Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Σάββατο, Νοεμβρίου 10, 2012

Κυριακή Η Ματθαίου Ο καινούργιος κόσμος του Χριστού είναι κοινωνία αγάπης - Η Παραβολή του Καλού Σαμαρείτη (Λουκ. 10,25-37) Μιχαήλ Χούλη, Θεολόγου




Κάποιος νομικός, ερμηνευτής του Μωσαϊκού νόμου, πλησίασε κάποτε τον Ιησού για να τον πειράξει -και ίσως θέλοντας να τον παγιδέψει- και του είπε: “Διδάσκαλε, τι πρέπει να κάνω για να κληρονομήσω την αιώνια ζωή;” Ο Ιησούς τον ρώτησε: “Τι είναι γραμμένο στον Νόμο;” Και ο νομικός απάντησε σύμφωνα με το Δευτερονόμιο και το Λευιτικό: “Πλήρης αγάπη στον Θεό και ανεπιφύλακτη αγάπη στον πλησίον”. Ζήσε τότε έτσι και θα κληρονομήσεις τη αιώνια ζωή, του είπε ο Ιησούς. “Και ποιος είναι ο πλησίον μου;”, ρώτησε τον Ιησού ο νομικός, για να δικαιολογηθεί! Τότε παίρνοντας τον λόγο ο Κύριος παρουσίασε την αριστουργηματική παραβολή του Καλού Σαμαρείτη, ο οποίος αν και ήταν εχθρός με τον μισοπεθαμένο στον δρόμο άνθρωπο, δεν δίστασε να τον μεταφέρει με το γαϊδουράκι του μέχρι το πανδοχείο, αφού του πρόσφερε τις πρώτες βοήθειες. Και μάλιστα πλήρωσε χρήματα στον πανδοχέα περισσότερα απ’ όσα χρειάζονταν, για να τον φροντίσει. Μόλις ολοκλήρωσε ο Χριστός την διήγηση, ρώτησε τον νομικό: “Ποιος σου φαίνεται ότι υπήρξε πραγματικά ο πλησίον στον αιμόφυρτο δυστυχή; Ο ιερέας και ο λευίτης που τον εγκατέλειψαν στον δρόμο ετοιμοθάνατο ή ο Σαμαρείτης;” Ο νομικός τότε απάντησε: “Εκείνος που τον  ευσπλαχνίστηκε”. Και ο Ιησούς του είπε: “Πήγαινε και κάνε και εσύ το ίδιο”! (Λουκ. 10, 25-37).

Ο Χριστός με την σπουδαία αυτή παραβολή διδάσκει ότι κάθε άνθρωπος που έχει την ανάγκη μας είναι ο πλησίον και δεν θα πρέπει να διστάζουμε να προσφέρουμε τη βοήθειά μας όπου και όποτε χρειαστεί. Η καρδιακή σκληρότητα δεν αρμόζει σε χριστιανούς, αλλά οφείλουν να αγαπούν χωρίς ιδιοτελές μέτρο. Σε οποιοσδήποτε άνθρωπο που καταδιώκεται, συκοφαντείται, υποφέρει ή είναι δυστυχισμένος, οφείλουμε να παρέχουμε ευσπλαχνία, προστασία, υπεράσπιση, βοήθεια. Ασχέτως αν είναι ή δεν είναι συγγενής, αν είναι ή δεν είναι γνωστός μας. Διότι κοινή η τύχη των ανθρώπων και το μέλλον απροσδιόριστο. Πριν 45 περίπου χρόνια σε κάποιο σημείο της Αθήνας τραυματίστηκε ένας νεαρός στο πόδι ένεκα ποδοσφαιρικών διαφορών και η αιμορραγία υπήρξε ακατάσχετη. Ο οδηγός διερχόμενου αυτοκινήτου, από τον οποίον ζήτησαν οι φίλοι του να τον μεταφέρει στο πλησιέστερο νοσοκομείο, αρνήθηκε για να μην λερώσει το κάθισμα, όπως είπε, με αίματα. Το αποτέλεσμα ήταν να καθυστερήσουν οι φίλοι του να μεταφέρουν το νέο παιδί στο νοσοκομείο και δυστυχώς ο τραυματίας εξέπνευσε. Το αρνητικό αυτό παράδειγμα επισημαίνει την έλλειψη αγάπης την οποία ζητάει από εμάς ο Θεός.
Οι Σαμαρείτες με τους Ιουδαίους ήσαν άσπονδοι εχθροί. Τόσο ο καλός Σαμαρείτης, όσο και ο Χριστός προς τον οποίον η παραβολή προσανατολίζει, δεν κάνουν διακρίσεις. Ο χριστιανός δεν επιτρέπεται να ξεχωρίζει ανθρώπους με βάση τις πολιτικές τους τοποθετήσεις, το χρώμα, τη φυλή, το έθνος τους, τη θρησκεία τους κ.λπ. Δεν δικαιούται κανείς να κάνει διακρίσεις στην αγαθοεργία, όπως διακρίσεις δεν έκανε και ο Χριστός επί γης. Ο άνθρωπος είναι εικόνα του Θεού. Επομένως όπως αγαπάμε τον εαυτόν μας, έτσι πρέπει να βλέπουμε και στους άλλους την εικόνα του Θεού και όχι να θεωρούμε τους άλλους ότι είναι η κόλασή μας, σύμφωνα με τα λόγια αθέων διανοουμένων. Τότε μόνο ελαττώνεται ο εγωισμός και προβάλλει πεντακάθαρα και στη δική μας ζωή η χωρίς όρους και όρια αγάπη του Χριστού. Ιδιαίτερα σήμερα που αυξάνεται ο ατομισμός, η αποξένωση και η απανθρωπιά, έχουμε χρέος να συνεισφέρουμε στην ενότητα των διηρημένων, χωρίς να χάνουμε την αλήθεια της πίστης μας, μια αλήθεια που φυσικά δεν διαπραγματευόμαστε.
Ο Σαμαρείτης ξεπέρασε τον εαυτόν του, διότι είδε στον συνάνθρωπό του την πραγματική αξία και του ιδίου του εαυτού του. Σκοπός της ζωής δεν είναι τα μικροσυμφέροντά μας, οι ταπεινές επιθυμίες μας και η προάσπιση του εγώ μας, αλλά κυρίως η θεολογική αλήθεια του προσώπου, που είναι η θυσία υπέρ ανωτέρων ιδανικών, η αξία της ζωής, η υπεράσπιση των αδυνάτων και στη συνέχεια ο αγιασμός και η θέωση. Κανείς δεν αγιάζεται ζώντας μόνο για τον εαυτόν του. Ακόμα και οι άγνωστοι μοναχοί των πλέον απομακρυσμένων περιοχών του πλανήτη μας, προσεύχονταν και προσεύχονται συνεχώς υπέρ των άλλων και του σύμπαντος κόσμου. Η αγάπη του Σαμαρείτη φανερώνει την αγάπη του Θεού για τους ανθρώπους. Ο Θεός Πατέρας δεν δίστασε να θυσιάσει τον μονογενή του Υιό για να ζήσει ο εκπεσών άνθρωπος. Η μεγαλύτερη και έμπρακτη αγάπη αποδείχτηκε ότι είναι η σταυρική θυσία του Χριστού υπέρ της ζωής των ανθρώπων.
Η αλληγορική σημασία της παραβολής είναι η εξής: Ο καλός Σαμαρείτης είναι ο Χριστός. Ο χτυπημένος από τους ληστές διαβάτης, σύμφωνα με τους Πατέρες της Εκκλησίας, είναι ο κάθε λαβωμένος από την αμαρτία άνθρωπος. Η σε χαμηλότερο υψόμετρο υπάρχουσα Ιεριχώ φανερώνει την κάθοδο του Θεανθρώπου στη γη για να υπηρετήσει τον τρωθέντα άνθρωπο. Το πανδοχείο συμβολίζει την Εκκλησία, που είναι μοναδικό πνευματικό νοσοκομείο. Το λάδι και το κρασί συμβολίζουν την θεραπεία μέσω των αγιαστικών μυστηρίων. Τα δύο δηνάρια, που πλήρωσε ο Σαμαρείτης στον πανδοχέα, αναγνωρίζουν την μοναδική αξία της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης. Και τέλος, η επιστροφή του καλού Σαμαρείτη με σκοπό να μάθει περί της υγείας του ημιθανή διαβάτη, τονίζει την Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου Ιησού Χριστού, ο οποίος θα ξαναγυρίσει, εμφανιζόμενος με δύναμη και δόξα πολύ, «ίνα κρίνει ζώντας και νεκρούς».
ΒΟΗΘΗΜΑΤΑ:
·         “Κήρυγμα και Θεολογία”, Γεωργίου Πατρώνου, τ. Α΄, εκδ. Αποστολικής Διακονίας, Αθ. 2003
·         “Κυριακοδρόμιο”, εκδ. Άρτος Ζωής, Αθ. 2011
·         “Λόγος και Ύπαρξη”, Κων/νου Γρηγοριάδη, τ. Α΄, έκδ. Β΄, έκδ. Η Μεταμόρφωσις του Σωτήρος, Μήλεσι Αττικής, 2001
·         “Ορθόδοξα Μηνύματα”, Σταύρου Φωτίου, εκδ. Γρηγόρης, Αθ. 2000
·         “Ο Χριστός και ο Καινούριος Κόσμος του Θεού”, Νικολάου Νευράκη, Αθ. 1989
·         “Τα Τέσσερα Ευαγγέλια και Πράξεις των Αποστόλων”, αρχιμ. Τιμοθέου Κιλίφη, Αθ. 1999

ΚΥΡΙΑΚΗ Η´ ΛΟΥΚΑ “῎Εχομεν δέ τόν θησαυρόν τοῦτον ἐν ὀστρακίνοις σκεύεσιν” (Β´Κορ. 4,7) π.Γεώργιος Δορμπαράκης





῎Εχομεν δέ τόν θησαυρόν τοῦτον ἐν ὀστρακίνοις σκεύεσιν
 (Β´Κορ. 4,7)

α. Τή διπλή αἴσθηση τῆς ζωῆς τοῦ ἀποστόλου τονίζει ὁ ἅγιος  Παῦλος
 στό ἀποστολικό ἀνάγνωσμα. ᾽Από τή μία ὁ θησαυρός τόν ὁποῖο ζεῖ 
στήν ὕπαρξή του: τήν ἴδια τήν ἐνοίκηση τοῦ Θεοῦ ἐν Χριστῷ μέσα στήν 
καρδιά του, ἀπό τήν ἄλλη ἡ ἐπίγνωση τῆς μικρότητος καί τῆς 
ἀδυναμίας του: σάν τό πήλινο δοχεῖο πού εἶναι ἕτοιμο νά θρυμματιστεῖ. 
᾽Αλλά ἀκριβῶς αὐτό τοῦ συνειδητοποιεῖ ὅτι ἐκεῖνο πού τόν διακρατεῖ  
εἶναι ἡ δύναμη τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία τόν κάνει νά ὑπερβαίνει ὅλες τίς
 δυσχέρειες καί τίς παγίδες  τοῦ κόσμου τούτου, ὥστε στήν ὅποια πίεση 
πού δέχεται νά μήν καταβάλλεται, στό κάθε ἀδιέξοδο νά μήν ἀπελπίζεται,
 στήν πτώση νά μή χάνει τελικῶς τόν ἀγώνα. Νιώθει ἔτσι ὅτι μέ τίς 
δοκιμασίες μετέχει στόν Σταυρό τοῦ Κυρίου, ὁπότε καί ἡ προσμονή 
εἶναι γλυκειά: ἡ μετοχή στήν ᾽Ανάστασή Του. Μέ ἄλλα λόγια νιώθει ὅτι 
φανερώνεται ἡ ζωή τοῦ Χριστοῦ μέσα ἀπό τόν ἴδιο, ἐπιβεβαιώνοντας τόν
 ἄλλο λόγο του:  ῾ζῶ δέ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δέ ἐν ἐμοί Χριστός᾽. ῾Ο ἀπόστολος
 ῾φωτογραφίζει᾽ ἔτσι καί τή ζωή κάθε χριστιανοῦ. ῾Ο κάθε χριστιανός
 (πρέπει νά) ζεῖ μέ αὐτήν τή διπλή αἴσθηση: καί τοῦ μεγαλείου του 
καί τῆς μικρότητός του.

β. 1. Καί ἡ αἴσθηση μέν τῆς μικρότητος λόγω τοῦ ῾
ὀστρακίνου σκεύους᾽ του εἶναι δεδομένη. Ποιός σώφρων ἄνθρωπος

 μέ ἐπίγνωση τῆς πραγματικότητος μπορεῖ νά καυχηθεῖ γιά τίς
 σωματικές ἤ καί τίς ψυχικές του δυνάμεις; ᾽Εκεῖ πού κάποιος 
χαίρεται γιά τή σωματική του ὑγεία καί ἀρτιότητα ἔρχεται ἕνας ἰός, 
ἕνα μικρόβιο, μία ἀσθένεια, ἕνα ἀτύχημα καί τά χάνει ὅλα. ᾽Εκεῖ πού
 κάποιος μπορεῖ νά καυχᾶται γιά τήν πνευματική του δύναμη, τήν εὐφυΐα 
καί τήν ὀξύνοιά του, ἔρχεται μία σταγόνα αἵματος, ἕνα 
ἐγκεφαλικό καί ὅλα καταρρίπτονται. Μόνον ἕνας ἄφρων καί ὑπερφίαλος
 ἀλαζών θά μποροῦσε νά καυχηθεῖ γιά τό πήλινο τῆς ὕπαρξής του, 
τῆς σωματικῆς καί τῆς ψυχικῆς, ἀναβιβάζοντας τόν ἑαυτό του στόν 
θρόνο τοῦ κενοῦ: τό ἴδιο τό ἐγώ του. Καί ἰδιαιτέρως στήν ἐποχή μας
 ἡ ἐπιστήμη μέ τίς συνεχεῖς προόδους της ἔχει γίνει ἀρκετά 
ταπεινή: συνεχῶς συνειδητοποιεῖ τά πεπερασμένα ὅρια τοῦ 
ἀνθρώπου, τό πόσο πράγματι μικρός καί ἀδύναμος στέκει αὐτός 
μέσα στόν κόσμο πού τόν περιβάλλει. ῎Αλλωστε ἡ φθορά καί ὁ 
θάνατος πού καραδοκεῖ πάντοτε στό τέλος ἀποτελεῖ μία μόνιμη 
πρόκληση συναίσθησης τῆς μικρότητος καί τῆς ἀδυναμίας του.

2. Αὐτό ὅμως εἶναι ἡ μία ὄψη τῆς πραγματικότητος. 
Διότι ὁ πεπερασμένος καί μικρός ἄνθρωπος ταυτοχρόνως συνιστᾶ
 καί ἕνα μεγαλεῖο. ῎Οχι γιά ὅ,τι ὁ ἴδιος ἔχει ἀλλά γιά ὅ,τι ὁ Θεός ἐν 
Χριστῷ τοῦ χάρισε καί τοῦ χαρίζει. Κι ἐδῶ ἔρχεται ἡ μαρτυρία τοῦ
 ἀποστόλου: ὁ κάθε ἄνθρωπος δυνάμει ἀλλά ὁ χριστιανός ἐνεργείᾳ,
 λόγω τῆς κατ᾽ εἰκόνα καί καθ᾽ ὁμοίωσιν Θεοῦ πλάσεώς Του, καί  μέσα
 στήν ταπεινότητά του καί τήν ἀδυναμία του ἔχει τόν μέγιστο θησαυρό: 
νά μπορεῖ νά φέρει τόν ἴδιο τόν Θεό, νά ζεῖ καλύτερα ὁ ἴδιος ὁ Θεός μέσα
 του. ῾῾Ο Θεός ὁ εἰπών ἐκ σκότους φῶς λάμψαι, ὅς ἔλαμψεν ἐν ταῖς 
καρδίαις ἡμῶν πρός φωτισμόν τῆς γνώσεως τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ 
ἐν προσώπῳ ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ᾽. ῾Ο Θεός, δηλαδή, πού εἶπε: 
῾Μέσα ἀπό τό σκοτάδι νά λάμψει τό φῶς᾽, Αὐτός ἔλαμψε μέσα 
στίς καρδιές μας καί μᾶς φώτισε νά γνωρίσουμε τή δόξα Του στό
 πρόσωπο τοῦ ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ. ῎Ετσι ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ ἀποτελεῖ 
ἀφενός ἀποκαλυπτική ἐνέργεια τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ - ᾽
Εκεῖνος ἔχει πάντοτε τήν πρωτοβουλία – ἀφετέρου γεγονός ἐσωτερικό
 καί μυστικό: τῆς καρδιᾶς τοῦ ἀνθρώπου, τό σημαντικότερο ὅμως 
σχετίζεται μέ τόν Κύριο ᾽Ιησοῦ Χριστό.  

3. (α) Κι ὅταν λέει καρδιά βεβαίως ὁ ἀπόστολος, ὅπως καί ὅλη ἡ
 ἁγία Γραφή, δέν ἐννοεῖ τό σάρκινο ὄργανο ἁπλῶς τοῦ σώματός μας,
 ἀλλά αὐτό πού συνιστᾶ τό κέντρο καί τό βάθος τῆς ὕπαρξής μας, 
῾τόν κρυπτόν τῆς καρδίας ἄνθρωπον᾽ κατά τόν ἀπόστολο, πού σημαίνει 
ὅτι ὁ Θεός δέν ἀποδεικνύεται κατά ἐξωτερικό καί μαθηματικό τρόπο 
σάν νά εἶναι ἕνα ἀντικείμενο τοῦ κόσμου τούτου - ὅποιοι ἐπεχείρησαν
 νά ῾ἀποδείξουν᾽ τόν Θεό ἔτσι ἐκτός ἀπό τήν ἀποτυχία τους ῾στέγνωσαν᾽ 
καί τήν ὅποια ζωντάνια τῆς πίστης τους - ἀλλά βιώνεται ἐμπειρικά ἐκεῖ 
πού λετουργεῖ ὁ ἀληθινός ἑαυτός μας, δηλαδή μέσα μας. ῾Ο ἴδιος ὁ 
Κύριος ἄλλωστε τό εἶχε ἐπισημάνει: ῾῾Η βασιλεία τοῦ Θεοῦ 
οὐκ ἔρχεται μετά παρατηρήσεως. Οὐκ ἔστιν ὧδε ἤ ὧδε. ᾽Ιδού ἡ 
βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐντός ὑμῶν ἐστιν᾽. (Γι᾽ αὐτό καί παρενθετικά νά 
ποῦμε ὅτι ἀκριβῶς γι᾽ αὐτόν τόν λόγο ἡ ᾽Ορθοδοξία πού κράτησε 
πάντοτε τή μυστική αὐτή διάσταση τῆς βίωσης τῆς πίστης 
ἀποτελεῖ καί θά ἀποτελεῖ πάντοτε τήν ἐλπίδα γιά τήν ἀληθινή 
χριστιανική ζωή).
(β) ῾Ο παραπάνω λόγος ἐξηγεῖ καί τήν ἔννοια τῆς γνώσης
 τοῦ Θεοῦ πού λέει ὁ ἀπόστολος.  Δέν πρόκειται γιά μία γνώση 
ἐγκεφαλικοῦ τύπου, ἀλλά γιά τή γνώση ἐκείνη πού κηρύσσουν 
οἱ προφῆτες ἤδη ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη καί ἐννοεῖ καί ἡ Καινή. 
῾Η γνώση δηλαδή πού ἔρχεται ὡς καρπός ἐμπειρίας τοῦ Θεοῦ, 
συνεπῶς ἡ γνώση πού προϋποθέτει τή μετοχή στή ζωή ᾽Εκείνου. 
Τότε μέ ἄλλα λόγια γνωρίζω τόν Θεό, κατά τή χριστιανική πίστη, 
ὅταν ζῶ μέσα στήν ἐνέργεια τῆς χάρης Του. ῾Γνῶσίς ἐστι μετουσία᾽ 
θά σημειώσει ὁ Πατήρ Πατέρων ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης.
 ῞Οπως γνωρίζω τόν ἥλιο γιατί βρίσκομαι μέσα στίς ἐνέργειες τῶν
 ἀκτίνων του, κατά τόν ἴδιο τρόπο γνωρίζω τόν Θεό γιατί βρίσκομαι
 μέσα στό φῶς Του. ᾽Από τήν ἄποψη αὐτή ὁ ἀπόστολος μαρτυρεῖ 
ὅτι ὁ Θεός μᾶς φώτισε ὥστε νά ἔχουμε ἐμπειρία τῆς δόξας Του,
 δηλαδή τῆς χάρης καί τῆς παρουσίας Του μέσα στήν καρδιά μας.
(γ) ῾Η ἐμπειρία αὐτή τοῦ Θεοῦ ὅμως σχετίζεται μέ τό πρόσωπο τοῦ
 Κυρίου ᾽Ιησοῦ. ῾Μᾶς φώτισε, λέει, νά γνωρίσουμε τή δόξα Του 
ἐν προσώπῳ ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ᾽. Μέ ἄλλα λόγια γνωρίζει κανείς τόν Θεό,
 μετέχει σ᾽ Αὐτόν στόν βαθμό πού τοποθετεῖται ἔναντι τοῦ ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ.
 Δέν ὑπάρχει ἔτσι γνώση Θεοῦ ἔξω ἀπό τόν Χριστό. ᾽Εκεῖνος πού θά 
μιλήσει γιά τόν Θεό παραθεωρώντας τόν Χριστό θά μιλήσει γιά κάτι 
ἄλλο πού δέν εἶναι Θεός. Σάν τούς εἰδωλολάτρες πού 
πίστευαν σέ θεούς, κατασκευάσματα ὅμως τοῦ μυαλοῦ τους, εἴδωλα. 
Στήν ἐρώτηση τοῦ ἀποστόλου Φιλίππου στόν Κύριο ᾽Εκεῖνος νά 
τούς δείξει τόν Θεό Πατέρα, ὁ Χριστός μας ἀπάντησε: ῾Τοσοῦτον 
χρόνον μεθ᾽ ὑμῶν ἐστιν, Φίλιππε, καί οὐκ ἔγνωκάς με; Ὁ ἑωρακώς 
ἐμέ ἑώρακε τόν Πατέρα᾽. Γι᾽ αὐτό καί ὁ Χριστός παραμένει πάντοτε 
ἡ θύρα᾽ διά τῆς ὁποίας ὁδηγεῖται ὁ ἄνθρωπος στόν Θεό καί βρίσκει
 τή σωτηρία του. ῾Οὐκ ἔστιν ἐν ἄλλῳ οὐδενί ἡ σωτηρία᾽.
Κι εἶναι εὐνόητο ὅτι αὐτός ὁ φωτισμός πού μᾶς γνωρίζει τόν Θεό
στήν καρδιά μας ἐν προσώπῳ ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ εἶναι φωτισμός τοῦ ἁγίου 
Πνεύματος. Τό ῞Αγιον Πνεῦμα δηλαδή εἶναι τό πρόσωπο πού 
ἀποκαλύπτει μέσα μας τόν ᾽Ιησοῦ ὡς Κύριο καί Θεό. Χωρίς τόν 
φωτισμό αὐτό ὁ Χριστός θά γίνεται ἀποδεκτός ὡς ἄνθρωπος
 σπουδαῖος ἴσως, ὡς φιλόσοφος, ὡς θρησκευτικός ἀρχηγός, 
ὄχι ὅμως καί ὡς τέλειος Θεός. Τό εἶχε πεῖ ὁ ἴδιος ὁ Κύριος στόν
 ἀπόστολο Πέτρο ὅταν αὐτός εἶχε ὁμολογήσει τή θεότητα τοῦ 
Χριστοῦ - ῾σάρξ καί αἷμα οὐκ ἀπεκάλυψέ σοι᾽ - τό ἀποκαλύπτει
 καί ἀλλοῦ ὁ ἀπόστολος Παῦλος ὅταν λέει ῾oὐδείς δύναται εἰπεῖν 
Κύριον ᾽Ιησοῦν εἰ μή ἐν Πνεύματι ῾Αγίῳ᾽.
᾽Από τήν ἄποψη αὐτή ἔχουμε μία ἐνέργεια τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ 
γιά νά γνωρίζουμε τόν ἀληθινό Θεό: τό ῞Αγιον Πνεῦμα φωτίζει
 τίς καρδιές μας γιά νά γνωρίζουμε τόν Χριστό, ὁ ῾Οποῖος ὡς θύρα
 μᾶς ὁδηγεῖ στόν  Θεό Πατέρα. ῞Οτι ἐδῶ προϋποτίθεται ἡ ἔνταξη 
τοῦ ἀνθρώπου στήν ᾽Εκκλησία, ὅπου διά τοῦ ἁγίου 
βαπτίσματος καί τοῦ ἁγίου χρίσματος λαμβάνει τό Πνεῦμα τοῦ
 Θεοῦ, ὥστε νά γίνει μέλος Χριστοῦ καί νά ἀρχίσει διά τῆς 
τηρήσεως τῶν ἐντολῶν ᾽Εκείνου νά ζεῖ τήν παρουσία τοῦ
 Θεοῦ εἶναι περιττό καί νά ποῦμε.

γ. ῾Ο λόγος τοῦ ἀποστόλου Παύλου ἔρχεται μέ δυνατό 
τρόπο νά ἀφυπνίσει τίς συνειδήσεις μας ὡς χριστιανῶν:
 καλούμαστε μέσα στή δεδομένη ἀδυναμία μας ὡς 
πλάσματα φθαρτά νά ἐπικεντρώνουμε ὄχι σ᾽ αὐτήν, ἀλλά 
στόν θησαυρό πού μᾶς ἔχει δοθεῖ. Συνιστᾶ τελικῶς 
ἀθεΐα τό γεγονός νά ἀποδεικνυόμαστε τυφλοί στήν
 ἐνώπιον τῶν ὀφθαλμῶν μας δωρεά – νά εἴμαστε μέλη Χριστοῦ - 
καί ὁλόφθαλμοι μόνο στίς ἀδυναμίες καί στά πράγματα τοῦ 
κόσμου τούτου. ῎Αν τόσα προβλήματα παρουσιάζει καί ἡ
 δική μας ζωή, ἄν τό ἄγχος καί ὁ πόνος μᾶς καταβάλλουν,
 ὥστε νά ὁδηγούμαστε συχνά στήν ἀπελπισία καί στήν 
ἀπόγνωση - ὁρισμένοι ἀδελφοί ὁδηγοῦνται καί στήν αὐτοκτονία –
 εἶναι μᾶλλον γιατί ὁ διάβολος, ῾ὁ θεός τοῦ αἰῶνος τούτου 
ἐτύφλωσε τά νοήματα᾽ ὄχι μόνο τῶν ἀπίστων ἀλλά καί 
ἡμῶν τῶν θεωρουμένων χριστιανῶν. Καί τά ἀποτελέσματα
 εἶναι πιά ὁρατά: εἴτε ῾χριστιανοί᾽ νά ὑβρίζουν τόν Χριστό 
καί νά Τόν διακωμωδοῦν, ἀγνοώντας ὅτι ἔτσι ἐμπαίζουν
 καί τόν ἴδιο τόν ἑαυτό τους, εἴτε οἱ περισσότεροί μας νά 
Τόν ὑβρίζουμε καί νά Τόν διακωμωδοῦμε ἔμπρακτα, 
γιατί καταργοῦμε αὐτό γιά τό ὁποῖο ἦλθε καί ἀποτελεῖ 
τήν προϋπόθεση νά εἴμαστε μαζί Του: τήν ἀγάπη.

Κυριακή Η Λουκά εκ της Ιεράς Μητροπόλεως Κωνσταντίας και Αμμοχώστου


Σήμερα, ακούσαμε στην ευαγγελική περικοπή να διηγείται ο Ιησούς Χριστός σε κάποιο νομοδιδάσκαλο την παραβολή του Καλού Σαμαρείτη. Κάποιος διαβάτης έπεσε στα χέρια ληστών και αφού τον άφησαν ολόγυμνο, τον τραυμάτισαν και τον άφησαν μισοπεθαμένο. Ένας ιερέας και ένας λευίτης που έτυχε να περνούν από εκεί, αν και είδαν αιμόφυρτο το θύμα των ληστών, δεν έδωσαν καμιά σημασία και έφυγαν βιαστικοί. Ένας όμως Σαμαρείτης που περνούσε από εκεί, όχι μόνο σπλαχνίστηκε τον τραυματία και του παρείχε τις πρώτες βοήθειες, αλλά μερίμνησε με κάθε δυνατό τρόπο για την πλήρη ανάρρωση και ασφάλεια του τραυματία.

«Πορεύου και συ ποίει ομοίως»

Ο Ιησούς Χριστός απευθύνει στο νομοδιδάσκαλο την προτροπή να ακολουθεί το παράδειγμα του καλού Σαμαρείτη. Την ίδια προτροπή απευθύνει και σε μας αεννάως, αφού η έμπρακτη αγάπη προς τον πλησίον είναι αλληλένδετη με την αγάπη προς το Θεό και αδιάσπαστα ενωμένες αποτελούν την οδό της αιωνίου ζωής και μακαριότητος.
 
Πραγματικά, είναι εύκολο στα λόγια να καυχόμαστε πως αγαπούμε το Θεό. Αν όμως η αγάπη προς το Θεό και Πατέρα μας δεν συνοδεύεται με την αγάπη προς τους αδελφούς μας, τότε είναι πραγματικά μια κούφια αγάπη. Ο ευαγγελιστής Ιωάννης αναφέρει:«Αν κάποιος πει ότι <<αγαπώ το Θεό>>, μισεί όμως τον αδελφό του, είναι ψεύτης. Γιατί πραγματικά, αυτός που δεν αγαπάει τον αδελφό του, τον οποίο βλέπει, πώς μπορεί να αγαπάει το Θεό, τον οποίο δεν βλέπει;» (Α΄ Ιωάν. 4, 20).  Εύστοχα είναι και κάποια σχόλια του μητροπολίτη Μεσογαίας και Λαυρεωτικής κ. Νικολάου: «Αν δεν υπάρχει η αγάπη που μας κάνει να κομματιαζόμαστε, γιατί ο διπλανός είναι ο αδελφός, η εικόνα του Θεού, δεν θα μπορέσουμε να περάσουμε στο πρόσωπο του Θεού. Από την εικόνα περνάμε στο πρωτότυπο. Από τον αδελφό στο Θεό. Τον αδελφό έβαλε ο Θεός δίπλα μας, για να μας θυμίζει ότι η πόρτα της σωτηρίας μας είναι η άσκηση της αγάπης. {...} Ο άλλος, ο πλησίον, είναι κομμάτι μας, είναι παιδί και αδελφός του Χριστού, είναι ο ορατός Θεός εκείνης της στιγμής, είναι η αφορμή για την έξοδο από τον εγωισμό μας, είναι η ευκαιρία για τη συνάντηση με το Θεό μας...» (Μητροπολίτου Μεσογαίας και Λαυρεωτικής κ. Νικολάου, Από το καθ’ ημέραν στο καθ’ ομοίωσιν, σ.167-168).

Η αρετή της αγάπης προς το συνάνθρωπό μας επιβάλλεται να μην εκδηλώνεται μόνο με λόγια –και έτσι να επαναπαυόμαστε-, αλλά να μετατρέπεται σε έργα και συγκεκριμένες πράξεις, αφού «αγάπη δε εστί ου ψιλά ρήματα, ουδέ προσρήσεις απλώς, αλλά προστασία καί δι’ έργων επίδειξις· οίον το πενίαν λύειν, το νοσούντι συναμύνειν, το κινδύνων απαλλάτειν, το εν περιστάσεσιν ούσι παρίστασθαι, το κλαίειν μετά κλαιόντων, τό χαίρειν μετά χαιρόντων» (Αγίου Νεκταρίου, Γνώθι Σεαυτόν, σ. 70).

Δεν πρέπει ποτέ να μας διαφεύγει ότι η αληθινή αγάπη δεν αφήνει κανένα που να μην τον σκεπάσει. Δεν ξεχωρίζει αν κάποιος είναι εμπαθής ή απαθής, δίκαιος ή άδικος, πλούσιος ή φτωχός, διάσημος ή άσημος. Δεν ξεχωρίζει εκείνον που μας αδίκησε από εκείνον που μας ευεργέτησε, εκείνον που μας θύμωσε από εκείνον που μας ευχαρίστησε. «Όλους τους πιστούς οφείλουμε να τους βλέπουμε σαν ένα και να σκεπτόμαστε ότι στον καθένα απ’ αυτούς είναι ο Χριστός. Και να έχουμε για τον καθένα τέτοια αγάπη, ώστε να είμαστε έτοιμοι να θυσιάσουμε για χάρη του και τη ζωή μας. Γιατί οφείλουμε να μή λέμε, ούτε να θεωρούμε κανένα άνθρωπο κακό, αλλά όλους να τους βλέπομε ως καλούς» (Αγίου Συμεών του νέου Θεολόγου, Κεφάλαια Θεολογικά και Πρακτικά §90).

Ο απόστολος των Εθνών Παύλος, αναφέρει: « Εάν ταις γλώσσαις των ανθρώπων λαλώ και των αγγέλων, αγάπην δέ μή έχω, γέγονα χαλκός ηχών ή κύμβαλον αλαλάζον. και εαν έχω προφητείαν και ειδώ τα μυστήρια πάντα και πάσαν την γνώσιν, και εάν έχω την πίστιν, ώστε όρη μεθιστάνειν, αγάπην δε μή έχω, ουδέν ειμί. και εαν ψωμίσω πάντα τα υπάρχοντά μου, και εάν παραδώ το σώμα μου ίνα καυθήσομαι, αγάπην δε μη έχω, ουδέν ωφελούμαι» (Α΄ Κορ. 13, 1-3). Άρα λοιπόν, οποιαδήποτε αρετή κι αν έχουμε, αν δεν είναι «αλατισμένη» με την αγάπη, τότε δεν μπορεί να ονομάζεται αρετή. Ο Γέροντας Πορφύριος υποδεικνύει: « Ό,τι κάνουμε, προσευχή, συμβουλή, υπόδειξη, να το κάνουμε με αγάπη. Χωρίς αγάπη η προσευχή δεν ωφελεί, η συμβουλή πληγώνει, η υπόδειξη βλάπτει και καταστρέφει τον άλλον, που αισθάνεται αν τον αγαπάμε ή δεν τον αγαπάμε και αντιδρά αναλόγως. Αγάπη, αγάπη, αγάπη!» (Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, Βίος και Λόγοι, σ. 384).

Τελειώνοντας, αξίζει να παραθέσουμε τον ύμνο της αγάπης, μέσα στον οποίο συνοψίζονται τα ιδιώματα της θείας αυτής αρετής: «Εκείνος που αγαπά έχει μακροθυμία, έχει και καλοσύνη· εκείνος που αγαπάει δε ζηλοφθονεί· εκείνος που αγαπάει δεν κομπάζει ούτε υπερηφανεύεται, είναι ευπρεπής, δεν είναι εγωιστής ούτε ευερέθιστος· ξεχνάει το κακό που του έχουν κάνει, δε χαίρεται για το στραβό που γίνεται, αλλά μετέχει στη χαρά για το σωστό. Εκείνος που αγαπά, όλα τα ανέχεται· σε όλα εμπιστεύεται, για όλα ελπίζει, όλα τα υπομένει» (Α΄ Κορ. 13, 4-7).

Κυριακή Η Λουκά Η ΑΓΑΠΗ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΠΛΗΣΙΟΝ «Πορεύου και συ ποίει ομοίως»



Μ’ ΑΥΤΑ ΤΑ ΛΟΓΙΑ επισφράγισε ο Κύριος την παραβολή του Καλού σαμαρείτου. Τα’ απηύθυνε στο νομικό που τον πλησίασε για να τον πειράξει ζητώντας να του πει αρχικά τι θα έπρεπε να κάνει για να κληρονομήσει την αιώνια ζωή και στη συνέχεια ποιος είναι ο «πλησίον», την αγάπη προς τον οποίο ο Κύριος και ο νόμος του Θεού θεωρεί μια από τις δυο βασικές προϋποθέσεις σωτηρίας του ανθρώπου. «Πήγαινε – του είπε – και κάνε κι εσύ το ίδιο». Όχι ό,τι έκανε ο ιερεύς, που είδε τον δυστυχισμένο Σαμαρείτη πεσμένο κάτω, αιμόφυρτο, πληγωμένο, «ημιθανή τυγχάνοντα», και τον προσπέρασε. Όχι ό,τι έκανε και ο Λευΐτης – εκπρόσωπος και τούτος της τάξεως των αφιερωμένων στην υπηρεσία του Ναού του Θεού -, που τον περιεργάστηκε και συνέχισε τον δρόμο του. Αλλ’ ό,τι έκανε ποιος; Ο Σαμαρείτης. Ένας άγνωστος. Ένας αλλοεθνής. Ένας Σαμαρείτης προς ένα Ιουδαίο, παρά το γεγονός ότι αναμεταξύ τους υπήρχε μίσος και απέχθεια και δεν αντάλλασσαν ούτε απλό χαιρετισμό.
Τι ακριβώς έκανε ο καλός Σαμαρείτης; Είδε τον δυστυχισμένο άνθρωπο πεσμένο στην άκρη του δρόμου. Τον συμπόνεσε. Έσκυψε, έπλυνε τις πληγές, έδεσε τα τραύματα του, τον ανέβασε στο ζώο του, τον μετέφερε στο πανδοχείο, τον φρόντισε. Ακόμη πλήρωσε γι’ αυτόν. Έδωσε εντολή να συνεχίσουν τη φροντίδα. Και διαβεβαίωσε τον ξενοδόχο ότι θα ξαναπερνούσε για να του καταβάλει όσα, ίσως, θα δαπανούσε επιπλέον.
Αν, λοιπόν, ο νομικός ήθελε να κληρονομήσει την αιώνια ζωή, αν ήθελε να εκπληρώσει την εντολή της αγάπης προς τον πλησίον του όφειλε να μιμηθεί τον Σαμαρείτη. Να κάνει κι αυτός το ίδιο. «Πορεύου και συ ποίει ομοίως».
Την ίδια εντολή επαναλαμβάνει σήμερα και σ’ εμάς ο Κύριος. Ως χριστιανοί έχουμε ιερό χρέος να αγαπούμε τον πλησίον μας. Πως όμως; Με ποιο τρόπο; Απάντηση στο ερώτημα μας αυτό δίνει το υψηλό παράδειγμα του καλού Σαμαρείτη, ο τρόπος με τον οποίο έδειξε την αγάπη του προς τον «εμπεσόντα εις τους ληστάς» συνάνθρωπο του.

Η αγάπη μας να εκφράζεται έμπρακτα

Η ΑΓΑΠΗ ΚΑΙ ΤΑ φιλάνθρωπα αισθήματα μας για τον πλησίον μας δεν πρέπει να περιορίζονται σε λόγια μόνο, σ’ εκφράσεις συμπάθειας και λύπης. Είναι ανάγκη να μεταφράζονται σε πράξεις, σε συγκεκριμένες ενέργειες. Όπως η πίστη έτσι και η αγάπη, αν δεν συνοδεύεται από τα ανάλογα έργα, είναι νεκρή και ανώφελη. Αυτή την έμπρακτη αγάπη, την αγάπη των έργων, μας δείχνει ο καλός Σαμαρείτης. Αυτήν αποζητά και ο πλησίον μας. Ο φτωχός θέλει βοήθεια. Ο πεινασμένος ψωμί. Ο γυμνός ένδυμα. Ο φυλακισμένος την επίσκεψη. Ο άρρωστος να σταθούμε δίπλα του. Ο κατάκοιτος να του συμπαρασταθούμε.
Το χρέος τούτο της έμπρακτης αγάπης υπογραμμίζει ο αδελφόθεος Ιάκωβος λέγοντας: «Εάν αδελφός ή μια αδελφή δεν έχουν να ντυθούν και να συντηρηθούν και κάποιος από σας τους πει Πηγαίνετε στο καλό, ζεσταθείτε και χορταστείτε, και δεν τους δώσετε τα αναγκαία για το σώμα, ποιο το όφελος; (Ιακ. 2,15-16). Τα λόγια, όσα καλά και αν είναι, δεν ωφελούν όταν ο άλλος έχει ανάγκη από την έμπρακτη αγάπη μας. «Τεκνία», μας συμβουλεύει ο ευαγγελιστής της αγάπης, «μη αγαπώμεν λόγω, μηδέ γλώσση, αλλ’ εν έρω και αληθεία» (Α’ Ιω. 3, 18).

Η αγάπη μας να εκδηλώνεται αμέσως

ΟΣΟ ΠΙΕΣΤΙΚΟΤΕΡΗ είναι η ανάγκη, τόσο ταχύτερη θα πρέπει να είναι και η ανταπόκριση της αγάπης μας. Ο Σαμαρείτης είδε τον πληγωμένο από μακριά. Έτρεξε. Πήγε κοντά του. «Ήλθε κατ’ αυτόν» λέει το Ευαγγέλιο. Κι εμείς έτσι οφείλουμε να εκδηλώνουμε την αγάπη μας. Δεν θα πρέπει να περιμένουμε να έρθει ο πλησίον μας. Να μας εκθέσει την κατάσταση του. Να ταπεινωθεί χτυπώντας την πόρτα μας και περιγράφοντας τις ανάγκες του. Εμείς πρώτοι να τον αναζητήσουμε. Να τον ανακαλύψουμε. Ας μη ξεχνούμε ότι υπάρχουν πληγές που δεν φαίνονται. Ανάγκες που αυτός που τις έχει, διστάζει, ντρέπεται να τις εκθέσει. Φτώχεια και δυστυχία που δεν βγαίνει στους δρόμους να επιδειχθεί. Υπάρχουν φτωχοί και αναξιοπαθούντες συνάνθρωποι μας, που η αξιοπρέπεια τους δεν τους αφήνει να δημοσιοποιήσουν την τραγική κατάσταση τους.
Ο Σαμαρείτης δεν είπε «είμαι βιαστικός. Πρέπει να φτάσω έγκαιρα στον προορισμό μου. Έχω υποθέσεις πολλές να τακτοποιήσω». Ούτε σκέφτηκε να αναθέσει το καθήκον της αγάπης σε κάποιον άλλον. Τίποτε από όλα αυτά δεν πέρασε από το νου του. Μόνο το χρέος του. Γι’ αυτό κατεβαίνει από το ζώο του, έρχεται κοντά στον πονεμένο και παρευθύς αρχίζει το φιλάνθρωπο έργο του.

Η αγάπη μας να είναι αποτελεσματική
Η ΑΓΑΠΗ ΠΡΕΠΕΙ να είναι όσο γίνεται τελειότερη, ολοκληρωμένη. Ο Σαμαρείτης δεν αρκέστηκε να κατεβεί από το ζώο του, να πλύνει τις πληγές και να δέσει τα τραύματα, αλλά τον ανέβασε στο ζώο, τον μετέφερε στο πανδοχείο, πλήρωσε γι’ αυτόν και υποσχέθηκε πως θα ξαναπεράσει.
Κι εμείς δεν φτάνει να δίνουμε κάτι στον φτωχό για να τον «ξεφορτωθούμε», κάτι για τα μάτια. Το ενδιαφέρον μας πρέπει να είναι πηγαίο, έντονο και να εξαντλεί κάθε δυνατότητα μας. Να μεταχειριζόμαστε όσα μέσα έχουμε στη διάθεση μας. Η προσφορά μας να μην είναι μπάλωμα αλλά πραγματική ανακούφιση.

Η αγάπη μας να δραστηριοποιείται αφόβως

ΑΚΟΜΗ ΟΦΕΙΛΟΥΜΕ να εκδηλώνουμε άφοβα την αγάπη μας. Ο Σαμαρείτης γνώριζε την περιοχή. Από την κατάσταση, άλλωστε, που αντίκρυζε καταλάβαινε ότι, ίσως πολύ κοντά, ήταν κρυμμένοι ληστές. Ο τόπος έρημος κι επικίνδυνος. Η νύχτα ερχόταν. Κι ο ίδιος διέτρεχε κίνδυνο. Εν τούτοις δεν τρομάζει. Δεν φοβάται. Τίποτε από όλ’ αυτά δεν τον εμποδίζουν να εκπληρώσει το χρέος του. Να υπακούσει στην επιταγή της συνειδήσεως του. «Φόβος», μας λέει ο ευαγγελιστής Ιωάννης, «ουκ έστιν εν τη αγάπη, αλλ’ η τελεία αγάπη έξω βάλλει τον φόβον» (Α’ Ιω. 4,18).
Γι’ αυτό κι εμείς ασκώντας το χρέος της αγάπης τίποτε δεν πρέπει να φοβόμαστε. Ούτε τα σχόλια, που εύκολα μερικοί διατυπώνουν πικρόχολα, ούτε τις ειρωνίες ή τις κατηγορίες που όχι σπάνια μερικοί αβασάνιστα εκτοξεύουν. Όποιος αληθινά αγαπά γίνεται δυνατός. Αψηφά τα πάντα. Προχωρεί με οδηγό και βοηθό τον Θεό. «Κραταιά ως θάνατος αγάπη», μας διαβεβαιώνει ο σοφός Σολομών (Ασμ. 8, 6).

Η αγάπη μας να είναι ανιδιοτελής

Η ΑΓΑΠΗ, ΔΙΔΑΣΚΕΙ ο απόστολος Παύλος, «ου ζητεί τα εαυτής» (Α’ Κορ. 13, 5). Βασικό γνώρισμα της γνήσιας αγάπης είναι η ανιδιοτέλεια. Όταν εκφράζουμε την αγάπη μας προς τον πλησίον, τα κίνητρα μας δεν θα πρέπει να είναι εγωιστικά. Όπως ο καλός Σαμαρείτης, έτσι κι εμείς αποβλέπουμε στην ανακούφιση του και δεν υπηρετούμε το ατομικό μας συμφέρον ή οποιαδήποτε άλλη σκοπιμότητα.
Η επίδειξη ή η ματαιοδοξία ακυρώνουν το έργο της αγάπης. Γι’ αυτό σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να ενδίδουμε στον πειρασμό να διαφημίζουμε ό,τι κάνουμε, ό,τι προσφέρουμε στο όνομα της αγάπης. Η δημοσιοποίηση αυτή – θορυβώδης προκλητικά, πολλές φορές – ταπεινώνει και πληγώνει τους συνανθρώπους μας που υποφέρουν και τους οποίους – υποτίθεται – επιθυμούμε να ανακουφίσουμε. Και επιπλέον αποδεικνύει πως ό,τι κάνουμε δεν το κάνουμε για να τους βοηθήσουμε, αλλά για το «θεαθήναι τοις ανθρώποις». Έτσι οι πράξεις μας χάνουν την αξία τους. Και δεν δικαιούμαστε να περιμένουμε την ανταμοιβή του Θεού (Ματθ. 6, 1-4).

* * *

Αδελφοί μου,
Ας κατανοήσουμε λίγο βαθύτερα την παραβολή. Ο καλός Σαμαρείτης δεν είναι άλλος από τον Κύριο μας Ιησού. Ήρθε στον κόσμο, έγινε άνθρωπος, δίδαξε και θαυματούργησε, σταυρώθηκε και αναστήθηκε και , τέλος, ίδρυσε την Εκκλησία Του – το μεγάλο τούτο πανδοχείο – από αγάπη και μόνο. Για χάρη μας. Για όλους εμάς τους ανθρώπους που είμασταν πεσμένοι και πληγωμένοι από τους νοητούς ληστές, τους δαίμονες. Εκείνος μας αγάπησε. Έσκυψε πάνω μας. Έπλυνε τις πληγές μας. Έδεσε τα τραύματα μας. Μας οδήγησε στην Εκκλησία Του. Και από κει μας υποδέχεται στην ουράνια Βασιλεία Του.
Αυτή την αγάπη ως θεμελιώδες χρέος ζητά κι από μας. Οφείλουμε να εμπνεόμαστε από Εκείνον. Ν’ ακολουθούμε τα ίχνη Του. Και ν’ αγαπούμε αληθινά τους άλλους, τους συνανθρώπους μας που δεν είναι ξένοι και άγνωστοι, αλλά παιδιά του Θεού, αδελφοί μας.

Κυριακή Η Λόυκά εκ της Ιεράς Μητροπόλεως Κυδωνίας και Αποκορώνου


«Διδάσκαλε τί πρέπει νά κάνω γιά νά κερδίσω τήν αἰώνια ζωή» ἐρωτᾶ ἕνας νομοδιδάσκαλος τόν Ἰησοῦ, καί ἐκεῖνος τοῦ ἁπαντά : «Τί γράφει ὁ νόμος;» Νά ἀγαπήσεις Κύριον τόν Θεόν σου μέ ὅλη σου τήν ὕπαρξη καί τόν πλησίον σου ὡς τόν ἑαυτό σου. «Αὐτό νά κάνεις» τόν συμβουλεύει ὁ Ἰησοῦς καί γιά νά τοῦ δείξει ποιός εἶναι ὁ πλησίον λέει τήν παραβολή τοῦ καλοῦ Σαμαρείτη.
«Ἕνας ἄνθρωπος ἀπό τά Ἱεροσόλυμα πηγαίνοντας γιά τήν Ἱεριχῶ, ληστεύεται, κακοποιεῖται ἀπό ληστές πού τόν ἐγκαταλείπουν αἱμόφυρτο. Σέ λίγο περνᾶ ἕνας Ἱερέας ὁ ὁποῖος ἀδιαφορεῖ γιά τόν τραυματισμένο, τό ἴδιο κάνει καί ἕνας Λευίτης. Ὁ Σαμαρείτης ὅμως πού περνᾶ σταματά, περιποιεῖται τά τραύματα καί τόν ὁδηγεῖ στό πανδοχεῖο ὅπου πληρώνει γιά νά περιποιηθοῦν τόν τραυματισμένο ἀπό τούς ληστές καί συνεχίζει τόν δρόμο του.
Τελειώνοντας τήν διήγηση ὁ Ἰησοῦς ἐρωτᾶ: «Ποιός ἀπό τούς τρεῖς ἐπιτέλεσε τό καθῆκον τοῦ πρός τόν πλησίον;» καί ὁ νομοδιδάσκαλος ἀπαντᾶ «αὐτός πού τόν περιποιήθηκε». Τότε ὁ Ἰησοῦς τοῦ λέει: «Πήγαινε λοιπόν νά κάνεις καί σύ τό ἴδιο. Νά βοηθᾶς κάθε ἄνθρωπο πού ἔχει ἀνάγκη».
Ἀδελφοί μου, ὁ Ἰησοῦς μας μέ αὐτό τό ἀριστούργημα τῆς παγκόσμιας λογοτεχνίας, τῆς παραβολῆς τοῦ καλοῦ Σαμαρείτη μας φανερώνει ἀλλά καί ταυτόχρονά μας δείχνει τόν δρόμο πού θέλει νά βαδίσουν ὅσοι τόν πιστεύουν καί τόν ἀγαποῦν. Εἶναι ὁ δρόμος τῆς ἀγάπης. Τῆς ἀγάπης ἐκείνης πού ἔχει σάν συστατικό της τό ξεπέρασμα ὁρίων, συνόρων καί διαχωριστικῶν πού πολλές φορές ἡ σκέψη μας βάζει, γιατί δέν βλέπει οὔτε φυλή, οὔτε χρῶμα, οὔτε γλώσσα ἀλλά μόνο ἀνθρώπινα πρόσωπα πού ἔχουν πληγές, οἱ ὁποῖες πρέπει νά γιατρευθοῦν. Θά μποροῦμε νά ποῦμε ὅτι πέντε εἶναι τά γνωρίσματα αὐτῆς τῆς ἀγάπης τήν ὁποία μας ζητεῖ ὁ Κύριος καί πού μας δίνει τά ἀγαθά τῆς βασιλείας του.
Τό πρῶτο ὁ αὐθορμητισμός. Δέν περιμένει οὔτε προτροπές, οὔτε ἐξαναγκασμούς γιά νά ἐκδηλωθεῖ ἀλλά τρέχει αὐθόρμητα, μέ ἕνα πηγαῖο ἐνθουσιασμό γιά νά χαρίσει τήν δροσιά της καί τό ἄρωμά της.
Αὐτός ὁ αὐθορμητισμός τήν κάνει νά γίνεται ἔμπρακτη, στοιχεῖο πού ἀποτελεῖ τό δεύτερο γνώρισμά της. Ἔτσι δέν περιορίζεται σέ λόγια κενά καί σέ κούφιες αἰσθηματολογίες συμπάθειας, ἀλλά πλένει στοργικά κάθε πληγή καί προσφέρει τά πάντα γιατί πιστεύει ὅτι αὐτό πρέπει νά κάνει, γί’ αὐτό καί εἶναι καί ἀνιδιοτελής, τό τρίτο γνώρισμά της.
Δέν τήν κινεῖ κανένα συμφέρον, οὔτε ἐπιζητεῖ ἐπαίνους καί χειροκροτήματα καί οὔτε ζητᾶ λαξευτό καί μέ χρυσά γράμματα τό ὄνομά της πάνω σέ μάρμαρο. Τίποτα ἀπό ὅλα αὐτά. Κάνει τά πάντα καλά, ἀθόρυβα καί ταπεινά, γί΄αὐτό καί εἶναι καί ἡρωική, τό τέταρτο γνώρισμά της.
Καί εἶναι ἡρωική γιατί χρειάζεται ἡρωισμός καί αὐταπάρνηση γιά νά νικήσει τήν λογική καί πολλές φορές καί τό ἔνστικτό της αὐτοσυντήρησης. Ἰδιαίτερα μάλιστα στή δική μας ἐποχή ὅπου ἡ λογική ἀποτελεῖ τίς βάσεις καί τό κίνητρο τῶν ἀνθρώπινων πράξεων.
Ο Ι. Χρυσόστομος λέει ὅτι «ἡ ἀγάπη αὐτή ὁμοιάζει μέ τό λιμάνι, πού δέχεται τούς ναυτικούς κάθε χώρας, κάθε φυλῆς καί χωρίς νά κάνει σέ κανένα ἐξαίρεση». Εἶναι δηλαδή παγκόσμια, τό πέμπτο γνωρισμά της ποῦ σημαίνει ὅτι ἀγκαλιάζει κάθε ἄνθρωπο, διότι «οὐκ ἔνι Ἰουδαῖος οὐδέ Έλλην…».
Ἄς δοῦμε ὅμως τό μεγαλεῖο αὐτῆς τῆς ἀγάπης.
Κάποτε ὁ ἀββᾶς Ἀγάθων πήγαινε στή πόλη γιά νά πουλήσει τά ἐργόχειρά του καί ἔτσι νά προμηθευτεῖ ψωμί γιά τή συντήρησή του. Κοντά στήν ἀγορά συναντᾶ ἕνα φτωχό καί ἀνάπηρο γέρο ὁ ὁποῖος μόλις τόν εἶδε τοῦ εἶπε: « Γιά ὄνομα τοῦ Θεοῦ, ἀββᾶ, μή μέ ἀφήσεις κι ἐσύ ἀβοήθητο τόν δυστυχῆ. Πάρε μέ κοντά σου».
Ὁ ἀββᾶς τόν ἔβαλε νά καθίσει δίπλα του καί ἅπλωσε τά καλάθια του. Μόλις πούλησε τό πρῶτο τόν ρώτησε ὁ γέρος: «Πόσα λεφτά πῆρες ἀββᾶ;» Τόσα τοῦ ἀπάντησε ὁ ὅσιος. «Καλά εἶναι. Δέν μοῦ ἀγοράζεις ὅμως μία μικρή πίττα ἔτσι γιά νά δεῖς καλό, γιατί ἔχω νά φάω ἀπό χθές τό βράδυ;». Καί ὁ Ὅσιος του ἁπαντά «μετά χαρᾶς» καί τοῦ ἐκπλήρωσε τήν ἐπιθυμία του.
Σέ λίγο τοῦ ζήτησε φροῦτα, ὕστερα γλυκό. Ἔτσι σέ κάθε καλάθι πού πουλοῦσε, ξόδευε τά χρήματα χάριν τοῦ φτωχοῦ ἀναπήρου. Ἔδωσε ὅλα τά καλάθια ἀλλά καί ὅλα τά χρήματα, χωρίς νά μείνει τίποτα γιά τόν ἑαυτό του. Ἔτσι θά ἔμενε μία ἑβδομάδα χωρίς ψωμί. Δέν τόν ἔνοιαζε ὅμως.
Σέ λίγο ἑτοιμάσθηκε νά φύγει. «Φεύγεις;» τοῦ λέει ὁ ἀνάπηρος.
«Ναί τελείωσα τή δουλειά μου».
«Ἔ, τώρα θά κάνεις ἀγάπη νά μέ πᾶς ὡς τό σταυροδρόμι καί ἀπό κεῖ φεύγεις γιά τήν ἔρημο» του λέει πάλι. Κι τότε ὁ Ἀγάθων παρά τή κούρασή του, τόν φορτώθηκε στή πλάτη του καί τόν μετέφερε μέ πολύ δυσκολία.
Ὅταν ὅμως ἔφθασαν στό σταυροδρόμι καί ἑτοιμάσθηκε νά ἀφήσει κάτω τόν ἀνάπηρον ἄκουσε μία γλυκεία φωνή νά τοῦ λέει: «Εὐλογημένος νά εἶσαι Ἀγάθων ἀπό τόν Θεό καί στή γῆ καί στόν οὐρανό». Σήκωσε τά μάτια του νά δεῖ αὐτόν πού τοῦ μιλοῦσε. Ὁ ἀνάπηρος εἶχε γίνει ἄφαντος. Ἦταν ἕνας ἄγγελος σταλμένος ἀπό τόν Θεό νά δοκιμάσει τήν ἀγάπη του.
Εὐλογημένος εἶναι λοιπόν ἀδελφοί μου ἀπό τόν Θεό ὅποιος ἀγαπᾶ τόν πλησίον του, τό κάθε ἄνθρωπο καί αὐτή ἀκριβῶς ἡ εὐλογία θά πρέπει νά μᾶς προβληματίσει καί ὅπως ἀκριβῶς ὅταν ἔχουμε ἕνα γραμμάτιο τό ἐξοφλοῦμε ἔτσι πρέπει νά ἐξοφλήσουμε καί τό γραμμάτιο πού μας ἔδωσε ὁ Κύριος μέ τήν παραβολή τοῦ καλοῦ Σαμαρείτη. Ναί ἡ ἀγάπη μας γιά τόν κάθε ἄνθρωπο εἶναι γραμμάτιο πού πρέπει νά ἐξοφλήσουμε ὅσο ἀκόμα ἔχουμε καιρό.
Καλή ἐξόφληση ἀδελφοί μου.
Π.Β.Μ

Κυριακή η' Λουκά Ο καλός Σαμαρείτης


Οι «άνθρωποι του Θεού»

—Διδάσκαλε, τι πρέπει να κάνω για να κληρονομήσω την αιώνια ζωή; ρώτησε κάποτε ένας νομοδιδάσκαλος τον Κύριο θέλοντας να Τον παγιδεύσει. Κι Εκείνος τον παρέπεμψε στις εντολές του Μωσαϊκού Νόμου. Τότε ο νομοδιδάσκαλος ανέφερε τις δύο βασικότερες εντολές της Παλαιάς Διαθήκης, την αγάπη προς το Θεό και την αγάπη προς τον πλησίον. Θέλοντας όμως να δικαιολογηθεί, επειδή έθεσε ένα ερώτημα στο οποίο του ήταν γνωστή η απάντηση, έθεσε κι ένα δεύτερο: Ποιον πρέπει να θεωρώ πλησίον μου; Αυτό το ερώτημα στάθηκε η αφορμή να διηγηθεί ο Κύριος μία υπέροχη παραβολή, την παραβολή του καλού Σαμαρείτη.
Κάποιος άνθρωπος, είπε, κατέβαινε από τα Ιεροσόλυμα στην Ιεριχώ και έπεσε σε ενέδρα ληστών, οι οποίοι τον λήστεψαν, τον έγδυσαν, τον καταπλήγωσαν και τον εγκατέλειψαν μισοπεθαμένο. Κάποια στιγμή ένας ιερεύς που κατέβαινε στο δρόμο εκείνο, ενώ τον είδε από μακριά, πέρασε από το απέναντι μέρος χωρίς να του δώσει καμία βοήθεια. Παρόμοια και κάποιος Λευίτης, υπηρέτης του ναού, έφθασε στο μέρος εκείνο. Αυτός φάνηκε ακόμη πιο άσπλαχνος. Ήλθε πολύ κοντά, είδε την άθλια κατάσταση του πληγωμένου ανθρώπου κι έφυγε. Ο ιερεύς έφυγε από ενστικτώδη φιλαυτία, ενώ ο Λευίτης έπειτα από υπολογισμό.
Και τα δύο όμως πρόσωπα, ο ιερέας και ο Λευίτης είχαν κάτι κοινό: Ήταν δύο πρόσωπα που είχαν αξίωμα και έργο ιερό. Αυτοί εξαιτίας της ιδιότητάς τους θα έπρεπε περισσότερο από κάθε άλλο άνθρωπο της εποχής εκείνης να είναι συμπονετικοί και σπλαχνικοί, να δείξουν αγάπη στον ετοιμοθάνατο διαβάτη. Αυτοί λόγω της θέσεώς τους δίδασκαν και τους άλλους το καθήκον της αγάπης προς τον πλησίον. Κι όμως αθέτησαν το καθήκον τους αυτό. Είναι θλιβερό, εκείνοι που θα έπρεπε να δίνουν το παράδειγμα της αγάπης, να γίνονται παραδείγματα σκληρότητος. Οι άνθρωποι του Θεού να δυσφημούν τόσο πολύ το Θεό.
Κάτι  τέτοιο δυστυχώς επαναλαμβάνεται πολλές φορές μέσα στην ιστορία σε «ανθρώπους του Θεού». Και είναι φοβερό να συμβαίνει κάποτε και σε μας. Σε μας που θέλουμε να είμαστε άνθρωποι της Εκκλησίας, να αποδεικνυόμαστε στην πράξη άσπλαχνοι, σκληροί, αδιάφοροι στον ανθρώπινο πόνο. Είναι τραγικό να ισχύει κάτι τέτοιο και για μας. Εάν δεν δείξουμε εμείς οι πιστοί χριστιανοί αγάπη, ποιος άλλος θα δείξει; Ο Κύριός μας το ξεκαθάρισε ότι χωρίς την αγάπη προς τον συνάνθρωπό μας, Βασιλεία ουρανών δεν πρόκειται να κληρονομήσουμε. Η αγάπη προς τον πλησίον είναι η σφραγίδα της γνησιότητός μας, η βασική προϋπόθεση της σωτηρίας μας.

Ο Χριστός, καλός Σαμαρείτης

Ο καλός ΣαμαρείτηςΗ συνέχεια της παραβολής είναι γνωστή. Κάποια στιγμή ένας Σαμαρείτης που διάβαινε από το δρόμο εκείνο είδε τον καταπληγωμένο άνθρωπο, πλησίασε κοντά του και τον σπλαχνίστηκε. Δεν φοβήθηκε μην πάθει τα ίδια, έμεινε κοντά του, έπλυνε τα τραύματά του, τα άλειψε με λάδι και κρασί, τα έδεσε με επιδέσμους. Και αφού με πολύ κόπο ανέβασε τον άνθρωπο αυτόν στο ζώο του, τον μετέφερε σε κάποιο πανδοχείο και τον περιποιήθηκε όλη τη νύχτα. Και την άλλη μέρα το πρωί έδωσε δύο δηνάρια στον ξενοδόχο και του είπε: Περιποιήσου τον για να γίνει καλά. Και ό,τι άλλο ξοδέψεις, καθώς θα επιστρέφω στην πατρίδα μου και θα περάσω πάλι από εδώ, θα σου το εξοφλήσω.
Λοιπόν, ρώτησε ο Κύριος το νομοδιδάσκαλο, ποιος από τους τρεις αυτούς επιτέλεσε το καθήκον του προς τον πλησίον; Κι εκείνος απάντησε: Αυτός που τον συμπόνεσε και τον ελέησε. Ο Κύριος τότε του είπε: Πήγαινε και κάνε κι εσύ το ίδιο.
Αυτή την προσταγή δίνει και σε μας ο Κύριος. Μας ζητά δηλαδή να δείχνουμε αγάπη σε κάθε άνθρωπο που πάσχει, χωρίς να εξετάζουμε αν αυτός είναι δικός μας, ξένος ή εχθρός μας, και χωρίς να υπολογίζουμε θυσίες και κόπους και δαπάνες. Αυτό μας το δίδαξε ο Κύριος όχι μόνο μέσα από την παραβολή αυτή αλλά πολύ περισσότερο μέσα από τη ζωή του. Διότι ο ίδιος έγινε ο καλός Σαμαρείτης για μας. Αγάπησε τους ανθρώπους μέχρι θανάτου. Η αγάπη του κορυφώθηκε και έλαμψε σε όλο το μεγαλείο επάνω στο Σταυρό. Και μας ζητά να μάθουμε κι εμείς να αγαπάμε, να γινόμαστε καλοί Σαμαρείτες στους γύρω μας.
Δυστυχώς όμως στην εποχή μας, ενώ όλοι μιλούμε για αγάπη, πραγματική αγάπη δεν έχουμε. Κι αυτό φαίνεται περισσότερο στις σχέσεις μας με τα δικά μας πρόσωπα. Πώς τους μιλάμε, πώς τους φερόμαστε; Αλλά αν δυσκολευόμαστε να αγαπήσουμε τους δικούς μας, πόσο μάλλον τους ξένους; Γι΄ αυτό υποφέρουμε. Διότι αγάπη σημαίνει θυσία, σημαίνει να δίνουμε κι όχι να απαιτούμε να γίνουν οι άλλοι καλοί για να τους αγαπήσουμε. Αγάπη σημαίνει να γίνει πλατιά η καρδιά μας όπως των αγίων για να χωράει όλους, ακόμη κι αυτούς που μας δυσκολεύουν. Να τους προσφέρουμε την αγάπη μας με απαλό τρόπο, χωρίς να έχουν την αίσθηση ότι κάνουμε προσπάθεια για να τους αγαπήσουμε. Να ακούμε με πόνο τον πόνο τους, να τους ανακουφίζουμε στο πρόβλημά τους. Κατανοώντας το χαρακτήρα τους, να διαισθανόμαστε την κούρασή τους, τις δυσκολίες τους, τις επιθυμίες τους. Και να τους προσφέρουμε την αγάπη μας άλλοτε μ’ ένα στοργικό λόγο κι άλλοτε με τη σιωπή μας· άλλοτε με τη διακονία μας κι άλλοτε με θυσίες που κοστίζουν ίσως πολύ. Έτσι θα γίνουμε καλοί Σαμαρείτες. Έτσι θα δούμε πρόσωπο Θεού.
Περιοδικό “Ο Σωτήρ”, τ. 1988

ΚΥΡΙΑΚΗ Η' ΛΟΥΚΑ (Λουκ. Γ’ 25-37) Αρχιμ. Θεοφίλου Λεμοντζή



ΚΥΡΙΑΚΗ Η' ΛΟΥΚΑ (Λουκ. Γ’ 25-37)
"Το υπόδειγμα της αγάπης"
Αρχιμ. Θεοφίλου Λεμοντζή
Αρχιερατικού Επιτρόπου Καμπανίας 

    Κάποιος άνθρωπος, μας λέγει ο Κύριος στην παραβολή που μας παρουσιάζει ο ιερός Ευαγγελιστής Λουκάς, κατέβαινε από τα Ιεροσόλυμα στην Ιεριχώ και έπεσε σε ληστές. Αυτοί τον ξεγύμνωσαν, τον τραυμάτισαν κι αφού τον λήστεψαν τον άφησαν μισοπεθαμένο. Έτυχε να κατεβαίνει από τον ίδιο δρόμο και κάποιος ιερέας, ο οποίος παρόλο που τον είδε, τον προσπέρασε, αφήνοντας τον μισοπεθαμένο. Το ίδιο έκανε και ένας λευίτης, που πέρασε από εκεί λίγο αργότερα. Κάποιος όμως Σαμαρείτης που ταξίδευε, ήρθε προς το μέρος του, τον είδε και τον σπλαγχνίσθηκε. Πήγε κοντά του, άλειψε τις πληγές του με λάδι και κρασί, τον περιποιήθηκε, προσφέροντάς του τις πρώτες βοήθειες. Έπειτα τον ανέβασε στο ζώο του, με το οποίο ταξίδευε, και τον οδήγησε σε ένα πανδοχείο. Εκεί έμεινε ένα βράδυ και την άλλη μέρα φεύγοντας έδωσε στον πανδοχέα χρήματα για την φροντίδα του πάσχοντος Ιουδαίου. Μάλιστα δε, υποσχέθηκε ότι θα ξαναπεράσει από το πανδοχείο για να πληρώσει ξανά, ό,τι θα χρειαζόταν για τη φροντίδα εκείνου.
Η παραβολή αυτή του καλού Σαμαρείτη είναι μία από τις ωραιότερες και διδακτικότερες παραβολές, καθότι μας δείχνει ότι η αγάπη για τον συνάνθρωπο δεν έχει όριο. Μολονότι οι Σαμαρείτες θεωρούνταν εχθροί από τους Ιουδαίους, εκείνος ο Σαμαρείτης ξεχνώντας έχθρες και μίση, αναγνώρισε, μέσα στην απόσταση που απομακρύνει, τον πλησίον και την αγάπη που ενώνει. Η χριστιανική πίστη πραγματικά ενώνει τους ανθρώπους, σπάζει τα συρματοπλέγματα που χωρίζουν και απομονώνουν καρδιές, καταργεί τις ανισότητες, αγκαλιάζει τον κάθε άνθρωπο, διότι κάθε άνθρωπος είναι δημιούργημα του Θεού. Γι' αυτό και είναι η μόνη, η αληθινή, η αιώνια θρησκεία, η κατάλληλη για την ανθρωπότητα. Ο καλός εκείνος Σαμαρείτης φροντίζει προσωπικά τον ταλαίπωρο εκείνο Ιουδαίο και του περιποιείται τις πληγές. Η αγάπη του δεν σταματάει στη διάκριση, στη διαφορετικότητα. Ο ορίζοντας της καρδιάς του είναι ανοιχτός, πανανθρώπινος, οικουμενικός. Αντίθετα ο ιερέας και ο λευίτης, ενώ είχαν την υποχρέωση να ενδιαφερθούν για τον ομοεθνή τους, τον εγκαταλείπουν, χωρίς να του δώσουν σημασία. Η αγάπη του Σαμαρείτη προχωράει ακόμη περισσότερο. Δεν σκέφτεται τα έξοδα, την ταλαιπωρία, το χάσιμο του πολύτιμου χρόνου, δε φείδεται χρημάτων, ούτε σταματάει στο πανδοχείο και φεύγοντας δεν ξεχνάει τον Ιουδαίο, αλλά συνεχίζει να ενδιαφέρεται γι αυτόν και υπόσχεται να επανέλθει, για να πληρώσει τα επιπλέον έξοδα.
"Η αγάπη ου ζητεί τα εαυτής" μας διδάσκει ο Απόστολος Παύλος στην πολύ όμορφη επιστολή του προς τους κατοίκους της Κορίνθου. Ο Σαμαρείτης εκείνος δεν περίμενε να πάρει πίσω τα χρήματα του. Ούτε σπλαγχνίστηκε τον Ιουδαίο από φόβο μήπως τυχόν βρεθεί κι αυτός κάποτε σε παρόμοια κατάσταση. Η αγάπη του ήταν ανιδιοτελής, γι' αυτό και ήταν αληθινή.
"Πλησίον" δεν είναι αυτός μόνον που μας ανταποδίδει την αγάπη του. Δεν είναι μόνον ο φίλος, ο συγγενής. "Πλησίον" είναι ο κάθε άνθρωπος που ζει σε τούτο τον πλανήτη. Είναι ο αλλοδαπός, ο αλλοεθνής, ο αλλόθρησκος, ο διαφορετικός από εμάς, αυτός που μας θεωρεί εχθρούς, αυτός που μας υβρίζει, που μας πολεμάει, μας καταδιώκει, όχι μόνο αυτός που μας εκδηλώνει την αγάπη του, αλλά και ο συγχωριανός, ο συμπολίτης μας, ο ομοεθνής μας αλλά και ο εχθρός μας.
Πολλές φορές βρισκόμαστε στη θέση να εκδηλώσουμε το ενδιαφέρον μας για κάποιους συνανθρώπους μας που υποφέρουν. Όμως δυστυχώς προϋπολογίζουμε το κόστος της αγάπης που πρέπει να δείξουμε. Κάνουμε το καλό περιμένοντας να μας κάνουν καλό. Ενδιαφερόμαστε για τον πλησίον, μόνον όταν έχουμε κάποιο κέρδος, κάποιο συμφέρον. Μιλούμε για αγάπη και μένουμε στα λόγια. Προχωρούμε στα έργα, όταν ξέρουμε από πριν τι θα κερδίσουμε. Βάζουμε στη ζυγαριά από την μια μεριά την αγάπη και από την άλλη το χρήμα. Δυσανασχετούμε, όταν η ζυγαριά γέρνει προς την μεριά της αγάπης και περιμένουμε το χρήμα να φέρει τα ζύγια σε ισορροπία.
Αλήθεια, αδελφοί μου! Εμείς τι ανταποδίδουμε στον Θεό για την αγάπη του; Πόσα άραγε του οφείλουμε για τις καθημερινές του δωρεές; Μήπως είμαστε ιδιοτελείς στην αγάπη προς τον πλησίον και ταυτόχρονα ανιδιοτελείς προς την αγάπη που μας δείχνουν; Μήπως χρησιμοποιούμε δύο μέτρα και δύο σταθμά; Μήπως θέλουμε οι άλλοι να γίνονται οι καλοί Σαμαρείτες στις ανάγκες μας, χωρίς εμείς να γινόμαστε οι καλοί Σαμαρείτες στις ανάγκες των άλλων; Μήπως περιμένουμε ανταπόδοση της καλοσύνης μας, χωρίς να ανταποδίδουμε την καλοσύνη που μας κάνουν οι άλλοι;
"Πορεύεου και σε ποίει ομοίως" μας προτάσσει ο Ιησούς. Οφείλουμε λοιπόν, αδελφοί μου, να πορευθούμε και να ομοιάσουμε τον καλό και μακαριστό εκείνο Σαμαρείτη, χωρίς να περιμένουμε από τους άλλους να κάνουν το πρώτο βήμα και να μας αγαπήσουν πρώτα αυτοί. Αμήν.


Από το εξαιρετικό βιβλίο "ΕΓΩ ΔΕ ΛΕΓΩ ΥΜΙΝ" ΚΥΡΙΑΚΟΔΡΟΜΙΟ-ΕΟΡΤΟΛΟΓΙΟ-ΟΜΙΛΙΕΣ
Αρχιμ. Θεοφίλου Λεμοντζή
http://www.egolpion.com/samareitis_lemontzis.el.aspx

Κυριακή Η' Λουκά (του Καλού Σαμαρείτη) (Λουκ. 10, 25-37) π. Χερουβείμ Βελέτζας



Η παραβολή του καλού Σαμαρείτη, που μας διηγήθηκε σήμερα ο Ευαγγελιστής Λουκάς, είναι από τις πλέον γνωστές. Μας μιλά για τον έναν Ιουδαίο που στο δρόμο του έπεσε πάνω σε ληστές, οι οποίοι αφού τον καταλήστεψαν τον έδειραν προξενώντας του θανάσιμες πληγές. Ωστόσο, ούτε οι ομοεθνείς του ιερείς που έτυχε να περνούν από τον ίδιο δρόμο δεν κοντοστάθηκαν να τον βοηθήσουν, φοβούμενοι ίσως μην πέσουν και οι ίδιοι στην παγίδα των ληστών. Μόνο ένας Σαμαρείτης, αλλοεθνής και εκ προοιμίου εχθρός των Ιουδαίων, όχι μόνο περιποιήθηκε τα τραύματα του άτυχου ανθρώπου, αλλά και τον μετέφερε σε ασφαλές πανδοχείο και προπλήρωσε στον ξενοδόχο για να περιθάλψει τον τραυματία.
Αφορμή για την παραβολή αυτή έδωσε στον Χριστό η ερώτηση ενός νομικού, που για να πειράξει τον Κύριο, Τον ρώτησε τί πρέπει να κάνει για να κληρονομήσει την αιώνιο ζωή. Και στην απάντηση του Χριστού, να τηρεί την εντολή της Παλαιάς Διαθήκης που λέει να αγαπάς τον Θεό με όλη τη δύναμη της ψυχής σου και τον πλησίον σου σαν τον εαυτό σου, εκείνος ρώτησε: "και ποιος είναι για μένα ο πλησίον;". Έτσι ο Κύριος του δίνει μια διπλή απάντηση, περιγράφοντας όχι μόνο ποιος είναι ο πλησίον, αλλά και ποιο είναι το μέτρο της αγάπης προς τον πλησίον.
Δεν είναι τυχαίο που η αγάπη προς τον Θεό συνδέεται άμεσα με την αγάπη προς τον πλησίον. Γιατί και η αγάπη προς τον Θεό και η αγάπη προς τον πλησίον προϋποθέτουν να κάνουμε χώρο στην καρδιά μας για να τους χωρέσουμε, να υπερβούμε δηλαδή τον εγωισμό μας και κάθε εγωκεντρική διάθεση. Όταν ο άνθρωπος θέτει ως κέντρο του σύμπαντος τον ίδιο του τον εαυτό, τότε δεν υπάρχει χώρος ούτε γα το Θεό, ούτε για τον πλησίον, ούτε για κανέναν άλλο. Για να αγαπήσουμε τον Θεό, χρειάζεται τουλάχιστον να Τον αναγνωρίσουμε ως τον μεγάλο μας ευεργέτη, ως παντοδύναμο, πάνω από την μικρή και αδύναμη υπόστασή μας. Είναι ανάγκη να αναγνωρίσουμε στο Θεό την ίδια την Αγάπη, τη συγγνώμη, αλλά και τη Λύτρωση που πηγάζει από την εκούσια σάρκωση, τη σταυρική θυσία και την Ανάσταση του μονογενούς Του Υιού.
Η αγάπη προς τον Θεό, θα μας πει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης, περνά αλλά και φανερώνεται μέσα από την αγάπη προς τον πλησίον: "άν κάποιος πει ότι αγαπά τον Θεό, αλλά μισεί τον αδελφό του, αυτός είναι ψεύτης. Γιατί αυτός που δεν αγαπά τον αδελφό του που τον βλέπει, τον Θεό που δεν τον βλέπει δεν μπορεί να τον αγαπήσει"1. Μάλιστα χαρακτηρίζει ως ανθρωποκτόνο εκείνον που μισεί τον αδελφό του, ως άνθρωπο που δεν έχει μέσα του ζωή αιώνιο2, δηλαδή δεν έχει στην καρδιά του αγάπη ούτε για το Θεό. Και καταλήγει λέγοντας: "από τούτο γνωρίσαμε την αγάπη, ότι δηλαδή ο Χριστός θυσίασε τη ζωή του για μας. Άρα κι εμείς οφείλουμε να θυσιάζουμε ακόμα και τη ζωή μας υπέρ των αδελφών μας"3.
Η αγάπη επομένως δεν περιορίζεται σε συγκεκριμένες πράξεις, ούτε σε συγκεκριμένα πρόσωπα. Ως υπέρβαση του εγώ, έχει τη δύναμη και τη διάθεση να φτάσει μέχρι και την αυτοθυσία, να ευεργετεί ακόμα και τον εχθρό, να προσφέρει δίχως να ελπίζει σε ανταλλάγματα, να αναλώνει και το πλεόνασμα και το υστέρημα κάθε εσωτερικής δύναμης χωρίς να κουράζεται και χωρίς ποτέ να εξαντλείται. Δεν μπορούμε να πούμε "μέχρις εδώ αγαπώ, και από εδώ και πέρα είμαι αδιάφορος ή δεν αγαπώ". Δεν μπορούμε επίσης να πούμε ότι αγαπάμε κάποιους συγκεκριμένους ανθρώπους και δεν μας νοιάζει για τους υπόλοιπους. Αν για το Χριστό, σύμφωνα με τη σημερινή παραβολή, πλησίον μας είναι ο κάθε άνθρωπος που συναντάμε στη ζωή μας, τότε ποιον μπορούμε να αποκλείσουμε από την καρδιά μας;
Παράδειγμα τέτοιας τέλειας αγάπης έχουμε πρώτα τον Θεάνθρωπο Χριστό, που ακόμα και επάνω στο σταυρό προσευχόταν: "Πάτερ, ἄφες αὐτοῖς, οὐ γάρ οἴδασι τί ποιοῦσι"4. Έχουμε όμως και ένα πλήθος αγίων, που έκαναν πράξη στη ζωή τους αυτή τη μοναδική εντολή της αγάπης, που είναι η απαρχή και η ανακεφαλαίωση της κατά Χριστόν ζωής.
Ίσως αναλογιστεί κανείς ότι στη σύγχρονη εποχή είναι πολύ δύσκολο, σχεδόν αδύνατο να εφαρμόσουμε αυτόν τον κανόνα. Είναι αλήθεια ότι οι εποχές αλλάζουν. Οι άνθρωποι όμως όχι. Γιατί οι καρδιές των ανθρώπων και οι ανάγκες τους οι πνευματικές και η ψυχοσύνθεσή τους παραμένουν σταθερές στο πέρασμα των αιώνων. Όπως στο παρελθόν δεν μπορούσε να συγκροτηθεί μια κοινωνία χωρίς τουλάχιστον τον αλληλοσεβασμό και την αλληλεγγύη, έτσι συμβαίνει και σήμερα. Και όπως χωρίς το σύνδεσμο της αγάπης και χωρίς την παρουσία του Χριστού δεν μπορούσε να σταθεί η Εκκλησία κατά τους αποστολικούς χρόνους, το ίδιο ισχύει και σήμερα. Γιατί "Ἰησοῦς Χριστός ἐχθές καί σήμερον ὁ αὐτός καί εἰς τούς αἰῶνας"

π. Χερουβείμ Βελέτζας

Παραβολὴ τοῦ σπλαχνικοῦ Σαμαρείτη (Λουκ ι, 25-37) Anthony



 
Κήρυγμα στὶς 30/11/1997

 
Εἰς τὸ Ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ Τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.


Ἐν συντομίᾳ, τὸ σημερινὸ Εὐαγγέλιο ἐμπεριέχει ὅλα ὅσα ἀποτελοῦν τὸν τρόπο ζωῆς τοῦ χριστιανοῦ.

Ἡ πρώτη ἐντολὴ εἶναι ὅτι θὰ πρέπει ν’ ἀγαπᾶμε τὸ Θεὸ μὲ ὅλη μας τὴν καρδιά, μὲ ὅλη μας τὴ διάνοια, μὲ ὅλη μας τὴ δύναμη, μὲ ὁλόκληρη τὴν ὕπαρξή μας καὶ τὸν πλησίον μας ὡς τὸν ἑαυτὸν μας. Τὸ ν’ ἀγαπᾶμε σημαίνει νὰ προτιμοῦμε ὅλα ὅσα εἶναι ἀγαπητὰ στὸ ἀγαπώμενο πρόσωπο, ἀπ’ αὐτὰ ποὺ εἶναι ἀγαπητὰ σέ μᾶς. Τὸ ν’ ἀγαπᾶμε τὸ Θεὸ σημαίνει ὅτι θὰ πρέπει νὰ ζήσουμε, καὶ νὰ εἴμαστε ἀληθινὰ ἔτσι ὥστε Αὐτὸς νὰ μπορεῖ νὰ εἶναι εὐχαριστημένος ἀπ’ αὐτὸ ποὺ εἴμαστε, ὅτι δὲν θὰ πρέπει νὰ ὑπάρχει τίποτα ξένο σὲ Αὐτὸν στὶς ζωές μας.

Καὶ τότε ἔρχεται ἡ δεύτερη ἐντολή, τὴν ὁποία δὲν κατανοοῦσε ὁ νομικός: ὅτι θὰ πρέπει ν’ ἀγαπᾶμε τὸν πλησίον μας ὅπως τὸν ἑαυτό μας. Νὰ ξανα-ἀγαπήσουμε τὸν πλησίον μας, ξεχνώντας τὸν ἑαυτό μας. Πολὺ συχνὰ νομίζουμε ὅτι εἴμαστε ἄξιοι χριστιανοί, ἂν αἰσθανόμαστε μία ζεστασιὰ στὴν καρδιά μας, νομίζουμε ὅτι ἀγαπᾶμε τὸ Θεό. Ὅμως αὐτὸ δὲν εἶναι ἀρκετό. Ἡ δοκιμασία αὐτῆς τῆς ἀγάπης εἶναι ἡ μοιρασιὰ τῆς μοναδικῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ μὲ τὸν καθένα ἀπὸ τοὺς συνανθρώπους μας.

Θυμᾶμαι μιὰ θλιβερὴ στιγμὴ στὴ ζωή, ὅταν ὁ πατέρας μου μὲ ρώτησε ποιὸ εἶναι τὸ ὄνειρο τῆς ζωῆς μου, ἤμουν νέος τότε, κι ἐγὼ εἶπα: «Νὰ εἶμαι μόνο μὲ τὸ Θεό», καὶ αὐτὸς μὲ κοίταξε λυπημένα καὶ μοῦ εἶπε: Δὲν ἔχεις ἀρχίσει ἀκόμη νὰ γίνεσαι χριστιανός. Ἐπειδὴ ἂν ἀγαπᾶμε τὸν Θεὸ πρέπει νὰ μοιραζόμαστε μαζί του ὅλες τὶς φροντίδες του γιὰ ὁλόκληρο τὸν κόσμο καὶ γιὰ κάθε πρόσωπο ξεχωριστὰ σ’ αὐτὸ τὸν κόσμο.

Ἂς λάβουμε ὑπόψη μας λοιπὸν σὰν γνώμονα αὐτὸ τὸ σύντομο γεγονὸς στὴ ζωὴ τοῦ Χριστοῦ καὶ στὴν παραβολή. Δὲν θὰ μπορέσουμε νὰ καταλάβουμε ποτὲ πόσο πολὺ ἀγαπᾶμε τὸ Χριστό. Εἶναι δύσκολο, γιατί εἶναι τόσο εὔκολο νὰ ξεγελάσεις κάποιον. Ἀκόμα κι ὅταν λέμε ὅτι ἀγαπᾶμε κάποιον, μπορεῖ νὰ ἔρθει μία στιγμὴ ἐγωισμοῦ, διαφωνίας, ἕνας καυγᾶς μπορεῖ νὰ τελειώσει, τουλάχιστον γιὰ λίγο, μία κοινή μας φιλία καὶ ζεστασιὰ.

Ὑπάρχει ὡστόσο ἕνα ἀντικειμενικὸ κριτήριο. Πῶς συμπεριφέρεσαι στὸν πλησίον; Τί σημαίνει αὐτὸς γιὰ σένα; Ἂν δὲν σημαίνει τίποτα, ἂν εἶναι ἕνας περαστικός, ἂν εἶναι ἁπλὰ κάποιος στὸ δρόμο σου, ἢ ἂν εἶναι κάποιος ποὺ μπορεῖ νὰ τραβήξει τὴν προσοχή σου, ὅταν ἐσὺ εἶσαι σὲ καλὴ διάθεση, τότε δὲν ἀρχίσαμε ν’ ἀγαπᾶμε τὸ Θεὸ καὶ τὸν κόσμο μαζὶ μ’ Αὐτόν.

Ἂς τὸ ἀναλογιστοῦμε λοιπόν, ἂς κάνουμε στοὺς ἑαυτοὺς μας σχετικὲς ἐρωτήσεις, καὶ ἂς διορθώσουμε τὴ ζωή μας. Ἀμήν.

"Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη

  Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...