Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Παρασκευή, Νοεμβρίου 16, 2012

Οἱ Ἅγιοι Γεννάδιος καὶ Μάξιμος Πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως


«Πολλοὶ τὸν πλοῦτον ἐμίσησαν, τὴν δὲ δόξαν οὐδείς» λένε κι ἐπαναλαμβάνουν συνήθως οἱ ἄνθρωποι, σὰν θέλουν νὰ τονίσουν τὴν τεράστια δύναμη ποὺ τὰ κοσμικὰ μεγαλεῖα καὶ ἡ ἀγάπη τῆς δόξας ἔχουν πάνω στὴν ἀνθρώπινη καρδιά. Καὶ ὅμως ὁ Ἅγιος Γεννάδιος, μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Χριστοῦ ποὺ ἀγάπησε μὲ τὴν ψυχή του, ξεπέρασε τὸ μεγάλο καὶ ἀχόρταστο τοῦτο πάθος καὶ νίκησε. Μιὰ γρήγορη ματιὰ στοὺς πιὸ σημαντικοὺς σταθμοὺς τῆς ζωῆς του θὰ μᾶς τὸ ἀποδείξει. Ἀλλὰ καὶ μία προσεκτικὴ μελέτη τούτων θὰ μᾶς βοηθήσει νὰ ἐκτιμήσουμε περισσότερο τὸ ψυχικὸ μεγαλεῖο του.

Ποιὰ ἦταν ἡ ἰδιαίτερη πατρίδα τοῦ Ἁγίου δὲν γνωρίζουμε οὔτε καὶ ποιὰ ἡ καταγωγή του. Ἐκεῖνο, ποὺ γνωρίζουμε εἶναι, πὼς αὐτὸς ἤκμασε στὰ τελευταῖα χρόνια τῆς βασιλείας τοῦ αὐτοκράτορα Λέοντος Α’ τοῦ γνωστοῦ καὶ μὲ τὸ ἐπώνυμο τοῦ Μακέλλη (457 – 474 μ.Χ.). Ἐπίσης ὅτι ἦταν σύγχρονος τῶν μεγάλων ἀσκητῶν Δανιὴλ τοῦ Στυλίτη, ποὺ ἔζησε τριάντα τρία χρόνια πάνω σ’ ἕναν στυλό, καὶ τοῦ Ἀνδρέα τοῦ διὰ Χριστὸν Σαλοῦ. Ὁ σεμνὸς ἐγκωμιαστής του, ὁ γλυκύτατος τῆς Κύπρου Ἅγιος, ὁ μακάριος Νεόφυτος ἀναφέρει πὼς ὁ «γενναῖος Γεννάδιος ἣν πρεσβύτερος τῆς μεγάλης Ἐκκλησίας». Καὶ ἀκόμη πὼς στὴν ἕδρα τῆς Βυζαντινῆς αὐτοκρατορίας, τὴν ξακουστὴ Πόλη ὅπου ζοῦσε ἀπὸ νωρὶς διακρίθηκε γιὰ τὴν ταπεινοφροσύνη καὶ τὴ σεμνότητα τοῦ βίου του, μὰ καὶ τὴ μεγάλη του ἐξυπνάδα καὶ ἀρετή. Τὸ παράδειγμα τῆς ζωῆς τῶν ἁγίων πατέρων καὶ ὁσίων της Ἐκκλησίας μας ποὺ παρακολουθοῦσε καὶ μὲ προσοχὴ μελετοῦσε, πολὺ τὸν συγκινοῦσε καὶ μὲ πόθο βαθὺ ἀγωνιζόταν νὰ τὸ μιμηθεῖ. Ἡ ψυχή του φλεγόταν ἀπὸ τὴν ἱερὴ ἐπιθυμία νὰ ἀφιερωθεῖ καὶ αὐτὸς στὸν Θεὸ καὶ νὰ βαδίσει τὸν δρόμο ποὺ ὁδηγεῖ στὴν ἠθικὴ τελειότητα. Τὸ εὐαγγελικὸ «ἔσεσθε οὒν ὑμεῖς τέλειοι, ὥσπερ ὁ Πατὴρ ὑμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς τέλειος ἐστίν» (Ματθ. ε’ 48), δηλαδὴ ἀγωνισθεῖτε νὰ γίνετε τέλειοι, ὅπως τέλειος εἶναι κι ὁ Πατέρας σας ὁ οὐράνιος, κυκλοφοροῦσε διαρκῶς καὶ ἔντονα στὴν σκέψη του. Καὶ τὸν συγκινοῦσε. Καὶ τὸν γοήτευε. Καὶ τὸν παρορμοῦσε νὰ εἶναι προσεκτικὸς καὶ ν’ ἀγωνίζεται σκληρά, γιὰ νὰ προχωρεῖ κάθε μέρα καὶ πιὸ πετυχημένα στὴν καλλιέργεια τοῦ χαρακτήρα του. Καὶ τὸ ἀποτέλεσμα τῶν κόπων καὶ τῶν προσπαθειῶν του παρουσιαζόταν κάθε τόσο καὶ πιὸ πλούσιο σ’ εὐλογίες. Ἡ προκοπή του στὴν ἄσκηση μεγάλωνε σταθερὰ καὶ ἡ ἀρετή του σὰν πολύεδρο διαμάντι σκορποῦσε γύρω καὶ παντοῦ τὴν λάμψη καὶ τὴν μαρτυρία μίας λαμπρῆς καὶ ζηλευτῆς πολιτείας. Μίας πολιτείας τόσο ὑπέροχης, ὥστε ὁ χρονογράφος Εὐφραίμιος νὰ τὸν χαρακτηρίζει «τύπον εὐσέβειας καὶ παντὸς κάλου».

Αὐτὴ ἡ λάμψη τῆς ἀρετῆς του ποὺ ἀκτινοβολοῦσε τὸν ὑπέροχο χαρακτήρα του καὶ τὴν ἐξαίρετη ἀνθρωπιά του, ἔγινε αἰτία, (ὥστε Βασιλιὰς καὶ Σύγκλητος καὶ κλῆρος καὶ λαὸς σ’ αὐτὸν νὰ στραφοῦν μόλις πέθανε ὁ τότε Πατριάρχης Ἀνατολίας, καὶ αὐτὸν νὰ ὑποδείξουν καὶ νὰ καλέσουν ὡς τὸν μόνο κατάλληλο, γιὰ ν’ ἀναλάβει στὰ στιβαρὰ χέρια του τὸ πηδάλιο τῆς χειμαζόμενης Ἐκκλησίας. Καὶ δικαιώθηκαν.

Στὴν ἅγια μορφὴ τοῦ ἱεροῦ Γενναδίου ὁ πιστὸς λαὸς τῆς Βασιλεύουσας βρῆκε τὸν ἄξιο καὶ στοργικὸ ποιμένα του. Γιὰ δέκα τρία χρόνια καὶ δυὸ μῆνες (458 – 471) ὁ συνετὸς καὶ φλογερὸς Ἱεράρχης ἀνέλαβε καὶ διεξήγαγε ἕνα σταθερὸ καὶ ἀσταμάτητο ἀγώνα γιὰ τὴν πνευματικὴ ἄνοδο τοῦ ποιμνίου του, τὴν φύλαξή του ἀπὸ τὶς αἱρέσεις καὶ τὴν προσήλωσή του στὴν ὀρθὴ πίστη τῶν Πατέρων. Στὸ πρόσωπό του εἶδαν καὶ βρῆκαν ὅλοι τὸν ἀκούραστο καὶ ἄγρυπνο πατέρα, ποὺ ἤξερε νὰ ἀναλίσκεται σὰν λαμπάδα γιὰ νὰ φωτίζει μὲ τὸ παράδειγμά του, νὰ θερμαίνει μὲ τὴν ἀγάπη του καὶ νὰ γλυκαίνει μὲ τὰ λόγια καὶ τὶς περιποιήσεις του τὸν πόνο τοῦ λαοῦ του.

Τὸ χριστιανικὸ καὶ βιβλικὸ κήρυγμά του ἀπευθυνόταν πρὸς ὅλους. Καὶ ἦταν ἄλλοτε εἰρηνικὸ καὶ γαλήνιο κι ἄλλοτε ἐλεγκτικό: Εἰρηνικὸ καὶ γαλήνιο πρὸς τὸν πιστὸ καὶ ἀφοσιωμένο λαό, ποὺ μὲ δίψα ἔτρεχε ν’ ἀκούσει καὶ νὰ ὠφεληθεῖ ἀπὸ τὰ λόγια οἰκοδομῆς καὶ παρηγοριᾶς, ποὺ τοῦ πρόσφερε ὁ φιλόστοργος πατέρας. Ἐλεγκτικὸ καὶ αὐστηρὸ σ’ ἐκείνους ποὺ παρανομοῦσαν, ὁποιοιδήποτε καὶ ἂν ἦταν αὐτοί, καὶ ζητοῦσαν νὰ κατασκανδαλίσουν τὸν ἀθῶο καὶ πονεμένο λαό.

Ἡ μέριμνα καὶ ἡ φροντίδα του γιὰ τὸ ποίμνιό του τὸν συνεῖχε μέρα καὶ νύχτα. Ἡ διακήρυξη τοῦ θείου Παύλου «τὶς ἀσθενεῖ καὶ οὐκ ἀσθενῶ; τὶς σκανδαλίζεται, καὶ οὐκ ἐγὼ πυροῦμαι» (Β’ Κοριν. ια’ 29), ἦταν καὶ δική του. Πολλὲς φορὲς ὁ ὕπνος ἀρνιόταν νὰ τὸν ἐπισκεφθεῖ καὶ νὰ κλείσει τὰ βλέφαρά του, σὰν θυμόταν πὼς μερικὰ ἀπὸ τὰ πνευματικὰ παιδιά του δὲν εἶχαν τὸ ἀνάλογο φόρεμα τῆς πίστεως καὶ τῆς χριστιανικῆς ἐλπίδος καὶ ἀγάπης. Ἢ σὰν ἄκουε πὼς κάποιος αἱρετικὸς εἶχε γλιστρήσει ἀνάμεσα στοὺς χριστιανούς του καὶ ἀπειλοῦσε νὰ τοὺς παρασύρει καὶ τοὺς ἀποκόψει ἀπὸ τὴν μάνδρα τῆς Ὀρθοδοξίας. Γνώριζε ὁ ἄγρυπνος καὶ πολύπειρος ἱεράρχης, πὼς ὁ χρόνος ποὺ πέρασε εἶχε σκορπίσει πολλὰ ξένα σώματα στὸ καθαρὸ καὶ ἄδολο χρυσάφι τῆς διδασκαλίας τοῦ Χριστοῦ. Οἱ αἱρετικοὶ μὲ πεῖσμα καὶ φανατισμό, μὰ καὶ ἔντεχνα εἶχαν κατορθώσει ἀπὸ καιρὸ νὰ σπείρουν τὰ ζιζάνια τῆς πλάνης τους στὸν ἀγρὸ τῆς «μίας, ἁγίας, καθολικῆς καὶ ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας». Ὅμως ὁ φρόνιμος καὶ φιλόπονος οἰκονόμος τῶν Μυστηρίων τοῦ θεοῦ, ποὺ εἶχε βαθιὰ ἐπίγνωση τῆς ἀποστολῆς καὶ τῶν ὑποχρεώσεών του ἔναντι τῶν ψυχῶν τοῦ ποιμνίου του, ἀκούραστος πάντα καὶ μὲ ζῆλο ἀποστολικὸ δίδασκε κάθε μέρα καὶ νουθετοῦσε τὸν λαό του στὴν ὀρθὴ πίστη. Ὡς δόκιμος καὶ καλὸς γεωργὸς φρόντιζε νὰ περιποιεῖται καὶ νὰ κρατᾶ τὸ «γεώργιόν» του μακριὰ ἀπὸ τὶς ἐπιβουλὲς τῶν κακῶν γεωργῶν, ποὺ σὰν λύκοι μὲ ἔνδυμα προβάτου ἐρχόντουσαν νὰ σκορπίσουν τὰ ζιζάνια τῶν αἱρέσεών τους στὸν ὀρθόδοξο χριστιανικὸ ἀγρό.

Τέτοιοι κακοὶ γεωργοὶ τὴν ἐποχὴ αὐτὴ ὑπῆρξαν μαζὶ μὲ ἄλλους οἱ ὀπαδοὶ τῆς παλαιᾶς αἱρέσεως τοῦ μονοφυσιτισμοῦ καὶ οἱ σιμωνιακοί. Ἡ λέξη προῆλθε ἀπὸ κάποιο Σίμωνα μάγο. Αὐτός, ὅπως μᾶς ἀναφέρουν αἱ Πράξεις (η’ 14 – 24), σὰν εἶδε ἐκεῖ στὴν Σαμάρεια ὅπου ζοῦσε τοὺς Ἀποστόλους Πέτρο καὶ Ἰωάννη νὰ μεταδίδουν μὲ τὴν ἐπίθεση τῶν χειρῶν τους ἐπάνω στοὺς νεοβαπτισθέντας χριστιανοὺς τὰ χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πλησίασε καὶ πρόσφερε χρήματα πολλὰ στοὺς Ἀποστόλους, γιὰ νὰ δώσουν καὶ σ’ αὐτὸν τοῦτο τὸ χάρισμα. Στὴν πρότασή του, ὁ Ἀπόστολος Πέτρος ἀπήντησε μὲ καυστικὴ δριμύτητα καὶ τὸν ἔδιωξε. Ἀπὸ τότε ὅσοι ζητοῦν μὲ χρήματα ν’ ἀγοράσουν τὴν δωρεὰ τοῦ Θεοῦ, καλοῦνται «σιμωνιακοί» καὶ ἡ πράξη τους «σιμωνία». Οἱ πρῶτοι μὲ τρόπο ὕπουλο ἀγωνίζονταν νὰ νοθεύσουν τὸ ὀρθὸ δόγμα. Οἱ δεύτεροι, γιὰ νὰ ἱκανοποιήσουν τὸ ἀχόρταγο πάθος τῆς φιλαργυρίας τους, πωλοῦσαν καὶ ἀγόραζαν τὸ ἀτίμητο ἀξίωμα τῆς ἱεροσύνης μὲ χρήματα. Γιὰ τοὺς πρώτους, ὁ καλὸς ποιμένας ἀνέλαβε συνεχὲς κήρυγμά των, γιὰ νὰ διαφωτίσει τὸ ποίμνιό του γιὰ τὴν ὀρθὴ θέση τῆς Ἐκκλησίας ἀπέναντι στὴν αἵρεση αὐτή. Γιὰ τοὺς δεύτερους κυκλοφόρησε τὴν γνωστὴ θεόσοφο Συνοδικὴ ἐγκύκλιο ἐπιστολή του μὲ τὴν ὁποία καταδικάζει τὴν πράξη καὶ ἀπαγορεύει στοὺς ἐπισκόπους νὰ χειροτονοῦν κατόπιν πληρωμὴς ἀναξίους ἐργάτες γιὰ τὸν ἀγρὸ τοῦ Κυρίου.

Ἡ ἐπιστολὴ αὐτὴ εἶναι στ’ ἀλήθεια ὑπέροχη, μὰ καὶ πολὺ αὐστηρή. Σ’ αὐτὴν μεταξὺ ἄλλων ἀναφέρονται καὶ τοῦτα. «Ἡμεῖς ἐν τούτῃ τῇ νέᾳ Ρώμῃ καὶ βασιλίδι μετὰ τῆς ἐνδημούσης ἡμῖν ἁγίας συνόδου ὁρίζομεν..., ὥστε δίχα πάσης ἐπινοίας καὶ προφάσεως καὶ σοφίσματος τὴν ἀσεβῆ ταύτην νόσον καὶ βδελυρὰν (ἐννοεῖ τὴν σιμωνία), παντελῶς ἐκκοπῆναι τῶν ἁγιωτάτων ἐκκλησιῶν τοῦ Θεοῦ, ὅπως ἀκαπηλεύτου καὶ καθαρὸς τῆς τοῦ χειροτονοῦντος χειρὸς γινομένης, ἄνωθεν καὶ ἡ καθαρά του Ἁγίου Πνεύματος Χάρις ἐπιφοιτώσα ἐκπληροὶ τὸν χειροτονούμενον, καὶ μὴ συστέλλεσθαι μᾶλλον ὡς ἤδη διὰ χρημάτων τῆς χειρὸς μολυνθείσης δεῖ γὰρ τοὺς χειροτονοῦντας ὑπηρέτας εἶναι τοῦ Πνεύματος καὶ μὴ πράτας τοῦ Πνεύματος καὶ χάριν εἶναι τὴν χάριν καὶ μηδαμῶς μεσιτεύειν ἀργύριον. Διὸ ἔστω τοὶ νῦν καὶ ἔστω ἀποκήρυκτος (ἀφορισμένος) καὶ πάσης ἱερατικῆς ἀξίας ἀλλότριος καὶ τὴν κατάρα τοῦ ἀναθέματος ὑποκείμενος ὁ τεκτώμενος καὶ ὁ διδοὺς αὐτὴν (τὴν ἱερατικὴ ἐξουσία) διὰ χρημάτων»... Λόγια φοβερά. Ἀλλὰ καὶ λόγια ἀξιοπρόσεκτα. Ὑπηρέτες τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἶναι οἱ ἐπίσκοποι ποὺ τελοῦν τὶς χειροτονίες. Ὑπηρέτες καὶ ὄχι ἔμποροι...

Μεγάλη ὑπόθεση τὸ μυστήριό της ἱεροσύνης. Πολὺ μεγάλη. Ὅπως λέγει καὶ κάποιος σύγχρονος θεολόγος, ξεχωριστὸς δάσκαλος τοῦ θείου λόγου καὶ δόκιμος χειριστὴς τοῦ καλάμου. «Ἡ ἱεροσύνη δὲν εἶναι ἀξίωμα, ποὺ προμηθεύει ματαίαν δόξαν δὲν εἶναι θέσις ποὺ ἐξασφαλίζει προσόδους δὲν εἶναι ἐπάγγελμα βιοτικόν, ἀλλὰ κλῆσις τοῦ Χριστοῦ εἰς τὴν ὁποίαν καλεῖ τοὺς ἀγαπώντας Αὐτόν. Εἶναι παρακαταθήκη ἱερά, τὴν ὁποίαν ἐμπιστεύεται εἰς ἐκείνους, ποὺ ἀναλαμβάνουν τὸ βαρὺ καὶ κοπιῶδες αὐτὸ ἔργον εἰς ἔνδειξιν τῆς πρὸς Αὐτὸν ἀγάπης». Καὶ οἱ ἐκκλησιαστικοὶ ἄρχοντες, ὅπως λέγει ὁ ἴδιος, «εἶναι οἱ δοῦλοι οἱ διωρισμένοι ἀπὸ τὸν Χριστόν, καὶ καθιερωμένοι, διὰ νὰ κυβερνοῦν τὴν Ἐκκλησία. Νὰ τὴν κυβερνοῦν ὄχι ὡς ἀπόλυτοι δεσπόται, ἀλλὰ ὡς οἰκονόμοι, ὡς ὑπερούσιοι καὶ ἐξηρτημένοι ἐκ τοῦ Χριστοῦ ὄχι ὡς κύριοι, ἀλλὰ ὡς ὁδηγοὶ ὄχι διὰ νὰ χαράξουν νέους δρόμους εἴτε εἰς τὴν διδασκαλίαν, εἴτε εἰς τὴν διαγωγὴν καὶ ζωὴν τῶν πιστῶν, ἀλλὰ διὰ νὰ τοὺς καθοδηγήσουν εἰς τὸν ἕνα καὶ μοναδικὸν δρόμον ποὺ ἐχάραξεν ὁ Χριστός». Τὸν δρόμο ποὺ θὰ τοὺς ἐξασφαλίσει τὴν σωτηρία.

Ἔτσι εἶδαν οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας τὴν ἱεροσύνη. Ἔτσι τὴν εἶδε καὶ ὁ εὐλαβὴς ἱεράρχης. Κλήση Χριστοῦ. Διακονία χάριν τοῦ λαοῦ. Διακονία μέχρι Θυσίας. Θυσίας ὄχι μόνον κόπων καὶ ὑλικῶν ἀγαθῶν, ἀλλὰ θυσίας καὶ αὐτῆς τῆς ζωῆς τους γιὰ τὸ καλὸ τῶν χριστιανῶν.

Γιὰ τὸν πνευματικὸ ἐφοδιασμὸ τῶν χριστιανῶν ὁ ἀφοσιωμένος στὸ καθῆκον ἱεράρχης ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἀξιόλογη συγγραφική του παραγωγὴ φρόντισε καὶ ἱδρύθηκε τοῦτο τὸν καιρὸ (463) στὴν Πόλη ἡ ξακουστὴ ἀργότερα Μονὴ τοῦ Στουδίου καὶ ὁ πάνσεπτος ναὸς τῆς Θεοτόκου, ὁ γνωστός μας μὲ τ’ ὄνομα Ναὸς τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς. Γιὰ τοῦτο τὸν ναὸ οἱ δύο πατρίκιοι Γάλβιος καὶ Κάνδιδος ἔφεραν ἀπὸ τὰ Ἱεροσόλυμα καὶ ἐναπέθεσαν σ’ αὐτὸν τὴν ἱερὴ ἐσθήτα τῆς Θεομήτορος. Ἔτσι ὁ εὐσεβὴς λαὸς τῆς Βασιλίδος τῶν πόλεων μὲ τὴ βοήθεια καὶ τὸν ζῆλο τοῦ στοργικοῦ ποιμένα του ἐξασφάλιζε δύο ἀκόμη πολύτιμα μέσα πνευματικῆς καλλιέργειας καὶ ψυχικῆς ἀνατάσεως καὶ οἰκοδομῆς.

Ἡ ὑποχρεωτικὴ ὅμως ἀπὸ τὴ γόνιμη ἀρχιερατεῖα του προβολή, ἐντελῶς ξένη πρὸς τὴν ἰδιοσυγκρασία του καὶ τὸν αὐστηρὸ τρόπο ἀσκήσεως μὲ τὸν ὁποῖο ἤθελε νὰ ζεῖ ὁ καλὸς ποιμήν, τὸν ὁδήγησαν στὴν ἡρωικὴ ἀπόφαση νὰ ἀνταλλάξει κάποτε τὴν αἴγλη καὶ τὰ μεγαλεῖα τοῦ προκαθημένου τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας καὶ ἐπισκόπου τοῦ πρώτου θρόνου τῆς Οἰκουμένης μὲ τὴν ἁπλὴ καὶ ἀθόρυβη ζωὴ τοῦ μονάχου. Ἔτσι, ἀφοῦ κατὰ παραχώρηση Θεοῦ προαισθάνθηκε τὸ τέλος του, ἔσπευσε νὰ χειροτονήσει καὶ ν’ ἀφήσει γιὰ διάδοχό του στὸν πατριαρχικὸ θρόνο τὸν πρεσβύτερο Ἀκάκιο, ἄνθρωπο ἀναγνωρισμένης ἱκανότητος καὶ ἀρετῆς καὶ νὰ ἀποσυρθεῖ. Φόρεσε τὸν δερμάτινο σάκο τοῦ ἀσκητῆ, ἔβαλε κατάσαρκα στὸ κορμί του σίδερα καὶ ἀναχώρησε νύχτα ἀπ’ τὴν Πόλη. Μὲ συνοδὸ ἕναν εὐλαβὴ μοναχό, τὸν Νεῖλο, τράβηξε γιὰ τοὺς Ἁγίους Τόπους. Ἐκεῖ ἀφοῦ εἶδε καὶ προσκύνησε τὸν φρικτὸ Γολγοθᾶ καὶ τὸν Ζωοδόχο Τάφο προχώρησε γιὰ τὴν Κύπρο. Ἔφτασε στὴν Πάφο καὶ χωρὶς καμιὰ χρονοτριβὴ ἀφῆκε ἐκεῖ τὸν συνοδό του Νεῖλο καὶ αὐτὸς μόνος ξεκίνησε γιὰ τὸ ὄρος, ὅπου παλιὰ εἶχε στήσει τὴν ἀσκητική του παλαίστρα ὁ γίγας τῆς μοναστικῆς ζωῆς, Ἰλαρίων ὁ Μέγας.

Ἡ ἀπόσταση ἀπ’ τὴν πόλη ἦταν μεγάλη. Κουρασμένος ὁ σεβάσμιος γέροντας ἀπ’ τὰ χρόνια περπατοῦσε σιγά. Ἔτσι πρὶν νὰ φτάσει, ἄρχισε νὰ νυκτώνει καὶ νὰ πέφτει χιονόνερο. Γιὰ νὰ φυλαχθεῖ ἀπ’ τὴν θύελλα, τάχυνε τὸ βῆμά του πρὸς τὸ χωριὸ Κισσόπτερα, ποὺ εἶναι κοντὰ καὶ ζήτησε καταφύγιο σ’ ἕνα σπίτι στὸ ὁποῖο κατοικοῦσε μία χήρα μὲ τὰ δυὸ παιδιά της. Κτύπησε τὴν πόρτα τοῦ σπιτιοῦ πολλὲς φορές. Φώναξε, παρακάλεσε, μὰ κανένας δὲν τοῦ ἄνοιξε. Ἀλήθεια! Τὸ ἀποτέλεσμα δὲν εἶναι δύσκολο νὰ τὸ συμπεράνουμε. Ἀπὸ τὸ δυνατὸ κρύο ὁ Ἅγιος πάγωσε καὶ τὴ νύχτα ἐκείνη παρέδωκε τὸ πνεῦμα. Τὴν ἄλλη μέρα τὸ πρωὶ τὸν βρῆκαν οἱ χωριανοὶ νεκρό. Τὴν ἄπονη δὲ χήρα καὶ τὰ παιδιά της μισοπεθαμένους καὶ ξεπαγιασμένους.

Ἕνας ἀπὸ τὸ χωριὸ μετέφερε στὸν ἐπίσκοπο τῆς Πάφου τὸ μήνυμα. Καὶ ὁ Ἐπίσκοπος Ὑπερόριος ἔστειλε ἕναν ἱερέα καὶ ἕναν λαϊκὸ μαζί, γιὰ νὰ κανονίσουν τὰ τῆς ταφῆς τοῦ μοναχοῦ. Αὐτὴ τὴν ἐντύπωση ἔδινε ὁ νεκρὸς ἱεράρχης. Ὁ λαϊκὸς ποὺ ἔφτασε πρῶτος ἀνήγγειλε στοὺς ἐκεῖ παρευρισκομένους, τὸν ἐρχομὸ τοῦ ἱερέα τὸν ὁποῖο καὶ περίμεναν. Ὁ ἱερέας ὅμως, ὅταν ἔφτασε ἔξω ἀπὸ τὸ χωριό, ὅπου βρισκόταν ἡ βρύση τοῦ νεροῦ, ἀναγκάστηκε νὰ σταματήσει καὶ φοβισμένος νὰ γυρίσει πίσω, γιατί ἀντὶ τῆς βρύσης ἔβλεπε μπροστά του ἕνα μεγάλο καὶ ἀπέραντο ποταμό. Σὲ λίγο ἄλλος ἀπεσταλμένος ἀπὸ τὸ χωριὸ ἔτρεξε πρὸς τὸν ἐπίσκοπο καὶ τοῦ ἀνέφερε, πὼς ὁ ἱερέας δὲν εἶχε πάει καὶ τοῦ ζήτησε νὰ ἐνδιαφερθεῖ γιὰ τὴν κηδεία τοῦ μοναχοῦ. Τὴν στιγμὴ ἐκείνη προσῆλθε καὶ ὁ ἱερέας ποὺ εἶχε σταλεῖ καὶ ἐξήγησε πὼς ὁ λόγος ποὺ δὲν πῆγε στὸ χωριὸ ἦταν ἡ ὕπαρξη ἐνὸς πολὺ μεγάλου ποταμοῦ, ποὺ βρισκόταν μπροστὰ στὸ χωριό. Τὰ λόγια αὐτὰ κίνησαν τὴν περιέργεια τοῦ Ἐπισκόπου, ὁ ὁποῖος ἀφοῦ κάλεσε ὅλους τοὺς ἱερεῖς τῆς πόλεως ξεκίνησε μ’ αὐτοὺς καὶ μὲ πλήθη λαοῦ πρὸς τὸ χωριό. Πραγματικά, ὅταν ἔφτασαν κοντὰ στὴ βρύση τοῦ νεροῦ, εἶδαν μὲ μεγάλη ἔκπληξή τους ἀντὶ τῆς βρύσης ὄχι μόνο τὸν τεράστιο ποταμό, ἀλλὰ καὶ σκοτάδι πάνω ἀπ’ τὸ νερό. Ὁ Ἐπίσκοπος κατάλαβε, πὼς ὁ νεκρὸς γιὰ τὸν ὁποῖο τοῦ μίλησαν δὲν μποροῦσε νὰ εἶναι ἕνας κοινὸς μοναχός, ἀλλὰ κάποιος μεγάλος Ἅγιος καὶ ὅτι αὐτοὶ ἀπὸ ἀναξιότητα δὲν μποροῦσαν νὰ πλησιάσουν. Ὕστερα ἀπὸ ἐκτενὴ καὶ κατανυκτικὴ παράκληση ὁ ποταμὸς ἐξαφανίστηκε, τὸ σκοτάδι διαλύθηκε καὶ φάνηκε ἡ βρύση τοῦ νεροῦ. Αὐτὴν ὁ ἐπίσκοπος ὀνόμασε Ὅμορον Ὕδωρ (δηλ. κοντινὸ νερό) τὸ γνωστὸ σήμερα μὲ τ’ ὄνομα Μωρὸν Νερόν.

Μετὰ τὴν ἐξαφάνιση τοῦ ποταμοῦ ὁ ἐπίσκοπος μὲ τοὺς ἱερεῖς καὶ τὸν λαὸ προχώρησε πρὸς τὸ μέρος ποὺ βρισκόταν ὁ νεκρός. Σὰν ἔφτασε προσκύνησε μὲ εὐλάβεια τὸ δερμοφόρο καὶ σιδηροφόρο σκήνωμα καὶ διέταξε νὰ φέρουν καὶ νὰ βάλουν κοντὰ σ’ αὐτὸ τὴν ἀκίνητη καὶ μισοπαγωμένη χήρα μὲ τὰ παιδιά της. Τότε ὁ εὐλαβὴς ἐπίσκοπος Ὑπερόριος γονάτισε μπροστὰ στὸ λείψανο καὶ προσευχήθηκε. Ἀπὸ μέρους τῆς γυναίκας ζήτησε ἀπ’ τὸν ξένο μοναχὸ νὰ τὴν συγχωρήσει καὶ νὰ τῆς χαρίσει πάλι τὴν ὑγεία της.

Τὸ θαῦμα ἔγινε. Ἡ μισοπεθαμένη γυναίκα καὶ τὰ παιδιά της ζωντάνεψαν στὴ στιγμή. Κινήθηκαν, σηκώθηκαν, περπάτησαν. Μικροὶ καὶ μεγάλοι ξέσπασαν σὲ φωνὲς καὶ μὲ δάκρυα χαρὰς δόξασαν τὸν Πανάγαθο Θεὸ καὶ τὸν ἄγνωστο Ἅγιό του. Σὲ λίγο πλήθη λαοῦ ἀπ’ τὴν πόλη καὶ τὰ γειτονικὰ μέρη ποὺ ἄκουσαν τὰ γενόμενα, ἄρχισαν νὰ καταφθάνουν στὸ μικρὸ χωριό, γιὰ νὰ ἰδοῦν καὶ νὰ προσκυνήσουν τὸν θαυματουργὸ μοναχό. Ἀνάμεσα σ’ αὐτοὺς ποὺ ἦρθαν ἦταν καὶ ὁ συνοδὸς τοῦ Ἁγίου, ὁ Νεῖλος. Σκηνὴ πολὺ συγκινητικὴ διαδραματίστηκε τὴν ὥρα ποὺ αὐτὸς ἀντίκρισε τὸν νεκρὸ ἱεράρχη. Ἔπεσε πάνω στὸ ἅγιο λείψανο καὶ μὲ κλάματα καὶ φωνὲς θρηνοῦσε τὸν κύριό του. Ἔτσι ἀποκαλοῦσε τὸν νεκρό. Ὁ ἐπίσκοπος Ὑπερόριος κάλεσε ἰδιαίτερα τὸν Νεῖλο καὶ ζήτησε ἀπ’ αὐτὸν νὰ τοῦ πεῖ τὴν ταυτότητα τοῦ νεκροῦ. Ὁ μοναχὸς Νεῖλος ἀρνιόταν στὴν ἀρχή. Ὕστερα ὅμως τοῦ φανέρωσε τὸ μυστήριο:

– Δέσποτά μου, τοῦ εἶπε, ὁ μοναχὸς αὐτός, ὁ ξένος καὶ ταπεινός, εἶναι ὁ Γεννάδιος, ὁ ἄλλοτε ἀρχιεπίσκοπος τῆς Κωνσταντινουπόλεως.

Στὸ ἄκουσμα τοῦ ὀνόματος ὁ ἐπίσκοπος Ὑπερόριος σηκώθηκε καὶ βαθιὰ συγκινημένος ἔδωσε ἐντολὴ νὰ ἑτοιμάσουν γιὰ τὸν νεκρὸ τὸ ἀνάλογο φέρετρο. Ὕστερα, ἀφοῦ τοποθέτησαν ἐκεῖ τὸ ἅγιο λείψανο, μὲ ὕμνους καὶ θυμιάματα, τὸ σήκωσαν καὶ μὲ λαμπάδες καὶ ἄλλην ἱερὴ δορυφορία τὸ μετέφεραν γιὰ νὰ τὸ θάψουν στὴν ἐπισκοπή. Μόλις οἱ ἄνθρωποι ποὺ κρατοῦσαν τὸ φέρετρο προχώρησαν καὶ ἔφτασαν ἐκεῖ ποὺ κτίσθηκε ἀργότερα ὁ ὁμώνυμος ναός, ἔνοιωσαν μεγάλη κούραση καὶ ἀπέθεσαν τὸ φέρετρο γιὰ νὰ ξεκουραστοῦν λίγο. Ὅταν ὕστερα δοκίμασαν νὰ τὸ σηκώσουν πάλι καὶ νὰ προχωρήσουν, στάθηκε ἀδύνατο. Τὸ φέρετρο δὲν μετακινεῖτο. Νόμιζε κανεὶς πὼς εἶχε ριζώσει στὴ γῆ. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ τοὺς ἔκαμε νὰ καταλάβουν, πὼς ὁ Ἅγιος ἤθελε στὸν τόπο ἐκεῖνο νὰ ταφεῖ. Αὐτὸ καὶ ἔγινε. Ἐκεῖ τὸν ἔθαψαν καὶ ἐκεῖ ἀργότερα ἡ εὐλάβεια τῶν πιστῶν ἔκτισε ἕνα ναὸ στὴ μνήμη του.

Στὴν κηδεία τοῦ Ὁσίου πολλοὶ ἄρρωστοι ἔγιναν καλά. Καὶ γιὰ πολλοὺς ἄλλους ὁ τάφος του στάθηκε πηγὴ ἰαμάτων. Εἰδικὰ ὁ Ἅγιος ἔλαβε τὴν χάρη ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ θεραπεύει ὅσους ὑποφέρουν ἀπὸ κρυολογήματα καὶ ἀπὸ τὸν βήχα, ἐπειδὴ καὶ αὐτὸς ἀπὸ τὸ πολὺ κρύο ἀπέθανε.

Ἂν καὶ ὁ Βηχιανὸς ἀναφέρεται μεταξὺ τῶν τοπικῶν ἁγίων τοῦ νησιοῦ μας, μερικοὶ φρονοῦν ὅτι τὸ ὄνομα τοῦτο εἶναι μᾶλλον ἐπίθετο τοῦ Ἁγίου Γενναδίου καὶ ὅτι ὁ Ἅγιος Βηχιανὸς καὶ ὁ Ἅγιος Γεννάδιος εἶναι ἕνα καὶ τὸ αὐτὸ πρόσωπο. Ὁ Ἅγιος Βηχιανὸς καὶ Βησσιανὸς ἔχει ὡς κέντρο σεβασμοῦ τὸ μικρὸ χωριὸ Ἀνάγια, ποὺ βρίσκεται 10 περίπου μίλια ΝΔ τῆς Λευκωσίας καὶ τὴν Κισσοῦσα τῆς ἐπαρχίας Λεμεσοῦ. Τοιχογραφίες τοῦ Ἁγίου βρίσκουμε σὲ ἐκκλησίες τῆς Γαλάτας, τοῦ Ἰδαλίου, Καλοπαναγιώτη κλπ. Φορητὲς εἰκόνες στὰ Ἀνάγια, σὲ ναοὺς τῆς Λευκωσίας (Ἁγ. Σάββα, Τρυπιώτη), τῆς Λάρνακος καὶ ἀλλαχοῦ.

Αὐτὴ μὲ ἁδρὲς γραμμὲς ὑπῆρξε ἡ ζωὴ καὶ ἡ δράση τοῦ μεγάλου τούτου τέκνου τῆς Ἐκκλησίας μας. Ζωὴ ἀγωνιστική. Μὰ καὶ ζωὴ ταπεινοφροσύνης καὶ θυσίας.

Ταῖς τοῦ Ἁγίου Γενναδίου πρεσβείαις Χριστέ, ὁ Θεὸς ἐλέησον καὶ σῶσον ἡμᾶς. Ἀμήν.

Τώρα ὡς πρὸς τὸν Πατριάρχη Μάξιμο, δὲν εἶναι ἐπαρκῶς καθορισμένο ποιὸς ἀπὸ τοὺς Πατριάρχες Κωνσταντινὂυπόλεως, ποὺ φέρουν τὸ ὄνομα αὐτὸ εἶναι ὁ Ἅγιος. Κατὰ πάσα πιθανότητα ὅμως, πρόκειται γιὰ τὸν Μάξιμο Γ’ (1476 – 1482). Αὐτὸς καταγόταν ἀπὸ τὴν Πελοπόννησο καὶ ἐργάστηκε μὲ πολλοὺς τρόπους γιὰ τὴν βελτίωση τῶν ἠθῶν. Ὁ ἴδιος μάλιστα, ἀκούραστα κάθε Κυριακὴ δίδασκε στὸ λαὸ τὸν θεῖο λόγο.
(Ἡ μνήμη τοῦ Ἁγίου αὐτοῦ, περιττῶς ἐπαναλαμβάνεται σ’ ὁρισμένους Συναξαριστὲς καὶ τὴν 20η Νοεμβρίου).

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Ἀρετῶν ταῖς ἰδέαις κατακοσμούμενος, τῆς Ἐκκλησίας ἐδείχθης Ἀρχιεράρχης σοφός, καὶ ποιμὴν ἀληθινός, πάτερ Γεννάδιε, ὡς θεράπων τοῦ Χριστοῦ, καὶ ὁσίων κοινωνός, ἐν πάσῃ δικαιοσύνη. Καὶ νῦν δυσώπει ἀπαύστως, ἐλεηθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Άγιος Γρηγόριος Νεοκαισαρείας ο Θαυματουργός

                                        Άγιος Γρηγόριος Νεοκαισαρείας ο Θαυματουργός


Ὁ Γρηγόριος, θαυματουργῶν καὶ πάλαι,
Θεῷ παραστάς, θαυματουργεῖ τι πλέον.
Ἑβδομάτῃ δεκάτῃ τε μέγας θάνε θαυματουργος.
Βιογραφία
Ο Άγιος Γρηγόριος γεννήθηκε περίπου το 210 με 215 μ.Χ. Αρχικά ονομαζόταν Θεόδωρος και οι γονείς του ήταν Έλληνες ειδωλολάτρες και είχαν μεγάλη κοινωνική θέση στη Νεοκαισάρεια του Πόντου (γνωστή στην αρχαιότητα και ως Καβηρία, Διάσπολις και Σεβαστή, το σημερινό Νικσάρ) .

Μετά τη στοιχειώδη εκπαίδευση του, ο Άγιος Γρηγόριος μαζί με τον αδελφό του Γρηγόριο ή (σύμφωνα με μερικές αγιολογικές πηγές) Αθηνόδωρο, (βλέπε και για τους δύο στις 7 Νοεμβρίου) πήγαν στη Βηρυτό για να σπουδάσουν νομικά. Ο Θεός όμως είχε άλλα σχέδια για το Γρηγόριο. Όταν περνούσε από την Καισαρεία, άκουσε το δεινό ερμηνευτή των Γραφών, Ωριγένη. Ο Γρηγόριος τόσο πολύ ενθουσιάστηκε μαζί του, ώστε άφησε τα νομικά και διετέλεσε επί χρόνια μαθητής του. Ονομαστός είναι ο αποχαιρετιστήριος λόγος του μετά το πέρας των σπουδών του. Εκεί φαίνεται η μεγάλη αξία του Ωριγένη, σαν διδασκάλου και η βαθειά ευγνωμοσύνη του Γρηγορίου, σαν μαθητού. «Άπασαν προσήγε την παρ' αυτού τέχνην και επιμέλειαν και κατειργάσατο ημάς», γράφει για το διδάσκαλό του.

Κατόπιν πήγε στην Αλεξάνδρεια, και από εκεί επέστρεψε στη Νεοκαισάρεια με πλήρη θεολογική μόρφωση και άγιο ζήλο. Τότε ο Μητροπολίτης Αμασείας Φαίδημος διέκρινε τα χαρίσματα του και τον έκανε επίσκοπο Νεοκαισαρείας η οποία είχε μόνο 17 χριστιανούς! Ο Γρηγόριος, όμως, δεν το θεώρησε υποτιμητικό. Βασιζόταν πολύ στη δύναμη της θείας χάριτος και πάντα είχε στο μυαλό του τα ενθαρρυντικά λόγια του θείου Παύλου: «Ἐνδυναμοῦ ἐν τῇ χάριτι τῇ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ» (Β' πρός Τιμόθεον, β' 1), δηλαδή να ενδυναμώνεσαι με τη χάρη που μας δίνεται από τη σχέση και την ένωση μας με τον Ιησού Χριστό. Πράγματι, με τη χάρη του Θεού, ο Γρηγόριος έκανε καταπληκτικό αγώνα και εκχριστιάνισε σχεδόν όλη την πόλη. Και ενώ είχε παραλάβει 17 χριστιανούς, όταν πέθανε ειρηνικά στα τέλη του 270 μ.Χ. είχαν απομείνει στην επισκοπική του περιφέρεια μόνο 17 ειδωλολάτρες! Υπήρξε δε τόσο εγκρατής στη γλώσσα του, ώστε δεν βγήκε απ' αυτή κανένας κακός, περιττός ή αργός λόγος. Γι' αυτό και ο Θεός τον κόσμησε και με το χάρισμα της θαυματουργίας.

Στον Γρηγόριο αποδίδεται η καθιέρωση εορτασμών προς τιμήν των μαρτύρων, των διδασκαλιών σχετικά με τους αγίους και η τήρηση εορτών για τους αγίους, που αποτέλεσε επίσης μέσο για να προσελκύσει ειδωλολάτρες στην εκκλησία.

Τον βίο του Αγίου Γρηγορίου του θαυματουργού συνέγραψε ο Άγιος Γρηγόριος ο Επίσκοπος Νύσσης, αδελφός του Μεγάλου Βασιλείου, ο οποίος αποτελεί την πιο αξιόπιστη βιογραφική πηγή εν μέσω ασαφειών και θρύλων. Στον εγκωμιαστικό του λόγο προς τον Άγιο, τον ονομάζει Μέγα και θεωρείται ότι ήταν το πρώτο άτομο που είναι γνωστό ότι έλαβε όραμα της Παναγίας (μαζί με τον Ιωάννη τον Βαπτιστή), βάσει του οποίου κατέγραψε μια ομολογία σχετικά με το δόγμα της Αγίας Τριάδας. Επίσης, ο Άγιος Γρηγόριος Επίσκοπος Νύσσης αναφέρει ότι ο ίδιος μεγάλωσε ακούοντας διηγήσεις και περιγραφές περιστατικών της ζωής του Αγίου Γρηγορίου του Θαυματουργού, καθώς και τους θεοπνεύστους λόγους του, από την γιαγιά του Αγία Μακρίνα (βλέπε 19 Ιουλίου) η οποία ήταν μαθήτρια και πνευματικό παιδί του Αγίου Γρηγορίου Νεοκαισαρείας.

Αλλά και ο Μέγας Βασίλειος σ' ένα του λόγο λέει για τον Γρηγόριο τον θαυματουργό, ότι για τα πνευματικά του χαρίσματα και την χάρη των θαυμάτων «δεύτερος Μωϋσῆς παρ΄ αὐτῶν τῶν ἐχθρῶν τῆς Ἐκκλησίας ἀνηγορεύετο».

Τα έργα του Γρηγόριου έχουν διασωθεί σε ιδιαίτερα αποσπασματική κατάσταση. Ονομαστός παραμένει ο αποχαιρετιστήριος λόγος του Εις Ωριγένην Προσφωνητικός μετά το πέρας των σπουδών του, όπου εξυμνείται η διδακτική δεινότητα του Ωριγένη. Άλλα έργα του που σώζονται είναι η Επιστολή Κανονική Περί των εν τη Καταδρομή των Βαρβάρων Ειδωλόθυτα Φαγόντων ή και Έτερα τινά Πλημμελησάντων, Προς Τατιανόν Περί Ψυχής Λόγος Κεφαλαιώδης, Λόγοι Εις τον Ευαγγελισμόν της Παναγίας Θεοτόκου και Αεί Παρθένου της Μαρίας, Λόγος εις τους Αγίους Πάντας, Ομιλία Εις τον Εκκλησιαστήν, αποσπάσματα από σχολιολόγια στο Ευαγγέλιο του Ματθαίου, στον Ιερεμία και στον Ιώβ.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ. δ’.
Ἐν προσευχαῖς γρηγορῶν, ταῖς τῶν θαυμάτων ἐργασίαις ἐγκαρτερῶν, ἐπωνυμίαν ἐκτήσω τὰ κατορθώματα, ἀλλὰ πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, Πάτερ Γρηγόριε, φωτίσαι τὰς ψυχὰς ἡμῶν, μὴ ποτὲ ὑπνώσωμεν, ἐν ἁμαρτίαις εἰς θάνατον.

Κοντάκιον
Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχῳ.
Ὡς εὐσεβείας ὑποφήτην καὶ διδάσκαλον καὶ τῶν θαυμάτων ποταμόν σε ἀνεξάντλητον μακαρίζομεν οἱ δοῦλοί σου Ἱεράρχα. Ἀλλ’ ὡς ἔχων παρρησίαν πρὸς τὸν Κύριον Ἐκ παντοίων ἀπολύτρωσαι κακώσεων τοὺς βοῶντάς σοι, χαίροις Πάτερ Γρηγόριε.

Ἕτερον Κοντάκιον
Ἦχος β’. Τὰ ἄνω ζητῶν.
Θαυμάτων πολλῶν, δεξάμενος ἐνέργειαν, σημείοις φρικτοῖς, τοὺς δαίμονας ἐπτόησας, καὶ τὰς νόσους ἤλασας τῶν ἀνθρώπων, πάνσοφε Γρηγόριε· διὸ καλῇ θαυματουργός, τὴν κλῆσιν ἐξ ἔργων κομισάμενος.

Κάθισμα
Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Νέος γέγονας Μωσῆς τοῖς ἔργοις, πλάκας πίστεως ἐπὶ τοῦ ὄρους, τῆς μυστικῆς θεοφανείας δεξάμενος, νομοθετήσας λαοῖς τὴν εὐσέβειαν, τοῦ τῆς Τριάδος μυστηρίου Γρηγόριε· ὅθεν ἅπαντες, τιμῶμεν πιστοὶ τὴν μνήμην σου, αἰτοῦντες διὰ σοῦ τὸ μέγα ἔλεος.

Ὁ Οἶκος
Πόθεν ἀπάρξομαι τοὺς ἐπαίνους ἐξυφαίνειν ὁ τάλας, καθορῶν τὰ πολλὰ καὶ ὑπερθαύμαστα πράγματα; Ἐὰν ἀπὸ τοῦ βίου τοῦ Ὁσίου ἐγχειρήσω, τὸ σύνολον οὐκ ἰσχύω· πάντα γὰρ νοῦν ὑπερβαίνει ὁ ἔνθεος βίος αὐτοῦ. Ἐὰν ἀπὸ τῶν θαυμάτων, καὶ ἐν τούτῳ λοιπὸν αἰσχυνθήσομαι, ὑπὲρ τὴν ψάμμον γὰρ ὑπάρχουσι· διὰ τοῦτο ἀκούει θαυματουργός, τὴν κλῆσιν ἐξ ἔργων κομισάμενος.

Μεγαλυνάριον
Τῇ φιλοσοφίᾳ πρὸς ἀληθῆ, γνῶσιν κεχρημένος, οἷα κλίμακι νοητῇ, πρὸς θεολογίας, ἀνέδραμες τὸ ὕψος, Γρηγόριε θαυμάτων, καινῶν διάκονε.

Τυπικόν 17ης Νοεμβρίου 2012



Σάββατον: Τῶν ἐν Ἁγίοις Πατέρων ἡμῶν Γρηγορίου,
 Ἐπισκόπου Νεοκαισαρείας, τοῦ Θαυματουργοῦ.
 Τῶν ἐν Ἁγίοις Πατέρων ἡμῶν Γενναδίου καί Μαξίμου,
 Πατριαρχῶν  Κωνσταντινουπόλεως.
 
Ἀπόστολος: 
Τοῦ Ἱεράρχου· (Α΄ Κορ. ιβ΄ 7-11).
Εὐαγγέλιον: 
Τῆς ἡμέρας· Σαββάτου θ΄ ἑβδομάδος Λουκᾶ (Λουκ. θ΄ 57-62).
 

Να μην ξεχάσω, σήμερα ...χρεοκοπούμε














Στην πορεία της ιστορίας και ανά την υφήλιο
 εμφανίζονται διάφοροι τύποι που τρομοκρατούν τους
 πολίτες για τον ερχομό της συντέλειας του κόσμου και
 τη «Δευτέρα Παρουσία». Κάθε φορά διαψεύδονται, 
αφού δεν διστάζουν να
δώσουν συγκεκριμένες, κοντινές ημερομηνίες, αλλά 
η αποτυχία τους, δεν πτοεί άλλους να ακολουθήσουν
 το έργο τους και να διατυπώνουν προβλέψεις για το 
τέλος του κόσμου.

Σε μια παραλλαγή, την ίδια αίσθηση, αναδύουν και οι 
προβλέψεις για το τέλος των ταμιακών διαθεσίμων και 
τη χρεοκοπία της Ελλάδας, που ξεκίνησε από τον
 περασμένο Μάιο και συνεχίζεται έως τις μέρες μας.

Σύμφωνα με την τελευταία προειδοποίηση του 
πρωθυπουργού και του υπουργού Οικονομικών,
 σήμερα, στις 16 Νοεμβρίου η Ελλάδα θα χρεοκοπήσει. 
Πριν ψηφιστούν μεσοπρόθεσμο και προϋπολογισμός, 
διαμήνυσαν ότι, αν μέχρι τις 16 Νοεμβρίου 
δεν ψηφιστούν τα μέτρα και η Ελλάδα δεν λάβει τη δόση, 
θα χρεοκοπήσει, δεν θα μπορεί να εισάγει φάρμακα, 
τρόφιμα και οι ξένοι δανειστές θα κατάσχουν τα ελληνικά
 πλοία στα λιμάνια του εξωτερικού! Αυτά ειπώθηκαν 
στη Βουλή και όχι σε χαλαρή κουβέντα ή σε κάποιο καφέ.

Η ώρα της κρίσης έφτασε. Τα μέτρα ψηφίστηκαν, 
από μία μερίδα βουλευτών, ο προϋπολογισμός που 
περιέχει τα ίδια μέτρα του μεσοπρόθεσμου, 
ψηφίστηκε και από βουλευτές που καταψήφισαν 
το μεσοπρόθεσμο (ακατανόητο αντάρτικο) και
 σε κάθε περίπτωση νομοθετήθηκαν. Ομως η
 πολυπόθητη δόση δεν ήρθε μέχρι και χθες, 
(ούτε και σήμερα θα έρθει) γιατί ακόμη καβγαδίζουν
 το ΔΝΤ και η Ε.Ε. (βασικά οι Γερμανοί) για τη
 βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους.

Στο πλαίσιο αυτό και με βάση τις προειδοποιήσεις
 που είχε απευθύνει η πολιτική ηγεσία της χώρας, 
σήμερα η Ελλάδα θα έπρεπε να κηρύξει πτώχευση
 και οι μηχανές του Χολαργού να ξεκινήσουν να 
«κόβουν» δραχμές. Τίποτα εξ αυτών δεν θα συμβεί. 
Οι προειδοποιήσεις δεν ήταν παρά ένα επικοινωνιακό 
τέχνασμα, το οποίο χάνει την αποτελεσματικότητά
 του όσο εξακολουθεί να χρησιμοποιείται, από τον 
περασμένο Μάιο, κάθε φορά που η κυβέρνηση 
επιδιώκει να περάσει ένα σκληρό πακέτο μέτρων.

Με την επανάληψη της ίδιας φάρσας δεν χάνεται 
μόνο η αξιοπιστία επί του συγκεκριμένου ζητήματος, 
δηλαδή του χρόνου της χρεοκοπίας, αλλά και γενικότερα
 για όλα τα ζητήματα της οικονομικής πολιτικής. 
Πώς θα πιστέψει ο πολίτης, που υποβάλλεται σε απίστευτες
 θυσίες, τις εξαγγελίες για ανάπτυξη και δημιουργία
 νέων θέσεων εργασίας; Ή πώς θα πιστέψει πως τα
 μέτρα του μεσοπρόθεσμου, ύψους 14,2 δισ. ευρώ,
 είναι τα τελευταία, αφού το ίδιο το πρόγραμμα προβλέπε
ι επιπλέον μέτρα, ύψους 4,7 δισ. ευρώ και το προσχέδιο 
της έκθεσης της Κομισιόν κάνει λόγο για 
νέα μέτρα 6,6 δισ. ευρώ.

ΠΑΝΟΣ Φ. ΚΑΚΟΥΡΗΣ 
πηγή

«…καὶ εἶδον γυναῖκα καθημένην ἐπὶ θηρίον…»*



- Η Ευρώπη στα νέα ευρώ -

Στην ελληνική μυθολογία, η Φοινικική πριγκίπισσα Ευρώπη απήχθη και βιάστηκε από τον βασιλιά των θεών, τον Δία.
Αλλά η εικόνα της από το επόμενο έτος θα αντικαταστήσει τις εικόνες των παραθύρων και των θυρών στα τραπεζογραμμάτια ευρώ ως ασφάλεια και διακόσμηση.

«Τα πορτρέτα εδώ και καιρό έχουν χρησιμοποιηθεί σε τραπεζογραμμάτια σε όλο τον κόσμο και η έρευνα έχει δείξει ότι οι άνθρωποι τείνουν να θυμούνται τα πρόσωπα. Υπάρχει κάποια καλύτερη φιγούρα από την Ευρώπη για να αποτελέσει το νέο πρόσωπο του ευρώ;» είπε ο επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), Mario Draghi,την Πέμπτη (8 Νοεμβρίου) σύμφωνα με το Bloomberg.

Η Ευρώπη θα εμφανιστεί πρώτα στα χαρτονομίσματα των 5 ευρώ τον Μάιο, κι θα ακολουθήσουν και τα άλλα χαρτονομίσματα τα επόμενα χρόνια.

Το πρόσωπό της Ευρώπης θα εμφανιστεί ως υδατογράφημα και ως ολόγραμμα.Μέχρι τώρα, στα χαρτονομίσματα του ευρώ υπήρχαν εικόνες παραθύρων και θυρών σε διάφορα αρχιτεκτονικά στυλ ως ένα σύμβολο «ανοίγματος» που σχεδιάστηκε για να μην προσβάλλει τις εθνικές ευαισθησίες.

Τα νέα χαρτονομίσματα θα έχουν επίσης, έναν αριθμό στο χρώμα του σμαραγδιού.
Όλη η σειρά, που θα αρχίσουμε σταδιακά να χρησιμοποιούμε στις συναλλαγές μας από του χρόνου, ονομάζεται Ευρώπη.

Οι αναλυτές του Bloomberg στην άλλη όχθη του Ατλαντικού ήδη από τις αρχές Σεπτεμβρίου προσπαθούσαν να μάθουν τα πάντα για τα νέα ευρώ. Το σχόλιό τους για την πινελιά ελληνικής μυθολογίας; «Μια εικόνα που συμβολίζει τα θεμέλια και την ιστορία της Ευρώπης και διαπερνά τα εθνικά σύνορα ίσως δυναμώσει εκ νέου το μήνυμα των ηγετών, όπως της Καγκελαρίου Μέρκελ, ότι το ευρώ είναι ένα νόμισμα ενότητας. Παρότι η Ελλάδα πυροδότησε την κρίση χρέους που αύξησε το κόστος δανεισμού από το Δουβλίνο μέχρι τη Ρώμη και απειλεί να καταστρέψει την νομισματική ένωση».

Η επιλογή της ελληνικής μυθολογικής μορφής ίσως δεν είναι τυχαία. Οι ευρωπαίοι τεχνοκράτες θέλουν να θυμίζουν στους λαούς, με κάτι που πιάνουν καθημερινά στα χέρια τους, τη σημασία του ευρωπαϊκού εγχειρήματος. Και τις ιστορικές του καταβολές, μια και η όμορφη κατά τον μύθο πριγκίπισσα από τη Φοινίκη, που ξελόγιασε και άρπαξε ο Δίας μεταμορφωμένος σε λευκό ταύρο για να τη φέρει στην Κρήτη, έδωσε στην ήπειρο το όνομά της.

"Η Ευρώπη" - Γλυπτό στις Βρυξέλλες
Πλην, βέβαια, της σημειολογίας που εξυπηρετεί η μυθική πριγκίπισσα, η χρήση ενός προσώπου έχει πρακτική σημασία. Το να βάζεις ένα πρόσωπο αντί για ένα γεφύρι ή ένα κτίσμα κάνει πολύ πιο δύσκολη τη δουλειά των επίδοξων πλαστογράφων, όσο καλλιτέχνες κι αν είναι. Οι κεντρικές τράπεζες επανασχεδιάζουν τα χαρτονομίσματα σε τακτική βάση για να βελτιώνουν την«ασφάλεια» των συναλλαγών. Η ΕΚΤ μάλιστα είχε καθυστερήσει ήδη τον επανασχεδιασμό των ευρώ που τώρα έχουμε στα πορτοφόλια μας, τα οποία κυκλοφόρησαν για πρώτη φορά το 2002.

Η πρώτη σειρά τραπεζογραμματίων θα κυκλοφορήσει μαζί με τα παλιά. Αλλά τα παλιά χαρτονομίσματα που καθιερώθηκαν για πρώτη φορά πριν από 10χρόνια θα παύσουν τελικά να αποτελούν νόμιμο χρήμα.

«Η ημερομηνία που αυτό θα συμβεί θα ανακοινωθεί εκ των προτέρων», είπε η ΕΚΤ.

Τα παλιά χαρτονομίσματα θα διατηρήσουν την αναγραφόμενη αξία τους και θα είναι ανταλλάξιμα σε κάθε εθνική κεντρική τράπεζα της ευρωζώνης ακόμη και όταν δεν είναι πλέον έγκυρα στα καταστήματα.

Εν τω μεταξύ, η παραχάραξη των τραπεζογραμματίων ευρώ έχει δραστηριοποιήσει τις διεθνείς διωκτικές αρχές.

Τον Απρίλιο, μια διεθνής αστυνομική επιχείρηση εξάρθρωσε στην Μπογκοτά της Κολομβίας ένα τυπογραφείο και αποθηκευτικό χώρο πλαστών χαρτονομισμάτων των 50 και των 100 ευρώ.

Η Europol,με έδρα τη Χάγη, είπε ότι οι αρχές έχουν κατάσχει πάνω από 19 εκατομμύρια πλαστού χρήματος στην Κολομβία μόνο από το 2006.

*(Αποκάλυψις 17:3)

Απομακρύνουν τα παιδιά από την Εκκλησία(Γέροντας Παΐσιος).



Μικρό παιδάκι, πόσο με βοηθούσε που πήγαινα στην Εκκλησία! Είχαμε καλό δάσκαλο στο Δημοτικό και μας βοηθούσε και αυτός. Μας μάθαινε εθνικά άσματα και εκκλησιαστικούς ύμνους. 
Στην Εκκλησία τις Κυριακές ψάλλαμε την Δοξολογία, «Ταις πρεσβείαις....», «Άγιος ο Θεός», το Χερουβικό.
- Και τα κοριτσάκια ψάλλανε;
- Ναι, όλα μαζί τα παιδιά. Παλιά, η Εκκλησία ήταν δίπλα στο σχολείο και παίζαμε γύρω από την Εκκλησία, στην αυλή της. Μας πήγαιναν στην Εκκλησία οι δάσκαλοι στις γιορτές, και ας χάναμε κανένα μάθημα.


Προτιμούσε ο δάσκαλος να χάση μια ώρα, για να λειτουργηθούν τα παιδιά. Έτσι τα παιδιά διδάσκονταν, αγιάζονταν, γίνονταν αρνάκια. Είχαμε και έναν δάσκαλο Εβραίο, αλλά θρησκευτικά δεν μας δίδασκε,ερχόταν μια δασκάλα και μας έκανε θρησκευτικά. Παρ’ όλο όμως που ήταν Εβραίος, μας πήγαινε μέχρι την Εκκλησία. Και στην Εκκλησία όλα τα παιδιά στεκόμασταν όρθια, ήσυχα.


Και βλέπω σήμερα που απομακρύνουν τα παιδιά από την Εκκλησία, πως έχουν αγριέψει! Ενώ στην Εκκλησία το παιδάκι θα ηρεμήσει, θα γίνει καλό παιδί, γιατί δέχεται την ευλογία του Θεού, αγιάζεται. Δεν τα αφήνουν να πηγαίνουν στην Εκκλησία, για να μην επηρεασθούν από τα πνευματικά! Από τις άλλες ανοησίες όχι μόνον δεν τα απομακρύνουν, αλλά τους τις διδάσκουν κιόλας! Μα δεν καταλαβαίνουν ότι ταπαιδάκια, αν επηρεασθούν, ας υποθέσουμε, από την Εκκλησία, από την θρησκεία, στο κάτω-κάτω δεν θα κάνουν αταξίες, θα είναι φρόνιμα, θα έχουν επιμέλεια στα μαθήματά τους, δεν θα είναι ζαλισμένα
όπως τώρα. Μέχρι να μεγαλώσουν, και στα θέματα τα εθνικά θα είναι σωστά τοποθετημένα, δεν θα μπλέξουν με παρέες, με ναρκωτικά, να αχρηστευθούν. Όλα αυτά δεν θα είναι μια προϋπόθεση να γίνουνκαλοί άνθρωποι; Αυτό τουλάχιστον δεν το αναγνωρίζουν; Δεν το σέβονται;


Αλλά σκοπός τους τώρα είναι να απομακρύνουν τα παιδιά από την Εκκλησία. Τα δηλητηριάζουν, τα μολύνουν με διάφορες θεωρίες, κλονίζουν την πίστη τους. Τα εμποδίζουν από το καλό, για να τα αχρηστέψουν. Τα καταστρέφουν από μικρά. Και τα παιδάκια, φυσικά, από αρνάκια γίνονται κατσικάκια. Αρχίζουν μετά να χτυπούν άσχημα και τους γονείς τους και τους δασκάλους και αυτούς που τα
κυβερνούν. Τα κάνουν όλα άνω-κάτω συλλαλητήρια, καταλήψεις, αποχή από τα μαθήματα. Και τελικά, όταν φθάνουν να ξεκοιλιάσουν αυτούς που τα κυβερνούν, τότε θα βάλουν και αυτοί μυαλό.

 Από το βιβλίο «Με πόνο και αγάπη για τον σύγχρονο άνθρωπο» Γέροντος Παΐσιου Αγιορείτου Λόγοι Α’     

Το Ιερό Σαρανταλείτουργο 15/11 --- 25/12.---Γιατί να μνημονεύουμε τους κεκοιμημένους...

Εἶναι ἡ μέγιστη καὶ πιὸ ἰσχυρὴ προσευχή καθὼς ἀποτελεῖ συμμετοχὴ στὴν προσευχὴ καὶ τὴ θυσία τοῦ Χριστοῦ.

Το Ιερό Σαρανταλείτουργο 15/11 --- 25/12.

Εικόνα

Το Ιερό Σαρανταλείτουργο, κατά την διάρκεια της νηστείας των Χριστουγέννων, υπέρ υγείας ζώντων και υπέρ αναπαύσεως των κεκοιμημένων αδελφών μας.

Στο υπέροχο βιβλίο «Ιωάννης της Κροστάνδης», (έκδ. Ιεράς Μονής Παρακλήτου), διαβάζουμε:
«Στην Θεία Λειτουργία τελείται το μυστήριο τής αγάπης. Και ή αγάπη στην ουσία της είναι μεταδοτική. Ή αγάπη, ιδιαίτερα ή θεία, σπεύδει να σκορπίσει το φώς της, την χαρά της όλους… Και συμπληρώνει: ώ αγάπη τελειότατη! ώ αγάπη, πού τα πάντα αγκαλιάζεις! Ώ αγάπη ισχυρότατη! Τί να προσφέρουμε σαν ευγνωμοσύνη στον Θεό για την αγάπη Του προς εμάς; Ή αγάπη αυτή βρίσκεται στην θυσία τού Χριστού, πού προσφέρεται για την άπελευθέρωσι όλων από κάθε κακία…».

Και ό μακαριστός π. Παΐσιος, σχετικά με την ανάγκη προσευχής για τούς κεκοιμημένους, έλεγε: «…να αφήνετε μέρος τής προσευχής σας για τούς κεκοιμημένους. Οι πεθαμένοι δεν μπορούν να κάνουν τίποτα (για τούς εαυτούς τους). Οι ζωντανοί μπορούν… Να πηγαίνετε στην εκκλησία λειτουργία, δηλαδή πρόσφορο, και να δίνετε το όνομα τού κεκοιμημένου, να μνημονευθή από τον ιερέα στην προσκομιδή. Επίσης, να κάνετε μνημόσυνα και τρισάγια. Σκέτο το τρισάγιο, χωρίς Θεία Λειτουργία, είναι ελάχιστο.

Το μέγιστο, πού μπορούμε να κάνουμε για κάποιον, είναι το Σαράντα Λείτουργο. Καλό θα είναι να συνοδευθή και με ελεημοσύνη. 

Αν έχεις ένα νεκρό, ό όποιος έχει παρρησία στον Θεό, και τού ανάψεις ένα κερί, αυτός έχει υποχρέωση να προσευχηθεί για σένα στον Θεό.
Αν πάλι, έχεις ένα νεκρό, ό όποιος νομίζεις ότι δεν έχει παρρησία στον Θεό, τότε, όταν τού ανάβεις ένα αγνό κερί, είναι σαν να δίνης ένα αναψυκτικό σε κάποιον πού καίγεται (από δίψα ). Οι άγιοι δέχονται ευχαρίστως την προσφορά του κεριού και είναι υποχρεωμένοι να προσευχηθούν γι’ αυτόν πού το ανάβει. Ο Θεός ευχαρίστως το δέχεται…». (Μαρτυρίες προσκυνητών, Ζουρνατζόγλου Νικ.)


Για την ωφέλεια από τα Ιερά Σαρανταλείτουργα και τα μνημόσυνα, αξιομνημόνευτο είναι και το περιστατικό πού ακολουθεί από το βιβλίο «Θαύματα και αποκαλύψεις από την Θεία Λειτουργία», (έκδ. Ιεράς Μονής Παρακλήτου).
«Κάποιος άρχοντας από την Νικομήδεια αρρώστησε βαριά και, βλέποντας πώς πλησιάζει στον θάνατο, κάλεσε την γυναίκα του για να τής εκφράσει τις τελευταίες του επιθυμίες: Την περιουσία μου να την μοιράσεις στους φτωχούς και τα ορφανά. Τούς δούλους να τούς ελευθερώσεις. Αλλά στους ιερείς δεν θέλω να δώσεις χρήματα για λειτουργίες. Σ’ αυτή του την μεγάλη θλίψη ό ετοιμοθάνατος επικαλέστηκε με πίστη την ευχή τού άββά Ησαΐα, ενός άγιου μοναχού πού ασκήτευε κοντά στην Νικομήδεια, και αμέσως -ώ τού θαύματος!- έγινε καλά. Σηκώθηκε λοιπόν και πασίχαρος έτρεξε στον όσιο. Εκείνος τον καλοδέχτηκε, δοξάζοντας τον Θεό για το μεγάλο θαύμα.
-Θυμάσαι, παιδί μου, τον ρώτησε, ποιά ώρα συνήλθες από την αρρώστια;
-Την ώρα πού επικαλέστηκα την ευχή σου, απάντησε εκείνος. Ό όσιος, με τον φωτισμένο του νου, γνώριζε τί είχε λεχθεί στην διάρκεια τής αρρώστιας του και ξαναρώτησε:
-Άφησες, παιδί μου, χρήματα στους ιερείς, να λειτουργούν για την σωτηρία τής ψυχής σου;
-Όχι, γέροντα. Τί θα είχα να ωφεληθώ άν άφηνα κάτι; Δεν θα πήγαινε χαμένο;
-Μην το λες αυτό.

Ό άδελφόθεος Ιάκωβος γράφει: «Ασθενεί τις έν ύμίν; προσκαλεσάσθω τούς πρεσβυτέρους της εκκλησίας, και προσευξάσθωσαν έπ’ αυτόν άλείψαντες αυτόν έλαίω έν το ονόματι του Κυρίου και ή ευχή της πίστεως σώσει τον κάμνοντα, και έγερεί αυτόν ό Κύριος· καν αμαρτίας ή πεποιηκώς, άφεθήσεται αύτώ». Να λοιπόν πού οι ευχές των ιερέων είναι αποτελεσματικές, για όποιον τις ζητάει με πίστη. Δώσε τώρα κι εσύ ένα ποσό, για λειτουργίες, και θα λάβεις από τον Θεό την πρέπουσα πληροφορία.
Έτσι κι έκανε. Έδωσε χρήματα σ’ έναν ιερέα για να του κάνει σαρανταλείτουργο, και γύρισε στον σπίτι του. Όταν συμπληρώθηκαν οι λειτουργίες, μετά από σαράντα μέρες, κι ενώ σηκωνόταν από τον ύπνο, βλέπει ξαφνικά ν’ ανοίγουν οι πόρτες του σπιτιού του και να μπαίνουν σαράντα άνδρες έφιπποι, λαμπροί και αγγελόμορφοι, είκοσι από δεξιά και είκοσι από αριστερά. -Κύριοι μου, φώναξε έκπληκτος ό άρχοντας, πώς μπήκατε σε σπίτι ανθρώπου αμαρτωλού;

-Εμείς οι σαράντα, πού βλέπεις, του απάντησαν εκείνοι, αντιπροσωπεύουμε τις λειτουργίες πού έγιναν για σένα στον φιλάνθρωπο Θεό.
Μάς έστειλε Εκείνος, για να σε συνοδεύσουμε μέχρι την εκκλησία. Πήγαινε μέσα χαρούμενος, χωρίς δισταγμό. Να, με τα πρεσβυτικά χέρια συμπληρώθηκαν οι σαράντα λειτουργίες, πού έγιναν για να ενωθεί ό Χριστός μαζί σου και να κατοικήσει στην καρδιά σου.

Ύστερα από αυτά, ό άρχοντας μοίρασε την περιουσία του σε ευλαβείς ιερείς, για να γίνουν λειτουργίες «υπέρ αφέσεως των αμαρτιών αυτού», διακηρύσσοντας πώς οι θείες λειτουργίες και οι αγαθοεργίες μπορούν να ανεβάσουν την ψυχή του ανθρώπου από τα καταχθόνια στα επουράνια.


Εἶναι ἡ μέγιστη καὶ πιὸ ἰσχυρὴ προσευχή καθὼς ἀποτελεῖ συμμετοχὴ στὴν προσευχὴ καὶ τὴ θυσία τοῦ Χριστοῦ. 

Ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἱεροσολύμων διδάσκει σχετικά: «Μέγιστη ὠφέλεια πιστεύουμε ὅτι θὰ λάβουν αὐτοί, γιὰ τοὺς ὁποίους δεόμαστε κατὰ τὴν ἁγία καὶ φοβερὴ θυσία τῆς Θείας Λειτουργίας, ἀκόμα κι ἂν εἶναι ἁμαρτωλοί, ἀφοῦ Χριστὸν ἐσφαγιασμένον ὑπὲρ τῶν ἡμετέρων ἁμαρτημάτων προσφέρομεν ἐξιλεούμενοι ὑπὲρ αὐτῶν τε καὶ ἡμῶν τὸν φιλάνθρωπον Θεόν». 

Καὶ ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος: «Δὲν νομοθέτησαν τυχαία οἱ Ἀπόστολοι νὰ μνημονεύουμε κατὰ τὰ φρικτὰ μυστήρια (Θεία Λειτουργία) τοὺς κεκοιμημενούς. Γνωρίζουν ὅτι εἶναι πολὺ μεγάλη ἡ ὠφέλεια γι’ αὐτούς».

Ἡ ἐμπειρία μαρτυρεῖ γιὰ τὴ δύναμη αὐτῆς τῆς προσευχῆς, ποὺ δὲν εἶναι «ἀτομικὴ προσευχὴ» ἀλλὰ ἡ προσευχὴ ὁλόκληρης τῆς Ἐκκλησίας.             Γιατί να μνημονεύουμε τους κεκοιμημένους...

Ένας συγγραφέας, σε κάποια επίσκεψή του στον Πανάγιο Τάφο στα Ιεροσόλυμα, εγνώρισε έναν Αγιοταφίτη μοναχό. Ο μοναχός λοιπόν αναφερόμενος στους γονείς του είπε τα εξής:

« Ο πατέρας μου ήταν φτωχός, αλλά πολύ ευσεβής. Όταν επρόκειτο να γίνει Λειτουργία, περίμενε τον παπά στην πόρτα της Εκκλησίας. Ενώ η μητέρα μου δεν ήταν ασεβής, σπανίως όμως εκκλησιάζετο. Προτιμούσε την Κυριακή να καθίση σπίτι, να μαγειρέψη για την οικογένεια, να κάνη τις δουλειές του σπιτιού, παρά να πηγαίνη Εκκλησία.

Όταν εκοιμήθησαν οι δύο γονείς μου, είδα, λέγει ο μοναχός, και τους δύο στον ύπνο μου· και μεν ο πατέρας μου βρισκόταν σ’ένα ωραιότατο, πανευφρόσυνο περιβόλι κι εκεί απελάμβανε την ευτυχία του Παραδείσου, η δέ μητέρα μου με μεγάλο πόνο μου έλεγε: «Δός μου, παιδάκι μου, κι εμένα, να φάω λίγο απο το πιάτο σου ! Πεινάω!»

Την άλλη ημέρα, όταν ξύπνησα, σκέφθηκα, : Αφού είναι πεθαμένη η μητέρα μου, τι είδους φαγητό μπορεί να επιθυμή; Ασφαλώς, έχει ανάγκη απο πνευματική τροφή.

Χωρίς κανέναν δισταγμό πήγα στην Ιερά Μονή του Αγίου Σάββα κα έδωσα τα απαραίτητα , με την παράκλησι να κάνουν ενα Σαρανταλείτουργο στο όνομα της μητέρας μου, με σκοπό να την υψώση λιγάκι ο Θεός, για να είναι μαζί με τον πατέρα μου, να χαίρωνται και να συνευφραίνονται στο κάλλος του Παραδείσου.
Πρίν όμως τελειώση το Σαρανταλείτουργο, στη μέση περίπου είδα στον ύπνο μου τον πατέρα μου να μου λέγη με σκυθρωπό ύφος

-- Γιατί μου αφήρεσες την μερίδα μου;

Σας βεβαιώ, είπε ο μοναχός, οτί «κοκκάλωσα»! Δεν ήξερα τι να απαντήσω!

Την Άλλη ημέρα παρήγγειλα να προστεθή αμέσως και το όνομα του πατέρα μου στο Σαρανταλείτουργο και μόλις τελείωσε έκαν κι ένα δεύτερο και για τους δύο γονείς μου. Κατόπιν τους ξαναείδα να είναι αναπαυμένοι και ευχαριστημένοι, χωρίς πλέον να μου παραπονούνται.

Έκτοτε, πέρασαν πάρα πολλά χρόνια, περισσότερα απο είκωσι, κάνω συνέχει Μνημόσυνα υπέρ αυτών και κάθε χρόνο απο ένα Σαρανταλείτουργο, για να έχουν περισσότερη ανάπαυσι εν Κυρίω»

Απο το βιβλίο:
Εμπειρίες κατα την Θεία Λειτουργία
Πρωτοπρεσβύτερου Στέφανου Κ. Αναγνωστόπουλου.  

πηγή

Τα Εισόδια της Θεοτόκου Πρεσβυτέρου Γεωργίου Πυτιρίνη\


eisodiaΣήμερα αγαπητοί μου αδελφοί!  η Ορθόδοξος Χριστιανική Εκκλησία μας γιορτάζει τα Εισόδια της Θεοτόκου. Όλοι γνωρίζομε το συμπαθέστατο βιβλικό ζευγάρι του Ιωακείμ και της Άννας. Ζευγάρι πιστό στον ένα και αληθινό Θεό των πατέρων τους. Ήταν και οι δύο  τους  άνθρωποι  καλόγνωμοι  καί   ειρηνικοί  και  η συμβίωσή τους κυλούσε ήρεμα.  Ωστόσο μια μελαγχολία βάραινε  τις ψυχές τους.  Και  στων  δύο  τις καρδιές φώλιαζε η  ίδια λαχτάρα. Να γίνουν γονείς,  να αποκτήσουν  έστω καί  ένα παιδί''   Η  Άννα με  τις θερμές προσευχές που καθημερινά έστελνε στον Θεό  της, είχε τάξει να προσφέρει, να αφιερώσει  το παιδί που θα της  χάριζε  ο Κύριος στην υπηρεσία την  δική  του.
Είχε  διαβάσει  η  Άννα στα  ιερά γράμματα  για μια άλλη  Άννα την γυναίκα του   Ελκανά  που πριν  εκατοντάδες  χρόνια είχε και αυτή τον   ίδιο καημό, νά  αποκτήσει  ένα παιδί. Ό Κύριος  των  Δυνάμεων  είχε  εισακούσει τότε την  θερμή προσευχή της  Άννας του Ελκανά και  της  χάρισε  ένα αγοράκι.  Όλοι   ξέρουμε τον  μεγάλο προφήτη Σαμουήλ, το ευλογημένο παιδί  της προσευχής. Αυτά σκεφτόταν η  Άννα του   Ιωακείμ με τη  μεγάλη πίστη της στον Θεό και  ήλπιζε. Μήπως λιγόστεψε η δύναμις του Κυρίου της; Μήπως  εμίκρυνε  το παντοδύναμο  χέρι του; 

Καί  έτσι  μ' όλο που  τα  χρόνια κυλούσαν  αφήνοντας πάνω στην  Άννα τ' αχνάρια τους, εκείνη δεν έπαψε να προσεύχεται  θερμά και  να περιμένει το θαύμα.   Μα το πότε θα γίνει  το θαύμα που  ο  καθένας  μας περιμένει,  μόνον  ο Θεός το γνωρίζει,   Εκείνος  ξέρει την κατάλληλη στιγμή και  όχι   εμείς  οι  ανυπόμονοι. Ο κόσμος  πλήγωνε  το αγαπημένο ζευγάρι  και δεν το  άφηναν  ούτε θυσίες να προσφέρει στον  Θεό,   γιατί τότε  επικρατούσε η γνώμη  ότι   οι   άνθρωποι  που  δεν γεννούσαν παιδιά δεν  είχανε  το  δικαίωμα της προσφοράς θυσιών. Μα να,   το πλήρωμα του χρόνου φθάνει  σε  μιά εποχή που  οι   ανθρώπινες ελπίδες έχουνε σβύσει.
Και  η  Άννα γέννησε την  μονάκριβη στον κόσμο θυγατέρα της,   όταν το κεφάλι της ήταν  άσπρο   από  τα γερατειά καί  τα όργανά της  νεκρωμένα λόγω της ηλικίας,   γέννησε την κόρη της,   την  μικρή Μαρία,   την  εκλεκτή  του Θεού.   Στις 8 Σεπτεμβρίου γιορτάζουμε την γέννηση  της μικρής Παναγίτσας μας. Χαρά γέμισε το  σπιτικό  και  τις ψυχές  του πιστού  ζευγαριού.   Στήν   δύση  της ζωής τους   ανέτειλε και  γι' αυτούς  ο ήλιος της  χαράς!! Μα μέσα στη  χαρά τους  δεν ξεχάσανε το μεγάλο τους τάμα,   "να αφιερώσουν  τήν  κόρη  τους στον Ναό,   στην υπηρεσία του Θεού".
Τα πρώτα χρόνια της  ζωής της Μαρίας πέρασαν  γρήγορα για  την  Άννα και έφθασε  η ώρα της  εκπληρώσεως  του  τάματός  της.  Αυτή  την  όμορφη επέτειο  γιορτάζομε  στις  21  Νοεμβρίου.   Χαρούμενο καί  βαθειά συγκινημένο  το γερασμένο  ζευγάρι, περιτριγυρισμένο  από φίλους,  συγγενείς και  κοπέλες  γιορτινά ντυμένες με άσπρες λαμπάδες στα χέρια,  προχωρεί το  δρόμο που φέρνει  στον Ναό.     Η μικρή Μαρία ντυμένη στα άσπρα,   ανάμεσα στον πατέρα και  την  μητέρα της,  προχωρεί  χαρούμενη στην αφιέρωση.  Προχωρεί σαν  να μαντεύει τον   ευλογημένο προορισμό  της. Η εκκλησία μας  με  ωραιότατα τροπάρια λαμπρύνει την γιορτή  αυτή:
Έτσι  η Μαρία ταμένη  από την  μητέρα της,   αφιερώθηκε  και   αφοσιώθηκε  στον Θεό,   ο  οποίος  την  αντάμειψε  όσο καμιά  άλλη γυναίκα στον  κόσμο.  Μέσα στα αγνά σπλάχνα της  εσκήνωσε  ο  Ίδιος  ο Θεός.   Έγινε η μάνα  Θεού  και   έμεινε η  αειπάρθενος μητέρα εις  τους  αιώνας.  Γιατί  όταν   ο  άγγελος Γαβριήλ της  έφερε τό θείον  μήνυμα, έσκυψε το κεφάλι ταπεινά και  είπε:  « Ιδού η δούλη Κυρίου γένοιτό μοι κοιτά τό ρήμα σου».Τελεία υποταγή,  Και  ήξερε πώς   αυτό που  ζητούσε  απ' αυτήν  ο Κύριος, δηλαδή το  να  βρεθεί η  μνηστευμένη Μαρία έγκυος,   τιμωρείτο  με  λιθοβολισμό.   Το ήξερε και  όμως  έσκυψε το κεφάλι  της μπροστά στο θέλημα του Θεού με πλήρη  υποταγή  και  εμπιστοσύνη.
Εμείς  όλοι  που  αγοραστήκαμε  από τον  Χριστό,   με  τίμημα το   άγιον  αίμα Του τί κάνουμε;  Του ανήκουμε στ’ αληθινά; Αυτό θα το  ψάξουμε μέσα μας.   Θα το ψάξουμε στον τρόπο της  ζωής  μας.   Αφήσαμε το τιμόνι του πλοίου  μας,   που   είναι η ίδια η  ζωή μας,   με εμπιστοσύνη  στα  χέρια του  μεγάλου και   αλάθητου  καραβοκύρη  μας; Δεχόμαστε τίς φουρτούνες  και  τις μπόρες   (αρρώστιες,   θάνατοι,   αντιξοότητες)   με υποταγή λέγοντας: "Γεννηθήτω το θέλημά σου Κύριε", όπως  δεχόμαστε τις μπουνάτσες και το πρίμο   αγέρι (τις καθημερινές  ευλογίες);
Αν τώρα μετά το ψάξιμο που  θα κάνουμε,   βρούμε  πως τις  χαρές και τις  ευλογίες  τις  δεχόμαστε υμνούντες  τον Κύριο,   τις  δε  δοκιμασίες  αγανακτούντες καί ζητούντες τον λόγον  απ' αυτόν,  τότε  δεν  μπορούμε  να νοιώθουμε  σαν παιδιά δικά του,   αφού   δεν του  δινόμαστε ολοκληρωτικά. Εύχομαι η λαμπρή γιορτή των Εισοδίων να σταθεί η  αφορμή και  η  ευκαιρία για την   αυτοκριτική και  τον   αυτοέλεγχό  μας.  Έτσι  θα   διαπιστώσουμε  αν  έχουμε ή  όχι αφιερωθεί  ολοκληρωτικά στον Κύριο. Αν  "ναι"   ας συνεχίσουμε  τον  όμορφο  αγώνα μακάριοι. Αν  "όχι",   ας  αρχίσουμε  αυτόν τον  αγώνα  όσο  είναι  ακόμα  καιρός. Αμήν
Απολυτίκιον: Σήμερον της  ευδοκίας Θεού  το προοίμιον  και  της των  ανθρώπων σωτηρίας η προκήρυξις`  εν  ναώ του Θεού τρανώς  η  παρθένος  δείκνυται  και τον Χριστόν  τοις πάσιν προκαταγγέλλεται. Αυτή  και  ημείς  μεγαλοφώνως  βοήσωμεν`   χαίρε  της  οικονομίας του κτίστου η εκπλήρωσις. Κοντάκιον:  Ο καθαρώτατος ναός  του Σωτήρος  η πολυτίμητος παστάς και  παρθένος το ιερόν θησαύρισμα της δόξης  του  Θεού,   σήμερον  εισάγεται   εν τω οίκω Κυρίου,   την  χάριν  συνεισάγουσα την  εν  πνεύματι  θείω ην   ανυμνούσιν άγγελοι  Θεού.  Αύτη υπάρχει   σκηνή  επουράνιος

Κυριακή Θ΄ Λουκᾶ «Ἀνθρώπου τινός πλουσίου ἐφόρησεν ἡ χώρα»



     Ὁ 
πλούσιος τῆς σημερινῆς παραβολῆς, ἀγαπητοί ἀδελφοί, εἶχε ἀμέρτητα ἀγαθά. Τά πολλά του κτήματα ἔφεραν καλή σοδειά, εἶχαν μεγάλη παραγωγή. Ὁ ἴδιος ὅμως ἦταν ἀχόρταγος, ἀνικανοποίητος καί ἀνελεήμων. Οἱ ἀποθῆκες του στέναζαν κάτω ἀπό τό βάρος καί τό πλῆθος τῆς συγκομιδῆς. Στενάζει καί ὁ ἴδιος, σάν νά τόν χτύπησε μεγάλο κακό, σάν νά τόν βρῆκε δυστυχία μεγάλη. Ἀνησυχεῖ, προβληματίζεται, δέν ξέρει τί νά κάνει. Δέν ἔχει ποῦ νά συνάξει τήν παραγωγή τῶν κτημάτων του. Παραγωγή πού ὁ Θεός τοῦ ἔδωσε.
Καί ὅμως τό πρᾶγμα εἶναι πολύ ἁπλό. Ἀφοῦ ἦταν γεμάτες οἱ ἀποθῆκες του, ὅ,τι περίσσευε κάλλιστα μποροῦσε νά τό δώσει στούς φτωχούς. Λέγει ὁ ἱερός Χρυσόστομος, « κάθεται καί στενοχωριέται καί δέν τοῦ κολλάει ὓπνος. Νά οἱ καλύτερες ἀποθῆκες, τά στόματα τῶν πεινασμένων καί τά στομάχια τῶν φτωχῶν». Ὁ Θεός τοῦ ἔδωσε ἰδιαίτερη εὐλογία, ἀλλ᾿ αὐτός ἄπληστος  καθώς ἦταν, τά ἢθελε ὅλα δικά του, μόνο γιά τόν ἑαυτό του. Μέ ἄλλα λόγια ἦταν σκληρός ἄνθρωπος, ἀφοῦ δέν τόν συγκινοῦσε καθόλου ἡ φτώχεια καί ἡ δυστυχία τῶν ἄλλων. Θά μᾶς πεῖ ὁ ἱ. Θεοφύλακτος : « Ἐνῷ εἶχε πλούσια καρποφορία, ἦταν ἄκαρπος στήν εὐσπλαχνία».
Καί ἐρωτᾶ ὁ Μέγας Βασίλειος: Γιατί « ἐφόρησεν ἡ χώρα» ἑνός τέτοιου ἀνθρώπου, πού τίποτε καλό στή ζωή του δέν ἢθελε νά κάνει; Ἀπαντᾶ ὁ ἲδιος: Γιά νά φανεῖ  ἡ ἀγαθότης τοῦ Θεοῦ καί ἡ μακροθυμία Του, πού φτάνει ἀκόμη καί σέ τέτοιους ἄχρηστους ἀνθρώπους. Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος μᾶς εἶπε, ὅτι ὁ πανάγαθος Θεός «ἀνατέλει τόν ἥλιον ἐπί πονηρούς καί ἀγαθούς καί βρέχει ἐπί δικαίους καί ἀδίκους». Ὃμως αὐτή ἡ ἀγαθότης τοῦ Θεοῦ πρός τόν πλούσιο, πού δέν συγκινήθηκε καθόλου, τοῦ ἑτοιμάζει τήν μεγαλύτερη κόλαση. Ἡ εὐφορία τῆς γῆς  εἶναι μεγάλη εὐλογία, ἀλλ᾿ αὐτή ἡ εὐλογία πρός τούς πονηρούς γίνεται παγίδα, λόγῳ τῆς κακῆς προαιρέσεώς των. Ὃσα περισσότερα προσφέρει ὁ Θεός, τόσα περισσότερα περιμένει νά προσφέρουμε κι᾿ ἐμεῖς. Ὁ πολυεύσπλαχνος Κύριος μᾶς δίνει τά ἀγαθά Του, μᾶς γεμίζει μέ τίς εὐλογίες Του, καί μᾶς κάνει ὂχι ἰδιοκτῆτες, ἀλλά διαχειριστές τῶν ἀγαθῶν Του. Πού σημαίνει ὃτι κι᾿ ἐμεῖς πρέπει νά φανοῦμε σπλαχνικοί στούς ἄλλους. Καί ἄν αὐτό δέν γίνει, τότε «ἔρχεται ἡ ὀργή τοῦ Θεοῦ ἐπί τούς υἱούς τῆς ἀπειθείας».
Στίς ἡμέρες μας ἒχει ἐξελιχθεῖ τόσο πολύ ἡ τεχνική καί ἡ ἐπιστήμη, ἔχει ὁ ἄνθρωπος τόσα μέσα στήν διάθεσή του καί πιό συγκεκριμένα στόν τομέα τῆς γεωργίας, ὣστε πολλές φορές, ὅταν ἔχουμε πλούσια καρποφορία, νά μή θέλουμε τήν εὐλογία τοῦ Θεοῦ, ἀλλά νά τήν πετοῦμε στά σκουπίδια. Γεμίζουν οἱ χωματερές μέ διάφορα ἀγροτικά προϊόντα, τήν στιγμή κατά τήν ὁποία καί σήμερα ὑπάρχουν ἄνθρωποι, πού πεινοῦν καί στεροῦνται, πού δέν ἒχουν νά φᾶνε καί ὑποφέρουν. Ὑπάρχουν ἱδρύματα πού ἔχουν πολλές ἐλλείψεις καί μεγάλες ἀνάγκες. Κι᾿ εἶναι μεγάλη ἁμαρτία καί προσβολή πρός τόν Θεό, νά πετοῦμε σάν ἄχρηστη τήν εὐλογία Του, τά δῶρα Του, πού τόσο πλουσιοπάροχα μᾶς δίνει.
Ὑπάρχουν ὅμως χρονιές πού ὁ Θεός μᾶς στερεῖ τήν εὐλογία Του. Ἄλλοτε ἡ ξηρασία, ἄλλοτε ἡ παγωνιά ἢ τό χαλάζι καταστρέφουν τήν παραγωγή. Ποτέ  δέν εἶναι τυχαῖα αὐτά τά πράγματα. Ἄλλοτε πάλι ἔχουμε ὑπερπαραγωγή, ἀλλά μειωμένες τιμές. Τότε τά βάζουμε μέ ὅλους καί μέ ὅλα. Φταίει τό κράτος μέ τήν κακή ἀγροτική πολιτική, φταίει ὁ  ἕνας, φταίει ὁ ἄλλος καί ποτέ  δέν φταίμε ἐμεῖς, δηλ. οἱ γεωργοί, οἱ παραγωγοί.
Κάποτε στήν Ἀμερική ἔσφαζαν τά ζῶα καί τά ἔθαβαν, γιά νά μή πέσει ἡ τιμή τοῦ κρέατος. Στή Ρωσία πάλι ἔκαιγαν τό σιτάρι ἢ τό πετοῦσαν στήν θάλασσα, γιά νά μή μειωθεῖ ἡ τιμή του. Καί σήμερα στή Ρωσία πεινοῦν, δέν ἔχουν σιτάρι νά φᾶνε...Ἀφοῦ δέν θέλουμε, δέν δεχόμαστε τήν εὐλογία τοῦ Θεοῦ, ὁ Θεός μᾶς τήν στερεῖ. Δέν εἲμαστε ἄξιοι τῶν δωρεῶν Του καί παίρνει τήν χάρη Του ἀπό ἐπάνω μας. Συμβαίνει πολλές φορές αὐτό πού ψάλλουμε στήν Ἀρτοκλασία: «Πλούσιοι ἐπτώχευσαν καί ἐπείνασαν...».
Κάποτε ὁ γεωργός πρίν βάλει τό χέρι στό ἀλέτρι γιά νά ὀργώσει, σήκωνε τά μάτια του στόν οὐρανό. Ἔκαμνε τόν σταυρό του καί κατόπιν ἄρχιζε τήν ἐργασία του. Τώρα ξεχάσαμε τόν Θεό. Ἐργαζόμαστε μόνοι μας, μέ τά προηγμένης τεχνολογίας ἐργαλεῖα, χωρίς τήν βοήθειά Του. Νομίζουμε πώς εἴμαστε αὐτάρκεις καί δέν ἔχουμε ἀνάγκη τόν Θεό. Ἄν τόν θυμώμαστε, εἶναι γιά νά Τόν ὑβρίσουμε καί νά Τόν βλασφημήσουμε. Ἀλλά, ἀδελφοί μου, ὅταν μέ ὕβρεις σπέρνουμε καί μέ βλασφημίες θερίζουμε, τί καρπούς θά ἔχουμε νά μαζέψουμε; Ἄν καταπατοῦμε τήν ἀργία τῆς Κυριακῆς, πού εἶναι μία μεγάλη, σπουδαία, σοβαρή ἐντολή τοῦ Θεοῦ καί μάλιστα τήν καταπατοῦμε ἐπισήμως, δηλ. μέ νόμο ψηφισμένο ἀπό τήν Βουλή Ὀρθοδόξου Κράτους, τό καλό θά ἔχουμε νά περιμένουμε; Ἀκόμη διερωτώμεθα τί φταίει;
Διαβάζουμε στήν Ἁγία Γραφή: «Ὃς καταφρονεῖ πράγματος καταφρονηθήσεται ὑπ᾿ αὐτοῦ». Καί ἄν ἐμεῖς περιφρονοῦμε τόν Θεό, τότε θά μᾶς περιφρονήσει κι᾿ Ἐκεῖνος καί τότε θά γίνει πραγματικότης αὐτό πού διαβάζουμε «θά σπέρνετε καί δέν θά θερίζετε».
Ἄς προσέξουμε τό παρακάτω, πού εἶναι καί τό τελευταῖο.
Ὃλοι αὐτοί πού διαμαρτύρονται γιά τήν κακή ἀγροτική πολιτική, καί δέν ἔχουν ἴσως ἄδικο, κατεβαίνουν σέ ἀπεργίες, σέ διαμαρτυρίες, κλείνουν τοὺς δρόμους καί δημιουργοῦν τόσα σοβαρά προβλήματα σέ πολλούς ἄλλους συνανθρώπους μας, πού στό κάτω-κάτω δέν φταῖνε σέ τίποτε. Διαμαρτύρονται, φωνάζουν μά κανείς δέν τούς ἀκούει. Πουθενά δέν μποροῦν νά βροῦν τό δίκαιό τους οὒτε ἀπό τήν Κυβέρνηση, οὒτε ἀπό τήν Εὐρωπαϊκή Ἕνωση. Καί ὅμως ὑπάρχει λύσις καί εὒκολη καί σίγουρη, πολύ ἀποτελεσματική. Θά τό πῶ καί πολλοί σας θά γελάσετε. Θά τό πῶ καί θά μέ εἰρωνευτεῖτε. Θά τό πῶ καί ἄς μή τό πιστέψετε, ἄς μή τό δεχτεῖτε. Ὅλοι αὐτοί πού κατεβαίνουν στούς δρόμους εἶναι χριστιανοί, ἔτσι δέν εἶναι; Κατεβαίνουν στούς δρόμους, φωνάζουν, διαμαρτύρονται ἀλλά δέν τούς ἀκούει κανείς. Ἄν ὅλοι αὐτοί, ἀντί νά κατέβουν στούς δρόμους, γέμιζαν τίς Ἐκκλησίες καί ἔκαμναν προσευχή, ἔκαμναν Θεία Λειτουργία καί ζητοῦσαν τήν βοήθεια τοῦ Θεοῦ, ὁ Θεός ἀσφαλῶς θά τούς ἂκουγε καί τότε καί καλή σοδειά θά εἶχαν καί οἱ τιμές θά ἦσαν ἱκανοποιητικές καί ὃλα θά πήγαιναν μιά χαρά. Ἄλλά δέν τό πιστεύουμε γι᾿ αὐτό καί δέν τό κάνουμε. Μέ τό νά εἲμαστε κι᾿ ἐμεῖς ἂφρονες, περιφρονοῦμε τόν Θεό, Τόν βγάζουμε ἀπό τήν ζωή μας καί ἔχουμε αὐτά τά θλιβερά ἀποτελέσματα. Δέν εἲμαστε εὐχαριστημένοι καί ἱκανοποιημένοι μέ τίποτε.
Ἀγαπητοί ἀδελφοί,
Οἱ ὑποθέσεις μας, ἄς τό καταλάβουμε ἐπί τέλους, δέν τακτοποιοῦνται μόνο μέ τήν προσωπική μας ἐργασία, ἀλλά κυρίως καί πρό πάντων μέ τήν εὐλογία τοῦ Θεοῦ. « Οὐ τοῦ σπείροντος, οὐδέ τοῦ θερίζοντος, ἀλλά τοῦ ἐλεοῦντος Θεοῦ».  Γι᾿ αὐτό ἄς προσκαλέσουμε τόν Θεό στή ζωή μας. Αὐτός εἶναι ἡ πηγή τῆς ζωῆς καί  «ὁ θησαυρός τῶν ἀγαθῶν». Ἄς ἐργαζώμεθα πάντοτε σύμφωνα μέ τό Ἅγιο θέλημά Του, γιά νά στέλνει σέ ὅλους μας πλούσια τήν χάρη Του καί τήν εὐλογία Του. Ἀμήν.

ΚΥΡΙΑΚΉ Θ’ ΛΟΥΚΆ, Ο ΆΦΡΩΝ ΠΛΟΎΣΙΟΣ (ΛΟΥΚ. ΙΒ’, 16 – 21) του Ιωάννη Δήμου



Στη σημερινή ευαγγελική περικοπή βλέπουμε τη συμπεριφορά ενός πλουσίου ανθρώπου, του οποίου τα κτήματα καρποφόρησαν τόσο πολύ ώστε τον απασχολούσε το πρόβλημα πού θα συγκεντρώσει τα αγαθά του. Ενώ δηλαδή άλλοι άνθρωποι σκεπτόταν πώς θα εξοικονομήσουν τα προς το ζην, αυτός αντίθετα ανησυχούσε που δεν είχε πού να αποθηκεύσει τα αγαθά του. Τα γεννήματα του ήταν τόσο πολλά ώστε λησμόνησε και τον ίδιο το Θεό στον Οποίον ούτε ευχαριστώ δεν είπε. Αλλά και τους φτωχούς και πάσχοντες συνανθρώπους του αγνόησε οι οποίοι είχαν ανάγκη βοήθειας. Η καρδιά του πλούσιου είχε αιχμαλωτισθεί στην ύλη ώστε τελικά ο άνθρωπος αποφάσισε να μεγαλώσει τις αποθήκες του και να αποθηκεύσει τα αγαθά του σ’ αυτές. Αυτός θα ήταν πλέον ο μοναδικός σκοπός της ζωής του, δηλαδή χαμερπής, ζωώδης και κτηνώδης. Με αυτόν τον τρόπο όμως, επειδή κατέβασε τον εαυτό του στη θέση των άλογων ζώων, κόπηκε το νήμα της ζωής του, αφού δεν είχε πλέον κανένα ανώτερο σκοπό να επιτελέσει στη γη.
Στην κατάσταση αυτή του πλουσίου πολλοί μπορεί να βρεθούν σε κάθε εποχή. Πολλοί είναι εκείνοι που αγνοούν την πολύτιμη ψυχή τους και συμπεριφέρονται σαν να είναι μόνο σάρκες. Το τέλος όμως των ανθρώπων αυτών θα είναι η απώλεια, όπως συνέβη και με τον πλούσιο της παραβολής. Και βέβαια ο πλούτος του δεν ήταν η αιτία της απώλειάς του, γιατί ο πλούτος βρισκόταν στη δική του εξουσία, δηλαδή να του κάνει καλή ή κακή χρήση. Εάν έδειχνε ευγνωμοσύνη προς το Θεό και βοηθούσε τους έχοντες ανάγκη, τότε τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά και δε θα έφθανε σ’ αυτό το κατάντημα. Αυτός όμως έδειξε αχαριστία στο Θεό και ασπλαχνία στους ανθρώπους. Το κατάντημα του άφρονα πλουσίου έχουν όλοι εκείνοι που ακολουθούν το παράδειγμα του και στρέφουν την προσοχή τους μόνο στα υλικά αγαθά. Η επίγεια ζωή είναι ο χώρος όπου πρέπει να βασιλεύει η αγάπη, η καλοσύνη, η ανθρωπιά και η αδελφική αλληλεγγύη, όπως είναι το θέλημα του Θεού.
Όσοι επιθυμούν τη σωτηρία τους οφείλουν να πειθαρχούν στο θέλημα του Θεού και να αποφεύγουν το πάθος της πλεονεξίας το οποίο επιφέρει την οργή του Θεού. Ο Απόστολος Παύλος λέει ότι, όταν έχουμε διατροφές και σκεπάσματα, ας αρκούμαστε σ’ αυτά. Αλλά και οι πλούσιοι στον κόσμο αυτό δεν είναι καταδικασμένοι, επειδή είναι πλούσιοι, γιατί μπορούν να χρησιμοποιήσουν τον πλούτο και για τον εαυτό τους, αλλά και για τους έχοντες ανάγκη. Μπορούν να βοηθούν τους φτωχούς και ασθενείς με τη βεβαιότητα ότι η φιλανθρωπία τους θα ληφθεί από το Θεό ως θετικό στοιχείο κατά την ημέρα της κρίσεως. Ο Θεός είναι ελεήμων και δίνει χάρη και έλεος σε όσους ελεούν τους αδύνατους και τους   φτωχούς.
Παράδειγμα πλούσιου ανθρώπου από την Παλαιά Διαθήκη είναι ο Ιώβ ο οποίος ζούσε στην Αυσίτιδα χώρα και ήταν «αληθινός, άμεμπτος, δίκαιος, θεοσεβής, απεχόμενος από παντός πονηρού πράγματος». Ο Θεός τον είχε ευλογήσει και είχε επτά γιους και τρεις θυγατέρες, κτήματα, ζώα και πλούτη πολλά. Ήταν ευτυχής και δόξαζε το Θεό καθημερινά. Τα πλούτη του δεν τον έκαναν αχάριστο προς το Θεό ούτε σκληρό προς τους συνανθρώπους του. Αντίθετα ήταν άνθρωπος του Θεού και όλοι τον υπολόγιζαν και τον είχαν σε μεγάλη υπόληψη. Αλλά και ο Αβραάμ τον οποίον οδήγησε ο Θεός στη γη της επαγγελίας και του χάρισε πλούτη πολλά, δεν φάνηκε αχάριστος στο Θεό. Το πρώτο του έργο μόλις έφθασε στη γη της επαγγελίας ήταν να προσευχηθεί και να ευχαριστήσει τον Πανάγαθο Θεό για τις ευεργεσίες Του. Ο άφρων όμως πλούσιος δε θέλησε να   μιμηθεί τον Ιώβ και τον Αβραάμ. Ας αποφεύγουμε το παράδειγμα του. Αμήν.

"Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη

  Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...