Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Κυριακή, Αυγούστου 12, 2012

Ο «ΠΕΙΡΑΣΤΗΣ» ΚΑΙ ΟΙ «ΠΕΙΡΑΖΟΜΕΝΟΙ»



 Τὸ θαῦ­μα τῆς θε­ρα­πεί­ας τοῦ «σε­λη­νι­α­ζο­μέ­νου» καὶ δαι­μο­νι­σμέ­νου νέ­ου, λαμ­βά­νει χώ­ρα ἀ­μέ­σως με­τὰ τὸ γε­γο­νὸς τῆς θεί­ας Με­τα­μορ­φώ­σε­ως, στὸ ὄρος Θα­βώρ. Ὁ δυ­στυ­χὴς πα­τέ­ρας ἔ­φε­ρε τὸν δαι­μο­νι­σμέ­νο γυι­ό του στοὺς ἐν­νέ­α μα­θη­τές, οἱ ὁ­ποῖ­οι δὲν μπό­ρε­σαν νὰ τὸν θε­ρα­πεύ­σουν. Αὐ­τὸ ἔ­δω­σε εὐ­και­ρί­α στοὺς φθο­νε­ροὺς καὶ κα­κεν­τρε­χεῖς Γραμ­μα­τεῖς νὰ κα­ταγ­γεί­λουν ὡς ἀ­νί­κα­νους τούς μα­θη­τὲς νὰ θε­ρα­πεύ­σουν τὸν νέ­ο, καὶ ὡς ἀ­νά­ξιους τῆς ὑ­πο­λή­ψε­ως τοῦ λα­οῦ θέ­λη­σαν νὰ κερ­δί­σουν μί­α εὔ­κο­λη νί­κη.

Ἀλ­λὰ εὐ­τυ­χῶς ἔ­φθα­σε ἐγ­καί­ρως ὁ Κύ­ριος, ἀ­να­κού­φι­σε τοὺς ἐν­νέ­α μα­θη­τὲς καὶ ὁ λα­ὸς «εὐ­θέ­ως ἰ­δὼν αὐ­τὸν ἐ­ξε­θαμ­βή­θη καὶ προ­στρέ­χον­τες ἠ­σπά­ζον­το αὐ­τὸν»  (Μάρκ. θ΄ 14, 15). Ὁ Κύ­ριος ἐ­πε­τί­μη­σε καὶ ἐ­ξέ­βα­λε τὸ πο­νη­ρὸν πνεῦ­μα. Ἐ­θερά­πευ­σε τὸν δυ­στυ­χῆ νέ­ο, ἀ­φοῦ προ­η­γου­μέ­νως ζή­τη­σε πί­στη ἀ­πὸ τὸν πα­τέ­ρα.

Ὁ Χρι­στὸς ἦλ­θε στὸν κό­σμο «ἵνα λύ­σῃ τὰ ἔρ­γα τοῦ δι­α­βό­λου», (Α΄ Ἰ­ω­άν. γ΄ 8) καὶ γιὰ νὰ ἐ­λευ­θε­ρώ­σει τὸν ἄν­θρω­πο ἀ­πὸ «τὸν τὸ κρά­τος ἔ­χον­τα τοῦ θα­νά­του», δηλ. γιὰ νὰ κα­ταρ­γή­σει μὲ τὸν θά­να­τόν του, αὐ­τὸν ποὺ ἐ­ξου­σί­α­ζε τὸν θά­να­το, δηλ. τὸν δι­ά­βο­λο.

Ἡ εὐ­αγ­γε­λι­κὴ πε­ρι­κο­πή, ὁ­μι­λεῖ ἀ­κρι­βῶς γιὰ μί­α μά­χη καὶ μί­α νί­κη ἐ­νάν­τια στὸ δι­ά­βο­λο. Πάν­το­τε, ἀλ­λὰ πε­ρισ­σό­τε­ρο τὶς μέ­ρες τοῦ ἐν­το­νώ­τε­ρου πνευ­μα­τι­κοῦ ἀ­γῶ­να, ὅ­πως εἶ­ναι οἱ μέ­ρες τῆς νη­στεί­ας (τῆς Μεγ. Σα­ρα­κο­στῆς, ἢ τῆς νη­στεί­ας τῶν Χρι­στου­γέν­νων, τοῦ Δε­κα­πεν­ταύ­γου­στου κ.λπ.), ὁ δι­ά­βο­λος στή­νει τὶς πα­γί­δες του γιὰ νὰ θη­ρεύ­σει τὸν ἀ­γω­νι­ζό­με­νο Χρι­στια­νό, ποὺ δὲν παύ­ει νὰ εἶ­ναι καὶ αὐ­τὸς ἄν­θρω­πος μὲ ἀ­δυ­να­μί­ες.

Στὶς μέ­ρες μας, ποὺ λό­γῳ τῆς τε­χνο­λο­γί­ας ἔ­χει αὐ­ξη­θεῖ πο­λὺ ἡ γνώ­ση, θε­ω­ρεῖ­ται ἀ­πὸ πολ­λοὺς ἀ­φε­λὲς νὰ μι­λᾶ κα­νεὶς γιὰ ἁμαρ­τί­α ἢ γιὰ τὸν δι­ά­βο­λο. Ταυ­τό­χρο­να ὅ­μως, ἡ σα­τα­νο­λα­τρεί­α ἔ­χει εἰ­σχω­ρή­σει βα­θειὰ μέ­σα στὴν κοι­νω­νί­α μας, μὲ δι­ά­φο­ρες μορ­φὲς καὶ ἔ­χει ὁ­δη­γή­σει πολ­λοὺς ἀν­θρώ­πους σὲ φρι­κτὲς καὶ ἀ­δι­έ­ξο­δες κα­τα­στά­σεις. Γι᾿ αὐ­τὸ θε­ω­ροῦ­με ἀ­ναγ­καῖ­ο, μὲ ἀ­φορ­μὴ τὸ ση­με­ρι­νὸ εὐ­αγ­γε­λι­κὸ ἀ­νά­γνω­σμα τῆς θε­ρα­πεί­ας τοῦ «σε­λη­νι­α­ζο­μέ­νου» καὶ δαι­μο­νι­σμέ­νου νέ­ου, νὰ ἀ­να­φερ­θοῦ­με στὸ πρό­σω­πο καὶ στοὺς τρό­πους δρά­σε­ως τοῦ δι­α­βό­λου.

Ὁ δι­ά­βο­λος (Ἑ­ω­σφό­ρος) εἶ­ναι ὁ ἀρ­χη­γέ­της τῶν δαι­μο­νι­κῶν δυ­νά­με­ων. Τῶν ἐκ­πε-σόν­των ἀγ­γέ­λων ποὺ ἔ­γι­ναν δαί­μο­νες, οἱ ὁ­ποῖ­οι ζή­λε­ψαν τὸν ἄν­θρω­πο γιὰ τὰ χα­ρί­σμα­τα, ποὺ τοῦ ἔ­δω­σε ὁ Θε­ός, τὸν μι­σοῦν καὶ τὸν πο­λε­μοῦν ἀ­δι­ά­κο­πα. Ὁ δι­ά­βο­λος εἶ­ναι πα­νοῦρ­γος καὶ ψεύ­της, ὁ ἐ­φευ­ρέ­της τοῦ ψεύ­δους. Μὲ τὸ ψέ­μμα του κα­τά­φε­ρε νὰ πα­ρα­σύ­ρει τὸν ἄν­θρω­πο στὴν ἁ­μαρ­τί­α καὶ νὰ χά­σει τὸν Πα­ρά­δει­σο. Τέ­λος, ἐ­πει­δὴ ὁ ἄν­θρω­πος δὲν με­τε­νό­η­σε, τι­μω­ρή­θη­κε μὲ θά­να­το καὶ ἔ­γι­νε θνη­τὸς, «ἵ­να μὴ τὸ κα­κὸν αἰ­ώ­νιον γέ­νη­ται», λέ­νε οἱ Πα­τέ­ρες τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Δι­ό­τι ὅ­σο ὁ ἄν­θρω­πος ἔ­με­νε ἀ­με­τα­νό­η­τος καὶ ἔ­κα­νε τὸ θέ­λη­μα τοῦ δι­α­βό­λου, τὸ κα­κὸ «βά­θαι­νε καὶ πλά­ται­νε» καὶ ἀ­πει­λοῦ­σε νὰ κα­τα­στρέ­ψει τὴν ἀν­θρω­πό­τη­τα. Ὁ Θε­ὸς στα­μά­τη­σε τὴν ἐ­ξά­πλω­ση τοῦ κα­κοῦ, κό­βον­τας τὴν ζω­ὴ το­ῦ ἀν­θρώ­που μὲ τὸν θά­να­το. Ἔτσι, ἐ­ξαι­τί­ας τοῦ δι­α­βό­λου καὶ τῆς συ­νέρ­γειας τοῦ ἀν­θρώ­που μὲ αὐ­τόν, μπῆ­κε ὁ θά­να­τος καὶ τὸ κα­κὸ στὸν κό­σμο.

Ὁ Θε­ὸς ἐ­ποί­η­σε τὰ πάν­τα «κα­λά λί­αν», δὲν εἶ­ναι δη­μι­ουρ­γός τοῦ κα­κοῦ. Τὸ κα­κὸ εἶ­ναι πα­ρά φύ­ση κα­τά­στα­ση καὶ μπῆ­κε στὸν κό­σμο ἀ­πὸ τὴν κα­κὴ χρή­ση τοῦ ἀν­τε­ξου­σί­ου τοῦ ἀν­θρώ­που.

Ὁ δι­ά­βο­λος εἶ­ναι δη­μι­ουρ­γὸς φι­λο­νι­κι­ῶν καὶ ἔ­χθρας με­τα­ξὺ τῶν ἀν­θρώ­πων. Χαί­ρε­ται μὲ τὶς ἔ­χθρες καὶ τὶς ὑ­πο­δαυ­λί­ζει μὲ κά­θε τρό­πο. Μὲ τὶς ὑ­πο­βο­λές του στὸν ἄν­θρω­πο, ὑ­πο­δαυ­λί­ζει τὰ πά­θη του καὶ τὸν κά­νει ἐ­χθρι­κὸ πρὸς τοὺς ἄλ­λους, ἀλ­λὰ καὶ πρὸς τὸν ἴ­διο τὸν ἑ­αυ­τό του. Οἱ τά­σεις αὐ­το­κτο­νί­ας, οἱ κα­τα­θλί­ψεις καί νευ­ρι­κὴ ἀ­νο­ρε­ξί­απα­ρα­βα­τι­κή καί ἀν­τι­κοι­νω­νι­κή συμ­πε­ρι­φο­ρά, εἶ­ναι κα­τα­στά­σεις ποὺ ἔ­χουν ἔν­το­νη συμ­με­το­χὴ δαι­μο­νι­κῶν ἐ­πη­ρει­ῶν. Γι᾿ αὐ­τὸ καὶ δὲν πρέ­πει νὰ ἀν­τι­με­τω­πί­ζον­ται μό­νο μέ ἰ­α­τρι­κὰ μέ­σα, ἀλ­λὰ καὶ μὲ πνευ­μα­τι­κά (ἐ­ξο­μο­λό­γη­ση, προ­σευ­χή, νη­στεί­α, ἱ­ε­ρο­πρα­ξί­ες, συμ­με­το­χὴ στὰ Μυ­στή­ρια κ.λπ.).

Οἱ δαί­μο­νες εἶ­ναι σκο­τει­νοὶ καὶ ἄ­γριοι. Λυσ­σο­μα­νοῦν κα­τὰ τοῦ ἀν­θρώ­που. Ἡ πα­ρου­σί­α τους φέρ­νει τα­ρα­χὴ καὶ φρί­κη στὸν ἄν­θρω­πο. Ὅ­ταν ἐμ­φα­νί­ζον­ται ὡς ἄγ­γε­λοι δη­μι­ουρ­γοῦν ἔ­παρ­ση σ᾿ αὐ­τὸν ποὺ ἐμ­φα­νί­ζον­ται. Ὅ­ταν ἀ­πο­κα­λυ­φθοῦν ἢ ἂν ἐ­πι­κα­λε­σθεῖ κα­νεὶς τὸν Χρι­στὸ ἢ τὴν Πα­να­γί­α, ἢ ἂν κά­νει κα­νεὶς τὸ ση­μεῖ­ον τοῦ σταυ­ροῦ, ἐ­ξα­φα­νί­ζον­ται ἀ­φή­νον­τας πί­σω, συ­νή­θως, μί­α πο­λὺ δυ­σά­ρε­στη ὀ­σμή.

Ὁ δι­ά­βο­λος εἶ­ναι «προ­σω­πι­κή» ὕ­παρ­ξη. Εἶ­ναι λά­θος νὰ πι­στεύ­ου­με ὅ­τι εἶ­ναι ἁ­πλὰ ἡ προ­σω­πο­ποί­η­ση τοῦ κα­κοῦ. Ὡς ὕ­παρ­ξη πι­στεύ­ει στὸ Θε­ὸ καὶ φρίτ­τει. (Πρβλ. «καὶ τὰ δαι­μό­νια πι­στεύ­ου­σι καὶ φρίτ­του­σι». (Ἰ­ακ. β΄ 19). Συ­νο­μι­λεῖ μὲ τὸν Ἰ­η­σοῦ Χρι­στό, τὸν φο­βᾶ­ται καὶ τὸν ὑ­πα­κού­ει. Γνω­ρί­ζει, πὼς θὰ ἔρ­θει ἡ ὥ­ρα τῆς τι­μω­ρί­ας του (Ματθ. η΄ 29). Εἶ­ναι κα­τ᾿ ἐ­ξο­χὴν ἀν­θρω­πο­κτό­νος. Ὑ­πο­δαυ­λί­ζει ὅ­λα τὰ ἀν­θρώ­πι­να πά­θη ποὺ φθεί­ρουν τὸ ἀν­θρώ­πι­νο σῶ­μα (κά­πνι­σμα, ἀλ­κο­όλ, ναρ­κω­τι­κά, δι­ά­φο­ρες κα­τα­χρή­σεις κ.λπ.). Τρέ­μει στὴν πα­ρου­σί­α ἁ­γί­ων ἀν­θρώ­πων ἢ λει­ψά­νων Ἁ­γί­ων, τοῦ Τι­μί­ου Σταυ­ροῦ, ἱ­ε­ρῶν πραγ­μά­των, εἰ­κό­νων, ἁ­για­σμοῦ, κ.λπ.).

Ὅ­σοι ἄν­θρω­ποι τὸν ἀ­κο­λου­θοῦν μὲ τὴ θέ­λη­σή τους, κά­νουν τὰ ἔρ­γα του καὶ γί­νον­ται παι­διά του. Ὁ Θε­ὸς τὸν ἔ­διω­ξε ἀ­πὸ τὴν Βα­σι­λεί­α Του καὶ γυ­ρο­φέρ­νει τώ­ρα ὡς λη­στὴς καὶ ὡς τύ­ραν­νος. Ὁ δι­ά­βο­λος μί­α φο­ρὰ ἁ­μάρ­τη­σε ὅ­ταν ἔ­πε­σε σὲ ὑ­πε­ρη­φά­νεια. Πα­ρα­μέ­νει ἔ­κτο­τε συ­νε­χῶς ἀ­με­τα­νό­η­τος καὶ μὲ τὶς πλα­νε­ρὲς συμ­βου­λὲς του, προ­σπα­θεῖ νὰ πα­ρα­σύ­ρει τὸν ἄν­θρω­πο στὴν ἁ­μαρ­τί­α. Βε­βαί­ως μὲ τὰ ψεύ­δη του ἐ­ξα­πα­τᾶ τὸν ἄν­θρω­πο καὶ τὸν πα­ρα­κι­νεῖ στὴν ἁ­μαρ­τί­α. Ὁ ἄν­θρω­πος, ἂν πα­ρα­συρ­θεῖ, τὴν δι­α­πράτ­τει. Ὁ δι­ά­βο­λος τοῦ σκο­τί­ζει τὸν λο­γι­σμὸ καὶ πα­ρου­σιά­ζει ἀρ­χι­κὰ τὶς συ­νέ­πει­ές της ἀ­σή­μαν­τες, γιὰ νὰ δι­ευ­κο­λύ­νει τὴν δι­ά­πρα­ξή της. Με­τὰ ὅ­μως τὴν δι­ά­πρα­ξή της, με­γεν­θύ­νει τὶς εὐ­θύ­νες καὶ τὶς συ­νέ­πει­ες τῆς ἁ­μαρ­τί­ας, προ­κει­μέ­νου νὰ ρί­ξει στὴν ἀ­πό­γνω­ση τὸν ἄν­θρω­πο. Πα­ρου­σιά­ζει δὲ τὴν με­τά­νοι­α δύ­σκο­λη καὶ ἄ­χρη­στη, δι­ό­τι δῆ­θεν ἔ­χει ἤ­δη συν­τε­λε­στεῖ τὸ κα­κὸ.

Ὁ δι­ά­βο­λος δὲν ἁ­μάρ­τη­σε «σω­μα­τι­κὰ», για­τί εἶ­ναι «ἄϋ­λος». Ἡ ἁ­μαρ­τί­α του εἶ­ναι ἡ  ὑ­πε­ρη­φά­νεια καὶ ἡ ἀν­ταρ­σί­α του ἐ­νάν­τια στὸ θέ­λη­μα τοῦ Θε­οῦ. Ἡ ἁ­μαρ­τί­α τοῦ ἀν­θρώ­που ἀν­τί­θε­τα, γί­νε­ται καὶ μὲ τὴ συμ­με­το­χὴ τοῦ σώ­μα­τος. Τὸ σῶ­μα ἁ­μαρ­τά­νει μὲ τὴν προ­τρο­πὴ τῆς ψυ­χῆς. Δὲν εἶ­ναι ὑ­πεύ­θυ­νο αὐ­τὸ γιὰ τὴν ἁ­μαρ­τί­α. Δὲν εἶ­ναι ἕ­δρα τοῦ κα­κοῦ ὅ­πως πολ­λοὶ προ­χρι­στι­α­νι­κοὶ φι­λό­σο­φοι ἰ­σχυ­ρί­ζον­ταν. Ἀν­τί­θε­τα εἶ­ναι «κα­λό λί­αν», για­τί βγῆ­κε ἀ­πὸ τὰ δη­μι­ουρ­γι­κὰ «χέ­ρια τοῦ Θε­οῦ».

Ἡ δι­α­φο­ρὰ τῆς ἀν­θρώ­πι­νης καὶ τῆς δαι­μο­νι­κῆς ἁ­μαρ­τί­ας, ἔγ­κει­ται στὴ δι­ά­πρα­ξη μὲ τὸ σῶ­μα. Ἀ­κρι­βῶς, ἡ μὴ ὕ­παρ­ξη τοῦ σώ­μα­τος ἐμ­πο­δί­ζει τὸν ἄν­θρω­πο, με­τὰ τὸν σω­μα­τι­κό του θά­να­το, νὰ κά­νει πρό­ο­δο εἴ­τε στὴν ἀ­ρε­τή, εἴ­τε στὴν κα­κί­α. Στὴν «μέ­ση κα­τά­στα­ση τῶν ψυ­χῶν» δὲν εἶ­ναι δυ­να­τὴ ἡ με­τά­νοι­α, δηλ. ἡ πρό­ο­δος πρὸς τὸ κα­λό, δι­ό­τι ὁ ἄν­θρω­πος δὲν εἶ­ναι «ἀ­κέ­ραι­ος», δὲν ἔ­χει σῶ­μα. Οὔ­τε ὅ­μως καὶ ἡ πρό­ο­δος πρὸς τὸ κα­κὸ εἶ­ναι δυ­να­τή. Ἡ «μέ­ση κα­τά­στα­ση τῶν ψυ­χῶν» εἶ­ναι κα­τά­στα­ση ἀ­να­μο­νῆς τῆς τε­λι­κῆς κρί­σε­ως τοῦ Θε­οῦ. Εἶ­ναι κα­τά­στα­ση «προ­γεύ­σε­ως» τοῦ Πα­ρα­δεί­σου ἢ τῆς Κο­λά­σε­ως πού πε­ρι­μέ­νει τὴν ψυ­χὴ.

Πρέ­πει ἀ­πε­ρί­φρα­στα νὰ το­νί­σου­με, ὅ­τι ἡ Ἐκ­κλη­σί­α ἀ­πα­γο­ρεύ­ει ὁ­ποι­α­δή­πο­τε  συμ­με­το­χὴ τῶν πι­στῶν σὲ πνευ­μα­τι­στι­κὲς συ­νε­δριά­σεις. Ἔ­τσι ἡ συμ­με­το­χὴ ἢ ἡ πα­ρα­κο­λού­θη­ση, ἔ­στω καὶ ἀ­πὸ ἁ­πλὴ πε­ρι­έρ­γεια, τε­λε­τῶν στὶς ὁ­ποῖ­ες γί­νε­ται ἐ­πί­κλη­ση πνευ­μά­των, εἶ­ναι μί­α πο­λὺ ἐ­πι­κίν­δυ­νη ἀ­πε­ρι­σκε­ψί­α. Πολ­λοὶ νέ­οι ἄν­θρω­ποι μὲ δι­ά­θε­ση πε­ρι­πέ­τειας, ἀ­να­ζη­τών­τας τὸ «πα­ρά­δο­ξο» ἢ τὸ «θαῦ­μα» βρί­σκον­ται  μπλεγ­μέ­νοι σὲ σκο­τει­νὰ δί­κτυ­α ἀ­δί­στα­κτων ἐκ­με­ταλ­λευ­τῶν. Ὅ­σοι μυ­οῦν­ται στὸν «σα­τα­νι­σμὸ» ὑ­πο­χρε­ώ­νον­ται νὰ γί­νουν χρῆ­στες ναρ­κω­τι­κῶν, ὥ­στε νὰ γί­νουν ἐ­ξαρ­τη­μέ­νοι καὶ νὰ μὴν μπο­ροῦν εὔ­κο­λα νὰ ξε­φύ­γουν.

Ὁ δι­ά­βο­λος εἶ­ναι πρό­σω­πο μὲ δι­κή του ἐ­νέρ­γεια, ἡ ὁ­ποί­α με­τα­δί­δε­ται σὲ ὅ­σους μὲ ὁ­ποι­ον­δή­πο­τε τρό­πο τὸν πλη­σιά­ζουν. Γι᾿ αὐ­τὸ ἐγ­κυ­μο­νεῖ με­γά­λους κιν­δύ­νους ἡ πα­ρα­κο­λού­θη­ση σα­τα­νι­στι­κῶν τε­λε­τῶν, ἀλ­λὰ ἀ­κό­μα καὶ ἡ ἀ­κρό­α­ση δη­μο­σί­ων ἐ­ξορ­κι­σμῶν, ὅ­ταν δὲν ἔ­χει κα­νεὶς τὴν κα­τάλ­λη­λη «θω­ρά­κι­ση χά­ρι­τος» καὶ ἄ­δεια ἀ­πὸ τὸν Πνευ­μα­τι­κό του.

Βέ­βαι­α στὶς μέ­ρες μας ἔ­χει ἀ­να­πτυ­χθεῖ σὲ πολ­λοὺς θε­ω­ρού­με­νους «Χρι­στι­α­νι­κοὺς κύ­κλους» μί­α πε­ρί­ερ­γη «σα­τα­νο­λο­γί­α». Εἴ­τε γιὰ λό­γους ἐν­τυ­πω­σια­σμοῦ καὶ ἐκ­φο­βι­σμοῦ ἀν­θρώ­πων μὲ ἐ­πι­φα­νεια­κὴ γνώ­ση θρη­σκευ­τι­κῶν θε­μά­των, εἴ­τε ἀ­κό­μα χει­ρό­τε­ρα, γιὰ συλ­λο­γὴ χρη­μά­των μὲ ἐκ­με­τάλ­λευ­ση τοῦ θρη­σκευ­τι­κοῦ συ­ναι­σθή­μα­τος. Ὁ­πωσ­δή­πο­τε οἱ κύ­κλοι αὐ­τοὶ ἔ­χουν στρε­βλή εἰ­κό­να τῆς πί­στης. Μί­α εἰ­κό­να στὴν ὁ­ποί­α κυ­ρια­ρχεῖ ἡ δρά­ση τῶν πο­νη­ρῶν πνευ­μά­των, ὁ ἐκ­φο­βι­σμὸς τῶν πι­στῶν καὶ ἡ ἀν­τί­δρα­ση τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μὲ τοὺς ἐ­ξορ­κι­σμούς.. Οἱ ἄν­θρω­ποι αὐ­τοὶ ἀ­σχο­λοῦν­ται, ὡς μὴ ἔ­πρε­πε, πε­ρισ­σό­τε­ρο μὲ τὸν δι­ά­βο­λο καὶ τὰ ἔρ­γα του καὶ λι­γό­τε­ρο μὲ τὸν Χρι­στὸ καὶ τὸν προ­σω­πι­κό τους ἁ­για­σμό.

Βε­βαί­ως ἡ Ἐκ­κλη­σί­α, ποὺ εἶ­ναι ὁ Χρι­στὸς «πα­ρα­τει­νό­με­νος εἰς τοὺς αἰ­ώ­νας» ὑ­πάρ­χει γιὰ νὰ κα­τα­λύ­ει τὰ ἔρ­γα τοῦ δι­α­βό­λου καὶ νὰ ἑ­νώ­νει τοὺς ἀν­θρώ­πους μὲ τὸν Θε­ό. Γιὰ τὸ ἔρ­γο αὐ­τὸ ἔ­χει τὴν δι­κή της μέ­θο­δο. Αὐ­τή, πε­ρι­λαμ­βά­νει καὶ ἐ­ξορ­κι­σμοὺς ἀ­πὸ ἐ­πί­λε­κτους ἁ­γί­ους ἀν­θρώ­πους, ἁ­γι­α­στι­κὲς πρά­ξεις, εἰ­δι­κὲς εὐ­χές, κα­θαρ­μοὺς κ.λπ.

Ὁ Χρι­στὸς μι­λών­τας στοὺς μα­θη­τές του γιὰ τὰ δαι­μό­νια ποὺ εἶ­χαν κα­τα­λά­βει τὸν νέ­ο τοῦ ση­με­ρι­νοῦ Εὐ­αγ­γε­λί­ου εἶ­πε: «τοῦ­το τὸ γέ­νος (δηλ. τῶν δαι­μό­νων), ἐν οὐδε­νί δύ­να­ται ἐ­ξελ­θεῖν, εἰ μὴ ἐν προ­σευ­χῇ καὶ νη­στεί­ᾳ». (Μάρκ. θ΄ 29).

Οἱ Πα­τέ­ρες, ποὺ εἶ­χαν δι­ά­κρι­ση τῶν πνευ­μά­των, ἑρ­μη­νεύ­ουν ὅ­τι τὸ πνεῦ­μα ποὺ δι­α­κα­τεῖ­χε τὸν νέ­ο τῆς ση­με­ρι­νῆς Εὐ­αγ­γε­λι­κῆς πε­ρι­κο­πῆς, ἦ­ταν «τὸ πνεῦ­μα τῆς ἀ­κο­λα­σί­ας», γι᾿ αὐ­τὸ καὶ ὁ Χρι­στὸς εἶ­πε ὅ­τι ἐ­ξέρ­χε­ται μό­νο «ἐν προ­σευ­χῇ καὶ νη­στεί­ᾳ». Ἡ προ­σευ­χὴ καὶ ἡ νη­στεί­α θε­ρα­πεύ­ουν τὴν ψυ­χὴ ἀ­πὸ τὰ πά­θη τῆς ἀ­κο­λα­σί­ας καὶ ἐ­ξου­δε­τε­ρώ­νουν τὴν ἐ­νέρ­γεια τῶν ἀν­τί­στοι­χων πο­νη­ρῶν πνευ­μά­των.

Χρει­ά­ζε­ται λοι­πὸν «δι­ά­κρι­ση πνευ­μά­των» καὶ ὄ­χι ἀ­δι­ά­κρι­τη προ­σέ­λευ­ση σὲ χώ­ρους ποὺ δι­α­βά­ζον­ται «δη­μο­σί­ως ἐ­ξορ­κι­σμοὶ». Αὐ­τὸ ση­μαί­νει ὅ­τι τὸ κέν­τρο τοῦ ἐν­δι­α­φέ­ρον­τός μας ὡς Χρι­στια­νῶν, πρέ­πει νὰ εἶ­ναι ὁ Χρι­στὸς καὶ πώς ἑ­νώ­νε­ται μὲ τοὺς ἀν­θρώ­πους. Ὄ­χι ὁ δι­ά­βο­λος καὶ ἡ δρά­ση του. Γιὰ τοὺς δαι­μο­νι­σμέ­νους, τοὺς ὁ­ποί­ους ἡ Ἐκ­κλη­σί­α δὲν ἀ­γνο­εῖ καὶ προ­σπα­θεῖ νὰ τοὺς θε­ρα­πεύ­σει, ἔ­χει τοὺς Ἁγί­ους της ποὺ ἔ­χουν εἰ­δι­κὴ κα­τὰ τῶν δαι­μό­νων χά­ρη. Γιὰ τοὺς ἐ­ξορ­κι­σμοὺς ἔ­χει ἐν­τε­ταλ­μέ­νους πρὸς τοῦ­το, ἐ­πί­λε­κτους κλη­ρι­κούς, ἐ­γνω­σμέ­νης ἁ­γι­ό­τη­τος καὶ ἀ­ψό­γου ἠ­θι­κῆς. Δι­ό­τι δι­α­φο­ρε­τι­κά, εἶ­ναι τό­ση ἡ ἀ­γρι­ό­τη­τα τῶν δαι­μο­νι­σμέ­νων καὶ τῶν δαι­μό­νων, ὥ­στε μπο­ροῦν νὰ προ­κα­λέ­σουν σω­μα­τι­κὲς βλά­βες ἀ­κό­μα καὶ θά­να­το σ᾿ αὐ­τὸν ποὺ θὰ τοὺς προ­κα­λέ­σει.

Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ πα­ρά­δειγ­μα εἶ­ναι τὸ πά­θη­μα τῶν υἱ­ῶν τοῦ Σκε­νᾶ, ποὺ ἀ­να­φέ­ρε­ται στὸ ιθ΄ Κε­φά­λαι­ο τῶν Πρά­ξε­ων τῶν Ἀ­πο­στό­λων, (βλ. Πρὰξ. Ιθ΄ 11, 12): «Δυ­νά­μεις τε οὐ τὰς τυ­χού­σας ἐ­ποίει ὁ Θε­ὸς διὰ τῶν χειρῶν Παύ­λου, ὥ­στε καὶ ἐ­πὶ τοὺς ἀ­σθε­νούν­τας ἐ­πι­φέ­ρε­σθαι ἀντ᾿ αὐ­τῶν», δηλ. ὁ Θε­ός, μὲ τὰ χέ­ρια τοῦ Παύ­λου, ἔ­κα­με θαύ­μα­τα ὄ­χι συ­νη­θι­σμέ­να. Οἱ ἄν­θρω­ποι ἔ­παιρ­ναν ἀ­κό­μα καὶ τὰ μαν­τή­λια τῆς κε­φα­λῆς ἢ τοῦ λαι­μοῦ, ποὺ εἶ­χε χρη­σι­μο­ποι­ή­σει ὁ Παῦ­λος καὶ τὰ ἔ­βα­ζαν πά­νω στοὺς ἀ­σθε­νεῖς. Αὐ­τοὶ γι­α­τρεὺ­ον­ταν ἀ­πὸ τὶς ἀ­σθέ­νει­ές τους καὶ τὰ πο­νη­ρὰ πνεύ­μα­τα ἔ­φευ­γαν ἀ­π᾿ αὐ­τούς. Με­ρι­κοὶ ἀ­πὸ τοὺς πε­ρι­ο­δεύ­ον­τες Ἰ­ου­δαί­ους ἐ­ξορ­κι­στὲς ἐ­πε­χεί­ρη­σαν νὰ χρη­σι­μο­ποι­ή­σουν τὸ ὄ­νο­μα τοῦ Κυ­ρί­ου Ἰ­η­σοῦ, σ᾿ αὐ­τοὺς ποὺ εἶ­χαν πνεύ­μα­τα πο­νη­ρὰ καὶ ἔ­λε­γαν: «Σᾶς ἐ­ξορ­κί­ζου­με στὸ ὄ­νο­μα τοῦ Ἰ­η­σοῦ ποὺ κη­ρύτ­τει ὁ Παῦ­λος». Αὐ­τὸ ἔ­κα­ναν καὶ οἱ ἑ­πτὰ γυιοὶ κά­ποι­ου Ἰ­ου­δαί­ου ἀρ­χι­ε­ρέ­α ὀ­νό­μα­τι Σκευ­ᾶ. Τὸ πο­νη­ρὸ πνεῦ­μα ὅ­μως τοὺς εἶ­πε: «τὸν Ἰ­η­σοῦν γι­νώσκω καὶ τὸν Παῦ­λον ἐ­πίστα­μαι· ὑ­μεῖς δὲ τι­νὲς ἔστε; Καὶ ἐ­φαλ­λόμε­νος ἐ­π᾿ αὐ­τοὺς ὁ ἄν­θρω­πος ἐν ᾦ ἥν τὸ πνεῦ­μα τὸ πο­νη­ρόν, καὶ κα­τα­κυ­ρι­εύ­σας αὐ­τῶν ἴσχυ­σεν κα­τ᾿ αὐ­τῶν, ὥ­στε γυ­μνοὺς καὶ τε­τραυ­μα­τι­σμένους ἐκ­φυ­γεῖν ἐκ τοῦ οἴ­κου ἐ­κεί­νου». (Πράξ. Ιθ΄ 13-16) δηλ. τὸν Ἰ­η­σοῦ τὸν γνω­ρί­ζω καὶ τὸν Παῦ­λο τὸν ξέ­ρω πο­λὺ κα­λά, ἐ­σεῖς ὅ­μως ποι­οὶ εἶ­στε; Καὶ ὁρ­μών­τας ἐ­πά­νω τους ὁ ἄν­θρω­πος μέ­σα στὸν ὁ­ποῖ­ο ἦ­ταν τὸ πο­νη­ρὸ πνεῦ­μα, τοὺς ἔ­ρρι­ξε κά­τω καὶ τοὺς κα­κο­ποί­η­σε τό­σο, ὥ­στε νὰ φύ­γουν ἀ­πὸ τὸ σπί­τι ἐ­κεῖ­νο γυ­μνοὶ καὶ τραυ­μα­τι­σμέ­νοι. Αὐ­τὸ ἔ­γι­νε γνω­στὸ σὲ ὅ­λους τούς κα­τοί­κους τῆς Ἐ­φέ­σσου Ἰ­ου­δαί­ους καὶ Ἕλ­λη­νες καὶ ὅ­λους τούς κυ­ρί­ε­ψε φό­βος καὶ ἔ­τσι δο­ξα­ζό­ταν τὸ ὄ­νο­μα τοῦ Κυ­ρί­ου Ἰ­η­σοῦ.

Ἑ­πο­μέ­νως, ὅ­λοι οἱ θρη­σκεύ­ον­τες, ὀ­φεί­λου­με νὰ ἀ­πο­σπά­σου­με τὴν προ­σο­χή μας ἀ­πὸ τὶς σα­τα­νο­λο­γί­ες καὶ νὰ τὴν προ­ση­λώ­σου­με στὸν Χρι­στό. Νὰ ἀ­δι­α­φο­ροῦ­με γιὰ τὸν δι­ά­βο­λο καὶ τὰ ἔρ­γα του καὶ νὰ μνη­μο­νεύ­ου­με συ­νε­χῶς τὸ ὄ­νο­μα τοῦ Χρι­στοῦ: «Κύ­ρι­ε Ἰ­η­σοῦ Χρι­στέ, υἱ­ὲ τοῦ Θε­οῦ ἐ­λέ­η­σόν με τὸν ἁ­μαρ­τω­λὸν». Αὐ­τὴ ἡ στρο­φὴ τῆς προ­σο­χῆς, ἡ ἀ­δι­α­φο­ρί­α γιὰ τὸν δι­ά­βο­λο καὶ ἡ δια­ρκὴς ἐ­πί­κλη­ση τοῦ ὀ­νό­μα­τος τοῦ Χρι­στοῦ, κο­νι­ορ­το­ποι­εῖ τὶς ἐ­πι­θέ­σεις τοῦ ὑ­πε­ρή­φα­νου δι­α­βό­λου.

Ὁ δι­ά­βο­λος δὲν ἦ­ταν κα­κὸς ἀ­πὸ τὴν φύ­ση του. Ἦ­ταν «κα­λό λί­αν» δη­μι­ούρ­γη­μα τοῦ Θε­οῦ, ἀλ­λὰ ἐ­ξα­χρει­ώ­θη­κε, ἀ­πὸ τὴν ἐ­λευ­θε­ρί­α τῆς βου­λή­σε­ώς του, λό­γῳ τῆς ὑ­πε­ρη­φά­νειάς του καὶ στὴ συ­νέ­χεια πα­γι­ώ­θη­κε στὸ κα­κό. Τὰ δι­ά­φο­ρα ὀ­νό­μα­τα, ποὺ ἔ­χουν κα­τὰ και­ροὺς χρη­σι­μο­ποι­η­θεῖ εἶ­ναι:

α. Λέ­γε­ται δι­ά­βο­λος για­τί δι­α­βάλ­λει-κα­τη­γο­ρεῖ τὸν ἄν­θρω­πο στὸ Θε­ὸ καὶ τὸ Θε­ὸ στὸν ἄν­θρω­πο. Ἐ­πί­σης, βά­ζει καὶ τοὺς ἀν­θρώ­πους νὰ ἀλ­λη­λο­κα­τη­γο­ροῦν­ται. Βά­ζει στὸν ἄν­θρω­πο λο­γι­σμοὺς βλά­σφη­μους γιὰ τὸν Θε­ὸ καὶ κα­κί­ας γιὰ τοὺς ἄλ­λους ἀν­θρώ­πους.

β. Λέ­γε­ται «σα­τᾶν» δηλ. ἀν­τι­κεί­με­νος, δι­ό­τι φέ­ρε­ται ἐ­χθρι­κὰ πρὸς τὸν ἄν­θρω­πο καὶ προ­σπα­θεῖ νὰ τὸν βλά­ψει. Προ­σπα­θεῖ κυ­ρί­ως νὰ σκο­τώ­σει τὸ σῶ­μα του. Ὑ­πῆρ­ξε ἐξ ἀρ­χῆς «ἀν­θρω­πο­κτό­νος», δι­ό­τι ἐ­φθό­νη­σε τὸν ἄν­θρω­πο γιὰ τὰ χα­ρί­σμα­τα ποὺ τοῦ ἔ­δω­σε ὁ Θε­ὸς καὶ ἔ­βα­λε σκο­πὸ νὰ τὸν σκο­τώ­σει. Μὲ τὴν ἀ­πά­τη καὶ τὸ ψέμ­μα τὸ πέ­τυ­χε.

Τὸ ὅ­τι οἱ ἀρ­χαῖ­οι θε­οὶ τῶν Ἑλ­λή­νων ἦσαν δαί­μο­νες, φαί­νε­ται ἀ­πὸ τὸ ὅ­τι μι­σοῦ­σαν καὶ κα­τα­τυ­ραν­νοῦ­σαν τοὺς ἀν­θρώ­πους. Τοὺς ζη­τοῦ­σαν ἀ­κό­μα καὶ ἀν­θρω­πο­θυ­σί­ες. Πολ­λοὶ Ἅ­γιοι, ὅ­πως εἶ­ναι γνω­στὸ ἀ­πὸ τὰ συ­να­ξά­ρια τους (π.χ. ἡ Ἁγ. Πα­ρα­σκευ­ή, Ἁγ.Μα­ρί­να) τοὺς ἀ­νάγ­κα­ζαν νὰ αὐ­το­α­πο­κα­λυ­φθοῦν καὶ τοὺς δι­έ­τα­ζαν νὰ φύ­γουν ἀ­πὸ τὰ εἴ­δω­λα ὅ­που κα­τοι­κοῦ­σαν. Φεύ­γον­τας ἔ­κα­ναν πο­λὺ θό­ρυ­βο θρυ­μα­τί­ζον­τάς τα.

γ. Λέ­γε­ται ἰ­σχυ­ρὸς, ὄ­χι για­τί εἶ­ναι, ἀλ­λὰ για­τί ἐ­μεῖς τὸν κά­νου­με ἰ­σχυ­ρό, δί­νον­τάς του δι­και­ώ­μα­τα στὴ ζω­ή μας, ὅ­ταν κά­νου­με τὸ θέ­λη­μά του.

δ. Λέ­γε­ται πο­νη­ρός, δι­ό­τι πράγ­μα­τι εἶ­ναι. Δρᾶ κρυ­βό­με­νος. Μὲ συ­νε­χεῖς δι­α­βο­λὲς καὶ ψεύ­δη προ­σπα­θεῖ νὰ πα­ρα­πλα­νᾶ τὸν ἄν­θρω­πο. Πό­τε σμι­κρύ­νον­τας καὶ πό­τε με­γε­θύ­νον­τας τὴν ση­μα­σί­α μί­ας πρά­ξε­ως.

ε. Λέ­γε­ται κο­σμο­κρά­το­ρας, για­τί κυ­ρια­ρχεῖ στοὺς πο­νη­ροὺς ἀν­θρώ­πους καὶ φαί­νε­ται νὰ κι­νεῖ τὰ νή­μα­τα τοῦ κό­σμου, ἐ­ξου­σι­ά­ζον­τας τὶς κο­σμι­κὲς βα­σι­λεῖ­ες.

στ. Τέ­λος λέ­γε­ται ἀ­πο­στά­της, για­τί ἀ­πο­στά­τη­σε ἀ­πὸ τὸν Θε­ὸ καὶ ἀ­πὸ ἄγ­γε­λος φω­τει­νὸς καὶ ἀ­γα­θός, ἔ­γι­νε δι­ά­βο­λος σκο­τει­νὸς καὶ πο­νη­ρός. Γνω­ρί­ζει τὸ τέ­λος του καὶ τὴν τι­μω­ρί­α του. Ἀλ­λὰ δὲν θέ­λει νὰ τὴν ὑ­πο­στεῖ μό­νος. Προ­σπα­θεῖ νὰ πα­ρα­σύ­ρει καὶ ἀν­θρώ­πους στὴν πα­ρά­τα­ξή του.

Οἱ Ἅγιοι ποὺ ἑ­νώ­θη­καν μὲ τὸν Χρι­στὸ καὶ πο­λε­μή­θη­καν πο­λὺ στὴν ζω­ή τους ἀ­πὸ τὸν δι­ά­βο­λο, γνω­ρί­ζουν κα­λὰ τὶς προ­σβο­λὲς καὶ τὶς με­θο­δεῖ­ες του.

Ὁ Ἀπ. Παῦ­λος ἀ­να­φε­ρό­με­νος στὶς με­θο­δεῖ­ες τοῦ δι­α­βό­λου λέ­ει: «οὐ γὰρ αὐ­τοῦ τὰ νο­ή­μα­τα ἁ­γνο­οῦ­μεν». (Β΄ Κο­ρινθ. β΄ 11) δηλ. γνω­ρί­ζου­με κα­λὰ τὶς ἐ­πι­δι­ώ­ξεις  του.

Τέ­λος, ἡ κα­λὴ γνώ­ση τοῦ λό­γου τοῦ Θε­οῦ καὶ τοῦ θε­λή­μα­τός του, χα­ρί­ζει καὶ τὴν ἀ­σφα­λῆ γνώ­ση τῶν με­θό­δων τοῦ δι­α­βό­λου. Βα­σι­σμέ­νοι στὴν πεί­ρα τῶν Ἁ­γί­ων Πα­τέ­ρων καὶ τὴν πα­ρά­δο­ση τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, μπο­ροῦ­με νὰ ἀ­να­φέ­ρου­με κά­ποι­ες βα­σι­κὲς ἀ­λή­θει­ες γιὰ τὴν δρά­ση τοῦ δι­α­βό­λου:

α. Οἱ δαί­μο­νες εἶναι πρό­σω­πα, ποὺ βρί­σκον­ται σὲ δι­ά­φο­ρους βαθ­μοὺς πο­νη­ρί­ας. Ὁ Κύ­ριος στὸ κα­τὰ Ματ­θαῖ­ον Εὐ­αγ­γέ­λιο λέ­γει: «Ὅ­ταν τὸ ἀ­κά­θαρ­το πνεῦ­μα βγεῖ ἀ­πὸ τὸν ἄν­θρω­πο «δι­έρ­χε­ται δι᾿ ἀ­νύ­δρων τό­πων ζη­τοῦν ἀ­νά­παυ­σιν» καὶ ἐ­πει­δὴ δὲν βρί­σκει, ἐ­πι­στρέ­φει στὸν τό­πο ἀ­πὸ ὅ­που βγῆ­κε. Ὅ­ταν βρεῖ τὸν τό­πο πά­λιν ἄ­δει­ο ἀ­πὸ τὴν χά­ρη τοῦ Θε­οῦ «πα­ρα­λαμ­βά­νει με­θ᾿ ἑ­αυ­τοῦ ἑ­πτὰ ἑ­πτὰ ἕτερα πνεύ­μα­τα πο­νη­ρό­τε­ρα ἑ­αυ­τοῦ καὶ εἰ­σελ­θόν­τα κα­τοι­κεῖ ἐ­κεῖ». (Ματθ. ιβ΄ 45).

β. Οἱ δαί­μο­νες ἔ­χουν δι­ά­φο­ρες νο­ο­τρο­πί­ες καί δι­δα­σκα­λί­ες, τὶς ὁ­ποῖ­ες προ­σπα­θοῦν νὰ με­τα­δώ­σουν στοὺς ἀν­θρώ­πους. Ὁ Ἀπ. Παῦ­λος γρά­φει γιὰ τοὺς ἀν­θρώ­πους τῶν ὑ­στέ­ρων και­ρῶν, ὅ­τι θὰ ἀ­πο­στα­τή­σουν ἀ­πὸ τὴν πί­στη «προ­σέ­χον­τες πνεύμα­σι πλά­νοις καὶ δι­δα­σκα­λί­ες δαι­μό­νων». (Α΄ Τιμ. δ΄ 1). Οἱ δι­δα­σκα­λί­ες με­τα­φέ­ρον­ται μέ­σῳ ψευ­δο­δι­δα­σκά­λων καὶ ψευ­δο­προ­φη­τῶν (π.χ. ὁ­ρι­σμέ­νοι ψευ­δο­δι­δά­σκα­λοι θὰ ἐμ­πο­δί­ζουν τοὺς Χρι­στια­νοὺς ἀ­πὸ τὸν γά­μο καὶ θὰ τοὺς συ­νι­στοῦν νὰ ἀ­πέ­χουν ἀ­πὸ ὁ­ρι­σμέ­νες τρο­φὲς, (βλ. Α΄ Τι­μοθ. δ΄ 1-5).

γ. Κα­τὰ τὸν ἅγιο Δι­ά­δο­χο Φω­τι­κῆς, ὑ­πάρ­χουν λε­πτοί δαί­μο­νες πού προ­σβάλ­λουν τὴν ψυ­χὴ καὶ ὑ­λο­δέ­στε­ροι πού πο­λε­μοῦν μέ­σῳ τοῦ σώ­μα­τος. Στὴ δι­ή­γη­ση τῆς γε­ρόν­τισ­σας Θε­ο­δώ­ρας (ποὺ ὑ­πῆρ­ξε νε­ω­κό­ρος στὸ μο­να­στή­ρι τοῦ ὁ­σί­ου Βα­σι­λεί­ου τοῦ Νέ­ου) πε­ρὶ τῶν ἐ­να­ε­ρί­ων τε­λω­νεί­ων ποὺ συ­νήν­τη­σε ἡ ψυ­χὴ της ὅ­ταν βγῆ­κε ἀ­πὸ τὸ σῶ­μα της, ἀ­να­φέ­ρον­ται 23 ὁ­μά­δες δαι­μό­νων, (23 τε­λώ­νεια). Οἱ δαί­μο­νες, λυσ­σασμέ­νοι ἀ­πὸ μί­σος, ἤ­λεγ­χαν τὶς ψυ­χὲς γιὰ τυ­χὸν ἁ­μαρ­τί­ες καὶ τὶς δι­εκ­δι­κοῦ­σαν ἀ­πὸ τοὺς δύ­ο Ἀγ­γέ­λους ποὺ τὴν συ­νό­δευ­αν.

δ. Ἀ­γω­γός τῆς δαι­μο­νι­κῆς ἐ­νέρ­γειας στὸν ἄν­θρω­πο εἶ­ναι οἱ αἰ­σθή­σεις καὶ ἡ φαν­τα­σί­α. Τὸ κοι­νὸ ποὺ ἔ­χουν οἱ δαί­μο­νες μὲ τοὺς ἀν­θρώ­πους εἶ­ναι ἡ φαν­τα­σί­α, τὴν ὁ­ποί­α ὅ­ταν δὲν προ­σέ­ξει κα­νείς, μπο­ρεῖ νὰ ὑ­πο­στεῖ με­γά­λες πνευ­μα­τι­κὲς βλά­βες. Ἡ πνευ­μα­τι­κὴ ζω­ὴ δὲν ἀ­να­πτύσ­σε­ται μὲ τὴν φαν­τα­σί­α. Ἀν­τί­θε­τα, ὅ­σο προ­χω­ροῦν οἱ πι­στοὶ στὸν ἁ­για­σμό, τό­σο ἀ­παλ­λάσ­σον­ται ἀ­πὸ τὴν ἐ­νέρ­γειά της. Ἡ εὐ­χὴ τοῦ Ἰ­η­σοῦ, ὅ­ταν χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται σω­στὰ ἀ­πὸ τοὺς πι­στούς, τοὺς θω­ρα­κί­ζει ἀ­πὸ κά­θε δαι­μο­νι­κὴ προ­σβο­λή.

ε. Ἡ νη­πτι­κὴ πα­ρά­δο­ση τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας, πού εἶ­ναι ἡ πεμ­πτου­σί­α τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας, ὀ­νο­μά­ζε­ται καὶ ἐ­πι­στή­μη τῶν λο­γι­σμῶν. Προ­σπα­θεῖ νὰ ἀ­νεύ­ρει τὶς αἰ­τί­ες τῶν λο­γι­σμῶν, τὴν σύν­δε­σή τους μὲ τὰ πά­θη, τὶς πνευ­μα­τι­κὲς ἀ­σθέ­νει­ες ποὺ προ­κα­λοῦν καὶ τὴν θε­ρα­πεί­α τους. (Ση­μεί­ω­ση: Νή­ψη ὀ­νο­μά­ζε­ται ἡ κα­τά­στα­ση πνευ­μα­τι­κῆς ἐ­γρή­γορ­σης τοῦ Χρι­στια­νοῦ).

Ὁ δι­ά­βο­λος ἐ­πι­δι­ώ­κει νὰ ἐ­πι­τύ­χει τὸν σκο­πό του, δηλ. νὰ ρί­ξει τὸν ἄν­θρω­πο στὴν ἁ­μαρ­τί­α, μὲ πολ­λοὺς τρό­πους. Ὁ Ἀπ. Παῦ­λος χρη­σι­μο­ποι­εῖ πο­λὺ ἐ­πι­τυ­χη­μέ­να τὸν ὅρο: «εὐ­πε­ρί­στα­τος ἁ­μαρ­τί­α» γιὰ νὰ προσ­δι­ο­ρί­σει τὴν ἁ­μαρ­τί­α ποὺ ἐ­λο­χεύ­ει σὲ πολ­λὲς πε­ρι­στά­σεις. Ὁ δι­ά­βο­λος στή­νει πα­γί­δες παν­τοῦ. Ἐκ­με­ταλ­λεύ­ε­ται τὰ ἀ­δύ­να­τα ση­μεῖ­α καὶ τὰ πά­θη τοῦ ἀν­θρώ­που, μὲ τὰ ὁ­ποί­α συμ­μα­χεῖ καὶ τὰ ὑ­πο­δαυ­λί­ζει. Κυ­ρί­ως ὑ­πο­δαυ­λί­ζει τὰ πά­θη ποὺ φθεί­ρουν τὸ σῶ­μα τοῦ ἀν­θρώ­που (κά­πνι­σμα, ἀλ­κο­όλ, πο­λυ­φα­γί­α, πο­λυ­πο­σί­α, ὑ­περ­κό­πω­ση κ.λπ.).

Ποι­ὰ εἶ­ναι τὰ βέ­λη τοῦ πο­νη­ροῦ; Πο­νη­ρὲς (σαρ­κι­κὲς) ἐ­πι­θυ­μί­ες, ἀ­κά­θαρ­τοι λο­γι­σμοί, θυ­μός, κα­κο­λο­γί­α, φθό­νος, ὀρ­γή, μί­σος, ζή­λει­ες, μνη­σι­κα­κί­α, φι­λαρ­γυ­ρί­α καὶ γε­νι­κὰ ρα­θυ­μί­α σὲ ὅ­λες τὶς ἐκ­δη­λώ­σεις. Ἂν καὶ πο­λύ­πλο­κες οἱ με­θο­δεῖ­ες του, ἐν  τού­τοις ἀ­πευ­θεί­ας οὔ­τε ἐκ­βιά­ζει, οὔ­τε ἀ­ναγ­κά­ζει. Μό­νο δε­λε­ά­ζει,ψεύ­δε­ται καί ἐ­ξα­πα­τᾶ. Ὅ­ταν ἀ­πο­τυγ­χά­νει νὰ πα­ρα­σύ­ρει τὸν ἄν­θρω­πο σὲ φα­νε­ρὲς ἁ­μαρ­τί­ες (πει­ρα­σμοὶ ἐξ ἀ­ρι­στε­ρῶν), τό­τε προ­σπα­θεῖ νὰ ρί­ξει τὸν ἄν­θρω­πο σὲ ὑ­πε­ρη­φά­νεια (πει­ρα­σμοὶ ἐκ δε­ξι­ῶν).

Ἀ­παν­τών­τας ὁ Χρι­στὸς στοὺς μα­θη­τές, για­τί δὲν μπό­ρε­σαν καὶ ἐ­κεῖ­νοι νὰ ἐκ­βάλ­λουν τὸ πο­νη­ρὸ «πνεῦ­μα», τοὺς ἀ­πε­κά­λυ­ψε τὰ μέ­σα μὲ τὰ ὁ­ποῖα ὁ ἄν­θρω­πος μπο­ρεῖ νὰ ἀ­παλ­λα­γεῖ ἀ­πὸ τὴν δαι­μο­νι­κὴ κυ­ρι­αρ­χί­α·: «ἡ προ­σευ­χὴ καὶ ἡ νη­στεί­α» εἶ­ναι τὰ ὅ­πλα, ποὺ κα­θο­ρί­ζον­ται ἀ­πὸ τὸν ἴ­διο τὸν Κύ­ριο, γιὰ μί­α νι­κη­φό­ρα μά­χη κα­τὰ τοῦ δι­α­βό­λου.

Τὰ ὅ­πλα αὐ­τὰ συ­νι­στῶν­ται ὅ­ταν οἱ μα­θη­τὲς πρέ­πει νὰ ἀν­τι­με­τω­πί­σουν τὸν Σα­τα­νᾶ μέ­σα στοὺς συ­ναν­θρώ­πους τους, ἀλ­λὰ καὶ ὅ­ταν θέ­λουν νὰ τὸν νι­κή­σουν μέ­σα στὸν ἴ­διο τὸν ἑ­αυ­τό τους.

Ἡ θε­ρα­πεί­α ποὺ πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­κε ἀ­πὸ τὸν Κύ­ριο εἶ­ναι μί­α ἀ­πε­λευ­θέ­ρω­ση, μία­ με­τά­βα­ση ἀ­πὸ τὴν κα­τά­στα­ση τῆς κυ­ρι­αρ­χί­ας τοῦ δι­α­βό­λου στὴν κα­τά­στα­ση τῆς χά­ρι­τος τοῦ Θε­οῦ. Εἶ­ναι ἡ σω­τη­ρί­α τοῦ ἀν­θρώ­που. Για­τί τό­τε μό­νο σώ­ζε­ται ὁ ἄν­θρω­πος καὶ ἡ ἀν­θρώ­πι­νη κοι­νω­νί­α, ὅ­ταν παύ­σουν νὰ εἶ­ναι στὴν ἐ­ξου­σί­α «τοῦ ἄρ­χον­τος τοῦ αἰ­ῶ­νος τού­του» καὶ ἐν­τα­χθοῦν στὸ σω­στι­κὸ χῶ­ρο τῆς Βα­σι­λεί­ας τοῦ Θε­οῦ.

Ὁ ἄν­θρω­πος πρέ­πει νὰ σω­θεῖ «ὁ­λό­κλη­ρος», δηλ. σῶμα καί ψυ­χή. Γι᾿ αὐ­τὸ καὶ ὁ Χρι­στὸς γιὰ νὰ τὸν σώ­σει, ἔ­γι­νε τέ­λει­ος ἄν­θρω­πος. Προ­σέ­λα­βε ὁ­λό­κλη­ρη τὴν ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση, καὶ σῶ­μα καὶ ψυ­χή, καὶ τὰ ἐ­θε­ρά­πευ­σε. Δι­ό­τι, ἂν ὁ Χρι­στὸς ἔ­παιρ­νε μό­νο τὸ ἀν­θρώ­πι­νο σῶ­μα, ὅ­πως δί­δα­σκε τὸν Δ΄ αἰ­ῶνα ὁ αἱ­ρε­σιά­ρχης Ἀ­πολ­λι­νά­ριος, θὰ ἕ­νω­νε μὲ τὸν Θε­ό, δηλ. θὰ ἔ­σω­ζε, μό­νο τὸ σῶ­μα. Ἂν πά­λι ἔ­παιρ­νε μό­νο τὴν ψυ­χὴ (πνεῦ­μα), θὰ ἔ­σω­ζε, μό­νο τὸ πνεῦ­μα. Προ­σέ­λα­βε ὅ­μως ἀμ­φό­τε­ρα σῶ­μα καὶ ψυ­χή, δηλ. ἔ­σω­σε καὶ ἐ­θε­ρά­πευ­σε ὁ­λό­κλη­ρο τὸν ἄν­θρω­πο σὰν ψυ­χο­σω­μα­τι­κὴ ἑ­νό­τη­τα.

Ἡ σω­τη­ρί­α δὲν εἶ­ναι μο­νο­με­ρὴς ἐ­νέρ­γεια τοῦ Θε­οῦ. Ἀ­παι­τεῖ καὶ τὴν συγ­κα­τά­θε­ση καὶ συ­νέρ­γεια τοῦ ἀν­θρώ­που. Εἶ­ναι ἀ­ναγ­καί­α ἡ προ­ε­τοι­μα­σί­α τοῦ ἀν­θρώ­που, γιὰ νὰ μπο­ρέ­σει νὰ δε­χθεῖ τὴν σω­στι­κὴ χά­ρη τοῦ Θε­οῦ. Γι᾿ αὐ­τὸ καὶ ὁ Κύ­ριος ζή­τη­σε ἀ­πὸ τὸν πα­τέ­ρα τοῦ δαι­μο­νι­σμέ­νου παι­διοῦ πί­στη.

Ἡ πί­στη, εἶ­ναι ἡ τα­πει­νὴ κα­τά­φα­ση τοῦ ἀν­θρώ­που στὴν ἀ­γά­πη τοῦ Θε­οῦ. Ὅ­πως τὸ ἄ­νοιγ­μα τοῦ ἠ­λε­κτρι­κοῦ δι­α­κό­πτη, ἀ­φή­νει νὰ εἰ­σβά­λει τὸ ἠ­λε­κτρι­κὸ ρεῦ­μα στὸ κύ­κλω­μα καὶ νὰ ἐ­νερ­γο­ποι­ή­σει ὅ­λες τὶς ἠ­λε­κτρι­κὲς συ­σκευ­ές, ἔ­τσι καὶ ἡ πί­στη, ἀ­φή­νει τὴν σω­στι­κὴ ἐ­νέρ­γεια τοῦ Θε­οῦ νὰ εἰ­σβά­λει καὶ νὰ ἐ­νερ­γο­ποι­ή­σει στὸν ἄν­θρω­πο τὰ χα­ρί­σμα­τα τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος. Στὴν προ­ε­τοι­μα­σί­α τοῦ ἀν­θρώ­που, γιὰ νὰ δέ­χε­ται ἀ­δι­ά­κο­πα τὴν χά­ρη τοῦ Θε­οῦ, βο­η­θά­ει ἡ ἀ­σκη­τι­κὴ πα­ρά­δο­ση καὶ ἐμ­πει­ρί­α τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας. Τὰ Μυ­στή­ρια τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας εἶ­ναι οἱ ἀ­γω­γοί τῆς θεί­ας Χά­ρι­τος. Ἡ με­τά­νοι­α καὶ ἡ ἐ­ξο­μο­λό­γη­ση συν­δέ­ει τοὺς πι­στοὺς μὲ τὸ σῶ­μα τοῦ Χρι­στοῦ, ὅ­πως ὁ μί­σχος συν­δέ­ει τὰ φύ­λλα μὲ τὸ κλα­δὶ καὶ μὲ τὸ δέν­δρο. Ἡ θεί­α Εὐ­χα­ρι­στί­α τρέ­φει πνευ­μα­τι­κά τούς πι­στούς, ὅ­πως οἱ χυ­μοὶ τοῦ δέν­δρου τὰ φύλ­λα καὶ τοὺς καρ­πούς του.

Ἡ ἄ­σκη­ση κα­τὰ τὴν διά­ρκεια τοῦ πνευ­μα­τι­κοῦ ἀ­γῶνα, ὄ­χι μό­νο τῶν μο­να­χῶν, ἀλ­λὰ καὶ ὅ­λων τῶν πι­στῶν, σὰν γυ­μνα­σί­α τῆς ψυ­χῆς καὶ τοῦ σώ­μα­τος κα­τὰ τῶν πα­θῶν καὶ πρὸς ἀ­πό­κτη­ση ἀ­ρε­τῶν, κρα­τᾶ συ­νε­χῶς τὸν πι­στὸ ἀ­νοι­κτὸ στὴ Θεί­α Χά­ρη. Δὲν εἶ­ναι μό­νο ἀρ­νη­τι­κή, ὡς συ­νε­χὴς πά­λη μὲ τὸν δι­ά­βο­λο καὶ ἀ­δι­ά­κο­πη ἀ­πό­κρου­ση τῶν προ­σβο­λῶν του, ἀλ­λὰ καὶ θε­τι­κή ὡς πνευ­μα­τι­κὴ ἀ­ναρ­ρί­χη­ση σὲ ὁ­λο­έ­να καὶ ὑ­ψη­λό­τε­ρες κο­ρυ­φὲς πνευ­μα­τι­κό­τη­τας, στὴν εἴ­σο­δο στὸν θεῖ­ο γνό­φο τῆς πα­ρου­σί­ας τοῦ Θε­οῦ καὶ ἐ­πι­κρὰ­τη­σης τοῦ Ἁ­γί­ου Θε­λή­μα­τός Του.

Γι᾿ αὐ­τὸ καὶ ἡ Ἐκ­κλη­σί­α χρη­σι­μο­ποι­εῖ τὰ ἴ­δια ὅ­πλα ποὺ μᾶς ὅ­ρι­σε ὁ Χρι­στός, ὡς τὰ πιὸ κα­τάλ­λη­λα ὅπλα αὐ­τοῦ τοῦ ἀ­γῶ­να. Ἄ­σκη­ση τῆς ψυ­χῆς εἶ­ναι ἡ προ­σευ­χή, ἡ ἀ­νά­τα­σή της στὸ ὕ­ψος τῆς Θεί­ας Με­γα­λωσύ­νης. Ἄ­σκη­ση τοῦ σώ­μα­τος εἶ­ναι ἡ νη­στεί­α. Ὄ­χι βε­βαί­ως μό­νο ὡς ἀ­πο­χὴ ἀ­πὸ δι­ά­φο­ρες τρο­φές, ἀλ­λὰ καὶ μὲ τὴν εὐ­ρύ­τε­ρη μορ­φὴ τῆς ἐγ­κρά­τειας σὲ ὅ­λες τὶς ἐκ­δη­λώ­σεις καὶ σὲ ὅ­λες τὶς αἰ­σθή­σεις. Μὲ τὴν ἐγ­κρά­τεια βο­η­θεῖ­ται τὸ σῶ­μα νὰ ἀ­κο­λου­θή­σει τὴν ψυ­χὴ στὶς πνευ­μα­τι­κές της ἀ­να­βά­σεις. Ἔ­τσι ἡ προ­σευ­χὴ καὶ ἡ νη­στεί­α, δὲν γί­νον­ται μό­νο τὰ ὅ­πλα μας στὴν ἀ­πό­κρου­ση τῶν προ­σβο­λῶν τοῦ δι­α­βό­λου, ἀλ­λὰ καί τὰ φτε­ρὰ ποὺ μᾶς ἀ­νε­βά­ζουν στὸ θρό­νο τοῦ Θε­οῦ καὶ μᾶς κα­τα­ξι­ώ­νουν σὲ «τέ­κνα τοῦ Θε­οῦ» καὶ με­τό­χους τῆς Βα­σι­λεί­ας Του.

ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 12 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ

15(Μτθ. ιζ´ 14-23)
Τώ καιρώ εκείνω, άνθρωπός τις προσήλθε τώ ᾿Ιησού γονυπετών αυτόν καί λέγων• Κύριε, ελέησόν μου τόν υιόν, ότι σεληνιάζεται καί κακώς πάσχει• πολλάκις γάρ πίπτει εις τό πύρ καί πολλάκις εις τό ύδωρ. Καί προσήνεγκα αυτόν τοίς μαθηταίς σου, καί ουκ ηδυνήθησαν αυτόν θεραπεύσαι. ᾿Αποκριθείς δέ ο ᾿Ιησούς είπεν• ῏Ω γενεά άπιστος καί διεστραμμένη! έως πότε έσομαι μεθ᾿ υμών;

῞Εως πότε ανέξομαι υμών; Φέρετέ μοι αυτόν ώδε. Καί επετίμησεν αυτώ ο ᾿Ιησούς, καί εξήλθεν απ᾿ αυτού τό δαιμόνιον καί εθεραπεύθη ο παίς από τής ώρας εκείνης. Τότε προσελθόντες οι μαθηταί τώ ᾿Ιησού κατ᾿ ιδίαν είπον• Διατί ημείς ουκ ηδυνήθημεν εκβαλείν αυτό; ῾Ο δέ ᾿Ιησούς είπεν αυτοίς• Διά τήν απιστίαν υμών. ᾿Αμήν γάρ λέγω υμίν, εάν έχητε πίστιν ως κόκκον σινάπεως, ερείτε τώ όρει τούτω, μετάβηθι εντεύθεν εκεί, καί μεταβήσεται, καί ουδέν αδυνατήσει υμίν. Τούτο δέ τό γένος ουκ εκπορεύεται ει μή εν προσευχή καί νηστεία.

᾿Αναστρεφομένων δέ αυτών εις τήν Γαλιλαίαν είπεν αυτοίς ο ᾿Ιησούς• Μέλλει ο Υιός τού ανθρώπου παραδίδοσθαι εις χείρας ανθρώπων καί αποκτενούσιν αυτόν, καί τή τρίτη ημέρα εγερθήσεται.

Απόδοση στή νεοελληνική
Εκείνο τόν καιρό, πλησίασε τόν ᾿Ιησού ένας άνθρωπος, γονάτισε μπροστά του καί τού είπε• «Κύριε, σπλαχνίσου τόν γιό μου, γιατί είναι επιληπτικός καί υποφέρει• πολλές φορές μάλιστα πέφτει στή φωτιά καί στό νερό. Τόν έφερα στούς μαθητές σου, αλλά δέν μπόρεσαν νά τόν θεραπεύσουν». ῾Ο ᾿Ιησούς απάντησε• «Γενιά άπιστη καί διεφθαρμένη, ώς πότε θά είμαι μαζί σας;

῝Ως πότε θά σάς ανέχομαι; Φέρτε τόν μου εδώ». ῾Ο ᾿Ιησούς επιτίμησε τό δαιμόνιο, καί βγήκε απ᾿ αυτόν• από κείνη τήν ώρα τό παιδί γιατρεύτηκε. Πήγαν τότε ιδιαιτέρως στόν ᾿Ιησού οι μαθητές καί τόν ρώτησαν• «Γιατί εμείς δέν μπορέσαμε νά τό βγάλουμε;» «᾿Εξαιτίας τής απιστίας σας», τούς είπε ο ᾿Ιησούς. «Σάς βεβαιώνω πώς, άν έχετε πίστη έστω καί σάν κόκκο σιναπιού, θά λέτε σ᾿ αυτό τό βουνό “πήγαινε από δώ εκεί”, καί θά πηγαίνει• καί τίποτα δέν θά είναι αδύνατο γιά σάς. Αυτό τό δαιμονικό γένος δέν βγαίνει παρά μόνο μέ προσευχή καί νηστεία».

᾿Ενώ οι μαθητές περιέρχονταν τή Γαλιλαία, τούς είπε ο ᾿Ιησούς• «῾Ο Υιός τού ᾿Ανθρώπου πρόκειται νά παραδοθεί σέ χέρια ανθρώπων• θά τόν θανατώσουν, καί τήν τρίτη μέρα θά αναστηθεί».

Άγιοι Φώτιος και Ανίκητος

Πῦρ Ἀνίκητον συμφλέγει τῷ Φωτίῳ,
Οὓς φωτὸς οἶκος ὡς ἀνικήτους φέρει.
Πῦρ κατὰ δωδεκάτην κτάνε Φώτιον ἠδ' Ἀνίκητον.

Ο Φώτιος ήταν ανεψιός του Ανίκητου. Κατάγονταν και οι δύο από τη Νικομήδεια. Όταν ο Διοκλητιανός θέλησε να κινήσει διωγμό κατά των χριστιανών, μίλησε μπροστά στη Σύγκλητο με τους πιο υβριστικούς λόγους εναντίον τους. Εκεί ήταν παρών και ο Ανίκητος, που όταν άκουσε αυτά τα λόγια του βασιλιά, όχι μόνο δεν φοβήθηκε, αλλά σηκώθηκε με θάρρος, δήλωσε ότι είναι χριστιανός και είπε στο Διοκλητιανό: «Πλανάσαι, βασιλιά, αν νομίζεις ότι με τα μέτρα κατά των Χριστιανών θα πετύχεις τους ασεβείς σκοπούς σου. Μάθε ότι οι χριστιανοί αποτελούν σήμερα την υγιέστερη μερίδα της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Και θα ήταν ανόητοι και αναίσθητοι αν πίστευαν στα είδωλα. Γι' αυτό όποια μέτρα και αν πάρεις εναντίον τους, στο τέλος ζημιωμένος θα είσαι εσύ, ενώ αυτοί ένδοξοι μάρτυρες». Ο Διοκλητιανός, προσβεβλημένος από την παρατήρηση του Ανίκητου, διέταξε και τον έριξαν τροφή σε ένα τρομερό λιοντάρι. Αλλά το λιοντάρι σταμάτησε την άγρια ορμή του και ημέρεψε σαν πρόβατο. Τότε έγινε μεγάλος σεισμός και συνετρίβησαν πολλά ειδωλολατρικά αγάλματα. Κατόπιν τον έβαλαν σε τροχό με αναμμένη φωτιά από κάτω. Αλλά ω του θαύματος, ο τροχός σταμάτησε και η φωτιά έσβησε. Τότε έτρεξε και τον αγκάλιασε ο ανεψιός του Φώτιος. Μόλις είδαν αυτό οι ειδωλολάτρες, έδεσαν και τους δύο μέσα στο λεγόμενο λουτρό του Αντωνίου. Και αφού υπερθέρμαναν το νερό, παρέδωσαν και οι δύο ένδοξα το πνεύμα τους.

Ἀπολυτίκιον  (Κατέβασμα)
Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Θείας πίστεως, τὴ συμφωνία, τὴν οἰκείωσιν, τῆς συγγενείας, δι' ἀγώνων ἱερῶν ἐλαμπρύνατε, θεομακάριστε Μάρτυς Ἀνίκητε, σὺν τῷ Φωτίῳ φωτὸς τῷ θεράποντι. Ἀλλὰ αἰτήσασθε, δοθήναι πταισμάτων ἄφεσιν, τοὶς μέλπουσιν ὑμῶν τὴν θείαν ἄθλησιν.

Κάθισμα
Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Καταβαλόντες τοῦ ἐχθροῦ τὰς ἐπάρσεις, τῇ καρτερίᾳ τῶν δεινῶν ἀθλοφόροι, τὸν οὐρανὸν ᾠκήσατε γηθόμενοι, Φώτιε ἀοίδιμε, καὶ Ἀνίκητε μάκαρ· ὅθεν μακαρίζεσθε, εἰς αἰῶνας αἰῶνος, ὑπὲρ ἡμῶν πρεσβεύοντες Χριστῷ, τῶν ἐκτελούντων ὑμῶν τὰ μνημόσυνα.




Οπτικοακουστικό Υλικό
media
Ακούστε το απολυτίκιο!

Συναξαριστής 12 Αυγούστου 2012


Οἱ Ἅγιοι Φώτιος καὶ Ἀνίκητος

Ὁ Φώτιος ἦταν ἀνεψιὸς τοῦ Ἀνίκητου. Κατάγονταν καὶ οἱ δυὸ ἀπὸ τὴν Νικομήδεια. Ὅταν ὁ Διοκλητιανὸς θέλησε νὰ κινήσει διωγμὸ κατὰ τῶν χριστιανῶν, μίλησε μπροστὰ στὴ Σύγκλητο μὲ τοὺς πιὸ ὑβριστικοὺς λόγους ἐναντίον τους.

Ἐκεῖ ἦταν παρὼν καὶ ὁ Ἀνίκητος, ποὺ ὅταν ἄκουσε αὐτὰ τὰ λόγια του βασιλιᾶ, ὄχι μόνο δὲν φοβήθηκε, ἀλλὰ σηκώθηκε μὲ θάρρος, δήλωσε ὅτι εἶναι χριστιανὸς καὶ εἶπε στὸ Διοκλητιανό: «Πλανᾶσαι, βασιλιά, ἂν νομίζεις ὅτι μὲ τὰ μέτρα κατὰ τῶν Χριστιανῶν θὰ πετύχεις τοὺς ἀσεβεῖς σκοπούς σου. Μάθε ὅτι οἱ χριστιανοὶ ἀποτελοῦν σήμερα τὴν ὑγιέστερη μερίδα τῆς ρωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας. Καὶ θὰ ἦταν ἀνόητοι καὶ ἀναίσθητοι ἂν πίστευαν στὰ εἴδωλα. Γι᾿ αὐτὸ ὅποια μέτρα καὶ ἂν πάρεις ἐναντίον τους, στὸ τέλος ζημιωμένος θὰ εἶσαι ἐσύ, ἐνῷ αὐτοὶ ἔνδοξοι μάρτυρες».

Ὁ Διοκλητιανός, προσβεβλημένος ἀπὸ τὴν παρατήρηση τοῦ Ἀνίκητου, διέταξε καὶ τὸν ἔριξαν τροφὴ σὲ ἕνα τρομερὸ λιοντάρι. Ἀλλὰ τὸ λιοντάρι σταμάτησε τὴν ἄγρια ὁρμή του καὶ ἡμέρεψε σὰν πρόβατο. Τότε ἔγινε μεγάλος σεισμὸς καὶ συνετρίβησαν πολλὰ εἰδωλολατρικὰ ἀγάλματα. Κατόπιν τὸν ἔβαλαν σὲ τροχὸ μὲ ἀναμμένη φωτιὰ ἀπὸ κάτω. Ἀλλ᾿ ὢ τοῦ θαύματος, ὁ τροχὸς σταμάτησε καὶ ἡ φωτιὰ ἔσβησε.

Τότε ἔτρεξε καὶ τὸν ἀγκάλιασε ὁ ἀνεψιός του Φώτιος. Μόλις εἶδαν αὐτὸ οἱ εἰδωλολάτρες, ἔδεσαν καὶ τοὺς δυὸ μέσα στὸ λεγόμενο λουτρὸ τοῦ Ἀντωνίου. Καὶ ἀφοῦ ὑπερθέρμαναν τὸ νερό, παρέδωσαν καὶ οἱ δυὸ ἔνδοξα τὸ πνεῦμα τους.


 

 
Ὁ Ὅσιος Παλάμων

Ἦταν γέροντας καὶ σοφὸς διδάσκαλος τοῦ μεγάλου Παχωμίου (15 Μάιου). Ἀπεβίωσε εἰρηνικά.


 

 
Οἱ Ἅγιοι 12 Στρατιῶται Μάρτυρες ἀπὸ τὴν Κρήτη

Μαρτύρησαν διὰ ξίφους.


 


Ὁ Ὅσιος Κάστωρ
Ἀπεβίωσε εἰρηνικά.


 

 
Οἱ Ἅγιοι Πάμφιλος καὶ Καπίτων

Μαρτύρησαν διὰ ξίφους.



 
Οἱ Ὅσιοι Σέργιος καὶ Στέφανος

Ἀπεβίωσαν εἰρηνικά.

Ἐρώτηση: Περί ἐξοδίου ἀκολουθίας


πηγή

Ἐρώτηση
«Ἄκουσα σὲ ἐξόδιο ἀκολουθία ἀπὸ ἱερέα θεολόγο στὸ τέταρτο νεκρώσιμο εὐλογητάριο νὰ ἀντικαθιστᾶ τὴ φράση «πάντα τὰ ἐγκλήματα», μὲ τὴ φράση «πάντα τ᾿ ἁμαρτήματα». Κατὰ πόσο εἶναι σωστό, ἢ ἐπιτρεπτό»;
Ἀπάντηση:
Τό ἐρώτημα ἔχει δύο παραμέτρους:
α) Τήν φιλολογική : ποιά ἡ σημασία τῶν λέξεων ἔγκλημα καί ἁμάρτημα;
Ἡ λέξη «ἔγκλημα» παράγεται ἀπό τό ρῆμα ἐγκαλέω-ῶ πού σημαίνει «κατηγορῶ, καταγγέλλω, μέμφομαι».
Ἐτυμολογικῶς εἶναι σύνθετη ἀπό τήν πρόθεση ἐν καί τό ρῆμα καλέω-ῶ. Ἑπομένως ἔγκλημα σημαίνει κατηγορία, καταγγελία, ἐνοχοποίηση, μομφή, παράπονο. Στήν ἐποχή μας ἔχει ταυτισθεῖ ἡ ἔννοια τοῦ ἐγκλήματος μέ τό φόνο. Ἐνδεχομένως γι᾿ αὐτό κάποιοι ἱερεῖς ἀλλάζουν τή λέξη. Ὅμως δέν πρέπει νά ὑπάρχει σύγχυση ἤ παρερμηνεία λέξεων καί ἐννοιῶν, διότι τότε ὁ καθένας θά κάνει ὅ, τι θέλει.
Ἡ λέξη «ἁμάρτημα» παράγεται ἀπό τό ρῆμα ἁμαρτάνω πού σημαίνει «ἀποτυγχάνω, ἀστοχῶ, σφάλλω, χάνω κάτι, πράττω τό κακό». Ἐτυμολογικῶς ἡ λέξη ἁμαρτάνω εἶναι σύνθετη ἀπό τό α τό στερητικό καί τήν ρίζα σμαρτ. Τό σ δείχνει ὅτι ἡ λέξη δασύνεται, ἐνῶ τό -μαρ παραπέμπει στό –μερ (μείρω, μέρος). Ἑπομένως ἁμαρτάνω σημαίνει κατ᾿ οὐσίαν ἀμοιρῶ, εἶμαι ἀμέτοχος. Ἄρα ἁμάρτημα σημαίνει ἀποτυχία, σφάλμα, μή μετοχή σέ κάτι.

β) Τήν θεολογική: Εἶναι ἐπιτρεπτό νά ἀλλάζει ὁ ἱερέας τή λέξη ἐπειδή δέν τήν κατανοεῖ ;
Ἄν λάβουμε ὑπόψιν τίς παραπάνω ἑρμηνεῖες, προσδίδοντας θεολογικό περιεχόμενο, θά λέγαμε τά ἑξῆς:
Ἡ λέξη «ἔγκλημα» ἐκφράζει τήν κατηγορία, τήν παιδαγωγική μομφή, ἀλλά καί τό ἀγαπητικό παράπονο πού μοῦ ἀπευθύνει ὁ Θεός γιά κάθε μου πράξη, λόγο, λογισμό, ἤ σκέψη ( Ἀδάμ ποῦ εἶ;) πού ἦταν ἀντίθετη στό θέλημα τοῦ Θεοῦ, διά τοῦ ὁποίου μέ καλεῖ σέ ἀπολογία ἐπί τοῦ φοβεροῦ Βήματός Του (καλήν ἀπολογίαν τήν ἐπί τοῦ φοβεροῦ βήματος τοῦ Χριστοῦ αἰτησώμεθα). Χαρακτηριστική ἐπίσης εἶναι ἡ σχετική πρόταση "ταῖς τῆς Θεοτόκου πρεσβείαις Ἐλεῆμον ἐξάλειψον τά πλήθη τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων", πού βοηθᾶ στήν ἐν λόγῳ κατανόηση.

Ἐνῶ τό «ἁμάρτημα» ἐκφράζει τό σφάλμα μου, τό ἀκούσιο ἤ τό ἑκούσιο, τό ὁποῖο δέν εἶναι ἕνα ἁπλό ἀσήμαντο λάθος, μία ἀβλεψία, μία ἐπιπολαιότητα, ἀλλά ἔχει τέτοια βαρύτητα πού μέ καθιστᾶ ἄμοιρο, δηλ. ἀμέτοχο τῆς ἀκτίστου χάριτος τοῦ Θεοῦ. Ἀποτελεῖ τήν ἀποτυχία διατηρήσεως τῆς ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι σχέσεώς μου μέ τόν Θεό.

Τό ἴδιο θέμα προκύπτει καί μέ τή λέξη "μαλακία" πού ἀμαθῶς ἀντικαθίσταται μέ τή γενική λέξη ''ἀσθένεια'' ἤ τή λέξη "γαμοῦντες" καί τίς σχετικές πού ἀντικαθίστανται, ἐνίοτε καλοπροαιρέτως, μέ διάφορες ἄλλες ἄσχετες, διότι παρερμηνεύονται μέ τή σημερινή νέα χυδαία σημασία.

Εἰδικά οἱ ἱερεῖς ὀφείλουν νά ἔχουν τή στοιχειώδη ταπείνωση νά μήν ἀλλάζουν ὅ,τι δέν καταλαβαίνουν, ἀπό λέξεις μέχρι κανόνες καί δόγματα, ἀλλά νά προσπαθοῦν νά βλέπουν τό νόημα πού ἡ Ἐκκλησία δίνει, μέσα ἀπό τίς ἁγιοπατερικές ἑρμηνεῖες. Π.χ. εἶναι ἀσύλληπτα μεγάλη βοήθεια μεταξύ ἄλλων, τά ἑρμηνευτικά ἔργα τοῦ ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἀγιορείτου πάνω στούς κανόνες τῶν δεσποτικοθεομητορικῶν ἑορτῶν ἤ στή Μεγάλη Ἑβδομάδα ἤ στίς ἐπιστολές τοῦ Ἀπ. Παύλου. Κάλλιστα, γιά νά καταλαβαίνει τό ποίμνιο, θά μποροῦσαν νά γινόντουσαν συστηματικά ἑρμηνευτικά κηρύγματα ἐπί τῶν διαφόρων ἀκολουθιῶν ἤ μυστηρίων τῆς Ἐκκλησίας μας, βάσει τῶν λόγων τῶν ἁγίων μας. Τί πιό ἀκίνδυνο καί σίγουρο!

Πάντως σέ καμιά περίπτωση θεόπνευστες λέξεις τῶν τροπαρίων μας δέν ἀντικαθίστανται ἀπό ἄλλες παρόμοιες λέξεις. Ἀποτελεῖ ἄν μή τι ἄλλο ὕβρη!

Εκεί που η ψυχή χαίρεται, εκεί που ευφραίνεται, που ποτέ δεν χορταίνει.. Γέρων Πορφύριος

πηγή

 Γέροντας Πορφύριος (1906-1999)
Ο Χριστός θέλει κι ευχαριστείται να σκορπάει τη χαρά, να
 πλουτίζει τους πιστούς Του με χαρά. Εύχομαι "ίνα η χαρά
 υμών η πεπληρωμένη". Αυτή είναι η θρησκεία μας. Εκεί 
πρέπει να πάμε. Ο Χριστός είναι ο Παράδεισος, παιδιά μου.
 Τι είναι Παράδεισος; Ο Χριστός είναι. Από 'δω αρχίζει ο 
Παράδεισος. Είναι ακριβώς το ίδιο. Όσοι εδώ στη γη ζουν
 τον Χριστό, ζουν τον Παράδεισο. Έτσι είναι, που σας το
 λέγω. Είναι σωστό, αληθινό αυτό, πιστέψτε με!
Έργο μας είναι προσπαθούμε να βρούμε έναν τρόπο να μπούμε 
μέσα στο φως του Χριστού. Δεν είναι να κάνει κανείς τα 
τυπικά. Η ουσία είναι να είμαστε μαζί με τον Χριστό. Να
 ξυπνήσει η ψυχή και ν' αγαπήσει τον Χριστό, να γίνει αγία. 
Να επιδοθεί στο θείο έρωτα. Έτσι θα μας αγαπήσει κι
 Εκείνος. Θα είναι τότε η χαρά αναφαίρετη. Αυτό θέλει πιο
 πολύ ο Χριστός, να μας γεμίζει από χαρά, διότι είναι η πηγή
 της χαράς...
...Ο έρωτας προς τον Χριστό είναι κάτι άλλο. Δεν έχει 
τέλος, δεν έχει χορτασμό. Δίνει ζωή, δίνει σθένος, δίνει 
υγεία, δίνει, δίνει, δίνει... Κι όσο δίνει, τόσο πιο πολύ ο 
άνθρωπος θέλει να ερωτεύεται. Ενώ ο ανθρώπινος 
έρωτας μπορεί να φθείρει τον άνθρωπο, να τον τρελάνει.
 Όταν αγαπήσομε τον Χριστό, όλες οι άλλες αγάπες 
υποχωρούν. Οι άλλες αγάπες έχουν κορεσμό. 
Η αγάπη του Χριστού δεν έχει κορεσμό...

...Ο άνθρωπος έχει τέτοιες δυνάμεις, ώστε να μπορεί 
να μεταδώσει το καλό ή το κακό στο περιβάλλον του. 
\Αυτά τα θέματα είναι πολύ λεπτά. Χρειάζεται μεγάλη 
προσοχή. Πρέπει να βλέπομε το καθετί με αγαθό 
τρόπο. Τίποτα το κακό να μη σκεπτόμαστε για τους
 άλλους. Κι ένα βλέμμα κι ένας στεναγμός επιδρά
 στους συνανθρώπους μας. Και η ελάχιστη αγανάκτηση
 κάνει κακό. Να έχομε μέσα στην ψυχή μας αγαθότητα 
κι αγάπη. Αυτά να μεταδίδομε. Να προσέχομε να μην
 αγανακτούμε για τους ανθρώπους που μας βλάπτουν,
 μόνο να προσευχόμαστε γι' αυτούς με αγάπη. 
Ό,τι κι αν κάνει ο συνάνθρωπός μας, ποτέ να μη 
σκεπτόμαστε κακό γι' αυτόν. Πάντοτε να ευχόμαστε
 αγαπητικά. Πάντοντε να σκεπτόμαστε το καλό. [...] 
Όταν κακομελετάμε, κάποια κακή δύναμη βγαίνει
 από μέσα μας και μεταδίδεται στον άλλον, όπως 
μεταφέρεται η φωνή με τα ηχητικά κύματα, και όντως 
ο άλλο παθαίνει κακό. Γίνεται κάτι σαν βασκανία, όταν
 ο άνθρωπος έχει για τους άλλους κακούς λογισμούς...
 Δεν προκαλεί ο Θεός το κακό αλλά η κακία των 
ανθρώπων. Δεν τιμωρεί ο Θεός, αλλά η δική μας
 κακή διάθεση μεταδίδεται στην ψυχή του άλλου 
μυστηριωδώς και κάνει το κακό. Ο Χριστός ποτέ
 δεν θέλει το κακό. Αντίθετα παραγγέλλει:
 "Ευλογείτε τους καταρωμένους υμάς..."
Μέσα μας υπάρχει ένα μέρος της ψυχής που λέγεται
 "ηθικολόγος". Αυτός ο "ηθικολόγος", όταν βλέπει 
κάποιον να παρεκτρέπεται, επαναστατεί, ενώ πολλές
 φορές αυτός που κρίνει έχει κάνει την ίδια παρεκτροπή.
 Δεν τα βάζει όμως με τον εαυτό του αλλά με τον άλλον.
 Κι αυτό δεν το θέλει ο Θεός. Λέει ο Χριστός
 στο Ευαγγέλιο: "Ο ουν διδάσκων έτερον σεαυτόν
 ου διδάσκεις; Ο κηρύσσων μη κλέπτειν, κλέπτεις;"
. Μπορεί να μην κλέπτομε, όμως φονεύομε.
 Κακίζουμε τον άλλον κι όχι τον εαυτό μας
. Λέμε, π.χ. "Έπρεπε να κάνεις αυτό. Δεν το έκανες,
 να τι έπαθες!". Στην πραγματικότητα, επιθυμούμε 
να πάθει ο άλλος κακό. Όταν σκεπτόμαστε το κακό,
 τότε μπορεί πράγματι να συμβεί. [...] Είναι δυνατόν 
να πει κάποιος: "έτσι που φέρεται ο τάδε θα τιμωρηθεί
 απ' τον Θεό" και να νομίζει ότι το λέει χωρίς κακία. 
Δεν φαίνεται καθαρά. Είναι πολύ μυστικό πράγμα τι
 κρύβει η ψυχή μας και πώς αυτό μπορεί να επιδράσει
 σε πρόσωπα και πράγματα.
Υπάρχει μια ζωή αόρατη, η ζωή της ψυχής. Αυτή είναι
 πολύ ισχυρή και μπορεί να επιδράσει στον άλλον, 
έστω κι αν μας χωρίζουν χιλιόμετρα... Και χωρίς να
 μιλήσομε, μπορεί να μεταδώσουμε το καλό ή το
 κακό, όση κι αν είναι η απόσταση που μας χωρίζει 
απ' τον πλησίον. Αυτό που δεν εκφράζεται έχει συνήθως
 περισσότερη δύναμη απ' τα λόγια
...Άμα δοθούμε στην αγάπη του Χριστού, τότε όλα θα
 μεταβληθούν, όλα θα μεταστοιχειωθούν, όλα θα 
μεταποιηθούν, όλα θα μετουσιωθούν. Ο θυμός,
 η οργή, η ζήλεια, ο φθόνος, η αγανάκτηση, η 
κατάκριση, η αχαριστία, η μελαγχολία, η κατάθλιψη, 
όλα θα γίνουν αγάπη, χαρά, λαχτάρα, θείος έρως.
 Παράδεισος!
Να χαίρεσθε όσα μας περιβάλλουν. Όλα μας διδάσκουν
 και μας οδηγούν στον Θεό. Όλα γύρω μας είναι σταλαγματιές
 της αγάπης του Θεού. Και τα έμψυχα και τα άψυχα και τα 
φυτά και τα ζώα και τα πουλιά και τα βουνά και η θάλασσα
 και το ηλιοβασίλεμα και ο έναστρος ουρανός. Είναι οι μικρές
 αγάπες, μέσα απ' τις οποίες φθάνομε στη μεγάλη Αγάπη, 
τον Χριστό. Τα λουλούδια, για παράδειγμα, έχουν τη χάρη
 τους, μας διδάσκουν με το άρωμά τους, με το μεγαλείο
 τους. Μας μιλούν για την αγάπη του Θεού. Σκορπούν 
το άρωμά τους, την ομορφιά τους σε αμαρτωλούς και
 δικαίους. Για να γίνει κανείς χριστιανός, πρέπει να έχει
 ποιητική ψυχή, πρέπει να γίνει ποιητής...
Προσευχή είναι να πλησιάζεις το κάθε πλάσμα του Θεού
 με αγάπη και να ζεις με όλα, και με τ' άγρια ακόμη,
 εν αρμονία...

 Γέροντας Πορφύριος (1906-1999)

Ευχαριστώ τον Θεό που
 μου έδωσε πολλές αρρώστιες.
 Πολλές φορές του λέω: 
"Χριστέ μου, η αγάπη Σου
 δεν έχει όρια!". Το πώς 
ζω είναι ένα θαύμα. 
Μέσα στις άλλες μου
 αρρώστιες έχω και καρκίνο
 στην υπόφυση.
 Δημιουργήθηκε εκεί όγκος
 που μεγαλώνει και πιέζει το 
οπτικό νεύρο. Γι' αυτό τώρα
 πια δεν βλέπω. 
Πονάω φοβερά. 
Προσεύχομαι όμως
 σηκώνοντας το Σταυρό 
του Χριστού με υπομονή. [...] 
Πονάω πολύ, υποφέρω, αλλά είναι πολύ ωραία η 
αρρώστιά μου. Την αισθάνομαι ως αγάπη του Χριστού...
 Η αρρώστιά μου είναι μια ιδιαίτερη εύνοια του Θεού, που 
με καλεί να μπω στο μυστήριο της αγάπης Του και με τη
 δική Του την χάρη να προσπαθήσω ν' ανταποκριθώ.
 Αλλά εγώ δεν είμαι άξιος. Θα μου πείτε: "Όλ' αυτά που
 σου αποκαλύπτει ο Θεός δεν σε κάνουν άξιο;". Αυτά με
 κατακρίνουν. Γιατί αυτά είναι της χάριτος του Θεού. 
\Δεν είναι τίποτα δικό μου. Ο θεός μου έδωσε πολλά
 χαρίσματα, αλλά εγώ δεν ανταποκρίθηκα, φάνηκα 
ανάξιος. Την προσπάθειά όμως ούτε μια στιγμή δεν
 την άφησα... Γι' αυτό δεν προσεύχομαι να με κάνει ο
 Θεός καλά. Προσεύχομαι να με κάνει καλό...
Ο θάνατος είναι μία γέφυρα που θα μας πάει στον 
Χριστό. Μόλις κλείσομε τα μάτια μας, θα τ' ανοίξομε 
στην αιωνιότητα. Θα παρουσιασθούμε μπροστά στον
 Χριστό. Στην άλλη ζωή θα ζούμε "εκτυπώτερον" 
την χάρι του Θεού
Ένα άλλο μυστικό τώρα θα σας πω. Τις νύκτες 
επικοινωνώ τηλεφωνικώς μ' έναν αγιορείτη ασκητή. 
Αυτός μελετάει πολύ τους Πατέρες και μου εξηγεί 
πολλά πράγματα. Συζητούμε πνευματικά ζητήματα. 
Τρέλα, τί να σας πω! ...Αυτό έγινε και σήμερα πρωί 
πρωί, δηλαδή νύχτα στις τρεις. Οι καμπάνες 
χτυπούσαν εκείνη την ώρα που συνομιλούσαμε.
 Επί μισή ώρα κουβεντιάζαμε πάρα πολύ ωραία
 πράγματα. Ειλικρινά, μεγάλη χαρά αισθάνθηκα,
 μεγαλύτερη απ' ό,τι μπορώ να σας εκφράσω.
 Δόξα Σοι ο Θεός!. 
Ενώ λέγαμε αυτά τα πνευματικά,
 μου λέει:
- Χτυπάει η καμπάνα για την εκκλησία και 
τρέχω να προλάβω.
Του λεώ:
- Γέροντα, μη μ' αφήνεις!
- Μετά χαράς μου λέει. Έλα να πάμε στην εκκλησία,
να είμαστε μαζί, να βλέπομε τα μεγαλεία του Θεού, την
 Θεία Λειτουργία, την χάρη του Χριστού. 
Έλα, δεν υπάρχει απόσταση εν Χριστώ Ιησού
 των Κυρίω ημών. Καμία απόσταση!
Και "πήγα" μαζί του στην εκκλησία. Όλες τις ώρες 
μαζί του προσευχόμουνα. Έβλεπα όλες τις ιερές και
 άγιες εικόνες, τις λαμπάδες, τα κεράκια, τα καντηλάκια 
να τσιτσιρίζουν. Έβλεπα τους ιερείς να λειτουργούν 
μεταρσιωμένοι. Ήταν γεμάτη η εκκλησία από ασκητές 
κι όλοι είχαν μεγάλη χαρά μέσα τους και ψάλλανε: 
"Δεύτε ίδωμεν πιστοί που εγεννήθη ο Χριστός...
 Η Γέννησίς σου...
 Η Παρθένος σήμερον... 
Χριστός γεννάται δοξάσατε..."
 Στο "Μετά φόβου Θεού" πήγε να μεταλάβει.
 Δίπλα του κι εγώ, με τη χάρη του Κυρίου, συγκινημένος.
 Συγχωράτε με που σας τα λέγω. 
Έβλεπα όλους τους αδελφούς να δέονται.
 Αισθάνθηκα μεγάλη αγαλλίαση. Ό,τι έβλεπαν εκείνοι,
 έβλεπα κι εγώ. Μα ήταν πνευματική πανδαισία αυτή 
η Λειτουργία με τους αγίους ασκητές, τις χαρούμενες 
ψυχούλες που τα αισθανόντουσαν όλα, που 
εζούσανε την εορτή των Χριστουγέννων! 
Την εζούσανε! Πώς θα ήθελα να ήσασταν κι εσείς,
 ν' ακούγατε τα λόγια που λέγανε!
Η χαρά μου γίνεται πολύ μεγάλη, όταν ο άλλος μου 
βεβαιώνει ότι αυτό που "βλέπω" είναι πράγματι έτσι,
 γιατί καταλαβαίνω πως αυτή η γνώση δεν προέρχεται
 παρά μόνον εκ Θεού. Να σας πω τι εννοώ. Σας ζητάω 
πολλές φορές να μου διαβάσετε μια παράγραφο,
 παραδείγματος χάριν, από κάποιον Πατέρα, και 
σας λέγω: "Κοιτάξτε στη σελίδα δέκα, στην 
παράγραφο δύο, στο μέσον της σελίδας και
 θα το βρείτε αυτό που σας είπα". Ανοίγετε,
 πράγματι, στη συγκεκριμένη σελίδα, το βρίσκετε,
 μου το διαβάζετε. Είναι γραμμένο ακριβώς όπως
 σας το έχω πει. Παραξενεύεσθε εσείς, γιατί μου 
έρχεται μεγάλη χαρά και λέω: "α! Δεν το ήξερα, 
πρώτη φορά το ακούω!", ενώ σας το έχω πει πιο 
πριν απ' έξω. Κι όμως, αλήθεια σας λέγω, δεν
 λέγω ψέματα. Όντως δεν το ήξερα, διότι ποτέ 
δεν το είχα διαβάσει πιο πριν. Τη στιγμή που σας 
είπα την παράγραφο, εκείνη τη στιγμή μου το εφανέρωσε 
μέσα μου η θεία χάρις, το Άγιον Πνεύμα. Εγώ,
 όμως τ' άκουσα για πρώτη φορά την ώρα που 
το διαβάσατε, γιατί ποτέ δεν το είχα διαβάσει και
 μου έκανε εντύπωση και χάρηκα που επιβεβαιώσατε 
αυτό που μου εφανέρωσε η θεία χάρις....
Καταλάβατε; Υπάρχουν κι άλλα μάτια, τα μάτια της ψυχής. 
Με τα μάτια τα σαρκικά μπορεί να βλέπεις περιορισμένα, 
ενώ μ' εκείνα της ψυχής μπορεί να βλέπεις και πίσω
 απ' το φεγγάρι. Εσείς βλέπετε με τα μάτια του σώματος. 
Τα ίδια πράγματα βλέπω κι εγώ με τη χάρη ακόμη πιο 
καλά, πιο καθαρά. Με τα μάτια τα σαρκικά βλέπεις τα
 πράγματα εξωτερικά. Με τα μάτια της ψυχής βλέπεις
 πιο βαθιά. Εσείς βλέπετε εξωτερικά, εγώ βλέπω και 
πώς είναι εσωτερικά. Βλέπω και διαβάζω την ψυχή 
του άλλου
Όταν "βλέπω" κάτι με τη χάρη του Θεού, το χαίρομαι 
πολύ κατά βάθος. Με την εν Κυρίω χαρά. Εκεί που με
 επισκέπτεται η χάρις του Θεού, εκεί που κοιτάζω και 
διαβάζω την ψυχή του άλλου διά της θείας χάριτος, 
τη στιγμή εκείνη η θεία χάρις φέρνει μέσα μου έναν 
ενθουσιασμό. Με τον ενθουσιασμό εκδηλώνεται η 
θεία χάρις, που φέρνει ένα είδος φιλικότητος, οικειότητος, 
αδελφικότητος, ενώσεως. Μετά απ' αυτήν την ένωση 
έρχεται μεγάλη χαρά, τόση χαρά που πάει να σπάσει
 η καρδιά μου. Φοβάμαι όμως να εκδηλωθώ. 
Βλέπω, αλλά δεν μιλάω, έστω κι αν μου το
 βεβαιώνει η χάρις ότι αυτά είναι αληθινά.
 Όταν, όμως, με πληροφορήσει η χάρις να 
μιλήσω, τότε μιλάω. Λέω μερικά πράγματα 
που ο Θεός φωτίζει να πω απ' την αγάπη μου
 για όλους. Για να αισθανθεί ο κόσμος το αγκάλιασμα
 που κάνει ο Χριστός σε όλους μας... [...] 
Σας λέω πολλά που είναι βαθιά, εσωτερικά, 
δικά μου. Ίσως κάποιος θα με παρεξηγούσε 
που δεν κρατάω μυστικά τα βιώματά μου, 
αυτά που μου αποκαλύπτει ο Θεός και λέω τόσα πολλά.
 Θα πει κανείς ότι είμαι εγωιστής, που λέω κι εγώ
 τα βιώματά μου. Το κάνω απ' την πολλή μου 
αγάπη για 'σας, τα παιδιά μου. Για να σας ωφελήσω 
να πάρετε κι εσείς αυτόν τον δρόμο. Τι λέει ο σοφός 
Σολομών; Κάπως το λέει αυτό... Λέει: "...ούτε μην
 φθόνω τετηκότι συνοδεύσω, ότι ούτος ου κοινωνήσει
 σοφία". Κι ακόμη κάτι: "Ουκ αποκρύψω υμίν μυστήρια". [...] 
"Μετάδοση" σημαίνει: Πήρες κάτι; Να το μεταδώσεις από
 αγάπη. Δεν πιστεύεις ότι έχεις κάτι δικό σου.
 Είναι του Θεού και το μεταδίδεις. Αυτό είναι
 αληθινή ταπείνωση
...Κι όταν καμιά φορά βλέπω ότι κάποιος πάει για 
καταστροφή στη ζωή του, δεν μπορώ να κάνω τίποτα.
 Του το δείχνω λίγο, δεν καταλαβαίνει. Δεν πρέπει να 
επέμβω ισχυρά και να περιορίσω την ελευθερία του. 
Δεν είναι απλό το πράγμα
...Η θρησκεία μας είναι αγάπη, είναι έρωτας, είναι 
ενθουσιασμός, είναι τρέλα, είναι λαχτάρα του θείου. Είναι μέσα μας όλ' αυτά. Είναι απαίτηση της ψυχής μας η 
απόκτησή τους. Για πολλούς όμως η θρησκεία είναι
 ένας αγώνας, μία αγωνία κι ένα άγχος. Γι' αυτό 
πολλούς απ' τους "θρήσκους" τους θεωρούνε
 δυστυχισμένους, γιατί βλέπουνε σε τι χάλια βρίσκονται.
 Κι έτσι είναι πράγματι. Γιατί αν δεν καταλάβει κανείς το
 βάθος της θρησκείας και δεν τη ζήσει, η θρησκεία 
καταντάει αρρώστια και μάλιστα φοβερή. 
Τόσο φοβερή που ο άνθρωπος χάνει τον έλεγχο
 των πράξεών του, γίνεται άβουλος κι ανίσχυρος, 
έχει αγωνία κι άγχος και φέρεται υπό του κακού 
πνεύματος. Κάνει μετάνοιες, κλαίει, φωνάζει, 
ταπεινώνεται τάχα, κι όλη αυτή η ταπείνωση 
είναι μια σατανική ενέργεια. Ορισμένοι τέτοιοι
 άνθρωποι ζούνε τη θρησκεία σαν ένα είδος 
κολάσεως. Μέσα στην εκκλησία κάνουν μετάνοιες, 
σταυρούς, λένε: "είμαστε αμαρτωλοί, ανάξιοι" 
και μόλις βγούνε έξω αρχίζουν να βλασφημάνε
 τα θεία, όταν κάποιος λίγο τους ενοχλήσει. [...]
 Στην πραγματικότητα, η χριστιανική θρησκεία 
μεταβάλλει τον άνθρωπο και τον θεραπεύει.
 Η κυριότερη, όμως προϋπόθεση για να αντιληφθεί 
και να διακρίνει ο άνθρωπος την αλήθεια είναι η
 ταπείνωση. Ο εγωισμός σκοτίζει το νου του
 ανθρώπου, τον μπερδεύει, τον οδηγεί στην
 πλάνη, στην αίρεση.
 Είναι σπουδαίο να κατανοήσει ο άνθρωπος
 της αλήθεια...
...Το ουσιαστικότερο είναι να φεύγεις απ' τον τύπο και
 να πηγαίνεις στην ουσία. Ό,τι γίνεται, να γίνεται από 
αγάπη. Η αγάπη εννοεί πάντα να κάνεις θυσίες...
...Ο Χριστός δεν θα μας αγαπήσει άμα εμείς δεν είμαστε
 άξιοι να μας αγαπήσει. Για να μας αγαπήσει, πρέπει να
 βρει μέσα μας κάτι το ιδιαίτερο. Θέλεις, ζητάεις, 
προσπαθείς, παρακαλείς, δεν παίρνεις όμως τίποτα.
 Ετοιμάζεσαι ν' αποκτήσεις εκεί που θέλει ο Χριστός,
 για να έλθει μέσα σου η θεία χάρις, αλλά δεν μπορεί 
να μπει, όταν δεν υπάρχει εκείνο που πρέπει να έχει 
ο άνθρωπος. Ποιό είναι αυτό; Είναι η ταπείνωση. 
Αν δεν υπάρχει ταπείνωση, δεν μπορούμε 
ν' αγαπήσουμε τον Χριστό. Ταπείνωση και
 ανιδιοτέλεια στη λατρεία του Θεού. 
"Μή γνώτω η αριστερά σου τι ποιεί η δεξιά σου". 
Κανείς να μη σας βλέπει, κανείς να μην καταλαβαίνει 
τις κινήσεις της λατρείας σας προς το θείον.
 Όλ' αυτά κρυφά, μυστικά, σαν τους ασκητές. 
Θυμάστε που σας έχω πει για τ' αηδονάκι;
 Μες στο δάσος κελαηδεί. Στη σιγή. 
Να πεις πως κάποιος τ' ακούει, πως κάποιος 
το επαινεί; Κανείς. Πόσο ωραίο κελάηδημα μες
 στην ερημιά! Έχετε δει πώς φουσκώνει ο λάρυγγας,
 παθαίνει, μαλλιάζει η γλώσσα. Πιάνει μια σπηλιά, 
ένα λαγκάδι και ζει τον Θεό μυστικά,
 "στανεγμοίς αλαλήτοις"...
...Όλο το μυστικό είναι η αγάπη, ο έρωτας στον
 Χριστό. Το δόσιμο στον κόσμο τον πνευματικό. 
Ούτε μοναξιά νιώθει κανείς, ούτε τίποτα. 
Ζει μέσα σ' άλλον κόσμο. Εκεί που η ψυχή χαίρεται,
 εκεί που ευφραίνεται, που ποτέ δεν χορταίνει...

Η ΜΑΝΑ ΕΝΑΣ ΑΓΓΕΛΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ


Μια φορά και ένα καιρό ένα παιδί ήταν έτοιμο να γεννηθεί. Την προηγούμενη ημέρα ρώτησε τον Θεό: «Μου λένε ότι θα με στείλεις αύριο στη γη. Φοβάμαι. Πως θα μπορέσω να ζήσω εκεί; Είμαι μικρός και αβοήθητος».
Και ο Θεός απάντησε:
“Μην ανησυχείς. Έχω φροντίσει για σένα. Μεταξύ πολλών Αγγέλων διάλεξα έναν και για σένα. Θα σε περιμένει στη γη και θα σε φροντίζει».Το παιδί επέμενε.
«Ναι, αλλά εδώ στον παράδεισο δεν κάνω τίποτα άλλο από το να τραγουδάω και να γελάω κάθε μέρα! Μόνο αυτά χρειάζομαι για να είμαι ευτυχισμένο! Θα νοιώθω τόση ευτυχία στη γη;»Τότε ο Θεός του είπε:
«Ο Άγγελος που έχω διαλέξει για σένα, ο Άγγελός σου, θα σου τραγουδάει όλη την ημέρα. Θα αισθάνεσαι την αγάπη του κι έτσι θα είσαι ευτυχισμένος».Και το παιδί ρώτησε:
«Και πως θα καταλαβαίνω τους ανθρώπους, όταν θα μιλούν, αφού δεν ξέρω τη γλώσσα τους;» 


«Αυτό είναι εύκολο», του είπε ο Θεός. «Ο Άγγελός σου θα σου λέει τα πιο όμορφα και γλύκα λόγια, που έχεις ακούσει ποτέ και με πολλή υπομονή και φροντίδα θα σε μάθει να μιλάς»!
Και ύστερα το παιδί κοιτώντας το Θεό ρώτησε:
«Και τι θα κάνω, όταν θα θέλω να μιλήσω σε σένα;»
Ο Θεός χαμογέλασε στο παιδί και του είπε:
«Ο Άγγελός σου θα σε μάθει πώς να προσεύχεσαι»
Και το παιδί είπε:
«Έχω ακούσει ότι στη γη υπάρχουν και κάποιοι άνθρωποι, που είναι κακοί. Ποιος πα με προστατεύσει από τους κακούς;» Ο Θεός αγκάλιασε το παιδί και του είπε:
«Ο Άγγελός σου θα σε υπερασπιστεί ακόμα και αν χρειαστεί να βάλει σε κίνδυνο την ζωή του». 


Λυπημένο το παιδί τον ρώτησε:
«Ναι, αλλά πάντα θα είμαι λυπημένος, γιατί δε θα σε βλέπω πια».
«Ο Άγγελός σου θα σου μιλάει συνέχεια για μένα και θα σε διδάξει τον τρόπο που θα μπορέσεις να γυρίσεις πάλι σε μένα. Έτσι και αλλιώς δε θα σου λείψω ποτέ, αφού θα είμαι πάντα δίπλα σου».

Τη συγκεκριμένη στιγμή επικρατούσε απόλυτη γαλήνη στον παράδεισο και οι μακρινές φωνές από τη γη είχαν ήδη ακουστεί.
Το παιδί βιαστικά ρώτησε: «Θεέ μου αν πρέπει να φύγω τώρα πες μου το όνομα του Αγγέλου μου!»
Και ο Θεός απάντησε:
«Τον Άγγελο σου θα τον αναγνωρίσεις εύκολα. Άλλωστε θα είναι ο πρώτος που θα αντικρίσεις, φτάνοντας στη γη. Το όνομα του Αγγέλου σου δεν είναι τόσο σημαντικό…
…θα την φωνάζεις απλά «μαμάκα».

πηγή

παγκόσμια δια(βολο)κυβέρνηση....π. Ηλίας Υφαντής

  
 



Ο Πρόεδρος της Διεθνούς Σοσιαλιστικής κ. Παπανδρέου, μας είχε πει, σχετικά με την παγκόσμια διακυβέρνηση: 

«Απαιτείται μια πιο δημοκρατική και ενημερωμένη διακυβέρνηση σε παγκόσμιο επίπεδο, πέραν των συνόρων. Που θα εγγυάται κανόνες, διαφάνεια και καταπολέμηση της αδικίας»!… 

Κι ακόμη πως «η σοσιαλιστική διεθνής θεωρεί τη μεταρρύθμιση της παγκόσμιας διακυβέρνησης…ως βασική της προτεραιότητα».

Για να τα επαναλάβει, τώρα, και ο κ. Βενιζέλος, αποφαινόμενος και αυτός πως: 


«Η ανακύκλωση της διεθνούς κρίσης μπορεί να αντιμετωπιστεί μέσα…από ένα νέο σύστημα παγκόσμιας διακυβέρνησης, οικονομικής και πολιτικής». 

Πληροφορώντας μας ακόμη ότι «η Ευρωπαϊκή Ένωση έστειλε στις αγορές ένα αίτημα για παγκόσμια οικονομική διακυβέρνηση. Και έδειξε την αποφασιστικότητά της να προστατεύσει το ευρώ». Αλλά, σε βάρος, όπως φαίνεται, των Ευρωπαίων…

Αξίζει-νομίζω-τον κόπο ν’ ασχοληθούμε κι εμείς, έστω και ακροθιγώς με το συγκεκριμένο θέμα. 


Και βέβαια δεν φιλοδοξούμε να διεισδύσουμε στους δαιδαλώδεις μαιάνδρους των οικονομικών λαβυρίνθων. Γιατί, για την περιήγηση στους χώρους α τούς, είναι άλλοι αρμοδιότεροι. 

Εδώ θα επιχειρήσουμε να ιδούμε το θέμα, όσο απλούστερα μπορούμε. Τόσο από τη σκοπιά του Ευαγγελίου, όσο και την όποια πείρα μας προσφέρει η πραγματικότητα.

Και ας αρχίσουμε απ’ την πραγματικότητα:
Από ποιους ζητούν οι εραστές της παγκοσμιοποίησης να μας εισαγάγουν στον βιομηχανικό ορνιθώνα της; 


Απ’ τις, λεγόμενες, αγορές, μας λένε. Και, αν δεν κάνω λάθος, μιλώντας μας για αγορές, μας μιλούν για τους αξιότιμους μεγάλους ευεργέτες μας, τους τοκογλύφους.
Οι οποίοι θα μας προσφέρουν «κανόνες», «δικαιοσύνη» και «διαφάνεια». Και όσα ακόμη δεν μπορεί το μυαλό του ανθρώπου να χωρέσει. Μέχρι και του «πουλιού το γάλα»… 


Κι, όσο για τα αγαθά αισθήματα, που οι τοκογλύφοι τρέφουν, για όλους τους λαούς και ιδιαίτερα για μας τους Έλληνες, έχουμε πρόσφατες και άκρως ειδυλλιακές εμπειρίες. 


Όπως, εξάλλου, και για την «πιο δημοκρατική και ενημερωμένη διακυβέρνηση» δεν θα χρειαστεί να πάμε και πολύ μακριά. Μας αρκεί η δικά μας διακυβέρνηση των τελευταίων χρόνων. 


Ασφαλώς και οι τοκογλύφοι είναι η αφρόκρεμα του καπιταλισμού. Ο οποίος με όλες τις παραφυάδες του δολοφονεί ετησίως εκατομμύρια ανθρώπων.
Και αυτό, που θέλουν να πετύχουν τώρα, με την παγκοσμιοποίηση είναι να συστηματοποιήσουν και να διευρύνουν το δολοφονικό τους καθεστώς. 

Ασφαλώς και θα κάνουν την ίδια και χειρότερα, με όσα, έκαναν και στα διαβόητα κρεματόρια τους οι Ναζί. Αλλά σε παγκόσμια κλίμακα. Όχι όμως τόσο βάναυσα και τόσο προκλητικά. Αλλά με πιο ήπια και πιο «πολιτισμένα» μέσα…

Άλλωστε μην ξεχνάμε πως είναι και «αντιρατσιστές».  


Όλα κι όλα! Σέβονται τους ανθρώπους, αδιακρίτως χρώματος. Αλλά, από το άλλο μέρος, ληστεύουν τον ιδρώτα τους και πίνουν το αίμα τους, επίσης αδιακρίτως χρώματος. 


Προσέξατε πώς κλιμάκωσαν τη δική μας εξόντωση; 


Μας επέβαλαν να ξεριζώσουμε τις ελιές και τα αμπέλια μας. Για να μην έχουμε επάρκεια αγαθών. Έτσι ώστε να αφεθούμε στο έλεος της αυθαιρεσίας τους. 

Συρρίκνωσαν τις αποδοχές και πολλαπλασίασαν τους φόρους, ώστε να δημιουργήσουν εφιαλτικά αδιέξοδα και να εξωθήσουν τους πολίτες στην απόγνωση και τις αυτοκτονίες.
Και στη συνέχεια με τα δολοφονικά τους φάρμακα, αποβλέπουν στο να μας δηλητηριάζουν σιγά-σιγά και να μας εξαποστέλλουν «εις τόπον χλοερόν». Όπως φαίνεται να συμβαίνει, τώρα, με τα, λεγόμενα, γενόσημα.
Κι ακόμη πιο πέρα, με τα μεταλλαγμένα τους τρόφιμα, θα προσπαθήσουν να μας καταστήσουν άβουλα ανθρωποειδή. Σαν τα κοτόπουλα των βιομηχανικών ορνιθώνων.

Και γιατί όλα αυτά; 


Μα για το Μαμωνά. 


Και ποια είναι η σχέση και η θέση του Μαμωνά απέναντι στο Ευαγγέλιο; 


Η ίδια με το Σατανά! 

Κι ας προσπαθούν κάποιοι να ταυτίσουν την παγκοσμιοποίηση με τη βασιλεία του Θεού. Η μία απέχει από την άλλη, όσο και ο Θεός από το Σατανά.

Και τι σημαίνει αυτό; 


Πάμπολλα! 


Και ένα από τα πολλά είναι ότι για την παγκοσμιοποίηση ο άνθρωπος δεν έχει καμιά απολύτως αξία. 


Και γι’ αυτό μπορεί να θυσιάζεται απεριόριστα και αδιάκριτα στο βωμό του Μαμωνά. Ο οποίος είναι το παν. 


Ενώ για τη Βασιλεία του Θεού ο άνθρωπος, ο καθένας άνθρωπος, είναι απόλυτη αξία.  


Και βρίσκεται πάνω, όχι μόνο από το μαμωνά, αλλά κι απ’ όλους τους άθλιους νόμους και τους κανόνες του καπιταλιστικού Μεσαίωνα και της παγκόσμιας διακυβέρνησης … 


Κάποιοι, πολιτικοί, λένε ότι όσοι δεν ενταχθούν στην παγκόσμια διακυβέρνηση, είναι καταδικασμένοι να χαθούν. 


Αλλά στην πραγματικότητα, το ακριβώς αντίθετο ισχύει. 


Η ιστορία των αιώνων φωνάζει ότι ποτέ ο δρόμος του Σατανά δεν οδήγησε στη σωτηρία.
Όπως και ο δρόμος του Θεού δεν οδήγησε ποτέ στην απώλεια …

παπα-Ηλίας

πηγή

ΕΠΙ ΤΟΝ ΙΟΡΔΑΝΗΝ ΔΡΑΜΩΜΕΝ!

  « Τήν Βηθλεέμ ἀφέμενοι, τό καινότατον θαῦμα, πρός Ἰορδάνην δράμωμεν, ἐκ ψυχῆς θερμοτάτης, κἀκεῖσε κατοπτεύσωμεν τό φρικτόν Μυστήριον· θεοπ...