Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Δευτέρα, Μαΐου 21, 2012

ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΑΝΟΙΓΕΙ Ο ΤΑΦΟΣ ΤΟΥ ΜΩΑΜΕΘ ΤΟΥ ΠΟΡΘΗΤΗ;


Ένα μυστήριο αιώνων που ελπίζουμε να αποκαλυφθεί...



ΝΙΚΟΣ ΧΕΙΛΑΔΑΚΗΣ 
Ενώ στην Τουρκία σπάει όλα τα ρεκόρ εισιτηρίων η κινηματογραφική επιτυχία, «Φατίχ 1453», η οποία όμως έχει κατηγορηθεί ακόμα και από Τούρκους ιστορικούς  για μεγάλες ιστορικές...
ανακρίβειες, άνοιξε για άλλη μια φορά σε δημόσια συζήτηση  το ζήτημα του τάφου του Μωάμεθ του Πορθητή και όλων των πιθανών μυστηρίων που κρύβονται εκεί και τα οποία για πολλούς αποτελούν μεγάλο ταμπού για την ίδια την ύπαρξη της Τουρκίας.
Σε μια σημαντική συνέντευξή του στην τουρκική εφημερίδα Χουριέτ, στις 15 Απριλίου 2012,  ο Τούρκος συγγραφέας, Ahmet Ümit, παρουσιάζοντας το νέο του βιβλίο με τον τίτλο, «Να σκοτώσεις τον Σουλτάνο», ένα ιστορικό μυθιστόρημα που αναφέρεται στην ζωή του Μωάμεθ του Πορθητή, δηλώνει ότι υπάρχει ανάγκη να ανοιχτεί επιτέλους ο τάφος του για να ερευνηθεί τι ακριβώς έγινε με τον θάνατό του. Σύμφωνα με τον συγγραφέα του έργου, «Σκοτώνοντας τον Σουλτάνο», ο Μωάμεθ ο Πορθητής κατά πάσα πιθανότητα δεν πέθανε με φυσιολογικό τρόπο, αλλά δηλητηριάστηκε. Το γεγονός αυτό για τον Ahmet Ümit έχει πολύ μεγάλη σημασία γιατί αν αποδειχτεί ότι έγινε έτσι, τότε, όπως υποστήριξε ο Τούρκος συγγραφέας, θα καταρρεύσει ένα μεγάλο ταμπού για την ίδια την ύπαρξη της Τουρκίας. Μάλιστα ο Ahmet Ümit χαρακτήρισε «ιστορικό λεκέ» τον δηλητηριασμό του Φατίχ και δεν δίστασε να ζητήσει ακόμα και ιστολογική εξέταση για να εξακριβωθεί η πραγματική αιτία θανάτου του.
Να σημειωθεί ότι ο τάφος του Μωάμεθ του Πορθητή κρατείται ερμητικά κλειστός καθώς στο παρελθόν είχαν κυκλοφορήσει έντονες φήμες ότι αν ανοιχτεί θα αποκαλυφτεί ότι ο Φατίχ, τουλάχιστον στο τέλος της ζωής του, είχε ασπαστεί ο την Ορθοδοξία  και ίσως γι’ αυτόν τον λόγο τον είχαν δηλητηριάσει. Ο πρώτος που μίλησε αποκαλυπτικά για το θέμα αυτό  ήταν  ένας μεγάλος Τούρκος πολιτικός και ποιητής, ο Γιαχία Κεμάλ Μπεγιατλί και το γεγονός αυτό  αναφέρει ο Τούρκος συγγραφέας, Ρεσάτ Εκρέμ Κότσού στο βιβλίο του, «Οθωμανοί ηγεμόνες»,. Η απαγορευμένη αυτή μαρτυρία είναι άκρως αποκαλυπτική για την πραγματική θρησκευτική ταυτότητα του μεγάλου Φατίχ των Οθωμανών, του Μωάμεθ του Πορθητή. Γράφει λοιπόν το βιβλίο: «Την εποχή του Αμπντούλ Χαμίτ του Β΄, στις αρχές του εικοστού αιώνα, είχε σπάσει ένας μεγάλος αγωγός νερού στη συνοικία του μεγάλου τεμένους  του Πορθητού, το Φατίχ. Το Φατίχ είχε οικοδομηθεί μεταξύ των ετών 1463 και 1470, πάνω στα ερείπια της κατεδαφισμένης από τους Οθωμανούς εκκλησίας των Αγίων Αποστόλων, κάτω από την οποία βρίσκονται θαμμένοι πολλοί βυζαντινοί βασιλείς. Στην εκκλησία αυτή ο Γεννάδιος είχε εγκαταστήσει το Πατριαρχείο κατόπιν άδειας του Μωάμεθ μετά την άλωση. Το 1454 ο Πατριάρχης εγκατέλειψε οικιοθελώς την εκκλησία, επειδή μέσα σε αυτή είχε βρεθεί το πτώμα ενός Τούρκου και φοβήθηκε μήπως κατηγορηθούν οι Έλληνες για το έγκλημα. Την κατασκευή του τζαμιού είχε αναλάβει ο Έλληνας αρχιτέκτονας, Χριστόδουλος, που φρόντισε όμως να διατηρήσει τα θεμέλια της κατεδαφισμένης εκκλησίας.  Κατά την επισκευή όμως του χαλασμένου αγωγού, ο Αμπντούλ Χαμίτ έδωσε εντολή να ανοιχτεί ο τάφος του Μωάμεθ που βρίσκονταν δίπλα στο τζαμί, για να διαπιστωθούν τυχόν ζημιές και να επισκευαστούν.  Ο τάφος λοιπόν ανοίχτηκε και σε βάθος τριών μέτρων βρέθηκε μια σιδερένια καταπακτή από όπου μια πέτρινη σκάλα οδηγούσε στην υπόγεια αίθουσα της βυζαντινής εκκλησίας. Εκεί βρέθηκε ο μαρμάρινος τάφος που βρίσκονταν το ταριχευμένο πτώμα του Μωάμεθ, ολόιδιο με το πορτρέτο που είχε φιλοτεχνήσει ο Ιταλός ζωγράφος Μπελίνι, πέντε μήνες πριν από τον θάνατο του Πορθητή. Το γεγονός αυτό και μόνο για πολλούς αποτελεί τη μεγαλύτερη απόδειξη ότι ο Μωάμεθ θέλησε να ταφεί σαν χριστιανός και βυζαντινός βασιλιάς, εν μέσω των άλλων βυζαντινών αυτοκρατόρων». 
Ο σουλτάνος Αμπντούλ Χαμίτ, που για λόγους πολιτικούς την εποχή εκείνη είχε εγκαταλείψει το μπεκτασισμό, (δηλαδή το αιρετικό Ισλάμ), τον οποίο ακολουθούσε και ασπάστηκε τον σουνιτισμό, δηλαδή το ορθόδοξο Ισλάμ, κυριεύτηκε από πανικό και έδωσε εντολή να σφραγιστεί αμέσως ο τάφος του Μωάμεθ. Τα παραπάνω συνέβησαν πριν από το 1908 και έκτοτε ο τάφος του Μωάμεθ δεν ξανάνοιξε. Γι’ αυτό και σήμερα είναι αδύνατο να αποδειχτεί αυτή η μαρτυρία του Μπεγιατλί. Αποτελεί όμως μαρτυρία επιφανούς Τούρκου, η οποία δεν εξυπηρετεί κάποιες σκοπιμότητες και δεν είχε λόγους να παρουσιάζει τον Μωάμεθ Χριστιανό. Σήμερα το μέρος εκείνο είναι απαγορευμένο και δεν επιτρέπεται σε κανένα, είτε αρχαιολόγο είτε θρησκευτικό αρχηγό να το πλησιάσει, επιτείνοντας έτσι το μυστήριο για τους βυζαντινούς βασιλικούς τάφους αλλά και για τους τάφους των σουλτάνων της Οθωμανικής αυτοκρατορίας.
Είναι γεγονός ότι παρόμοιες με αυτήν  μαρτυρίες έχουν κυκλοφορήσει κατά καιρούς στην Τουρκία, αλλά χωρίς να δοθούν για ευνόητους λόγους μεγάλη έκταση. Χαρακτηριστικό όμως είναι ότι στις 19 Δεκεμβρίου 1996, το εβδομαδιαίο περιοδικό, μεγάλης κυκλοφορίας, στην Τουρκία, «Ακτουέλ», του συγκροτήματος της γνωστής εφημερίδας, «Σαμπάχ», είχε κυκλοφορήσει με τον εξής εντυπωσιακό τίτλο: «Ο Πορθητής ήταν Χριστιανός;» και από κάτω είχε τον υπότιτλο:  «Οι ιστορικοί δεν μπόρεσαν μέχρι σήμερα να λύσουν αυτό το μυστήριο, 540 χρόνια από τον θάνατο του μεγάλου Φατίχ». 

πηγή

ό τσοµπάνος, πού πήγε στόν Παράδεισο,









.....Αυτός ό τσοµπάνος, πού πήγε στόν Παράδεισο, τόν λέγανε Μαυρογένη, γιατί είχε µαύρα γένια καί ζούσε µέ τήν γυναίκα του απ' τόν κόσµο µακρυά, µέ τά ζωντανά του καί δέν κατέβαινε στό χωριό, παρά µονάχα γιά νά 
πουλήση τά τυριά του καί νά ψουνίση τά χρειαζούµενα, ξεκίνησε νά λέη ό Προκόπης. 
Μιάν ήµέρα τό λοιπόν, όπου βρέθτικε στό χωριό γιά τίς δουλειές του, πήγε νά άνάψη ενα κερί στήν εκκλτισιά, γιατί ήτανε θεοφοβούµενος καί καλής ψυχής άνθρωπος.Εκεί µιλούσεν ό παπάς στούς χωριανούς του καί τούς έλεγε τό κήρυγµα γιά τόν ίσιον δρόµο του Θεού, πού πάει όλόϊσια στόν Παράδεισον, αν
δέν στρίβουµε δεξιά κ
ι αριστερά. Πρέπει νά τραβούµεν ίσια καί νά είµαστε συµπονετικοί γιά κάθε άνθρωπον, όταν εχει τήν ανάγκην µας. Νάµαστεν δηλαδή ψυχηκάρη δες καί νά έλεούµε, γιατί τό ίδιο κάνει καί ο Θεός καί έλεεί 
τόν κόσµον όλον γιά νά ζη καί νά πορεύεται. Κι όποιον δει πώς κάνει κι αυτός τό ίδιο, τόν συµπαθα πολύ καί τόν παίρνει στόν Παράδεισον, όπου είναι ή ζωή µεγαλείο άτελείωτον! "Ετσι τά έλεγεν ο παπάς κι ετσι πρέπει νά είναι, κατά τήν γνώµην µου. Ή Έκκλησία δέν λέγει ποτέ της ψέµατα καί γιατί νά τά πη, µαθές;
'Όλοι ακούγαµε τόν άπλοϊκόν τσοµπανο, πού µιλούσε µέ τόν δικό του παραστατικόν τρόπο καί κάθε λίγο σκούπιζε τά µουστάκια του, άγνωστον γιατί, καί δέν εδειχνε δυσκολία στό νά έκφραστή αυθόρµητα καί νά πη τήν πίστη του. Ό φίλος µου, πού είχε ένθουσιασθή, ρώτησε, συντοµεύοντας τήν µικρή παύση στήν διήγηση του Προκόπη:
- Καί µετά τί έγινε: Πως πήγε στόν Παράδεισον;
- 'Όταν γύρισε στό καλύβι του, τό είπε στήν γυναίκα του χαρούµενος αυτό τό ευχάριστο µαντάτο καί της είπε πώς θά πάει τήν άλλη µέρα νά συναντήση τόν Θεό. 'Ετσι κι έγινε.
 Τήν άλλη µέρα πηρε ψωµοτύρι µαζί του, χαιρέτισε τήν κυρά του καί ξεκίνησε γιά τόν Παράδεισο. Πήρε τόν ίσιον δρόµο καί προχωρούσε ανάµεσα στά χωράφια, χωρίς νά στρίβη δεξιά τι αριστερά, όπως είπεν ο παπάς καί τό βραδινό κοιµήθηκε κάτω από ένα δέντρο καί συνέχισε τήν άλλη µέρα τόν ίσιο δρόµο γιά τόν Παράδεισο. 
'Εφαγε καί τό ψωµοτύρι, που είχε µαζί του καί συνέχισε καί τήν τρίτη µέρα καί τήν τέταρτη. Τό ένα βουνό ανέβαινε, τό άλλο κατέβαινε. Τήν πέµπτη µέρα πεί νασε πολύ καί σκέφτηκε τί νά κάνη καί που νά βρη τροφή. Κι όταν άνέβηκε τό βουνό, πού ηταν µπροστά του, είδε στήν απέναντι πλαγιά ένα Μοναστήρι. 'Έσυρε λοιπόν καί πήγε. Χτύπησε τήν πόρτα καί ζήτησε βοήθεια. Ευτυχώς τό Μοναστήρι βρισκόταν πάνω στόν δρόµο του. Τόν βάλανε λοιπόν µέσα στήν εκκλησιά του Μοναστηριού νά περιµένη, ώσπου νά του φέρουνε τίποτε φαγώσιµο. Κι έβλεπε ολόγυρα τίς εικόνες καί τίς θαύµαζε, όλες του φαινότανε ζωντανές, όλοζώντανες. Μόνο, πού δεν µιλούσανε. Κι όντας έστρεψε τό µάτι του καί εΙδε στόν σταυρό σταυρωµένον κι όλόγυµνο καί µατωµένον τόν Χριστό, άναφώνησε:

-' Ωχου, τό παλληκάρι, τό λαβώσανε οί άτιµοι! 'Ωχου καί τόν έχουν κρεµασµένον ακόµα!
- Τήν ίδια στιγµή, ένας καλόγερος του εφερε λίγα φαγώσιµα, τάβαλε πάνω στον πάγκο καί τούπε νά φάη, συνέχισε ο Προκόπης.Ό καλόγερος όµως µπαίνοντας τόν άκουσε, πού µιλούσε στόν σταυρωµένον καί τόν ρώτησε:
Μιλούσες µέ κανέναν, άδερφέ; Ό Μαυρογένης, πού υποψιάστηκε τόν καλόγερον, πώς είναι απ' αύτούς, πού τόν σταυρώσανε, δέν είπε τίποτα. Κι όταν έφυγε ο καλόγερος φώναξε στόν σταυρωµένον:
- 'Έ, παλληκάρι! Μπορείς νά κατεβη; από κεί πάνω, νά 'ρθης νά φαµε µαζί αυτά, πού µου φέρανε; Θές νά 'ρθώ νά σέ κατεβάσω εγώ;
- 'Οχι. Μπορώ καί µόνος µου νά κατέβω. 'Ερχοµαι.
- Κατέβηκε τό λοιπόν ο Σταυρωµένος κάτω, συνέχισε ο Προκόπης τήν άφήγησή του, καθησε στον πάγκο κι έφαγε κι έπιασε κουβέντα µέ τόν τσοµπάνο. 'Εκείνος τούπε νά τόν πάρη µαζί του, τώρα πού πάει νά συναντήσει τόν Θεό. 
Θέλεις νά σέ πάρω κι εσένα; Ό Θεός είναι καλός καί θά σε λυπηθή καί θά σέ βάλη καί σένα στόν Παράδεισο. 'Εγώ γι' αυτό πάω στόν Θεό. 'Ερχεοαι µαζί µου; Δέν πρόλαβε δµως ο Σταυρωµένος ν' άποκριθή, γιατί ακούστηκε νά ερχεται ο καλόγερος. Τότε ο Σταυρωµένος ξανανέβηκε γρήγορα πάνω στόν σταυρό κι έµεινε µέ ανοιγµένα χέρια.
Καί ο καλόγερος ρώτησε τόν τσοµπάνο:

- Τώρα µή µου πης πώς δέν µίλαγες µέ κανέναν. Σ' ακουσα µέ τά ίδια µου τ' αυτιά. Λέγε µέ ποιόν µιλούσες;
 - Ό Μαυρογένης φοβήθηκε στήν αρχή, δίστασε καί στό τέλος είπε στόν καλόγερο πώς μιλούσε μέ τό κρεμασμένο αυτό παλληκάρι, πού τό λυπήθηκε καί τό κάλεσε νά φάνε μαζί τό βρισκάμενο. Καί είπε στόν καλόγερο:
- Μή μέ μαρτυρήσεις, άγιε καλόγερε, αλλά θέλω νά πάω στόν Παράδεισο καί ό παπάς του χωριού μας είπε νά πάρουμε τόν ίσιο δρόμο καί νά είμαστε ψυχοπονιάρηδα;
Κατάλαβες; Τό λυπήθηκα λοιπόν τό παλληκάρι καί τό κάλεσα νά πάρη κι αυτό μιά μπουκιά ψωμί. Κακό εκανα;
- 'Οχι, όχι, καλά εκανες καί πάντα νά συμπονας τούς άναγκεμένους, αποκρίθηκε κατάπληκτος ό καλόγερος μέ τά όσα του είπε ό τσομπανος. Κι ετρεξε καί τά φανέρωσε όλα στόν Ήγούμενό του.
 'Ύστερα, λέγει η ιστορία, φτάσανε όλοι οί καλόγεροι μέ τόν Ήγούμενο στήν εκκλησιά καί βάλανε μετάνοια στόν τσομπανο, πού έφαγε μαζί με τόν Σταυρωμένο Χριστό καί τόν παρακαλέσανε νά πει καμμιά καλή κουβέντα καί γι' αύτούς, όταν συναντήσει τόν Θεό.
- Άμα τόν δω τόν Θεό, θά του πω καί γιά σας, αλλά γιατί τό κρατατε σταυρωμένο τό παλληκάρι; Τί σας εκανε; Κατεβάστε το νά φάη καί νά ντυθη, πού είναι όλόγυμνος καί πληγωμένος. Κι αν δέν τόν θέλετε έσεις εδώ, τόν
παίρνω εγώ μαζί μου.
- Έκείνοι κοκκαλώσανε απ' τήν καλωσύνη καί τήν αθωότητα τοϋ Μαυρογένη καί, άφού του δώσανε όλα τα χρειαζούμενα, τόν συνόδεψαν κάμποσο στόν ίσιο δρόμο. πού ακολουθούσε κι όταν έκείνος απομακρύνθηκε, τόν βλέπανε πού δέν πάταγε στήν γη, αλλά περπατούσε στόν αέρα μέχρι, πού χάθηκε απ' τά μάτια τους. 
Αυτός ό καλός άνθρωπος γιά μένα θά πήγε στόν Παράδεισο τό δίχως
άλλο. Γιατί λυπότανε όλους τούς πονεμένους, όπως κάνει κι ό Θεός. Έγώ  γράμματα δέν ξέρω γιά νά τά πώ πιο  όμορφα, αλλά θυμάμαι τόν παππού μου τόν Χαραλάμπη, 
πού έλεγε πώς ό,τι κάνεις σ' αυτήν τήν ζωή τά ίδια θά σου  κάνουνε κι εσένα στήν άλλη. Κι αυτό τό πιστεύω. Αυτή εναι nΙστορία, πού άκουσα. 
Από το βιβλίο του Π.μ.Σωτήρχου«Οι εραστές του παραδείσου»εκδ.Αστήρ
πηγή

Τυπικόν της 22ας Mαΐου 2012



Τρίτη: Ἀπόδοσις τῆς Ἑορτῆς τοῦ Τυφλοῦ.
 Τοῦ Ἁγίου Μάρτυρος Βασιλίσκου 
καί τῶν Ἁγίων Νεομαρτύρων Δημητρίου καί 
Παύλου τῶν ἐν Τριπόλει.
 
Ἡ Ἀκολουθία, ὡς ἐν τῷ Πεντηκοσταρίῳ, ἥν ζήτει πρό τῆς 
Ἀκολουθίας τῆς Ἑορτῆς τῆς Ἀναλήψεως, ἤτοι τῇ Τετάρτῃ 
πρό τῆς Ἀναλήψεως.
Ἀπόστολος:
 Τῆς ἡμέρας˙ Τρίτης ς΄ ἑβδομάδος Πράξεων (Πράξ. ιζ΄ 19-28).
Εὐαγγέλιον: 
Ὁμοίως· Τρίτης ς΄ ἑβδομάδος Ἰωάννου (Ἰω. ιβ΄ 19-36).
 

TO TEΛΟΣ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΑΓΙΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ



Τὸ τέλος τοῦ μεγάλου Ἁγίου Ἰσαποστόλου Κωνσταντίνου

ΕΥΣΕΒΙΟΥ ΚΑΙΣΑΡΕΙΑΣ

(Εἰς τὸν βίον Κωνσταντίνου βασιλέως, Λόγος Δ.΄
Νεοελλην. ἀπόδοση Α. Χ.)

.            Πρῶτα αἰσθάνθηκε κάποια σωματικὴ ἀδιαθεσία ποὺ τὴν ἀκολούθησε ἀσθένεια. Τότε πῆγε στὰ θερμὰ λουτρὰ τῆς πόλεώς του. Ἀπὸ ἐκεῖ ἔφθασε στὴ Ἑλενόπολη, πόλη ποὺ τὴν ὀνόμασε ἔτσι γιὰ νὰ τιμήσει τὸ ὄνομα τῆς μητέρας του. Ἀφοῦ πέρασε τὸν χρόνο του στὸν ναὸ τῶν Μαρτύρων, ἀνέπεμψε ἱκεσίες καὶ παρακλήσεις στὸ Θεό. Ἐπειδὴ κατάλαβε ὅτι πλησίαζε τὸ τέλος τῆς ζωῆς του, σκέφθηκε ὅτι τώρα εἶναι καιρὸς καθάρσεως τῶν πλημμελημάτων τοῦ παρελθόντος, πιστεύοντας ὅτι θὰ καθαριζόταν ἡ ψυχή του ἀπὸ ὅσες ἁμαρτίες ἔκανε ὡς ἄνθρωπος μὲ τὴν δύναμη τῶν μυστικῶν λόγων καὶ μὲ τὸ λουτρὸ τῆς σωτηρίας, δηλ. τὸ βάπτισμα.
.            Μετὰ ἀπὸ αὐτὴ τὴ σκέψη γονάτισε στὸ ἔδαφος παρακαλώντας τὸν Θεό. Ἐξομολογήθηκε μέσα στὸ ναὸ καὶ ἀξιώθηκε σ’ αὐτὸν τὶς πρῶτες εὐχὲς τῆς χειροθεσίας. Ἀφοῦ δὲ πῆγε στὸ προάστειο τῆς Νικομηδείας, κάλεσε τοὺς ἐπισκόπους καὶ τοὺς εἶπε τὰ ἑξῆς: «Αὐτὴ ἦταν ἡ ὥρα ποὺ ἀπὸ πολὺ καιρὸ περίμενα καὶ διψοῦσα καὶ εὐχόμουν γιὰ νὰ πετύχω τὴν ἐν Θεῷ σωτηρία μου. Εἶναι καιρὸς νὰ ἀπολαύσουμε καὶ ἐμεῖς τὴν σφραγίδα, ποὺ προκαλεῖ τὴν ἀθανασία. Εἶναι καιρὸς νὰ λάβω μέρος στὸ σωτήριο σφράγισμα, δηλ. τὸ βάπτισμα, κάτι τὸ ὁποῖο σκεπτόμουν κάποτε νὰ γίνει στὰ νερὰ τοῦ Ἰορδάνη ποταμοῦ, στὸν ὁποῖον, ὅπως παραδίδεται, βαπτίσθηκε καὶ ὁ Σωτήρας μας, προτυπώνοντας τὸ μυστήριο τοῦ βαπτίσματος. Ὁ Θεὸς ὅμως ποὺ γνωρίζει τὸ συμφέρο μας, μᾶς ἀξιώνει νὰ γίνει αὐτὸ ἐδῶ. Ἂς τελεσθεῖ λοιπὸν αὐτὸ χωρὶς ἀναβολή. Διότι, ἀκόμη κι ἂν θέλει ὁ Κύριος τῆς ζωῆς καὶ τοῦ θανάτου νὰ ζήσουμε καὶ ἔχει ὁρίσει νὰ παραμένω μαζὶ μὲ τὸ λαὸ τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ προσεύχομαι ἐκκλησιαζόμενος μὲ τὸ πλῆθος, θὰ ρυθμίσω τὴν ζωή μου ἀπὸ τώρα καὶ εἰς τὸ ἑξῆς σύμφωνα μὲ τοὺς θεσμοὺς ποὺ ἁρμόζουν στὸν Θεό.
.            Καὶ αὐτὸς αὐτὰ ἔλεγε. Οἱ δὲ Ἱεράρχες τέλεσαν τὸ ἱερὸ μυστήριο σύμφωνα μὲ τοὺς θείους κανόνες καὶ ἀφοῦ ἔδωσαν τὶς κατάλληλες ὁδηγίες μετέδωσαν σ’ αὐτὸν τὰ ἄχραντα μυστήρια. Μὲ αὐτὸ τὸν τρόπο πρῶτος ἀπὸ ὅλους τοὺς αὐτοκράτορες ὁ Κωνσταντῖνος ἀναγεννήθηκε μὲ τὰ μυστήρια τοῦ Χριστοῦ. Καὶ ἀφοῦ ἀξιώθηκε νὰ πάρει τὴν θεία σφραγίδα τοῦ βαπτίσματος χαιρόταν πνευματικά, ἀνεκαινιζόταν καὶ γέμιζε μὲ θεῖο φῶς, χαιρόταν ψυχικὰ λόγῳ τῆς μεγάλης πίστεως καὶ καταπλησσόταν ἀπὸ τὴν παρουσία τῆς θείας δυνάμεως. Ὅταν δὲ ἔγιναν ὅσα ἔπρεπε, ντύθηκε μὲ λευκὰ βασιλικὰ ἐνδύματα, ποὺ ἔλαμπαν σὰν τὸ φῶς, καὶ κοιμόταν σὲ ἄσπρο κρεβάτι, καὶ δὲν θέλησε νὰ φορέσει ξανὰ τὴ βασιλικὴ πορφύρα.
.            Ἔπειτα, μὲ δυνατὴ φωνή, ἀνέπεμψε εὐχαριστήρια προσευχὴ στὸ Θεό, μετὰ τὴν ὁποία προσέθεσε: «Τώρα γνωρίζω ὅτι εἶμαι πράγματι μακάριος, τώρα γνωρίζω ὅτι ἀξιώθηκα τῆς ἀθανάτου ζωῆς, τώρα γνωρίζω ὅτι ἔγινα μέτοχος τοῦ θείου φωτός». Ὀνόμαζε δὲ ταλαίπωρους καὶ ἄθλιους ἐκείνους, ποὺ στεροῦνταν αὐτῶν τῶν ἀγαθῶν. Ὅταν δὲ οἱ ἀξιωματικοὶ καὶ ἡγέτες τοῦ στρατοῦ μπῆκαν στὴν αἴθουσα καὶ ἔκλαιαν παραπονούμενοι, ὅτι τώρα θὰ μείνουν ἔρημοι καὶ εὔχονταν νὰ τοῦ δοθεῖ παράταση τῆς ζωῆς, ἀποκρίθηκε καὶ τοὺς εἶπε ὅτι τώρα ἀξιώθηκε τῆς ἀληθινῆς ζωῆς καὶ ὅτι μόνον αὐτὸς γνωρίζει ποιὰ ἀγαθὰ ἔχει ἀπολαύσει. Γι’ αὐτὸ καὶ σπεύδει χωρὶς ἀναβολὴ στὴν πορεία πρὸς τὸν Θεό. Ἔπειτα ἔκανε τὶς ἀναγκαῖες διευθετήσεις στὶς ὑποθέσεις. Καὶ τοὺς μὲν πολίτες τῆς βασιλίδος πόλεως, δηλ. τῆς Κωνσταντινουπόλεως, τίμησε μὲ ἐτήσια δωρεά, στοὺς υἱούς του δὲ παρέδωσε σὰν πατρική του περιουσία τὴν βασιλεία, καὶ τέλος τὰ κανόνισε ὅλα σύμφωνα μὲ τὴν ἐπιθυμία του.
.            Ὅλα αὐτὰ ἔγιναν κατὰ τὴ μεγάλη ἑορτή, τὴν πάνσεμνο καὶ σεβασμία Πεντηκοστή, ἡ ὁποία τιμᾶται κατὰ τὶς ἑπτὰ ἑβδομάδες καὶ μία μέρα ἀκόμη, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ θεῖοι λόγοι διδάσκουν ὅτι συνέβη ἡ ἀνάληψη τοῦ κοινοῦ Σωτῆρος στοὺς οὐρανοὺς καὶ ἡ κάθοδος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στοὺς ἀνθρώπους. Ἀφοῦ ἀξιώθηκε δὲ σ’ αὐτὴν τὴν περίοδο ὁ βασιλιὰς τῶν μυστηρίων, τὴν τελευταία ὅλων αὐτῶν τῶν ἡμερῶν, ποὺ δὲν θὰ κάνει λάθος, ἂν κάποιος τὴν ὀνομάσει ἑορτῶν ἑορτή, γύρω στὸ μεσημέρι, ἀνέβηκε ἡ ψυχή του πρὸς τὸν Θεό του, ἀφοῦ ἄφησε στοὺς θνητούς, τοὺς συγγενεῖς του, αὐτὸς δὲ μὲ τὸ πνευματικὸ καὶ φιλόθεο μέρος τῆς ψυχῆς του ἐνώθηκε μὲ τὸν Θεό του.
.            Αὐτὸ ἦταν τὸ τέλος τῆς ζωῆς τοῦ Κωνσταντίνου. Ἀλλὰ ἂς παρακολουθήσουμε τὴ συνέχεια. Ἀμέσως τότε οἱ δορυφόροι καὶ οἱ σωματοφύλακες ἔσχισαν τὰ ροῦχα τους, πέφτοντας στὸ ἔδαφος. Κτυποῦσαν τὰ κεφάλια τους καὶ κλαίοντας δυνατὰ καὶ μὲ δυνατὲς φωνὲς ὀνόμαζαν τὸν Αὐτοκράτορα, τὸν κύριο καὶ βασιλέα, ὄχι σὰν Αὐτοκράτορα ἀλλὰ σὰν πατέρα, ὅπως κάνουν τὰ γνήσια παιδιά. Οἱ μὲν ταξίαρχοι καὶ λοχαγοὶ ἔκλαιαν τὸν σωτήρα, τὸν φύλακα, τὸν εὐεργέτη, οἱ δὲ ὑπόλοιποι στρατιωτικοὶ ἐξέφραζαν τὸν πόνο τους μὲ τὸν ἁρμόζοντα τρόπο, ὅπως οἱ ἀγέλες ἐπιθυμοῦσαν τὸν καλὸ ποιμένα τους. Ὁ λαὸς ἐπίσης γύριζε σ’ ὅλη τὴν πόλη ἐκδηλώνοντας μὲ κραυγὲς καὶ φωνὲς τὸ ἐσωτερικὸ πόνο τῆς ψυχῆς, ἄλλοι δὲ μὲ τὴν κατήφειά τους ἔμοιαζαν μὲ σαστισμένους. Καθε ἕνας θεωροῦσε τὸ πένθος σὰν δικό του καὶ θρηνοῦσε γι᾽αὐτὸν σὰν νὰ ἀφαιρέθηκε ἀπὸ τὴν ζωή του τὸ κοινὸ ἀγαθὸ ὅλων.
.            Σήκωσαν οἱ στρατιωτικοὶ τὸ λείψανο, τὸ τοποθέτησαν σὲ χρυσὴ λάρνακα, ποὺ τὴν σκέπασαν μὲ χρυσὴ πορφύρα, καὶ τὸ μετέφεραν στὴν πόλη, ποὺ εἶχε τὸ ὄνομα τοῦ βασιλιᾶ. Ἔπειτα τὴν κατέθεσαν στὸ κύριο οἴκημα τῶν ἀνακτόρων πάνω σὲ ψηλὸ βάθρο. Ἄναψαν δὲ φῶτα πάνω σὲ χρυσὰ σκεύη. Ἔγινε ἕνα ἐξαιρετικὸ θέαμα σὲ ὅσους τὸ παρατηροῦσαν, ποὺ ποτὲ κανεὶς δὲν εἶδε πάνω στὴν γῆ ἀπὸ τὴν δημιουργία τοῦ κόσμου. Τὸ σκῆνος τοῦ βασιλιᾶ ποὺ βρισκόταν στὸ μεσαῖο διαμέρισμα τῶν ἀνακτόρων πάνω σὲ ψηλὴ χρυσὴ λάρνακα, τιμημένο μὲ τὰ βασιλικὰ στολίδια, τὴν πορφύρα καὶ τὸ διάδημα, τὸ φρουροῦσαν πολυάριθμοι ἀξιωματοῦχοι ποὺ ἦταν γύρω ἀπὸ αὐτό, ἄγρυπνοι μέρα καὶ νύκτα.
.            Οἱ ἀρχηγοὶ δὲ ὁλοκλήρου τοῦ στρατεύματος, οἱ κόμητες καὶ ὅλη ἡ τάξη τῶν ἀρχόντων, ποὺ ἦσαν καὶ προηγουμένως ὑποχρεωμένοι νὰ προσκυνοῦν τὸν βασιλέα, χωρὶς νὰ μεταβάλουν τίποτε ἀπὸ τὸ συνηθισμένο τρόπο, μπαίνοντας μέσα στὴν κανονισμένη ὥρα, συνέχιζαν νὰ ἀσπάζωνται τὸν βασιλέα ποὺ ἦταν στὴ λάρνακα καὶ μετὰ θάνατον, ὅπως καὶ στὴν ζωή, γονυκλινεῖς. Μετὰ δὲ τοὺς πρώτους ἔκαναν τὸ ἴδιο τὰ μέλη τῆς συγκλήτου καὶ ὅλοι οἱ ἀξιωματοῦχοι, μετὰ τοὺς ὁποίους ἀκολουθοῦσαν πλήθη λαοῦ κάθε κατηγορίας μαζὶ μὲ τὶς γυναῖκες καὶ τὰ παιδιὰ γιὰ νὰ δοῦν.
.            Αὐτὰ συνεχίζονταν πολὺ χρόνο, διότι οἱ στρατιωτικοὶ ἀποφάσισαν νὰ μείνει καὶ νὰ φυλάσσεται κατ᾽ αὐτὸν τὸν τρόπο τὸ σκῆνος, ἕως ὅτου ἔλθουν οἱ υἱοί του καὶ τιμήσουν τὸν πατέρα τους φροντίζοντας οἱ ἴδιοι γιὰ τὴν κηδεία του. Βασίλευε λοιπὸν καὶ μετὰ θάνατον ὁ μακάριος, μόνος αὐτὸς ἀπὸ ὅλους τοὺς θνητούς. Γίνονταν δὲ οἱ συνηθισμένες πράξεις ὅπως καὶ ὅταν ζοῦσε, διότι σ’ αὐτὸν μόνον ἀπὸ τοὺς ζωντανοὺς εἶχε δωρηθεῖ αὐτὸ ἀπὸ τὸν Θεό. Ἐπειδὴ δηλαδὴ ἦταν ὁ μόνος ἀπὸ τοὺς αὐτοκράτορες ποὺ τίμησε μὲ κάθε εἶδος πράξεις τὸν παμβασιλέα Θεὸ καὶ τὸν Χριστὸν αὐτοῦ, εὐλόγως μόνος αὐτὸς ἔλαβε αὐτὴ τὴν ἀμοιβὴ καὶ ὁ ὕψιστος Θεὸς ἀξίωσε καὶ τὸ λείψανό του νὰ βασιλεύει ἐπὶ τῶν ἀνθρώπων φανερώνοντας μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο σ’ ὅσους δὲν ἦταν σκοτισμένοι στὸ νοῦ τὴν ἀγέραστη καὶ ἀτελείωτη βασιλεία τῆς ψυχῆς.

Ιωάννης Τάτσης, Οικουμενιστής ποιμήν




Οικουμενιστής ποιμήν
του Ιωάννη Τάτση, Θεολόγου
Στο ιστολόγιο «Ακτίνες» δημοσιεύτηκε φωτογραφία του Μητροπολίτη Γερμανίας Αυγουστίνου χριόμενου από έναν παπικό καρδινάλιο με «αγιασμό» κατά την ημέρα του Οικουμενισμού την οποία συνεόρτασαν χριστιανοί κάθε απόχρωσης στη Γερμανία. Μέχρι στιγμής το Οικουμενικό Πατριαρχείο τηρεί σιγή ιχθύος επί του θέματος, όπως και για πλείστες όσες άλλες οικουμενιστικές δράσεις και συμπροσευχές που τελούνται με τη συμμετοχή ορθοδόξων επισκόπων και κληρικών των τοπικών Εκκλησιών των χωρών της Ευρώπης..
Η ελπίδα μεταστροφής στην Ορθοδοξία και επιστροφής στην αληθινή πίστη και Εκκλησία των πεπλανημένων προβάτων του καθολικισμού και του προτεσταντισμού της Ευρώπης έχει χαθεί με την οικουμενιστική συμπεριφορά πολλών ορθοδόξων ποιμένων που θα έπρεπε να φροντίζουν τόσο για τη διαφύλαξη του ορθόδοξου ποιμνίου από τους βαρείς λύκους του κακόδοξου παπισμού και προτεσταντισμού όσο και για την είσοδο στην Ορθοδοξία των καταταλαιπωρημένων ετεροδόξων χριστιανών που βιώνουν καθημερινά τις συνέπειες της αποστασίας από την Αλήθεια των πνευματικών ηγετών τους.

Οι Οικουμενιστές όμως δεν νοιάζονται για την σωτηρία και την αιώνια ζωή ούτε των δικών τους πιστών ούτε των ετεροδόξων. Οι οραματισμοί τους ξεκινούν και τελειώνουν στην παρούσα ζωή. Κινούνται με ένα περίεργο «εκκλησιαστικό» διπλωματικό τρόπο, στοχεύουν σε ανθρώπινες συμμαχίες, εργάζονται για την ικανοποίηση της ανθρώπινης καταξίωσης και αναγνώρισης τους, χαίρουν με ανθρώπινες τιμές και βραβεύσεις, απολαμβάνουν συμπόσια και συνέδρια, διαλέγονται μεταξύ τους και με τους ετερόδοξους χωρίς πυξίδα, στόχους και προϋποθέσεις, ζούνε κοσμικά και αυτοπροβάλλονται ως άξιοι διάδοχοι των υψηλών θρόνων και θέσεων που κατέχουν. Φαίνεται πως έχουν οριστικά λησμονήσει το φτυάρι του νεκροθάφτη που αργά ή γρήγορα θα ακουστεί για όλους μας και τότε θα πρέπει να λογοδοτήσουμε ενώπιον του δικαιοκρίτου Χριστού.
Και μετά ταύτα οι Οικουμενιστές υψώνουν φωνή για να ελέγξουν τον «ζηλωτισμό» όσων τους αμφισβητούν. Ο Οικουμενικός Πατριάρχης ζητεί την τιμωρία όσων ελέγχουν την οικουμενιστική του δράση, τη στιγμή που οι δικοί του επίσκοποι στην Ευρώπη έχουν παραβιάσει όλα τα όρια που έθεσαν οι άγιοι Πατέρες. Εάν κατά τον λόγο του Κυρίου « ὁ μισθωτὸς καὶ οὐκ ὢν ποιμήν, οὗ οὐκ εἰσὶ τὰ πρόβατα ἴδια, θεωρεῖ τὸν λύκον ἐρχόμενον καὶ ἀφίησι τὰ πρόβατα καὶ φεύγει· καὶ ὁ λύκος ἁρπάζει αὐτὰ καὶ σκορπίζει τὰ πρόβατα» τι αλήθεια είναι οι Οικουμενιστές που παραδίδουν εαυτούς και τα πρόβατα στα χέρια των Παπικών και των Προτεσταντών; Μέσα στην πλήρη οικουμενιστική σύγχυση ποιος είναι τελικά ο ποιμήν ο καλός, ποιος είναι ο μισθωτός, ποιος είναι ο λύκος και κυρίως τι θα απογίνουν τα πρόβατα;

Σάββατο, Μαΐου 19, 2012

Τυπικόν της 20ης Mαΐου 2012



Κυριακή: ΣΤ΄ ΑΠΟ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ (τοῦ Τυφλοῦ). 
Ἐν ᾗ ἑορτάζομεν τό εἰς τόν ἐκ γενετῆς Τυφλόν, τοῦ Κυρίου 
καί Θεοῦ καί Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ 
γενόμενον θαῦμα. 
Τοῦ Ἁγίου Μάρτυρος Θαλλελαίου. 
Λυδίας τῆς Φιλιππησίας καί Ἰσαποστόλου.
 
Ἦχος πλ. α΄ –  Ἑωθινόν Η΄.
Τῷ Σαββάτῳ ἑσπέρας: Θ΄ ΩΡΑ
Ἀπολυτίκιον:
 «Τό φαιδρόν τῆς ἀναστάσεως...».
Κοντάκιον: 
«Πίστει ἐλθοῦσα...».
Ἀπόλυσις: 
Μικρά. Ἡ Ἀναστάσιμος.
ΕΣΠΕΡΙΝΟΣ
Προοιμιακός – Ψαλτήριον.
Εἰς τό· «Κύριε, ἐκέκραξα...».
Ἑσπέρια: 
1.– Τά 3 Στιχηρά Ἀναστάσιμα· «Διά τοῦ τιμίου σου Σταυροῦ...
 – Ὁ τήν ἀνάστασιν διδούς... – Μέγα θαῦμα...». 
2.– Τά 4 Στιχηρά Ἀνατολικά· «Ἑσπερινήν προσκύνησιν...
 – Τόν ἀρ­χηγόν τῆς σωτηρίας ἡμῶν... 
– Οἱ τῆς κουστωδίας... 
– Κύριε, ὁ τόν ᾅδην σκυλεύσας...» καί 
3.– Τά 2 Στιχηρά Ἰδιόμελα τοῦ Τυφλοῦ· 
«Ὁ τυφλός γεννηθείς... 
– Παράγων ὁ Ἰησοῦς...» εἰς 3, τό πρῶτον δίς.
Δόξα: 
Τό Ἰδιόμελον τοῦ Τυφλοῦ· «Κύριε, παράγων ἐν τῇ ὁδῷ...».
Καί νῦν:
 Τό α΄ Θεοτοκίον τοῦ ἤχου· «Ἐν τῇ Ἐρυθρᾷ θαλάσσῃ...».
Εἴσοδος: 
«Φῶς ἱλαρόν...». Τό Προκείμενον τῆς ἡμέρας.
Ἀπόστιχα:
 Τό Ἀναστάσιμον Στιχηρόν· «Σέ τόν σαρκωθέντα...» 
καί τά 4 Στιχηρά τοῦ Πάσχα· 
«Πάσχα ἱερόν 
– Δεῦτε ἀπό θέας γυναῖκες... 
– Πάσχα τό τερπνόν...»,μετά τῶν πρό αὐτῶν στίχων.
Δόξα: 
Τό ἕτερον Ἰδιόμελον τοῦ Τυφλοῦ· «Δικαιοσύνης ἥλιε...».
Καί νῦν: 
«Ἀναστάσεως ἡμέρα...», μετά τοῦ· «Χριστός ἀνέστη...», ἅ­παξ.
Τρισάγιον.
Ἀπολυτίκια: 
1.– Τό Ἀναστάσιμον· «Τόν συνάναρχον Λόγον...» καί 
2.– Δόξα, Καί νῦν, τό ὁμόηχον Θεοτοκίον αὐτοῦ· «Χαῖρε, πύλη Κυρίου...».
Ἀπόλυσις: «Ὁ ἀναστάς ἐκ νεκρῶν...».
Τῇ Κυριακῇ πρωΐ: ΜΕΣΟΝΥΚΤΙΚΟΝ
Μετά τόν Ν΄ Ψαλμόν, ὁ Τριαδικός Κανών· «Κράτος τῆς ἑνιαίας...»
 καί τό διά τήν Λιτήν Ἰδιόμελον τοῦ Τυφλοῦ Δόξα· 
«Ὅλον τόν βίον ὁ τυφλός...», Καί νῦν, τό ὁμόηχον Θεοτοκίον
 αὐτοῦ· «Νεῦσον παρακλή­σε­σι...», τά Τριαδικά. Τρισάγιον
 καί ἡ Ὑπακοή τοῦ ἤχου· «Ἀγγελικῇ ὁράσει...».
ΟΡΘΡΟΣ
Ἑξάψαλμος.
Εἰς τό· «Θεός Κύριος...».
Ἀπολυτίκια: 1.
– Τό Ἀναστάσιμον· «Τόν συνάναρχον Λόγον...».
 2.– Δόξα, τό αὐτό καί
 3.– Καί νῦν, τό Θεοτοκίον αὐτοῦ· «Χαῖρε, πύλη Κυρίου...».
Καθίσματα: 
Τά Ἀναστάσιμα τῆς α΄ καί β΄ Στιχολογίας, μετά τῶν
 Θεοτοκίων αὐτῶν, ὡς ἐν τῷ Πεντηκοσταρίῳ.
Τά Εὐλογητάρια – ἡ Ὑπακοή – οἱ Ἀναβαθμοί
 καί τό Προκείμενον τοῦ ἤχου.
Κανόνες: 
1.– Τοῦ Πάσχα· «Καθαρθῶμεν τάς αἰσθήσεις...», 
μετά τῶν Εἱρμῶν αὐτοῦ, εἰς 4 καί
 2.– Τῆς Θεοτόκου·«Θανατώσεως τόν ὅ­ρον...» εἰς 2, 
καταλιμπανομένου τοῦ Κανόνος τοῦ Τυφλοῦ.
Ἀπό γ΄ ᾨδῆς·
Μεσῲδιον Κάθισμα: 
Τοῦ Τυφλοῦ· «Ὁ τῶν ὅλων Δεσπότης καί Ποιητής...», ἅπαξ.
Ἀφ’ ς΄ ᾨδῆς·
Κοντάκιον – Οἶκος: 
Τοῦ Τυφλοῦ.
Συναξάριον:
 Τῆς ἡμέρας ἐκ τοῦ Μηναίου καί τό Ὑπόμνημα τοῦ Πεντηκοσταρίου.
Καταβασίαι:
 «Τῷ Σωτῆρι Θεῷ...».
Εὐαγγέλιον Ὄρθρου: 
Τό Η΄ Ἑωθινόν· «Μαρία εἱστήκει πρός τό μνη­μεῖον...», κτλ.
Ἡ Τιμιωτέρα: 
Οὐ στιχολογεῖται, ἀντ’ αὐτῆς ἡ θ΄ ᾨδή τοῦ Κανόνος 
τοῦ Πάσχα καί τῆς Θεοτόκου, ὡς καί τῇ Κυριακῇ τῶν Μυροφόρων.
Εἱρμός θ΄ ᾨδῆς: 
«Σέ τήν ὑπέρ νοῦν...».
«Ἅγιος Κύριος...».
Ἐξαποστειλάρια: 
1.– Τοῦ Πάσχα· «Σαρκί ὑπνώσας...» καί
 2.– Τά 2 τοῦ Τυφλοῦ·«Τούς νοερούς μου ὀφθαλμούς...» καί·
 «Παράγων ὁ Σωτήρ ἡμῶν...».
Αἶνοι: 
1.– Τά 4 Στιχηρά Ἀναστάσιμα· «Κύριε, ἐσφραγισμένου τοῦ τάφου... 
– Κύριε, τούς μοχλούς τούς αἰωνίους... 
– Κύριε, αἱ γυναῖκες... 
– Κύριε, ὥσπερ ἐξῆλθες...»καί
 2.– Τά 4 Στιχηρά τοῦ Πάσχα· 
«Πάσχα ἱερόν... 
– Δεῦτε ἀπό θέας γυναῖκες... 
– Αἱ Μυροφόροι γυναῖκες... 
– Πάσχα τό τερπνόν...», μετά τῶν πρό αὐτῶν στίχων.
Δόξα:
 Τό Ἰδιόμελον τοῦ Τυφλοῦ· «Τίς λαλήσει τάς δυναστείας σου...».
Καί νῦν:
 «Ἀναστάσεως ἡμέρα...», μετά τοῦ· «Χριστός ἀνέστη...», ἅπαξ.
Δοξολογία: 
Μεγάλη.
«Σήμερον σωτηρία...».
ΕΙΣ ΤΗΝ Θ. ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΝ
Ἀντίφωνα-Εἰσοδικόν:  Τοῦ Πάσχα.
Μετά τήν Εἴσοδον.
Ἀπολυτίκια: 
1.– Τό Ἀναστάσιμον· «Τόν συνάναρχον Λόγον...» καί
 2.– Τοῦ Ναοῦ.
Κοντάκιον: 
Τοῦ Πάσχα· «Εἰ καί ἐν τάφῳ...».
Τρισάγιον.
Ἀπόστολος:
 Κυριακῆς ς΄ ἑβδομάδος Πράξεων· «Ἐγένετο πορευομένων ἡμῶν...»
(Πράξ. ις΄ 16-34).
Εὐαγγέλιον: 
Κυριακῆς τοῦ Τυφλοῦ· «Παράγων ὁ Ἰησοῦς...» (Ἰω. θ΄ 1-38).
Εἰς τό Ἐξαιρέτως:
 «Ὁ Ἄγγελος ἐβόα... – Φωτίζου, φωτίζου...».
Κοινωνικόν:
 «Σῶμα Χριστοῦ...».
«Χριστός ἀνέστη...», κτλ.
Ἀπόλυσις: 
Ἡ τοῦ Ἑσπερινοῦ.
 

Τό ἱερατεῖο καί οἱ Κανόνες του αρχιμ. Ειρηναίου Μπουσδέκη







 
Τό ἱερατεῖο καί οἱ Κανόνες 
 
 
 
του αρχιμ. Ειρηναίου Μπουσδέκη
 
 
 
 
     Ἀπό πολλές σκοπιές ἔχουμε τονίσει μέχρι στιγμῆς τήν ἀναγκαιότητα τηρήσεως τῶν Κανόνων τῆς Ἐκκλησίας ἀπό ὅλους. 

Ὅταν οἱ Κανόνες τηροῦνται μέσα στήν Ἐκκλησία τότε μόνο τό εὐαγγελικό μήνυμά της στόν κόσμο διατηρεῖται ἀνόθευτο, ἡ εὐαγγελική ζωή τῶν μελῶν της παραμένει κρυστάλλινη καί καθαρή.
 


     Ἄν ἡ ἀπαίτηση τῆς εὐαγγελικῆς ζωῆς εἶναι κοινή γιά ὅλα τά μέλη τῆς Ἐκκλησίας, μεγίστη εἶναι ἡ ἀπαίτηση αὐτή γιά τούς ἐπισκόπους καί τούς ἱερεῖς. 
Ἄν τά λαϊκά μέλη τῆς Ἐκκλησίας ὑποχρεώνονται νά βαδίζουν μέ ὁδηγό τούς Κανόνες τῆς Ἐκκλησίας, πολύ μεγαλύτερο χρέος ἔχουν οἱ ποιμένες τους. 
Στίς μέρες μας ζοῦμε ἕνα ὀδυνηρό γεγονός. 
Ἁπλοί ἄνθρωποι ἔρχονται στό μυστήριο τῆς ἐξομολογήσεως, ἀνοίγουν τήν καρδιά τους μέ εἰλικρίνεια καί καταδικάζουν ἐνώπιον τοῦ Κυρίου τόν ἑαυτό τους γιά τίς ἁμαρτωλές πράξεις τους, ἀκόμα καί γιά τίς παραμικρές κινήσεις τῆς καρδιᾶς τους καί τοῦ νοῦ τους, κινήσεις πού αἰσθάνονται ὅτι μολύνουν τίς ὑπάρξεις τους. 
Ἐνσυνείδητοι πνευματικοί προσπαθοῦν αὐτές τίς ὑπάρξεις νά τίς καθοδηγοῦν στό θέλημα τοῦ Θεοῦ, χρησιμοποιώντας πολλές φορές καί σκληρά παιδαγωγικά μέτρα (διάφορα ἐπιτίμια μέ σημαντικότερο τήν προσωρινή στέρηση τῆς Θείας Κοινωνίας). 
Φαντάζεσθε πῶς αἰσθάνονται, τόσο οἱ ἁπλές αὐτές ψυχές ὅσο καί οἱ ἐνσυνείδητοι πνευματικοί τους, ὅταν βλέπουν μπροστά στά μάτια τους, μέσα στήν ἐνορία τους, στή μητρόπολή τους ἤ καί σέ ἄλλη μητρόπολη τῆς ‘Ελληνικῆς ἐπικράτειας, ἱερεῖς καί ἐπισκόπους νά ἐκτρέπονται σέ ἕνα ἀκραῖο βαθμό; 
Νά ἁμαρτάνουν δημοσίως οἱ ποιμένες ἐνώπιον τοῦ ποιμνίου τους, οἱ πατέρες μπροστά στά μάτια τῶν παιδιῶν τους; 
Πῶς νά μπορέσουν πλέον τά μέλη τῆς Ἐκκλησίας νά δοῦν στό πρόσωπο τοῦ ποιμένα αὐτόν πού μέ φόβο Θεοῦ καί εὐθύνη θά τούς βάλει στήν μάνδρα τοῦ Κυρίου, τήν Ἐκκλησία; 
Πῶς θά τόν ἐμπιστευτοῦν σάν πατέρα νά τούς νουθετήσει, νά τούς καθοδηγήσει γιά νά ξεφύγουν τούς πνευματικούς κινδύνους στή ζωή τους;
 


     Κατανοοῦμε λοιπόν τήν ἀνάγκη νά λειτουργήσουν οἱ Κανόνες καί σέ ὅλους τούς βαθμούς τῆς ἱερωσύνης. 
Δυστυχῶς, ἡ ἀπάντηση τοῦ ἱερατείου στήν ἔγκλιση γιά ἐκτροπή ἀπό τό εὐαγγελικό πνεῦμα καί τό γράμμα καί τό πνεῦμα τῶν Κανόνων εἶναι αὐταρχική καί ἀπειλητική. 
Ἰσχυρίζονται ὅτι οἱ πιστοί πρέπει νά φροντίζουν μόνο γιά τή σωτηρία τῆς ψυχῆς τους, νά μή κατακρίνουν τούς ἄλλους, νά μή γίνονται ἱεροκατήγοροι. 
Ἐνῶ ἐκεῖνοι, ἔχοντας κάποια ἀσυλία (λόγῳ τοῦ ἀξιώματός τους;), μποροῦν νά συνεχίζουν νά ἁμαρτάνουν δημόσια.
 


     Στό θέμα πού συζητᾶμε, ἡ Ἐκκλησία-ἐπίσκοποι, ἱερεῖς καί λαός τοῦ Θεοῦ-πρέπει νά ζητήσουν τόν ἀπόλυτο σεβασμό καί τήν πιστή τήρηση τῶν κανονικῶν διατάξεων πού ἀξιολογοῦν καί προσδιορίζουν τήν ποιότητα τῆς ἱερατικῆς καί ἀρχιερατικῆς συμπεριφορᾶς. 
Δέν μπορεῖ ἀρχιερεῖς καί ἱερεῖς νά εἶναι πρόσωπα ἠθικῶς μεμπτά, καταπατητές τοῦ εὐαγγελικοῦ νόμου, παραβάτες τῶν Κανόνων (γιά παραπτώματα πού ἐπιφέρουν ἀκόμα καί τήν καθαίρεση) ἤ μερικές φορές καί παραβάτες τοῦ κοινοῦ ποινικοῦ δικαίου. 
Τό φαινόμενο νά ὁδηγοῦνται ἱερεῖς, ἀκόμα καί ἀρχιερέας, στή φυλακή δείχνει ὅτι ἡ Ἐκκλησία ὡς σῶμα ἔχει ἀμελήσει σέ ἀκραῖο βαθμό τήν ἀνάγκη τήρησης τῶν Κανόνων στό ἱερατεῖο της.
 


     Μιά προσεκτική μελέτη τῶν Ἱερῶν Κανόνων βεβαιώνει ὅτι οἱ Κανόνες ἀποκαθαίρουν καί ἀποκαθιστοῦν τό μετανοοῦντα, ἀλλά ἐκκόπτουν τελικά ἀπό τό ἱερό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας ἐκεῖνον πού ἐπιμένει νά ἀλλοτριώνει καί νά πληγώνει τήν ὕπαρξή του παραμένοντας μέσα στό χάος τῆς ἁμαρτίας. Καί τό φιλάνθρωπο πνεῦμα, ἀλλά καί ἡ αὐστηρότητα ἀναμειγνύονται σοφά στίς διατάξεις τῶν Κανόνων.
     


Ἡ αὐστηρότητα κορυφώνεται ὅταν ἡ ἀμετανοησία βρίσκεται στό ἱερατεῖο. 
Γιατί ἡ ἀρρώστια τοῦ ποιμένα, ἄν ἀφεθεῖ χωρίς νά ἀντιμετωπισθεῖ ριζικά, ὡς λοιμική νόσος μεταδίδεται σέ ὅλο τό σῶμα. 
Καί οἱ Κανόνες ἐμποδίζουν τήν μετάδοσή της. 


πηγή

οι τρομοκρατημένοι τρομοκράτες...




 
 
Μ’ ένα σβωλαράκι λάσπης, που ο Χριστός έκαμε με το σάλιο του, θα μας πει το Ευαγγέλιο της Κυριακής (20-5-2012), έδωκε στον εκ γενετής τυφλό το φώς του.

Και το σβωλαράκι αυτό της λάσπης, το ακολούθησε ένας καταιγισμός λάσπης, που εκτοξεύτηκε εναντίον του Χριστού απ’ τη συμμορία των φαρισαίων.
Με σκοπό να τρομοκρατηθεί ο λαός και να αποθαρρυνθεί, έτσι ώστε να μην τον ακολουθήσει.

Γιατί η δημοτικότητά του ανέβαινε κατακόρυφα και είχε κατατρομοκρατήσει το φαρισαϊκό κατεστημένο. Αφού απειλούσε τα συμφέροντα και τα προνόμιά του.

Και η λάσπη αυτή ήταν ανάλογη με τη λάσπη, που εκσφενδονίζουν οι σύγχρονοι φαρισαίοι εναντίον του λαού.
Προκειμένου να τον αποπροσανατολίσουν και να τον τρομοκρατήσουν!

Για να κλονίσουν την σταθερή και αμετάκλητη απόφασή του να απομακρυνθεί από τα Σόδομα και τα Γόμορρα του δοσίλογου και ληστρικού δικομματισμού και των αδηφάγων τοκογλύφων!..
 

Είναι παράνομος και αμαρτωλός ο Χριστός, έλεγαν, «τω καιρώ εκείνω», οι «πανεπιστήμονες» και «νομιμόφρονες» φαρισαίοι… 
 

Γιατί έκαμε το «μεγάλο έγκλημα» να φκιάσει, το Σάββατο, λάσπη και ν’ ανοίξει τα μάτια του τυφλού.
Όπως είναι μεγάλο το έγκλημα του λαού, που θέλει, τώρα, ν’ απαλλαχτεί απ’ την τύφλωση των προδοτικών μνημονίων και των ατιμωτικών και εξανδραποδιστικών δανειακών συμβάσεων.

Για τα οποία και την υπερβάλλουσα βαρβαρότητα και απανθρωπιά τους, τιμώρησε αυστηρά τους δοσίλογους και απατεώνες πολιτικούς. Και μάλιστα μερικούς τους έστειλε στον αγύριστο.
Απ’ τον οποίο μακάρι ποτέ να μη γυρίσουν. Αλλά να τους ακολουθήσουν και οι υπόλοιποι ομογάλακτοί τους…
Οι τότε φαρισαίοι, προσπαθούσαν να τυφλώσουν, όχι μόνο το λαό, αλλά και τον ίδιο τον πρώην τυφλό:

Κι αφού είδαν κι απόειδαν ότι δεν μπορούσαν να κάμουν σκοτάδι το φως, που άστραψε, όχι μόνο στα μάτια του, αλλά και στην ψυχή του, τον απέπεμψαν σκαιότατα:
Ο Χριστός, που πληροφορήθηκε τα περιστατικά, είπε: Τι κρίμα, που εγώ ήρθα στον κόσμο, για να βλέπουν οι τυφλοί και να τυφλώνονται οι ανοιχτομάτηδες!

Και οι φαρισαίοι, που τον ακολουθούσαν σαν τη σκιά του και κατάλαβαν το υπονοούμενο, τον ρώτησαν:
-Αυτό το λες για μας;
-Αν, δεχόσαστε, τους αποκρίθηκε ότι είστε τυφλοί, θα ζητούσατε και θα βρίσκατε τη θεραπεία σας. Αλλά εσείς λέτε ότι βλέπετε. Γι’ αυτό και η τύφλωσή σας είναι αγιάτρευτη…

Όπως αγιάτρευτος είναι και ο προδοτικός οίστρος των δοσίλογων απατεώνων του δικομματισμού, που υποστηρίζουν τη μνημονιακή απάτη και προδοσία. 

Και ανασυντάσσουν τις δυνάμεις τους όλοι αυτοί οι θανάσιμα αλληλομισούμενοι βρυκόλακες, που χρόνια τώρα μας ρουφούσαν το αίμα. Προκειμένου να ματαιώσουν την απόδραση του λαού απ’ το δικό τους και των τοκογλύφων δολοφονικό κρεματόριο.

Που σημαίνει ότι η ευαγγελική αυτή διήγηση δείχνει, για μια ακόμη φορά, ότι το Ευαγγέλιο δεν αφορά μόνο «τον καιρό εκείνο». Αλλά τα όσα ζούμε στον τόπο μας και στις μέρες μας.
Καθώς οι συνειδητά ασυνείδητοι τωρινοί φαρισαίοι, τρομοκρατημένοι οι ίδιοι απ’ το άπλετο φως, που χύθηκε στα πρωτοφανή κακουργήματά τους, πασχίζουν να τον πείσουν ότι το να ’χει ανοιχτά τα μάτια του εγκυμονεί μεγάλους κινδύνους.
 
Και τον καλούν, εδώ και τώρα, να βγάλει τα μάτια του. Και ν’ αφεθεί να τον οδηγήσουν, για μια ακόμη φορά, οι ολετήρες αυτοί στον τελειωτικό όλεθρο και την ολοσχερή καταστροφή!…

Και επιστρατεύουν ηλίθιους ειδικούς και πολυξεράδηδες, δήθεν, προφέσσορες, οι οποίοι μέσα απ’ τα εξωνημένα ΜΜΕ προσπαθούν να κάμουν το φως σκοτάδι και το σκοτάδι φως.
Έτσι ώστε να μη μπορέσει να αποδράσει ο λαός από την κόλαση των προδοτικών μνημονίων και των αποικιοκρατικών συμβάσεων, όπου τον κρατούν εγκάθειρκτο.
 
Και μεγιστοποιούν ασήμαντες λεπτομέρειες ή επουσιώδη περιστατικά, για να συσκοτίσουν την αλήθεια και την πραγματικότητα. 

Και επειδή καταλαβαίνουν ότι ο παραλογισμός τους δεν έχει πέραση σε έναν λαό, που ανήγαγε τη λογική σε υπέρτατη τέχνη και επιστήμη, επιστρατεύουν την τρομοκρατία.

Γι’ αυτόν τον λόγο δεν πρέπει, σε καμιά περίπτωση, να υποκύψουμε στο τρομοκρατικό τους παραλήρημα. Ώστε να επιτρέψουμε την επιστροφή στην εξουσία του αποκρουστικού θιάσου των απατεώνων και δοσίλογων.
Και η απάντηση και η τελεσίδικη απόφασή μας, απέναντι στην επιχείρηση βρώμικης και τρομοκρατικής λάσπης πρέπει να είναι:
 

Το καθολικό μας ΟΧΙ στους τρομοκρατημένους τρομοκράτες!
παπα-Ηλίας

Η Θεραπεία του Τυφλού


Image and video hosting by TinyPic

Κυριακή του τυφλού (Ιω. θ', 1-38) κήρυγμα εκ της Ιεράς Μητροπόλεως Δημητριάδος και Αλμυρού




Αγίου Μάρτυρος Θαλλελαίου
Η τύφλωση των διωκτών
Ευρισκόμενοι μέσα στο κλίμα της Αναστάσεως, αδελφοί μου,
καλούμαστε σήμερα να τιμήσουμε την μνήμη ενός ακόμα εκ των
δισμυρίων Μαρτύρων της πίστεως, που έζησε και ομολόγησε την
αγάπη και την αφοσίωσή του στον Ιησού Φριστό, κατά τον 3ο μ.Φ.
αιώνα. Πρόκειται για τον Άγιο Μάρτυρα Θαλλέλαιο, ο οποίος
καταγόταν από τον Λίβανο και έζησε κατά την εποχή του αυτοκράτορα
Νουμεριανού. Είχε σπουδάσει την ιατρική επιστήμη και προσέφερε
προς όλους, αφιλοκερδώς και με θυσιαστική αγάπη, τις ιατρικές του
υπηρεσίες, γι’ αυτό και η Εκκλησία μας τον ενέταξε στην χορεία των
εικοσιενός, συνολικά, Αγίων Ιατρών Αναργύρων.
Για την πίστη του στον Φριστό τον συνέλαβαν οι ειδωλολάτρες
στην Ανάζαρβο, πρωτεύουσα της δεύτερης επαρχίας της Κιλικίας και
τον οδήγησαν στον τοπικό άρχοντα Σιβεριανό. Εκείνος, επειδή ο Άγιος
δεν πειθόταν να θυσιάσει στα είδωλα, τον υπέβαλε σε φρικτά
βασανιστήρια, από τα οποία ο Θαλλέλαιος εξερχόταν  αλώβητος
επιδεικνύοντας υπομονή και καρτερία, καθώς βρισκόταν υπό την
προστασία του Θεού. Αποτέλεσμα της μαρτυρικής αγάπης του για τον
Φριστό ήταν δύο από τους βασανιστές του στρατιώτες, ονόματι
Αλέξανδρος και Αστέριος, να πιστέψουν και να ομολογήσουν πίστη
στον ένα και αληθινό Θεό και να οδηγηθούν και οι ίδιοι στο μαρτύριο.
Σελικά, ο Θαλλέλαιος υπέστη τον, δι’ αποκεφαλισμού, μαρτυρικό
θάνατο, στις 20 Μαΐου του έτους 284 και έλαβε τον αμάραντο στέφανο
του Μαρτυρίου.
Εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι οι διώκτες και δήμιοι του
Αγίου έμεναν ασυγκίνητοι και απροβλημάτιστοι μπροστά στο θαύμα
που έβλεπαν ενώπιόν τους, στην προσπάθειά τους να θανατώσουν έναν
ανυπεράσπιστο Φριστιανό. Παρά τα παρανοϊκά βασανιστήρια στα
οποία τον υπέβαλαν εκείνος παρέμενε αλώβητος, ατραυμάτιστος, σαν
να μην είχε τίποτα συμβεί. Σον τρύπησαν στους αστραγάλους, τον
έριξαν στη θάλασσα να πνιγεί, στα θηρία για να τον κατασπαράξουν κι
όμως, τίποτα δε συνέβαινε, γιατί ο Άγιος βρισκόταν υπό την σκέπη του
Φριστού. Και οι διώκτες παρέμεναν με τα μάτια κλειστά, ανίκανοι να
ομολογήσουν την δύναμη του Φριστού και να δοξάσουν το όνομά του,
εντασσόμενοι και οι ίδιοι στην Εκκλησία του. Σο φαινόμενο αυτό
παρατηρείται στα συναξάρια των περισσοτέρων Αγίων Μαρτύρων όλων
των εποχών, πλην εξαιρετικών περιπτώσεων και μπορεί κάλλιστα να
χαρακτηριστεί πνευματική τύφλωση.

"Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη

  Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...