Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Κυριακή, Οκτωβρίου 14, 2012

Η κύρια αποστολή των κληρικών


«τι δε τος τν κκλησιν προεσττας,ν πάσ μν μέρ,ξαιρέτως δ ν τας Kυριακας,
πάντα τ
ν κλρον κα τν λαν  κδιδάσκειν τος τς εσεβείας  λόγους,
κ τς θείας γραφς ναλεγομένους τ τς ληθείας νοήματά τε
κα κρίματα,κα μη παρεκβαίνοντας τους ηδητεθεντας ορους, ή την εκ των θεοφορων πατερων παραδοσιν.Aλλα και ει γραφικος ανακινηθειη  λογοςμη αλλως τουτον ερμηνευετωσαν,
ή ως αν οι της εκκλησιας φωστηρες και διδασκαλοι,
δια των οικειων συγγραμματων παρεθεντο·
και μαλλον εν τουτοις ευδοκιμειτωσαν,
ή λογους οικειους συνταττοντες·
να μή, έστιν τε, πρς τοτοπόρως χοντες,ποπίπτοιεν τοῦ προσήκοντος.
δι
 γρ τς τν προειρημένων πατέρων διδασκαλίας, ο λαο ν γνώσει γινόμενοι τν τε σπουδαίων κα αρετν,
κα
 τν συμφόρων καὶ ποβλήτων,
τ
ν βίον μεταρρυθμίζουσι πρς τ βέλτιον,
κα
 τ τς γνοίας οχλίσκονται πάθει,λλ προσέχοντες τδιδασκαλί,αυτος πρς τ μ κακς παθεν παραθήγουσι, καὶ φόβ τν πηρτημένων τιμωριν τν σωτηρίαν αυτος ξεργάζονται».
(Κανόνας ΙΘ ΣΤ Οικουμενική Σύνοδος).

«Κύριε, γιατί ἔκανες τέτοιον βασιλέα; -Διότι δὲν βρῆκα ἄλλον χειρότερο»


Ἁγίου Ἀναστασίου Σιναΐτου, Ἐπισκόπου Ἀντιοχείας
Γιατί ὁ Θεὸς ἐπιτρέπει οἱ “ἐλέω Θεοῦ” ἄρχοντές μας, νὰ εἶναι συχνὰ ἀνάξιοι; Καὶ ἂν εἶναι “ἐλέω Θεοῦ”, καὶ “τεταγμένοι ἀπὸ τὸν Θεὸ” κατὰ τὴν Ἁγία Γραφή, πῶς γίνεται νὰ εἶναι συχνὰ ἀνάξιοι; Ὁ ἅγιος Ἀναστάσιος ὁ Σιναΐτης, μᾶς ἐξηγεῖ…
Ἐρώτησις: Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος λέει ὅτι οἱ ἐξουσίες τοῦ κόσμου ἔχουν ταχθῆ ἀπὸ τὸν Θεό. Πρέπει λοιπὸν νὰ δεχθοῦμε ὅτι κάθε ἄρχοντας ἡ βασιλεὺς ἢ Ἐπίσκοπος προχειρίζεται στὸ ἀξίωμα αὐτὸ ἀπὸ τὸν Θεό;
Ἀπόκρισις: Ὁ Θεὸς λέει στὸν Νόμο: «Θὰ σᾶς δώσω ἄρχοντας σύμφωνα μὲ τὶς καρδιές σας». Εἶναι λοιπὸν φανερὸ ὅτι οἱ μὲν ἄρχοντες καὶ οἱ βασιλεῖς ποὺ εἶναι ἄξιοι αὐτῆς τῆς τιμῆς προχειρίζονται στὸ ἀξίωμα αὐτὸ ἀπὸ τὸν Θεό. Οἱ ἄλλοι πάλι ποὺ εἶναι ἀνάξιοι προχειρίζονται κατὰ παραχώρησιν ἡ καὶ βούλησιν τοῦ Θεοῦ σὲ ἀνάξιο λαὸ ἐξ αἰτίας αὐτῆς ἀκριβῶς τῆς ἀναξιότητος τῶν.
Καὶ ἄκουσε σχετικὰ μερικὲς διηγήσεις.
 Ὅταν εἶχε γίνει βασιλεὺς ὁ Φωκᾶς ὁ τύραννος καὶ ἄρχισε ἐκεῖνες τὶς αἱματοχυσίες μὲ τὸν Βονόσο τὸν δήμιο, ὑπῆρχε κάποιος μοναχὸς στὴν Κωνσταντινούπολι, ἅγιος ἄνθρωπος, ποὺ ἔχοντας πολλὴ παρρησία πρὸς….
 τὸν Θεό, σὰν νὰ δικαζόταν μὲ τὸν Θεὸ καὶ ἔλεγε μὲ ἁπλότητα: «Κύριε, γιατί ἔκανες τέτοιον βασιλέα;» Καὶ τότε, ἀφοῦ τὸ ἔλεγε αὐτὸ γιὰ ἀρκετὲς ἡμέρες, τοῦ ἦλθε φωνὴ ἐκ Θεοῦ ποὺ ἔλεγε: «Διότι δὲν βρῆκα ἄλλον χειρότερο».
Ὑπῆρχε καὶ κάποια ἄλλη πόλις στὴν περιοχὴ τῆς Θηβαΐδος ποὺ ἦταν γεμάτη παρανομία, τῆς ὁποίας οἱ πολίτες διέπρατταν πολλὰ μιαρὰ καὶ ἄτοπα πράγματα. Σ’ αὐτὴν λοιπὸν κάποιος ἄνθρωπος τοῦ ἱπποδρόμου διεφθαρμένος στὸ ἔπακρον ἀπόκτησε ξαφνικὰ κάποια ψευδοκατάνυξι καὶ πῆγε καὶ κουρεύτηκε μοναχὸς καὶ ντύθηκε τὸ μοναχικὸ σχῆμα. Ἀλλ’ ὅμως καθόλου δὲν σταμάτησε τὶς πονηρὲς πράξεις του. Συνέβη λοιπὸν νὰ πεθάνη ὁ Ἐπίσκοπός της πόλεως αὐτῆς. Τότε παρουσιάσθηκε σὲ κάποιον ἅγιο ἄνθρωπο ἄγγελος Κυρίου καὶ τοῦ λέει: «Πήγαινε καὶ προετοίμασε τὴν πόλι, γιὰ νὰ χειροτονήσουν Ἐπίσκοπο τὸν πρώην ἄνθρωπο τοῦ Ἱπποδρόμου». Πῆγε λοιπὸν αὐτὸς καὶ ἔκανε ὅ,τι τοῦ παρηγγέλθη. Ἀφοῦ λοιπὸν χειροτονήθηκε ὁ προαναφερθεῖς πρώην ἡ μᾶλλον ἔτι φαυλόβιος, ἄρχισε μὲ τὸν νοῦ του νὰ φαντάζεται ὅτι κάτι εἶναι καὶ νὰ ὑψηλοφρονῆ. Τότε τοῦ παρουσιάσθηκε ἄγγελος Κυρίου καὶ τοῦ λέει: «Γιατί ὑψηλοφρονεῖς, ἄθλιε; Σοὺ λέω ἀλήθεια ὅτι δὲν ἔγινες Ἐπίσκοπος, ἐπειδὴ ἤσουν ἄξιος γιὰ ἱερωσύνη, ἀλλὰ γιατί αὐτῆς τῆς πόλεως τέτοιος Ἐπίσκοπός της ἄξιζε».
Γι’ αὐτὸ λοιπόν, ἂν ποτὲ δὴς κάποιον ἀνάξιο καὶ πονηρὸ βασιλέα ἡ ἄρχοντα ἡ Ἐπίσκοπο, μὴν ἀπορήσης, μήτε νὰ κατηγορήσης τὴν πρόνοια τοῦ Θεοῦ. Ἀλλὰ μᾶλλον μάθε ἀπ’ αὐτὸ καὶ πίστευε ὅτι παραδιδόμεθα σὲ τέτοιους τυράννους ἐξ αἰτίας τῶν ἀνομιῶν μας, κι ὅμως πάλι δὲν ἀφήνουμε τὰ κακά μας ἔργα.

Υπάρχει η γνήσια αγάπη;


πηγή


Κατ’ εμέ η αγάπη είναι τριών ειδών: η σαρκική αγάπη, η οποία είναι γεμάτη πνευματικά μικρόβια, ηκοσμική αγάπη, η οποία είναι φαινομενική, τυπική, υποκριτική, δίχως βάθος, και η πνευματική αγάπη, η οποία είναι αληθινή, η αγνή, η ακριβή αγάπη. Αυτή η αγάπη είναι αθάνατη!

Να έχετε το νου σας συνέχεια στο Θεό. Να λέτε την ευχή, να μιλάτε με το Θεό. Όταν ο άνθρωπος κάνει αυτήν την εργασία, κατ’ αρχάς νιώθει λίγο την αγάπη του Θεού και αργότερα, όσο προχωράει, την νιώθει όλο και πιο πολύ. Ο νους του βρίσκεται μόνιμα πλέον στον Θεό, και δεν τον συγκινεί τίποτα πλέον το γήινο και το μάταιο. Στην καρδιά του φουντώνει η αγάπη προς το Θεό, γεμίζει και δε θέλει πια να σκέφτεται τίποτα άλλο εκτός από τον Θεό. Αδιαφορεί για όλα τα του κόσμου και σκέφτεται συνέχεια τον Ουράνιο Πατέρα. Βλέπεις, όσοι ασχολούνται με εφευρέσεις, απορροφούνται από την επιστήμη. Πού είναι όμως η δική μας απορρόφηση από τον Χριστό;

Όταν ανάψει η πνευματική αγάπη, φλογίζεται όλο το στήθος. Όλο το στήθος γίνεται μια φλόγα. Καίγεται ο άνθρωπος από τη μεγάλη γλυκιά φλόγα της αγάπης του Θεού, πετάει, αγαπάει με αγάπη πραγματική, μητρική. Αυτή η εσωτερική φλόγα, την οποία ανάβει ο ίδιος ο Χριστός με την αγάπη Του, θερμαίνει το σώμα πολύ περισσότερο από την αισθητή φωτιά και έχει τη δύναμη να καίει κάθε σκουπίδι, κάθε κακό λογισμό καθώς και κάθε κακή επιθυμία και άσχημη εικόνα. Τότε η ψυχή αισθάνεται και τις θείες ηδονές που δεν συγκρίνονται με καμιά άλλη ηδονή!

Τι μεγάλο κακό κάνουμε οι περισσότεροι άνθρωποι να μη θέλουμε να δώσουμε την αγάπη μας στον Χριστό, αλλά να την χαραμίζουμε σε γήινα, φθηνά και μάταια πράγματα! Μια ζωή ακόμη και χιλίων ετών, και χιλιάδες καρδιές να έχει κανείς, δεν φθάνουν για να τις δώσει στον Χριστό για την μεγάλη αγάπη που μας έδειξε και που μας δείχνει συνέχεια: μας συγχωρεί, μας ανέχεται και καθαρίζει τις βρώμικες ψυχές μας με το θεϊκό του αίμα.

Κανείς δεν μπορεί να συλλάβει πόσο αγαπάει ο Θεός τον άνθρωπο! Η αγάπη Του δεν συγκρίνεται με τίποτε! Δεν έχει όρια! Είναι τόσο μεγάλη που, κάτι ελάχιστο αν αισθανθεί ο άνθρωπος από την αγάπη αυτήν, η πήλινη καρδιά του δεν μπορεί να την αντέξει∙ διαλύεται, γιατί είναι πηλός.

Όταν δώσει κανείς την καδιά του στον Θεό, όλα τα αγαπάει∙όχι μόνο όλους τους ανθρώπους. Αλλά και τα πουλιά και τα δένδρα, ακόμη και τα φίδια.

Αν μεθύσει ο άνθρωπος πνευματικά με το ουράνιο κρασί, η ζωή του εδώ στη γη γίνεται μαρτυρική, με την καλή όμως έννοια. Αχρηστεύεται για τον κόσμο, αδιαφορεί για καθετί γήινο και όλα τα θεωρεί «σκύβαλα». Η ουράνια μέθη είναι καλή, αλλά πρέπει να είναι κανείς συνέχεια εκεί, στο ατέλειωτο βαρέλι, το ουράνιο. Εύχομαι να βρείτε την παραδεισένια θεία κάνουλα και να πίνετε και να μεθάτε συνέχεια από το παραδεισένιο κρασί!


ΑΓΑΠΗ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΠΛΗΣΙΟΝ

«Μηδείς το εαυτού ζητείτω αλλά το του ετέρου έκαστος», λέει ο Απόστολος Παύλος. Όλη η βάση στην πνευματική ζωή εδώ είναι: να ξεχνάω τον εαυτό μου με την καλή έννοια και να σκέφτομαι τον άλλο, να συμμετέχω στον πόνο, στην δυσκολία του άλλου. Να μην κοιτάζω πώς να ξεφύγω την δυσκολία, αλλά πώς να βοηθήσω τον άλλο, πώς να τον αναπαύσω.

Όσοι έχουν κοσμική αγάπη μαλώνουν ποιος να αρπάξει περισσότερη αγάπη για τον εαυτό του. Όσοι όμως έχουν την πνευματική, την ακριβή αγάπη μαλώνουν ποιος να δώσει περισσότερη αγάπη στον άλλο. Αγαπούν χωρίς να σκέφτονται αν τους αγαπούν ή δεν τους αγαπούν οι άλλοι, ούτε ζητούν από τους άλλους να τους αγαπούν. Θέλουν όλο να δίνουν και δίνονται, χωρίς να θέλουν να τους δίνουν και να τους δίνονται. Αυτοί οι άνθρωποι αγαπιούνται απ’ όλους, αλλά πιο πολύ απ’ τον Θεό, με τον Οποίο και συγγενεύουν.

Μέσα στον πόνο κρύβεται περισσότερη αγάπη από την κανονική. Γιατί, όταν πονάς τον άλλο, τον αγαπάς λίγο παραπάνω. Αγάπη με πόνο είναι να σφίξεις στην αγκαλιά σου έναν αδελφό σου που έχει δαιμόνιο και το δαιμόνιο να φύγει. Γιατί η «σφιχτή» αγάπη, η πνευματική αγάπη με πόνο, δίνει παρηγοριά θεϊκή στα πλάσματα του Θεού, πνίγει δαίμονες, ελευθερώνει ψυχές και θεραπεύει τραύματα με το

βάλσαμο της αγάπης του Χριστού που χύνει. Ο πνευματικός άνθρωπος είναι όλος ένας πόνος. Λειώνει από τον πόνο για τους άλλους, εύχεται, παρηγορεί. Και ενώ παίρνει τον πόνο των άλλων, είναι πάντα χαρούμενος, γιατί ο Χριστός του παίρνει τον πόνο και τον παρηγορεί πνευματικά.

Για να χαίρεται κανείς αληθινά, πνευματικά, πρέπει να αγαπάει, και για να αγαπάει, πρέπει να πιστεύει. Δεν πιστεύουν οι άνθρωποι και γι’ αυτό δεν αγαπούν, δεν θυσιάζονται και δεν χαίρονται. Αν πίστευαν θα αγαπούσαν, θα θυσιάζονταν και θα χαίρονταν. Από τη θυσία βγαίνει η μεγαλύτερη χαρά!

Όταν αγαπάς, χαίρεσαι. Και όταν αυξηθεί η αγάπη, τότε ο άνθρωπος δεν ζητάει την χαρά για τον εαυτό του, αλλά θέλει να χαίρονται οι άλλοι. Η θεϊκή χαρά έρχεται με το δόσιμο!

Κάποτε ένας απλός άνθρωπος παρακαλούσε τον Θεό να του δείξει πως είναι ο Παράδεισος και η κόλαση. Ένα βράδυ λοιπόν στον ύπνο του άκουσε μια φωνή να του λέει:

«Έλα, να σου δείξω την κόλαση». Βρέθηκε τότε σ’ ένα δωμάτιο, όπου πολλοί άνθρωποι κάθονταν γύρω από ένα τραπέζι και στη μέση ήταν μια κατσαρόλα γεμάτη φαγητό. Όλοι όμως οι άνθρωποι ήταν πεινασμένοι, γιατί δεν μπορούσαν να φάνε. Στα χέρια τους κρατούσαν από μια πολύ μακριά κουτάλα∙ έπαιρναν από την κατσαρόλα το φαγητό, αλλά δεν μπορούσαν να φέρουν την κουτάλα στο στόμα τους. Γι’ αυτό άλλοι γκρίνιαζαν, άλλοι φώναζαν, άλλοι έκλαιγαν…

Μετά άκουσε την ίδια φωνή να του λέει: «Έλα τώρα να σου δείξω και τον Παράδεισο» . Βρέθηκε τότε σ’ ένα άλλο δωμάτιο όπου πολλοί άνθρωποι κάθονταν γύρω από ένα τραπέζι όμοιο με το προηγούμενο και στη μέση ήταν πάλι μια κατσαρόλα με φαγητό και είχαν τις ίδιες μακριές κουτάλες. Όλοι όμως ήταν χορτάτοι και χαρούμενοι, γιατί ο καθένας έπαιρνε με την κουτάλα του φαγητό από την κατσαρόλα και τάιζε τον άλλο. Κατάλαβες τώρα κι εσύ πώς μπορείς να ζεις από αυτήν την ζωή τον Παράδεισο;

Αποσπάσματα από το βιβλίο «Πάθη και Αρετές», του γέροντος Παϊσίου του αγιορείτου

http://www.xfd.gr

Οι ένοπλες δυνάμεις και το ράσο στου αγώνες του Ελληνικού έθνους



πηγή



Φίλοι μου ας παρακολουθήσουμε μια πολύ ενημερωτική και ενδιαφέρουσα ομιλία του πατέρα Γεώργιου Μεταλληνού σε στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων με την ευκαιρία της ημέρας των Ενόπλων Δυνάμεων:

Ευχαριστώ για την τιμητική σας πρόσκληση να είμαι ο ομιλητής στην σημερινή επέτειό σας. «Η Η­ΜΕΡΑ ΤΩΝ ΕΝΟΠΛΩΝ ΔΥΝΑΜΕΩΝ» είναι εορτή και πανήγυρις όλου του Έθνους, το όποιο σεμνύνεται για τον Στρατό όλων των Όπλων και αποτίνει φόρο τιμής στα εκλεκτά τέκνα του, που επωμίζονται ε­κούσια την υψηλή αποστολή να προασπίζουν την ε δαφική ακεραιότητα της χώρας μας από οποιαδήποτε απειλή, διασώζοντας συνάμα την ελευθερία της.

Μαζί δε με τα μόνιμα μέλη των Ένοπλων Δυνάμεων μας συμμετέχουν στην χαρά σας και όλοι οι Έλληνες, άνδρες και γυναίκες, που έχουν την τιμή να έχουν φορέσει ή να φορούν σήμερα την τιμημένη στολή σας, εκπληρώνοντας το ιερό χρέος προς την Πατρίδα με την στράτευση τους. 


Έσχατος πάντων συνεορτάζει μαζί σας και ο ομιλών, που αυτή την στιγμή αναπολεί την διετία της στρατιωτικής του θητείας, μία από τις ιερότερες και ευεργετικότερες γι’ αυτόν περιόδους της ζωής του.


1. Δυναμογόνος πηγή του ψυχισμού και της ετοι­μότητας των Ένοπλων Δυνάμεων μας είναι η βαθύρριζη αγάπη προς την Πατρίδα, η φιλοπατρία, δεδομένου, ότι η Πατρίδα είναι ο ευλογημένος χώρος πραγματώσεως κάθε άνθρωπου, άνδρα ή γυναίκας, ως πολίτη, και τελειώσεως της ενδοϊστορικής αποστολής του. Αυτονόητη είναι για τον Έλληνα η εσωτερική-καρδιακή σύμπτωση με την φιλοπατρία του μεγάλου σοφού μας Σωκράτη, όταν έλεγε το υπέροχο εκείνο: «Μητρός τε και Πατρός και των άλλων προγόνων α πάντων τιμιώτερον και σεμνότερον και αγιώτερον εστίν η Πατρίς, και εν μείζονι μοίρα και παρά θεοίς και παρ’ ανθρώποις τοις νουν έχουσιν» (Κρίτων, κεφ. 12). Συνέχιζε δε με αυτό τον τρόπο μια παράδοση ελληνική, που καταγράφηκε ήδη από τον Όμηρο, όταν και αυτός έλεγε: «ουδέν γλύκιον Πατρίδος» (Δεν υ­πάρχει τίποτε γλυκύτερο από την Πατρίδα). Το Έθνος μας οφείλει την ιστορική συνέχειά του στον πατριωτισμό του, που διαχέει όλη την χριστιανική περίοδό του, με μάρτυρα τον άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο, που επαναδιατύπωσε τον σωκρατικό λόγο, γράφοντας στην 37η επιστολή του: «Μητέρα τιμάν των οσίων, μήτηρ δε άλλη μεν άλλου. Κοινή δε πάντων μήτηρ Πατρίς» (Είναι ιερό να τιμάμε την μητέρα μας, (και) ο καθένας έχει την δική του μητέρα. Αλλά κοι νή μητέρα όλων είναι η Πατρίδα).


Η ενιαία αυτή στάση ζωής του Ελληνισμού δια­χρονικά παράγει ανά τους αιώνες την ελληνική εκδοχή του ολοκαυτώματος, ως ολοκληρωμένης θυσίας, όχι παθητικά, αλλά ενεργητικά και εκούσια. Από τον Λεωνίδα μέχρι τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο και τον Αθανάσιο Διάκο ή τον Αυξεντίου παρεμβάλλονται το Κούγκι, το Αρκάδι, η Αραπίτσα. Είναι τα δικά μας ολοκαυτώματα, ανυπέρβλητα πρότυπα φιλοπατρίας και αυτοθυσίας. Είναι στην φύση πια του Έλληνα να μην μπορεί ποτέ, στην αντιμετώπιση του όποιου εισβολέα, να αναρωτηθεί: «γιατί»! Και αυτό διότι με τά το του Αισχύλου: «Ίτε παίδες Ελλήνων, ελευθερούτε Πατρίδα ελευθερούτε δε παίδας, γυναίκας, θε ών τε πατρώων έδη, θήκας τε προγόνων νυν υπέρ πάντων αγών» (Πέρσαι, 402-405), στα ώτα των Ελλή νων μαχητών ηχεί και ο λόγος του Χριστού μας: «μείζονα ταύτης ἀγάπην οὐδεὶς ἔχει, ἵνα τις τὴν ψυχὴν αὐτοῦ θῇ ὑπὲρ τῶν φίλων αὐτοῦ» (Ιωάν. 15, 13): («μεγαλύτερη αγάπη δεν υπάρχει από την αυτοθυσία υπέρ των φίλων του»).


2. Η ελληνική φιλοπατρία όμως συνδέεται άμεσα με την φιλελευθερία, όπως επιγραμματικά παραδόθηκε στους αιώνες από τον Περικλή: «…εύδαιμον το ελεύθερον, το δ’ ελεύθερον το εύψυχον κρίνοντες» («ευδαιμονία είναι η ελευθερία και ελευθερία είναι η γενναιότητα». Επιτ. Θουκυδίδου Ιστορία Β’, 43). Η αρχαιοελληνική αυτή αντίληψη της ελευθερίας ανα διατυπώνεται αδιάκοπα, στο φως της Χάρης του Τρια δικού Θεού, μέσα στο σώμα του Ιησού Χριστού, την Εκκλησία. Ελευθερία κατά την ελληνορθόδοξη συνείδηση είναι η φυσική κατάσταση υπάρξεως του άνθρωπου (το «κατά φύσιν») και πραγματώνεται ως άμεση κοινωνία με τον Θεό, στην καρδιά, το κέντρο της υπάρξεως. Είναι το «μένειν ἐν τῇ ἀγάπῃ του Χριστού» (Ιωάν. 15, 0). Η ενοίκηση και παρουσία της άκτιστης Χάρης του Θεού στον άνθρωπο (κοινωνία με τον Θεό-θέωση) συνιστά ελληνοχριστιανικά το γεγονός της εσωτερικής ελευθερίας, μέσα στην καρδιά, που είναι και η προϋπόθεση κάθε εξωτερικής θεόνομης ε­λευθερίας.


Στην ελληνορθόδοξη παράδοση, εξάλλου, η ελευθερία πραγματώνεται μέσα στο πλαίσιο του θελήματος του Θεού, όχι μόνον ως προσωπική, αλλά και ως κοινωνική και εθνική ελευθερία. Εδώ ακριβώς συναντώνται ιστορικά Ελληνισμός και Χριστιανισμός, στην θεολογική νοηματοδότηση της ελευθερίας. Η κοινωνική και εθνική ελευθερία είναι εναρμόνιση των επί μέρους προσωπικών ελευθεριών, που εκφράζεται ως ομοψυχία, ομοκαρδία. Είναι το «ομοθυμαδόν» των Πράξεων των Αποστόλων (2, 1). Η εθνική ελευθερία είναι έννοια θεολογική, όχι απλά θρησκευτική. Διότι η αγιοπνευματική καρδιακή ενότητα των επί μέρους προσώπων παράγει την δυνατότητα αρμονικής συνυπάρξεως και κοινής ενεργείας. «πάντα ἰσχύω ἐν τῷ ἐνδυναμοῦντί με Χριστῷ», έλεγε ο Απ. Παύλος (Φιλιπ. 4, 13). Αυτό είναι το προαπαιτούμενο και στην περίπτωση της συλλογικής-εθνικής αντιμετώπισης των εισβολέων. Το ΟΧΙ  λ.χ. του Ιωάννου Μεταξά, στρατηγού και αυτού, εξέφραζε σ’ όλα τα μήκη και πλάτη της γης την ενιαία βούληση του Ελληνικού Έθνους την στιγμή εκείνη και σ’ αυτό οφείλεται το θαύμα του Στράτου μας στο Έπος του 1940/41. Έτσι νοείται ελληνορθόδοξα η ενότητα στο ένα σώμα, το Γένος ή το Έθνος, αλλά και ο αγώνας για την α­πρόσκοπτη συνέχεια του ή την αποκατάστασή του. Ελληνορθόδοξα μόνο μια μορφή ένοπλου αγώνα βρίσκει δικαίωση, ο αμυντικός η απελευθερωτικός. Και είναι γεγονός, τεκμηριωμένο ιστορικά, ότι το Έθνος μας δεν είχε ποτέ στην ιστορία του κατακτητικούς -ιμπεριαλιστικούς πολέμους.


3. Η ελληνορθόδοξη κοινωνία διέσωσε στην δια­χρονική πορεία της αναλλοίωτα το νοήματα της φιλο πατρίας και της φιλελευθερίας. Συστατικό δε της ου σίας της αναφαίρετο είναι η ισόρροπη ιεράρχηση της ιστορικής Πατρίδας στην αιώνια Πατρίδα. Αυτό συνοψίζει και κωδικοποιεί ο μεγάλος φωτιστής του δούλου Γένους, Πατροκοσμάς ο Αιτωλός, λέγοντας: «Η πατρίδα μου η ψεύτικη, η γήινη και ματαία, είναι από του Αγίου Άρτης και από την επαρχίαν Απόκουρον… Ημείς, Χριστιανοί μου, δεν έχομεν εδώ (μόνιμη) πατρίδα» (πρβλ. Εβρ. 13, 14). Διά τούτο και ο Θε ός μας έβαλε τον νουν εις το επάνω μέρος, διά να στοχαζώμεθα πάντοτε την ουράνιον βασιλείαν, την αληθινήν πατρίδα μας». Αυτό εννοούσε και ο Αλέξανδρος Υψηλάντης, τιτλοφορώντας την επαναστατική Προκήρυξη του (1821): «Μάχου υπέρ Πίστεως και Πατρίδος», αλλά και ο στρατηγός Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, όταν έλεγε στους μαθητές του Γυμνασίου Αθηνών στην Πνύκα: «Πρέπει να φυλάξετε την πίστη σας και να την στερεώσετε, διότι, όταν επιάσαμε τα άρματα, είπαμε πρώτα υπέρ πίστεως και έπειτα υπέρ πατρίδος».

Με αυτό το φρόνημα μέχρι σήμερα οι Ένοπλες Δυνάμεις μας μετέχουν στους εθνικούς μας αγώνες, ζώντας μέσα σε ένα συνεχές θαύμα και πραγματοποιώντας θαυμαστά κατορθώματα, μεγαλειώδη υποδείγματα προς όλους τους Λαούς της γης, που αναγκάσθηκαν να ομολογούν, ότι «οι ήρωες πολεμούν ως Έλληνες»! Οι ελληνορθόδοξες μάλιστα ρίζες του πα τριωτικού μας φρονήματος οδήγησαν σε μία πραγμα­τικότητα, που μόνον η ελληνική ψυχή μπορεί να κατανοήσει και ερμηνεύσει. Είναι η αστασίαστη και αδιάκοπη συμμετοχή και του Ράσου στους εθνικούς μας ένοπλους αγώνες.


4. Στους χριστιανικούς πληθυσμούς του Τρίτου λεγομένου Κόσμου συνδέθηκε, τον 20ον αιώνα, ο αγώνας εναντίον της καταθλιπτικής αποικιοκρατίας με μία επαναστατική θεολογία, που συνοψίζεται στις α κόλουθες θέσεις: Η έλευση της βασιλείας του Θεού συμβαδίζει με την πρόοδο της κοινωνικής δικαιοσύνης στην Γη, εξασφαλιζόμενη με την ενεργό συμμετοχή των Χριστιανών στα επαναστατικά και απελευθε­ρωτικά κινήματα. Η θεολογία αυτή, όπως δηλώνουν τα ονόματα της («Θεολογία της απελευθερώσεως»-Liberation’s Theology, «Θεολογία της επαναστάσεως» η «Μαύρη Θεολογία» (στην Αφρική) και «Θεολογία των πτωχών»), εφευρέθηκε, για να δικαιωθεί χριστιανικά στην Δύση η συμμετοχή και του Κλήρου στους επαναστατικούς αγώνες.


Σ’ αντίθεση όμως με την Δυτική Χριστιανοσύνη, που είδε με φανερή καχυποψία τα κινήματα αυτά, κατηγορώντας τα ως μαρξιστικά, όλοι οι δικοί μας απελευθερωτικοί και αμυντικοί αγώνες, με κορυφαίο εκείνον του 1821, έγιναν από την πρώτη στιγμή υπόθεση της Εκκλησίας, δηλαδή του Ράσου και η συμμετοχή των Κληρικών κάθε βαθμίδος σ’ αυτούς, θεωρήθηκε εξ αρχής (4ος αιώνας στο Βυζάντιο-Ρωμανία) αυτονόητη και αστασίαστη. Το ερώτημα είναι: Γιατί;


Στην ελληνορθόδοξη ιστορική διάρκεια ποτέ δεν παραθεωρήθηκε η θεία εντολή της θυσίας του Ποιμέ να υπέρ των προβάτων του (Ιωαν. 10, 12-13). Ήδη δε μέσα στην αυτοκρατορία της Νέας Ρώμης, το «Βυζάντιο», όπως μας έμαθαν να το λέμε, οι Κληρικοί υπήρξαν πρωταγωνιστές στον αγώνα υπέρ της πατρίδος και της ελευθερίας της και αυτό συνεχίζεται μέχρι σήμε ρα. Πρέπει, μάλιστα, να υπογραμμισθεί το γεγονός, ότι το πρόβλημα για τον ελληνορθόδοξο Κλήρο δεν εί­ναι η συμμετοχή του ή μη στους εθνικούς αγώνες, άλλα ο υπερτονισμός συχνά και από εμάς τους Κληρικούς της ιστορικής διαστάσεως του Έθνους και ο κίνδυνος μεταβολής της Ορθοδοξίας σε απλό διάκονο ενδοκοσμικών στοχοθεσιών και προτεραιοτήτων. Οπότε, αίρεται η «ισόρροπη ιεράρχηση», για την οποία μιλήσαμε προηγουμένως. Η βασική αποστολή του ορ­θοδόξου Κλήρου είναι η αποκατάσταση της ελεύθερης κοινωνίας του ανθρώπου με τον Τριαδικό Θεό μέσα στην καρδιά του ανθρώπου, με τον αγιοπνευματικό αγώνα. Η θεραπεία της καρδιάς γίνεται με θεραπευτές και ιατρούς, σ’ αυτή την διαδικασία, τους Κληρικούς. Η συμμετοχή στους εθνικούς αγώνες, ενόπλως μάλιστα, είναι επιλογή του ιδίου του Κλήρου, που έφθασε στην θαυμαστή αυτή αυθυπέρβαση, από αγάπη προς την Πατρίδα και την ελευθερία της, κατά τον λόγο του Αποστόλου Παύλου: «ηὐχόμην γὰρ αὐτὸς ἐγὼ ἀνάθεμα εἶναι ἀπὸ τοῦ Χριστοῦ ὑπὲρ τῶν ἀδελφῶν» (θα ευχόμουν να χωριστώ εγώ από τον Χριστό για χάρη των αδελφών μου. Ρωμ. 9, 3).


5. Γι’ αυτό στην ελληνορθοδοξία δεν απαιτήθηκε κάποια Θεολογία απελευθερώσεως η επαναστάσεως, διότι η ορθόδοξη παράδοση είναι μόνιμα φιλελεύθερη και επαναστατική, ως αναστατική, δηλαδή ανα στάσιμη. Ο Ορθόδοξος Κλήρος και στην ειρήνη και στον πόλεμο επιτελεί έργο απελευθερωτικό: Στην περίοδο της ειρήνης, ελευθερώνοντας την καρδιά των πιστών από την δουλεία των παθών, και στον πόλεμο, ελευθερώνοντας την Πατρίδα από την απειλή της υποδουλώσεώς της. Η εκκλησιαστική λατρεία αναρριπίζει συνεχώς την συνείδηση και το ιδανικό της ελευθερίας, σε σημείο που ο αναστάσιμος χαιρετισμός «ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ» να συνοδεύεται, στην περίοδο της μακρόσυρτης δουλείας μας, με το: «ΚΑΙ Η ΕΛΛΑΣ ΑΝΕΣΤΗ!» Στη νοοτροπία του ελληνορθόδοξου ο Θεός ταυτίσθηκε με την επανάσταση, ως εθνική α­νάσταση, και η Ορθοδοξία με την ελευθερία. Έτσι, ο Κληρικός που κρατεί στο ένα χέρι το καριοφίλι και στο άλλο το άγιο Ποτήριο με την θεία Μετάληψη, ή ο μοναχός που βγάζει το ράσο για να ντυθεί την φουστανέλλα, έγιναν η συνηθέστερη εικόνα του ’21, όπως ακόμη και οι Ναοί και τα Μοναστήρια μέχρι την εθνική αντίσταση μεταβάλλονταν σε τόπους «μυστικοσυμβουλίων» των Αγωνιστών ή σε αποθήκες πυρομαχικών, αλλά και σε μόνιμα καταφύγια των Αγωνιστών μας.


6. Ο Ελληνισμός σύσσωμος δεν θα παύσει ποτέ να φυλάει Θερμοπύλες, αγωνιζόμενος για σύνορα, έστω και μέσα στο καταλυτικό πνεύμα της Νέας Εποχής, που ανανοηματοδοτεί ακόμη και την έννοια της εθνικής άμυνας και την παραδοσιακή αντίληψη περί συνόρων. Τα σύνορα σήμερα είναι ψυχικά και όχι γεω­γραφικά, διότι στην ψυχή μας διακυβεύεται η ιστορική μας ύπαρξη και η συνέχεια του πολιτισμού μας. Γι’ αυτό τίποτε δεν χρειάζεται περισσότερο το Έθνος σήμερα από το ελληνορθόδοξο φρόνημα του, ως μόνιμη πηγή ηρωισμού και αυτοθυσίας. Σ’ αυτόν τον αγώνα οι Ένοπλες Δυνάμεις μας θα έχουν πάντα συναγωνιστή και συμπαραστάτη τον Κλήρο, που διασώζει και σήμερα την καθαρότερη ίσως μορφή πατριωτισμού και φιλελευθερίας. Είναι δε ευχής έργο, ότι ο ν. 590/1977, ως απόρροια του Συντάγματος μας, που είναι και ο Καταστατικός Χάρτης της Εκκλησίας μας, με το άρθρο 2, κατοχυρώνει την συνεργασία και συναλληλία Πολιτείας και Εκκλησίας και στον χώρο των Ένοπλων Δυ νάμεων, με την ύπαρξη σ’ αυτές «Θρησκευτικής Υπηρεσίας». Έκφραση αυτής της ζώσας σχέσης ας θεωρηθεί και η τιμητική γι’ αυτόν πρόσκληση ενός Ελληνορθόδοξου Κληρικού να σας μιλήσει απόψε.



ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ Δ. ΜΕΤΑΛΛΗΝΟΥ
ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ ΓΙΑ ΘΕΜΑΤΑ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ “ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ” 

ΑΓΙΟΣ ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ: ΤΑΠΕΙΝΩΘΕΙΤΕ ΜΕΧΡΙ ΤΟ ΧΩΜΑ ΚΑΙ ΘΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΤΕΛΕΙΟΙ!


πηγή




Σκοπός τής ζωής μας είναι νά γίνουμε τέλειοι καί άγιοι. Νά αναδειχθούμε παιδιά τού Θεού καί κληρονόμοι τής βασιλείας τών ουρανών. Άς προσέξουμε μήπως, γιά χάρη τής παρούσας ζωής, στερηθούμε τή μέλλουσα, μήπως, από τίς βιοτικές φροντίδες καί μέριμνες, αμελήσουμε τό σκοπό τής ζωής μας.

Η νηστεία, η αγρυπνία καί η προσευχή από μόνες τους δέν φέρνουν τούς επιθυμητούς καρπούς, γιατί αυτές δέν είναι ο σκοπός τής ζωής μας, αποτελούν τά μέσα γιά νά πετύχουμε τό σκοπό.

Στολίστε τίς λαμπάδες σας μέ αρετές. Αγωνιστείτε ν’ αποβάλετε τά πάθη τής ψυχής. Καθαρίστε τήν καρδιά σας από κάθε ρύπο καί διατηρήστε τήν αγνή, γιά νά έρθει καί νά κατοικήσει μέσα σας ο Κύριος, γιά νά σάς πλημμυρίσει τό Άγιο Πνεύμα μέ τίς θείες δωρεές.

Παιδιά μου αγαπητά, όλη σας η ασχολία καί η φροντίδα σ’ αυτά νά είναι. Αυτά ν’ αποτελούν σκοπό καί πόθο σας ασταμάτητο. Γί’ αυτά νά προσεύχεστε στό Θεό. Νά ζητάτε καθημερινά τόν Κύριο, αλλά μέσα στήν καρδιά σας καί όχι έξω από αυτήν. Καί όταν Τόν βρείτε, σταθείτε μέ φόβο καί τρόμο, όπως τά Χερουβείμ καί τά Σεραφείμ, γιατί η καρδιά σας έγινε θρόνος τού Θεού. Αλλά γιά νά βρείτε τόν Κύριο, ταπεινωθείτε μέχρι τό χώμα, γιατί ο Κύριος βδελύσσεται τούς υπερήφανους, ενώ αγαπάει καί επισκέπτεται τούς ταπεινούς στήν καρδιά.

Άν αγωνίζεσαι τόν αγώνα τόν καλό, ο Θεός θά σέ ενισχύσει. Στόν αγώνα εντοπίζουμε τίς αδυναμίες, τίς ελλείψεις καί τά ελαττώματά μας. Είναι ο καθρέφτης τής πνευματικής μας καταστάσεως. Όποιος δέν αγωνίστηκε, δέν γνώρισε τόν εαυτό του.

Προσέχετε καί τά μικρά ακόμα παραπτώματα. Άν σάς συμβεί από απροσεξία κάποια αμαρτία, μήν απελπιστείτε, αλλά σηκωθείτε γρήγορα καί προσπέστε στό Θεό, πού έχει τή δύναμη νά σάς ανορθώσει.

Μέσα μας έχουμε αδυναμίες καί πάθη καί ελαττώματα βαθιά ριζωμένα, πολλά είναι καί κληρονομικά. Όλα αυτά δέν κόβονται μέ μία σπασμωδική κίνηση ούτε μέ τήν αδημονία καί τή βαρειά θλίψη, αλλά μέ υπομονή καί επιμονή, μέ καρτερία, μέ φροντίδα καί προσοχή.

Η υπερβολική λύπη κρύβει μέσα της υπερηφάνεια. Γί’ αυτό είναι βλαβερή καί επικίνδυνη, καί πολλές φορές παροξύνεται από τό διάβολο, γιά ν’ ανακόψει τήν πορεία τού αγωνιστή.

Ο δρόμος πού οδηγεί στήν τελειότητα είναι μακρύς. Εύχεστε στό Θεό νά σάς δυναμώνει. Νά αντιμετωπίζετε μέ υπομονή τίς πτώσεις σας καί, αφού γρήγορα σηκωθείτε, νά τρέχετε καί νά μή στέκεστε, σάν τά παιδιά, στόν τόπο πού πέσατε, κλαίγοντας καί θρηνώντας απαρηγόρητα.
Αγρυπνείτε καί προσεύχεστε, γιά νά μήν μπείτε σέ πειρασμό.

Μήν απελπίζεστε, άν πέφτετε συνέχεια σέ παλιές αμαρτίες. Πολλές απ’ αυτές είναι καί από τή φύση τους ισχυρές καί από τή συνήθεια. Μέ τήν πάροδο τού χρόνου, όμως, καί μέ τήν επιμέλεια νικιούνται. Τίποτα νά μή σάς απελπίζει.

Από τή σειρά τών φυλλαδίων «Η ΦΩΝΗ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ» τής Ιεράς Μονής Παρακλήτου Ωρωπού Αττικής.

http://www.agioritikovima.gr/

Αγάπη και εγωισμός: Δύο αιώνιοι αντίπαλοι


πηγή




ΑΡΚΕΤΑ ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ έγιναν με καλές προθέσεις. Ή θα ρίξεις τον εγωισμό ή θα ρίξεις την αγάπη. Όσο αυξάνει ο εγωισμός , τόσο μπλοκάρει η αγάπη. Όσο μικραίνει ο εγωισμός, τόσο αυξάνουν οι προϋποθέσεις να ανθήσει και να αναπτυχθεί η αγάπη. Έχουμε καλές προθέσεις, ζήλο για ιεραποστολή, διάθεση για προσφορά∙ έχουμε υψώσει όμως και το ντουβάρι του εγωισμού , που συχνά αναχαιτίζει το δρόμο προς την αγάπη. Μπαίνει ανάμεσα στους καλοπροαίρετους και σπάει την αρμονία των σχέσεων.

Στην παραβολή του Καλού Σαμαρείτη τελείται μια πάλη μεταξύ του εγωισμού και της αγάπης. Ο ιερέας και ο Λευίτης προσπερνούν τον πληγωμένο άνθρωπο, διότι φοβούνται μήπως πάνε καθυστερημένα στη δουλειά τους και τους «κράξει» το αφεντικό. Προτάσσουν τον εγωισμό και όχι την αγάπη. Αν έκαναν περίπατο στο δρόμο, οπωσδήποτε θα ασχολούνταν με τον πληγωμένο από τους ληστές οδοιπόρο. 

Ο Σαμαρείτης όμως, που φαίνεται πως η ζωή του τον είχε τσαλακώσει αρκετά, δεν σκέφτηκε το ίδιο. Σκύβει στον πληγωμένο και εικάζω πως έκανε περίπου τους εξής λογισμούς: «Είμαι που είμαι ξεφτιλισμένος στη ζωή μου, μια ξεφτίλα από το αφεντικό ας φάω. Δεν βαριέσαι. Δεν χάλασε ο κόσμος. Το εγώ μου θα κοιτάξω τώρα, να μην τσαλακωθεί,  ή τον συνάνθρωπό μου που είναι μισοπεθαμένος», και έτσι προτάσσει την αγάπη και όχι τον εγωισμό. Κάθε φορά που ξεκινάμε να εκδηλώσουμε  την αγάπη, θα πρέπει να γνωρίζουμε πως δίχως την ταπείνωση η αγάπη μας δε θα έχει διάρκεια. Γρήγορα θα τρακάρει πάνω στον εγωισμό μας . Μη γένοιτο.

Απ’ το  Ευαγγέλιο βγαίνει το εξής συμπέρασμα: Ο Χριστός θα μπορούσε να μας πει: «Παιδιά μου, κρατήστε την αγάπη σας για το σόι σας, τους φίλους σας, τους αδελφούς σας, όμως τη θεϊκή αγάπη θα την εκδηλώνετε μόνο σε ανθρώπους από τους οποίους δεν προσδοκάτε τίποτα», δηλαδή σε αρρώστους, ξένους, φυλακισμένους, πεινασμένους.
Αυτοί οι δεύτεροι θα μας βάλουν στον Παράδεισο. Είναι οι μεγάλοι ευεργέτες μας. Με τους άλλους λειτουργούμε ιδιοτελώς. Κάτι έχουν , το οποίο εμείς προσδοκούμε να πάρουμε , αφού τους ευεργετούμε. Ο Κύριος, γνωρίζοντας την αδυναμία της ανταπόδοσης , θέλησε να μας προστατέψει. Γι’ αυτό μας προτρέπει: «Όταν ετοιμάζετε τραπέζι για γεύμα, να καλείτε ανθρώπους φτωχούς και αγνώστους που δεν μπορούν να σας το ανταποδώσουν. Τότε θα έχετε την ανταπόδοση από τον Θεό» (βλ. Λουκ. Ιδ΄12-14 ) .


Από το βιβλίο: “Πληγωμένες Σχέσεις
Ένθεες Συνθέσεις”
ΑΡΧΙΜ. ΑΡΣΕΝΙΟΣ ΚΩΤΣΟΠΟΥΛΟΣ
ΑΘΗΝΑ 2011
ΕΚΔΟΣΗ Β΄ΕΠΑΥΞΗΜΕΝΗ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ: «ΑΓΑΘΟΣ ΛΟΓΟΣ»

Η Ψυχή


H ψυχή του ανθρώπου, όταν δημιουργείται από τον Θεό βρίσκεται σε καθαρή
κατάσταση, στον φωτισμό….
Ο θάνατος, πού δεν είναι
δημιούργημα τον Θεού αλλά ελεύθερη επιλογή του ανθρώπου, επειδή απομακρύνθηκε
από τον Θεό, πού είναι ή αληθινή ζωή, είναι κάτι το συνταρακτικό στην ζωή του
ανθρώπου, είναι ένα παράσιτο, πού δημιουργεί πολλά προβλήματα.
Η ενανθρώπηση του Χρίστου απέβλεπε στην νίκη εναντίον του θανάτου. Παρά την νίκη
του πάνω στον θάνατο, ο άνθρωπος τον γεύεται, ώστε δια του τρόπου αυτού να
νικηθούν τα πάθη και ή αμαρτία.
Μέσα στην Εκκλησία γευόμαστε την
υπέρβαση του θανάτου. Οι δίκαιοι πού συνδέονται με τον Χριστό, τον νικητή του
θανάτου, δεν φοβούνται τον θάνατο, όταν πλησιάζει στην ύπαρξη τους, δεν
πτοούνται από τους δαίμονες πού θέλουν να αρπάξουν την ψυχή τους.
Η ώρα και η ήμερα του θανάτου στους αγίους είναι ονομαστήριος ημέρα,
αφού τότε εορτάζουν και πανηγυρίζουν.
Το φοβερό μυστήριο του θανάτου, πού είναι ο χωρισμό της
ψυχής από το σώμα, γίνεται μια τελετή, μια μετάβαση από τα λυπηρότερα στα
θυμηδέστερα, διάδοση «εκ του θανάτου εις την ζωήν».
Το σώμα του ανθρώπου μετά τον θάνατο απλώς κοιμάται, γιατί ο θάνατος είναι ένας μεγάλος ύπνος, έως
την Δευτέρα Παρουσία του Χριστού, οπότε οι ψυχές θα εισέλθουν στα αναστημένα
σώματα, για να παρουσιασθούν ενώπιον του φοβερού βήματος του Χριστού και να
κριθούν.
Ο φόβος του θανάτου, πού καλλιεργήθηκε από όλους τους Πατέρες
της Εκκλησίας, χρησιμοποιείται για να φθάσουμε στην αφοβία του θανάτου.
Ο φόβος του θανάτου, και όλων των δεινών πού συνδέονται με αυτόν, καλλιεργεί την
μετάνοια. Δεν πρόκειται για έναν φόβο με ψυχολογικό περιεχόμενο, αλλά για
πνευματικό φόβο, πού αναπτύσσει την μετάνοια και δημιουργεί έμπνευση για
προσευχή και σωτηρία.
Δεν μπορεί να νοηθεί μετάνοια χωρίς τον φόβο του
θανάτου. Γι’ αυτό, όσοι επιδιώκουν με τον στοχαστικό λόγο να αμβλύνουν το φοβερό
μυστήριο του θανάτου, χωρίς να το αντιλαμβάνονται, αποτρέπουν τον άνθρωπο από
την μετάνοια, πού συνιστά τον πραγματικό θάνατο της ψυχής. Πραγματικά, ο φόβος
του θανάτου οδηγεί στην αφοβία και την υπέρβαση του θανάτου.
Του Σεβ. Μητρ. Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου Βλάχου
Πηγή: Από το βιβλίο: “Η ζωή μετά τον θάνατο”

Πηγή: piestirio.blogspot.com

Ο φιλάργυρος μαζεύει, για να τα βρουν οι άλλοι



Γέροντα, είναι δύο αδελφάκια· το μικρό δίνει, ενώ το μεγάλο δεν δίνει.
- Να μάθουν οι γονείς και στο μεγάλο να γλυκαίνεται από το να δίνει. Αν το μεγάλο δούλεψη πάνω σ’ αυτό, θα έχει μεγαλύτερο μισθό από το μικρό πού από την φύση του δίνει, και θα γίνει καλύτερο.
- Γέροντα, πώς θα απαλλαγή κανείς από την στενότητα της καρδιάς, από την δυσκολία πού έχει να δίνει;
-Τί, είσαι τσιγκούνα; Θα σε πετάξω έξω! Και στην διακονία, λ.χ. όταν είσαι στο αρχονταρίκι, να πάρεις μια γενική ευλογία, για να μπορείς να δίνεις. Βλέπεις και Θεός πόσο άφθονα δίνει σε όλους τις ευλογίες Του; Αν δεν συνηθίσει να δίνει κανείς, μαθαίνει στην τσιγγουνιά και δυσκολεύεται μετά να δώσει. Ο φιλάργυρος είναι «κουμπαράς»· μαζεύει αυτός, για να τα βρουν οι άλλοι. Χάνει έτσι την χαρά τού δοσίματος και την θεία ανταπόδοση.
Λέω σε έναν πλούσιο μια φορά: «Τί τα μαζεύεις; Υποχρεώσεις δεν έχεις. Τί θα τα κάνης;». «Εδώ θα μείνουν, μου λέει, όταν πεθάνω». «Εγώ σού δίνω ευλογία, τού λέω, να τα πάρεις επάνω όλα!». «Εδώ θα μείνουν, ξαναλέει. Άμα πεθάνω, ας τα πάρουν οι άλλοι». «Εμ, εδώ θα μείνουν, τού λέω. Ο σκοπός είναι να τα δώσεις με τα ίδια σου τα χέρια τώρα πού ζεις!». Δεν υπάρχει πιο ανόητος άνθρωπος από τον πλεονέκτη, πού μαζεύει συνέχεια και ζει συνέχεια με στέρηση και τελικά αγοράζει την κόλαση με τις συγκεντρωμένες του οικονομίες. Το έχει τελείως χαμένο, γιατί δεν δίνει και χάνεται με υλικά πράγματα, οπότε χάνει τον Χριστό. Τον τσιγκούνη τον κοροϊδεύουν και οι άλλοι.
Ήταν ένας πολύ πλούσιος κτηματίας· είχε χωράφια σε μια επαρχία, είχε και στην Αθήνα διαμερίσματα, άλλα ήταν πολύ τσιγκούνης. Μια φορά έφτιαξε μια χύτρα φασολάδα τελείως νερουλή,για να φάνε οι εργάτες πού δούλευαν στα χωράφια του. Παλιά δούλευαν οι καημένοι από το πρωί, πριν βγει ο ήλιος, μέχρι να βασιλέψει.
Το μεσημέρι πού σταμάτησαν λίγο, για να ξεκουρασθούν, άδειασε το αφεντικό μέσα σε έναν ταβά την φασολάδα και φώναξε τους εργάτες να φάνε. Κάθισαν γύρω-γύρω οι καημένοι οι εργάτες και άρχισαν να τρώνε· πότε έπιαναν με το κουτάλι από κανένα φασόλι, πότε μόνον ζουμί! Ένας εργάτης ήταν πολύ πειραχτήρι. Αφήνει το κουτάλι του και πάει παραπέρα. Βγάζει τις αρβύλες του, τις κάλτσες του και προχωράει να μπει μέσα στον ταβά. «Τί κάνεις;», τού λένε οι άλλοι. «Λέω να μπω μέσα, μήπως πιάσω κανένα φασόλι!», τους λέει. Τόσο τσιγκούνης ήταν εκείνος ο ταλαίπωρος.
Γι’ αυτό, χίλιες φορές να τον κυριέψει ή σπατάλη τον άνθρωπο παρά ή τσιγγουνιά.
- Η τσιγκουνιά είναι αρρώστια, Γέροντα.
- Πολύ μεγάλη αρρώστια! Άμα κυριέψει τον άνθρωπο η τσιγγουνιά, μεγαλύτερη αρρώστια δεν υπάρχει. Η οικονομία καλή είναι, άλλα να προσέξει κανείς να μην τον κυριέψει σιγά-σιγά ο πειρασμός με την τσιγγουνιά.
- Μερικοί, Γέροντα, από την τσιγγουνιά μένουν νηστικοί.
- Μόνον νηστικοί; Ήταν ένας έμπορος πλούσιος πού είχε ένα μεγάλο εμπορικό και έκοβε με τον σουγιά στα τρία εκείνα τα σπίρτα τα πλακέ! Μια άλλη πολύ πλούσια είχε ένα θειαφοκέρι· κρατούσε κάρβουνα και έπαιρνε με το θειαφοκέρι από τα κάρβουνα να ανάψει την φωτιά, για να μην ξοδέψει κανένα σπίρτο. Και είχε σπίτια, κτήματα, μεγάλη περιουσία. Δεν λέω να είναι κανείς σπάταλος, αλλά τουλάχιστον, όταν κάποιος είναι σπάταλος, αν τού ζήτησης κάτι, εύκολα θα σού το δώσει. Αν είναι τσιγκούνης, θα λυπάται να σού το δώσει.
Ήταν μια φορά δυο νοικοκυρές και συζητούσαν στην γειτονιά για σαλάτες, για ξίδια και πάνω στην συζήτηση είπε η μία: «’Έχω πολύ καλό ξίδι». Μια φορά χρειάσθηκε η άλλη η φουκαριάρα λίγο ξίδι και πήγε να της ζητήσει. «Άκου εδώ, της λέει εκείνη, εγώ, αν το έδινα, δεν θα είχα ξίδι επτά χρόνων!». Καλά είναι να κάνει οικονομία κανείς και να δίνει. Οικονόμος δεν θα πει τσιγκούνης. Ο πατέρας μου χρήματα δεν κρατούσε. Στα Φάρασα δεν είχαν ξενοδοχείο- το σπίτι μας ήταν σαν ξενοδοχείο. Όποιος ερχόταν στο χωριό, στον πρόεδρο θα πήγαινε να μείνει. Θα έτρωγε, θα του έπλεναν τα πόδια, θα του έδιναν και κάλτσες καθαρές. Τώρα, βλέπω ότι και σε μερικά προσκυνήματα έχουν αποθήκες ολόκληρες με κανδήλια και δεν λένε: «Έχουμε, μη μας δίνετε άλλα». Αυτά ούτε μπορούν να τα χρησιμοποιήσουν ούτε να τα πουλήσουν, άλλα ούτε και τα δίνουν. Όταν αρχίσει να μαζεύει κανείς, δένεται και δεν μπορεί να δώσει. Αν όμως αρχίσει να μη μαζεύει πράγματα και τα δίνει, τότε Θα μαζευτεί ή καρδιά στον Χριστό, χωρίς να το καταλάβει.
Μια χήρα να μην έχει χρήματα να αγοράσει έναν πήχη ύφασμα να ντύσει τα παιδιά της, και εγώ να μαζεύω! Πώς να το ανεχθώ αυτό; Στο Καλύβι δεν έχω ούτε πιάτα ούτε κατσαρόλια· τενεκεδάκια έχω. Προτιμώ ένα πεντακοσάρικο να το δώσω σε έναν φοιτητή, να πάει από το ένα μοναστήρι στο άλλο, παρά να πάρω κάτι για μένα. Αν δεν μαζεύεις, έχεις ευλογία από τον Θεό.
Όταν δίνεις ευλογία, παίρνεις ευλογία. Η ευλογία γεννάει ευλογία.

ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΠΑΙΣΙΟΣ

Ο Λόγος σαρξ εγένετο -Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος


Για να προσεγγίσουμε την σάρκωση του Λόγου και την απόρρητη γέννησή του από την αειπάρθενο Μαρία και να κατανοήσουμε καλά το μυστήριο της οικονομίας για την σωτηρία του γένους μας το κρυμμένο προ των αιώνων (Εφεσίους 3:9), θα μας βοηθήσει η εξής γνωστή εικόνα:
Κατά την δημιουργία της προμήτορος Εύας ο Θεός πήρε την έμψυχη πλευρά του Αδάμ και την ολοκλήρωσε σε γυναίκα, γι’  αυτό δεν εμφύσησε σ’  αυτήν πνοή ζωής καθώς και στον Αδάμ, αλλά το μέρος που έλαβε από την σάρκα του το τελειοποίησε σε ολόκληρο σώμα γυναικός, την δε απαρχή του πνεύματος που έλαβε μαζί με την έμψυχη σάρκα την τελειοποίησε σε ψυχή ζωντανή δημιουργώντας με τα δυό μαζί έναν άλλον άνθρωπο. Κατά τον ίδιο ακριβώς τρόπο ο πλαστουργός και κτίστης Θεός πήρε από την Αγία Μαρία έμψυχη σάρκα σαν ζύμη και μικρή απαρχή από το φύραμα της φύσεώς μας – δηλαδή από την ψυχή και το σώμα μαζί – και την ένωσε με την δική του ακατάληπτη και απρόσιτη Θεότητα. Η μάλλον ένωσε πραγματικά όλη την υπόσταση της Θεότητός του με την δική μας φύση, την έσμιξε άμικτα μ’ αυτή και την έκανε άγιο ναό του. Έτσι ο ποιητής του Αδάμ έγινε ατρέπτως και αναλλοιώτως τέλειος άνθρωπος.
Όπως ακριβώς λοιπόν από την πλευρά του Αδάμ έπλασε την γυναίκα, έτσι, αφού δανείστηκε την σάρκα από την θυγατέρα του Αδάμ την αειπάρθενο και Θεοτόκο Μαρία και την έλαβε χωρίς σπορά, γεννήθηκε κατά τον ίδιο τρόπο με τον πρωτόπλαστο. Ώστε όπως ακριβώς ο Αδάμ με την παράβαση έγινε η αρχή της γεννήσεώς μας στην φθορά και στον θάνατο, έτσι και ο Χριστός και Θεός μας με την εκπλήρωση κάθε δικαιοσύνης έγινε η απαρχή της αναγεννήσεώς μας στην αφθαρσία και την αθανασία. Αυτό εννοεί ο θείος Παύλος όταν λέει: «Ο πρώτος άνθρωπος πλάστηκε από τη γη χοϊκός. Ο δεύτερος άνθρωπος, δηλαδή ο Κύριος, είναι επουράνιος. Ό,τι λογής ήταν ο χοϊκός τέτοιοι είναι και όλοι οι χοϊκοί και ό,τι λογής είναι ο επουράνιος τέτοιοι είναι και όλοι όσοι γίνονται επουράνιοι δι’  αυτού.»
(Α´ Κορ. ιε´ 47-48). Και πάλι: «Η απαρχή είναι ο Χριστός, έπειτα όσοι είναι του Χριστού.» (Α´ Κορ. ιε´ 23).
Επειδή λοιπόν ο Χριστός έγινε τέλειος άνθρωπος κατά την ψυχή και το σώμα, όμοιος με μας σε όλα εκτός από την αμαρτία, μας μεταδίδει την Θεότητά του λόγω της πίστης μας σ  αὐτὸν και μας καθιστά συγγενείς του κατά την φύση και την ουσία της Θεότητάς του. Πρόσεξε το νέο και παράδοξο μυστήριο: Ο Θεός Λόγος έλαβε από μας σάρκα, που δεν είχε εκ φύσεως και έγινε άνθρωπος, που δεν ήταν. Από τότε μεταδίδει στους πιστούς την Θεότητά του – την οποία κανείς από τους αγγέλους η τους ανθρώπους δεν είχε αποκτήσει – και μ’ αυτόν τον τρόπο γίνονται θεοί κατά χάρη και θέση, που δεν ήταν. Έτσι χαρίζει σ’ αυτούς την εξουσία να γίνονται τέκνα Θεού (κατά Ιωάννην 1:12) γι’ αυτό και έγιναν και πάντοτε θα γίνονται και ποτέ δεν θα πάψουν να γίνονται. Άκουσε και τον θείο Παύλο που παρακινεί σ’ αυτό: «Όπως φορέσαμε την εικόνα του γήινου, ας φορέσουμε και την εικόνα του επουράνιου.» (Α´ Κορινθίους 15:49).
Ο Θεός λοιπόν του παντός με την σωματική του παρουσία στην γη ήλθε για να αναπλάσει και να ανακαινίσει τον άνθρωπο και να ευλογήσει όλη την κτίση που επέσυρε επάνω της την κατάρα εξαιτίας του ανθρώπου. Και πρώτα ζωοποίησε την ψυχή που έλαβε και αφθαρτώντας την την θέωσε, ενώ το άχραντο σώμα του, αν και το θέωσε, όμως το κρατούσε ακόμη φθαρτό και υλικό. Γιατί το σώμα που τρώει και πίνει, κοπιάζει και ιδρώνει, δένεται και σέρνεται, υψώνεται στον σταυρό και καρφώνεται, είναι βέβαια φθαρτό και υλικό, αφού μάλιστα πέθανε και τοποθετήθηκε νεκρό στο μνημείο. Μετά δε την ανάστασή του συνανέστησε και το σώμα του άφθαρτο, πνευματικό, όλο θείο και άυλο, γι’  αυτό και δεν συνέτριψε τις σφραγίδες του μνήματος, εισερχόταν δε και εξερχόταν ελεύθερα μέσα από τις κλειστές πόρτες.
Αλλά γιατί μαζί με την ψυχή δεν έκανε αμέσως και το σώμα πνευματικό και άφθαρτο; επειδή και ο Αδάμ τρώγοντας τον απαγορευμένο καρπό ευθύς μεν με την παράβαση πέθανε κατά την ψυχή, ενώ κατά το σώμα ύστερα από πολλά χρόνια. Γι’  αυτό και ο Χριστός πρώτα ανέστησε και ζωοποίησε την ψυχή που τιμωρήθηκε με το επιτίμιο του θανάτου, έπειτα δε οικονόμησε να απολαύσει και το σώμα την αφθαρσία δια της αναστάσεως, αυτό που δια του θανάτου επέστρεφε στην γη κατά την αρχαία απόφαση. Κι όχι μόνον αυτό, αλλά κατέβηκε στον άδη ελευθερώνοντας από τα δεσμά τις ψυχές των εκεί φυλακισμένων αγίων και τις κατέταξε σε τόπο αναπαύσεως και ανεσπέρου φωτός. Τα σώματά τους όμως δεν τα ανέστησε, αλλά τα άφησε στους τάφους μέχρι την κοινή ανάσταση.
Το μυστήριο λοιπόν αυτό που συντελέστηκε για όλο τον κόσμο με την ένσαρκη οικονομία του Χριστού, τούτο το ίδιο γινόταν και σε κάθε άγιο και γίνεται αδιαλείπτως μέχρι σήμερα σε κάθε πιστό. Γιατί λαμβάνοντας το πνεύμα του Δεσπότη και Θεού μας συμμετέχουμε στην θεότητά του, τρώγοντας δε την πανάμωμο σάρκα του γινόμαστε αληθινά και εξ ολοκλήρου σύσσωμοι του Χριστού και συγγενείς του, καθώς και αυτός ο θείος Παύλος βεβαιώνει: «Είμαστε οστούν από τα οστά του και σάρκα από την σάρκα του» (Εφεσίους 5:30) και αλλού: «από τον πλούτο της θεότητός του όλοι εμείς λάβαμε αλλεπάλληλες δωρεές» (κατά Ιωάννην 1:16 και Κολασσαείς 2:9). Έτσι γινόμαστε κατά χάριν όμοιοι με τον φιλάνθρωπο Θεό και Δεσπότη μας ανακαινισμένοι στην ψυχή, άφθαρτοι και αναστημένοι από νεκροί που ήμαστε. Τότε βλέπουμε αυτόν που καταδέχτηκε να γίνει όμοιός μας και βλεπόμαστε απ’ αυτόν, που μας αξίωσε να γίνουμε όμοιοί του, όπως κάποιος βλέπει από μακριά το πρόσωπο του φίλου του και διαλέγεται μ΄ αυτόν και συνομιλεί και ακούει την φωνή του.
Κατά τον ίδιο τρόπο και οι απ’ αιώνος άγιοι και οι παλαιοί και οι τωρινοί πνευματικά βλέποντες δεν βλέπουν σχήμα η είδος η ομοίωμα, αλλά φως ασχημάτιστο, επειδή και αυτοί είναι φως εκ του φωτός, δηλαδή του Αγίου Πνεύματος. Όμως αν και φτάνουν σ  αὐτὴ την κατάσταση, τα σώματά τους δεν γίνονται αμέσως άφθαρτα και πνευματικά, αλλά όπως ακριβώς το σίδερο που πυρακτώνεται στην φωτιά παίρνει την λαμπρότητά της, όταν όμως απομακρυνθεί απ  αὐτὴν γίνεται πάλι ψυχρό και μαύρο, έτσι ακριβώς και τα σώματα των αγίων: Μετέχοντας και αυτά στο θείο πυρ, δηλαδή στην χάρη του Θεού, αγιάζονται, φλεγόμενα καθαρίζονται, γίνονται διαυγή και πολυτιμότερα από τα άλλα σώματα. Αλλά όταν η ψυχή βγει από το σώμα, αμέσως και αυτά παραδίδονται στην φθορά και διαλύονται σιγά-σιγά. Άλλα όμως διατηρούνται για πολλά χρόνια χωρίς να είναι ούτε εντελώς άφθαρτα ούτε πάλι τελείως φθαρτά, αλλά διασώζουν μέσα τους τα γνωρίσματα και της αφθαρσίας και της φθοράς, ώσπου να φτάσουν στην τέλεια αφθαρσία και να ανακαινιστούν την τελευταία και κοινή ανάσταση των νεκρών. Για ποιό λόγο; Διότι δεν έπρεπε να αναστηθούν και να αφθαρτωθούν τα ανθρώπινα σώματα, πριν από την ανακαίνιση των κτισμάτων, αλλά όπως ακριβώς πρώτα πλάστηκε η φύση άφθαρτη και έπειτα ο άνθρωπος, έτσι πάλι πρώτα η κτίση πρέπει να μεταποιηθεί από την φθορά στην αφθαρσία και μετά μαζί μ’ αυτήν  ν’  αλλάξουν και να ανακαινιστούν τα φθαρτά σώματα των ανθρώπων, ώστε ο άνθρωπος πνευματικός πια και αθάνατος να κατοικήσει σε τόπο άφθαρτο, αιώνιο και πνευματικό. Και ότι αυτό είναι αλήθεια, άκουσε τον Απόστολο Πέτρο που το βεβαιώνει: «Θα έρθει η ημέρα του Κυρίου σαν κλέπτης την νύχτα και τότε οι ουρανοί θα διαλυθούν από την φωτιά και τα στοιχεία της φύσεως θα καούν και θα λυώσουν» (Β´ Πέτρου 3:10,12), όχι για να εξαφανιστούν, αλλά για να αναχωνευθούν και να αναστοιχειωθούν σε καλύτερη και αιώνια κατάσταση. Από που γίνεται φανερό αυτό; Από τα λόγια που προσθέτει στην συνέχεια ο Απόστολος: «Καινούριους ουρανούς και καινούρια γη προσδοκούμε κατά την επαγγελία σου» (Β´ Πέτρου 3:13). Τίνος την επαγγελία; Ασφαλώς του Χριστού που είπε: «Ο ουρανός και η γη θα παρέλθουν, οι λόγοι μου όμως δεν θα παρέλθουν» (κατά Ματθαίον 24:35). Παρέλευση του ουρανού εννοεί την αλλαγή του, γι΄ αυτό λέει ότι αν και ο ουρανός θα αλλάξει, όμως οι δικοί του λόγοι θα μένουν αναλλοίωτοι και σταθεροί. Αυτό προανήγγειλε και ο προφήτης Δαυίδ: «Σαν μανδύα θα τους τυλίξεις και θα αλλάξουν, εσύ όμως θα παραμείνεις ο ίδιος και τα έτη της ζωής σου δεν θα εκλείψουν» (Ψαλμοί, 101:27-28). Τι θα μπορούσε να γίνει σαφέστερο από αυτά τα λόγια;
Κεφάλαιο ι´. Ότι και πάντες οι Άγιοι τον Λόγον του Θεού εν εαυτοίς συλλαμβάνουσι τη Θεοτόκω παραπλησίως και γεννώσιν αυτόν και γεννάται εν αυτοίς και γεννώνται υπ’ αυτού και πως υιοί και αδελφοί και μητέρες αυτού χρηματίζουσιν.
Ο Υιός του Θεού και Θεός, αφού εισήλθε στα σπλάγχνα της Παναγίας Παρθένου και έλαβε σάρκα απ’ αυτήν, γεννήθηκε, όπως είπαμε, τέλειος άνθρωπος και τέλειος Θεός ασυγχύτως. Τι σημαντικότερο έγινε ποτέ για μας; Όλοι μας πιστεύουμε σ’ αυτόν τον Υιό του Θεού και Υιό της αειπαρθένου και Θεοτόκου Μαρίας και γι’ αυτό δεχόμαστε τον περί αυτού λόγο με εμπιστοσύνη. Αν τον ομολογούμε λοιπόν και μετανοούμε από τα βάθη της ψυχής μας για τις προηγούμενες αμαρτίες μας, τότε ο λόγος της ευσεβείας, τον οποίο δεχόμαστε, γεννιέται μέσα μας σαν σπόρος, όπως ακριβώς ο Λόγος του Πατρός εισήλθε στην γαστέρα της Παρθένου. Θαύμασε το μέγα τούτο και εκπληκτικό μυστήριο και δέξου το με κάθε πληροφορία και πίστη.
Συλλαμβάνουμε λοιπόν αυτόν τον Λόγο όχι σωματικά, όπως τον συνέλαβε η Παρθένος και Θεοτόκος, αλλά πνευματικά μεν πραγματικά όμως. Και έχουμε μέσα στις καρδιές μας αυτόν που τον ίδιο που συνέλαβε και η Αγνή Παρθένος, όπως λέει ο θείος Παύλος: «Ο Θεός που είπε να λάμψει φως μέσα στις καρδιές μας προς φωτισμόν της γνώσεως του Υιού του» (Β´ Κορινθίους 4:6), σαν να λέει: Αυτός όλος γεννήθηκε αληθινά μέσα μας. Και ότι είναι έτσι το φανερώνει με όσα παραθέτει στην συνέχεια: «Έχουμε δε τον θησαυρόν αυτόν μέσα σε πήλινα σκεύη» (Β´ Κορινθίους 4:6), ονομάζοντας θησαυρό το Άγιο Πνεύμα. Και σε άλλο σημείο ονομάζει το Πνεύμα Κύριο: «Γιατί το Πνεύμα» λέει «είναι ο Κύριος» (Β´ Κορινθίους 4:6), ώστε όπου ακούς Υιόν Θεού να εννοείς μαζί και το Πνεύμα και αν πάλι ακούσεις για το Άγιο Πνεύμα να εννοείς μαζί με αυτό και τον Πατέρα, επειδή και γι΄ αυτόν λέει: «Πνεύμα ο Θεός» (κατά Ιωάννη 4:24), διδάσκοντάς σε παντού το αχώριστο και ομοούσιο της Αγίας Τριάδος, ότι δηλαδή όπου είναι ο Υιός εκεί είναι και ο Πατήρ, και όπου ο Πατήρ εκεί και το Πνεύμα, και όπου το Άγιο Πνεύμα εκεί όλη η τρισυπόστατη Θεότητα, ο ένας Θεός και Πατήρ μαζί με τον Υιό και το Πνεύμα τους ομοουσίους, «αυτός που είναι ευλογητός στους αιώνες, αμήν» (Ρωμαίους 1:25).
Έτσι όταν πιστεύσουμε ολόψυχα και μετανοήσουμε θερμά θα συλλάβουμε όπως ειπώθηκε τον Λόγο του Θεού στις καρδιές μας, καθώς τον συνέλαβεν η Παρθένος, προσφέροντάς του κι εμείς τις ψυχές μας παρθενικές και αγνές. Και όπως εκείνη δεν την κατέφλεξε το πυρ της θεότητας, επειδή ήταν αγνή και υπεράμωμη, έτσι ούτε και εμάς μας κατακαίει, όταν του προσφέρουμε τις καρδιές μας αγνές και καθαρές, αλλά γίνεται εντός μας δροσιά από τον ουρανό και πηγή ύδατος και ρείθρον αθάνατης ζωής. Ότι δεχόμαστε και εμείς παρόμοια το άστεκτον πυρ της θεότητας, άκουσε τον Κύριο που το λέει: «Πυρ ήλθα να βάλω στην γη» (κατά Λουκάν 12:49). Τι άλλο εννοεί, παρά το ομοούσιο προς την θεότητά του Πνεύμα, με το οποίο συνεισέρχεται και συνθεωρείται μέσα μας και ο ίδιος ο Υιός μαζί με τον Πατέρα;
Επειδή ο Λόγος του Θεού μία φορά σαρκώθηκε από την Παρθένο και γεννήθηκε από αυτήν σωματικά, ανέκφραστα και υπέρ λόγον και δεν είναι δυνατόν να σαρκωθεί πάλι η να γεννηθεί σωματικά από τον καθένα από μας, τι προνοεί; Μας μεταδίδει για τροφή εκείνη την άχραντη σάρκα που προσέλαβε από την πανάχραντη Θεοτόκο, κατά την σωματική του γέννηση. Αν την μεταλαμβάνουμε άξια, έχουμε μέσα μας όλον τον σαρκωθέντα Θεό και Κύριό μας Ιησού Χριστό, αυτόν τον Υιό του Θεού και Υιό της Παρθένου τον καθήμενο στα δεξιά του Θεού, ο οποίος λέει: «εκείνος που τρώγει την σάρκα μου και πίνει το αίμα μου μένει μέσα μου και εγώ μέσα του» (κατά Ιωάννη 6:56), χωρίς όμως να προέρχεται η να γεννιέται σωματικά από εμάς, αλλά ούτε και να μας αποχωρίζεται ποτέ. Διότι εμείς δεν τον αισθανόμαστε σαν σάρκα, αν και βρίσκεται μέσα μας όπως ακριβώς ένα βρέφος, αλλά υπάρχει ασωμάτως σε σώμα, αναμιγνυόμενος ανέκφραστα με την φύση μας και την ουσία μας και θεοποιώντας μας, επειδή γίναμε σύσσωμοι και μ’ αυτόν δηλαδή σάρκα από την σάρκα του και οστούν από τα οστά του. Αυτό είναι το μεγαλύτερο και φρικτότερο μυστήριο της ανέκφραστης οικονομίας και συγκαταβάσεώς του, που δίσταζα να το γράψω και έτρεμα να το επιχειρήσω.
Ο Θεός όμως πάντοτε θέλει να αποκαλύπτεται και να φανερώνεται η αγάπη του σ’ εμάς, ώστε και εμείς κάποτε κατανοώντας την μεγάλη του αγαθότητα και αισθανόμενοι ντροπή να προθυμοποιηθούμε να τον αγαπήσουμε. Γι’  αυτό και εγώ παρακινήθηκα από το Άγιο Πνεύμα που φωτίζει τις καρδιές μας και σας φανέρωσα αυτά τα μυστήρια γραπτώς, όχι για να σας αποδείξω ότι ο άνθρωπος είναι όμοιος μ’ αυτήν που γέννησε τον Κύριο – μη γένοιτο – αυτό είναι αδύνατο. Διότι άλλη είναι η ένσαρκη και άφραστη γέννηση του Θεού Λόγου από την Παρθένο και άλλη που συντελείται σε μας πνευματικώς. Εκείνη γεννώντας ένσαρκο τον Υιό και Λόγο του Θεού απεργάστηκε στην γη το μυστήριό της αναπλάσεως του ανθρωπίνου γένους μας και την σωτηρία όλου του κόσμου, που είναι ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός και Θεός, αυτός που ένωσε στον εαυτό του τα διεστώτα και εξάλειψε την αμαρτία του κόσμου. Ενώ αυτή (που συντελείται σε μας) γεννώντας εν Αγίω Πνεύματι τον Λόγο της γνώσεως του Θεού, απεργάζεται ακατάπαυστα στις καρδιές μας το μυστήριο της ανακαινίσεως των ανθρώπινων ψυχών και την κοινωνία και ένωση με τον Θεό Λόγο, αυτήν υπαινίσσεται και το θείο λόγιο: «Δι’  αυτού συλλάβαμε και εγεννήσαμε με πόνο το πνεύμα της σωτηρίας, το οποίο κυοφορήσαμε πάνω στην γη» (Ησαΐας 26:18).
Λοιπόν δεν σας φανέρωσα αυτά τα μυστήρια για να αποδείξω ότι ο άνθρωπος μπορεί να γεννήσει τον Χριστό κατά τον ίδιο τρόπο που τον γέννησε η Παναγία, αλλά για να φανερωθεί η υπεράπειρη και γνήσια αγάπη του σ’ εμάς και ότι αν το θέλουμε όλοι μπορούμε να γίνουμε μητέρα και αδελφοί του κατά τον προαναφερόμενο τρόπο, καθώς και ο ίδιος το διακηρύττει: «Μητέρα μου και αδελφοί μου είναι αυτοί που ακούνε τον λόγο του Θεού και τον εκτελούν» (κατά Λουκάν 8:21). Έτσι θα γίνουμε ίσοι με τους μαθητές και αποστόλους του, όχι κατά την αξία, ούτε κατά τις περιοδείες και τους κόπους που υπέφεραν, αλλά κατά την χάρη του Θεού και την δωρεά την οποία εξέχεε σ’  όλους που τον πίστευαν και τον ακολουθούσαν, χωρίς να στραφούν ποτέ πίσω.
Είδες πως όλους εκείνους που ακούνε και πράττουν τον λόγο του τους ανύψωσε στην αξία της Μητέρας του και τους αποκαλεί αδελφούς και συγγενείς του; Όμως μόνο εκείνη υπήρξε η κυρίως Μητέρα του, επειδή όπως ανέφερα τον γέννησε ανερμηνεύτως και χωρίς άνδρα, ενώ όλοι οι άγιοι τον συλλαμβάνουν και τον κατέχουν κατά χάριν και δωρεάν. Και από μεν την άμωμη Μητέρα του δανείστηκε την παναμώμητη σάρκα του και σε αντάλλαγμα της δώρισε την θεότητα – ω τι παράξενη και ασυνήθιστη συναλλαγή – ενώ από τους αγίους δεν παίρνει σάρκα, αλλά αντίθετα αυτός τους μεταδίδει την θεωμένη σάρκα του. Ας εξετάσουμε λοιπόν το βάθος αυτού του μυστηρίου.
Η χάρη του Πνεύματος στον Χριστό, δηλαδή το πυρ της θεότητος, προέρχεται από την θεία του φύση και ουσία. Όμως το σώμα του δεν έχει την ίδια προέλευση, αλλά προέρχεται από την πάναγνη και άγια σάρκα της Θεοτόκου, την οποία προσέλαβε κατά το ιερό λόγιο: «ο Λόγος έγινε σάρκα» (κατά Ιωάννην 1:14). Έκτοτε ο Υιός του Θεού και της αχράντου Παρθένου μεταδίδει στους αγίους, από μεν την φύση και την ουσία του συναΐδιου Πατρός του την χάρη του Πνεύματος, δηλαδή την θεότητα, καθώς και μέσω του προφήτη λέγει: «Θα συμβεί τούτο κατά τις έσχατες ημέρες, θα εκχύσω από το Πνεύμα μου σε κάθε άνθρωπο» (Ιωήλ 3:1), εννοώντας κάθε πιστό, από δε την φύση και ουσία εκείνης που κυρίως και αληθώς τον γέννησε την σάρκα, την οποία έλαβε από αυτή.
Και όπως από την πληρότητά του λάβαμε όλοι εμείς, έτσι ακριβώς μεταλαμβάνουμε από την άμωμη σάρκα της Παναγίας Μητέρας του, την οποία και εκείνος προσέλαβε και όπως έγινε υιός και Θεός της ο Χριστός και Θεός μας γενόμενος και αδελφός μας, έτσι ακριβώς και εμείς – ω τι ανέκφραστη φιλανθρωπία – γινόμαστε υιοί της Θεοτόκου Μητέρας του και αδελφοί του Χριστού, επειδή χάρη στον υπεράμωμο και υπεράγνωστο γάμο που τελέστηκε μ’  αυτήν και σ’  αυτήν γεννήθηκε ο Υιός του Θεού και απ’  αυτόν πάλι όλοι οι άγιοι. Πράγματι, όπως από την συνουσία και την σπορά του Αδάμ πρώτη η Εύα γέννησε και από εκείνη και μέσω εκείνης γεννήθηκαν όλοι οι άνθρωποι, έτσι και η Θεοτόκος, αφού δέχτηκε αντί σποράς τον Λόγο του Θεού συνέλαβε και γέννησε μόνο τον προ αιώνων μονογενή του Πατρός και μετέπειτα σαρκωθέντα δικό της μονογενή. Και μολονότι η ίδια έπαψε να συλλαμβάνει και να γεννά, ο Υιός της γέννησε και γεννά καθημερινά όσους πιστεύουν σ΄ αυτόν και τηρούν τις άγιες εντολές του. Ασφαλώς έπρεπε η πνευματική μας αναγέννηση και ανάπλαση να γίνει δια του αντρός, δηλαδή του δευτέρου Αδάμ και Θεού, επειδή η γέννησή μας στην φθορά έγινε δια της γυναικός Εύας.
Και πρόσεχε την ακρίβεια του λόγου: ανδρός θνητού και φθαρτού η σπορά φθαρτούς υιούς και θνητούς δια γυναικός γέννησε και γεννά, αθανάτου και αφθάρτου Θεού ο αθάνατος και άφθαρτος Λόγος αθάνατα και άφθαρτα τέκνα γέννησε και διαρκώς γεννά, αφού πρώτα αυτός γεννήθηκε από την Παρθένο εν αγίω Πνεύματι βεβαίως.
Γι  αυτό λοιπόν είναι δέσποινα και βασίλισσα και κυρία και Μητέρα όλων των αγίων η Μητέρα του Θεού, ενώ όλοι οι άγιοι είναι και δούλοι της αφού είναι Μητέρα του Θεού και παιδιά της αφού μεταλαμβάνουν από την πανάχραντη σάρκα του Υιού της. Πιστός ο λόγος: η σάρκα του Υιού της είναι σάρκα της Θεοτόκου. Μεταλαμβάνοντας και εμείς απ  αυτὴν την θεωμένη σάρκα του Κυρίου, ομολογούμε και πιστεύουμε ότι μεταλαμβάνουμε ζωήν αιώνια, εκτός αν αναξίως και εις κατάκριμα μεταλαμβάνουμε.
Πράγματι όλοι οι άγιοι είναι συγγενείς προς την Παναγία Μητέρα του Θεού κατά τρεις τρόπους: Πρώτον επειδή προέρχονται από τον ίδιο πηλό μ  αὐτὴν και την ίδια πνοή, δηλαδή την ψυχή. Δεύτερον επειδή έχουν κοινωνία και μετουσία με αυτήν δια της προσλήψεως της σαρκός της από τον Χριστό. Και τρίτον επειδή, λόγω της εν Πνεύματι αγιωσύνης που ενυπάρχει σε αυτούς, καθένας συλλαμβάνει εντός του και κατέχει τον Θεό των όλων, όπως ακριβώς και εκείνη τον είχε εντός της. Διότι αν και τον γέννησε σωματικώς, όμως πάντοτε τον είχε όλον και πνευματικώς μέσα της και εξακολουθεί να τον έχει και τώρα και πάντοτε αχώριστον από αυτήν.
Σ’ αυτόν πρέπει η δόξα και το κράτος στους αιώνες. Αμήν.
Πηγή: Αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου,  Βίβλος των Ηθικών, Λόγος Α´: Κεφάλαιο γ´. Περί της του Λόγου Σαρκώσεως και κατά τίνα τρόπον δι’ υμάς εσαρκώθη, Έκδοσις Ιεράς Μονής Οσίου Συμεών του Νέου Θεολόγου, Κάλαμος Αττικής.

Αν θες να κρατάς κάποιον κοντά σου


ομιλητής ο π.Ανδρέας Κονάνος. Από παλιά ομιλία του στη Θεσσαλονίκη

"Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη

  Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...