Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Σάββατο, Νοεμβρίου 26, 2011

Αγιος Νίκων ο μετανοείτε!

Ο  Όσιος Νίκων γεννήθηκε σε ένα χωριό του Πόντου, κοντά στην Τραπεζούντα στις αρχές του 10ου μ.Χ. αιώνος. Ήταν γόνος επιφανών και ευσεβεστάτων γονέων και από μικρός ήταν αφοσιωμένος στα θεία με όλη του τη ψυχή,ακολουθώντας το παράδειγμα των γονέων του.
Σαν παιδί περιφρονούσε τις διασκεδάσεις, τους χορούς και γενικά τις κοσμικές τέρψεις της εποχής του και ζούσε βίο εγκρατή επιθυμώντας να αφιερωθεί στο Θεό.
Ο πατέρας του ήταν πολύ πλούσιος γαιοκτήμονας και θα μπορούσε να εξασφαλίσει στο γιο του όλα τα μέσα για μια άνετη ζωή.

Πλην όμως ο μικρός Νικήτας -έτσι ήταν το όνομα του Αγίου πριν γίνει μοναχός-θεωρούσε ως μάταια και απατηλά τα αγαθά του παρόντος κόσμου και επιθυμούσε την κατάκτηση της αιωνιότητος και της σωτηρίας, ψάχνοντας για την κατάλληλη ευκαιρία.
Μια ημέρα, λοιπόν, ο πατέρας του τον έστειλε ναεπισκεφθεί την αγροτική περιουσία του.
Η αφθονία των χτημάτων όμως δεν προξένησε καμιά ευχαρίστηση στην ψυχή του, αλλά αντίθετα η αθλιότητα την οποία παρατήρησε στους φτωχούς εργάτες, γέννησε μέσα στην ψυχή του ένα αίσθημα συμπαθείας μεν προς τους φτωχούς καλλιεργητές, και αποστροφής από την άλλη προς τη ζωή, του κόσμου και της ύλης.
Έτσι, εγκατέλειψε τα πλούτη, την οικογένειά του, την πατρίδα του, ακολούθησε δύσβατους δρόμους και έφτασε στο μοναστήρι της Χρυσής Πέτρας. Εκεί έλαβε το αγγελικό σχήμα του μοναχού και από Νικήτας ονομάστηκε Νίκωνας.
Στη μονή ο Νίκων προόδευε συνεχώς πνευματικά, τόσο με την προσευχή και τη μελέτη, όσο και με την εργασία και την εγκράτεια.
Η παραμονή του όμως δεν διάρκεσε πάνω από 12 χρόνια. Οι αναζητήσεις του πατέρα του τον ανάγκασαν να εγκαταλείψει το μοναστήρι και να διαμείνει για τρία ολόκληρα χρόνια σε τόπους έρημους και άγνωστους.
Στη συνέχεια ο Όσιος Νίκων αναλαμβάνει ιεραποστολική δράση, γίνεται μέγας κήρυκας του ευαγγελίου και συνισταμένη του κηρύγματός του είναι η μετάνοια. Σαν άλλος, λοιπόν, Ιωάννης Πρόδρομος, κήρυττε στα πλήθη και τους ζητούσε να μετανοήσουν. Γι' αυτό ακριβώς έλαβε και την προσωνυμία Νίκων "ο Μετανοείτε".
Ο Νίκων, αφού περιήλθε πολλές χώρες της Ανατολής, έφθασε στη νήσο Κρήτη, όπου παρέμεινε 7 χρόνια (962-969) και κατόρθωσε να οδηγήσει πολλούς από τους κατοίκους του νησιού στην αληθινή χριστιανική πίστη, ενώ έχτισε ναούς και εγκατέστησε ιερείς. Από την Κρήτη ο Όσιος πήγε στην Επίδαυρο της Αργολίδος και κατόπιν στην Αθήνα, όπου έτυχε καλής υποδοχής. Μετά πήγε στην Εύβοια, όπου έκανε πολλά θαύματα. Κατόπιν μετέβη στη Θήβα
<!--[if !supportLineBreakNewLine]--> <!--[endif]-->
και από εκεί στο κύριο μέρος της δράσης του την Πελοπόννησο. Πέρασε από την Κόρινθο, το Άργος, το Ναύπλιο, πήγε στη Σπάρτη όπου έχτισε δύο ναούς και κατόπιν μετέβη στη Μάνη, Καλαμάτα, Κορώνη, Μεθώνη και Μεσσήνη. Μετά κατευθύνθηκε προς την Αρκαδία, όπου κήρυξε για αρκετό καιρό και τελικά εγκαταστάθηκε στην πόλη των Λακώνων, στη Σπάρτη.
Στη Σπάρτη ο Όσιος ανέπτυξε αξιόλογη δράση, ενώ την απήλλαξε και από τη μάστιγα των Ισραηλιτών, που με την άσχημη διαγωγή τους επηρέαζαν τον πληθυσμό και αποτελούσαν εμπόδιο στην ηθικοπλαστική προσπάθεια που έκανε ο Νίκων. Επίσης έκανε και θαύματα.

Υπάρχουν πολλές πληροφορίες σχετικά με την ίαση ασθενών που πήγαιναν σ' αυτόν ή που πήγαινε ο ίδιος σ' αυτούς, ενώ τα θαύματα συνεχίζονται και μετά τον θάνατό του, που τοποθετείτε το 998 μ.Χ..
Ο Όσιος Νίκων "ο Μετανοείτε", είναι ο πολιούχος και προστάτης της πόλεως της Σπάρτης και τιμάται με ιδιαίτερες τιμές από την τοπική μας Εκκλησία.

Ο Όσιος Νίκων ο Μετανοείτε - Ο πολιούχος και προστάτης άγιος της Σπάρτης, του Αριστείδη Γ. Θεοδωροπούλου

 
 
Ο Όσιος Νίκων ο Μετανοείτε
Ο πολιούχος και προστάτης άγιος της Σπάρτης
του Αριστείδη Γ. Θεοδωροπούλου

Εκπαιδευτικού
Μέσα στη μακρόχρονη ιστορική πορεία της Ορθοδόξου Εκκλησίας έλαμψαν φωτεινές μορφές, που διακρίθηκαν για τον ιεραποστολικό τους ζήλο και αγωνίστηκαν με το φλογερό τους κήρυγμα για τη θεμελίωση του δένδρου της χριστιανικής πίστεως. Ανάμεσα σ' αυτές ξεχωριστή θέση κατέχει ο πολιούχος και προστάτης άγιος της Σπάρτης, ο Όσιος Νίκων ο Μετανοείτε, με τον βίο του οποίου ασχολήθηκαν, λόγω της μεγάλης θρησκευτικής και εθνικής σημασίας, επιφανείς Γερμανοί ιστορικοί του μεσαίωνα, όπως ο Κάρολος Χόπφ, ο Γουσταύδος Χέρτσμπεργκ και ο Φερδινάνδος Γκρεγκορόβιους.
Ο Όσιος Νίκων γεννήθηκε στα τέλη του πρώτου τετάρτου του 10 μ.Χ. αιώνα, γύρω στο 920 μ.Χ., στη σημερινή Αρμενία και κοντά στην αρχαία Παφλαγονία του Πόντου. Οι γονείς του ήταν πλούσιοι και του καλλιέργησαν την ευσέβεια και την πίστη στον Σωτήρα Χριστό. Σε ηλικία μόλις 20 ετών εγκατέλειψε το πατρικό του σπίτι και εγκαταβίωσε στο μοναστήρι της Χρυσής Πέτρας, όπου έμεινε δώδεκα χρόνια. Στη συνέχεια επισκέφθηκε χώρες της Ανατολής, όπου κήρυξε το Ευαγγέλιο του Χριστού για τρία χρόνια.
Το 961 μ.Χ. πήγε στην Κρήτη με προτροπή του αυτοκράτορος Νικηφόρου Φωκά, όπου με έδρα την πόλη της Γορτύνης επέδειξε ιδιαίτερο ιεραποστολικό ζήλο. Στα επτά χρόνια της παραμονής του στο νησί, κατόρθωσε να χειραγωγήσει τους Κρήτες στην αληθινή πίστη, η οποία είχε αλλοτριωθεί από τους κατακτητές, και να οικοδομήσει πολλούς ναούς. Απέσπασε μάλιστα τον σεβασμό και την αγάπη των Κρητών, οι οποίοι του απέδωσαν ευγνωμόνως τον τίτλο «Μετανοείτε», επειδή καλούσε διαρκώς τους χριστιανούς σε μετάνοια.
Το 968 μ.Χ. έφτασε στην Πελοπόννησο και επισκέφτηκε την Επίδαυρο. Στη συνέχεια μετέβη στην Αίγινα, τη Σαλαμίνα, την Αττική, την Εύβοια, τη Θήβα, την Κόρινθο, το Άργος και το Ναύπλιο, όπου παντού κήρυττε το Ευαγγέλιο του Χριστού και με τη χάρη του Θεού επιτελούσε θαύματα. Από το Ναύπλιο κατευθύνθηκε προς τη Σπάρτη, ενώ στη συνέχεια επισκέφτηκε τη Μάνη και τη Μεσσηνία. Αφού έλαμψε παντού με το φλογερό του κήρυγμα περί μετανοίας, επέστρεψε στη Σπάρτη, η οποία την εποχή εκείνη ονομαζόταν Λακεδαιμονία. Στον ιστορικό αυτό τόπο, τον οποίο αγάπησε περισσότερο από την πατρίδα του, παρέμεινε μέχρι την οσιακή του κοίμηση το 998 μ.Χ. κηρύττοντας και θαυματουργώντας. Με την προσευχή του μάλιστα διασώθηκε η πόλη από τη φοβερή μάστιγα μιας θανατηφόρου ασθένειας, η οποία απειλούσε τη ζωή των κατοίκων της ευρύτερης περιοχής. Πλήθος κόσμου συγκεντρωνόταν στη Λακεδαιμονία για να ακούσει το πύρινο κήρυγμά του για τον Σταυρό και την Ανάσταση του Χριστού, ενώ η πλούσια ιεραποστολική του δράση επισφραγίσθηκε με την ανοικοδόμηση περικαλλούς ναού στο όνομα του Σωτήρος Ιησού Χριστού, ο οποίος μάλιστα σχεδιάστηκε από τον ίδιο. Πολλά και θαυμαστά είναι τα γεγονότα, που συνέβησαν κατά τη διάρκεια της ανεγέρσεως του ναού, ο οποίος ανοικοδομήθηκε ανάμεσα στα έτη 970 και 992 μ.Χ. και εγκαινιάσθηκε από τον ενάρετο και ευσεβή Επίσκοπο της Λακεδαιμονίας Θεόπεμπο. Ο ναός αυτός μετατράπηκε αργότερα σε μοναστήρι, που έφτασε σε ιδιαίτερη ακμή κατά τον 14ο μ.Χ. αιώνα. Στο μοναστήρι αυτό ο Όσιος Νίκων εκοιμήθη εν ειρήνη στις 26 Νοεμβρίου του 998 μ.Χ., ημέρα κατά την οποία η Ορθόδοξη Εκκλησία τιμά και εορτάζει την πάντιμη μνήμη του.
Η κοίμηση του Οσίου Νίκωνος λύπησε βαθύτατα τους κατοίκους της Λακεδαιμονίας που έχασαν τον διδάσκαλο και πνευματικό τους πατέρα, τον εθνικό και θρησκευτικό καθοδηγητή, του οποίου η προσφορά υπήρξε πολύτιμη για την πνευματική αναγέννηση της Πελοποννήσου, της Κρήτης και της Στερεάς Ελλάδος κατά τον μεσαίωνα. Ο Όσιος Νίκων άρχισε να τιμάται ως άγιος από τα πρώτα κιόλας χρόνια μετά την οσιακή του κοίμηση, αφού στο καθολικό της ιστορικής Ιεράς Μονής του Οσίου Λουκά Βοιωτίας σώζεται η αρχαιότερη παράσταση, που απεικονίζει τον Όσιο και χρονολογείται τον 11ο αιώνα. Το 1875 εκδόθηκε στη Σπάρτη η ακολουθία του Οσίου, την οποία επιμελήθηκε το 1847 ο ιεροκήρυκας της περιοχής Αρχιμανδρίτης Δανιήλ Γεωργόπουλος. Το 1893 καθιερώθηκε ο πανηγυρικός εορτασμός της μνήμης του με λιτανεία της ιεράς εικόνος του και με καθολική αργία στην πόλη της Σπάρτης, η οποία μέχρι σήμερα τιμά και εορτάζει με κάθε επισημότητα τον πολιούχο και προστάτη της στον μεγαλοπρεπή ιερό ναό του Οσίου Νίκωνος. Ο περικαλλής αυτός ιερός ναός, ο οποίος αποτελεί το σημείο ευλαβικής αναφοράς για τους κατοίκους της Σπάρτης, αλλά και ολόκληρης της Λακωνίας, θεμελιώθηκε το 1929 με σχέδια του Αναστασίου Ορλάνδου και εγκαινιάστηκε το 1955 με ιδιαίτερη λαμπρότητα και με την παρουσία πλήθους πιστών.

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΣΤΥΛΙΑΝΟΣ Ο ΠΑΦΛΑΓΩΝ

«Ο όσιος Στυλιανός αγιάστηκε ήδη από τη μήτρα της μητέρας του και έγινε κατοικητήριο του Αγίου Πνεύματος. Έδωσε μάλιστα ό,τι περιουσία  είχε στους πτωχούς και ακολούθησε τον μοναχικό βίο, ξεπερνώντας όλους στην επίπονη άσκηση και τη σκληραγωγία. Έπειτα πήγε στην έρημο, κι αφού βρήκε ένα σπήλαιο ως τόπο κατοικίας, δεχόταν τροφή από θείο άγγελο κι έγινε θεραπευτής ποικίλων ανιάτων παθών. Όταν κάποτε ο φθοροποιός θάνατος, προσβάλλοντας  νεογνά, έκανε άτεκνες αυτές που είχαν γεννήσει, οι μητέρες επικαλούνταν το όνομα του αγίου και φτιάχνοντας το τίμιο εικόνισμά του ξαναγίνονταν και πάλι ικανές προς τεκνοποιία. Όταν πέθανε, το σώμα του κατατέθηκε στη χώρα των Παφλαγόνων, επιτελώντας πολλές ιάσεις και θαυματουργίες».
Ο όσιος Στυλιανός είναι γνωστός ως προστάτης, κυρίως, των παιδιών: των νηπίων, των βρεφών, των νεογνών. «Εξαιρέτως νεογνών και νηπίων και βρεφών προστάτης εδείχθης θερμότατος». Το ιδιαίτερο αυτό χάρισμά του ως προς τα παιδιά, όπως σημειώνει το συναξάρι του,  δεν του δόθηκε αυθαίρετα. Ο ίδιος ο Θεός φανέρωσε τη θέλησή Του να θεραπεύονται τα παιδιά μέσω αυτού: η επίκληση του ονόματός του γινόταν ίαμα σ’ αυτά και στις μητέρες τους. «Ο Χριστός σε εμεγάλυνε, χάριτι πολλή, και θείοις θαύμασι, και νεογνών και νηπίων ακέστορα (=θεραπευτή, σωτήρα), Πάτερ, τω κόσμω σε έδειξε». Ποια η αιτία που πρέπει να εννοήσουμε για το χάρισμα αυτό; Γιατί κατεξοχήν αυτός να θεωρείται ο ευεργέτης των παιδιών; Η απάντηση μάλλον σχετίζεται με αυτό που κατά κόρον θίγει ο υμνογράφος της ακολουθίας του, εν προκειμένω ο μακαριστός γέροντας π. Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης: ότι αγιάστηκε ήδη από την κοιλιά της μητέρας του. «Θεώ από παιδός ανετέθη»∙ «ηγίασε, Πάτερ,  σε ο Θεός μητρός εκ κοιλίας»∙ «αγιασθείς από μητρώας νηδύος». Και τούτο διότι ο Θεός προείδε, μέσα στα πλαίσια της παγγνωσίας Του, τη θετική προς Αυτόν στάση του, οπότε τον χαρίτωσε με πλούσια χαρίσματα και σημεία. «Απαλών εξ ονύχων σε ο Θεός προσελάβετο, προειδώς του βίου σου την χρηστότητα». Η από τόσο νωρίς κλήση του από τον Θεό μάλιστα κάνει τον υμνογράφο να τον παραλληλίζει με γιγάντια από το παρελθόν αναστήματα, που και αυτά είχαν κληθεί με αντίστοιχο τρόπο: τον προφήτη Σαμουήλ, τον προφήτη Ιερεμία, τον προφήτη και Πρόδρομο του Κυρίου, Ιωάννη τον Βαπτιστή («Σαμουήλ ως ένθεος», «ως ο κλεινός Ιερεμίας», «ώσπερ ο μέγας Βαπτιστής»).
Ο περιορισμός όμως των χαρισμάτων του μεγάλου Στυλιανού μόνο στον κόσμο των παιδιών θα ήταν μία συρρίκνωση μη αληθινή της θαυμαστής παρουσίας του στην Εκκλησία. Και τούτο διότι η Εκκλησία μας τον προβάλλει, πέρα από προστάτη των παιδιών, και ευρύτερα ως έναν από τους στύλους της, ως ένα από τα στηρίγματά της: «στύλος άσειστος της Εκκλησίας, Στυλιανέ, ανεδείχθης, μακάριε», κατά το γνωστό απολυτίκιό του. Χρειάζεται να το εξηγήσουμε. Η Εκκλησία μας βεβαίως στηρίζεται στον Κύριο Ιησού Χριστό, ο Οποίος αποτελεί τον θεμέλιο λίθο της, γι’  αυτό και ως θεοΐδρυτη «πύλαι Άδου ου κατισχύσουσιν αυτής», όμως ο ίδιος ο Χριστός θέλησε να μαρτυρείται στον κόσμο και να στερεώνονται οι άνθρωποι και μέσω των πιστών Του. Εκείνος ήταν που είπε ότι οι μαθητές Του θα αποτελούν τους μάρτυρές Του στον κόσμο όλο, όπως και ότι το όνομά Του θα βλασφημείται ή όχι εξαιτίας τους. Από την άποψη αυτή, ο πιστός που με συνέπεια ακολουθεί τον Κύριο, σαν τον όσιο Στυλιανό – «τω Χριστώ ηκολούθησας τελείω φρονήματι» - γίνεται και αυτός ένας στύλος της Εκκλησίας, κατά το θέλημα του ίδιου του Χριστού: οι άνθρωποι μπορούν να στηρίζονται επάνω του, βλέποντας σαν σε διαφάνεια την παρουσία Εκείνου.
Ποιο το κύριο γνώρισμα της αγιασμένης ζωής του, κατά τους ύμνους της Εκκλησίας μας; Ο άγιος Στυλιανός «αξίως διέπρεψε ηθών καθαρότητι και αγώσιν ιεροίς αρετών τελειότητος, ώσπερ άγγελος». (Διέπρεψε στην καθαρότητα των ηθών και στους ιερούς αγώνες για να αποκτήσει την τελειότητα των αρετών ως άγγελος). Κι αυτό θα πει ότι αυτό που χαρακτήριζε τη ζωή του, ώστε να ζήσει την αγάπη του Θεού, ήταν η εγκράτεια. Επανειλημμένως η ακολουθία του αναφέρεται ότι υπήρξε «στήλη έμψυχος της εγκρατείας», «της εγκρατείας αληθής υποτύπωσις». Δεν είναι τυχαίο ότι προβάλλεται «ως άσαρκος», «φθαρτών την αίσθησιν ολικώς βδελυξάμενος», ζώντας σε ένα σπήλαιο και τρεφόμενος από άγγελο του Θεού. Μιλώντας όμως για εγκράτεια δεν πρέπει να την εννοήσουμε με έννοια αιρετική: ως αποχή των αισθητών από μίσος προς αυτά ή ως μία άρνηση γενικότερα προς τη ζωή. Η εγκράτεια, κατά την πίστη μας, είναι η απομάκρυνση από τη γοητεία που ασκεί ο κόσμος  στον άνθρωπο μέσω των αισθήσεών του, διότι έχει προσανατολίσει εν αγάπη και θείω έρωτι τον νου και την καρδιά του προς τον Θεό. Η εγκράτεια δηλαδή είναι μία γενική αρετή, που χαρακτηρίζει όλη τη ζωή του ανθρώπου. «Ο πιστός πάντα εγκρατεύεται».
Που σημαίνει: δεν είναι δυνατόν να στραφεί κάποιος προς τον Θεό, αν ταυτοχρόνως δεν καταβάλλει προσπάθεια απεγκλωβισμού του από τον μαγνήτη των παθών. «Ουδείς δύναται δυσί κυρίοις δουλεύειν». Δεν είναι δυνατόν, για παράδειγμα, να είναι κανείς με τον Θεό, να ακολουθεί τα ίχνη του Χριστού, χωρίς να θέλει να νηστεύει. Η νηστεία, ως στοιχείο εγκράτειας, δηλώνει το πού έχει ρίξει ο πιστός το κέντρο βάρους της ψυχής του. Αδυναμία νηστείας – εννοείται χωρίς να υπάρχει ιατρικός λόγος – σημαίνει ότι η ψυχή είναι «δεμένη» με τα πράγματα του κόσμου τούτου και όχι με τον Χριστό.  Έτσι η εγκράτεια κατανοείται πρωτίστως με θετική διάσταση. Για να χρησιμοποιήσουμε μία εικόνα: είναι σαν το ελατήριο εκείνο που συμπιεζόμενο, μπορεί να φαίνεται ότι μικραίνει, μαζεύει όμως τεράστια ενέργεια. Κι η ενέργεια αυτή μπορεί να δώσει μεγάλη ώθηση πετάγματος. Η εγκράτεια λοιπόν, ασκούμενη σωστά στην Εκκλησία, δίνει εκείνη την τεράστια ενέργεια, προκειμένου κανείς να «πετάξει», να ακολουθήσει δηλαδή τα χνάρια του Χριστού. Στην πραγματικότητα είναι το «απαρνησάσθω εαυτόν» που είπε ο Κύριος, για να γίνει κάποιος ακόλουθος και μαθητής Του. «Κατεπλάγησαν την σην ασκητικήν διαγωγήν οι ορώντες σε, σοφέ, άσαρκον βίον εν σαρκί πολιτευόμενον έρωτι τω αγίω» θα σημειώσει για τον άγιο Στυλιανό επί του θέματος ο υμνογράφος. Δηλαδή: Αυτοί που σε έβλεπαν, σοφέ, να ζεις από άγιο θεϊκό έρωτα άσαρκο βίο μέσα σε σάρκα, έμειναν έκπληκτοι για την ασκητική σου διαγωγή. Είθε, με τις πρεσβείες του οσίου μεγάλου Στυλιανού, η χάρη του Θεού να δώσει να ζούμε και εμείς με λίγη εγκράτεια, σ’  έναν κόσμο που ταλανίζεται μεν από όλων των ειδών τις κρίσεις, αλλά είναι βουτηγμένος κατά το πλείστον στις διάφορες εμπαθείς ηδονές

Συναξαριστής 26 Νοεμβρίου

Ὁ Ὅσιος Στυλιανός ὁ Παφλαγόνας


Γιὸς πλουσίων γονέων (ποὺ μᾶλλον γεννήθηκε στὴν Παφλαγονία, χωρὶς αὐτὸ νὰ εἶναι σίγουρο, διότι ἐκεῖ φυλασσόταν καὶ ἱερὸ λείψανό του), διδάχτηκε νωρὶς ἀπ᾿ αὐτοὺς νὰ εἶναι ἐγκρατὴς καὶ νὰ θεωρεῖ τὸ χρῆμα μέσο γιὰ τὴν ἀνακούφιση καὶ περίθαλψη τῶν φτωχῶν καὶ τῶν ἀῤῥώστων.

Ἀφοῦ ἔτσι ἀνατράφηκε καὶ οἱ γονεῖς του πέθαναν, διαμοίρασε ὅλη τὴν κληρονομιά του καὶ πῆγε σὰν ἀσκητὴς στὴν ἔρημο. Ἐκεῖ γνωρίστηκε μὲ ἄλλους ἀσκητές, ποὺ ζοῦσε μαζί τους μὲ ἀδελφικὴ ἀγάπη, χριστιανικὴ συγκατάβαση καὶ ἐπιείκεια. Δὲν λύπησε ποτὲ κανένα, μεγάλη του χαρὰ μάλιστα, ἦταν νὰ ἐπαναφέρει τὴν γαλήνη στὶς ταραγμένες ψυχές.

Ἡ φήμη τῆς θαυμαστῆς ἀσκητικῆς του ζωῆς ἔφθασε μέχρι τὶς πόλεις, καὶ πολλοὶ ἔτρεχαν νὰ τὸν βροῦν γιὰ νὰ ζητήσουν ἀπ᾿ αὐτὸν τὶς πνευματικές του ὁδηγίες. Ὁ Ὅσιος Στυλιανός, παρὰ τὴν ἐρημικὴ ζωή του, ἔτρεφε στοργὴ καὶ συμπάθεια πρὸς τὰ παιδιά, ποὺ τόσο ἀγαποῦσε καὶ ὁ Κύριος.

Ἄν, ἔλεγε, ἡ ταπεινοφροσύνη ἀποτελεῖ θεμέλιο τῶν ἀρετῶν, ἡ παιδικὴ ἡλικία ἀπὸ τὴν φύση της εἶναι περισσότερο ἐνάρετη, ἀπ᾿ ὅτι οἱ μεγαλύτεροι τῶν φιλοσόφων. Πολλὲς φορὲς οἱ γονεῖς ἔφεραν πρὸς αὐτὸν τὰ παιδιά τους, καὶ τότε ἡ ἀγαλλίαση τοῦ ὁσίου ἦταν πολὺ μεγάλη.

Ὁ Θεὸς βραβεύοντας τὸ ἱερὸ αὐτὸ αἴσθημά του, προίκισε τὸν ὅσιο μὲ τὸ χάρισμα νὰ θεραπεύει τὰ ἄῤῥωστα παιδιὰ καὶ νὰ καθιστᾶ εὔτεκνους ἄτεκνες γυναῖκες.

Πέθανε πλήρης ἡμερῶν ἀλλὰ καὶ ἀρετῶν.


Ἀπολυτίκιον
Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Στήλη ἔμψυχος τῆς ἐγκρατείας, στῦλος ἄσειστος τῆς Ἐκκλησίας Στυλιανὲ ἀνεδείχθης μακάριε· ἀνατεθεὶς γὰρ Θεῷ ἐκ νεότητος κατοικητήριον ὤφθης τοῦ Πνεύματος. Πάτερ ὅσιε Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε δωρίσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Στήλη ἐμψυχος τῆς ἐγκρατείας, στῦλος ἄσειστος τῆς ἐκκλησίας, Στυλιανέ, ἀνεδείχθης, μακάριε. Τὸν γὰρ σὸν πλοῦτον σκορπίσας τοῖς πένησιν, ἐν οὐρανοῖς ἐκομίσω τὸν ἄφθαρτον, καὶ ἐγκρατείᾳ καὶ πόνοις, πανόλβιε, χάριν εἴληφας νηπίων προστάτης γενόμενος καὶ φύλαξ νεογνῶν ἀπροσμάχητος.

Ὁ Ὅσιος Ἀλύπιος ὁ Κιονίτης


Ἦταν ἀπὸ τὴν Ἀδριανούπολη τῆς Παφλαγονίας καὶ ἔζησε τὸν 6ο αἰῶνα μ.Χ.

Ἡ παράδοση ἀναφέρει ὅτι, ὅταν θὰ γεννιόταν ὁ Ἀλύπιος, ἡ μητέρα του εἶδε σὲ ὄνειρο νὰ κρατάει ἕνα λευκὸ ἀρνὶ ποὺ στὰ κερατά του ἦταν τρεῖς ἀναμμένες λαμπάδες, ποὺ σήμαινε τὶς ἀρετὲς ποὺ θὰ εἶχε τὸ παιδὶ ποὺ θὰ γεννιόταν.

Οἱ γονεῖς του ἔδωσαν στὸν Ἀλύπιο χριστιανικὴ ἀνατροφή, ποὺ στὸ πρόσωπό του ἐπέφερε καρποὺς ἑκατονταπλασίονας. Εἶχε μεγάλη περιουσία, τὴν ὁποία δαπάνησε στοὺς φτωχοὺς καὶ πάσχοντες τῆς περιοχῆς του. Διότι εὐχαρίστησή του ἦταν νὰ ἐκπληρώνει τὸ νόμο τοῦ Θεοῦ, ποὺ προτρέπει τοὺς χριστιανοὺς νὰ εἶναι «συμπαθεῖς, φιλάδελφοι, εὔσπλαχνοι, φιλόφρονες». Δηλαδὴ νὰ συμπαθοῦν καὶ νὰ συμμετέχουν στὶς λῦπες τῶν ἀδελφῶν τους, νὰ ἀγαποῦν σὰν ἀδελφοὺς τοὺς συνανθρώπους τους, νὰ ἔχουν πονετικὴ καὶ τρυφερὴ καρδιὰ καὶ νὰ εἶναι περιποιητικοὶ καὶ εὐγενεῖς.

Ὁ Ἀλύπιος, ἀφοῦ ἔμεινε πάμφτωχος, ἀποσύρθηκε στὴν ἔρημο, ὅπου ἔκανε ἀσκητικὴ ζωή. Πληροφορίες ἀναφέρουν ὅτι ἔμεινε πάνω σ᾿ ἕνα στῦλο 50 (κατ᾿ ἄλλους 53 χρόνια) γιὰ λόγους ἄσκησης καὶ κάτω ἀπὸ διάφορες καιρικὲς συνθῆκες.

Ἡ φήμη τῆς ἀρετῆς του ἔφερε κοντὰ στὸν Ἀλύπιο καὶ ἄλλες ψυχές, ποὺ ζητοῦσαν εἰρηνικὸ καταφύγιο. Στοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς ὑπῆρξε φιλόστοργος πνευματικὸς πατέρας, καὶ τοὺς καθοδηγοῦσε μὲ τὶς συμβουλές του καὶ τοὺς στήριζε μὲ τὸ παράδειγμά του.

Πέθανε εἰρηνικὰ τὸ ἔτος 608, ἀφοῦ ἔζησε 100 χρόνια, κατ᾿ ἄλλους 120. (Τελεῖται δὲ ἡ Σύναξις αὐτοῦ ἐν τῇ μονῇ αὐτοῦ τῇ οὔσῃ πλησίον τοῦ Ἱπποδρομίου, κατὰ τὸν Παρισινὸ Κώδικα 1594).


Ἀπολυτίκιον Ἦχος α’.
Ὑπομονῆς στῦλος γέγονας, ζηλώσας τοὺς Προπάτορας Ὅσιε, τὸν Ἰὼβ ἐν τοῖς πάθεσι, τὸν Ἰωσὴφ ἐν τοῖς πειρασμοῖς, καὶ τὴν τῶν Ἀσωμάτων πολιτείαν, ὑπάρχων ἐν σώματι, Ἀλύπιε Πατὴρ ἡμῶν Ὅσιε, πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον Ἦχος α’. Τὸν τάφον σου Σωτήρ.
Δοξάζων ὁ Θεός, τὴν σὴν γέννησιν Πάτερ, προέγραψε σαφῶς, τῆς ζωῆς σου τὴν χάριν αὐτῶ γὰρ εὐηρέστησας, ἀρετῶν τελειότητι ὅθεν ἤστραψας, ἀπὸ τοῦ κίονος πάσι, τῶν ἀγώνων σου, τᾶς ἀληθεῖς ἀντιδόσεις, Ἀλύπιε Ὅσιε.

Κοντάκιον Ἦχος πλ. δ’. Ὡς ἀπαρχὰς τῆς φύσεως.
Ὡς ἀρετῶν ὑπόθεσιν, καὶ Ἀσκητῶν καλλώπισμα, ἡ Ἐκκλησία δοξάζει σε σήμερον, καὶ ἀνυμνεῖ σε Ἀλύπιε· ταῖς εὐχαῖς σου παράσχου, τοῖς τιμῶσιν ἐκ πόθου τὰς ἀριστείας σου, καὶ τὰ παλαίσματα, τῶν δεινῶν ἐγκλημάτων ἐκλύτρωσιν, ὡς ἐπώνυμος.

Κάθισμα Ἦχος πλ. δ’. Τὴν Σοφίαν καὶ Λόγον.
Συμεὼν ἡμῖν ὤφθης ἄλλος σοφέ· τὸ γὰρ σῶμα ὑψώσας στύλῳ ἐκ γῆς, ὦ Πάτερ Ἀλύπιε, τῶν δαιμόνων τὰς φάλαγγας, ἐτροπώσω θεόφρον, πικρῶς κατοιμώζοντας, καὶ εἰς ἀβάτους τόπους, αὐτοὺς ἀπεδίωξας· ὅθεν καὶ ἐδείχθης, ἐγκαλλώπισμα θεῖον, Πατέρων τὸ καύχημα, Μοναζόντων τὸ στήριγμα. Διὸ πίστει βοῶμέν σοι· Πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, τῶν πταισμάτων ἄφεσιν δωρήσασθαι, τοῖς ἑορτάζουσι πόθῳ τὴν ἁγίαν μνήμην σου.

Ὁ Ὅσιος Ἀκάκιος «ὁ ἐν τῇ Κλίμακι»

Ἀναφέρεται ἀπὸ τὸν Ἅγιο Ἰωάννη, ποὺ συνέγραψε τὴν Κλίμακα. Μόνασε στὴ Μικρὰ Ἀσία (στὸ Μοναστήρι Κελλιβάρα τοῦ ὄρους Λάτρου) καὶ διακρίθηκε γιὰ τὴν ἀνεξάντλητη ὑπομονή του.

Ἔλεγε μάλιστα: «πλανῶνται ὅσοι νομίζουν ὅτι δὲν θυμώνω ποτέ. Θυμώνω, ἀλλὰ κατὰ τῶν δυὸ μεγαλυτέρων ἐχθρῶν. Ὁ ἕνας εἶναι ὁ Σατανᾶς, τὸν ἄλλο περιττὸ νὰ σᾶς τὸν πῶ» καὶ ἔδειχνε τὸν ἑαυτό του.

Στὸ Μοναστήρι εἶχε πολὺ δύστροπο προϊστάμενο, ἀλλὰ ἀπέναντί του ὁ Ἀκάκιος δὲν ἔλεγε τὸ παραμικρό. Ὁ ἡγούμενος τὸν κακοποιοῦσε καὶ ὁ Ἀκάκιος τὸν ἀγαποῦσε, ὅμως τὸν ἔθλιβε τὸ γεγονὸς ὅτι κινδύνευε ἡ σωτηρία τοῦ ἡγουμένου του ἀπὸ τὴν ὅλη διαγωγή του. Ὁ Ἀκάκιος πέθανε νέος, ἔχοντας παροιμιώδη ὑπομονὴ καὶ ζωντανὴ ἐλπίδα στὸ Θεό.

Ὁ Ὅσιος Ἰάκωβος ὁ Ἀναχωρητής

Γι᾿ αὐτὸν ἀφηγεῖται ὁ Θεοδώρητος Κύρου, ποὺ γνώρισε τὸν ὅσιο προσωπικὰ (Φιλόθεος Ἱστορία, ἀριθ. 21).

Καταγόταν ἀπὸ τὴν πόλη Κύρου καὶ ἀσκήτευε στὴν ἀρχή, μέσα σ᾿ ἕνα πολὺ στενὸ κελί. Κατόπιν ἀνέβηκε στὸ κοντινὸ βουνὸ τῆς πόλης Κύρου καὶ ἐκεῖ ἀσκήτευε χωρὶς νὰ κατασκευάσει καλύβα.

Ἔφτασε σὲ τόσο μεγάλα ὕψη πνευματικότητας, ποὺ κάποτε ὁ Θεὸς τὸν ἀξίωσε νὰ ἀναστήσει τὸ παιδὶ μίας οἰκογένειας. Ἔτσι λοιπόν, αὐστηρὰ ἀσκητικὰ ἀφοῦ ἔζησε, ἀπεβίωσε εἰρηνικά.

Ὁ Ὅσιος Νίκων ὁ «Μετανοεῖτε»

Καταγόταν ἀπὸ τὸν Πολεμωνιακὸ Πόντο καὶ ἦταν γιὸς μεγιστᾶνα. Νέος ἀκόμα ἄφησε τὸ πατρικό του σπίτι καὶ μόνασε.

Ἐπειδὴ δὲ τὸν διέκρινε ἱερὸς ζῆλος καὶ μεγάλο χάρισμα διδακτικότητας, γύρισε ὅλη τὴν Ἀνατολὴ σὰν ἀπεσταλμένος τῆς Μονῆς του κηρύττοντας τὸ Εὐαγγέλιο καὶ ἐπαναλάμβανε τὴν φωνή, ποὺ ἀντήχησε πρῶτα στὴν ἔρημο τῆς Ἰουδαίας καὶ κοντὰ στὶς ὄχθες τοῦ Ἰορδάνη: «Μετανοεῖτε».

Κατόπιν ὁ Ὅσιος Νίκων πῆγε στὴν Κρήτη, ὅπου παρέμεινε διδάσκοντας γιὰ 20 χρόνια.

Ἀπὸ ἐκεῖ πῆγε στὴν Πελοπόννησο, ὅπου κατέληξε στὴν πόλη τῶν Λακώνων. Ἐκεῖ κήρυξε, ἔκανε διάφορα θαύματα καὶ ἔκτισε ναὸ στὸ ὄνομα τοῦ Σωτῆρος Ἰησοῦ Χριστοῦ.

Ἡ ἠθικὴ ἐπιῤῥοή του στοὺς κατοίκους ὑπῆρξε μεγάλη. Καὶ στὴ χώρα αὐτή, ποὺ ἀγάπησε περισσότερο καὶ ἀπὸ τὴν πατρίδα του, ἄφησε τὴν τελευταία του πνοὴ τὸ ἔτος 998.

Ὁ Ὅσιος Σίλος ἐπίσκοπος Κορίνθου τῆς Περσίας
Δὲν γνωρίζουμε κανένα στοιχεῖο γιὰ τὴ ζωή του.

Τὰ Ἐγκαίνια Ναοῦ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου «ἐν τῷ Κυπαρίσσῳ (ἢ Κυπαρισσίῳ)

(Κατὰ τὸν Πατμιακὸ Κώδικα 266 Ἀπριλίου 24).

Ὁ Ἅγιος Πέτρος ἐπίσκοπος Ἱεροσολύμων

Ἄγνωστος στοὺς Συναξαριστές. Ἡ μνήμη του ἀναφέρεται στὸ Ἱεροσολυμιτικὸ Κανονάριο σ. 119, ἔκδοση Ἀρχιμανδρίτη Καλλίστου.

Ὁ Ὅσιος Χαιρέμων

Δὲν ἀναφέρεται ἀπὸ τὰ Μηναῖα καὶ τὸν Συναξαριστὴ τοῦ Ἁγίου Νικόδημου. Ἀναφέρεται ὅμως τὴν ἡμέρα αὐτὴ ἀπὸ τὸν Παρισινὸ Κώδικα 1621 μὲ σύντομο ὑπόμνημα, ποὺ λέει, ὅτι ἔζησε μὲ ἁγνότητα καὶ σωφροσύνη. Ἐπίσης ἡ ζωή του μέσα στὴν ἔρημο ἦταν ἀσκητικότατη καὶ ἐκεῖ ἀπεβίωσε.

Ὁ Ἅγιος Γεώργιος ὁ Νεομάρτυρας ἀπὸ τὴν Χίο

Γεννήθηκε στὴ Χίο. Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Παρασκευᾶς, ἡ δὲ μητέρα του Ἀγγεροῦ.

Σὲ ἡλικία 18 μηνῶν, ὀρφανὸς ἀπὸ μητέρα, παραδόθηκε ἀπὸ τὸν πατέρα του νὰ τὸν ἀναθρέψει ἡ μητριά του.

Σὲ παιδικὴ ἡλικία οἱ γονεῖς παρέδωσαν τὸν Γεώργιο σὲ κάποιο λεπτουργό, Βισσετζὴ ὀνομαζόμενο, γιὰ νὰ τοῦ μάθει τὴν τέχνη του. Ὅταν κάποτε μὲ τὸ ἀφεντικό του ἦλθε στὰ Ψαρά, γιὰ νὰ φιλοτεχνήσουν τὸ τέμπλο τοῦ ναοῦ τοῦ Ἁγίου Νικολάου, ὁ Γεώργιος ἔφυγε μὲ ὁρισμένους νέους στὴν Καβάλα.

Ἐκεῖ συνελήφθη νὰ κλέβει ἀπὸ ἕναν κῆπο καὶ παραδόθηκε στὸν κριτή. Γιὰ ν᾿ ἀποφύγει τὴν τιμωρία δέχτηκε τὸν Ἰσλαμισμό, περιτμήθηκε καὶ ὀνομάστηκε Ἀχμέτ. Σὲ ἡλικία 10 χρονῶν, ἐπέστρεψε στὴ Χίο κλαίγοντας καὶ ὁμολογῶντας τὸν Χριστό. Ὁ πατέρας του γιὰ νὰ τὸν προφυλάξει τὸν μετέφερε σ᾿ ἕνα κτῆμα του στὶς Κυδωνιές.

Ἀργότερα, 22 χρονῶν ἀῤῥαβωνιάστηκε, καὶ ὁ ἀδελφὸς τῆς μνηστῆς του, ἐπειδὴ εἶχε μαζί του χρηματικὲς διαφορές, τὸν πρόδωσε στὸν Τοῦρκο διοικητή, ὅτι ἐνῷ ἔγινε Μουσουλμάνος ἐπανῆλθε στὸν Χριστιανισμό.

Βασανίστηκε σκληρὰ καὶ ἀφοῦ μέσα στὴ φυλακὴ κοινώνησε τῶν ἀχράντων μυστηρίων, τὸ πρωὶ τῆς 26ης Νοεμβρίου 1807 τοῦ ἔκοψαν -μὲ μαρτυρικὸ τρόπο - τὸ κεφάλι λίγο-λίγο. Ἔτσι ἔλαβε τὸ στεφάνι τοῦ μαρτυρίου, ἀπὸ τὸν ἀθλοθέτη Χριστό.

Ὁ Ἅγιος Ἰννοκέντιος ὁ Θαυματουργὸς πρῶτος ἐπίσκοπος Ἴρκουτας
undefined

Ρῶσος

Ὁ Ἅγιος Προκόπιος ὁ Πέρσης

Ἄγνωστος στοὺς Συναξαριστὲς καὶ τὰ Μηναῖα. Ἀπὸ τὴν Ἀκολουθία του στὸν Παρισινὸ Κώδικα 259φ. 229α, μαθαίνουμε ὅτι ἤλεγξε τὴν πλάνη τῶν εἰδώλων καὶ ὑπέστη μαρτυρικὸ θάνατο μετὰ ἀπὸ πολλὰ καὶ διάφορα βασανιστήρια

The Rich Young Man (Luk. 18, 18-27)

Anthony Bloom (Metropolitan of Sourozh (1914- 2003))


 


Sunday, August 30, 1987

In the name of the Father, the Son and the Holy Ghost.

It is not only awesome, at times it is frightening to preach the Word of God, because the Lord said "By thy words thou shall be judged." Judged, because if you proclaim God's truth and remain idle and not the doer of what the Lord has commanded, and what you know well enough to proclaim to others - then, how shall you stand before the judgement of God? This does not apply only to the priest, but to every Christian who is called to be a witness, an apostle, one that brings God's word to the people who are in darkness or twilight, who need divine light, and truth and life.

To-day's Gospel challenges us all so sharply. It begins with words that may be interpreted in more than one way: "Good Lord - what shall I do to have eternal life?" And the Lord answers, "Why do you call Me 'good'? Good is only God". He does not say, "You are wrong". He does not deny His right to be called good as God is good; and thereby, to those who have ears to hear, those who have a heart capable of perceiving the surpassing goodness of the Lord Jesus, surpassing all human goodness, all human beauty and truth - it is a testimony: Yes, you are speaking to your God, and it is your God that is to answer your question.

And then Christ gives us two indications. The one is: if you wish to have eternal life, keep the Commandments. The Commandments of God are not only rules of behaviour (although, of course they are such), but as one of the Psalms puts it, should be in our inmost hearts. It should be from the depths of our heart that we accomplish the Commandments: not because we are commanded from outside, but because they have reached us with the ring of truth; not because God has spoken, but because with all our being we have answered "Amen!" This is true, this is life, this is the way into eternal life.

When we hear Christ mentioning these Commandments - where are we? Who of us can say that he was faithful to every word of this short list that indicates that without which we cannot live? Where do we stand? I, who am preaching, you who are hearing, because it is as responsible to hear as it is to speak. How often do we think - as this young man, and with how little reason - that we want perfection. We want perfection without having first trod the road of the Commandments.

But Christ says to us quite clearly: "If you want perfection - give all you possess." It is not only material things which we can give: every one of us has treasures hoarded in his mind and heart, in his soul, things which are more important to him than anything material, that is his wealth. Each of us should turn inward and ask himself, "What is there which is my peculiar treasure? What are those things which I will not give away even for life eternal, for God?".

We do not put things in such a crude manner, but we hug those things which are so precious to us, and still we hope that we will enter the Kingdom of God, we will reach perfection, we will become in all fullness what we are called to be, the kind of persons of whom God dreamed when He created us - and it is not true.

In the Book of Revelation there is a passage that says, "I have only one thing against you - you have forgotten your first love". And this first love, indeed, for each of us, is the Living God, Whom we call in so many ways: we may call Him 'Life', we may call Him 'Fulfilment’, we may call Him 'Happiness', we may call Him by all the names that mean that we should reach the fullness of our being. At times we know that only in God it is possible, at times we imagine that we can outgrow ourselves - all the same, this is our first love: to become as great as God has dreamed us, willed us.

And we do not follow the Commandments because we think that we can achieve it in a simpler manner; and we do not give away all we have, that is: the only thing we are not prepared to give away, in a hope that God will accept us, and our burden.

Let us reflect on this story. This is not even a parable, it is something that has happened to a young man. It happens to all of us when God says, "Have you been faithful to the way of life which I have described to you in terms of commandments, outlined in these terms as one can outline a road by milestones? Do you want to attain fullness - start at that point." And if you are aware of having been faithful in these things, then ask yourself the further question: what is the treasure which I will not give away, even for eternal life?

The young man heard the words of Christ, and went away sad. He had earthly possessions, but we have so many possessions which are not material and which are our burden, our fetters.

And yet, there is in this story one thing that can give us so much hope. Christ did not condemn this young man; Christ let him go without a word of reproach, because what He had said was like seed sown into the mind and heart of this young man. He let him go wounded at the heart, puzzled in his mind, called to be himself by an act of heroic will and surrender, let go of himself, as Christ said, give everything away and follow Him. Where to? Along the road of human life on one hand, on the other hand - into the fullness of life eternal.

When Christ says to us "Follow Me", He does not call us to walk a frightening, dark road; He says, "I have trodden all this road, I know every meander of it - you can safely follow! I am like the good shepherd that walks in front of his sheep, meeting all dangers himself, so that the sheep may be safe."

We all will go home like the young man, perhaps saddened, that neither are we keeping the Commandments, nor are we able to give away our most precious treasure: but remember - we will not go condemned, we will have been faced with an ultimate choice, and as long as we can struggle on earth - there is time.

But let us not be beguiled by the length of time: time flies, time goes - let it not be too late, let us turn to life, let us become all we are capable of being.

The answer to to-day's Gospel is so clear - "Who then can be saved?" - To man it is not possible by our own strength; but to God, all things are possible." That is our hope: God is with us, and nothing is too much for us. Amen

Στέργιος Σάκκος, Ο άγιος Στυλιανός-Στεργιανός ( 26 Νοεμβρίου)

 


Ὁ ἅγιος Στυλιανός-Στεργιανός ( 26 Νοεμβρίου)
Τοῦ κ. Στεργίου Σάκκου, Ὁμ. Καθηγητοῦ Πανεπιστημίου
Στίς 26 τοῦ μηνός Νοεμβρίου ἡ Ἐκκλησία μας τιμᾶ τόν ἅγιο Στυλιανό, ὁ ὁποῖος εἶναι ἰδιαίτερα ἀγαπητός στόν λαό καί θεωρεῖται προστάτης τῶν βρεφῶν καί νηπίων. Πολύ χαρακτηριστική ἀλλά καί συγκινητική εἶναι ἡ εἰκόνα του· ὁ ἅγιος κρατώντας ἕνα σπαργανωμένο παιδί στήν ἀγκαλιά του παρουσιάζεται ὡς φιλόστοργη μητέρα καί συγχρόνως ὡς χειροδύναμος πατέρας, πού προσφέρει στό παιδί τήν στοργή καί τήν δύναμη πού αὐτό χρειάζεται. Οἱ γυναῖκες πού δέν γεννοῦν παιδιά ἐπικαλοῦνται τήν πρεσβεία του καί οἱ μητέρες, ὅταν ἀρρωσταίνουν τά μικρά τους, προστρέχουν στήν βοήθειά του.
Ἐνῶ ὅμως εἶναι πολύ διαδεδομένη ἡ γιορτή του καί πολύ λαοφιλής ἡ μνήμη του, δέν εἶναι καλά γνωστή ἡ ἱστορία του. Ὑπάρχει, μάλιστα, μία σύγχυση γύρω ἀπό τό πρόσωπό του, καθώς καί γύρω ἀπό τό ὄνομά του, ἡ ὁποία ἐπιτείνεται, καθόσον σήμερα οἱ χριστιανοί δέν ἐνδιαφέρονται νά διασώζουν ἀκριβῶς τό ὄνομα τοῦ ἁγίου μέ τό ὁποῖο βαπτίσθηκαν. Ἔτσι πολλοί δέν ἀναγνωρίζουν ἄν τά βαπτιστικά Στέλιος, Στέλλα καί Στέργιος, Στεργιανή ἀναφέρονται στόν ἴδιο ἅγιο Στυλιανό ἤ τό δεύτερο ἀναφέρεται σέ ἄλλον ἅγιο. Ἔχουν τήν ἰδέα ὅτι τό Στέργιος μπορεῖ νά προέρχεται ἀπό τό Ἀστέριος ἤ ἀκόμη ἀπό τό Σέργιος, καί δέν ἔχει σχέση μέ τό Στυλιανός. Παρόλο ὅμως πού εἶναι βέβαιο ὅτι ἅγιοι Ἀστέριος καί Σέργιος ὑπάρχουν στήν Ἐκκλησία μας, δέν εἶναι καθόλου βέβαιο ὅτι τό Στέργιος συνδέεται μέ αὐτά τά πρόσωπα καί τά ὀνόματά τους. Νομίζω ὅτι εἶναι μία εὐλαβική προσφορά στήν μνήμη τοῦ ἁγίου καί μία σεμνή συμμετοχή στήν γιορτή του νά προσπαθήσουμε νά γνωρίσουμε καλύτερα τό πρόσωπό του μελετώντας τό ὄνομά του, τό ὁποῖο σέ τέτοιες περιπτώσεις ἀποτελεῖ μία ἱστορική μαρτυρία ταυτότητος.

Τό συναξάριο μᾶς πληροφορεῖ ὅτι ὁ ἅγιος Στυλιανός καταγόταν ἀπό τήν Παφλαγονία, ὅπου καί ἀπέθανε καί ἐτάφη. Ἔζησε στά χρόνια μεταξύ τοῦ δ΄ καί στ΄ αἰῶνος καί ἔδειξε ἀπό μικρός ὅτι ἀνῆκε ἐξ ὁλοκλήρου στόν Θεό. Νωρίς μοίρασε τήν περιουσία του στούς πτωχούς καί ἔγινε μοναχός, ὡς μοναχός δέ ξεπέρασε τούς πάντες σέ κοπιαστική ἄσκηση καί σκλη­ρα­γωγία. Ἀργότερα ἀποσύρθηκε στήν ἔρημο καί κατοίκησε μέσα σέ μία σπηλιά. Ἡ ἁγιότητά του εἵλκυσε τήν θεία χάρη, καί ἀπέ­κτησε τό χάρισμα νά θεραπεύει ἀνίατες ἀρρώστιες. Ἰδιαίτερα ὅταν μητέρες πού ἔχαναν τά νεογνά τους ἐπικαλοῦνταν τό ὄνομά του, γρήγορα ἀποκτοῦσαν ἄλλα παιδιά.
Μ' αὐτήν τήν φήμη, τῆς προστασίας τῶν βρεφῶν, ὁ ἅγιος Στυλιανός ἐπεκράτησε στόν λαό, καί ἡ γιορτή του διακρίθηκε. Μέ τό ὄνομά του βαπτίζονταν συχνά τά παιδιά, γιά νά ἔχουν τήν βοήθειά του, ἰδιαίτερα ἄν ἦταν φιλάσθενα ἤ ἄν εἶχε κινδυνεύσει ἡ ὑγεία τους. Στά νεώτερα χρόνια ἡ ἰδιότητα τοῦ ἁγίου νά «στερεώνει» τά μικρά παιδιά στήν ζωή ὑπερίσχυσε τοῦ ὀνόματός του καί ἐπιπλέον ἡ ὁμοηχία τοῦ ὀνόματος Στυλιανός μέ τήν ἰδιότητα τοῦ στερεός συνέβαλε, ὥστε ὁ ἅγιος Στυλιανός νά γίνει στά νεοελληνικά Στεργιανός καί τά παιδιά πού ἔπαιρναν τό ὄνομά του νά λέγονται ἐπίσης Στέργιος, Στεργιανή. Τά ὀνόματα αὐτά ἀπαντοῦν ἰδιαίτερα στούς ὀρεινούς πληθυσμούς τῆς Β. Ἑλλάδος, ἐνῶ στά νότια παραμένουν τά ἀρχικά Στέλιος, Στέλλα. Στούς ὀρεινούς συνηθίζονταν, ἐξάλλου, καί ἄλλα παρεμφερῆ ὀνόματα, πού ὑπαγορεύονταν ἀκριβῶς ἀπό τόν φόβο τῆς θνησιμότητας τῶν βρεφῶν. Ἔτσι μαζί μέ τό Στέργιος, πού δινόταν σάν εὐχή στό παιδί νά στεργιώσει καί σάν προσευχή στόν ἅγιο νά βοηθήσει, ἀκούγονταν συχνά καί τό Ζήσης (= νά ζήσει), τό Ρίζος (=νά ριζώσει) καί ἄλλα ὅμοια.
Ἑπομένως, τό ὄνομα Στέργιος ἀναφέρεται στόν ἅγιο Στυλιανό καί δέν ἔχει σχέση ὡς ὄνομα οὔτε μέ τό Ἀστέριος οὔτε μέ τό Σέργιος. Τό Ἀστέριος ἦταν γνωστό καί στήν πρό Χριστοῦ ἐποχή καί σημαίνει αὐτόν πού μοιάζει μέ ἀστέρι· τό δέ Σέργιος μᾶς ἦλθε ἀπό τά λατινικά καί ἐξελληνίσθηκε.Θά μπορούσαμε νά ποῦμε ὅτι ἐν προκειμένῳ μέ τόν ἅγιο Στυλιανό συνέβη ὅ,τι καί μέ τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Χρυσόστομο· κληροδότησαν στήν Ἐκκλησία ὄχι μόνο τό ἁγιασμένο ὄνομά τους, ἀλλά καί τό εὐλογημένο τους χάρισμα. Πράγματι, ὡς βαπτιστικά σήμερα χρησιμοποιοῦνται τόσο τά Στυλιανός, Ἰωάννης ὅσο καί τά ἀντίστοιχα Στέργιος, Χρυσόστομος.
Τήν ἴδια μέρα μέ τόν ἅγιο Στυλιανό γιορτάζει καί ὁ ἅγιος Ἀλύπιος ὁ Κιονίτης ἤ Στυλίτης, ἕνας ἅγιος πού παρουσιάζει πολλά κοινά στοιχεῖα μέ τόν ἅγιο Στυλιανό. Ἦταν καί αὐτός Παφλαγόνας, ἀπό τήν Ἀδριανούπολη, καί ἔδειξε καί αὐτός ἀπό μικρός ὅτι ἦταν προικισμένος μέ ἐξαιρετικές χάρες. Γεννήθηκε στά χρόνια τοῦ βασιλιᾶ Ἡρακλείου, κατά τόν στ΄ αἰ., καί ἔγινε καί αὐτός μοναχός πού διακρίθηκε μέ ποικίλες ἀσκήσεις καί ξεπέρασε τούς πάντες στήν καρτερία, ἀπέκτησε δέ καί τό χάρισμα νά θαυματουργεῖ. Τό ἰδιαίτερο στόν ἅγιο Ἀλύπιο ἦταν ὅτι ἔζησε πάνω σέ ἕναν στύλο -ἐξ οὗ καί ἡ ὀνομασία του Κιονίτης ἤ Στυλίτης (κίων = στύλος)- 66 χρόνια, «σάν ἕνας χάλκινος ἀνδριάντας, παλεύοντας μέ τίς βροχές καί τόν καύσωνα, μέ τούς παγετούς καί τά χιόνια καί μέ τούς ἀνέμους καί τίς λαίλαπες», ὅπως λέει ὁ βιογράφος του.
Ὁρισμένοι ἐρευνητές ἔχουν τήν γνώμη ὅτι ὁ ἅγιος αὐτός ταυτίζεται μέ τόν ἅγιο Στυλιανό, καθόσον ἡ λέξη στυλιανός δέν εἶναι παρά μετάφραση τοῦ κιονίτης, ἡ δέ ζωή τους ἐκτυλίσσεται παρόμοια. Πιθανόν, πράγματι, κάποιες συνθῆκες νά συνέβαλαν ὥστε ὁ ἅγιος Ἀλύπιος ὁ Κιονίτης νά ἔγινε γνωστός μέ τόν μεταφρασμένο τύπο τοῦ ἐπιθέτου του ὡς ἅγιος Στυλιανός, κάποτε δέ νά θεωρήθηκε ὅτι τά δύο ὀνόματα ἀντιπροσώπευαν δύο διαφορετικά πρόσωπα καί νά διακρίθηκαν. Πάντως στήν Ἐκκλησία μας ὁ ἅγιος Στυλιανός, παρ’ ὅλο πού γιορτάζει μαζί μέ τόν ἅγιο Ἀλύπιο τόν Κιονίτη, τιμᾶται ὡς ἰδιαίτερος ἅγιος. Ἀλλά δέν εἶναι καθόλου παράξενο οὔτε ἀπίθανο καί ὁ ἅγιος Στυλιανός νά ὑπῆρξε ἐπίσης ἕνας στυλίτης, καθόσον τό ὄνομά του προέρχεται ἀπό τήν λέξη στύλος. Ἔτσι, λοιπόν, τόν ἅγιό μας, ὁ ὁποῖος ἔγινε ζωντανός στύλος στήν προσπάθειά του νά ἀγγίσει τόν Θεό ἀφήνοντας τά γήινα καί ὑψώνοντας τό πνεῦμα καί τό σῶμα του στόν οὐρανό, τόν ἄγγιξε ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ καί τόν κατέστησε «στεργιωτή» τῶν βρεφῶν καί τῶν νηπίων.
Ορθόδοξος Τύπος, 25/11/2011

Το λάθος ενός αγίου



Χριστέ, σώζε μας από το χείλος της αβύσσου!
«Ο άγιος Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης, σε επιστολή του προς τον μοναχό Δημόφιλο, του διηγείται το εξής περιστατικό που φανερώνει την φιλανθρωπία του Θεού προς τους αμαρτωλούς.

Ο απόστολος Κάρπος, εκ των Εβδομήκοντα (Ο΄) Αποστόλων, ήταν πολύ λυπημένος διότι ένας ειδωλολάτρης είχε παρασύρει ένα Χριστιανό. Ο Κάρπος πικράθηκε και λυπήθηκε πολύ. Όταν, μάλιστα, τα μεσάνυχτα σηκώθηκε να προσευχηθεί κατά τη συνήθειά του, ζήτησε από τον Θεό να ρίξει κεραυνό και να εξολοθρεύσει και τους δύο αποστάτες.

Ενώ όμως έλεγε αυτά, είδε το εξής όραμα: Το σπίτι σχίσθηκε στα δύο, από τη μια στέγη μέχρι κάτω. Ο ουρανός άνοιξε και είδε τον Χριστό περιστοιχιζόμενον από άπειρους Αγγέλους. Ταυτοχρόνως όμως, κυττάζοντας προς τα κάτω, είδε στο έδαφος να ανοίγεται ένα πελώριο χάσμα, βαθύ και σκοτεινό. Στο χείλος του χάσματος είδε τους δύο εκείνους ανθρώπους, για τους οποίους είχε ζητήσει την άμεση εξόντωσή τους. Οι άνθρωποι αυτοί, τρομαγμένοι και ελεεινοί, κινδύνευαν να πέσουν μέσα στο χάσμα από στιγμή σε στιγμή.

Εν τω μεταξύ έβλεπε να ανεβαίνουν από το χάσμα φίδια, τα οποία δάγκωναν τους δύο εκείνους ανθρώπους, τους χτυπούσαν με τις ουρές τους και προσπαθούσαν να τους ρίξουν μέσα στο απύθμενο βάραθρο. Ο Κάρπος, από το άλλο μέρος, λυπόταν και αδημονούσε και ευχόταν να πέσουν οι άνθρωποι εκείνοι το γρηγορότερο μέσα στο χάσμα. Προσπάθησε μάλιστα και ο ίδιος να τους σπρώξει για να πέσουν. Επειδή όμως δεν μπόρεσε, γι’ αυτό άρχισε να τους καταριέται.

Σηκώνοντας πάλι τα μάτια του στον ουρανό, είδε τον Χριστό να σηκώνεται από τον Θρόνο Του, να κατεβαίνει στο στόμιο του χάσματος και να απλώνει το χέρι του στους δύο ανθρώπους. Το ίδιο έκαναν και οι Άγγελοι, άλλοι βοηθούσαν τον ένα και άλλοι βοηθούσαν τον άλλον.

Τότε ο Κάρπος είδε τον Χριστό να απλώνει το χέρι του προς αυτόν και να του λέγει:
- Χτύπα, λοιπόν, εμένα, διότι εγώ είμαι έτοιμος να πάθω πάλι, προκειμένου να σωθούν οι άνθρωποι. Και θα το έκανα μάλιστα ευχαρίστως, εάν η δεύτερη αυτή ενσάρκωσή μου δεν θα γινόταν Αφορμή να αμαρτήσουν και πάλι οι άνθρωποι, σταυρώνοντάς με. Σκέψου, όμως, αν συμφέρει και σένα να αλλάξεις συντρόφους και από τη συντροφιά του Θεού και των αγίων Αγγέλων να έχεις της παντοτινή συντροφιά των φιδιών και των δαιμόνων» (Συναξάρι, 3 Οκτωβρίου).


Συχνά οι άνθρωποι του Θεού πέφτουν στον ίδιο πειρασμό, όπως ο άγιος Κάρπος. Ευαίσθητοι και απόλυτοι στο έργο της Εκκλησίας, καταδικάζουν και καταρριώνται τους αμαρτωλούς, τους απίστους και τους ασεβείς. Ό,τι είπε ο Χριστός για τους σταυρωτές του, ισχύει δυστυχώς και γι’ αυτούς: « Ουκ οίδασι τι ποιούσι» (Λουκ. κγ΄34) . Εκείνοι, από άγνοια και φανατισμό, διέπραξαν το μεγαλύτερο έγκλημα της ιστορίας, σταύρωσαν τον Χριστό. Παρόμοιο έγκλημα διαπράττουν και μερικοί «θρησκευτικοί» όταν καταδικάζουν και καταρριώνται τους συνανθρώπους τους.
Πόση διαφορά μεταξύ Χριστού και ανθρώπων! Ο Χριστός πεθαίνει για τους αμαρτωλούς και είναι πρόθυμος να θυσιαστεί γι’ αυτούς άλλη μία φορά, οι άνθρωποι όμως δεν είναι διατεθειμένοι να συγχωρήσουν τους συνανθρώπους τους.

Το όραμα του αγίου Κάρπου είναι όντως συγκλονιστικό. Πρέπει να το έχουμε μπροστά μας ολοζώντανο, όταν παίρνουμε στο στόμα μας την τύχη των συνανθρώπων μας. Πόσο εύκολα καταδικάζουμε και κατακρίνομε τους άλλους! Πόσο εύκολα πολλοί εξαποστέλνουν τους… άλλους «στο διάβολο»! Αν όμως γνώριζαν το τι ακριβώς εκστομίζουν. Αν έβλεπαν κι αυτοί το βάραθρο με τα φίδια και τους δαίμονες, δεν θα τολμούσαν να κάνουν κάτι τέτοιο. Αυτό που θα απεύχονταν για τον ίδιο τον εαυτό τους, δεν θα τολμούσαν να το ζητούν για τους άλλους.
Χριστέ, σώζε και μας και τους αδελφούς μας από το χείλος της αβύσσου.

Από το βιβλίο: «+ Μητροπολίτου Αχελώου
ΕΥΘΥΜΙΟΥ (Κ. ΣΤΥΛΙΟΥ)
ΟΙ ΑΕΤΟΙ
Ορθόδοξο Θεολογικό Αγιολόγιο»
ΕΚΔΟΣΕΙΣ: ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΣΤΕΓΗ ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ

Παρασκευή, Νοεμβρίου 25, 2011

Μια ακούσια αμαρτία πόσο «ακούσια» είναι;(Ιωαν Κορναράκη,Ομοτ. Καθηγητού Παν/μίου Αθηνών)

 



Συχνά έχουμε όλοι οι άνθρωποι την εμπειρία μιας ακούσιας αμαρτίας. Και βέβαια κάθε εξομολόγος-πνευματικός πατέρας ακούει πολύ συχνά, σχεδόν σε κάθε εξομολόγηση, τη διαβεβαίωση ή τον ισχυρισμό του εξομολογούμενου για το αθέλητο μιας αμαρτίας του,
-Σας διαβεβαιώνω ειλικρινώς. πάτερ μου, ότι αυτή η αμαρτία μου έγινε χωρίς να το αντιληφθώ. Εντελώς ακούσια χωρίς να είναι στη βούλησή μου ή στην σκέψη μου να την κάνω.
Πόσο ειλικρινής ή τουλάχιστον σίγουρη μπορεί να είναι μια τέτοια διαβεβαίωση και πόσο αληθινός ένας τέτοιος ισχυρισμός;
Ένα βιβλικό επιχείρημα για τον ακούσιο χαρακτήρα πολλών αμαρτιών μας είναι ασφαλώς το έβδομο κεφάλαιο της προς Ρωμαίους επιστολής του αποστόλου Παύλου. Εκεί ο απόστολος των εθνών εκθέτει σε αδρές γραμμές τον αντιφατικό (συγκρουσιακό) χαρακτήρα της λειτουργίας της ανθρώπινης ψυχής, κατά τη σχέση της, αφ’ ενός μεν με το νόμο του Θεού αφ’ ετέρου δε με την «οικούσαν» σ’ αυτήν αμαρτία.
«Έτσι δεν ξέρω ουσιαστικά τί κάνω· δεν κάνω αυτό που θα ’θελα να κάνω αλλά, αντίθετα, ό,τι θα ’θελα να αποφύγω… Και έτσι φθάνω πια στο σημείο να μη διαπράττω εγώ ο ίδιος το κακό αλλά η αμαρτία, που έχει εγκατασταθεί μέσα μου… κι έτσι, δεν κάνω το καλό που θα  ’θελα, αλλά υπηρετώ το κακό που δεν το θέλω. Αν όμως κάνω αυτό που δεν θέλω, τότε την πράξη μου δεν την καθορίζω πια εγώ αλλά η αμαρτία, που έχει θρονιαστεί μέσα μου».
Οπωσδήποτε υπάρχουν ακούσιες αμαρτίες. Κάποιες αιφνίδιες πειρασμικές προσβολές ή κάποιες απρόβλεπτες καταστάσεις, στη ροή της καθημερινότητας και των ποικίλων μορφών των διαπροσωπικών σχέσεων, μπορεί να είναι, τουλάχιστον φαινομενικά, υπεύθυνοι παράγοντες μιας αμαρτίας, η οποία διαπράττεται ακουσία.
Εντούτοις, από κάποια άλλη άποψη θεωρούμενο, το αθέλητο και ακούσιο μιας αμαρτίας, φαίνεται να αποτελεί επικίνδυνο πρόβλημα για τη νηπτική συνείδηση του πνευματικού αγωνιστή. Ο κίνδυνος που ελλοχεύει στο πρόβλημα αυτό σχετίζεται άμεσα με το γεγονός ότι εμείς οι ίδιοι, συχνά μόνοι κριτές του εαυτού μας, αποφαινόμαστε με κάθε «ειλικρίνεια», για το αθέλητο μιας παρεκτροπής μας, μιας πτώσεως μας, ενός αμαρτωλού λογισμού ή μιας ασυμβίβαστης, με το επίπεδο της πνευματικής μας ζωής, επιθυμίας.
Εμείς κρίνουμε τις σκέψεις και τις πράξεις του εαυτού μας και βεβαιώνουμε τον εαυτό μας για το ακούσιο μιας αμαρτίας μας. Εξάλλου, εφόσον εμείς είμαστε πεπεισμένοι, «καλή τη πίστει», βεβαιώνουμε, με τη σχετική επιχειρηματολογία μας και τους άλλους και μάλιστα τον πνευματικό μας για το ακούσιο αυτό!
-Πάτερ μου, τι να σας πω· απόρησα με τον εαυτό μου! Ήταν σαν να έφυγε ο εαυτός μου από τα χέρια μου και έκανα κάτι που δεν γνώριζα και που δεν ήταν της δικής μου επιλογής, δεν το ήθελα!
Ο Μ. Βασίλειος, σε τέτοιους ισχυρισμούς για το ακούσιο μιας αμαρτίας, θα παρατηρήσει· «Αυτός που ωθείται χωρίς να το θέλει από κάποια αμαρτία, πρέπει να γνωρίζει, ότι, μέχρι εκείνη τη στιγμή, ήταν αιχμάλωτος σε κάποια άλλη, προϋπάρχουσα μέσα του αμαρτία στην οποία θεληματικά δούλευε και τώρα από αυτή την προϋπάρχουσα αμαρτία έλκεται και σύρεται και σ’ αυτά που δεν θέλει».
Η παρατήρηση αυτή του Μ. Βασιλείου κλονίζει τα θεμέλια κάθε ισχυρισμού για το αθέλητο μιας αμαρτίας, επειδή δημιουργεί αμφιβολία κατά πόσο μια θεωρούμενη ως ακούσια αμαρτία είναι και όντως ακούσια! Επομένως πώς να είσαι πάντοτε σίγουρος ότι οι ακούσιες αμαρτίες σου είναι πραγματικά ακούσιες και δεν είναι φυσιολογικά εκβλαστήματα προϋπάρχουσας και ήδη εκουσίως διαπραττόμενης αμαρτίας»; Όντως· «παραπτώματα τίς συνήσει;».
Ο πατερικός εντούτοις άνθρωπος λύνει το πρόβλημα αυτό με μια αγιοπνευματική υπέρβαση της επιχειρηματολογίας του αμαρτωλού εαυτού του. Επειδή γνωρίζει τον κίνδυνο που μπορεί να ελλοχεύει σε μια τέτοια (οποιαδήποτε) επιχειρηματολογία, για τον ακούσιο χαρακτήρα κάποιων αμαρτιών του, υπερφαλαγγίζει τον κίνδυνο αυτό με τη σταθερή αποδοχή (παντού και πάντοτε) της απόλυτης προσωπικής του αμαρτωλότητας, ως της φυσικής καταστάσεως της πνευματικής του ζωής.
Πιστεύει δηλαδή με τρόπο απόλυτο, μη αποδεχόμενο αμφισβήτηση, ότι είναι ο πιο αμαρτωλός από όλους τους ανθρώπους, που γεννήθηκαν και έζησαν από τον Αδάμ και εξής αλλά και από εκείνους που ζουν μέχρι τη στιγμή που εκείνος βιώνει την προσωπική του αμαρτωλότητα!
Η αμαρτητική του αυτή αυτοσυνειδησία εκφράζεται με τη νοηματική καθαρότητα και χαρισματική διαύγεια των τροπαρίων του Μ. Κανόνος του Αγίου Ανδρέου Κρήτης, που ταιριάζει  εξάλλου στην παύλεια ομολογία· «ων πρώτος ειμί εγώ». «Ου γέγονεν εν τω βίω αμάρτημα ουδέ πράξις ουδέ κακία ην εγώ Σωτήρ ουκ επλημμέλησα, κατά νουν και λόγον και προαίρεσιν, και θέσει, και γνώμη, και πράξει εξαμαρτήσας, ως άλλος ουδείς πώποτε» (Στο βίο τούτο, Σωτήρα μου, δεν υπάρχει αμάρτημα ούτε πράξη ούτε κακία, που να μην την έκανα εγώ! Και νοερά και με το λόγο και τη διάθεση, και με τη θέληση και με τα έργα αμάρτησα, όσο κανείς άλλος ποτέ!).
«Εάν ερευνήσω μου τα έργα Σωτήρ άπαντα άνθρωπον υπερβάντα εμαυτόν ορώ ταις αμαρτίαις, ότι εν γνώσει φρενών ήμαρτον ουκ αγ­νοία»! (Σωτήρα μου, αν εξετάσω τα έργα μου, βλέπω τον εαυτό μου να ’χει ξεπεράσει στις αμαρτίες όλους τους άλλους ανθρώπους, γιατί αμάρτησα έχοντας γνώση και όχι από άγνοια.)  «Προσπίπτω σοι, και προσάγω σοι, ώσπερ δάκρυα τα ρήματά μου. Ήμαρτον ως ήμαρτε πόρνη, και ανόμησα ως άλλος ουδείς επί της γης»! (Πέφτω στα πόδια σου! και σου προσφέρω για δάκρυα τα λόγια μου: Αμάρτησα όπως αμάρτησε η πόρνη. Κι αθέτησα το νόμο σου, όσο κανείς άλλος στη γη.)
Με το φρόνημα αυτό της απόλυτης προσωπικής του αμαρτωλότητας, ο πατερικός άνθρωπος καθαρίζει τον εσωτερικό ψυχικό του κόσμο με τη σιγουριά του φωτισμού του Αγίου Πνεύματος και απαλλάσσεται από άσκοπους αλλά και επικίνδυνους προβληματισμούς, που συσκοτίζουν αντί να διαφωτίζουν το πρόβλημα της ψυχικής του καθαρότητας.
Έπειτα γνωρίζει καλά ότι, μέσα στον αβυσσώδη εσωτερικό του κόσμο, μόνο το μάτι του Θεού μπορεί να διεισδύει ερευνητικά και να φωτίζει την πραγματικότητα της προσωπικής του αμαρτωλότητας· «Αυτός γαρ γινώσκει τα κρύφια της καρδίας».
Όντως! Κατά τον Άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή, μόνο ο Θεός βλέπει ό,τι εμείς δεν μπορούμε να δούμε στο βάθος της ψυχής μας. Αυτός βλέπει και δικαίως κρίνει όλες τις πράξεις των ανθρώπων. Και μάλιστα «το αφανές κίνημα της ψυχής και την αόρατον ορμήν»! Εκείνος μόνο κατανοεί τις αιτίες και τους λόγους αυτών των αφανών κινήσεων της ψυχής αλλά και «το παντός πράγματος προεπινοούμενον τέλος».
Αλήθεια! Μια κατά τη δική μας κρίση, ακούσια αμαρτία πόσο ακούσια μπορεί να είναι κατά την κρίση του Θεού;

(Ιωαν. Κορναράκη, «Ψυχοδυναμικά δρώμενα στην πορεία της αγιότητος», εκδ. Τήνος,  σ.220-224)

Πατριάρχης Βαρθολομαίος, « Ἐπικίνδυνος ἀτραπὸς εἰς τὴν ὁποίαν εὐκόλως δύναται νὰ παρασυρθῇ ὁ μοναχὸς εἶναι ἡ κρίσις τῶν πράξεων τῶν ποιμένων»

Αναδημοσιεύουμε σήμερα από την επίσημη ιστοσελίδα του Οικουμενικού Πατριαρχείου ολόκληρη την ομιλία του Πατριάρχη Βαρθολομαίου προς τους μοναχούς της Ιεράς Μονής Μεγίστης Λαύρας του Αγίου Όρους. Σε αυτήν ο Πατριάρχης κάνει «μαθήματα» υπακοής στους μοναχούς και τους απαγορεύει τη διατύπωση κάθε κρίσης για τις πράξεις των προεστώτων και των επισκόπων, ακόμη και όταν αυτές αφορούν στα θέματα της Πίστεως. Λέει ο Πατριάρχης Βαρθλομαίος: «Ἐπικίνδυνος καὶ ὀλισθηρὰ ἀτραπὸς εἰς τὴν ὁποίαν εὐκόλως δύναται νὰ παρασυρθῇ ὁ μοναχὸς «ἐκ συναρπαγῆς, ἀπροσεξίας καὶ τοῦ πονηροῦ ἐπηρείας» εἶναι ἡ κρίσις τῶν πράξεων καὶ τῶν ἐντολῶν τῶν προεστῶτος καὶ τῶν ὑπὸ τῆς Ἐκκλησίας τεθέντων ποιμένων. Τὸ ἐπικίνδυνον δὲ ἔγκειται εἰς τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ τοιοῦτος μοναχὸς πλανᾶται θεωρῶν ὅτι οὗτος τηρεῖ ἄσπιλον «τὴν παρακαταθήκην» τῆς πίστεως, ἀγνοῶν τὴν ἐντολὴν τοῦ Θεοῦ διατυπουμένην σαφῶς ὑπὸ τοῦ πρωτοκορυφαίου τῶν ἀποστόλων Παύλου «πείθεσθε τοῖς ἡγουμένοις ὑμῶν καὶ ὑπείκετε· αὐτοὶ γὰρ ἀγρυπνοῦσιν ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ὑμῶν ὡς λόγον ἀποδώσοντες» (Ἑβρ. ιγ΄ 17)»...

Αμέσως μετά ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος αναπτύσσει στους Αγιορείτες μοναχούς τη θεολογία των διαλόγων χρησιμοποιώντας τις συνήθεις αναφορές νεωτεριστών θεολόγων της ετερότητας. Τονίζει ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος: «Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ὡς κατέχουσα τὴν ἀλήθειαν οὐδέποτε ἐφοβήθη τὴν συνομιλίαν μετὰ τοῦ ἄλλου ἀνθρώπου, ἀκολουθοῦσα καὶ εἰς αὐτὸ τὸ παράδειγμα τοῦ ἀρχηγοῦ καὶ τελειωτοῦ τῆς πίστεως αὐτῆς Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὁ Ὁποῖος συνωμίλει μετὰ τῆς Σαμαρείτιδος γυναικὸς γνωρίζων ὅτι θά προεκάλει τὴν ἀπορίαν καὶ τὴν ἀντίδρασιν τῶν μαθητῶν Του. Τὸ αὐτὸ ἐποίησε καὶ ὁ ἐκ τῆς Ἱερᾶς ταύτης Μονῆς προερχόμενος μέγας θεολόγος Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ὁ ὁποῖος κληθεὶς συνδιελέχθη μεθ᾽ ἑτεροδόξων καὶ δὴ καὶ ἀλλοθρήσκων».
Ουδέν βέβαια λέγει ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος για τις συμπροσευχές του ιδίου και άλλων επισκόπων και κληρικών του με ετεροδόξους αλλά και αλλοθρήσκους, οικουμενιστική πρακτική την οποία ρητώς απαγορεύουν οι Ιεροί Κανόνες επιβάλλοντας στους παραβάτες κληρικούς το επιτίμιο της καθαίρεσης. Δεν λησμονούμε δε πως λίγες μόνο μέρες μετά τις διαβεβαιώσεις του Πατριάρχη προς τους μοναχούς της Μεγίστης Λαύρας του Αγίου Όρους ότι «λαλοῦντες καὶ ἡμεῖς «τὴν ἐν ἡμῖν ἀλήθειαν» διεξάγομεν διάλογον ἀληθείας ἐργαζόμενοι διὰ τὴν προσέγγισιν καὶ τὴν κατανόησιν μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων καλῆς προθέσεως ἄνευ οἱασδήποτε ἐκπτώσεως ἢ παραχαράξεως τῆς ἁγίας ἡμῶν πίστεως» ο ίδιος συμπροσευχήθηκε στην Ασσίζη εντός παπικού ναού μαζί με τον Πάπα, τον Αγγλικανό «Αρχιεπίσκοπο» αλλά και βουδιστές, ειδωλολάτρες και παντός είδους κακοδόξους και πεπλανημένους. Αλήθεια, αυτή η συμπροσευχή έγινε «διὰ νὰ πεισθοῦν οἱ καλοπροαίρετοι ἐκ τῶν συνομιλητῶν ἡμῶν» για την Αλήθεια της Ορθοδοξίας; Και επείσθησαν άραγε;

Μεταφέρουμε ολόκληρη την πατριαρχική ομιλία κατά την επίσκεψή του στη Μονή Μεγίστης Λαύρας Αγίου Όρους (8/10/2011)
Ὁσιολογιώτατε Ἀρχιμανδρῖτα κύριε Πρόδρομε, Ἡγούμενε τῆς καθ᾽ ἡμᾶς Ἱερᾶς Βασιλικῆς, Πατριαρχικῆς καὶ Σταυροπηγιακῆς Μονῆς Μεγίστης Λαύρας,
Ὁσιώτατοι πατέρες καὶ ἀδελφοί,
Τέκνα ἐν Κυρίῳ ἀγαπητά,

Μετὰ πολλῆς χαρᾶς καὶ βαθυτάτης συγκινήσεως εἰσήλθομεν εἰς τὴν πανσεβάσμιον καὶ περίπυστον ταύτην Λαύραν, τὴν δικαίως Μεγίστην ἀποκαλουμένην, ὑμνοῦντες καὶ δοξολογοῦντες τὸν Δοτῆρα παντὸς ἀγαθοῦ Θεόν, τὸν ἀξιώσαντα ἡμᾶς ἵνα ἐπισκεφθῶμεν τὴν ἱερὰν ταύτην κοιτίδα τοῦ Ἁγιορειτικοῦ Μοναχισμοῦ, τὸ εὐλογημένον τοῦτο Κοινόβιον, τὸ ὁποῖον ἡγίασαν διὰ τῶν πνευματικῶν ἀγώνων καὶ παλαισμάτων τῶν μοναζόντων τὰ πλήθη ἐπὶ δέκα καὶ πλέον αἰῶνας.

Ἱστάμενοι εἰς τὸ μέσον τοῦ Καθολικοῦ καὶ θεωροῦντες τὸ σεμνὸν κάλλος τῶν περιβαλλουσῶν ἡμᾶς ὁσίων μορφῶν, τὰς ὁποίας ὁ πνευματοκίνητος χρωστὴρ Θεοφάνους τοῦ Κρητὸς εὐλαβῶς ἀπετύπωσεν, ἀναγόμεθα ἐπὶ τὸ πρωτότυπον, κατὰ τὸν τῆς Καισαρείας φωστῆρα Μέγαν Βασίλειον, καὶ ἀποθαυμάζομεν τὴν δύναμιν τῆς θείας Χάριτος, ἡ ὁποία μετεμόρφωσε τὰς ψυχὰς καὶ ἡγίασε τὰ σώματα τῶν ἐν καθαρότητι βίου καὶ ἡσυχίᾳ διαλαμψάντων θείων πατέρων.

Προσκυνοῦμεν εὐλαβῶς τὸν θαύματα βρύοντα καὶ ἰάσεις πηγάζοντα τάφον τοῦ Ὁσίου Ἀθανα¬σίου τοῦ Ἀθωνίτου, τοῦ οὐρανόφρονος κτήτορος καὶ θεμελιωτοῦ τοῦ ἐν Ἄθωνι κοινοβιακοῦ Μοναχισμοῦ, τοῦ ὑποδεχομένου ἡμᾶς νοερῶς εἰς τὴν θείαν αὐτοῦ Μάνδραν, καὶ ἐκπληττόμεθα καὶ ἡμεῖς μετὰ τῶν ἀγγελικῶν ταγμάτων «πῶς μετὰ σώματος πρὸς ἀοράτους συμπλοκὰς ἐχώρησε καὶ τῶν δαιμόνων κατετραυμάτισε τὰς φάλαγγας».

Ἀνατρέχομεν εἰς τὴν περίλαμπρον ἱστορίαν τῆς Ἱερᾶς Μονῆς καὶ θαυμάζομεν τοὺς ἀναριθμήτους θησαυρούς, σκεύη ἱερὰ καὶ εἰκόνας πολυτίμους, κώδικας παλαιούς τε καὶ περιτέχνως ἱστορηθέντας, διὰ τῶν ὁποίων ἐπλούτισαν καὶ ἐκόσμησαν ταύτην εὐσεβεῖς βυζαντινοὶ αὐτοκράτορες, ἐν οἷς Νικηφόρος Φωκᾶς, Ἰωάννης Τσιμισκῆς καὶ Βασίλειος ὁ Β´, καὶ σύν αὐτοῖς ἀλλοεθνεῖς ἡγεμόνες, ἀναγνωρίζοντες διὰ τοῦ τρόπου τούτου τὴν ὑπεροχὴν καὶ τὴν προσφορὰν ταύτης ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῶν ὁρίων τοῦ Ἁγιωνύμου Ὄρους.

Μείζονα ὅμως θαυμασμὸν προκαλεῖ εἰς τὰς ψυχὰς ἡμῶν ὁ οὐράνιος πλοῦτος τῆς ῾Ιερᾶς ταύτης Μονῆς, ὁ ἀποτεθησαυρισμένος εἰς τὰ ταμιεῖα τῆς ἄνω Ἱερουσαλήμ, ὁ μὴ φθειρόμενος πλοῦτος τῶν ἀρετῶν καὶ τῆς ἁγιότητος, τὸν ὁποῖον δι᾽ἀτρύτων ἀγώνων καὶ πόνων προσεκτήσαντο οἱ «τὸν δρόμον τελέσαντες καὶ τὴν πίστιν τηρήσαντες» ἅγιοι καὶ θεο¬φόροι πατέρες, ὡς ὁ τῆς ἡσυχίας καὶ τοῦ ἀκτίστου φωτὸς ὑπέρμαχος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ὁ τῆς Ὀρθοδοξίας φωστὴρ καὶ κλεινὸς προκάτοχος ἡμῶν Φιλόθεος ὁ Κόκκινος, καὶ ἡ καλλικέλαδος ἀηδὼν τῆς Ἐκκλησίας Ἰωάννης ὁ Κουκουζέλης.

Τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον καυχᾶται ἐν Κυρίῳ διὰ τὸν ἐξ ἀρχῆς καὶ μέχρι τῆς σήμερον πνευματικὸν αὐτοῦ σύνδεσμον μετὰ τῆς Ἱερᾶς ταύτης Μονῆς τῆς Μεγίστης Λαύρας, σύνδεσμον ἱερὸν ὅστις ὀφείλεται ἀφ᾽ ἑνὸς εἰς τὴν ἐμμέριμνον σπουδὴν τῆς Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως διὰ τὸ ἱερὸν καὶ σεβάσμιον τοῦτο Μοναστήριον, τὸ ἀνῆκον εἰς τὴν πνευματικὴν αὐτῆς δικαιοδοσίαν, καὶ ἀφ᾽ ἑτέρου εἰς τὸν διὰ τῶν προσώπων συντηρούμενον καὶ καλλιεργούμενον σύνδεσμον, καθὼς πλεῖστοι ὅσοι τῶν ἐνταῦθα διαλαμψάντων πατέρων ἀπὸ τοῦ ὁσίου κτήτορος ἕως καὶ τοῦ μακαρι¬στοῦ ἡγουμένου Φιλίππου, ὑπῆρξαν σάρξ ἐκ τῆς σαρκὸς τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἀλλὰ καὶ ἱκανός ἀριθμὸς πατέρων τῆς Μονῆς ἐκλέϊσαν τὸν Οἰκουμενικὸν Θρόνον ἢ ἐποίμαναν θεοφιλῶς ὡς ἀρχιερεῖς τὰς μητροπολιτικὰς αὐτοῦ ἐπαρχίας.

Ὅθεν μακαρίζομεν ὑμᾶς, τέκνα ἐν Κυρίῳ προσφιλῆ, διὰ τὸ προνόμιον τὸ ὁποῖον χάριτι Θεοῦ ἐλάβετε, νὰ ἀποτελῆτε μέλη τῆς Ἀδελφότητος τῆς παλαιφάτου ταύτης Ἱερᾶς Βασιλικῆς, Πατριαρχικῆς καὶ Σταυροπηγιακῆς Μονῆς τῆς Μεγίστης Λαύρας, νὰ κινῆσθε καὶ νὰ ἀναπνέητε καθ᾽ ἡμέραν ὑπὸ τὴν μητρικὴν σκέπην τῆς Παναγίας τῆς Κουκουζελίσσης καὶ τῆς Οἰκονομίσσης, νὰ διακονῆτε καὶ νὰ λειτουργῆσθε μέσα εἰς τὴν χάριν τῶν ἐνταῦθα ὁσιακῶς τὸν δόλιχον τοῦ βίου αὐτῶν τελειωσάντων πατέρων, νὰ ἀγρυπνῆτε καὶ νὰ παλαίητε πρὸς τὸν κοσμοκράτορα τοῦ σκότους τοῦ αἰῶνος τούτου ἐνισχυόμενοι ὑπὸ τῶν εὐχῶν τοῦ ὁσίου Ἀθανασίου, νὰ ἀδολεσχῆτε εἰς τὴν μνήμην τοῦ Θεοῦ καὶ εἰς τὴν προσευχὴν συμπαραστατούμενοι ὑπὸ τῶν διὰ τῆς ἀσκήσεως τῆς ἱερᾶς ἡσυχίας καὶ νήψεως καθαρθέντων καὶ θεωθέντων ὁσίων πατέρων.

«Καλὸν ἔργον καὶ μακάριον ἐξελέξασθε», διὰ τὴν τελείωσιν τοῦ ὁποίου ὅμως ἀπαιτεῖται προσπάθεια καὶ ἀγών, νέκρωσις τοῦ παλαιοῦ ἀνθρώπου ἐνεργουμένη διὰ τῆς ἐκκοπῆς τοῦ ἰδίου θελήματος καὶ τῆς θεοδιδάκτου ὑπακοῆς, προσήλωσις εἰς τὸν σκοπὸν διὰ τὸν ὁποῖον ἐξήλθετε ἐκ τοῦ κόσμου, ἀφοσίωσις εἰς «τὴν ἀγαθὴν μερίδα» τὴν ὁποίαν ἐξελέξασθε, ἵνα μὴ κλέψῃ ταύτην ὁ ἀντίδικος τῆς σωτηρίας ἡμῶν διὰ τῶν πολυτρόπων πειρασμῶν τοὺς ὁποίους τεχνηέντως ἀπεργάζεται καὶ ὑποβάλλει ἡμῖν.

Ἡ μοναχικὴ πολιτεία εἶναι ἀναμφηρίστως ζυγὸς ἀλλὰ ζυγὸς ἐλαφρὺς καὶ χρηστός, ἐφ᾽ ὅσον βιοῦται διὰ τῶν ὅρων τῶν θεσπισθέντων ὑπὸ τῶν ὁσίων καὶ θεοφόρων πατέρων. Καὶ ὑμεῖς, ἀδελφοὶ καὶ τέκνα, ἔχετε ὁδηγὸν ἀλάνθανστον καὶ ἀπλανῆ, τὸν ὅσιον κτήτορα τῆς σεβασμίας ταύτης Μονῆς, εἰς ἣν ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ ὡδήγησε καὶ ὑμᾶς. Ἔχετε ὁδηγὸν ἀσφαλῆ εἰς τὴν μοναστικὴν τρίβον τὰς νουθεσίας τοῦ ὁσίου Πατρὸς ἡμῶν Ἀθανασίου τοῦ Ἀθωνίτου, ἡ ἐφαρμογὴ τῶν ὁποίων ὁδηγεῖ εἰς τὴν κατὰ Θεὸν τελείωσιν τοῦ μοναχοῦ.

Πρῶτος ὅρος εἶναι ἡ ὑπακοή. Αὕτη ἐλαφρύνει τὸν ζυγὸν τῆς ἀσκητικῆς ζωῆς, διότι τὸ βάρος αὐτοῦ αἴρεται ὑπὸ τοῦ ἡγουμένου, ἐφ᾽ ὅσον ὁ μοναχὸς «ἀληθῆ τε καὶ τελείαν καὶ ἀνυπόκριτον πρὸς τὸν προεστῶτα τὴν ὑπακοὴν ἐνδείκνυται», ὡς σημειοῖ εἰς τὸ Τυπικὸν τῆς Ἱερᾶς ὑμῶν Μονῆς ὁ θεοφόρος ὅσιος Ἀθανάσιος, διευκρινίζων μάλιστα καὶ τὸ περιεχόμενον τῆς ὑπακοῆς. «Ἡ ἀληθὴς καὶ ἄμωμος ὑποταγὴ τῶν ὑποτακτικῶν πρὸς τὸν καθηγούμενον τούτῳ δείκνυται, τῷ μὴ μόνων τῶν ἀτόπων κατὰ τὴν συμβουλὴν τοῦ προεστῶτος ἀπέχεσθαι, ἀλλὰ μηδὲ αὐτὰ τὰ ἐπαινετὰ χωρὶς τῆς ἐκείνου γνώμης ποιεῖν καταδέχεσθαι».

Καὶ διὰ νὰ διασκεδάσῃ πᾶσαν σκέψιν καὶ ἰδέαν ὅτι ἡ ἐγκρατὴς ζωὴ ἢ ὁ ὑπερβάλλων ζῆλος δι᾽ ἀσκητικὰ παλαίσματα ὑπερτεροῦν τῆς ὑπακοῆς καὶ δύνανται νὰ ὑποκαταστήσουν ταύτην, ἰδού τί νουθετεῖ ὑμᾶς ὁ ὅσιος: «εἴ τις τὸ ἀρεστὸν αὐτῷ ποιῶν μὴ πρότερον ἐρωτήσας ταῖς ἰδίαις ὁρμαῖς κέχρηται, μεῖζον τοῦ κατορθώματος ἕξει τὸ πλημμελούμενον• ὁ δὲ τῆς ὑπακοῆς μισθὸς μείζων τοῦ κατὰ τὴν ἐγκράτειάν ἐστι κατορθώματος».

Ὁ δεύτερος ὅρος τῆς μοναχικῆς τελειώσεως εἶναι ἡ μεταξὺ τῶν ἀδελφῶν ἀγάπη καὶ ἑνότης, ἥτις ἀποτελεῖ κατὰ τὸν λόγον τοῦ Κυρίου, «ἐν τούτῳ γνώσονται πάντες ὅτι ἐμοὶ μαθηταί ἐστε, ἐὰν ἀγάπην ἔχητε ἐν ἀλλήλοις» (Ἰωαν. ιγ΄ 35), ἀσφαλὲς γνώρισμα τῶν μαθητῶν Αὐτοῦ.

Εἰς αὐτὴν τὴν πρὸς ἀλλήλους ἀγάπην καλεῖ καὶ ὑμᾶς ὁ πνευματέμφορος κάλαμος τοῦ ὁσίου Ἀθανασίου γράφων: «μετὰ πάσης προθυμίας καὶ γνώμης ἀγαθῆς σπουδάσατε τὴν πρὸς ἀλλήλους εἰρήνην καὶ ὁμόνοιαν ἀδιάστατον διατηρεῖν καὶ μὴ ᾖ ἐν ὑμῖν μήτε διχοστασίαι καὶ ἔριδες καὶ μερικαὶ φιλίαι καὶ ἑταιρεῖαι», τάσεις αἱ ὁποῖαι ἀτυχῶς ἐμφιλοχωροῦν ἐνίοτε, ἐξ ἐγωϊσμοῦ καὶ φιλοδοξίας ὡρισμένων, εἰς μοναστικὰς ἀδελφότητας, διαλύουσαι ὅ,τι ἀγαθὸν οἰκοδομεῖται διὰ κόπου καὶ μόχθου καὶ εἰς τὰς ψυχὰς τῶν μοναζόντων καὶ εἰς τὴν ἀδελφότητα καὶ ὁδηγοῦν εἰς ἐπικινδύνους καὶ ὀλισθηρὰς διὰ τὴν ψυχικὴν σωτηρίαν καὶ τὴν πνευματικὴν πρόοδον ἀτραπούς.

Ἐπικίνδυνος καὶ ὀλισθηρὰ ἀτραπὸς εἰς τὴν ὁποίαν εὐκόλως δύναται νὰ παρασυρθῇ ὁ μοναχὸς «ἐκ συναρπαγῆς, ἀπροσεξίας καὶ τοῦ πονηροῦ ἐπηρείας» εἶναι ἡ κρίσις τῶν πράξεων καὶ τῶν ἐντολῶν τῶν προεστῶτος καὶ τῶν ὑπὸ τῆς Ἐκκλησίας τεθέντων ποιμένων. Τὸ ἐπικίνδυνον δὲ ἔγκειται εἰς τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ τοιοῦτος μοναχὸς πλανᾶται θεωρῶν ὅτι οὗτος τηρεῖ ἄσπιλον «τὴν παρακαταθήκην» τῆς πίστεως, ἀγνοῶν τὴν ἐντολὴν τοῦ Θεοῦ διατυπουμένην σαφῶς ὑπὸ τοῦ πρωτοκορυφαίου τῶν ἀποστόλων Παύλου «πείθεσθε τοῖς ἡγουμένοις ὑμῶν καὶ ὑπείκετε· αὐτοὶ γὰρ ἀγρυπνοῦσιν ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ὑμῶν ὡς λόγον ἀποδώσοντες» (Ἑβρ. ιγ΄ 17).

Ἀλλ᾽ οἱ ἀγρυπνοῦντες, ἀδελφοί καὶ τέκνα, «ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ὑμῶν», ἀγρυπνοῦν καὶ διὰ τὴν ἀπαρασάλευτον διατήρησιν τῆς ἀμωμήτου ἡμῶν πίστεως ὡς «οἱ προφῆται εἶδον, οἱ ἀπόστολοι ἐδίδαξαν, ἡ Ἐκκλησία παρέλαβεν, οἱ διδάσκαλοι ἐδογμάτισαν … καὶ ὁ Χριστὸς ἐβράβευσεν». Οὕτω καὶ ἡμεῖς ἔχομεν ἀπόλυτον συνείδησιν τῆς εὐθύνης τὴν ὁποίαν φέρομεν μετὰ τοῦ ἀρχιερατικοῦ καὶ πατριαρχικοῦ ὠμοφορίου ἐπὶ τῶν ὤμων ἡμῶν.

Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ὡς κατέχουσα τὴν ἀλήθειαν οὐδέποτε ἐφοβήθη τὴν συνομιλίαν μετὰ τοῦ ἄλλου ἀνθρώπου, ἀκολουθοῦσα καὶ εἰς αὐτὸ τὸ παράδειγμα τοῦ ἀρχηγοῦ καὶ τελειωτοῦ τῆς πίστεως αὐτῆς Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὁ Ὁποῖος συνωμίλει μετὰ τῆς Σαμαρείτιδος γυναικὸς γνωρίζων ὅτι θά προεκάλει τὴν ἀπορίαν καὶ τὴν ἀντίδρασιν τῶν μαθητῶν Του. Τὸ αὐτὸ ἐποίησε καὶ ὁ ἐκ τῆς Ἱερᾶς ταύτης Μονῆς προερχόμενος μέγας θεολόγος Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ὁ ὁποῖος κληθεὶς συνδιελέχθη μεθ᾽ ἑτεροδόξων καὶ δὴ καὶ ἀλλοθρήσκων. Ὅθεν, λαλοῦντες καὶ ἡμεῖς «τὴν ἐν ἡμῖν ἀλήθειαν» διεξάγομεν διάλογον ἀληθείας ἐργαζόμενοι διὰ τὴν προσέγγισιν καὶ τὴν κατανόησιν μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων καλῆς προθέσεως ἄνευ οἱασδήποτε ἐκπτώσεως ἢ παραχαράξεως τῆς ἁγίας ἡμῶν πίστεως.

Διὰ τοῦτο καὶ προτρεπόμεθα ὑμᾶς πατρικῶς ἵνα συνεχίζητε ἀπερίσπαστοι ἐκ τοιούτων λογισμῶν τὴν πνευματικὴν ὑμῶν ἐργασίαν, «εἰρήνην» διώκοντες «μετὰ πάντων καὶ τὸν ἁγιασμόν, οὗ χωρὶς οὐδεὶς ὄψεται τὸν Κύριον» (Ἑβρ. ιβ΄ 14).

Διὸ καὶ ἐπὶ τοῦ παρόντος ἡμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι συνεχίζομεν τοὺς διαλόγους μετὰ τῶν ἑτεροδόξων, διὰ νὰ πεισθοῦν οἱ καλοπροαίρετοι ἐκ τῶν συνομιλητῶν ἡμῶν. Δὲν ἐπιτυγχάνομεν πάντοτε, ἀλλ’ οὐκ ἀποκάμνομεν κηρύσσοντες τὴν ἀλήθειαν, ἀκολουθοῦντες τὰς νουθεσίας τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τῆς Κλίμακος, σχολιάζοντος τὴν ἐντολὴν τοῦ Ἀποστόλου “αἱρετικὸν ἄνθρωπον μετὰ πρώτην καὶ δευτέραν νουθεσίαν παραιτοῦ”, συμφώνως πρὸς τὰς ὁποίας νουθεσίας πρέπει νὰ διαλεγώμεθα “ἕως αἰῶνος” μετὰ τῶν αἱρετικῶν τῶν ἐπιθυμούντων καλοπροαιρέτως νὰ μανθάνουν τὴν ἀλήθειαν, χωρὶς νὰ βαρυνώμεθα ἕνεκα τῆς φαινομενικῆς ματαιότητος τῶν κόπων καὶ τῆς φαινομενικῆς ἀναποτελεσματικότητος τῶν ἡμετέρων προσπαθειῶν (Κλῖμαξ, Λόγος κς΄, Β 11). Ἐν συνόλῳ, ὁ διάλογος ἐνδέχεται νὰ φαίνηται ἀποτυχημένος. Ἡ Θεία Χάρις ὅμως ἐνδέχεται νὰ προσείλκυσε πρὸς τὴν ἀλήθειάν τινας τῶν συμμετεχόντων εἰς αὐτόν. Διότι δὲν ἀξίζει νὰ διεξάγηται διάλογος, ἀκόμη καὶ ἐὰν μία μόνον ψυχὴ ἑλκυσθῇ πρὸς τὴν ἀλήθειαν; Καὶ ὑπάρχουν τοιαῦτα παραδείγματα, οὐκ ὀλίγα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι τῆς παρούσης γραφῆς.

Ἡ Μετριότης ἡμῶν, ἐπανειλημμένως ἔχει τονίσει τὰς οὐσιώδεις διαφορὰς μεταξύ της ὀρθοδοξίας καὶ τῶν ἄλλων ὁμολογιῶν, διὸ καὶ οὐδόλως ἐφείσθημεν, ὁμιλοῦντες πρὸ ἐτῶν πρὸς ρωμαιοκαθολικοὺς ἀδελφούς, νὰ ἐπισημάνωμεν ὅτι μὲ τὴν τακτικὴν τὴν ὁποίαν ἀκολουθεῖ ἡ ρωμαιοκαθολικὴ ἐκκλησία, ἀποδεχομένη ὁλονὲν καὶ νέα δόγματα, αἱ πορεῖαι αὐτῆς καὶ τῆς ἡμετέρας Ἐκκλησίας, ἀντὶ νὰ συγκλίνουν πρὸς τὴν ἕνωσιν, ἀποκλίνουν καὶ ὁδηγοῦν εἰς ἀπομάκρυνσιν τῆς μιᾶς ἀπὸ τῆς ἄλλης (Ὁμιλία ἡμῶν εἰς τὸ Ρωμαιοκαθολικὸν Πανεπιστήμιον τοῦ Georgetown τὴν 21ην Ὀκτωβρίου 1997).

Συνεπῶς, οὐδόλως τυγχάνει ἀληθὲς ὅτι παρασυρόμεθα εἰς μίαν ἀπροϋπόθετον ἕνωσιν τῶν ἐκκλησιῶν, οὔτε εἶναι ἀληθὲς ὅτι παραβλέπομεν τὰς διαφορὰς αἱ ὁποῖαι ἐμποδίζουν τὴν ἕνωσιν. Τὸ ἀληθὲς εἶναι ὅτι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία πάντοτε εὔχεται “ὑπὲρ τῆς τῶν πάντων ἐνώσεως” καὶ δὲν δύναται νὰ ἀρνηθῇ τὸν ἑαυτόν της, ὅταν προσκαλῆται εἰς διάλογον ἐπὶ τῷ σκοπῷ τῆς ἐπιτεύξεως τῆς ἑνώσεως. Διότι πᾶς ὀρθόδοξος πρέπει νὰ ἐπιθυμῇ τὴν ἕνωσιν, ὅπως ἐπιθυμεῖ ταύτην καὶ Αὐτὸς Οὗτος ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, ὁ Ὁποῖος διὰ τῆς Ἀρχιερατικῆς Αὐτοῦ προσευχῆς, ὀλίγον πρὸ τοῦ Πάθους, παρεκάλεσε τὸν Πατέρα ἵνα ἕν ὦσι πάντες οἱ εἰς Αὐτὸν πιστεύοντες. Ἡ ἕνωσις εἶναι ὁ τελικὸς στόχος, ἀλλὰ πρὸ αὐτοῦ, πρέπει νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ ταυτότης ἐν τῇ πίστει. Ἂν καὶ γνωρίζομεν τὰς ἐν προκειμένῳ δυσχερείας πρὸς ἐπίτευξιν συμφωνίας καὶ τὰς προσαπτομένας ὑπὸ ὡρισμένων ὀρθοδόξων κατηγορίας κατὰ τῶν συνομιλητῶν ἡμῶν, ὅτι δὲν ἐπιδιώκουν εἰλικρινῶς τὸν διάλογον καὶ τὴν συμφωνίαν ἀλλὰ τὴν ὑποταγήν ἡμῶν, ἀκολουθοῦμεν τὴν ὑπόδειξιν τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τῆς Κλίμακος νὰ μὴ ἐκκακῶμεν ἕως αἰῶνος, διότι εἴμεθα βέβαιοι ὅτι καὶ ἐὰν ἀκόμη τινὲς τῶν συνομιλητῶν ἡμῶν εἶναι κακοπροαίρετοι, ὑπάρχουν καὶ πολλοὶ καλοπροαίρετοι μετὰ τῶν ὁποίων ὀφείλομεν νὰ συνεχίσωμεν τὸν διάλογον πρὸς πλήρη διαφώτισίν των. Ὅταν οἱ διάλογοι πραγματοποιῶνται μετ’ ἐκπρόσωπων ὁμολογιακῶν ὁμάδων ἀριθμουσῶν χιλιάδας ἢ καὶ ἑκατομμύρια μελῶν καὶ τὰ πορίσματα τῶν συζητήσεων δημοσιεύωνται εἰς ἔντυπα μελετώμενα ὑπὸ πολλῶν ἐνδιαφερομένων, δὲν δύναται νὰ ἀποκλεισθῇ ἡ ὕπαρξις μεταξὺ αὐτῶν ἀνθρώπων καλῆς θελήσεως, χάριν τῶν ὁποίων καὶ μόνον ὀφείλομεν νὰ συνεχίσωμεν τοὺς διαλόγους.

Εἶναι γνωστὴ ἐκ τοῦ γεροντικοῦ, ἡ περίπτωσις τοῦ γέροντος καὶ τοῦ ὑποτακτικοῦ του, οἱ ὁποῖοι συνήντησαν ἕνα εἰδωλολάτρην. Ὁ ὑποτακτικός, μὴ γνωρίζων τὴν ἀποτελεσματικὴν μέθοδον τῆς ἄγρας τῶν ψυχῶν, ἐπέπληξε, κατηγόρησε καὶ καθύβρισε τὸν εἰδωλολάτρην διὰ τὸ πεπλανημένον τῆς πίστεώς του, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἐξοργίσῃ καὶ νὰ διαθέσῃ αὐτὸν δυσμενῶς πρὸς τὴν χριστιανικὴν πίστιν. Ἀντιθέτως ὁ σοφώτερος αὐτοῦ γέρων, ὡμίλησε μετὰ συμπαθείας καὶ ἀγάπης πρὸς τὸν εἰδωλολάτρην μὲ ἀποτέλεσμα νὰ προσελκύσῃ αὐτὸν εἰς Χριστόν.

Ὁσιώτατοι Πατέρες καὶ Ἀδελφοί,

Ἡ θέσις ὑμῶν, ὡς μελῶν τῆς ἀδελφότητος, τῆς πρώτης τῇ τάξει ἐν Ἁγίῳ Ὄρει Ἱερᾶς Μονῆς, τῆς Μεγίστης Λαύρας τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου, ἀποτελεῖ λόγον σοβαρᾶς ὑφ’ ὑμῶν ἀντιμετωπίσεως τῶν διαφόρων τάσεων, αἱ ὁποῖαι ἑκάστοτε ἐμφανίζονται ἐν Ἁγίῳ Ὄρει, σχετικῶς πρὸς τὰ προδιαληφθέντα θέματα καὶ τὴν ὑπὸ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ἀντιπετώπισιν αὐτῶν. Ἐὰν ἄλλη τις Μονή, μικροτέρου κύρους, παρασυρθῇ, κρίνουσα ἀπὸ προσκομιδῆς μέρους τῶν συμβαινόντων, εἰς ἐνεργείας διασπαστικὰς τῆς ψυχικῆς καὶ πνευματικῆς ἑνότητος ἡμῶν τε καὶ ὑμῶν, ἡ ὑμετέρα Μονὴ δὲν δικαιολογεῖται νὰ γίνῃ οὐραγὸς ἄλλης τινὸς Μονῆς, τοιαῦτα φρονούσης. Ἀλλὰ πρέπει νὰ εἶναι πάντοτε πρώτη καὶ εἰς τὴν διακήρυξιν καὶ εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῆς ἑνότητος, ἐν πνεύματι ἀγάπης καὶ ἀληθείας. Εὐελπιστοῦμεν ὅτι θὰ ἔχωμεν ὑμᾶς ἀρωγοὺς καὶ ἐν προσευχῇ συμπαραστάτας εἰς τὸ πολυσχιδὲς καὶ οὐχὶ ἄμοιρον δυσχερειῶν ἔργον τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, καὶ εὐχόμεθα ὑμῖν πατρικῶς πᾶσαν παρὰ Θεοῦ βοήθειαν εἰς τοὺς πνευματικοὺς ἀγῶνας, πρὸς τὰ πνευματικά τῆς πονηρίας ἐν τοῖς ἐπουρανίοις (Ἐφ. ς΄ 12). Διότι ἐξ αὐτῶν τῶν πνευματικῶν τῆς πονηρίας, προέρχονται πάντες οἱ κακοὶ λογισμοὶ καὶ πᾶσαι αἱ κακαὶ πράξεις. Εἰς ἐπίρρωσιν τῶν λεχθέντων, ἐπικαλούμεθα τὸν Ἀπόστολον Παῦλον λέγοντα “ἐν σαρκὶ γὰρ περιπατοῦντες οὐ κατὰ σάρκα στρατευόμεθα• τὰ γὰρ ὅπλα τῆς στρατείας ἡμῶν οὐ σαρκικά, ἀλλὰ δυνατὰ τῷ Θεῷ πρὸς καθαίρεσιν ὀχυρωμάτων• λογισμοὺς καθαιροῦντες καὶ πᾶν ὕψωμα ἐπαιρόμενον κατὰ τῆς γνώσεως τοῦ Θεοῦ, καὶ αἰχμαλωτίζοντες πᾶν νόημα εἰς τὴν ὑπακοὴν τοῦ Χριστοῦ, καὶ ἐν ἑτοίμῳ ἔχοντες ἐκδικῆσαι πᾶσαν παρακοήν, ὅταν πληρωθῇ ὑμῶν ἡ ὑπακοή” (Β΄ Κορ. ι΄ 3-6).

Ἀδελφοὶ καὶ τέκνα ἐν Κυρίῳ προσφιλῆ,

εὐχαριστοῦντες ὑμῖν διὰ τὴν θερμὴν ὑποδοχήν καὶ τὰς ἐκδηλώσεις πολλῆς ἀγάπης καὶ σεβασμοῦ πρὸς τὸ πρόσωπον τοῦ Πατριάρχου ὑμῶν, εὐχόμεθα ὅπως διὰ πρεσβειῶν τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, τοῦ ὁσίου Ἀθανασίου τοῦ Ἀθωνίτου καὶ πάντων τῶν ἁγίων προστατῶν ὑμῶν ὁ Θεὸς διαφυλάττῃ, εὐλογῇ καὶ καθοδηγῇ τὴν Ἀδελφότητα ταύτην, ὥστε νὰ ἀποτελῇ πρότυπον κοινοβιακοῦ βίου δι᾽ ἅπαντας τοὺς μονάζοντας.

Κατακλείοντες τὸν πατρικὸν λόγον, ἐπιτραπήτω ἡμῖν ὅπως δανεισθῶμεν πρὸς τοῦτο τὴν κατακλεῖδα τῆς ἐπιστολῆς Ἰακώβου: «Ἀδελφοί, ἐάν τις ἐν ὑμῖν πλανηθῇ ἀπὸ τῆς ἀληθείας καὶ ἐπιστρέψῃ τις αὐτόν, γινωσκέτω ὅτι ὁ ἐπιστρέψας ἁμαρτωλὸν ἐκ πλάνης ὁδοῦ αὐτοῦ σώσει ψυχὴν ἐκ θανάτου καὶ καλύψει πλῆθος ἁμαρτιῶν» (Ἰακ. ε΄ 19-20).

Εἰρήνη ὑμῖν, ἀδελφοί, καὶ ἀγάπη μετὰ πίστεως ἀπὸ Θεοῦ πατρὸς καὶ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ.

Ἡ χάρις καὶ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ σὺν τῇ πατρικῇ καὶ Πατριαρχικῇ ἡμῶν εὐλογία εἴησαν μετὰ πάντων τῶν ἀγαπώντων τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστὸν ἐν ἀφθαρσίᾳ. Ἀμήν (Ἐφ. ς΄ 23-24

Έρευνα για την εκλογή του Πατριάρχη Ιεροσολύμων Θεοφίλου

 

Του Θωμά Τσάτση - «Η αστυνομία διερευνά τον ισχυρισμό ότι ο Ελληνας πατριάρχης αγόρασε τον τίτλο του, δωροδοκώντας με 13 εκατομμύρια δολάρια», ανέφερε ο τίτλος χθεσινού ρεπορτάζ της ισραηλινής εφημερίδας «Haaretz», φέρνοντας τα πάνω κάτω στο Πατριαρχείο Ιεροσολύμων.
Σύμφωνα με το δημοσίευμα της εφημερίδας, που προβλήθηκε στην πρώτη σελίδα, «το αίτημα να ξεκινήσει ποινική έρευνα προήλθε από τον έκπτωτο Ελληνορθόδοξο πατριάρχη Ειρηναίο, που εγγράφως απευθύνθηκε την προηγούμενη εβδομάδα στο Ανώτατο Δικαστήριο.
Ανάλογο αίτημα απηύθυνε και στον εισαγγελέα Μοσέ Λάντορ».
Ο Ειρηναίος, σύμφωνα με τη «Haaretz», στην καταγγελία του αναφέρει ότι η αναγνώριση του Θεόφιλου το 2007 έγινε στο πλαίσιο «συμφωνίας δωροδοκίας».
Ο τελευταίος, όπως έγραψε στο χθεσινό της φύλλο η ισραηλινή εφημερίδα, υποσχέθηκε στο βοηθό τού τότε αρμόδιου υπουργού για τα εκκλησιαστικά θέματα Ραφί Εϊτάν ότι θα πληρώσει 13 εκατομμύρια δολάρια από κεφάλαια του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων για να αναγνωριστεί από την ισραηλινή κυβέρνηση.
Ο Πατριάρχης Θεόφιλος διαδέχτηκε στο θρόνο των Ιεροσολύμων τον Ειρηναίο μετά την καθαίρεση του τελευταίου τον Ιούνιο του 2005.
Η εκλογή του Θεόφιλου έγινε τον Αύγουστο του 2005, ενώ η αναγνώρισή του από την κυβέρνηση του Ισραήλ ήρθε στις 16 Δεκεμβρίου 2007.
Το Ισραήλ έως τότε συνέχιζε να αναγνωρίζει ως νόμιμο προκαθήμενο της Εκκλησίας των Ιεροσολύμων τον Ειρηναίο, κρατώντας για δυόμισι χρόνια σφραγισμένες τις οικονομικές υπηρεσίες τού Πατριαρχείου.
Η έκπτωση του Ειρηναίου ήταν αποτέλεσμα μιας πολύμηνης κρίσης στην Εκκλησία της Ελλάδος και στο Πατριαρχείο Ιεροσολύμων, που ξεκίνησε όταν έγινε γνωστή η παρουσία του Απόστολου Βαβύλη στα Ιεροσόλυμα.
Από το 2005 ο Ειρηναίος παραμένει σε χώρο του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων «απομονωμένος» από την Αγιοταφιτική κοινότητα.
Αξίζει να σημειωθεί ότι τον Μάιο του 2007 η κυβέρνηση της Ιορδανίας, το ορθόδοξο ποίμνιο της οποίας υπάγεται στο Πατριαρχείο Ιεροσολύμων, ήρε την εμπιστοσύνη της από τον Πατριάρχη Θεόφιλο, αλλά έπειτα από πιέσεις το κλίμα δυσπιστίας κατά του Πατριάρχη μεταστράφηκε.

Μισθωτοὶ ποιμένες, μισθωμένοι ἄρχοντες.

  Μισθωτοὶ ποιμένες, μισθωμένοι ἄρχοντες. Γεώργιος Κ. Τζανάκης . Ἀκρωτήρι Χανίων Σχετικῶς μὲ τὸ θέμα τῶν αὐξήσεων τῶν μισθῶν τῶν ἀρχιερέων, ...