Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Σάββατο, Νοεμβρίου 17, 2012

Κυριακή Θ Λουκά «Και διελογίζετο εν εαυτώ λέγων• τι ποιήσω ότι ουκ έχω που συνάξω τους καρπούς μου;»εκ της Ιεράς Μητροπόλεως Πάφου



 
«Δεν έχω…». Ήταν απ’ αρχής πλούσιος, αγαπητοί αδελφοί. Τώρα, μετά την εξαιρετικά μεγάλη συγκομιδή που του έλαχε, ήταν πάμπλουτος. Είχε ευφορήσει η χώρα του. Όλοι οι αγροί του είχαν αποδώσει υπεράφθονα. Κι όμως σ’ αυτή την κατάσταση, ακούεται από τα χείλη του πλουσίου το «δεν έχω». Είναι κάτι ασφαλώς το ολότελα απρόοπτο, που ξαφνιάζει και σταματά την προσοχή.
Βέβαια, το «ουκ έχω» το είπε ο άφρων εκείνος άνθρωπος σχετικά με τις αποθήκες του, που ήταν πλέον μικρές για να χωρέσουν την εξαιρετικά μεγάλη σοδειά. Ωστόσο, χωρίς να το θέλει, ο πλούσιος διαλαλεί τη φοβερή φτώχεια του, λέγοντας εκείνο το «δεν έχω».
«Ουκ έχω», αναλογίζεται. Εννοεί αποθήκες κατάλληλες. Αλλά ακούσια, προφέρει μια αλήθεια, μια πραγματικότητα που δεν τη φαντάζεται. Γιατί ακριβώς αυτός ο άνθρωπος είναι ο κατ’ εξοχήν «ουκ έχων», ο πραγματικά ακτήμων, ο αυθεντικός πένης.
Το «ουκ έχω» είναι ένα αθέλητο προανάκρουσμα στο φοβερό άσμα που παίζει η αύρα του Αγίου Πνεύματος στις χορδές της παραβολής. Γιατί η παραβολή, στη συνέχεια της, αποδείχνει ότι πραγματικά ο άνθρωπος εκείνος «δεν είχε». Ότι ήταν ιδιοκτήτης ενός τίποτε.
Νόμιζε ότι είχε τον σιτοβολώνα εκείνης της χρονιάς. Ότι είχε εξασφαλίσει αγαθά στη ζωή του για πάντα. Κι έτσι, αποτεινόμενος στον εαυτό του,. έλεγε:
- Ψυχή μου, έχεις πολλά αγαθά, σωριασμένα για ατελείωτα χρόνια. Αναπαύου, τρώγε, πίνε, ευφραίνου.
Αλλά η αλήθεια ήταν πολύ διαφορετική από την ψεύτικη εικόνα που εκείνος είχε μπροστά του. Η αλήθεια ήταν, όπως αποδείχτηκε από την εξέλιξη των γεγονότων, ότι δεν είχε τίποτε, ότι ήταν ένας φτωχός, που του έλειπαν τα πάντα.
Ήταν, ναι, ιδιοκτήτης μιας μεγάλης ποσότητας επιγείων αγαθών. Του ανήκαν σπίτια, χωράφια, αποθήκες, χρήματα, πολυτελή έπιπλα, αμφιέσεις πολύτιμες, φαγητά και ποτά κι άλλες λογιών – λογιών απολαύσεις.
Ωστόσο, ήταν ο άνθρωπος που δεν είχε.
Όλα αυτά τα αγαθά, που νομίζει ότι του ανήκουν, είναι του Θεού. Είναι δώρα της αγάπης του και της σοφίας του. Αλλά για να τα απολαμβάνει ο άνθρωπος, πρέπει να στέκεται μέσα στο θέλημα του Κυρίου. Τα αγαθά αυτά δεν χάνουν την αξία τους, είτε είμαστε αμαρτωλοί, όπως ο πλούσιος της παραβολής, είτε ζούμε σύμφωνα με το θέλημα του Θεού. Τα έχουμε, όμως, πραγματικά μονάχα στη δεύτερη περίπτωση.
Πρώτα – πρώτα, γιατί τότε μόνο ξέρουμε να τα εκτιμούμε  σύμφωνα με την αληθινή τους αξία. Έτσι κι αν χρειαστεί να τα στερηθούμε, δεν μας κοστίζει γιατί γνωρίζουμε ότι είναι σχεδόν ένα τίποτα μπροστά στην περιουσία της αρετής.
Τότε, και το λίγο που απολαμβάνουμε από αυτά, έχει μια γλύκα ευλογημένη, μια χαρά μόνιμη, γιατί είναι σαν να ξαναγυρίζουμε στη ζωή των πρωτοπλάστων πριν από την παρακοή, όταν όλα τα κτίσματα ήταν κάτω από τον άνθρωπο και χάριν του ανθρώπου.
Απεναντίας, όταν κανείς αποστατεί από το Θεό και πέφτει στα γήινα, τότε δεν χάνει μονάχα τον Θεό. Χάνει κι αυτό το λίγο, για το οποίο πρόδωσε το Θεό.  Τότε, σαν τον πλούσιο της σημερινής παραβολής, ο άνθρωπος «ουκ έχει».
Δεν έχει πρώτα τη Χάρη του Θεού, μέσα στην οποία και το ξερό ψωμί είναι γλυκύτατη αμβροσία. Πλουτίζει από τα αγαθά του κόσμου, αλλά αυτά του δίνουν μια χαρά ρηχή, ψεύτικη, με πολύ πικρό βάθος, γεμάτη μέριμνες κι ανησυχίες, γεμάτη ολισθηρές κατωφέρειες, που γκρεμίζουν τον άνθρωπο από τον υψηλό προορισμό του στην απώλεια, στον αιώνιο θάνατο.
Δεν έχει, ύστερα, την ασφάλεια γύρω του. Διαθέτει θησαυρούς, εκτεθειμένους στον φθόνο των φίλων, στις επιθέσεις των εχθρών, στην αοριστία που έχει η διάρκεια της ανθρώπινης ζωής.
Αυτό το τελευταίο ενδεχόμενο, αγαπητοί αδελφοί, το πιο φοβερό, εξαίρει η παραβολή. Ο πλούσιος λογάριαζε να ζήσει πολλά χρόνια, όσα αντιστοιχούσαν στον όγκο των αγαθών του, χρόνια ξεχειλισμένα από ανάπαυση, ευφροσύνη, φαγοπότι. ακολασία.
Αυτά τα χρόνια του ήταν απαραίτητα σαν ένα κύπελλο, που θα χωρούσε μέσα του τα ρευστά εκείνα αγαθά. Αλλιώς θα ήταν αδύνατο να συγκρατηθούν. Οι αποθήκες, οι καινούργιες ευρύχωρες αποθήκες που σκόπευε να φτιάξει, θα τα χωρούσαν, θα γίνονταν το μεγάλο γαζοφυλάκιο του. Αλλά, παράλληλα, του χρειαζόταν και μια άλλου είδους αποθήκη, καμωμένη όχι με πέτρες και δοκάρια, η αποθήκη της μακροζωίας.
«Δεν έχω που να τα συνάξω», είπε διαλογιζόμενος. Ο νους του πήγαινε στις πέτρινες αποθήκες. Έπρεπε, όμως, να λογαριάσει κι εκείνη την άλλη, την αόρατη αποθήκη, την αποθήκη του χρόνου.
«Δεν έχω που θα τα συνάξω». Και πραγματικά δεν είχε. Αντί για το μεγάλο κύπελλο της μακροβιότητας. που θα περιείχε για χάρη του τον ρευστό πλούτο, δεν του δόθηκε δοχείο ικανό να συγκρατήσει ούτε μια σταγόνα. Εκείνη την ίδια νύκτα, που έκανε τους υπολογισμούς του για το μέλλον, το ονειρευτό κύπελλο συντρίφτηκε από τη θεία δύναμη, που την είχε αψηφήσει ο πλούσιος. Ο άνθρωπος εκείνος πέθανε.
Δεν είχε, λοιπόν τίποτε στην πραγματικότητα ο άφρων κι αξιολύπητος αυτός άνθρωπος. Το είπε μόνος του, χωρίς να το καταλάβει.
Στο ψηφιδωτό της σημερινής παραβολής, αγαπητοί αδελφοί, ας ελκυσθεί το βλέμμα της ψυχής μας απ’ αυτό το μαύρο πετράδι, που είναι η φράση του άφρονος πλουσίου: «ουκ έχω». Ας μας τρομάξει κι ας μας κάμει να σκεφτούμε πάνω στον εαυτό μας. Μπορεί να μην είμαστε πλούσιοι. μπορεί να μας λείπουν ακόμη και τα στοιχειώδη σ’ αυτόν τον κόσμο. Είναι, όμως πιθανό να ανήκουμε στην κατηγορία των πλουσίων, που δείγμα της παρουσίασε ο Κύριος με την παραβολή του. Αυτό θα συμβαίνει, αν αφήνουμε την καρδιά μας να προσανατολίζεται στα γήινα αγαθά και ξεχνάμε τον μοναδικό μαργαρίτη, το Χριστό. Η επιθυμία του πλούτου είναι εξίσου ολέθριο κατάντημα με την κατοχή του.
Ας νοιώσουμε, λοιπόν, πως είτε έχουμε, είτε επιθυμούμε πλούτη εδώ κάτω, είμαστε στην πραγματικότητα μωροί υπολογιστές. Αν θέλουμε πραγματικά «να έχουμε», να έχουμε ανεκτίμητο, άφθαρτο κι ασφαλή πλούτο, ας σηκώσουμε τα μάτια στον Χριστό. Αυτόν ας ζητήσουμε. Αυτόν ας αποκτήσουμε. Γι’ αυτόν ας θυσιάσουμε κάθε άλλη βλέψη, κάθε άλλη επιδίωξη. Γιατί κάθε άλλη επιδίωξη είναι επιδίωξη στο κενό, οδηγεί όχι στην απόκτηση, αλλά στην απώλεια.

Γιώργος Σαββίδης

Κυριακή Θ Λουκά Η παραβολή του άφρονος πλουσίου


«Είπε δε ο Θεός: Άφρων…»
α. Αν η προηγουμένη Κυριακή πρόβαλε ως πρότυπο ζωής προς ένταξη στη Βασιλεία του Θεού τον εύσπλαχνο Σαμαρείτη, τον ανιδιοτελή άνθρωπο της έμπρακτης αγάπης, η σημερινή Κυριακή προβάλλει το αρνητικό κακέκτυπο: τον άφρονα πλούσιο, τον άνθρωπο που η μόνη έγνοια του ήταν πώς να έχει και να κατέχει τα υλικά του αγαθά, πώς να αυξάνει τα γεννήματά του, σε βαθμό τέτοιο, που τελικώς να δυστυχεί μέσα στην υποτιθέμενη «ευτυχία» του: η καρποφορία των χωραφιών του τον κάνει να γεμίζει από άγχος και στενοχώρια. Μέχρις ότου εμφανίζεται από το «πουθενά» ο παράγων Θεός, για να βάλει τέλος στους προβληματισμούς και τις λύσεις του: «σήμερα θα πεθάνεις! Ζητάνε την ψυχή σου!» Κι ο θάνατος έρχεται ως το όριο που φωτίζει την ποιότητα της όλης προγενέστερης ζωής του, που του ανοίγει τα μάτια για να δει ότι τελικώς όλα τα χρόνια που πέρασαν ήταν ενώπιον του Θεού μία ανοησία. «Είπε δε ο Θεός: Άφρων!»
β. 1. Δεν πρόκειται για εκτίμηση και αξιολόγηση ενός ανθρώπου, που θα μπορούσε κανείς να αμφισβητήσει το περιεχόμενό της. Ποιος άνθρωπος μπορεί να κατέχει το αλάθητο; «Ο νόμος του ανθρωπίνου μυαλού είναι η πλάνη» σημειώνουν οι άγιοι Πατέρες μας. Ούτε πρόκειται για μία κρίση, που μπορεί να κινείται στο επίπεδο της κατάκρισης, καρπού ζηλοφθονίας και εμπάθειας. Μία τέτοια εμπαθής κρίση δεν επιτρέπεται από τον ίδιο τον νόμο του Θεού, διότι υφαρπάζει δικαίωμα που ανήκει μόνον σ’ Εκείνον. Ο ίδιος ο Κύριος το επισημαίνει: «Μη κρίνετε, ίνα μη κριθήτε». «Εάν δε κάποιος χαρακτηρίσει τον αδελφό του «ανόητο» είναι ένοχος ενώπιον της κρίσεως του Θεού».
Εδώ, στο περιστατικό που περιγράφει ο Κύριος για τον πλούσιο, έχουμε την κρίση του ίδιου του Θεού, δηλαδή Εκείνου που η κρίση Του είναι απολύτως δίκαιη, διότι «γυμνά και τετραχηλισμένα τα πάντα ενώπιόν Του», συνεπώς ανοίγει τα μάτια του ανθρώπου, ώστε να δει κι αυτός το αποτέλεσμα των επιλογών και των συμπεριφορών της ζωής του. Κι είναι η μόνη αληθινή κρίση, διότι πηγάζει από Εκείνον που η αγάπη Του προς τα πλάσματά Του είναι άπειρη και συνεπώς έχει πάντοτε γνήσιο ενδιαφέρον γι’ αυτά. Μόνον εκείνος που αγαπά μπορεί και να κρίνει ορθά, πέρα από στρεβλώσεις των εμπαθών κινημάτων της καρδιάς του. Όπως το λέει και πάλι ο Κύριος: «Μη κρίνετε κατ’ όψιν, αλλά την δικαίαν κρίσιν κρίνατε». Και δικαία κρίση είναι αυτή που πηγάζει από καρδιά που αγαπά. Η άπειρη αγάπη λοιπόν του Θεού αποδεικνύει και την αληθινότητα της κρίσεώς Του.
2. Κι ακόμη περισσότερο: η κρίση αυτή του Θεού, όπως φαίνεται στο περιστατικό της παραβολής, ηχεί πολύ πένθιμα, σαν καμπάνα που σημαίνει τον θάνατο κάποιου, διότι όχι μόνον είναι αληθινή, αλλά και τελεσίδικη και αμετάκλητη: λέγεται την ώρα του θανάτου, που ο άνθρωπος δεν έχει άλλο περιθώριο αλλαγής του. Ο θάνατος συνιστά το απόλυτο όριο, μετά το οποίο ο άνθρωπος απλώς κρίνεται για όλο το περιεχόμενο της ζωής του, για ό,τι έπραξε, για ό,τι είπε, για ό,τι σκέφτηκε ακόμη. «Απόκειται τοις ανθρώποις άπαξ αποθανείν, και μετά τούτο κρίσις» κατά τον απόστολο. Ό,τι διάφορες φιλοσοφίες και θρησκείες έχουν διδάξει περί μεταλλαγής του ανθρώπου, περί μετενσάρκωσης ή μετεμψύχωσής του σε άλλες καταστάσεις, μέσα στον κόσμο τούτο, αποτελούν φληναφήματα και ανοησίες, που προέρχονται από τον σκοτισμένο λόγω της αμαρτίας και των παθών νου του ανθρώπου. Η αλήθεια που απεκάλυψε ο Κύριος είναι κρυστάλλινη: ο άνθρωπος με τον θάνατό του κρίνεται από τον Θεό, κατά μερικό πρώτα τρόπο, λόγω της συνέχειας μόνο της ψυχής του, κι έπειτα, κατά τη Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου, θα κριθεί και γενικά, διότι τότε με την Παρουσία αυτή του Κυρίου θα αναστηθεί και το σώμα του, ώστε ενωμένο με την ψυχή να σταθεί ενώπιον του φοβερού βήματός Του. Η γενική αυτή όμως κρίση δεν θα είναι διαφορετική από την πρώτη. Απλώς θα είναι επιτεταμένη, διότι θα συνυπάρχει μαζί με την ψυχή και το σώμα. Και βεβαίως η κρίση αυτή οδηγεί είτε στην αιώνια ζωή είτε στην αιώνια κόλαση, με την έννοια του πώς «εισπράττει» ο άνθρωπος τη μία και ενιαία αγάπη του Θεού προς όλους: είτε θετικά, αν φεύγει από τη ζωή αυτή εν μετανοία είτε αρνητικά, αν φεύγει εναντιωμένος προς τον Θεό ή με αδιαφορία προς Αυτόν.
3. Ποια ήταν τα γνωρίσματα της ζωής του άφρονος πλουσίου, που οδήγησαν στον χαρακτηρισμό του ως άφρονος και ανοήτου; Πότε συνεπώς κάποιος ζει ανόητα, κατά την κρίση του ίδιου του Θεού;
(α) Όχι ασφαλώς επειδή «ευφόρησεν η χώρα του». Η ευφορία αυτή των χωραφιών του υπήρξε μία ευλογία που του δόθηκε από τον Θεό – δεν φαίνεται να κοπίασε γι’ αυτήν ο πλούσιος∙ ο Θεός απλώς επέτρεψε να συμβεί, προφανώς για να του δώσει ευκαιρία να ανοιχτεί στον συνάνθρωπο. Αλλά εκείνος πώς την αντιμετώπισε; Μ’ έναν απόλυτα εγωιστικό τρόπο. Πέντε «μου» της προσωπικής αντωνυμίας μετράμε στον προβληματισμό του: «πού συνάξω τους καρπούς μου;..Καθελώ μου τας αποθήκας…και συνάξω εκεί πάντα τα γεννήματά μου και τα αγαθάμου, και ερώ τη ψυχή μου». Τα πάντα περιστρέφονται γύρω από τον εαυτό του. Δεν υπάρχει ίχνος προβληματισμού για τον οποιονδήποτε συνάνθρωπό του, έστω και συγγενή του. Έτσι η αφροσύνη του ήταν ο εγωιστικός τρόπος σκέψεως και ζωής του.
(β) Αυτός ο εγωισμός του, ως νοσηρή στροφή μόνον στον εαυτό του, δεν περιέχει ίχνος αναφοράς και προς τον Θεό. Συνήθως, ακόμη και σε ασχέτους προς την πίστη του Θεού ανθρώπους, σε στιγμές ευτυχίας τους ακούμε και ένα «δόξα τω Θεώ». Εδώ, δεν υπάρχει τίποτε τέτοιο: καμία δοξολογική ενατένιση του Θεού, για κάτι που εξώφθαλμα σχετιζόταν μ’ Εκείνον: είπαμε ότι η ευφορία της γης του δεν είχε να κάνει με καμία από τις δικές του προσπάθειες. Ήταν μία δωρεά του Θεού. Τι σημαίνει αυτό; Ότι η αφροσύνη του δεν έχει αποκλείσει μόνον τον συνάνθρωπο, αλλά και τον ίδιο τον Θεό, τον χορηγό του πλούτου του. Κι είναι τούτο πράγματι που επισημαίνει ο λόγος του Θεού: «είπεν άφρων εν τη καρδία αυτού∙ ουκ έστιν Θεός». Μπορεί θεωρητικά να μην ακούγεται στην παραβολή η αθεΐα του πλουσίου, διαπρυσίως όμως καταγγέλλεται αυτή στο επίπεδο της ζωής του. Κι αυτό είναι το πιο καθοριστικό.
(γ) Η διαγραφή του Θεού και του ανθρώπου όμως φέρνει άγχος. Αντί ο πλουτισμός να του δίνει χαρά – ως ευκαιρία, είπαμε, προσφοράς χαράς σε άλλους – του προσθέτει θλίψη και στενοχώρια. Αλλά πάντοτε αυτό είναι το τίμημα του επιλέγοντος τον εγωιστικό, δηλαδή τον αμαρτωλό, τρόπο ζωής. Το σημειώνει ο απόστολος Παύλος: «θλίψις και στενοχωρία παντί τω εργαζομένω το κακόν». Ο άφρων πλούσιος, δηλαδή, ήδη από τη ζωή αυτή ζούσε με στοιχεία κόλασης. Η πορεία του ήταν προδιαγεγραμμένη, εφόσον δεν έδειχνε σημεία μετάνοιας. Κι επιπλέον: το άγχος του για το «έχει» του, σαν να του «έκλεβε» και το μυαλό του: τον έκανε να αδυνατεί να σκεφτεί το αυτονόητο, ότι δηλαδή τα γεννήματά του, κλεισμένα σε αποθήκες, θα σάπιζαν. Συνήθως ο εγωιστής άνθρωπος χάνει και την όποια «εξυπνάδα» του.
(δ) Η αφροσύνη του όμως έγκειται και στην ψευδαίσθηση της αληθινής ζωής. Ο πλούσιος δεν ελάμβανε υπόψη του το πιο βέβαιο γεγονός της ζωής: την ύπαρξη του θανάτου. Ο προβληματισμός του, βλέπουμε, κινείται σε επίπεδο σχεδόν «αιωνιότητας» γι’ αυτόν της παρούσας ζωής. «Ψυχή, έχεις πολλά αγαθά, κείμενα εις έτη πολλά». Πράγματι, θα μπορούσαμε να πούμε ότι κυριολεκτικά «πετάει στα σύννεφα». Το φαντασιακό επίπεδο είναι ο χώρος της ζωής του. Γι’ αυτό και η «προσγείωση» έρχεται τόσο απότομα και «ανώμαλα» γι’ αυτόν.
4. Τα κύρια αυτά στοιχεία της αφροσύνης του πλουσίου, που οδηγούν, όπως είπαμε, σ’ ένα τέλος τραγικό – όχι μόνον έρχεται ο θάνατος, αλλά έρχεται με μία συνοδεία «δυνάμεων» ξένων προς τον Θεό: «την ψυχήν σου απαιτούσιν από σου», άρα δείχνουν και την αιώνια συνέχεια εκτός Θεού – μας οδηγούν εκ του αντιθέτου στην επισήμανση των στοιχείων που επαινούνται από τον Θεό και μπορούν να χαρακτηριστούν ως εμφροσύνη και σωφροσύνη. Πρόκειται για τον «πλουτισμόν κατά Θεόν», που λέει ο Κύριος στην κατακλείδα της παραβολής, που κάνει τον άνθρωπο που τον έχει να βρίσκεται με τον Θεό και να χαίρεται αενάως τη χαρά της παρουσίας Του. Πώς λοιπόν πρέπει να ζει ο άνθρωπος, ώστε στο τέλος του να ακούσει με χαρά ότι ευαρέστησε τον Θεό; Μα, ασφαλώς,πρώτον, να στέκεται καλά έναντι του συνανθρώπου του, δηλαδή με ανιδιοτελή αγάπη και ειλικρινές ενδιαφέρον, έστω κι αν τούτο μπορεί να σημαίνει και θυσία γι’ αυτόν. Το παράδειγμα του καλού Σαμαρείτη, όπως είπαμε, συνιστά καθοδηγητικό στοιχείο επ’ αυτού. Δεύτερον, να πιστεύει και να αγαπά τον Θεό. Για τον σώφρονα άνθρωπο, ο Θεός δεν είναι αμελητέα ή ανύπαρκτη κατάσταση, αλλά το κέντρο της ζωής του. Προτεραιότητά του συνεπώς είναι το πώς θα θεμελιώνει αδιάκοπα τη ζωή του, τις σκέψεις του, τα λόγια του, τη συμπεριφορά του, στο θέλημα Εκείνου. Με αποτέλεσμα να νιώθει ως το παιδί στην αγκαλιά του Πατέρα του. Ο σώφρων άνθρωπος, έτσι, τρίτον, δεν ζει με άγχη και ανασφάλειες, αλλά η πάντα νουν υπερέχουσα ειρήνη του Χριστού βραβεύει τον νου και την καρδιά του. Και βεβαίως,τέλος, ο σώφρων, στον οποίο ευαρεστείται ο Θεός, έχει συναίσθηση της προσωρινότητας και της φθαρτότητάς του. «Καθ’ ημέραν αποθνήσκει», όπως λέει και ο απόστολος, με την έννοια ότι δεν τρέμει τον θάνατο, αλλά τον προσδοκά με χαρά, γνωρίζοντας ότι ο ίδιος ο Θεός θα παραλάβει την ψυχή του και όχι κάποιοι που το μόνο που επιζητούν είναι η δυστυχία του.
γ. Τι άραγε επιθυμούμε να ακούσουμε και εμείς στο τέλος της ζωής μας ως κριτική γι’ αυτήν από τον Θεό; «Άφρων» ή «σώφρων και έμφρων;» Το ερώτημα μεταφράζεται: θησαυρίζουμε για τον εαυτό μας ή πλουτίζουμε κατά Θεόν; Κι είναι τούτο η καθημερινή και αδιάκοπη πρόκληση επιλογής μας σε κάθε κίνηση της ύπαρξής μας. Στη μία περίπτωση, το κέντρο βάρους είναι ο κόσμος με τη φθαρτότητά του και τη διαρκή ταραχή του, υπό την κυριαρχία του διαβόλου, του άρχοντος του κόσμου τούτου. Στην άλλη, το κέντρο βάρους είναι ο Θεός και το άγιο θέλημά Του, με όλες τις χαρές και τη δόξα που συνοδεύουν την παρουσία Του. Ο Χριστιανός βεβαίως δεν προβληματίζεται: επιλέγει πάντοτε το θέλημα του Θεού. Επιλέγει δηλαδή όχι μόνον το αιώνιο, αλλά και του κόσμου τούτου αληθινό συμφέρον του.

Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΜΑΣ ΕΝΩΝΕΙ (Ἀποστολ. ἀνάγν.)



Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΜΑΣ ΕΝΩΝΕΙ
«Χριστός ἐστιν ἡ εἰρήνη ἡμῶν,ὁ ποιήσας τὰ ἀμφότερα ἕν». 

τοῦ περιοδ. «Ο ΣΩΤΗΡ»,
ἀρ. τ. 2054, 01.11.12

 

.          Εἶναι πανανθρώπινο τὸ αἴτημα γιὰ ἑνότητα, συνεργασία καὶ εἰρήνη μεταξὺ τῶν λαῶν. Εἶναι ὅμως αὐτὸ ἐφικτὸ ἢ ἀποτελεῖ οὐτοπία; Μποροῦμε στ’ ἀλήθεια νὰ ἐλπίζουμε σὲ παγκόσμια εἰρήνη;
.          Τὴν ἀπάντηση μᾶς τὴν δίνει ὁ ἀπόστολος Παῦλος στὸ σημερινὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα: «Χριστός ἐστιν ἡ εἰρήνη ἡμῶν, ὁ ποιήσας τὰ ἀμφότερα ἕν», λέει. Ὁ Χριστὸς εἶναι ἡ εἰρήνη μας, ὁ Ὁποῖος ἔκανε δύο ἀντιμαχόμενους κόσμους, τοὺς Ἰουδαίους καὶ τοὺς εἰδωλολάτρες, μέσα στὴν Ἐκκλησία ἕνα σῶμα.
.          Μᾶς δίνεται λοιπὸν ἡ ἀφορμὴ νὰ δοῦμε, γιατί ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ μόνος ποὺ μπορεῖ νὰ μᾶς χαρίσει τὴν ἀληθινὴ εἰρήνη καὶ πῶς αὐτὸ γίνεται πραγματικότητα στὴν ζωή μας.

1. «Χριστός ἐστιν ἡ εἰρήνη ἡμῶν»

.          Μόνο ὁ Χριστὸς μπορεῖ νὰ φέρει τὴν ἀληθινὴ εἰρήνη στὶς καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων! Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια. Διότι αὐτὸς εἶναι ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ποὺ κατέβηκε ἀπὸ τὸν οὐρανὸ στὴν γῆ, γιὰ νὰ εἰρηνεύσει τὸν κόσμο καὶ γι᾽ αὐτὸ στὸν ἐρχομό του οἱ ἄγγελοι ἔψαλλαν τὸν ὕμνο τῆς εἰρήνης «Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη». Αὐτὸς εἶναι ποὺ μὲ τὸ αἷμα καὶ τὴ θυσία τοῦ σταυρικοῦ του θανάτου εἰρήνευσε τοὺς ἀνθρώπους μὲ τὸν Θεό, καθὼς καὶ τοὺς ἀνθρώπους μεταξύ τους (βλ. Κολ. Α´ 20). Δεῖτε τὸν Σταυρό: Ἔχει δύο διαστάσεις: ἡ μία εἶναι κάθετη κι ἑνώνει τὴν γῆ μὲ τὸν οὐρανό. Ἡ ἄλλη, ἡ ὁριζόντια, ἐκτείνεται σὲ ὅλο τὸν κόσμο καὶ ἑνώνει ὅλους τοὺς ἀνθρώπους μὲ κέντρο τὸν Ἐσταυρωμένο.
.          Ἡ εἰρήνη εἶναι δῶρο θεϊκό, δῶρο ποὺ ὑποσχέθηκε ὁ Κύριος στοὺς μαθητές του λίγο πρὶν ἀπὸ τὴν ἀπολυτρωτική του θυσία: «Εἰρήνην ἀφίημι ὑμῖν, εἰρήνην τὴν ἔμην δίδωμι ὕμιν οὐ καθὼς ὁ κόσμος δίδωσιν, ἐγὼ δίδωμι ὑμῖν» (Ἰω. ιδ´27). Δηλαδή, σᾶς ἀφήνω καὶ σᾶς δίνω εἰρήνη, τὴν ὁποία ἦλθα νὰ φέρω στὸν κόσμο ποὺ συνταράσσεται ἀπὸ τὴν ἁμαρτία. Σᾶς δίνω τὴν δική μου εἰρήνη. Δὲν σᾶς δίνω εἰρήνη ὑποκριτική, ἀπατηλὴ καὶ ἀσταθῆ, σὰν αὐτὴ ποὺ δίνει ὁ κόσμος.
.           Ὅλα αὐτὰ δὲν εἶναι θεωρίες καὶ λόγια ἔξω ἀπὸ τὴν πραγματικότητα. Μέσα στὴν Ἐκκλησία ἐδῶ καὶ 2000 χρόνια ζοῦμε αὐτὸ τὸ θαῦμα τῆς ἑνότητος καὶ τῆς εἰρήνης μεταξὺ τῶν πιστῶν. Μαῦροι καὶ κίτρινοι, λευκοὶ καὶ ἐρυθρόδερμοι, ὅλοι οἱ λαοὶ καὶ οἱ φυλὲς τῆς γῆς γίνονται ἕνα, γίνονται ἀδελφοί, μέλη τῆς Ἐκκλησίας, τοῦ ἑνὸς σώματος ποὺ ἔχει ὡς κεφαλὴ τὸν Χριστό. Στὴν Ἐκκλησία δὲν ὑπάρχουν διακρίσεις ἐθνικότητος, κοινωνικῆς τάξεως καὶ φύλου: «οὐκ ἔνι Ἰουδαῖος οὐδὲ Ἕλλην, οὐκ ἔνι δοῦλος οὐδὲ ἐλεύθερος, οὐκ ἔνι ἀρσεν καὶ θῆλυ» (Γαλ. γ´ 28). Ὅλοι μέσα στὴν Ἐκκλησία εἶναι παιδιὰ τοῦ Θεοῦ καὶ μεταξύ τους ἀδέλφια.

2. Ἕνα διαρκὲς θαῦμα

.           Ἂν θέλουμε λοιπὸν νὰ ἐξαλειφθεῖ τὸ μίσος καὶ ἡ ἔχθρα μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων· ἂν θέλουμε νὰ σταματήσουν οἱ πόλεμοι καὶ οἱ συγκρούσεις· ἂν θέλουμε νὰ ἐλπίζουμε στὴν εἰρηνικὴ συμβίωση τῶν λαῶν· τότε ὀφείλουμε νὰ θεμελιώσουμε τὴν ζωή μας στὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ. Νὰ ἀκολουθήσουμε τὸν Κύριο Ἰησοῦ ὡς πιστοὶ μαθητές του καὶ νὰ ζοῦμε ἑνωμένοι μαζί του μέσα στὴν Ἐκκλησία. Τότε πραγματικὰ θὰ μποροῦμε νὰ ἀπολαμβάνουμε τὸ πολυπόθητο ἀγαθό, τὴν δική του εἰρήνη!
.          Γιὰ νὰ εἰρηνεύσουν οἱ καρδιές μας καὶ νὰ μὴν ζοῦν ἀποξενωμένες ἀπὸ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους, ἡ μόνη λύση εἶναι αὐτή: νὰ ἐπιστρέψουμε μὲ μετάνοια στὸν Σωτήρα Χριστό. Νὰ ἀγωνιστοῦμε γιὰ νὰ καθαρίσουμε τὴν ψυχή μας ἀπὸ τὰ φοβερὰ πάθη τῆς φιλαυτίας, τῆς ζήλειας καὶ τῆς φιληδονίας καὶ νὰ ζοῦμε μὲ ταπείνωση καὶ ἀγάπη μέσα στὴν Ἐκκλησία. Γράφει ὁ ἀείμνηστος καθηγητὴς Π. Ν. Τρεμπέλας στὸ ἑρμηνευτικό του Ὑπόμνημα: «Πλησίασε τοὺς ἀνθρώπους στὸν Σταυρό, γέμισε τὶς καρδιές τους μὲ ἀγάπη πρὸς τὸν Λυτρωτή, στήριξέ τους στὴν ἴδια οὐράνια ἐλπίδα, καὶ ἀμέσως θὰ τεθεῖ τέρμα στὴν μεταξύ τους ἀποξένωση καὶ ψυχρότητα. Ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ θὰ τοὺς ἀπορροφήσει τόσο πολύ, ὥστε θὰ ἀποθέσουν ἀμέσως κάθε ἀφορμὴ ἔχθρας καὶ γύρω ἀπὸ τὸν Σταυρὸ θὰ βρεθοῦν πιὸ κοντὰ ὁ ἕνας πρὸς τὸν ἄλλον καὶ ἑνωμένοι μεταξύ τους.

*  *  *

.          Πολὺς λόγος γίνεται στὶς ἡμέρες μας γιὰ τὴν παγκοσμιοποίηση. Ὡστόσο οὔτε τὰ σύγχρονα μέσα τεχνολογίας, οὔτε οἱ ἐκπληκτικὲς δυνατότητες ἐπικοινωνίας, οὔτε οἱ διεθνεῖς συνεργασίες καὶ προσεγγίσεις σὲ κοινωνικὸ ἐπίπεδο μποροῦν νὰ καλλιεργήσουν πραγματικὴ ἑνότητα καὶ νὰ ἐγγυηθοῦν παγκόσμια εἰρήνη, ἂν λείπει Αὐτὸς ποὺ εἶναι ἡ ἴδια ἡ εἰρήνη: ὁ Σωτήρας Χριστός! Ὁ κόσμος μας τότε μόνο θὰ εἰρηνεύσει, ὅταν γνωρίσει τὸν Χριστὸ καὶ κάθε λαὸς ἐνταχθεῖ γνήσια καὶ ἀληθινὰ μέσα στὴν ἁγία Ἐκκλησία του!

ΚΥΡΙΑΚΗ Θ΄ ΛΟΥΚΑ «Έχων ώτα ακούειν ακουέτω» του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Λέρου ,Καλύμνου και Αστυπαλαιας κ.κ. Παισίου



Αγαπητοί μου αδελφοί,
Στην σημερινή ευαγγελική περικοπή, ο Κύριος της αγάπης, ο χθες και σήμερα, ο αυτός και στους αιώνες, μας διδάσκει με την παραβολή του άφρονος πλουσίου, του ανθρώπου εκείνου που ευτύχησε να δει τους αγρούς του να αποδίδουν πλούσια παραγωγή, την πλεονεξία, αλλά και την μωρία του πλουσίου, εκείνου  ανθρώπου.
Το μέγεθος της πλεονεξίας φαίνεται από τα λόγια που είπε με την ευκαιρία της σύναξης των πολλών αγαθών των, «Τούτο ποιήσω, καθελώ μου τας αποθήκας και μείζονας οικοδομήσω και συνάξω εκεί πάντα τα γεννήματά μου και τα αγαθά μου».
Ταλαίπωρος και γυμνός, ο πλούσιος, από κάθε ευγενές, ιδανικό, εντελώς άμοιρος και ξένος από ίχνος  αγάπης, ασυγκίνητος και ακίνητος προς κάθε καλή πράξη, υποβίβασε τον εαυτό του στην τάξη των ζώων, τα οποία ζώα από ένστικτο και μόνο κινούμενα, ενδιαφέρονται αποκλειστικά και μόνο να φάνε, να πιούν και να αναπαυθούν.
Σ’ αυτή την ευχάριστη κατάσταση, δυστυχώς των ζώων, πού βρίσκεται ο άνθρωπος αυτός, ακούει μια φωνή, την φωνή του Θεού, να του λέγει: άμυαλε και ανόητε άνθρωπε, που στήριξες την ευτυχία σου και τα πλούτη σου μόνο στις απολαύσεις της κοιλιάς σου και νόμισες πως η μακροζωία σου εξαρτάται από τα πλούτη σου και όχι από εμέ, «ά ητοίμασας τι έσται».
Στη φωνή του Θεού φαίνεται το αποκορύφωμα της μωρίας και της ανοησίας του πλουσίου, εδώ ακριβώς  φαίνεται η απερίσκεπτη διαβεβαίωση που έδωσε στον εαυτό του, ο άφρων πλούσιος ότι, θα ζήσει πολλά  χρόνια για να απολαμβάνει τά αγαθά του εδώ κάτω στον πρόσκαιρο και μάταιο τούτο κόσμο.
Λησμόνησε ο ανόητος αυτός πλούσιος ότι, στα χέρια του Θεού βρίσκεται η ζωή και ο θάνατος και  μάλιστα όταν κυριεύει τον άνθρωπο η μωρία, τότε επισκιάζεται το λογικό, σβήνει η ορθοφροσύνη και  ο άνθρωπος παραλογίζεται και γίνεται άφρων.
Και να, ενώπιος ενωπίω του Δικαίου Κριτή παρουσιάστηκε ο άφρων πλούσιος και αντί να είναι στολισμένο με τά καλά έργα, που θα μπορούσε να κάμει με την καλή χρήση του πλούτου, ήταν  βαρυφορτωμένος με την τρομερή ανοχή της πλεονεξίας και της μωρίας.
Ο άνθρωπος, όμως, που ζει και βιώνει την κατά Χριστόν ζωή και εμπνέεται από την αγάπη του Χριστού,  «την πάντα νούν υπερέχουσα», κατά τον απόστολο Παύλο, ερωτά και λέγει: τι ποιήσω, τι να κάμω; και επάνω στην ερώτηση εκείνη οικοδομεί όλα τα έργα της αγάπης, της φιλανθρωπίας, της ελεημοσύνης και της αλληλεγγύης, χωρίς μάλιστα να κάνει καμία διάκριση.
«Τι ποιήσω;» ερωτά ο ευσεβής και καλοκάγαθος άνθρωπος, και επί του ερωτήματος αυτού προσφέρει ανιδιοτελώς το δώρο της αγάπης του παντού  και πάντοτε όταν του ζητηθεί χωρίς να αναμένει καμιά επ’ αυτού ανταπόδοση.
«Τι ποιήσω;», ερωτά τον εαυτό του ο αληθινός Χριστιανός, και πράττει όσα η Ορθόδοξη Εκκλησία του Χριστού του παραγγέλλει στο Άγιο Ευαγγέλιο. Γιατί ο καλός και αγαθός άνθρωπος πιστεύει ότι η αγάπη δια τον Χριστιανό έχει απόλυτο αξία, όπως διακηρύττει ο θείος Παύλος:  «μείζων» και της πίστης και της ελπίδας η ΑΓΑΠΗ, και, η οποία  ΑΓΑΠΗ, «πάντα στέγη, πάντα πιστεύει, πάντα ελπίζει, πάντα υπομένει, η αγάπη ουδέποτε εκπίπτει».
Η Εκκλησία του Ναζωραίου Χριστού, ως Εκκλησία χάριτος και ελέους, ορίζει ως βασικό καθήκον του ανθρώπου την ευεργετική δράση, γιατί με αυτήν ο άνθρωπος μιμείται και αντιγράφει τον ελεήμονα Θεό.
Ο Κύριός μας, αντί όλων των ευεργεσιών, τις οποίες χορήγησε και χορηγεί στον «κατ’ εικόνα Θεού» άνθρωπο, ζητεί από τους ανθρώπους της κάθε εποχής ένα και μόνο πράγμα, την φιλανθρωπία, «προ πάντων και αντί πάντων το φιλάνθρωπον», κατά τον Γρηγόριο τον Θεολόγο.
Ο Ιερός Χρυσόστομος με την σφοδρότητα του ύφους που τον διακρίνει, οσάκις προβάλλεται ως υπερασπιστής των πτωχών και αδυνάτων, μας λέγει επιγραμματικά: «ονειδίζω την απανθρωπίαν ως ρίζαν κακίας και πάσης ασεβείας και επαινώ την φιλανθρωπίαν ως ρίζαν πάντων των  αγαθών».
Αγαπητοί μου αδελφοί,
Επειδή όλοι είμαστε αδελφοί εν Χριστώ Ιησού, και επειδή η Εκκλησία μας, η μία Αγία Καθολική και Αποστολική, είναι Σώμα του Χριστού – κυρίως όμως, επειδή ο Χριστός έπαθε επάνω στο Σταυρό, υπέρ της του κόσμου ζωής και σωτηρίας, από άπειρο αγάπη προς πάντα άνθρωπο – η μεγάλη  αρετή της  αγάπης, η οποία εμπνέεται από την φιλοθεΐα, προβάλλει ως επιτακτικό καθήκον, ως μόνιμο και ανεξόφλητο χρέος παντός ανθρώπου.
Και ερωτάται ο άνθρωπος αυτής της συγχρόνου εποχής, η οποία διακρίνεται από τις ανθρώπινες θεωρίες: υπάρχει υψηλότερη και πνευματικότερη διατύπωση και εφαρμογή της κοινωνικής αλληλεγγύης από αυτήν την οποίαν διακηρύττει ο Θεάνθρωπος Ιησούς;
Πολλάκις σήμερα γίνεται λόγος περί αλληλεγγύης· και ερωτάται ο νουνεχής άνθρωπος για ποία αλληλεγγύη γίνεται τόσος λόγος; δια την αλληλεγγύη της θεωρίας και του νόμου; Μα το Άγιο Ευαγγέλιο, ο Λόγος του Θεού μας λέγει ότι, ο πρώτος ο οποίος δίδαξε και διδάσκει ανά τους αιώνες κοινωνική αλληλεγγύη είναι ο Θεάνθρωπος Ιησούς.
Ω! αδελφοί μου αγαπητοί,
Για να μην ακούσουμε και εμείς, ως ο άφρων πλούσιος της σημερινής ευαγγελικής περικοπής, το  «άφρον, ταύτη τη νυκτί την ψυχήν σου απαιτούσιν από σου, α δε ητοίμασας τίνι έσται;», ας πράττουμε έργα αγάπης και φιλανθρωπίας, έργα αλληλεγγύης, ευάρεστα στον Θεό και ας μην καταναλίσκουμε τον χρόνο μας μόνο για τα πρόσκαιρα και μάταια υλικά αγαθά του κόσμου τούτου, «όπου σής και βρώσις αφανίζει και όπου κλέπται διορίσουσι και κλέπτουσι».
«Ο έχων ώτα ακούειν ακουέτω» μας λέγει Κύριος ο Θεός στην σημερινή ευαγγελική περικοπή. ΑΜΗΝ.  Ο.Λ.Κ.Α.Π.

ΚΥΡΙΑΚΗ Θ΄ΛΟΥΚΑ (Λουκ. ιβ΄16-21) (Εφεσίους β΄14-22) Ο αυθεντικός πλούτος εκ της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κύπρου


«Άφρον, ταύτη τη νυκτί την ψυχήν σου απαιτούσιν από σού.

 Ά δε ητοίμασας τίνι έσται; 

Ούτως ο θησαυρίζων εαυτώ και μή εις Θεόν πλουτών»

Ο ζήλος του ανθρώπου όχι για τον αληθινό πλούτο που καταξιώνει την 
ύπαρξή τους ως «εικόνα του Θεού» αλλά για την εξασφάλιση υλικών 
στηριγμάτων, το αφήνει πολλές φορές μετέωρο και ξεκρέμαστο με φοβερές
 παρενέργειες ως προς τους προσανατολισμούς του. Η ευαγγελική
 περικοπή της ημέρας είναι αποκαλυπτική αλλά και διαφωτιστική σ’ αυτό 
το ζήτημα. Η αφορμή δίνεται από τη φιλονικία δύο αδελφών πάνω σε 
κληρονομικά ζητήματα. Η πλεονεξία τούς είχε κυριεύσει σε βαθμό που 
έγιναν αγνώριστοι. Ο Κύριος για να μας βοηθήσει ν’ ανακαλύψουμε τον 
αυθεντικό εαυτό μας, δίνει την παραβολή του άφρονα πλουσίου, 
με τα τόσα περιεκτικά μηνύματα, ιδιαίτερα για την εποχή μας.


Μορφή δουλείας
Βλέπουμε ακριβώς ότι ο Χριστός μιλά για την πλεονεξία του πλουσίου και όχι 
βέβαια για τον πλούτο του. Αυτή ακριβώς η πλεονεξία είναι που τον οδήγησε 
στην αφροσύνη. Είναι όντως πάθος φοβερό που καθηλώνει τον άνθρωπο και
 τον εγκλωβίζει στην οδύνη της αμαρτίας. Και ακόμα περισσότερο, ο Παύλος 
λέει ότι ο πλεονέκτης άνθρωπος αποκόπτει τον εαυτό του από την ειδωλολατρία 
και εισάγεται στον χώρο της ειδωλολατρίας. Γνωρίζει μια φοβερή μορφή δουλείας
 και δεν αισθάνεται να είναι πρόσωπο ελεύθερο.
Και όμως, η αγάπη του Θεού τον έταξε να είναι κυρίαρχος και διαχειριστής 
των υλικών αγαθών. Ο ίδιος όμως ο άνθρωπος απομακρύνθηκε απ’ αυτή την
 αγάπη με αποτέλεσμα να βυθισθεί δουλικά στις βιοτικές μέριμνες και να 
λησμονήσει τον ανώτερο προορισμό του.
Η αμαρτία σ’ αυτή την περίπτωση εκδηλώνεται ως ασθένεια της βούλησης 
που με τη σειρά της προκαλεί σοβαρές διαταραχές στις σχέσεις του ανθρώπου 
με τον Θεό, με το συνάνθρωπό του αλλά και με τα αγαθά της δημιουργίας. 
Γνωρίζουμε ότι στα χέρια του σωστού ανθρώπου το σίδερο γίνεται αλέτρι 
και προσφέρεται για την καλλιέργεια της γης. Στα χέρια όμως ενός εμπαθούς
 ανθρώπου μετατρέπεται συνήθως σε φονικό όργανο που σκοτώνει. 
Βλέπουμε έτσι ότι η χρήση οριζοντιώνεται στην αγάπη του Θεού ενώ
 η κατάχρηση βυθίζει στο σκοτάδι της αμαρτίας και του απανθρωπισμού.
Πραγματικός πλούτος
Ο πλεονέκτης άνθρωπος μόνο στη σφαίρα της ψευδαίσθησης μπορεί να
 αισθάνεται ευτυχισμένος και χαρούμενος. Η παθογένεια αυτή αποκαλύπτει 
φτώχεια, ανασφάλεια και δυστυχία. Ο πλούσιος της παραβολής 
είχε τόσα αγαθά, αλλά συλλαμβάνεται να είναι συνεχώς ανήσυχος και ταραγμένος.
 «Τι να κάνω; Έχω τόσα αγαθά και δεν έχω πού να τα μαζέψω». Όλες αυτές οι
 μέριμνες, οι ανησυχίες, οι αγωνίες φθείρουν τελικά τον άνθρωπο και ψυχικά 
αλλά και σωματικά. Αντίθετα, ισχυρό είναι το παράδειγμα που μπορεί
 να μας δίνουν φτωχοί άνθρωποι, των οποίων όμως η καρδιά είναι γεμάτη υπομονή 
και αγάπη. 
«Δόξα τω Θεώ», λένε εκ βάθους καρδίας και τους βλέπουμε με μεγάλες 
αντοχές να πλουτίζουν μέσα από την ολιγάρκειά τους.
Όταν ο άνθρωπος είναι κύριος του εαυτού του και ελέγχει τις ορέξεις και απαιτήσεις
 του, τότε γίνεται αυτάρκης και αποφεύγει την κακία της πλεονεξίας.
 Αντίθετα, ο πλεονέκτης δεν χορταίνει με τίποτε και επιζητεί ολοένα και 
περισσότερα, εκτροχιάζοντας τον εαυτό του από τον αληθινό προορισμό του. 
Γι’ αυτό άλλωστε και ο απόστολος Παύλος μάς συμβουλεύει:
 «Νεκρώσατε τα μέλη υμών…και την πλεονεξίαν, ήτις εστίν ειδωλολατρία».
Υπέρβαση
Η πρόκληση για υπέρβαση είναι ευδιάκριτη, όπως μας τη θέτει ο ίδιος ο Κύριος. 
Ο άνθρωπος δεν αντιμετωπίζει τον θάνατο –που είναι ο έσχατος εχθρός του- 
με τα χρήματα και τα υλικά αγαθά. Η αυτονόμησή τους παραπέμπει σε σπέρματα 
της φθοράς και του θανάτου. Αυτή ακριβώς την αλήθεια υπενθυμίζει ο Χριστός 
στον πλούσιο της παραβολής, όταν του λέει: «Άφρων, ταύτη τη νυκτί την ψυχήν 
σου απαιτούσιν από σού, ά δε ητοίμασας τινι έσται;».
Αγαπητοί αδελφοί, ο Κύριος μέσα από την αγάπη της Εκκλησίας μάς 
προσκαλεί για να εγκολπωθούμε τους αληθινούς και αιώνιους θησαυρούς που 
συνιστούν τον «κατά Θεό πλούτο». Η αγάπη και η ελεημοσύνη στον 
αντίποδα της πλεονεξίας, διευρύνουν απεριόριστα το μεγαλείο του ανθρώπου 
ως εικόνα του Θεού. Σ’ αυτήν ακριβώς την ευλογημένη προοπτική, 
ο άνθρωπος γίνεται χριστοειδής και γεύεται της αιώνιας πληρότητας και ζωής.

ΚΥΡΙΑΚΗ Θ΄ ΛΟΥΚΑ Λουκ. ιβ’, 16 – 21 Του Πρωτ. Γεωργίου Σούλου «καθελώ μου τας αποθήκας και μείζονας οικοδομήσω, και συνάξω εκεί πάντα τα γενήματά μου και τα αγαθά μου»


ΚΥΡΙΑΚΗ Θ΄ ΛΟΥΚΑ
Λουκ. ιβ’, 16 – 21
Του Πρωτ. Γεωργίου Σούλου
«καθελώ μου τας αποθήκας και μείζονας οικοδομήσω, και συνάξω εκείπάντα τα γενήματά μου και τα αγαθά μου»
Στη σημερινή ευαγγελική περικοπή περιγράφεται η συμπεριφορά ενός πλουσίου ανθρώπου, του οποίου τα κτήματα καρποφόρησαν τόσο πολύ, ώστε τον απασχολούσε το πρόβλημα πού θα συγκεντρώσει τα αγαθά του. Ενώ δηλαδή άλλοι άνθρωποι σκεπτόταν πώς θα εξοικονομήσουν τα προς το ζην, αυτός αντίθετα ανησυχούσε που δεν είχε πού να αποθηκεύσει τα αγαθά του.
Το κατάντημα του «άφρονα πλουσίου» έχουν όλοι εκείνοι, που ακολουθούν το παράδειγμα του και στρέφουν την προσοχή τους μόνο στα υλικά αγαθά και διέπονται από το σύμπλεγμα της φιλαργυρίας και της απληστίας.
Εις ό,τι αφορά τη «φιλαργυρία», κατά τη Χριστιανική διδασκαλία, θεωρείται ειδωλολατρία, και είναι η αιτία του άκρατου πλουτισμού. Ο πιστός  πρέπει να ζει, με απλότητα και λιτότητα. Η πίστη μας, δεν είναι ιδεολογία, δεν είναι διανοητική κατάσταση. Είναι ότι ζούμε στο Θεό, Τον βλέπουμε, δεν χρειάζεται να πεθάνουμε για να δούμε το Θεό. Στην Εκκλησία μας υπάρχει η γνώση και η εμπειρία, της οριζόντιας και της κάθετης διάστασης, που είναι η αγάπη του Θεού και του πλησίον.
Εις ό,τι αφορά την «απληστία», η λέξη παράγεται από το στερητικό «α» και το «πληστός» που σημαίνει πλήρης – γεμάτος. Άπληστος, επομένως, είναι ο πλεονέκτης, ο ακόρεστος, ο ανεκπλήρωτος από την επιθυμία, ο κενός.
Αυτά τα δύο χαρακτηριστικά γίνονται εμφανή στη διήγηση της Ευαγγελικής περικοπής, του «άφρονος πλουσίου».
Είναι γεγονός ότι η επιθυμία της βουλιμίας λειτουργούν στον άνθρωπο, ως αρχέτυπο, το οποίο του καθορίζει την «τάση» και τη «θέση» της ζωής.
Ο Αϊνστάιν είπε  ότι τρεις δυνάμεις κινούν τον κόσμο: α) η ανοησία, β) ο φόβος και γ) η απληστία.
«Η γη παράγει αρκετά για να ικανοποιήσει τις ανάγκες του ανθρώπου, όχι όμως την απληστία του», είπε και ο Γκάντι, για να αντιληφθούμε, ότι  αυτό το συγγενές ή επίκτητο ιδίωμα, γίνεται ιδιαίτερα εμφανές στον άνθρωπο, το οποίο αναδεικνύεται  έντονα από την έναρξη του πολιτισμού του, που τελικά τον οδηγεί  στην απληστία.
Ψυχολογικές μελέτες έχουν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο  άπληστος ζει διαρκώς με το «άγχος της επιβίωσης και από το άχθος του θανάτου», που αποδίδεται ως  μια αντίδραση «φυσιολογική», η οποία είναι αποτέλεσμα των μεταβολών των ορμονών και της ψυχολογικής καταστάσεως του καθενός.
Όντως το δεσπόζον πρόσωπο της Ευαγγελικής περικοπής, όχι απλά βιώνει αυτή τη ψυχολογική κατάσταση, αλλά έχει πλήρως κατακυριευθεί, με αποτέλεσμα να μην είναι σε θέση να αξιοποιήσει την εμπειρία, της οριζόντιας και της κάθετης διάστασης, που είναι η αγάπη του Θεού και του πλησίον.
Βέβαια υπάρχουν κάποιοι στους οποίους αυτή η σταυροειδής διάσταση φαντάζει, ως ουτοπία, ως μη ρεαλιστική στάση ζωής. Όμως, μετά από είκοσι και πλέον αιώνες εμπειρίας, δεν μπορούμε να λέμε πλέον ότι είναι ουτοπία και όχι ρεαλιστικά. Οι μάρτυρες, οι άγιοι σε όλα τα μήκη και πλάτη του Ορθόδοξου κόσμου είναι η βεβαίωση, η εδραίωση και η σφραγίδα της Χριστιανικής Αλήθειας και διδασκαλίας.
Παρά ταύτα λείπει από τη ζωή μας αυτή ακριβώς η σφραγίδα, που θα επιβεβαιώσει το ήθος και το ύφος μας, ως Χριστιανών, ως αδελφών του Χριστού.
Ο διαπρεπής σύγχρονος φιλόσοφος Χρήστος Γιανναράς, λέγει:  «Βλέπει κανείς τη βουλιμική απληστία να εκφράζεται με αναιτιολόγητη αδηφαγία, λαιμαργία λιμασμένων ανθρώπων και αυτό σε «επίσημες» δεξιώσεις επιστημονικών σωματείων, κρατικών αξιωματούχων, πετυχημένων επιχειρηματιών. Η ίδια αρπαχτικότητα πεινασμένων ανθρώπων και στην αχαλίνωτη κερδοσκοπία, όχι μόνο μικρεμπόρων το καλοκαίρι που μας καταληστεύουν στα νησιά, αλλά και πανελληνίως –στις υπεραγορές όλο τον χρόνο– σε σημείο που να είναι ασύγκριτα φθηνότερη η διαβίωση στο Βερολίνο και στη Νέα Υόρκη παρά στην Ελλάδα. Λιμασμένη συμπεριφορά πειναλέων ανθρώπων προδίδει και η ακόρεστη αισχροκέρδεια μεγαλεργοληπτών του Δημοσίου, προμηθευτών που λυμαίνονται, ναι, νοσοκομεία και κοινωνικά ιδρύματα οι ασυνείδητοι, ή τις Ένοπλες Δυνάμεις, την άμυνα και αξιοπρέπεια της κοινής πατρίδας. Γνωρίσαμε αυτή τη βουλιμική, τυφλή ιδιοτέλεια και στα πολυποίκιλα σκάνδαλα τιμημένων στον δημόσιο βίο ανθρώπων: υπουργών, αρχόντων σε κρατικούς θώκους επιφανείς, όπως και παρ’ αξίαν ευνοημένων της κομματικής καμαρίλας» Και συνεχίζει: «Οι βουλιμικές συμπεριφορές τυφλού ενστικτώδους εγωκεντρισμού είναι σύμπτωμα κοινωνικής παθολογίας, έχει άμεση σχέση με την κοινωνική ψυχολογία, άρα με κεντρικούς παράγοντες λειτουργίας του κοινωνικού γεγονότος. Γι’ αυτό και είναι πρόβλημα πολιτικό, η θεσμική αντιμετώπισή του απαιτεί σοβαρό επιτελικό σχεδιασμό, έκτακτη ευφυΐα και κριτική ωριμότητα από την πλευρά των διαχειριστών της εξουσίας».(Εφημ. Καθημερινή 8/11/09).
Αμφιβάλλει κανείς ότι παρόμοια στάση επέδειξε και ο «άφρον πλούσιος»; Συνεπώς η κατάληξη των ακολουθούντων το παράδειγμά του, ασφαλώς θα είναι η ίδια.
Όντως,  τυφλώνει η απληστία τους ανθρώπους και τους καθιστά έρμαιά της. Η απληστία ταυτίζεται με την αδηφαγία και είναι απότοκο ψυχολογικών διαταραχών, έλλειψης παιδείας και ανοησίας, πλήρους αδυναμίας στοιχειώδους κατανόησης της φύσης του ανθρώπου και της λειτουργίας του πλανήτη. Η απληστία φτιάχνει γιγαντισμούς που λειώνουν στο πέρασμά τους ανθρώπους, που εξουσιάζουν και χρησιμοποιούν τον πλανήτη ολόκληρο για την ικανοποίηση μιας ματαιότητας με πεπερασμένο βιολογικά χαρακτήρα. Αλλά ακόμα και εάν νικούσαμε το θάνατο, τον πλανήτη που μας κουβαλά δύσκολα θα μπορούσαμε να τον «νικήσουμε» με τον όποιο γιγαντισμό μας. Η απληστία είναι ύβρις απέναντι στη ζωή, απέναντι στην ουσία και την ποιότητά της, απέναντι στην ίδια την ανθρώπινη φύση και στην συνέχεια του είδους προς το μέλλον. Η απληστία δημιούργησε μεγέθη μη υπαρκτά στον πλανήτη, εικονικές αξίες μετρημένες σε χαρτιά, ομόλογα, χρήματα, αξιόγραφα, μετοχές, χρεόγραφα εν γένει. Πρόκειται για λογιστικές αξίες χωρίς πραγματικό αντίκρισμα, για τα κομμάτια μιας απάτης χωρίς προηγούμενο. Χαρτιά αγοράζουν ανθρώπινες ψυχές και ζωές και χαρτιά τις αφαιρούν.
Στην πραγματικότητα, η αγωνία για εξουσία, η απληστία κάποιων ελαχίστων, οι οποίοι απεδείχθησαν και «ολίγιστοι» να είναι οι πλουσιότεροι, να είναι οι δυνατότεροι, να κατέχουν τον πλανήτη με όλα του τα «παραρτήματα», να κατέχουν και να κατευθύνουν ανθρώπους, οδήγησε στην σημερινή κατάσταση.
Άραγε, ποιο θα είναι το μέλλον της ανθρωπότητας στον πλανήτη;
Για να απαντηθεί αυτό το ερώτημα θα πρέπει, σύντομα να πράξουν το καθήκον τους όσοι έχουν συλλάβει την ιδέα της κοινωνικής και ανθρώπινης προόδου, της απεξάρτησης από τις κοινωνίες της ζούγκλας και όχι μόνο οφείλουν να χτίσουν άμεσα τις λύσεις για την κοινωνική οργάνωση, αλλά οφείλουν, προς όφελος της ανθρωπότητας, να ξεθεμελιώσουν τις κοινωνίες ζούγκλας που εγκαθίδρυσε η απληστία μιας ελάχιστης ψυχικά διαταραγμένης μειοψηφίας, όπως ο «άφρον πλούσιος».

ΚΥΡΙΑΚΗ Θ ΛΟΥΚΑ Ο ΠΛΟΥΤΟΣ Ἀρχιμ. Νεκταρίου Κοτρώτσου


Πιθανόν ἕνας ἀπό μεγαλύτερους πειρασμούς πού ὑπάρχει εἰς τόν
κόσμον σήμερον εἶναι ἡ πλεονεξία. Ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος, παρ΄ὅλα τά
πλούτη πού ἔχει, δέν χορταίνεται μέ τίποτε. Ὅλοι θέλουμε πιό πολύ καί πιό
πολλά ἀπό ὁ,τί ἔχωμεν.
Ὁ πειρασμός αὐτός δέν εἶναι πρόβλημα μόνο καί μόνο τώρα. Πολλές
φορές τό βλέπομε εἰς τήν ἱστορία τοῦ κόσμου. Πολλές φορές, ἦτο καί εἶναι ἡ
αἰτία διά πολέμους, ἐγκλήματα, κλπ.
Ὁ ἀπόστολος τῶν ἐθνῶν Παύλος λέγει ὅ,τι ἡ πλεονεξία εἶναι μία
μορφή εἰδωλολατρείας, ἐφ’ὅσον ὁ ἅνθρωπος δίνει πιό πολύ σημασία εἰς τό
ὑλικό κόσμο παρά εἰς τόν πνευματικόν, εἰς σημείο πού θεωρεῖ τά ὑλικά πιό
σημαντικά ἀπό τόν συνάνθρωπό του καί ἀκόμη ἀπό τόν Θεόν.
Ἡ περικοπή περί ἄφρονος πλουσίου μᾶς ὅμιλεῖ διά τέτοια περίπτωση.
Ἀνοίγει ἡ σκηνή μέ τόν Χριστόν, ὁ ὁποῖος διηγεῖται μιά παραβολή εἰς τούς
μαθητάς του. Ἡ παραβολή, καθώς γνωρίζουμε, εἶναι μία διήγησις ἡ ὁποία
ἔχει σκοπό νά ὀδηγήσει εἰς ἠθικά διδάγματα καί ἀναφέρεται εἰς πραγματική
ἤ φανταστική ἱστορία, συνήθως μεταφορικά.
Ἔτσι, λοιπόν, ὁ Χριστός ἀρχίζει νά δώσει μίαν γνώμην, διά μίαν
ὑπόθεσιν τὴν ὁποίαν δὲν διηγήται εἰς τὴν περικοπήν ταύτην. Ὑπῆρξε κάποια
διαφωνία περί κληρονομίας μεταξύ δύο ἀδελφῶν. Τοῦ ζήτησε κάποιος νά πεῖ
ὁ Χριστός νά μοιράσει ὁ ἀδελφός δικαίως τὴν κληρονομίαν τους. Τοῦ
ἀπάντησε ὁ Κύριος, «Ἄνθρωπε, τίς με κατέστησε δικαστὴν ἢ μεριστὴν ἐφ'
ὑμᾶς;» Εἰς τὴν συνέχειαν, ἀρχίζει ὁ Χριστός νὰ διδάσκει, διὰ τῆς παραβολῆς.
«Ἀνθρώπου τινὸς πλουσίου εὐφόρησεν ἡ χώρα καὶ διελογίζετο ἐν
ἑαυτῷ λέγων· τί ποιήσω, ὅτι οὐκ ἔχω ποῦ συνάξω τοὺς καρπούς μου;» Μᾶς
λέγει ὁ ἅγιος Θεοφύλακτος ὅ,τι εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν, ὁ πλούσιος
καὶ ὁ φτωχός ἔχουν ἕνα κοινό στοιχείον... καί οἱ δύο λέγουν τό «οὐκ ἔχω ποῦ
συνάξω τοὺς καρπούς μου.» Ὁ μέν, ἐπειδή ἔχει τόσο πολύ, ὁ δὲ, ἐπειδή δέν
ἔχει.
Ἀμέσως, βλέπει κανείς τὸ λάθος τοῦ πλουσίου τῆς περικοπῆς.
Λησμονεῖ ποιός τοῦ ἔδωσε τὰ πάντα εἰς τὴν ζωήν του, καί ὅτι εἶναι καὶ ὁ ἵδιος
δημιουργία τοῦ Κτίσαντος τὸν οὐρανόν καὶ τὴν γῆν Κυρίου. Λησμονεῖ ὅτι
εὐρίσκεται εἰς αὐτὸ τὸν κόσμο διά νὰ εἶναι ὑπηρέτης τοῦ ἀγαθοῦ Θεοῦ, καί,
ὅπως μᾶς θυμίζει ὁ Μέγας Βασίλειος, «διαχειριστῆς» διὰ τοῦς συνανθρώπους
του, ὅπως εἴμαστε καὶ ἡμεῖς. Ἀτυχῶς, εἶχε τὴν ἐντύπωση ὅτι ὅλα εἴχαν
ἐτοιμασθῆ διά τήν κοιλία του. Πάλιν, ὁ Μέγας Βασιλείος μᾶς λέγει ὅτι πρέπει
νὰ θεωροῦμε ὡς ξένα αὐτά τά ὁποία ἔχωμεν εἰς τά χέρια μας... προσωρινῶς
μᾶς εὐφραίνουν, καί, ἔπειτα, «ξεγλιστροῦν σάν τό νερό καί χάνονται.»
Συνεχίζει ὁ Χριστός λέγοντας ὅτι ὁ πλούσιος εἶπε «Τοῦτο ποιήσω,
καθελῶ μου τὰς ἀποθήκας καὶ μείζονας οἰκοδομήσω, καὶ συνάξω ἐκεῖ πάντα
τὰ γεννήματά μου καὶ τὰ ἀγαθά μου, καὶ ἐρῶ τῇ ψυχῇ μου· ψυχή, ἔχεις
πολλὰ ἀγαθὰ κείμενα εἰς ἔτη πολλά· ἀναπαύου, φάγε, πίε, εὐφραίνου.» Δέν
σκέφτηκε ὁ πλούσιος νὰ μιμηθεῖ τὸν Ἰωσῆφ, εἰς τὸ κήρυγμα φιλανθρωπίας,
ὅθεν εἶχε λιμό ὁ λαός τῶν Ἱουδαίων, καί εἶπε ὁ Ἰωσῆφ: «ἰδοὺ κέκτημαι ὑμᾶς
καὶ τὴν γῆν ὑμῶν σήμερον τῷ Φαραώ· λάβετε ἑαυτοῖς σπέρμα καὶ σπείρατε
τὴν γῆν, καὶ ἔσται τὰ γεννήματα αὐτῆς καὶ δώσετε τὸ πέμπτον μέρος τῷ
Φαραώ, τὰ δὲ τέσσαρα μέρη ἔσται ὑμῖν αὐτοῖς εἰς σπέρμα τῇ γῇ καὶ εἰς
βρῶσιν ὑμῖν καὶ πᾶσι τοῖς ἐν τοῖς οἴκοις ὑμῶν» (Γεν. μζ΄, 11). Ὁ πλούσιος
ἐκοίταζε τὴν ἱδικήν του ἀπόλαυσιν, χωρίς νὰ ἐνδιαφέρεται διά κανέναν
ἅλλον. Ὁ πλούτος καί ἡ ἄνεσις ἔγιναν εἴδωλα, τά ὁποία ἔδιναν τὴν αἴσθηση
μίας ἐπίγειας αἰωνιότητος.
«Εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ Θεός· ἄφρον, ταύτῃ τῇ νυκτὶ τὴν ψυχήν σου
ἀπαιτοῦσιν ἀπὸ σοῦ· ἃ δὲ ἡτοίμασας τίνι ἔσται;» Δηλαδή, ὁ πλούσιος, μέ ὅλα
τὰ πλούτη του, ξέχασε ὅτι ἦτο καί αὐτός ἄνθρωπος, καί ὅτι «τό τέλος ἐγγίζει»
διά αὐτόν καί διά κάθε ἄνθρωπον. Ὁ «ἄφρων πλούσιος» ξαφνιάστηκε μὲ τὸν
θάνατο, διότι πάντα ἐστήρεικτο εἰς τάς προσωπικάς του δυνάμεις ἤ
κατοθώρματα. Ὁ λογισμός τοῦ ὁδήγησε εἰς καταστροφήν.
Ἡ μνήμη τοῦ θανάτου εἶναι ὀδυνηρή, καί, ὁ ἄνθρωπος προσπαθεῖ νὰ
τὴ ξεχάσει. Ἐν τούτοις ὅμως, εἶναι κάτι τό ὁποίο πρέπει ὁ καθείς νά
ἀντιμετωπίσει εἰς τὴν καθημερινήν ζωήν. Μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νά ἀποκτήσει
φοβερό πλούτο, ἀλλά «Πάντα ματαιότης τὰ ἀνθρώπινα, ὅσα οὐχ ὑπάρχει
μετὰ θάνατον, οὐ παραμένει ὁ πλοῦτος, οὐ συνοδεύει ἡ δόξα·ἐπελθὼν γὰρ ὁ
θάνατος, ταῦτα πάντα ἐξηφάνισται» (Ἱδιόμελον, Νεκρώσιμης Ἀκολουθίας).
Ἡ σημερινή περικοπή τοῡ Εὐαγγελίου μᾶς θυμίζει ὅτι «ἡ ὁδός καί ἡ
ζωή» εἶναι ὁ Χριστός, καί ὁ «εἰς Χριστόν πλουτῶν» δέν φοβάται τὸν Θεόν,
ἀλλά ζεῖ κάθε στιγμή σάν τήν πρώτη, ἐν ταπεινωφροσύνῃ, καί σάν τήν
τελευταία, ἐν φόβῳ Θεοῦ καί μέ ἀγώνα πρός τελειότητα, οὕτως ὥστε ἡ κάθε
σκέψις μας, ἡ κάθε λέξις ἐκ στόματος, ἡ κάθε πράξις μας θά λάμπουν μέ τό
Φῶς Χριστοῦ.
Γένοιτο.
Ἀρχιμ. Νεκταρίου Κοτρώτσου

ΚΥΡΙΑΚΗ Θ΄ ΛΟΥΚΑ Χριστός και ειρήνη(Αποστολικό Ανάγνωσμα)



Στο Αποστολικό Ανάγνωσμα της σημερινής Κυριακής, αγαπητοί μου αδελφοί, ο Απόστολος Παύλος αναλύει στους Χριστιανούς της Εφέσου και κατ’ επέκτασιν στους Χριστιανούς όλων των εποχών, το μέγα γεγονός της ειρήνης. Δε διστάζει, μάλιστα, να ταυτίσει το πρόσωπο του Κυρίου με το αγαθό της ειρήνης, λέγοντας χαρακτηριστικά ότι «ο Χριστός είναι η ειρήνη μας»1
Η αναφορά αυτή του κορυφαίου Αποστόλου των εθνών μάς δίδει την ευκαιρία να εντρυφήσουμε, εν ολίγοις, στο μέγα θέμα της ειρήνης, μιας πραγματικότητας για την οποία πολλοί διαλέγονται και διατείνονται ότι εργάζονται, χωρίς, όμως, ποιοτικό και ουσιαστικό αποτέλεσμα.
Μπορεί στις μέρες μας να μη γίνονται πόλεμοι σαν κι αυτούς που γνώρισε η ανθρωπότητα στον 20ό αιώνα, η ειρήνη, όμως, βρίσκεται διαρκώς πληγωμένη. Οι ειδήσεις που κατακλύζουν την καθημερινή μας ενημέρωση, προερχόμενες κυρίως από περιοχές της Μέσης Ανατολής και της Αφρικής, αναφέρονται σε τοπικές αναφλέξεις και αναταραχές, εμφύλιες συγκρούσεις, θρησκευτικές εντάσεις, τρομοκρατικές ενέργειες, που δυναμιτίζουν την ειρήνη και προκαλούν πόνο και δυστυχία σε αναρίθμητους ανθρώπους, αίσθηση προβληματισμού και ανασφάλειας σε ολόκληρο τον κόσμο. Πού οφείλεται, άραγε, η κατάσταση αυτή; Ποιοι είναι οι παράγοντες εκείνοι που εξεγείρουν τους ανθρώπους κατά των συνανθρώπων τους, διεγείροντας τα πιο άγρια ένστικτά τους;
Ο Όσιος Σιλουανός ο Αθωνίτης σημειώνει πως «μια ουσιαστική υπόθεση για την ειρήνη είναι να συνειδητοποιεί ο καθένας το λάθος του»2 Η σοφή αυτή άποψη του μεγάλου Ρώσου μοναστού καταδεικνύει την βάση του προβλήματος που οδηγεί στην καταπάτηση της ειρήνης ανά τους αιώνες. Το γεγονός δηλ. ότι οι άνθρωποι κάθε εποχής και οι ηγέτες των λαών δύσκολα αναγνωρίζουν τα λάθη και τα σφάλματά τους κατά την διεκδίκηση και προάσπιση των όποιων συμφερόντων τους. Κι αν το φαινόμενο αυτό ήταν συχνό κατά το παρελθόν, στις μέρες μας είναι παγιωμένη κατάσταση.
1 Εφεσ. 2,14
2 Αρχιμ. Σωφρονίου «Ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης», σελ. 18
Στην εποχή μας τα συμφέροντα των ισχυρών της γης έναντι των αδύναμων και ανυπεράσπιστων λαών είναι τέτοια και ικανά να καταλύσουν κάθε ηθική αντίσταση και αναστολή. Κυριαρχεί το «δίκαιο» του ισχυρότερου, κατά την προσωπική του διάθεση. Αλλά κι όταν ακόμα τα λάθη είναι εμφανή, ο εγωισμός και η φιλαυτία δεν επιτρέπουν διορθωτικές κινήσεις προς το καλύτερο. Ο κόσμος μας σήμερα δοκιμάζεται από τέτοιου είδους εγκληματικά λάθη και από την αδυναμία ή την έλλειψη διάθεσης των ισχυρών να τα διορθώσουν.
Για να πραγματωθεί η ειρήνη, όμως, πρέπει πρωτίστως να προσεχθεί ο έσω άνθρωπος, η ψυχή, που βάλλεται από πάθη και πληγώνεται από αμαρτίες' που θέλγεται από τις σειρήνες του κόσμου, ξεχνώντας τον προορισμό της, που δεν είναι άλλος από την ειρήνευση με τον Θεό, πολεμώντας μόνο την αμαρτία, διά της μετανοίας. Έλεγε ο Όσιος Μάρκος ο Ασκητής ότι «ειρήνη είναι η απαλλαγή από τα πάθη, η οποία χωρίς την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος δε βρίσκεται»3 Το Πανάγιο Πνεύμα είναι δηλ. εκείνο που προκαλεί την ειρήνη και τη γαλήνη στον έσω άνθρωπο και τον καθιστά ειρηνικό και γαλήνιο και προς τους άλλους ανθρώπους.
Ας αναζητήσουμε, λοιπόν, αδελφοί μου, την προσωπική μας συμφιλίωση με τον Θεό, ασκούμενοι στον στίβο των αρετών. Η προσωπική μας βελτίωση και πρόοδος στον αγώνα για την πνευματική μας ανέλιξη και καλλιέργεια και η απόκτηση της εσωτερικής ειρήνης είναι ο σίγουρος δρόμος για να επικρατήσει και στο περιβάλλον μας και στον κόσμο όλο το μέγιστο αυτό αγαθό της ειρήνης, προσωποποίηση του οποίου είναι ο ίδιος ο Χριστός. ΑΜΗΝ!

3 «Φιλοκαλία», Τόμος 1ος, σελ. 142

"Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη

  Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...