Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Παρασκευή, Νοεμβρίου 09, 2012

Άγιος Νεκτάριος-Οι πειρασμοί παραχωρούνται για να φανερωθούν τα κρυμμένα πάθη




Οι πειρασμοί παραχωρούνται για να φανερωθούν τα κρυμμένα πάθη, 
να καταπολεμηθούν κι έτσι να θεραπευθεί η ψυχή. Είναι και αυτοί
 δείγμα του θείου ελέους. Γι' αυτό εμπιστεύσου στο Θεό και ζήτησε
 τη βοήθειά Του, ώστε να σε δυναμώσει στον αγώνα σου. Η ελπίδα 
στο Θεό δεν οδηγεί ποτέ στην απελπισία. Οι πειρασμοί φέρνουν 
ταπεινοφροσύνη.

Ο Θεός ξέρει την αντοχή του καθενός μας και παραχωρεί τους πειρασμούς
 κατά το μέτρο των δυνάμεών μας. Να φροντίζουμε όμως κι εμείς να 
είμαστε άγρυπνοι και προσεκτικοί, για να μη βάλουμε μόνοι μας 
τον εαυτό μας σε πειρασμό.

Εμπιστευθείτε στο Θεό τον Αγαθό, τον Ισχυρό, τον Ζώντα, και 
Αυτός θα σας οδηγήσει στην ανάπαυση. Μετά από τις δοκιμασίες 
ακολουθεί η πνευματική χαρά. Ο Κύριος παρακολουθεί όσους υπομένουν
 τις δοκιμασίες και τις θλίψεις για τη δική Του αγάπη. Μη λιποψυχείτε
 λοιπόν και μη δειλιάζετε.

Δεν θέλω να θλίβεστε και να συγχύζεστε για όσα συμβαίνουν αντίθετα
 με τη θέληση σας: όσο δίκαιη και αν είναι αυτή. Μια τέτοια θλίψη
 μαρτυρεί την ύπαρξη εγωισμού. Προσέχετε τον εγωισμό που κρύβεται
 κάτω από τη μορφή του δικαιώματος. Προσέχετε και την άκαιρη λύπη
 που δημιουργείται μετά από ένα δίκαιο έλεγχο. Η υπερβολική θλίψη
 για όλα αυτά είναι του πειρασμού.

Μία είναι η αληθινή θλίψη. Αυτή που δημιουργείται, όταν γνωρίσουμε
 καλά την άθλια κατάσταση που βρίσκεται η ψυχή μας. Όλες οι άλλες
 θλίψεις δεν έχουν καμιά σχέση με τη χάρη του Θεού.

Φροντίζετε να περιφρουρείτε στην καρδιά σας τη χαρά του 
Αγίου Πνεύματος και να μην επιτρέπετε στον πονηρό να χύνει την
 πίκρα του. Προσέχετε! Προσέχετε, μήπως ο Παράδεισος που υπάρχει
 μέσα σας μετατραπεί σε κόλαση. 
πηγή/αντιγραφή

Ιωάννης Τάτσης, Πνευματική άσκηση και Θεολογία


πηγή

ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΑΣΚΗΣΙΣ ΚΑΙ ΘΕΟΛΟΓΙΑ
του Ιωάννη Τάτση, Θεολόγου
Όσοι με τη χάρη του Θεού αξιωθήκαμε να ζούμε και να κινούμαστε εντός της Εκκλησίας ακολουθούμε κάποιες φορές λανθασμένη πορεία στα ζητήματα της καθημερινής πνευματικής ζωής. Και τούτο είναι πολύ επικίνδυνο, καθότι μια πορεία διαφορετική από αυτήν που βάδισαν οι άγιοι Πατέρες μας δεν οδηγεί με ασφάλεια στη Βασιλεία του Θεού, είναι δε πολύ πιθανό να μας στερήσει την αιώνια ζωή.

Η Ορθοδοξία υπήρξε και είναι πάντοτε ασκητική. Η καλοπέραση, η εύκολη άνευ κόπων και θλίψεων ζωή δεν είναι η οδός των Πατέρων μας. Η εργασία της αδιάλειπτης προσευχής, η νηστεία, η μετάνοια, η ενδυνάμωση του αγωνιστικού φρονήματος μέσω της ανάγνωσης των Γραφών και των Πατέρων είναι ουσιώδη στοιχεία της πνευματικής ζωής.

Στις μέρες μας κάποιοι προσπαθούν να ανακαλύψουν μία πλατεία οδό για την είσοδο στη Βασιλεία του Θεού. Η νηστεία είναι, σύμφωνα με μερικούς «προοδευτικούς» πνευματικούς, για τους μοναχούς και τους ηλικιωμένους. Δεν είναι απαραίτητη πριν τη Θεία Κοινωνία, στην οποία προτρέπουν τα πνευματικά τους τέκνα να μετέχουν συχνότατα άνευ νηστείας. Η επιμονή και υπομονή στην προσευχή, η νοερά εργασία φαίνονται αγωνίσματα ακατόρθωτα. Έμεινε το κομποσχοίνι περασμένο στο χέρι σαν κόσμημα αλλά οι κόμποι του αποσυνδέθηκαν από την εργασία της ευχής. Μερικοί σύγχρονοι θεολόγοι ανακάλυψαν την «ευχαριστιακή εκκλησιολογία» και υποβάθμισαν την ασκητική διάσταση της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Όλα αρχίζουν και τελειώνουν, όπως διδάσκουν, εντός της Θείας Ευχαριστίας, στην οποία μετέχουμε όλοι με κάθε ευκολία άνευ νηστείας, εξομολογήσεως και πνευματικής προετοιμασίας. Τα ασκητικά γυμνάσματα των Πατέρων τίθενται σε δεύτερη μοίρα μαζί με τις «ακραίες» απόψεις τους για τις σχέσεις με τους αιρετικούς.

Η εκκοσμίκευση του βίου μας ενσωματώνεται στη σύγχρονη «θεολογία» που γίνεται «συναφειακή» και με ευκολία επιχειρεί υπερβάσεις των ιερών Κανόνων και των διδαχών των αγίων Πατέρων. Η «μεταπατερική θεολογία» παρέχει πλέον ευκολότερη πρόσβαση στον Παράδεισο, που δεν περνάει από την οδό της ασκήσεως, τους κόπους και τους ιδρώτες, τα δάκρυα και τους στεναγμούς, τις μετάνοιες και τις ολονύκτιες στάσεις, την προσευχή, την αυτομεμψία και τη μετάνοια.

Και ενώ εγκαταλείψαμε εν πολλοίς τον ασκητικό δρόμο των αγίων Πατέρων, ισχυριζόμαστε έπειτα ότι μπορούμε και εμείς σήμερα να παράγουμε νέα θεολογία, διότι το Άγιο Πνεύμα δεν παύει ποτέ να φωτίζει και να ενεργεί εντός της Εκκλησίας. Πράγματι. Μόνο που ο φωτισμός αυτός δεν δίδεται στους καθισμένους στα γραφεία καθηγητές και διανοούμενους ούτε στους κληρικούς και επισκόπους που νομίζουν ότι μόνη η κατάληψη μιας θέσης στην εκκλησιαστική διοίκηση τους μετέτρεψε ξαφνικά σε φορείς του θείου φωτισμού. Ο φωτισμός του Αγίου Πνεύματος χαρίζεται μετά την κάθαρση στους ασκητές της Ορθοδοξίας που αγωνίζονται εντός και εκτός του κόσμου. Απόδειξη της ενεργούς δράσης του Αγίου Πνεύματος δεν είναι η παραγωγή θεολογίζοντος φιλοσοφικού θεωρητικού λόγου, που πολλές φορές αποτολμά την αμφισβήτηση της πατερικής πείρας αλλά τα συγγράμματα και οι διδαχές των ασκητών όπως αυτά του Γέροντος Παϊσίου, του Γέροντος Πορφυρίου ή του Ιωσήφ του Ησυχαστού. Τη γνησιότητα της θεολογίας τους βεβαιώνει η πλήρης συμφωνία τους με τους προ αυτών αγίους Πατέρες της Εκκλησίας μας. Όσοι λοιπόν ποθούμε να αποκτήσουμε την πείρα αυτών των αληθινών θεολόγων οφείλουμε να αναλάβουμε αγώνα πνευματικό όμοιο με εκείνους και με υπομονή να διαπεράσουμε από τα πυρά των πειρασμών που και εκείνοι διήλθαν.
Ορθόδοξος Τύπος, 9/11/2012

Ὁ Ἅγιος Νεκτάριος ἔναντι τῶν αἱρέσεων +΄Μητροπολίτης Νικοπόλεως καί Πρεβέζης






Ἡ στάσις του ἔναντι τῶν αἱρέσεων καὶ τῶν σχισμάτων

Τὸ θέμα τῆς ἐπικοινωνίας μὲ τοὺς μὴ Ὀρθοδόξους, μὲ τοὺς αἱρετικοὺς καὶ τοὺς σχισματικούς, εἶναι σήμερα ἕνα ἀπὸ τὰ μείζονα θέματα τῆς Ἐκκλησίας.

Μερικοὶ καλλιεργοῦν μία ἔντονη δυσπιστία γιὰ τὸ κάθε τί, ποὺ ἔχει σχέση μὲ τέτοιου εἴδους ἐπικοινωνίες. Τὶς θεωροῦν προδοσία. Καὶ ἀπαιτοῦν τὴν πλήρη διακοπή τους. Ἄλλοι τὶς θεωροῦν ἐντολὴ τοῦ Χριστοῦ, ζήτημα γνησιότητος. Τάσεις πολωτικὲς ἀναπτύσσονται. Βαρεῖες κατηγορίες ἐκτοξεύονται. Καὶ ὅλοι ζητοῦν νὰ τεκμηριώσουν τὴν Ὀρθότητα τῶν ἀπόψεών τους, μὲ παραπομπὲς στὴν πράξη καὶ στὶς θεολογικὲς θέσεις τῶν ἁγίων.

Ὁ ἅγιος Νεκτάριος, σὰν τέκνο τοῦ 20ου αἰώνα, σοφὸς θεολόγος, θεοχαρίτωτος θαυματουργός, ἔχει γενικὴ ἀποδοχή, ἀπὸ ὅλους. Πῶς ἔβλεπε τὶς σχέσεις μὲ τοὺς αἱρετικούς; Τί ἔλεγε γι’ αὐτές; Ἂς ἰδοῦμε.


Α'

Ἐπιτρέπεται νὰ ἔχει ἡ Ἐκκλησία μας σχέσεις μὲ ἑτεροδόξους; Πότε; Ὑπὸ ποιὲς περιστάσεις;


Κάποιοι δίνουν τὴν ἀπάντηση: Μόνο, ὅταν προσέρχωνται ἐν μετάνοιᾳ, ὅταν δὲν προσέρχωνται ἐν μετάνοιᾳ, ὅταν δὲν στρέφωνται πρὸς τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας, σὰν τὴν μία, ἁγία, ποία πρέπει νὰ εἶναι ἡ συμπεριφορά μας πρὸς αὐτούς; Μία ὁμολογία; Ἀρκεῖ; Ἀρκεῖ νὰ τὴν δώσωμε; Καὶ ξεμπλέξαμε;

Ποία εἶναι ἡ τοποθέτηση τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου ἐπάνω στὰ ἐρωτήματα αὐτά;

1. Στὰ ἐρωτήματα αὐτὰ ὁ ἅγιος Νεκτάριος δὲν μᾶς ἀπαντᾶ μὲ μία συστηματικὴ διαπραγμάτευση τοῦ θέματος. Στὶς ἡμέρες του δὲν εἶχε ἀκόμη δημιουργηθῆ ἡ λεγόμενη οἰκουμενικὴ κίνηση. Ἡ προβληματική της ἦταν ἄγνωστη. Δὲν εἶχε ἀκόμη ἐμφανισθῆ ἡ πολωτικὴ τάση, ποὺ παρατηρεῖται σήμερα, μεταξὺ «Οἰκουμενιστῶν» καὶ «ἀντιοικουμενιστῶν». Ὁ ἅγιος μιλάει παρεμπιπτόντως γιὰ τὸ θέμα αὐτὰ στὸ βιβλίο του Ποιμαντικὴ (Μέρος Γ’, τμ. Β’ § 3, σέλ. 210-211). Πῶς ἀπαντᾶ;

Ἀπαντᾶ καταφατικά. Ἀπόλυτα, θὰ ἐλέγαμε, καταφατικά. Γιατί δὲν λέγει ἁπλῶς «ἐπιτρέπεται», ἀλλὰ χρησιμοποιεῖ τὴν λέξη: «ἐπιβάλλεται». Καὶ ἡ λέξη
«ἐπιβάλλεται», εἶναι πολὺ πιὸ ἔντονη ἀπὸ τὴν λέξη «ἐπιτρέπεται». Ἡ μία ἀφήνει δικαίωμα ἐπιλογῆς• ἡ ἄλλη δὲν ἀφήνει τέτοιο περιθώριο.

Ὁ ἅγιος Νεκτάριος λέγει: «Ὁ ἐπίσκοπος, ὀφείλει νὰ ἐμμένει ἀείποτε (=ὑπὸ τὶς ὁποιεσδήποτε συνθῆκες) στὶς ἠθικὲς ἀρχὲς τοῦ Εὐαγγελίου». Καὶ σημειώνει ἐμφαντικά: Τὶς ἠθικὲς αὐτὲς ἀρχὲς τοῦ Εὐαγγελίου δὲν ἔχει κανένας δικαίωμα, νὰ τὶς παραβαίνει• οὔτε «δῆθεν λόγω δογματικῶν ἀρχῶν».

Ἀναφύεται εὔλογα τὸ δικό μας ἐρώτημα: Μποροῦμε λοιπὸν νὰ ἔχωμε σχέσεις μὲ τοὺς ἑτεροδόξους;

Ἀπαντάει ὁ ἅγιος:

«Αἱ δογματικοὶ διαφοραὶ ἀναφέρονται στὸ κεφάλαιον τῆς πίστεως». Δὲν ἐπιτρέπεται νὰ περιορίζουν τὴν ἀγάπη. Γιατί «τὸ δόγμα δὲν καταπολεμεῖ τὴν ἀγάπην». Δηλαδὴ ἡ διαφορὰ δόγματος δὲν αἴρει, δὲν καταργεῖ, τὸ χρέος τῆς ἀγάπης. Ἀντίθετα: Ἡ ἀγάπη εἶναι τόσο πλατειὰ ὥστε συγκαταβαίνει «καὶ χαρίζεται» στὸ μὴ ὀρθὸ δόγμα. Πάντα στέγει. Πάντα ὑπομένει. Δὲν ἐπιτρέπεται τὸ δόγμα, οὔτε νὰ καθιστᾶ τὴν ἀγάπη ἀνενεργό, οὔτε νὰ τὴν ἀλλοιώνει· οὔτε πολὺ· οὔτε στὸ ἐλάχιστο. Ἡ «χωλαίνουσα πίστις τῶν αἱρετικῶν δὲν ἐπιτρέπεται οὔτε κἄν νὰ ἀλλοιώση καὶ νὰ ὑποβαθμίση τὸ πρὸς αὐτοὺς τῆς ἀγάπης συναίσθημα», «τὸ χρέος τῆς ἀγάπης».

2. Μερικοὶ σύγχρονοί μας δὲν συμφωνοῦν. Ἔχουν ἄλλη γνώμη. Λένε:

Ναί. Ὀφείλουμε νὰ τοὺς ἀγαπᾶμε! Καὶ τοὺς ἀγαπᾶμε! Καὶ προσευχόμεθα γι' αὐτούς! Ὅμως. Ἄλλο ἀγάπη, καὶ ἄλλο ἐπικοινωνία.

Ἡ τοποθέτηση αὐτή, τὸν ἅγιο Νεκτάριο δὲν τὸν εὑρίσκει σύμφωνο. «Ἡ ἀγάπη, λέγει, οὐδέποτε χάριν δογματικῆς τινος διαφορᾶς πρέπον ἐστι νὰ θυσιάζεται». Πόσο κατηγορηματικὸς εἶναι ὁ ἅγιος! «Οὔτε χάριν δογματικῆς τινος διαφορᾶς!». Τὸ χρέος τῆς ἀγάπης εἶναι ἀπόλυτο.

Ὅμως ἀρκεῖ ἡ προσευχὴ ἀπὸ μακριά;

Ὁ ἅγιος Νεκτάριος ἀπαντᾶ:

Ὄχι. Αὐτὸ δὲν ἀρκεῖ. Ὅποιος λέγει ὅτι ἡ ἀγάπη μπορεῖ νὰ περιορισθῆ μόνο στὴν προσευχή, κάνει λάθος! Καὶ σὲ ἐπίρρωση, φέρνει σὰν παράδειγμα τὸν Παῦλο. Ἐπισημαίνει ὅτι ὁ ἀπόστολος Παῦλος προσεύχονταν γιὰ τοὺς Ἑβραίους. Καὶ προσεύχονταν γιὰ χάρη τους, γιὰ τὴ σωτηρία τους, «ηὔχετο μάλιστα ἀνάθεμα εἶναι», ἀλλὰ καὶ ἔκανε τὰ πάντα γιὰ χάρη τους. Πάντοτε ἀπὸ αὐτοὺς ἄρχιζε. Καὶ ἐπιφέρει: Ἔτσι καὶ «ὁ ἐπίσκοπος ὁ μὴ ἐργαζόμενος ὑπὲρ τῶν ἑτεροδόξων ὑπὸ ψευδοῦς κινεῖται ζήλου καὶ ἐστερημένος ἐστὶν ἀγάπης. Ὅπου ἀγάπη, ἐκεῖ καὶ ἀλήθεια καὶ φῶς! Ὅπου δὲν ὑπάρχει ἀγάπη ψευδὴς ὁ ζῆλος καὶ πεπλανημένη ἡ δόξα». Μὲ ἄλλα λόγια, γιὰ τὸν ἅγιο Νεκτάριο, ἐκεῖνοι ποὺ ἀρνοῦνται τὴν ἐπικοινωνία μὲ τοὺς αἱρετικοὺς ἢ σχισματικούς, εἶναι πλανεμένοι καὶ ἔχουν «ζῆλον οὐ κατ' ἐπίγνωσιν». Τί περισσότερο καὶ τί χειρότερο θὰ μποροῦσε νὰ εἶχε εἰπεῖ;

3. Συμπέρασμα: Ὄχι δικό μου (=τοῦ γράφοντος), ἀλλὰ τοῦ ἁγίου Νεκταρίου:

• «Τὰ τῆς πίστεως ζητήματα οὐδόλως δέον ἐστι νὰ μειῶσι τὸ τῆς ἀγάπης συναίσθημα».

• Ἐκεῖνοι ποὺ δὲν θέλουν ἐπικοινωνία εἶναι «διδάσκαλοι μίσους»! Καὶ κατ’ ἐπέκταση «μαθηταὶ τοῦ πονηροῦ», δηλαδὴ τοῦ διαβόλου.

• «Ἀπὸ τὴν ἴδια πηγὴ δὲν ἐξέρχεται καὶ γλυκὺ καὶ πικρὸ νερό».

• «Ἀπὸ τὴν ἴδια καρδιὰ δὲν μπορεῖ νὰ βγαίνει καὶ ἀγάπη καὶ μίσος καὶ πάθος!».

• Ὅποιος ἔχει ἀγάπη καὶ διδάσκει τὴν ἀγάπη, δὲν μπορεῖ νὰ μὴν ἀγαπᾶ καὶ τοὺς ἑτεροδόξους καὶ τοὺς αἱρετικούς. Καὶ εἶναι ἀδύνατο νὰ μισεῖ. Γιατί «τὸ πλήρωμα τῆς ἀγάπης ἐκδιώκει τὸ μίσος».

Εἶναι θαυμάσιος ὁ ἅγιος Νεκτάριος. Δὲν μιλάει οὔτε γιὰ ἱερεῖς, οὔτε γιὰ λαϊκούς. Γιατί αὐτοὶ δὲν ποιμαίνουν. Αὐτοὶ εἶναι ἢ συνεργοὶ ἐντολοδόχοι (οἱ ἱερεῖς), ἢ ἁπλῶς ὑπηρετικὸ προσωπικὸ ποὺ ὑποβοηθεῖ τοὺς ποιμένες στὸ ἔργο τους (οἱ λαϊκοί).
Ὁ ἐπίσκοπος πρέπει νὰ δίδει τὴν κατευθυντήρια ἀρχὴ καὶ νὰ ἐποπτεύει τὸν διάλογο καὶ τὴν ἐπικοινωνία.

Συμπέρασμα δικό μου.
Τὸ συμπέρασμα αὐτὸ εἶναι νόμιμο. Γιὰ δύο λόγους:

α. γιατί ὅ,τι ἰσχύει σὰν ἐντολὴ Θεοῦ γιὰ ἕνα ἀρχιερέα, ἰσχύει καὶ γιὰ ὁλόκληρη τὴν Ἱεραρχία τῆς Μιᾶς Ἐκκλησίας, ἀφοῦ αὐτὴ ἔχει χρέος μὲ Συνοδικὲς ἀποφάσεις νὰ ἐπιβάλλει τὴν τήρηση τοῦ Θείου Νόμου· καὶ

β. γιατί ὁ ἅγιος Νεκτάριος εἰς ὅ,τι ἔπραττε πρὸς τὴν κατεύθυνση τῆς ἀγάπης πρὸς τοὺς αἱρετικοὺς καὶ σχισματικούς, τελικὰ ἀνεφέρετο ὅπως μαρτυροῦν πολλὲς ἐπιστολὲς του (βλ. Θεοκλήτου Διονυσάτου, Ὁ ἅγιος Νεκτάριος ὁ Θαυματουργός, σελ. 329 ἐξ. ) στὸν Οἰκουμενικὸ Πατριάρχη, παρ' ὅτι δὲν ὑπῆρξε ποτὲ ὁ ἄμεσος προκαθήμενός του, γιὰ περαιτέρω προώθηση καὶ ἀξιοποίηση.

4. Ἂν αὐτὸ ἰσχύει γιὰ τὸν μεμονωμένο ἐπίσκοπο, σὰν χρέος του ἀπὸ τὶς ἐπιταγὲς τοῦ ἠθικοῦ νόμου τοῦ Εὐαγγελίου, πολὺ περισσότερο ἰσχύει γιὰ τὶς Συνόδους τῶν Τοπικῶν Ἐκκλησιῶν καὶ γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία στὸ Σύνολό της.


Β'

1. 
Ὁ ἅγιος Νεκτάριος ὁμιλώντας γιὰ τὸ χρέος τοῦ ἐπισκόπου νὰ μεριμνᾶ νὰ ἔχει ἐπικοινωνία μὲ ἀγάπη γιὰ τοὺς ἑτεροδόξους καὶ σχισματικούς, στὴν προσπάθειά του νὰ τοὺς ἐπαναφέρει μὲ τὸν διάλογο στὴν ἐπίγνωση τῆς ἀληθείας, ὑπενθυμίζει μὲ ἔμφαση ὅτι στὸν τομέα αὐτὸ ἀναπτύσσεται δύο εἰδῶν ζῆλος: ὁ ζῆλος «κατ’ ἐπίγνωσιν» καὶ ὁ ζῆλος «οὐ κατ' ἐπίγνωσιν». Ἡ τοποθέτηση αὐτὴ τοῦ Ἁγίου μας ὑπεχρέωσε νὰ ἀναζητήσωμε στὰ ἔργα καὶ νὰ ἰδοῦμε, τί ἐννοεῖ.
Καὶ πράγματι στὸ βιβλίο του «Γνῶθι σ' αὐτὸν» (κεφ. Ζ § 36, σελ. 179 ἑξ. ) παραθέτει ὅπως πάντοτε μὲ σαφήνεια, ξεκάθαρα, τὶς ἀπόψεις του.

2. Ἂς ἰδοῦμε λοιπόν,
α. ποιὸς εἶναι ὁ κατ' ἐπίγνωσιν ζηλωτής·
β. ποιὸς εἶναι ὁ «οὐ κατ' ἐπίγνωσιν» ζηλωτής.

α. Ποιὸς εἶναι ὁ κατ’ ἐπίγνωση ζηλωτής; Ἀπαντᾶ ὁ Ἅγιος. 

• «Ὁ κατ' ἐπίγνωσιν ζηλωτής, δὲν εἶναι ποτέ, δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι ποτέ, μειωμένης Ὀρθοδόξου αὐτοσυνειδησίας ἄνθρωπος».

• «Εἶναι ἀληθὴς ἔνθους τῆς πίστεως λατρευτῆς καὶ αὐστηρὸς τηρητὴς τοῦ θείου νόμου καὶ τῶν πατρίων παραδόσεων».

• «Διακαίεται ἀπὸ τὸν πόθον γιά: διάδοσιν τοῦ θείου λόγου, στερέωσιν τῆς πίστεως, εὐόδωσιν τοῦ ἔργου τῆς Ἐκκλησίας, καὶ μείζονα ἐπίδοσιν τοῦ θείου κηρύγματος καὶ ἀποκατάστασιν τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ ἐπὶ τῆς γῆς».

Ὅμως αὐτὸ δὲν ἀρκεῖ, τονίζει ὁ ἅγιος Νεκτάριος. Γιὰ νὰ εἶναι γνήσιος ὁ ζῆλος, ὀφείλει ὁ ζηλωτὴς νὰ «καλλιεργεῖ καὶ τὸν ἔσω ἄνθρωπον», νὰ εἶναι Χριστοῦ εἰκόνα, «ἐραστὴς πασῶν τῶν ἀρετῶν».

Καὶ προσθέτει ὁ Ἅγιος: Ὁ ἀληθινὸς ζηλωτής:

• «Δὲν ἀπαυδᾶ, δὲν ἀποκάμνει, δὲν αἰσθάνεται κάματον, δὲν ἐξαντλεῖται, δὲν δυσθυμεῖ, ἀλλὰ ἀεὶ ἀκμαῖος καὶ ζωηρός, εὔθυμος καὶ θαρραλέος ὁρμᾶ πρὸς τὴν ἐργασίαν».

• «Πυροῦται ὑπὸ ἐνθέου ζήλου. Καὶ ἐπιζητεῖ νὰ ἐπεκτείνει τὰς ἐνεργείας του πρὸς πᾶσαν τὴν ἀνθρωπότητα».

• Μὲ τί κίνητρο; «Ὁρμώμενος ἐξ ἀγάπης πρὸς τὸν θεὸν καὶ τὸν πλησίον». Καὶ γι' αὐτὸ «πράττει τὰ πάντα μετ' ἀγάπης καὶ αὐταπαρνήσεως».

• «Οὐδὲν πράττει τὸ δυνάμενον νὰ φέρει θλίψιν εἰς τὸν πλησίον του».

• «Οὐδὲν ἐξωθεῖ αὐτὸν εἰς παρεκτροπήν».

• «Χαρακτηριστικὰ γνωρίσματα τοῦ κατ' ἐπίγνωσιν ζηλωτοῦ: Ἀγάπη θερμὴ πρὸς τὸν θεὸν καὶ τὸν πλησίον. Πραότης. Ἀνεξιθρησκεία. Εὐεργε-σία. Εὐγένεια τρόπων. Εἶναι ΤΥΠΟΣ ΑΛΗΘΟΥΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΥ».

Συμπέρασμα.
Τὸν ἀληθινό, τὸν κατ' ἐπίγνωση ζηλωτή, δὲν θὰ τὸν εὕρεις σὲ τίποτε σκάρτο!


3. Ποιὸς εἶναι ὁ μὴ κατ' ἐπίγνωσιν ζηλωτής; Ὁ μὴ κατ' ἐπίγνωση ζηλωτὴς ἔχει κατὰ τὸν Ἅγιό μας, τὰ ἑξῆς χαρακτηριστικὰ (βλ. Γνῶθι σ' αὐτὸν κεφ. Ζ΄, § 36, σελ. 179):

• «Πλανᾶται στὶς σκέψεις καὶ στὶς ἐνέργειές του». Δηλαδὴ οὔτε σκέπτεται σωστά, οὔτε ἐνεργεῖ σωστά. Εἶναι ἕνας ἄνθρωπος λάθος.

• «Πράττει τὰ ἐναντία πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ Θείου Νόμου». Αὐτοχαρακτηρίζεται «ζηλωτὴς» καὶ «φρουρὸς τῶν πατρικῶν παραδόσεων». Προφανῶς, ἀπὸ ὑπερεκτίμηση τῶν ἀπόψεών του καὶ τῆς ἀποστολῆς του. Χαρακτηρίζει ἄλλους, ἐκείνους ποὺ δὲν συμφωνοῦν μὲ τὶς ἀπόψεις του, «προδότες τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως» καὶ «σὲ δογματικὰ ζητήματα μειοδότες». Ἐπικρίνει. Καὶ κατακρίνει. Χάριν τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως. Δηλαδή;

• «Διαπράττει τὸ κακόν, ὅπως ἐπέλθη τὸ ὑπ' αὐτοῦ ποθούμενον ἀγαθὸν» (=καταντάει ἐσωτερικὰ ἰησουίτης).

• «Εὔχεται τῷ θεῷ νὰ ρίψη πῦρ ἐξ οὐρανοῦ νὰ κατακαύση πάντας τοὺς μὴ δεχόμενους τὰς ἀρχὰς καὶ πεποιθήσεις του». Ἐκφωνοῦν ἐναντίον τους ἀναθέματα!

• «Πρὸς τοὺς ἑτεροδόξους, μίσος, θυμός, φθόνος, ἐμπάθεια (=ἀσφαλῶς αὐτὰ δὲν εἶναι ποτὲ ἐκ θεοῦ). Παράλογος ἐπιμονὴ ἐν τῇ προασπίσει τῶν ἰδίων φρονημάτων (=πλήρης ἔλλειψις ταπείνωσης) παράφορος ζῆλος πρὸς κατίσχυσιν ἐν πᾶσι (=θέλει παντοῦ νὰ τοῦ περνάει, νὰ ἔχει τὸν τελευταῖο λόγο), φιλοδοξία, φιλονικία, ἔρις, φιλοτάραχον».

Καὶ συμπεραίνει ὁ ἅγιος Νεκτάριος: «Ὁ μὴ κατ' ἐπίγνωσιν ζηλωτὴς εἶναι ἄνθρωπος ὀλέθριος».

Τὰ αὐστηρὰ αὐτὰ λόγια τοῦ γεμάτου ταπείνωση καὶ ἀγάπη ἁγίου Νεκταρίου, πρέπει νὰ μᾶς προβληματίζουν ὅλους. Καὶ νὰ τὸ ἔχωμε μόνιμο ἐρώτημα μέσα μας: Μήπως ὁ ζῆλος μου ἐκτρέπεται σὲ ζῆλον «οὐ κατ’ ἐπίγνωσιν» καὶ ἀντὶ καλοῦ προξενεῖ κακό; Δοκιμαζέτω ἕκαστος ἑαυτόν. Ἕκαστος τῷ ἰδίῳ Κυρίῳ στήκει ἢ πίπτει.


Γ'
1. Τὰ προλεχθέντα κάνουν νὰ ἐγείρεται τὸ ἐρώτημα:

•Μήπως ὁ ἅγιος Νεκτάριος εἶχε καταντήσει (ἀπὸ τὴν πολλὴ συναισθηματικὴ ἀγάπη του!) ἀνεδαφικὸς καὶ οὐτοπικός;

• Μήπως δὲν εἶχε τὸν πικρὸ ρεαλισμὸ τῆς δικῆς μας πείρας; Γιατί ἐμεῖς τὸ βλέπομε, ὅτι ὁ διάλογος μὲ τὴν Καθολικὴ Ἐκκλησία βαδίζει πρὸς πλήρη ἀποτυχία. 


Ὄχι. Ὁ ἅγιος εἶχε μελετήσει καλὰ ὅλα τὰ συναφῆ προβλήματα. Καὶ στὸ βιβλίο του «Περὶ τῶν αἰτίων τοῦ Σχίσματος» τ. Α’, σελ. 159-163, καθιερώνει ἀρχές, ποὺ σήμερα γιὰ τοὺς διάλογους εἶναι καταστατικῆς ἀξίας.

Ἂς τὶς ἰδοῦμε:

Λέγει ὁ ἅγιος Νεκτάριος: Οἱ ὅροι τῆς ἑνώσεως (μεταξὺ Ὀρθοδόξου καὶ Λατινικῆς Δυτικῆς Ἐκκλησίας) εἶναι τοιοῦτοι, ὥστε καθιστῶσι τὴν ζητουμένην ἕνωσιν ἀδύνατον. Διότι δὲν ἔχουν οὐδὲν σημεῖον συναντήσεως. Ζητοῦσι δὲ ἑκάτερα τὰ μέρη παρὰ τῆς ἑτέρας Ἐκκλησίας, οὔτε πλεῖον οὔτε ἔλαττον τὴν ἄρνησιν ἑαυτῆς, τὴν ἄρνησιν τῶν θεμελιωδῶν ἀρχῶν, ἐφ' ὧν ἑδράζεται ὅλον τὸ οἰκοδόμημά της.

Ἐμεῖς ζητοῦμε νὰ ἀρνηθοῦν οἱ Καθολικοὶ τὸ πρωτεῖο, τὸ ἀλάθητο, τὸ Φιλιόκβε. Ὅμως ἐπάνω στὰ δόγματα αὐτὰ σηρίζεται ὁλόκληρη ἡ Καθολικὴ Ἐκκλησία. Ἂν τὰ ἀρνηθοῦν, ἀρνοῦνται τὴν Ἐκκλησίαν τους ἐκ θεμελίων κάτι ποὺ εἶναι γι’ αὐτοὺς πολὺ δύσκολο, ἂν μὴ καὶ ἀδύνατο!

Ὁμοίως ἐκεῖνοι ζητοῦν ἀπὸ ἐμᾶς νὰ δεχθοῦμε τὸ πρωτεῖο καὶ τὸ ἀλάθητο. Ἀλλὰ καὶ ἐμεῖς, ἂν τὰ δεχθοῦμε αὐτά, ἀρνούμεθα ἐκ θεμελίων τὴν Ἐκκλησία μας, ποὺ στηρίζεται στὴν Συνοδικότητα. Ἄρα καὶ αὐτὸ εἶναι ἀδύνατο νὰ γίνει! Πρὸς τί λοιπὸν ὁ διάλογος;

2. Καὶ προχωρεῖ ὁ Ἅγιος σὲ μία ἀκόμη καταστατικῆς σπουδαιότητος διατύπωση. Λέγει:

«Ἐν ὅσῳ τὰ μὲν κύρια αἴτια τοῦ χωρισμοῦ μένωσι τὰ αὐτά, αἱ δὲ Ἐκκλησίαι ἀντέχωνται τῶν ἑαυτῶν, ἡ ἕνωσις εἶναι ἀδύνατος. Ἵνα θεμελιωθῆ ἕνωσις, πρέπει αὕτη νὰ στηρίζεται ἐπὶ τῶν αὐτῶν ἀρχῶν (δηλ. νὰ ἔχουν τὰ δύο μέρη ἀποδεχθῆ τὶς αὐτὲς θεμελιώδεις ἀρχές). Ἄλλως πᾶς κόπος μάταιος».

Τὰ λόγια αὐτὰ τοῦ Ἁγίου ἰσχύουν ad hoc γιὰ τὸν διάλογο μὲ τοὺς Καθολικούς. Ἀσφαλῶς τὰ ἴδια ἰσχύουν καὶ γιὰ τὸν διάλογο μὲ τοὺς Ἀντιχαλκηδονίους. Ἂν οἱ Ἀντιχαλκηδόνιοι μένουν στὴν Ἐκκλησιαστική τους ταυτότητα, νὰ ἀρνοῦνται τὴν Σύνοδο τῆς Χαλκηδόνος, δὲ εἶναι πᾶς κόπος μάταιος;

3. Μετὰ ἀπὸ αὐτὰ δημιουργεῖται εὔλογα τὸ ἐρώτημα:

Ἂν οἱ ἑτερόδοξοι ἐμμένουν στὴν ταυτότητα τῆς Ἐκκλησίας τους, καὶ συνεπῶς, φαίνεται ὁλοκάθαρα ἀπὸ τὴν ἀρχή, ὅτι «πᾶς κόπος μάταιος», τί λόγο ὑπάρξεως ἔχουν οἱ διάλογοι καὶ οἱ ἐπικοινωνίες μὲ τοὺς ἑτεροδόξους, αἱρετικοὺς καὶ σχισματικούς;

Ἀσφαλῶς, θὰ ἔπρεπε ὁ ἅγιος Νεκτάριος νὰ ἔλεγε: Λάθος. Συγγνώμη, ἂν εἶπα κάπου ἀλλοῦ στὰ βιβλία μου κάτι διαφορετικό. Ὅμως δὲν τὸ λέγει.
Τί λέγει;

Ὁ ἅγιος Νεκτάριος λέγει: «Ἔστι λίαν πιθανόν, νὰ ἑλκύση ὁ ἐπίσκοπος (ὁ διαχειριζόμενος τὸν διάλογον) καὶ τὴν ἐξ ἐσφαλμένης περιωπῆς κρίνουσαν δογματικὸν τι ζήτημα Ἐκκλησίαν».

Δηλαδὴ ὁ ἅγιος Νεκτάριος λέγει:

Ὅσο καὶ ἂν φαίνεται «ἀδύνατο» καὶ «κόπος μάταιος» «ἔστι λίαν πιθανόν». Ἔτσι δὲν ξεκινάει κάθε δραστηριότητα ἐσωτερικῆς καὶ ἐξωτερικῆς ἱεραποστολῆς; Ὑπάρχει ποτὲ σιγουριὰ γιὰ ἀποτέλεσμα;

Ὁ διάλογος ἔχει ἕνα σκοπό. Νὰ βοηθήσει τὴν ἑτερόδοξη ἢ σχισματικὴ «Ἐκκλησία», νὰ καταλάβει τὸ λάθος της. Γιατί μόνο τότε μπορεῖ, ὑπάρχει πιθανότητα, νὰ ἐπανέλθει στὴν Ὀρθοδοξία καὶ στὴν σωτηρία, (ἀφοῦ ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἶναι ἡ Μία Ἐκκλησία), ὄχι ἕνα ἄτομο μόνο, ἄλλα ἕνα σύνολο, μία ὁλόκληρη «Ἐκκλησία».

Καὶ αὐτὸς εἶναι ὁ ὑπέρτατος στόχος κάθε ποιμαντικῆς: Νὰ ἑλκύσει σύνολα. Σύνολα μεγάλα.
Ὁ στόχος τοῦ ἁγίου Νεκταρίου εἶναι καθαρὰ ποιμαντικός. Ἀφορᾶ στὴν σωτηρία. Ὁ ἐπίσκοπος, ἡ Ἐκκλησία, ἐργάζεται μόνο γιὰ τὴν σωτηρία. Ὄχι γιὰ τὰ ὅποια σχέδια.

Συμπέρασμα:


Ἡ ἐργασία τῶν ἀτόμων καὶ τῆς Ἐκκλησίας (=τῶν ποιμένων) γιὰ τὴν σωτηρία, εἶναι κατὰ τὸν ἀπ. Παῦλο ἕνας πόλεμος. Ἀνέκαθεν στοὺς πολέμους ἐφάρμοζαν μία τέχνη, ποὺ λέγεται στρατηγική. Ἡ στρατηγικὴ εἶναι μία μεθόδευση ἐνεργειῶν. Ἡ καλὴ μεθόδευση ἐνεργειῶν ἔδωκε σὲ στρατηγοὺς περιφανεῖς νίκες. Ἡ κακή, ἔγινε ἀφορμὴ νὰ διαλυθοῦν κοσμοκρατορίες.

Τὸ ἴδιο ἰσχύει καὶ γιὰ τὴν πνευματικὴ ζωή. Χρειαζόμαστε στρατηγική, καλὴ μεθόδευση.

Στὸ Γεροντικὸ διαβάζομε:

Δύο μοναχοὶ συναντοῦν χωριστὰ ὁ καθένας, ἕναν ἱερέα τῶν εἰδώλων στὴν ἔρημο. Ὁ πρῶτος μιλάει δογματικά, ὅπως τὸν ἔβλεπε ὑπὸ τὸ πρίσμα τοῦ δόγματος, ὅτι ἡ εἰδωλολατρία εἶναι δαιμονικὴ θρησκεία καὶ οἱ ἱερεῖς της ὑπηρέτες τοῦ διαβόλου. Τοῦ λέει: Ἄι, ἄι δαῖμον! Ποῦ τρέχεις;

Ὁ ἄλλος τοῦ μιλάει μὲ τὴν χριστιανικὴ καλωσύνη καὶ ἀγάπη. Τοῦ λέει: Σωθείης· σωθείης, καματηρέ!

Αὐτὸ σημαίνει καλὴ μεθόδευση· καλὴ στρατηγική.

Ἐρωτάει μὲ ἀπορία ὁ ἱερέας τὸν ἅγιο Μακάριο.

Τί καλὸ εἶδες ἐπάνω μου, χριστιανὸς σύ, καὶ μοῦ μιλᾶς μὲ τόσο καλὸ τρόπο;

Ἀπαντᾶ ὁ ἅγιος:
Βλέπω, ὅτι ἐργάζεσαι γιὰ τὴν ψυχή σου μὲ ζῆλο. Καὶ σὲ λυπᾶμαι, γιατί δὲν τὸ ἔχεις καταλάβει, ὅτι ὁ κόπος σου θὰ πάει χαμένος!. . .

Ἀποτέλεσμα:

• Τὰ λόγια τοῦ πρώτου ἐξόργισαν τὸν ἱερέα τόσο, ποὺ ὅρμησε ἐπάνω του καὶ τὸν «ἐσάπισε» στὸ ξύλο.

• Τὰ λόγια τοῦ δευτέρου, τὸν κατένυξαν τόσο, ποὺ ἄφησε τὴν εἰδωλολατρία καὶ τὸ ἐπίζηλο ἀξίωμά του, καὶ ἔγινε χριστιανὸς καὶ μοναχὸς (Ἀββᾶ Μακαρίου, λθ΄).

Τὸ «πιστεύω» καὶ τῶν δύο μοναχῶν ἦταν τὸ ἴδιο. Ὁ ἕνας ἔκαμε μία ἄκριτη μετωπικὴ ἐπίθεση ἐναντίον τοῦ ἱερέα τῶν εἰδώλων. Ὁ ἅγιος Μακάριος ἐφάρμοσε μία στρατηγικὴ· ἔκαμε μία μεθόδευση. Καὶ ἐκέρδισε μία μεγάλη νίκη. Ἐκέρδισε ἕναν ἄνθρωπο. Ἐκέρδισε τὸν ἀδελφό του. Γιὰ τὴν αἰώνια ζωή.

Ὁ ἅγιος ἀπόστολος Ἰωάννης «πλήρης ὤν τῆς ἀγάπης, πλήρης γέγονε καὶ τῆς θεολογίας».

Καὶ ὁ ἅγιος Νεκτάριος, ὁ ἄνθρωπος τῆς ἄνευ ὅρων, ὁρίων καὶ προϋποθέσεων ἀγάπης καὶ καλωσύνης, μὲ τὴν σιγουριὰ τῆς ἀγάπης καὶ τῆς γνώσης τῆς ἁγίας Ὀρθοδόξου Πίστεως, θεωροῦσε χρέος του νὰ ἔχει ἐπικοινωνία, καὶ ἦταν ἄνετος στὴν ἐπικοινωνία, μὲ αἱρετικοὺς καὶ σχισματικούς· ποθώντας καὶ ἐπιδιώκοντας τὴν σωτηρία τους. Εἶχε σωστὸ κριτήριο. Καὶ σωστὸ μέτρο. Καὶ ἔγινε τύπος Ὀρθοδοξίας καὶ ὀρθοπραξίας.

Πρωτοπρ. Γεώργιος Μεταλληνός, «Πταίουν τα μαντρόσκυλα»


πηγή

≪ΠΤΑΙΟΥΝ ΤΑ ΜΑΝΤΡΟΣΚΥΛΑ≫
Τοῦ πρωτ. Γεωργίου Δ. Μεταλληνοῦ
Ὁμοτίμου Καθηγητοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν
ΝΕΑ ἐπίθεση δέχθηκε προσφάτως ὁ ὑπογραφόμενος ἀπὸ τοὺς «Καθολικούς» τῆς Ἑλλάδος μὲ ἀφορμὴ ἕνα ἄρθρο του στὸν «Ὀρθόδοξο Τύπο» (12–10–2012) μὲ τίτλο «Διὰ νὰ μὴ ξεχνᾶμε». Τὸ κείμενο προσφέρει τὴν ἀναγκαία καὶ κατάλληλη τεκμηρίωση, ὁπότε τὸ μόνο ποὺ θὰ ἀνέμενε κανεὶς εἶναι ἡ σιωπὴ τῆς  πλευρᾶς. Ἡ ἐπίκριση τῶν «Ρωμαιοκαθολικῶν» δημοσιεύθηκε στὸν «Πυλώνα ἐκκλησιαστικῶν εἰδήσεων» Amen.gr. Ἔχω δὲ τὴν τιμὴ νὰ συγκαταλέγομαι μαζί μὲ τὸν Σεβασμιώτατον Μητροπολίτην Πειραιῶς κ. Σεραφείμ, στοὺς «ὑβρεολόγους καὶ συκοφάντες» τῶν ἐν Ἑλλάδι «καθολικῶν».
Βέβαια ἐδῶ ἰσχύει ἡ ἀρχαία παροιμία «ἡ πόρνη, τὴν σώφρονα», ἀλλὰ αὐτὴ εἶναι ἡ μέθοδος δυστυχῶς τῆς παπικῆς ἡγεσίας URΒI ET ORBI. Παρόλο ποὺ τὸ ἄρθρο μου ἔχει τὴν ἀναγκαία βιβλιογραφικὴ τεκμηρίωση καὶ ἡ ἁρμόζουσα στάση τῶν ὑβριστῶν μας θὰ ὤφειλε νὰ εἶναι ἡ σιωπή, προετιμήθη ἡ ἰησουϊτικὴ (καὶ γκεμπελική) μέθοδος τῆς ἐπιθέσεως γιὰ τὴν μετάθεση τῆς εὐθύνης. Δὲν εἶναι, ἄλλωστε, ἡ πρώτη φορά, σὲ σχέση μάλιστα μὲ τὴν ταπεινότητά μου, ποὺ δέχομαι παρόμοιες ἐπιθέσεις χωρὶς ἀπάντηση στὶς θέσεις μου. Τὴν μέθοδο αὐτὴ εἶχε ἐφαρμόσει γιὰ τὸ πρόσωπό μου ἐπανειλημμένα τὸ ὄργανο τῆς Οὐνίας στὴν Ἑλλάδα «Καθολική».
Αὐτὸ ποὺ ἐξοργίζει κάθε ἔντιμο ἀναγνώστη τοῦ παπικοῦ κειμένου εἶναι τὸ γεγονός, ὅτι ἐπιτίθενται στὸν «ἀπὸ παλαιότερα γνωστὸ Πρωτοπρεσβύτερο», δηλαδὴ στὸν π. Γεώργιο Μεταλληνό, ἀλλὰ δὲν τολμοῦν νὰ ἐλέγξουν τὰ ἱστορικὰ – ἐπιστημονικὰ ἐπιχειρήματά του. Γράμματα γνωρίζουν, τοὐλάχιστον οἱ τῆς ἐν Ἑλλάδι παπικῆς ἡγεσίας, προτιμοῦν ὅμως τὴν ἀστήρικτη ἐπίθεση μόνο καὶ μόνο, γιὰ νὰ δημιουργήσουν ἐντυπώσεις, δεχόμενοι, ὅπως καὶ στὸ παρελθόν, ὡς ἠλιθίους καὶ ἀστοιχειώτους ὅσους διαβάζουν τὶς συκοφαντίες τους. Διότι ὁ ὑπογραφόμενος, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο ἰδιαιτέρως σέβεται καὶ τηρεῖ ὡς
ἱστορικὸς ἐρευνητής, καὶ μάλιστα πιστὸς στὴν ἐπιστημονικὴ δεοντολογία, εἶναι ἡ τεκμηρίωση τῶν λόγων του μέχρι σχολαστικότητος. Εἶναι δυνατὸν λοιπὸν κάποιος νὰ μὴ ἀνέχεται τὴν δίκαιη σὲ κρίσιμους καιροὺς κριτικὴ τοῦ πάπα–Γιώργη, ἀλλὰ δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλεῖ γιὰ «ἀνακρίβειες, ἐπανειλημμένα ψεύδη σὲ ἐπίπεδο δόγματος, ἐκκλησιολογίας, ἱστορίας κ.λπ.». Ἐπειδὴ δὲ πολλὲς φορὲς ἀκούω ἢ διαβάζω τέτοια σχόλια γιὰ τὰ κείμενά μου ἀπὸ τοὺς ἴδιους κύκλους, σὲ μιὰ στιγμὴ πίστευσα ὅτι τὰ γράφουν αὐτὰ ἀγοραῖοι καὶ ἄγευστοι ἐπιστημονικῆς γνώσεως, γρήγορα ὅμως διεπίστωσα ὅτι ἡ γενικότητα καὶ ἀοριστολογία εἶναι καρπὸς ὑπουλότητας καὶ διαθέσεως ἐμμονῆς στὴν πλάνη καὶ τὸ ψεῦδος. Αὐτὴ ἡ μέθοδος ἀκολουθεῖται καὶ στὸν «κρίμασιν οἷς οἶδε Κύριος», θεολογικὸ Διάλογο.
Θὰ χαρῶ, συνεπῶς, καὶ θὰ βοηθηθῶ σημαντικά, ἂν ἀναιρέσουν τὶς παραπομπές μου καὶ παρουσιάσουν στοιχεῖα ἀντίθετα τῶν ὅσων ἔγραψα. Ἐπειδὴ δὲ ἀσχολοῦμαι μὲ σοβαρὰ ἐπιστημονικὰ θέματα, παρότι διαθέτω πληθώρα στοιχείων, καὶ μάλιστα ἀρχειακῶν ἀπέφυγα νὰ προσθέσω στὸ ἄρθρο μου ἀναφορὲς καὶ ὑπαρκτὰ στοιχεῖα γιὰ τὴ στάση τοῦ Βατικανοῦ ἔναντι τοῦ Ἰταλικοῦ Φασιμοῦ καὶ τοῦ γερμανικοῦ Ναζισμοῦ (οἱ ἴδιοι οἱ ἰταλογερμανοὶ παρουσιάζουν στὰ σχολικὰ βιβλία φωτογραφίες «καθολικῶν» κληρικῶν, ποὺ χαιρετοῦν φασιστικὰ τὶς φασιστοναζιστικὲς Ἀρχές τους) καὶ περιορίσθηκα στὰ ἐν Ἑλλάδι συμβάντα, ἀπαντώντας σὲ ὀρθοδόξους πιστούς, ποὺ μοῦ ἐζήτησαν σχετικὴ πληροφόρηση. Δὲν μποροῦσα λοιπόν, ἔστω γιὰ λόγους διπλωματίας ἢ καὶ ἰδιοτελείας νὰ ἀποφύγω τὴν μέθοδο, μὲ τὴν ὁποία ἔχω ἐκ νεόητός μου ταυτισθεῖ, δηλαδὴ τὴν καθαρὰ ἐπιστημονική.
Ἐξ ἄλλου, δὲν ἀπέρριψα συλλήβδην τὸν ρωμαιοκαθολικὸ κόσμο τῆς Ἑλλάδος καὶ ἐκτὸς αὐτῆς. Ἔγραψα: «Δὲν ἀπορρίπτουμε φυσικά, ὅλο τὸν ρωμαιοκαθολικὸ κόσμο, διότι ὑπάρχουν σ᾽ αὐτὸν κάποια ἐλεύθερα πνεύματα, ποὺ διαφωνοῦν μὲ τὸ παπικὸ κέντρο (κράτος)». Καὶ εἶχα ὑποχρέωση νὰ τὸ πράξω αὐτὸ λόγῳ τῶν ἐμπειριῶν, ποὺ ἀπέκτησα στὰ χρόνια τῶν ἐν Γερμανίᾳ (Βόννῃ καὶ Κολωνίᾳ) σπουδῶν μου. Σὲ μία δημόσια συζήτηση – θεολογικὸ διάλογο στὴν πόλη Μύνστερ ὁ μακαρίτης συνάδελφος Βασίλειος Στογιάννος καὶ ἐγὼ (νεαροὶ τότε μεταπτυχιακοί), μὲ δύο «ρωμαιοκαθολικοὺς» καθηγητάς, (τὸν ἱστορικὸ J. REMMERS καὶ ἕνα κανονολόγο, ποὺ δὲν ἐνθυμοῦμαι τώρα τὸ ὄνομά του), ἀκούσαμε στὸ διάλειμμα «unter vier AUGEN» (ἰδιαιτέρως) νὰ μᾶς λέγουν ὁ μὲν πρῶτος, ὅτι οὐδεὶς ἐχέφρων ρωμαιοκαθολικὸς δέχεται σήμερα τὰ περὶ παπικοῦ πρωτείου καὶ ἀλαθήτου δόγματα. Διδακτικότερος ὅμως γιὰ μᾶς τοὺς Ὀρθοδόξους ἦταν ὁ Κανονολόγος, ποὺ μᾶς εἶπε τὰ ἑξῆς: «Παρακολουθῶ μὲ ἐνδιαφέρον τὴ μάχη, ποὺ δίνετε γιὰ τὴν ὑπεράσπιση τῆς πίστεώς σας. Ὁμοιάζετε ὅμως μὲ δύο σκυλάκια, ποὺ γαυγίζουν, ἀλλὰ δὲν μποροῦν νὰ δαγκώσουν, διότι πίσω σας τὰ “μαντρόσκυλά” σας εἶναι ξεδοντιασμένα»! Ὁ Καθηγητὴς εἶχε δίκιο. «Φταῖνε τὰ μαντρόσκυλά μας», ποὺ ἀντὶ νὰ μᾶς προστατεύουν, μᾶς παραδίδουν στοὺς ἐπιβουλευομένους τὴν πίστη μας. (πρβλ. Πράξ. 20, 29 – 30).
Ορθόδοξος Τύπος, 9/11/2012

Διδαχές τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου






Πρόλογος

Ὁ Ἅγιος Νεκτάριος Πενταπόλεως, ὁ θαυματουργός, ἀποτελεῖ ἕνα δῶρο τοῦ Θεοῦ στὸν κόσμο, στὶς πενιχρὲς μέρες τοῦ εἰκοστοῦ αἰώνα. Στὸ πρόσωπό του ἀνακαλύπτει κανεὶς ἕνα μεγάλο Πατέρα τῆς Ἐκκλησίας, ὅπου ἡ ἁγιότητα τοῦ βίου συνδυάζεται μὲ τὴ χάρη τῆς θαυματουργίας καὶ τὴν ὀρθόδοξη διδασκαλία.

Γεννήθηκε στὴ Σηλυβρία τῆς Ἀνατολικῆς Θράκης τὸ 1846. Παρακολουθώντας τὴν ἱστορικὴ διαδρομὴ τοῦ βίου του, τὸν συναντοῦμε στὴν Κωνσταντινούπολη, δεκατετράχρονο παιδί, νὰ ἐργάζεται καὶ νὰ σπουδάζει στὴ Νέα Μονὴ τῆς Χίου, νὰ κείρεται μοναχὸς (1876) καὶ νὰ χειροτονεῖται διάκονος (1877)· στὴν Ἀθήνα, νὰ ὁλοκληρώνει τὶς θεολογικές του σπουδὲς (1885)· στὴν Αἴγυπτο, νὰ διακονεῖ ἐπὶ μία πενταετία στὸ Πατριαρχεῖο Ἀλεξανδρείας. Ἐκεῖ χειροτονεῖται πρεσβύτερος (1886) καὶ ἐπίσκοπος Πενταπόλεως (1889).

Ἐξαιτίας τοῦ φθόνου ποὺ προκαλεῖ τὸ πολυδιάστατο ἔργο του, συκοφαντεῖται καὶ ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὸ Πατριαρχεῖο. Ἐπιστρέφει στὴν Ἑλλάδα τὸ 1890, ὅπου περιφέρεται ὡς ἁπλὸς ἱεροκήρυκας μέχρι τὸ 1894, ποὺ ἀναλαμβάνει τὴ διεύθυνση τῆς Ριζαρείου Σχολῆς. Τὸ 1908 γιὰ λόγους ὑγείας παραιτεῖται καὶ ἀποσύρεται στὴν Αἴγινα, στὴ γυναικεία Μονὴ τῆς Ἁγίας Τριάδος, ποὺ ὁ ἴδιος ἔχει ἱδρύσει ἀπὸ τὸ 1904. Ἐκεῖ παραμένει, ὡς πνευματικός τῆς Μονῆς, μέχρι τὸ τέλος τῆς ζωῆς τοῦ (1920).

Μία ἱερὴ πορεία ἑβδομηντατεσσάρων χρόνων, κατάφορτη ἀπὸ καρποὺς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Νηστεύει, ἀγρυπνεῖ, προσεύχεται. Ταυτίζει τὸ θέλημά του μὲ τὴ θεία θέληση καὶ γίνεται ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, ὁ “παθὼν καὶ μαθὼν τὰ θεῖα”. Λειτουργεῖ σὰν ἄγγελος, προσεύχεται χωρὶς νὰ πατάει στὴ γῆ. Ἀναδεικνύεται ἔνθερμος ἐραστὴς τῆς Ἁγίας Τριάδος καὶ ἐγκάρδιος ὑμνητὴς τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου. Θεολόγος θεόπνευστος καὶ συγγραφέας ἀκούραστος. Κηρύττει, ἐξομολογεῖ, νουθετεῖ, θυσιάζεται γιὰ τὸν πλησίον. Οἱ ἐλεημοσύνες του ἄπειρες. Οἱ θαυματουργίες του ἀνεξάντλητες. Ἡ παρουσία του γαληνεύει, εἰρηνεύει, ἐμπνέει τοὺς πάντες. Εἶναι ἀληθινὰ μεγάλος, γι’ αὐτὸ καὶ βαθιὰ ταπεινός. Εἶναι ἀρχιερέας τοῦ Ὑψίστου, ἀλλὰ γίνεται καὶ καθαριστής, κηπουρός, τσαγκάρης καὶ χτίστης, μέχρι τὰ γεράματά του. Συκοφαντεῖται βαριὰ κι ἐκεῖνος εἰρηνικὰ ὑπομένει, προσεύχεται, συγχωρεῖ, εὐχαριστεῖ γιὰ ὅλα. Ἕνας πιστὸς μιμητὴς τοῦ πράου καὶ ταπεινοῦ Ἰησοῦ, ποὺ ἡ Ἐκκλησία μας ἀνακηρύσσει ἐπίσημα ὡς Ἅγιο τὸ 1961.

Ἀπαύγασμα αὐτῆς τῆς ἁγίας του ζωῆς ἀποτελοῦν τὰ γραπτά του κείμενα. Παρουσιάζουμε ἕνα μικρὸ ἀπάνθισμα τῶν ἐπιστολῶν του, διασκευασμένο στὴ σημερινή μας γλωσσικὴ μορφή. Μιὰ συλλογὴ ἀπὸ σύντομες καὶ περιεκτικὲς διδαχὲς τοῦ Ἁγίου, ποὺ ἀναφέρονται στὴν πνευματικὴ ζωὴ καὶ τὸν ἀγώνα τοῦ χριστιανοῦ.

Ἂς εἶναι τοῦτο τὸ τεῦχος μία προσφορὰ ἀγάπης πρὸς τοὺς φιλοσίους ἀδελφούς μας καὶ συγχρόνως ἕνα κερὶ εὐγνωμοσύνης στὸν Ἅγιο τοῦ αἰώνα μας, μὲ ἀφορμὴ τὴ φετινὴ ἐπέτειο τῶν 150χρόνων ἀπὸ τὴ γέννησή του.

Ὠρωπός, 1 Ὀκτωβρίου 1996 150ή ἐπέτειος γεννήσεως τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου

ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ



 
Διδαχές
 

Ὁ δρόμος τῆς εὐτυχίας

Τίποτε δὲν εἶναι μεγαλύτερο ἀπ’ τὴν καθαρὴ καρδιά, γιατί μία τέτοια καρδιὰ γίνεται θρόνος τοῦ Θεοῦ. Καὶ τί εἶναι ἐνδοξότερο ἀπὸ τὸ θρόνο τοῦ Θεοῦ; Ἀσφαλῶς τίποτε. Λέει ὁ Θεὸς γι’ αὐτοὺς ποὺ ἔχουν καθαρὴ καρδιά:

«Ἐνοικήσω ἐν αὐτοῖς καὶ ἐμπεριπατήσω, καὶ ἔσομαι αὐτῶν Θεός, καὶ αὐτοὶ ἔσονταί μοι λαὸς» (Β’ Κορ. 6,16).

Ποιοὶ λοιπὸν εἶναι εὐτυχέστεροι ἀπ’ αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους; Καὶ ἀπὸ ποιὸ ἀγαθὸ μπορεῖ νὰ μείνουν στερημένοι; Δὲν βρίσκονται ὅλα τ’ ἀγαθὰ καὶ τὰ χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στὶς μακάριες ψυχές τους;

Τί περισσότερο χρειάζονται; Τίποτε, στ’ ἀλήθεια, τίποτε! Γιατί ἔχουν στὴν καρδιὰ τους τὸ μεγαλύτερο ἀγαθό: τὸν ἴδιο τὸ Θεό!

Πόσο πλανιοῦνται οἱ ἄνθρωποι ποὺ ἀναζητοῦν τὴν εὐτυχία μακριὰ ἀπὸ τὸν ἑαυτό τους, στὶς ξένες χῶρες καὶ τὰ ταξίδια, στὸν πλοῦτο καὶ στὴ δόξα, στὶς μεγάλες περιουσίες καὶ στὶς ἀπολαύσεις, στὶς ἡδονὲς καὶ σ’ ὅλες τὶς χλιδὲς καὶ ματαιότητες ποὺ κατάληξή τους ἔχουν τὴν πίκρα! Ἡ ἀνέγερση τοῦ πύργου τῆς εὐτυχίας ἔξω ἀπὸ τὴν καρδιά μας, μοιάζει μὲ οἰκοδομῆ ποὺ χτίζεται σὲ ἔδαφος ποὺ σαλεύεται ἀπὸ συνεχεῖς σεισμούς. Σύντομα ἕνα τέτοιο οἰκοδόμημα θὰ σωριαστεῖ στὴ γῆ…

Ἀδελφοί μου! Ἡ εὐτυχία βρίσκεται μέσα στὸν ἴδιο σας τὸν ἑαυτό, καὶ μακάριος εἶναι ὁ ἄνθρωπος ποὺ τὸ κατάλαβε αὐτό. Ἐξετάστε τὴν καρδιά σας καὶ δεῖτε τὴν πνευματική της κατάσταση. Μήπως ἔχασε τὴν παρρησία της πρὸς τὸ Θεό; Μήπως ἡ συνείδηση διαμαρτύρεται γιὰ παράβαση τῶν ἐντολῶν Του; Μήπως σᾶς κατηγορεῖ γιὰ ἀδικίες, γιὰ ψέματα, γιὰ παραμέληση τῶν καθηκόντων πρὸς τὸ Θεὸ καὶ τὸν πλησίον;

Ἐρευνῆστε μήπως κακίες καὶ πάθη γέμισαν τὴν καρδιά σας, μήπως γλίστρησε αὐτὴ σὲ δρόμους στραβοὺς καὶ δύσβατους…

Δυστυχῶς, ἐκεῖνος ποὺ παραμέλησε τὴν καρδιά του, στερήθηκε ὅλα τ’ ἀγαθὰ καὶ ἔπεσε σὲ πλῆθος κακῶν. Ἔδιωξε τὴ χαρὰ καὶ γέμισε μὲ πίκρα, θλίψη καὶ στενοχώρια. Ἔδιωξε τὴν εἰρήνη καὶ ἀπόκτησε ἄγχος, ταραχὴ καὶ τρόμο. Ἔδιωξε τὴν ἀγάπη καὶ δέχθηκε τὸ μίσος. Ἔδιωξε, τέλος, ὅλα τὰ χαρίσματα καὶ τοὺς καρποὺς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ποὺ δέχθηκε μὲ τὸ βάπτισμα, καὶ οἰκειώθηκε ὅλες τὶς κακίες ἐκεῖνες, ποὺ κάνουν τὸν ἄνθρωπο ἐλεεινὸ καὶ τρισάθλιο.

Ἀδελφοί μου! Ὁ Πολυέλεος Θεὸς θέλει τὴν εὐτυχία ὅλων μας καὶ σ’ αὐτὴ καὶ στὴν ἄλλη ζωή. Γι’ αὐτὸ ἵδρυσε καὶ τὴν ἁγία Του Ἐκκλησία. Γιὰ νὰ μᾶς καθαρίζει αὐτὴ ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, νὰ μᾶς ἁγιάζει, νὰ μᾶς συμφιλιώνει μαζί Του, νὰ μᾶς χαρίζει τὶς εὐλογίες τοῦ οὐρανοῦ.

Ἡ Ἐκκλησία ἔχει ἀνοιχτὴ τὴν ἀγκαλιά της γιὰ νὰ μᾶς ὑποδεχθεῖ. Ἂς τρέξουμε γρήγορα ὅσοι ἔχουμε βαρειὰ τὴ συνείδηση. Ἂς τρέξουμε, καὶ ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἕτοιμη νὰ σηκώσει τὸ βαρὺ φορτίο μας, νὰ μᾶς χαρίσει τὴν παρρησία πρὸς τὸ Θεό, νὰ γεμίσει τὴν καρδιά μας μὲ εὐτυχία καὶ μακαριότητα…



Τὸ ἅγιο βάπτισμα

«Ὅσοι εἰς Χριστὸν ἐβαπτίσθητε, Χριστὸν ἐνεδύσασθε» (Γαλ. 3, 27).

Πόσο μεγάλη ἀλήθεια μᾶς ἐπισημαίνει μ’ αὐτὰ τὰ λόγια ὁ ἀπόστολος Παῦλος!

Οἱ βαπτισμένοι χριστιανοὶ δὲν φοροῦν τὸν παλαιὸ ἄνθρωπο μὲ τὰ πάθη καὶ τὶς ἁμαρτωλὲς ἐπιθυμίες του, ἀλλὰ εἶναι ντυμένοι τὸν καινούργιο ἄνθρωπο, ντύθηκαν τὸν ἴδιο τὸ Χριστὸ ποὺ ζεῖ τώρα μέσα στὶς καρδιές τους. Καὶ ἡ λέξη “ντύθηκαν” δὲν ἀναφέρεται σὲ κάποια ἁπλὴ καὶ ἐξωτερικὴ στολή, ἀλλὰ σὲ κάτι βαθύτερο, σὲ κάτι οὐσιαστικὸ καὶ ἀναφαίρετο.

Μὲ τὴν πίστη μας στὸ Χριστὸ καὶ μὲ τὴ βάπτισή μας ντυνόμαστε τὸν ἴδιο τὸ Χριστὸ καὶ γινόμαστε παιδιὰ τοῦ Θεοῦ, οἰκητήρια τοῦ Παναγίου Πνεύματος, ναοὶ τοῦ Θεοῦ, ἅγιοι καὶ τέλειοι, Θεοὶ κατὰ χάριν.

Ὥστε, λοιπόν, ρίξαμε ἀπὸ πάνω μας τὴ φθορὰ καὶ ντυθήκαμε τὴν ἀφθαρσία. Ξεντυθήκαμε τὸν ἄνθρωπο τῆς ἁμαρτίας καὶ ντυθήκαμε τὸν ἄνθρωπο τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς χάριτος. Διώξαμε τὸ θάνατο καὶ ντυθήκαμε τὴν ἀθανασία…

Συλλογισθήκαμε ὅμως καὶ τὶς μεγάλες ὑποχρεώσεις, πού, μὲ τὸ βάπτισμά μας, ἀναλάβαμε ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ; Συνειδητοποιήσαμε ὅτι ὀφείλουμε νὰ συμπεριφερόμαστε σὰν παιδιὰ τοῦ Θεοῦ καὶ σὰν ἀδελφοί τοῦ Κυρίου μας; Ὅτι ἔχουμε χρέος νὰ συνταυτίσουμε τὸ δικό μας θέλημα μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ; Ὅτι πρέπει, σὰν παιδιὰ δικά Του, νὰ μένουμε ἐλεύθεροι ἀπὸ τὴν ἁμαρτία; Ὅτι ὀφείλουμε νὰ Τὸν ἀγαπᾶμε μ’ ὅλη μας τὴ δύναμη, ἀπ’ τὰ βάθη τῆς ψυχῆς καὶ τῆς καρδιᾶς μας; Ὅτι ὀφείλουμε νὰ Τὸν λατρεύουμε καὶ νὰ λαχταροῦμε νὰ ἑνωθοῦμε μαζί Του γιὰ πάντα; Σκεφτήκαμε, ἄραγε, ὅτι ἡ καρδιὰ μας πρέπει νὰ ’ναι πλημμυρισμένη ἀπὸ τὴν ἀγάπη, ὥστε αὐτὴ νὰ ξεχύνεται καὶ στὸν πλησίον μας; Ἔχουμε τὴ συναίσθηση ὅτι ὀφείλουμε νὰ γίνουμε ἅγιοι καὶ τέλειοι καὶ εἰκόνες τοῦ Θεοῦ καὶ παιδιὰ τοῦ Θεοῦ καὶ κληρονόμοι τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν;

Γιὰ ὅλ’ αὐτὰ ἔχουμε χρέος ν’ ἀγωνιστοῦμε, ὥστε νὰ μὴ φανοῦμε ἀνάξιοι στὸ κάλεσμα ποὺ μᾶς ἔκανε ὁ Θεὸς καὶ ἀποδοκιμαστοῦμε… Ναί, ἀδελφοί μου, ἂς παλέψουμε μὲ ζῆλο καὶ αὐταπάρνηση γιὰ νὰ νικήσουμε.

Κανείς μας ἂς μὴ χάσει τὸ θάρρος, ἂς μὴν ἀμελήσει, ἂς μὴ δειλιάσει, ἂς μὴν πτοηθεῖ μπροστὰ στὰ σκάμματα τοῦ πνευματικοῦ ἀγώνα. Γιατί ἔχουμε βοηθὸ τὸ Θεό, ποὺ μᾶς δυναμώνει στὸ δύσκολο δρόμο τῆς ἀρετῆς.



Πνευματικὸς ἀγώνας

Σκοπὸς τῆς ζωῆς μας εἶναι νὰ γίνουμε τέλειοι καὶ ἅγιοι. Νὰ ἀναδειχθοῦμε παιδιὰ τοῦ Θεοῦ καὶ κληρονόμοι τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν. Ἂς προσέξουμε μήπως, γιὰ χάρη τῆς παρούσας ζωῆς, στερηθοῦμε τὴ μέλλουσα. Μήπως, ἀπὸ τὶς βιοτικὲς φροντίδες καὶ μέριμνες, ἀμελήσουμε τὸ σκοπὸ τῆς ζωῆς μας.

Ἡ νηστεία, ἡ ἀγρυπνία καὶ ἡ προσευχὴ ἀπὸ μόνες τους δὲν φέρνουν τοὺς ἐπιθυμητοὺς καρπούς, γιατί αὐτὲς δὲν εἶναι ὁ σκοπὸς τῆς ζωῆς μας· ἀποτελοῦν τὰ μέσα γιὰ νὰ πετύχουμε τὸ σκοπό.

Στολίστε τὶς λαμπάδες σας μὲ ἀρετές. Ἀγωνιστεῖτε ν’ ἀποβάλετε τὰ πάθη τῆς ψυχῆς. Καθαρίστε τὴν καρδιά σας ἀπὸ κάθε ρύπο καὶ διατηρῆστε την ἁγνή, γιὰ νὰ ἔρθει καὶ νὰ κατοικήσει μέσα σας ὁ Κύριος· γιὰ νὰ σᾶς πλημμυρίσει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα μὲ τὶς θεῖες Του δωρεές.

Παιδιά μου ἀγαπητά, ὅλη σας ἡ ἀσχολία καὶ ἡ φροντίδα σ’ αὐτὰ νὰ εἶναι. Αὐτὰ ν’ ἀποτελοῦν σκοπὸ καὶ πόθο ἀσταμάτητο. Γι’ αὐτὰ ὅλη σας ἡ προσευχὴ πρὸς τὸ Θεό.

Νὰ ζητᾶτε καθημερινὰ τὸν Κύριο· ἀλλὰ μέσα στὴν καρδιά σας καὶ ὄχι ἔξω ἀπ’ αὐτήν. Καὶ ὅταν Τὸν βρεῖτε, σταθεῖτε μὲ φόβο καὶ τρόμο ὅπως τὰ Χερουβεὶμ καὶ τὰ Σεραφείμ, γιατί ἡ καρδιὰ σας ἔγινε θρόνος τοῦ Θεοῦ.

Ἀλλὰ γιὰ νὰ βρεῖτε τὸν Κύριο, ταπεινωθεῖτε μέχρι τὸ χῶμα, γιατί ὁ Κύριος βδελύσσεται τοὺς ὑπερήφανους, ἐνῶ ἀγαπάει καὶ ἐπισκέπτεται τοὺς ταπεινοὺς στὴν καρδιά. Γι’ αὐτὸ καὶ λέει: “καὶ ἐπὶ τίνα ἐπιβλέψω, ἀλλ’ ἤ ἐπὶ τὸν ταπεινὸν καὶ ἠσύχιον, καὶ τρέμοντα τοὺς λόγους μου;” (Ἤσ. 66, 2).

Ἀγωνίζου τὸν ἀγώνα τὸν καλὸ καὶ ὁ Θεὸς θὰ σὲ ἐνισχύει. Στὸν ἀγώνα ἐντοπίζουμε τὶς ἀδυναμίες, τὶς ἐλλείψεις καὶ τὰ ἐλαττώματά μας. Εἶναι ὁ καθρέφτης τῆς πνευματικῆς μας καταστάσεως. Ὅποιος δὲν ἀγωνίστηκε, δὲν γνώρισε τὸν ἑαυτό του.

Προσέχετε καὶ τὰ μικρὰ ἀκόμη παραπτώματα. Ἂν σᾶς συμβεῖ ἀπὸ ἀπροσεξία κάποια ἁμαρτία, μὴν ἀπελπίζεστε, ἀλλὰ σηκωθεῖτε γρήγορα, προσπέστε στὸ θεὸ ποὺ ἔχει τὴ δύναμη νὰ σᾶς ἀνορθώσει. Ἡ μεγάλη λύπη κρύβει μέσα της ὑπερηφάνεια.

Οἱ ὑπερβολικὲς λύπες καὶ ἀπελπισίες εἶναι βλαβερὲς καὶ ἐπικίνδυνες, καὶ πολλὲς φορὲς παροξύνονται ἀπὸ τὸ διάβολο γιὰ ν’ ἀνακόψουν τὴν πορεία τοῦ ἀγωνιστῆ.

Μέσα μας ἔχουμε ἀδυναμίες καὶ πάθη καὶ ἐλαττώματα βαθιὰ ριζωμένα: πολλὰ εἶναι καὶ κληρονομικά. Ὅλα αὐτὰ δὲν κόβονται μὲ μία σπασμωδικὴ κίνηση οὔτε μὲ τὴν ἀδημονία καὶ τὴ βαρειὰ θλίψη, ἀλλὰ μὲ ὑπομονὴ καὶ ἐπιμονή, μὲ καρτερία, μὲ φροντίδα καὶ προσοχή.

Ὁ δρόμος ποὺ ὁδηγεῖ στὴν τελειότητα εἶναι μακρύς. Εὔχεσθε στὸ Θεὸ νὰ σᾶς δυναμώνει. Νὰ ἀντιμετωπίζετε μὲ ὑπομονὴ τὶς πτώσεις σας καὶ ἀφοῦ γρήγορα σηκωθεῖτε, νὰ τρέχετε καὶ νὰ μὴ στέκεστε, σὰν τὰ παιδιά, στὸν τόπο ποὺ πέσατε, κλαίγοντας καὶ θρηνώντας ἀπαρηγόρητα.

Ἀγρυπνεῖτε καὶ προσεύχεστε γιὰ νὰ μὴν μπεῖτε σὲ πειρασμό. Μὴν ἀπελπίζεστε ἂν πέφτετε συνέχεια σὲ παλιὲς ἁμαρτίες. Πολλὲς ἀπ’ αὐτὲς εἶναι καὶ ἀπὸ τὴ φύση τους ἰσχυρὲς καὶ ἀπὸ τὴ συνήθεια. Μὲ τὴν πάροδο τοῦ χρόνου ὅμως καὶ μὲ τὴν ἐπιμέλεια νικοῦνται. Τίποτε νὰ μὴ σᾶς ἀπελπίζει.



Πειρασμοὶ

Οἱ πειρασμοὶ παραχωροῦνται γιὰ νὰ φανερωθοῦν τὰ κρυμμένα πάθη, νὰ καταπολεμηθοῦν κι ἔτσι νὰ θεραπευθεῖ ἡ ψυχή. Εἶναι καὶ αὐτοὶ δεῖγμα τοῦ θείου ἐλέους. Γι’ αὐτὸ ἐμπιστεύσου στὸ Θεὸ καὶ ζήτησε τὴ βοήθειά Του, ὥστε νὰ σὲ δυναμώσει στὸν ἀγώνα σου. Ἡ ἐλπίδα στὸ Θεὸ δὲν ὁδηγεῖ ποτὲ στὴν ἀπελπισία. Οἱ πειρασμοὶ φέρνουν ταπεινοφροσύνη. Ὁ Θεὸς ξέρει τὴν ἀντοχὴ τοῦ καθενός μας καὶ παραχωρεῖ τοὺς πειρασμοὺς κατὰ τὸ μέτρο τῶν δυνάμεών μας. Νὰ φροντίζουμε ὅμως κι ἐμεῖς νὰ εἴμαστε ἄγρυπνοι καὶ προσεκτικοί, γιὰ νὰ μὴ βάλουμε μόνοι μας τὸν ἑαυτό μας σὲ πειρασμό.

Ἐμπιστευθεῖτε στὸ Θεὸ τὸν Ἀγαθό, τὸν Ἰσχυρό, τὸν Ζῶντα, καὶ Αὐτὸς θὰ σᾶς ὁδηγήσει στὴν ἀνάπαυση. Μετὰ ἀπὸ τὶς δοκιμασίες ἀκολουθεῖ ἡ πνευματικὴ χαρά. Ὁ Κύριος παρακολουθεῖ ὅσους ὑπομένουν τὶς δοκιμασίες καὶ τὶς θλίψεις γιὰ τὴ δική Του ἀγάπη. Μὴ λιποψυχεῖτε λοιπὸν καὶ μὴ δειλιάζετε.

Δὲν θέλω νὰ θλίβεστε καὶ νὰ συγχύζεστε γιὰ ὅσα συμβαίνουν ἀντίθετα μὲ τὴ θέλησή σας: ὅσο δίκαιη καὶ ἂν εἶναι αὐτή. Μιὰ τέτοια θλίψη μαρτυρεῖ τὴν ὕπαρξη ἐγωισμοῦ. Προσέχετε τὸν ἐγωισμὸ ποὺ κρύβεται κάτω ἀπὸ τὴ μορφὴ τοῦ δικαιώματος. Προσέχετε καὶ τὴν ἄκαιρη λύπη ποὺ δημιουργεῖται μετὰ ἀπὸ ἕνα δίκαιο ἔλεγχο. Ἡ ὑπερβολικὴ θλίψη γιὰ ὅλα αὐτὰ εἶναι τοῦ πειρασμοῦ. Μία εἶναι ἡ ἀληθινὴ θλίψη. Αὐτὴ ποὺ δημιουργεῖται, ὅταν γνωρίσουμε καλὰ τὴν ἄθλια κατάσταση ποὺ βρίσκεται ἡ ψυχή μας. Ὅλες οἱ ἄλλες θλίψεις δὲν ἔχουν καμιὰ σχέση μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ.

Φροντίζετε νὰ περιφρουρεῖτε στὴν καρδιὰ σας τὴ χαρὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ νὰ μὴν ἐπιτρέπετε στὸν πονηρὸ νὰ χύνει τὴν πίκρα του. Προσέχετε! Προσέχετε, μήπως ὁ Παράδεισος ποὺ ὑπάρχει μέσα σας μετατραπεῖ σὲ κόλαση.



Προσευχὴ

Τὸ κύριο ἔργο τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἡ προσευχή. Ὁ ἄνθρωπος πλάστηκε γιὰ νὰ ὑμνεῖ τὸ Θεό. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἔργο ποὺ τοῦ ἁρμόζει. Αὐτὸ μόνο ἐξηγεῖ τὴν πνευματικὴ του ὑπόσταση. Αὐτὸ μόνο δικαιώνει τὴν ἐξέχουσα θέση του μέσα στὴ δημιουργία. Ὁ ἄνθρωπος πλάστηκε γιὰ νὰ λατρεύει τὸ Θεὸ καὶ νὰ μετέχει στὴ θεία Του ἀγαθότητα καὶ μακαριότητα.

Ὡς εἰκόνα τοῦ Θεοῦ ποὺ εἶναι, λαχταράει γιὰ τὸ Θεὸ καὶ τρέχει μὲ πόθο νὰ ἀνυψωθεῖ πρὸς Αὐτόν. Μὲ τὴν προσευχὴ καὶ τὴν ὑμνωδία εὐφραίνεται. Τὸ πνεῦμα του ἀγάλλεται καὶ ἡ καρδιὰ του σκιρτάει. Ὅσο περισσότερο προσεύχεται, τόσο ἡ ψυχὴ του ἀπογυμνώνεται ἀπὸ τὶς κοσμικὲς ἐπιθυμίες καὶ γεμίζει ἀπὸ τὰ οὐράνια ἀγαθά. Καὶ ὅσο ἀποχωρίζεται τὰ γήινα καὶ τὶς ἡδονὲς τοῦ βίου, τόσο περισσότερο ἀπολαμβάνει τὴν οὐράνια εὐφροσύνη. Ἡ δοκιμὴ καὶ ἡ πείρα μας ἐπιβεβαιώνουν τὴν ἀλήθεια αὐτή.

Ὁ Θεὸς εὐαρεστεῖται στὶς προσευχὲς ἐκεῖνες ποὺ προσφέρονται μὲ τὸν πρέποντα τρόπο- δηλαδὴ μὲ συναίσθηση τῆς ἀτέλειας καὶ τῆς ἀναξιότητάς μας. Γιὰ νὰ ὑπάρξει ὅμως τέτοια συναίσθηση, ἀπαιτεῖται τέλεια ἀπάρνηση τοῦ κακοῦ μας ἑαυτοῦ καὶ ὑποταγὴ στὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ- ἀπαιτεῖται ταπείνωση καὶ ἀδιάλειπτη πνευματικὴ ἐργασία.

Ἀναθέστε ὅλες τὶς φροντίδες σας στὸ Θεό. Ἐκεῖνος προνοεῖ γιὰ σᾶς. Μὴ γίνεστε ὀλιγόψυχοι καὶ μὴν ταράζεστε. Αὐτὸς ποὺ ἐξετάζει τὰ ἀπόκρυφα βάθη τῆς ψυχῆς τῶν ἀνθρώπων, γνωρίζει καὶ τὶς δικές σας ἐπιθυμίες καὶ ἔχει τὴ δύναμη νὰ τὶς ἐκπληρώσει ὅπως Αὐτὸς γνωρίζει. Ἐσεῖς νὰ ζητᾶτε ἀπὸ τὸ Θεὸ καὶ νὰ μὴ χάνετε τὸ θάρρος σας. Μὴ νομίζετε ὅτι, ἐπειδὴ ὁ πόθος σας εἶναι ἅγιος, ἔχετε δικαίωμα νὰ παραπονεῖστε ὅταν οἱ προσευχές σας δὲν εἰσακούονται. Ὁ Θεὸς ἐκπληρώνει τοὺς πόθους σας μὲ τρόπο ποὺ ἐσεῖς δὲν γνωρίζετε. Νὰ εἰρηνεύετε λοιπὸν καὶ νὰ ἐπικαλεῖσθε τὸ Θεό.

Οἱ προσευχὲς καὶ οἱ δεήσεις ἀπὸ μόνες τους δὲν μᾶς ὁδηγοῦν στὴν τελειότητα. Στὴν τελείωση ὁδηγεῖ ὁ Κύριος ποὺ ἔρχεται καὶ κατοικεῖ μέσα μας, ὅταν ἐμεῖς ἐκτελοῦμε τὶς ἐντολές Του. Καὶ μιὰ ἀπὸ τὶς πρῶτες ἐντολὲς εἶναι νὰ γίνεται στὴ ζωή μας τὸ θέλημα ὄχι τὸ δικό μας, ἀλλὰ τοῦ Θεοῦ. Καὶ νὰ γίνεται μὲ τὴν ἀκρίβεια ποὺ γίνεται στὸν οὐρανὸ ἀπὸ τοὺς ἀγγέλους. Γιὰ νὰ μποροῦμε κι ἐμεῖς νὰ λέμε: «Κύριε, ὄχι ὅπως ἐγὼ θέλω, ἀλλ’ ὅπως Ἐσύ· “γενηθήτω τὸ θέλημά Σου, ὡς ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ τῆς γῆς”». Χωρὶς λοιπὸν τὸ Χριστὸ μέσα μας, οἱ προσευχὲς καὶ οἱ δεήσεις ὁδηγοῦν στὴν πλάνη.



Εἰρήνη

Ἡ εἰρήνη εἶναι θεῖο δῶρο ποὺ χορηγεῖται πλουσιοπάροχα σ’ ὅσους συμφιλιώνονται μὲ τὸ Θεὸ καὶ ἐκτελοῦν τὰ θεῖα Του προστάγματα.

Ἡ εἰρήνη εἶναι φῶς καὶ φεύγει ἀπὸ τὴν ἁμαρτία ποὺ εἶναι σκοτάδι. Ἕνας ἁμαρτωλὸς ποτὲ δὲν εἰρηνεύει.

Νὰ ἀγωνίζεστε κατὰ τῆς ἁμαρτίας καὶ νὰ μὴ σᾶς ταράζει ἡ ἐξέγερση τῶν παθῶν μέσα σας.

Ἂν στὴν πάλη μαζί τους νικήσεις, τὸ ξεσήκωμα τῶν παθῶν ἔγινε γιὰ σένα ἀφορμὴ νέας χαρᾶς καὶ εἰρήνης. Ἂν νικηθεῖς – ὅ μὴ γένοιτο – τότε γεννιέται θλίψη καὶ ταραχή. Ἂν πάλι, μετὰ ἀπὸ σκληρὴ μάχη, ἐπικρατήσει πρὸς στιγμὴν ἡ ἁμαρτία, ἀλλὰ ἐσὺ ἐπιμείνεις στὸν ἀγώνα, τότε νικᾶς καὶ ἡ εἰρήνη ξανάρχεται.

«Εἰρήνην διώκετε μετὰ πάντων, καὶ τὸν ἁγιασμόν, οὗ χωρὶς οὐδεὶς ὄψεται τὸν Κύριον» (Ἑβρ. 12,14).

Ἡ εἰρήνη καὶ ὁ ἁγιασμὸς εἶναι δύο ἀναγκαῖες προϋποθέσεις γιὰ ἐκεῖνον ποὺ ζητάει μὲ πόθο νὰ δεῖ τὸ πρόσωπο τοῦ Θεοῦ. Ἡ εἰρήνη εἶναι τὸ θεμέλιο στὸ ὁποῖο στηρίζεται ὁ ἁγιασμός.

Ὁ ἁγιασμὸς δὲν παραμένει σὲ ταραγμένη καὶ ὀργισμένη καρδιά. Ἡ ὀργὴ ὅταν χρονίζει στὴν ψυχή μας, δημιουργεῖ τὴν ἔχθρα καὶ τὸ μίσος κατὰ τοῦ πλησίον. Γι’ αὐτὸ ἐπιβάλλεται ἡ γρήγορη συμφιλίωση μὲ τὸν ἀδελφό μας, ὥστε νὰ μὴ στερηθοῦμε τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ ποὺ ἁγιάζει τὴν καρδιά μας.

Ἐκεῖνος ποὺ εἰρηνεύει μὲ τὸν ἑαυτό του, εἰρηνεύει καὶ μὲ τὸν πλησίον του, εἰρηνεύει καὶ μὲ τὸ Θεό. Ἕνας τέτοιος ἄνθρωπος εἶναι γεμάτος μὲ ἁγιασμὸ γιατί ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς κατοικεῖ μέσα του.



Ἀγάπη

Ἐπιδιώκετε τὴν ἀγάπη. Ζητᾶτε καθημερινὰ ἀπὸ τὸ Θεὸ τὴν ἀγάπη. Μαζὶ μὲ τὴν ἀγάπη ἔρχεται καὶ ὅλο τὸ πλῆθος τῶν ἀγαθῶν καὶ τῶν ἀρετῶν. Ἀγαπᾶτε γιὰ ν’ ἀγαπάστε καὶ σεῖς ἀπὸ τοὺς ἄλλους. Δῶστε στὸ Θεὸ ὅλη σας τὴν καρδιά, ὥστε νὰ μένετε στὴν ἀγάπη. «Ὁ μένων ἐν τὴ ἀγάπῃ ἐν τῷ Θεῷ μένει καὶ ὁ Θεὸς ἐν αὐτῷ μένει» (Α’ Ἰωάν. 4,16).

Ὀφείλετε νὰ ἔχετε πολλὴ προσοχὴ στὶς μεταξὺ σας σχέσεις καὶ νὰ εὐλαβεῖστε ὁ ἕνας τὸν ἄλλον ὡς πρόσωπα ἱερά, ὡς εἰκόνες τοῦ Θεοῦ. Νὰ μὴν ἀποβλέπετε ποτὲ στὸ σῶμα ἢ στὴν ὀμορφιά του, ἀλλὰ στὴν ψυχή.

Προσέχετε τὸ αἴσθημα τῆς ἀγάπης, γιατί ὅταν ἡ καρδιὰ δὲν θερμαίνεται ἀπὸ τὴν καθαρὴ προσευχή, ἡ ἀγάπη κινδυνεύει νὰ γίνει σαρκικὴ καὶ ἀφύσικη- κινδυνεύει νὰ σκοτίσει τὸ νοῦ καὶ νὰ κατακάψει τὴν καρδιά.

Πρέπει νὰ ἐξετάζουμε καθημερινὰ μήπως ἡ ἀγάπη μας δὲν ἀπορρέει ἀπὸ τὸ σύνδεσμο τῆς κοινῆς μας ἀγάπης πρὸς τὸ Χριστὸ· μήπως δὲν πηγάζει ἀπὸ τὸ πλήρωμα τῆς ἀγάπης μας πρὸς τὸν Κύριο. Αὐτὸς ποὺ ἀγρυπνεῖ νὰ διατηρήσει ἁγνὴ τὴν ἀγάπη, θὰ φυλαχθεῖ ἀπὸ τὶς παγίδες τοῦ πονηροῦ ποὺ προσπαθεῖ σιγὰ -σιγὰ νὰ μετατρέψει τὴν χριστιανικὴ ἀγάπη σὲ ἀγάπη κοινὴ καὶ συναισθηματική.



Διάκριση

Σᾶς συνιστῶ νὰ ἔχετε σὲ ὅλα διάκριση καὶ φρόνηση. Νὰ ἀποφεύγετε τὰ ἄκρα. Οἱ αὐστηρότητες συμβαδίζουν μὲ τὰ μέτρα τῆς ἀρετῆς. Αὐτὸς ποὺ δὲν ἔχει μεγάλες ἀρετὲς καὶ συναγωνίζεται μὲ τοὺς τέλειους, θέλοντας νὰ ζεῖ μὲ αὐστηρότητα, ὅπως οἱ ἅγιοι ἀσκητές, αὐτὸς κινδυνεύει νὰ ὑπερηφανευθεῖ καὶ νὰ πέσει. Γι’ αὐτὸ νὰ πορεύεσθε μὲ διάκριση καὶ νὰ μὴν ἐξαντλεῖτε τὸ σῶμα μὲ ὑπέρμετρους κόπους. Νὰ θυμάστε ὅτι ἡ ἄσκηση τοῦ σώματος ἁπλῶς βοηθάει τὴν ψυχὴ νὰ φτάσει στὴν τελειότητα· ἡ τελειότητα κατορθώνεται κυρίως μὲ τὸν ἀγώνα τῆς ψυχῆς.

Μὴν τεντώνετε περισσότερο ἀπὸ τὸ μέτρο τὴ χορδή. Νὰ ξέρετε ὅτι ὁ Θεὸς δὲν ἐκβιάζεται στὶς δωρεές Του. Δίνει, ὅταν αὐτὸς θέλει. Ὅ,τι παίρνουμε, τὸ παίρνουμε δωρεὰν ἀπὸ τὸ θεῖο ἔλεος.

Μὴ ζητᾶτε νὰ φτάσετε ψηλὰ μὲ μεγάλες ἀσκήσεις χωρὶς νὰ ἔχετε ἀρετές, γιατί κινδυνεύετε νὰ πέσετε σὲ πλάνη γιὰ τὴν ἔπαρση καὶ τὴν τόλμη. Ὅποιος ἐπιζητεῖ θεῖα χαρίσματα καὶ ὑψηλὲς θεωρίες ἐνῶ εἶναι ἀκόμα φορτωμένος μὲ πάθη, αὐτὸς σὰν ἀνόητος καὶ ὑπερήφανος πλανιέται. Πρῶτα ἀπ’ ὅλα ὀφείλει ν’ ἀγωνιστεῖ γιὰ τὴν κάθαρσή του. Ἡ θεία χάρη στέλνει τὰ χαρίσματα σὰν ἀμοιβὴ σ’ ὅσους ἔχουν καθαριστεῖ ἀπὸ τὰ πάθη. Κατέρχεται σ’ αὐτοὺς χωρὶς θόρυβο καὶ σὲ ὥρα ποὺ δὲν γνωρίζουν.



Ὑπερηφάνεια

Ἡ ὑπερηφάνεια τοῦ νοῦ εἶναι ἡ σατανικὴ ὑπερηφάνεια, ἡ ὁποία ἀρνεῖται τὸ Θεὸ καὶ βλασφημεῖ κατὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, γι’ αὐτὸ καὶ πολὺ δύσκολα θεραπεύεται. Εἶναι ἕνα βαθὺ σκοτάδι, τὸ ὁποῖο ἐμποδίζει τὰ μάτια τῆς ψυχῆς νὰ δοῦν τὸ φῶς ποὺ ὑπάρχει μέσα της καὶ ποὺ ὁδηγεῖ στὸ Θεό, στὴν ταπείνωση, στὴν ἐπιθυμία τοῦ ἀγαθοῦ.

Ἀντίθετα, ἡ ὑπερηφάνεια τῆς καρδιᾶς δὲν εἶναι γέννημα τῆς σατανικῆς ὑπερηφάνειας, ἀλλὰ δημιουργεῖται ἀπὸ διάφορες καταστάσεις καὶ γεγονότα: πλοῦτο, δόξα, τιμές, πνευματικὰ ἢ σωματικὰ χαρίσματα (εὐφυΐα, ὀμορφιά, δύναμη, δεξιοτεχνία κ.λπ.). Ὅλα αὐτὰ σηκώνουν ψηλὰ τὰ μυαλὰ τῶν ἀνόητων ἀνθρώπων καὶ γίνονται ἔτσι ματαιόφρονες, χωρὶς ὅμως νὰ εἶναι καὶ ἄθεοι… Αὐτοὶ πολλὲς φορὲς ἐλεοῦνται ἀπὸ τὸ Θεό, παιδεύονται ἀπὸ τὴ θεία παιδεία καὶ σωφρονίζονται. Ἡ καρδιὰ τους συντρίβεται, παύει νὰ ἐπιζητεῖ δόξες καὶ ματαιότητες, καὶ ἔτσι θεραπεύονται.

Ἡ πνευματική σας ἐργασία νὰ εἶναι ἡ ἐξέταση τῆς καρδιᾶς σας. Μήπως φωλιάζει σ’ αὐτὴν σὰν φαρμακερὸ φίδι ἡ ὑπερηφάνεια, τὸ πάθος ποὺ γεννάει πολλὰ κακά, ποὺ ἀπονεκρώνει κάθε ἀρετή, ποὺ δηλητηριάζει τὰ πάντα. Σ’ αὐτὴν τὴν ἑωσφορικὴ κακία πρέπει νὰ στραφεῖ ὅλη σας ἡ φροντίδα. Μέρα καὶ νύχτα νὰ σᾶς γίνει ἔργο ἀδιάλειπτο ἡ ἔρευνά της.

Νομίζω ὅτι θὰ εἶναι ἀλήθεια ἂν πῶ ὅτι ὅλη ἡ πνευματική μας φροντίδα συνίσταται στὴν ἀναζήτηση καὶ ἐξόντωση τῆς ὑπερηφάνειας καὶ τῶν παιδιῶν της. Ἂν ἀπαλλαχτοῦμε ἀπ’ αὐτὴν καὶ θρονιάσουμε στὴν καρδιά μας τὴν ταπεινοφροσύνη, τότε ἔχουμε τὸ πᾶν. Γιατί ὅπου βρίσκεται ἡ ἀληθινὴ κατὰ Χριστὸν ταπείνωση, ἐκεῖ βρίσκονται μαζεμένες καὶ ὅλες οἱ ἄλλες ἀρετὲς ποὺ μᾶς ὑψώνουν πρὸς τὸ Θεό.



Χριστιανικὴ εὐγένεια

Οἱ χριστιανοὶ ἔχουν χρέος, σύμφωνα μὲ τὴν ἐντολὴ τοῦ Κυρίου, νὰ γίνουν ἅγιοι καὶ τέλειοι. Ἡ τελειότητα καὶ ἡ ἁγιότητα χαράσσεται πρῶτα βαθιὰ στὴν ψυχὴ τοῦ χριστιανοῦ, καὶ ἀπὸ ἐκεῖ τυπώνεται καὶ στὶς σκέψεις του, στὶς ἐπιθυμίες του, στὰ λόγια του, στὶς πράξεις του. Ἔτσι, ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ ποὺ ὑπάρχει στὴν ψυχὴ ξεχύνεται καὶ σ’ ὅλο τὸν ἐξωτερικὸ χαρακτήρα.

Ὁ χριστιανὸς ὀφείλει νὰ εἶναι εὐγενὴς πρὸς ὅλους. Τὰ λόγια καὶ τὰ ἔργα του νὰ ἀποπνέουν τὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ποὺ κατοικεῖ στὴν ψυχή του, ὥστε νὰ μαρτυρεῖται ἡ χριστιανική του πολιτεία καὶ νὰ δοξάζεται τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ.

Αὐτὸς ποὺ εἶναι μετρημένος στὰ λόγια, εἶναι μετρημένος καὶ στὰ ἔργα. Αὐτὸς ποὺ ἐξετάζει τὰ λόγια ποὺ πρόκειται νὰ πεῖ, ἐξετάζει καὶ τὶς πράξεις ποὺ πρόκειται νὰ ἐκτελέσει, καὶ ποτὲ του δὲν θὰ ὑπερβεῖ τὰ ὅρια τῆς καλῆς καὶ ἐνάρετης συμπεριφορᾶς.

Τὰ χαριτωμένα λόγια του χριστιανοῦ χαρακτηρίζονται ἀπὸ λεπτότητα καὶ εὐγένεια. Αὐτὰ εἶναι ποὺ γεννοῦν τὴν ἀγάπη, φέρνουν τὴν εἰρήνη καὶ τὴ χαρά. Ἀντίθετα, ἡ ἀργολογία γεννάει μίση, ἔχθρες, θλίψεις, φιλονικίες, ταραχὲς καὶ πολέμους.

Ἂς εἴμαστε λοιπὸν πάντοτε εὐγενεῖς. Ποτὲ ἀπ’ τὰ χείλη μας νὰ μὴ βγεῖ λόγος κακός, λόγος ποὺ δὲν εἶναι ἁλατισμένος μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ πάντοτε λόγοι χαριτωμένοι, λόγοι ἀγαθοί, λόγοι ποὺ μαρτυροῦν τὴν κατὰ Χριστὸ εὐγένεια καὶ τὴν ψυχική μας καλλιέργεια.



Δοξολογία

Ὁ χριστιανὸς ὀφείλει νὰ δοξάζει τὸ Θεὸ καὶ μὲ τὸ σῶμα του καὶ μὲ τὸ πνεῦμα του. Ἄλλωστε, καὶ τὰ δύο ἀνήκουν στὸ Θεὸ καί, ἑπομένως, δὲν ἔχει ἐξουσία νὰ τὰ ἀτιμάζει ἤ νὰ τὰ διαφθείρει, ἀλλὰ ὡς ἅγια καὶ Ἱερὰ πρέπει νὰ τὰ χρησιμοποιεῖ μὲ πολλὴ εὐχαριστία.

Ὅποιος θυμᾶται ὅτι τὸ σῶμα του καὶ τὸ πνεῦμα του ἀνήκουν στὸ Θεό, ἔχει μία εὐλάβεια κι ἕνα μυστικὸ φόβο γι’ αὐτά, καὶ τοῦτο συντελεῖ στὸ νὰ τὰ διατηρεῖ ἁγνὰ καὶ καθαρὰ ἀπὸ κάθε ρύπο, σὲ ἀδιάλειπτη ἐπικοινωνία μ’ Ἐκεῖνον ἀπὸ τὸν ὁποῖο ἁγιάζονται καὶ ἐνισχύονται.

Ὁ ἄνθρωπος δοξάζει τὸ Θεὸ μὲ τὸ σῶμα του καὶ μὲ τὸ πνεῦμα του, πρῶτα, ὅταν θυμᾶται ὅτι ἁγιάστηκε ἀπὸ τὸ Θεὸ καὶ ἑνώθηκε μαζί του, καὶ ὕστερα, ὅταν ἑνώνει τὴ θέλησή του μὲ τὴ θέληση τοῦ Θεοῦ ὥστε νὰ ἐκτελεῖ πάντοτε τὸ ἀγαθὸ καὶ εὐάρεστο καὶ τέλειο θέλημά Του. Ἕνας τέτοιος ἄνθρωπος δὲν ζεῖ γιὰ τὸν ἑαυτό του, ἀλλὰ γιὰ τὸ Θεό. Ἐργάζεται γιὰ τὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ στὴ γῆ. Δοξάζει σὲ ὅλα τὸ Θεό, μὲ λόγια καὶ μὲ ἔργα. Οἱ πράξεις του, ποὺ γίνονται γιὰ τὸ καλὸ τῶν συνανθρώπων του, δίνουν ἀφορμὴ δοξολογίας τοῦ θείου ὀνόματος. Ἡ ζωή του, καταυγαζαμένη ἀπὸ τὸ θεῖο φῶς, λάμπει σὰν φῶς δυνατό. Ἔτσι ἡ πολιτεία του γίνεται ὁδηγὸς πρὸς τὸ Θεὸ γιὰ ὅσους ἀκόμη δὲν Τὸν γνώρισαν.

 
ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ

Ο Ελληνισμός στο σταυροδρόμι Γιώργος Καραμπελιάς


Τα τελευταία χρόνια, όποτε αναφέρω, και το κάνω συχνά, τη βαθύτερη πεποίθησή μου πως ο ελληνισμός βρίσκεται μπροστά σε μια κρίση υπαρκτικού χαρακτήρα, οι περισσότεροι συνομιλητές ή ακροατές μου θεωρούν πως κάνω απλώς ένα σχήμα λόγου, για να υπογραμμίσω το βάθος της κρίσης. Ωστόσο –δυστυχώς– εννοώ ακριβώς αυτό που υποστηρίζω. Οι Έλληνες βρίσκονται σ’ ένα ιστορικό σταυροδρόμι, από τη μία πλευρά του οποίου υπάρχει μια καθοδική σπείρα, πιθανόν χωρίς επιστροφή, και από την άλλη η ανάταξή του.
Στο βιβλίο μου, Ελλάδα μια χώρα των συνόρων, που έγραψα πριν είκοσι χρόνια και επανεξέδωσα αργότερα, ξαναδουλεμένο, με τον τίτλο Χιλιαεννιακοσιαεικοσιδύο, δοκίμιο για την ελληνική ιδεολογία, υπογράμμιζα πως εκείνο το μοιραίο έτος, το 1922, συνέβη κάτι ανεπανόρθωτο, που χώρισε στα δύο την ελληνική ιστορία.
Πριν το ’22, με κράτος ή χωρίς, αυτόνομοι ή υποταγμένοι, συγκροτούσαμε την ταυτότητά μας με επίκεντρο το Αιγαίο και δύο πτέρυγες, δυτικά την ελληνική χερσόνησο και ανατολικά τη Μ. Ασία, τον Πόντο, την Ανατολική Θράκη. Έτσι συνέβαινε για 3.000 χρόνια τουλάχιστον, από τον… Τρωικό Πόλεμο και στο εξής.
Μετά το 1922, ο ελληνισμός έχασε τον ανατολικό πνεύμονά του και έμεινε κλεισμένος στην ελλαδική χερσόνησο και τα νησιά μας, ενώ το Αιγαίο από επίκεντρο μεταβλήθηκε σε σύνορο.
Υποστηρίξαμε τότε –εγκαινιάζοντας μια μακρά πορεία είκοσι χρόνων «κατάδυσης» στην ελληνική συνείδηση και την ελληνική ιστορία– πως το 1922 σφραγίστηκε οριστικά και αμετάκλητα το τέλος του οικουμενικού, ευρύτερου ελληνισμού. Τα γεγονότα που ακολούθησαν, μετά το 1922, ήρθαν να επισφραγίσουν και να ολοκληρώσουν αυτή την απώλεια. Οι Έλληνες από τη Μ. Ασία, την Κωνσταντινούπολη, την Αίγυπτο, τον Πόντο, τη Β. Ήπειρο στριμώχτηκαν σταδιακά, με αλλεπάλληλα κύματα φυγής, στην αρχέγονη κοιτίδα μας, την ελληνική χερσόνησο.
Το 1922 έληξε δραματικά η προσπάθεια ολοκλήρωσης του ελληνισμού μέσα από την ενσωμάτωση σε ένα ενιαίο εθνικό-κρατικό σύνολο των βασικών συνιστωσών του και βγήκαμε από αυτή την περιπέτεια με τα σπασμένα κουπιά του σεφερικού «μυθιστορήματος». Πριν είκοσι χρόνια, είχαμε ήδη τονίσει πως το νέο ιστορικό διακύβευμα του ελληνισμού είναι είτε η ολοκλήρωσή του, με μια στροφή προς τα μέσα και προς την ιστορία του, είτε η εξαφάνισή του, ως ιδιαίτερου ιστορικού υποκειμένου. Μέσα από μια τραγική ειρωνεία της ιστορίας, είμαστε υποχρεωμένοι είτε να ολοκληρωθούμε, ξεπερνώντας επιτέλους τον «καημό της ρωμιοσύνης», είτε να εξαφανιστούμε από το ιστορικό προσκήνιο.
Η μοναδική σωτηρία μας θα ήταν η «στροφή προς τα μέσα», ώστε να βρούμε τη δύναμη να ανασυγκροτήσουμε, από το ιστορικό DNA μας, έναν ατόφιο οργανισμό. Γιατί τα 3.000-4.000 χρόνια του οικουμενικού ελληνισμού μάς είχαν εθίσει στην εξωστρέφεια, στο ταξίδεμα σε ξένους κόσμους και πολιτισμούς, στο σκόρπισμα σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης. Τώρα, η ιστορία απαιτούσε από εμάς να κάνουμε την αντίστροφη κίνηση, σε ρήξη με τις αταβιστικές συνήθειες τόσων χιλιετιών.
Πράγματι, στο αίμα μας κυκλοφορούν ακόμα οι μνήμες των στρατιών του Μεγάλου Αλεξάνδρου, του οικουμενικού ελληνιστικού κόσμου, της ανατολικής ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, του βυζαντινού κοσμοσυστήματος, της υπερεθνικής ορθοδοξίας. Ακόμα και μετά την Άλωση, στην τουρκοκρατία, μάθαμε να ταξιδεύουμε στη Δύση και στον Βορρά, σκορπίζοντας αφειδώλευτα τη δύναμη και το πνεύμα μας. Και αυτές οι μνήμες είναι πάντα παρούσες στη σκέψη και τη συμπεριφορά μας.
Μπροστά σε κάθε κρίση, σε κάθε τρικυμία, σκεφτόμαστε και πάλι το ταξίδι του Οδυσσέα, την έξοδο σε άλλους κόσμους. Ακόμα και οι αντίπαλοί μας, ακόμα και οι καταχτητές μας θράφηκαν από το δικό μας αίμα. Εκατομμύρια ελληνικοί πληθυσμοί, στη Συρία, τη Μ. Ασία και τα Βαλκάνια, θα πυκνώσουν το αραβικό και τουρκικό Ισλάμ, την ιταλική Ρώμη, τη Ρουμανία, τη Βουλγαρία, τη Ν. Ρωσία. Οι Έλληνες είχαν μάθει πως είναι ανεξάντλητη η ιστορική φύτρα τους και μπορούν να τη σκορπίζουν απλόχερα μέχρι τα τελευταία εκατομμύρια στις Η.Π.Α., την Αυστραλία και αλλού. Και αυτή η τάση στη φυγή, την εξωστρέφεια, εκφραζόταν –παράδοξα– και στο εσωτερικό της χώρας, με την αποδοχή προστατών, τη δημιουργία εξαρτημένων κομμάτων, τον μαϊμουδισμό ξένων προτύπων και την απόρριψη της δικής μας παράδοσης, ή μάλλον τον εγκλεισμό της σε ορισμένες και μόνο πλευρές της ζωής μας.
Ο καθοδικός κύκλος
Και να ’μαστε σήμερα μπροστά στην ολοκλήρωση ενός καθοδικού κύκλου ενενήντα χρόνων. Ενώ, μετά το 1922, είχαμε αρχίσει, μέσα από οδυνηρές αντιπαραθέσεις, να οικοδομούμε μια οικονομία σχετικά αυτοδύναμη, ιδιαίτερα μετά την κρίση του 1929, και να ενσωματώνουμε το προσφυγικό δυναμικό στο ελλαδικό –ελληνικό πλέον– έθνος, παρά τις αντιπροσφυγικές αγκυλώσεις του Μεταξά, ήρθε η γερμανοϊταλική εισβολή να ολοκληρώσει αυτό που είχαν αρχίσει οι τσέτες του Κεμάλ, με ανυπολόγιστες καταστροφές και εκατόμβες. Αντισταθήκαμε ηρωικά στην Κατοχή και όμως, στη μεταπολεμική περίοδο, ολοκληρώσαμε την αλλοτρίωσή μας. Μια εμφύλια σύγκρουση, την οποία καθόρισαν οι ξένες δυνάμεις, μας εξάντλησε υποτάσσοντάς μας στη Δύση οικονομικά, στρατιωτικά, πολιτικά και στην «Ανατολή της Δύσης» πνευματικά.
Στη συνέχεια, μετά το ’60, θα επανεμφανισθεί και πάλι, απειλητική για τη μοίρα μας, η «Δύση της Ανατολής», με το κυπριακό, ανοίγοντας μία περίοδο αντιπαραθέσεων, με την ήττα στην Κύπρο μετά το 1974, και σταδιακής υποταγής μετά το 1990 (Ίμια, Οτσαλάν, σχέδιο Ανάν κ.λπ.). Στη μεταπολίτευση, η υποταγή στη Δύση θα ολοκληρωθεί μεταβαλλόμενη σε πλήρη εσωτερική αλλοτρίωση, με την εκποίηση της οικονομίας, της κοινωνίας, του πολιτισμού. Έτσι, αυτό που ήταν εξωτερική εξάρτηση μεταβλήθηκε, μέσα από την εσωτερίκευσή της, σε εσωτερική αποικιοποίηση. Γι’ αυτό, και για πρώτη φορά στην ιστορία μας σε τέτοιο βαθμό, δεν ήταν πλέον ο Φαλμεράιερ και οι ξένοι βασιλιάδες που εξέφραζαν τον αποικιακό ζυγό… αλλά οι ίδιες οι ελληνικές ελίτ, οι ίδιοι οι Έλληνες πολιτικοί, οι Έλληνες διανοούμενοι. Ο Σεφέρης, ο Ελύτης, ο Κατσαρός αποτελούσαν πλέον παρελθόν για ένα έθνος που συνωστιζόταν στα Μακ Ντόναλντ και τη Γιουροβίζιον.
Και ενώ το εκκρεμές της ιστορίας μετακινείται από τη Δύση στην Ανατολή, μετέωροι στη ρωγμή των δύο κόσμων, φτάσαμε σε μια κρίση που δεν είναι απλώς οικονομική. Είναι μια κρίση καθολική: δημογραφική, γεωπολιτική, πολιτική, μεταναστευτική, πνευματική: κλωτσοσκούφι της Μέρκελ, έντρομοι μπροστά στον Ερντογάν και τον Νταβούτογλου, λοιδορούμενοι από τους Σκοπιανούς.
Η Δύση, στην οποία καταφύγαμε από τον εμφύλιο και μετά, μας εκμεταλλεύεται και μας απορρίπτει με όλους τους τρόπους, ενώ η ισλαμική Ανατολή μας απειλεί με υποταγή και ενσωμάτωση. Αίφνης, αντιμέτωποι με τον εαυτό μας, χωρίς, πλέον, περιθώρια για ψεύδη και μεσοβέζικες λύσεις.
Είτε θα αποδεχτούμε το ιστορικό τέλος μας, τη μεταβολή της Ελλάδας σε μία πολυφυλετική και πολυεθνική ζώνη-ταμπόν μεταξύ Ανατολής και Δύσης, ένας Λίβανος των Βαλκανίων,  ελεγχόμενοι ταυτόχρονα από τη φραγκική Δύση και την τουρκική Ανατολή (εξάλλου ο άξονας Βερολίνου-Τουρκίας λειτουργεί εδώ και πάνω από εκατό χρόνια), είτε, για να συνεχίσουμε να υπάρχουμε ως συλλογικό υποκείμενο, θα πρέπει να ανακτήσουμε την αυτονομία μας, να πραγματοποιήσουμε σήμερα την ανολοκλήρωτη επανάσταση του Ρήγα, να υπερβούμε τον καημό της ρωμιοσύνης.
Πιεσμένοι από Ανατολή και Δύση, δεν έχουμε πλέον άλλα περιθώρια ιστορικής υποχώρησης. Το πρόβλημα της συνέχειας του έθνους μας παίζεται στα ίδια τα νησιά μας, στις ίδιες τις πόλεις, στην ίδια μας την πρωτεύουσα. Η φυγή, η εξωστρέφεια, όταν είσαι εξασθενημένος, σε μια πρώτη φάση, μεταβάλλονται σε υποταγή και εν τέλει σε ιστορικό θάνατο. Δεν έχουμε άλλα περιθώρια να συνεχίσουμε στον δρόμο της φυγής-υποταγής και ταυτόχρονα να συνεχίσουμε να επιβιώνουμε.
Βρισκόμαστε μπροστά στη «μητέρα των μαχών». Είτε εδώ, σήμερα και στις επόμενες δεκαετίες, θα κερδίσουμε το δικαίωμα στην επιβίωση και παράδοξα θα ολοκληρώσουμε το ανολοκλήρωτο, είτε θα μεταβληθούμε σε μια ιστορική ανάμνηση ως ανεξάρτητο έθνος και ιδιαίτερο ιστορικό υποκείμενο.
Σε μια τέτοια στιγμή, όταν όλα τα ψέματα τελειώνουν, είναι δυνατό –«σε σε που αξιώθηκες μια τέτοια πόλη»– να επιχειρήσουμε μία ολοκληρωτική επ-ανάσταση, διότι πλέον δεν έχουμε τίποτα να χάσουμε, διότι είμαστε απόλυτα στριμωγμένοι στον τοίχο και είμαστε υποχρεωμένοι να δώσουμε μια μάχη ύπαρξης. Απορρίπτοντας τη φυγή προς τα έξω και στα κάθε ειδών ναρκωτικά, στα οποία με τόση ευκολία κατέφυγαν τα τελευταία χρόνια οι Έλληνες, να αντικρίσουμε θαρραλέα το πεπρωμένο μας. Στα επόμενα πενήντα ή εκατό χρόνια, είτε θα πάψουμε να υπάρχουμε είτε, επιτέλους, θα ξεπεράσουμε τον καημό μας, επιτέλους ελεύθεροι και αυτεξούσιοι.
Με τον έναν ή άλλο τρόπο, εδώ, στα 2012, ενενήντα χρόνια μετά το 1922, άνοιξε μια νέα ιστορική περίοδος: αν συνεχιστεί η εξωστρέφεια/υποταγή και η ψευδο-οικουμενική λογική/φυγή, οδηγούμαστε στο σημείο μηδέν, στην ιστορική εξαφάνιση. Γι’ αυτό και η γενικευμένη εθνική μας κατάθλιψη. Συνειδητοποιούμε αίφνης πως το ερώτημα που θα πρέπει να απαντήσουμε δεν είναι άλλο πάρεξ ελευθερία ή θάνατος, κυριολεκτικώς.
Η αιφνίδια αφύπνιση
Και ερχόμαστε μπροστά σε αυτό το ιστορικό αίτημα, σε αυτή την κυριολεκτική τιτανομαχία, γυμνοί, με ηγεσίες ανίκανες, πνευματικούς ανθρώπους χορτασμένους από τη διαφθορά και φθορά των ευρωπαϊκών προγραμμάτων, ένα λαϊκό σώμα αλλοιωμένο και πλαδαρό από την καταναλωτική ευωχία, τη δουλοκτησία των μεταναστών, την παιδοκεντρική ανευθυνότητα. Γι’ αυτό και, όλα τα τελευταία χρόνια, απέναντι στην προδοσία των διανοουμένων και των πολιτικών, θα καταφεύγει στα ναρκωτικά του μηδενιστικού αντιεξουσιασμού, του εθνομηδενισμού, της φυγής.
Αυτός ο λαός, αυτό το έθνος, θα πρέπει με μια υπεράνθρωπη προσπάθεια, ψαχουλευτά, χωρίς πνευματικούς ταγούς, χωρίς ηγεσία, ξεκινώντας από την αγανάκτησή του, επιστρατεύοντας τις μνήμες μιας ασύγκριτης ιστορίας, να αντιταχθεί σε κάτι που μοιάζει με πεπρωμένο. Και όμως, έχει αρχίσει μία αντίστροφη κίνηση που, καθημερινά, μέσα από λάθη, αδιέξοδα, ψαχουλευτά, οδηγεί στη συνειδητοποίηση της φύσης της αντιπαράθεσης και των διακυβευμάτων της. Περνώντας από την αγανάκτηση στην κατάθλιψη και από αυτή πάλι στην εξέγερση, είναι υποχρεωμένος να απορρίψει, το ένα μετά το άλλο, τα ναρκωτικά και τις αυταπάτες του, και να συνειδητοποιήσει το μέγεθος και την πολλαπλότητα της σύγκρουσης.
Έτσι συμβαίνει πάντα στην ιστορία. Μόνο όταν πλέον η επιβίωση γίνεται ταυτόσημη με την επανάσταση, τότε μόνον αυτή η τελευταία γίνεται μια ρεαλιστική πιθανότητα.
Και αυτό ακριβώς συμβαίνει τα δύο τελευταία χρόνια. Οι Έλληνες έπρεπε να ανακαλύψουν την φενάκη του εκδυτικισμού –να κόψουμε δρόμο προς τη Δύση, μας καλεί ο αστείος Ράμφος, την ώρα ακριβώς που η εξαντλημένη Δύση μας απορρίπτει– τη βαλκανική τους υπόσταση, την ιδιαίτερη ταυτότητά τους, απέναντι στη Δύση και την Ανατολή, με τρόπο αιφνίδιο, σαρωτικό, τραγικό. Σε καμιά άλλη χώρα της Ε.Ε. και της Ευρωζώνης δεν ήταν δυνατό να εφαρμοστούν τόσο βίαια και ταπεινωτικά μέτρα. Για καμιά άλλη χώρα της Δύσης δεν θα μπορούσαν οι Γερμανοί να ξαναθυμηθούν το αυταρχικό, «ναζιστικό» γονίδιό τους και να μεταβάλουν τους Έλληνες σε νέους Εβραίους ή Σέρβους των ολοκληρωτικών ονειρώξεών τους. Καμιά άλλη χώρα δεν θα μπορούσε να μεταβληθεί σε αποθήκη λαθρομεταναστών, ανυπεράσπιστη μπροστά στις τουρκικές προκλήσεις.
Οι Έλληνες, που είχαν πιστέψει το 1981 πως, μπαίνοντας στην Ε.Ε., θα απέφευγαν τον εξ Ανατολών κίνδυνο, και είχαν αφεθεί στην αποδυνάμωση του αγωνιστικού αντιστασιακού ήθους, κατασκευάζοντας μία κοινωνία με μειωμένα αντανακλαστικά, βρίσκονται αίφνης μπροστά στην πραγματικότητα: Οι οποιασδήποτε συμμαχίες έχουν νόημα και αποτέλεσμα, μόνο εάν εσύ ο ίδιος είσαι ισχυρός, με συναίσθηση της ταυτότητας και των συμφερόντων σου. Και όλα αυτά τα χρόνια της μεταπολίτευσης κυριαρχούσε η ακριβώς αντίθετη ιδεολογία. Η ιδεολογία της μικρότερης προσπάθειας, της εγκατάλειψης του αγωνιστικού ήθους του ελληνισμού – οι Έλληνες μεταβλήθηκαν στον πιο παχύσαρκο λαό της Ευρώπης, με εκτεταμένο αλκοολισμό, χρήση ναρκωτικών και ψυχοφάρμακα. Από χώρα μεταναστευτική, μεταβληθήκαμε σε χώρα υποδοχής μεταναστών, μέσα σε τριάντα χρόνια. Από χώρα αγροτική, γίναμε εισαγωγείς αγροτικών προϊόντων. Και η κατάρρευση αυτού του μοντέλου μάς ήρθε ακόμα πιο απότομα, αιφνιδιαστικά, χωρίς εισαγωγές και προλόγους, εν μια νυκτί.
του Γιώργου Καραμπελιά από το Άρδην (τ. 89) που κυκλοφορεί

ΛΟΓΟΣ ΑΓ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ - ΠΕΡΙ ΒΛΑΣΦΗΜΙΑΣ

Η ολοκλήρωση στον μοναχισμό· Μνήμη Αγίου Νεκταρίου Γέροντας Ιωσήφ Βατοπαιδινός


Ο σήμερον εορταζόμενος Άγιος με το μέγεθος της αγιαστικής του καταστάσεως, πού απεκόμισε διά της ορθής του πολιτείας, συνεκλόνισε τον κόσμο ολόκληρο. Είναι δε πραγματικά ένα παρήγορο όνομα εις όλα τα στόματα των πιστών. Για την Εκκλησία μας αυτό δεν είναι παράδοξο, διότι οδηγεί τα τέκνα της εις αυτό το ύψος και σ αυτές τις διαστάσεις. Σε μας όμως, πού πραγματικά μάς περισφίγγουν οι τόσες μας αδυναμίες, είναι ένα παρήγορο σημείο, το ότι και στις δύσκολες αυτές ημέρες βρίσκονται ομοιοπαθείς με μάς άνθρωποι, οι οποίοι όχι μόνο απλώς κατενίκησαν τα πάθη τους, επέρασαν από την παρά – φύσι στην κατά φύσι ζωή, αλλά επέρασαν και τις φυσικές διαστάσεις και έφθασαν στην υπέρ – φύσι, μέσα στον αγιασμό, στο τέρμα της τελειότατης επαγγελίας πού είναι αυτή η υιοθεσία. Ο σημερινός λοιπόν Άγιος είναι ακριβώς αυτού του ύψους.
Εκείνο το οποίο εχαρακτήριζε πάντοτε αυτό τον ουρανομήκη φωστήρα της Εκκλησίας μας, ήτο ότι από την μικρή του ηλικία επερίσσευσε μέσα του η αγάπη προς τον πλησίον και η πίστι προς τον Θεό.
Κάποτε, όταν εταξίδευε με το καράβι, συνέβη μεγάλη τρικυμία. Αυτός ήτο πολύ νέος. Οι άλλοι εφοβήθησαν, αυτός όμως με την παιδική του απλότητα και την ακεραία του πίστι προς τον Θεό, είπε σαν προσευχή, αλλά και σαν απορία προς τους συμπλέοντας: «Καλά, πώς είναι δυνατό ο Θεός τον οποίο πιστεύομε και επικαλούμεθα, να μάς αφήση να χαθούμε και να μην μάς σώση;» Και πράγματι δεν διεψεύσθη, διότι όντως εκινδύνευσαν αλλά εσώθησαν.
Εκείνο το οποίο, όπως είπα, τον εχαρακτήριζε ήταν η αγάπη προς τον πλησίον. Αυτή τον παρακινούσε, ούτος ώστε εάν κάτι εμάνθανε από την Γραφή, ή από κάποιο πατερικό κείμενο το οποίο συντελούσε προς μετάνοια και σωτηρία, ήθελε να το μεταδώση και στον πλησίον του. Και έγραφε την πρότασι σε χαρτάκια και την έβαζε, κάπου, ή την εσκόρπιζε σε σημεία πού επίστευε ότι θα ημπορούσε κάποιος να την διαβάση. Με αυτό τον τρόπο τότε, της παιδικότητός του, εφήρμοζε την προς τον πλησίον αγάπη. Ήτο ένα δείγμα, του τί περιείχε μέσα στην αγία του ψυχή, διότι βλέπετε, αγκάλιασε όλο το πλήρωμα των πιστών, στα τετραπέρατά της οικουμένης.
Όπου επικαλούνται το γλυκύ του όνομα, εκεί παρίσταται με την θαυματουργική του ενέργεια. Σαν ποταμός ρέουν τα θαύματα, τα οποία ακριβώς πηγάζουν από την πλήρη αγάπης καρδία του, πού συνεχώς θέλει να συμπαρίσταται στον πανανθρώπινο πόνο.
Αυτός, διαπιστώνοντας την παχυλή άγνοια πού ευρίσκετο η φυλή μας, επίστευσε ότι εάν κατορθώση να μάθη γράμματα, θα ημπορούσε να οφελήση τον πλησίον του. Έτσι λοιπόν μέσα στην φροντίδα του αυτή, ευρέθησαν τα κατάλληλα εκείνα όργανα πού εβοήθησαν σιγά-σιγά στις κλιμακώσεις της παιδείας, να μεταφερθή από την στοιχειώδη παιδεία στην μέση. Και όταν ετελείωσε τις γυμνασιακές του σπουδές, πού ήταν περισσότερο ανώτερες από τις σημερινές, εξασκούσε το επάγγελμα του δημοδιδασκάλου στην νήσο Χίο. Περισσότερο επεδίδετο, όχι τόσο στο να μάθη γράμματα τους μικρούς μαθητές, όσο στο να μεταδώση στους χριστιανούς το νόημα της πίστεως, της χριστιανικής μας αγωγής. Εκεί ήτο ο πόθος του.
Αφού διεπίστωσαν οι χριστιανοί της περιφέρειας εκείνης τον πόθο του νέου αυτού μέσα στην παιδεία, εφρόντισαν και τον έστειλαν να προχωρήση σε πανεπιστημιακές σπουδές. Και αφού ετελείωσε, εξεδηλώνετο με τον τρόπο αυτό η πεποίθησί του, ότι ήθελε οπωσδήποτε να πληρώση την γεμάτη χριστιανική αγάπη καρδία του και να ημπορέση να μεταδώση με όλες του τις δυνάμεις στον συνάνθρωπό του τα μέσα της σωτηρίας, της σωστής πίστεως και του βιωματισμού. Αυτό ενόμιζε, ότι θα ημπορούσε να το πετύχη διά της μαθήσεως και του λόγου. Έτσι η νεανική του τότε και αγνή ψυχή επίστευσε, ότι αυτό το εργαλείο της χρειαζόταν. Γι αυτό και επεδόθη μέσα στην έκτασι της παιδείας.
Όταν στο Πανεπιστήμιο ετελείωσε την Θεολογία, όπως επιθυμούσε, εγύρισε κατ ευθεία προς την Εκκλησία. Προσελήφθη από το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας όπου έγινε Επίσκοπος μιάς Μητροπόλεως, της λεγομένης Πενταπόλεως. Και η μεγάλη του δράσι ήταν ότι δεν υπεχώρησε ούτε στο παραμικρό, αλλά όλες του τις δυνάμεις τις διέθετε συνεχώς στο στήριγμα της Εκκλησίας. Εφρόντισε ακόμα και τους ναούς να καλλωπίση, είτε με αγιογραφίες, είτε με τα υπόλοιπα τελετουργικά και λειτουργικά μέσα πού τους εχρειάζοντο, ούτος ώστε με αυτό τον τρόπο να ελκύωνται περισσότερο οι πιστοί και να καταρτίζωνται.
Αλλά εδώ ακριβώς απεδείχθη ένα γεγονός· ότι μόνο η προσφορά της προσπάθειας και μόνο το εργαλείο της μαθήσεως, τα οποία διέθετε τότε, δεν ήταν ικανά να ολοκληρώσουν τον πόθο της φλεγόμενης προς το Θεό καρδίας του. Αναζητούσε συνεχώς να εύρη αυτό τον τρόπο, τον οποίο επίστευε μέν ότι υπάρχει, αλλά δεν τον κατείχε, ούτε στον ζήλο τον θερμό, ούτε στην μάθησι. Κάπου αλλού ήτο. Βλέποντας τις ατασθαλίες των ανθρώπων και την σύγκρουσι της εξουσίας και τον υπέρμετρο εναντίο του φθόνο πού έφθασε μέχρι διωγμού, φεύγει από την επισκοπική του θέσι και επιδίδεται περισσότερο μέσα στην προσπάθειά του αυτή, την οποία συνεχίζει στο να οφελήση τον συνάνθρωπό του.
Διωκόμενος ήλθε στην Ελλάδα. Αρχισε ως ιεροκήρυξ από τον άμβωνα, συγγράφων και εκφωνών πύρινους λόγους περί μετανοίας. Ερμήνευε τα δόγματα και γενικά ολόκληρο την εκκλησιαστική μας παράδοσι. Και εις αυτό τον τομέα επέδειξε ολόκληρο τον ζήλο του, πιστεύοντας ότι μέσω αυτού του τρόπου θα εύρισκε αυτό το οποίο περιείχε μέσα στην δίψα της αναζητήσεώς του. Εζητούσε να εύρη κάτι, πού και αυτός ο ίδιος να ολοκληρωθή και μέσω εκείνου να επιτύχη ολόκληρο την αποστολή του. Έπειτα υπηρέτησε μέσα στην εκκλησιαστική εκπαίδευσι και συγκεκριμένα στην Ριζάρειο σχολή. Προσέφερε πολλούς καρπούς, όπως ήδη αναφέρουν και ζωντανά πρόσωπα, πού υπήρξαν μαθηταί του. Ο ζήλος του, η ευσέβειά του δεν εμειώθη ούτε εις αυτό το σημείο· όμως δεν συνήντησε το μυστικό εκείνο το οποίο αναζητούσε η ψυχή του. Ούτε ως ιεροκήρυξ, ούτε ως υπεύθυνος της Ριζαρείου Σχολής επλήρωσε αυτό τον πόθο. Και τότε άλλαξε πάλι, αναζητώντας συνεχώς τους καταλλήλους εκείνους τρόπους πού θα ολοκληρωνόταν και αυτός ως προσωπικότης, αλλά και θα ημπορούσε να μεταδώση και στον πλησίο του εξ ολοκλήρου πλέον αυτό το οποίο εχρειάζετο.
Και τότε επίστευσε στις πατερικές γραμμές, ότι αυτό θα το επετύγχανε διά της απολύτου συνεργασίας της Χάριτος. Θα μου πήτε έως τότε δεν υπήρχε μαζί του η Χάρις; Ασφαλώς υπήρχε. Δεν υπάρχει χριστιανός πιστός πού να μην έχη μαζί του την Θεία Χάρι. Όμως δεν είχε ακόμη εκείνη την Χάρι, την οποία οι Πατέρες μας ακριβώς επέτυχαν στο τέρμα της αγωνιστικής τους ζωής· εκείνη η οποία πηγάζει από την πράξι και οδηγεί τον άνθρωπο στην θεωρία, στον τέλειο βαθμό του αγιασμού, στο πλήρωμα της Θείας επαγγελίας πού είναι η υιοθεσία.
Τότε εγκατέλειψε πλέον όλες τις προσπάθειες αυτές και αποσύρθηκε στην ησυχία. Ιδού πάλι ο θρίαμβος της πατερικής μας παραδόσεως. Ο φλογερός ρήτωρ, ο επιτυχής ιεράρχης, ο άριστος συγγραφεύς, διεπίστωσε ότι διά της ησυχίας θα έφθανε από την πράξι στην θεωρία, αλλά τον εμπόδιζε ο τρόπος εκείνος του κοινωνισμού. Έτσι απεσύρθη στην ησυχία και εκεί ίδρυσε μικρό μονήδριο, στο οποίο έγινε και πατήρ και προστάτης των μοναζουσών. Μαζί με αυτές, εξασκώντας την ησυχία και εφαρμόζοντας απόλυτα το πατερικό πνεύμα της μοναστικής μας ιδιότητος, επέτυχε το πλήρωμα και ολοκληρώθηκε σαν προσωπικότης.
Εδώ όμως χρειάζεται μία διευκρίνησι. Όπως είπα και πρίν, δεν του έλειπε το εφόδιο της εισόδου προς τον αγιασμό και το ευρήκε τότε μόνο. Το κρατούσε, το συνέχιζε. Αλλά εκεί το ολοκλήρωσε. Μέσα λοιπόν στην ησυχία ολοκλήρωσε την προσωπικότητά του· επέτυχε τον θρίαμβο του αγιασμού· έγινε φωστήρας τέλειος· ετέθη επί την λυχνία και έκτοτε και μέχρι της συντέλειας θα είναι ο πραγματικός λύχνος της σημερινής μας Εκκλησίας, το παρήγορο σημείο όλων των πιστών, ο θρίαμβος της Ορθοδοξίας. Εκεί είναι το πλήρωμα της ολοκληρώσεώς του.
Πέρασε όλα τα στάδια της κοινωνικότητας της Εκκλησίας. Εις όλα προσέφερε και επέτυχε. Το πλήρωμά του όμως, το επέτυχε μέσα στην πραγματική ησυχία, όπου η πατερική μας παράδοσι ευρίσκει το θρίαμβό της. Και ακριβώς εδώ ευρίσκομε τον Άγιο Νεκτάριο ως μοναχό. Χωρίς να υστερηθή της Ιεραρχικής του αξίας και όλης της προσφοράς του, με το πλήρωμα της αγάπης του προς τους πιστούς, ολοκληρώθηκε μέσα στην ησυχία σαν ησυχαστής μοναχός. Βλέπετε λοιπόν την συνέχεια της πατερικής μας παραδόσεως; Υπάρχουν πολλά περιστατικά πού δεν εσχολίασα, τα οποία πραγματοποιήθηκαν κατά την διάρκεια της ησυχαστικής του ζωής, στους αγώνες πού έκανε στο κελλί του, αγωνιζόμενος με τους λογισμούς, με τους δαίμονες, με τα πάθη και με την ευχή.
Θα αναφέρω ένα ελάχιστο πού ενθυμούμαι, από την επαφή του με τον αείμνηστο π. Ιωακείμ Σπετσιέρη, πού τον πρόφθασε πολύ καλά και ήταν και φίλοι. Όταν ερωτούσε ο π. Ιωακείμ τον Άγιο Νεκτάριο για το θέμα της ευχής, του έλεγε: «π. Ιωακείμ, όταν λες την ευχή να συγκλονίζεσαι ολόκληρος. Να βγαίνη η ευχή μέσα από την καρδιά σου, να μην την λες μόνο με τα χείλη»· πού αυτό ήταν το απαύγασμα της εσωτερικής του καταστάσεως στο πώς αυτός εβιούσε την εσωστρέφεια, την νήψι και την ευχή, την οποία ολοκλήρωσε μέσα στην ησυχαστική του περίοδο σαν Νεκτάριος μοναχός. Βλέπετε πόσο χρήσιμος, πόσο τελεία και πόσο βεβαία είναι η ιδική μας αγωγή, και πώς την παρέδωσαν οι Πατέρες εις εμάς τόσο εξονυχιστικά και λεπτομερώς οργανωμένη, καθορισμένη, εσφραγισμένη και επιτυχή; Λοιπόν τώρα με θάρρος περισσότερο στην ζωή μας αυτή, τίποτε να μην μάς λείψη. Με τα παραδείγματα των παλαιοτέρων αλλά και των προσφάτων, οι οποίοι μέσα εις αυτή την ζωή επέτυχαν το πλήρωμά τους, θα συνεχίσωμε και εμείς με πολύ θάρρος και ελπίδα στον Χριστό μας, έχοντες σαν άγκυρα βεβαιότητας την πρεσβεία του μεγάλου αυτού αγίου.
Αυτά θα σάς ενθύμιζα, πού είναι για μάς καύχημα. Έχοντες παρρησία στην πρεσβεία των Αγίων μας και ατενίζοντες στην πατρική τους στοργή, πιστεύομε ότι θα συνδράμουν την ευτέλειά μας και θα μάς βοηθήσουν να επιτύχωμε.
Γιατί ο Πανάγαθος Δεσπότης μας, πού εκάλεσε και εμάς όπως και αυτούς, δεν έχει κάνει λάθος στην απόφασι της αγαθότητός Του. Οπωσδήποτε θα δώση και εις εμάς το βραβείο της επιτυχίας. Αμήν.
Πηγή: Γέροντος Ιωσήφ, Διδαχές από τον Άθωνα, Ψυχωφελή Βατοπαιδινά 8, γ’ Έκδοσις, Έκδοσις Ιεράς Μεγίστης Μονή του Βατοπαιδίου, Άγιον Όρος 1999.

"Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη

  Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...