Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Παρασκευή, Μαρτίου 30, 2012

ΧΑΙΡΕ ΟΤΙ ΕΜΩΡΑΝΘΗΣΑΝ ΟΙ ΔΕΙΝΟΙ ΣΥΖΗΤΗΤΑΙ, ΧΑΙΡΕ ΟΤΙ ΕΜΑΡΑΝΘΗΣΑΝ ΟΙ ΤΩΝ ΜΥΘΩΝ ΠΟΙΗΤΑΙ



Ο αρχαιοελληνικός πολιτισμός στηρίχθηκε σε δύο πυλώνες: τον λόγο και τον μύθο. Η αληθινή πρόοδος του ανθρώπου μάλιστα θεωρήθηκε ότι έγινε όταν μπόρεσε να περάσει από τον μύθο στο λόγο, όταν δηλαδή επέλεξε την σκέψη, την ομιλία, το εγώ, από τον στηριγμό της ζωής του σε μύθους, σε θεότητες, σε σχήματα που είχαν να κάνουν με πιο πρωτόγονες και παρελθοντικές μορφές κοινωνίας. Η χριστιανική πίστη, ξεκινώντας από το πρόσωπο της Υπεραγίας Θεοτόκου, μώρανε και μάρανε, τόσο τους συζητητές του λόγου, όσο και τους ποιητές των μύθων, απέδειξε δηλαδή ότι όταν ο τρόπος της ζωής στηρίζεται μόνο στη δύναμη της λογικής ή στη δύναμη του ανθρώπινου ασυνείδητου, της εγκόσμιας θρησκευτικότητας και του μύθου, δεν μπορεί να δώσει στον άνθρωπο νόημα ζωής και ευτυχία. Χρειάζεται η πίστη στο Χριστό, η οποία, παρότι έχει τον στηριγμό της στην έννοια του «μυστηρίου», εντούτοις συμπληρώνει, ολοκληρώνει και ανακαινίζει τον τρόπο του παλαιού ανθρώπου.
Η ζωή δεν βρίσκει νόημα όταν στηρίζεται μόνο στη συζήτηση, δηλαδή στα λόγια. Ούτε όταν μένει προσκολλημένη στο λόγο, τον ορθολογισμό. Χτίζει πολιτισμούς, γιατί μέσα από τα λόγια ο άνθρωπος επικοινωνεί και κοινωνεί με τον πλησίον του, άρα μπορεί να συνεργαστεί και να δημιουργήσει. Ακόμη, μέσα από τον ορθολογισμό μπορεί ο άνθρωπος να ερμηνεύσει, χρησιμοποιώντας τις μεθόδους της επιστήμης, αλλά και της φιλοσοφίας, τον κόσμο βρίσκοντας αλήθειες γι’ αυτόν. Έτσι χτίζει πολιτισμούς στηριγμένους σε εφευρέσεις και ανακαλύψεις και διασπείρει ιδέες και στάσεις ζωής, οι οποίες στηρίζονται στον παρόντα χρόνο και κόσμο. Με τους μύθους ο άνθρωπος χτίζει συλλογικότητες, οδηγείται δηλαδή στο να ανήκει σε ομάδες ανθρώπων οι οποίες συνδέονται όχι μόνο με την υλική επιβίωση και τα συμφέροντα, αλλά και με πίστεις, οι οποίες ερμηνεύουν περιοχές που η επιστήμη και ο ορθός λόγος δεν μπορούν να προσεγγίσουν, όπως είναι ο θάνατος και το επέκεινα, όπως είναι η ηθική αιτία για τις δοκιμασίες, τι δίνει ευτυχία στον άνθρωπο, τι δίνει νόημα και σκοπό. Οι μύθοι στηρίζονται στην παρουσία θεοτήτων, υπάρξεων δηλαδή οι οποίες λειτουργούν ανθρωπομορφικά, είναι πλασμένες κατ’ εικόνα της ανθρώπινης κοινωνίας και ζωής, και οι οποίες θεότητες δίνουν τη ζωή και τον θάνατο, τιμωρούν ή επιβραβεύουν, παρηγορούν ή αποδίδουν δικαιοσύνη. Είναι χαρακτηριστικό το σχήμα της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας, που ερμηνεύει και τον κόσμο και τις ζωές των ανθρώπων, οι οποίοι πηγαίνουν αντίθετα στη θέληση των θεοτήτων: ύβρις -τίσις-νέμεσις. Ρήτορες, συγγραφείς, ιστορικοί, πολιτικοί από την μία πλευρά, φιλόσοφοι και ποιητές από την άλλη, αποτελούσαν τα πρόσωπα εκείνα στα οποία στηρίχθηκε ο αρχαιοελληνικός πολιτισμός, αλλά και τα μετέπειτα από αυτόν.
Η χριστιανική πίστη, δια του προσώπου της Υπεραγίας Θεοτόκου, μας δίνει μία άλλη διάσταση, η οποία αποκαλύπτει την ανεπάρκεια του λόγου και του μύθου, και νοηματοδοτεί γνήσια και αληθινά την ανθρώπινη ζωή, τουλάχιστον εκείνων που πιστεύουν και αγωνίζονται να ζήσουν τη ζωή της Εκκλησίας. Το πρόσωπο της Παναγίας αποκαλύπτει την δύναμη της απλότητας, την δύναμη της αρετής, την δύναμη της εμπιστοσύνης, καταστάσεις οι οποίες δεν έρχονται μέσα από τον ορθό λόγο, αλλά από την σχέση του ανθρώπου με το Θεό και την ανθρώπινη προσωπικότητα. Καθίσταται μητέρα του Θεού, χώρα του αχωρήτου, που σημαίνει ότι στο πρόσωπό της συντρίβεται κάθε έννοια ορθολογισμού. Δεν είναι δυνατόν ο Θεός να παραιτείται από το πλήρωμα της θεότητός Του, το οποίο είναι υπεραρκετό για να του δώσει μακαριότητα και αιωνιότητα, και να γίνεται άνθρωπος, δηλαδή να γευτεί τον πόνο και την δοκιμασία, αλλά και τον θάνατο. Και η πρόσληψη της ανθρώπινης φύσης δεν αποτελεί απλώς μια μεταμόρφωση του Θεού σε άνθρωπο, αλλά γίνεται «ουσία και ου φαντασία», όχι κατ’ όψιν, αλλά καθ’ υπόστασιν. Αυτό, σε συνδυασμό με το ότι ο Θεός πεθαίνει, και μάλιστα πάνω στο σταυρό, αποτελεί για τους Έλληνες «μωρία». Έτσι, η Παναγία μαραίνει την μυθολογία, η οποία δεν μπορούσε να διανοηθεί τον θάνατο του Θεού και μάλιστα από αγάπη για τον άνθρωπο. Διότι οι μύθοι απαιτούσαν μόνο την υποταγή και τον σεβασμό και την αγάπη των ανθρώπων για τις θεότητες. Δεν προϋπέθεταν το αντίστροφο. Και η Παναγία γίνεται η μητέρα «της μωρίας και της αγάπης για τον άνθρωπο», κάτι που δεν μπορεί να περιγραφεί στο βάθος του με τη δύναμη του λόγου, αλλά μόνο μ’ αυτό που ονομάζουμε «μυστήριο».
Το μυστήριο δεν σημαίνει μαγεία. Δεν σημαίνει κάτι ψεύτικο που θέλουμε να το πιστεύουμε ως αληθινό. Σημαίνει κάτι που ξεπερνά τα όρια και τις δυνατότητες της λογικής μας, αλλά και την κατ’ εικόνα του ανθρώπου παρουσίαση του θείου. Το μυστήριο μαρτυρεί το ασύλληπτο και αδιανόητο της αγάπης. Γιατί μόνο η αγάπη τελικά μπορεί να ερμηνεύσει σ’ αυτούς που πιστεύουν το θαύμα του προσώπου της Παναγίας. Η αγάπη που έρχεται τόσο από την πλευρά του Θεού (υπέρβαση και του λόγου και του μύθου), όσο και από την πλευρά του ανθρώπου (κι εδώ αντίστοιχη υπέρβαση). Μωραίνονται οι δεινοί συζητητές, γιατί δεν μπορούν να ερμηνεύσουν το θαύμα του τόκου της Παναγίας. Μαραίνονται οι ποιητές των μύθων, γιατί δεν μπορούν να ερμηνεύσουν την αγάπη, η οποία υπερβαίνει κάθε έννοια ύβρεως, τιμωρίας και δικαιοσύνης. Και όντως, στην ανθρώπινη ιστορία η παρουσία της Παναγίας και στη συνέχεια του Χριστού, αποτέλεσαν τα κομβικά εκείνα σημεία που οδήγησαν στην ήττα και τον μαρασμό της αυτάρκειας του αρχαιοελληνικού πολιτισμού.
Η χριστιανική πίστη δεν κατήργησε ούτε τον λόγο, ούτε την θρησκευτική συλλογικότητα. Οι χριστιανοί, μάλιστα, ενίοτε υποτάχθηκαν στα σχήματα αυτά, στην προσπάθειά τους να μην αποκοπούν από την ιστορία και την κοινωνία. Ιδίως στην εποχή μας διαπιστώνουμε την προβαλλόμενη ανάγκη η πίστη να ορθολογικοποιηθεί, για να διαλεχθεί με την πρόοδο και την κοσμικότητα. Διαπιστώνουμε την ανάγκη να λειτουργήσει σε συλλογικό επίπεδο ως τρόπος εξιλέωσης του ανθρώπου για τα πολλά λάθη και τις αποτυχίες του να δράσει με αληθινή αγάπη. Να αποτελέσει στηριγμό μιας κοινωνίας που πρόταξε μόνο το «εγώ» και αρνήθηκε την καλλιέργεια του «εμείς». Η χριστιανική πίστη όμως κατέδειξε την ανεπάρκεια τόσο του λόγου όσο και του μύθου να δώσουν πληρότητα και νόημα ζωής στους ανθρώπους από μόνοι. Με την πίστη οδηγό, όλα μπορούν να γίνουν καινά. Μόνο που τώρα δεν μιλούμε για μύθους, για ανθρωπομορφισμούς, για τιμωρίες, για αλήθειες, αλλά για τον αληθινό Θεό, Αυτόν που είναι «η οδός, η αλήθεια και η ζωή» και που γίνεται άνθρωπος. Μόνο με τη σχέση μαζί Του μπορούμε να εργαστούμε τόσο για το προσωπικό μας καλό όσο και για το συλλογικό. Μόνο με την εμπιστοσύνη στις εντολές Του και την αγάπη Του, γνωρίζουμε ότι ο ορθολογισμός θα γίνει κινητήρια δύναμη δημιουργίας και όχι αφορμή αυτοθεοποίησης. Γιατί πάντοτε θα υπάρχουν τα άρρητα, τα ανερμήνευτα, τα ανοηματοδότιστα. Κι εκεί μόνο η πίστη μπορεί να στηρίξει, να ερμηνεύσει, να δώσει ζωή. Ακόμη και στον θάνατο. Και στην πίστη βρίσκεται πάντοτε η Παναγία μας. Στην πίστη βρίσκεται ο Υιός της και Θεός της και Θεός μας.
πηγή

Κωνσταντίνος Χολέβας, Η πίστη των Ελεύθερων Πολιορκημένων



Η ΠΙΣΤΗ ΤΩΝ ΕΛΕΥΘΕΡΩΝ ΠΟΛΙΟΡΚΗΜΕΝΩΝ
Γράφει ο Κωνσταντῖνος Χολέβας, Πολιτικός Ἐπιστήμων
Δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι ἡ Ἔξοδος τοῦ Μεσολογγίου ἔγινε τήν Κυριακή τῶν Βαΐων τοῦ 1826. Ἡ πίστη στόν Θεό, ἡ παρουσία τοῦ Ὀρθοδόξου Κλήρου καί ἡ ἑλληνορθόδοξη παράδοση πού ἦταν ἔμφυτη στούς ἀγωνιστές διεδραμάτισαν συμβολικό καί συνάμα οὐσιαστικό ρόλο στή μεγάλη αὐτή στιγμή τοῦ Νεωρτέρου Ἑλληνισμοῦ. Ὁ Κοζανίτης λόγιος καί ὁπλαρχηγός Νικόλαος Κασομούλης περιγράφει ὡς ἑξῆς τήν πίστη τῶν πολιορκημένων Μεσολογγιτῶν στή Θεία Πρόνοια:
«Στίς 22 Μαρτίου οἱ βεζύρηδες ἔκαμαν νέες προτάσεις γιά συνθήκη στούς Μεσολογγίτες. Οἱ καπεταναῖοι συνάχτηκαν νά συντάξουν τήν ἀπάντηση...

-Γράφε, πρόσταξε τόν Κασομούλη ὁ Ραζικότσικας.
-Ἀφῆστε νά τοῦ πῶ ἐγώ τί θά γράψει καί, ἄν δέν σᾶς ἀρέσει, τό χαλᾶμε., εἶπςε ὁ γερο-Νότης.
Ὅλοι σώπασαν. Καί ὁ ἀσπρομάλλης πολέμαρχος ὑπαγόρευσε:
- «...Πήραμε τό γράμμα σας σήμερα.
-Ἐμεῖς ἀγάδες, κουβέντα δέ ζητήσαμε νά κάμουμε. Ἐσεῖς στείλατε πρῶτοι καί τή ζητήσατε.
-Βλέπουμε στό γράμμα σας νά ζητᾶτε ἄρματα καί ἀποροῦμε πῶς τολμήσατε νά ζητήσετε ὀχτώ χιλιάδες ἄρματα, τά ὁποῖα ἀχνίζουν ἀπό τό αἷμα σας καί νά σᾶς τά δώσουμε μέ τά χέρια μας.
-Τώρα βλέπουμε ὅτι ἐκεῖνο πού θέλετε ἐσεῖς δέ γίνεται οὔτε ἐκεῖνο πού θέλουμε ἐμεῖς. Καί θά γίνει ἐκεῖνο πού ὁ Θεός ἀποφάσισε.».
Ἐν Μεσολογγίῳ τῇ 22 ᾳ Μαρτίου 1826.
Η φρουρά τοῦ Μεσολογγίου.
(Νικολάου Κασομούλη, Ἐνθυμήματα Στρατιωτικά)
Ἡ παρουσία τοῦ Ἐπισκόπου Ρωγῶν καί Κοζύλης Ἰωσήφ, πού κατήγετο ἀπό τή Θεσσαλία καί ἦταν βοηθός τοῦ Μητροπολίτου Ἄρτης Πορφυρίου ἔπαιξε καταλυτικό ρόλο. Ὁ Ἐπίσκοπος μαζί μέ τούς ἄλλους κληρικούς κάθε μέρα λειτουργοῦσε, ἐξομολογοῦσε, κοινωνοῦσε καί ἐνέπνεε τούς Πολιορκημένους. Τό σχέδιο τῆς Ἐξόδου, συνδυασμός πίστεως καί στρατηγικοῦ νοῦ, εἶναι δικό του ἔργο καί τό ὑπαγόρευσε στόν προαναφερθέντα Κασομούλη, ὁ ὀποῖος τό διέσωσε. Ὁ Ἰωσήφ εἶχε μαρτυρικό θάνατο. Ὅταν τελικά μπῆκαν οἱ Τουρκοαιγύπτιοι ὁ Ἐπίσκοπος ἀνατινάχθηκε μέσα στόν θρυλικό Ἀνεμόμυλο. Οἱ ἐχθροί τόν βρῆκαν ἡμιθανῆ καί τόν ἀποτελείωσαν μέ φρικτό τρόπο. Σέ κλασικούς πλέον πίνακες Ἑλλήνων καί ξένων ζωγράφων παρουσιάζεται ἡ σεβάσμια φυσιογνωμία τοῦ γέροντος Ἐπισκόπου νά μεταδίδει τήν Θεία Μετάληψη στούς Ἐξοδίτες λίγες ὧρες πρίν ἀπό τή μεγάλη στιγμή τῆς Ἐξόδου καί τῆς θυσίας.
Τό Σάββατο τοῦ Λαζάρου τοῦ 2006 ὁ μακαριστός Ἀρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος πραγματοποίησε μία ἐμπνευσμένη ὁμιλία στό Μεσολόγγι καί ἀπευθυνόμενος στούς νέους τόνισε: «... Ἔχετε τό ἀκριβό προνόμιο νά διαθέτετε μέσα στήν πνευματική σας οἰκοσκευή τίς παραδόσεις πού ξεκινᾶνε ἀπό τήν Ἅγία Πίστη μας καί στή συνέχεια ἐπεκτείνονται στήν ἁγία Πατρίδα μας. Μήν ξεχνᾶτε ἐσεῖς τά παιδιά, ὅτι τό Ἱερό κείμενο, τό ὁποῖο περιλάμβανε τό σχέδιο τῆς Ἐξόδου ἄρχιζε μέ τήν ἐπίκληση: «Εἰς τό ὄνομα τῆς Ἁγίας καί Ὁμοουσίου Τριάδος». Ἔτσι πίστευαν οἱ ἀγωνιστές καί μέ αὐτή τήν πίστη προχώρησαν μπροστά, γιατί ἄνθρωποι πού δέν πιστεύουν, ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι δέν εἶναι σέ συνάφεια μέ τίς μάζες τοῦ λαοῦ μας, δέν τά καταλαβαίνουν αὐτά καί νομίζουν ὅτι εἶναι ὀπισθοδρομικότητες. Αὐτά ὅμως εἶναι τά ζώπυρα τοῦ ἔθνους, ἐπάνω σέ αὐτά στηρίξαμε τήν ἐλευθερία μας καί αὐτά πρέπει νά τά τιμήσουμε, γιατί ἄν τά ἐγκαταλείψουμε τότε θά χαθοῦμε».
Ἡ πίστη τῶν Ἐξοδιτῶν στόν Θεό ἐμπνέει καί τόν Ἐθνικό μας ποιητή Διονύσιο Σιλωμό, ὁ ὁποῖος τούς αφιέρωσε τό ἐπικό ποίημά του, τούς «Ἐλεύθερους Πολιορκημμένους». Σταχυολογῶ τίς ἀκόλουθες θεολογικότατες σκέψεις ἀπό τούς Στοχασμούς τοῦ ἴδιου τοῦ ποιητῆ πού συνοδεύουν τά τρία σχεδιάσματα:
«Σκέψου βαθειά καί σταθερά ( μιά φορά γιά πάντα) τή φύση τῆς Ἰδέας, πρίν πραγματοπιήσεις τό ποίημα. Εἰς αὐτό θά ἐνσαρκωθεῖ τό ούσιαστικότερο καί ὑψηλότερο περιεχόμενο τῆς ἀληθινῆς ἀνθρώπινης φύσης, ἡ Πίστη καί ἡ Πατρίδα... Ὁ Ἅγιος Αὐγουστῖνος λέγει ὅτι ὁ Σταυρός εἶναι ἡ καθέδρα τῆς ἀληθινῆς σοφίας, ἐπειδή ὅσα ὁ Ἰησοῦς εἰς τρεῖς χρόνους ἐδίδαξε μέ τό Εὐαγγέλιο ὅλα τά ἀνακεφαλαίωσε εἰς τρεῖς ὧρες ἀπάνου εἰς τόν Σταυρό.... Τό ποίημα ἔχει ἀσώματη ψυχή, ἡ ὁποία ἀπορρέει ἀπό τόν Θεό καί ἀφοῦ σωματοποιηθεῖ εἰς τά ὄργανα καιροῦ, ἐθνικότητας, γλώσσας, μέ τούς διαφορετικούς στοχασμούς, αἰσθήματα , κλίσεις κ.ἄ. τέλος ἐπιστρέφει εἰς τόν Θεό:
Σέ βυθό πέφτει ἀπό βυθό
ὥσπου δέν ἦταν ἄλλος.
Ἐκεῖθε βγῆκε ἀνίκητος.»
Ἡ συγκλονιστική ἀπόφαση τῆς Ἐξόδου δέν θά μποροῦσε νά ληφθεῖ ἀπό ἀνθρώπους δίχως Πίστη καί ὅραμα. Εἶχαν μέσα στή ψυχή της τόν Θεό οἱ Μεσολογγίτες, οἱ Σουλιῶτες καί οἱ ἄλλοι Πολιορκημένοι. Εἶχαν ἐλπίδα καί ὅραμα πού βασιζόταν στήν Σταυροαναστάσιμη πορεία του Γένους μας. Ἤξεραν, ἔστω κι ἄν δέν εἶχαν πάει ὅλοι στό σχολεῖο, ὅτι γιά κάθε Ὀρθόδοξο Χριστιανό μετά τή Σταύρωση ακολουθεῖ ἡ Ἀνάσταση. Γνώριζαν ὅτι δέν ταιριάζει σέ ἄνδρες καί γυναῖκες μέ ἑλληνορθόδοξο ἦθος νά παραδίδονται καί νά πουλιοῦνται σκλάβοι ἤ σκλάβες. Οἱ λίγοι πάντα νικοῦν ἠθικά τούς πολλούς ἔστω κι ἄν στό πεδίο τῆς μάχης πέσουν νεκροί. Ἡ φρουρά πεθαίνει ἤ κάνει Ἔξοδο μέ τό σπαθί στό χέρι. Ἀλλά δέν παραδίδεται. Αὐτή εἶναι ἡ ἑλληνική εὐψυχία, ἡ συνέχεια τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἀναβπτιζομένη διαρκῶς μέσα στήν Ὀρθόδοξη Πίστη μας. Αὐτή εἶναι ἡ ρωμαλέα Ρωμηοσύνη πού κράτησε ὄρθια τήν ὑπόδουλη ¨Ελλάδα καί ξεσηκώθηκε γιά τοῦ Χριστοῦ τήν Πίστη τήν Ἁγία καί τῆς Πατρίδος τήν Ἐλευθερία.
Χωρίς τήν πίστη στόν Θεό δέν θά ἔγραφαν σελίδες ἡρωισμοῦ οἱ λίγοι πολιορκημένοι τῆς Ἱερᾶς Πόλεως Μεσολογγίου. Καί χωρίς τόν ἡρωισμό τους ἴσως νά εἶχε κακή πορεία ἡ Ἑλληνική Ἐπανάσταση. Ὁ ἔνθεος ἐνθουσιασμός τῶν Ἐλευθέρων Πολιορκημένων ἀφύπνισε τήν Εὐρώπη καί στερέωσε τήν Ἐλευθερία.
πηγή: ΠΕΙΡΑΪΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ, Μάρτιος 2012

Πῶς πρέπει νὰ πολεμᾶ ὁ στρατιώτης τοῦ Χριστοῦ


Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης



Ἀφοῦ ξυπνήσεις τὸ πρωί, καὶ ἀφοῦ προσευχηθεῖς κάμποση ὥρα, λέγοντας, Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ Υἱὲ τοῦ Θεοῦ ἐλέησόν με, τὸ πρῶτο πράγμα, ποὺ ἔχεις νὰ στοχασθεῖς εἶναι αὐτό: τὸ νὰ σοὺ φανεῖ πὼς βλέπεις τὸν ἑαυτό σου περικλεισμένο μέσα σ’ ἕναν τόπο, καὶ στάδιο, τὸ ὁποῖο δὲν εἶναι ἄλλο, παρὰ ἡ ἴδια σου ἡ καρδιά, καὶ ὅλος ὁ ἐσωτερικὸς ἄνθρωπος· μ’ αὐτὸ τὸν νόμο, ὅτι, ὅποιος ἐκεῖ δὲν πολεμήσει, νὰ μένει πάντοτε πεθαμένος· καὶ μέσα σ’ αὐτὸ λογαρίασε πὼς βλέπεις ἐμπρός σου ἐκεῖνο τὸν ἐχθρό, καὶ ἐκείνη τὴν κακή σου ὄρεξη, τὴν ὁποία ἀποφάσισες γιὰ νὰ πολεμήσεις, καὶ εἶσαι ἕτοιμος νὰ πληγωθεῖς καὶ νὰ πεθάνεις, ἀρκεῖ μόνο νὰ τὴν νικήσεις.

Καὶ ἀπὸ μὲν τὸ δεξὶ μέρος τοῦ σταδίου, νόμισε πὼς βλέπεις τὸ νικηφόρο σου Ἀρχιστράτηγο, τὸν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό, μὲ τὴν Παναγία του Μητέρα, καὶ μὲ πολλὰ Τάγματα Ἀγγέλων καὶ Ἁγίων καὶ μάλιστα μὲ τὸν Ἀρχάγγελο Μιχαήλ· ἀπὸ δὲ τὸ ἀριστερό, πὼς βλέπεις τὸν καταχθόνιο διάβολο, μὲ τοὺς δικούς του δαίμονες, γιὰ νὰ σηκώσουν τὸ πάθος ἐκεῖνο, καὶ τὴν κακὴ ὄρεξη καταπάνω σου, καὶ νὰ σὲ παρακινήσουν νὰ ἀφήσεις τὸν πόλεμο, καὶ νὰ ὑποταχθεῖς σ’ αὐτό· φαντάσου καὶ πὼς ἀκοῦς μία φωνή, σὰν ἀπὸ τὸ φύλακά σου Ἄγγελο, νὰ σοῦ λέει ἔτσι· «Ἐσὺ σήμερα πρέπει νὰ πολεμήσεις ἐναντίον αὐτοῦ ἀκριβῶς τοῦ πάθους, καὶ τῶν ἄλλων ἐχθρῶν· καὶ μὴ δειλιάσει καθόλου ἡ καρδιά σου, καὶ φύγεις ἀπὸ τὸν πόλεμο λόγῳ φόβου, ἢ ἄλλης συστολῆς, μὲ κανένα τρόπο· γιατί ὁ Κύριός μας καὶ Ἀρχιστράτηγός σου Ἰησοῦς, στέκεται ἐδῶ συντροφιασμένος μαζὶ μὲ ὅλους τοὺς χιλιάρχους καὶ ἑκατοντάρχους του, δηλαδὴ μὲ ὅλα του τὰ ἔνδοξα τάγματα, γιὰ νὰ πολεμήσει ὅλους τοὺς ἐχθρούς σου, καὶ νὰ μὴ τοὺς ἀφήσει νὰ σὲ δυναστεύουν ἢ νὰ σὲ νικήσουν· «Κύριος λέει, πολεμήσει περὶ ὑμῶν» (Ὁ Κύριος θὰ πολεμήση διὰ τὴν σωτηρίαν σας) (Ἔξοδ. ΙΔ΄ 14).

Γι’ αὐτό, στάσου στέρεος, βίασε τὸν ἑαυτό σου, ὑπέφερε τὸ βάσανο ποὺ θὰ αἰσθανθεῖς καμιὰ φορά· φώναζε πολλὲς φορὲς ἀπὸ τὰ σπλάχνα τῆς καρδιᾶς σου· «μὴ παραδῶς με εἰς ψυχὰς θλιβόντων με» (Μὴ μὲ παραδώσης εἰς τὰ χέρια ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔχουν σκοπὸ νὰ μὲ καταθλίψουν) (Ψάλμ. ΚΣΤ΄ 12). Φώναζε τὸν Κύριό σου, καὶ τὴν Παρθένο, καὶ ὅλους τοὺς Ἁγίους, καὶ Ἁγίες· καὶ σίγουρα θὰ νικήσεις· γιατί λέει «Γράφω ὑμῖν, νεανίσκοι, ὅτι νενικήκατε τὸν πονηρὸν» (Γράφω εἰς σᾶς, νέοι, διότι ἔχετε νικήσει τὸν πονηρὸν) (Α΄ Ἰωάννου Β΄ 13). Καὶ ἂν ἐσὺ εἶσαι ἀδύνατος, καὶ συνηθισμένος στὰ κακά, ἐνῶ οἱ ἐχθροί σου εἶναι δυνατοί, καὶ πολλοί, ἀλλά, πολὺ περισσότερες εἶναι οἱ βοήθειες ἐκείνου, ποὺ σὲ ἔπλασε καὶ σὲ λύτρωσε, καὶ ἀπὸ σένα ἀσυγκρίτως δυνατότερος εἶναι ὁ Θεὸς στὸν πόλεμο αὐτό• ὅπως ἔχει γραφεῖ· «Κύριος κραταιὸς καὶ δυνατὸς ἐν πολέμῳ» (ὁ Κύριος ὁ κραταιὸς καὶ δυνατὸς εἰς τοὺς πολέμους) (Ψαλμ. ΚΓ΄ 8). Καὶ περισσότερο πόθο ἔχει αὐτὸς νὰ σὲ σώσει, ἀπὸ ὅτι ἔχει ὁ ἐχθρὸς νὰ σὲ καταστρέψει.

Γι’ αὐτὸ πολέμα, καὶ μὴ βαρεθεῖς ποτέ σου τὸν κόπο. Γιατί ἀπὸ τὸν κόπο, καὶ ἀπὸ τὴ βία, καὶ τὸ βάσανο, ποὺ αἰσθάνεσαι γιὰ τὴ συνήθεια, τὴν ὁποία ἀπέκτησες ἀπὸ τὸ κακό, γεννιέται ἡ νίκη, καὶ ὁ μεγάλος θησαυρός, μὲ τὸν ὁποῖο ἀγοράζεται ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν, καὶ ἑνώνεται ἡ ψυχὴ διαπαντὸς μὲ τὸ Θεό.

Λοιπόν, ἄρχισε στὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ νὰ πολεμᾶς μὲ τὰ ἅρματα τῆς ἀπιστίας τοῦ ἑαυτοῦ σου, καὶ τῆς ἐλπίδας καὶ θάρρους στὸ Θεό σου, μὲ τὴν προσευχή, καὶ μὲ τὴ γύμναση· καὶ περισσότερο μὲ τὸ ἅρμα τῆς καρδιακῆς, καὶ Νοερᾶς Προσευχῆς· τὸ ὁποῖο εἶναι τό, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ὄνομα τόσο φοβερό, ποὺ σὰν μαχαίρι δίστομο στρεφόμενο μέσα στὴν καρδιά, μαστίζει, καὶ κατακόπτει τοὺς δαίμονες, καὶ τὰ πάθη.

Γι’ αὐτὸ καὶ περὶ τούτου εἶπε ὁ Ἰωάννης τῆς Κλίμακος «Ἰησοῦ ὀνόματι, μάστιζε πολεμίους» (Μὲ τὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ, μάστιζε τοὺς ἐχθρούς). Μὲ αὐτά, λέω, πολέμα ἐκεῖνο τὸν ἐχθρό, καὶ ἐκεῖνο τὸ πάθος, καὶ τὴν κακὴ ὄρεξη, ποὺ σὲ πολεμάει• δηλαδὴ νὰ τὴν πληγώνεις θανάσιμα, πότε μὲ τὴν ἀντίσταση, πότε μὲ τὸ μίσος, πότε μὲ τὶς πράξεις τῆς ἐνάντιας ἀρετῆς· καὶ ἔτσι, νὰ κάνεις πράγμα ἀρεστὸ στὸ Θεό σου· ὁ ὁποῖος, μὲ ὅλη τὴ θριαμβεύουσα ἐν οὐρανοῖς Ἐκκλησία, στέκει ἀόρατα, καὶ βλέπει τὸν πόλεμό σου· γιὰ τὸν ὁποῖο πόλεμο, δὲν πρέπει νὰ λυπᾶσαι συλλογιζόμενος, ἀφενὸς τὸ χρέος ποὺ ἔχουμε ὅλοι μας νὰ δουλεύουμε, καὶ νὰ ἀρέσουμε στὸ Θεό, καὶ ἀφετέρου, τὴν ἀνάγκη ποὺ ἔχουμε νὰ πολεμοῦμε, καθώς σοῦ προεῖπα. Γιατί, ἂν ἀπ’ αὐτὸ τὸν πόλεμο φύγουμε, σίγουρα μέλλουμε νὰ θανατωθοῦμε.

Ἔπειτα, καὶ ἂν φύγεις πρὸς ὥραν ἀπὸ τὸν κατὰ Θεὸν αὐτὸ πόλεμο σὰν ἀποστάτης, καὶ δοθεῖς στὸν κόσμο, καὶ σ’ ὅλες τὶς τρυφές, καὶ ἀναπαύσεις τῆς σαρκός· ἀλλὰ ὕστερα, καὶ παρὰ τὴ θέλησή σου πάλι πρέπει νὰ πολεμήσεις· καὶ μὲ τόσες δυσκολίες, ποὺ πολλὲς φορὲς νὰ ἱδρώνει τὸ πρόσωπό σου, καὶ νὰ καταπληγώνεται ἡ καρδιά σου μὲ θανατηφόρες λιποθυμίες. Πότε; Στὸν καιρὸ τῶν γηρατειῶν καὶ τοῦ θανάτου σου. Ὅταν οἱ δαίμονες, καὶ ὅλα τὰ πάθη σου, πρόκειται νὰ σὲ περικυκλώσουν δυνατά. Καὶ τόσο νὰ σὲ κατατροπώσουν, ποὺ ἐσὺ ἀδύναμος, ποιὸν πρῶτα νὰ ἀντιπολεμήσεις, πρόκειται νὰ παραδοθεῖς σὲ αἰώνιο θάνατο.

Γι’ αὐτό, μὴ γίνεις τόσο μωρός, ἀγαπητέ, ὥστε νὰ θέλεις νὰ πολεμᾶς τότε σὲ ἕνα καιρὸ ἀνώφελο· ἀλλὰ σὰν φρόνιμος, ὑπόμεινε τώρα τὸν κόπο τοῦ πολέμου, γιὰ νὰ νικήσεις, νὰ στεφανωθεῖς καὶ νὰ ἑνωθεῖς μὲ τὸ Θεό, καὶ ἐδῶ, καὶ ἐκεῖ στὴ βασιλεία του τὴν οὐράνια, «μνήσθητι τοῦ Κτίσαντός σε ἐν ἡμέραις νεότητός σου, ἕως ὅτου μὴ ἔλθωσιν αἱ ἡμέραι τῆς κακίας σου· καὶ φθάσωσι τὰ ἔτη, ἐν οἶς ἐρεῖς· οὐκ ἔστι μοι ἐν αὐτοῖς θέλημα» (Κατὰ τὰ ἔτη τῆς νεότητός σου, καὶ πάντοτε, νὰ ἐνθυμῆσαι τὸν δημιουργόν σου, διὰ νὰ μὴ ἔλθουν ἡμέραι πόνου καὶ ταλαιπωρίας τοῦ γήρατος καὶ φθάσουν ἔτη, κατὰ τὰ ὁποῖα θὰ πῆς, “Δὲν ἔχω πλέον τὴν θέλησιν καὶ τὴν δύναμιν δι΄ αὐτὰ τὰ πράγματα, διὰ τὸν σεβασμὸν καὶ τὴν ὑπακοὴν πρὸς τὸν Θεόν.”) (Ἐκκλησιαστής ΙB΄ 1).

Ἰβὰν ὁ Τρομερὸς κι’ οἱ Μάρτυρες τῆς Ὀρθοδοξίας - Φώτης Κόντογλου






(28 Μαρτίου)

Ὁ πολὺς ὁ κόσμος ξέρει μοναχὰ τὰ κακὰ τῶν παπάδων καί, παίρνοντας ἀφορμὴ ἀπὸ κάποιους διεφθαρμένους, σαρώνει γενικὰ ὅσους φορᾶνε ράσο. M' αὐτὸν τὸν τρόπο, κοντὰ στὶς ἄλλες δοκιμασίες ποὺ ὑποφέρουνε οἱ καλοὶ κληρικοί, τραβᾶνε καὶ τὸ μαρτύριο τῆς διαπόμπευσης, πληρώνοντας τὶς ἁμαρτίες ποὺ κάνουνε οἱ ἀνάξιοι συνάδελφοί τους.

Ἔτσι καὶ γιὰ τοὺς κληρικοὺς τῆς παλιᾶς Ρωσίας ἔχουμε τὴν ἰδέα πὼς ἤτανε ὅλοι παληανθρώποι κι' ὑποκριτές, ποὺ βάζανε τὸ ράσο γιὰ νὰ ἐκμεταλλεύωνται τοὺς μουζίκους ἢ καὶ τοὺς ἀφεντάδες, ὅπως ἔκανε ὁ διαβόητος ὁ Ρασπούτιν. Αὐτὴ ὅμως ἡ γνώμη εἶναι ἄδικη, γιατί, ὅπως γίνεται πάντα, ἀνάμεσα στοὺς ἀνάξιους κληρικοὺς τῆς Ρωσίας σταθήκανε καὶ πολλοὶ ἄξιοι ὑπηρέτες τοῦ Χριστοῦ καὶ μάλιστα κάποιοι ποὺ ἁγιάσανε. Αὐτοὶ λάμπουνε σὰν τὰ διαμάντια ποὺ βρίσκονται ἀνακατεμένα μὲ τὰ σκουπίδια. Μὲ τοὺς ἀγῶνες τους, μὲ τὰ μαρτύρια ποὺ περάσανε καρτερικὰ γιὰ τ’ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, μπορέσανε καὶ ἡμερέψανε ἐκεῖνες τὶς ἄγριες ψυχές, ποὺ εἶναι σκληρὲς σὰν τὸν παγωμένο τὸ βοριὰ ποὺ φυσᾶ στοὺς ἔρημους τόπους ποὺ γεννιοῦνται. Αὐτοὶ οἱ ἅγιοι τῆς στέππας σπείρανε σ' αὐτὴ τὸ σπόρο τοῦ Χριστοῦ καὶ μὲ ἀβάσταχτους κόπους "τῆς ἐρήμου τὸ ἄγονον ἐγεώργησαν" καὶ μὲ τὸ παράδειγμα τῆς ζωῆς τους, καθὼς καὶ μὲ τὸ κήρυγμα, μαλακώσανε ἐκεῖνα τὰ ἄγρια καὶ σκληρὰ θηρία, πληρώνοντας συχνὰ μὲ τὴ ζωὴ τους ἐκεῖνες τὶς ψυχὲς ποὺ φέρανε στὸ δρόμο τοῦ Θεοῦ.

Πολλοὶ ἀπ' αὐτοὺς μποροῦνε νὰ ὀνομασθοῦνε Ὁμολογητές, γιατί βασανισθήκανε ἀπὸ σκληροὺς τσάρους, μ' ὅλο ποὺ ἐκεῖνοι οἱ βασιλιάδες ἤτανε χριστιανοί, σὰν τοὺς δικούς μας εἰκονομάχους, ποὺ καταδιώξανε ὅσους ὑπερασπιζόντανε τὴν Ὀρθοδοξία.

Τέτοιοι ἅγιοι δὲν λείψανε ποτὲ ἀπὸ τὴ Ρωσικὴ Ἐκκλησία, οἱ περισσότεροι ὅμως φανήκανε στὸν καιρὸ ποὺ βασίλευε στὴ Ρωσία ὁ Ἰβὰν ὁ Τρομερός. Αὐτὸς ὁ παράξενος ἄνθρωπος, ποὺ μέσα στὴν ψυχὴ του παλεύανε τὸ καλὸ μὲ τὸ κακό, ὁ Θεὸς μὲ τὸ διάβολο, κάθισε στὸ θρόνο τῆς Ρωσίας στὰ 1530, σὲ ἡλικία τριῶν χρονῶν, κάτω ἀπὸ τὴν κηδεμονία τῆς μητέρας του Ἑλένης. Παπποὺς του ἤτανε ὁ Ἰβὰν ὁ Τρίτος, ἄνθρωπος σκληρός, πλὴν σωτῆρας γιὰ τὸ ἔθνος του, γιατί μπόρεσε καὶ ἕνωσε ὅλους τοὺς Ρώσους σ' ἕνα κράτος καὶ γλύτωσε τὴν πατρίδα του ἀπὸ τοὺς Τατάρους, ποὺ τὴν εἴχανε βασανίσει κ' ἤτανε ὁ βραχνάς της. Σὰν πέθανε ἡ γυναῖκα του, παντρεύτηκε γιὰ δεύτερη φορὰ τὴ Σοφία, ποὺ ἤτανε κόρη τοῦ Θωμᾶ Παλαιολόγου, τοῦ ἀδελφοῦ τοῦ Κωνσταντίνου, τοῦ τελευταίου βασιλιᾶ τῆς Κωνσταντινούπολης. Αὐτὴ ἡ γυναῖκα ἤτανε πολὺ ἔξυπνη κι' ὁ Ἰβὰν ζητοῦσε τὴ συμβουλή της σὲ ὅ,τι ἐπιχειροῦσε καὶ πάντα ἔβγαινε σὲ καλό. Τέτοιον φόβο εἴχανε πάθει οἱ Ρώσοι ἀπὸ τοὺς Τατάρους, ποὺ κ' ἐκεῖνος ὁ φοβερὸς κι' ἄφοβος Ἰβὰν δὲν ἀποτολμοῦσε νὰ τοὺς χτυπήση. Μὰ ἡ γυναῖκα του ἡ Σοφία μὲ τὰ λόγια της τὸν ἔκανε ν' ἀποφασίση τὸν πόλεμο καὶ δικαιώθηκε. Γιατί τοὺς νίκησε κατὰ κράτος καὶ τοὺς ἔβαλε νὰ πληρώσουνε φόρο, αὐτοὶ ποὺ πρωτύτερα ἤτανε οἱ ἀφεντάδες τῆς Ρωσίας.

Ὓστερ' ἀπ' αὐτούς, πολέμησε καταπάνω στοὺς Λιθουάνους καὶ πῆρε τὶς χῶρες ποὺ βαστούσανε ἀπὸ τὴ Ρωσία. Καὶ τόσο δυνάμωσε τὸ σκῆπτρο του, ποὺ ζητούσανε τὴ φιλία του ὅλα τὰ βασίλεια ποὺ ἤτανε δυνατὰ τὸν καιρὸ ἐκεῖνον, οἱ Τοῦρκοι, οἱ Γερμανοί, οἱ Βενετσιάνοι, οἱ Οὐγγαρέζοι κ. ἄ. Ἔτσι, ἡ Ἑλληνίδα γυναῖκα του ἐκδικήθηκε γιὰ τὴν ἀτίμωση ποὺ εἶχε πάθει ἡ οἰκογένειά της κ' ἡ πατρίδα της, βλέποντας τοὺς Τούρκους νὰ παρακαλοῦνε τὸν ἄνδρα της νὰ τοὺς δώση τὴ φιλία του. Ἡ ἴδια, ὓστερ' ἀπὸ τὸ πάρσιμο τῆς Πόλης ἀπὸ τοὺς Τούρκους, εἶχε καταφύγει προσφυγοπούλα στὴν Ἰταλία, μαζὶ μὲ τὸν πατέρα της, τὸν προκομμένο Θωμᾶ, ποὺ ἔφυγε ἀπὸ τὴν Πελοπόννησο παίρνοντας μαζί του καὶ τὸ λείψανο τοῦ ἁγίου Ἀνδρέα, γιὰ νὰ τὸ δωρήση στὸν πάπα. Μὲ τὴ συμβουλὴ της ὁ Ἰβὰν κάλεσε στὸ παλάτι τοῦ πολλοὺς Ἕλληνες σπουδασμένους, προπάντων καλόγερους, ποὺ μεταφράσανε στὰ ρούσικα τὰ βιβλία τῆς Ἐκκλησίας, καθὼς καὶ γιατρούς, μηχανικούς, ἀρχιτέκτονες κι' ἁγιογράφους.

Λοιπόν, ὁ Ἰβὰν ὁ Τέταρτος, ὁ λεγόμενος Τρομερός, ἤτανε ἔγγονας τοῦ Ἰβὰν τοῦ Τρίτου καὶ γυιὸς τοῦ τσάρου Βασίλη, ποὺ διαδέχτηκε τὸν πατέρα του καὶ ποὺ ἤτανε γυιὸς τῆς Σοφίας. Ὥστε ἐκεῖνος ὁ περιβόητος τσάρος εἶχε καὶ λίγο ἑλληνικὸ αἷμα στὶς φλέβες του. Ἀνακηρύχθηκε τσάρος σὰν ἦρθε σὲ ἡλικία, στὰ 1547. Ἐπιδόθηκε μὲ ζῆλο στὴν κυβέρνηση τῆς χώρας του, νίκησε τοὺς Τατάρους, κυρίεψε τὸ Καζὰν καὶ τὸ Ἀστραχάν, ἔφταξε ὥς τὴ Σιβηρία μὲ τοὺς καβαλλάρηδες Κοζάκους. Ἔδωσε ἄδεια στοὺς τυχοδιῶκτες ἐμπόρους Ἐγγλέζους κι' Ὁλλαντέζους νὰ κάνουνε σκάλες γιὰ τὰ καράβια τους στὸν παγωμένον Ἀρχάγγελο κ' ἔτσι ἔφερε τὴ Ρωσία σὲ συνάφεια μὲ τὴν Εὐρώπη, ποὺ ἤτανε χωρισμένη ἀπ' αὐτὴ παραπάνω ἀπὸ τρακόσια χρόνια. Μὰ σκόνταψε ἀπάνω στὴ συμμαχία ποὺ εἴχανε κάνει καταπάνω του ἡ Πολωνία, ἡ Λιθουανία κ' ἡ Σουηδία. Ὅπως ἤτανε σκληρὸς καὶ θυμώδης, ἐξαγριώθηκε ποὺ δὲν μπόρεσε νὰ τοὺς νικήση κι' ἄρχισε νὰ βλέπῃ παντοῦ προδότες. Ξεχαλινώθηκε ὁλότελα καὶ παραδόθηκε στὶς ἀσωτεῖες καὶ στὰ κακουργήματα. Γίνηκε ἄστατος, ἡ γνώμη του ἄλλαζε ἀπὸ ὥρα σὲ ὥρα. Ἐκεῖ ποὺ μετάνοιωνε, ξανάπιανε τὴν αἱματοχυσία, θέλοντας νὰ ἐκδικηθῆ, πολλὲς φορές, ἀθῴους ἀνθρώπους ποὺ τοὺς ὑποπτευότανε. Ὕστερα, πάλι, τὸν ἔπιανε ἡ εὐλάβεια καὶ κλεινότανε σ' ἕνα μοναστῆρι ποὺ τὸ εἶχε γιὰ τὸν ἑαυτό του, λεγόμενο Ἀλεξαντρόβσκαγια Σλομπόντα, μαζὶ μὲ τοὺς μπιστεμένους του, ποὺ ἤτανε ὅλοι φονιάδες καὶ βασανιστὲς καὶ κεῖ μέσα στεκόντανε ὧρες ἀτελείωτες, ἀκούγοντας τὶς ἀγρύπνιες καὶ τὶς λειτουργίες, ντυμένοι μὲ ράσα, ὅπως ἤτανε μὲ ράσο κι' ὁ ἴδιος ὁ Ἰβάν. Μάταια ἀντιστεκόντανε σ' αὐτὲς τὶς τρέλες οἱ ἄνθρωποι τῆς θρησκείας, ἀψηφώντας τὴ ζωή τους, ὅπως ἔκανε ὁ μητροπολίτης Μακάριος κ' οἱ διάδοχοί του Ἀθανάσιος καὶ Γερμανός.

M' αὐτὰ καὶ μὲ ἄλλα τέτοια καμώματα, ἔβγαλε τὸ ὄνομα "Τρομερός". Ὁ κόσμος τὸν ἔτρεμε. Γιὰ νὰ ἐξοντώση τοὺς ἄρχοντες Μπογιάρους, ποὺ ἐξουσιάζανε πρὶν στὴ Ρωσία, τοὺς ἔστειλε στὰ πιὸ μακρινὰ μέρη, προστάζοντας νὰ ἀλλάζουνε τόπο βιαστικά, μαζὶ μὲ τὶς οἰκογένειές τους καὶ τοὺς παραγυιούς τους. Τὶς διαταγὲς του τὶς κάνανε οἱ σωματοφυλάκοι του ποὺ τοὺς λέγανε "ὀπρίτσνικους", ὡς ἕξι χιλιάδες καβαλλάρηδες, ποὺ τρέχανε σὰν νὰ πετούσανε σὲ κάθε μεριὰ τῆς Ρωσίας, ἔχοντας κρεμασμένα ἀπὸ τὶς σέλλες τους ἕνα σκυλίσιο κεφάλι καὶ μία σκούπα κι' ἀπ' ὅπου περνούσανε δὲν φύτρωνε χορτάρι. Βάζανε φωτιὰ στ' ἀρχοντικά, ἀτιμάζανε τὶς γυναῖκες, σφάζανε καὶ μπομπεύανε χωρὶς νὰ λογαριάσουνε τίποτα. Ὅλοι σκύβανε τὸ κεφάλι στὶς προσταγὲς τοῦ τσάρου κι' ὁ θυμὸς του ἤτανε γιὰ τὸ λαὸ ἡ ὀργὴ τοῦ Θεοῦ. Μοναχὰ ἡ Ἐκκλησία ἔπαιρνε τὸ θάρρος νὰ φωνάξη.

Αὐτὴ ἡ Ἐκκλησία ἤτανε πνευματικὴ κόρη τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας τοῦ Βυζαντίου καὶ καυχιότανε γι' αὐτὴ τὴν καταγωγὴ της κ' ἤτανε πάντα ὑπάκουή της. Ἀλλά, σὰν ἄρχισε ἡ Κωνσταντινούπολη νὰ κολακεύη τὴν αἱρετικὴ Ρώμη καὶ πῆγε ὁ βασιλιὰς Ἰωάννης στὴ Φλωρεντία γιὰ νὰ κάνῃ τὴν Ἕνωση μὲ τοὺς Λατίνους, οἱ Ρῶσοι τὸ δεχτήκανε ἄσχημα καὶ χάσανε τὴν ἐμπιστοσύνη ποὺ εἴχανε στὴ Μεγάλη Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Ὁ μητροπολίτης τοῦ Κιέβου Ἰσίδωρος, ποὺ ἤθελε τὴν ἕνωση καὶ πῆγε στὴ Μόσχα τὶς ἀποφάσεις ποὺ εἴχανε πάρει οἱ ἑνωτικοὶ στὴ Φλωρεντία, ἀναγκάσθηκε νὰ φύγη, γιατί ὁ μεγάλος πρίγκιπας Βασίλειος ἔβγαλε διάγγελμα καὶ τὸν ἔλεγε "υἱὸν τοῦ σατανᾶ καὶ προδότην τῆς ἀρχαίας Ὀρθοδόξου πίστεως". Καὶ μ' ὅλο ποὺ δὲν ἔγινε ἡ ἕνωση καὶ σώθηκε ἡ Ὀρθοδοξία ἀπὸ τὸν Μᾶρκο τὸν Εὐγενικό, ὡστόσο, σὰν πάρθηκε, σὲ λίγο, ἡ Πόλη ἀπὸ τοὺς Τούρκους στὰ 1453, οἱ Ρῶσοι εἴπανε πὼς αὐτὸ ἤτανε ἡ τιμωρία ποὺ ἔστειλε ὁ Θεὸς στοὺς Ἕλληνες γιὰ τὴν ἀπιστία τους. Ἀπὸ τότε ὑψώθηκε μέσα στὴ ρούσικη ψυχὴ τὸ θρησκευτικὸ φρόνημα, μ' ὅλο ποὺ ὥς τὰ σήμερα ἡ Ρωσικὴ Ἐκκλησία νοιώθει σεβασμὸ στὴ μητέρα της τὴν Ἑλληνικὴ Ἐκκλησία, ποὺ τῆς πρωτόδωσε τὴν πίστη. Ἀπὸ τότε οἱ Ρῶσοι πιστέψανε πὼς ὁ Χριστὸς ἔχρισε τὴ Ρωσικὴ Ἐκκλησία σὰν διάδοχο τῆς Ἑλληνικῆς, τῆς Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας, ὓστερ' ἀπὸ τὸ σχίσμα τῆς Παλαιᾶς Ρώμης κ' ὕστερα ἀπὸ τὸ τούρκεμα τῆς Νέας Ρώμης. Ἡ Μόσχα ὀνομάσθηκε Τρίτη Ρώμη κ' οἱ τσάροι διαδεχθήκανε τοὺς αὐτοκράτορες τοῦ Βυζαντίου.

Γιὰ τοῦτο κι' ὁ Ἰβὰν ὁ Τρομερὸς πίστευε πὼς εἶναι σταλμένος ἀπὸ τὸ Θεὸ καὶ βλογημένος ἀπ' αὐτόν. Ἤτανε σπουδασμένος στὴ θεολογία καὶ γνώριζε καλὰ τὰ ἔργα ποὺ γράψανε οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας. Διάβαζε τοὺς βίους τῶν ἁγίων ποὺ ἤτανε γραμμένοι στὰ Μηναῖα ποὺ εἶχε κάνει ὁ μητροπολίτης Μακάριος καὶ ποὺ λέγανε ρούσικα "Βελίκιγια Τσέτγκι Μινέγι". Συζητοῦσε μὲ τοὺς θεολόγους ἀπάνω σὲ ζητήματα θεολογικά, ταχτικὰ πήγαινε στὴν ἐκκλησία καὶ στεκότανε ἀκίνητος στὴ λειτουργία, γονατίζοντας κάθε τόσο. Στὰ νεανικὰ χρόνια του εἶχε δασκάλους δύο εὐλαβέστατους κληρικούς, τὸν ξομολόγο Σίλβεστρο καὶ τὸ μητροπολίτη Μακάριο. Μὰ σὰν ἔπεσε στὴν παραλυσία κι' ἄρχισε νὰ ζῇ μὲ κακὴ συναναστροφή, περηφανεύθηκε καὶ νόμισε πὼς αὐτὸς ἤτανε ὁ κεχρισμένος ἀπὸ τὸν Χριστὸ κι' ἀρχηγὸς τῆς Ἐκκλησίας. Σημείωσε πὼς οἱ κληρικοὶ τῆς Ρωσίας στεκόντανε πάντα μακριὰ ἀπὸ τὰ ἐγκόσμια κι' ἀπὸ τὴν πολιτική. Ἀλλά, βλέποντας τὶς παρανομίες ποὺ κάνανε οἱ κυβερνῆτες, ἀναγκασθήκανε νὰ ἀλλάξουνε τὴ στάση τους καὶ νὰ ἐλέγχουνε τοὺς δυνατούς. Αὐτὸ γίνηκε πρὶν ἀπὸ τὸν Ἰβὰν τὸν Τρομερό. Γιὰ τοῦτο, ἀπὸ τοὺς ἐννιὰ μητροπολῖτες τῆς Μόσχας, ποὺ περάσανε ἀπὸ τὸ θρόνο της κατὰ τὴ βασιλεία τοῦ τσάρου Βασιλείου καὶ τοῦ γυιοῦ του Ἰβὰν τοῦ Τρομεροῦ, μονάχα οἱ τρεῖς πεθάνανε ἔχοντας τὸ ἀξίωμά τους, ἐνῷ οἱ ἄλλοι πεθάνανε σὰν ἁπλοὶ καλόγηροι στὴν ἐξορία, στὰ πιὸ ἀπόμακρα καὶ στὰ πιὸ φτωχὰ μοναστήρια.

Τότε φανερωθήκανε καὶ στὴ Ρωσία, κατὰ τὸ ὑπόδειγμα τοῦ Βυζαντίου, κ' οἱ λεγόμενοι "διὰ Χριστὸν σαλοί", δηλαδὴ κάποιοι ἀσκητές, σὰν τοὺς μωχαμετάνους ντερβίσηδες, ποὺ κάνανε τὸν τρελό, γιὰ νὰ δοκιμασθῆ πιὸ σκληρὰ ἡ πίστη τους, καὶ ποὺ γυρίζανε κουρελιασμένοι. Ρούσικα τοὺς λέγανε "γιουροντίβι". Κάνανε ὅ,τι κάνανε οἱ προφῆτες τοῦ Ἰσραήλ, κηρύχνοντας στὸ λαὸ τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ, λέγοντας φωναχτὰ τὴν ἀλήθεια, χωρὶς νὰ φοβηθοῦνε κανέναν, ἀφοῦ καταφρονούσανε κάθε καλοπέραση καὶ τὴν ἴδια τὴ ζωή τους. Γυρίζανε μέσα στοὺς δρόμους τῆς Μόσχας κι' ὁ λαὸς τοὺς ἄκουγε καὶ κάνανε τὸ σταυρό τους. Τόση δύναμη εἴχανε ἀπάνω στὸν κόσμο, ποὺ ἡ κυβέρνηση φυλαγότανε νὰ τοὺς πειράξη, ὅπως ἔκανε κι' ὁ Ἀλῆ Πασᾶς μὲ τοὺς ντερβισάδες. Ὁ ἴδιος ὁ Ἰβὰν ὁ Τρομερὸς ἔχτισε μία μεγαλοπρεπέστατη ἐκκλησιὰ στ’ ὄνομα ἑνὸς ἀπ' αὐτοὺς ποὺ τὸν λέγανε "Βασίλειον τὸν Μακάριον" καὶ ποὺ στάθηκε "ὁ κορυφαῖος τῶν Ρώσων τῶν διὰ Χριστὸν σαλῶν". Αὐτὴ ἡ μεγάλη ἐκκλησία στέκεται σήμερα ὄρθια μπροστὰ στὸ Κρεμλίνο, ἀπάνω στὴν Κόκκινη Πλατεῖα καὶ λογαριάζεται σὰν ἕνα ἀπὸ τὰ στολίσματα τῆς Μόσχας.

Ἕνας ἀπὸ τοὺς σπουδαιότερους ἁγίους τῆς Ρωσίας εἶναι ὁ ἅγιος Φίλιππος τοῦ Σολόβκι. Μπορεῖ νὰ πῇ κανένας πὼς αὐτὸς ὁ ἅγιος εἶναι ὁ Χρυσόστομός τῆς Ρωσίας, ἐπειδὴ κι' αὐτὸς βασανίσθηκε, ἐξωρίσθηκε καὶ πέθανε ἀπὸ τὶς κακουχίες, γιὰ τὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ, ὅπως εἶχε πεθάνει κι' ὁ Χρυσόστομος στὰ Κόμανα.

Ὁ ἅγιος Φίλιππος ἔζησε στὰ χρόνια τοῦ Ἰβὰν τοῦ Τρομεροῦ. Τὸ οἰκογενειακό του ὄνομα ἤτανε Κολύτσωφ καὶ τὸ λαϊκό του Θεόδωρος. Οἱ γονιοὶ του βαστούσανε ἀπὸ ἀρχοντικὸ αἷμα, δηλαδὴ ἤτανε μπογιάροι. Ἤτανε γενιὰ μὲ τοὺς Ρωμανὼφ καὶ μὲ τοὺς Σερεμενέτεφ. Ὁ παπποὺς τοῦ Θεόδωρου εἶχε κάνει πρεσβευτὴς στὴν Κριμαία καὶ φρούραρχος τοῦ Νοβγκορόντ. Ὁ πατέρας του ἤτανε διοικητὴς καὶ παιδαγωγὸς τοῦ μεγάλου δοῦκα Γιούρι, ποὺ ἤτανε ἀδελφός τοῦ τσάρου Ἰβὰν τοῦ Τρομεροῦ. Ὁ θεῖος του ἤτανε συμβουλάτορας τοῦ πρίγκιπα Ἀνδρέα, ποὺ ἤτανε ἀδελφός τοῦ τσάρου Βασίλη τοῦ Τρίτου, τοῦ πατέρα τοῦ Ἰβάν. Ὅπως εἴπαμε παραπάνω, οἱ ἄρχοντες μπογιάροι καταδιωχθήκανε, ἀργότερα, ἀπὸ τοὺς τσάρους κ' ἡ οἰκογένεια τοῦ Κολύτσωφ ἤτανε ἀνάμεσα στὶς τριάντα πρῶτες τοῦ Νοβγκορόντ, ποὺ κρεμασθήκανε στὸ δρόμο ποὺ πηγαίνει ἀπὸ τὸ Νόβγκοροντ στὴ Μόσχα.

Ὁ Θεόδωρος ἤτανε τότε τριάντα χρονῶν. Οἱ γονιοὶ του τὸν εἴχανε σπουδάσει κ' ὕστερα ἐπιδόθηκε στὰ πολεμικά. Φαίνεται πὼς πολέμησε καταπάνω στοὺς Λιθουάνους καὶ στοὺς Τατάρους τῆς Κριμαίας. Εἶχε μεγάλη περιουσία. Ἡ μητέρα του εἶχε μεγάλα κτήματα στὴν ἐπαρχία τοῦ Νόβγκοροντ.

Μία μέρα, στὶς 7 Ἰουλίου 1537, μέρα ποὺ γιορτάζει ἡ ἁγία Κυριακή, ὁ Θεόδωρος πῆγε στὴ λειτουργία, κι' ἐκεῖ ἄκουσε τὸ Εὐαγγέλιο ποὺ ἔλεγε "οὐ δύνασθε δυσὶ κυρίοις δουλεύειν, Θεῷ καὶ Μαμωνᾷ". Αὐτὸ τοῦ ἔκανε μεγάλη ἐντύπωση, τυπώθηκε στὸ νοῦ του, τόσο πού, δίχως δισταγμό, ἀποφάσισε νὰ ἀφήση τὸν κόσμο. Σημείωσε πὼς ἐκεῖνον τὸν καιρὸ ἡ οἰκογένειά του βρισκότανε σὲ μεγάλη ἀκμή. Ὁ πατέρας του ἤτανε φίλος καὶ συμβουλάτορας τῆς βασίλισσας Ἑλένης Γκλίνσκα καὶ παιδαγωγὸς τοῦ μεγάλου γυιοῦ της. Ὁ Θεόδωρος ἀπὸ πολὺ νέος εἶχε κλίση στὴν καλογερικὴ καὶ γιὰ τοῦτο δὲν παντρεύθηκε, ἕνα πρᾶγμα σπάνιο γιὰ τὸν καιρὸ ἐκεῖνον. Κάποιοι ἀπὸ τὴν ἀριστοκρατία γινόντανε μοναχοὶ κατὰ τὴν τότε συνήθεια, μὰ ζούσανε σὰν ἄρχοντες μέσα σὲ ἀρχοντικὰ μοναστήρια, τρώγοντας καὶ πίνοντας. Ὁ Θεόδωρος ὅμως εἶχε ἀληθινὴ ἀγάπη στὸν Χριστὸ καὶ δὲν πῆγε νὰ καλογερέψη σὲ κανένα ἀπὸ τὰ πλούσια μοναστήρια ποὺ ὑπήρχανε γύρω στὴ Μόσχα, ἀλλὰ διάλεξε τὸ πιὸ μακρινὸ καὶ τὸ πιὸ αὐστηρὸ μοναστῆρι, τὸ Σολόβκι, ποὺ βρισκότανε ἔξω ἀπὸ τὸν κόσμο, στὴν παγωμένη Ἄσπρη Θάλασσα. Ἔφυγε ἀπὸ τὸ σπίτι τους, δίχως ν' ἀποχαιρετήση τοὺς γονιούς του. Πῆρε μοναχὰ μαζί του λίγα ροῦχα, πῆρε τὸ μακρινὸ δρόμο μὲ τὰ πόδια.

Ὁ δρόμος ποὺ πῆρε ἤτανε γεμάτος λίμνες καὶ βαλτότοπους, κι' ἐπειδὴ ἤτανε τότε καλοκαίρι, περίμενε νὰ χειμωνιάση γιὰ νὰ παγώσουνε κι' ἔτσι νὰ μπορῇ νὰ περπατᾷ ἀπάνω στὸν πάγο. Ὓστερ' ἀπὸ πολλὴ ταλαιπωρία, ἔφταξε σ' ἕνα ξεχασμένο χωριό, ποὺ βρισκότανε κοντὰ στὴ λίμνη Ὀνέγκα. Ἐκεῖ ἔγινε τσομπάνης καὶ φύλαγε τὰ πρόβατα ἑνὸς χωριάτη. Ἔτσι ἄρχισε νὰ μαθαίνῃ τὴν ταπείνωση ὁ χτεσινὸς ἄρχοντας καὶ πολεμιστής. Ἀφοῦ πέρασε κι' ἄλλα βάσανα, περπατώντας μέρα-νύχτα, δίχως τέλος, ἔφταξε στὴν Ἄσπρη Θάλασσα κι' εἶδε τὸ περιπόθητο μοναστῆρι τοῦ Σολόβκι, ταπεινό, φτωχό, μία-δύο μικρὲς ἐκκλησιὲς καὶ λίγα κελλιά, ὅλα κανωμένα ἀπὸ ξύλα μαυρισμένα ἀπὸ τὶς παγωμένες βροχὲς κι' ἀπὸ τὶς ἀνεμοζάλες. Κείνη τὴν ὥρα βασίλευε ἡσυχία ἀπάνω στὰ σιωπηλὰ νερὰ καὶ στὰ πυκνὰ δάση.

Σ' αὐτὸ τὸ ἔρημο μέρος ποὺ βρίσκεται μακρυὰ ἀπὸ τὸν κόσμο, στὰ βορινά τῆς Ρωσίας, μέσα στὸν ἀπέραντο κόρφο ποὺ ἔχει σκάψει ἡ Ἄσπρη Θάλασσα, βρίσκεται ἕνα ἀρχιπέλαγο ἀπὸ κάμποσα νησιά. Τὸ πιὸ μεγάλο ἔχει μάκρος ὡς δέκα μίλια καὶ τὸ λένε Σολοβέτς. Ἄχαρο μέρος, πετραδερό, στέρφο. Τὸ χειμῶνα οἱ νύχτες εἶναι ἀτελείωτες καὶ κατὰ τὴν ἄνοιξη φανερώνονται οἱ λεγόμενες ἄσπρες νύχτες μὲ κείνη τὴν κρύα τὴν ἀντιφεγγιὰ ποὺ λὲς πὼς ἔρχεται ἀπὸ τὸν ἄλλο κόσμο. Μία βαρειὰ μελαγχολία, μέσα σὲ κεῖνο τὸ σύθαμπο, πλακώνει τὴν καρδιὰ τ' ἀνθρώπου. Ὡστόσο, ἐκείνη ἡ νεκρὴ ἐρημιὰ εἶναι γεμάτη ἀπὸ ζῷα κι' ἀπὸ πολλὰ ψάρια ποὺ ζοῦνε μέσα στὴ θάλασσα καὶ στὶς τρακόσιες λίμνες μὲ γλυκὸ νερὸ ποὺ βρίσκουνται ἀνάμεσα στὰ πιὸ μεγάλα ξερονήσια.

Ὥς τὰ 1400 αὐτὰ τὰ νησιὰ ἤτανε ἔρημα. Στὰ 1429 πήγανε κατὰ κεῖ δύο εὐλαβέστατοι καλόγηροι λεγόμενοι Σαββάτιος καὶ Γερμανός. Γυρεύανε ν' ἀσκητέψουνε στὴν ἄκρη τοῦ κόσμου, ἐκεῖ ποὺ δὲν ὑπάρχει μήτε ἴσκιος ἀπὸ ἄνθρωπο. Στήσανε λοιπὸν ἕνα σταυρὸ κι' ἀποφασίσανε νὰ κατοικήσουνε ἐκειπέρα, μπιστεμένοι στὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Ὕστερα ἀπὸ λίγον καιρὸ κοιμήθηκε ὁ Σαββάτιος κι' ἀντὶς αὐτὸν πῆγε ἕνας ἄλλος ἀσκητής, ὁ Ζωσιμᾶς. Αὐτὸς ἔκανε μία μικρὴ ἐκκλησία μὲ ξύλα καὶ τὴν ἐγκαινίασε μὲ τὴν εὐλογία τοῦ ἀρχιεπισκόπου τοῦ Νόβγκοροντ. Χειροτονήθηκε παπὰς κι' αὐτὸς στάθηκε ὁ ἱδρυτὴς τοῦ μοναστηριοῦ.

Ἡ ἁγιότητά του ξακούσθηκε στὰ γύρω μέρη κι' οἱ εἰδωλολάτρες ποὺ ζούσανε σὲ κείνους τοὺς τόπους, Φίννοι, Καρελιάνοι, καθὼς καὶ Νορβηγέζοι, τρέξανε στὸ μοναστῆρι καὶ βαφτισθήκανε. Μάλιστα κάποιοι ἀπ' αὐτοὺς γινήκανε καὶ καλόγεροι κ' ἔτσι κεῖνο τὸ φτωχομονάστηρο καταστάθηκε σπουδαῖο καὶ πῆρε στὴν ἐξουσία του ὅλα τὰ νησιά. Ἀπὸ παντοῦ στέλνανε ταξίματα. O τσάρος Ἰβὰν ὁ Τρίτος τὸ πῆρε στὴν προστασία του, τοῦ δώρισε κάμποση γῆ ἀπάνω στὴ στεριὰ καὶ δικαιώματα στὰ ψάρια ποὺ πιάνανε οἱ ψαράδες. Μὰ κάηκε δύο φορές. Ὡστόσο, τὸ ξανάχτισε ὁ Ἰβὰν ὁ Τρομερός, στὰ 1538 καὶ τοῦ παραχώρησε τὶς ἁλυκὲς ποὺ βρισκόντανε κοντά του.

Τότε λοιπὸν ποὺ πῆγε στὸ μοναστῆρι ὁ Θεόδωρος Κολυτσώφ, τὸ μοναστῆρι ἤτανε παραπάνω ἀπὸ ἑκατὸ χρονῶν. Παρουσιάσθηκε στὸν ἡγούμενο Ἀλέξιο καὶ τὸν παρακάλεσε νὰ τὸν πάρη γιὰ δόκιμο, χωρὶς νὰ τοῦ πῇ ἀπὸ τί οἰκογένεια ἤτανε. Τὸν βάλανε στὶς πιὸ βαρειὲς δουλειές. Πότε ἔκοβε ξύλα, πότε ἔσκαβε, πότε κουβαλοῦσε τόνα καὶ τάλλο. Ὅλα τὰ ἔκανε μὲ προθυμία. Τὸν μαλώνανε καὶ καμμιὰ φορὰ τὸν χτυπούσανε.

Μετὰ ἕνα χρόνο κουρεύθηκε μοναχὸς καὶ πῆρε τ’ ὄνομα Φίλιππος. Ἡ δουλειὰ του ἤτανε φούρναρης καὶ μάγερας, ἔτρωγε καὶ καμμιὰ ξυλιά. Γιὰ γέροντά του εἶχε ἕνα σεβάσμιο ξομολόγο ποὺ τὸν λέγανε Ἰωνᾶ κ' ἐκεῖνος ἤτανε ὁ πνευματικὸς ὁδηγός του. Τοῦ ἔμαθε τὴ διάταξη καὶ τὸ τυπικό τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ δίδαξε τὰ δόγματα τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως. Κατόπιν ἔγινε ἐκκλησιάρχης. Τότε ἔφυγε ἀπὸ τὸ μοναστῆρι καὶ πῆγε κι' ἀσκήτεψε μέσα στὸ δάσος κ' ἐκεῖ ἐπιδόθηκε στὴν προσευχή. Κάθισε ἐκεῖ πέρα κάμποσα χρόνια. Ὁ ἡγούμενος Ἀλέξιος ποὺ εἶχε γεράσει τὸν πρότεινε γιὰ διάδοχό του κι' ὅλοι οἱ πατέρες τὸ παραδεχθήκανε, μ' ὅλο ποὺ ὁ Φίλιππος δὲν ἤθελε νὰ γίνῃ ἡγούμενος. Μετὰ πολλὰ ὑπάκουσε.

Τότε πῆρε τὸ μακρινὸ δρόμο γιὰ νὰ πάγη στὸ Νόβγκοροντ γιὰ νὰ χειροτονηθῆ ἱερεὺς καὶ γιὰ νὰ πάρη τὴν εὐλογία τοῦ ἀρχιεπισκόπου τοῦ Νόβγκοροντ. Τὸν καιρὸ ποὺ ἔμεινε σ' αὐτὴ τὴν πολιτεία, ἦρθε σὲ συνάφεια μὲ τὴν οἰκογένειά του καὶ πῆρε τὸ μερίδιο τῆς κληρονομιᾶς του. Ὕστερα γύρισε στὸ μοναστῆρι κι' ἀφιέρωσε σ' αὐτὸ τὴ μεγάλη περιουσία του. Μὰ δὲν ἀνέλαβε τὴν ἡγουμενία, ἀλλὰ ἔφυγε καὶ πῆγε πάλι μέσα στὸ δάσος κ' ἐκεῖ, κατάμονος, μιλοῦσε μὲ τὸ Θεό. Ὤ! Τί μεγάλη δύναμη εἶχε ἐκείνη ἡ ψυχὴ καὶ βάσταξε μέσα σὲ κείνη τὴν παγωμένη ἐρημιά, ἀνάμεσα στὶς πυκνὲς ὀξιές, πρὸ πάντων τὶς ἀτελείωτες νύχτες ποὺ βογκούσανε ἀπὸ τὸν ἄνεμο ποὺ κατέβαινε ἀπὸ τὸ βόρειο Πόλο! Κατάμονος! Τέτοια ἀνδρεία δίνει στὸν ἀδύναμο τὸν ἄνθρωπο μοναχὰ ἡ πίστη κ' ἡ ἐλπίδα του στὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ.

Ἐκεῖ, μέσα στὸ πυκνὸ δάσος κάθισε ὥς ποὺ κοιμήθηκε ὁ ἡγούμενος Ἀλέξιος. Τότε τὸν ξαναεκλέξανε ἡγούμενον οἱ μοναχοὶ γιὰ δεύτερη φορὰ καὶ ξαναπῆγε στὸ Νόβγκοροντ γιὰ νὰ ἀνανεώση τὸ διορισμό του ἀπὸ τὸν ἀρχιεπίσκοπο. Γυρίζοντας πίσω στὸ μοναστῆρι ἐπιδόθηκε μὲ πολὺν ζῆλο στὰ χρέη του.

Κι' ἀληθινά, τὸ μοναστῆρι τὸ ἔκανε ἀγνώριστο. Μὲ τὴ διοίκησή του μεγάλωσε, οἱ μοναχοὶ πληθύνανε. Κατὰ πρῶτο, ἀπὸ ξύλινο το ’χτισε μὲ πέτρα καὶ μὲ τοῦβλα, ποὺ τὰ ψήνανε οἱ ἴδιοι οἱ μοναχοὶ σ' ἕνα καμίνι. Μὲ φοβερὴ καὶ σκληρὴ δουλειὰ ἕνωσε πενηνταδυὸ βαλτόλακκους, πῆγε τὸ νερὸ στὸ μοναστῆρι κι' ἔσκαψε μία λίμνη ποὺ εἶχε μάκρος χίλια πεντακόσια μέτρα γιὰ νὰ βάλῃ σὲ κίνηση ἕνα μύλο. Ἔχτισε ἀραξιὲς στὸ λιμάνι καὶ μεγάλες κόρδες ἀπὸ κελλιά. Μέσα σὲ πέντε χρόνια ἔχτισε μία πολὺ μεγάλη ἐκκλησία ἀφιερωμένη στὴ Μεταμόρφωση τοῦ Χριστοῦ, καθὼς καὶ μία τράπεζα ποὺ τρώγανε ὅλοι μαζὶ οἱ πατέρες καὶ σ' αὐτὰ ξόδεψε τὰ πατρογονικὰ χρήματά του. Ὁ τσάρος ἔστειλε ἕνα μαλαματένιο σταυρὸ στολισμένον μὲ μαργαριτάρια καὶ μὲ ἀκριβὰ πετράδια, γιὰ νὰ στολίσουνε τὴν ἅγια Τράπεζα. Ὁ Φίλιππος σὲ ὅλα τοῦτα δούλεψε σὰν ἕνας ἁπλὸς ἐργάτης. Ἀκόμα ἔκανε κάποια κελλιὰ ἀπάνω σ' ἕνα ἀπὸ τὰ κοντινὰ νησάκια γιὰ τοὺς πατέρας ποὺ ἐπιθυμούσανε νὰ ἀποτραβηχθοῦνε καὶ νὰ ἀσκητέψουνε μονάχοι τους. Ὁ ἴδιος ἀποτραβιότανε κάθε τόσο κοντὰ σὲ μία μικρὴ λίμνη κ' ἐκεῖνο τὸ μέρος τὸ λένε ἀκόμα "ἔρημο τοῦ Φιλίππου".

Τὸ μοναστῆρι εἶχε, κεῖνον τὸν καιρό, διακόσιους μοναχοὺς ἀπάνω κάτω καὶ τρακόσους ἐργάτες. Παρεκτὸς ἀπὸ τὰ λαχανικὰ ποὺ καλλιεργούσανε, κάνανε καὶ κοπάδια ἀπὸ ζωντανά, ποὺ βοσκούσανε στὰ βοσκοτόπια ποὺ ἀνοίξανε στὸ δάσος. Ὁ ἡγούμενος ἔφερε κοπάδια ἀπὸ κάτι μεγάλα ἐλάφια μὲ μεγάλα παράξενα κλαδωτὰ κέρατα, ποὺ τὰ λένε ἐλάνους καὶ ποὺ ζοῦνε στὰ παγωμένα μέρη. Ἔκανε καὶ ἐργαστήρια ταμπάκικα γιὰ νὰ δουλεύουνε τὰ πετσιά, κι' ἄλλα γιὰ νὰ κατεργάζονται τὰ χαυλιόδοντα ἀπὸ τὶς μεγάλες φῶκες ποὺ τὶς λένε ἐλέφαντες τῆς θάλασσας.

Τὸ μοναστῆρι τοῦ Σολόβκι, αὐτὴ ἡ παγωμένη Θηβαΐδα, ἤτανε ὁ φάρος τοῦ Χριστοῦ στὸ πιὸ βορινὸ μέρος τοῦ κόσμου. Μαζὶ μὲ τὴ θρησκεία πήγανε καὶ ἥμεροι ἄνθρωποι σὲ κείνη τὴν ἄγρια ἔρημο ποὺ δὲν εἶχε καμμιὰ παρηγοριὰ γιὰ τὸν ἄνθρωπο. Συστήθηκε μία ἀποικία ἀπὸ Ρώσους ἀπάνω στὴ μεγάλη στεριά, μὲ μεγάλα κτήματα καὶ βοσκότοπους. Αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι κυβερνιόντανε ἀπὸ τὸ μοναστῆρι, ποὺ εἶχε βάλει νόμους καὶ σύμφωνα μ' αὐτοὺς δικαζόντανε. Αὐστηρὰ ἀπαγορευόντανε τὰ πιοτὰ καὶ τὰ χαρτιά. Οἱ ἁλυκὲς βγάζανε πολὺ ἁλάτι καὶ τὰ κέρδη ἀπὸ τὴν πούλησή του γινόντανε τὸ περισσότερο ἡ συντήρηση τοῦ μοναστηριοῦ. Μεγάλα καραβάνια κουβαλούσανε τ' ἁλάτι ἀπὸ τὸ ποτάμι Ντβίνα καὶ τὸ πηγαίνανε μέσα στὴ Ρωσία, παρεκτὸς ἀπὸ τὰ καράβια, καὶ τὸ κάνανε τράμπα μὲ σιτάρι.

Ὁ πάτερ Φίλιππος, μ' ὅλες αὐτὲς τὶς σκοτοῦρες, βρῆκε τὸν καιρὸ καὶ πῆγε στὶς συνόδους ποὺ γινήκανε στὴ Μόσχα κατὰ τὸ 1550 καὶ 1551. Ὁ Ἰβὰν ὁ Τρομερὸς εἶχε ἀκόμα τὸ μυαλὸ του καθαρὸ κ' ἔδειχνε μεγάλο ζῆλο γιὰ τὰ ἐκκλησιαστικά. Ὁ πάτερ Φίλιππος εὐχαριστοῦσε τὸ Θεὸ ποὺ ἔστειλε στὴ Ρωσία ἕναν τσάρο θεοφοβούμενο καὶ ἄξιο.

Μὰ σὲ λίγα χρόνια ἄλλαξε ὁ χαρακτῆρας τοῦ Ἰβάν. Μία μέρα πῆγε στὸ μοναστῆρι γιὰ νὰ βρῇ καταφύγιο ἕνας ἀπὸ τοὺς πιὸ εὐλαβεῖς καὶ σπουδαίους κληρικούς, λεγόμενος Σύλβεστρος, ποὺ ἤτανε ὁ ἐξομολόγος τοῦ τσάρου, γιατί εἶχε πέσει σὲ δυσμένεια. Ἀπ' αὐτὸν ἔμαθε ὁ Φίλιππος ὅσα εἴχανε γίνει στὴ Μόσχα, πὼς ὁ Ἰβὰν εἶχε γίνει ἄγριος, πὼς ὁ κόσμος φοβότανε μήπως νικηθῆ ἡ Ρωσία στὸν πόλεμο ποὺ εἶχε ἀρχίσει μὲ τὴ Λιβόνια, τὶς πρῶτες καταδίκες ποὺ εἶχε κάνει ὁ τσάρος κι' ἄλλα τέτοια. Ὁ Σύλβεστρος πῆγε στὸ μοναστῆρι στὰ 1562. Στὰ 1566 ἔφταξε στὸ Σολόβκι ἕνας ταχυδρόμος κ' ἔφερε στὸν ἡγούμενο μία διαταγὴ τοῦ τσάρου ποὺ τὸν πρόσταζε νὰ πάγη γρήγορα στὴ Μόσχα. Ἐκεῖ, ὁ μητροπολιτικὸς θρόνος ἤτανε ἄδειος, ἐπειδὴ ὁ ἀρχιεπίσκοπος Μακάριος, ἅγιος ἄνθρωπος, εἶχε κοιμηθῆ ἀπὸ τὰ 1564 καὶ στὴ θέση του εἶχε μπῆ ὁ Ἀθανάσιος. Μὰ κι' αὐτός, ἐπειδὴ δὲν ἐπικροτοῦσε τὶς ἀπάνθρωπες πράξεις τοῦ τσάρου, ἀναγκάσθηκε νὰ παραιτηθῆ καὶ νὰ ἀποτραβηχθῆ σ' ἕνα μοναστῆρι. Ἀλλὰ κι' ὁ διάδοχός του Γερμανός, μητροπολίτης τοῦ Καζάν, ἔδωσε τὴν παραίτησή του, γιατί δὲν ἔστεργε στὰ κακὰ καμώματα τοῦ φοβεροῦ τσάρου. Τότε ὁ Ἰβὰν ἔβαλε στὸ νοῦ του τὸν Φίλιππο κ' ἔστειλε καὶ τὸν κάλεσε στὴ Μόσχα. Τὸν ἤξερε ἀπὸ παιδὶ κ' ἐχτιμοῦσε τὴ φρόνηση ποὺ ἔδειξε στὴ σύνοδο τοῦ 1551 κ' εἶχε μάθει τὸ μεγάλο ἔργο ποὺ ἔκανε στὴν Ἄσπρη Θάλασσα. M' ὅλα τὰ ἐγκλήματα ποὺ ἔκανε, ὁ Ἰβὰν εἶχε τὴν ἐπιθυμία νὰ λάμψη ἡ Ἐκκλησία μ' ἕναν ἱεράρχη ἁγιασμένον καὶ δραστήριο. Νόμιζε πὼς ὁ Φίλιππος θὰ περιοριζότανε στὰ ἐκκλησιαστικὰ χρέη του καὶ δὲν θὰ τὸν μπόδιζε σὲ ὅ,τι ἤθελε νὰ κάνῃ. Ποῦ νὰ ξέρῃ πὼς ὁ νέος ἀρχιεπίσκοπος ἤτανε πιὸ αὐστηρὸς ἀπ' ὅσους εἶχε διώξει γιὰ τὸν ἔλεγχο ποὺ τοῦ κάνανε.

Μόλις ἔφταξε ὁ Φίλιππος στὴν πρωτεύουσα, οἱ μητροπολῖτες κ' οἱ ἀρχιεπίσκοποι κάνανε σύνοδο καὶ τὸν ἐκλέξανε μὲ ὅλους τοὺς κανόνες, στὶς 20 Ἰουλίου 1566. Ἀλλὰ τὴν ἴδια μέρα ἦρθε σὲ διάσταση μὲ τὸν τσάρο, γιατί ζήτησε ἀπ' αὐτὸν νὰ διαλύση τοὺς ὀπρίτσνικους, δηλαδὴ τὴ φρουρὰ ποὺ εἴπαμε πὼς εἶχε συστήσει ἀπὸ ἕξι χιλιάδες σκληροὺς σωματοφύλακες, καὶ νὰ ἑνώση τὸ ἔθνος ὅπως ἤτανε πρίν. Καὶ τοῦ εἶπε πὼς ἂν δὲν θελήση ὁ τσάρος νὰ τὸ πράξη, αὐτὸς δὲν δεχότανε νὰ γίνῃ μητροπολίτης τῆς Μόσχας. Ὁ Ἰβὰν σκύλιασε ἀπὸ τὸ θυμό του. Μά, ὅπως συνήθισε, τοῦ πέρασε θυμὸς καὶ παραδέχθηκε νὰ τοῦ δίνη τὶς συμβουλές του. Ἔτσι, παραδέχθηκε ὁ Φίλιππος νὰ ἀνεβῇ στὸν ἀρχιεπισκοπικὸ θρόνο τῆς Μόσχας. H ἐνθρόνισή του ἔγινε στὶς 25 Ἰουλίου στὸν καθεδρικὸ ναὸ τῆς Ἀναλήψεως καὶ σ' αὐτὴν πήρανε μέρος δέκα ἀρχιεπίσκοποι. Ὁ Ἰβὰν τοῦ ἔδωσε τὴ χρυσὴ ράβδο καὶ τοῦ εἶπε: "H παντοδύναμος Ἁγία Τριάς, ἡ ὁποία μᾶς ἐνεπιστεύθη τὴν αὐτοκρατορικὴν διακυβέρνησιν ὁλοκλήρου τῆς Ρωσίας, σοὶ παραδίδει τὸν ἱερὸν θρόνον τοῦ ἁγίου ἀρχιεπισκόπου καὶ μητροπολίτου Πέτρου. Ἀνάβηθι ἐπὶ τῆς καθέδρας ταύτης καὶ ἱκέτευε τὸν Θεὸν καὶ τοὺς ἁγίους του δι' ἡμᾶς, διὰ τὰ τέκνα μας καὶ δι' ὅλον τὸν ὀρθόδοξον λαόν. Εἴθε ὁ Κύριος νὰ σοὶ χαρίζῃ ὑγείαν καὶ μακροημέρευσιν. Ἀμήν".

Μετὰ τὴν ἱεροτελεστία, ὁ νέος ἀρχιεπίσκοπος ἔκανε τὸ γῦρο τοῦ Κρεμλίνου βαστώντας στὸ χέρι του ἕνα σταυρὸ καὶ καθισμένος σ' ἕνα γαϊδούρι, κατὰ τὸ παράδειγμα τοῦ Χριστοῦ, ποὺ τὸ ὡδηγούσανε δύο μπογιάροι. Μπροστὰ πηγαίνανε οἱ ψαλτάδες, τὰ ἑξαφτέρουγα κ' οἱ λαμπάδες. Ὁ ἀρχιεπίσκοπος βλόγησε τοὺς ἄρχοντες, τὸν κλῆρο καὶ τὸ λαὸ ποὺ ἤτανε μαζεμένος στὶς πλατεῖες κ' ὕστερα μπῆκε στὴν κατοικία του καὶ κάθισε σὲ μία μεγαλόπρεπη τράπεζα ποὺ τοῦ πρόσφερε ὁ τσάρος.

Ἀπὸ κείνη τὴ μέρα ἐπὶ δεκαοχτὼ μῆνες δὲν ἀκούσθηκε πὼς σκοτώθηκε κατὰ διαταγὴ τοῦ τσάρου κανένας κατάδικος. Ὁ Φίλιππος ἐκτελοῦσε μὲ ζῆλο τὰ καινούρια χρέη του, χειροτόνησε ἐπισκόπους, παρακολουθοῦσε τὶς πράξεις τους καὶ κάθε χρόνο ἔκανε τὴ σύνοδο τῆς Ἐκκλησίας. Ἔκανε ὅ,τι μποροῦσε γιὰ νὰ ἀνακουφίση τὸ λαὸ ἀπὸ τὴν πανοῦκλα ποὺ φανερώθηκε στὴ Ρωσία. Ὡστόσο, δὲν λησμόνησε τὸ μοναστῆρι του. Τοῦ ἔστελνε δωρεὲς καὶ φρόντισε νὰ τελειώσουνε τὰ ἔργα ποὺ εἶχε ἀρχίσει.

Κατὰ τὸ φθινόπωρο τοῦ 1567 ὁ Ἰβὰν γύρισε ἀπὸ τὴν ἐκστρατεία στεναχωρημένος γιατί δὲν πέτυχε αὐτὰ ποὺ ἤθελε. Καὶ σὰν ξεσκεπάσθηκε μία προδοσία, ἄρχισε νὰ σκοτώνῃ πάλι τοὺς ὕποπτους, πού, ὅπως φάνηκε, εἴχανε δοσοληψία μὲ τὸ βασιλιὰ τῆς Πολωνίας, τὸ μεγάλο ἐχθρό τῆς Ρωσίας. Οἱ ὀπριτσνίκοι τρέχανε μέσα στοὺς δρόμους τῆς Μόσχας, ντυμένοι μὲ σιδεροπουκάμισα κι' ἁρματωμένοι μὲ τσεκούρια, βαστώντας γραμμένους στὸ χαρτὶ τοὺς ὕποπτους, ποὺ τοὺς σκοτώνανε μέσα στὸ δρόμο.

Ὁ Φίλιππος, βλέποντας αὐτὴ τὴν κατάσταση, πῆγε γρήγορα στὸ παλάτι καὶ σὰν εἶδε τὸν τσάρο, τοῦ μίλησε ἀπότομα γιὰ τὰ κακουργήματά του: "Ἰσχυρὲ βασιλιά, τοῦ εἶπε, ἔχεις ἀπάνω σου τὴν πιὸ μεγάλη ἐξουσία, μία ἐξουσία σχεδὸν θεϊκή. Μὰ τὸ σκῆπτρο σου εἶναι πολὺ ἀδύνατο, ἕνας ἴσκιος μπροστὰ στὸ σκῆπτρο τοῦ Θεοῦ. Δίνοντάς σου ὁ Θεὸς αὐτὸ τὸ σκῆπτρο, σὲ κατέστησε ὑποχρεωμένον νὰ διδάσκῃς τοὺς ἀνθρώπους νὰ ζοῦνε σύμφωνα μὲ τὴν ἀλήθεια. Νὰ εἶσαι πιστὸς στὸ θεϊκὸ νόμο, νὰ κυβερνᾷς εἰρηνικά, σύμφωνα μὲ τοὺς νόμους. Ἡ θέση σου εἶναι ὑψηλή, ἀλλὰ τὸ σῶμα σου εἶναι σὰν τὸ σῶμα ὅλων τῶν ἀνθρώπων. Μπορεῖ νὰ λέγεται αὐτοκράτορας μοναχὰ ἐκεῖνος ποὺ ἐξουσιάζει τὸν ἑαυτό του, ἐκεῖνος ποὺ δὲν εἶναι δοῦλος στὰ πάθη του, ἀλλὰ τὰ νικᾷ μὲ τὴν ἀγάπη. Ἄκουσες ποτὲ πὼς οἱ εὐσεβεῖς τσάροι μολύνανε τὴ δύναμή τους, ὅπως κάνεις ἐσύ;"

Ὁ Ἰβὰν ἔγινε θηρίο καὶ φώναξε: "Τί ἔχεις, παλιοκαλόγερε κι' ἀνακατεύεσαι στὶς ὑποθέσεις μου; Δὲν ἔχεις νὰ κάνῃς ἄλλο παρὰ νὰ σωπάσης, νὰ ἐγκρίνῃς τὶς πράξεις μου καὶ νὰ μοῦ δίνης τὴν εὐλογία σου".

Τοῦ λέγει ὁ Φίλιππος: "Εἶμαι ὁ ποιμὴν τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ κ' ἔχω τὸ χρέος, ὅπως ἔχεις κι' ἐσύ, νὰ ξαγρυπνῶ γιὰ τὴν εἰρήνη τοῦ ὀρθοδόξου ποιμνίου. Δὲν μπορῶ νὰ σωπαίνω. Ἂν σώπαινα, σὰν νά ’λεγα πὼς ἐγκρίνω τὰ σφάλματά σου. Ἂν δὲν φωνάξω τὴν ἀλήθεια, γίνουμαι ἀνάξιος νὰ ἔχω τὸ ἀξίωμα τοῦ ἐπισκόπου. Ἂν ὑποκλίνομαι μπροστὰ σὲ κάθε ἀνθρώπινη θέληση, τί θ' ἀποκριθῶ στὸν Χριστὸ κατὰ τὴν ὥρα τῆς κρίσεως; σὲ παρακαλῶ νὰ διώξης ἀπὸ κοντά σου ἐκείνους ποὺ σὲ σπρώχνουν στὴν ἀπώλεια, ἐσένα καὶ τὸ βασίλειό σου".

Τότε ὁ Ἰβᾶν γίνηκε ἀληθινὰ φοβερὸς καὶ τοῦ εἶπε: "Μὴν πολεμᾷς τὴν ἐξουσία μου, ἂν δὲν θέλῃς νὰ τραβήξης τὴν ὀργή μου. Εἰδ' ἀλλιῶς, ἄφησε τὸν τίτλο τοῦ μητροπολίτη".

Ὁ Φίλιππος ἀποκρίθηκε: "Δὲν ἔκανα τίποτα γιὰ ν' ἀποκτήσω αὐτὸν τὸν τίτλο. Ἐσὺ μὲ ἔβγαλες ἀπὸ τὴ μοναξιὰ ποὺ ζοῦσα στὴν ἔρημο. Λοιπόν, κάνε ὅ,τι θελήσεις".

Ὕστερα ἀπὸ τὴ λογομαχία ποὺ ἔγινε ἀνάμεσα στὸν Ἰβὰν τὸν Τρομερὸ καὶ στὸν ἀρχιεπίσκοπο Φίλιππο, ἡ κατάσταση σκοτείνιασε. Ὁ τσάρος καταλάβαινε πὼς ἔπαθε μεγάλη προσβολὴ ἀπὸ τὸ δεσπότη ποὺ τὸν μάλωσε γιὰ ὅσα εἶχε κάνει καὶ ποὺ τοῦ ἔδειξε ποιὰ εἶναι ἡ δικαιοσύνη κι' ὁ δρόμος τοῦ Θεοῦ ποὺ ἔπρεπε νὰ κρατᾷ ἕνας βασιλιάς. Κι' ὁ θυμὸς του μεγάλωνε σὰν συλλογιζότανε πὼς ὁ Φίλιππος βαστοῦσε ἀπὸ ἀρχοντικὸ γένος, ἀπὸ τοὺς μπογιάρους ποὺ τοὺς ἐχθρευότανε πολύ.

Ὁ ἀρχιεπίσκοπος ὅμως δὲν δειλίασε καθόλου. Κάθε φορὰ ποὺ συναπαντοῦσε τὸν τσάρο, τοῦ μιλοῦσε μὲ παρρησία, λέγοντάς του πὼς ἔπρεπε νὰ δείχνῃ ἐπιείκεια καὶ συγγνώμη, καὶ κάθε φορὰ ἐκφραζότανε μὲ περισσότερη αὐστηρότητα, φοβερίζοντας τὸν Ἰβὰν καὶ λέγοντάς του πὼς θὰ τὸν τιμωροῦσε ὁ Θεός. Βλέποντας ὅμως πὼς ὁ τσάρος ἀπέφευγε στὸ τέλος νὰ τὸν δῆ καὶ πὼς κρυβότανε ἀπ' αὐτόν, ἀποφάσισε νὰ ἐκθέση τὴν ἀντιγνωμία του μὲ τὸν τσάρο σ' ὅλο τὸ ἔθνος.

Στὶς 22 Μαρτίου τοῦ 1568, ὁ Ἰβὰν κ' ἡ βασιλικὴ συνοδεία μπήκανε στὴ μητρόπολη γιὰ νὰ ἀκούσουνε τὴ λειτουργία. Ὁ τσάρος ἤτανε ντυμένος μ' ἕνα μαῦρο ράσο σὰν καλόγερος. Οἱ σωματοφύλακοί του, οἱ φοβεροὶ ὀπρίτσνικοι, φορούσανε στὰ κεφάλια τοὺς κάτι σιδερένιες περικεφαλαῖες ποὺ τοὺς κάνανε νὰ φαίνονται ἴδιοι Χαλδαῖοι, ὅπως εἶχε γράψει ἕνας χρονογράφος ποὺ τοὺς εἶδε. Ὁ Ἰβὰν πῆγε κοντὰ στὸν ἀρχιεπίσκοπο τρεῖς φορές, μὰ ἐκεῖνος στεκότανε χωρὶς νὰ σαλέψη καὶ χωρὶς νὰ δώση προσοχὴ στοὺς μπογιάρους ποὺ τοῦ λέγανε μὲ σιγανὴ φωνή: "Ὁ τσάρος εἶναι ἐκεῖ, περιμένει τὴν εὐλογία σου". Δὲν ἀκουγότανε ἀνασαμιά. Ἄξαφνα ἀκούσθηκε ἡ φωνὴ τοῦ μητροπολίτη: "Μεγαλειότατε, σὲ σένα δὲν ἀναγνωρίζει πιὰ κανένας ἕναν τσάρο. Ἡ ὄψη τοῦ προσώπου σου εἶναι σκοτεινή. Ἀπὸ τότε ποὺ λάμπει ὁ ἥλιος στὸν οὐρανό, ποτὲ δὲν εἶδε ὁ κόσμος τοὺς εὐλαβεῖς βασιλιάδες νὰ θαμπώνουνε μ' αὐτὸν τὸν τρόπο τὴν ἐξουσία τους. Οἱ ὀρθόδοξοι χριστιανοὶ ὑποφέρουν. Ἐπιτελοῦμεν ἐδῶ, σ' αὐτὴ τὴν ἁγία Τράπεζα, μία ἀναίμακτη θυσία γιὰ τὴ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων καὶ ἔξω ἀπὸ τὴν ἐκκλησία χύνονται αἵματα, πεθαίνουν ἀθῷοι ἄνθρωποι. Λησμόνησες πὼς καὶ σὺ ἔχεις ἀπάνω σου τὴ μοῖρα ποὺ ἔχουν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι καὶ πὼς ἔχεις χρέος νὰ ζητήσῃς τὴ συγχώρηση τῶν ἁμαρτιῶν σου; Οἱ Τάταροι κ' οἱ εἰδωλολάτρες ἔχουνε ἕνα νόμο καὶ μία δικαιοσύνη. Μὰ στὴ Ρωσία δὲν ὑπάρχει πιὰ δικαιοσύνη. Σ' ὅλον τὸν κόσμο, οἱ κατάδικοι ζητοῦν νὰ τοὺς σπλαγχνισθοῦν οἱ βασιλιάδες καὶ τοὺς δίνουνε συγχώρηση. Ἀλλὰ στὴ Ρωσία δὲν ὑπάρχει πιὰ εὐσπλαγχνία, μήτε γιὰ τοὺς ἀθῴους καὶ γιὰ τοὺς δίκαιους. Ὁ Θεὸς σὲ ὕψωσε σὲ τοῦτον τὸν κόσμο, ἐν τούτοις εἶσαι πάντα ἕνας ἄνθρωπος θνητὸς καὶ θὰ σοῦ ζητήσῃ ἀπόκριση γιὰ τὸ αἷμα τῶν ἀθῴων. Οἱ πέτρες ποὺ εἶναι κάτω ἀπὸ τὰ πόδια σου θὰ φωνάξουν, ἂν οἱ ζωντανοὶ σωπαίνουν, γιὰ νὰ σὲ κατηγορήσουν καὶ νὰ σὲ κρίνουν. Ἔχω χρέος νὰ σοῦ μιλήσω μ' αὐτὸν τὸν τρόπο καὶ νὰ σοῦ πῶ τὴ θέληση τοῦ Θεοῦ κι' ἂν ἀκόμα ὁ θάνατος θὰ εἶναι ἡ πληρωμὴ γι' αὐτὸ ποὺ κάνω".

Ὁ Ἰβὰν ἔγινε κατακίτρινος καὶ φώναξε: "Θαρρεῖς, Φίλιππε, πὼς θὰ λυγίσης τὴ θέλησή μου; Σήκωσες κεφάλι καταπάνω μου; Ὥς τώρα ἔδειξα ἐπιείκεια γιὰ σένα καὶ γιὰ τοὺς συντρόφους σου, μὰ τώρα θὰ μάθετε ποιὸς εἶμαι". Λέγοντας αὐτά, χτύπησε τὴ γῆ μὲ τὴ ράβδο του ποὺ εἶχε σιδερένια μύτη. Ὁ ἀρχιεπίσκοπος ἀποκρίθηκε: "Εἶμαι ἕνας περαστικὸς ἀπὸ τὴ γῆ. Ἦρθα σὲ τοῦτον τὸν κόσμο ὅπως ὅλοι οἱ πατέρες μου, ἕτοιμος νὰ πεθάνω γιὰ τὴν ἀλήθεια". Ὁ τσάρος, μελανὸς ἀπὸ τὸ θυμό του, βγῆκε ἀπὸ τὴν ἐκκλησιὰ κι' ἀπὸ πίσω του οἱ φοβεροὶ σωματοφυλάκοι του.

Τὴν ἄλλη μέρα ξαναρχίσανε οἱ σκοτωμοὶ κατὰ διαταγὴ τοῦ Ἰβάν. Πολλοὶ ἀπὸ τοὺς μπογιάρους κι' ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους τῆς μητρόπολης μπήκανε στὰ βασανιστήρια, γιὰ νὰ ὁμολογήσουνε πὼς εἴχανε κάνει συνωμοσία μαζὶ μὲ τὸν ἀρχιεπίσκοπο, μὰ ἄδικα. Μεγάλη τρομοκρατία σκέπασε τὴ Μόσχα ὅλο τὸ καλοκαίρι τοῦ 1568. Οἱ γενιτσάροι τοῦ Ἰβᾶν ρημάξανε τὰ χωριὰ ποὺ ἤτανε γύρω στὴν πρωτεύουσα. Γκρεμνίσανε σπίτια, σφάξανε ζωντανά, ἀτιμάσανε γυναῖκες. Σφάξανε κ' ἕναν ἀνηψιὸ τοῦ ἀρχιεπισκόπου. Μὰ ὁ Ἰβὰν δὲν τολμοῦσε ἀκόμα νὰ χτυπήση τὸν ἴδιο τὸ μητροπολίτη. Τὰ λόγια, ποὺ εἶχε πῇ μὲ τόσο θάρρος στὸν τσάρο, μαθευτήκανε γλήγορα σ' ὅλη τὴ Ρωσία κι' ὁ λαὸς τὸν θαύμαζε.

Στὶς 28 Ἰουλίου ὁ τσάρος πῆγε μὲ τὴ συνοδεία του νὰ λειτουργηθῆ στὸ μοναστῆρι τῆς Παναγίας ποὺ βρισκότανε σ' ἕνα προάστιο τῆς Μόσχας. Ὁ ἀρχιεπίσκοπος ἀπὸ τὸ θρόνο του εἶδε μέσα στοὺς σωματοφύλακες ἕναν ποὺ δὲν ἔβγαλε τὴν κάσκα του μπαίνοντας στὴν ἐκκλησιὰ καὶ φώναξε. Ὁ τσάρος γύρισε νὰ δῆ, μὰ στὸ μεταξὺ ὁ στρατιώτης ξεσκουφώθηκε κι' ἀπὸ τοὺς ἄλλους δὲν τόλμησε κανένας νὰ τὸν δείξη. Ὁ τσάρος τότε φώναξε στὸν ἀρχιεπίσκοπο: "Ψεύτη! Ἐπαναστάτη!". Κανένας δὲν ἔβγαλε ἀνασαμιὰ κ' ἡ λειτουργία ἐξακολούθησε.

Μὰ ὁ τύραννος εἶχε πάρει ἀπόφαση νὰ παιδέψη τὸν Φίλιππο καί, γιὰ νὰ φανῆ πὼς κράτησε τοὺς τύπους, κάλεσε μία ψευτοσύνοδο γιὰ νὰ βρῇ κάποια κατηγορία καταπάνω στὸν ἅγιο. Μὴ βρίσκοντας κανένα φταίξιμο σ' αὐτόν, κάνανε μία ἐπιτροπὴ ἀπὸ τρία πρόσωπα καὶ τὴ στείλανε στὸ μοναστῆρι τοῦ Σολόβκι γιὰ νὰ ἐξετάσουνε τί ἔκανε ὁ Φίλιππος τὸν καιρὸ ποὺ ἤτανε ἡγούμενος. Μὰ οἱ μοναχοὶ καταθέσανε ὑπὲρ τοῦ Φιλίππου. Τότε οἱ ἀνακριτὲς φοβερίξανε τὸν ἡγούμενο κ' ἴσως τοῦ τάξανε πὼς θὰ γινότανε ἐπίσκοπος, κ' ἐκεῖνος ὁ ἄθλιος κατηγόρησε τὸν Φίλιππο γιὰ ἕνα σωρὸ ἐγκλήματα, χωρὶς νὰ φέρνῃ καμμιὰ ἀπόδειξη. Σὰν γυρίσανε πίσω στὴ Μόσχα, ἡ σύνοδος συνεδρίασε μὲ μεγάλη ἐπισημότητα στὸν καθεδρικὸ ναὸ τῆς Ἀναλήψεως, παρὼν κι' ὁ Φίλιππος, ποὺ ἄκουγε τὶς κατηγόριες δίχως νὰ μιλήσῃ, πρᾶος κ' ἥσυχος. Κατόπι σηκώθηκε καὶ δήλωσε πὼς δίνει τὴν παραίτησή του ἀπὸ τὸ ἀξίωμα τοῦ ἀρχιεπισκόπου. Ἀλλὰ ὁ τσάρος, μὲ μία προστακτικὴ χειρονομία, τὸν σταμάτησε. Τὴν ἄλλη μέρα, ὁ ἀρχιεπίσκοπος λειτούργησε ὅπως πάντα. Στὸ μεταξύ, ἡ σύνοδος συνεδρίασε, χωρὶς νὰ εἶναι παρὼν ὁ κατηγορούμενος κ' ἔβγαλε τὴν ἀπόφαση πὼς καταδικάζεται σὲ ἐκθρόνιση καὶ σὲ κλείσιμο σὲ μοναστῆρι.

Τὴν ὥρα ποὺ τελείωσε ἡ λειτουργία, ἕνας ἀπὸ τοὺς ἀξιωματικοὺς τῶν ὀπρίτσνικων, ὁ Ἀλέξης Μπασμάνωφ, τριγυρισμένος ἀπὸ τοὺς στρατιῶτες του, μπαίνει στὴ μητρόπολη, βαστώντας μία μεμβράνα καὶ διαβάζει φωναχτὰ τὴν ἀπόφαση τῆς συνόδου. Παρευθύς, οἱ στρατιῶτες προχωροῦνε πρὸς τὸν ἀρχιεπίσκοπο, τραβᾶνε ἀποπάνω του τὰ ἄμφια, τοῦ ρίχνουν στὴν πλάτη του ἕνα κουρελιασμένο καλογερίστικο ράσο καὶ τὸν ἀνεβάζουνε ἀπάνω σὲ μία καζάκα (ἕλκηθρο) χωριάτικη, βρίζοντάς τον καὶ χτυπώντας τον μὲ τὶς σκοῦπες τους. Ὁ ἅγιος γύρισε καὶ βλόγησε τὸ λαὸ ποὺ ἔκλαιγε κ' εἶπε πὼς εἶναι ἕτοιμος νὰ πεθάνη γιὰ τὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ καὶ γιὰ τὴν ἀγάπη ποὺ δίδαξε ὁ Κύριος. Στὸ τέλος φώναξε: "Ἡ ἀγάπη σας θὰ μοῦ πλέξη ἕνα στέφανον ἀμάραντον στοὺς αἰῶνες".

Οἱ κακοῦργοι τὸν σέρνανε ἀπὸ τὸ ’να μοναστῆρι στ' ἄλλο, γύρω στὴ Μόσχα, γιὰ νὰ μὴ μάθη ὁ κόσμος ποῦ τὸν πήγανε. Στὸ τέλος τὸν χώσανε σ' ἕνα μπουντροῦμι, ἁλυσοδεμένον. Λένε πὼς ὁ τσάρος τοῦ ἔστειλε, τυλιγμένο σ' ἕνα τσουβάλι, τὸ κεφάλι ἑνὸς συγγενῆ του κ' οἱ ἀπεσταλμένοι τοῦ εἴπανε στὸν ἅγιο: "Βλέπεις πὼς οἱ μαγεῖες σου δὲν γλυτώσανε τὸν ἄνθρωπο ποὺ ἀγαποῦσες τόσο πολύ".

Ὡστόσο, πλῆθος λαὸς μαζεύθηκε μπροστὰ στὴν πόρτα τοῦ μοναστηριοῦ ποὺ τὸν εἴχανε φυλακισμένον καὶ θέλανε νὰ τὸν δοῦνε, λέγοντας μὲ δάκρυα τὰ τελευταῖα λόγια του. Γι' αὐτὸ ὁ Ἰβὰν ἔδωσε διαταγὴ νὰ τὸν πάρουνε καὶ νὰ τὸν πᾶνε μακριά, σ' ἕνα μοναστῆρι κοντὰ στὸ Τβέρ.

Δὲν πέρασε πολὺς καιρὸς κι' ὁ φοβερὸς τσάρος ξεστράτεψε γιὰ νὰ τιμωρήση τὸ Νόβγκοροντ καὶ χάλασε ὅλες τὶς πολιτεῖες ποὺ εὕρισκε στὸ δρόμο του. Καήκανε ἐκκλησιὲς καὶ μοναστήρια, σφαχτήκανε παπάδες καὶ καλόγεροι. Οἱ γενίτσαροί του φτάξανε καὶ στὸ Τβέρ, ποὺ βρισκότανε τὸ μοναστῆρι ποὺ ἤτανε φυλακισμένος ὁ ἅγιος Φίλιππος. Τότε ὁ τσάρος ἔστειλε ἕναν Μαλιούτα Σκουράτωφ, τὸν πιὸ θηριόψυχον ἀπὸ τοὺς ὀπρίτσνικους, γιὰ νὰ ζητήσῃ τάχα τὴν εὐλογία του, ἀλλὰ μὲ σκοπὸ νὰ τὸν θανατώση.

Ὁ ἅγιος ἀπὸ μέρες εἶχε νοιώσει πὼς πλησίαζε τὸ τέλος του καὶ το ’λεγε στοὺς καλόγερους. Στὶς 23 Δεκεμβρίου μετάλαβε καὶ σὲ λίγο ἔφταξε ὁ Μαλιούτας, μπῆκε στὸ κελλί του καὶ τοῦ ’δωσε τὴ διαταγὴ τοῦ τσάρου. Ὁ ἅγιος τοῦ εἶπε μοναχά: "Τέκνον μου, κάμε τὸ ἔργο γιὰ τὸ ὁποῖο ἦλθες". Εἶπε μία σύντομη προσευχὴ καὶ πρὶν τὴν τελειώση, ὁ κακοῦργος τὸν ἔπνιξε μ' ἕνα μαξιλάρι.

Ἔτσι μαρτύρησε γιὰ τὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ ὁ ἅγιος Φίλιππος, ἀρχιεπίσκοπος τῆς Ρωσίας, ὅπως εἶχε μαρτυρήσει κι' ὁ Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως, πρὶν ἀπὸ 1160 χρόνια.

Ὁ Ἰβάν, κατὰ τὰ συνηθισμένα του, μετάνοιωσε γιὰ τὸ κακούργημά του. Φυλάκωσε τὸ συκοφάντη ἡγούμενο τοῦ Σολόβκι σ' ἕνα ἄλλο μοναστῆρι καὶ τιμώρησε πολλοὺς ἀπὸ τοὺς κατηγόρους τοῦ ἁγίου Φιλίππου.

Ὓστερ' ἀπὸ εἴκοσι χρόνια, ἀφοῦ πέθανε ὁ Ἰβάν, ὁ ἡγούμενος τοῦ Σολόβκι Ἰακώβ, σταλμένος ἀπὸ τὴν κοινότητά του, πῆγε καὶ ζήτησε τὸ σῶμα τοῦ ἁγίου ἀπὸ τὸν Θεόδωρο, τὸ γυιὸ τοῦ Ἰβάν, ποὺ βασίλεψε ὓστερ' ἀπὸ τὸν πατέρα του. Τὸ ἅγιο λείψανο ἤτανε θαμμένο πίσω ἀπὸ τὴν ἁγία Τράπεζα τῆς ἐκκλησιᾶς στὸ μοναστῆρι ποὺ μαρτύρησε. Σὰν τὸ ξεθάψανε, τὸ βρήκανε ἄβλαβο καὶ ἀπείραχτο. Τὸ μεταφέρανε στὸ Σολόβκι καὶ τὸ βάλανε στὸ μέρος ποὺ εἶχε διαλέξει ὁ ἴδιος γιὰ τὸν τάφο του, μέσα στὴν ἐκκλησιὰ τοῦ Σαββατίου καὶ τοῦ Ζωσιμᾶ. Ἀμέσως γινήκανε πολλὰ θαύματα, ἄρρωστοι θεραπευτήκανε καὶ πολλοὶ προσκυνητὲς εἴδανε τὸν ἅγιο ζωντανόν. Ἀπὸ τὰ 1636 ἡ Ρωσικὴ Ἐκκλησία ἄρχισε νὰ γιορτάζῃ στὴ μνήμη του σὲ ὅλη τὴν ἀπέραντη ἐκείνη χώρα. Στὰ 1652 τὸ ἅγιο λείψανο τὸ μεταφέρανε στὴ Μόσχα, στὴ μητρόπολη τῆς Ἀναλήψεως.

Ὁ τσάρος Ἀλέξιος Μιχαήλοβιτς, ποὺ βασίλεψε στὰ 1645, ἄνθρωπος εὐσεβής, ποὺ σεβότανε τὴν Ἐκκλησία καὶ εἶχε σὲ μεγάλη τιμὴ τοὺς Ἕλληνες πατέρες, πῆγε στὴν Ἄσπρη Θάλασσα μαζὶ μὲ τοὺς πρίγκιπες καὶ τοὺς ἄρχοντες καὶ μὲ τὸν Νίκωνα, τὸν ἀρχιεπίσκοπο τοῦ Νόβγκοροντ, ποὺ ἔγινε ὕστερα πατριάρχης, καὶ μὲ μεγάλη πομπὴ βάλανε ἀπάνω στὸν τάφο τοῦ ἁγίου Φιλίππου μία ἐπιγραφὴ ποὺ περιλάβαινε μία προσευχὴ τοῦ τσάρου πρὸς τὸν ἅγιο. Ὁ τσάρος τὸν παρακαλοῦσε νὰ συγχωρήση τὰ παραπτώματα ποὺ ἔκανε ὁ πρόγονός του καὶ γονάτιζε μπροστά του γιὰ νὰ στείλη τὴ χάρη του καὶ γιὰ νὰ ξαναγυρίση τὸ πνεῦμα του στὴν παλιὰ πρωτεύουσα.

Στὶς 25 Ἰουλίου τοῦ 1652, ἔγινε ἡ ἀνακομιδὴ τοῦ λειψάνου στὸ Κρεμλίνο κ' ἡ πομπὴ πέρασε ἀπὸ τοὺς δρόμους τῆς Μόσχας, ποὺ ἤτανε γεμάτοι κόσμο. Τὴ λειψανοθήκη τὴ βαστοῦσε ὁ ἴδιος ὁ τσάρος μὲ το ’να χέρι καὶ μὲ τ' ἄλλο τὸ σκῆπτρο. Τὸ ἴδιο βράδυ ἔγραψε ἕνα γράμμα συγκινητικὸ καὶ γεμάτο ἀπὸ πίστη στὸ συμβουλάτορά του τὸν πρίγκιπα Ὀντόβσκι, γιὰ νὰ τοῦ περιγράψη τὶς θεραπεῖες ποὺ γινήκανε τὴν ἴδια μέρα μέσα στὴν ἐκκλησία τῆς μητροπόλεως. Τοῦ ἔγραφε ἀκόμα τὴ μεγάλη χαρὰ του γιατί ἀποκαταστάθηκε ἡ μνήμη τοῦ ἁγίου Φιλίππου, ποὺ ὑπόφερε τόσα βάσανα γιὰ τὴν ἀλήθεια καὶ γιὰ τὴ δικαιοσύνη καὶ παρακαλοῦσε τὸ Θεὸ νὰ τοῦ δωρήση τὴν πίστη καὶ τὴ δύναμη γιὰ ν' ἀκολουθήση τὸ παράδειγμά του.

Οἱ ὕμνοι, ποὺ ψέλνει ἴσαμε σήμερα ἡ Ρωσικὴ Ἐκκλησία στὴ μνήμη τοῦ ἁγίου Φιλίππου, τὸν ὀνομάζουνε "στῦλον τῆς Ὀρθοδοξίας, ἀγωνιστὴν τῆς Ἀληθείας, καλὸν ποιμένα, ὅστις ἔδωσε τὴν ζωὴν του ὑπὲρ τοῦ ποιμνίου του".

Τον Σεραφείμ Πειραιώς έβαλε στο στόχαστρο ο Βαρθολομαίος



Είναι θλιβερό ολόκληρος Πατριάρχης...
να σπεύδει να υπερασπίσει τον πάπα και την αίρεσή του και να ζητάει επιτακτικά την τιμωρία του Πειραιώς, επειδή τόλμησε και αναθεμάτισε τους αιρετικούς. Λέει στην επιστολή του ο Βαρθολομαίος, ότι δεν συνάδουν με το Ορθόδοξο ήθος οι αφορισμοί. Να μας πει τότε, γιατί ο ίδιος έκανε ακριβώς, αυτό που κατηγορεί, στον Αρχιεπίσκοπο Χριστόδουλο. Τέτοια υποκρισία (σε εμάς) και δουλοπρέπεια (στον πάπα) φοβάμαι πως δεν έχει ξαναγίνει από κανένα Πατριάρχη στην Ιστορία της Νέας Ρώμης.
Επειδή η ιστορία κάνει κύκλους, θα του θυμίσω, τότε που ο προτελευταίος αυτοκράτορας Ιωάννης Παλαιολόγος και ο Πατριάρχης Ιωσήφ βρέθηκαν σε εκείνη την σύνοδο για την ένωση με τους παπικούς, όπου και οι τελευταίοι ζήτησαν από τον Πατριάρχη να προσκυνήσει και να φιλήσει την παντόφλα του ποντίφικα!
Δεν θέλω να σκεφτώ, τί θα έκανε ο Βαρθολομαίος, αν σήμερα οι παπικοί ζητούσαν το ίδιο από αυτόν. Γ.Θ  



ΝΑ ΑΠΟΔΟΚΙΜΑΣΕΙ ΤΙΣ ΘΕΣΕΙΣ ΤΟΥ ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΖΗΤΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΕΡΑ ΣΥΝΟΔΟ Ο ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΣ
από agioritikovima.gr 
Επιστολή προς Ιερώνυμο
 Επιστολή προς τον Αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο απέστειλε ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος, υπογραμμίζοντας ότι ενέργειες ιεραρχών της Εκκλησίας της Ελλάδος δυναμιτίζουν την ενότητα της Ορθοδοξίας. Ο κ. Βαρθολομαίος ζητά από την Ιερά Σύνοδο να αποδοκιμάσει τα «αναθέματα» του Μητροπολίτη Πειραιώς Σεραφείμ.

Ο κ. Βαρθολομαίος αναφέρεται σε περιστατικά κατά τα οποία «εκφράζονται θέσεις και εκτιμήσεις και απόψεις ήκιστα συμβιβαζόμεναι προς το Ορθόδοξον ήθος και έθος, προκαλούσαι ευρυτέραν απορίαν, εγκυμονούσαι δε και κινδύνους και απροβλέπτους συνεπείας δια την ενότητα αυτής ταύτης της καθ' Υμάς Εκκλησίας, αλλά και της Αγίας ημών Ορθοδόξου Εκκλησίας εν τω συνόλω αυτής».


Ο Οικουμενικός Πατριάρχης αναφέρεται και στα «αναθέματα» του μητροπολίτη Πειραιώς Σεραφείμ, ζητώντας εν Συνόδω να αποδοκιμαστούν τέτοιες πρακτικές ώστε να μην κινδυνεύσει η ενότητα των Ορθοδόξων Εκκλησιών.

«Αι κινήσεις και εκδηλώσεις αύται, περιωρισμέναι και αμελητέαι ίσως κατ' αρχήν, έλαβον προσφάτως απαραδέκτους διαστάσεις, ως συνέβη, μεταξύ άλλων, και εν τινι Ιερά Μητροπόλει της Αγιωτάτης Υμών Εκκλησίας εν οργανωθείση υπό του οικείου Μητροπολίτου λαϊκή συνάξει, ου μην αλλά και κατά την Θείαν Λειτουργίαν της Κυριακής της Ορθοδοξίας δια της εκφωνήσεως υπό του ιδίου Μητροπολίτου 'αναθεματισμών' κατά ετεροδόξων και αλλοθρήσκων, ως και πάντων των μετεχόντων εις την λεγομένην Οικουμενικήν Κίνησιν» αναφέρει.

Ο κ. Βαρθολομαίος ζητά από τον Αρχιεπίσκοπο: «Τοποθετηθήτε συνοδικώς επί τούτω και απορρίψητε και καταδικάσητε ταύτας επισήμως ως ανεδαφικάς και επικινδύνους, λάβητε δε και ως εκκλησιαστικόν σώμα τας προσήκουσας αποφάσεις προς ευρυτέραν καταδίκην και απόρριψιν των ενεργειών τούτων και των εκφραζομένων αστηρίκτων εν πολλοίς, ανορθοδόξων και ερχομένων εις αντίθεσιν προς τας συνοδικάς αποφάσεις των Αγιωτάτων Ορθοδόξων Εκκλησιών θέσεων των εν λόγω ομάδων».
 

Ἱεροδιακόνου π. Ἀγγέλου Ἀγγελακοπούλου, Ὁ Οἰκουμενισμὸς ὡς ἐμπόδιον εἰς τὴν Ὀρθόδοξον Ἱεραποστολήν



Ὁ Οἰκουμενισμὸς ὡς ἐμπόδιον εἰς τὴν Ὀρθόδοξον Ἱεραποστολήν
Του Ἱεροδιακόνου π. Ἀγγέλου Ἀγγελακοπούλου
Ὑποψηφίου Διδάκτορος Ποιμαντικῆς καί Κοινωνικῆς Θεολογίας τοῦ Α.Π.Θ
Ἡ Ὀρθόδοξη Ἱεραποστολή, ὡς εὐαγγελισμὸς καὶ ἐπανευαγγελισμὸς ὁλοκλήρου τοῦ κόσμου, τόσο τῶν μὴ χριστιανῶν ὅσο καὶ τῶν λεγομένων «χριστιανῶν», εἶναι θεϊκὴ ἐντολή, πού μᾶς παρέδωσε ὁ ἴδιος ὁ Θεάνθρωπος Ἰησοῦς Χριστός, ὁ ὁποῖος, ἀπευθυνόμενος πρὸς τοὺς Ἀποστόλους, εἶπε: «Πορευθέντες, μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη, βαπτίζοντες αὐτοὺς εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, διδάσκοντες αὐτοὺς τηρεῖν πάντα ὅσα ἐνετειλάμην ὑμῖν»1...

Σύμφωνα μὲ τὸν πατέρα Γεώργιο Καψάνη, καθηγούμενο τῆς Ἱ. Μ. Ὁσίου Γρηγορίου Ἁγίου Ὄρους, πρῶτο ἐμπόδιο στὴν Ὀρθόδοξη Ἱεραποστολὴ εἶναι ὁ Διάβολος, ὁ ὁποῖος ἀντιδρᾶ, ἐπειδὴ μὲ τὴν Ἱεραποστολή, τὸν εὐαγγελισμὸ καὶ τὴν ἐξάπλωση τῆς Ἐκκλησίας καταργεῖται καὶ περιορίζεται τὸ κράτος του.
Δεύτερο ἐμπόδιο στὴν Ὀρθόδοξη Ἱεραποστολὴ εἶναι ἡ ἁμαρτωλότητά μας, ἡ ὁποία δὲν ἀφήνει τὸ πῦρ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος νὰ μᾶς πυρακτώσει, νὰ μᾶς γεμίσει ἱερὸ ζῆλο, ἐνθουσιασμὸ καὶ πίστη, ὥστε νὰ μεταλαμπαδεύσουμε τὸ φῶς καὶ σʼἄλλες ψυχές, ὅπως συνέβη καὶ μὲ τοὺς ἁγίους Ἀποστόλους, ὅταν ἡ πυρκαϊά, πού ἄναψε στὰ Ἱεροσόλυμα, γρήγορα μεταδόθηκε ἀπὸ αὐτοὺς σʼὅλο τὸν κόσμο.
Καὶ ὄχι μόνο δὲν μεταδίδουμε τὸ πῦρ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἀλλὰ καὶ ἐμποδίζουμε ὅσους ἀναζητοῦν τὴν ἀλήθεια μὲ τὴν κακὴ ἐκ μέρους μας ἐκπροσώπηση τοῦ Χριστιανισμοῦ.

Τρίτο ἐμπόδιο στὴν Ὀρθόδοξη Ἱεραποστολὴ εἶναι ἡ ἐκκοσμίκευση, δηλ. ἡ ὀργάνωση τῆς ζωῆς τοῦ συγχρόνου ἀνθρώπου ἀνεξαρτήτως ἀπὸ τὸν Θεό, σὰ νὰ μὴ ὑπάρχει Θεός2.

Τέταρτο ἐμπόδιο στὴν Ὀρθόδοξη Ἱεραποστολὴ εἶναι ἡ λεγομένη «θεολογία τῆς συνάφειας», μιὰ αἱρετικὴ θεωρία, ἡ ὁποία εἰσήχθη στὸν ἑλληνικὸ θεολογικὸ χῶρο ἀπὸ τὴν «Ἀκαδημία Θεολογικῶν Σπουδῶν» τῆς Ἱ. Μ.Δημητριάδος ἢ καλύτερα Ἀκαδημία διαστρεβλώσεως τῆς Ὀρθοδόξου Θεολογίας.
Σύμφωνα μὲ τὸν Μητροπολίτη Γλυφάδας Παῦλο, ὁ ὅρος «συναφειακὴ θεολογία» εἶναι γνωστὸς γιὰ τουλάχιστον σαράντα χρόνια στὴ διαχριστιανικὴ βιβλιογραφία καὶ διατυπώνεται στὴν ἀγγλικὴ ὡς «Contextual Theology» ἢ ὡς «Cohesive Theology ».

Ὁ ὅρος ἔγινε εὐρύτερα γνωστὸς ἀπὸ τὰ κείμενα τοῦ «Παγκοσμίου Συνεδρίου γιὰ τὴν Ἱεραποστολὴ καὶ τὸν Εὐαγγελισμό», πού διοργανώθηκε τὸ 1972 στὴν Μπαγκόγκ.
Ἡ κυρίαρχος τάση στὸ ἐν λόγῳ συνέδριο ἦταν νὰ ἀποφύγουν οἱ διάφορες χριστιανικὲς ὁμολογίες νὰ ἐμφανισθοῦν, ἐνώπιον τῶν μὴ χριστιανῶν, ὡς διχασμένες λόγῳ τῶν δογματικῶν διαφορῶν τους, ἀλλὰ νὰ δείξουν ἑνότητα, θέτοντας σὲ προτεραιότητα θέματα κοινωνικῆς δικαιοσύνης καὶ καταπιέσεως τῶν κοινωνικῶν τάξεων.
Αὐτὸ θὰ εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα ἡ ἱεραποστολὴ καὶ τὸ κήρυγμα νὰ στραφοῦν στὴ διατύπωση τρόπων ἀποκαταστάσεως τῶν κοινωνικῶν ἀδικιῶν καὶ ὄχι στὴ μετάδοση τῶν ἀληθειῶν τοῦ Εὐαγγελίου.
Ὁ Σεβασμιώτατος ἀντικρούοντας στὴ συνέχεια τὴν ἔννοια καὶ τὸ περιεχόμενο τῆς «συναφειακῆς θεολογίας» γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη Ἱεραποστολή, τονίζει ὅτι κανεὶς δὲν δύναται νὰ ἀρνηθεῖ τὴν ἀπαίτηση γιὰ κοινωνικὴ δικαιοσύνη, ὡς καρποῦ ὅμως βιώσεως τῶν ἀληθειῶν τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ, ὅπως διατυπώθηκαν μέσα ἀπὸ τὰ δόγματα τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων τῶν Θεοφόρων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας.

Ἡ ρίζα καὶ ἡ προοπτική τῆς «θεολογίας τῆς συνάφειας» ἦταν «ἡ μετατροπὴ τῆς ἱεραποστολῆς σὲ κοινότητα ἐκκλησιῶν σὲ ἱεραποστολή». Στὴν Ὀρθόδοξη ὅμως θεολογία δὲν ἔχουμε «κοινότητα ἐκκλησιῶν», ἀλλὰ τὴν Μίαν, Ἁγίαν, Καθολικὴν καὶ Ἀποστολικὴν Ἐκκλησίαν.
Ἡ προβολὴ τῆς ἱεραποστολῆς ἀπὸ μία «κοινότητα ἐκκλησιῶν» ὑποβαθμίζει τὴν Μίαν Ἐκκλησίαν σὲ σύλλογο, πού δὲν ἀποκαλύπτει τὴ μοναδικὴ Ἀλήθεια καὶ ὑποβαθμίζει τὴν ἴδια τὴν ἱεραποστολή, πού καταλήγει νὰ ἔχει μόνο κοινωνιολογικὲς καὶ ὄχι σωτηριολογικὲς προοπτικές3.

Ὁ διάβολος εἶναι μεγάλος «θεολόγος». Γνωρίζει τὴν Παλαιὰ καὶ τὴν Καινὴ Διαθήκη, τὰ Πατερικὰ συγγράμματα, τοὺς ἱεροὺς κανόνες καὶ τὶς ἀποφάσεις τῶν ἁγίων Οἰκουμενικῶν Συνόδων.
Ἔχει, ὅμως, πονηρία καὶ ὄχι πνευματικὴ διάκριση. Πνευματικὴ διάκριση εἶναι ἡ ἐπίγνωση τοῦ ἑαυτοῦ μας, ἡ ἀλάνθαστη αἴσθηση τοῦ ὄντως ἀγαθοῦ Θεοῦ καὶ ὁ φωτισμὸς τῶν σκοτεινῶν σημείων τῶν ἄλλων ἀνθρώπων, λέγει ὁ ὅσιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος.
Καὶ ἐπειδὴ ὁ διάβολος δὲν θέλει οἱ ἄνθρωποι ὅλοι καὶ κυρίως αὐτοί, πού αὐτοαποκαλοῦνται «χριστιανοί», νὰ γνωρίσουν τὴν ἀλήθεια ἐν Χριστῷ καὶ ἐν τῇ Ὀρθοδόξῳ Ἐκκλησίᾳ, τοὺς ἐμπνέει νὰ κάνουν συνέδρια θεολογικά.
Ὅμως, μὲ πνεῦμα φυσιώσεως καὶ ὑπερηφανείας, αὐτοδικαιώσεως καὶ μετατροπῆς τῆς Πατερικῆς θεολογίας σὲ πολιτικὴ καὶ φιλοσοφικὴ ἐνασχόληση καὶ πίστη, σὲ στοχασμὸ καὶ λογικοκρατία, δὲν ἐπιτυγχάνουν τίποτα σπουδαῖο, οὔτε τὴν σωτηρία τῆς ψυχῆς τους.
Ἡ Ὀρ θόδοξη Ἐκκλησία πρέπει νὰ ὁμολογήσει καὶ προτείνει τὸ ἑξῆς πρὸς ὅλους τούς «χριστιανούς», ἰδίως πρὸς τοὺς αἱρετικούς: «Μετανοεῖτε· ἤγγικε γὰρ ἡ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν»4, δηλαδὴ ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς εἶναι ἡ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν, πού μᾶς χορηγεῖται διὰ τῆς θείας ἀκτίστου ἐνεργείας μέσα στὰ Μυστήρια τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καὶ στὶς ἐντολὲς τοῦ Εὐαγγελίου.

Πέμπτο καὶ τελευταῖο ἐμπόδιο γιὰ τὴν Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολική, Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας καὶ ἑπομένως γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη Ἱεραποστολὴ εἶναι ὁ μέγας κίνδυνος καὶ ἡ ἀπειλὴ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ.
Ὁ σύγχρονος ἅγιος γέροντας τῆς Σερβικῆς Ἐκκλησίας ὅσιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς σημειώνει περὶ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ ὅτι αὐτὸς εἶναι ὄχι ἁπλὰ αἵρεση, ἀλλὰ παναίρεση. Ὁ ἅγιος πατὴρ ἔχει ἐκφρασθεῖ γιʼ αὐτὸν ὡς ἑξῆς· «Ὁ Οἰκουμενισμὸς εἶναι κοινὸν ὄνομα διὰ τοὺς ψευδοχριστιανισμούς, διὰ τὰς ψευδοεκκλησίας τῆς Δυτικῆς Εὐρώπης.
Μέσα του εὑρίσκεται ἡ καρδία ὅλων τῶν εὐρωπαϊκῶν οὑμανισμῶν μὲ ἐπικεφαλῆς τὸν Παπισμό.
Ὅλοι δὲ αὐτοὶ οἱ ψευδοχριστιανισμοί, ὅλαι αἱ ψευδοεκκλησίαι δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ μία αἵρεσις παραπλεύρως εἰς τὴν ἄλλην αἵρεσιν. Τὸ κοινὸν εὐαγγελικὸν ὄνομά τους εἶναι ἡ παναίρεσις»5.

Στὸ ἴδιο μῆκος κύματος ὁ μακαριστὸς γέροντας ἀρχιμανδρίτης Χαράλαμπος Βασιλόπουλος μᾶς δίνει τὴν πραγματικὴ εἰκόνα τοῦ Οἰκουμενισμοῦ· «Ὁ Οἰκουμενισμὸς εἶναι ἕνα Κίνημα παγκόσμιον τοῦ Διεθνοῦς Σιωνισμοῦ καὶ ἔχει ὡς μοναδικὸν σκοπὸν τὴν πολιτικὴν καὶ θρησκευτικὴν κατάκτησιν τῆς Οἰκουμένης!
Ὁ Οἰκουμενισμὸς εἶναι μιὰ φοβερὰ λαῖλαψ, πού προετοιμάζεται νὰ ξεθεμελιώση, ὅπως φαντάζεται, τὴν Μίαν, Ἁγίαν, Καθολικὴν καὶ Ἀποστολικὴν Ἐκκλησίαν τοῦ Χριστοῦ.
Εἶναι ἄγριος τυφὼν τῶν δυνάμεων τοῦ σκότους, ποὺ συγκεντρώνει τὴν καταστροφική του μανία ἐναντίον κυρίως τῆς Ὀρθοδοξίας, μὲ τὸν σκοτεινὸ πόθο νὰ τὴν ἐκμηδενίση καὶ νὰ τὴν ἀφανίση»6.

Τέλος, ὁ μακαριστὸς γέροντας ἀρχιμανδρίτης Ἀθανάσιος Μυτιληναῖος ὀνομάζει τὸν Οἰκουμενισμὸ τελευταῖο πρόδρομο τοῦ Ἀντιχρίστου7.
Ὅπως ἡ παγκοσμιοποίηση σὲ πολιτικὸ ἐπίπεδο θέλει νὰ ἑνώσει τὸν κόσμο καὶ νὰ κάνει ἕνα παγκόσμιο κράτος, μία παγκόσμια ἠλεκτρονικὴ διακυβέρνηση, ἕνα παγκόσμιο νόμισμα, μία παγκόσμια οἰκονομία, ἔτσι καὶ ὁ Οἰκουμενισμὸς σὲ θρησκευτικὸ ἐπίπεδο θέλει νὰ ἑνώσει ὅλες τὶς θρησκεῖες (διαθρησκειακὸς οἰκουμενισμὸς) καὶ ὅλες τὶς αἱρέσεις (διαχριστιανικὸς οἰκουμενισμὸς) σὲ μία παγκόσμια θρησκεία, ἀψηφώντας καὶ περιθωριοποιώντας τὶς τεράστιες, γιγαντιαῖες καὶ χαώδεις δογματικὲς διαφορὲς καὶ ξεθεμελιώνοντας ἐκ βάθρων τὰ δόγματα καὶ τὴν πίστη τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.

Ὁ Οἰκουμενισμὸς εἶναι ἡ μεγαλύτερη ἐκκλησιολογικὴ αἵρεση ὅλων τῶν ἐποχῶν, ἐπειδὴ ἐξισώνει ὅλες τὶς θρησκεῖες καὶ τὶς πίστεις.
Οἱ ρίζες τοῦ Οἰκουμενισμοῦ πρέπει νὰ ἀναζητηθοῦν στὸν προτεσταντικὸ χῶρο, στὰ μέσα τοῦ 19ου αἰ. Τότε κάποιες «χριστιανικὲς ὁμολογίες», βλέποντας τὸν κόσμο νὰ φεύγει ἀπὸ κοντὰ τους λόγῳ τῆς αὐξανομένης θρησκευτικῆς ἀδιαφορίας καὶ τῶν ὀργανωμένων ἀντιθρησκευτικῶν κινημάτων, ἀναγκάσθηκαν σὲ μιὰ συσπείρωση καὶ συνεργασία.
Αὐτὴ ἡ ἑνωτικὴ δραστηριότητά τους ἔλαβε ὀργανωμένη πλέον μορφή, ὡς Οἰκουμενικὴ Κίνηση, τὸν 20ό αἰ. Καὶ κυρίως τὸ 1948, μὲ τὴν ἵδρυση στὸ Ἄμστερνταμ τῆς Ὁλλανδίας τοῦ λεγομένου Παγκοσμίου Συμβουλίου τῶν Ἐκκλησιῶν, πού οὐσιαστικὰ εἶναι Παγκόσμιο Συμβούλιο τῶν Αἱρέσεων, τοῦ Ἑωσφόρου καὶ τοῦ ψεύδους, παρὰ τῶν «Ἐκκλησιῶν» (Π.Σ.Ε.), πού ἑδρεύει στὴ Γενεύη8.

Ἕνα ἀπὸ τὰ μέσα, ποὺ χρησιμοποιεῖ ὁ Οἰκουμενισμὸς, γιὰ νὰ ἐπιτύχει τοὺς σκοπούς του, εἶναι ὁ συγκρητισμός, αὐτὸς ὁ θανάσιμος ἐχθρός τῆς χριστιανικῆς πίστεως, τὸν ὁποῖο προωθεῖ τὸ λεγόμενο «Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν» ἢ μᾶλλον τὸ «Παγκόσμιο Συνονθύλευμα τῶν Αἱρέσεων», ὅπως δικαιολογημένα ἔχει χαρακτηρισθεῖ.
«Ὁ συγκρητισμὸς εἶναι ἡ σχετικοποίηση τῶν θρησκειῶν καὶ τῶν θρησκευτικῶν ἰδεῶν. Εἶναι μιὰ πανοικουμενικὴ θρησκευτικὴ σύνθεση καὶ σύζευξη τῶν πιὸ ἀντιθετικῶν καὶ ἀνομοίων στοιχείων»9.

Ὁ Οἰκουμενισμὸς κινεῖται σὲ δύο ἐπίπεδα· τὸ πρῶτο σὲ διαχριστιανικὸ καὶ τὸ δεύτερο σὲ διαθρησκειακό. Ἔτσι, ἔχουμε τὸν διαχριστιανικὸ οἰκουμενισμὸ καὶ τὸν διαθρησκειακὸ οἰκουμενισμό, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦν δύο ἀπὸ τὶς βασικὲς κατευθύνσεις τοῦ Οἰκουμενισμοῦ.
Τόσο ὁ διαχριστιανικὸς ὅσο καὶ ὁ διαθρησκειακὸς οἰκουμενισμὸς εἶναι προβατόσχημοι λύκοι καὶ Δούρειοι Ἵπποι, πού οὐσιαστικῶς λατρεύουν τὰ εἴδωλα, εἴτε τῶν παρατάξεών τους, εἴτε τῶν προσωπικῶν τους παθῶν, εἴτε τῆς λογικοκρατίας, εἴτε τοῦ πολιτικοῦ τους πιστεύματος, εἴτε τῶν φιλοσοφικῶν ἰδεολογημάτων τους.

Ἡ Ὀρθόδοξη θεολογία ἀπορρέει ἀπὸ τὴν ἀποκαλυπτικὴ ἐμπειρία, πού προσφέρει ἡ ἄκτιστη θεία ἐνέργεια τῆς Ἁγίας Τριάδος μέσα στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Ὁ μὲν διαχριστιανικὸς οἰκουμενισμὸς προωθεῖ τὴν ἕνωση τῶν διαφόρων χριστιανικῶν «ὁμολογιῶν» (Παπικῶν, Προτεσταντῶν, Ἀγγλικανῶν, Ἰεχωβάδων, Πεντηκοστιανῶν, Μονοφυσιτῶν, Ὀρθοδόξων) μὲ τὸ κριτήριο τοῦ δογματικοῦ μινιμαλισμοῦ.
Σύμφωνα μὲ τὴν οἰκουμενιστικὴ ἀρχὴ τοῦ «διαχριστιανικοῦ δογματικοῦ συγκρητισμοῦ» οἱ δογματικὲς διαφορὲς μεταξὺ τῶν ἑτεροδόξων εἶναι ἁπλῶς τυπικὲς παραδόσεις κάθε «ἐκκλησίας» καὶ πρέπει νὰ παρακάμπτονται γιὰ τὸ καλό τῆς ἑνότητος τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία μπορεῖ νὰ ἐκφράζεται μὲ τὴν ποικιλία διαφόρων μορφῶν καὶ ἐκφράσεων.
Ὁ δὲ διαθρησκειακὸς οἰκουμενισμός, θεωρώντας ὅτι σὲ ὅλες τὶς θρησκεῖες ὑπάρχουν θετικὰ στοιχεῖα, προωθεῖ τὴν ἕνωση μεταξὺ αὐτῶν καὶ κυρίως μεταξὺ τῶν δῆθεν τριῶν μονοθεϊστικῶν θρησκειῶν τοῦ κόσμου, τοῦ Χριστιανισμοῦ, τοῦ Μουσουλμανισμοῦ καὶ τοῦ Ἰουδαϊσμοῦ.
Μὲ λίγα λόγια προωθεῖ τὴν λεγομένη «πανθρησκεία».
Σύμφωνα μὲ τὴν οἰκουμενιστικὴ ἀρχὴ τοῦ «διαθρησκειακοῦ συγκρητισμοῦ» πρέπει νὰ βλέπουμε τὰ «κοινὰ θεολογικὰ σημεῖα», πού ὑπάρχουν σὲ ὅλες τὶς «μονοθεϊστικὲς θρησκεῖες», ὥστε νὰ οἰκοδομήσουμε τὴν θρησκευτικὴ ἑνότητα τῆς οἰκουμένης.

Λέγει ὁ ἅγιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος ὅτι, γιὰ νὰ σωθεῖ ἕνας ἄνθρωπος, πρέπει νὰ ἔχει ὀρθὴ (= ὀρθόδοξη) πίστη καὶ ὀρθὰ ἔργα (=ὀρθόδοξα) καὶ ζωή.
Ἂν ἔχεις μόνο τὴν ὀρθόδοξη πίστη καὶ ὄχι ὀρθόδοξα ἔργα καὶ ζωή, δὲν σώζεσαι. Ἂν ἔχεις μόνο ὀρθόδοξα ἔργα καὶ ζωὴ καὶ ὄχι ὀρθόδοξη πίστη, δὲν σώζεσαι. Τὸ ἴδιο γράφει καὶ ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἱεροσολύμων στὶς «Κατηχήσεις» του.
Ἂν εἶναι δύσκολο νὰ σωθεῖ ἕνας Ὀρθόδοξος χριστιανός, πού ἀγωνίζεται, πόσο, μᾶλλον εἶναι δυνατὸν ἕνας λεγόμενος «χριστιανός», πού ἀνήκει στὶς αἱρετικὲς ὁμάδες τοῦ παπισμοῦ, τῶν προτεσταντῶν, τῶν μονοφυσιτῶν, τῶν σατανολατρῶν εἶναι δυνατὸν νὰ σωθεῖ;
Πῶς νὰ σωθεῖ ἕνας Μουσουλμάνος, πού πιστεύει ὅτι τὸ Κοράνιο εἶναι γραμμένο ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ εἶναι θεόπνευστο;
Πῶς νὰ σωθεῖ ἕνας Ἰουδαῖος, ἀφοῦ οὔτε τὴν Παλαιὰ Διαθήκη πιστεύει, οὔτε τὴν ζεῖ, ἀλλὰ πιστεύει στὸ Ταλμοὺδ καὶ στὴν Καμπάλα, πού εἶναι δαιμονικὴ μαγεία καὶ σατανολατρεία;
Καὶ γιατί σώνει καὶ καλὰ νὰ θέλουμε ἐμεῖς οἱ πιστεύοντες στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία νὰ συμπροσευχόμαστε καὶ νὰ συλλειτουργοῦμε μὲ τοὺς αἱρετικούς, ἑτεροδόξους καὶ τοὺς ἑτεροθρήσκους;
Δὲν βοηθοῦμε νὰ σωθοῦν ὅλοι οἱ αἱρετικοὶ μὲ τὸ νὰ λέμε πρὸς αὐτοὺς ὅτι καὶ αὐτοὶ ἔχουν ὀρθὸ δρόμο, πού ὁδηγεῖ στὸν ἴδιο Θεό, ὅμως ἀπὸ μιὰ ἄλλη ὁδό, πού εἶναι νόμιμη κι αὐτή, ὅπως ὁ δρόμος, πού ἀκολουθοῦμε οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί.

Ἑπομένως, ὁ Οἰκουμενισμὸς εἶναι μεγάλο ἐμπόδιο στὴν Ὀρθόδοξη Ἱεραποστολή, τὴν καταργεῖ καὶ τὴν ἀφανίζει, δείχνει ὅτι εἶναι ἀνώφελη καὶ ἄχρηστη. Ὁ Οἰκουμενισμός, γιὰ νὰ ὑλοποιήσει τοὺς στόχους του, ἀναγκάζεται νὰ παραθεωρήσει ἢ καὶ νὰ ἀναθεωρήσει βασικὲς ἀρχὲς τῆς Ὀρθοδοξίας.
Προβάλλει τὴν ἀντίληψη τῆς ʻΔιευρυμένης Ἐκκλησίαςʼ, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία ἡ Ἐκκλησία εἶναι μία καὶ περιλαμβάνει τοὺς χριστιανοὺς κάθε «ὁμολογίας», ἀπὸ τὴ στιγμὴ πού δέχθηκαν τὸ βάπτισμα.
Ἔτσι, ὅλες οἱ «χριστιανικὲς ὁμολογίες» εἶναι μεταξύ τους ʻἈδελφὲς Ἐκκλησίεςʼ.
Πρόκειται γιὰ τὴν θεωρία τῆς βαπτισματικῆς θεολογίας.

Μέσα στὸ ἴδιο πνεῦμα κινεῖται καὶ ἡ ἰδέα τῆς ʻΠαγκόσμιας ὁρατῆς Ἐκκλησίαςʼ.
Ἡ Ἐκκλησία, πού ὑφίσταται τάχα ʻἀόραταʼ καὶ ἀπαρτίζεται ἀπὸ ὅλους τούς χριστιανούς, θὰ φανερωθεῖ καὶ στὴν ὁρατή της διάσταση μὲ τὶς κοινὲς ἑνωτικὲς προσπάθειες.
Τὶς ἀντιλήψεις αὐτὲς ἐπηρέασε καὶ ἡ προτεσταντικὴ θεωρία τῶν κλάδων, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἕνα ʻδένδροʼ μὲ ʻκλαδιὰʼ ὅλες τὶς «χριστιανικὲς ὁμολογίες», καθεμιὰ ἀπὸ τὶς ὁποῖες κατέχει ἕνα μόνο μέρος τῆς ἀληθείας.
Ἂς προστεθεῖ, ἐπίσης, καὶ ἡ θεωρία τῶν ʻδύο πνευμόνωνʼ, πού ἀναπτύχθηκε μεταξὺ ὀρθοδόξων οἰκουμενιστῶν καὶ παπικῶν.
Σύμφωνα μὲ αὐτήν, Ὀρθοδοξία καὶ παπισμὸς εἶναι οἱ δύο πνεύμονες, μὲ τοὺς ὁποίους ἀναπνέει ἡ Ἐκκλησία. Γιὰ νὰ ἀρχίσει τάχα νὰ ἀναπνέει ὀρθὰ καὶ πάλι, θὰ πρέπει οἱ δύο πνεύμονες νὰ συγχρονίσουν τὴν ἀναπνοή τους.

Οἱ ἐκ τῶν ὀρθοδόξων καὶ τῶν παπικῶν οἰκουμενιστὲς πιστεύουν ὅτι ὁ παπισμὸς μὲ τὴν λογικοκρατία καὶ τὸν φιλοσοφικὸ στοχασμὸ εἶναι συμπλήρωμα ἀπαραίτητο στὴ «διηρημένη χριστιανοσύνη», καὶ ὁ μυστικισμὸς τῆς Ὀρθοδόξου πνευματικότητος συμπληρώνει τὸν στοχασμὸ τοῦ παπισμοῦ.

Καὶ ἡ Ὀρθοδοξία καὶ ὁ παπισμὸς εἶναι δύο ἐξ ἴσου νόμιμες παραδόσεις τῆς μίας καὶ ἀδιαίρετης ἀρχαίας ἡνωμένης Ἐκκλησίας. Γιὰ νὰ λειτουργήσει σωστὰ ὁ ὀργανισμὸς τῆς Ἐκκλησίας, πρέπει νὰ ἑνωθοῦν καὶ πάλι οἱ «δύο ἀδελφὲς Ἐκκλησίες», ἡ Ὀρθοδοξία καὶ ὁ παπισμός, ἀφοῦ καθαρίσουν τὴν ἱστορικὴ μνήμη ἀπὸ τὰ λάθη, τὶς παραλείψεις, τοὺς τυχὸν πολέμους, πού ἔγιναν μεταξὺ ὀρθοδόξων καὶ παπικῶν τὴν τελευταία χιλιετία καὶ νὰ ξεκινήσει μιὰ νέα ἐποχή, νέα τάξη πραγμάτων μεταξὺ τῶν δύο Ἐκκλησιῶν, πού θὰ στηρίζεται στὴν ἀμοιβαία ἀγάπη, στὴν ἀγαστὴ συνεργασία σὲ θέματα κοινῆς ἑνότητος, μαρτυρίας καὶ ἱεραποστολῆς στὸν σύγχρονο ἐκκοσμικευμένο κόσμο, κοσμοπολιτισμὸ καὶ ἀθεϊσμό.

Στὴν πραγματικότητα, ὅμως, ὁ παπισμὸς θέλει νὰ ἀπορροφήσει τὴν Ὀρθοδοξία μὲ τὴν ἕνωση τύπου «Οὐνίας», πού ἐπιθυμεῖ διακαῶς, κάνοντας ἀνώδυνες γιὰ τὸν παπισμὸ ὑποχωρήσεις πρὸς τὴν πλευρὰ τῆς Ὀρθοδοξίας.
Γιʼ αὐτὸ πρέπει νὰ ἐνημερώσουμε τοὺς Ὀρθοδόξους χριστιανούς, κληρικοὺς καὶ λαϊκούς, γιὰ τὰ σχέδια τοῦ παπισμοῦ, πού δὲν εἶναι Ἐκκλησία, ἀλλὰ κράτος, τὸ Βατικανὸ δηλαδή.
Οὔτε εἶναι ὁ παπισμὸς Ρωμαιοκαθολικὴ Ἐκκλησία. Δὲν εἶναι οὔτε Ρωμαίϊκη, οὔτε Καθολική, οὔτε Ἐκκλησία.
Δὲν ἔχει σχέση μὲ τὴν Ρωμηοσύνη οὔτε μὲ τὴ Ρωμανία. Δὲν εἶναι Καθολική, ἀφοῦ χωρίστηκε μόνη της ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τὸ 1054 μ.Χ.
Δὲν εἶναι Ἐκκλησία, ἀφοῦ ἔγινε κράτος, ἀφοῦ ὑπέκυψε στὸν τρίτο πειρασμὸ τοῦ Χριστοῦ.
Δέχθηκε ὁ παπισμὸς τὴν πρόταση τοῦ διαβόλου νὰ τὸν προσκυνήσει καὶ νὰ τὸν κάνει κοσμικὸ παντοκράτορα τῆς γῆς.
Ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι εἴμαστε ἡ σωστὴ Ρωμαιοκαθολικὴ Ἐκκλησία. Ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι εἴμαστε Ρωμηοί, σὲ μᾶς ἀνήκει ἡ Ρωμανία, ἡ Ρωμηοσύνη.
Ἡ Ὀρθοδοξία εἶναι ἡ Μία, Ἁγία, ΚΑΘΟΛΙΚΗ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία. Ἐνῶ παγκοσμίως τὸ σπίτι τοῦ παπισμοῦ κλονίζεται ἐπικίνδυνα λόγῳ τοῦ ἀθεϊσμοῦ, τῆς ἐκκοσμικεύσεως, τῆς αὐτοδικαιώσεως τῶν παπικῶν καὶ τῆς ἀνηθικότητός τους, πᾶνε δυστυχῶς οἱ Οἰκουμενιστὲς νὰ στηρίξουν τὸν παπισμὸ μὲ παραχωρήσεις σὲ θέματα πίστεως, παραδόσεως, λατρείας καὶ διοικήσεως.
Γιʼ αὐτὸ πρέπει νὰ προσέξουμε τὴν ἐντολὴ τοῦ Ἀποστόλου Παύλου: «Γίνεσθε φρόνιμοι ὡς οἱ ὄφεις καὶ ἀκέραιοι ὡς αἱ περιστεραί». «Ἰδοὺ ἀποστέλλω ὑμᾶς ὡς πρόβατα ἐν μέσῳ λύκων»10.

Βασικὴ θέση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ εἶναι ἐπίσης καὶ ἡ ἑξῆς· ὅτι ἐπιτρέπεται ἡ συμπροσευχὴ μεταξὺ Ὀρθοδόξων καὶ αἱρετικῶν ἢ ἀλλοθρήσκων καὶ ὅτι ἀπαγορεύεται μόνο ἡ συλλειτουργία μεταξύ τους.
Σκοπὸς τοῦ Οἰκουμενισμοῦ δὲν εἶναι νὰ ἀδειάσει τοὺς ἱεροὺς Ναοὺς ἀπὸ πιστούς· ἀντίθετα τοὺς θέλει ἀσφυκτικὰ γεμάτους, μόνο πού αὐτοὶ οἱ «πιστοὶ» θὰ ἔχουν ὁ καθένας τὴν δική του πίστη καὶ διδασκαλία.
Τέλος, στὶς μεθόδους, πού χρησιμοποεῖ ὁ Οἰκουμενισμὸς, γιὰ τὴν προσέγγιση τῶν χριστιανῶν, περιλαμβάνεται ὁ δογματικὸς μινιμαλισμὸς καὶ ὁ δογματικὸς μαξιμαλισμός.
Ὅσον ἀφορᾶ τὸν δογματικὸ μινιμαλισμό, πρόκειται γιὰ προσπάθεια νὰ συρρικνωθοῦν τὰ δόγματα στὰ πιὸ ἀναγκαῖα, σὲ ἕνα ʻμίνιμουμʼ (=ἐλάχιστο), προκειμένου νὰ ὑπερπηδηθοῦν οἱ δογματικὲς διαφορὲς μεταξὺ τῶν «ὁμολογιῶν» καὶ νὰ ἐπέλθει ἡ «ἕνωση τῶν χριστιανῶν».
Τὸ ἀποτέλεσμα ὅμως εἶναι ἡ παραθεώρηση τοῦ δόγματος, ὁ ὑποβιβασμὸς καὶ ἡ ἐλαχιστοποίηση τῆς σημασίας του.
«Ἂς ἑνωθοῦν», λένε, «οἱ χριστιανοὶ καὶ τὰ δόγματα τὰ συζητοῦν ἀργότερα οἱ θεολόγοι»!
Μὲ τὴν μέθοδο βέβαια αὐτὴ τοῦ δογματικοῦ μινιμαλισμοῦ εἶναι ἴσως εὔκολο νὰ ἑνωθοῦν οἱ χριστιανοί. Οἱ τέτοιοι ʻχριστιανοὶʼ ὅμως μπορεῖ νὰ εἶναι Ὀρθόδοξοι, δηλ. ἀληθινὰ Χριστιανοί;

Ὅσον ἀφορᾶ τὸν δογματικὸ μαξιμαλισμό, ἐννοεῖται ἡ προσπάθεια μερικῶν νὰ προσθέτουν νέες λέξεις καὶ ὅρους στὸ δόγμα, γιὰ νὰ ἑρμηνεύεται δῆθεν καλύτερα ἡ πίστη ἢ νὰ ἐπιδιώκεται μιὰ νέα εὐρύτερη ἑρμηνεία11.
Γίνεται, λοιπόν, κατανοητὸ ὅτι ἡ ἀποδοχή, ἡ ἐγκόλπωση, ἡ υἱοθέτηση τῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καὶ τῶν ἀντορθοδόξων θεωριῶν του, πού ἀναπτύξαμε πιὸ πάνω, ἀποτελεῖ ὄχι μόνο τροχοπέδη γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη Ἱεραποστολή, ἀλλὰ τὴν μειώνει, τὴν καταπατᾶ, τὴν περιθωριοποεῖ, τὴν ἐξαθλιώνει, τὴν κηρύττει ἀνύπαρκτη καὶ ἀνυπόστατη, τὴν καταστρέφει, τὴν ἐξοβελίζει καὶ οὐσιαστικῶς κα- ταστρατηγεῖ καὶ προσβάλλει τὸν σκοπὸ καὶ τὴν ὕπαρξή της.
Ἄν, λοιπόν, σύμφωνα μὲ τοὺς οἰκουμενιστές, ὅλες οἱ ὁμολογίες καὶ οἱ θρησκεῖες εἶναι τὸ ἴδιο, ἂν ὅλοι στὸν ἴδιο Θεὸ πιστεύουμε, ἂν οἱ αἱρέσεις καὶ οἱ θρησκεῖες εἶναι διαφορετικοί, ἀλλὰ ἀποδεκτοὶ τρόποι προσεγγίσεως τοῦ ἴδιου Θεοῦ, τότε ποιὰ ἀξία ἔχει ἡ ὕπαρξη Ἱεραποστολῆς;

Ἔχουμε μαρτυρίες αἱρετικῶν καὶ ἑτεροθρήσκων, οἱ ὁποῖοι ζητοῦν νὰ προσέλθουν καὶ νὰ ἀσπασθοῦν τὴν ἁγία Ὀρθοδοξία καὶ νὰ βαπτισθοῦν Ὀρθόδοξα. Ἀπέναντί τους, ὅμως, βρίσκουν τοὺς οἰκουμενιστές, πού τοὺς ἀπαντοῦν ὅτι δὲν χρειάζεται νὰ γίνετε καὶ νὰ βαπτισθεῖτε Ὀρθόδοξοι, γιατί ὅλοι τὸ ἴδιο εἴμαστε καὶ ἕνα βάπτισμα ἔχουμε.
Πόσο μεγάλο κακὸ ἐπιφέρουν στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καὶ τὴν Ὀρθόδοξη Ἱεραποστολὴ οἱ οἰκουμενιστές. Ἀλλά, ἰσχύει γιʼ αὐτοὺς τὸ ἁγιογραφικό:
«Οὐαὶ ὑμῖν, γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι ὑποκριταί, ὅτι κλείετε τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων· ὑμεῖς γὰρ οὐκ εἰσέρχεσθε, οὐδὲ τοὺς εἰσερχομένους ἀφίετε εἰσελθεῖν. Οὐαὶ ὑμῖν γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι ὑποκριταί, ὅτι περιάγετε τὴν θάλασσαν καὶ τὴν ξηρὰν ποιῆσαι ἕνα προσήλυτον, καὶ ὅταν γένηται, ποιεῖτε αὐτὸν υἱὸν γεέννης διπλότερον ὑμῶν»12.

Εἶναι ἄξια προσοχῆς ἡ μαρτυρία τοῦ αἰδεσιμολογιωτάτου πρεσβυτέρου πατρὸς Ἰωάννου Reeves, πρώην Ἀγγλικανοῦ, πού ἀσπάσθηκε τὴν Ὀρθόδοξη Χριστιανικὴ πίστη, πάνω στὴν ἐμπλοκὴ τῆς Ὀρθοδοξίας στὶς προσπάθειες τοῦ Οἰκουμενισμοῦ.
Λέει : «Ἡ Ὀρθοδοξία γιʼ αὐτοὺς τοὺς ἐπισκόπους (τούς οἰκουμενιστὲς) φαινόταν ἁπλῶς ἕνα ἄλλο δόγμα, ἁπλῶς μιὰ κοινότητα πού ὁμολογοῦσε μιὰ πίστη, ἕνα μέρος μίας “ἀόρατης ἐκκλησίας”, ἀλλὰ ὄχι ἡ Una Sancta.
Ἦταν πραγματικὰ ἐκπληκτικὸ καὶ μοῦ ἄνοιξε τὰ μάτια. Ἀλλὰ αὐτό, φοβᾶμαι ὅτι μπορεῖ νὰ εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ “νὰ δουλεύουμε μαζὶ οἰκουμενικά”. Τὸ πρακτικὸ ἀποτέλεσμα εἶναι νὰ σμικρύνουμε ὅποια ἰδέα ἱεραποστολῆς σὲ ἐκεῖνο τῆς ποιμαντορικῆς ὑπηρεσίας τῶν Ὀρθοδόξων λαῶν στὶς χῶρες τους.
Εἶναι λυπηρὸς ὁ προσδιορισμὸς τῆς Ὀρθοδοξίας ὡς φυλετικῆς πίστης παρὰ ὡς μίας παγκόσμιας πίστης. Γιατί τότε νὰ ἔχουμε ἱεραποστολές, ἐὰν τὸ μόνο πού ζητᾶμε εἶναι ἀποδοχὴ σὰν ἕνα ἄλλο δόγμα χριστιανικὸ καὶ ὄχι σὰν τὴν Ἐκκλησία»13;

Πῶς θὰ γίνει ἡ ὑπερπήδηση καὶ ὑπέρβαση ὅλων αὐτῶν τῶν ἐμποδίων;
Πρῶτο ἀναγκαῖο μέτρο εἶναι ἡ μετάνοια καὶ ἡ ἄσκηση.
Δεύτερο, ἡ ἀναζωπύρωση τοῦ μοναχισμοῦ, τῆς ἐνορίας καὶ τῆς θεολογίας.
Τρίτο, ἡ εὐχαριστιακὴ σύναξη στὴν ἐνορία.
Τέταρτο, ὁ ἀναβαπτισμὸς τῆς Θεολογίας στὸ πνεῦμα τῆς Πατερικῆς Θεολογίας.
Καὶ πέμπτο, ἡ καλλιέργεια τῆς ζωοποιοῦ θεολογίας, δηλ. τῆς θεολογίας πού τρέφεται ἀπὸ τὸ θυσιαστήριο, τὰ ἱερὰ Μυστήρια, τὴν θεία Λατρεία, τὴν ἱερὰ ἐξομολόγηση καὶ τὸν ὀρθόδοξο μοναχισμό.

Ὁ πατὴρ Δημήτριος Στανιλοάε, κορυφαῖος ὀρθόδοξος Ρουμάνος θεολόγος, ἔγγαμος ἱερεύς, λέει ὅτι θὰ πρέπει νὰ ἐφαρμόσουμε ὀρθόδοξες θεολογικὲς προϋποθέσεις στοὺς διαλόγους, πού διεξάγει ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μὲ τὶς αἱρέσεις καὶ τὶς θρησκεῖες.
Οἱ προϋποθέσεις αὐτὲς εἶναι οἱ ἑξῆς· Νὰ ἐπιτευχθεῖ:
α) ἑνότητα στὴν διοίκηση τῆς Ἐκκλησίας· δηλ. νὰ δεχθοῦν οἱ αἱρετικοὶ καὶ ἀλλόθρησκοι τὸ συνοδικὸ σύστημα διοικήσεως τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.
β) ἑνότητα στὴν Ὀρθόδοξη πίστη καὶ ζωή, ὅπως αὐτὲς ἐκφράζονται στὴν ἁγία παράδοση τῆς Ὀρθοδοξίας, στὴν Ἁγία Γραφή, στὶς ἀποφάσεις τῶν ἁγίων Οἰκουμενικῶν καὶ Τοπικῶν Συνόδων, στοὺς ἱεροὺς κανόνες καὶ στὰ συγγράμματα τῶν ἁγίων Πατέρων καὶ θεολόγων τῆς Ὀρθοδοξίας, καὶ
γ) ἑνότητα στὴν θεία λατρεία τῆς Ὀρθοδοξίας14.

Λέει καὶ ὁ κορυφαῖος ὀρθόδοξος Ρῶσος θεολόγος τοῦ 20οῦ αἰ., ἔγγαμος ἱερεύς, πατὴρ Γεώργιος Φλωρόφσκυ· «Σὰν μέλος καὶ ἱερεὺς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πιστεύω ὅτι ἡ Ἐκκλησία, μέσα στὴν ὁποία βαπτίσθηκα καὶ ἀνατράφηκα, εἶναι ἡ Ἐκκλησία, ἡ ἀληθινὴ Ἐκκλησία, ἡ μόνη ἀληθινὴ Ἐκκλησία. Καὶ τὸ πιστεύω γιὰ πολλοὺς λόγους:
Ἕνεκα τῆς προσωπικῆς πεποιθήσεως καὶ ἕνεκα τῆς ἐσωτάτης βεβαιώσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πού πνέει στὰ μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἕνεκα τῶν ὅσων εἶναι δυνατὸν νὰ γνωρίζω ἀπὸ τὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ ἀπὸ τὴν καθολικὴ (ὀρθόδοξη) παράδοση τῆς Ἐκκλησίας.
Εἶμαι ὑποχρεωμένος, λοιπόν, νὰ θεωρῶ ὅλες τὶς ὑπόλοιπες χριστιανικὲς “ἐκκλησίες” ὡς ἐλαττωματικὲς καὶ σὲ πολλὲς περιπτώσεις μπορῶ νὰ προσδιορίσω αὐτὲς τὶς ἐλλείψεις τῶν ἄλλων “ἐκκλησιῶν” μὲ ἀπόλυτη ἀκρίβεια.
Γιʼ αὐτό, λοιπόν, ἡ ἕνωσις τῶν Χριστιανῶν, γιὰ ʼμένα, σημαίνει ἀκριβῶς τὴν παγκόσμια ἐπιστροφὴ στὴν Ὀρθοδοξία. Δὲν ἔχω καμμία ἀπολύτως ὁμολογιακὴ πεποίθηση· ἡ πεποίθησίς μου ἀνήκει ἀποκλειστικὰ στὴν Una Sancta, στὴν “Μίαν, Ἁγίαν, Καθολικήν, Ἀποστολικὴν Ἐκκλησίαν”, τὴν Ὀρθοδοξίαν»15.
Ὁ πατὴρ Γεώργιος ὁμολογεῖ ὅτι οἱ αἱρετικὲς ὁμάδες τοῦ παπισμοῦ, τῶν προτεσταντῶν, τῶν μονοφυσιτῶν, τῶν Ἰουδαϊστῶν, τῶν μουσουλμάνων, τῶν Ἰνδουϊστῶν, τῶν Βουδιστῶν, τῶν σατανολατρῶν, τῶν εἰδωλολατρῶν, ἔχουν ἐλλείψεις, εἶναι ἐλαττωματικές, καὶ δὲν ὁδηγοῦν στὴν σωτηρία, στὸν ἁγιασμὸ καὶ στὴ θέωση.
Καὶ συμ- πληρώνει: «Γιʼ αὐτό, λοιπόν, ἡ ἕνωσις τῶν Χριστιανῶν, γιὰ ʼμένα, σημαίνει ἀκριβῶς τὴν παγκόσμια ἐπιστροφὴ στὴν Ὀρθοδοξία».

Ἀπʼ ὅτι φαίνεται ὁ π. Φλωρόφσκυ ἦταν πολὺ εὐγενικὸς καὶ ὁμολογητὴς συγχρόνως. Ἐμεῖς, ὅμως, εἴμαστε λίγο περισσότερο ἀπὸ τὸ κανονικὸ φονταμενταλιστές, μισαλλόδοξοι, γραφικοί, ὀπισθοδρομικοί, ρατσιστὲς καὶ ξενόφοβοι.

Αὐτὸ τὸ ἀποδεικνύει μὲ τὰ λόγια του ἕνας ἀφρικανὸς Κενυάτης ἱερωμένος, ὁ ὁποῖος λέγει τὰ ἑξῆς: «Ὅταν ἦλθαν οἱ Εὐρωπαῖοι ἱεραπόστολοι, παπικοὶ καὶ προτεστάντες, στὴν Ἀφρική, αὐτοὶ εἶχαν τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ καὶ ἐμεῖς τὴν ἀφρικανικὴ γῆ. Μετὰ ἀπὸ μερικὰ χρόνια, ἐμεῖς οἱ Ἀφρικανοὶ πήραμε τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ καὶ οἱ Εὐρωπαῖοι, ἱεραπόστολοι, στρατιωτικοὶ καὶ πολιτικοί, πήρανε κτητικὰ τὴν ἀφρικανικὴ γῆ».

Καὶ αὐτὸ συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Οἱ ἀποικιοκράτες Ἀμερικανοὶ καὶ οἱ Εὐρωπαῖοι σύμμαχοί τους, μὲ τὴν ἐλεγχόμενη ἀπὸ τοὺς Σιωνιστὲς οἰκονομικὴ κρίση, μαζεύουν τὸν πλοῦτο τῆς γῆς στὰ χέρια τους.
Ἴσως ὁ Θεός, λόγῳ τῶν ἁμαρτιῶν μας, ἐπιτρέπει νὰ γίνει κάτι κακὸ παγκοσμίως. Ἂς μετανοήσουμε καὶ ἂς ἀγωνισθοῦμε ἐναντίον τῶν παθῶν μας ὁ καθένας μὲ νηστεία, ἀγρυπνία καὶ προσευχὴ καὶ νὰ ἀγωνισθοῦμε νὰ μὴ ἐπικρατήσουν στὴ γῆ ὁ διάβολος καὶ τὰ ὄργανά του.
Τέλος, ὁ Ἐπίσκοπος Γκάνας Παντελεήμων ἐπισημαίνει: «Ἡ Ὀρθόδοξη Ἱεραποστολὴ μπορεῖ νὰ χαρακτηρισθεῖ ὡς ὁ πιὸ γνήσιος διαθρησκειακὸς καὶ διαχριστιανικὸς “διάλογος τῆς ἀγάπης” τῆς Ἐκκλησίας μὲ τὸν ἄνθρωπο, διότι εἶναι ἐρριζωμένος καὶ θεμελιωμένος μέσα στὴν ἀλήθεια καὶ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος εἶναι “ἡ Ὁδός, ἡ Ἀλήθεια καὶ ἡ Ζωή”16.

Ἡ Ὀρθόδοξη Ἱεραποστολὴ ζώντας μέσα σʼ ἕνα διαθρησκειακὸ καὶ διαχριστιανικὸ περιβάλλον ἀπευθύνει τὸ λόγο τοῦ Εὐαγγελίου σʼ ὅλους τούς λαούς.
Καλεῖ ὅλους πρὸς μετάνοια, ἐπιστροφὴ καὶ τοὺς δίδει τὴν εὐκαιρία νὰ γίνουν μέλη Χριστοῦ, μέτοχοι “θείας φύσεως”17. Σέβεται τὸν ἄνθρωπο, γιʼ αὐτὸ καὶ δὲν ἐκβιάζει, οὔτε προσηλυτίζει, ἀλλὰ κηρύττει ἁπλὰ καὶ μόνο τὸν λόγον τῆς ἀληθείας.

Σύμφωνα μὲ τὴν Ὀρθόδοξη Παράδοση ἡ Ὀρθόδοξη Ἱεραποστολὴ ὡς ἀποστολὴ μέσα στὸν κόσμο δὲν παραδέχεται τὴν ὕπαρξη ἄλλων μυστηρίων ἔξω ἀπʼ αὐτή, οὔτε θεωρεῖ τὶς “ἱερο”πραξίες τῶν αἱρετικῶν ὡς μυστήρια, ἀλλὰ ὡς ἀπραξίες.
Ὁ ἑτερόδοξος ἢ ὁ ἑτερόθρησκος εὑρίσκεται ἐκτός τῆς σωτηριώδους Κοινωνίας, τῆς “communio”, μέχρις ὅτου ἐπιστρέψει μὲ εἰλικρινῆ μετάνοια ἀπὸ τὴν αἵρεση στὴν Κανονικὴ Ἐκκλησία.
Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἶναι ἀνοικτὴ στὸ διαθρησκειακὸ καὶ διαχριστιανικὸ “διάλογο ἀγάπης”, ἀλλὰ χωρὶς νὰ θυσιάζει τὴν ἀλήθεια ὑπὲρ τῆς ἀγάπης ἢ μᾶλλον τῆς ψευδοαγάπης.

Ἡ Ὀρθόδοξη Ἱεραποστολὴ μέσα στὸ σύγχρονο διαθρησκειακὸ καὶ διαχριστιανικὸ κόσμο ἀποτελεῖ τὴν πιὸ ἐγγυημένη παρουσία, γιὰ ἕνα εἰλικρινῆ διαθρησκειακὸ καὶ διαχριστιανικὸ “διάλογο ἀγάπης”, πού ἀπευθύνεται στὸν ἄνθρωπο ὄχι μὲ ἀκαδημαϊκὴ ὑψηλοφροσύνη, ἀλλὰ μὲ τὴν Χριστοκεντρικὴ ταπείνωση καὶ ἀλήθεια.
Ἐξάλλου θὰ πρέπει νὰ μᾶς προβληματίζει τὸ γεγονὸς ὅτι, ἐνῶ γίνονται γιὰ τόσα χρόνια Διεθνῆ Διαχριστιανικὰ Συνέδρια, ἐν τούτοις, καὶ αὐτὸ μένει ὡς ἐρώτημα, πόσα μὴ Ὀρθόδοξα μέλη αὐτῶν τῶν Διαχριστιανικῶν Συνεδρίων, πού ἄκουσαν τὴ μαρτυρία τῆς ἀληθείας, ἐγκατέλειψαν καὶ ἐπέστρεψαν ἀπὸ τὴν αἵρεσή τους καὶ ἔγιναν Ὀρθόδοξοι»18;
____________________________
Ὑποσημειώσεις:

1.Ματθ. 28, 19-20.

2. ΑΡΧΙΜ. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΨΑΝΗΣ, Θέματα ἐκκλησιολογίας καὶ ποιμαντικῆς, ἐκδ. Ἱ. Μ. Ὁσίου Γρηγορίου, Ἅγιον Ὄρος 1999, σσ. 169-177.

3. ΜΗΤΡ. ΓΛΥΦΑΔΑΣ ΠΑΥΛΟΣ, «“Συναφειακές”, “Μεταπατερικὲς” καὶ ἄλλες θεολογικὲς ἀναζητήσεις σὲ συνέδριο τῆς θεολογικῆς Ἀκαδημίας τοῦ Βόλου», Θεοδρομία ΙΒ4 (Ὀκτώβριος-Δεκέμβριος 2010) 496.

4. Ματθ. 3, 2 καὶ 4, 17.

5. ΑΡΧΙΜ. ΙΟΥΣΤΙΝΟΣ ΠΟΠΟΒΙΤΣ, «Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία καὶ Οἰκουμενισμός», Θεσσαλονίκη 1974, σ. 224.

6. ΑΡΧΙΜ. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΣ, «Ὁ Οἰκουμενισμὸς χωρὶς μάσκα», ἐκδ. Ὀρθόδοξος Τύπος, Ἀθήνα 1988, σσ. 23, 25.

7. ΑΡΧΙΜ. ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΜΥΤΙΛΗΝΑΙΟΣ, 5η ὁμιλία στὸν προφήτη Δανιὴλ τῆς 15-11-1981. Σχ. βλ. Χριστιανικὴ Σπίθα (Μάϊος 2011) 1.

8. «Ὁ Οἰκουμενισμός», ἐκδ. Ἱ. Μ. Παρακλήτου, Ὠρωπὸς Ἀττικῆς 2004, σσ. 5-6. 9. ΜΙΧΑΗΛ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ, «Ὁ Συγκρητισμός»,Ὀρθόδοξος Τύπος (23-7-2004) 1-2.

10. Ματθ. 10, 16.

11. Ὁ Οἰκουμενισμός, ἐκδ. Ἱ. Μ. Παρακλήτου, Ὠρωπὸς Ἀττικῆς 2004, σ. 8.

12. Ματθ. 23, 14-15.

13. π. ΙΩΑΝΝΗΣ REEVES, «Ἡ ἐπίδραση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ στὴ Μαρτυρία Πίστεως καὶ στὴν Ἱεραποστολή», Οἰκουμενισμός. Γένεση-Προσδοκίες- Διαψεύσεις, τ. Β΄. ἐκδ. Θεοδρομία, Θεσσαλονίκη 2008, σσ. 961- 973.

14. π. ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΣΤΑΝΙΛΟ- ΑΕ, Γιὰ ἕνα ὀρθόδοξο οἰκουμενισμό, ἐκδ. Ἄθως - Σταμούλης, Πειραιᾶς - Ἀθήνα 1976.

15. π. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΦΛΩΡΟΦΣΚΥ, Θέματα Ὀρθοδόξου Θεολογίας, ἐκδ. Ἄρτος Ζωῆς, Ἀθήνα 1989, σ. 219.

16. Ἰω. 14, 6.

17. Β΄ Πέτρ. 1, 4.

18. ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΓΚΑΝΑΣ ΠΑΝ ΤΕΛΕΗΜΩΝ, «Ἡ Ὀρθόδοξος Ἱεραποστολὴ σὲ διαθρησκειακὸ καὶ διαχριστιανικὸ περιβάλλον», Οἰκου- μενισμός. Γένεση - Προσδοκίες - Διαψεύσεις, τ. Β΄. ἐκδ. Θεοδρομία, Θεσ- σαλονίκη 2008, σσ. 975-984.

_________________________________
πηγή: Ορθόδοξος Τύπος αρ. τευχῶν 1919-1920
Μετατροπή σέ ψηφιακή μορφή Ἀναβάσεις

Ο Γ. ΠΑΪΣΙΟΣ ΜΙΛΑ ΓΙΑ ΤΟ «ΜΕΓΑΛΟ ΚΡΑΤΟΣ»!


Οικουμενισμός, και κοινή αγορά, ένα κράτος μεγάλο, μια θρησκεία στα μέτρα τους...
Αυτά είναι σχέδια διαβόλων. Οι Σιωνιστές ετοιμάζουν κάποιον για Μεσσία. Γι' αυτούς ο Μεσσίας είναι βασιλιάς, δηλαδή θα κυβερνήση εδώ στην γη. Οι Ιεχωβάδες και αυτοί αποβλέπουν σε έναν βασιλιά επίγειο. Θα παρουσιάσουν οι Σιωνιστές έναν, και οι Ιεχωβάδες θα τον δεχθούν. Θα πουν «αυτός είναι». Θα γίνη μεγάλη σύγχυση.

Μέσα στην σύγχυση αυτή όλοι θα ζητούν έναν Μεσσία, για να τους σώση.

Και τότε θα παρουσιάσουν κάποιον που θα πη: «Εγώ είμαι ο Ιμάμης, εγώ είμαι ο πέμπτος Βούδας, εγώ είμαι ο Χριστός που περιμένουν οι Χριστιανοί, εγώ είμαι αυτός που περιμένουν οι Ιεχωβάδες, εγώ είμαι ο Μεσσίας των Εβραίων». Πέντε «εγώ» θα έχη!...

Από: Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου, Λόγοι, τ. Β'- Πνευματική αφύπνιση, Ι. Ησυχαστήριον «Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος», Σουρωτή Θες/νίκης 1999,σ.176
 
πηγή

"Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη

  Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...