Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Δευτέρα, Νοεμβρίου 21, 2011

Εισόδια της Θεοτόκου (+Μητροπολίτου Φλωρίνης Αυγουστίνου Καντιώτου)

Εισόδια της Θεοτόκου (+Μητροπολίτου Φλωρίνης Αυγουστίνου Καντιώτου)


Ἡ μεγαλύτερη ἀνάγκη ὁ Χριστὸς

(Ομιλία του †Μητροπολίτου Φλωρίνης Αυγουστίνου Καντιώτου)

«Μάρθα Μάρθα, μεριμνᾷς καὶ τυρβάζῃ περὶ πολλά· ἑνὸς δέ ἐστι χρεία»(Λουκ. 10,41-42)
ΣΗΜΕΡΑ, ἀγαπητοί μου, εἶνε ἑορτή, ἑορτὴ τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου. Ἡ ὑπεραγία Θεοτόκος ἑορτάζει ὄχι μόνο μιὰ φορὰ τὸ χρόνο ὅπως ἄλλοι ἅγιοι ἀλλὰ πολλὲς φορές. Καὶ οἱ ἑορτές της ὀνομάζονται θεομητορικὲς ἑορτές. Τέσσερις εἶνε οἱ σπουδαιότερες· τὰ Γενέθλια (8 Σεπτ.), τὰ Εἰσόδια (21 Νοεμ.), ὁ Εὐαγγελισμός (25 Μαρτ.), καὶ ἡ Κοίμησις (15 Αὐγ.).
Σήμερα εἶνε τὰ Εἰσόδια τῆς Θεοτόκου. Καμμιά ἄλλη γυναίκα ἀπὸ τὰ δισεκατομμύρια τῶν γυναικῶν ποὺ πέρασαν ἀπὸ τὸν πλανήτη μας δὲν ἔχει τόση τιμὴ ὅση ἡ ὑπεραγία Θεοτόκος. Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία τὴν τιμᾷ δεόντως· τὴν ὀνομάζει ἀ ε ι π ά ρ θ ε ν ο ν. Γιατί ἀειπάρθενον; Διότι εἶνε παρθένος πρὸ τοῦ τόκου, παρθένος κατὰ τὸν τόκο, παρθένος με τὰ τὸν τόκο· παρθένος σὲ ὅλη τὴ ζωή της.
Σήμερα διαβάζεται ὡς εὐαγγέλιο μία ὡραία περικοπὴ ἀπὸ τὸ κατὰ Λουκᾶν. Τί λέει;
Ὁ Χριστὸς εἶχε μία οἰκογένεια ποὺ τὴν ἀγαποῦσε ἰδιαιτέρως. Ἦταν ἡ οἰκογένεια τοῦ Λαζάρου, τὸν ὁποῖον ἀνέστησε ἔπειτα ἐκ νεκρῶν. Ἦταν τρία πρόσωπα· ὁ Λάζαρος καὶ οἱ δύο ἀδελφές του Μάρθα καὶ Μαρία. Μιὰ μέρα λοιπὸν ἐπισκέφθηκε τὸ σπίτι τους – εὐλογημένη ἡ ὥρα ποὺ ὁ Χριστὸς ἐπισκέπτεται κάθε σπίτι.

Ὅταν μπῆκε στὸ φτωχικό τους ἡ χαρὰ τῶν δύο γυναικῶν ἦταν πολὺ μεγάλη, ἀλλὰ τὴν ἐξεδήλωσαν κατὰ διαφορετικὸ τρόπο. Ἡ Μάρθα πῆγε ἀμέσως στὸ μαγειρεῖο καὶ ἄρχισε νὰ ἑτοιμάζῃ ἐκλεκτὰ φαγητά, νομίζοντας ὅτι ἔτσι θὰ εὐχαριστήσῃ τὸν Κύριο. Ἡ Μαρία πῆρε ἕνα σκαμνί, κάθισε στὰ πόδια τοῦ Χριστοῦ, καὶ ἄκουγε συνεχῶς· δὲ χόρταινε ν᾽ ἀκούῃ τὸ λόγο τοῦ Χριστοῦ μας, ποὺ εἶνε γλυκύτερος κι ἀπ᾽ τὸ μέλι. Ἀλλὰ ἡ ὥρα περνοῦσε καὶ τὸ φαγητὸ ἀργοῦσε. Τότε ἡ Μάρθα ἔρχεται στὸ Χριστὸ καὶ τοῦ λέει· ―Κύριε, δὲ μὲ λυπᾶσαι; πές στὴν ἀδελφή μου νὰ ἔρθῃ νὰ μὲ βοηθήσῃ. Καὶ ὁ Χριστὸς τί εἶπε· ―«Μάρθα Μάρθα, μεριμνᾷς κ α ὶ τυρβάζῃ περὶ πολλά· ἑνὸς δέ ἐστι χρεία· Μαρία δὲ τὴν ἀγαθὴν μερίδα ἐξελέξατο, ἥτις οὐκ ἀφαιρεθήσεται ἀπ᾿ αὐτῆς»(Λουκ. 10,41-42). Τί σημαίνουν τὰ λόγια αὐτά; Ἔχουν σπουδαία σημασία.
Ὁ ἄνθρωπος, ἀγαπητοί μου, ἔχει ἀνάγκη διάφορα πράγματα. Ἄλλα εἶνε χρήσιμα καὶ ὠφέλιμα, καὶ ἄλλα ἀναγκαῖα καὶ ἀπαραίτη τα. Ἀπὸ τὰ χρήσιμα λόγου χάριν εἶνε ἡ τροφή, τὸ ποτό, τὸ ἔνδυμα. Μπορεῖ νὰ ζήσῃ κανεὶς χωρὶς αὐτά; Γιὰ ἕνα διάστημα ναί, ὄχι βεβαίως γιὰ πάντα. Γι᾽ αὐτὸ νὰ εὐχαριστοῦμε τὸ Θεὸ γιὰ τὴν καθημερινὴ τροφή, «τὸν ἄρτον ἡμῶν τὸν ἐπιούσιον»(Ματθ. 6,11), γιὰ τὸ φῶς καὶ τὶς ἀκτῖνες τοῦ ἥλιου, γιὰ τὴ βροχή, τὸ σιτάρι, τὸ βαμβάκι κ.τ.λ..
Ὑπάρχουν ὅμως καὶ ἄλλα πράγματα ποὺ εἶνε ἀναγκαῖα καὶ χωρὶς αὐτὰ δὲν μπορεῖ νὰ ζήσῃ. Ὁ ἀέρας λόγου χάριν. Αὐτὴ τὴν ὥρα ὅλοι ἀναπνέουμε τὸ ζωογόνο ὀξυγόνο. Λίγο, πέντε λεπτὰ νὰ σταματήσῃ ὁ ἀέρας, δὲ μένει οὔτε ἕνας ζωντανός, ὅλοι θὰ πεθάνουμε. Ἢ κάποιος εἶνε σοβαρὰ ἀσθενής, ἔχει καρκίνο. Ποιό εἶνε τὸ ἀναγκαῖο; νὰ τοῦ δώσῃ κανεὶς λεπτά, σπίτια, χωράφια, ἄλλα ὑλικὰ πράγματα; Ὄχι. Ἐκεῖνο ποὺ χρειάζεται εἶνε τὸ φάρμακο, ποὺ δυστυχῶς μέχρι σήμερα δὲν ἔχει ἀνακαλυφθῆ. Καὶ τί χαρὰ θὰ εἶνε ἂν μιὰ μέρα ἀκουστῇ, ὅτι τὸ φάρμακο τοῦ καρκίνου ἀνακαλύφθηκε! Διότι εἶνε κάτι τὸ ἀναγκαῖο. Ὁ ἄλλος ἔχει ἕνα χρέος μεγάλο καὶ δὲν μπορεῖ νὰ τὸ ἐξοφλήσῃ.
Ἀναγκαῖο γι᾽ αὐτὸν εἶνε νὰ βρεθῇ ἕνας ἄνθρωπος ἢ μία τράπεζα ποὺ νὰ ἐξοφλήσῃ τὸ χρέος του. Τὸ ἀναγκαῖο ποὺ χρειάζεται ἕνας φυλακισμένος ποὺ ἔχει καταδικασθῆ εἰς θάνατον ποιό εἶνε, τὰ λεπτά; Ὄχι. Τὸ ἀναγκαῖο γι᾽ αὐτὸν εἶνε νὰ ὑπογραφῇ διάταγμα χάριτος, ὥστε ν᾽ ἀπαλλαγῇ ἀπὸ τὴ θανατικὴ ποινή.
Ἔτσι διακρίνονται τὰ ὑλικὰ ἀγαθά· σὲ χρήσιμα ἢ ὠφέλιμα, καὶ σὲ ἀναγκαῖα ἢ ἀπαραίτητα γιὰ τὴν παροῦσα σωματική μας ζωὴ ἐπὶ τῆς γῆς. Ἀλλ᾽ ἐδῶ ὁ Χριστός, ὅταν λέει ὅτι«ἑνός ἐστι χρεία», διδάσκει ὅτι ὑπάρχει καὶ κάτι ἄλλο ἀκόμα πιὸ ἀναγκαῖο καὶ πιὸ ἀπαραίτητο, διότι αὐτὸ ἔχει νὰ κάνῃ μὲ τὴν αἰώνιο πλέον ζωή μας.
Ποιό εἶνε αὐτό; Εἶνε ὁ λόγος του, ἢ μᾶλλον εἶνε ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός. Τὴν ἀλήθεια αὐτὴ δείχνουν διάφοροι χαρακτηρισμοί, ποὺ ἔδωσε ὁ Χριστὸς γιὰ τὸν ἑαυτό του. Εἶπε, ὅτι αὐτὸς εἶνε «τὸ φῶς τοῦ κόσμου» (Ἰω. 8,12). Καὶ εἶνε ὄντως «ὁ ἥλιος τῆς δικαιοσύνης», ὅπως θὰ τοῦ ψάλου με γιὰ τοὺς μά γους τὰ Χριστούγεννα, ποὺ πλησιάζουν·«…οἱ τοῖς ἄστροις λατρεύοντες ὑπὸ ἀστέρος ἐδιδάσκοντο σὲ προσκυνεῖν τὸν Ἥλιον τῆς δικαιοσύνης» (ἀπολυτ.). Μπορεῖ νὰ ζήσῃ τὸ σύμπαν καὶ ἡ γῆ χωρὶς τὸν ἥλιο; Ὄχι. Ἐὰν λοιπὸν τὸ φῶς τοῦ φυσικοῦ ἡλίου ―ποὺ ἀπὸ τώρα παρουσιάζει κηλῖδες καὶ μιὰ μέρα θὰ σβήσῃ, ὅπως βεβαιώνει καὶ ἡ ἐπιστήμη― εἶνε ἀναγκαῖο γιὰ τὴν ὑ λικὴ ζωή μας, πόσο μᾶλλον ἀναγκαῖος εἶ νε ὁ ἥ λιος Χριστός, ποὺ οὐδέποτε θὰ σβήσῃ ἀλλὰ θὰ φωτίζῃ αἰωνίως τὴν ἀνθρωπότητα! Ὁ Χριστὸς ὀνομάζεται ἀκόμη «ὁ ἄρτος τῆς ζωῆς»(ἔ.ἀ. 6,35), ἡ πιὸ ἀναγκαία πνευματικὴ τροφή. Ὁ Χριστὸς ὀνομάζεται «ὕδωρ ζῶν», ὅπως ἀπεκάλυψε στὴ Σαμαρείτιδα, στὴν ὁποία εἶπε· Τὸ νερὸ αὐτὸ ποὺ πίνεις εἶνε χρήσιμο προσωρινῶς, ἀλλὰ ἐγὼ εἶμαι «τὸ ὕδωρ τὸ ζῶν» εἰς τοὺς αἰῶνας(ἔ.ἀ. 4,10- 11). Ὁ Χριστὸς εἶνε «ἡ ἄμπελος ἡ ἀληθινή» (ἔ.ἀ. 15,1)· ὁ Χριστὸς εἶνε ὅλα τὰ ὡραῖα καὶ ἀναγκαῖα πράγματα. Γι᾽ αὐτὸ ὁ ἄνθρωπος περισσότερο ἀπὸ ὁ,τιδήποτε ἄλλο ἔχει ἀνάγκη τὸ Χριστό.
Οἱ πολλοὶ ὅμως δυστυχῶς δὲν τὸ καταλαβαίνουν αὐτό. Καὶ θὰ μποροῦσε νὰ ἐπαναληφθῇ γιὰ τὸν καθένα ἀπ᾽ αὐτοὺς καὶ γιὰ ὅλο τὸν κόσμο αὐτὸ ποὺ εἶπε τότε ὁ Χριστὸς γιὰ τὴ Μάρθα· Κόσμε κόσμε, «μεριμνᾷς καὶ τυρβάζῃ περὶ πολλά· ἑνὸς δέ ἐστι χρεία».Ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴν πατρίδα μας μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι ἀκοῦμε τὸ Χριστὸ νὰ τῆς λέῃ·«Μεριμνᾷς καὶ τυρβάζῃ περὶ πολλά· ἑνὸς δέ ἐστι χρεία».
Τί χρειάζεται ἡ πατρίδα μας; Ἕνα πρᾶγμα ἢ μᾶλλον ἕνα Πρόσωπο· ἔχει ἀνάγκη νὰ εἶνε σ᾽ αὐτὴν παρὼν ὁ Χριστὸς. Ποῦ νὰ εἶνε παρών; Παντοῦ. Ἰδίως νὰ εἶνε παρὼν μέσα στὸ σπίτι. Ὅπως τότε ἐπισκέφθηκε τὸ σπίτι τοῦ Λαζάρου, ἔτσι νὰ εἶνε παρὼν μέσα στὴν οἰκογένεια· παρών, γιὰ νὰ τὴν τροφοδοτῇ μὲ τὴν οὐράνια διδασκαλία του. Τώρα δυστυχῶς ὁ Χριστὸς ἀπουσιάζει ἀπὸ τὰ σπίτια τῶν Ἑλλήνων. Ποῦ εἶνε ἡ προσευχή τους; ποῦ εἶνε τὸ Εὐαγγέλιο; ποῦ εἶνε ἡ θεία κοινωνία; ποῦ εἶνε ἡ ἐξομολόγησις; ποῦ εἶνε ὁ ἐκκλησιασμός; Ἂς ἐπιτραπῆ σ᾽ ἐμένα τὸν ἐπίσκοπο, ποὺ ἔχω πεῖρα τῆς ζωῆς, νὰ πῶ ὅτι ζοῦμε ἔτσι ρεμαλοειδῶς.
Δὲν ἔχουμε πλέον ἐκείνη τὴν ὄρεξι γιὰ τὰ θεῖα καὶ ἱερά· τυπικῶς μόνο θρησκεύουμε. Μὲ τὴν ἐπανάστασι τοῦ ᾽21 ἡ Εὐρώπη θαύμασε πῶς ἕνα μικρὸ καὶ ἀδύναμο ἔθνος, ποὺ ἦταν τέσσερις αἰῶνες σκλαβωμένο, κατώρθωσε ν᾽ ἀποτινάξῃ τὸ ζυγὸ τῶν Τούρκων. Τότε ἡ Γαλλία ἔστειλε μία ἐπιτροπὴ ἀξιωματούχων νὰ ἐρευνήσουν ποῦ βρίσκεται τὸ μυστικὸ τῆς δυνάμεώςτης. Πῆγαν λοιπὸν στὴν Τριπολιτσὰ κι ἀπὸ κεῖ ἔφτασαν νύχτα σ᾿ ἕνα μικρὸ ὀρεινὸ χωριό. Οἱ κάτοικοι ἦταν πολὺ φτωχοί, ἀλλὰ φιλόξενοι. Πῆραν τοὺς ξένους σὲ κάποιο σπιτάκι, τοὺς ἔβαλαν νὰ φᾶνε καὶ νὰ κοιμηθοῦν.
Ὅταν τὸ πρωὶ σηκώθηκαν, εἶδαν ὅτι ἡ οἰκογένεια εἶχε ἑφτὰ παιδιὰ καὶ τὸ σπίτι ἦταν μιὰ καλύβα. Παρατήρησαν, ὅτι ὁ πατέρας ἔκανε νεῦμα καὶ γονάτισαν ὅλοι μπροστὰ στὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας. Ὁ πιὸ μικρὸς ἔλεγε τὸ«Κύριε, ἐλέησον», ὁ ἄλλος εἶπε τὸ «Ἅγιος ὁ Θεός», ὁ ἄλλος εἶπε τὸ «Πάτερ ἡμῶν», ὁ ἄλλος εἶπε τὸ«Πιστεύω», ὁ ἄλλος εἶπε τὸ «Τῇ ὑπερμάχῳ Στρατηγῷ», καὶ ὅλοι μαζὶ τὸ «Δι᾽ εὐχῶν». Ὅταν εἶδαν αὐτὸ οἱ ξένοι, εἶπαν· Νά τὸ μυστικό τους· ἡ θρησκεία - ἡ πίστι τοὺς σῴζει ὡς ἔθνος… Καὶ πράγματι· ἡ πατρίδα μας τότε δὲν εἶχε ὅπλα καὶ κανόνια, δὲν εἶχε χρήματα καὶ πλοῦτο· εἶχε ὅμως κάτι ἄλλο, τὸ ἀναγκαιότερο, τὸ «ἑνός ἐστι χρεία»· εἶχε τὸ Χριστό, τὴν πίστι του, τὴ λατρεία του, τὴ χάρι του.
Πίστευαν τότε οἱ πρόγονοί μας βαθειὰ στὸ Χριστό. Ἐνῷ σήμερα ὁ Χριστὸς ἀπουσιάζει· ἀπουσιάζει ἀπὸ τὰ σπίτια μας, ἀπουσιάζει ἀπὸ τὰ σχολεῖα μας, ἀπουσιάζει ἀπὸ τὰ δικαστήριά μας, ἀπουσιάζει κι ἀπὸ τὴ βουλὴ τῶν Ἑλλήνων. Στὴ δεκαετία τοῦ ᾽50 εἶπα σὲ ἕνα Χριστιανὸ βουλευτή· Ἐὰν ἐπικρατοῦσαν οἱ κομμου νισταί, εἶνε βέβαιο ὅτι στὴ βουλὴ θ᾽ ἀναρτοῦσαν τὴν εἰκόνα τοῦ Λένιν καὶ τοῦ Στάλιν. Ἐσεῖς λέτε ὅτι πιστεύετε στὸ Χριστό, ἀλλὰ ἡ βουλὴ εἶνε χωρὶς εἰκόνα τοῦ Κυρίου. Τοῦ ὑπέδειξα τότε νὰ κάνῃ πρότασι, καὶ τὴν ἔκανε.
Μόλις ὅμως εἶπε, ὅτι πρέπει στὴ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνωννὰ βάλουμε τὴν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, ὅλοι γέλασαν· «παπᾶς» «παπᾶς», τὸν κορόιδευαν. Καὶ τώρα ἕνας νέος βουλευτὴς προσπαθεῖ νὰ τὸ πῇ, μὰ διστάζει μέσα σ᾽ αὐτούς…
Ἑλλάς Ἑλλάς!«μεριμνᾷς καὶ τυρβάζῃ περὶ πολλά· ἑνὸς δέ ἐστι χρεία», τοῦ Χριστοῦ· ὅν, παῖδες Ἑλλήνων, ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας· ἀμήν.
Απομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ἁγ. Σκέπης Πτολεμαΐδος τὴν Κυριακὴ 21-11-1993 μὲ ἄλλο τίτλο.

Αρχιμ. Παύλος Δημητρακόπουλος, «Ο θεοχώρητος ναός, η Θεοτόκος, εν ναώ Κυρίου εισάγεται».


«Ο θεοχώρητος ναός, η Θεοτόκος, εν ναώ Κυρίου εισάγεται».
Η εις τον ναόν τον νομικόν είσοδος της Υπεραγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου απετέλεσε από αρχαιοτάτων χρόνων υπόθεσιν εορτής Θεομητορικής, την οποία εορτάζει η Εκκλησία μας την 21ην Νοεμβρίου, διότι αποτελεί σημαντικότατο σταθμό στην επί γής ζωήν της. Όσα γνωρίζομε περί της εορτής αυτής προέρχονται από την Παράδοση, πατερική και υμνογραφική, διότι καμμία πληροφορία δεν μας δίδει σχετικώς η αγία Γραφή. Σύμφωνα με το Συναξάρι της εορτής, οι γονείς της Θεοτόκου, οι άγιοι Ιωακείμ και Άννα, ήταν άτεκνοι, παρακαλούσαν δε τον Θεόν με επίμονες προσευχές να τους χαρίσει ένα παιδί, υποσχόμενοι να το αφιερώσουν σ’ Αυτόν εάν ετύγχανον του ποθουμένου.

Πράγματι ο Θεός άκουσε τις θερμές προσευχές των και τους χάρισε την Θεοτόκον, αυτήν η οποία επρόκειτο να αποτελέσει κατόπιν σκήνωμα και κατοικητήριόν Tου, όταν όμως αυτοί είχαν φθάσει σε βαθύ γήρας και είχαν παύσει πιά να ελπίζουν, ότι θα αποκτήσουν παιδί. Όταν δε η Θεοτόκος έφθασε στην ηλικία των τριών ετών, οι γονείς της εξεπλήρωσαν την υπόσχεσή τους και έφεραν αυτήν, στον ναό των Ιεροσολύμων, για να παραμείνει εκεί ως αφιέρωμα στον Θεό. Τότε την παρέλαβε ο αρχιερέας Ζαχαρίας και την οδήγησε στα άγια των αγίων, στον ιερότερο δηλαδή και αγιότερο τόπο του ναού, στον οποίον κανένας δεν επιτρεπόταν να εισέλθει παρά μόνον ο αρχιερέας, και αυτός μία μόνον φορά το έτος, κατά την ημέρα του εξιλασμού. Εκεί παρέμεινε επί δώδεκα χρόνια, τρεφομένη με ουράνιον άρτον διά χειρός αγγέλου, και ευρισκομένη σε κατάσταση αδιαλείπτου θεωρίας και κοινωνίας με τον Θεόν. Από τα πρώτα ακόμη παιδικά της χρόνια παρουσιάζει πνευματική ωριμότητα ενηλίκου γυναικός, κάτι το θαυμαστό, που υπερβαίνει τα ανθρώπινα μέτρα. Απαρνείται τις παιδικές συναναστροφές, τα παιχνίδια, και την επιθυμία των γονέων, κάτι που αποτελεί σύμφυτη ψυχική ανάγκη της ηλικίας αυτής, για να στραφεί ολοκληρωτικά προς τον Θεόν. Απαρνείται κάθε σχέση και επικοινωνία με τον έξω κόσμο, για να δοθεί απερίσπαστα, ψυχή τε και σώματι, στην καλλιέργεια των αρετών.Με την προσευχή ανύψωνε τον νούν και την καρδιά της πάνω από τα βλεπόμενα και πρόσκαιρα του κόσμου αυτού στον επουράνιο πνευματικό κόσμο και απολάμβανε την δόξα του Θεού. Και όπως παρατηρεί ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς σε σχετική ομιλία του, «ζούσε σαν στον παράδεισο και σε τόπο ανυψωμένο από την γή, μάλλον δε σαν σε επουράνιες αυλές, αφού τα άδυτα εκείνα (τα άγια των αγίων), ήσαν και αυτών τύπος. Ζούσε διανύοντας βίο απαράσκευο, αφρόντιστο, αμέριμνο, άμοιρο λύπης, αμέτοχο αγενών παθών, ανώτερον και από αυτήν την ηδονήν την όχι χωρίς οδύνη, ζώντας μόνον γιά τον Θεό, βλεπομένη μόνον από τον Θεό, τρεφομένη από τον Θεό, τηρουμένη μόνον από τον Θεό, που επρόκειτο να σκηνώσει σε μας δι’ αυτής, πάντως δε και αυτή βλέποντας μόνον τον Θεό, τον Θεό κάμνοντας τρυφή της, στον Θεό διηνεκώς αφιερωμένη». Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, αναφερόμενος στο ίδιο γεγονός, παρατηρεί, ότι η Θεοτόκος «φυτευθείσα και καλλιεργηθείσα με την δύναμη του αγίου Πνεύματος στον οίκο του Θεόυ ωσάν ελαία κατάκαρπος, έγινε κατοικητήριον κάθε αρετής. Αφού απεμάκρυνε τον νουν της από κάθε βιοτική και σαρκική επιθυμία, διατήρησε την ψυχή και το σώμα της παρθένον, όπως ήταν αρμόζον και πρέπον σ’ αυτήν, η οποία επρόκειτο να δεχθεί μέσα στους κόλπους της τον Θεόν. Διότι ο Θεός άγιος ων, αναπαύεται στους αγίους». Σε άλλο σημείο των λόγων του λέγει, απευθυνόμενος προς αυτήν: «Δεν ζούσες για τον εαυτόν σου, διότι δεν γεννήθηκες για τον εαυτόν σου. Ζούσες για τον Θεό, για τον οποίον ήρθες στον κόσμον, έτσι ώστε να διακονήσεις στη σωτηρία του κόσμου. Και έτσι να εκπληρωθεί διά σου η αρχαία βουλή του Θεού, η σάρκωση του Θεού Λόγου και η θέωση ημών».
Η παραμονή της Θεοτόκου στον ναό κατά την περίοδο αυτή της ζωής της αποτελεί περίοδο προετοιμασίας και προπαρασκευής, εντάσσεται δε στο πάνσοφο σχέδιο της Θείας προνοίας για την πραγματοποίηση της ενσάρκου Θείας Οικονομίας. Η Παναγία, παραμένουσα μέσα στον ναό και προσευχομένη αδιαλείπτως, διεφύλαξε με την δύναμη της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος την παρθενία της άσπιλη καθαρή και αμόλυντη από κάθε μολυσμό της αμαρτίας του έξω κόσμου. Όπως δηλαδή ο Θεός πρίν από την ενανθρώπισή του έστειλε στον κόσμο το σκεύος της εκλογής του τον άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο για να προπαρασκευάσει τις καρδιές των ανθρώπων με την μετάνοια, προκειμένου να υποδεχθούν τον Μεσσία και να πιστεύσουν σ’ Αυτόν, έτσι και εδώ. Λαμβάνει ο Θεός πρόνοια για το κατ’ εξοχήν σκεύος της εκλογής του, την Θεοτόκον, έτσι ώστε μέσω της αφιερώσεώς της εις τον ναόν, αφ’ ενός μεν να διαφυλαχθεί από κάθε μολυσμό αμαρτίας, αφ’ ετέρου δε να προπαρασκευασθεί κα-τάλληλα, για να αποτελέσει άξιο κατοικητήριό Του, από το οποίο θα προσλάβει την ανθρώπινη φύση.
Πέραν αυτών, η τοιαύτη διαγωγή και πολιτεία της μέσα στο ναό αναδεικνύει αυτήν πρότυπο ησυχαστικής ζωής και αδιαλείπτου προσευχής, υπογραμμίζει δε την σημασία και την αξία της ησυχίας και της προσευχής ως αναγκαίων προϋποθέσεων για την πνευματική καρποφορία του πιστού. Για τις δύο αυτές αρετές μας ομιλούν σε πλείστα όσα σημεία των έργων τους οι άγιοι Πατέρες. Ο μέγας Βασίλειος, γευθείς ο ίδιος εκ πείρας τους καρπούς της ησυχίας και πόσο αυτή συμβάλλει στην κάθαρση της καρδιάς, γράφει σε μια επιστολή του, ότι «η ησυχία είναι αρχή καθάρσεως της ψυχής, καθώς η γλώσσα δεν λέγει τα ανθρώπινα, ούτε παρασύρεται σε ευτράπελα λόγια των γελωτοποιών ανθρώπων, πράγμα το οποίον κατ’ εξοχήν παραλύει τον τόνον της ψυχής». Ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος, αναφερόμενος στην προσευχή παρατηρεί ότι «η προσευχή ως προς την ποιότητά της είναι συνουσία και ένωσις του ανθρώπου με τον Θεόν και ως προς την ενέργειά της σύστασις και διατήρησις του κόσμου, συμφιλίωσις με τον Θεόν, μητέρα των δακρύων καθώς επίσης και θυγατέρα, συγχώρησις των αμαρτημάτων, γέφυρα που σώζει από τους πειρασμούς, τοίχος που μας προστατεύει από τις θλίψεις, συντριβή των πολέμων, έργο των αγγέλων…εργασία που δεν τελειώνει, πηγή των αρετών, πρόξενος των χαρισμάτων, αφανής πρόοδος, τροφή της ψυχής , φωτισμός του νου, πέλεκυς, που χτυπά την απόγνωση…». Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος σε πολλά σημεία των λόγων του τονίζει την αξία της προσευχής. Σ’ έναν από αυτούς ονομάζει την προσευχή «μέγα όπλον», «μεγάλη ασφάλεια», «μέγα θησαυρόν», «μέγα λιμένα», «άσυλον χωρίον» κ.λ.π.
Βέβαια κάθε λόγος περί ησυχίας και αδιαλείπτου προσευχής φαίνεται ανέφικτος, απρόσιτος, ακατόρθωτος, ίσως και εξωγήϊνος στην εποχή μας, η οποία χαρακτηρίζε-ται για την εξωστρέφεια, τις ποικίλλες δραστηριότητες σε διάφορους τομείς της κοινωνικής ζωής, το άγχος και την αγωνία για την επιβίωση και την έξοδο από την κρίση, που μαστίζει την πατρίδα μας. Ωστόσο ο Θεός γνωρίζει τις συνθήκες, κάτω από τις οποίες ζούμε και δεν ζητάει από μας πράγματα, που υπερβαίνουν τις δυνάμεις μας. Εκείνος περιμένει να δεί τον κόπο μας και είναι πρόθυμος να αναπληρώσει το ελλείπον, για να μας δώσει πλούσια την Χάρη του
πηγή

Γέροντας Δανιήλ Κατουνακιώτης, Η Είσοδος της Υπεραγίας Θεοτόκου στο Ναό


Η μεγάλη και παγκόσμια θεομητορική εορτή των Εισοδίων της Παναγίας μας στο Ναό του Σολομώντος εορτάζεται από την Εκκλησία μας στις 21 Νοεμβρίου. Καθιερώθηκε γύρω στον 6ο αιώνα στην Ιερουσαλήμ με βάση την αρχαία παράδοση της Εκκλησίας μας.
Σύμφωνα με την Αγία Γραφή, οι γονείς της Θεοτόκου Ιωακείμ και Άννα ανήκαν στη μικρή εκείνη μερίδα των πιστών και ευσεβών Ιουδαίων (λείμμα), οι οποίοι περίμεναν εναγωνίως την έλευση του Μεσσία. Οι γονείς της Θεοτόκου ζούσαν με την προσδοκία της τεκνογονίας, όμως δυστυχώς, ήταν άτεκνοι. Είκοσι ολόκληρα χρόνια επιχειρούσαν να τεκνοποιήσουν χωρίς αποτέλεσμα. Η ζωή τους κυλούσε με προσευχή, νηστεία και έντονη προσδοκία, ότι ο Θεός θα άκουγε τις ικεσίες τους και θα τους ελεούσε εν τέλει.
Πράγματι, ο Θεός εισάκουσε τις προσευχές τους. Άγγελος Κυρίου παρουσιάστηκε στην Αγία Άννα και της ανήγγειλε το ευχάριστο γεγονός, ότι θα γίνει μητέρα. Η ευσεβής γηραιά Άννα γέννησε ένα χαριτωμένο κορίτσι, το οποίο ονόμασαν Μαρία (εβραϊκά Μαριάμ), που σημαίνει Κυρία.
Όταν η Μαρία έγινε τριών ετών, οι ευσεβείς γονείς της αποφάσισαν να πραγματοποιήσουν την υπόσχεσή τους προς το Θεό, να Του προσφέρουν ως δώρο την αγαπημένη τους θυγατέρα. Έτσι λοιπόν η Μαρία οδηγήθηκε από τους γονείς της στο Ναό, οι οποίοι την παρέδωσαν στους ιερείς. Σύμφωνα με το έθιμο, τη συνόδευσαν λαμπαδοφορούσες «παρθέναι των Εβραίων».

Εκεί συνάντησαν το συγγενή τους ιερέα Ζαχαρία, πατέρα του Ιωάννου του Προδρόμου, ο οποίος ήταν άτεκνος και αυτός ως τότε. Υπηρετούσε με φόβο Θεού το ιερό και προσευχόταν αδιάκοπα να τον ελεήσει ο Θεός και να αποκτήσει και αυτός παιδί με την αγαπημένη του σύζυγο Ελισάβετ.
Με έκπληξη και θαυμασμό παρατήρησαν πως η μικρή Μαρία όχι μόνο δεν έφερε κάποια αντίσταση, όπως ήταν φυσικό, να αποχωριστεί τους γονείς της, αλλά με χαρά ακολούθησε τον σεβάσμιο Ζαχαρία στο Ναό του Κυρίου. Η παμπάλαια χριστιανική παράδοση αναφέρει πως ο γέρων Ζαχαρίας, κατά θείαν έμπνευση, οδήγησε τη Μαρία στα Άγια των Αγίων. Εκεί, στο ιερότατο, θεοσκότεινο και απρόσιτο διαμέρισμα του Ναού εισήλθε για να περάσει τα παιδικά Της χρόνια αμόλυντη από την ανθρώπινη αμαρτία.
Αυτό κράτησε δώδεκα ολόκληρα χρόνια, μέχρι την ηλικία των δεκαπέντε χρόνων Της. Τότε ο Ζαχαρίας μαζί με άλλους σεβάσμιους και ευλαβείς ιερείς του Ναού αποφάσισαν να βγάλουν τη Μαρία από τα Άγια των Αγίων και να την οδηγήσουν στον κόσμο. Για προστασία την αρραβώνιασαν με τον τον ευσεβή και μεστό ηλικίας Ιωσήφ, ο οποίος, σύμφωνα με την παράδοση, διατελούσε σε χηρεία και είχε την προστασία παιδιών του από την πρώτη γυναίκα του. Εγκαταστάθηκαν στην όμορφη και ήσυχη κώμη Ναζαρέτ, όπου εκεί λίγο καιρό αργότερα έγινε ο άγιος Ευαγγελισμός Της.
Η είσοδος της Θεοτόκου στο Ναό της Ιερουσαλήμ θέλει να φανερώσει το ακατανόητο ύψος της αγνότητας και αγιότητάς Της. Μέσα στα απρόσιτα Άγια των Αγίων διαφυλάχτηκε η αγνότητά της και καλλιεργήθηκε η αγιότητά Της. Μόνο μέσα σε ένα τέτοιο ιερό χώρο μπορούσε να προφυλαχτεί η απαιτούμενη αγνότητά Της από την αφάνταστη αμαρτωλότητα του κόσμου.
Η ευλογημένη είσοδος της Παρθένου Μαρίας στο Ναό αποτελεί την απαρχή της πραγματοποιήσεως της προαιώνιας βουλής του Τριαδικού Θεού για τη σωτηρία του κόσμου. Στην υμνολογία της μεγάλης εορτής ψάλλουμε πως «Σήμερον της ευδοκίας Θεού το προοίμιον και της των ανθρώπων σωτηρίας η προκήρυξις». Ως συνειδητοί πιστοί του Χριστού, είμαστε θερμοί και αέναοι τιμητές του ιερού προσώπου της Θεομήτορος, διότι η συμβολή Της στο έργο της σωτηρίας μας υπήρξε καθοριστικός. Με άκρατο ενθουσιασμό υμνούμε τη μεγάλη εορτή ψάλλοντας «εν ενί στόματι» μαζί με τον ιερό υμνογράφο της ημέρας «Χαίρε, της οικονομίας του Κτίστου η εκπλήρωσις».
Απολυτίκιο
«Σήμερον τῆς εὐδοκίας Θεοῦ τὸ προοίμιον,
καὶ τῆς τῶν ἀνθρώπων σωτηρίας ἡ προκήρυξις,
Ἐν Ναῷ τοῦ Θεοῦ τρανῶς ἡ Παρθένος δείκνυται,
καὶ τὸν Χριστὸν τοὶς πᾶσι προκαταγγέλλεται,
Αὐτὴ καὶ ἡμεῖς μεγαλοφώνως βοήσωμεν,
Χαῖρε τῆς οἰκονομίας τοῦ Κτίστου ἡ ἐκπλήρωσις».

Oἶκος
«Τῶν ἀπορρήτων τοῦ Θεοῦ καὶ θείων μυστηρίων, ὁρῶν ἐν τῇ Παρθένω, τὴν χάριν δηλουμένην, καὶ πληρουμένην ἐμφανῶς, χαίρω, καὶ τὸν τρόπον ἐννοεῖν ἀμηχανῶ τόν ξένον καὶ ἀπόρρητον, πῶς ἐκλελεγμένη ἡ ἄχραντος, μόνη ἀνεδείχθη ὑπὲρ ἅπασαν τὴν κτίσιν, τὴν ὁρατὴν καὶ τὴν νοουμένην, Διό, ἄνεθφημείν βουλόμενος ταύτην, καταπλήττομαι σφοδρῶς νοῦν τε καὶ λόγον, ὅμως δὲ τολμῶν, κηρύττω καὶ μεγαλύνω, Αὕτη ὑπάρχει σκηνὴ ἐπουράνιος».
Κοντάκιο
«Ὁ καθαρώτατος ναὸς τοῦ Σωτῆρος, ἡ πολυτίμητος παστὰς καὶ Παρθένος, τὸ Ἱερὸν θησαύρισμα τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ, σήμερον εἰσάγεται, ἐν τῷ οἴκω Κυρίου, τὴν χάριν συνεισάγουσα, τὴν ἐν Πνευματι θείω, ἣν ἀνυμνοῦσιν Ἄγγελοι Θεοῦ, Αὕτη ὑπάρχει σκηνὴ ἐπουράνιος».
-Από το βιβλίο του Γέροντα Δανιήλ Κατουνακιώτη "Πατρικαί Διδαχαί
Πηγή ΑΚΤΙΝΕΣ

Ο π. Ισαάκ ο Αγιορείτης, ο βιογράφος του Γέροντος Παϊσίου του Αγιορείτου



Ο π. Ισαάκ ο Αγιορείτης, βιογράφος του Γέροντος Παϊσίου (1936-1998)
Ὁ π. Ἰσαάκ εἶχε ὡς ἐπίγεια πατρίδα τήν πολύπαθη καί µαρτυρική περιοχή τῆς Μέσης Ἀνατολῆς (Λίβανος). Ἀφοῦ πῆρε τό µοναχικό σχῆµα καί ἐµόνασε στήν πατρίδα του, ἐν συνεχείᾳ ἦρθε γιά σπουδές στήν Θεσσαλονίκη, στήν Θεολογική Σχολή τοῦ Α.Π.Θ. Κατά τήν περίοδο αὐτήν ἀγάπησε τό Ἅγιον Ὄροςκαί συνδέθηκε µέ πνευµατικές προσωπικότητες πού ζοῦσαν σέ αὐτό. Ἔλαβε τό µεγάλο ἀγγελικό Σχῆµα ἀπό τόν µακαριστό Γέροντα Παΐσιο. Ἐξάσκησε µέ συνέπεια καί φόβο Θεοῦ τήν πνευµατική πατρότητα (διετέλεσε πνευµατικός τῶν µαθητῶν τῆς Ἀθωνιάδας Ἐκκληστικῆς Ἀκαδηµίας), κατέλιπε τις ὑποθῆκες τῆς θεάρεστης βιοτῆς του στήν εὐλογηµένη συνοδεία τῆς Ἱερᾶς Σταυρονικητιανῆς Καλύβης τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου στήν θέση Καψάλα. Εὐφυής, µελίρρυτος, µουσικολογιώτατος, ἐργατικός, ἀποτελοῦσε παρηγοριά Ἑλλήνων καί Ἀράβων Ὀρθοδόξων καί σχετικά νέος ἀνεχώρησε γιά τήν ἐπουράνια πατρίδα, ὅπου ἀπολαµβάνει τά τῆς αἰωνίου ζωῆς καί τῆς πνευµατικῆς εἰρήνης τοῦ Ἀναστάντος Χριστοῦ, τόν ὁποῖον ἐµπράκτως καί ἐκ νεότητος µέ ὅλην τήν θέρµην τῆς καρδίας του ἀγάπησε.
Ο μακαριστός π. Ισαάκ ήταν αυστηρότατος ασκητής. Ανησυχούσε ιδιαίτερα για την εκκοσμίκευση που έβλεπε να εισέρχεται σταδιακά και στο Περιβόλι της Παναγίας. Συνδεόταν στενότατα με το Γέροντα Παΐσιο τον Αγιορείτη, του οποίου υπήρξε βιογράφος...
Επειδή ως γνωστόν ο Γέροντας Παΐσιος ήταν ένας απλός μοναχός συνήθιζε πολλούς από τους επισκέπτες του που ζητούσαν Πνευματικό για εξομολόγηση να τους στέλνει στον π. Ισαάκ. Παρόλο που είχε μελωδικότατη φωνή και ήταν βαθύς γνώστης της βυζαντινής μουσικής, ιδιαίτερα στα τελευταία χρόνια της επίγειας βιοτής του απέφευγε την ψαλμωδία, για λόγους ησυχαστικούς. Έψαλε όμως μελωδικότατα σε κάποιες αγρυπνίες και άλλες ακολουθίες, όταν εκείνος έκρινε σκόπιμο. Ο π. Ισαάκ υπήρξε πράγματι ησυχαστής. Άσκησε με διάκριση την ησυχία, τη σιωπή και την αδιάλειπτη προσευχή. Υπάρχουν πολλά ακόμη στοιχεία της αγιασμένης ζωής του τα οποία ελπίζουμε κάποια στιγμή να γίνουν ευρύτερα γνωστά με πρωτοβουλία των Πατέρων της Καλύβης της Αναστάσεως του Σωτήρος στην Καψάλα.
Η πρώτη παράγραφος του παραπάνω σύντομου βιογραφικού του π. Ισαάκ περιέχεται στο βιβλίο «Γέρων Παΐσιος ο Αγιορείτης – Ο Ασυρματιστής του στρατού και του Θεού»», Του Σχ(ΤΘ) Καραΐσκου Δημητρίου.πηγή

«Η σχέση των νέων με την Εκκλησία»

Από τον Γεώργιο Ν. Ξενόφο*


Παντού συμβαίνει οι μεγαλύτεροι, να κατακρίνουν τους νέους για νεωτερίζουσες αντιλήψεις, για μοντερνισμό, για ασέβεια προς το Θεό και για άρνηση των αξιών: θρησκεία, οικογένεια, πατρίδα. Όμως, για να είμαστε ακριβοδίκαιοι, θα πρέπει να δούμε το όλο θέμα με ιδιαίτερη προσοχή και σοβαρότητα και με τη δέουσα αντικειμενικότητα, γιατί εκ πρώτης όψεως τα πράγματα φαίνονται απλά, ενώ είναι πολύπλοκα. Από έρευνες που έγιναν σε ό,τι αφορά τη σχέση των νέων με την εκκλησία, διαπιστώθηκε από πολλούς παράγοντες ότι τα αίτια ποικίλουν. Και πρώτα-πρώτα ας δούμε, γιατί σήμερα οι νέοι μας απομακρύνονται από την Εκκλησία. Λένε, «φταίει», «η γλώσσα» της λατρείας. Αυτά, που ακούγονται μέσα στο ναό, κατά τη διάρκεια μιας ακολουθίας είναι δυσνόητα. Είναι σαν να ακούμε μια γλώσσα που δεν είναι δική μας. Τι λέμε όμως εμείς ως απάντηση σ’ αυτό το πράγματι σημαντικό γλωσσικό πρόβλημα; Εδώ, όπως συμβαίνει σε όλα τα δύσκολα θέματα, διαφωνούμε και φιλοσοφούμε.
Έτσι πολλοί αρμόδιοι της Εκκλησίας και άλλοι μορφωμένοι χριστιανοί ισχυρίζονται πως δεν είναι δυσνόητη η γλώσσα της λατρείας για το λόγο ότι οι περισσότερες λέξεις είναι γνωστές, άρα γίνονται ευκολονόητες όπως αυτό φαίνεται κυρίως στα Ευαγγελικά αναγνώσματα όπου, πραγματικά, με λίγη προσοχή μπορείς να καταλάβεις πολλά απ’ τα σπουδαία νοήματα. Από τους εκκλησιαστικούς ύμνους, όμως, που είναι πράγματι – εν πολλοίς – δυσνόητοι, τί γίνεται; Ή μήπως έχουμε την εντύπωση πως η αρχαία ελληνική ή η καθαρεύουσα ή, πιο απλά, η γλώσσα, που χρησιμοποιείται στην Εκκλησία είναι ευκολότερη μιας ξένης γλώσσας για τους νέους σήμερα; Θεωρούμε, ότι σ’ αυτό το πρόβλημα όπως και σ’ οποιοδήποτε πρόβλημα, πως υπάρχει πάντοτε λύση. Ένα άλλο είναι πάλι, ότι κάποιοι νέοι ισχυρίζονται πως τους ενοχλούν το ράσο και τα γένια των κληρικών μας. Γι’ αυτούς τι να πει κανείς! Αυτοί χρειάζονται ενημέρωση από το σπίτι και το σχολείο. Γιατί, σίγουρα, ο ισχυρισμός τους είναι μια δικαιολογία. Και τούτο, γιατί η ιερότητα και η ιδιαιτερότητα του κληρικού δεν εντοπίζεται στα ράσα, στα μαλλιά και στα γένια, αλλά στο Άγιο Πνεύμα, που τον ξεχώρισε απ’ όλους εμάς κατά την ώρα της χειροτονίας. Άλλοι νέοι λένε πως ο ναός δεν είναι αναγκαίος για την προσευχή. Μπορεί, λένε, όποιος θέλει, να προσεύχεται σπίτι του, στο δωμάτιό του! Να, μια άλλη άποψη των νέων μας, που δείχνει ότι αυτοί αγνοούν βασικά στοιχεία της λατρείας. Πως ότι η προσευχή διακρίνεται σε ατομική και σε ομαδική. Και η μεν ατομική μπορεί να γίνεται παντού και κάθε φορά που ο άνθρωπος νιώθει την ανάγκη, η δε ομαδική προσευχή γίνεται μόνο στο ναό μαζί με τους άλλους πιστούς, που με ένα στόμα και μια καρδιά αναπέμπουν ύμνους στο Θεό. Δεν έμαθαν οι νέοι μας ότι η χριστιανική θρησκεία και η Εκκλησία του Χριστού, είναι κοινωνία αγάπης. Δεν έμαθαν οι νέοι μας ότι η χριστιανική θρησκεία και η Εκκλησία του Χριστού, είναι κοινωνία αγάπης. Δεν έμαθαν, ότι εκεί, στο Ναό, μπροστά στις άγιες μορφές και στο ιερό και κατανυκτικό περιβάλλον με την εκκλησιαστική μουσική, μπορεί καλύτερα ο νους να απαγκιστρωθεί από τα υλικά και εγκόσμια και να επικοινωνήσει νοερά με το Θεό. Εκεί στο Ναό, μαζί με όλους τους άλλους μπορεί να κοινωνήσει του Σώματος και του Αίματος του Χριστού. Πολλοί νέοι ισχυρίζονται ότι οι κληρικοί, και γενικά οι άνθρωποι της Εκκλησίας, δεν ενδιαφέρονται για τους νέους. Και τούτο γιατί, «αν εξαιρέσουμε», λένε, «την ημέρα του αγιασμού» - στην αρχή κάθε σχολικής χρονιάς – «που έρχεται ο ιερέας στα σχολεία, ποτέ άλλοτε δεν εμφανίζεται να μιλήσει με τα παιδιά, να ακούσει τα προβλήματά τους, τον πόνο τους, τα όνειρά τους». Κάποιοι νέοι μιλούν για σκάνδαλα, που δημιουργούνται από ανθρώπους, που βρίσκονται στην υπηρεσία της Εκκλησίας. Πέρα από όλα αυτά και πολλά άλλα, που θα μπορούσαν οι νέοι να φέρουν ως εμπόδια, που τους απομακρύνουν από την εκκλησία, πρέπει να σημειωθεί και τούτο: Οι άνθρωποι της εκκλησίας, συνειδητά ή ασυνείδητα, δημιουργούν ένα τείχος γύρω τους και δεν επιτρέπουν στους νέους να τους πλησιάσουν. Διακρίνονται από κάποιον παλιό συντηρητισμό. Μάλλον, φοβούνται, μήπως λερωθεί η εκκλησία από τους “αμαρτωλούς” ή “άπιστους” νέους. Ο ίδιος ο Χριστός όμως διάλεξε τους μαθητές του μέσα από έναν κόσμο αμαρτωλό. Ο ίδιος τόνισε πως τα παιδιά, οι νέοι άνθρωποι, είναι κάτι σαν ιερό. Γι’ αυτό κι εμείς οι μεγάλοι όχι μόνο δεν πρέπει να τους σκανδαλίζουμε, αλλά πρέπει και να γίνουμε αγνοί σαν τα παιδιά. Ας μην ξεχνούμε – ιδιαίτερα η διοικούσα εκκλησία – ότι ο Απόστολος Παύλος, που «ίδρυσε» και οργάνωσε πολλές κατά τόπους Εκκλησίες, «γέγονε τοις πάσι τα πάντα, ίνα πάντως τίνας σώσει». Να, τι λέγει ένας ερευνητής: «Οι νέοι είναι ψυχραμένοι και επιφυλακτικοί με την Εκκλησία. Αιτία είναι το ότι η Εκκλησία δεν μπόρεσε να προσαρμοστεί στις απαιτήσεις των καιρών και με την υπερβολική συντηρητικότητα των υπευθύνων απομόνωσε τον εαυτό της μακριά από τα νιάτα, που περιμένουν ένα ζωντανό και πρωτοποριακό Χριστιανισμό, που να ανταποκρίνεται στις προσδοκίες τους». Και συνεχίζει: «να ερμηνεύει το μήνυμα του Ευαγγελίου σαν παράδοση και μεταφυσική προσδοκία και όχι σαν σημερινή πραγματικότητα. Όσο η επίσημη Εκκλησία δε λέγει: «τόπο στα νιάτα», θα χάνει τους νέους. Θα τους παίρνουν τα ναρκωτικά, τα όργια, τα ξενύχτια και οι σατανιστικές τελετές». Ο ίδιος ο ερευνητής ισχυρίζεται πως στις μέρες μας τα Μ.Μ.Ε. δίνουν πολλές φορές άμεση και κακοφτιαγμένη πληροφόρηση με γεγονότα, εικόνες και περιγραφές, που έχουν στόχο την Εκκλησία και πως δημιουργούν δυσάρεστες καταστάσεις, προβληματίζουν τους νέους και δυσχεραίνουν το παιδαγωγικό έργο της οικογένειας. Εδώ, αλήθεια, αξίζει να ρωτήσει κανείς: μέχρι ποιο σημείο η οικογένεια βοηθάει τα νέα της μέλη να έλθουν στην Εκκλησία; Πολλοί είναι εκείνοι που πιστεύουν ότι η οικογένεια σήμερα αδιαφορεί για την Εκκλησία. Λίγοι γονείς προτρέπουν τα παιδιά τους να πλησιάσουν την εκκλησία. Αγαπητοί μου, σίγουρα η σχέση εκκλησίας και νέων διέρχεται κάποια σοβαρή κρίση. Αυτή η κρίση δεν είναι τυχαία και παροδική. Δυστυχώς, στα επόμενα χρόνια θα γίνει σοβαρότερη, γιατί οι νέοι θα είναι πιο απαιτητικοί. Κατά συνέπεια η εκκλησία, δηλαδή, όλοι εμείς που λεγόμαστε Χριστιανοί Ορθόδοξοι και ιδιαίτερα εκείνοι που υπηρετούν το Θεό, πρέπει να καταλάβουμε, ότι ο νέος χρειάζεται υπεύθυνους οδηγούς. Χρειάζεται ανθρώπους, να τον πιάσουν από το χέρι με στοργή κι αγάπη και να τον φέρουν κοντά στο Χριστό. Χρειάζεται υποδειγματική ζωή, καλό παράδειγμα. Χρειάζεται συμπαράσταση και προστασία. Χρειάζεται να γεμίσει την άδεια ψυχή του με Αγάπη, εννοώ του Χριστού την Αγάπη. Και αυτήν την Αγάπη μόνο μέσα στην εκκλησία μπορεί να τη βρει.

* Ο Γεώργιος Ν. Ξενόφος, είναι Πρώην Στέλεχος “ΥΠ.ΕΘ.Α.”, Λογοτέχνης, Λαογράφος, Συγγραφέας.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΑ ΕΦΗΜΕΡΙΔΟΣ ΑΓΩΝΑΣ ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 2011

Αρχιμ. Ιωήλ Κωνστάνταρος, Εορτή των Εισοδίων της Θεοτόκου

ΕΟΡΤΗ ΤΩΝ ΕΙΣΟΔΙΩΝ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ
Γράφει ο Αρχιμανδρίτης Ιωήλ Κωνστάνταρος,
Ιεροκήρυξ της Ιεράς Μητροπόλεως Δρυϊνουπόλεως, Πωγωνιανής και Κονίτσης

Μια από τις μεγαλύτερες Θεομητορικές Εορτές, που εορτάζει η Εκκλησία μας, στις 21 Νοεμβρίου κάθε έτους, είναι η εορτή των Εισοδίων της Υπεραγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας. Εορτάζουμε δηλαδή την είσοδο της Παναγίας μας στον Ναό του Θεού – στα Άγια των Αγίων, όταν αυτή ήταν μόλις τριών ετών.
Αλλ’ ας δούμε τα ιστορικά γεγονότα, όπως τα διαφυλάσσει απ’ αρχής και τα προβάλλει η Κιβωτός της Σωτηρίας, η Ορθόδοξος Εκκλησία μας.
Κατ’ αυτή λοιπόν την παράδοση, οι γονείς της Θεοτόκου ήταν άτεκνοι και γι’ αυτό ζούσαν μέσα σε μεγάλη δυστυχία και θλίψη, αφού την εποχή εκείνη, το να μην έχει ένα ζευγάρι απογόνους, εθεωρήτο προσβλητικό και μεγάλο κακό.
Κατόπιν θερμής προσευχής, του μεν Ιωακείμ σ’ ένα σπήλαιο, της δε Άννης μέσα στον κήπο της οικίας τους, ο Θεός, διά του Αρχαγγέλου Γαβριήλ, τους πληροφόρησε ότι θα λάβουν το ποθούμενο, πράγμα φυσικά που έγινε και «επλήσθησαν χαράς μεγάλης»....
Τόσο δε μεγάλη ήταν η ευγνωμοσύνη τους προς τον Θεόν, ο οποίος δεν παρείδε την βαθιά τους θλίψη και την θερμή προσευχή τους, ώστε από κοινού αποφάσισαν να την αφιερώσουν την θυγατέρα τους στον Ναό του Θεού, στα Ιεροσόλυμα, μόλις η Μαριάμ έκλεισε τα τρία της έτη.
Ο Ζαχαρίας δε ο Αρχιερεύς, διά θείας αποκαλύψεως, γνώρισε το μεγάλο μυστήριο και τα εξαιρετικά γεγονότα που θα ελάμβαναν χώρα μετά από μερικά έτη. Γι’ αυτό και με τον φωτισμό και την καθοδήγηση του Θεού, την παρέλαβε από τους γονείς της και την εισήγαγε «εις τα Άγια των Αγίων» του ιερού Ναού. Στον ιερό δηλαδή εκείνο τόπο, στον οποίο μόνος ο Αρχιερεύς εισήρχετο «άπαξ του ενιαυτού», δηλ. μία μόνο φορά τον χρόνο.
Το δε περισσότερο θαυμαστό είναι ότι η Παρθένος Μαριάμ, παρέμεινε στον ευλογημένο και απολύτως ησυχαστικό εκείνο χώρο, δώδεκα ολόκληρα έτη.
Κατά τους χρόνους αυτούς, ο Αρχάγγελος Γαβριήλ της «εκόμιζε τροφήν ουρανίαν», και πάλι κατά θαυμαστό τρόπο, η τροφή εκείνη δεν περίσσευε. Ούτε βέβαια η Παναγία μας τα έτη αυτά, εξερχόταν ποτέ του ευλογημένου εκείνου τόπου.
Εκεί λοιπόν μέσα στο αγγελικό περιβάλλον, έζησε δώδεκα ολόκληρα έτη, ομιλούσα με τους Αγγέλους, έως ότου εξήλθε για να υπηρετήσει το μυστήριο της Θείας Ενσαρκώσεως, για τη σωτηρία των ανθρώπων.
Κατά τους Πατέρας μάλιστα της Εκκλησίας μας, οι οποίοι εντρυφούν με τον φωτισμό του Παναγίου Πνεύματος στα Θεία αυτά μυστήρια που περιβάλλουν την Θεοτόκον, το όνομα Μαριάμ, σημαίνει τα εξής:
Μ = Μόνη
Α = Αύτη
Ρ = Ρύσεται
Ι = Ιού (δηλητηρίου)
Α = Άπαντας
Μ = Μισοκάλου (διαβόλου)

Το όνομα Μαριάμ, επίσης σημαίνει και Κυρία, Βασίλισσα, Δυνατή.
Αυτό λοιπόν το μεγάλο γεγονός εορτάζουμε αδελφοί μου κατά την εορτή των Εισοδίων της Θεοτόκου. Βεβαίως, όπως θα πρέπει να γνωρίζουμε, οι εορτές μας, και κυρίως αυτές που αναφέρονται στην Μητέρα του Κυρίου μας, θα πρέπει να έχουν καθαρώς πνευματικό χαρακτήρα και με την χάρη Της να αγωνιζόμαστε στο να μιμούμαστε τις ουράνιες αρετές της.
Μέσα στα Άγια των Αγίων, η «θεόπαις Μαριάμ», συνεχώς βρισκόταν σε επικοινωνία με τον Θεό που θα έφερνε στην γη, μέσω της Θείας Ενανθρωπίσεως.
Θα αποτελούσε όντως μεγάλη ευλογία για όλους μας, εν ταπεινώσει να την παρακαλούμε πάντοτε, αλλά προπαντώς την ημέρα της εορτής της, η «πάντων των γηγενών ανακαίνισις», να μας χαρίσει, πλην των άλλων, και το εξαίσιο και ουράνιο δώρο της προσευχής. Της θερμής προσευχής που οπωσδήποτε πρέπει να λειτουργεί μέσα στην καρδιά μας διηνεκώς, ώστε να μας εμπνέει το χάρισμα τούτο, στην αγάπη του Υιού της. Ταυτοχρόνως δε η «Τιμιωτέρα των Χερουβίμ και ενδοξοτέρα ασυγκρίτως των Σεραφίμ» να μας ενισχύει στον αγώνα της εφαρμογής του παναγίου θελήματος του Λατρευτού Κυρίου ημών Ιησού Χριστού.
Δέσποινα πρόσδεξαι τας δεήσεις των δούλων σου, και λύτρωσαι ημάς από πάσης ανάγκης και θλίψεως.Αμήν.

Κυριακή, Νοεμβρίου 20, 2011

Με αφορμή τα Εισόδια της Θεοτόκου - Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Χρυσοστόμου Β

 


Μακαριωτάτου Ἀρχιεπισκόπου Κύπρου κ.κ. Χρυσοστόμου Β΄
Εἶναι γνωστό ἀπό τήν Ἱερή Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας, ὅτι ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος, ἀφοῦ συμπλήρωσε τό τρίτο ἔτος τῆς ἡλικίας της, ὁδηγήθηκε ἀπό τούς ἁγίους γονεῖς της, τόν Ἰωακείμ καί τήν Ἄννα, «ἀποπληροῦσα πατρῴαν ἐπαγγελίαν», στό Ναό τῶν Ἱεροσολύμων. Ἐκεῖ, συνοδευόμενη ἀπό λαμπαδηφοροῦσες παρθένες, παραδόθηκε «ὡς τριετίζουσα δάμαλις» στόν ἱερέα Ζαχαρία, τόν πατέρα τοῦ Τιμίου Προδρόμου, ὡς ἀφιέρωμα εὐγνωμοσύνης στό Θεό. Στό Ναό παρέμεινε ἡ Θεοτόκος μέχρι τήν ἡλικία τῶν δεκαπέντε ἐτῶν καί, κατά τόν Ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ, «ἄγγελος ἔφερεν (σέ αὕτήν τροφήν), ἀφοῦ ἔζη μίαν ζωήν, ὡσάν εἰς τόν Παράδεισον... μίαν ζωήν ἀφρόντιστον, ἀπερίσπαστον, λύπης ἀμέτοχον, ἀνωτέραν τῶν παθῶν καί ὑψηλοτέραν πάσης ὀδυνηρᾶς ἡδονῆς· ἔζη μόνῳ τῷ Θεῷ· ἐβλέπετο ἀπό μόνον τόν Θεόν... καί εἰς τόν Θεόν μόνον ἦτο ἀφιερωμένη». Ἔτσι, «...ἐξ ἁπαλῶν ὀνύχων ἡνώθη μέ τόν Θεόν διά τῆς ἱερᾶς ἡσυχίας. Ἐπειδή μοναχή αὐτή ἀπό ὅλους ἀπό τόσον μικρόν παιδίον ὑπέρ φύσιν ἡσύχασε, καί μοναχή αὐτή τόν Θεάνθρωπον Λόγον ἀπειράνδρως ἐκυοφόρησεν» (Μετάφραση Ἁγ. Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου).
Ἡ εἴσοδος, λοιπόν, τῆς Κυρίας Θεοτόκου στό νομικό Ναό, ἑορτάζεται ἀπό τήν Ἁγία μας Ἐκκλησία ὡς τά Εἰσόδια τῆς Θεοτόκου, τά ὁποῖα προέβλεψε ὁ προφητάναξ Δαβίδ, λέγοντας: «Ἀπενεχθήσονται τῷ Βασιλεῖ παρθένοι ὀπίσω αὐτῆς, αἱ πλησίον αὐτῆς ἀπενεχθήσονταί σοι· ἀπενεχθήσονται ἐν εὐφροσύνῃ καί ἀγαλλιάσει, ἀχθήσονται εἰς ναόν Βασιλέως» (Ψαλμ. μδ΄, 15 16).
Τά Εἰσόδια τῆς Θεοτόκου στό Ναό τῶν Ἱεροσολύμων, μᾶς δίνουν τήν ἀφορμή νά ἐπισημάνουμε κάποια ἄλλα «εἰσόδια» σέ κάποιους ἄλλους «ναούς», τά ὁποῖα ἀλληλοδιαδόχως συνέβαλαν καί συμβάλλουν στήν πραγματοποίηση τοῦ σκοποῦ τῆς ζωῆς μας, δηλαδή τόν ἁγιασμό καί τήν ἐν Χριστῷ σωτηρία μας.
Ἡ λέξη ναός προέρχεται ἀπό τό ἀρχαῖο ρῆμα «ναίω», πού σημαίνει κατοικῶ. Ἑπομένως, ναός σημαίνει κατοικία.
Πρίν τά Εἰσόδια τῆς Παναγίας μας στό νομικό Ναό, προηγήθηκαν τά εἰσόδια τοῦ Θεοῦ σ’ αὐτόν, κατά τόν λόγο Του στό Λευϊτικό: «Καί θήσω τήν σκηνήν μου (κατοικίαν) ἐν ὑμῖν, καί οὐ βδελύξεται ἡ ψυχή μου ὑμᾶς, καί ἐμπεριπατήσω ἐν ὑμῖν· καί ἔσομαι ὑμῶν Θεός, καί ὑμεῖς ἔσεσθέ μοι λαός» (κεφ. κστ΄, 11 12).
«Ἀλήθεια, εἶναι δυνατόν νά κατοικήσει ὁ Θεός μαζί μέ τούς ἀνθρώπους στή γῆ; Ἐάν ὁ οὐρανός καί ὁ οὐρανός τοῦ οὐρανοῦ δέν σοῦ ἀρκοῦν (ὡς κατοικία), πῶς εἶναι δυνατόν νά σοῦ ἀρκεῖ αὐτός ὁ οἶκος πού οἰκοδόμησα “ἐν τῷ ὀνόματί σου”;», ἀναρωτήθηκε ὁ βασιλιάς Σολομών τήν ὥρα πού ἐγκαινίαζε τό μεγαλοπρεπῆ Ναό στά Ἱεροσόλυμα. Καί συνέχισε, προσευχόμενος: «(Σέ παρακαλῶ) νά προσέξεις τή δέησή μου, Κύριε, Θεέ τοῦ Ἰσραήλ, ὥστε νά εἶναι (συνεχῶς) οἱ ὀφθαλμοί σου στραμμένοι σ’ αὐτόν τόν οἶκο, μέρα καί νύχτα, στόν τόπο πού εἶπες ὅτι θά εἶναι τό ὄνομά σου ἐκεῖ» (Βασιλ. Γ΄ η΄, 27 29).
«Καί εἶπε ὁ Κύριος πρός αὐτόν (τόν Σολομῶντα)· ἄκουσα τή φωνή τῆς προσευχῆς σου... καί ἁγίασα τόν οἶκο τοῦτον, πού οἰκοδόμησες, γιά νά θέσω τό ὄνομά μου ἐκεῖ... καί νά εἶναι (συνεχῶς) ἐκεῖ (στραμμένοι) οἱ ὀφθαλμοί μου καί ἡ καρδία μου...» (Βασιλ. Γ΄ θ΄, 2 3).
Ἐδῶ πρέπει νά διευκρινίσουμε πώς λέγοντας ὁ Θεός ὅτι θά εἶναι διαρκῶς τό ὄνομά Του, οἱ ὀφθαλμοί Του καί ἡ καρδία Του στό Ναό, δέν ἐννοοῦσε ὅτι θά ἦταν οὐσιωδῶς παρών σ’ αὐτόν, ἀλλά ὅτι θά ἦταν παρών μέ τή Θεία Χάρη Του, δηλαδή τίς ἄκτιστες Θεῖες Ἐνέργειές Του.
Σέ αὐτό, λοιπόν, τό Ναό, τό Ἱερό Κατοικητήριο τοῦ Θεοῦ, εἰσόδευσε ἡ Κυρία Θεοτόκος. Γιατί; Διότι ὁ Ναός προεικόνιζε τήν Παναγία μας, στήν ὁποία εἰσόδευσε καί κατοίκησε ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ, στό πρόσωπο τοῦ Ὁποίου ἑνώθηκαν «ἀσυγχύτως, ἀτρέπτως, ἀχωρίστως καί ἀδιαιρέτως» ἡ Θεία Φύση (Οὐσία) καί ἡ ἀνθρώπινη φύση (οὐσία).
Ἡ Παναγία μας, λοιπόν, ἀπ’ τήν ὁποία δανείστηκε τήν ἀνθρώπινη φύση ὁ Θεάνθρωπος, δέχθηκε μέσα της οὐσιωδῶς τόν Ἴδιο τό Θεό, γι’ αὐτό καί «ἐδείχθη Πλατυτέρα τῶν οὐρανῶν βαστάσασα τόν Κτίστην». Γι’ αὐτό καί ἀναδείχθηκε «ὁ καθαρώτατος ναός τοῦ Σωτῆρος, ἡ πολυτίμητος παστάς καί παρθένος, τό ἱερόν θησαύρισμα τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ...», ὅπως λέει τό Κοντάκιο τῆς ἑορτῆς τῶν Εἰσοδίων.
Ναός Θεοῦ, ὅμως, δέν ἀναδείχθηκε μόνο ἡ Θεοτόκος. Ὁ Ἴδιος ὁ Θεάνθρωπος Κύριος ἀποκαλεῖ τόν Ἑαυτό Του ναό, λέγοντας πρός τούς Ἰουδαίους: «Λύσατε τόν ναόν τοῦτον, καί ἐν τρισίν ἡμέραις ἐγερῶ αὐτόν... Ἐκεῖνος δέ ἔλεγε περί τοῦ ναοῦ τοῦ σώματος αὐτοῦ» (Ἰωάν. β΄, 19 21). Καί εἶναι ναός ὁ Κύριος διότι «ἐν αὐτῷ κατοικεῖ πᾶν τό πλήρωμα τῆς Θεότητος σωματικῶς» (Κολ. β΄, 9). Παραλλήλως, ὅμως, γίνεται μέ τρόπο ἀκατάληπτο, ἀλλά καί πραγματικό, καί δικός μας ναός ὡς Κεφαλή τοῦ Σώματος τῆς Ἐκκλησίας, στήν Ὁποία μᾶς καλεῖ νά εἰσοδεύσουμε καί νά κατοικήσουμε μέ τό Ἅγιο Βάπτισμα. Ἔτσι, τό Βάπτισμά μας εἶναι τά προσωπικά μας Εἰσόδια στό Ναό Ἰησοῦ Χριστό, ἐντός τοῦ Ὁποίου συντελεῖται «σύν πᾶσι τοῖς ἁγίοις» τό μυστήριο τῆς σωτηρίας μας. Μέσα στήν Ἐκκλησία ὁ πεπτωκώς καί ἀρρωστημένος ἄνθρωπος θεραπεύεται, φωτίζεται καί ἁγιάζεται.
Ἡ ἀλληλουχία, ὅμως, τῶν εἰσοδίων συνεχίζεται μέ τρόπο μυστικό, ἀσύλληπτο, ἀλλά καί πάλι πραγματικό. Μέσα στό Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας γινόμαστε καί ἐμεῖς ναοί–κατοικητήρια τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ, ὅπως ὁ Ἴδιος μᾶς λέει, εἰσοδεύει ἐντός μας. Πῶς ἐπιτυγχάνεται αὐτό; Μέ δύο τρόπους κυρίως:
Πρῶτα, μέ τήν ἀγάπη πρός τό Θεό, πού ἀποδεικνύεται μέ τήν τήρηση τῶν ἐντολῶν Του. «Ἐάν τις ἀγαπᾷ με (λέει ὁ Κύριος), τόν λόγον μου τηρήσει, καί ὁ Πατήρ μου ἀγαπήσει αὐτόν, καί πρός αὐτόν ἐλευσόμεθα καί μονήν (τόπο διαμονῆς) παρ’ αὐτῷ ποιήσομεν» (Ἰωάν. ιδ΄, 23).
Ἔπειτα, εἰσέρχεται μέσα μας ὁ Κύριος μέ τό μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας, καθιστώντας μας ναούς Του. Λέει χαρακτηριστικά ἕνα ἀπό τά τροπάρια τῆς ἀκολουθίας τῆς Θείας Μεταλήψεως: «Τάς ἀνομίας μου πάριδε Κύριε, ὁ ἐκ Παρθένου τεχθείς, καί τήν καρδίαν μου καθάρισον, ναόν αὐτήν ποιῶν τοῦ ἀχράντου Σου Σώματος καί Αἵματος».
Ἄλλωστε, καί ὁ θεῖος Παῦλος μᾶς τονίζει: «Ὁ γάρ ναός τοῦ Θεοῦ ἅγιός ἐστιν, οἵτινές ἐστε ὑμεῖς» (Α΄ Κορ. γ΄, 17), πρᾶγμα πού ἐπαναλαμβάνει καί σ’ ἄλλες περιπτώσεις.
Ἐδῶ γεννᾶται τό εὔλογο ἐρώτημα: Γιατί ὅλα αὐτά τά ἀλλεπάλληλα εἰσόδια; Ἀσφαλῶς, γιά νά μᾶς προετοιμάσουν, ὥστε νά κάνουμε τά τελευταῖα καί σπουδαιότερα εἰσόδιά μας στή μόνιμη κατοικία μας, τήν ἄνω Ἱερουσαλήμ, ὅπου κατά τόν Ἅγιο Ἰωάννη τόν Θεολόγο «καί ναόν οὐκ εἶδον ἐν αὐτῇ· ὁ γάρ Κύριος ὁ Θεός ὁ Παντοκράτωρ ναός αὐτῆς ἐστι, καί τό ἀρνίον» (Ἀποκ. κα΄, 22).
Εὔχομαι νά ἀξιωθοῦμε ὅλοι, μέ τίς πρεσβεῖες τῆς Κυρίας Θεοτόκου, νά ἀκούσουμε «τόν ἐξ αὐτῆς τεχθέντα» νά μᾶς καλεῖ τήν ἡμέρα τῆς Κρίσεως μέ τόν χαρμόσυνο λόγο Του: «Εὖ, δοῦλε ἀγαθέ καί πιστέ!... εἴσελθε εἰς τήν χαράν τοῦ Κυρίου σου» (Ματθ. κε΄, 23). Γένοιτο!

Με αφορμή τα Εισόδια της Θεοτόκου - Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Χρυσοστόμου Β

 


Μακαριωτάτου Ἀρχιεπισκόπου Κύπρου κ.κ. Χρυσοστόμου Β΄
Εἶναι γνωστό ἀπό τήν Ἱερή Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας, ὅτι ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος, ἀφοῦ συμπλήρωσε τό τρίτο ἔτος τῆς ἡλικίας της, ὁδηγήθηκε ἀπό τούς ἁγίους γονεῖς της, τόν Ἰωακείμ καί τήν Ἄννα, «ἀποπληροῦσα πατρῴαν ἐπαγγελίαν», στό Ναό τῶν Ἱεροσολύμων. Ἐκεῖ, συνοδευόμενη ἀπό λαμπαδηφοροῦσες παρθένες, παραδόθηκε «ὡς τριετίζουσα δάμαλις» στόν ἱερέα Ζαχαρία, τόν πατέρα τοῦ Τιμίου Προδρόμου, ὡς ἀφιέρωμα εὐγνωμοσύνης στό Θεό. Στό Ναό παρέμεινε ἡ Θεοτόκος μέχρι τήν ἡλικία τῶν δεκαπέντε ἐτῶν καί, κατά τόν Ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ, «ἄγγελος ἔφερεν (σέ αὕτήν τροφήν), ἀφοῦ ἔζη μίαν ζωήν, ὡσάν εἰς τόν Παράδεισον... μίαν ζωήν ἀφρόντιστον, ἀπερίσπαστον, λύπης ἀμέτοχον, ἀνωτέραν τῶν παθῶν καί ὑψηλοτέραν πάσης ὀδυνηρᾶς ἡδονῆς· ἔζη μόνῳ τῷ Θεῷ· ἐβλέπετο ἀπό μόνον τόν Θεόν... καί εἰς τόν Θεόν μόνον ἦτο ἀφιερωμένη». Ἔτσι, «...ἐξ ἁπαλῶν ὀνύχων ἡνώθη μέ τόν Θεόν διά τῆς ἱερᾶς ἡσυχίας. Ἐπειδή μοναχή αὐτή ἀπό ὅλους ἀπό τόσον μικρόν παιδίον ὑπέρ φύσιν ἡσύχασε, καί μοναχή αὐτή τόν Θεάνθρωπον Λόγον ἀπειράνδρως ἐκυοφόρησεν» (Μετάφραση Ἁγ. Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου).
Ἡ εἴσοδος, λοιπόν, τῆς Κυρίας Θεοτόκου στό νομικό Ναό, ἑορτάζεται ἀπό τήν Ἁγία μας Ἐκκλησία ὡς τά Εἰσόδια τῆς Θεοτόκου, τά ὁποῖα προέβλεψε ὁ προφητάναξ Δαβίδ, λέγοντας: «Ἀπενεχθήσονται τῷ Βασιλεῖ παρθένοι ὀπίσω αὐτῆς, αἱ πλησίον αὐτῆς ἀπενεχθήσονταί σοι· ἀπενεχθήσονται ἐν εὐφροσύνῃ καί ἀγαλλιάσει, ἀχθήσονται εἰς ναόν Βασιλέως» (Ψαλμ. μδ΄, 15 16).
Τά Εἰσόδια τῆς Θεοτόκου στό Ναό τῶν Ἱεροσολύμων, μᾶς δίνουν τήν ἀφορμή νά ἐπισημάνουμε κάποια ἄλλα «εἰσόδια» σέ κάποιους ἄλλους «ναούς», τά ὁποῖα ἀλληλοδιαδόχως συνέβαλαν καί συμβάλλουν στήν πραγματοποίηση τοῦ σκοποῦ τῆς ζωῆς μας, δηλαδή τόν ἁγιασμό καί τήν ἐν Χριστῷ σωτηρία μας.
Ἡ λέξη ναός προέρχεται ἀπό τό ἀρχαῖο ρῆμα «ναίω», πού σημαίνει κατοικῶ. Ἑπομένως, ναός σημαίνει κατοικία.
Πρίν τά Εἰσόδια τῆς Παναγίας μας στό νομικό Ναό, προηγήθηκαν τά εἰσόδια τοῦ Θεοῦ σ’ αὐτόν, κατά τόν λόγο Του στό Λευϊτικό: «Καί θήσω τήν σκηνήν μου (κατοικίαν) ἐν ὑμῖν, καί οὐ βδελύξεται ἡ ψυχή μου ὑμᾶς, καί ἐμπεριπατήσω ἐν ὑμῖν· καί ἔσομαι ὑμῶν Θεός, καί ὑμεῖς ἔσεσθέ μοι λαός» (κεφ. κστ΄, 11 12).
«Ἀλήθεια, εἶναι δυνατόν νά κατοικήσει ὁ Θεός μαζί μέ τούς ἀνθρώπους στή γῆ; Ἐάν ὁ οὐρανός καί ὁ οὐρανός τοῦ οὐρανοῦ δέν σοῦ ἀρκοῦν (ὡς κατοικία), πῶς εἶναι δυνατόν νά σοῦ ἀρκεῖ αὐτός ὁ οἶκος πού οἰκοδόμησα “ἐν τῷ ὀνόματί σου”;», ἀναρωτήθηκε ὁ βασιλιάς Σολομών τήν ὥρα πού ἐγκαινίαζε τό μεγαλοπρεπῆ Ναό στά Ἱεροσόλυμα. Καί συνέχισε, προσευχόμενος: «(Σέ παρακαλῶ) νά προσέξεις τή δέησή μου, Κύριε, Θεέ τοῦ Ἰσραήλ, ὥστε νά εἶναι (συνεχῶς) οἱ ὀφθαλμοί σου στραμμένοι σ’ αὐτόν τόν οἶκο, μέρα καί νύχτα, στόν τόπο πού εἶπες ὅτι θά εἶναι τό ὄνομά σου ἐκεῖ» (Βασιλ. Γ΄ η΄, 27 29).
«Καί εἶπε ὁ Κύριος πρός αὐτόν (τόν Σολομῶντα)· ἄκουσα τή φωνή τῆς προσευχῆς σου... καί ἁγίασα τόν οἶκο τοῦτον, πού οἰκοδόμησες, γιά νά θέσω τό ὄνομά μου ἐκεῖ... καί νά εἶναι (συνεχῶς) ἐκεῖ (στραμμένοι) οἱ ὀφθαλμοί μου καί ἡ καρδία μου...» (Βασιλ. Γ΄ θ΄, 2 3).
Ἐδῶ πρέπει νά διευκρινίσουμε πώς λέγοντας ὁ Θεός ὅτι θά εἶναι διαρκῶς τό ὄνομά Του, οἱ ὀφθαλμοί Του καί ἡ καρδία Του στό Ναό, δέν ἐννοοῦσε ὅτι θά ἦταν οὐσιωδῶς παρών σ’ αὐτόν, ἀλλά ὅτι θά ἦταν παρών μέ τή Θεία Χάρη Του, δηλαδή τίς ἄκτιστες Θεῖες Ἐνέργειές Του.
Σέ αὐτό, λοιπόν, τό Ναό, τό Ἱερό Κατοικητήριο τοῦ Θεοῦ, εἰσόδευσε ἡ Κυρία Θεοτόκος. Γιατί; Διότι ὁ Ναός προεικόνιζε τήν Παναγία μας, στήν ὁποία εἰσόδευσε καί κατοίκησε ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ, στό πρόσωπο τοῦ Ὁποίου ἑνώθηκαν «ἀσυγχύτως, ἀτρέπτως, ἀχωρίστως καί ἀδιαιρέτως» ἡ Θεία Φύση (Οὐσία) καί ἡ ἀνθρώπινη φύση (οὐσία).
Ἡ Παναγία μας, λοιπόν, ἀπ’ τήν ὁποία δανείστηκε τήν ἀνθρώπινη φύση ὁ Θεάνθρωπος, δέχθηκε μέσα της οὐσιωδῶς τόν Ἴδιο τό Θεό, γι’ αὐτό καί «ἐδείχθη Πλατυτέρα τῶν οὐρανῶν βαστάσασα τόν Κτίστην». Γι’ αὐτό καί ἀναδείχθηκε «ὁ καθαρώτατος ναός τοῦ Σωτῆρος, ἡ πολυτίμητος παστάς καί παρθένος, τό ἱερόν θησαύρισμα τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ...», ὅπως λέει τό Κοντάκιο τῆς ἑορτῆς τῶν Εἰσοδίων.
Ναός Θεοῦ, ὅμως, δέν ἀναδείχθηκε μόνο ἡ Θεοτόκος. Ὁ Ἴδιος ὁ Θεάνθρωπος Κύριος ἀποκαλεῖ τόν Ἑαυτό Του ναό, λέγοντας πρός τούς Ἰουδαίους: «Λύσατε τόν ναόν τοῦτον, καί ἐν τρισίν ἡμέραις ἐγερῶ αὐτόν... Ἐκεῖνος δέ ἔλεγε περί τοῦ ναοῦ τοῦ σώματος αὐτοῦ» (Ἰωάν. β΄, 19 21). Καί εἶναι ναός ὁ Κύριος διότι «ἐν αὐτῷ κατοικεῖ πᾶν τό πλήρωμα τῆς Θεότητος σωματικῶς» (Κολ. β΄, 9). Παραλλήλως, ὅμως, γίνεται μέ τρόπο ἀκατάληπτο, ἀλλά καί πραγματικό, καί δικός μας ναός ὡς Κεφαλή τοῦ Σώματος τῆς Ἐκκλησίας, στήν Ὁποία μᾶς καλεῖ νά εἰσοδεύσουμε καί νά κατοικήσουμε μέ τό Ἅγιο Βάπτισμα. Ἔτσι, τό Βάπτισμά μας εἶναι τά προσωπικά μας Εἰσόδια στό Ναό Ἰησοῦ Χριστό, ἐντός τοῦ Ὁποίου συντελεῖται «σύν πᾶσι τοῖς ἁγίοις» τό μυστήριο τῆς σωτηρίας μας. Μέσα στήν Ἐκκλησία ὁ πεπτωκώς καί ἀρρωστημένος ἄνθρωπος θεραπεύεται, φωτίζεται καί ἁγιάζεται.
Ἡ ἀλληλουχία, ὅμως, τῶν εἰσοδίων συνεχίζεται μέ τρόπο μυστικό, ἀσύλληπτο, ἀλλά καί πάλι πραγματικό. Μέσα στό Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας γινόμαστε καί ἐμεῖς ναοί–κατοικητήρια τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ, ὅπως ὁ Ἴδιος μᾶς λέει, εἰσοδεύει ἐντός μας. Πῶς ἐπιτυγχάνεται αὐτό; Μέ δύο τρόπους κυρίως:
Πρῶτα, μέ τήν ἀγάπη πρός τό Θεό, πού ἀποδεικνύεται μέ τήν τήρηση τῶν ἐντολῶν Του. «Ἐάν τις ἀγαπᾷ με (λέει ὁ Κύριος), τόν λόγον μου τηρήσει, καί ὁ Πατήρ μου ἀγαπήσει αὐτόν, καί πρός αὐτόν ἐλευσόμεθα καί μονήν (τόπο διαμονῆς) παρ’ αὐτῷ ποιήσομεν» (Ἰωάν. ιδ΄, 23).
Ἔπειτα, εἰσέρχεται μέσα μας ὁ Κύριος μέ τό μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας, καθιστώντας μας ναούς Του. Λέει χαρακτηριστικά ἕνα ἀπό τά τροπάρια τῆς ἀκολουθίας τῆς Θείας Μεταλήψεως: «Τάς ἀνομίας μου πάριδε Κύριε, ὁ ἐκ Παρθένου τεχθείς, καί τήν καρδίαν μου καθάρισον, ναόν αὐτήν ποιῶν τοῦ ἀχράντου Σου Σώματος καί Αἵματος».
Ἄλλωστε, καί ὁ θεῖος Παῦλος μᾶς τονίζει: «Ὁ γάρ ναός τοῦ Θεοῦ ἅγιός ἐστιν, οἵτινές ἐστε ὑμεῖς» (Α΄ Κορ. γ΄, 17), πρᾶγμα πού ἐπαναλαμβάνει καί σ’ ἄλλες περιπτώσεις.
Ἐδῶ γεννᾶται τό εὔλογο ἐρώτημα: Γιατί ὅλα αὐτά τά ἀλλεπάλληλα εἰσόδια; Ἀσφαλῶς, γιά νά μᾶς προετοιμάσουν, ὥστε νά κάνουμε τά τελευταῖα καί σπουδαιότερα εἰσόδιά μας στή μόνιμη κατοικία μας, τήν ἄνω Ἱερουσαλήμ, ὅπου κατά τόν Ἅγιο Ἰωάννη τόν Θεολόγο «καί ναόν οὐκ εἶδον ἐν αὐτῇ· ὁ γάρ Κύριος ὁ Θεός ὁ Παντοκράτωρ ναός αὐτῆς ἐστι, καί τό ἀρνίον» (Ἀποκ. κα΄, 22).
Εὔχομαι νά ἀξιωθοῦμε ὅλοι, μέ τίς πρεσβεῖες τῆς Κυρίας Θεοτόκου, νά ἀκούσουμε «τόν ἐξ αὐτῆς τεχθέντα» νά μᾶς καλεῖ τήν ἡμέρα τῆς Κρίσεως μέ τόν χαρμόσυνο λόγο Του: «Εὖ, δοῦλε ἀγαθέ καί πιστέ!... εἴσελθε εἰς τήν χαράν τοῦ Κυρίου σου» (Ματθ. κε΄, 23). Γένοιτο!

Τα εισόδια της Θεοτόκου

theotokos_eisodiaΤα Εισόδια της Παναγίας μας, που η Εκκλησία μας τα γιορτάζει στις 21 Νοεμβρίου, είναι μία από τις πολλές θεομητορικές γιορτές. Και θυμόμαστε αυτή τη μέρα την είσοδο της Παναγίας στο Ναο και την αφιέρωσή της στο Θεο εκ μέρους των ευλαβεστάτων γονέων της, του Ιωακείμ και της Άννης. Εκ πρώτης όψεως, η γιορτή αυτή φαίνεται να μας υπενθυμίζει απλώς κάποιο γεγονός που συνέβη κάποτε, χωρίς να διαπιστώνεται ένα βαθύτερο νόημα. Ωστόσο υπάρχει κάτι που θα μπορούσε κανείς να το προσέξει και να διδαχτεί από αυτό. Και αυτό το κάτι είναι η απόφαση των ευλαβών γονέων να οδηγήσουν οι ίδιοι το παιδί τους στο Θεο και να το αφιερώσουν στο Ναο Του, γνωρίζοντας, από δική τους εμπειρία, την αξία αυτής της ενέργείας τους. Να ένα παράδειγμα προς μίμηση για τούς γονείς όλων των εποχών.
Η νεολαία, τα παιδιά, υπήρξαν το εκλεκτότερο τίμημα της Ανθρωπότητας. Σ αυτήν στήριξε πάντοτε τις ελπίδες της η κοινωνία για ένα καλύτερο μέλλον. Γι αυτό και οι ευθύνες όλων μας, και κυρίως των γονέων, είναι τεράστιες απέναντι στα παιδιά και τούς νέους γενικότερα. Ανάλογα με τις κατευθύνσεις που τούς δίνουμε, δρέπουμε κατά καιρούς και τούς καρπούς. Ομως είναι αναγκαίο να συνειδητοποιήσουν οι γονείς τελικά ότι μόνον ο Χριστός και η Εκκλησία, χωρίς κανένα ιδιοτελές αντίκρυσμα και συμφέρον, αποβλέπουν αποκλειστικά και μόνον στην πραγματική ευτυχία των νέων μέσα σε καθαρούς, διάφανους και υγιείς ορίζοντες, μακριά από σκοπιμότητες και υπολογισμούς.
Αρκετοί γονείς, όμως, δυστυχώς, μπορεί να προσφέρουν τα πάντα στα παιδιά τους, δεν θεωρούν όμως καθόλου απαραίτητο να τα οδηγήσουν κοντά στο Θεο δια της Εκκλησίας, είτε γιατί οι ίδιοι ποτέ δεν είχαν τέτοιου είδους εμπειρία είτε γιατί είχαν σχηματίσει την εντύπωση ότι μέσα στην Εκκλησία υπάρχει ο σκοταδισμός, ο αναχρονισμός, η καθυστέρηση, η εκμηδένιση της προσωπικότητας. Και το μεγαλύτερο πρόβλημα το έχουν οι γονείς αυτοί, αν κάποιο παιδί τους κάποια στιγμή, κατά Χαριν Θεού, αναπτύξει κάποιες στενότερες σχέσεις με την Εκκλησία και φοβούνται τότε ότι αυτό το παιδί τους θα γίνει παπάς η καλόγερος, σαν και αυτό να ήταν το τρομερότερο πράγμα που θα μπορούσε να συμβεί στον κόσμο. Κρίμα που υπάρχουν γονείς που σκέπτονται έτσι κάποιες φορές, αδικώντας κατάφωρα την Εκκλησία. Γιατί στ αλήθεια, κανείς δεν μπορεί στα σοβαρά να δεχτεί ότι ο Χριστός και η Εκκλησία έχουν ανάγκη να «στρατολογούν» οπαδούς. Ούτε και μπορεί να γίνει κάποιος κληρικός η μοναχός εκβιαστικά, αν δεν το θέλει ο ίδιος η αν εκ Θεού δεν έχει αυτόν τον προορισμό.
Ποσο λανθασμένες και άδικες είναι αυτές οι απόψεις κάποιων συνανθρώπων μας που τόσο αρνητικά επηρεάζουν και αρκετούς γονείς να μην οδηγούν τα παιδιά τους κοντά στην Εκκλησία, μας το βεβαιώνουν κάποια λόγια του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου. Λογια που ειπώθηκαν πριν από δεκαπέντε περίπου αιώνες και που δείχνουν το ακριβώς αντίθετο από αυτό που πιστεύουν αρκετοί Έλληνες σήμερα. Έλεγε λοιπόν ο άγιος Χρυσόστομος «Ου γαρ ανάγκη εστί τούς παίδας μονάζοντας γενέσθαι. Χριστιανούς αυτούς χρη γενέσθαι». Θα πουν τα λόγια αυτά «Δεν είναι ανάγκη να κάνουμε τούς νέους μοναχούς η ασκητές, αντικοινωνικούς η απόκοσμους. Είναι όμως ανάγκη να τούς κάνουμε καλούς και συνειδητούς χριστιανούς και για το δικό τους καλό, αλλά και για την ευτυχία των ίδιων των νέων». Δεν πιστεύω να υπάρχουν πιο ρεαλιστικά λόγια από αυτά, που ειπώθηκαν μάλιστα δια στόματος ενός σημαντικότατου εκκλησιαστικού ανδρός.
Δεν είναι «καταπιεστικός» ο Χριστός, όπως νομίζουν πολλοί γονείς και γενικά αρκετοί άνθρωποι. Απλώς τιθασεύει και ομολογεί σωστά τη δραστηριότητα των νέων, για να γίνουν αυτοί περισσότερο δημιουργικοί και ολοκληρωμένοι. Είχα διαβάσει κάπου «Το άλογο δεν πάει μπροστά, αν δεν το ζέψεις. Ο ατμός δεν κινεί τη μηχανή, αν δεν τον περιορίσεις. Κανένας καταρράκτης δε γίνεται φως και κινητήρια δύναμη, παρά όταν τον βάλεις σε κανάλι και η ζωη ποτέ δεν γίνεται μεγάλη, αν δεν την προσανατολίσει κανείς, αν δεν την συγκεντρώσει και δεν πειθαρχήσει κανείς σε μια ορισμένη ιδέα».
Γράφει: Αντώνιος Κουριάς

Τα Εισόδια της Παναγίας


Η σημερινή Θεομητορική εορτή των Εισοδίων της Παναγίας μας διαθέτει αγαπητοί αδελφοί υπέροχα μηνύματα. Στην μεγάλη αυτή εορτή μπορεί να διακρίνει κανείς την διάθεση των γονέων της Παρθένου να οδηγήσουν τα βήματα της μονάκριβης κόρης τους στον Ναό του Θεού και στην συνέχεια την προθυμία της μικρής Μαριάμ να παραμείνει για μεγάλο χρονικό διάστημα σ΄ αυτόν τον ιερό και αγιασμένο χώρο.
Ο Ιωακείμ και η Άννα άνθρωποι δίκαιοι ενώπιον του Θεού και των ανθρώπων δεν είχαν αποκτήσει παιδί και έτσι η λύπη τους ήταν μεγάλη και μεγάλωνε ακόμη περισσότερο όταν έβλεπαν τα χρόνια να κυλούν, και τα μαλλιά τους να ασπρίζουν. Ήθελαν και αυτοί, λίγη χαρά να μπει στο σπιτικό τους και ακόμη περισσότερο να αποκτήσουν ένα αποκούμπι στα γεράματά τους. Η μοναδική προσευχή που έβγαινε μέσα από την καρδιά τους ήταν να κρατήσουν στα χέρια τους το Ουράνιο δώρο, το πολυπόθητο παιδί στο οποίο είχαν αφιερώσει όλα τα όνειρά τους. Και να! Ο Άγιος Θεός που ακούει τις προσευχές των δικαίων και εκείνων που πορεύονται στον δρόμο του Θείου Του θελήματος τους δίνει ότι επίμονα και με πόνο ψυχής ζητούσαν. Ένα παιδί! Ένα παιδί το οποίο έμελλε αργότερα να γίνει το Παλάτι και ο Θρόνος του Επουράνιου Βασιλέως. Όταν η μικρή Μαριάμ έφτασε στα τρία χρόνια από την γέννηση της, οι ευσεβείς γονείς ο Ιωακείμ κ η Άννα οδήγησαν τα βήματά της στον Ναό εκπληρώνοντας το τάμα που είχαν κάνει και την υπόσχεση που είχαν δώσει ότι θα αφιέρωναν στον Ύψιστο το παιδί που θα τους χάριζε.
Τα Εισόδια της Παναγίας μας που γιορτάζουμε σήμερα ας γίνουν αφορμή να προετοιμάζουμε κ εμείς τα δικά μας «εισόδια» στον Ναό, όταν ερχόμαστε για να εκκλησιασθούμε.Στοιχείο σημαντικότατο της πνευματικής μας ζωής είναι η παρουσία μας εδώ στην ζεστή αγκαλιά του Ι. Ναού. Όταν περνάμε το κατώφλι της Εκκλησίας νοιώθουμε ότι μπαίνουμε σε έναν άλλον κόσμο· και πραγματικά Τύπος και σύμβολο του Ουρανού είναι ο Ναός ο οποίος είναι και καράβι που μας οδηγεί σε ασφαλές λιμάνι.
Δεν πρέπει όμως να παραλείψουμε να αναφέρουμε ότι Εκκλησία δεν είναι μόνον, ο Ναός το κτίριο δηλ. μέσα στο οποίο γίνεται η Θ. Λειτουργία αλλά Εκκλησία κυρίως είναι η Σύναξη, η συνάθροιση, η συγκέντρωση των πιστών σ΄ έναν συγκεκριμένο χώρο που είναι ο Ναός, για την λατρεία του Τριαδικού Θεού. Όταν κανείς από εμάς έρχεται σ΄ αυτήν την Σύναξη, επικοινωνεί με τον ίδιο τον Κύριο καθώς επίσης και με τους αδελφούς του σύμφωνα με τα λόγια του ιδρυτού της Εκκλησίας «όπου είναι δύο η τρεις μαζεμένοι στο όνομα μου εκεί ανάμεσα τους βρίσκομαι και εγώ».
Γι΄ αυτό η ευλαβική ψυχή αισθάνεται την ανάγκη να επισκέπτεται τακτικά τον Ι. Ναό. Αισθάνεται έντονη την επιθυμία να βρεθεί ανάμεσα στους Αγίους, κάτω από το αμυδρό φως των κανδηλιών και μαζί με την υπόλοιπη Ενοριακή Κοινότητα να λατρεύσει τον αγαπημένο Ιησού. Τι συγκινητικό που είναι το θέαμα νεαρές μητέρες να οδηγούν τα παιδιά τους στην Εκκλησία όπως ακριβώς έκαναν οι γονείς της Παναγίας να τα φέρνουν μπροστά στο Αγ. Ποτήριο, να τα κοινωνούν, να τους μαθαίνουν να κάνουν τον σταυρό τους, να ασπάζονται τις αγ. Εικόνες. Μαζί με τις μητέρες έρχονται οι γιαγιάδες, οι ευσεβείς παππούδες οι οποίοι με την παρουσία τους εδώ τονίζουν έμπρακτα στα παιδιά τους ή στα εγγόνια τους την αναγκαιότητα του εκκλησιασμού. Ευλογημένες Ελληνικές οικογένειες που κράτησαν τιμόνι και αντιστάθηκαν στην ισοπέδωση των αξιών και των παραδόσεων. Γονείς οι οποίοι συνεχίζουν αυτήν την ιερή υποχρέωση, να την μεταδίδουν στα παιδιά τους με το προσωπικό τους παράδειγμα. Είναι μεγάλη η ευθύνη που έχουν οι σημερινοί γονείς έναντι των παιδιών τους .
Ευτυχώς που υπάρχουν εκείνοι διότι ο θεσμός της οικογένειας είναι η βάση, και το θεμέλιο της πνευματικής ζωής . Από την άλλη η προθυμία της Παναγίας να παραμείνει στον Οίκο του Θεού μπορεί να σηματοδοτήσει και την δική μας διάθεση και προθυμία, να μπαίνουμε στον Ναό, να στεκόμαστε κάτω από το βλέμμα του Παντοκράτορα ή να αφήνουμε την γλυκιά ευωδία του θυμιάματος και των προσευχών να γεμίζουν την καρδιά μας και να μεταφέρουν την σκέψη μας στα Ουράνια, όπου με αγγελικές υμνωδίες και υπερκόσμια θυμιάματα λατρεύεται ο Θεός μας. Η αγκαλιά του Ναού, αγαπητοί μου αδελφοί, είναι πολύ μεγάλη και φιλόξενη. Μέσα στον Ναό υπάρχει πάντοτε μια θέση για όλους και για μικρούς και για μεγάλους και για άνδρες και για γυναίκες.
Είναι η θέση που μας έχει χαρίσει ο Ουράνιος Πατέρας, και που θέλει να κατέχουμε πάντα. Ας μην αφήνουμε την θέση αυτήν κενή, διότι η απουσία μας πικραίνει ιδιαίτερα τον Κύριο ο οποίος σαν πνευματικός οικογενειάρχης που είναι χαίρεται και ευφραίνεται όταν βλέπει τα παιδιά του γύρω από πνευματικό Τραπέζι της Θ. Ευχαριστίας και όταν βρισκόμαστε μέσα στον Ναό ας αναφώνουμε μαζί με τον προφήτη Δαυίδ τα λόγια του ψαλμού, λόγια που σίγουρα αντιπροσώπευαν τα συναισθήματα και της Παναγίας μας : «Πόσο αγαπητός σε μένα είναι ο Ναός Σου, Κύριε των Δυνάμεων, ποθεί και λαχταρά η ψυχή μου να βρίσκεται στις Άγιες Αυλές Σου»
http://www.inagiounikolaoutouneou.gr/apps/gr/stem/prosfatosundaykirigma.html

Μισθωτοὶ ποιμένες, μισθωμένοι ἄρχοντες.

  Μισθωτοὶ ποιμένες, μισθωμένοι ἄρχοντες. Γεώργιος Κ. Τζανάκης . Ἀκρωτήρι Χανίων Σχετικῶς μὲ τὸ θέμα τῶν αὐξήσεων τῶν μισθῶν τῶν ἀρχιερέων, ...