότανε ὁλόκληρος ἀπὸ θεῖο ζῆλο. Ἡ ζωὴ του πύρινη κι ὁ θάνατός του ἀνάληψη στὸν οὐρανὸ «ἐπὶ πύρινου ἅρματος». Ἀμήν.

Ἡ ἁγία νεομάρτυς Λυδία ἡ Ρωσίδα

Ἄγνωστος συγγραφεύς

undefined



Ἡ ἁγία νεομάρτυς Λυδία ἡ Ρωσίδα (20 Ἰουλίου 1928) καὶ οἱ σὺν αὐτὴ στρατιῶτες Κύριλλος καὶ Ἀλέξιος.

Ἡ Λυδία, κόρη ἑνὸς ἱερέως τῆς πόλεως Οὔφα – βρίσκεται στὴ δυτικὴ Σιβηρία, στὶς ὄχθες τοῦ ὁμωνύμου ποταμοῦ – γεννήθηκε στὶς 20 Μαρτίου τοῦ 1901. Ἀπὸ παιδὶ ἦταν εὐαίσθητη, στοργικὴ καὶ ἀγαπητὴ ἀπὸ ὅλους. Φοβόταν τὴν ἁμαρτία καὶ κάθε τί ποὺ δὲν τὸ ἐπέτρεπε ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ. Μόλις τελείωσε τὸ παρθεναγωγεῖο στὰ δεκαεννιά της χρόνια, παντρεύτηκε καὶ ἀμέσως ἔχασε τὸν ἄνδρα της στὸν ἐμφύλιο πόλεμο μὲ τὴν ἀναχώρησι τοῦ Λευκοῦ (τσαρικοῦ) Στρατοῦ.

Ὁ πατέρας της, ἀπὸ τὶς πρῶτες ἀρχὲς τοῦ σχίσματος τῶν «Ἀνακαινιστῶν» (πρόκειται γιὰ ἐκκλησιαστικὸ νεωτεριστικὸ κίνημα, τὸ ὁποῖο γιὰ ἕνα διάστημα πέτυχε νὰ ἀναγνωρισθῆ σὰν ἡ ἐπίσημη ρωσικὴ ἐκκλησία ἀπὸ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο καὶ ἄλλες αὐτοκέφαλες ἐκκλησίες) ποὺ ὀργανώθηκε ἀπὸ τοὺς Μπολσεβίκους τὸ 1922, προσχώρησε σ’ αὐτό. Ἡ θυγατέρα του τότε γονάτισε μπροστὰ στὰ πόδια τοῦ πατέρα της καὶ εἶπε : «Δῶσε μου τὴν εὐχή σου, πατέρα, νὰ σ’ ἀφήσω, γιὰ νὰ μὴ σὲ δεσμεύω στὴ σωτηρία τῆς ψυχῆς σου». Ὁ γέρων ἱερέας ἤξερε καλὰ τὴν κόρη του, ὅπως ἤξερε καλὰ τὸ ἐσφαλμένο τῆς κινήσεώς του. Δάκρυσε καί, δίδοντας τὴν εὐλογία του στὴν Λυδία νὰ ζήση μόνη της, τῆς εἶπε προφητικά: «Κοίταξε, κόρη μου, ὅταν κερδίσης τὸ στεφάνι σου, νὰ πῆς στὸν Κύριο ὅτι παρόλο ποὺ φάνηκα πολὺ ἀδύνατος γιὰ ἀγώνα, ὡστόσο δὲν σὲ ἐμπόδισα, ἀλλά σοῦ ἔδωσα τὴν εὐχή μου». «Θὰ τὸ πῶ, πατέρα», τοῦ εἶπε ἐκείνη φιλώντας του τὸ χέρι καὶ προβλέποντας ἔτσι κι αὐτὴ προφητικὰ τὸ μέλλον.

Ἡ Λυδία πέτυχε νὰ διοριστῆ στὴν δασονομικὴ ὑπηρεσία καὶ τὸ 1926 μετατέθηκε στὴν κολλεκτίβα ὑλοτομίας τῆς περιοχῆς, ὅπου δούλευε κοντὰ στοὺς πιὸ χαμηλόμισθους ἐργάτες. Ἐδῶ ἦρθε ἀμέσως σὲ ἐπαφὴ μὲ ἁπλοὺς ἀνθρώπους τοῦ ρωσικοῦ λαοῦ, τοὺς ὁποίους ἀγαποῦσε πολὺ καὶ οἱ ὁποῖοι ἀνταποκρίθηκαν μὲ τὸν ἴδιο τρόπο. Οἱ ξυλοκόποι καὶ οἱ ὁδηγοί, ποὺ εἶχαν σκληρυνθῆ ἀπὸ τὴ δουλειὰ μέσα σὲ δύσκολες συνθῆκες, ἀφηγοῦνταν μὲ κατάπληξι ὅτι στὸ γραφεῖο τοῦ Τμήματος Ὑλοτομίας, ὅπου ἐρχόταν σὲ ἐπαφὴ μαζί τους ἡ Λυδία, τοὺς διαπερνοῦσε ἕνα γνώριμο ἀλλὰ τώρα μισοξεχασμένο αἴσθημα, παρόμοιο μ’ ἐκεῖνο ποὺ εἶχαν νιώσει κάποτε ὅταν πρὶν τὴν ἐπανάστασι εἶχαν πάει νὰ ὑποδεχθοῦν τὴν περίφημη εἰκόνα τῆς Παναγίας ἀπὸ τὸ χωριὸ Μπογκορόντσκογιε τῆς περιφερείας τῆς Οὔφα. Στὸ γραφεῖο δὲν ἀκούγονταν πιὰ ἄσχημες κουβέντες, βρισιὲς καὶ καυγάδες. Τὰ πάθη εἶχαν ἐκλείψει καὶ οἱ ἄνθρωποι ἔγιναν εὐγενικώτεροι μεταξύ τους.

Αὐτὸ ἦταν καταπληκτικὸ καὶ ἔγινε ἀντιληπτὸ ἀπ’ ὅλους, τῶν κομματικῶν ὀργάνων μὴ ἑξαιρουμένων. Παρακολούθησαν τὴ Λυδία, ἀλλὰ δὲν ἀνακάλυψαν τίποτε ὕποπτο. Δὲν πήγαινε καθόλου στὶς ἐκκλησίες ποὺ εἶχαν νομιμοποιηθῆ ἀπὸ τοὺς Μπολσεβίκους καὶ συμμετεῖχε ἀραιὰ καὶ προσεκτικὰ σὲ ἀκολουθίες τῆς μυστικῆς ἐκκλησίας «τῶν κατακομβῶν».

Ἡ Γκὲ-Πὲ-Οὔ (ἡ σοβιετικὴ ἀστυνομία κατὰ τὰ ἔτη 1922-34) ἤξερε ὅτι ὑπῆρχαν μέλη τῆς μυστικῆς ἐκκλησίας στὴν περιφέρεια, δὲν ἔβρισκε ὅμως τὸν τρόπο νὰ τὰ ἀνακαλύψη καὶ νὰ τὰ συλλάβη. Μὲ σκοπὸ νὰ ἀνακαλύψη ὅσους δὲν εἶχαν ἀκόμη συλληφθῆ ἡ Γκὲ-Πὲ-Οὔ ξαφνικὰ ἐπανέφερε ἀπὸ τὴν ἐξορία τὸν ἐπίσκοπο Ἀνδρέα ποὺ ἦταν πολὺ σεβαστὸς στὸν λαό, ἀλλὰ καὶ σ’ ὅλους τοὺς παράγοντες τῆς μυστικῆς ἐκκλησίας. Σύμφωνα ὅμως μὲ ὁδηγίες ποὺ εἶχε στείλει πρωτύτερα, ὁ ἐπίσκοπος ἔγινε φανερὰ δεκτὸς μόνο ἀπὸ μία ἐκκλησία τῆς Οὔφα, παρόλο ποὺ μυστικὰ ἦρθε νὰ τὸν δῆ ὁλόκληρη ἡ περιφέρεια. Ἡ Γκὲ-Πὲ-Οὔ πεπεισμένη γιὰ τὴν ἀποτυχία τοῦ σχεδίου της συνέλαβε πάλι τὸν ἐπίσκοπο Ἀνδρέα καὶ τὸν ἐξώρισε.

Ἡ Λυδία συνελήφθη στὶς 9 Ἰουλίου 1928. Οἱ μυστικὲς ὑπηρεσίες γιὰ ἀρκετὸ καιρὸ ἀναζητοῦσαν μιὰ δακτυλογράφο ποὺ ἐφοδίαζε τοὺς ἐργάτες τῆς δασονομικῆς ὑπηρεσίας μὲ δακτυλογραφημένα φυλλάδια, ποὺ περιεῖχαν βίους Ἁγίων, προσευχές, ἀκολουθίες καὶ συμβουλὲς ἀρχαίων καὶ συγχρόνων ἱεραρχῶν τῆς Ἐκκλησίας. Παρατήρησαν ὅτι στὴν γραφομηχανὴ αὐτῆς τῆς δακτυλογράφου τὸ κάτω μέρος τοῦ «κ» ἦταν σπασμένο. Ἔτσι ἀποκαλύφθηκε ἡ Λυδία.

Ἡ Γκὲ-Πὲ-Οὔ κατάλαβε ὅτι εἶχε πέσει στὰ χέρια της τὸ κλειδὶ γιὰ νὰ ἀνακαλύψη ὁλόκληρη τὴν μυστικὴ ἐκκλησία. Δέκα μέρες ἀδιάκοπης ἀνακρίσεως δὲν κατάφεραν νὰ κλονίσουν τὴν μάρτυρα. Πολὺ ἁπλὰ ἀρνήθηκε νὰ πῆ ὁτιδήποτε. Στὶς 20 Ἰουλίου ὁ ἀνακριτής, ἔχοντας χάσει τὴν ὑπομονή του, παρέδωσε τὴν Λυδία στὸ «εἰδικὸ τμῆμα» γιὰ ἀνάκρισι.

Αὐτὸ τὸ «εἰδικὸ τμῆμα» ἐργαζόταν σ’ ἕνα γωνιακὸ δωμάτιο στὸ ὑπόγειο τῆς Γκὲ-Πὲ-Οὔ. Ἕνας φρουρὸς στεκόταν μόνιμα στὸν διάδρομο τοῦ ὑπογείου. Ἐκείνη τὴν ἡμέρα φρουρὸς ἦταν ὁ Κύριλλος Ἀτάεβ, ἕνας εἰκοσιτριάχρονος φαντάρος. Εἶδε τὴν Λυδία καθὼς τὴν ἔφερναν στὸ ὑπόγειο. Ἡ προηγούμενη δεκαήμερη ἀνάκρισι εἶχε ἐξαντλήσει τὴν μάρτυρα καὶ δὲν μποροῦσε νὰ κατέβη τὰ σκαλιά. Ὁ στρατιώτης Ἀτάεβ, σὲ πρόσταγμα τῶν προϊσταμένων του, τὴν κράτησε καὶ τὴν ὡδήγησε κάτω στὸν ἀνακριτικὸ θάλαμο. «Ὁ Χριστὸς νὰ σὲ σώση» εἶπε ἡ Λυδία εὐχαριστώντας τὸν φρουρό, καθὼς ἀντιλήφθηκε μιὰ σπίθα συμπαθείας γι’ αὐτὴν στὴ λεπτὴ εὐγένεια τῶν δυνατῶν χεριῶν τοῦ φρουροῦ τοῦ Ἐρυθροῦ Στρατοῦ.

Καὶ ὁ Χριστὸς ἔσωσε τὸν Ἀτάεβ! Τὰ λόγια τῆς μάρτυρος καὶ τὰ γεμάτα πόνο μάτια της μίλησαν στὴν καρδιά του. Δὲν μποροῦσε πιὰ ν’ ἀκούη μὲ ἀδιαφορία τὶς ἀδιάκοπες κραυγὲς καὶ τὰ κλάμματά της, ὅπως εἶχε προηγουμένως ἀκούσει ὅμοιες κραυγὲς ἀπὸ ἄλλους ἀνακρινομένους καὶ βασανιζομένους.

Ἡ Λυδία βασανίστηκε πολλὴ ὥρα. Οἱ βασανιστὲς τῆς Γκὲ-Πὲ-Οὔ δροῦσαν συνήθως μὲ τέτοιο τρόπο, ὥστε νὰ μὴν ἀφήνουν κανένα ἰδιαίτερα εὐδιάκριτο σημάδι στὸ σῶμα τοῦ βασανιζομένου. Ὅμως στὴν ἀνάκρισι τῆς Λυδίας καμμιὰ προσοχὴ δὲν δόθηκε σ’ αὐτό. Οἱ κραυγὲς καὶ τὰ κλάμματα τῆς Λυδίας συνεχίστηκαν σχεδὸν χωρὶς διακοπὴ γιὰ πάνω ἀπὸ μιάμιση ὥρα.

«Μὰ δὲν πονᾶς; Τσιρίζεις καὶ κλαῖς. Αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι σὲ πονάει;» Ρώτησαν ἐξαντλημένοι οἱ βασανιστὲς σὲ ἕνα ἀπὸ τὰ διαλείμματα.

«Πονάει! Ὦ Κύριε, πόσο πονάει!» ἀπάντησε ἡ Λυδία μ’ ἕνα σπασμένο βογγητό.

«Τότε γιατί δὲν μιλᾶς; Θὰ σὲ πονέση περισσότερο!» εἶπαν μὲ φανερὴ ἀμηχανία οἱ βασανιστές.

«Δὲν μπορῶ νὰ μιλήσω…Δὲν μπορῶ…Δὲν θὰ τὸ ἐπιτρέψη αὐτό…», βόγγηξε ἡ Λυδία.

«Ποιὸς δὲν θὰ τὸ ἐπιτρέψη;»

«Ὁ Θεὸς δὲν θὰ τὸ ἐπιτρέψη!».

Τότε οἱ βασανιστὲς ἐπινόησαν κάτι καινούργιο γιὰ τὴ μάρτυρα: τὴν ἠθικὴ κακοποίησι. Ἦταν τέσσερεις. Κοιτάχθηκαν μεταξύ τους. Χρειαζόταν ἕνας ἄλλος. Φώναξαν τὸν φρουρὸ νὰ τοὺς βοηθήση.

Μόλις ὁ Ἀτάεβ μπῆκε στὸ δωμάτιο, εἶδε τὴ Λυδία, κατάλαβε τὸν τρόπο τοῦ παραπέρα βασανισμοῦ της καὶ τὸν δικό του ρόλο σ’ αὐτόν, καὶ μέσα του ἔγινε ἕνα θαῦμα παρόμοιο μὲ τὴν ἀπροσδόκητη μεταστροφὴ τῶν ἀρχαίων βασανιστῶν. Ἡ ψυχὴ τοῦ Ἀτάεβ εἶχε σιχαθῆ τὴν σατανικὴ ἀποτροπαιότητα καὶ ἕνας ἱερὸς ἐνθουσιασμὸς τὸν κατέλαβε. Χωρὶς καθόλου νὰ συνειδητοποιήση τὸ τί ἔκανε, ὁ φρουρὸς τοῦ Ἐρυθροῦ Στρατοῦ σκότωσε ἐπὶ τόπου μὲ τὸ πιστόλι του τοὺς δύο βασανιστὲς ποὺ στέκονταν μπροστά του. Πρὶν κιόλας ἀντηχήση ὁ δεύτερος πυροβολισμός, ὁ ἄνδρας τῆς Γκὲ-Πὲ-Οὔ ποὺ στεκόταν ἀπὸ πίσω, χτύπησε τὸν Κύριλλο στὸ κεφάλι μὲ τὴν λαβὴ τοῦ πιστολιοῦ του. Ὁ Ἀτάεβ εἶχε ἀκόμη ἀρκετὴ δύναμι, ὥστε νὰ γυρίση καὶ νὰ ἁρπάξη τὸν ἀντίπαλό του ἀπὸ τὸν λαιμό, ἀλλὰ ἕνας πυροβολισμὸς ἀπὸ τὸν τέταρτο τὸν ἔρριξε στὸ πάτωμα.

Ὁ Κύριλλος ἔπεσε μὲ τὸ κεφάλι πρὸς τὸ μέρος τῆς Λυδίας, ποὺ ἦταν δεμένη καὶ τεντωμένη μὲ λουριά. Ὁ Κύριος τοῦ ἔδωσε τὴν εὐκαιρία ν’ ἀκούση γιὰ μιὰ ἀκόμη φορὰ λόγια ἐλπίδας ἀπὸ τὸ στόμα τῆς μάρτυρος. Κοιτώντας τὴν Λυδία κατ’ εὐθείαν στὰ μάτια καὶ μὲ τὸ αἷμα νὰ τρέχη ἀπὸ τὸ σῶμα του, ὁ Κύριλλος πρόφερε ἀσθμαίνοντας τὶς λέξεις ποὺ δήλωναν τὴν ἕνωσί του μὲ τὸν Θεό.

«Ἁγία, πάρε με μαζί σου!»

«Θὰ σὲ πάρω», χαμογέλασε ὁλόλαμπη ἡ Λυδία.

Μὲ τὸ ἄκουσμα καὶ τὴν σημασία αὐτῆς τῆς συνομιλίας ἦταν σὰν νὰ ἀνοίχτηκε μία πόρτα γιὰ τὰ οὐράνια μπροστὰ στὰ μάτια τῶν δύο ἀνδρῶν τῆς Γκὲ-Πὲ-Οὔ ποὺ ἐπέζησαν. Ὁ τρόμος τοὺς συσκότισε τὴν συνείδησι. Μὲ ὑστερικὲς κραυγὲς ἄρχισαν νὰ πυροβολοῦν τὰ δύο ἀνυπεράσπιστα θύματα, ποὺ εἶχαν ἀπειλήσει τὴν ἀσφάλεια τῆς κοσμοθεωρίας τους, μέχρι ποὺ ἄδειασαν καὶ τὰ δύο πιστόλια τους. Αὐτοὶ ποὺ ἦρθαν τρέχοντας στὸ ἄκουσμα τῶν πυροβολισμῶν, τοὺς ἀπομάκρυναν, ἐνῶ ἐκεῖνοι οὔρλιαζαν ὑστερικά. Ἀλλὰ καὶ οἱ ἴδιοι τὸ ἔβαλαν γρήγορα στὰ πόδια κυριευμένοι ἀπὸ ἕναν ἀκατανόητο τρόμο.

Ὁ ἕνας ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς δύο ἄνδρες τῆς Γκὲ-Πὲ-Οὔ περιῆλθε σὲ κατάστασι τελείας παραφροσύνης. Ὁ ἄλλος σύντομα πέθανε ἀπὸ νευρικὸ κλονισμό. Πρὶν ἀπὸ τὸν θάνατό του αὐτὸς ὁ δεύτερος τὰ διηγήθηκε ὅλα στὸν φίλο του λοχία Ἀλεξέϊ Ἰκόνικωφ, ὁ ὁποῖος ἐπέστρεψε στὸν Χριστὸ καὶ γνωστοποίησε τὸ γεγονὸς στὴν Ἐκκλησία. Λόγω δὲ τοῦ ὅτι διέδιδε παντοῦ μὲ ζῆλο αὐτὸ τὸ γεγονός, βρῆκε μαρτυρικὸ θάνατο καὶ ὁ ἴδιος.

Καὶ οἱ τρεῖς, Λυδία, Κύριλλος καὶ Ἀλέξιος, ἔχουν καθιερωθῆ ὡς ἅγιοι στὴ συνείδησι τῆς ρωσικῆς ἐκκλησίας «τῶν κατακομβῶν». Μὲ τὶς πρεσβεῖες τους εἴθε ὁ Κύριος νὰ ἐλεήση τὸν χριστιανικὸ λαὸ τῆς Ρωσίας!


(Ἀπὸ τὸ περιοδικὸ τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ξηροποτάμου τοῦ Ἁγίου Ὄρους (ὑπὸ τὴν πνευματικὴ πατρότητα τοῦ Γέροντα Ἐφραὶμ τῆς Ἀριζόνας), «Ἁγιορείτικη Μαρτυρία»)


ΠΡΟΣΗΛΥΤΙΣΜΟΣ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΑΛΩΣΗ Επίδραση του Παπισμού στον Ορθόδοξο χώρο μετά το Σχίσμα (3)

 
1.- Αντίδραση των Κρητικών στην αποδοχή του Φλωρεντινού όρου και γενικά στην προπαγάνδα της ΡΚαθολικής «εκκλησίας».
Οι Έλληνες λόγιοι πρόσφυγες στην Ιταλία, οι οποίοι για διαφόρους λόγους και προ πάντων για να εξασφαλίσουν ευνοϊκές συνθήκες ζωής είχαν γίνει ενωτικοί ή είχαν ασπαστεί το δυτικό δόγμα, αποτελούν αξιόλογους πυρήνες της ΡΚαθολικής προπαγάνδας στις ελληνικές χώρες, γιατί ευνοούν τις επιδιώξεις της για την αναγνώριση των πρωτείων του Πάπα και την ένωση των εκκλησιών. Έτσι, ή ιστορική παράδοση των διενέξεων του Βυζαντίου με την καθολική Δύση δεν παύει στην πραγματικότητα με την Άλωση, αλλά συνεχίζεται και επί τουρκοκρατίας υπό διαφορετικές συνθήκες και παρουσιάζει νέες ενδιαφέρουσες εξελίξεις και φάσεις.
Πραγματικά η ΡΚαθολική «εκκλησία» συνεχίζει τις ενέργειές της, ιδίως εκεί όπου μπορεί ν’ ασκήσει αποτελεσματικές επιδράσεις: στις φραγκοκρατούμενες περιοχές, στις Κυκλάδες, στην Κύπρο και στην Κρήτη. Η προσέλευση του Αρχιεπισκόπου Νικαίας Βησσαρίωνα, του σοφού εκείνου κληρικού, στο δυτικό δόγμα, είχε ασκήσει ασφαλώς επιρροή στις ταραγμένες ψυχές των Ορθοδόξων, ιδίως των λογίων. Ο Βησσαρίωνας είναι ο αρχηγός των ενωτικών και προς αυτόν φυσικά αποβλέπουν οι οπαδοί του Φλωρεντινού όρου. Τον Μάιο του 1462 ονομάζεται από τον πάπα Πίο Β’ πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως και σ’ αυτόν υπάγονται τώρα οι ουνίτες Έλληνες της Κρήτης και των ελληνικών νησιών. Και στις 27 Μαΐου του ίδιου χρόνου αποστέλλει ποιμαντορική εγκύκλιο -την γνωστή με τον τίτλο: «επιστολή καθολική»- προς όλους τούς χριστιανούς, όσοι υπάγονται στην δικαιοδοσία του πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως. Εξετάζοντας σ’ αυτή την εγκύκλιο την πτώση του Βυζαντίου δέχεται ως κύρια αιτία της την εκτροπή της πίστης από την αλήθεια και την απομάκρυνση των Ορθοδόξων από τα ορθά δόγματα της καθολικής εκκλησίας. Τούς καλεί λοιπόν να δεχθούν με ευλάβεια το Φλωρεντινό δόγμα, ότι δηλαδή ο Πατήρ και ο Υιός είναι η αρχή του Πνεύματος και ότι αυτό εκπορεύεται από τούς δύο σαν από ένα «προβολέα». Αφού τούς ομιλεί για τις αγρυπνίες και τις εσωτερικές του ανησυχίες, πού τον βασάνισαν ώσπου στο τέλος να πεισθεί και ο ίδιος επάνω στο ζήτημα αυτό, τούς παρακινεί να έχουν ως «κεφαλήν και άρχοντα» της Εκκλησίας τον Πάπα, να τον σέβονται και να τον ακολουθούν, επειδή τούς οδηγεί στο δρόμο προς την αιώνια ζωή. Κηρύσσει δηλαδή την ένωση των εκκλησιών, την Ουνία, με βάση την αναγνώριση του Πάπα ως αρχηγού της χριστιανικής εκκλησίας, χωρίς όμως να καταργεί τα ήθη και έθιμα, καθώς και την λατρεία των Ορθοδόξων. Ο Βησσαρίωνας καθιερώνει μάλιστα και υποτροφία για 16 ορθόδοξους (ενωτικών φρονημάτων βέβαια) ιερείς, οι οποίοι θα οικείωναν τον Κρητικό λαό με τις αλήθειες της ΡΚαθολικής «εκκλησίας». Από τούς 16 αυτούς ιερείς θα εκλέγονται οι πρωτοπαπάδες του Χάνδακα, Σητείας, Ρεθύμνου και Χανίων. Στην πράξη όμως οι προνομιούχοι αυτοί ιερείς ορίζονται σε 12 και επιδοτούνται με ένα μέρος (γύρω στα 300 δουκάτα) από τα εισοδήματα του πατριαρχείου στην Κρήτη.
Μάταια, ο ενωτικός (ουνίτης) λόγιος Μιχαήλ Αποστόλης, ο γνωστός για τον πτωχοπροδρομισμό του και τις κολακείες του προς τον Βησσαρίωνα και τούς άλλους ισχυρούς της Δύσης, εργάζεται με επιδεικτικό ζήλο για την διάδοση της Ουνίας και δημιουργεί ζητήματα στους Κρητικούς. Μάταια επίσης, ο γνωστός για την δράση του για την ένωση των εκκλησιών πρωτοπαπάς του Χάνδακα Ιωάννης ο Πλουσιαδηνός (το 1492 Ιωσήφ, επίσκοπος Μεθώνης) κατακρίνει τούς Ορθοδόξους παπάδες, γιατί εμποδίζουν «τας ιεράς της εκκλησίας συνάξεις», γιατί δεν αφήνουν «τούς βουλομένους ποιείν πανηγύρεις αγίων, ούτε κηδείας νεκρών κατά το ειωθός, αλλ’ ούτε μνείας των κεκοιμημένω» ενωτικών βέβαια, γιατί επηρεάζουν το λαό και ξανακερδίζουν αυτούς πού είχαν δεχθεί την ένωση. «Ορώμεν οφθαλμοφανώς, γράφει, και καθ’ ημέραν, ότι υπετάγησαν εις το υμών ασεβές φρόνημα, προτιμώντες εάσαι τα παιδία αυτών αβάπτιστα ή βαπτίσαι αυτά ιερεύς της εκκλησίας, ήγουν της αγίας ενώσεως».
Η Ουνία υπήρξε το πιο δραστικό όπλο της ΡΚαθολικής «εκκλησίας», γιατί ήταν το πρώτο σπουδαίο βήμα προς την Ένωση. Σύμφωνα με τις πληροφορίες του καρδιναλίου Ισιδώρου, οι ενωτικοί (ουνίτες) ανέβαιναν στον εξογκωμένο αριθμό των 20 χιλιάδων. Την Ουνία επίσης χρησιμοποιούν με επιτυχία ως δόλωμα έναν αιώνα αργότερα οι Ιησουίτες στην Πολωνία και στην νοτιοδυτική Ρωσία. Μολαταύτα, στις ελληνικές χώρες, καθώς και τις κοινότητες του εξωτερικού, η ΡΚαθολική προπαγάνδα συναντά ισχυρή αντίδραση. Χαρακτηριστικά στην Κρήτη, όπου οι κάτοικοι ήταν προσκολλημένοι στην Ορθοδοξία, μάταια η δυτική «εκκλησία» προσπαθεί να διευρύνει τον κύκλο των οπαδών της. Κατορθώνει βέβαια ο Αποστόλης να δημιουργήσει μια κοινότητα ουνιτών στο νησί, πολύ μικρή, αλλά το Οικουμενικό Πατριαρχείο στέλνει εκεί ως έξαρχό του τον μοναχό Μάρκο Ξυλοκαράβη, τον μετέπειτα Πατριάρχη, και κατορθώνει να προκαλέσει μεγάλη αναταραχή στην εστία εκείνη της ετεροδοξίας. Τ’ αποτελέσματα του έργου του τα βλέπουμε σε επιστολή του Αποστόλη προς τον Βησσαρίωνα:
«Ούκ αφ’ εαυτών (οι κάτοικοι), ει χρη ταληθές ειπείν, κινούμενοι οι πανδείλαιοι, αλλ’ άμοιροι λόγων όντες και δογμάτων άπειροι της εκκλησίας εξ αμαθίας, υπ’ ανδρών φιλοδόξων και ρεολόγων και μισθόν ηγουμένων την κατά Λατίνων γε βλασφημίαν υπάγονταί τε και πείθονται ων εις και χείριστος ην Μάρκος σκοτενδύτης Βυζάντιος o Ξυλόναυς, ανήρ φιλόχρυσος, κακόδοξος, κερκοπίθηκος, ος την Κρήτην πάσαν συνέχεέ τε και συνεκύκησεν, ου μεν ουν τους λόγων ειδότας και ευ φρονήσεως ήκοντας, αλλά τινας βεκκεσελήνους και κρονίων όζοντας και αναλφαβήτους».
Το έργο του Ξυλοκαράβη το συνέχισαν ο μοναχοί Σάββας και Μάξιμος, έξαρχοι του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας, τους οποίους ο Μιχαήλ Αποστόλης και οι ομοϊδεάτες του κατόρθωσαν τελικά να εξορίσουν από το νησί στην Συρία. Και απ’ εκεί όμως αυτοί συνεχίζουν με γράμματα προς το Ορθόδοξο ποίμνιο τον αγώνα τους κατά των ενωτικών, αφορίζουν τον Αποστόλη και τούς αιτίους της εξορίας τους και εξάπτουν επικίνδυνα τα πνεύματα των κατοίκων εναντίον τους. Η στάση αυτή του Πατριαρχείου και η εμμονή του Κρητικού λαού στην Ορθοδοξία κάνουν δύσκολη την θέση του θορυβοποιού Αποστόλη στην Κρήτη. Οι συμπατριώτες του τον περιφρονούν και τον βρίζουν με τα επίθετα διάβολος, άγος, κάθαρμα.
Με την καθοδήγηση λοιπόν του Ξυλοκαράβη, του Μακρυγένη κ.ά. οι πιστοί στην Ορθοδοξία, στο νησί της Κρήτης, κρατούν ολόκληρο σχεδόν το λαό μαζί τους, «τους τζαγκαρομαραγγογουναροαυτοχρυσοχοοβοντικλαροχάλκας», όπως τους  ονομάζει ειρωνικά ο Αποστόλης, τούς απλούς δηλαδή εκείνους ανθρώπους, κυρίως βιοτέχνες, και δημιουργούν ζυμώσεις και αναβρασμό εναντίον των ενωτικών και της ΡΚαθολικής «εκκλησίας». Μάταια τους εξορκίζει να συνέλθουν και ν’ ακολουθήσουν την ένωση των εκκλησιών, για να λείψουν οι διαφορές και τα σχίσματα. Το προσηλυτιστικό έργο των ΡΚαθολικών στην Κρήτη, παρά τις προσπάθειές τους, είναι ασήμαντο. Οι θρησκευτικές έριδες εξακολουθούν με εναλλασσόμενες φάσεις.
Ο δόγης Χριστόφορος Maurus με έγγραφό του προς τούς διοικητές της Κρήτης (15-9-1463) προσπαθεί να προστατεύσει τούς ενωτικούς ιερείς και κοσμικούς από την περιφρονητική στάση και από τις πιέσεις των Ορθοδόξων, στοιχείο που μαζί με άλλα πολλά δείχνουν τη φιλενωτική πολιτική της Βενετίας την εποχή εκείνη, ύστερ’ από την ανακάλυψη της συνωμοσίας του Σήφη Βλαστού. Μολαταύτα, οι Βενετοί δεν παίρνουν ενεργό μέρος υπέρ των ενωτικών, μένουν γενικά ουδέτεροι και προσπαθούν να οικονομήσουν όπως όπως τα πράγματα, μη θέλοντας να ερεθίσουν τα πνεύματα των εντοπίων στο νησί. Άλλωστε, οι σχέσεις των πολιτικών αρχών και των κληρικών δεν ήταν πάντοτε αρμονικές. Έπειτα, η κατάσταση του κλήρου, τόσο του λατινικού όσο και του ελληνικού, δεν ήταν καθόλου ευχάριστη. Αμάθεια, πλεονεξία, δεισιδαιμονία, ανηθικότητα, αμέλεια των καθηκόντων τους κ.λπ. ήταν καθημερινά φαινόμενα του βίου των κληρικών, από τούς επισκόπους ως τούς ιερείς. Την κατάπτωση αυτή, ιδίως των Λατίνων, στάθηκε αδύνατο να την αναστείλουν οι αποφάσεις και τα μέτρα, πού έλαβε ο αρχιεπίσκοπος Gerolamo Lando στις αλλεπάλληλες τοπικές συνόδους το 1467, 1474 και 1486. Η κατάσταση αυτή ευνοούσε τη βαθμιαία αφομοίωση των Βενετών αποίκων από τούς εντοπίους. Έτσι, κατά τον 16 αι. μερικές ΡΚαθολικές επισκοπές της Κρήτης παύουν να υφίστανται. Μάταια ο Κρητικός ενωτικός Γεώργιος Παλαιόκαπας, πρύτανης (rector) της νομικής σχολής της Πάδοβα (1544) και αργότερα μοναχός και επίσκοπος, επιχειρεί να ιδρύσει μια ελληνική ΡΚαθολική επισκοπή, του Κισσάμου. Το σχέδιό του ναυαγεί εμπρός στην αντίδραση τόσο των Ελλήνων, όσο και των Λατίνων. Μετά τον θάνατό του (1590), με τα χρήματα κληροδοτήματός του, 12 Έλληνες μπορούσαν να σπουδάζουν στην Ρώμη ή στην Πάδοβα.
2.- Η θέση των Ορθοδόξων στα Επτάνησα, Βενετία και στην Κάτω Ιταλία  και Σικελία.
            1/ Οξύτητα στις σχέσεις Ορθοδόξων-ΡΚαθολικών συναντούμε συχνά στην βενετοκρατούμενη Επτάνησο, όπου ο ΡΚαθολικός κλήρος καταπιέζοντας την θρησκευτική συνείδηση των Ορθοδόξων προκαλούσε την αγανάκτησή τους και γεννούσε «immortale odium copta Latinos». Συχνά ο κλήρος αυτός ανάγκαζε τους Ορθοδόξους, τούς αφοσιωμένους με πίστη στα πατροπαράδοτα, ν’ αναβαπτίζουν τα παιδιά τους σύμφωνα με τους τύπους της ΡΚαθολικής «εκκλησίας» ή να τελούν το μυστήριο της θείας ευχαριστίας με «άζυμον άρτον», ή τούς παρενοχλούσε με διάφορους άλλους τρόπους. Είναι όμως αλήθεια, ότι ο φίλος των ελληνικών γραμμάτων και σπουδών πάπας Λέων Ι’ όρισε όπως ο ορθόδοξος κλήρος και οι κάτοικοι ασκούν απερίσπαστοι τα θρησκευτικά τους καθήκοντα (18 Μαΐου 1521). Οι συνεχιζόμενες όμως καταπιέσεις του ΡΚαθολικού κλήρου αναγκάζουν τον Κλήμη Ζ’ (1523-1534) στις 20 Μαΐου 1526 και τον Παύλο Γ’ (1534-1549) στις 8 Μαρτίου 1546 να επικυρώσουν με νέα θεσπίσματα τις διατάξεις του Λέοντα. Σύμφωνα με το τελευταίο έγγραφο, ο Παύλος Γ’ αποφασίζει -ύστερ’ από εισήγηση του πρωτοπαπά Κερκύρας Λουίζου Ραρτούρου- να λειτουργούν ελεύθερα οι Έλληνες ιερείς, να θάβουν, να βαφτίζουν και να περιάγουν το σταυρό κατά τις δημόσιες τελετές. Οι Βενετοί επίσης για λόγους πολιτικής σκοπιμότητας -siamo Venazian e poi Cristiani, έλεγαν- προσπαθούσαν να προστατεύσουν τούς Ορθοδόξους των κτήσεών τους από τις πιέσεις αυτές ή τουλάχιστον να τις μετριάζουν, είχαν μάλιστα επιτρέψει να εδρεύει Ορθόδοξος Επίσκοπος στην Κεφαλληνία, όπως και επί των Τόκκων.
Στα Επτάνησα, όπου δεν υφίσταται ή έχει καταργηθεί η θέση του Ορθοδόξου Επισκόπου, παρουσιάζεται ο πρωτοπαπάς, όπως είδαμε και στην Κρήτη. Η θέση του ήταν επίζηλη και την έπαιρναν κληρικοί, πού διακρίνονταν για το ήθος, τη μόρφωση και την ευγένεια της καταγωγής τους. Η κατάσταση αυτή διήρκεσε ως την ίδρυση της Πολιτείας της Επτανήσου υπό την ρωσική προστασία. Το σύνταγμα του 1803 αναγνώριζε την ορθόδοξη θρησκεία ως «επικρατούσαν» με τη δήλωση, ότι «η ΡΚαθολική θρησκεία είναι επίσης προνομιούχος προστατευομένη και πάσα άλλη λατρεία είναι ανεκτή».
Ειδήσεις ενδιαφέρουσες για τη θρησκευτική κατάσταση στα νησιά Ζάκυνθο και Κεφαλληνία, για την αναλογία των ΡΚαθολικών προς τούς Ορθοδόξους, καθώς και για τα ιδρύματά τους, στα 1667, μας δίνει ο αποστολικός επισκέπτης Sebastiani. Οι ΡΚαθολικοί ήταν πολύ λίγοι συγκριτικά με τον όλο πληθυσμό. Έτσι π.χ. οι ΡΚκαθολικοί της Ζακύνθου (πόλης και κάστρου) δεν ξεπερνούσαν τις 3.000 (μέσα στις οποίες πρέπει να συμπεριλάβει κανείς και τούς στρατιώτες και τούς ξένους) έναντι 20.000 Ελλήνων της πόλης, 100 του κάστρου και 22.000 των χωριών. Οι Ορθόδοξοι είχαν 40 καλοδιατηρημένες Εκκλησίες μέσα στην πόλη και ένα μοναστήρι καλογραιών. Σε τρία ή τέσσερα καταλύματα μέσα στην πόλη ζούσαν επίσης δύο ή τρεις μοναχές. Στο κάστρο υπήρχαν επίσης 8 άλλες εκκλησίες και ένα μοναστήρι καλογραιών.
Στα χωριά της Ζακύνθου υπήρχαν 200 περίπου εκκλησίες και 7 μοναστήρια με 200 μοναχούς. Οι παπάδες σε όλο το νησί ήταν 150, με επικεφαλής τον πρωτοπαπά, πού έδρευε στην πόλη ως αντιπρόσωπος του Eπισκόπου, πού συνήθως έμενε στην Κεφαλληνία. Οι καθολικοί μέσα στην πόλη είχαν την μικρή, αλλά ωραία μητρόπολη του Αγ. Μάρκου με την πολύ φτωχική κατοικία του επισκόπου, καθώς και την εκκλησία της S. Maria των Zoccolanti. Μέσα στο Κάστρο είχαν την εκκλησία των P. Conventuali και δύο παρεκκλήσια, στα οποία σπάνια λειτουργούσαν. Ανάμεσα στο Κάστρο και στην πόλη υπήρχε και η εκκλησία του Προφήτη Ηλία, πού ανήκε πρώτα στους Δομηνικανούς και τώρα στους Conventuali. Τις πνευματικές ανάγκες των καθολικών εξυπηρετούσαν 4 ιερείς. Επίσκοπος του νησιού ήταν ο Φραγκίσκος Gozzadini από τη Σίφνο, ιεράρχης με κύρος. Οι καθολικοί τελούσαν τις θρησκευτικές πομπές και λιτανείες με την συνηθισμένη τους μεγαλοπρέπεια μέσα από τους κεντρικούς δρόμους της πόλης ακολουθούμενοι από όλο το πλήθος.
Στην πόλη υπήρχαν και 800 Εβραίοι αρκετά πλούσιοι, πού ζούσαν με πολλή ελευθερία. Μερικοί από αυτούς ασκούσαν την Ιατρική. Επίσης ήταν εγκαταστημένοι και έμποροι από διάφορα κράτη του βορρά, διαμαρτυρόμενοι δηλαδή, πού τούς κατηγορούσαν ως αιρετικούς και τούς θεωρούσαν επικίνδυνα μιάσματα. Ανάμεσα σ’ αυτούς και στους καθολικούς υπήρχε ο συνηθισμένος θρησκευτικός ανταγωνισμός. Και οι δύο αποβλέπουν να προσεταιριστούν τη νεολαία της Ζακύνθου με προτάσεις για την ίδρυση σεμιναρίων. Οι Ζακυνθινοί προθυμοποιούνταν να καταβάλουν και χρήματα για την μόρφωση των παιδιών τους, γιατί δεν υπήρχαν δάσκαλοι, και οι νέοι, μολονότι διακρίνονταν για την ζωηρότητα του πνεύματός τους, ήταν αργόσχολοι και παρασύρονταν σε κακές εκδηλώσεις της ζωής.
Και στην Κεφαλλονιά βρίσκονται ελάχιστοι δυτικοί. Απ’ αυτούς 30 μόνον ήταν ντόπιοι και οι υπόλοιποι στρατιώτες ή ξένοι, περίπου 550. Στις μεγαλύτερες κωμοπόλεις, στον Αγ. Γεώργιο, στο Αργοστόλι και στην Άσσο, υπήρχε από μια εκκλησία καθολική για τις ανάγκες των πιστών. Το κυρίαρχο στοιχειό ήταν οι ορθόδοξοι, 90.000 περίπου κάτοικοι, μοιρασμένοι σε 200 κωμοπόλεις και χωριά. Σε όλο το νησί υπήρχαν 400 εκκλησίες με ισάριθμες ενορίες και 9 μοναστήρια με πολυαρίθμους μοναχούς. Το Αργοστόλι μόνο είχε 9 εκκλησίες και 22 ιερείς. Μάταια οι απεσταλμένοι της καθολικής εκκλησίας, ιδίως οι τρόφιμοι του ελληνικού κολλεγίου του Αγ. Αθανασίου, προσπαθούσαν να διασώσουν το δυτικό δόγμα. Τελικά, αφομοιώνονται όλες οι φραγκικές οικογένειες, οι οποίες κατά τούς μακρούς αιώνες της φραγκοκρατίας είχαν εγκατασταθεί στο νησί.
Η υπερέχουσα θέση της δυτικής εκκλησίας και η επιβολή του ξένου καθολικού κυριάρχου είχαν επιδράσεις στην αρχιτεκτονική των ναών, στην εσωτερική τους διακόσμηση, καθώς επίσης και στην αποδοχή από τούς Ορθοδόξους ορισμένων δυτικών τύπων κατά τις θρησκευτικές λειτουργίες και τελετές. Έτσι π.χ. τα μικρά αλτάρια (βωμοί), οι επιτάφιοι, ο ημίγλυφος Εσταυρωμένος, τα ικρία (palchi-πάρκα) και άλλα πολλά αποτελούν νεωτερισμούς πού εισάγονται κατά την εποχή της βενετοκρατίας. Ακόμη, σε ορισμένα νησιά, ο Ορθόδοξος κλήρος έπαιρνε μέρος στην λαμπρή λιτανεία της Αγ. Δωρεάς (festum corporis Domini), στις εκκλησίες πολλών ορθοδόξων υπήρχαν ιερά βήματα των δυτικών (αλτάρια), όπου λειτουργούσαν συγχρόνως οι ιερείς και των δύο δογμάτων. Οι Έλληνες, αν δεν είχαν ιερέα στον τόπο τους, προσεύχονταν στις ΡΚαθολικές εκκλησίες, εξομολογούνταν στους πνευματικούς των και έπαιρναν απ’ αυτούς τη θεία μετάληψη. Τα μεικτά συνοικέσια ευλογούνταν άλλοτε από τούς Ορθοδόξους και άλλοτε από τούς Λατίνους κ.ά. Ενδιαφέροντα από την άποψη αυτή είναι τα διάφορα τελετουργικά (ceremoniali), κυρίως των επίσημων γιορτών (π.χ. του Αγ. Μάρκου, των πολιούχων κ.λπ.), πού φυλάγονταν στα δημόσια αρχειοφυλακεία Κερκύρας και Ζακύνθου, καθώς και στα αρχεία των λατινικών επισκοπών. Οι ποικίλες αυτές επιδράσεις έκαναν μεγάλη εντύπωση στους Έλληνες των αμιγών Ορθοδόξων περιοχών και ιδίως στους αυστηρούς μοναχούς του Αγ. Όρους.
Μολαταύτα, οι επιδράσεις των δυτικών δεν έθιξαν την ουσία της ορθοδοξίας. Και είναι κατ’ αρχήν αξιοπερίεργο, πώς οι απαίδευτοι στην πλειονότητά τους Ορθόδοξοι ιερείς που προκαλούσαν τα ειρωνικά και περιφρονητικά σχόλια των ξένων (πρβλ. και την παροιμία ignorante come un papa greco), κατόρθωσαν να συγκρατήσουν το ποίμνιό τους μέσα στους κόλπους της Ορθοδοξίας. Η μόνη εξήγηση είναι ότι στάθηκαν ταπεινοί, καρτερικοί και χρήσιμοι κοντά στους απλούς ανθρώπους του λαού, δεν περιόριζαν τη δράση τους μόνο στα εφημεριακά τους καθήκοντα, αλλά τη δίπλωναν και μέσα στα ευρύτερα πλαίσια της χριστιανικής κοινότητας: πολλοί έκαναν τον δάσκαλο, τον συμβιβαστή στις διαφορές, τους προξενητές γάμων, τον συμβολαιογράφο, τον ληξίαρχο, τον κήρυκα, το χρονογράφο, τον αγιογράφο. Άλλωστε, δεν έλλειπαν και οι ονομαστοί και ευπαίδευτοι ανώτεροι κληρικοί, διδάσκαλοι του Γένους, ρήτορες κ.λπ., τα πρότυπα αρετής, ήθους και Παιδείας.
2/ Σκληρά δοκιμάζεται, κατά τις αρχές και τα μέσα του 16 αι., η μεγάλη ελληνική κοινότητα της Βενετίας, από διάφορες αναταραχές, που προκαλεί μέσα στους κόλπους της, ιδίως ο γιος του Μιχαήλ Αποστόλη, Αρσένιος, ιεροκήρυκας της εκκλησίας, ο οποίος δεν υστερούσε καθόλου από τον πατέρα του στις κολακείες των ισχυρών προσώπων, ιδίως των Λατίνων κληρικών. Ο Αρσένιος ακόμη καταγγέλλει στις βενετικές αρχές τον Κερκυραίο ιερομόναχο Ιωαννίκιο Καρτάνο, για διδασκαλία κακοδοξιών και τον κλείνει στις φυλακές. Εκεί ο Ιωαννίκιος γράφει το «Άνθος», ήτοι αποσπάσματα από την Παλαιά και Νέα Διαθήκη, μέσα στα οποία παρεμβάλλει αφηγήσεις από απόκρυφα έργα διαποτισμένα με πανθεϊστικές ιδέες.
Αλλά και μετά τον θάνατο του Αρσενίου (1535) οι Ορθόδοξοι Έλληνες ιερείς Νικόλαος Τριζέντος και Αναστάσιος Πορφύριος, και οι δύο από την Κορώνη, επειδή είχαν παυθεί για κλοπή και για άλλες παρεκτροπές, προσέφυγαν στον αποστολικό έξαρχο (λεγάτο) της Ρώμης και κατόπιν στον ίδιο τον Πάπα κατηγορώντας τούς συμπατριώτες τους, ότι απομακρύνουν τούς ιερείς, όσοι δέχονται το Φλωρεντινό όρο. Από το άλλο μέρος, οι Έλληνες της παροικίας αναφέρθηκαν στον Πατριάρχη Ιερεμία Α’ (1537-1545, τρίτη πατριαρχεία) και επέτυχαν να καθαιρεθεί και ν’ αφορισθεί ο Τριζέντος και όσοι ιερουργούσαν μαζί του. Ακολουθούν νέες επεμβάσεις του αποστολικού εξάρχου και συνεχίζονται για πολλά χρόνια οι διενέξεις και αναταραχές.
Tην εποχή αυτή έχει αρχίσει πλέον να γίνεται αρκούντως αισθητό το κίνημα της Αντιμεταρρυθμίσεως, η αντίδραση δηλαδή της ΡΚαθολικής εκκλησίας κατά της Μεταρρυθμίσεως. Στα 1542 αρχίζει να λειτουργεί στο Μιλάνο η Ιερά Εξέταση και από τον ίδιο χρόνο η Βενετία οφείλει να υποβάλει υπό τον έλεγχο του δικαστηρίου της Ιεράς Εξετάσεως της Ρώμης (Saint – Office) τα δικαστήρια, τα οποία στις κτήσεις της επιτηρούσαν αρκετά χλιαρά τη θρησκευτική σκέψη. Τον ίδιο χρόνο επρόκειτο ν’ αρχίσει τις εργασίες της και η σύνοδος του Trento, για να εμποδίσει την εξάπλωση των προτεσταντικών ιδεών, αλλά ο ερεθισμός των πνευμάτων, οι πολιτικές ανωμαλίες και οι διαφωνίες καθυστέρησαν την σύγκλησή της. Οι εργασίες της άρχισαν μόλις στις 12 Δεκεμβρίου 1545, διακόπηκαν στα 1547, ξανάρχισαν στα 1562 και έληξαν τον Δεκέμβριο του 1563.
Ενώ ακόμη διαρκούσαν οι πρώτες εργασίες της συνόδου, ο Πατριάρχης Διονύσιος Β’ (1546-1556, δεύτερη πατριαρχεία) έχοντας ρευστές θρησκευτικές πεποιθήσεις και οικονομικές δυσχέρειες έστειλε στην Βενετία ως πατριαρχικό έξαρχο τον μητροπολίτη Καισαρείας Μητροφάνη, επιφανή και μορφωμένο κληρικό, με την διπλή εντολή να συλλέξει εράνους και να επαναφέρει τη γαλήνη στις ψυχές των Ορθοδόξων. Ο Μητροφάνης όμως, όταν στα 1546 έφτασε στην Βενετία, με διερμηνέα τον Ιωάννη Ζυγομαλά, επιδείνωσε την κατάσταση, γιατί έδειξε φρονήματα φιλικά προς τον ΡΚαθολικό κλήρο και εγκατέστησε τον Τριζέντο και τον Βασίλειο Βαρέλη, καθώς και δύο άλλους κληρικούς, ως «επιτρόπους επί των εκκλησιαστικών και εξάρχους εαυτού». Κατόπιν, συνοδευόμενος από τον ουνίτη επίσκοπο Διονύσιο, άλλοτε Μυλοποτάμου και Χερρονήσου, πού επέστρεφε από την σύνοδο του Trento, επισκέφθηκε τον πάπα Παύλο Γ’ (1534-1549), τον προσκύνησε, του ανακοίνωσε ότι ο Πατριάρχης δέχεται την ένωση των εκκλησιών και του υποσχέθηκε μάλιστα, ότι θα εργαστεί και θα πραγματοποιήσει σύντομα και την ένωση των άλλων Ορθόδοξων εκκλησιών της Ανατολής. Η φήμη του γεγονότος διαδόθηκε ταχύτατα και κατατάραξε τους πληθυσμούς των ελληνικών χωρών και ιδίως τούς Κωνσταντινουπολίτες. Χαρακτηριστικά, για την απήχησή του στις λαϊκές μάζες, είναι όσα γράφει ο Ψευδο-Δωρόθεος: «και έμαθάν το οι Ρωμαίοι και ειχάν τον ως διάβολον. Και απέρασεν από τα Ιωάννινα και ήλθεν εις το Μετέωρον, και κανείς δεν τον είχε διά χριστιανόν, αλλά μήτε εις το μοναστήρι τον ανεβάσαν, υπήγε γουν εις την Κωνσταντινούπολιν και έγινε σύγχυσις εις τον λαόν πολλή». Αποτέλεσμα ήταν να καθαιρεθεί ο Καισαρείας Μητροφάνης, ο «παμμίαρος» και «ανόσιος», όπως ονομάζεται στο σχετικό συνοδικό έγγραφο. Παρά λίγο τότε να χάσει τον θρόνο του ο Διονύσιος Β’ ο συμμέτοχος, φαίνεται, στην πράξη αυτή, ο οποίος όμως διαμαρτυρόταν ότι δεν είχε καμία ανάμειξη και ισχυριζόταν, ότι ο Μητροφάνης είχε ταξιδέψει στην Ρώμη με δική του πρωτοβουλία. Ο Διονύσιος κατηγορούνταν ακόμη και για παράνομη επιβολή εράνου. Αργότερα ο Μητροφάνης αποκαθίσταται στο αξίωμά του, αλλά δημιουργεί ζητήματα στον μετέπειτα πατριάρχη Ιερεμία Β’ τον Τρανό.
Στο μεταξύ, η κατάσταση στην Βενετία ηρεμεί βαθμιαία και στα 1552 οι εκεί ομογενείς καλούν, από την Κρήτη ως εφημέριο, τον Ναυπλιώτη ευπαίδευτο πρωτοπαπά Νικόλαο Μαλαξό, τον οποίον, όπως είδαμε, είχαν την ευκαιρία να γνωρίσουν από τότε πού είχε μείνει στην Βενετία (1541-1548) ως πρόσφυγας, μετά την παράδοση του Ναυπλίου . Η μακροχρόνια θητεία του στον Άγιο Γεώργιο της Βενετίας, από τα 1552-1573, θα άφησε αναμφίβολα ευεργετικές επιδράσεις στη ζωή της ελληνικής κοινότητας και στην πορεία των εκκλησιαστικών της ζητημάτων, αν λάβει κανείς υπ’ όψη του το ήθος του, την πολυμερή εκκλησιαστική του μόρφωση, τα ποικίλα και πάμπολλα έργα (βίοι αγίων, περιγραφές μαρτυρίων, θαυμάτων, τροπάρια κ.λπ. πού μαρτυρούν συγγραφική ικανότητα και ποιητική δύναμη), καθώς και τα εγκώμια των σύγχρονών του λογίων, του Αντωνίου Επάρχου, Ιωάννη Μινδονίου και του Ιωάννη Ζυγομαλά. Πρέπει λοιπόν τα χρόνια της παραμονής του Μαλαξού στην Βενετία να θεωρηθούν σαν ένας σταθμός στην ιστορία της ελληνικής κοινότητας. Ο Μαλαξός προήγαγε την απλή θέση του εφημερίου που κατείχε και την ανήγαγε σε υψηλότερο επίπεδο. Από τότε ο εφημέριος ασκεί ανεπίσημα, μπορούμε να πούμε, επισκοπικά καθήκοντα.
3/ Ενδιαφέρουσες επίσης και πολύ συγκινητικές πληροφορίες, για τις άλλες Ορθόδοξες ελληνικές και αλβανικές Εκκλησίες και κοινότητες μας δίνει ο Pietro Pompilio Rodota (καθηγητής της ελληνικής γλώσσας στην βιβλιοθήκη του Βατικανού) σε πολλά μέρη του τρίτομου βιβλίου του Dell’ origine, progresso, e stato presente del rito greco in Italia osservato dai Greci, monaci Basiliani, e Albanesi, πού το εξέδωσε στα 1758-1763. Σύμφωνα με αυτές, Έλληνες της Κρήτης προσφεύγουν στο Brindisi κατά την διάρκεια του Κρητικού πολέμου (1645-1669), καθώς και άλλοι αργότερα μαζί με Αλβανούς (Σκλαβούνους, όπως αλλιώς τούς ονομάζουν), ώστε ν’ αποτελέσουν εκεί ανθούσες κοινότητες, να λειτουργούνται στην εκκλησία του Αγ. Πέτρου, ν’ αντιπροσωπεύονται με χωριστό εκπρόσωπό τους στο corpo dei cittadini και γενικά να μετέχουν στα δημόσια αξιώματα και στις τιμές της πόλης. Στο βιβλίο αυτό βλέπουμε ακόμη, πώς ορισμένες παλαιές εκκλησιαστικές παροικίες σβήνουν σιγά σιγά και πώς τελικά επιβάλλεται το λατινικό δόγμα, όπως π.χ. στην Altamura στα 1602, στην Citta d’ Otranto, στην Terra di Pietro in Galatina στα 1507, στην Terra di Goriliano στα 1600, στην Καλλίπολη τα 1513 κ.λπ. Χαρακτηριστικό είναι, ότι μέσα σε μια σύνοδο (sinodo diocesano) της εκκλησιαστικής επαρχίας του Otrado πριν από τα 1585 ήταν ακόμη παρόντες 200 Ορθόδοξοι κληρικοί. Αξιοσημείωτες επίσης είναι οι ειδήσεις του Rodota για την θέση του Ορθόδοξου δόγματος στην περιοχή της Καλαβρίας, Reggio, Oppido, Nikastro, Gerase καί Bova, για τις Ορθόδοξες εκκλησίες της Μεσσήνης, για τους Ορθόδοξους μοναχούς και τα μοναστήρια της Ιταλίας και Σικελίας (όλο το δεύτερο βιβλίο του αφορά το θέμα αυτό), καθώς και για την σύνθεση και οργάνωση των Ορθοδόξων κοινοτήτων τους, για την βαθμιαία εξασθένησή τους, για την διείσδυση του ΡΚαθολικισμού, για την μακροχρόνια αντίσταση πολλών Ορθοδόξων, καθώς και για την πνευματική τους κατάσταση.
Οι Ορθόδοξες κοινότητες της Δαλματίας, της Βενετίας, της Νότιας Ιταλίας (Κυρίως Απουλίας, Αμπρούτζας, Βασιλικάτων, Καλαβρίας) και της Σικελίας, οι οποίες είχαν δημιουργηθεί ύστερ’ από την Άλωση από την συρροή των προσφυγικών ελληνικών ή και αλβανικών πληθυσμών συγκροτούν μιά ξεχωριστή Μητρόπολη, της Ιταλίας, πού υπάγεται στην Αρχιεπισκοπή Αχρίδας, αλλά η οποία γρήγορα καταργείται από τις αντιδράσεις του λατινικού κλήρου (Βακαλόπουλου Απ. Ιστορία του νέου Ελληνισμού, τ. Γ΄, αποσπάσματα).

Ανελήφθη ο προφήτης Ηλίας στον ουρανό;


 
Υπάρχει μια εσφαλμένη άποψη διαδεδομένη μεταξύ όχι μόνο αιρετικών ομάδων, αλλά και πολλών Χριστιανών. Άλλοι νομίζουν ότι ο προφήτης Ηλίας πέθανε όπως οι άλλοι προφήτες, και άλλοι πιστεύουν ότι αναλήφθηκε με σώμα στον ουρανό. Ας δούμε όμως ποια είναι η αλήθεια.
 Είναι αλήθεια, ότι κάποιοι από εμάς, τόσο λαϊκοί όσο και Κληρικοί, δεν έχουν μελετήσει με προσοχή το εδάφιο αυτό της Π. Διαθήκης που αναφέρει την ανάληψη του Προφήτη Ηλία. Εάν το μελετήσουν όμως με προσοχή, θα ανακαλύψουν την εκ δύο γραμμάτων αποτελούμενη λέξη «ΩΣ» που θα τους διευκολύνη στον ορθολογισμό τους μια και απορρίπτουν το δογματικό μέρος του Απολυτίκιου του Αγίου που αναφέρει σαφώς· «Ο δεύτερος πρόδρομος της Παρουσίας Χριστού, Ηλίας ο ένδοξος» Oριστε και το κείμενο· «Και εγένετο αυτών πορευομένων, επορεύοντο και ελάλουν (Ηλίας και Ελισσαιέ)· και ιδού άρμα πυρός και ίπποι πυρός και διέστειλεν ανά μέσον αμφοτέρων και ανελήφθη Ηλιού εν συσσεισμώ ΩΣ εις τον ουρανόν» (Δ’ Βασ. Β’ 11).
Αυτό το «ΩΣ εις τον ουρανόν» μας μαρτυρεί, ότι δεν ανέβηκε στον ουρανό. Έχουν όμως παρασυρθεί πολλοί και ερμηνεύουν λανθασμένα, διότι διαβάζουν Παλαιά Διαθήκη παραφρασμένη και όχι το κείμενο. Η παράφραση λέει ότι· «Ανέβη ο Ηλίας με ανεμοστρόβιλον εις τον ουρανόν». Ώστε μόνο αυτό το «ΩΣ» είναι ικανό να λύση το ζήτημα, και να αποδείξει, ότι ο Ηλίας δεν ανέβηκε στον ουρανό. Εις την Ε’ δε  Ωδή  του δευτέρου κανόνα της Αναλήψεως, υπάρχει το εξής τροπάριο.
 «Ξένην Σου η Γέννησις, ξένη Σου η Ανάστασις, ξένη και φρικτή Σου, Ζωοδότα, η εκ του Όρους θεία Ανάληψις, ην εξεικονίζων Ηλιού, τέθριππος ανήρχετο, ανυμνών Σε, Φιλάνθρωπε».
         Δηλαδή. Ω φύσει Ζωοδότα Χριστέ, παράδοξος μεν και υπερφυσική υπήρξε η απο της Παρθένου άσπορος και άφθορος Γέννηση Σου· παράδοξος και υπερφυσική υπήρξε η απο του Τάφου Ανάσταση Σου· παράδοξος και φρίκης αξία υπήρξε η από του όρους των Ελαιών γενομένη θεία Σου Ανάληψη. Αύτη δε την φρικτή Σου Ανάληψη προεικόνιζε ο Προφήτης Ηλίας, ο οποίος ανέβηκε με άμαξα πύρινη και με τέσσαρα άλογα πύρινα, όχι όμως στον Ουρανό, αλλ’ «ΩΣ εις τον ουρανόν».

            Παρουσιάζει δηλαδή ο υμνωδός  στο τροπάριο τούτο, συν τοις άλλοις, ότι η ανάληψη του Προφήτου Ηλιού ήταν τύπος της κατόπιν Αναλήψεως του Κυρίου.

            Περί αυτού δε υπάρχει και λόγος του Μεγ. Αθανασίου,  που καθαρίζει πιο καλά τα πράγματα, κατά τον οποίο·

«Συ δε μοι λοιπόν, αγαπητέ, της λέξεως την ακρίβειαν σκόπησον, της ΩΣ, και μη σε διαλάθη συλλαβής  Γραφικής περιουσία  κ α ι  δύναμις (της μικρής συλλαβής «ΩΣ» δηλαδή) · μηδέ τη της λέξεως παραδρομή (το ανελήφθη δηλαδή) τω Δεσπότη τον οικέτην νομίσης ισότιμον· ΟΥ ΓΑΡ ΕΙΣ ΟΥΡΑΝΟΝ ΗΛΙΑΣ ΑΝΕΡΧΕΤΑΙ, ουδέ διαδραμών το στερέωμα, τοις εκείσε χωρίοις αυλίζεται· άλλ’ άκουσον τι φησίν ο αναγών· «Εν δε τω ανάγειν Κύριον τον Ηλίαν ΩΣ εις τον ουρανόν· ιδού μικρά λέξις (το ΩΣ)  έστησε τον Ηλίαν προς τα άνω φερόμενον· αρκεί γαρ τω Προφήτη τιμηθήναι τω τύπω· προ γαρ του Δεσπότου τον οικέτην ουρανός ουχ υποδέχεται· ουδείς γαρ αναβέβηκεν εις τον Ουρανόν, ειμή ο Υιός του ανθρώπου ο ων εν τω Ουρανώ·  ετηρείτο γαρ τη των ανθρώπων απαρχή δια τον των ανθρώπων Ποιητήν ο Ουρανός. Ούτω μεν ουν τοις περί τον Ενώχ και Ηλίαν ο Θεός αγαθή ελπίδι εύφρανε τους ανθρώπους, δι’ ων ανθρώποις ούσι τον του αέρος δρόμον ιππήλατον ήπλωσε» (Λογ. Β’ εις την Ανάληψιν).Δηλαδή, μας προτρέπει ο στύλος της Ορθοδοξίας μας, ο Μέγας Αθανάσιος, να προσέξουμε (μη διαλάθη) τη μικρή συλλαβή ΩΣ, (συλλαβής Γραφικής περιουσίας και δύναμις) διότι αύτη μας μαρτυρεί, ότι ο Ηλίας δεν ανέβει στον Ουρανό. Ακόμη μας λέγει, ότι κανείς δεν ανέβει εις τον Ουρανόν παρά μόνο  αυτός που και κατέβηκε, ως ο Κύριος είπε: «Ουδείς αναβέβηκεν εις τον ουρανόν ειμή ο εκ του ουρανού καταβάς, ο υιός του ανθρώπου ο ων εν τω ουρανώ» (Ιωάν. γ’ 13). Και ακόμη, ότι ο ουρανός τηρείτο για τον Κύριον, τον Δεσπότην και Ποιητήν και όχι για τον δούλο· (μηδέ τη της λέξεως ανελήφθη, παραδρομή, τω Δεσπότη τον οικέτην νομίσης ισότιμον). Η Ανάληψις λοιπόν του Ηλιού, και η μετάθεση του Ενώχ, δεν ήσαν τίποτε άλλο παρά ένας προάγγελος της Αναλήψεως του Κυρίου και εν συνεχεία της ιδικής μας.
 Ο δε Πατέρας μας Επιφάνειος περί της Αναλήψεως του Ηλιού λέει τα εξής:
 «Και ανελήφθη Ηλίας εν συσσεισμώ, (Συσσεισμός = κούνημα δυνατόν, εκ του συσσείω = κουνώ δυνατά ή απ’ όλα συγχρόνως τα μέρη συγκλονώ) ΩΣ εις τον Ουρανόν· το δε, ΩΣ εις τον Ουρανόν, αμφίβολον έχει την έννοιαν· το δε, ΕΙΣ τον Ουρανόν, τρανήν δείκνυσι την αλήθειαν».
 Δηλαδή κάνει μία διάκριση, ο Άγιος Πατέρας, μεταξύ της αναλήψεως του Προφήτου, και της Αναλήψεως του Κυρίου. Διότι πράγματι, ενώ στην ανάληψη του Ηλιού υπάρχει η μικρή συλλαβή «ΩΣ» (που αμφίβολον έχει την έννοιαν) στην Ανάληψη του Κυρίου υπάρχει η μικρή συλλαβή «ΕΙΣ» (που τρανήν δείκνυσι την αλήθειαν). Διότι στα Γραφικά χωρία της Αναλήψεως του Κυρίου βρίσκουμε το «ΕΙΣ τον Ουρανόν»  και όχι «ΩΣ εις τον Ουρανόν» ως  εξής:
 α) «Τι εστήκατε εμβλέποντες εις τον Ουρανόν; Ούτος ο Ιησούς ο αναληφθείς αφ’ υμών εις τον Ουρανόν, ούτως ελεύσεται ον τρόπον εθεάσασθε αυτόν πορευόμενον ΕΙΣ τον Ουρανόν». (Πράξ. α’ 11)

β) «Εξήγαγε δε αυτούς (τους μαθητάς)  έξω έως εις Βηθανίαν και επάρας τας χείρας αυτού ευλόγησεν αυτούς· και εγένετο εν τω ευλογείν αυτόν αυτούς διέστη απ’ αυτών και αναφέρετο ΕΙΣ τον Ουρανόν». (Λουκ. κδ’ 50-51)
 γ) «Ο μεν ουν Κύριος μετά το λαλήσαι αυτοίς (τοις μαθηταίς) ανελήφθη ΕΙΣ τον Ουρανόν και εκάθησεν εκ δεξιών του Θεού». (Μάρκ. ιστ’ 19)
    Όπως βλέπουμε λοιπόν, στα τρία αυτά Γραφικά χωρία που ομιλούν για την Ανάληψη του Κυρίου, υπάρχει η λέξη ΕΙΣ, ενώ στην ανάληψη του Προφήτη, υπάρχει η λέξις ΩΣ. Και ο ιερός Θεοφύλακτος Βουλγαρίας ερμηνεύοντας το (κδ’ 50-51) του Λουκά, λέει:
«Ηλίας μεν γαρ ΩΣ εις Ουρανόν· ωσανεί γαρ εδόκει εις ουρανόν αναφέρεσθαι ο δε Σωτήρ ΕΙΣ τον ουρανόν, αυτός πρόδρομος πάντων ανελήλυθε μετά της αγίας σαρκός αυτού, εμφανισθήναι των προσώπω του Θεού και σύνεδρον αυτήν αποδείξαι τω Πατρί».      Αγαπητοί φίλοι, ας μη θαυμάζουμε και ας μη σκανδαλιζόμαστε· υπάρχει διαφορά μεταξύ αναλήψεως Ηλία και Κυρίου, όπως υπάρχει διαφορά και μεταξύ Αναστάσεως Κυρίου και άλλων αναστάσεων.
Ο Θεσσαλονίκης Γρηγόριος λέει ότι:
«Ώσπερ δε αναστάσεις προ της του Κυρίου αναστάσεως πολλαί γεγόνασι, (εξ), ούτω και πολλαί αναλήψεις προ της αυτού αναλήψεως· και Ιερεμίαν γαρ τον Προφήτην ανέλαβε Πνεύμα, και τον Αββακούμ Άγγελος, και τον Ενώχ ανέλαβεν ο Θεός· μάλιστα δε των άλλων ο Ηλίας άρματι πυρός αναληφθείς αναγέγραπται· αλλ’ ουδ’ ούτος (ο Ηλίας)  υπερέβη την περίγειον λήξιν, αλλ’ οίόν τις μετάθεσις ην η εκάστου τούτων ανάληψις, από γης αίρουσα και των περί γην ουκ εξάγουσα· καθάπερ και οι αναστάντες εκείνοι πάλιν εις την γην υπέστρεψαν, τελευτήσαντες άπαντες» (Λογ. α’ εις την Ανάληψιν).
 Ώστε από όσα  παραθέσαμε μέχρι εδώ φαίνεται σαφώς, ότι ο Ηλίας δεν πήγε στον Ουρανό, ούτε  στον Παράδεισο όπως λένε ορισμένοι.

 Πηγή: Δ. Παναγόπουλου, «Ο Δεύτερος Πρόδρομος της Παρουσίας Χριστού»
 Μεταγραφή – Επιμέλεια: Θωμάς Φ. Δρίτσας

Πριν κλείσουμε όμως το θέμα, θέλουμε να δείξουμε δύο ακόμα στοιχεία, από την Αγία Γραφή, που πιστοποιούν ότι ο Ηλίας πράγματι δεν ανέβηκε στον ουρανό. Το πρώτο είναι στην Καινή Διαθήκη, και είναι η ρητή δήλωση του Χριστού, την οποία χρησιμοποίησε και ο Μέγας Αθανάσιος όπως είδαμε πιο πάνω:
“Και ουδείς αναβέβηκεν εις τον ουρανόν ει μη ο εκ του ουρανού καταβάς, ο υιος του ανθρώπου ο ων εν τω ουρανω” (Ιωάννης 3/γ: 13). Ρητά εδώ το δηλώνει ο Ιησούς Χριστός, ότι κανείς, άρα ούτε ο Ηλίας, δεν ανέβηκε στον ουρανό
Όμως έχουμε και μια πιο άμεση επιβεβαίωση, ότι ο Ηλίας δεν ανέβηκε στον ουρανό μετά την αρπαγή του. Είναι πολύ ενδιαφέρον το εξής χωρίο από την Παλαιά Διαθήκη:
10 Και απέστη από Ιούδα Εδώμ έως της ημέρας ταύτης· τότε απέστη Λομνά εν τω καιρω εκείνω από χειρός αυτού, ότι εγκατέλιπε Κύριον τον Θεόν των πατέρων αυτού· 11 και γαρ αυτός εποίησεν υψηλά εν ταις πόλεσιν Ιούδα και εξεπόρνευσε τους κατοικούντας εν Ιερουσαλήμ και απεπλάνησε τον Ιούδαν. 12 και ήλθεν αυτω εν γραφή παρά Ηλιού του προφήτου λέγων· τάδε λέγει Κύριος Θεός Δαυίδ του πατρός σου…” (Β΄ Παραλειπομένων 21/κα).
Εδώ περιγράφεται, ότι ο Ηλίας έστειλε μια επιστολή προς τον Ιωράμ, βασιλιά του Ιούδα, όπου τον επέκρινε για την ασεβή του πορεία. Όμως το ειδικό ενδιαφέρον αυτής της επιστολής, είναι ότι ο Ηλίας την έστειλε ΜΕΤΑ την ανάληψή του “προς τον ουρανό”. Συνεπώς, ο Ηλίας, παρέμεινε στη γη, και από εκεί έστειλε την επιστολή. Εκτός και αν ο ουρανός διαθέτει ταχυδρομική υπηρεσία…
Ν. Μ.
ΠΗΓΗ.Ο.Ο.Δ.Ε

Η θαυματουργή Εικόνα ΄΄Αξιον Εστίν΄΄


00.jpg
"Αξιον εστίν ως αληθώς
μακαρίζειν σε την Θεοτόκον,
την αειμακάριστον και παναμώμητον
και μητέρα του Θεού ημών.
Την τιμιωτέραν των Χερουβείμ και
ενδοξοτέραν ασυγκρίτως των Σεραφείμ
την αδιαφθόρως Θεόν Λόγον τεκούσαν,
την όντως Θεοτόκον, Σε μεγαλύνομεν".


Το παρακάτω ιστορικό γράφηκε ως υπόμνημα από τον ιερομόναχο Σεραφείμ τον Θυηπόλο το 1548 (από κτίσεως κόσμου 7056) ο οποίος υπήρξε και Πρώτος του Αγίου Όρους και διέσωσε ο Αγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης.
Κατά τη Σκήτη του Πρωτάτου, που βρίσκεται στις Καρυές του Αγ. Όρους - στην αριστερή όχθη του κατιόντος χειμάρρου του Λιβαδογένη, κάτω από τη ρωσική Σκήτη του Αγ. Ανδρέα - εκεί κοντά στην τοποθεσία της Ι. Μονής Παντοκράτορος, είναι ένας λάκκος (χαράδρα) μεγάλος που έχει διάφορα Κελλιά.
Σε ένα από αυτά τα Κελλιά που ήταν αφιερωμένο στην Κοίμηση της Θεοτόκου, κατοικούσε ένας ενάρετος Ιερομόναχος γέροντας με τον υποτακτικό του. Επειδή δεν συνηθίζονταν να γίνεται η καθιερωμένη αγρυπνία κάθε Κυριακή στην παραπάνω Σκήτη του Πρωτάτου, κα τα το εσπέρας ενός Σαββάτου θέλοντας ο Γέροντας να πάει στην αγρυπνία λέγει στον υποτακτικό :
- Εγώ Τέκνο μου θα πάω να ακούσω την αγρυπνία ως συνήθως. Εσύ μείνε στο κελί και ανάγνωσε την ακολουθία σου. Και έτσι έφυγε.
Αφού ήρθε το βράδυ, ακούει ο υποτακτικός να χτυπάει κάποιος την πόρτα του κελλίου. Πήγε, την άνοιξε και βλέπει κάποιον ξένο και άγνωστο μοναχό, ο οποίος αφού παρακάλεσε, μπήκε και έμεινε εκείνη τη βραδιά στο κελλί.
Την ώρα του όρθρου σηκώθηκαν και έψαλλαν και οι δύο την ακολουθία. Όταν όμως ήλθαν στην Τιμιωτέραν των Χερουβίμ, ο υποτακτικός έψαλλε έως τέλους το συνηθισμένο και παλαιό ύμνο του Αγ. Κοσμά του Ποιητού ενώ ο ξένος μοναχός στάθηκε μπροστά από την εικόνα της Θεοτόκου και με περισσή ευλάβεια και φόβο κάνοντας άλλη αρχή του ύμνου τον έψαλλε μελιρρύτως ως εξής: «Αξιον εστίν ως αληθώς, μακαρίζειν σε την Θεοτόκον, την αειμακάριστον, και παναμώμητον, και μητέρα του Θεού ημών»Ω μετά επισύναψε και την Τιμιωτέραν μέχρι τέλους.
Όταν άκουσε αυτό ο υποτακτικός ενθουσιάστηκε αφ'; ενός για το νέο ύμνο αφετέρου για την κατά κάποιο τρόπο Αγγελοειδή φωνή και ουράνιο μελωδία που άκουσε και λέει προς τον ξένο μοναχό:
- Εμείς μόνο την Τιμιωτέρα ψάλλουμεΩ Το Αξιον Εστίν, δεν το έχουμε ακούσει ποτέ, ούτε εμείς αλλά ούτε και οι πρωτύτεροι από μας. Αλλά σε παρακαλώ, κάνε αγάπη και γράψε σε μένα τον ύμνο αυτό για να τον ψάλλω και εγώ στην Θεοτόκο.
- Φέρε μου μελάνι και χαρτί για να γράψω τον ύμνο, του είπε ο ξένος μοναχός.
- Δεν έχω ούτε μελάνι, ούτε χαρτί ,είπε ο υποτακτικός. Τότε ο ξένος μοναχός είπε:
- Φέρε μου μια πλάκα .
Ο υποτακτικός πήγε τότε και έφερε (μάλιστα λέγεται ότι η πλάκα αυτή ήταν από το δάπεδο του ναού κάτι που είναι πολύ πιθανόν). Την πήρε λοιπόν ο ξένος, και έγραψε πάνω σ'; αυτήν με το δάκτυλο του τον παραπάνω ύμνο, το Αξιον Εστίν. Κι ώ του θαύματος!!! Τα γράμματα χαράχθηκαν τόσο βαθιά πάνω στην σκληρή πλάκα σαν να γράφηκαν σε μαλακό πηλό.
Και ποιος να περιγράψει την έκπληξη του υποτακτικού που βρέθηκε μπροστά σ'; αυτό το εξαίσιο γεγονός, ο οποίος δίκαια στάθηκε εμβρόντητος και παράλαβε την πλάκα από τον ξένο. Μετά είπε ο ξένος στον υποτακτικό:
- Από σήμερα και στο εξής έτσι να ψάλλετε αυτό τον ύμνο και εσείς, αλλά και όλοι οι Ορθόδοξοι στην Κυρία ημών Θεοτόκο. Και μετά εξαφανίστηκε. Ήταν ο Αρχάγγελος Γαβριήλ, απεσταλμένος από το Θεό, για να αποκαλύψει τον αγγελικό αυτό ύμνο στην ανθρωπότητα.
Ο υποτακτικός μοναχός δοκιμάζοντας έκπληξη στην έκπληξη και χαρά στην χαρά, προσκύνησε τον τόπο όπου στάθηκε ο Αγγελος και ξεφώνησε: «Νυν είδα αληθώς ότι εξαπέστειλε Κύριος τον Αγγελο Αυτού» και ατενίζοντας την εικόνα της Θεοτόκου «Δεδοξασμένα ελλαλήθη περί σού η πόλις του Θεού, Δέσποινα μου Μαρία».
Αφού επέστρεψε και ο Γέροντας από την Αγρυπνία στο κελλί, άρχισε ο υποτακτικός να του διηγείται τα συμβαίνοντα και να του ψάλλει το Αξιον Εστίν, όπως του παρήγγειλε ο Αγγελος και στη συνέχεια του έδειξε και την πλάκα με τα αγγελοχάρακτα γράμματα. Ο Γέροντας ακούγοντας και βλέποντας όλα αυτά, έμεινε εκστατικός απέναντι στο θαύμα αυτό.
Πήραν και οι δύο την αγγελοχάρακτη πλάκα και πήγαν στο Πρωτάτο. Την έδειξαν στον Πρώτο αλλά και στους Γέροντες της Κοινής Σύναξης και τους διηγήθηκαν όλα τα γενόμενα. Αυτοί δόξασαν το Θεό και ευχαρίστησαν τη Κυρία Θεοτόκο για το εξαίσιο αυτό Θαύμα. Αμέσως έστειλαν την πλάκα στην Κωνσταντινούπολη προς τον Πατριάρχη και τον Αυτοκράτορα αφού τους έγραψαν και γράμματα που εξιστορούσαν όλη την υπόθεση του γεγονότος.
Από τότε και μετά ο Αγγελικός αυτός ύμνος διαδόθηκε σε όλη την Οικουμένη και ψάλλεται στη Θεομήτορα από όλους τους Ορθοδόξους.
Η δε εικόνα της Θεοτόκου που βρισκόταν στην Εκκλησία του Κελλίου στο οποίο έγινε αυτό το Θαύμα, με κοινή απόφαση των Πατέρων αποφασίσθηκε να μεταφερθεί στο Ι. Βήμα του Πρωτάτου. Έτσι αφού συνήχθησαν πολλοί Πατέρες, έκαναν μια μεγαλειώδη λιτανεία (κρατώντας κεριά, προσφέροντας θυμιάματα, και θείους ύμνους) όπως άρμοζε στην περίπτωση και αφού πήγαν στο κελλί όπου είχε λάβει χώρα το Θαύμα προσκύνησαν την εν λόγω Ιερά Εικόνα της Θεομήτορος. Στη συνέχεια την λιτάνευσαν προς την Εκκλησία του Πρωτάτου. Όταν έφθασαν στον Ναό την απέθεσαν στον κυρίως Ιερό Ναό και στη συνέχεια τέλεσαν αγρυπνίας εις δόξα και τιμή της Θεομήτορος και του Υπηρέτη Αυτής Μεγίστου Αρχαγγέλου Γαβριήλ. Μετά αφού την έλαβαν σαν τίμιο αγίασμα, χρυσοπορφύρωτο κιβωτό και τιμαλφέστατο θησαυρό, με την δέουσα τιμή και ευλάβεια την εισήγαγαν στο Ι. Βήμα σύμφωνα με την προσυμφωνηθείσα απόφαση και την ενθρόνισαν στο Ιερό σύνθρονο του Αγίου Βήματος πίσω από την Αγια Τράπεζα, όπου βρίσκεται μέχρι και σήμερα, σαν σε θρόνο βασιλικό.
Από τότε η Ιερά αυτή Εικόνα πήρε την ονομασία του αγγελικού ύμνου «Αξιον Εστίν», αν και αρχικά είχε άλλη ονομασία, επειδή μπροστά στην εικόνα αυτή ψάλθηκε για πρώτη φορά από τον Αγγελο ο ύμνος αυτός. Το κελλί πήρε την επωνυμία «Αξιον Εστί» ενώ ο λάκκος ( η τοποθεσία) που βρίσκεται το κελλί ονομάζεται από όλους μέχρι σήμερα «Αδειν» (δηλαδή, ψάλλειν), επειδή εκεί για πρώτη φορά ψάλθηκε ο αγγελικός και Θεομητροπρεπής αυτός ύμνος.
Το θαύμα αυτό είναι παλαιό και έγινε το 980 μ.Χ. (6488 έτη από κτίσεως κόσμου) επί της Βασιλείας Βασιλείου και Κωνσταντίνου των αυταδέλφων που ονομαζόντουσαν και Πορφυρογέννητοι, υιών του Ρωμανού του νέου και επί πατριαρχίας Νικολάου του Χρυσοβέργου.
Το ότι ο Αγγελος που φάνηκε ως ξένος μοναχός ήταν ο Αρχάγγελος Γαβριήλ, μαρτυρεί και το βιβλίο του μηναίου κατά την ενδεκάτη Ιουνίου ως εξής: «Τη αυτή ημέρα, η σύναξις του Αρχαγγέλου Γαβριήλ εν τω Αδειν».
Και επειδή ως φαίνεται στις ένδεκα Ιουνίου έγινε το θαύμα αυτό, οι Πατέρες τελούσαν κάθε έτος σύναξη και Θ. Λειτουργία στον παραπάνω λάκκο, που μετονομάσθηκε «Αδειν» σε ανάμνηση του θαύματος, τιμώντας και δοξάζοντας τον Αρχάγγελο Γαβριήλ ο οποίος από την αρχή υπήρξε ο ένθεος υμνολόγος, τροφέας, διακονητής και χαροποιός Ευαγγελιστής της Θεοτόκου. Αυτός υπηρέτησε στο να αποκαλύψει τον πραγματικά Θεομητορικό αυτόν ύμνο, ως μόνος κατάλληλος για τη διακονία αυτή. Όπως όμως ο Δεσπότης των όλων Θεός έδωσε τις Θεοχάρακτες πλάκες με τις δέκα εντολές, στους Εβραίους, έτσι και τώρα ο Αρχάγγελος του Θεού έδωσε σε όλους τους Ορθοδόξους τον πλέον γλυκύτερο και ερασμιώτερο ύμνο της Μητέρας του Θεού γραμμένο σε λίθινη πλάκα με το αρχαγγελικό του δάκτυλο.
Και φυσικά εκπληρώθηκε και η προφητεία του Αρχαγγέλου που είπε ότι θα τον ψάλλουν όλοι οι Ορθόδοξοι τον ύμνο αυτό γιατί τόσο κοινός και τόσο ποθεινός έγινε ο αγγελοσύνθετος αυτός ύμνος στους χριστιανούς που τον ψάλλουν πάντα μεγαλοφώνως σήμερα με όλη τους την καρδιά εις δόξαν της Υπεραγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου.
Η παραπάνω εικόνα της Υπεραγίας Θεοτόκου καλουμένης «Αξιον Εστίν» κατασκευάσθηκε στους χρόνους της εικονομαχίας. Ο ζωγραφικός τύπος της ανήκει στον τύπο της «Ελεούσας» Παναγίας. Το κύριο χαρακτηριστικό της είναι ότι η Υπέραγνος Μήτηρ του Θεού κρατά τον Ιησού Χριστό (παιδί) στην δεξιά αγκαλιά της, Είναι δηλαδή ο τύπος της Θεοτόκου της δεξιοκρατούσας .Το αριστερό χέρι του Ιησού εισχωρεί κάτω από το μαφόριο και το κουκούλιο της Θεοτόκου, προς τον κόρφο και την καρδιά της. Αυτό δείχνει και την εξάρτηση της ανθρώπινης φύσεως του Χριστού από την τροφό Μητέρα Του. Εικόνες όπως αυτή χρησιμοποιήθηκαν, κατά των αιρετικών για την εικονογραφική διακήρυξη και διατύπωση του ορθοδόξου δόγματος της Εκκλησίας μας περί της ενανθρωπήσεως του Θεού Λόγου. Ο Ιησούς Χριστός κρατά ειλητάριο στο δεξί χέρι Του που γράφει την εξής προφητεία του προφήτη Ησαΐα: «Πνεύμα Κυρίου επ'; εμέ, ού ένεκεν έχρισέ με ...;» (Ψαλμ. ΡΒ΄ , 20-21). Το πρόσωπο της Θεοτόκου έχει μια σοβαρή, λυπημένη έκφραση και ακουμπά την δεξιά της παρειά με μητρική φιλοστοργία και αγάπη στο αριστερό μέρος του προσώπου του μικρού Ιησού, ο οποίος με χαρακτηριστικό απλό αλλά σοβαρό παιδικό βλέμμα κοιτά και - ίσως- ευλογεί με την δεξιά του. Γενικά η όλη τεχνοτροπία της εικόνας είναι αυστηρά βυζαντινή και η όψη της επιβλητική, με γλυκεία σοβαρότητα, γνώρισμα πολλών παλαιών εικόνων. Κατά το έτος 1836 το μεγαλύτερο μέρος της εικόνας σκεπάσθηκε με λιθοστόλιστο αργυροχρυσωμένο κάλυμμα , θαυμαστής Αγιορείτικης τέχνης (υποκάμισο) .
Πέντε φορές μόνο το χρόνο μεταφέρεται η Ιερά Εικόνα από το Ι. Βήμα στον Κυρίως Ιερό Ναό και συγκεκριμένα τα Χριστούγεννα, την Ανάσταση, την Κυριακή των Αγιορειτών Πατέρων, στην Κοίμηση της Θεοτόκου και στις ένδεκα Ιουνίου εορτή του θαύματος του «Αξιον Εστίν».
Τη Δευτέρα της Δικαινησίμου κάθε έτους, σύμφωνα με πολύ παλιό έθιμο η εικόνα του «Αξιον Εστίν» λιτανεύεται στις Καρυές του Αγ. Όρους, ενώ τα θαύματα που η Θεία Χάρις ενεργεί δια της εικόνας αυτής δικαίως της έδωσαν την προσωνυμία της «θαυματουργού».
Γεώργιος Μετοχιανάκης
Πρεσβύτερος

Σήμερα εἶναι τ΄ Ἁη-Λιᾶ

undefined

Παραδοσιακό τραγούδι από τον Πολύγυρο της Χαλκιδικής
Σήμερα είναι τ΄ Αη- Λια
Σήμερα είναι τ΄ Αη- Λια και τ΄ Αη-Λια η μέρα

Κόσμος παέν΄ στην εκκλησιά
Κόσμος παέν΄ στην εκκλησιά κι η Γερακίνα κλαίει

Κι η μάνα της την έλεγε
Κι η μάνα της την έλεγε και την παρηγορούσε

Σώπα μωρ΄ Γερακίνα μου
Σώπα μωρ΄ Γερακίνα μου και μη παραπονιέσαι

Και πως το λες μανίτσα μου
Και πως το λες μανίτσα μου να μη παραπονιέμαι

Πέντε λεβέντες με γύρεψαν
Πέντε λεβέντες με γύρεψαν και πέντε αφεντάδες

Και πήγες και με έδωσες
Και πήγες και με έδωσες στον πιο φτωχό της χώρας

Αλεβίτες, οι άγνωστοι «συγγενείς» μας. Η μεγαλύτερη θρησκευτική μειονότητα της Τουρκίας περνά στην αντεπίθεση


Πίνουν κρασί, πιστεύουν στην «Αγία Τριάδα» και στο «αγαπάτε αλλήλους» αλλά δεν είναι χριστιανοί. Η θρησκευτική τους λειτουργία περιλαμβάνει τραγούδι, μουσική και μικρόφωνο, δεν είναι όμως ευαγγελιστές. Πιστεύουν στον Αλλάχ αλλά ερμηνεύουν το Κοράνι αλληγορικά και όχι κατά γράμμα. Δεν πείθονται ότι μετά θάνατον τους περιμένουν τα ουρί του Παραδείσου αλλά ούτε και η Κόλαση. Θρησκευτικά είναι πιο κοντά στους σιίτες, πολιτικά ψηφίζουν Αριστερά, κοινωνικά ήταν αγρότες της Ανατολίας που μετοίκησαν στις φτωχογειτονιές των τουρκικών πόλεων και σήμερα έχουν σχηματίσει μια νέα μεσαία τάξη. Είναι δίπλα μας, ζουν και στην Ελλάδα (στη Θράκη) αλλά μόλις που τους γνωρίζουμε. Οι αλεβίτες-μπεκτασήδες πρόσφατα απέκτησαν το θάρρος να απαιτήσουν τα δικαιώματά τους ως η μεγαλύτερη θρησκευτική μειονότητα της Τουρκίας.
«Μια αλεβίτισσα που εργαζόταν ως μαγείρισσα σε νοσοκομείο απολύθηκε διότι ορισμένοι σουνίτες πιστεύουν ότι δεν πρέπει να φάνε φαγητό μαγειρεμένο από αλεβίτη. Η υπόθεση βρίσκεται στα δικαστήρια» λέει μιλώντας στο «Βήμα» ο Αλί Γιαμάν, καθηγητής Πολιτικής Ιστορίας σε τουρκικό πανεπιστήμιο. Οι αλεβίτες αποτελούν τη μεγαλύτερη θρησκευτική μειονότητα της Τουρκίας, όπως και την πιο αόρατη. Δεν αναγνωρίζονται καν ως μειονότητααπό το τουρκικό κράτος. 

Γερ. Γαβριήλ απο την Καψάλα για την άνευ όρων παράδοσή μας στον Αντίχριστο.


Τα παρακάτω μας έστειλε ο Γερ. Γραβιήλ από την Καψάλα του Αγίου Όρους.
« Μία ολοζώντανη, σύγχρονη μαρτυρία, ότι δια να ανοίξης ένα λογαριασμό σε κάποια Τράπεζα του Ελληνικού Κράτους πρέπει να υπογράψης εκ των προτέρων ότι αποδέχομαι με την ελευθέραν θέλησή μου και αβίαστα την ένταξή μου εις το ηλεκτρονικόν φακέλλωμα της σύγχρονου εποχής.
Δηλαδή: Αποτάσσομαι τον Χριστόν και συντάσσομαι εις τον Αντίχριστον και τη πομπή αυτού».
Αρνούμαι το βάπτισμα μου και παίρνω τον προδρομικόν αρραβώνα του σφραγίσματος της Αποκαλύψεως, 13,16-18, και παραδίδομαι εις τον Αντίχριστον ΑΝΕΥ ΟΡΩΝ.
Εν Χριστώ Αδελφοί μου ΓΡΗΓΟΡΕΙΤΕ,
Ιερομόναχος Γαβριήλ (Μάινας) Αγιορείτης.»
ΠΗΓΗ : orthodox-watch.blogspot.com

ΕΠΙ ΤΟΝ ΙΟΡΔΑΝΗΝ ΔΡΑΜΩΜΕΝ!

  « Τήν Βηθλεέμ ἀφέμενοι, τό καινότατον θαῦμα, πρός Ἰορδάνην δράμωμεν, ἐκ ψυχῆς θερμοτάτης, κἀκεῖσε κατοπτεύσωμεν τό φρικτόν Μυστήριον· θεοπ...